Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Αὐγουστίνος Καντιώτης

«YΠEΓΡΑΨΑΝ ΜE ΤO ΑIΜΑ ΤΟΥΣ. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲν βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα!»

Τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων

Ὁμιλία τoῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου

Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ.              Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή. Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὁδηγεῖ στὴν αἰώνιο ζωή. Οἱ ἄπιστοι θὰ μᾶς ποῦν· Εὔκολα τὸ λέτε, ἔχετε ὅμως ἀποδείξεις; Ἡ πίστις μας ἔχει ἄπειρες ἀποδείξεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε οἱ ἀπόστολοι, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ ζωή, ἡ διδαχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν ἀποστόλων βεβαιώνουν, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή.

* * *

.              Τὸ ἔργο δύσκολο, τὰ μέσα φτωχά. Ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς ἀποστόλους σὲ ἔργο δύσκολο. Ὅπως δύσκολο εἶνε νὰ πᾷς κόντρα μὲ τὸ ῥεῦμα, νὰ ξερριζώσης ἕνα αἰωνόβιο πλατάνι, νὰ κάνῃς τὸ βουνὸ πεδιάδα, τόσο καὶ ἀκόμη πιὸ δύσκολο ἦταν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων. Γιὰ τὸ ἔργο αὐτό, τὴν ἀνατροπὴ δηλαδὴ ὅλου τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ποιά μέσα χρησιμοποίησε ὁ Χριστός; Ὑπῆρχαν βασιλεῖς, στρατηγοί, φιλόσοφοι, πλούσιοι, ἰσχυροὶ κατὰ κόσμον· διάλεξε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανέναν γιὰ συνεργάτη του; Ὄχι. Ἂν ἔπαιρνε ἀπ᾿ αὐτούς, θὰ ἔλεγαν ὅτι μὲ τὴ δύναμί τους ἐπικράτησε. Ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις ἀρνητικές. Ἔτσι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ ὅτι ἡ νίκη της ὀφείλεται σὲ ἀνθρώπινη ὑποστήριξι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει πῶς μὲ ἀδύναμα μέσα ὁ Χριστὸς τὰ βάζει μὲ τὸν κόσμο καὶ λέει· «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά…» (Α´ Κορ. α´27). Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς, ὁ Βασίλειος Σελευκείας, λέει· Ὅπως θαυμάζεις ἕνα γιατρό, ποὺ μὲ τιποτένια μέσα κάνει τὸν ἄρρωστο καλά, ἔτσι εἶνε θαυμαστὸς ὁ Θεός, ποὺ μὲ τέτοια ὄργανα, ἀνθρώπους ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀγραμμάτους, θεράπευσε τὰ τραύματα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
.              Νέα δημιουργία. Ὅπως αὐτὸς ποὺ χτίζει σπίτι δὲ βάζει τὶς πέτρες στὴν τύχη, ἀλλὰ κάθε πέτρα ἔχει τὴ θέσι της, ἔτσι καὶ στὴν ἁγία Γραφὴ κάθε λέξι εἶνε διαλεγμένη. Ἡ ἁγία Γραφὴ λοιπόν, προκειμένου να περιγράψῃ τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, λέει στὸ 1ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐποίησε», δημιούργησε, τὰ ὄντα (Γεν. 1,1,7,16,21,25,27,31). Τὴν ίδια ὅμως λέξι χρησιμοποιεῖ καὶ στὸ 3ο κεφάλαιο τοῦ Μάρκου, ὅταν περιγράφει τὴν κλῆσι τῶν ἀποστόλων· δὲ λέει «ἐκάλεσε», ἀλλὰ λέει «ἐποίησε»· «καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ᾿ αὐτοῦ» (Μάρκ. γ´14). Δὲν χρησιμοποιεῖ τυχαίως ἢ κατὰ λάθος τὴ λέξι αὐτή. Τὸ ἔργο ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ τώρα ὁ Χριστὸς ἦταν μιὰ νέα δημιουργία. Καὶ πράγματι· τὸ νὰ πάρῃς ἕναν ἄνθρωπο μέσα ἀπ᾿ τὴ διαφθορὰ καὶ νὰ τὸν ὑψώσῃς στὴ ζωὴ τῆς χάριτος εἶνε μιὰ νέα δημιουργία. Εἶνε ἀνθρωποποιὸς ἡ θρησκεία μας, δημιουργεῖ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους. Ὑπηρέται αὐτοῦ τοῦ ἔργου θὰ ἐγίνοντο οἱ ἀπόστολοι. Δὲν ἦταν ὅμως ἕτοιμοι· ἔπρεπε κι αὐτοὶ προηγουμένως νὰ καταρτισθοῦν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔκανε σ᾿ αὐτοὺς ὁ Χριστός, τὸ νὰ τοὺς καταρτίσῃ καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ κόσμου, ἦταν κάτι δυσκολώτερο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Πνευματικοὶ ἥλιοι καὶ πνευματικοὶ ἀστέρες ἦταν αὐτοί. Λένε, ὅτι κάποιος γλύπτης εἶδε ἕνα μάρμαρο πεταμένο μέσ᾿ στὶς λάσπες. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὸ περιφρονοῦσαν, αὐτὸς τὸ πῆρε, τὸ καθάρισε, ἄρχισε νὰ τὸ δουλεύῃ, καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα μὲ τὴ σμίλη του ἔβγαλε μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἕναν ἄγγελο. Καὶ ὁ Χριστὸς πῆρε τὰ λιθάρια τὰ πεταμένα καὶ τὰ ἔκανε τοὺς «δώδεκα θεμελίους» τῆς Ἐκκλησίας του κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι (κα´14).
.              Γεῦσις οὐρανοῦ. Οἱ ἀπόστολοι ἀξιώθηκαν νὰ δοκιμάσουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ γευθοῦν τὸν οὐρανό, καὶ αὐτὴ τὴ γεῦσι μετέδωσαν. Ὅσο ἔμειναν κοντὰ στὸν Κύριο, ῥούφηξαν σὰ σφουγγάρι τὴν ἀλήθεια του, μάζεψαν τὸ ἄρωμά του. Εἶδαν καὶ ἄκουσαν θαύματα πρωτάκουστα, διδασκαλία ἀνεπανάληπτη, ἁγιότητα ποὺ «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3). Αὐτὰ θησαύρισαν στὴν καρδιά τους. Καὶ τὴ γλυκύτητα ποὺ δοκίμασαν δὲν τὴν κράτησαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Σαμψὼν εἶδε κάποτε μέσα ἀπὸ μία σιαγόνα ψόφιου λιονταριοῦ νὰ τρέχῃ μέλι. Τὸ δοκίμασε κ᾿ ἔδωσε ἀπὸ αὐτὸ καὶ στοὺς γονεῖς του νὰ γευθοῦν (Κριτ. κεφ. 14). Ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οἱ νέοι Σαμψών· βρῆκαν μέλι, καὶ εἶπαν στὸν κόσμο· «Γεύσασθε καὶ ίδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. ΛΓ´ 9).
.              Μόνο κίνητρο ἡ πίστις. Ἂν πιάσετε ἑκατὸ ἀνθρώπους στὸ δρόμο καὶ τοὺς ρωτήσετε, Γιατί τρέχετε; τί κυνηγᾶτε; θὰ δῆτε ὅτι ὁ καθένας ἔχει κάποιο ἐφήμερο σκοπό· ὁ ἕνας τὸ χρῆμα, ὁ ἄλλος τὴ δόξα, ὁ ἄλλος «οἶστρον ἀκολασίας» (τροπ. Κασ.). Οἱ ἀπόστολοι τί κίνητρο εἶχαν ὅταν διέτρεχαν τὸν κόσμο; Μήπως τὸ χρῆμα; Ψάξτε τὶς τσέπες τους. Κάποιος ἀνάπηρος ζήτησε ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν Πέτρο, κι αὐτὸς εἶπε· «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει» (Πράξ. γ´ 6). Οἱ σημερινοὶ κληρικοὶ μποροῦν νὰ ποῦν «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι»; Πῆγε στὴ Ῥώμη κάποιος ἐπισκέπτης παλαιότερα. Ὁ πάπας τοῦ ἔδειχνε τοὺς θησαυροὺς καὶ ἔλεγε μὲ καμάρι· ―Εἶχε τέτοια ὁ Πέτρος; ―Ὁ Πέτρος, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἐπισκέπτης, δὲν εἶχε αὐτά, εἶχε ὅμως κάτι ἀνώτερο· μπορεῖς ἐσὺ νὰ ἐπαναλάβῃς τὸ λόγο του, «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγειρε καὶ περιπάτει»;… Ποιό λοιπὸν τὸ κίνητρο τῶν ἀποστόλων; τὸ χρῆμα; Ὄχι. Μήπως ἡ δόξα; Ὁ Παῦλος λέει στὸ σημερινὸ ἀπόστολο· «Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ. δ´ 13). Τοὺς περιφρονοῦσαν, τοὺς κολλοῦσαν ρετσινιές. Μήπως κίνητρο ἦταν οἱ ἡδονές; Οὔτε νὰ φᾶνε οὔτε ν᾿ ἀναπαυθοῦν προλάβαιναν. «Ὑποπιάζω μου τὴν σάρκα καὶ δουλαγωγῶ» (ἔ.ἀ. θ´ 27), βεβαιώνει ὁ Παῦλος. Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ κίνητρό τους; Ἡ πίστις. Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸ ποὺ κηρύττουν εἶνε ἡ ἀλήθεια.
.              Ὑπέγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲ βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα· βγῆκε μέσα ἀπ᾿ τὸ καμίνι τῆς ζωῆς καὶ τῆς δοκιμασίας. Καὶ τέλος τὸ ὑπέγραψαν μὲ μαρτύριο, μὲ τὸ αἷμα τους. Σύμφωνα μὲ τὸ μηναῖο ὁ Πέτρος σταυρώθηκε μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ ὁ Παῦλος ἀποκεφαλίσθηκε, στὴ Ῥώμη καὶ οἱ δυό. Ὁ Ἀνδρέας ἔφθασε στὸ Βυζάντιο καὶ κατέληξε στὴν Πάτρα, ὅπου σταυρώθηκε χιαστί. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου φονεύθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρῴδου. Ὁ Φίλιππος σταυρώθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Βαρθολομαῖος σταυρώθηκε στὶς Ἰνδίες, ὅπου ἐπίσης μαρτύρησε καὶ ὁ Θωμᾶς πληγωμένος ἀπὸ λόγχες. Ὁ Ματθαῖος κάηκε ζωντανὸς στὴν Ἱεράπολι τῆς Συρίας. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου σταυρώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ὁ Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος ἢ Ἰούδας Ἰακώβου κρεμάστηκε στὴν πόλι Ἀραρὰτ καὶ ξεψύχησε ἀπὸ βέλη ποὺ τοῦ ἔρριξαν. Ὁ Σίμων ἢ Ναθαναὴλ σταυρώθηκε στὴν Ἀφρική. Ὁ Ματθίας μαρτύρησε στὴν Αἰθιοπία. Ὅλοι εἶχαν μαρτυρικὸ τὸ τέλος, ἐκτὸς μόνο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἔγραψε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψι. Ὅλοι, μὲ τὴ ζωή, τὴ διδασκαλία, τὸ ἔργο καὶ τὸ μαρτύριό τους, βεβαίωσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας.

* * *

.              Μὲ τί ἄνθη νὰ τοὺς στεφανώσουμε, ἀδελφοί μου; «Ποίοις πνευματικοῖς ᾄσμασι» νὰ τοὺς «ἐπαινέσωμεν»; (στιχ. ἑσπ. κθ´ Ἰουν.). Μαζὶ μὲ κάποιον διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας λέμε· Τί νὰ σᾶς ὀνομάσουμε, ἅγιοι ἀπόστολοι; μέλισσες; ὄρη; ποταμούς; καρποφόρα δένδρα; ἀετούς; σάλπιγγες; γεωργούς; λέοντας πῦρ πνέοντας; Ἄτλαντες; Ἐγὼ θὰ τοὺς παρομοιάσω μὲ δύο εἰκόνες. Ἡ μία εἶνε οἱ ψαρᾶδες, καὶ ἡ ἄλλη πρόβατα Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων», τοὺς εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ι´ 16). Φανταστῆτε δώδεκα προβατάκια νὰ τὰ ῥίξουν στὶς χαράδρες τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βιτσίου· οἱ λύκοι δὲ θ᾿ ἀφήσουν οὔτε κόκκαλο. Καὶ ὅμως ἐδῶ, ὄχι μόνο δὲν κατέβαλαν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὰ μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀγάπη τους μετέβαλαν τοὺς λύκους καὶ τοὺς ἔκαναν κι αὐτοὺς ἀρνιά. Καὶ πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου «Καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός» (Ἠσ. ΙΑ´ 6). Εἶνε δυνατὸν λύκος νὰ βόσκῃ μαζὶ μὲ ἀρνί; Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ἔγινε.
.              Ἂς τιμήσουμε τοὺς ἀποστόλους. Ὅταν στὸν τελευταῖο πόλεμο τ᾿ ἀεροπλάνα τοῦ Χίτλερ ἀπειλοῦσαν τὸ Λονδῖνο, ἡ Ἀγγλία σώθηκε ἀπὸ λίγους ἀεροπόρους ποὺ ἀπεμάκρυναν τοὺς Γερμανούς. Τότε ἕνας Ἄγγλος πολιτικὸς εἶπε· «Ποτέ δὲν ὠφείλοντο τόσο πολλὰ σὲ τόσο λίγους». Ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος γιὰ τοὺς ἀεροπόρους, ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει τὸ πᾶν στοὺς δώδεκα ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας.
.              Εἴθε ἡ ἱεραποστολὴ νὰ ξανανθίσῃ, ἡ πατρίδα μας νὰ γίνῃ πάλι ἔθνος ἱεραποστολικό, καὶ νέοι Πέτροι καὶ Παῦλοι νὰ τρέξουν νὰ κηρύξουν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Κυριακὴ τῶν Βαΐων (Ἰωάν. ιβ´ 1-18)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (‘Ιωάν. ιβ´ 13)

 .               Σήμερον, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, σήμερον εἶνε ἑορτὴ μεγάλη, ἔνδοξος ἡμέρα. Εἶνε δεσποτικὴ ἑορτή· εἶνε ἡ Βαϊφόρος.
Νὰ διηγηθῶ τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Τὸ ξέρετε ὅλοι. Καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόμη ποὺ πᾶνε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, κάποιος καλὸς δάσκαλος τοὺς διηγήθηκε τὴν ἱστορία τῆς σημερινῆς ἡμέρας.
.               Ὅλοι λοιπὸν γνωρίζομεν, ὅτι σὰν σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα μαζεύτηκαν χιλιάδες λαός. Λένε ὅτι, γιὰ νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα εἶχε συγκεντρωθῆ στὰ Ἰεροσόλυμα τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἕνα ἑκατομμύριο λαός! Καὶ ὅταν ὅλος ὁ λαὸς ἄκουσε ὅτι ἔρχεται ὁ Χριστός, ἀμέσως ἔγινε κάτι τὸ πρωτοφανές. Ἄφησαν τὶς δουλειές των ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄνδρες γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἀκόμη. Ἄδειασαν οἱ δρόμοι καὶ πλατεῖες εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα. Ἔγινε ἔρημος ἡ πόλις. Καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, σὰν ποτάμι, σὰν χείμαρρος, βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦνε τὸ Χριστό. Κι ἄλλοι κρατοῦσαν στὰ χέρια των βάϊα, ἄλλοι κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς, ἄλλοι στρώνανε χάμω στὸ δρόμο τὰ ροῦχα τους, γιὰ νὰ γίνουν τάπητας νὰ τὰ πατήσῃ ὁ Χριστός. Καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἐφώναζαν μὲ ὅλη τὴν ἁγνή τους καρδιά· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…» (Ἰωάν. ιβ´13). Ἔτσι τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, τὰ Ἰεροσόλυμα, ὑπεδέχθη τὸ Χριστό.
.               Ἡ ἱστορία ἀναφέρει πολλὰς ὑποδοχὰς βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων. Ἀναφέρει, ὅτι αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Ῥώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις πολλὲς φορὲς ὑπεδέχθησαν βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορας, νικητὰς καὶ θριαμβευτάς, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο ὕστερα ἀπὸ ἕνα νικηφόρο πόλεμο ἐναντίον ἰσχυρῶν ἐχθρῶν. Ἐδῶ στὴν Ἀθήνα οἱ παλαιότεροι ποὺ ἔχουν ἄσπρα μαλλιὰ θὰ θυμοῦνται, ὅτι τὸ 1913 ὅλη ἡ Ἀθήνα σὲ ἕναν ἔξαλλο ἐνθουσιασμὸ ὑπεδέχθη τότε τὸν βασιλιᾶ, ποὺ ἤρχετο νικητὴς καὶ θριαμβευτής, ὕστερα ἀπὸ δύο πολέμους ποὺ ἐδιπλασίασαν τὴν μικρά μας πατρίδα.
.               Ὑποδοχὲς λοιπὸν θριαμβευτῶν καὶ νικητῶν ἀναφέρει ἡ ἱστορία. Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ ὑποδοχές, ποὺ ἔκαναν οἱ λαοὶ γιὰ τοὺς νικητὰς καὶ θριαμβευτάς των, εἶνε πολὺ μικρὲς καὶ ὠχριοῦν μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν θριαμβευτικὴ εσοδον τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα.
.               Θά ᾿θελα νά ᾿μουν ζωγράφος. Θά ᾿θελα νά ᾿χα χρώματα ζωηρά, νὰ πάρω τὸ πινέλλο καὶ μπροστὰ στὰ μάτια σας νὰ ζωγραφίσω τὴν ὑπέροχον αὐτὴν εἰκόνα, τοῦ ἀσυλλήπτου μεγαλείου, τὴν εἰκόνα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα. Μὰ ζωγράφος δὲν εἶμαι οὔτε ποιητής, οὔτε καὶ ῥήτορας εἶμαι. Γι᾿ αὐτὸ ἀποβλέπω σὲ κάτι ἄλλο. Πρὶν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, κάτι θὰ πρέπῃ νὰ διδαχθῆτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔνδοξο ἡμέρα, τὴν Βαϊφόρον. Ὅλες οἱ λεπτομέρειες διδάσκουν. Καὶ ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες τῆς σημερινῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε μερικὰ σημεῖα.

