Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Βασ. Καλλιακμάνης

ΠΟΙΑ Η ΑΛHΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ καὶ ΤΗΝ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ

Ποιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἱερὴ περιουσία
καὶ τοὺς μισθοὺς τοῦ κλήρου

Ὁ καθηγητὴς στὸ Τμῆμα Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης ἐξηγεῖ ἀναλυτικὰ τί ἰσχύει καὶ τί ὄχι σὲ σχέση μὲ τὸ ἐπίμαχο αὐτὸ θέμα, ποὺ ἀπασχολεῖ καὶ πάλι τὴν ἐπικαιρότητα

Ἀπὸ τὸν
Γιάννη Ζάννη
ἐφημ. «Δημοκρατία», 26. 11.18

.             Τὸ ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου βρίσκεται ξανὰ στὴν ἐπικαιρότητα. Ἡ «Ὀρθόδοξη Ἀλήθεια» προσπαθεῖ νὰ ἐνημερώσει γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ζητώντας τὴν πολύτιμη βοήθεια τοῦ π. Βασιλείου Καλλιακμάνη, καθηγητῆ τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ.
.             «Τό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας δέν ἀπασχόλησε τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική σκέψη γενικότερα οὔτε ἦταν καί ἐντός των δικῶν μου ἐρευνητικῶν ἐνδιαφερόντων. Ἤθελα νά βλέπω τήν Ἐκκλησία πέρα καί πάνω ἀπό τά ὅρια μιᾶς μή κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἤ μιᾶς ἐπιχείρησης. Ἐξ ἄλλου οἱ κληρικοί, σύμφωνα μέ τούς ἱερούς κανόνες, δέν ἐπιτρέπεται νά ἀσχολοῦνται μέ τό ἐμπόριο. Πράγματι, ἐάν ἡ Ἐκκλησία χάσει τόν ἐσχατολογικό προσανατολισμό της, κινδυνεύει ἀπό χῶρος φανερώσεως χάριτος καί ἁγιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων νά μεταβληθεῖ μόνο σέ χῶρο ἐξυπηρέτησης θρησκευτικῶν ἀλλά καί πάσης φύσεως ἀνθρώπινων ἀναγκῶν. Ἀπό εἰκόνα καί σημάδι τοῦ Παραδείσου καί χῶρος δράσεως τοῦ Παρακλήτου, ποὺ συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, νά μετατραπεῖ σέ συμβατική δημόσια ὑπηρεσία» σημειώνει ο π. Βασίλειος.

Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

.                  Καί προσθέτει: «Αὐτή ἡ θεώρηση ἐνδέχεται νά εἶναι μονομερής, ἀφοῦ μπορεῖ νά ὑποκρύπτει καί μανιχαϊστικά στοιχεῖα. Διότι ἡ Ἐκκλησία, καί ὡς ἀνθρώπινος ὀργανισμός πού δραστηριοποιεῖται ἐντός του κόσμου, προσλαμβάνει, ἐκκλησιοποιεῖ καί μεταμορφώνει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἔτσι, πρέπει νά οἰκοδομήσει, νά συντηρήσει καί νά ἀνακαινίσει ἱερούς ναούς, ὅπου συνάγεται ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ ναοί αὐτοί ἀποτελοῦν κατεξοχήν πνευματικά καί πολιτιστικά κέντρα. Χρειάζεται, ἐπίσης, νά ἀπασχολήσει προσωπικό, νά τό ἀσφαλίσει καί παράλληλα νά φανερώσει ἔστω ἀμυδρά ἀλλά ἐμπειρικά τό πρόσωπο τῆς ἔμπονης ἀγάπης, πού ἀποτελεῖ κεντρικό εὐαγγελικό μήνυμα. Ὁπότε τό ζήτημα εἶναι πιό σύνθετο ἀπό ὅ,τι φαίνεται. Ἐξ ἄλλου, ὅπως σέ ὅλα τά σύγχρονα θέματα, συχνά στή δημόσια σφαῖρα χάνεται κι ἐδῶ τό μέτρο μέ τήν ἀριστοτελική ἐκδοχή του».
.                 Ποιά εἶναι ὅμως ἡ θεολογική διάσταση τοῦ θέματος; «Ὁρισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι», λέει ο π. Βασίλειος, «ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει τόν κόσμο μέ αὐτό πού εἶναι κι ὄχι μέ αὐτό πού κάνει. Ἡ θέση αὐτή εἶναι καταρχήν ὀρθή, ἀρκεῖ νά μήν αὐτονομεῖται. Διότι ἔχει μεγάλη σημασία καί “αὐτό πού κάνει”. Ἀπό τό ἄλλο μέρος, δημοσιογράφοι καί σχολιαστές τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς πραγματικότητας βλέπουν τήν Ἐκκλησία ὡς κοσμική κοινωνική ὀργάνωση, ἀναζητώντας καί ἀναγνωρίζοντας σέ αὐτή μόνο τό κοινωνικό ἔργο, παραβλέποντας προφανῶς ὅτι τό πνευματικό καί τό μυστηριακό ἔργο της ἔχει κοινωνικές διαστάσεις».
.                 Ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης ὑπογραμμίζει: «Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια ὑπῆρξε προβληματισμός σχετικά μέ τήν προτεραιότητα ἤ μή τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, πού συνοψίζεται στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἔναντι τῆς ἀνάπτυξης κοινωνικοῦ ἔργου, στό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων. Τελικά ἐξελέγησαν οἱ ἑπτά διάκονοι γιά τό ἔργο αὐτό, ἀφήνοντας ἀπερίσπαστους τούς Δώδεκα Ἀποστόλους στήν προσευχή καί τή διακονία τοῦ λόγου. Ἐδῶ δίδεται προτεραιότητα στή διδαχή, ἐνῶ ἡ ἐνασχόληση μέ τήν κοινωνική προσφορά ἀκολουθεῖ. Ὅμως οἱ ἐκλεγμένοι διάκονοι δέν εἶναι τυχαῖοι ἄνθρωποι ἀλλά “πλήρεις Ἁγίου Πνεύματος καί σοφίας”. Κι αὐτή ἡ προϋπόθεση τούς καθιστά ἱκανούς νά διαχειρίζονται δίκαια τά οἰκονομικά καί κοινωνικά ζητήματα τῆς κοινότητας. Ἀντίστοιχα, ἡ διακονία πού τούς ἀνατίθεται δέν θεωρεῖται ὑποδεέστερη καί δευτερεύουσα, ἀλλά λογίζεται ὡς μιά σημαντική καί βασική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί μέ τήν ἀναγνώριση στίς χριστιανικές κοινότητες ἀκόμη καί ἀπό Ρωμαίους αὐτοκράτορες, ὅπως ὁ Σεβῆρος, νά διαθέτουν συλλογική ἰδιοκτησία γιά τίς ἀνάγκες τους, θεμελιώθηκε ἡ ἀντίληψη περί ἱερῶν κτημάτων καί πραγμάτων. Κύριος ὑπεύθυνος γιά τή διαχείρισή τους ἔγινε ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς βοηθό τόν “οἰκονόμο”, “ὥστε μή ἀμάρτυρον εἶναι τήν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας, καί ἐκ τούτου σκορπίζεσθαι τά τῆς ἐκκλησίας πράγματα, καί λοιδορίαν τή ἱερωσύνη προστρίβεσθαι”. Ἀκόμη, στήν πατερική παράδοση γίνεται ἔντονη κριτική τοῦ ἔντοκου δανεισμοῦ, καταγγέλλονται ὡς αἰτίες οἰκονομικῆς ἐξαθλίωσης ἡ βαριά φορολογία καί ἡ τοκογλυφία, καί ἀπαγορεύεται στούς κληρικούς νά ἀποδέχονται χορηγίες γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἐκκλησίας οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπό ἐκμετάλλευση καί ἀδικία».

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

.                 Πῶς ὅμως ἀποκτήθηκε ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία; Ὁ π. Βασίλειος ἀπαντᾶ: «Ἡ χρησικτησία, ποὺ ἀφορᾶ τήν καλλιέργεια καί τή χρήση κτημάτων πάνω ἀπό 40 χρόνια, ἀποτελεῖ πάγια πρακτική ἀναγνώρισης κυριότητας. Γιά τούς ἰδιῶτες τό διάστημα ἦταν μικρότερο. Τά μοναστήρια ἀπέκτησαν περιουσία καί ἀπό τήν ἐργασία τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκτός ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς γῆς, κατασκεύαζαν πλῆθος ἐργοχείρων καί τά πωλοῦσαν γιά τή συντήρησή τους. Σημαντικό μέρος τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ὀφείλεται καί σέ δωρεές ἀκινήτων καί χρημάτων, ἀφοῦ μέ τήν εὐθύνη τῶν μοναστηριῶν συντηροῦνταν σχολεῖα, συγκροτοῦνταν βιβλιοθῆκες καί φυλάσσονταν κειμήλια μεγάλης ἀξίας. Οἱ δωρητές προέρχονταν ἀπό ὅλες τίς τάξεις τῆς κοινωνικῆς ζωής. Βυζαντινοί αὐτοκράτορες καί μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους, ἡγεμόνες, κληρικοί ὅλων των βαθμῶν ἀλλά καί ἁπλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές».

