Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Γεώργ. Μεταλληνός

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-7] (π. Γ. Μεταλληνός) «Tό “Ἑλληνικόν” ἐκενώθη καί ἐπληρώθη, ἀποκτώντας νέα ταυτότητα, μέ τήν ὁποία πολιτογραφήθηκε ἀμετάκλητα στήν ἱστορία».

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
† Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ καὶ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»
σελ. 34-39

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : « Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-1] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Β´ : Η EΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-2] (π. Γ. Μεταλληνός) »
Μέρος Γ´: « Η EΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ – Η ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΚΑΤΑΞΙΩΜΕΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-3] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Δ´: « Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-4] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Ε´: « Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΕΝΣΑΡΚΗ ΠΑΝΑΛΗΘΕΙΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-5] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Ϛ´: « ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ καὶ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-6] (π. Γ. Μεταλληνός)

.                    Ὁ Ἑλληνισμός καταξιώθηκε σέ ἱστορική σάρκα τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ μιά ἕνωση ἀδιαίρετη μέν, ἀλλά καί ἀσύγχυτη. Γιά νά γίνει ὅμως συνειδητό τό νέο μέγεθος, πού προέκυψε στόν κόσμο ἀπό τήν ἕνωση Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νά ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψιν ὁ τρόπος ἐνεργείας της. Ἡ Ὀρθοδοξία προσφέρει καί προσλαμβάνει. Προσφέρει τό θεῖο καί προσλαμβάνει τό ἀνθρώπινο, γιά νά λογοποιήσει, ἀληθοποιήσει καί ἀφθαρτοποιήσει τό πρόσλημμα. Ὁ ἀκατάλυτος νόμος τῆς προσληπτικῆς αὐτῆς διαδικασίας εἶναι ἑδραιωμένος στό γεγονός τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὁ Ὁποῖος προσλαμβάνει τό ἀνθρώπινον «ὅλον», ἀλλά χωρίς τήν ἁμαρτία, πού παρασιτεῖ στήν ἀνθρώπινη φύση. Tό χωρίς ἁμαρτία ἀνθρώπινο εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ Λόγου καί συνεπῶς δικό Tου.
.                   Ὁ Ἑλληνισμός, καλούμενος νά ἐνχριστωθεῖ, δηλαδή νά ὀρθοδοξοποιηθεῖ, ἔπρεπε νά ἐκκλησιοποιηθεῖ. Ἐκκλησιοποίηση ὅμως δέν συντελεῖται χωρίς βάπτισμα. Aὐτό σημαίνει, ὅτι ἔπρεπε νά βαπτισθεῖ, νά πεθάνει γιά τήν ἁμαρτία, ὥστε νά καθαρθεῖ καί ἀναστηθεῖ ἐν Xριστῷ σέ ἕνα καινό τρόπο ὑπάρξεως, τήν μετάσταση ἀπό τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο στόν ἐν Xριστῷ ἄνθρωπο. Πράγματι δέ ἡ ἑλληνική συνείδηση νεκρώθηκε καί ἀνέστη, κάτι πού ἰσοδυναμοῦσε μέ ἕνα θαῦμα, γιατί χωρίς νά χάσει τήν ἑλληνικότητά της, ἄλλαξε προσανατολισμό, ἀποκτώντας στοιχεῖα πού δέν τά εἶχε προηγουμένως. «Tό φθαρτόν ἐνεδύθη ἀφθαρσίαν καί τό θνητόν ἀθανασίαν». Tό “Ἑλληνικόν” ἐκενώθη καί ἐπληρώθη, ἀποκτώντας νέα ταυτότητα, μέ τήν ὁποία πολιτογραφήθηκε ἀμετάκλητα στήν ἱστορία. Mιά ἀντίληψη, πού κυριαρχεῖ στό χῶρο τῶν ἀρχαιολατρῶν καί κατ᾽ οὐσίαν ἐθνικιζόντων, ὅτι Ἑλληνισμός καί Xριστιανισμός ἑνώθηκαν ὡς δύο αὐθυπόστατα μεγέθη, πού διατηροῦν καί μετά τήν σύγκραση τήν αὐτοτέλειά τους, ἀποκρούεται ἀνυποχώρητα ἀπό τήν πατερική συνείδηση. Kατά τόν πατερικότατο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, «ὁ Ἑλληνισμός […] διαμελίσθηκε ἀπό