* * *

  .                 Καὶ ἐν πρώτοις, ἂς ἐρωτήσωμεν· Πῶς εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς στὰ Ἰεροσόλυμα;
Οἱ βασιλιᾶδες, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ οἱ αὐτοκράτορες ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἄλογα ὑπερήφανα, σὲ ἄλογα ἄσπρα χρυσοστολισμένα, ἢ ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἅμαξες πολυτελέστατες. Λένε μάλιστα, γιὰ κάποιον τέτοιο βασιλιᾶ καὶ αὐτοκράτορα ὅτι, γιὰ νὰ τρομοκρατήσῃ τὸ λαὸ καὶ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸς εἶνε πιὸ μεγάλος καὶ πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ κάθε ἄλλον βασιλιᾶ, διέταξε τὸ ἁμάξι του νὰ μὴ τὸ σέρνουν ἄλογα, ἀλλὰ νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια. Φαντασθῆτε ἕνα ἁμάξι νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια, τί τρόμος ἦταν στὴ Ῥώμη. Καὶ ἄλλοι ἐκάθησαν ἐπάνω σὲ ἐλέφαντας, καὶ ἄλλοι ἐπάνω σὲ ἄγρια θηρία.
.               Ἀλλὰ κοιτάξτε, τί διαφορὰ ἔχει ὁ Χριστός μας! Εἶνε ὁ βασιλιᾶς, εἶνε ὁ ποιητὴς τοῦ παντός. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἔφτειασε τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τὰ ἄστρα· ποὺ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» (Γέν. Α´ 26). Εἶνε, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ» (δοξ. ἑσπ. Ὑπαπαντῆς).
.               Αὐτός, ἐξ ἄκρας ἀγάπης καὶ συγκαταβάσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπον, συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται τόσο πολύ, ὥστε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ζῷα νὰ διαλέξῃ ἕνα γαϊδουράκι, ἕνα «πῶλον ὄνου» (ἔ.ἀ. ιβ´ 15), καὶ ἐπάνω στὴ ῥάχι ἑνὸς τέτοιου ζῴου νὰ καθήσῃ ὁ Χριστός. Καὶ μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ὅτι πρέπει νὰ είμεθα ταπεινοὶ στὸν κόσμο αὐτόν. Μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι, ὁ «πῶλος ὄνου», ὅτι πρέπει ν᾿ ἀγαπήσωμεν τὴν ταπείνωσιν, ἂν θέλουμε νὰ είμεθα Χριστιανοί.
.               Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ «πῶλος ὄνου» δὲν διδάσκει μόνο αὐτό. Διδάσκει καὶ κάτι ἄλλο. Τί μᾶς διδάσκει; Σημαίνει τὸ ἀθῷο αὐτὸ γαϊδουράκι, ὅπως λέγουν οἱ πατέρες, τὸ ἄλογον μέρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Σημαίνει τὸ ἄγριον, τὸ πεῖσμα, τὸ πεισματάρικο «γαϊδουράκι», ποὺ κάθε ἄνθρωπος ἔχει, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸν Θεό. Θέλει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ κάνῃ τὰ κέφια του, τὰ δικά του θελήματα, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸ Χριστό.
.               Σημαίνει ἀκόμη ὄχι μόνον τὸ πεισματάρικο ἄτομον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔθνη, λέγουν οἱ πατέρες· τὰ εἰδωλολατρικὰ ἐκεῖνα ἔθνη, ποὺ ἦταν βυθισμένα μέσα στὸ πηκτὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τῆς πλάνης. Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὰ πάθη τους τοὺς εἶχαν κάνει τέτοιους, ὥστε νὰ καταντήσουν χαμηλότερα καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα ἀκόμα, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε καὶ ὁ Δαυΐδ, ὅτι «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. ΜΗ´13). Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν· ὅτι ἄνθρωπος ποὺ φεύγει ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη καὶ τὶς κακίες του, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πέφτει σιγὰ – σιγὰ ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ καὶ γίνεται χειρότερος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα.
.            Μάλιστα, ἀγαπητοί. Τὸ γαϊδουράκι αὐτό, μόλις κατάλαβε ὅτι τὸ ζητάει ὁ Χριστός, ―γιατὶ καὶ τὰ ζῷα ἔχουν κάποια διαίσθησι―, ἔτρεξε μὲ πόθο. Μὲ χαρὰ ἐδέχθη ἐπάνω στὴ ῥάχι του τὸ Χριστό. Καὶ πόσο θὰ καμάρωνε ποὺ εἶχε τὸ Χριστὸ ἐπάνω του! ὅπως εἶπα, καὶ τὰ ζῷα κάτι αἰσθάνονται.
.               Ἕνας φίλος μου ἱεροκήρυξ μοῦ ἔλεγε τὸ ἑξῆς. Κάποτε περιώδευε καὶ ἔφθασε κουρασμένος σ᾿ ἕνα χωριό. Ὅταν ἔφθασε, ἐπῆγε στὴν πλατεῖα νὰ μιλήσῃ. Δὲν ἔδειξαν μεγάλη προθυμία οἱ ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, μολονότι ὁ ἱεροκήρυξ περνοῦσε μιὰ φορὰ τὸ χρόνο· ἔπρεπε ν᾿ ἀφήσουν κάθε δουλειὰ καὶ νὰ πᾶνε ν᾿ ἀκούσουν τὰ ζωντανὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ ἱεροκήρυκας ἦταν στὴν πλατεῖα καὶ ἔβλεπε ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔχει προθυμία, ξαφνικὰ ἔρχεται καὶ σταματᾷ ἀπὸ κάτω του ἕνα πουλαράκι καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του. Ὅση ὥρα μιλοῦσε ὁ ἱεροκήρυκας, αὐτὸ δὲν κουνήθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του. Αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι στὸν ἱεροκήρυκα καὶ ἄρχισε νὰ λέγῃ· Ἦρθα στὸ χωριό σας, καὶ σεῖς ποὺ ἔχετε αὐτιά, σεῖς ποὺ ἔχετε λογικό, σεῖς ποὺ ἀκούσατε τὴν καμπάνα νὰ χτυπᾷ, δὲν ἤρθατε. Τὸ γαϊδουράκι αὐτὸ ἄφησε τὴ μάνα του, ἄφησε τὸ χορτάρι του, καὶ ἦρθε καὶ στάθηκε ἐδῶ.
.               Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα γίνονται, γιατὶ τὰ ζῷα εἶνε ἀθῷα, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος ἔχει καταντήσει ἕνας διάβολος. Τὰ ζῷα εἶνε πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἂν κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἀμφιβάλλῃ, ἂς ἀνοίξῃ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ νὰ δῇ κάτι ἀνώτερο. Βλέπουμε ἕνα γαϊδουράκι, αὐτὸ ποὺ εἶχε ὁ προφήτης Βαλαάμ, νὰ ὁμιλῇ (βλ. Ἀριθμ. ΚΒ´ 28). Ἐλάλησε τὸ γαϊδουράκι καὶ ἤλεγξε τὸν προφήτη, ποὺ ἔκανε μιὰ ἀτοπία καὶ κάποιο παράπτωμα. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει ἡ ἁγία Γραφή, ὅτι πρέπει ν᾿ ἀγαποῦμε τὰ ζῷα. Μάλιστα πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ εἶνε κάποια ἄγρια φυλὴ ποὺ ἐπίστευσε στὸ Χριστό, καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο τὰ γαϊδουράκια δὲν τὰ φορτώνουν οὔτε κάθεται κανεὶς στὰ γαϊδουράκια. Γιατὶ λένε· Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐκάθησε στὴ ῥάχι τους ὁ Χριστός, πρέπει νὰ τ᾿ ἀφήσωμε ἐλεύθερα, νὰ βόσκουν ἐλεύθερα, πέραν τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
Νά λοιπὸν τί μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι. Τὸ γαϊδουράκι ἔχει φωνὴ καὶ μᾶς φωνάζει σήμερα· Ταπεινωθῆτε, ὅπως ταπεινώθηκε ὁ Χριστός. Μᾶς φωνάζει· Ὑποταχθῆτε στὸ Χριστό· ὅπως ἐγὼ εἶχα χαρὰ ποὺ ἔφερα στὴ ῥάχι μου τὸ Χριστό, κ᾿ ἐσεῖς νὰ ὑποταχθῆτε στὸ χρηστὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ.
.                  Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι αὐτό, ποὺ μᾶς ἀναφέρει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, μᾶς ἀναφέρει καὶ κάτι ἄλλο. Κρατοῦσαν, λέει, «βαΐα» (ἔ.ἀ. ιβ´ 13).
Μὰ αὐτὰ τὰ βάϊα πότε τὰ κρατοῦσαν; Ὅταν ἤθελαν νὰ ὑποδεχθοῦν ἕνα νικητή. Τὰ βάϊα ἦταν, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, «τὰ τῆς νίκης σύμβολα». Καλά στοὺς νικητάς, ἀλλὰ γιατί νὰ ὑποδεχθοῦν μὲ βάϊα τὸν Χριστό; Ἀπὸ ποιόν πόλεμο ἦρθε; Ἐνίκησε κανένα; Μάλιστα ἐνίκησε! Ποῖον ἐνίκησε; Δὲν ἔχετε αὐτιά; Σὰν χθὲς ὁ Χριστὸς ἐπολέμησε· ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησε τὸν πιὸ μεγάλο ἐχθρό. Ἐπολέμησε ἕνα ἐχθρό, ποὺ ἅμα αὐτὸς παρουσιασθῇ, βλέπεις αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὰ στέμματα καὶ κρατοῦν στὰ χέρια τὰ σπαθιά, νὰ παραλύουν καὶ νὰ πέφτουν ἀπὸ τὰ χέρια τους τὰ μαχαίρια, τὰ σπαθιὰ καὶ ὅλα τὰ ὅπλα. Ἐνίκησε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνον ποὺ τρέμει ὁ κόσμος ὅλος. Ἐνίκησε τὸν ἀήττητον. Καὶ ἀήττητος ποιός ἦτο; Ἐπῆγε κάτω στὸν ᾅδη ὁ Χριστός. Ἐπάλεψε στῆθος μὲ στῆθος μὲ τὸ χάρο. Σὰν χθές, τὸ Σάββατο, ἐπῆγε ὁ Χριστὸς στὰ μνήματα καὶ ἐστάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν μέσα θαμμένος ἕνας τέσσερις ἡμέρες καὶ εἶχε σαπίσει. Καὶ μὲ τὴ φωνή του τὴν παντοκρατορική, μὲ τὴν φωνὴν ποὺ σείει τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, εἶπε· «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (ἔ.ἀ. ια´ 43). Καὶ ὁ Λάζαρος βγῆκε ὁλοζώντανος ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο. Εἶνε αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, ποὺ ἀποδεικνύει τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔκανε χθὲς ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔρχονται μὲ τὰ βάϊα καὶ λέγουν· Σὲ χαιρετοῦμε. Χαῖρε, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Σὺ ποὺ ἐθριάμβευσες ἐπάνω στὸν θάνατο, ποὺ ἐταπείνωνε τοὺς πιὸ μεγάλους στρατηγοὺς καὶ στρατάρχας καὶ ὑπεδούλωνε ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.               Γι᾿ αὐτὸ κρατοῦν τὰ βάϊα. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, Χριστιανοί μου· ὅπως στάθηκε ἐπάνω στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου, θὰ σταθῇ πάλιν ὁ Χριστός μας. Τὸ πιστεύομεν ἀκραδάντως. Ἄλλως, δὲν εἴμεθα Χριστιανοί. Θὰ σταθῇ ὁ Χριστὸς στὸ μνῆμα τῆς μάνας μου καὶ τῆς μάνας σου καὶ τοῦ πατέρα σου καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Θὰ σταθῇ καὶ στὰ δικά μας μνήματα καὶ θ᾿ ἀκουσθῇ ἡ φωνή· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν.
.          Αὐτὴ τὴ σημασία ἔχει ἡ ἑορτὴ ποὺ κρατοῦσαν βάϊα καὶ ἑορτάζομεν σήμερα.
.                  Ἀλλ᾿ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βάϊα μερικοὶ ἀνεβήκανε πάνω σὲ ἐλιὲς καὶ κόψανε κλαδιὰ ἐλιᾶς. Γιατί λοιπὸν ἄλλοι κρατοῦσαν βάϊα καὶ ἄλλοι κλαδιὰ ἐλιᾶς; Τί μᾶς λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω δικά μου λόγια. Τὰ δικά μου λόγια δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἐγὼ σᾶς λέγω λόγια τῶν πατέρων. Ἀπὸ ἐκεῖ παίρνω καὶ διδάσκω. Ἂν θέ᾿τε, ἀκοῦστε τα· ἂν δὲν θέ᾿τε, δική σας ἁμαρτία εἶνε. Γιατί, λοιπόν, κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς;
Ἂν διαβάζετε ἁγία Γραφή, θὰ δῆτε ὅτι κάπου ἀναφέρεται ἡ ἐλιά. Ἡ ἐλιὰ εἶνε ἕνα ἱερὸ φυτό. Ἡ ἐλιὰ συμβολίζει πολλὰ πράγματα. Ὅταν ὁ Νῶε ἄνοιξε τὴ θυρίδα τῆς κιβωτοῦ καὶ ἔδιωξε τὸ περιστέρι, τὸ περιστέρι πέταξε, διέγραψε κύκλους κύκλους, ἀλλὰ παντοῦ συνήντησε πτώματα. Δὲν εἶνε κοράκι τὸ περιστέρι, νὰ κάθεται στὰ πτώματα, ἀλλὰ νά το πάλι γύρισε κουρασμένο. Ἄνοιξε τὴν θυρίδα ὁ Νῶε, τὸ ἔπιασε καὶ τὸ ἔβαλε μέσα. Ἀλλὰ ὅταν διὰ δευτέραν φορὰν ἔστειλε τὸ περιστέρι καὶ πέταξε πάνω στὴ γῆ, παρουσιάστηκαν τὰ δέντρα. Τὰ νερὰ εἶχαν χαμηλώσει, καὶ τότε τὸ περιστέρι ἔκοψε ἕνα κλαδάκι ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ τὸ ἔφερε μὲ τὸ ῥάμφος του (βλ. Γέν. Η´11). Καὶ ὁ Νῶε ἐδάκρυσε καὶ εἶπε· Δόξα σοι, ὁ Θεός· ἔπεσαν τὰ νερά, φάνηκαν οἱ κορυφές, φάνηκαν τὰ ἄνθη… Καὶ εἶνε πιὰ ἡ ἐλιὰ τὸ σύμβολο τῆς εἰρήνης. Σημαίνει ἡ ἐλιὰ τὴν εἰρήνη. Σημαίνει χαρὰ καὶ εἰρήνη.
Ὁ ὄχλος ποὺ ὑποδέχθηκε τὸν Χριστό, κρατοῦσε ἐλιὰ στὰ χέρια του, γιὰ νὰ πῇ· Χριστέ, σὺ μόνον εἶσαι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης· σὺ εἶσαι ὁ Θεὸς ποὺ σκορπᾷς στὸν κόσμο τὰ πλούσια αὐτὰ ἀγαθά σου.
.               Περάσανε, ἀπὸ τότε ποὺ κρατοῦσε ὁ λαὸς στὰ χέρια του κλαδιὰ ἐλιᾶς καὶ φωνάζανε «ζήτω!», τόσα χρόνια, καὶ ὁ κόσμος διψάει εἰρήνη. Τίποτε ἄλλο δὲν διψάει περισσότερο σήμερα ὁ κόσμος ὅσο τὴν εἰρήνη. Τὴν εἰρήνη δός μας, Χριστέ· τὴν παγκόσμια εἰρήνη. «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», εὔχεται ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ἐλιὰ λοιπόν, ποὺ κρατούσανε, εἶνε τὸ σύμβολον μιᾶς εἰρήνης, τῆς εἰρήνης ἐκείνης τὴν ὁποία δὲν θὰ τὴν φέρουν τὰ συνέδρια τὰ μεγάλα, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης τὴν ὁποίαν θὰ τὴν φέρῃ μόνον ὁ Χριστός, ἐὰν ὅλοι μας, ἐὰν ὅλοι μας ὑποταχθοῦμε εἰς τὸ ἅγιόν του θέλημα.
.                  Κάτι ἀκόμη καὶ τελειώνω. Εἶπα γιὰ τὸν πῶλον τοῦ ὄνου, εἶπα γιὰ τὰ βάϊα, εἶπα γιὰ τὰ κλαδιὰ τῆς ἐλιᾶς. Δὲν εἶπα κάτι ἄλλο.
.               Εἴδαμε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἁπλοϊκὸς λαός, ποὺ τόσον ἀγαποῦσε τὸ Χριστό, ἔβγαζε τὰ ροῦχα του καὶ τὰ ξάπλωνε κάτω, σὰν περσικὸ τάπητα, γιὰ νὰ περάσουν ἐπάνω καὶ νὰ τὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας. Μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὴ τὴ σκηνή, μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὸ τὸ λαό, ποὺ δὲν εἶχε τάπητας, ἀλλὰ ἔβγαλε τὰ ροῦχα γιὰ νὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ;
.               Μὰ τί σημαίνουν αὐτὰ τὰ ροῦχα, τὰ «ἱμάτια»; Γιατί τ᾿ ἀναφέρει στὴ σημερινὴ ἑορτὴ τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 21,8· Μᾶρκ. 11,8· Λουκ. 19,36); Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ὁ ἀπόστολος τὸ λέγει.
.               Κ᾿ ἐσὺ ἔχεις νὰ βγάλῃς ἕνα ροῦχο. Κ᾿ ἐσύ, γυναίκα, παιδί… Καὶ ὅλοι μας ἔχομε νὰ βγάλωμε ἕνα ροῦχο. Τὸ ροῦχο τὸ βγάζεις καὶ τὸ βάζεις στὴ μπουγάδα. Ἀλλὰ ἔχεις ἕνα ροῦχο ποὺ τὸ ἔχεις μέρες, χρόνια, καὶ εἶνε βρωμερὸν καὶ ἀκάθαρτον.
Ἔλα, Χριστιανέ μου. Ἔχεις τὸ μαῦρο πουκάμισο τῆς κολάσεως, τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς, τὸ ὁποῖο κόλλησε μὲ τὴ σάρκα σου, μὲ τὸ εἶναι σου, μὲ τὴν ψυχή σου. Γι᾿ αὐτὸ σὲ καλεῖ τώρα ἡ Ἐκκλησία, νὰ τὸ βγάλῃς τὸ βρωμερὸ πουκάμισο καὶ νὰ τὸ πᾷς στὸ πλυντήριο γιὰ νὰ τὸ πλύνῃς.
.              Γιατὶ καὶ τὰ καθαρώτερα ροῦχα νὰ βάλῃς, καὶ τὸ κορμί σου ν᾿ ἀρωματίσῃς, ἂν δὲν βγάλῃς τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς τόσα χρόνια, σοῦ τὸ λέγω ἐνώπιον Κυρίου, τὸ πουκάμισο τῆς κολάσεως, τῆς μοιχείας, τῆς πορνείας, τῆς ψευτιᾶς, τῆς ἀτιμίας· ἐὰν δὲν τὸ βγάλῃς καὶ τὸ πετάξῃς γιὰ νὰ τὸ πατήσῃ ὁ Χριστός μας, Χριστιανὸς δὲν εἶσαι.
Διαβάστε πρὸς Κολασσαεῖς (γ´ 9)· «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον…». Γδυθῆτε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, καὶ ἐνδυθῆτε τὸν νέον… Καὶ θὰ ἀκούσωμεν τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως στὴν θεία λειτουργία ―ὅσοι μένομεν, γιατὶ ἀδειάζει ἡ ἐκκλησία τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ εἶνε αὐτὸ μεγάλη ἁμαρτία―, θ᾿ ἀκούσωμε· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα». Ὅσοι, λέγει, πιστεύσανε στὸ Χριστό, βγάλανε τὸ πουκάμισο τῆς ἁμαρτίας καὶ φορέσανε τὴ λαμπρὰ στολή, τὸ ἔνδυμα τῶν πριγκίπων καὶ βασιλέων ποὺ δίδει ὁ Χριστὸς σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ πιστεύει καὶ εἰλικρινῶς ἀκολουθεῖ αὐτόν.