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΩΡΗΤΕΣ

.                 Ὅπως τονίζει ὁ π. Βασίλειος, «ἄλλη πηγή ἀπόκτησης τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας εἶναι ἡ προσωπική ἰδιοκτησία τῶν μοναχῶν, τήν ὁποία μετά τήν κουρά τους συνήθως διαθέτουν στό μοναστήρι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τά μοναστήρια κληρονομοῦν τήν περιουσία πλήθους μοναχῶν πού ἐγκαταβιώνουν σέ αὐτά. Μαρτυροῦνται ἀκόμη ἀγοραπωλησίες γιά ἀπόκτηση καλλιεργήσιμης γῆς, ἐργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Καί ἀκόμη, πολλοί ὑπόδουλοι κατά τήν Τουρκοκρατία ἀφιέρωναν ἐθελουσίως τίς περιουσίες τους σέ ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς καί μοναστήρια καί οἱ ὀθωμανικές Ἀρχές τά ἀναγνώριζαν ὡς βακούφια, δηλαδή ὡς κοινωφελῆ ἱδρύματα. Ἄραγε αὐτό ἀποτελεῖ λόγο ἀφαίρεσής τους ἀπό τήν Ἐκκλησία κατά τήν Ἀπελευθέρωση; Ποιός θά μποροῦσε νά διερμηνεύσει τήν ἐπιθυμία τῶν δωρητῶν; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία γιά ποιόν ἀξιοποιεῖ τήν περιουσία, γιά τόν ἑαυτό της ἤ γιά τό κοινωνικό σύνολο, τόν λαό τοῦ Θεοῦ;»

Πῶς τό σπάταλο κράτος «ἔγδυνε» σταδιακά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος

.                 Καί πῶς ἀντιμετώπισε τό θέμα ἡ ἑλληνική Πολιτεία; «Ὑπάρχουν πολλοί σταθμοί στήν πορεία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους» ἀπαντᾶ ὁ π. Βασίλειος «κατά τούς ὁποίους μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο ἡ ἑλληνική Πολιτεία ἀπαλλοτρίωσε, οἰκειοποιήθηκε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε ἤ “ἀξιοποίησε” τήν ἐκκλησιαστική περιουσία. Θά ἀναφερθοῦν τρεῖς ἀπό αὐτούς. Ἀπό τό 1917 μέχρι τό 1930 ἀπαλλοτριώθηκαν ἐκκλησιαστικές ἐκτάσεις ἀξίας ἄνω του 1.000.000.000 προπολεμικῶν δραχμῶν γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς. Τό κράτος κατέβαλε στό τότε Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο, πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τό ἴδιο γιά τή συντήρηση τοῦ κλήρου, μόνο 40.000.000. Τά ὑπόλοιπα 960.000.000 ὀφείλονται ἀκόμη. Τό 1952 τό κράτος, μέ τήν ἀπειλή τῆς διακοπῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου καί ὕστερα ἀπό ἀφόρητες πιέσεις, ὑπέγραψε μέ τήν Ἐκκλησία “Σύμβασιν περί ἐξαγορᾶς ὑπό τοῦ Δημοσίου κτημάτων […] τῆς Ἐκκλησίας […] πρός ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καί ἀκτημόνων κτηνοτρόφων”. Ἔτσι παραχωρήθηκαν στό κράτος τά 4/5 τῆς καλλιεργούμενης ἤ καλλιεργήσιμης ἀγροτικῆς περιουσίας καί τά 2/3 τῶν βοσκοτόπων, μέ ἀντάλλαγμα νά λάβει ἡ Ἐκκλησία τό 1/3 τῆς πραγματικῆς ἀξίας, κάποια ἀστικά ἀκίνητα ἀμφίβολης ἀξίας καί 45.000.000 προπολεμικές δραχμές».
.                 Ὅπως σημειώνει, «στή σύμβαση αὐτή (1952) ἀναφέρεται ρητά, πρῶτον, ὅτι “ἡ ἀπαλλοτρίωση αὐτή εἶναι ἡ τελευταία, δέν πρόκειται νά ὑπάρξει νεότερη στό μέλλον” καί, δεύτερον, τό κράτος δεσμεύεται νά παρέχει κάθε ἀναγκαία ὑποστήριξη (ὑλική καί τεχνική), ὥστε ἡ Ἐκκλησία νά ἀξιοποιήσει τήν ἐναπομείνασα περιουσία της. Καί οἱ δύο ὅροι τῆς σύμβασης δέν τηρήθηκαν ποτέ. Ἀντίθετα, οἱ ὑπηρεσίες τοῦ κράτους, ἄλλοτε ἀμφισβητώντας τήν κυριότητα, ἄλλοτε χαρακτηρίζοντας δασικές ἤ “διακατεχόμενες” τίς μοναστηριακές ἐκτάσεις, ἄλλοτε κωλυσιεργώντας τήν ἔκδοση σχετικῶν ἀποφάσεων, ἐμπόδισαν τήν ἀξιοποίησή της σέ βάρος τοῦ λαοῦ».

ΝΟΜΟΣ ΤΡΙΤΣΗ

.                 Ὁ π. Βασίλειος συνεχίζει: «Ὁ τρίτος σταθμός τῆς πορείας αὐτῆς ἦταν τό 1987, μέ τόν νόμο 1700, τόν γνωστό ὡς νόμο Τρίτση. Μέ τίς διατάξεις του ἔγινε ἀπόπειρα ἀλλαγῆς τῶν κανόνων διαχείρισης καί διοίκησης τοῦ ΟΔΕΠ. Στόν ΟΔΕΠ, ποὺ τά μέλη του θά διορίζονταν ἀπό τό κράτος, “περιέρχεται αὐτοδικαίως ἡ ἀποκλειστική διοίκηση, διαχείριση καί ἐκπροσώπηση ὁλόκληρης της ἀκίνητης περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν”. Στόν νόμο αὐτό προβλέπονταν ὅτι “μέσα σέ ἀποκλειστική προθεσμία ἕξι μηνῶν ὁ ΟΔΕΠ καί οἱ ΟΔΜΠ (Κρήτης) μποροῦν νά μεταβιβάσουν πρός τό ἑλληνικό Δημόσιο […] τήν κυριότητα τῆς ἐν λόγω περιουσίας”».
.                 Καί προσθέτει: «Τό 1988 ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ὑποχώρησε καί, παρά τούς ἱερούς κανόνες, δέχθηκε νά ὑπογραφεῖ σύμβαση παραχώρησης στό Δημόσιο τῆς δασικῆς καί ἀγροτολιβαδικής περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τή σύμβαση ὑποχρεώθηκαν καί ὑπέγραψαν 149 μονές, ἐνῶ ἄλλες ἀρνήθηκαν νά τήν ὑπογράψουν. Ἐννέα ἀπό αὐτές προσέφυγαν στό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης καί δικαιώθηκαν. Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι τό κράτος μέχρι τώρα δέν τήρησε τίς δεσμεύσεις του. Ἁπλῶς ἀπογύμνωνε σταδιακά τήν Ἐκκλησία ἀπό τά περιουσιακά της στοιχεῖα, τά ὁποῖα “χάνονταν” μέσα στή γενικότερη σπατάλη. Τό μέλλον θά δείξει ἐάν θά σεβασθεῖ τούς ὅρους τῆς συμφωνίας πού ἀνακοινώθηκε στις 6/11/2018».

ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

.                 Ἐν τέλει εἶναι ἀμύθητη ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία ἢ πρόκειται γιὰ ἀκόμη ἕνα μύθευμα; «Γιά νά ὑπάρχει σαφέστερη εἰκόνα γιά τό μέγεθος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία ἀνήκει σέ πολλά ΝΠΔΔ (πού δημοσιογραφικές πληροφορίες τά ἀνεβάζουν σέ 10.000, ἐννοεῖται προφανῶς ὅτι κάθε ἐνορία ἔχει καί μιά αὐλή στήν ὁποία παίζουν τά παιδιά καί πρέπει νά φορολογηθεῖ!), θά ἤθελα νά ἀναφέρω κάποια στοιχεῖα ἀπό μελέτη τῆς Ἀγροτικῆς Τράπεζας τοῦ 1983 πού δημοσιεύτηκε τό 1986» λέει ο π. Βασίλειος και συνεχίζει: «Ἡ Ἑλλάδα ἔχει συνολική ἔκταση 131.957.4004 στρέμματα. Ἀπό αὐτά ἀγροτική γῆ γεωργοκτηνοτροφικοῦ ἐνδιαφέροντος εἶναι 29.500.000 στρέμματα δάση (22%), 52.500.000 στρέμματα βοσκότοποι (40%), 39.500.000 στρέμματα γεωργική γῆ (30%). Ἀπό τίς παραπάνω ἐκτάσεις τά 61.441.900 στρέμματα ἀνήκουν κατά κυριότητα 43.598.000 στό Δημόσιο, 15.553.200 στήν Τοπική Αὐτοδιοίκηση, 1.098.400 στίς συνεταιριστικές ὀργανώσεις, 1.292.300 στήν Ἐκκλησία. Δηλαδή στήν Ἐκκλησία ποσοστιαία ἀνήκει τό 1,4% τῶν δασικῶν ἐκτάσεων, τό 2,3% τῶν βοσκοτόπων καί τό 2,19% τῆς γεωργικῆς γῆς (ὅπου ὅμως τό Δημόσιο κατέχει τό 45,6% καί ἡ Τοπική Αὐτοδιοίκηση τό 30,8%). Ἀπό τίς ἐκτάσεις πού ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία (δηλαδή ἀπό τό 1.292.300), 367.000 στρέμματα εἶναι δάση, 735.300 βοσκότοποι καί 189.900 γεωργική γῆ. Τά δάση καί οἱ βοσκότοποι εἶναι σχεδόν ἀνεκμετάλλευτα καί τό 53% τῆς καλλιεργήσιμης γῆς βρίσκεται σέ ὀρεινές ἤ ἡμιορεινές περιοχές. Σημαντικό στοιχεῖο τῆς ἐν λόγω ἔρευνας εἶναι ὅτι κατά τή δεκαετία 1974-1983 “ἐγκαταλείπονται κάθε χρόνο καί κατά μέσο ὅρο 162.400 στρέμματα ἀγροτικῆς γῆς, πού περιλαμβάνουν 117.500 στρέμματα βοσκοτόπους, 32.800 στρέμματα δάση, 9.300 στρέμματα γεωργικῆ γῆ». Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες οἱ ρυθμοί καί τά ποσοστά τῆς ἐγκαταλελειμμένης ἀγροτικῆς γῆς ἔχουν αὐξηθεῖ ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς γήρανσης τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καί ἄλλων παραγόντων. Ὅταν μελετοῦσα τά στοιχεῖα αὐτά, ἄκουσα τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος νά ἀνακοινώνει τήν πρόθεσή του νά δοθοῦν γιά καλλιέργεια ἐκτάσεις πού ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία, καί ἀναρωτήθηκα: Ποιός θά ἐπιστρέψει στήν ἐπαρχία νά καλλιεργήσει τή γῆ πού ἀνήκει στήν Ἐκκλησία; Ἐδῶ οἱ Νεοέλληνες ἔχουν ἐγκαταλείψει τίς δικές τους καλλιεργήσιμες ἐκτάσεις…»

Πῶς δικαιολογοῦνται οἱ μισθοί τῶν ἱερέων, τί ισχύει στήν Ε.Ε. καί τό τεράστιο κοινωνικό ἔργο

.                  Στό ἐρώτημα πῶς αἰτιολογεῖται ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου ἀπό τό κράτος ὁ π. Βασίλειος ξεκαθαρίζει: «Ὡς ἀντιστάθμισμα τῶν ἀπαλλοτριώσεων χωρίς οὐσιαστική ἐξόφληση ἀλλά καί τῶν παραχωρήσεων μέ συμβάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἦταν ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου ἀπό τό κράτος. Παράλληλα, εἶχε ὁρισθεῖ ἀρχικά φορολόγηση κατά 25% καί ἀργότερα 35% τῶν εἰσπράξεων τῶν ναῶν γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ σχετικοῦ ταμείου. Ἡ φορολόγηση αὐτή καταργήθηκε τό 2004. Ἰσχύουν ὅμως ἄλλες φορολογήσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, οἱ ὁποῖες ἔφτασαν τό 2011 τό ποσό τῶν 12.584.139,92 ευρώ.
.                 Ἐπειδή ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου εἶναι ἀποτέλεσμα συμβάσεων, σημαίνει ὅτι ὁποιαδήποτε διακοπή της θά ἔχει ἀποτέλεσμα τή λύση τῶν συμβάσεων καί τήν ἐπιστροφή τῶν παραχωρηθέντων στήν Ἐκκλησία. Ὁπότε θά προκύψει τεράστιο πρόβλημα».