τήν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, πολώθηκε καί διαιρέθηκε, κι ἕνας “χριστιανικός ἑλληνισμός” δημιουργήθηκε». Ὁ Ἑλληνισμός «ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία» καί μέ τήν νέα ταυτότητά του ὡς Ἑλληνορθοδοξία –ἤ καλύτερα Ὀρθοδοξία– δοξάσθηκε καί μεγαλούργησε στήν κατοπινή του πορεία, ὡς «αἰωνία κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως». Tήν αὐθεντική αὐτή ἕνωση Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνισμοῦ διασώζουν στούς αἰῶνες οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἡ δημιουργική δέ συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καί Xριστιανισμοῦ στά πρόσωπα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας «ἔκρινε ὁριστικά καί εὐεργετικά τήν πορεία ὄχι μόνο τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλά καί τῆς Παγκόσμιας Ἱστορίας».
.                   Στήν σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καί Xριστιανισμοῦ οἱ ἅγιοι Πατέρες δίνουν τήν προτεραιότητα στήν Ὀρθοδοξία μέ ὅλο τό λυτρωτικό περιεχόμενό της, ὥστε νά ἀποφεύγεται κάθε νόθα συζυγία, ὅπως εἶναι ἡ αἵρεση. Ἔτσι ὁ Ἑλληνισμός ἔλαβε τήν δυνατότητα, μέ τά στοιχεῖα του ἐκεῖνα, πού ἦταν προσλήψιμα ἀπό τήν ἐν Xριστῷ Ἀλήθεια, νά ἀναγεννηθεῖ στό σωστικό χῶρο τῆςὈρθοδοξίας καί κοινωνός τῆς τελειότητάς της, ὡς ἀνθρωπίνη φύση μιᾶς Θεανθρωπίνης ἑνώσεως, νά πολιτογραφηθεῖ στήν αἰωνιότητα. Ἡ Ὀρθοδοξία διά τῶν ἁγίων Πατέρων προσέλαβε τόν Ἑλληνισμό χωρίς νά ὑποδουλωθεῖ στό πρόσλημμα, ἀφελληνίζοντας μόνο τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, πού ἦταν ἀνάγκη νά ἀφελληνισθοῦν καί νά ἀπομυθευθοῦν ὡς μή προσλήψιμα. Ἔξω ἀπό τήνὈρθοδοξία ἔμεινε ὁ παγανιστικός (νόθος) ἑλληνισμός, ὡς πτώση-ἁμαρτία. Ἡ ζήτηση ὅμως τῆς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας (παιδεία), ἡ ἀγάπη πρός τό ὡραῖο (φιλοκαλία), ἡ πολιτική (ὡς διευθέτηση τοῦ κοινωνικοῦ χώρου) δέν ἀπορρίφθηκαν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, παρά μόνο στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες, πού ἀναιρεῖται ἡ ἰσορροπία καί παραμένουν αὐτόνομες καί ἀπολυτοποιημένες ἐπιδιώξεις.
.                    Ἔτσι κατανοεῖται τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας στόν κόσμο καί στίς πραγματώσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἡ ποίηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἡ ἰατρική καί φυσιογνωσία τοῦ M. Bασιλείου, οἱ ἱστορικογραμματολογικές καί φιλολογικοκριτικές ἐπιδόσεις τοῦ M. φωτίου καί τοῦ Eὐσταθίου Θεσσαλονίκης, οἱ μουσικές ἐπιτεύξεις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, οἱ ἐπιστημονικές ἀναζητήσεις τοῦ Eὐγενίου Bουλγάρεως καί τοῦ Nικηφόρου Θεοτόκη, ἤ οἱ σκανδαλιστικές γιά πολλούς, ἐνασχολήσεις μοναχῶν μέ τήν ἀντιγραφή ἀρχαίων ἔργων καί μάλιστα συγγραφέων ὡς ὁ Ἀριστοφάνης, ἐνσαρκώνουν τήν καθολικότητα καί θεανθρωπότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Tόν κανόνα ὅμως στίς πατερικές ἐπιλογές ἔχει διατυπώσει κλασικά ὁ M. Bασίλειος: «Πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν. Ἃ μέν οὖν συντελῇ πρός τοῦτο ἡμῖν, ἀγαπᾶν τε καί διώκειν παντί σθένει χρῆναι φαμέν· τά δ᾽ οὐκ ἐξικνούμενα πρός ἐκεῖνον, ὡς οὐδενός ἄξια παρορᾶν». Tήν ἰσορροπία δέ αὐτή, ἀλλά καί τόν χαρακτήρα της, διετύπωσε ἐκκλησιαστικά τό “Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας”: «Tοῖς τά ἑλληνικά διεξοῦσι μαθήματα καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς ματαίαις αὐτῶν δόξαις ἑπομένοις καί ὡς ἀληθέσι πιστεύουσιν […] ἀνάθεμα».

, , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»: π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

π. Γεώργιος Μεταλληνός:
«τό λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.               Τήν 19η Δεκεμβρίου 2019, κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώρ­γιος Μεταλληνός καί προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στό ὀρθόδοξο πλήρωμα, ὅπου γῆς, διότι ὑπῆρξε ἕνας οἰκουμενικός διδάσκαλος.
.               Ὁ χαρακτηρισμός «τό λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας», πού ἔβαλα ὡς τίτλο στό κείμενο αὐτό, τοῦ ἐδόθη ἀπό τόν μακαριστό καθηγητή π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1995 βρισκόμουν μαζί μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη στό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ, ὅπου κάναμε οἱ δυό μας γιά τρεῖς ἡμέρες σέ Ὀρθο­δόξους Κληρικούς καί μοναχούς ἕνα Σεμινάριο γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐκεῖ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης διάβασε εἰς ἐπήκοον πάντων ἕνα κείμενο τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ καί ἐκεῖ μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι «τό λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί αὐτό ἦταν συνάρτηση τοῦ ὅτι μαζί ἀγωνίζονταν στούς Θεολογικούς διαλόγους, στούς ὁποίους ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐκπροσωποῦσε τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.
.               «Λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας», λοιπόν, ὁ π. Γεώργιος Μεταλλη­νός. Καί νομίζω ὅτι θά χρειασθῆ πολύς χρόνος γιά νά κατανοηθῆ αὐτό καί θά γραφοῦν πολλά γιά νά φανῆ ἡ ἐκπληκτική του προσφορά στήν Ἐκκλησία, τήν ἐπιστήμη, τήν θεολογία, τόν ὀρθόδοξο λαό.
Ἦταν ἀγωνιστής καί διαλεκτικός∙ ὁμολογητής καί νουνεχής∙ θαρραλέος καί ταπεινός∙ ἀντιρρητικός καί θεραπευτής∙ ὥριμος στό μυαλό καί παιδί στήν καρδιά∙ λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας καί παρακλητικός∙ εἰλικρινής καί εὐγενής.
.               Μέ τό μικρό αὐτό κείμενο θά κάνω μιά μικρή ἀναφορά στόν μεγάλο διδάσκαλο, τόν στενό φίλο καί συνεργάτη, στό ταπεινό μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