*  *  *

  .               Ἀδελφοί μου, δὲν τελείωσα. Ἄ, ξέχασα. Συγχωρέστε μου. Ἀφήνω τὰ ροῦχα ποὺ ἔστρωναν, ἀφήνω τὰ βάϊα, ἀφήνω τὰ κλαδιά, ἀφήνω τὸ πουλαράκι καὶ ἀκούω, ὤ τί ἀκούω! Μουσικὴ ἀκούω. Τί μουσικὴ εἶνε αὐτή; λέγει κάπου ἱερὸς Φώτιος· τί ἀκούω; «Ὡσαννά…» (Ἰωάν. ιβ´ 13). Ποιοί τὰ ψάλλουνε; Τὰ ἀηδόνια κελαϊδοῦνε; Ποιοί ψάλλουνε; Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ μεγάλοι; Ποιοί; Τὰ ἀθῷα παιδάκια! Αὐτὰ ἦταν πιὸ κοντὰ στὸ Χριστό. Σὰν τ᾿ ἀηδόνια, πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, τραγουδοῦσαν· «Ὡσαννά…» (ἔ.ἀ. ιβ´ 13). Τ᾿ ἄκουσε ὁ οὐρανὸς καὶ χάρηκε. Τ᾿ ἄκουσαν οἱ ἄγγελοι καὶ χάρηκαν, ἀλλὰ τ᾿ ἄκουσε καὶ ὁ διάβολος καὶ ἐπικράνθηκε. Ἄκου, λέει, τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ φθάσουν σὲ τέτοια ὕψη, νὰ ψάλλουν στὸ Χριστό!… Καὶ ἀμέσως λοιπὸν ἔβαλε τὰ ὄργανά του, τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους, καὶ σήμερα ἐπήρανε ἀπόφασι νὰ ἐκτελέσουν τὸ Χριστό. Πιάσανε τὰ ῥαβδιὰ οἱ φαρισαῖοι καὶ κυνηγούσανε τὰ παιδιὰ τὰ ἀθῷα. Σὰν τοὺς πατεράδες τοὺς ἀπίστους τῆς γενεᾶς μας. Πρέπει οἱ πατέρες καὶ μητέρες νὰ παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὰ τέκνα στὸ ναό, κι ὄχι ὁ δάσκαλος. Ἀλλὰ ποῦ τώρα αὐτό; Ἄλλαξε ὁ κόσμος. Ἀπ᾿ τὸ χέρι στὸν κινηματογράφο, ναί· στὸ ναό, ὄχι.
.               Σὰν τοὺς ἀπίστους πατεράδες ποὺ μὲ τὰ ῥαβδιὰ κυνηγοῦνε τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τὰ διώξουν ἀπὸ τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα. Ἔτσι καὶ αὐτοὶ οἱ φαρισαῖοι τὴν ἡμέρα ἐκείνη μὲ τὰ ῥαβδιὰ κυνηγοῦσαν τὰ παιδιὰ ποὺ φωνάζανε τὰ «Ὡσαννά…». Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε κάτι λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ γιὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Τί τοὺς εἶπε ὁ Χριστός; «Καὶ ἂν ἀκόμη τὰ παιδιὰ σιωπήσουνε, καὶ ἂν ἀκόμη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σιωπήσουνε, καὶ ἂν βουβαθῇ ὁ κόσμος, οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε κι αὐτὲς ἀκόμα θὰ φωνάξουνε» (βλ. Λουκ. ιθ´ 40).
.               Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια ὁ Χριστός. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἀδειάσουμε τὶς ἐκκλησίες, καὶ ἂν ἡμεῖς τὸν ἀρνηθοῦμε, καὶ ἂν ἡμεῖς γίνωμεν ἀντίχριστοι, ἐπάνω τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ σφαῖρες καὶ τὰ λουλούδια καὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱ ἄβυσσοι καὶ οἱ τάφοι θὰ φωνάξουν· «Εἷς ἅγιος…»· αὐτὸν ὑμνεῖτε, αὐτὸν ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

AΓΟΡΑΣΤΕ ΑΣΥΡΜΑΤΟ! (Κυρ. Θ´Ματθ.)

KYPIAKH Θ΄  MATΘAIOY

 ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

AΓΟΡΑΣΑΤΕ ΑΣΥΡΜΑΤΟ!

«Καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. ιδ´ 30)

.                Γιὰ ἕνα θαῦμα μᾶς μιλᾷ σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Γιὰ ἕνα θαῦμα, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα. Τὰ ἄλλα θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς ἔγιναν στὴν ξηρά, ἐνῷ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔκανε στὴν ἀφρισμένη θάλασσα.

.                Ἦταν ἡλιοβασίλεμα. Οἱ μαθηταὶ μπῆκαν σ᾿ ἕνα ἁλιευτικὸ πλοῖο μόνοι τους. Ἡ θάλασσα ἦταν ἤρεμη. Σύννεφο δὲν ὑπῆρχε, ἀέρας δὲν φυσοῦσε. Τὸ ταξίδι ἦταν εὐχάριστο. Ἀλλὰ ὑπάρχει πιὸ ἄστατο πρᾶγμα ἀπὸ τὴ θάλασσα; Κάποια στιγμή, ἐνῷ ταξίδευαν καὶ πλησίαζαν μεσάνυχτα, ἄλλαξε ὁ καιρός. Φύσηξε ἀέρας. Ὁ ἀέρας δυνάμωσε, ἔγινε θύελλα. Σηκώθηκαν τεράστια κύματα, καὶ τὸ πλοιάριο ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ. Καὶ δὲν φτάνει αὐτό· ξαφνικὰ βλέπουν κάτι νὰ κινῆται, κάτι νὰ σαλεύῃ, νὰ προχωρῇ σιωπηλό, καὶ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τους. Οἱ μαθηταὶ φοβήθηκαν. Φάντασμα! φώναξαν. Μὰ δὲν ὑπάρχουν φαντάσματα.
.                Ὅταν ἡ σκιὰ πλησίασε ἀκόμα περισσότερο, τότε ἄκουσαν τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ· «Ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. 14,27). Ἦταν ὁ διος ὁ Χριστός, ποὺ περπατοῦσε πάνω στὰ ἄγρια κύματα. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε. Δὲν ὑπάρχει «πῶς;». Ὅπου θέλει ὁ Θεός, «νικᾶται φύσεως τάξις».
.                Δὲν περπάτησε ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἐπάνω στὰ κύματα μόνο ὁ Χριστός. Ἔδωσε τὴ δύναμί του ὥστε καὶ ὁ Πέτρος ὁ μαθητής του νὰ περπατήσῃ ἐπάνω στὰ ἀφρισμένα κύματα. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ὅταν ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ βουλιάζῃ, φώναξε· «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30). Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἅρπαξε ἀπ᾿ τὸ χέρι, τὸν ἀνέσυρε ἀπ᾿ τὰ νερά, καὶ τοῦ λέει· «Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (ἔ.ἀ. 14,31). Μετὰ πλησίασε κι ἀνέβηκε στὸ πλοιάριο ὁ Χριστός. Καὶ μόλις τὰ ἅγιά του πόδια πάτησαν στὸ κατάστρωμα, σὰν μὲ μαχαίρι κόπηκε ἡ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ἔγινε γαλήνη μεγάλη. Ὅσοι ἤτανε μέσα στὸ πλοῖο, πέσανε στὰ γόνατα καὶ τοῦ εἶπαν· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ», Εἶσαι πράγματι Θεός (ἔ.ἀ. 14,33).