9.500 ΚΛΗΡΙΚΟΙ

.                 Συνεχίζοντας, προσθέτει: «Ἀλλά πόσοι εἶναι οἱ κληρικοί ποὺ μισθοδοτοῦνται ἀπό τό κράτος; Σήμερα ὑπολογίζονται σέ 8.500 στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί περίπου 1.000 στήν Κρήτη καί στά Δωδεκάνησα, ἐνῶ ὑπάρχει ἱκανός ἀριθμός ἀποσπασμένων πού ὑπηρετοῦν τούς Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Σέ ὁρισμένες χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης οἱ θρησκευτικοί λειτουργοί ἀμείβονται ἀπό τό κράτος, ὅπως στό Βέλγιο, στήν Τσεχία, ὅπου ἔχουν μάλιστα ἀνταποδοτικό χαρακτήρα καί ἀφοροῦν τίς κατασχέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό τό πρώην κομμουνιστικό καθεστώς. Στή Γαλλία, στίς περιφέρειες τῆς Ἀλσατίας καί της Μοζέλ, μέ 3.500.000 πληθυσμό, οἱ κληρικοί τῶν ρωμαιοκαθολικῶν, τῶν προτεσταντῶν καθώς καί οἱ ραβίνοι πληρώνονται ἀπό τό δημόσιο ταμεῖο τοῦ κράτους. Στό Λουξεμβοῦργο οἱ κληρικοί καί οἱ ραβίνοι πληρώνονται ἀπό τό κράτος. Στή Ρουμανία οἱ λειτουργοί τῶν ἀναγνωρισμένων θρησκειῶν πληρώνονται ἀπό τό κράτος. Στή Σλοβακία τό κράτος ἐπιδοτεῖ τούς μισθούς τῶν κληρικῶν.
.                  Στήν Ἑλβετία, στά περισσότερα ἀπό τά 26 καντόνια, οἱ ἰδιωτικές ἑταιρεῖες πληρώνουν ὑποχρεωτικά φόρο ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἑλλάδα οἱ ἐφημέριοι, ἄν καί μισθοδοτοῦνται ἀπό τό Δημόσιο, δέν ἀποκτοῦν τή δημοσιοϋπαλληλική ἰδιότητα οὔτε καί τήν ἰδιότητα ὑπαλλήλου ΝΠΔΔ, παρότι ἡ Ἐκκλησία καί τά νομικά της πρόσωπα εἶναι δημοσίου δικαίου, ἀφοῦ οἱ ἐφημέριοι εἶναι κυρίως θρησκευτικοί καί πνευματικοί λειτουργοί καί ὄχι συνήθεις διοικητικοί ὑπάλληλοι. Καί ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν ἀπό τό Δημόσιο δέν τούς προσδίδει τήν ἰδιότητα δημοσίου ὑπαλλήλου. Καταβάλλεται ἀπό τήν Πολιτεία γιά χάρη τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἀποτελεῖ ὅμως ἀντιπαροχή γιά τήν ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν τους καθηκόντων, ἀλλά κάλυψη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν βιοτικῶν τους ἀναγκῶν».
.                 Ἀποδίδουν στήν κοινωνία οἱ κληρικοί ὅσα εἰσπράττουν; Ἐδῶ ὁ π. Βασίλειος ἐπισημαίνει καί ἕνα ἄλλο γεγονός, πού δέν ἔχει προσεχθεῖ: «Οἱ κληρικοί εἶναι οἱ μόνοι στόν δημόσιο χῶρο πού μέ πρωτοβουλία τους χτίζουν, διακοσμοῦν, συντηροῦν, ἀνακαινίζουν καί γενικά φροντίζουν τό χῶρο στόν ὁποῖο ἐργάζονται. Σέ κάθε Μητρόπολη ὑπάρχουν ἀνοιχτά πολλά ἐργοτάξια γιά δεκαετίες, ὅπου ἀπασχολοῦνται οἰκοδόμοι ὅλων των εἰδικοτήτων, τεχνίτες ἀλλά καί μαραγκοί, ξυλογλύπτες, ἁγιογράφοι, ἀργυροχόοι καί ἄλλοι. Τά χρήματα γιά ὅλα αὐτά τά ἔργα δέν προέρχονται ἀπό ἐπιχορηγήσεις τοῦ κράτους, ἀλλά κατά κανόνα ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί μικρούς δωρητές, πού βλέπουν τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας νά προάγεται. Οἱ Ἐπίσκοποι καί ἐφημέριοι πού ἀναλαμβάνουν τό ἔργο αὐτό γίνονται συχνά “ζητιάνοι”, γιά νά τό ὁλοκληρώσουν. Νά σημειωθεῖ ὅτι τά τελευταῖα χρόνια πολλοί ναοί, λόγω τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, ἔχουν ἀναστείλει τίς οἰκοδομικές ἐργασίες τους, δίνοντας προτεραιότητα στό κοινωνικό ἔργο. Ἀκόμη, σέ κάθε ναό ἀπασχολοῦνται μέ ἔμμισθη σχέση καί ἀσφάλιση ψάλτες, νεωκόροι, καθαριστές κ.λπ. Δέν εἶναι εὔκολο νά ὑπολογίσει κάποιος πόσες χιλιάδες οἰκογένειες ζοῦν σήμερα ἀπό τά “ἐργοτάξια τῆς Ἐκκλησίας”, χωρίς τήν παραμικρή ἐπιβάρυνση γιά τό κράτος».
.                 Ὁ π. Βασίλειος σημειώνει ἐπίσης: «Ἀνάλογο ἔργο γίνεται στά μοναστήρια ἀπό τούς μοναχούς, ποὺ ὄχι μόνο ἀνακαινίζουν καί συντηροῦν τίς κτιριακές ἐγκαταστάσεις καί διαφυλάσσουν τό φυσικό περιβάλλον, ἀλλά γίνονται ταυτόχρονα καί ἄμισθοι φύλακες τῶν μνημείων καί τῶν κειμηλίων μεγάλης ἀξίας πού θησαυρίζονται ἐκεῖ».
.               Παράλληλα, επισημαίνει: «Ἁφοῦ τόσα λέγονται ἔνθεν κἀκεῖθεν, ἄς ἀναφερθεῖ καί μιά ὑπόθεση ἐργασίας γιά τό μέλλον, πού εὔχομαι νά διαψευσθεῖ: Οἱ ἱεροί ναοί καί τά μοναστήρια πού χτίζονται σήμερα θά ἀποτελοῦν μετά ἀπό 150 καί πλέον χρόνια μέρος τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τοῦ τόπου. Τότε πιθανὸν νά ἐρίζουν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Πολιτείας (ἀρχαιολόγοι, συντηρητές, ἀρχιτέκτονες, τοπικοί παράγοντες καί φορεῖς μέ ἀρκετή πονηρία) μέ τούς ἐφημερίους καί τούς μοναχούς γιά την προστασία τῶν πολιτισμικῶν αὐτῶν θησαυρῶν, γιά τό “πῶς καί τό γιατί τῶν μνημείων”! Τότε θά “τρέχουν” οἱ “πολιτιστικά εὐαίσθητοι ὑπάλληλοι” πού ζοῦν ἀπό τόν πολιτισμό τῆς Ἐκκλησίας νά ἐπιτιμήσουν τούς κληρικούς, διότι “καταστρέφουν τά μνημεῖα πού ἀνήκουν στόν λαό”. Βέβαια, αὐτό συμβαίνει καί σήμερα, διότι ὑπάρχει διαφορετική θεώρηση: Οἱ μέν κρατικοί ὑπάλληλοι τά βλέπουν ὡς ἀπολιθώματα καί μνημεῖα τοῦ παρελθόντος, οἱ δέ κληρικοί καί ὁ πιστός λαός, ὡς χώρους ζωντανῆς ἔκφρασης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἀνάπτυξης ὑψηλοῦ πολιτισμοῦ».

Ο ΑΔΑΠΑΝΗΤΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

.                 Ὁλοκληρώνοντας, τονίζει τὰ ἑξῆς: «Σε κάθε περίπτωση, ἡ μεγαλύτερη περιουσία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι τά κτήματα καί τά χρήματα, ἀλλά τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ της. Σέ ἕναν κόσμο πού μετά τόν “θάνατο τοῦ Θεοῦ” ἀκολούθησε δυστυχῶς καί ὁ “θάνατος τοῦ πλησίον”, ἡ πίστη στόν Τριαδικό Θεό ἀποτελεῖ ἀδαπάνητο θησαυρό. Κι ἀκόμη περιουσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ στενή σύνδεσή της μέ τόν λαό καί τό συλλογικό του ὑποσυνείδητο. Οἱ πρωτογενεῖς σχέσεις τῶν κληρικῶν μέ τούς ἁåπλούς ἀνθρώπους σέ ἐπίπεδο ἐνορίας καί γειτονιᾶς, καί κυρίως ἡ παντοειδής στήριξη στά ἀδύναμα καί ἀπροστάτευτα μέλη τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐπένδυσή της. Περιουσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κεφάλαιο τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλπίδας. Τῆς ἐλπίδας πού χάνεται. Καί χωρίς ἐλπίδα, ἡ κοινωνία μας δέν μπορεῖ νά προαχθεῖ καί δέν μπορεῖ νά προοδεύσει καί νά ἀναπτυχθεῖ. Τήν ἐλπίδα αὐτή καλεῖται νά ἀναστήσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μέ τόν προφητικό της λόγο, τήν ἐνοποιό κοινωνική της πρακτική καί τή διαυγῆ διδασκαλία της εἴτε τήν ἐμποδίζει εἴτε τή διευκολύνει τό κράτος».

Ἀπό τήν Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξη Ἀλήθεια

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 31.03.13

α) Ἡ Β´ Κυριακὴ τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Τὸ ἔργο του, ποὺ στηρίζεται στὴν προγενέστερη χριστιανικὴ παράδοση, ἔγινε συνοδικῶς ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ τὸν κατέταξε στὴ χορεία τῶν μεγάλων διδασκάλων της. Ὁπότε, μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τιμᾶται ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ποὺ λάμπρυνε τὴν Ἐκκλησία καὶ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴν ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης.