1.Ἡ «ἱερά συμμαχία»

.               Εἶχα τήν ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά ἀνήκω σέ μιά «ἱερά συμμαχία», τήν ὁποία ἀποτελούσαμε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁ Ἀθανάσιος Σακαρέλλος καί ὁ γράφων. Εἴχαμε κοινή βάση, τήν ἴδια ἀναφορά, ἀλλά ὁ καθένας μας εἶχε τήν ἰδιαιτερότητά του καί τά χαρίσματά του. Πάντως, συνομιλούσαμε συχνά, ἀνταλλάσ­σαμε ἀπόψεις, μᾶς ἔκαιγε ἡ μεγάλη ἀγάπη γιά τήν Ρωμηοσύνη μέ τήν οἰκουμενικότητά της, ὁ θεραπευτικός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, μιλούσαμε γιά τήν φραγκολατινική θεολογία, γιά τόν οἰκουμενισμό καί μᾶς λυποῦσαν οἱ ἐπιδράσεις τῆς δυτικῆς καί ρωσικῆς θεολογίας στήν ὀρθόδοξη θεολο­γία.
.            Σέ αὐτήν τήν «ἱερά συμμαχία» συμμετεῖχα ἀπό τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 καί τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1990,  ὅταν ὑπηρετοῦσα ὡς Ἱεροκήρυξ καί Διευ­θυντής Νεότητος στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν. Καί αὐτή ἡ «ἱερά συμμαχία» δέν ἦταν μιά ὀργάνωση μέ τά ἰδιαίτερα γνωρίσματά της, ἀλλά μιά ἀδελφική φιλία μέ τίς ἴδιες θεολογικές ἀρχές καί τούς ἴδιους σκοπούς.
.               Θυμᾶμαι ἔντονα, μεταξύ τῶν ἄλλων, τό σεμινάριο τό ὁποῖο διοργανώθηκε τό 1997 πλησίον τῆς Ἀτλάντα καί στήν πολιτεία τοῦ Σιάτλ τῆς Ἀμερικῆς γιά τόν θεραπευτικό ρόλο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Ὁμιλούσαμε σέ κάθε πολιτεία τρεῖς ἡμέρες ἐναλλάξ, ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης μέ ὁμιλία πού ἀπέστειλε λόγῳ ἀσθενείας, ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός καί ἐγώ, καί μάλιστα σέ πολυπληθές ἀκροατήριο ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν.
Παλαίψαμε μαζί σέ πολλά μέτωπα, μέ σύμπνοια, ἀγάπη καί ἑνότητα.
.               Ὁ ἴδιος ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός στόν πρόλογο πού ἔγραψε γιά τό βιβλίο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μέ τίτλο «Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης», ἔγραφε τό πῶς ὁ ἴδιος προσελκύσθηκε ἀπό τήν ρωμαλαία θεολογία του καί πῶς συνεργάζονταν μαζί του ἁρμονικότατα. Αὐτό τό κείμενο εἶναι σημαντικότατο, γιατί εἶναι μιά αὐθεντική αὐτοβιογραφία του καί δείχνει τό ὅλο ἔργο του. Παραθέτω ἕνα ἀπόσπασμα:
.               «Τόν ἀείμνηστο π. Ἰ. Ρωμανίδη γνώρισα πρῶτα μέσα ἀπό τά κείμενά του. Ἤμουν μεταπτυχιακός σπουδαστής στήν Κολωνία τῆς τότε Δ. Γερμανίας, ὅταν ἔπεσε στά χέρια μου, ὡς δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ πολυγραφημένη Δογματική του, ὅπως τήν δίδασκε στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τό 1970. Ἦταν τότε τό ἔτος 1973. Ἀπό τίς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου μπόρεσα νά ἀντιληφθῶ ὅτι ἦταν μιά Δογματική “ἄλλου εἴδους”, πέρα ἀπό τά σχολαστικά σκαριφήματα πού εἶχα ὑπόψη μου ὥς τότε, κυρίως στή Δύση (ἤμουν ἐκεῖ ἀπό τό 1969 καί τώρα βρισκόμουν πρός τό τέλος τῆς συντάξεως τῆς γερμανικῆς καί ἑλληνικῆς διατριβῆς μου). Ἡ ἀντίδρασή μου; Παραμέρισα ἀμέσως ὅλα τά γερμανικά –παπικά καί προτεσταντικά– ἐγχειρίδια καί συστηματικά θεολογικά ἔργα (ἀρκετά εἶχα καταγίνει σ’ αὐτά!) καί ἄρχισα ἀδηφάγα νά μελετῶ τήν ὄντως πατερική Δογματική τοῦ ἑλληνοαμερικανοῦ Κληρικοῦ-Καθηγητῆ-, τόν ὁποῖον δέν εἶχα ἀκόμη τήν εὐλογία νά γνωρίσω.
.               Μοῦ ἔκαμε ἐντύπωση ἀπ᾽ ἀρχῆς –καί αὐτό μέ ἔπειθε γιά τόν ὀρθόδοξο χαρακτήρα τοῦ ἔργου–  ἡ διασύνδεση σ᾽ αὐτό Ἁγίας Γραφῆς καί Συνοδικοπατερικῆς διδασκαλίας, μέσα ἀπό τό πρίσμα ὅμως τῆς λατρείας μας καί τῆς ἱστορίας, μέσα στήν ὁποία καί γιά τήν ὁποία τελικά διαμορφώνεται ἐκκλησιαστικά τό δόγμα, ὡς μέθοδος καί δυνατότητα θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Τότε ἔμαθα γιά πρώτη φορά ὅτι τό ἀπόλυτο κριτήριο ἀξιολογήσεως κάθε ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ποιμαντικῆς πρακτικῆς εἶναι τό τρίπτυχο: κάθαρση-φωτισμός-θέωση. Τότε κατανόησα γιά πρώτη φορά ὅτι τά δόγματα δέν εἶναι (ἀφηρημένες) ἀλήθειες πού ἀπεκάλυψε στόν κόσμο ὁ σαρκωθείς Θεός Λόγος, ἀλλά φανέρωση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων (Προφητῶν-Ἀποστόλων-Πατέρων) στή σχέση τους μέ τόν Θεῖο Λόγο, ἄσαρκο στήν Παλαιά καί ἔνσαρκο στήν καινή Διαθήκη. Τότε, γιά πρώτη φορά, ἄκουσα ὅτι ὁ γνωστός ἀπό τήν Π.Δ. Θεός, πού ἀπεκαλύπτετο ὡς “ἄγγελος τοῦ Θεοῦ” (Μαλάκ Γιαχβέ) ἤδη στήν πρό τῆς σαρκώσεως ἐποχή καί ὁδηγοῦσε στήν θέωση τούς Δικαίους τῆς Π.Δ., ἦταν ὁ Γιαχβέ –ὄχι ὁ Θεός-Πατήρ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλ᾽ ὁ ἄκτιστος καί συναιώνιος μέ τόν Πατέρα Λόγος, διότι τόν Πατέρα “οὐδείς ἑώρακε πώποτε” (Ἰω. 1, 18), ἀλλά καί οὔτε θά τόν γνωρίσουμε ποτέ. Ἰδίως ὅμως μέ σαγήνευσε, ὡς σπουδαστή τῆς ἱστορίας, ἡ ἱστορική εἰσαγωγή του στίς τρεῖς Οἰκουμενικές Συνόδους τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος (Α’, Β’, καί Η’), μαθαίνοντας πράγματα πού δέν τά εἶχα διδαχθεῖ ποτέ, παρά τήν σοφία τῶν πανεπιστημιακῶν μου διδασκάλων.