* * *

.                Τὸ θαῦμα αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους. Ὅπως οἱ μαθηταὶ τὴ νύχτα ἐκείνη κινδύνευαν μέσα στὴ θάλασσα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, κι ὅταν ἀκόμα δὲν είμαστε στὴ θάλασσα καὶ στὰ πελάγη, κινδυνεύουμε. Γιατὶ ἡ ζωή μας εἶνε μιὰ θάλασσα, μιὰ ἄστατη καὶ ἀφρισμένη θάλασσα.
.                Ὁ ἄνθρωπος, ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του μέχρις ὅτου πάῃ στὴν ἄλλη μάνα, τὴ γῆ· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννηθῇ μέχρις ὅτου κλείσῃ τὰ μάτια του στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, ἡ ζωή του ὅλη εἶνε συνυφασμένη μὲ τὸν κίνδυνο. Ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριὲς κινδυνεύει. Κινδυνεύουν τὰ μικρὰ παιδιὰ μέσα στὶς κούνιες. Κινδυνεύουν οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες. Κινδυνεύουν οἱ γυναῖκες. Κινδυνεύουν οἱ ἄνδρες. Κινδυνεύουν οἱ φτωχοὶ καὶ μικροί. Κινδυνεύουν οἱ μεγάλοι καὶ τρανοί. Ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις κι ὅσο πιὸ πολλὰ ἀξιώματα ἀποκτᾷς, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις.
.                Μὴ πῇς· Ἄ, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει κίνδυνος, γι᾿ αὐτὸ θὰ πάρω τὸ ἀεροπλάνο καὶ θὰ πάω μακριά, νὰ κρυφτῶ… Μὴ πιστέψῃς, ὅτι μπορεῖς νὰ βρῇς κάπου ἀσφάλεια. Πολλὲς φορὲς ἐκεῖ ποὺ νομίζεις ὅτι ὑπάρχει ἀσφάλεια, ἐκεῖ παραμονεύει ὁ κίνδυνος. Πόσες φορὲς ναυτικοί, ποὺ γλύτωσαν ἀπὸ ἄγριες θάλασσες, πνιγήκανε μέσα σὲ λιμάνια, σὲ μιὰ κουταλιὰ νερό. Παντοῦ παραμονεύει ὁ κίνδυνος.
.                Κινδυνεύει ὁ ἄνθρωπος σωματικῶς. Κινδυνεύει ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες. Ὁ ἀτμοσφαιρικὸς ἀέρας εἶνε γεμᾶτος μικρόβια, ἀναρίθμητα μικρόβια. Ἀγωνίζεται ἡ ἐπιστήμη, γιὰ νὰ τὰ νικήσῃ. Ξαγρυπνᾷ, γιὰ νὰ βρῇ τὰ φάρμακα. Ἀλλὰ μόλις νικήσῃ τὸ ἕνα μικρόβιο, παρουσιάζεται ἄλλο… Κινδυνεύει ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Ἀπὸ τὸν κεραυνό, ἀπὸ τὶς πλημμύρες τῶν ποταμῶν, ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τῶν θαλασσῶν, ἀπὸ τοὺς σεισμούς…
.                Κινδυνεύει ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πνευματικῶς. Κινδυνεύει ἀπὸ τὸ σατανᾶ. Τὸ ἀόρατο πνεῦμα, ποὺ ἁπλώνει τὰ δίχτυα του παντοῦ γιὰ νὰ ψαρέψῃ κόσμο στὰ ῥεύματά του καὶ στὶς ἰδέες του. Δυστυχῶς δὲν τὸ καταλάβαμε αὐτὸ οὔτε ἐμεῖς ποὺ φορᾶμε τὰ ῥάσα.
.                Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν φοβᾶμαι αὐτά. Κι ἀπὸ τὸ σατανᾶ, κι  ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, κι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως χειρότερος εἶνε… ὁ ἄνθρωπος! Αὐτόν ἐγὼ φοβᾶμαι. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἄπιστος καὶ ἄθεος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἱερὸ καὶ ὅσιο, αὐτός εἶνε ἀγριώτερος ὅλων. Καὶ σήμερα ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ θὰ μᾶς κάνῃ ―νὰ τὸ θυμᾶστε―, νὰ μὴ θέλῃ ὁ ἕνας νὰ βλέπῃ τὸν ἄλλο. Κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ στοὺς δικούς μας.
.                Κινδυνεύουμε ὅμως πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸν διο τὸν ἑαυτό μας! Ναί, ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ τὸν ἔχουμε τόσο κοντά μας. Ὅσο κακὸ μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του, δὲν μποροῦν νὰ τοῦ κάνουν ὅλοι οἱ διαβόλοι. Δὲ᾿ μοῦ λέτε, μικρὸ κακὸ κάνει αὐτὸς ποὺ εἶνε ἀλκοολικὸς καὶ καίει τὰ σπλάχνα του; Μικρὸ κακὸ κάνει ὁ ὀργίλος, ποὺ σὲ μιὰ στιγμὴ θυμοῦ παθαίνει συγκοπὴ καρδίας; Μικρὸ κακὸ κάνει ὁ πλεονέκτης καὶ ἅρπαγας; Μικρὸ κακὸ κάνουν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ στὸν ἑαυτό τους;
.                Εἴμεθα λοιπὸν ὁ καθένας σὰν ἕνα καραβάκι μέσα σὲ κίνδυνο μεγάλο.

* * *

―Μά, θὰ μοῦ πῆτε, ὅπως μᾶς τὰ λὲς μᾶς ἀπογοήτευσες· μᾶς ἔφερες πανικό.

Ὄχι, δὲν σᾶς φέρνω πανικό. Μέσα σὲ χίλιους διαβόλους, μέσα καὶ στὴν πιὸ σατανικὴ γενεά, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂς σείεται ἡ γῆ, ἂς φουσκώνουν τὰ ῥεύματα, ἂς πέφτουν οἱ κεραυνοί, ἂς τρέμουν τὰ ἄστρα· ἕνας ἐδῶ κάτω στὴ γῆ μένει ἀτρόμητος. Ποιός εἶνε; Ὁ πιστός! Ποιό εἶνε ἐκεῖνο, ποὺ θὰ μᾶς κρατήσῃ ἐπάνω στὴ φλούδα τῆς γῆς ἄφοβους. Τί εἶνε ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ πίστις! Ποιά πίστις; Ἡ πίστις ὄχι ἡ χλιαρὰ καὶ μικρή, ὄχι ἡ ὀλιγοπιστία, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ πίστις. Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος δὲν φύτρωσε ἔτσι· ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ ἔκανε ὁλόκληρο τὸν κόσμο· καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας, ποὺ φροντίζει ὅπως ὁ πατέρας γιὰ τὸ παιδί. Ἡ πίστις, ὅτι ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ ὅλα· ὅτι ὑπάρχει ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ὅτι χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν πέφτει ἕνα πουλάκι νεκρὸ στὴ γῆ, δὲν πέφτει ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ δέντρο. Ἡ πίστις, ὑπεράνω ὅλων, ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ ἔστειλε τὸν μονογενῆ του Υἱὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ, καὶ φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ περιπάτησε καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνελήφθη, καὶ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἡ πίστις εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, αὐτή θὰ μᾶς σώσῃ.
.                Πιστεύομε; Ἂν πιστεύαμε, ὅπως ἡ γενεὰ τῶν προγόνων μας, ἡ γενεά τοῦ ᾿21, ἡ πατρίδα μας θὰ ἦταν παράδεισος. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ εχαμε μῖσος καὶ φθόνο. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ τρέχαμε στὰ δικαστήρια νὰ παλαμίζουμε τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τιποτένια καὶ εὐτελῆ πράγματα. Ἂν πιστεύαμε, θὰ εχαμε τὸ γάμο ψηλά, καὶ δὲν θὰ τὸν κάναμε ἐμπόριο καὶ συναλλαγή. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ἦταν ἡ Ἑλλάδα γεμάτη ἀπὸ ζεύγη παράνομα. Γέμισε ἡ πατρίδα μας παράνομα ζεύγη. Στὰ παλιὰ εὐλογημένα χρόνια, μέσα σ᾿ ἕναν αἰῶνα, δὲν ἔβγαινε οὔτε ἕνα διαζύγιο· καὶ τώρα, μέσα σὲ ἕνα χρόνο, ἡ φάμπρικα τοῦ διαβόλου βγάζει χιλιάδες διαζύγια!

.                Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ἄλλαζε ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα ὅπως ἀλλάζει τὸ πουκάμισό του, καὶ δὲν θὰ ἄλλαζε ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα ὅπως ἀλλάζει τὴ ῥόμπα της. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ζούσαμε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀθλιότητα. Ἂν πιστεύαμε στὸ Θεὸ καὶ τιμούσαμε τοὺς ἁγίους, θὰ εχαμε ζωντανὴ τὴν πίστι μας.

* * *

.                Ἀδέλφια μου! Ζοῦμε σὲ χρόνια ἐπικίνδυνα. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Μιὰ συμβουλὴ θὰ σᾶς δώσω καὶ τελειώνω.
.                Τὰ καράβια, ὅταν ταξιδεύουν, ἔχουν ἀσύρματο. Κι ὅταν ἕνα πλοῖο κινδυνεύῃ, ἀμέσως ἐκπέμπει σῆμα ΣΟΣ· Σώσατε τὰς ψυχάς μας! Ὅπως λοιπὸν κάθε καράβι ἐν ὥρᾳ κινδύνου σημαίνει συναγερμό, ἔτσι κ᾿ ἐσεῖς. Ὅσοι πιστοί, στῶμεν καλῶς! Μέσα στὴ φουρτούνα τῆς ζωῆς, ἀγοράστε ἀσύρματο, ἀσύρματο ποὺ θὰ σᾶς ἑνώσῃ μὲ τὸν οὐρανό. Ἀπὸ ᾿κεῖ θὰ ἔλθῃ ἡ βοήθεια. Καὶ ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ ἀσύρματος; Εἶνε ἡ προσευχή. Εἶνε οἱ δύο λέξεις ποὺ εἶπε ὁ Πέτρος· «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30).
.                Κάθε φορὰ ποὺ κινδυνεύουμε, ετε σὰν ἄνθρωποι, ετε σὰν οἰκογένεια, ετε σὰν ἔθνος, ἂς βάζουμε μπροστὰ τὸν ἀσύρματο· ἂς προσευχώμεθα. Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἂς πέσουμε στὰ γόνατα καὶ ἂς ποῦμε σὰν τὸν Πέτρο· «Κύριε, σῶσόν με», «Κύριε, σῶσόν με». Καὶ ὁ μεγάλος Θεός μας θ᾿ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ καὶ θὰ μᾶς σώσῃ. Καὶ θὰ τὸν ὑμνοῦμε καὶ θὰ τὸν δοξάζουμε εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.

† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας

Αὐγουστῖνος

[ἱ. ναὸς Προφ. Ἠλιού Καστέλλας – Πειραιῶς 7-8-1960]

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

(ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ
τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ποὺ  ἐκφωνήθηκε εἰς ὁλονυκτία εἰς Ἱ. Ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου
εἰς Κυνοσάργους Ἀθηνῶν, στὶς 14/15-8-1960

ΚΟΙΜΗΣΗ ΘΚΟΥ.               Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε ἐκείνη ποὺ ὑμνοῦν γενεαὶ γενεῶν. Εἶνε ἐκείνη ποὺ ἐγκωμίασε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ὑμνητὰς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε ὁ χρυσὸς κρίκος τῆς κτίσεως τῆς ὁρατῆς μὲ τὴν ἀόρατον. Εἶνε ἡ γέφυρα ἡ ὁποία ἑνώνει τὴν γῆν μὲ τὰ οὐράνια. Εἶνε ὁ «ἡλιοστάλακτος θρόνος», εἶνε ἡ «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Εἶνε ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. 1,14). Μόνον ἀγγελικαὶ γλῶσσαι μποροῦν νὰ ὑμνήσουν τὸ μεγαλεῖον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
.               Ἡ Ἐκκλησία μας ἡ Ὀρθόδοξος διαφέρει ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀξίαν ἀποδίδουν εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἀλλὰ θεωροῦν αὐτὴν ὡς μίαν γυναῖκα ἐκ τῶν πολλῶν. Ἡ ἁγία, λέγω, ἡμῶν Ἐκκλησία μὲ ὕμνους, παρακλήσεις, μὲ ἑορτὰς τὰς ὁποίας ἐθέσπισε πρὸς τιμήν της, τὴν γεραίρει καὶ τὴν τιμᾷ. Πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου ἔχει θεσπίσει τὰς θεομητορικὰς ἑορτάς. Καὶ πρώτη ἑορτή, ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν, εἶνε τὸ Γενέσιον (δηλαδὴ τὰ γενέθλια) τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα ὡς γνωστὸν ἑορτάζομεν εἰς τὰς 8 Σεπτεμβρίου. Μετὰ τὰ γενέθλια ἔχομε μίαν ἄλλην ἑορτὴν εἰς τὰς 21 Νοεμβρίου, τὰ Εἰσόδια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ μετὰ ἔρχεται μιὰ ἄλλη ἑορτή, ἡ ὁποία συγκινεῖ βαθύτατα τὸ πανελλήνιον, διότι εἶνε συνυφασμένη μὲ τὴν ἐθνικήν μας ἑορτήν· εἶνε ἡ 25η Μαρτίου, ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Καὶ μετὰ ἔρχεται τὸ τέλος. Διότι ὅλα ἔχουν τέλος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Ἔρχεται τὸ τετέλεσται, ἔρχεται ἡ κοίμησις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Πρὸς τιμὴν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τελεῖται καὶ ἀγρυπνία εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦτον.
.               Θὰ ἐξετάσωμεν, ποῖα διδάγματα δυνάμεθα ἡμεῖς ν᾿ ἀποκομίσωμεν ἀπὸ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Διότι νομίζω δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ στὴν ἐκκλησία ν᾿ ἀσπαζώμεθα τὴν ἁγίαν αὐτῆς εἰκόνα, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ν᾿ ἀνάπτωμεν τὰς κανδήλας καὶ τὰ κηριά, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὰ μυστήρια τῆς ἑορτῆς καὶ ν᾿ ἀντλήσωμεν διδάγματα ὠφέλιμα διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ὠφέλιμα διὰ τὰ σπίτια μας, ὠφέλιμα διὰ τὴν κοινωνίαν μας. Θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχω πρόθυμον τὴν ἀκοὴν ὑμῶν εἰς ὁμιλίαν ταύτην.