β) Ὁ Θεός, γιὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια ἢ φιλοσοφικὴ ἰδέα, ἀλλὰ πρόσωπο ζῶν ποὺ καλεῖ σὲ κοινωνία τὸν ἄνθρωπο. Στοὺς προφῆτες καὶ πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρουσιαζόταν ὡς Μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος ἢ «ἐν εἴδει ἀνθρώπου», ἀλλὰ στὴν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Θεὸς «κατ’ οὐσίαν γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος». Ἔτσι, κάθε βαπτισμένος χριστιανὸς κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητάς του μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου, ποὺ μετέχεται διὰ τῶν μυστηρίων.

γ) Ἀκολουθώντας τοὺς παλαιοὺς Πατέρες ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίνει στὸν Θεὸ τὴν ἀπρόσιτη καὶ ἀκατάληπτη θεία οὐσία ἀπὸ τὶς ἄκτιστες μεθεκτὲς θεῖες ἐνέργειες. Στὴν προνοητικὴ καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια μετέχουν ὅλα τὰ ὄντα, ἐνῶ στὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τὰ ζωντανὰ καὶ στὴ σοφοποιὸ τὰ λογικά. Ὁ Θεὸς κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχὴ ἀποτελοῦν θετικὴ ἀπάντηση στὴ θεία πρόσκληση καὶ συμβάλλουν στὴν ἄνθηση τῆς χάρης τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τῶν δωρεῶν τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Μὲ τὴ Χάρη ἀποκαλύπτεται ἡ «ἐντὸς ἠμῶν βασιλεία» (Λουκ. ιζ´ 21) καὶ ὁ «κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» (Α´ Πέτρ. γ´4).

δ) Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, τὴ μεταστοιχείωσή τους σὲ ἀρετὲς καὶ τὴν πνευματικὴ μεθηλικίωση διεξάγεται κυρίως στὴν καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι «τὸ ταμεῖον τῶν λογισμῶν καὶ τὸ πρῶτο σαρκικὸ ὄργανο τοῦ λογιστικοῦ» κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. Ὁπότε ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ ἡ μετάνοια, ἡ διόρθωση καὶ ἡ προσοχὴ συνδέονται μὲ τὸν «θρόνο τῆς χάριτος», τὴν καθαρὴ καρδιά.

ε) Ἡ θεία χάρη «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. α´ 9) καὶ ὄχι μόνο ὅσους ἔχουν φθάσει σὲ ἀνώτερα στάδια πνευματικῆς τελείωσης. Ἀρχικὰ συνδράμει νὰ ἀναγνωριστεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ τραγικὴ κατάσταση τῆς πτώσης. Κατόπιν ὡς λεπτὴ φλόγα θείου φωτὸς φέρει σὲ αὐτογνωσία καὶ ἀποκαλύπτει τὸ ἐσωτερικὸ σκότος. Σταδιακὰ ὅμως ὁ χριστιανὸς φωτίζεται καὶ ἐν «τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» ἀποκτᾶ τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἀναπνέει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος καὶ γίνεται υἱὸς Θεοῦ κατὰ χάριν.

Ϛ) Ἡ στροφὴ πρὸς τὸν «ἔσω ἄνθρωπο» δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία, ὅπως νομίζουν ὁρισμένοι, ἀλλὰ παρέχει τὴν εὐκαιρία φιλάδελφου ἀνοίγματος πρὸς τὸν πλησίον. Τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις ὑγιοῦς κοινωνικότητας χωρὶς ἐμπάθεια. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ χριστιανὸς δὲν σώζεται μόνος του. Σώζεται μὲ τοὺς συνανθρώπους του καὶ διὰ τῶν συνανθρώπων τοῦ ἐντός της Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ σωθεῖ χωρὶς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ διακρίνεται γιὰ τὴ μεγάλη ἐξωστρέφεια, τὴν ὑπέρμετρη κινητικότητα καὶ τὴν ἔντονη δραστηριότητα. Ἄγευστος τῆς ἐσωτερικῆς ἡσυχίας στρέφεται στὴν ἐπιφανειακὴ κριτικὴ τῶν πάντων, τὴν αὐτοδικαίωση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή.

ζ) Ἀλλὰ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο προβάλλεται ὁ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ μᾶλλον λησμονεῖται ἡ μυστηριακή, ἡσυχαστική, ἀσκητικὴ καὶ νηπτική της διάσταση. Ὅμως, ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ προσφορὰ γιὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχὴς προϋποθέτει ἐσωτερικὴ ἡσυχία, καθαρὴ καρδιὰ καὶ φωτισμένο νοῦ. Ἀνάλογα αἰσθητήρια ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ βλέπει κάποιος στὸ κάλλος τῆς κτίσεως τὸ δημιουργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναφωνεῖ, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ 24).

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ

«νθρωπος γίνεται Θεός, να Θεν τν δμ περγάσηται»

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 23/24.03.13

α) Σημειώναμε τὴν περασμένη ἑβδομάδα ὅτι τὸν θρῆνο τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ μετέτρεψε σὲ ἀνεκλάλητη χαρὰ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος σήκωσε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος τῆς ἀλλοτριωμένης ἀνθρωπότητας καὶ μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση χάρισε σὲ αὐτὴ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ λύτρωση.

Στὸ μυστήριο ὅμως τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καθοριστικὸ ρόλο ἔπαιξε ἡ πάναγνη Μαρία ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτὴν γράφει: «Χαῖρε τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις».

β) Σύμφωνα μὲ τὸν Συναξαριστή, «ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός, ὡς Πατὴρ φιλόστοργος, θεωρῶν τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν αὐτοῦ κατατυραννούμενον ἀπὸ τὸν διάβολον, καὶ κατασυρόμενον εἰς τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, καὶ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ὑποκείμενον, ἠθέλησε νὰ ἀποστείλη τὸν Υἱόν του τὸν μονογενῆ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διὰ νὰ λυτρώση αὐτὸ ἀπὸ τὰς χείρας του. Ἐνεπιστεύθη τὸ μυστήριον αὐτὸ εἰς τὸν ἀρχάγγελον Γαβριήλ».

γ) «Ὅθεν ἐλθων ὁ Ἄγγελος εἰς πόλιν Ναζαρέτ, εἶπεν αὐτῇ· Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ἡ δὲ Παρθένος πρὸς τὸν Ἄγγελον· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ ἁγνὴ Μαρία ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας συγκατένευσε στὴν προαιώνια θεία βουλή. Κι ἐνῶ ἡ παρακοὴ τῆς προμήτορος Εὔας εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ἡ ὑπακοὴ τῆς ταπεινῆς κόρης στὸ μήνυμα τοῦ ἀγγέλου σήμανε τὴν ἔναρξη μίας νέας σχέσης μὲ Αὐτόν.

δ) Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ὅτι ἐκεῖνα ποὺ εἵλκυσαν τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου ἦταν: Βίος πανάμωμος, ζωὴ πάναγνη, ἄρνηση κάθε κακίας, ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, ψυχὴ καθαρότερη ἀπὸ τὸ φῶς, σῶμα λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, καθαρότερο ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἱερότερο ἀπὸ τοὺς χερουβικοὺς θρόνους. Φτερούγισμα νοῦ, ποὺ δὲν δειλιάζει μπρὸς σὲ κανένα ὕψος, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ φτερὰ τῶν Ἀγγέλων. Θεῖος ἔρως, ποὺ ἀπορρόφησε καὶ ἀφομοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς.

ε) Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀσύλληπτα καὶ ἠχοῦν παράξενα στὴν ἀκοὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν ἀγύμναστες πνευματικὲς αἰσθήσεις. Ἡ Μαρία ὅμως, ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ζοῦσε σὲ μία κοινότητα ποὺ πίστευε καὶ ἤλπιζε στὴν πραγματοποίηση τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ. Γνώριζε τὶς ρήσεις τῶν προφητῶν καὶ τὰ αἰνίγματα. Γι’ αὐτὸ καὶ δέχθηκε, ἔστω μὲ κάποια περίσκεψη, τὴ θεία πρόσκληση. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου στὴν ἐγκυμοσύνη τῆς Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία συνέλαβε γιὸ στὰ γηρατειά της, ἀποτέλεσε μαρτυρία ὅτι «ὅπου βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις».

ϛ) Κι ὅταν ἡ Μαριὰμ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἐλισάβετ καὶ ἐπιβεβαίωσε τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου, ξέσπασε σὲ θεσπέσιο ὕμνο, στὸν ὁποῖο γίνεται ἀναφορὰ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ποὺ φανερώνεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκπλήρωση τῆς θεϊκῆς ὑπόσχεσης γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἡ σεμνὴ Μαρία μιλᾶ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη λογική, ἀφοῦ «σκόρπισε τοὺς περήφανους, καθαίρεσε τοὺς ἄρχοντες ἀπὸ τοὺς θρόνους τους, ἀνύψωσε τοὺς ταπεινούς, γέμισε πεινασμένους μὲ ἀγαθὰ καὶ ἐδίωξε πλουσίους μὲ ἀδειανὰ χέρια» (βλ. Λουκ. α´ 50-54).

ζ) Ὁπότε, ἡ Παναγία, συντασσόμενη μὲ τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ, πλαστουργώντας τὸν νέο Ἀδάμ, τὸν Χριστό, καὶ μορφοποιώντας Τον στὴν ὕπαρξή της, γίνεται πρότυπο πνευματικῆς τελείωσης γιὰ κάθε χριστιανὸ ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθεῖ τὴ θεία ἐπίσκεψη. Καὶ ἕτοιμος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ γρηγορεῖ, ἡσυχάζει ἐσωτερικά, ἀσκεῖται στὴν ἀγάπη καὶ καλλιεργεῖ τὶς δωρεὲς τοῦ βαπτίσματος ποὺ ἔλαβε στὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ κατακρίνει ὅλους τοὺς ἄλλους ζώντας ὁ ἴδιος ἐντὸς τῆς θρησκευτικῆς του αὐταρέσκειας.

, , ,

Σχολιάστε

ΑΔΑΜΙΑΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ («Γιὰ ὅλα τὰ δεινὰ φταῖνε οἱ “ἄλλοι” καὶ καταγγέλλονται ὡς διεφθαρμένοι, ἅρπαγες, πουλημένοι καὶ ἄδικοι. Ἡ εὐθύνη μεταβιβάζεται στοὺς ἀπρόσωπους θεσμοὺς καὶ τέλος στὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος αὐτεπίγνωσης σὲ ἕναν λαὸ ποὺ διαχρονικὰ κολακεύεται ἀπὸ ἀνερμάτιστες πνευματικὰ ἡγεσίες».

δαμιαος θρνος

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»15/16.03.13

α) Στὴν ὑμνολογία τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου κυριαρχεῖ ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος», ἀφοῦ «τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ».
.              Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώριζε στὸν Παράδεισο τὴ γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι μετὰ τὴν ἔξωσή του ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρὰ καὶ ὀδυρόταν μὲ βαθεῖς στεναγμούς, ἀναφέρει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης.

β) Σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικοπατερικὴ παράδοση ὁ Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση μετεῖχε στὴ θεία δόξα. Ἦταν προικισμένος μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προφητικὸ χάρισμα. Θεωροῦσε ὁλόκληρη τὴ δημιουργία προφητικά. Ὀνομάτιζε τὰ ὄντα σύμφωνα μὲ τὶς ἰδιότητές τους. Μετεῖχε τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπώλεσε μὲ τὴν παρακοή. Ἔτσι βρέθηκε γυμνὸς καὶ γνώρισε τὴν ἀσχημοσύνη του. Κυριεύτηκε ἀπὸ τὸν κολαστικὸ φόβο καὶ τὸ φρόνημά του ἔγινε γεῶδες καὶ πονηρό.

γ) Ὁ Θεὸς πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοὴ εἶχε προειδοποιήσει γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά. Ἡ προειδοποίηση μοιάζει μὲ εἶδος ἀπειλῆς, διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ συνεχίζει λέγοντας ὅτι οἱ προπάτορες εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφύγουν τὴν πτώση μὲ τρεῖς τρόπους. Ἢ ἀγαπώντας τὸν Θεὸ ἢ γνωρίζοντας Τὸν ἢ φοβούμενοι τὴν παντοδυναμία του. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς νεκροποιοῦ συμβολῆς τοῦ διαβόλου, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ λήθη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τέλος ἡ ἀπώλεια τοῦ θείου φόβου ὁδήγησαν στὴν παρακοή.

δ) Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς παράβασης τοῦ Ἀδὰμ ἦταν καταλυτικὲς γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Οἱ ἄνθρωποι διακόπτοντας τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἀνατρέφονται ἐμπαθὼς καὶ ἐθίζονται στὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. Σκοτίζεται ὁ νοῦς καὶ καλλιεργοῦνται τὰ πάθη. Κίνητρο τῆς τήρησης τῶν θείων ἐντολῶν δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ὁ φόβος τῆς τιμωρίας.

ε) Πολλοὶ καταλογίζουν εὐθύνες στὸν Ἀδάμ, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, διότι ἀθέτησε τὴ θεία ἐντολὴ καὶ εἰσήγαγε στὸν κόσμο τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν μπορεῖ νὰ κατακριθεῖ τόσο, γιατί δὲν εἶχε δοκιμάσει τὴν ἐμπειρία τῆς θανάσιμης ἰδιότητας τῆς παρακοῆς. Μεγαλύτερη εὐθύνη φέρει καθένας ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, πού, ἐνῶ γνωρίζει τὶς συνέπειες τῆς παράβασης τῶν θείων ἐντολῶν, ἐπιλέγει τὴν ἴδια ὁδὸ μὲ αὐτόν!

ϛ) Ἐνῶ λοιπὸν οἱ χριστιανοὶ γνωρίζουν ὅτι «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. ϛ´ 23), ἐπιλέγουν τὴν ὁδὸ τοῦ Ἀδάμ. Αὐτὸ φαίνεται τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν κοινωνικὴ ζωή. Γι λα τ δειν φτανε ο «λλοι» κα καταγγέλλονται ς διεφθαρμένοι, ρπαγες, πουλημένοι κα δικοι. εθύνη μεταβιβάζεται στος πρόσωπους θεσμος κα τέλος στὸν Θεό. Δν πάρχει χνος ατεπίγνωσης σ ναν λα πο διαχρονικ κολακεύεται π νερμάτιστες πνευματικ γεσίες ὅτι ὁ καθένας στὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων του φέρει εὐθύνη τόσο γιὰ τὴν παρακμὴ ὅσο καὶ γιὰ τὴν πρόοδο τῆς κοινωνίας. Φτάσαμε στὸ τραγικὸ σημεῖο νὰ ἐξορίζουμε ἀπὸ τὴ ζωή μας τὸ πρόσωπο τῆς Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης, νὰ μένουμε ἀπορφανισμένοι καὶ νὰ διαμαρτυρόμαστε ὅτι ἄλλοι μᾶς σκότωσαν τὸν πατέρα.

ζ) Ὅλα αὐτὰ γράφονται μὲ πόνο ἀλλὰ καὶ μία νότα ἐλπίδας, ποὺ προκύπτει μέσα ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ τὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς. Διότι τὸ θρῆνο τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἦλθε νὰ μετατρέψει σὲ ἀνεκλάλητη χαρὰ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος σήκωσε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος τῆς ἀλλοτριωμένης ἀνθρωπότητας, δείχνοντας τὸ δρόμο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀνάστασης. Ἀντὶ νὰ ἐλεεινολογοῦμε γιὰ τὴν πολύμορφη κρίση καὶ νὰ θρηνοῦμε ὡς «νυκτικόρακες ἐν οἰκοπέδῳ» (βλ. Ψαλμ. ΡΒ´ 6), ἂς ἀναλάβει ὁ καθένας τὴ δική του εὐθύνη μετανοώντας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Τότε μπορεῖ νὰ μὴ μετατραπεῖ ἡ κοινωνία σὲ Παράδεισο, σίγουρα ὅμως θὰ ἀποτραπεῖ νὰ γίνει κόλαση.

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

π τν φόβο στν γάπη

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

Ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 10.03.2013

α) Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος φοβᾶται νὰ ἀντικρίσει κατάματα τὸν ἑαυτό του, γι’ αὐτὸ καὶ γίνεται ἰδιαίτερα ἐξωστρεφής. Ἐξαντλεῖται στοὺς κοινωνικούς του ρόλους, ἀσχολεῖται κυρίως μὲ ἀλλότρια πράγματα καὶ σπάνια μὲ τὴν ἐσώτατη ὕπαρξή του. Ὁ νοῦς «σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω», δηλαδὴ διασκορπιζόμενος καὶ διαχεόμενος διὰ τῶν αἰσθήσεων στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, μοιάζει μὲ τὸν ἄσωτο γιὸ τῆς παραβολῆς τῆς περασμένης Κυριακῆς.

β) Γιὰ τὴν ἐπάνοδο καὶ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ «εἰς ἑαυτόν», δηλαδὴ στὸν χῶρο τῆς καθαρῆς καρδιᾶς, συμβάλλουν ἡ ἡσυχία, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ μυστηριακὴ ζωή. Ὅταν ὁ νοῦς ἐγκαταλείψει τὸν μετεωρισμὸ καὶ ἐπανέλθει «εἰς ἑαυτόν», ἀρχίζει νὰ ἀναγνωρίζει διὰ τῆς χάριτος τὸν Θεό. Τότε τὸ θεϊκὸ κάλλος φωτίζει τὸν νοῦ καὶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ἔτσι ὁ Θεὸς δὲν ἀποβαίνει πηγὴ φόβου, ἀλλὰ πηγὴ ὑπερφυσικοῦ γλυκασμοῦ.

γ) Ὅμως, ἡ διακοπὴ τῆς σχέσης μὲ Αὐτόν, ἡ εἰδωλοποίησή του ἢ καὶ ἡ ἄρνησή του δημιουργοῦν αἴσθημα φόβου. Παράλληλα φόβος γεννιέται ὅταν ὁ «ἄλλος», ἀντὶ νὰ θεωρεῖται ὡς συνάνθρωπος, συνάδελφος καὶ συνοδοιπόρος, θεωρεῖται ὡς ἐχθρός. Καὶ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμὲς μὲ ἀφορμὴ τὴν παραβολὴ τῆς μελούσης Κρίσεως καὶ τὴν ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας.

δ) Ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ποὺ συνέταξε ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος καὶ μετέφρασε σὲ ἁπλὴ διάλεκτο ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος: «Εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ Κριτὴς δὲν θέλει ζητήσει νηστείας οὔτε σωματικὰς κακοπαθείας· ὅτι καλὰ μὲν εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλὰ τὰ πολὺ τούτων καλλίτερα, ἐλεημοσύνην δηλαδὴ καὶ συμπάθειαν». Ὁπότε ἡ ἐν μετανοίᾳ στροφὴ τοῦ νοῦ πρὸς τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ νηστεία, ἐὰν δὲν βοηθοῦν στὴν πλάτυνση τῆς συνείδησης καὶ τὴ φροντίδα γιὰ τὸν πλησίον, μένουν χωρὶς οὐσιαστικὸ περιεχόμενο.

ε) Εἶναι λίαν δυσχερὲς στὸν ἐγωκεντρικὸ ἄνθρωπο νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ διακονήσει φιλάδελφα τὸν πλησίον. Ὁπότε, μέσῳ τῶν συμβολικῶν βιβλικῶν διηγήσεων γίνεται ἀναφορὰ στὴν παιδαγωγία τοῦ κολαστικοῦ φόβου ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν τρυφὴ  τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους ἀφ᾽ ἑτέρου. Ὁ θεῖος φόβος θεραπεύει παιδαγωγικὰ τὸν χριστιανὸ καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ λιμάνι τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ὡστόσο καὶ οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι ἀθεόφοβοι. Ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν ἁγνὸ φόβο, «ποὺ διαμένει εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (Ψαλμ. ΙΗ´ 10).

ϛ) Στὸ Συναξάρι ἐπίσης ἀναφέρεται: «Αἱ βάσανοι δὲ ὁπού εὑρίσκονται εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἶναι αὗται: κλαυθμὸς καὶ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, σκώληξ μὴ τελευτῶν, πῦρ μὴ σβενύμενον, σκότος ἐξώτερον. Τὰ ὁποῖα ὅλα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, ἤτοι οἱ θεῖοι Πατέρες, τρυφὴν μὲν καὶ Βασιλείαν οὐρανῶν στοχάζονται τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἔλλαμψιν τοῦ θείου φωτὸς καὶ τὴν παντοτινὴν ἀνάβασιν. Βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρισμὸν καὶ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην, ἐνθυμούμενοι, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν τους καὶ διὰ πρόσκαιρον τρυφήν, τῆς θεϊκῆς ἐλλάμψεως ἐστερήθησαν».