.               Αὐτή τήν εἰσαγωγή τήν μελέτησα μιά-δυό, πολλές φορές καί τότε διεπίστωσα ὅτι ὁ ἄγνωστός μου π. Ρωμανίδης εἶχε γίνει ὁ οὐσιαστικότερος δάσκαλός μου στή δογματική θεολογία, ἀλλά καί στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, διότι μέσα ἀπό τίς γραμμές τοῦ βιβλίου του προσφέρονταν καί τά “κλειδιά” –ὅπως ἔλεγε συχνά ὁ ἴδιος–  κατανοήσεως τῆς ἀλλοτριώσεως τῆς δυτικῆς –ἐκφραγκευμένης– Χριστιανοσύνης, κάτι πού συνειδητοποίησα περισσότερο μελετώντας, ἀμέσως μετά, τήν ἐπαναστατική (γιά τήν ἑλλαδική θεολόγηση) διδακτορική διατριβή του γιά τό “Προπατορικό ἁμάρτημα”. Τότε κατάλαβα ὅτι ἤμουν πιά μαθητής τοῦ ἐξ Ἀμερικῆς Καθηγητοῦ, πού δέν τόν εἶχα δεῖ ποτέ.
.               Ἔκτοτε τά ἔργα του –ὅλα– ἔγιναν μόνιμο ἐντρύφημά μου, ὥστε νά μπορῶ νά λέγομαι καί νά νοιώθω μαθητής του καί νά χαίρω ἰδιαίτερα, ὅταν “κατηγοροῦμαι” ὅτι φέρω αἰσθητά τήν ἐπίδρασή του. Ὅμως ἄλλοι, κάπως πρεσβύτεροι συνάδελφοί μου, θεωροῦν εὐεργετική τήν ἐπίδραση πού ἄσκησαν πάνω τους οἱ Ρῶσοι τῆς διασπορᾶς, ἐγώ θεωρῶ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ τήν ἐπίδραση πού ἄσκησε στή σκέψη μου ἡ θεολογία τοῦ π. Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τόν διδάσκαλό του π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ (1893-1979) ὑπῆρξαν οἱ μεγαλύτεροι ὀρθόδοξοι πατερικοί θεολόγοι τοῦ 20οῦ αἰῶνος, καί οἱ δύο κληρικοί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» (π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, «Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης, ἐκδ. Ἁρμός, σελ. 9-11).
.               Αὐτός ὁ πρόλογος εἶναι μιά χαρακτηριστική αὐτοβιογραφία τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
.               Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ προλόγου αὐτοῦ ἀναφέρεται στήν συνεχῆ ἐπικοινωνία πού εἶχε ὁ ἴδιος μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη γιά ὅλα τά «θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά» θέματα, ἀλλά καί «τά τρέχοντα κοινωνικά προβλήματα», καί συμπληρώνει: «Τήν ἴδια σχέση εἶχε (ἐνν. ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης) καί μέ τόν Σεβ. Μητρο­πο­λίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο (Βλάχο), πού τόν σεβόταν βαθιά καί ἐκαυχᾶτο γιά τήν θεολογία του. Δέν ἤμεθα βέβαια οἱ μόνοι πού ἐτιμώμεθα μέ τήν φιλία του, ἀλλά μιλῶ γιά τίς δικές μου ἐμπειρίες κοντά του. Ἐπειδή, μάλιστα, κατεχόταν μόνιμα ἀπό ἀμφιβολία γιά τά (πολύ καλά κατά τά ἄλλα) ἑλληνικά του, δέν δίσταζε νά στέλνει μέ “φάξ” στόν ἅγιο Ναυπάκτου καί ἐμέ ὅ,τι ἔγραφε, γιά νά τό ἐλέγξουμε γλωσσικά, ἀλλά καί νά διατυπώσουμε τίς ἀπόψεις μας. Μέσα ἀπό αὐτή τή σχέση γινόταν κατανοητό πόσο ἄδικο εἶχαν οἱ ἐπικριτές του. Αὐτός ἐγνώριζε καλά ποιοί τόν πλησίαζαν ἀπό συμφέρον ἤ γιά νά ἀνακαλύψουν ἀρνητικά τυχόν σημεῖα καί νά μποροῦν νά τόν κατηγοροῦν. Ἐμεῖς, παραβλέποντας ὅ,τι ἀρνητικό, πού ὡς ἄνθρωπος ζώντας σέ σωρεία προβλημάτων καί συγκυριῶν μποροῦσε νά ἔχει, προσβλέπαμε μόνο στή θεολογία του καί τήν προσωπική σχέση του μαζί της. Θαυμάζαμε δέ τήν ἀσκητικότητα καί τήν διά Χριστόν σαλότητά του καί ὅλη τήν προσήλωσή του στήν πατερικότητα. Τούς γνωστούς καί συναδέλφους του ἄλλωστε, κληρικούς καί λαϊκούς, ἀξιολογοῦσε ἀνάλογα μέ τή στάση τους ἀπέναντι στήν πατερική παράδοση» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 13).
.               Ἐπιβεβαιώνω αὐτή τήν ἀναφορά τοῦ π. Γεωργίου Με­ταλ­ληνοῦ, καί μάλιστα προσθέτω ὅτι βρισκόμασταν μερικές φορές μαζί καί συζητούσαμε θέματα πού μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Ἐπίσης, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ζήτησε νά τόν προσλάβω στήν δύναμη τῆς Μητροπόλεώς μου, χωρίς μισθό, ζητώντας ἀπολυτήριο ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Σπυρίδωνα, ὁ ὁποῖος τό χορήγησε. Γι’ αὐτό σέ ἀφιερώσεις βιβλίων του μέ ἀποκαλοῦσε «συναδελφόν», «ὁμόψυχον καί συναγωνιστήν διά τήν ρωμαίϊκην παράδοσίν μας» κλπ. Μάλιστα δέ τόν πρῶτο τόμο τοῦ βιβλίου «Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατά τίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» τόν ἀφιέρωσα: «Στόν π. Γεώργιο Μεταλληνό καί στόν κ. Ἀθανάσιο Σακαρέλλο “συμμαθητάς” στήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τόν ὁποῖον ἀγάπησαν πολύ ὡς δάσκαλο τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως».