* * *

.               Ἀγαπητοί. Ἐκ τῶν εὐαγγελίων γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἦτο παροῦσα κατὰ τὴν σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ. Ἦτο ἐπίσης παροῦσα κατὰ τὴν ἀνάστασιν καὶ ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου, καὶ κατ᾿ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Πεντηκοστήν. Ἐπίσης δὲ παροῦσα τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὅμιλος τῶν μαθητῶν, ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ἐξέλεξε τὸν Ματθίαν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ προδότου Ἰούδα. Ἔκτοτε τὰ Εὐαγγέλια καὶ αἱ Πράξεις καὶ τὰ ἄλλα ἀρχαῖα κείμενα τῆς ἐκκλησίας τῆς καινῆς διαθήκης σιωποῦν. Ὅσα θὰ σᾶς είπω παρακάτω, δὲν τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διήγησι, δὲν τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ μιὰν ἄλλην πηγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Διότι καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· αὐτοὶ μόνον τὸ Εὐαγγέλιον ἔχουν, ἡμεῖς δὲ ἐκτὸς τοῦ Εὐαγγελίου ἔχομεν καὶ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Ἡ ἱερὰ ἡμῶν παράδοσις, στὴν ὁποία ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύομεν ἀκραδάντως, συμπληρώνει τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἄφηκεν  ἡ εὐαγγελικὴ διήγησις. Τί μᾶς λέγει λοιπὸν ἡ ἱερὰ παράδοσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου; Μᾶς λέγει τοῦτο. Ὅτι μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος εἶχε μιὰν ὡραίαν συνήθειαν. Ποιά συνήθεια εἶχε.
.               Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, στὰ παλαιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, ὅπως τώρα ξεχύνονται σὰν ποτάμι τῆς κολάσεως στὶς πλατεῖες, στὰ μεγάλα κέντρα, νὰ κάνουν τοὺς περιπάτους τους, οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων ξέρετε ποῦ κάνανε τὸν περίπατό τους κι ἀναπνέανε καθαρὸν ἀέρα; Ἐκάνανε τὸν περίπατό τους στὰ νεκροταφεῖα, στοὺς τάφους, ἰδίως δὲ τὰς Κυριακὰς καὶ μεγάλας ἑορτάς. Ὅπως τώρα τρέχουν στὸ ποδόσφαιρο καὶ στὶς θάλασσες, ἔτσι οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων εἴχανε ὡς θελκτικώτατον τόπον, ὡς τόπον μεγάλων σκέψεων καὶ ἡρωϊκῶν ἀποφάσεων, ὡς τόπον πραγματικῆς φιλοσοφίας καὶ μεταρσιώσεως πρὸς τὰ ἄνω, εἴχανε τὰ νεκροταφεῖα, τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν.
.               Ἡ ὑπεραγία λοιπὸν Θεοτόκος ἔκανε αὐτὸ τὸ ἔθιμο. Διότι μετὰ τὴν ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ, μέσα εἰς τὴν καρδίαν της ὑπῆρχε ἕνα καὶ μόνο πρόσωπο. Ὑπῆρχε τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ ἐγαλούχησε ἐκ βρέφους. Ὑπῆρχε τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησε καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Ὑπῆρχε μέσα εἰς τὴν καρδίαν της ὁ ἀγαπητὸς τῶν ἀγαπητῶν, ὑπῆρχε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἐὰν κάθε μάνα ἀγαπάῃ τὸ παιδί της, ποὺ ἔχει τόσα ἐλαττώματα, καὶ παρ᾿ ὅλα τὰ ἐλαττώματα ποὺ ἔχει ἡ καρδιὰ τῆς μάνας ἀγαπάει τὰ παιδιά της, φαντασθῆτε ποιά ἀγάπη, σὲ ποῖο ὕψος καὶ σὲ ποῖο μῆκος καὶ ἔντασιν αἰσθημάτων ἱερῶν, ἦταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγάπην της πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν μονογενῆ. Ὁ Υἱός της ὁ μονογενής, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ βασιλεὺς τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων, ὁ τιμιώτατος Λόγος, ὁ ὑπέρθεος Λόγος, ὁ Κύριος, ἧταν ὁ ἄξων, ὁ μυστικὸς ἄξων, πέριξ τοῦ ὁποίου περιεστρέφετο ὁλόκληρος ὁ συναισθηματικὸς κόσμος, ὁ πλούσιος συναισθηματικὸς κόσμος, τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Κύριος ἧταν τὸ ἄλφα καὶ ὠμέγα τῆς ζωῆς της. Ὁ Κύριος, ὅπως ψάλλει ὁ Ἐπιτάφιος θρῆνος, ἧταν τὸ «γλυκὺ ἔαρ», ἡ γλυκεῖα ἄνοιξις τῆς ζωῆς της.
.               Ἐζοῦσε ἡ Θεοτόκος μετὰ τὴν ἀνάληψιν μὲ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ της. Ἐζοῦσε μὲ τὴν διδασκαλίαν του καὶ μὲ τὸ ὅλον ἄρωμα τὸ ὁποῖον ἐξέπεμπε ἡ ὑπερκόσμιος φυσιογνωμία του. Γι᾿ αὐτὸ εἶχε συνήθεια νὰ φέρῃ τὰ βήματά της καὶ νὰ ἐπισκέπτεται τὸν τόπον ἐκεῖνον τὸν ἱερόν, τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἐπροσευχήθη ἐν ἀγωνίᾳ, τὸν τόπον ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἔχυσε δάκρυα, τὸν τόπον τὸν ὁποῖον ἐπότισε μὲ τὸν ἱδρῶτα του, ποὺ ἔπιπτε ὡς θρόμβοι αἵματος. Ἐπεσκέπτετο τὴν Γεθσημανῆ.
.               Πολλάκις μετέβαινε στὴν Γεθσημανῆ. Ἀλλὰ κάποια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφθη γιὰ τελευταίαν φορὰν τὴν Γεθσημανῆ, συνέβη ἐκεῖ κάτι, ἔκτακτον καὶ μοναδικὸν γεγονός. Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν ἱερὰν παράδοσιν, πιστεύομεν εἰς ἐκεῖνα ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πατέρες, πιστεύομεν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας. Ἡ δὲ Ὀρθοδοξία μας λέγει ὅτι, ὅταν γιὰ τελευταίαν φορὰν ἐπεσκέφθη ἡ Θεοτόκος τὴν Γεθσημανῆ, συνέβη κάτι τὸ ἔκτακτον καὶ μοναδικόν· τὰ δένδρα, οἱ κορυφὲς τῶν δένδρων, στὸ πέρασμα τῆς Θεοτόκου, μάλιστα ὅταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγονάτισε καὶ ὕψωσε τὰς χεῖρας της εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ προσηυχήθη μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Κύριον, τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν της, ὅταν λέγω ἐγονάτισε, τότε καὶ τὰ δένδρα ἀκόμη, σὰν νὰ πῆραν ψυχή, ἔγειραν τὶς κορυφές των, ἐλύγισαν τὶς κορυφές των πρὸς τὰ κάτω. Σὰν νὰ ἔκαναν μετάνοια, σὰν νὰ ἤθελαν νὰ προσκυνήσουν τὴν Παντάνασσα τοῦ κόσμου, τὴν Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ.
.               Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, τί δύναμι ἔχει ἡ προσευχή; Ποῦ εἶνε τέτοια γυναίκα, ποὺ γονατίζει καὶ τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται μὲ πίστι κάνει αὐτὴ ἡ γυναίκα τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ νὰ σείωνται! Δὲν εἶνε μικρὸ παράδειγμα ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία ἐπήγαινε στὴ Γεθσημανῆ καὶ προσηύχετο ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καὶ λυτρώσεως.
.               Προσευχήθη λοιπόν. Κι ὅταν πλέον τὰ δένδρα εἶχαν λυγίσει, λέγει ἡ παράδοσις, τότε παρουσιάσθη πάλιν ὁ Γαβριήλ. Παρουσιάσθη πάλιν ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος, ὁ ἀρχάγγελος ὁ ὁποῖος τῆς μετέδωκε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῶν αἰώνων, τὴν χαρμόσυνον εδησιν, ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ τὴν πρώτην φορὰν ποὺ παρουσιάσθη ὁ ἀρχάγγελος, κατὰ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ζωγραφίζεται εἰς τὰς τιμίας εἰκόνας, ὁ ἀρχάγγελος κρατοῦσε κρίνον, κρίνον τοῦ οὐρανοῦ, κρίνον πνευματικόν, κρίνον τὸ ὁποῖον συνεβόλιζε τὴν παρθενίαν της, τὴν ἄφθαρτον, τὴν ἀμόλυντον παρθενίαν της. Τὴν δευτέραν φορὰν ποὺ παρουσιάσθη ἐνώπιον της δὲν κρατοῦσε πλέον κρίνον, ἀλλὰ κρατοῦσε φοίνικα, κλάδον φοίνικος· καὶ τοῦτο, διότι ὁ φοῖνιξ εἶνε σύμβολον τῆς νίκης, σύμβολον τοῦ θριάμβου ἐναντίον τῆς θλίψεως καὶ ἐναντίον τοῦ θανάτου. Καὶ ἐχαιρέτισε ἐκ νέου, ὅπως λέγουν οἱ πατέρες, τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ εἰδοποίησεν αὐτήν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν θὰ μεταβῇ πρὸς συνάντησιν τοῦ μονογενοῦς αὐτῆς Υἱοῦ.
.               Γεμάτη συγκίνησιν ἱερὰ ἡ Θεοτόκος κατέβηκε ἀπὸ τὸ λόφο τῆς Γεθσημανῆ καὶ μετέβη στὸ πτωχό της σπίτι. Δὲν ἦταν κανένα μέγαρο, δὲν ἦταν κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τὰ σημερινά, ὅπου ὅλα λάμπουν καὶ ἀστράπτουν. Ἦταν ἕνα φτωχὸ σπιτάκι κάτω ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Γεθσημανῆ, καὶ ἐκεῖ ἔμενε μὲ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ Κυρίου. Μπῆκε στὸ σπίτι ἡ Θεοτόκος. Δὲν εἶχε ὑπηρέτριες, ὅπως ἔχουν οἱ κυρίες τῆς ἀριστοκρατίας καὶ τὶς ὁποῖες τὶς κακομεταχειρίζονται καὶ κατὰ ποικίλους τρόπους τὶς ἀδικοῦν. Δὲν εἶχε, λέγω, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία διηκονεῖτο ἀπὸ τάγματα ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, δὲν εἶχε ὑπηρέτριες. Δὲν ἦταν καμμιὰ κυρία ὑπερήφανη καὶ ἐγωΐστρια, ἡ ὁποία μόλις παντρευτῇ ἔχει ἀξίωσι ἀπὸ τὸν ἄνδρα της νὰ προσλάβῃ ὁ φτωχὸς ὑπάλληλος ὑπηρέτρια καὶ νὰ ἐπιβαρύνεται, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐπιδεικνύεται αὐτὴ καὶ νὰ καυχᾶται. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, μόλις ἐπέστρεψε στὸ φτωχικό της σπίτι καὶ ἐγνώριζε ὅτι ἔφθασε τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς της, ἐπῆρε, λέγει ἡ παράδοσις, στὰ χέρια της τὴ σκούπα ―ποὺ ντρέπονται σήμερα νὰ πιάσουν οἱ μοντέρνες κυρίες, ἐκεῖνες ποὺ δὲν θέλουν νὰ κάνουν καμμία οἰκιακὴ ἐργασία―, ἐπῆρε τὴ σκούπα καὶ σκούπισε ἐπιμελῶς ὁλόκληρο τὸν οἶκο της. Εὐτρέπισε ὁλόκληρο τὸ σπίτι της, ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Κύριον, ποὺ ἤρχετο νὰ παραλάβῃ τὸ ἁγνόν της πνεῦμα. Καὶ ἀφοῦ ἐσκούπισε καὶ εὐτρέπισε μὲ τὰ δικά της χέρια τὸν οἰκίσκον, ἀμέσως ἐκάλεσε δύο γειτόνισσες, οἱ ὁποῖες ἦταν χῆρες καὶ εἶχαν ὀρφανά, τὶς ἐκάλεσε αὐτὲς καὶ τοὺς ἐμοίρασε τὸν φτωχικό της ἱματισμό. Καὶ μετὰ ἀνήγγειλε στὸ περιβάλλον τὸ φιλικό, ποὺ πάντοτε περιεκύκλωναν τὴν ὑπεραγία Θεοτόκον, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ἀπέλθῃ πλέον ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν. Καὶ κατόπιν ἐξάπλωσε ἐπὶ τῆς κλίνης της, ἐσταύρωσε τὰς ἁγίας της χεῖρας, καὶ ἀπὸ τὴν ὥραν πλέον ἐκείνην ἐβυθίσθη εἰς σκέψιν βαθεῖαν καὶ συναισθηματικότητα, γιατὶ μετ᾿ ὀλίγον θὰ ἀπήρχετο ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.

* * *

.               Ἀδελφοί! Ἂς σταματήσωμεν μέχρις ἐδῶ. Αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος προετοιμάσθη διὰ τὸν θάνατόν της· αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἰδοποιήθη, τρόπον τινὰ διὰ τοῦ ἀσυρμάτου τοῦ οὐρανοῦ, πὼς θὰ μετέβαινε ἐκ γῆς πρὸς τὰ οὐράνια· αὐτὸ τὸ γεγονὸς πῶς μᾶς διδάσκει!
.               Ἀδελφοί! Εἶνε χάρις Χριστοῦ καὶ εὐλογία τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ νὰ εἰδοποιῆται ὁ ἄνθρωπος, νὰ προαισθάνεται ὁ ἄνθρωπος, τὸν θάνατόν του. Τὰ παλαιὰ εὐλογημένα χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μὲ ἁγνότητα μὲ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Θεόν, προῃσθάνοντο οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατόν των καὶ ἔλεγαν στὰ παιδιά των· ―Παιδί μου, θ᾿ ἀποθάνω. ―Μά, πατέρα, τί ἔχεις; μάνα, τί ἔχεις; ―Θ᾿ ἀποθάνω, παιδί μου· ἦρθε τὸ τέλος μου… Καταλάβαινε. Προητοιμάζετο. Μιὰ φωνὴ ἐσωτερική, κάποιος μυστικὸς καὶ ἀόρατος σύνδεσμος μὲ τὴν αἰωνιότητα, κάποιος φτερωτὸς καὶ ἀνώνυμος ἄγγελος εἰδοποιοῦσε τὴν ψυχὴν καὶ ἔλεγε· Θ᾿ ἀποθάνῃς! Ἡγούμενοι ἅγιοι, ὅσιοι ἀσκηταὶ ποὺ ἔζησαν στὶς σπηλιές, ἀλλὰ καὶ ἅγιες προσωπικότητες ποὺ ἔζησαν μέσα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἔγγαμον βίον, τιμίως διάγοντες ἄνδρες καὶ γυναῖκες, προῃσθάνοντο τὸν θάνατόν τους καὶ προετοιμάζοντο διὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ταξιδεύσῃ δὲν περιμένει τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ προετοιμάσῃ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ ἀπὸ ἡμέρες ἑτοιμάζεται διὰ τὸ ταξίδιόν του, ἔτσι καὶ οἱ εὐλαβεῖς αὐτὲς ψυχὲς προετοιμάζοντο διὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.
.               Εἶνε σημεῖον τῶν καιρῶν, εἶνε κατάρα ὁ αἰφνίδιος θάνατος. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀρτοκλασία; Νὰ μᾶς φυλάξῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ πολλὰ δεινά. Ποιά δεινά; «Ἀπὸ λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ…» καί… «καὶ αἰφνιδίου θανάτου». Τὸν θεωρεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τὸν αἰφνίδιο θάνατο ὅπως τὸ λοιμό, τὸ σεισμό… Καὶ εἶνε σημεῖον κακὸν ὅτι οἱ αἰφνίδιοι θάνατοι μέσα στὴν γενεά μας αὐξάνονται συνεχῶς. Ὁ αἰφνίδιος θάνατος εἶνε κακό, διότι δὲν δίδει στὸν ἄνθρωπο οὔτε λεπτό. Ὁμοιάζει μὲ τὸ γεράκι… Κάθονται οἱ κόττες στὸ γρασίδι καὶ βοσκοῦν, καὶ νομίζουν ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν στὸ κοττέτσι. Δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ὅμως στὸ κοττέτσι τους. Ἀπὸ πάνω, ξαφνικά, τὸ γεράκι πέφτει μὲ ὁρμὴ καὶ ἁρπάζει τὴν ὄρνιθα, καὶ μὲ τὶς φτεροῦγες του τὴν μεταφέρει στὴν φωλεά του. Ὅπως τὸ γεράκι ὁρμᾷ ἀπότομα καὶ ἁρπάζει μέσα ἀπὸ τὸ χορτάρι τὴν κόττα καὶ τὴν παίρνει ἐπάνω, ἔτσι σὰν γεράκι ὁ θάνατος ὁρμητικὸς φτερουγίζει καὶ πέφτει· στὸ δρόμο, στὸ πεζοδρόμιο, στὸ ἀεροπλάνο, στὸ γραφεῖο…, ὅπου νά ᾿νε. Ἁρπάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ λέγει, Ἔλα ᾿δῶ!… Δὲν τοῦ δίδει οὔτε ἕνα λεπτὸ διορία νὰ πῇ τὸ «Μνήσθητί μου…». Εἶνε ὁ αἰφνίδιος θάνατος πολὺ κακὸ πρᾶγμα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται ὑπὲρ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αἰφνιδίου θανάτου. Ὦ Θεέ μου ὦ Θεέ μου!… Διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου εὔχομαι, κανείς ἀπ᾿ ὅσους εμεθα ἐδῶ μέσα νὰ μὴν ἀποθάνῃ ἀπὸ αἰφνίδιον θάνατον, ἀλλὰ σὲ ὅλους μας νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς σημάδι ὅτι φεύγομεν ἀπὸ τὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον, καὶ νὰ προετοιμασθῶμεν διὰ τὴν αἰωνιότητα, τὸ ταξίδι τοῦ οὐρανοῦ.
.               Ἀλλὰ προσέξατε καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη. Πρέπει ὁ Χριστιανός, προαισθάνομενος τὸν θάνατόν του ―ἐὰν εἶσαι πατέρας, μητέρα, πρόσεξέ με καὶ ἄκουσέ με―, νὰ κάνῃ τοῦτο. Μὴν ἀφήνεις ἔτσι τὰ πράγματα. Βλέπεις, ὅτι πλέον μεγάλωσες, τὰ χιόνια ἔπεσαν πάνω στὸ κεφάλι σου. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (ἕνας ἅγιος ποὺ ἀγαπῶ καὶ ποὺ θὰ ἑορτάσῃ στὶς 24 Αὐγούστου στὰ ξακουσμένα Γιάννενα), ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔλεγε, ὅτι· Τὰ σπαρτά, ἅμα ἀσπρίζουνε, τί περιμένουν; Τὸ δρεπάνι περιμένουν. Κι ὅταν ἀσπρίζουν τὰ μαλλιά, τί περιμένομεν, ἀδέλφια; Τὸ δρεπάνι τοῦ ἀρχαγγέλου. Προτοῦ λοιπὸν φτάσῃ τὸ δρεπάνι τοῦ ἀρχαγγέλου, οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄνδρες, οἱ μητέρες καὶ οἱ πατέρες ποὺ ἔχουν παιδιὰ καὶ βλέπουν τὰ χιόνια νὰ πέφτουν πάνω στὴν κεφαλή τους, ὅσοι εἶνε πατέρες καὶ μητέρες νὰ τακτοποιήσουν τὰ τοῦ σπιτιοῦ των. Νὰ τακτοποιήσουν ὅ,τι ἔχουν. Νὰ τὰ μοιράσουν μὲ δικαιοσύνη στὰ παιδιά τους. Νὰ μὴ ἀφήσουν ἐκκρεμότητες. Μὴ ἀφήσετε, μὴ ἀφήσετε ἐκκρεμότητες. Ἂν ἀγαπᾶτε τὰ σπίτια σας, νὰ μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ζωντανὴ μοίρασε ὅ,τι εἶχε στὴ γειτονιά της. Ἔτσι κ᾿ ἐσεῖς μὴ ἀφήσετε ἐκκρεμότητες μέσα στὸ σπίτι, ἀλλὰ προετοιμάσετε καὶ μοιράσετε. Διότι μετὰ τὸ θάνατό σας, ἐὰν ἀφήσετε ἐκκρεμότητες, τὰ παιδιά σας θὰ τρέχουν στὰ δικαστήρια. Γνωρίζω οἰκογένεια, ποὺ 15 χρόνια πολεμάει καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο, καὶ τὰ παιδιὰ μισηθήκανε μεταξύ τους, γιατὶ οἱ γονεῖς των δὲν προετοίμασαν καὶ δὲν ἐτακτοποίησαν τὰς ἐκκρεμότητας τοῦ σπιτιοῦ των.
.               Ἀλλὰ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος μᾶς διδάσκει ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη. Τὴν ἐλεημοσύνη μὴν τὴν κάνετε μετὰ τὸν θάνατον. Ὅταν ζῆτε, ὅταν τὰ χέρια αὐτὰ μποροῦν καὶ κινοῦνται καὶ μπαίνουν στὸ πορτοφόλι σας, ὅταν ζῆτε, τότε ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει μεγάλη ἀξία. Διότι μετὰ θάνατον δὲν λέγεται πλέον ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ εἶνε χρήματα ποὺ δὲν ὀφείλονται σ᾿ ἐσᾶς. Ἐγώ, ἂν εἶχα δικαίωμα, θὰ πήγαινα σ᾿ αὐτὰ τὰ μεγάλα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ποὺ λέγουν ὅτι κτισθήκανε ἀπὸ διαθῆκες, καὶ θὰ ἔσβηνα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ λένε ἐπάνω ὅτι «τὸ ἔκτισε ὁ τάδε». Ἂν τὸ ἔκτισε ζωντανός, κάνω μιὰ μετάνοια καὶ τὸν προσκυνῶ. Ἂν τὸ ἔκτισε μετὰ θάνατον, ἐγὼ ἀμφισβητῶ τὴν ἐλεημοσύνη μετὰ θάνατον. Δὲν τὴν ἀμφισβητῶ ἐγώ, τὴν ἀμφισβητοῦν καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες. Ἀκοῦς λοιπόν, ὅτι ἕνα φιλανθρωπικὸ κατάστημα τὸ ἔκτισαν μετὰ θάνατον. Τὰ ἀπήλαυσαν δηλαδὴ τὰ χρήματά τους ἐν ζωῇ, τὰ γλεντήσανε ὅσο ζοῦσαν, καὶ μετὰ τὸν θάνατο πλέον κάνουν τὴν ἐλεημοσύνην. Ἐγώ, ἂν θά ᾿χα δικαίωμα, θὰ ἔγραφα ἀπ᾿ ἔξω· «Τῷ θανάτῳ τῷ εὐεργέτῃ τὸ κατάστημα τοῦτο». Γι᾿ αὐτό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος προαισθάνεται τὸ θάνατο, νὰ κάνῃ τὴν ἐλεημοσύνη, ὅπως τὴν ἔκανε ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.