ζ) Εἶναι ἐμφανὲς ὅτι τὰ παραπάνω λειτουργοῦν ἀφυπνιστικὰ καὶ προτρέπουν σὲ ἐγρήγορση πνευματική. Χρειάζεται ὅμως προσοχή, μήπως ὁ φόβος γίνει μέσο καταναγκασμοῦ ἢ ἀκόμη καὶ πηγὴ ἀπογνώσεως. Διότι στὴ διάρκεια τοῦ δυτικοῦ χριστιανικοῦ μεσαίωνα, ἡ «ποιμαντική του φόβου» προσέλαβε θεσμικὲς διαστάσεις μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνονται ἐγκλήματα στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Ἡ ἱερὰ ἐξέταση, ὁ διὰ πυρᾶς θάνατος, τὸ κυνήγι τῶν μαγισσῶν καὶ οἱ διαδικασίες ἐνοχοποίησης ἁπλῶν ἀνθρώπων ἀποτελοῦν μαῦρες σελίδες στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας καὶ κυρίως στρέβλωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ φόβος δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, ἀλλὰ στὴν ἀπανθρωπία καὶ τὴν ἀπόγνωση, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Ἐξ ἄλλου «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´ Ἰωάν. δ´ 18).

, ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ

Περ το σίου Παύλου το πλο

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 03.03.2013

α) «Οὗτος ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ Παῦλος ὁ ὀνομασθεὶς ἁπλοῦς, ἦτο μὲν γεωργὸς καὶ ἀγροῖκος καθ’ ὑπερβολήν, ἄκακος δὲ καὶ ἄπλαστος κατὰ τὴν γνώμην, ὡς ἄλλος οὐδείς. Εἶχε δὲ καὶ γυναίκα κακότροπον καὶ μοιχαλίδα, ἡ ὁποία μοιχευομένη εἰς πολὺν καιρόν, ἐκρύπτετο ἀπὸ τὸν Ὅσιον». Ἔτσι ἀρχίζει ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης τὸ Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ἁπλοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 7 Μαρτίου.

β) Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Παῦλος μία μέρα, ἐπιστρέφοντας ὄχι τὴ συνηθισμένη ὥρα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, βρῆκε τὴ σύζυγό του νὰ μοιχεύει. Τότε γέλασε καὶ μὲ σεμνότητα εἶπε: Καλὰ καλὰ δὲν πειράζει, δὲν τὴ δέχομαι πιά. Καὶ ἀπευθυνόμενος στὸν μοιχό, τοῦ λέει: Κράτησέ την μαζὶ μὲ τὰ παιδιά μας, ἐγὼ θὰ ἀναχωρήσω στὴν ἔρημο καὶ θὰ γίνω καλόγηρος. Ἔτσι ἔφθασε στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ ζήτησε νὰ μονάσει.

γ) Ὅμως, ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου τὸν ἀποθάρρυνε, λέγοντάς του ὅτι εἶναι γέρος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει τὴν αὐστηρὴ μοναχικὴ ἄσκηση. Τοῦ σύστησε νὰ μεταβεῖ σὲ κάποιο κοινόβιο, ὅπου οἱ ἀδελφοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁ Μέγας Ἀντώνιος δὲν ἔδωσε σημεῖα ζωῆς γιὰ τρεῖς μέρες. Ὁ Παῦλος ὅμως δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ περίμενε ἐκεῖ νηστικός. Βλέποντας ὁ Ἀντώνιος τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ὑπομονή του, ἄρχισε νὰ τὸν δοκιμάζει.

δ) Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔδωσε βρεγμένα φύλλα φοινικιᾶς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πλέξει σχοινί. Κατὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας, κι ἐνῶ ὁ Παῦλος εἶχε παιδευτεῖ πολύ, ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος προσποιήθηκε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν ἱκανοποιητικό. Γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ ξεπλέξει τὸ ἐργόχειρο καὶ νὰ τὸ κάνει καλύτερο. Ἐκεῖνος χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐνόχληση ἄρχισε ξανὰ νὰ πλέκει.

ε) Ὅταν βράδιασε, ἔπειτα ἀπὸ ἀσιτία τεσσάρων ἡμερῶν, ὁ Παῦλος ἀκολούθησε αὐστηρὰ τὴν ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τρώγοντας λίγο ἄρτο καὶ συμμετέχοντας πρόθυμα στὸν κανόνα τῆς προσευχῆς. Μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ δοκιμασία καὶ τὴν ἀπόλυτη ὑπακοὴ τοῦ Παύλου στοὺς κανόνες τοῦ μοναχικοῦ βίου, ὁ ἀββὰς Ἀντώνιος τὸν δέχθηκε ὡς συνασκητή του. Ζώντας μὲ ἡσυχία, ἄσκηση καὶ προσευχή, ὁ Παῦλος ἀξιώθηκε νὰ διώκει τοὺς δαίμονες. Χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Σκήτης ἁπλός, ἀλλὰ κοντὰ στὴν ἁπλότητα καλλιεργοῦσε κι ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές.

ϛ) Συχνὰ στὶς μέρες μας παρατηρεῖται μονομερὴς τονισμὸς καὶ αὐτονόμηση ὁρισμένων ἀρετῶν καὶ παραμελοῦνται ἄλλες. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἔχει προσφυῶς ἀποκληθεῖ «ἠθικὴ αἵρεση». Χριστιανικὲς ἀρετὲς δὲν εἶναι μόνο ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀνεξικακία, ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ πραότητα ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποφασιστικότητα, ἡ παρρησία, ἡ ἀνδρεία καὶ ὁ ἔλεγχος (Γ. Μαντζαρίδης). Ἡ ἁπλότητα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι λησμονημένη ἀρετή, ἀπαντᾶ συχνότατα στὴ ζωὴ καὶ τὶς συγγραφὲς τοῦ Γέροντος Παϊσίου.

ζ) Δίδασκε ὁ χαρισματικὸς Ἁγιορείτης: «Τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς ταπεινώσεως εἶναι ἡ ἁπλότητα. Καὶ ὅταν ὑπάρχη στὸν ἄνθρωπο ἁπλότητα, ὑπάρχει καὶ ἀγάπη, θυσία, καλοσύνη, φιλότιμο, εὐλάβεια. Ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος ἔχει καθαρότητα ψυχῆς καὶ μία ἀπερίεργη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἡ ἁπλότητα ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ Ἀδὰμ πρὸ τῆς πτώσεως, ποὺ τὰ ἔβλεπε ὅλα ἁγνὰ καὶ καθαρά, γιατί ἦταν ντυμένος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ».

η) Ἄλλη φορὰ ὁ π. Παΐσιος ρωτήθηκε: «-Μπορεῖ, Γέροντα, ἕνας ἄνθρωπος νὰ εἶναι πραγματικὰ ἁπλὸς καὶ ὅμως ἡ συμπεριφορά του νὰ πειράζη τοὺς ἄλλους;». Τότε ἀπάντησε: «-Ἂν κάποιος λέη ἢ κάνη κάτι μὲ πραγματικὴ ἁπλότητα, καὶ παρεξηγήσιμο νὰ εἶναι, δὲν παρεξηγεῖται ὁ ἄλλος, γιατί ὁ ἁπλὸς ἔχει Χάρη Θεοῦ καὶ δὲν προκαλεῖ. Ἐνῶ κάποιος ποὺ δὲν ἔχει ἁπλότητα καὶ σοῦ μιλάει μὲ εὐγένεια κοσμική, σοῦ σπάζει τὰ κόκαλα»!

,

Σχολιάστε

ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ: ΠΕΡΙ ΛΥΠΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ («Ἔχουμε κυριευθεῖ ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ λύπη καὶ ἔχουμε χάσει τὸ μέτρο».)

ββ Κασσιανο: περ λύπης κα διακρίσεως

 Γράφει ὁ π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

 ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 24.02.2013

α) Στὴ Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν οἱ Ἅγιοι Μακάριος Νοταρᾶς καὶ Νικόδημος Ἁγιορείτης περιέλαβαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἁγιοπατερικῶν κειμένων καὶ δύο ἔργα ἑνὸς λατίνου πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ὁσίου Κασσιανοῦ. Τόσο τὸ πρῶτο, «Περὶ τῶν ὀκτὼ λογισμῶν τῆς κακίας», ὅσο καὶ τὸ δεύτερο, «Περὶ διακρίσεως», «ἀποστάζουν παντοδαπῆ ὠφέλεια καὶ χάρη».

β) Ὁ ὅσιος Κασσιανός, προφανῶς ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀσκήθηκε σὲ μοναστικὰ κέντρα τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ σπουδαίους ἀσκητὲς καὶ χαρισματικοὺς ἀββάδες. Ἀπὸ αὐτοὺς μυήθηκε στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Ἐπισκέφθηκε ἀκόμη τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Μετὰ τὴν ἐξορία τοῦ Χρυσοστόμου μετέβη στὴν Ρώμη, ζητώντας συμπαράσταση ἀπὸ τὸν πάπα Ἰννοκέντιο Α´ γιὰ τὸν ἐξόριστο διδάσκαλό του. Τέλος, ἵδρυσε δύο μοναστήρια στὴν περιοχὴ τῆς Μασσαλίας. Ἡ Ἐκκλησία τὸν τιμᾶ στὶς 29 Φεβρουαρίου.

γ) Ἐντύπωση προξενεῖ ὅτι ἀνάμεσα στοὺς ὀκτὼ λογισμοὺς τῆς κακίας ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς περιλαμβάνει τὴ λύπη, ἡ ὁποία τραυματίζει θανάσιμα τὴν ψυχὴ καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία, τὴν πλήξη καὶ τὴν μελαγχολία. Ἡ λύπη εἶναι ἀρρώστια ψυχική, ποὺ ἐμποδίζει τὴν προσευχὴ καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀργὴ ἐξ αἰτίας διάψευσης προσδοκιῶν, ἀπὸ τὴν ἀπώλεια κέρδους ἢ ἀπὸ κάποια προσβολή. Ὁ κυριευμένος ἀπὸ λύπη εἶναι εὐερέθιστος, ἀνυπόμονος, ἀμετάπειστος, θυμώδης, μνησίκακος, πλήρης ἀκάρπου πένθους καὶ ὀδυνηρῆς ἀπόγνωσης. Τὸ πάθος αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποφεύγεται, ὅπως ἡ πορνεία καὶ ἡ φιλαργυρία, τονίζει ὁ ὅσιος.

δ) Ὅμως ὑπάρχει καὶ ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ποὺ εἶναι σωτήρια, διότι ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ τὴν ἀγαθὴ ἐλπίδα. Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη «τῇ χαρᾷ σύμμεικτος ὑπάρχει». Ὁ κατὰ Θεὸν λυπούμενος, ἐπειδὴ ἐλπίζει στὴν πνευματικὴ τελείωση καὶ στὴν ἀπολαβὴ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, εἶναι ἱλαρός, εὐπροσήγορος, ταπεινός, πράος, ἀνεξίκακος καὶ ὑπομονετικὸς σὲ κάθε ἀγαθὸ κόπο καὶ συντριβή. Ἔτσι γεννιοῦνται οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, πίστη, πραότητα καὶ ἐγκράτεια (βλ. Γαλ. ε´ 22-23).