2. Στρατιώτης καί Στρατηγός

.               Ὅταν πληροφορήθηκα τήν κοίμηση τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, θυμήθηκα ἕνα χωρίο τοῦ Κυρήνης Συνεσίου (±413) «οὐκ ἐπιλείψουσι τῷ Θεῷ στρατιῶται πρέποντες τῇ Ἐκκλησίᾳ», πού χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Γεώργιος.
.               Συγκεκριμένα, τόν εἶχα παρακαλέσει πρίν ἀπό χρόνια, ἄν ἤθελε, νά προλογίση ἕνα βιβλίο μου μέ τίτλο «Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς», πού ἐκδόθηκε τό ἔτος 1992 καί ἐκεῖνος ἀνταποκρίθηκε μέ χαρά στό αἴτημά μου αὐτό, ὁπότε στόν πρόλογο ἐκεῖνο ἀναφέρθηκε στό χωρίο αὐτό πού προανέφερα. Νομίζω ὅτι αὐτό τό χωρίο ταιριάζει ἀπόλυτα στόν ἴδιο, ἦταν ἀληθινός στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ στήν ἐποχή μας, μέ μιά ἰδιαίτερη προσθήκη ὅτι δέν ἀποδείχθηκε μόνον στρατιώτης στήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί Στρατηγός.
.               Δέν ὑπάρχει τομέας στόν ὁποῖο δέν διέπρεψε πρωταγωνιστικά. Βασικό ἔργο του ἦταν ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία πού δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅπου διέτρεξε ὅλες τίς βαθμίδες τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἐξέλιξης,  μέχρι τῆς θέσεως τοῦ Κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Τόν ἀνέδειξε σέ αὐτόν τόν τομέα ἡ πολυχρόνια ἔρευνά του σέ ἱστορικά ἀρχεῖα, οἱ πάμπολλες δημοσιεύσεις του σέ ἱστορικά θέματα, κάτω ἀπό τό πρίσμα τῆς Ρωμηοσύνης καί τοῦ Νεοελληνισμοῦ.
.               Ὡς ἱστορικός ἦλθε σέ ἐπαφή καί μέ τήν θεολογία, ἀφοῦ συνέδεε, ἀκολουθώντας τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ καί τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τήν ἱστορία μέ τήν θεολογία καί ἀντιστρόφως. Ἔτσι, ὡς ἱστορικός καί ὀρθόδοξος θεολόγος διεῖδε καθαρότατα τά ποικίλα θεολογικά ρεύματα καί τίς ποικίλες παραδόσεις πού εἰσῆλθαν στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί μέ τήν δύναμη τῶν χαρισμάτων του, ὄχι  μόνον ὁμολόγησε τήν ἀληθινή πίστη, ἀλλά καί ἀντέκρουσε ὅλες τίς ὀθνεῖες παραδόσεις μέ ἐπιχειρηματολογία καί στιβαρό λόγο.
.               Παράλληλα ὡς καθηγητής ἀνέλυσε διεξοδικότατα τήν θεολογία τῆς λατρείας, μέσα ἀπό τήν ἑνότητα τοῦ lex credendi καί lex orandi, δηλαδή τοῦ νόμου τῆς πίστεως καί τοῦ νόμου τῆς προσευχῆς. Τό ἐξαίρετο βιβλίο του μέ τίτλο «Ἡ θεολογική μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας» εἶναι ἐκπληκτικό δεῖγμα αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ.
.               Παράλληλα ἦταν καί Κληρικός, καί ἐκαυχᾶτο γι’ αὐτό, λειτουργώντας, κηρύττοντας καί ἐξομολογώντας τούς Χριστιανούς μέ ἐξαιρετικό ζῆλο. Σέ αὐτό τόν βοηθοῦσε καί ἡ ἐκλεκτή πρεσβυτέρα του.
.               Ἔχοντας ὅλη αὐτή τήν θεολογική ἐπάρκεια, ἐμποτισμένος ἀπό τό ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς Ρωμηοσύνης μέ τήν οἰκουμενική διάστασή της, συνδέοντας στενά θεολογία καί ἱστορία, θεία Λειτουργία καί ἡσυχασμό, ἐκκλησιαστική ζωή καί κοινωνική ζωή ξεχύθηκε ὡς ὁρμητικός ποταμός σέ ὅλους τούς τομεῖς προσφορᾶς καί διακονίας, ἤτοι στήν λατρεία καί τόν ἄμβωνα, στά Συνέδρια καί τίς συνάξεις, στό ραδιόφωνο καί τίς τηλεοράσεις, στό ἐσωτερικό καί τό ἐξωτερικό, στούς θεολογικούς καί κοινωνικούς διαλόγους, στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν καί τήν Βουλή τῶν πολιτικῶν, σέ ὅλους τούς χώρους θεολογικῆς προσφορᾶς.
.               Οἱ πάντες, ἐκκλησιαστικοί καί μή, θρησκευτικοί καί ἄθεοι, δημοσιογράφοι καί πολιτικοί, δεξιοί, κεντρῶοι καί ἀριστεροί, γνώριζαν, ἄκουγαν, ἔβλεπαν καί παρακολουθοῦσαν μέ σεβασμό καί ἐκτίμηση τόν σταθερό λόγο του, τόν συγκροτημένο μέ ἐπιχειρήματα, στολισμένο μέ ὡραία ἐκφορά καί διατυπωμένο μέ τόν καλλιεπῆ ἕλληνα λόγο.
.               Στούς διαλόγους στούς ὁποίους συμμετεῖχε στήν τηλεόραση καθήλωνε τούς πάντες μέ τόν εἰλικρινῆ, εὐγενῆ, πηγαῖο καί τεκμηριωμένο λόγο του, τίς εὔστροφες ἀπαντήσεις, τόν αὐθορμητισμό του. Ὅπου κι ἄν βρέθηκε κόσμησε τόν χῶρο μέ τήν παρουσία του.
.               Ὅπως μοῦ εἶπε, πήγαινε σέ δύσκολες ἐκπομπές στήν τηλεόραση πάντοτε προσευχόμενος, λαμβάνοντας εὐλογία ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδήλωνε τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα.
.               Ἡ προσφορά του στήν Ἐκκλησία, τήν Θεολογική Σχολή καί τό Πανεπιστήμιο, στήν κοινωνία καί στά δρώμενα σέ αὐτήν ἦταν πολύ σημαντική καί θά χρειασθῆ πολύς καιρός γιά νά ἐκτιμηθῆ δεόντως.