* * *

.               Ἀλλὰ προχωροῦμε. Ἦλθε καὶ γιὰ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ ὁ θάνατος. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε τώρα νεκρά, νεκρὰ πλέον ἐπὶ τῆς κλίνης της. Νεκρὰ ἐκείνη, ἥτις ἐγέννησε τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς. Ποιοί τώρα θὰ τὴν κηδεύσουν; Ποῦ εἶνε τὰ παιδιά της; Τὰ παιδιὰ κηδεύουν τοὺς γονεῖς. Ἀλλ᾿ ἐκείνη εἶχε παιδιά; Εἶχε. Τί παιδιά; Πνευματικὰ παιδιά, ποὺ τὴν ἀγαπούσανε περισσότερο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ παιδιά. Ποιά ἦταν; Γονεῖς, σεῖς ποὺ εἶσθε ἄκληροι καὶ δὲν ἔχετε παιδιά, μὴ λυπεῖσθε. Μπορεῖς ν᾿ ἀποκτήσῃς παιδιά, ποὺ νὰ σ᾿ ἀγαποῦν περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι τὰ σαρκικὰ παιδιά. Εἶχε παιδιὰ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, πνευματικὰ παιδιά. Κατὰ σάρκα ἕνα καὶ μόνο Υἱὸν εἶχε, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ δὲν παραδεχόμεθα τὴν βέβηλον καὶ ἀνίερον σκέψιν τῶν αἱρετικῶν ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριον εἶχε κι ἄλλα τέκνα. Ἀλλ᾿ ἐνῷ δὲν εἶχε κατὰ σάρκα τέκνα, εἶχε πνευματικοὺς υἱοὺς ποὺ τὴν ἀγαποῦσαν περισσότερο. Καὶ πνευματικά της παιδιὰ ἦταν οἱ δώδεκα ἀπόστολοι.
.               Ποῦ ἦταν ὅμως κατὰ τὴν κοίμησί της οἱ ἀπόστολοι; Ἔλειπαν μακριά. Ὁ Πέτρος στὴ Ῥώμη, ὁ Παῦλος πρὸς τὴν Μακεδονία, ὁ Ἀνδρέας στὴν Πάτρα, ὁ Θωμᾶς στὰς Ἰνδίας, ὁ Ἰωάννης στὴν Ἔφεσο, ὁ Τίτος στὴν Κρήτη, ὁ Τιμόθεος στὴν Ἔφεσο… Ἔλειπαν ὅλοι στὴν διασπορά. Πῶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσουν; Πῶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσουν, αὐτὸ ἀπορεῖτε; Πιστεύετε. Καὶ ἐὰν πιστεύετε, τότε θὰ πιστεύσετε καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴν κοίμησι τῆς Θεοτόκου. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸ μυαλὸ ποὺ τοῦ ᾿δωσε ὁ Θεός, κατώρθωσε νὰ βρῇ μέσο (ἀσύρματο, τηλέγραφο κ.τ.λ.) καὶ νὰ εἰδοποιῇ αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ Σικάγο, αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ Λονδῖνο καὶ στὴν κάθε γωνία τοῦ κόσμου· ἐὰν τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ποὺ εἶνε μιὰ ἀκτὶς τοῦ ἀπεράντου πνεύματος τοῦ Δημιουργοῦ, κατώρθωσε νὰ βρῇ μέσο καὶ νὰ εἰδοποιῇ αὐτοστιγμεὶ τοὺς ἄλλους, πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος εἶχε μέσο, οὐράνιο ἀσύρματο… Πώ πώ πώ! πετᾶνε πετᾶνε τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων «εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα» (Ἑβρ.1,14). Φτερωτοὶ λοιπὸν ἄγγελοι πέταξαν σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ὑδρογείου σφαίρας καὶ ἔσπευσαν νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς ἀποστόλους.
.               Καὶ νά, νά… Ἐπάνω στὸν οὐρανὸ σὰν τὰ περιστέρια, σὲ φωτεινὲς νεφέλες ὡς ἐπὶ ἵππων, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ Πέτρος, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι. Καὶ τελευταῖος ἀπ᾿ ὅλους, καθυστερημένος ὅπως πάντοτε, ἔρχεται ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς. Ἦρθαν κοντά της. Καὶ πάνω στὴν παράδοσι αὐτὴ στηρίζεται τὸ ὡραιότατον καὶ γλυκύτατον ἐκεῖνο ᾆσμα ποὺ ἀκοῦμε, «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων…», ποὺ εἶνε ἀπὸ τὰ ὡραιότερα καὶ γλυκύτερα ᾄσματα ποὺ ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
.               Ναί, μαζεύτηκαν οἱ ἀπόστολοι. Καὶ τί μᾶς διδάσκει αὐτό; Ὅτι ὅταν πεθαίνῃ κάποιος γνωστός μας, πρέπει νὰ διακόπτωμεν κάθε ἐργασίαν. Τὸ πρῶτο καθῆκον εἶνε νὰ πᾶμε στὸ νεκρό. Νὰ πᾶμε στὸ νεκρό, γιὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν ἕνα χρέος ἱερόν. Πρῶτον μὲν πρὸς τὸν νεκρόν, ποὺ φεύγει ἐκ τῆς ματαίας γῆς καὶ μεταβαίνει εἰς τὰ οὐράνια, εἰς τὸν κόσμον τῶν ἀύλων πνευμάτων. Ἔπειτα πρὸς τοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι παρηγοροῦνται διὰ τῆς παρουσίας μας. Ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν πρὸ παντὸς κάποιο ἄλλο χρέος ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ποῖον χρέος; Νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν αἰωνιότητα. Ἐὰν σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ μέσα στὴν Ἀθήνα, καθένας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πῇ. Ἀλλ᾿ ἐὰν σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ εἶνε ὁ νεκρός. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ. Ὅταν τὸν βλέπῃς αὐτὸν ποὺ μέχρι χθὲς ἦταν μαζί σου, ποὺ κουβεντιάζατε καὶ λέγατε ὁ,τιδήποτε, ὅταν τὸν βλέπῃς αὐτὸν νεκρὸν κατακείμενον, τότε αὐτὸς φωνάζει· «Ματαιότης!…» (Ἐκκλ. 1,2). Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔλεγε· Ὅταν πεθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος, νὰ μὴ τὸν θάπτετε ἀμέσως, ὄχι· νὰ τὸν κρατᾶτε 24 ὧρες, καὶ νὰ μαζεύεστε γύρω του, καὶ νὰ μὴ μιλᾶτε ἀλλὰ νὰ προσεύχεσθε· γιατὶ καλύτερος ἱεροκῆρυξ ἀπὸ τὸ νεκρὸ δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο… Κάθε νεκρός, ετε φτωχὸς ετε πλούσιος, ετε στρατηγὸς ετε στρατιώτης, ετε βασιλιᾶς ετε πολίτης ἢ κ᾿ ἕνας ἀλήτης τοῦ δρόμου, διδάσκει. Καὶ ἐὰν κάθε νεκρὸς μᾶς ὑπενθυμίζῃ τὴν αἰωνιότητα, τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Χριστό, ἐὰν κάθε νεκρὸς εἶνε πηγὴ διδασκαλίας διὰ τὸν ἄνθρωπον, φαντασθῆτε ὁποίαν διδασκαλίαν προσέφερε τὸ σκήνωμα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου!
.               Μαζευτήκανε, λοιπόν, οἱ ἀπόστολοι καὶ κρατοῦσαν στὰ χέρια τοὺς τὸ φέρετρο καὶ τὸ μετέφεραν ἐκτὸς τῆς πόλεως. Ἐκείνη ὅμως τὴ στιγμὴ κάτι συνέβη. Τί συνέβη; Ἐνῷ τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ τὰ κλαδιὰ λυγίζανε, ἐνῷ καὶ οἱ δαίμονες ἔτρεμαν, ἐνῷ τὰ πάντα ἀνέπεμπαν τὰ ἐξόδιον ὕμνον, μιὰ ὀχιά, ἕνας Ἑβραῖος, τί ἔκανε; Ἅπλωσε τὸ βρωμερό του χέρι στὸ φέρετρο. Καὶ ἀμέσως, ἀστραπιαίως, κόπηκε τὸ χέρι του καὶ ἔμεινε κρεμασμένο, ὅπως φαίνεται στὶς εἰκόνες. Αὐτὴ τὴ βεβήλωσι καὶ ἁμαρτία ἔκανε ὁ Ἑβραῖος τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία τὸ σκήνωμα τὸ ἱερόν, φερόμενον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἀποστόλων, ὡδηγεῖτο πρὸς τὰ ἔξω.

* * *

.               Ἀδελφοί, τελειώνω. Δὲν προχωρῶ περισσότερο. Αὐτὸ εἶνε μὲ ὀλίγες λέξεις τὸ ἱστορικὸν πλαίσιον τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Στὸ τέλος τώρα τῆς ὁμιλίας, ποὺ εὑρισκόμεθα, μᾶς φωνάζει ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ μᾶς λέγει·
.               Ἐσεῖς μανάδες, ἐλᾶτε κοντὰ στὸ Πρότυπο τῶν μητέρων, νὰ μάθετε πῶς πρέπει νὰ ἀγαπᾶτε τὰ παιδιά σας. Ὅσοι εἶσθε παιδιὰ καὶ πρὸ παντὸς τὰ ὀρφανά, ἐλᾶτε κοντὰ στὴ γλυκειὰ Μάνα τοῦ κόσμου, νὰ βρῆτε καταφύγιο. Ὅσοι εἶσθε παρθένοι ἀμόλυντοι καὶ ἁγνοί, ἐλᾶτε κοντὰ στὴν Παρθένο, καὶ φυλάξτε τὸ κρίνον αὐτὸ τῆς ἁγνότητος, «τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας». Ὅσοι εἶσθε ἀγράμματοι, ἐλᾶτε στὴν Παναγία γιὰ νὰ μάθετε τὴν μεγαλύτερη φιλοσοφία τοῦ κόσμου. Ὅσοι εἶσθε σοφοί, ἐλᾶτε στὴν Παναγία γιὰ νὰ μάθετε, ὅτι ἡ σοφία ἦτο ἡ ταπείνωσις ἡ βαθειά της. Ὅσοι εμεθα ἁμαρτωλοί, ἂς ἔλθουμε στὴν Θεοτόκο, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ κοντὰ στὸ Χριστό. Νομίζω, ὅτι ἡ αὐριανὴ ἡμέρα αὐτὸ τὸ μάθημα μᾶς δίδει.
.               Ἐκτὸς ὅμως τῶν εἰδικῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν ἐκ τῶν διαφόρων πτυχῶν τῆς ἱστορίας τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ σπουδαιότερο μάθημα ποὺ προσφέρει εἰς ὅλους ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε, ὅτι ὁ θάνατος ἄλλαξε ὄνομα. Ὁ θάνατος, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐσταυρώθη ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κατέβηκε κάτω στὸν ᾅδη καὶ ἔσπασε τὰς χαλκίνας πύλας καὶ ἐθριάμβευσε, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν εἶνε τι τὸ φοβερὸν καὶ ἀποτρόπαιον, τὸ ὁποῖον ἐνέπνεε τὸν τρόμον καὶ τὸν φόβον στὸν προχριστιανικὸν κόσμον. Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνῆλθε νικητὴς ἐκ τῶν κευθμώνων τοῦ ᾅδου, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ θάνατος ἄλλαξε πλέον τὸ φοβερόν του καὶ ἀποτρόπαιον πρόσωπο. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν λέμε ὅπως πρὸ Χριστοῦ, ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτους, τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Πλάτωνος. Ἀλλὰ τί λέμε; Εἰς τὸ ἑξῆς, ἂν πιστεύῃς, ὁ θάνατος σον κοίμησις. Γι᾿ αὐτὸ δὲν λέμε, ὁ θάνατος τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ λέμε, ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου. Δὲν ἀποθνῄσκει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸ ποὺ μένει ἐδῶ στὴ γῆ, αὐτὸ ποὺ πάει στὸ τάφο, δὲν εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ κυρίως ἄνθρωπος εἶνε ἡ ψυχή. Ὁ ἄνθρωπος ζῇ καὶ βασιλεύει μέσα στὸν κόσμο τῶν ἀύλων πνευμάτων καὶ μέσα στὴν αἰωνιότητα. Δὲν ὑπάρχει θάνατος. Γιὰ τὸν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25), ὁ θάνατος εἶνε κοίμησις.
.               Μόλις βραδιάσῃ, ἡ μάνα παίρνει τὸ παιδὶ καὶ τὸ βάζει στὴν κούνια νὰ τὸ κοιμήσῃ. Ὑπάρχει μάνα, ποὺ ἅμα βάλῃ τὸ παιδί της στὴν κούνια κλαίει; Εδατε ποτέ; Καμμιά μάνα. Γιατὶ ἀκούει τὴν ἀνάσα τοῦ παιδιοῦ καὶ λέει· Κοιμήσου, παιδί μου, κοιμήσου. Ξέρει, ὅτι θά ᾿ρθῃ τὸ πρωΐ, καὶ τὸ παιδὶ θὰ ξυπνήσῃ ζωηρό, σὰν τὸ λουλούδι ποὺ βγαίνει δροσᾶτο. Ὅπως λοιπὸν ἡ μάνα δέν κλαίει, ὅταν κοιμίζει στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί, γιατὶ ξέρει ὅτι θὰ ξαναξυπνήση, ἔτσι καὶ οἱ Χριστιανοι δὲν κλαῖνε τοὺς νεκρούς, κατὰ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «μὴ λυπῆσθε» (Α΄ Θεσ. 4,13).
.               Δὲν εἶνε ψέμα ―εἶνε ἀλήθεια ἡ θρησκεία μας―, εἶνε γεγονός, ὅτι ἐπάνω ἀπὸ τὰ μνήματα, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς τάφους, θά ᾿ρθῃ ἡμέρα ποὺ θὰ ἠχήσῃ σάλπιγξ. Ὅσο βέβαιον εἶνε ὅτι αὔριο τὸ πρωῒ ξημερώνει Δευτέρα (ἄρα ἡ ἑορτὴ ἦτο ἡμέρα Δευτέρα), τόσο νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θά ᾿ρθῃ ἡμέρα, ἡμέρα μεγάλη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπάνω ἀπὸ τοὺς τάφους θ᾿ ἀκουσθῇ σάλπιγξ οὐράνια καὶ οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ στὶς δεήσεις δὲν λέγομεν «ὑπὲρ τῶν νεκρῶν», ἀλλὰ «ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων» ἡμῶν. Καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τότε ποὺ πίστευαν οἱ ἄνθρωποι, ἐξεφράζοντο μὲ πίστι. Τί νὰ τὰ κάνω σήμερα τὰ γράμματα, τί νὰ τὰ κάνω τὰ πανεπιστήμια καὶ τὰ διπλώματα, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πίστις; Δός μου ἕνα γραμμάριο πίστι, νὰ σοῦ δώσω τὰ διπλώματα τοῦ κόσμου. Ἡ πίστις εἶνε παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα. Λοιπὸν τὰ παλαιὰ χρόνια, ποὺ ὑπῆρχε πίστις, τὰ μέρη ποὺ θάβονται οἱ νεκροὶ δὲν λεγότανε νεκροταφεῖα, ὄχι, ἀλλὰ κοιμητήρια. Κ᾿ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς δὲν γράφανε «ἀπέθανε» ἀλλὰ «ἐκοιμήθη».