ε) Νὰ σημειωθεῖ ἀκόμη ὅτι μέγιστη σημασία ἀποδίδει ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς στὴν ἀρετὴ τῆς διάκρισης. Διηγεῖται ὅτι στὴν σκήτη τῆς Θηβαΐδας εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ γέροντες καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς καὶ πῶς μπορεῖ νὰ φυλαχθεῖ ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό. Ὁ καθένας κατέθετε τὴ δική του γνώμη δίδοντας τὴν πρώτη θέση σὲ κάποια ἀρετή. Ἄλλοι προέβαλλαν τὴν νηστεία καὶ τὴν ἀγρυπνία, ἄλλοι τὴν ἁγνότητα, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν καταφρόνηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἐνῶ ἄλλοι τὴν ἐλεημοσύνη καὶ διάφορες ἄλλες ἀρετές.

ϛ) Τελευταῖος μίλησε ὁ Ἀββᾶς Ἀντώνιος. Ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀπαραίτητες, εἶπε, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσουμε σὲ αὐτὲς τὰ πρωτεῖα, διότι πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς πλάνης, εἴτε ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ εἴτε ἀπὸ τὴν ἔλλειψη. Ἡ διάκριση ὡς «ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς» ἐκπαιδεύει τὸν νηπτικὸ νὰ μὴν παραβιάζει ἀπὸ ὑπερβολικὸ ζῆλο καὶ ἔπαρση τὸ μέτρο. Χωρὶς τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καμιὰ ἀρετὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀσφαλὴς μέχρι τέλους. Ἔτσι ἡ διάκριση «πασῶν τῶν ἀρετῶν γεννήτρια καὶ φύλαξ ὑπάρχει». Μὲ τὴ γνώμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου συμφώνησαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι Πατέρες.

ζ) Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται ὁλοφάνερο πόσο ἐπίκαιρη εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Κασσιανοῦ καὶ πῶς μπορεῖ νὰ προσφέρει μήνυμα αὐτογνωσίας καὶ ἐλπίδας στὸν σύγχρονο ἀπελπισμένο ἄνθρωπο. Πρόσφατη ἔρευνα θεωρεῖ τοὺς Ἕλληνες ὡς τοὺς πιὸ ἀπαισιόδοξους πολίτες ἀνάμεσα σὲ 58 χῶρες τοῦ πλανήτη. Κι αὐτὸ διότι ἔχουμε κυριευθεῖ ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ λύπη καὶ ἔχουμε χάσει τὸ μέτρο. Μήπως εἶναι καιρὸς νὰ ἀνανήψουμε καὶ νὰ θέσουμε στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας τὸν πνευματικὸ πλοῦτο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ θὰ μᾶς ἀνοίξουν ἕνα παράθυρο στὴν ἐλπίδα;

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ (Ὁ ἅγ. Πολύκαρπος)

Πρότυπον πισκόπου

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 17.02.13

α) Στὶς μέρες μας συνήθως δὲν βιώνεται καὶ δὲν προβάλλεται ἡ κενωτικὴ καὶ διακονικὴ διάσταση τῆς ἱερωσύνης ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Δίδεται μεγάλη σημασία στὶς ἐξωτερικὲς ἐντυπώσεις παρὰ στὸν «κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπο» (βλ. Α´Πέτρ. γ´ 4), ποὺ ἔχει μέγιστη ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
.           Στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου προξενεῖ ἐντύπωση ἀφ᾽ ἑνὸς τὸ θυσιαστικὸ ἦθος τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου, ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ παρορμητικὴ συμπεριφορὰ ζηλωτικῶν κύκλων, ἡ ὁποία τελικὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια.

β) Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, μαθητὴς τῶν Ἀποστόλων καὶ εἰδικότερα τοῦ Ἰωάννου Θεολόγου, διακρίθηκε ὡς ἐπίσκοπος Σμύρνης. Βάπτισε πλῆθος χριστιανῶν, ἀντιμετώπισε μὲ γενναιότητα τὶς ἀπειλὲς τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ἐπέστρεψε πολλοὺς πλανεμένους στὴν ὀρθὴ πίστη. Φιλοξένησε ἀκόμη τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο καὶ τὸν «ἀνέψυξε μεγάλως» στὸ ταξίδι του πρὸς τὴ Ρώμη. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰγνάτιος ἀργότερα τοῦ ἀπηύθυνε προσωπικὴ ἐπιστολή, στὴν ὁποία ἐκφράζει τὴν χαρά του γιὰ τὴν στερεότητα τῆς πίστεώς του καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ γιὰ τὴν συνάντηση.

γ) Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ξεπέρασε τὰ ὅρια τῆς Σμύρνης, ἀφοῦ ἐθνικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι ἀναγνώριζαν τὴν διδακτική του ἱκανότητα λέγοντας: «Οὗτος ἐστὶν ὁ τῆς Ἀσίας διδάσκαλος καὶ πατὴρ τῶν χριστιανῶν, ὁ τῶν ἡμετέρων θεῶν καθαιρέτης». Σὲ μεγάλη ἡλικία μετέβη στὴ Ρώμη, προκειμένου νὰ λύσει τὸ ζήτημα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μὲ τὸν Πάπα Ἀνίκητο. Στὴν Ἀνατολὴ τὸ Πάσχα ἑορταζόταν στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισάν. Ἀντίθετα ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες δὲν εἶχαν ἰδιαίτερη ἑορτή, ἀλλὰ τιμοῦσαν τὴν Κυριακὴ ὡς ἀναστάσιμη ἡμέρα καὶ τόνιζαν τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας.

δ) Ἡ ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε στὸ θέμα αὐτὸ αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν ἀνατολικῶν, ὁπότε ὁ Πολύκαρπος πῆγε νὰ συζητήσει τὴν διαφωνία καὶ νὰ λύσει τὴν διαφορά. Τὸ πρόβλημα δὲν διευθετήθηκε, ἀφοῦ κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν ἄλλο, προκειμένου νὰ ἀκολουθήσει τὴν δική του παράδοση. Τελικὰ τὸ θέμα λύθηκε στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὅμως ἐντυπωσιάζει ὁ εἰρηνικὸς τρόπος ἀποχωρισμοῦ τῶν δύο ἀνδρῶν. Ὅπως ἀναφέρεται, «ἐκοινώνησαν ἐαυτοῖς» καὶ ὁ πάπας Ἀνίκητος παρεχώρησε τὴν εὐχαριστία στὸν Πολύκαρπο, δηλαδὴ τὸν τίμησε, δίδοντάς του τὴν δυνατότητα νὰ προΐσταται τῆς θείας Λειτουργίας.

ε) Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἐπέστρεψε στὴ Σμύρνη καὶ συνέχιζε τὸ ἔργο του. Ἀφορμὴ γιὰ τὸ μαρτύριό του ἔδωσε ὁμάδα ζηλωτῶν μὲ ἐπικεφαλῆς κάποιον Κόιντο, ὁ ὁποῖος παρακινώντας ἄλλους ἕντεκα παρουσιάστηκε στὶς ἀρχὲς χωρὶς λόγο καὶ ὁμολόγησε τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα. Ὅπως ἦταν φυσικό, ὁδηγήθηκαν ὅλοι στὸ μαρτύριο πλὴν τοῦ ζηλωτῆ Κοΐντου, ὁ ὁποῖος τὴν τελευταία στιγμὴ θυσίασε στὰ εἴδωλα, ἀφοῦ «ἰδὼν τὰ θηρία ἐδειλίασεν»! Μὲ τὴν ἀναταραχὴ ποὺ προκλήθηκε καλλιεργήθηκε ἀντιχριστιανικὸς φανατισμὸς στὸ πλῆθος, ποὺ ζητοῦσε νὰ ἐκτελεστοῦν ὅλοι οἱ «ἄθεοι», δηλαδὴ οἱ χριστιανοί.

στ) Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁδηγήθηκε στὸν ἀνθύπατο, ὁ ὁποῖος βλέποντας τὴ σεβάσμια μορφὴ τοῦ τὸν συμπάθησε καὶ προσπάθησε νὰ τὸν ἐλευθερώσει ζητώντας νὰ βλασφημήσει ἔστω φραστικὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ σταθερότητα ὅτι 86 χρόνια διακονεῖ τὸν Κύριο καὶ δὲν ἔχει κανένα παράπονο ἀπὸ Αὐτόν.

ζ) Στὴ συνέχεια εὐχαριστώντας τὸ Θεό, διότι τὸν ἀξίωνε νὰ περιληφθεῖ στὸ χορὸ τῶν μαρτύρων, ὁδηγήθηκε στὴν πυρά. Ὅμως, ἐπειδὴ οἱ φλόγες κάνοντας καμάρες ἄφηναν ἄθικτο τὸ σῶμα του, δήμιος του ἀπέκοψε τὴν κεφαλή. Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται πασιφανὲς ὅτι ὁ ὑπεύθυνος ἐπίσκοπος μιμεῖται τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὁ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς χάνεται. Ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἐνῶ ὁ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς θυσιάζει ἄλλους, γιὰ νὰ «σώσει τὸν κόσμο».

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ «Τὸ γεγονὸς ὅτι στὶς μέρες μας, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, στρέφουμε τὴν ἐλπίδα μας στὰ νέα εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, μήπως πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλλει σὲ σκέψεις γιὰ τὴν ποιότητα τῆς πίστης καὶ τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός μας;»

γιος κα τ εδωλα

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

φημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 10.02.2013

α) «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν», λέει ὁ ψαλμωδός, «εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, ἀσήμι καὶ χρυσάφι. Στόμα ἔχουν ἀλλὰ δὲν μιλοῦν, μάτια ἔχουν μὰ δὲν βλέπουν. Ἔχουν αὐτιὰ μὰ δὲν ἀκοῦν κι οὔτε ἔχουν πνοὴ στὸ στόμα τους. Αὐτοὶ ποὺ τὰ κατασκευάζουνε κι ὅσοι σὲ κεῖνα ἐλπίζουν, ὅμοιοι μ’ αὐτὰ νὰ γίνουνε» (Ψαλμ. ΡΛΕ´ 15-18). Τὰ λόγια αὐτά, περιγραφικὰ γιὰ τὰ παλαιὰ εἴδωλα, εἶναι συνάμα προφητικὰ γιὰ τὰ νέα εἴδωλα ποὺ φιλοτέχνησαν καὶ λατρεύουν μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι.

β) Στὴν ἐποχή μας μπορεῖ οἱ πολιτισμένες κοινωνίες νὰ μὴ στήνουν ξόανα καὶ ἀγάλματα φανταστικῶν θεῶν, ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον τους εἶναι στραμμένο πρὸς νέες μορφὲς εἰδώλων. Κι αὐτά, ὅπως καὶ τὰ παλαιὰ βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχασαν τὴν πίστη τους καὶ τὴν ἐλπίδα τους στὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι ἔγιναν ὅμοιοι μὲ αὐτά. Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ καλοῦνται νὰ εἶναι «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (βλ. Ματθ. ε´ 13-14), ἐνῶ μὲ τὰ χείλη τους ὁμολογοῦν πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεό, ἡ ψυχή τους σύρεται πίσω ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς.