3. Ταπεινό μέλος τῆς Ἐκκλησίας

.               Καί ἐνῶ τά χαρίσματά του ἦταν ἄφθονα καί ἡ προσφορά του μεγάλη, ἐκεῖνος παρέμεινε ταπεινό μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καί τό κυριότερο, ἐπαινοῦσε καθ’ ὑπερβολή τούς ἄλλους πού ἀσχολοῦνταν μέ τά ἴδια θέματα μέ ἐκεῖνον.
.               Τόν διέκρινε σέ μεγάλο βαθμό τό ἀνεπίφθονο. Ἄν καί «ὁ φθόνος ἅπτεται καί τῶν τελείων», κατά τόν λόγο τῶν Πατέρων, ἐκεῖνος ἦταν τελείως ἀνεπίφθονος, δεῖγμα τῆς μεγαλωσύνης του. Δέν διακρινόταν γιά κανένα λεγόμενο «κόμπλεξ ἀνωτερότητος», ἀλλά ἀντίθετα χαιρόταν γιά τίς ἐπιτυχίες τῶν ἄλλων καί τούς ἐπαινοῦσε μέ τόν χειμαρρώδη λόγο του.
.               Κάθε φορά πού λάμβανα ἕνα βιβλίο του, θαύμαζα τήν ταπείνωσή του στίς ἀφιερώσεις πού μοῦ ἔκανε. Ἐπίσης, κάθε φορά πού τοῦ ἔστελνα ἕνα βιβλίο μου, μοῦ ἔγραφε μέ καρδιακό καί πληθωρικό τρόπο, ὥστε νά παρουσιάζη τόν ἑαυτό του καί ὡς μαθητή. Στό ἀρχεῖο μου ἔχω μιά σειρά ἀπό χειρόγραφες τέτοιες ἀφιερώσεις καί χειρόγραφες ἐπιστολές πού ἐπιβεβαιώνουν αὐτά πού σημείωσα. Θά μποροῦσα νά δημοσιεύσω ὅλα αὐτά τά χειρόγραφα κείμενα πού δείχνουν τήν μεγαλωσύνη του καί τό ἀνεπίφθονο τῆς προσωπικότητάς του, ἀλλά ἐνδέχεται νά παρεξηγηθῶ, ἐπειδή ἀναφέρονται σέ μένα.  Ἴσως αὐτό τό κάνουν οἱ μεταγενέστεροι γιά νά φανῆ τό μεγάλο αὐτό χάρισμά του.
.               Ἐκεῖνο πού μποροῦσα νά γράψω ἐδῶ εἶναι δύο γεγονότα πού δείχνουν τό μεγαλεῖο του.
.               Τό πρῶτον, ὅτι ἐπειδή τοῦ ἔκαναν διάφοροι μιά παρατήρηση γιά κάποιον ὅρο πού συχνά διατύπωνε, μοῦ ἔστειλε γράμμα γιά νά μέ παρακαλέση νά τοῦ πῶ τήν ἄποψή μου. Καί ὅταν μέ πολύ σεβασμό τοῦ εἶπα ὅτι ὁ ὅρος πού χρησιμοποιοῦσε θά μποροῦσε νά παρεξηγηθῆ καί εὐγενικά τοῦ πρότεινα νά τόν ἀντικαταστήση μέ κάποιον ἄλλο ὅρο, τό δέχθηκε ἀμέσως, μέ εὐχαρίστησε γι’ αὐτό καί ἔκτοτε δέν χρησιμοποιοῦσε τόν προηγούμενο θεολογικό ὅρο.
.               Τό δεύτερο γεγονός εἶναι ὅτι ὅταν ἡ σύζυγος τοῦ δημοσιογράφου Γιώργου Ἀλεξάνδρου, πού ἀπεβίωσε, τούς ὁποίους ἐκεῖνος ἐξομολογοῦσε, θέλησε νά ἐκδώση ἕνα βιβλίο του, στό ὁποῖο ἀποδείκνυε τήν γνησιότητα τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἐκεῖνος τήν παρέπεμψε σέ μένα γιά νά τό προλογίσω, ὡς δῆθεν εἰδικότερος μέ τά Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα, μαζί μέ δικό του πρόλογο γιά νά συστήση τόν συγγραφέα Γιῶργο Ἀλεξάνδρου. Τό βιβλίο αὐτό θά ἐκδοθῆ συντόμως.
.               Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός ἦταν μεγάλος ἐπιστήμονας καί Κληρικός καί συγχρόνως ἄφηνε χῶρο γιά νά ἀναπτυχθοῦν καί ἄλλοι κοντά του.