.               Αὐτὸ τὸ δίδαγμα μᾶς δίνει σήμερα ἡ ἑορτή. Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα· νὰ προετοιμάσωμε τὸν ἑαυτό μας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

«ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ;» (Δευτέρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος)

Δευτέρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος
«ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ;»

«Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. οϛ´14-15)
(ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου
στὸν Ἱ. Ν.  Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος, 14-6-1976)

.         Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε μεγάλη ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει τὸ Πνεῦμα. Ὄχι ἁπλῶς τὸ πνεῦμα. Ὑπάρχει πνεῦμα μὲ πῖ μικρὸ καὶ Πνεῦμα μὲ πῖ κεφαλαῖο.Στὴν ἁγία Γραφὴ πνεῦμα (μὲ μικρὸ πῖ) ὀνομάζεται ὁ ἀέρας, ποὺ εἶνε μὲν ἀόρατος, ἀλλὰ γίνεται αἰσθητὸς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματά του. Σὲ ἄλλα χωρία πνεῦμα ὀνομάζεται ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἰδίως ὅταν σκέπτεται τὰ μεγάλα καὶ τὰ ὑψηλά. Ἐπίσης πνεύματα ἄυλα ὀνομάζονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Ἀλλὰ στὴν κορυφὴ ὅλων τῶν ἀΰλων πνευμάτων εἶνε ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶνε ἀποκάλυψις τῆς ἁγίας Γραφῆς. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ σπουδαιότατο ἐκεῖνο ῥητὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς παρὰ τὸ φρέαρ Συχάρ, ὅτι «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,23). Πνεῦμα εἶνε ὁ Θεός. Καὶ Πνεῦμα ἅγιον (μὲ πῖ κεφαλαῖο) λέγεται εἰδικῶς τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Θεότητος, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶνε δηλαδὴ ἕνας μῦθος, μία θεωρία, μία ἰδέα πλατωνικὴ ἢ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ εἶνε μία ὀντότης, μία ὑπόστασις, ἕνα πρόσωπο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα.

* * *

.         Ποιός, ἀδελφοί μου, αἰσθάνεται τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Ἂς εἴμεθα εἰλικρινεῖς· ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι στεκόμαστε ἐμπρὸς στὸ μέγα τοῦτο μυστήριο. Γιατί; τί συμβαίνει; Ἀπαντῶ διὰ παραδείγματος. Ὅποιος ἔχασε τὴν αἴσθησι τῆς ὀσφρήσεως, καὶ ἂν ἀκόμα τὸν βάλῃς μέσα σ᾽ ἕνα περιβόλι γεμᾶτο ἄνθη, δὲν αἰσθάνεται καμμία εὐωδία. Κι ὅποιος ἔχασε τὴν αἴσθησι τῆς ἀκοῆς, κι ἂν ἀκόμα βρίσκεται ἐνώπιον συναυλίας Μπετόβεν, τίποτα δὲν ἀκούει. Κι ὅποιος ἔχασε τὴν ὅρασί του, δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ δῇ τί μεγαλεῖο ἔχει ἡ χαραυγὴ τοῦ ἡλίου. Ὅπως λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ χάνουν τὶς αἰσθήσεις δὲν ἀντιλαμβάνονται τὰ μεγαλεῖα τῆς φύσεως, κατὰ παρόμοιο τρόπο κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χάσει τὴν πίστι τὴν ὀρθόδοξο, τὴν ἕκτη αἴσθησι, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ αἰσθανθοῦν τὰ μεγαλεῖα τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τοῦ ὑπερπέραν, τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.Ἀλλὰ τώρα δὲν εἴμεθα μόνο ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἀπέναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἰδικώτερον· στὶς ἡμέρες μας παρουσιάστηκαν καὶ ἐμπαῖκται καὶ χλευασταὶ καὶ βλάσφημοι τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ποτέ ἄλλοτε στὴν ἱστορία τοῦ γένους μας δὲν παρουσιάστηκε τέτοιο φαινόμενο. Γιὰ ν᾽ ἀντιληφθῆτε τὸ μέγεθος τῆς βλασφημίας, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Τὰ συντάγματα τῆς πατρίδος μας ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερα, ὅλα, ἔχουν κάτι μοναδικὸ στὸν κόσμο. Ἐνῷ τῶν ἄλλων λαῶν τὰ συντάγματα ἀρχίζουν «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ λαοῦ» ἢ κάτι ἄλλο παρόμοιο, τὸ ἑλληνικὸ εἶνε τὸ μόνο σύνταγμα ποὺ ἀρχίζει «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Αὐτὰ ὁμολογοῦμε· ὅτι παραπάνω ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸ καὶ τὸν πρόεδρο δημοκρατίας, παραπάνω ἀπ’ ὅλα εἶνε ἡ ἁγία Τριάς. Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον! Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι τῶν προγόνων μας, βρέθηκε τώρα κάποιος ὁ ὁποῖος στὰ γραπτά του ἐμπαίζει καὶ χλευάζει μὲ τὸν αἰσχρότερο τρόπο τὴν ἁγία Τριάδα. Κι ὅμως τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ διδάσκονται στὰ σχολεῖα μας, γιὰ νὰ διαπλασθῇ μία νέα γενεὰ ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὴν ἁγία Τριάδα. Ὁ συγγραφεὺς αὐτὸς εἶνε ὁ Καζαντζάκης, τὸν ὁποῖο πολλοὶ θαυμάζουν.Καταντήσαμε ἔθνος ἀντιφάσεων· ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁμολογοῦμε ὅτι στὴν κορυφὴ εἶνε ἡ ἁγία Τριάς, ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐπιτρέπουμε σὲ διαφόρους ὄχι μόνο νὰ ἀρνοῦνται τὸ ὕψιστο μυστήριο ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ βλασφημοῦν.Ἀλλ’ ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Θεὸ θὰ πιστέψῃ στὸν διάβολο. Καὶ ἡ σημερινὴ ἀνθρωπότης, ὅπως εἶπε ἕνας Γάλλος φιλόσοφος, δὲν πιστεύει στὴν ἁγία Τριάδα· πιστεύει – ποῦ; Σὲ μιὰ ἄλλη τριάδα, σατανική. Ποιά εἶνε ἡ σατανικὴ τριάς; Τρεῖς θεοὶ – τρία εἴδωλα. Ἕνα εἶνε τὸ χρῆμα, τὰ τριάκοντα ἀργύρια, ὁ μαμωνᾶς. Δεύτερο εἶνε ἡ γροθιά, ποὺ ὑψώνεται νὰ θρυμματίσῃ τὸν ἀντίπαλο, ἡ βία. Καὶ τρίτο εἶνε τὸ σέξ, ἡ αἰσχρὰ ἡδονὴ τῆς σαρκός. Σ᾽ αὐτὴ τὴν σατανικὴ τριάδα πιστεύουν σήμερα πολλοί. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀπευθύνομαι σὲ ἀπίστους· ἀπευθύνομαι σὲ πιστούς. Καὶ παρακαλῶ τὴν ἁγία Τριάδα, ἡ σπίθα αὐτὴ τῆς πίστεως νὰ μὴ σβήσῃ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ φλόγα πυρός, ἀπὸ τὶς γλῶσσες ἐκεῖνες ποὺ φάνηκαν στὸ ὑπερῷο ὅταν κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο στοὺς δώδεκα ἀγραμμάτους μαθητάς.Οἱ δώδεκα ἀπόστολοι κατώρθωσαν ἔργο μεγαλύτερο τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, μεγαλύτερο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου· ἀνεγέννησαν τὸν κόσμο. Πῶς, μὲ ποιά δύναμι; Μόνο μὲ τὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15).Εἶνε ἀσύλληπτο τὸ μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας· «καὶ τὸ μυστήριον ὅσον; ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον!» (στιχηρ. ἑσπερ. Πεντ.). Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, πατὴρ τῆς Δύσεως καὶ τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου, ἕνα ἀπὸ τὰ δέκα μεγαλοφυέστερα πνεύματα τῆς ἀνθρωπότητος, φιλοσόφησε ἐπὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος. Καὶ τὸ συμπέρασμά του στὸ τέλος ποιό ἦταν· Παραδίδω τὰ ὅπλα, εἶνε ἀδύνατον ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια νὰ εἰσέλθῃ στὸ μέγα τοῦτο μυστήριο… Ἐὰν μπορῇ σ᾽ ἕνα ποτήρι τοῦ νεροῦ νὰ χωρέσῃ ἡ θάλασσα, τότε θὰ μπορέσῃ καὶ τὸ μικρὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐννοήσῃ τὸ μέγα μυστήριο. Σκουλήκια ποὺ ἕρπουν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου, μόλις διὰ τῶν κεραιῶν τῆς πίστεως τὸ προσεγγίζουμε καὶ κλίνοντες γόνυ λέμε· Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον· ἁγία Τριάς, ἐλέησον καὶ τὴν πατρίδα μας, ποὺ συνεστήθη «εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Γι’ αὐτό, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ὑπάρχουν ἄστρα καὶ θ’ ἀνατέλλῃ ὁ ἥλιος καὶ θὰ ῥέουν οἱ ποταμοὶ καὶ θὰ θάλλουν οἱ δάφνες, ὁ λαός μας, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν θὰ λατρεύσῃ τὴν σατανικὴ τριάδα, οὔτε τὸ χρῆμα οὔτε τὴν ἡδονὴ οὔτε τὴ βία· θὰ πιστεύῃ στὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τὸ προσκυνητὸν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

* * *

.         Πρὶν τελειώσω θέλω νὰ σᾶς μεταφέρω μία παραστατικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν εὐλογιῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Στὸ τεσσαρακοστὸ ἕβδομο (μζ΄) κεφάλαιο τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ὅραμα. Ὁ προφήτης βλέπει ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῆς πόλεως του Κυρίου νὰ βγαίνῃ μιὰ φλέβα νεροῦ καὶ νὰ σχηματίζῃ ποτάμι. Τὸ ποτάμι στὴν ἀρχὴ τρέχει ἥσυχα καὶ τὸ νερό του φτάνει μέχρι τοὺς ἀστραγάλους τοῦ προφήτου. Μετὰ ἀπὸ ὡρισμένο διάστημα τὸ ῥεῦμα ἀρχίζει ν’ αὐξάνεται καὶ φτάνει τότε μέχρι τοὺς μηρούς του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ὑψώνεται ἀκόμη περισσότερο καὶ καλύπτει τὴ μέση του. Τέλος, καθὼς συνεχῶς μεγαλώνει, κάνει τὸ ποτάμι ἀδιάβατο. Ὁ προφήτης θαυμάζει, καὶ ὁ θαυμασμός του γίνεται μεγαλύτερος ὅταν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ βλέπει νὰ ἔχῃ ἀναπτυχθῆ πλουσιωτάτη καὶ ἀειθαλὴς βλάστησι. Πλῆθος δέντρα καὶ οἱ καρποί τους πλούσιοι. Καὶ ὅταν ὁ ποταμὸς φτάνει στὶς ἐκβολές, τὸ ζωογόνο ῥεῦμα του κάνει τὴ θάλασσα νὰ γεμίζη ἀπὸ ψάρια. Ἄφθονα ψάρια, καὶ ἁλιευτικὰ συνεργεῖα ῥίχνουν τὰ δίχτυα τους καὶ ψαρεύουν.Τί σημαίνει τὸ ὅραμα; ποιό εἶνε τὸ ποτάμι αὐτό; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας. Ξεκίνησε ἀπὸ μία μικρὴ φλέβα, μιὰ φούχτα ἀγράμματους ψαρᾶδες. Οἱ δώδεκα ἔγιναν ἑκατὸν εἴκοσι, οἱ ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες, οἱ τρεῖς χιλιάδες πέντε χιλιάδες, οἱ πέντε χιλιάδες ἑκατομμύρια. Σήμερα ὅπου νὰ πᾶτε, εἴτε στὴ Σαχάρα εἴτε στὸ Βόρειο Πόλο, ὑπάρχουν Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ποὺ πιστεύουν. Καὶ στὶς πέντε ἠπείρους οἱ εὐγενέστερες ψυχὲς πιστεύουν στὸ Εὐαγγέλιο ὀρθοδόξως. Ἀπὸ μία φλέβα ἔγινε ὁ μεγάλος αὐτὸς καὶ ἀστείρευτος ποταμός, ἡ ἁγία μας θρησκεία. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)».Κι ὄχι μόνο ποσοτικῶς ἀλλὰ καὶ ποιοτικῶς αὐξήθηκε ὁ χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ σπουδαιότερο. Ἄπιστε καὶ ἄθεε, ἔλα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς ἕνα φαινόμενο· μπορεῖ ἕνας λαγὸς νὰ γίνῃ λιοντάρι; Καὶ ὅμως ἔγινε. Ποιός ἦταν ὁ λαγός; Ὁ Πέτρος. Αὐτός, ποὺ φοβήθηκε ἐμπρὸς σὲ μιὰ ὑπηρέτρια καὶ ἀρνήθηκε, σήμερα κηρύττει ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου!