γ) Στὶς μέρες μας λατρεύονται νέα εἴδωλα ποὺ στήνονται στοὺς ναοὺς τῶν χρηματιστηρίων καὶ τῶν ἀγορῶν, τῶν μεγάλων τραπεζῶν καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, στοὺς ἄυλους τίτλους καὶ τὶς κερδοφόρες ἐπενδύσεις. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο θυσιάζεται στὸ βωμὸ τοῦ κέρδους καὶ κυριαρχεῖ ὁ homo economicus. Ο οκονομολόγοι στόσο, ποδέχονται πλέον τν δυναμία τους ν προβλέψουν τς οκονομικς κρίσεις κα μολογον τι γι τν κατανόηση τν κοινωνικν δεδομένων χρειάζονται κα ο νθρωπιστικς πιστμες.

δ) Ὅμως, μένουν ἀμετανόητοι, παρ᾽ ὅλο ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα οἰκονομικὴ ἀντίληψη ποὺ στηρίζεται στὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία τῆς ἀγορᾶς καὶ στὴν ὀρθολογικότητα τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἔχει ἀπομακρύνει ἀπ’ τὴν πραγματικότητα. Μπορεῖ οἱ θεωρίες τῶν οἰκονομολόγων νὰ ἐμφανίζονται κομψές, ἀλλὰ στὴν πράξη εἶναι ὀλέθριες. Θυσιάζουν ἀνθρώπινα πρόσωπα καὶ λαοὺς σὲ κάθε γωνιὰ τῆς Γῆς.

ε) Παλαιότερα στὶς μικροκοινωνίες ποὺ ἐμπνέονταν ἀπὸ τὸ μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε προσπάθεια χαλιναγώγησης τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ἀπληστίας. Στὴν πατερικὴ παράδοση γίνεται ἔντονη κριτικὴ τοῦ ἔντοκου δανεισμοῦ, καταγγέλλεται ὡς αἰτία οἰκονομικῆς ἐξαθλίωσης ἡ βαριὰ φορολογία καὶ ἡ τοκογλυφία, καὶ παγορεύεται στος κληρικος ν ποδέχονται χορηγίες γι τς νάγκες τς κκλησίας, ο ποες προέρχονται π κμετάλλευση κα δικία.

 Ϛ) Καὶ γράφονται τὰ παραπάνω μὲ ἀφορμὴ τὸ μαρτύριο τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ὁ ὁποῖος περιφρόνησε τὰ εἴδωλα τῆς ἐποχῆς του καὶ δέχθηκε τὸν ἀμαράντινο τῆς δόξης στέφανο (βλ. Α´ Πέτρ. ε´ 4). Γράφει ὁ ὅσιος Νικόδημος: «O Ἅγιος Ἱερομάρτυς Χαραλάμπης ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Σεβήρου, καὶ Λουκιανοῦ ἡγεμόνος, ἐν ἔτει ρϠη΄ (198), Ἱερεὺς τῶν Χριστιανῶν ἐν Μαγνησίᾳ τῇ πόλει. Οὗτος λοιπὸν διδάσκων τὴν στράταν τῆς ἀληθείας, καὶ κηρύττων τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, κατεδικάσθη ὑπὸ τῶν ἄνωθεν τυράννων, καὶ ἐκδύθη τὴν ἱερατικὴν στολήν, ἔπειτα ἐξέδαραν τὸ δέρμα ὅλου τοῦ σώματός του».

ζ) Ἡ αἰτία τὸ μαρτυρίου του ἦταν ὅτι ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Τοποθέτησε τὴν πίστη στὸν Χριστὸ πάνω ἀπὸ ἀξιώματα, τιμές, πλούτη ἀλλὰ κι αὐτὴ ἀκόμη τὴν ζωή του. Ἀκολούθησε τὸν σωτήριο λόγο: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). Τὸν ἔγδαραν, τοῦ κάρφωσαν καρφιὰ στὴν πλάτη, τὸν ἔβαλαν στὴ φωτιά, ἀλλὰ ὁ ἱερομάρτυς ὑπέμεινε καρτερικὰ τὰ μαρτύρια. Τὸ γεγονὸς ὅτι στὶς μέρες μας, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, στρέφουμε τὴν ἐλπίδα μας στὰ νέα εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, μήπως πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλλει σὲ σκέψεις γιὰ τὴν ποιότητα τῆς πίστης καὶ τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός μας;

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ;

πάρχει χριστιανικ εθανασία;

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 03.02.13

α) Τὰ τελευταῖα χρόνια, τόσο στὴ χώρα μας ὅσο καὶ σὲ ἄλλες χῶρες, γίνεται λόγος γιὰ τὴν εὐθανασία. Σὲ ὁρισμένες μάλιστα ἀπὸ αὐτὲς ἡ εὐθανασία ἔχει νομιμοποιηθεῖ.
Τὰ ἐρωτήματα ποὺ συχνὰ θέτονται εἶναι: Ἔχει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ κάποια ἀνίατη ἀσθένεια, τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσει πότε καὶ πῶς θὰ πεθάνει; Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλέξει ἕναν ἤρεμο θάνατο χωρὶς βάσανα καὶ πόνους; Ἔχουν οἱ γιατροὶ τὸ δικαίωμα νὰ «ἀπαλλάξουν» τοὺς ἀσθενεῖς ποῦ τὸ ἐπιθυμοῦν ἀπὸ μία ζωὴ γεμάτη ὀδύνη;

β) Ἂν κάνουμε μία σύντομη ἀναδρομή, θὰ δοῦμε ὅτι στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἡ εὐθανασία συνδέεται μὲ τὸν εὐτυχισμένο καὶ ἔνδοξο θάνατο, κι ὄχι μὲ τὴ βίαιη διακοπή του. Ὁ Διαγόρας ὁ Ρόδιος σὲ βαθιὰ γεράματα ἐξέπνευσε δοξασμένος καὶ χαρούμενος, ὅταν τὰ παιδιά του, ποὺ μόλις εἶχαν στεφθεῖ ὀλυμπιονίκες, τὸν περιέφεραν στοὺς ὤμους τους στὸ ὀλυμπιακὸ στάδιο κάτω ἀπὸ τὶς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους.

γ) Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία εὔχεται, τὰ τέλη τῆς ζωῆς νὰ εἶναι «χριστιανά», ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά. Οἱ μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετώπιζαν μὲ καρτερία τὸν θάνατο καὶ προσεύχονταν γιὰ τοὺς δημίους τους (βλ. Πράξ. ζ´54-59). Ἡ κοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ συμβάλλει στὴν ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καὶ γεννᾶ ἐσωτερικὴ πληρότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος, ὅταν συνάντησε τὸν Κύριο, πλήρης χάριτος ζήτησε νὰ πεθάνει.

δ) Γράφει ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης: «O Ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος ἔλαβε μακρὰν καὶ πολυχρόνιον ζωὴν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον. Ἐπειδὴ καὶ ἐχρηματίσθη, ἤτοι ἀπεκαλύφθη εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅτι νὰ μὴν ἰδῆ θάνατον, πρὸ τοῦ νὰ θεωρήση μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς του τὸν Δεσπότην Χριστόν. Ὅθεν, ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν ἐπροσφέρθη εἰς τὸν Ναὸν τεσσαράκοντα ἡμερῶν νήπιον, τότε ἐδέχθη αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας του. Καὶ πληροφορηθεὶς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τὰ περὶ αὐτοῦ μέλλοντα, ἔλαβε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, κατὰ τὸν ἀνωτέρω χρηματισμὸν καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐδῶ ἔχουμε δεῖγμα χριστιανικῆς εὐθανασίας.

ε) Ὅμως, ἡ ἔννοια αὐτὴ μεταφέρθηκε στὴ Δύση μὲ διαφορετικὸ νόημα. Ὁ ἄγγλος φιλόσοφος R. Bacon (13ος αἰ.), κατ’ ἄλλους ὁ Fr. Bacon (16ος -17ος αἰ.) τὴ μετέφρασαν στὰ ἀγγλικὰ ὡς euthanasia μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐπίσπευσης τοῦ θανάτου, προκειμένου νὰ τεθεῖ τέρμα σὲ μία ζωὴ γεμάτη πόνο καὶ ταλαιπωρίες. Ἡ μεταφορὰ αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴ δυτικὴ θεολογικὴ σκέψη, τὴν ἀτομιστικὴ θεώρηση τῆς ζωῆς καὶ τὴ σταδιακὴ ἐξατομίκευση τοῦ θανάτου, ἀφοῦ ἐκεῖ χάθηκε βαθμηδὸν ὁ κοινοτικὸς καὶ κοινωνικὸς χαρακτήρας του καὶ μεταβλήθηκε σὲ ταμπού.

ϛ) Ὅμως, ὁ θάνατος καὶ ἡ εὐθανασία δὲν εἶναι ἀτομικὲς ὑποθέσεις. Ἔχουν εὐρύτερες κοινωνικὲς διαστάσεις. Ἀφοροῦν τὸν ἄνθρωπο ὡς αὐτεξούσιο καὶ ἐλεύθερο πρόσωπο σὲ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Πολὺ περισσότερο ἰσχύει αὐτὸ στὸν τόπο μας ὅπου οἱ οἰκογενειακοὶ δεσμοὶ εἶναι ἰσχυροὶ καὶ διασώζεται κάποιο κοινοτικὸ πνεῦμα. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης (18ος αἰ.) στὴ μελέτη του περὶ εὐθανασίας διασώζει τὴν ἀνατολικὴ παράδοση, ποὺ στηρίζεται στὴν ἀρχαιοελληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ σκέψη.

ζ) Ὅταν γίνεται λόγος γιὰ εὐθανασία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοεῖται ἡ ἐπίγεια πορεία τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὴν ὁποία δημιουργοῦνται οἱ προϋποθέσεις καὶ διαμορφώνονται τὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου, τῆς ἀνίατης ἀσθένειας καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ διαμορφωμένη ἀντίληψη γιὰ τὸ εὖ ζῆν ὁδηγεῖ καὶ σὲ ἀνάλογη ἀντίληψη γιὰ τὸ εὖ θνήσκειν. Ὁπότε, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀσκεῖται καὶ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴ χριστιανικὴ εὐθανασία, ὅπως ὁ Ἅγιος Συμεών. Ἀκούει τοὺς λόγους τῆς προφητείας, «ἔρχομαι ταχὺ» καὶ ἀπαντᾶ, «ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22, 20).

, ,

Σχολιάστε