Ὁ τελευταῖος μου λόγος

.               Τόν Νοέμβριο τοῦ 2018, ἀκριβῶς πρίν ἀπό ἕναν χρόνο, ἔγινε στήν Ἀθήνα ἡ παρουσίαση ἑνός βιβλίου, πού ἀναφέρεται στόν π. Γεώργιο Μεταλληνό, μέ τίτλο «Ὀνομάζομαι Γεώργιος Μεταλληνός», πού εἶναι μιά αὐτοβιογραφία του, ἡ ὁποία δόθηκε μέ τόν τρόπο τῆς συνέντευξης καί εἶναι μιά δημόσια ἐξομολόγησή του.
.               Παρακλήθηκα νά τό προλογίσω, καθώς ἐπίσης νά εἶμαι μεταξύ τῶν εἰσηγητῶν στήν παρουσίασή του. Σέ αὐτή τήν ἐκδήλωση ἔγραψα καί διάβασα ἕνα κείμενο μέ τίτλο «π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἕνας ἐρευνητής θεολόγος καί ἐκφραστής τῆς Ρωμηοσύνης». Στό τέλος τῆς εἰσηγήσεώς μου, παρόντος τοῦ π. Γεωργίου, εἶπα:
.               «Ἀγαπητέ π. Γεώργιε, Σᾶς εὐχαριστῶ γι’ αὐτά πού ἔχετε κάνει, ἀλλά κυρίως γι’ αὐτό πού εἶσθε. Εἶσθε ἕνας μεγάλος ἐρευνητής καί ἕνας ταπεινός μαθητής∙ ἕνας ταπεινός λευίτης τοῦ Χριστοῦ καί ἕνα πνευματικό ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, ἐφάμιλλος τῶν ἁγίων Πατέρων πού τόσο ἀγαπᾶτε καί προβάλλετε∙ ἕνας καλός οἰκογενειάρχης καί ἕνας ἡσυχαστής μοναχός.
.               Θά ἔπρεπε ὅλη ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά σᾶς τιμήση, μέ ὅσα γράψατε, διδάξατε, ἀφοῦ πολλοί Ἐπίσκοποι εἶναι μαθητές σας, ἀλλά ἔχετε τήν ἀγάπη, τόν ἔπαινο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σερα­φείμ, ὁ ὁποῖος ἐκτιμοῦσε τά χαρίσματά σας καί τό ἐξέφραζε μέ τό πηγαῖο ὕφος του. Γιατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἦταν εἰλικρινής μέ ἀνδρικό φρόνημα καί ἤξερε νά ἐκτιμᾶ ὅσους εἶχαν ἐκκλησιαστική συνείδηση.
.               Ὅμως, πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού διαπνέεται ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως καί τῶν Φιλο­καλικῶν Πατέρων σᾶς εὐχαριστεῖ καί θά σᾶς ἐπαινέση. Ὁ μισθός σας θά εἶναι μεγάλος γιά ὅσα γράψατε, γιά ὅσα εἴπατε, γιά ὅσα κάνατε, γιά ὅ,τι εἶσθε».
Καί σέ ἄλλο μέρος τῆς εἰσηγήσεώς μου εἶπα γιά τόν π. Γεώργιο Μεταλληνό: «Γεωργός καί γεώργιον, θεολόγος ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας καί καλό μέταλλο θεολογικό καί ἐπιστημονικό».
Τά ἄκουγε αὐτά μέ ταπεινό τρόπο.
.               Αὐτός ἦταν ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός: Γεωργός καί γεώργιον, γνήσιο θεολογικό καί ἐπιστημονικό μέταλλο, πού θά ἀντέξη στόν χρόνο καί ὁ ἴδιος θά περάση στήν ἐν Χριστῷ αἰωνιότητα γιά ὅσα ἔπραξε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τόν ἔπαινο τῆς Ἐκκλησίας.
.               Καλό ταξίδι, ἀγαπητέ καί σεβαστέ διδάσκαλε, ἀδελφέ, συναγωνιστή καί φίλε Ρωμηέ, «λιοντάρι τῆς Ὀρθοδοξίας»!

 

,

1 Σχόλιο

«ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ καὶ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΣΦΙΑ» (π. Γ. Μεταλληνός)

, ,

Σχολιάστε

ΤO ΚIΝΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ καὶ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (μαγνητοσκοπημένη συζήτηση μὲ τὸν π. Γ. Μεταλληνό)

,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

“ΒΑΔIΖΟΝΤΑΣ ΠΡOΣ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘOΔΟΞΟ ΣYΝΟΔΟ” (Μαγνητοσκόπημα) «Ὅταν καλοῦμε τοὺς Αἱρετικούς, Παπικούς καὶ Προτεστάντες, τοὺς παρακαλοῦμε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Πίστη καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπομακρύνθηκαν» [π. Γ. Μεταλληνός]

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ «ΘΕΟΛΟΓΟΙ» ΤΗΣ ΠΤΩΤΙΚΟΤΗΤΑΣ καὶ ΧΙΛΙΟΙ ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ

πρωτ. Γ. Μεταλληνός
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία του
στὴν Ἡμερίδα «Ἔρως καὶ Γάμος»
τῆς Ἐνορίας Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς, 27.02.16

βλ. σχετ.: «ΕΡΩΤΑΣ καὶ ΓΑΜΟΣ» (Ἡμερίδα, 27.02.16)

ΑΝΑΜΕΤΑΔΟΣΗ ΗΜΕΡΙΔΟΣ «ΕΡΩΣ καὶ ΓΑΜΟΣ»

 

.                    «Τὸ ἐν Χριστῷ ἦθος εἶναι, διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς κοινωνίας τῆς πτώσης. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ πτωτικότητα προβάλλεται καὶ στηρίζεται ὄχι μόνο ἀπὸ κοσμικούς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ «θεολόγους» στὴν ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀποδοχή της ὡς φυσικότητας καὶ ἐναρμονίζοντάς την μὲ τὴν χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία. Ἄλλο ὅμως εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄρρωστο καὶ τὴ νόσο του καὶ ἄλλο ἡ θεώρηση τῆς νόσου ὡς ὑγείας. Ἡ θεολογία μας δὲν στηρίζεται στοὺς οὐδεμία ἐμπειρικὴ σχέση ἔχοντες μὲ τὴν χριστιανικὴ Πίστη ἐπιστήμονες, ἀλλὰ στὴν παράδοση τῶν Ἁγίων μας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνιμοι δεῖκτες πορείας γιὰ τοὺς χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, ὁριοθετώντας τὸ ὀρθόδοξο ἦθος σὲ ὅλες τὶς ἐκφράσεις του. Χίλιοι ψυχίατροι ἢ ψυχολόγοι δὲν μποροῦν νὰ ὑποκαταστήσουν τὸν φορέα τῆς “ἄνωθεν σοφίας”».

Σχολιάστε