* * *

.         Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, δὲν ὑπάρχει ἄλλη θρησκεία σὰν τὴ δική μας, δὲν ὑπάρχει τίποτε σὰν τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁγίας Τριάδος. Πιστεύετε! Κι ἂν ἀκόμα ὅλος ὁ κόσμος γονατίσῃ καὶ προσκυνήσῃ τὴν τριάδα τοῦ διαβόλου, ἐσεῖς νὰ μὴ γονατίσετε! Ἀλλὰ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ λατρεύετε τὴν ἁγία Τριάδα. Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον. Ἁγία Τριάς, ὁ Πατὴρ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, σκέπε τὰ τέκνα σου· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , ,

Σχολιάστε

AΝΘΡΩΠΟΙ, ΑΠΟΓΕΙΩΘΗΤΕ! (Τῆς Ἀναλήψεως)

AΝΘΡΩΠΟΙ, ΑΠΟΓΕΙΩΘΗΤΕ!

«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτουργία)

(Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου,
εἰς τὸν ἰερὸ ναὸ Ἀναλήψεως Πέρδικα – Ἑορδαίας,
Πέμπτη Ἀναλήψεως 27-5-1982)

 

.               Ἔχουν περάσει, ἀγαπητοί μου, σαράντα μέρες ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἀκούστηκε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶνε τὸ μεγαλύτερο γεγονός, τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας. Εἶνε ἀλήθεια τετραγωνική, ποὺ βεβαιώθηκε μὲ πολλὲς ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ στοὺς μαθητάς. Ἕνδεκα (11) ἐμφανίσεις ἱστοροῦν τὰ εὐαγγέλια. Τελευταία δὲ εἶνε αὐτὴ ποὺ ἔγινε σήμερα, ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως.

* * *

.               Ποῦ ἔγινε ἡ Ἀνάληψις; Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα εἶνε ἕνα μικρὸ προάστιο, ἕνα χαριτωμένο χωριό, ἡ Βηθανία (ἡ πατρίδα τοῦ Λαζάρου). Ἐκεῖ εἶνε ἕνας λόφος, τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν. Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν ἡ Παναγία, οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ μυροφόρες, καὶ ἐκεῖ ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς γιὰ τελευταία φορά.Τοὺς μίλησε γιὰ τὴ βασιλεία του. Ἀλλὰ οἱ μαθηταί, ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχαν λάβει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, παρεξηγοῦσαν τὰ λόγια του. Αὐτοὶ ἐφαντάζοντο, πὼς ὁ Χριστὸς θὰ ἵδρυε μιὰ μεγάλη Ἰουδαϊκὴ αὐτοκρατορία, πιὸ ἔνδοξη κι ἀπὸ τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολομῶντος. Καὶ ρωτοῦν· Ἦρθε λοιπὸν ἡ ὥρα; Εἶχαν λάθος. Τὸ ἴδιο λάθος, ποὺ κάνουν μέχρι σήμερα οἱ Ἑβραῖοι ὀπαδοὶ τοῦ σιωνισμοῦ· κι αὐτοὶ φαντάζονται, ὅτι μιὰ μέρα θὰ σβήσουν τὰ ἄλλα κράτη καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων ὅλων τῶν κρατῶν θὰ ἱδρυθῇ μία παγκόσμιος Ἑβραϊκὴ αὐτοκρατορία μὲ πρωτεύουσα τὴν Ἰερουσαλήμ. Λάθος αὐτό. Ὅπως λάθος ἔχουν καὶ οἱ χιλιασταί, ποὺ λένε ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθῃ πάλι γιὰ χίλια χρόνια στὴ γῆ, νὰ ἱδρύσῃ τὴ δική του βασιλεία. Πλάνη. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ ἱδρύσῃ βασιλεία, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α´ 33). Καὶ τὴν ἵδρυσε. Καὶ ἡ βασιλεία του δὲν θὰ ἔχῃ τέλος. Ἐνῷ οἱ ἄλλες βασιλεῖες τοῦ κόσμου; Ῥίξτε μιὰ ματιὰ στὴν ἱστορία νὰ δῆτε. Ἡ μία βάσταξε 300 χρόνια, ἡ ἄλλη 100, ἄλλη 50, ἄλλη 200, ἄλλη 1000 χρόνια· καὶ μετὰ σβήσανε, κ᾿ ἔμειναν ἐρείπια. Ἔτσι καὶ τὰ σημερινὰ κράτη· ἔτσι καὶ τὰ ἐφήμερα κόμματα, ποὺ οἱ ὀπαδοί τους φωνάζουν καὶ ξελαρυγγιάζονται γιὰ χάρι τους· θὰ καταργηθοῦν. Μία βασιλεία, ἕνα κράτος θὰ μείνῃ, ἕνα ὄνομα δὲ᾿ θὰ λησμονηθῇ· ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του!Ἔσφαλλαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ ποὺ φαντάστηκαν κοσμικὴ αὐτοκρατορία. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ ἱδρύσῃ βασιλεία πνευματική. Καὶ τώρα, ἀφοῦ ἀπήντησε στὸ ἐρώτημά τους, ἔγινε τὸ θαῦμα. Ποιό θαῦμα; Τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ εὐλογημένα πόδια ποὺ ἐπὶ 33 χρόνια πατοῦσαν τὴ γῆ καὶ ἐπὶ 3 χρόνια περπάτησαν στὴν Παλαιστίνη γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, τὰ πόδια ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καρφώσαμε στὸ Γολγοθᾶ, τὰ ματωμένα πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ξεκόλλησαν ἀπὸ τὴ γῆ. Ἔγινε ἀπογείωσις, ὅπως στὰ ἀεροπλάνα. Ὁ Χριστὸς ―γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ σύγχρονη γλῶσσα― ἀπογειώθηκε. Ἄφησε πλέον τὴ γῆ καὶ ἀνέβαινε στὰ οὐράνια ἐπάνω σὲ νεφέλη. Καὶ οἱ μαθηταὶ ἔκθαμβοι παρατηροῦσαν τὸ ἔξοχο θέαμα, ὁ ἄνθρωπος Χριστὸς ν᾿ ἀνεβαίνῃ στὰ οὐράνια!Τότε παρουσιάστηκαν δύο ἄγγελοι. Ὅπως ὅταν ἦρθε στὴ γῆ ὁ Χριστὸς ἄγγελοι ἔψαλλαν στὴ γέννησί του τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. β´ 14), ἔτσι καὶ τώρα ποὺ φεύγει ἀπὸ τὴ γῆ, ἄγγελοι τὸν συνοδεύουν. Καὶ λένε στοὺς μαθητάς· Τί σταθήκατε καὶ βλέπετε; Μὴ σᾶς φαίνεται παράξενο. Ὅπως τώρα βλέπετε τὸν Χριστὸ ν᾿ ἀνεβαίνῃ στὰ οὐράνια, ἔτσι θὰ τὸν δῆτε νὰ ἔρχεται πάλι γιὰ νὰ κρίνῃ τὸν κόσμο.Αὐτὸ εἶνε μὲ λίγα λόγια τὸ ἱστορικὸ τῆς Ἀναλήψεως. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς δὲν χωρίστηκε ποτέ ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἀλλὰ τώρα μὲ τὴν Ἀνάληψι ἀνῆλθε καὶ ὡς ἄνθρωπος στὰ οὐράνια καὶ ἐκεῖ πλέον κάθεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός».

* * *

.               Τί μᾶς διδάσκει ἡ ἑορτὴ αὐτή; Πολλὰ πράγματα. Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ εἶνε τὸ ἑξῆς. Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ Ἐκκλησία κάθε φορὰ ποὺ γίνεται θεία λειτουργία. Ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» βλέπουμε ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Στὴν ἀρχὴ εἶνε ἡ Γέννησί του· μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα ὑπάρχει ἡ ἁγία πρόθεσι, ποὺ εἰκονίζει τὴ φάτνη. Ἐν συνεχείᾳ ἡ εἴσοδός του στὸν κόσμο καὶ τὸ κήρυγμα ποὺ γίνεται μὲ τὰ ἀναγνώσματα τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ εὐαγγελίου. Ἔπειτα εἶνε ἡ Θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ποὺ εἰκονίζει ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ τὸ θυσιαστήριο, ἡ ἁγία τράπεζα. Κατόπιν ἔρχεται ἡ Ἀνάστασι, μὲ τὴ θεία κοινωνία. Καὶ τέλος οἱ πιστοὶ ζοῦν τὴν Ἀνάληψί του μὲ τὰ λόγια «Ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου» (Ψαλμ. ΝϚ´ 6,12). Ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιὰ τῆς θείας λειτουργίας, ἂν ἔχουμε προσοχή, ἀκοῦμε· «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», μιὰ προτροπὴ ποὺ ταιριάζει μὲ τὴν Ἀνάληψι. Σὰ᾿ νὰ μᾶς λέῃ ἡ Ἐκκλησία· Ἄνθρωποι, ἀπογειωθῆτε! Μὴ μένετε κολλημένοι στὰ γήινα ὅπως τὰ στρείδια στὸ βράχο. Ἡ γῆ αὐτὴ δὲν εἶνε πατρίδα σας. Πατρίδα σας εἶνε ὁ οὐρανός, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ Χριστός, οἱ ἄγγελοι, οἱ ψυχὲς καὶ τὰ πνεύματα τῶν προγόνων σας.Ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε τὴ σκέψι μας, τὰ αἰσθήματά μας καὶ τὴ βούλησί μας στραμμένα διαρκῶς στὰ χαμηλά. Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰν τὰ τετράποδα, ποὺ ἔχουν τὸ κεφάλι κάτω. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ μόνο πλάσμα ποὺ στέκει ὀρθό. Γιατί μᾶς ἔκανε ὄρθιους ὁ Θεός; Γιὰ νὰ βλέπουμε τὸν οὐρανό. Κατὰ μία ἐτυμολογία αὐτὸ σημαίνει καὶ ἡ λέξι ἄν-θρωπος. Ἐν τούτοις ἐμεῖς δὲν τιμοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Τὸν ὑποβιβάζουμε στὴν τάξι τῶν ζῴων. Μοιάζουμε μὲ τοὺς χοίρους, ποὺ ἔχουν τὸ ῥύγχος καὶ τὰ μάτια συνεχῶς κάτω, στὴ λάσπη, καὶ ποτέ δὲν ὑψώνουν τὸ βλέμμα ἐπάνω παρὰ μόνο μιὰ φορά. Πότε; Ὅταν τοὺς πᾶνε στὸ σφαγεῖο καὶ τοὺς ἀναποδογυρίζουν γιὰ νὰ μπῇ τὸ μαχαίρι στὸ λαιμό· τότε γιὰ πρώτη φορὰ τὰ μάτια τους ἀντικρύζουν οὐρανό. Ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. Λησμονοῦμε ποιά εἶνε ἡ πατρίδα μας κι ὅτι ἐδῶ στὴ γῆ εμεθα πρόσκαιροι καὶ παρεπίδημοι· καὶ μόνο ὅταν πλέον ἔρθῃ ἡ μάχαιρα τοῦ ἀρχαγγέλου, τὴν τελευταία στιγμή, βλέπουμε ἔκπληκτοι ποιός ἦταν ὁ προορισμός μας. Μὰ τότε εἶνε ἀργά.
 Ἄνθρωπος εἶνε αὐτὸς ποὺ βλέπει πρὸς τὰ ἄνω, αὐτὸς ποὺ σκέπτεται τὸν Θεό, αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾷ τὸν πλησίον, αὐτὸς ποὺ ἔχει εὐγενῆ αἰσθήματα· πίστι, ἐλπίδα, εὐσυνειδησία, στοργή, δικαιοσύνη, πατριωτισμό, αὐτοθυσία… Ὤ τί ὡραῖο πρᾶγμα εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶνε πράγματι ἄνθρωπος! ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Τώρα ὅμως κατήντησε σὰν τὰ κτήνη καὶ χειρότερα, ἀφοῦ τὰ πάθη του τὸν ἀποκτηνώνουν, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
 Καὶ ὄχι μόνο κτῆνος κατήντησε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ θηρίο, τὸ ἀγριώτερο θηρίο. Μὴ φοβηθῆτε τὰ λιοντάρια καὶ τὶς τίγρεις. Ἕνα θηρίο πόσους μπορεῖ νὰ φάῃ; 100; 200; παραπάνω ὄχι. Ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸ μυαλὸ ποὺ τοῦ ᾿δωσε ὁ Θεός, ἀντὶ νὰ γίνῃ ἄγγελος, γίνεται ἐπιστημονικὸ θηρίο. Ἀνεβαίνει στὰ «μαυροπούλια», ὅπως λέει τὰ πολεμικὰ ἀεροπλάνα ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, καὶ ῥίχνει βόμβες τρομερές, ποὺ ἀφανίζουν πολιτεῖες ὁλόκληρες. Αὐτὸ ἔγινε στὴν Ἰαπωνία. Εἶνε λοιπὸν ἢ δὲν εἶνε ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀγριώτερο θηρίο; Τὸν πρῶτο ἀεροπόρο ποὺ πῆγε καὶ ἔρριξε ἀτομικὴ βόμβα στὴν Ἰαπωνία καὶ ἔσβησε μιὰ ὁλόκληρο πόλι, μετὰ τὸν κάνανε ἥρωα στὴν Ἀμερική. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶχε μέσα του κάρβουνο τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ποὺ τὸν ἔκαιγε καὶ τοῦ φώναζε· Ἂς ἔχῃς τὰ παράσημα ὅλου τοῦ κόσμου· εἶσαι κακοῦργος… Ἔχασε τὸν ὕπνο του. Προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἡσυχάσουν· τέλος αὐτοκτόνησε, δὲ᾿ μποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ.Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἀνθρωπότης βρίσκεται σὲ τέτοια κατάπτωσι, ἔρχεται ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· Ἄνθρωποι, κοιτάξτε ψηλά, στὰ ἄστρα. Ὑψῶστε τὸ νοῦ στὰ οὐράνια· «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Ἀπογειωθῆτε· ξεκολλῆστε ἀπὸ τὴ λάσπη καὶ τὰ πάθη, ἐλευθερωθῆτε ἀπὸ τὸ μῖσος καὶ τὴν ἔχθρα, ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴν πλεονεξία, ἀποδεσμευθῆτε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ τὴν ὀργή, τὸ φανατισμὸ καὶ τὴν προσωπολατρία, τὸν κομματισμὸ καὶ τὴ φατρία, τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Μὴ μοιράζεστε. Ὁ Χριστὸς δὲν διαιρεῖ, ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Ἑνωμένοι ὅλοι, σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλη τοῦ ἑνὸς σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς μιᾶς ἁγίας του Ἐκκλησίας.Πατρίδα μας δὲν εἶνε ἡ γῆ ἐδῶ κάτω, τὰ οἰκόπεδα καὶ τὰ κτήματα. Πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός· καὶ ἀρχηγός μας εἶνε ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ [«Ποῦ ἔγκειται ἡ ἀξία καὶ σὲ τί συνίσταται τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου;»] (Κυρ. Σταυροπροσκυνήσεως)

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

«Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον,
καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;
ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;»
(Mάρκ. η´ 36-37)

(Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Αὐγουστίνου Καντιώτη (✝)
στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Κωνσταντίνου Κολωνοῦ – Ἀθηνῶν 20-3-1960)

 .         Ἕνα, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τοὺς σοφοὺς ἀποτελεῖ τὸ ἐρώτημα· Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε κι αὐτὸς ἁπλῶς ἕνα ζῷο μὲ κατώτερες ὀρέξεις; Ποιά ἡ ἀρχή του, ἀπὸ ποῦ προέρχεται; Ποιός ὁ σκοπὸς καὶ ὁ προορισμός του; Ποιά τὰ συστατικὰ καὶ ποιά τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Στύβουν τὰ μυαλά τους οἱ σοφοί. Καὶ γιὰ ν᾿ ἀπαντήσουν ἔγραψαν καὶ γράφουν βιβλία τόσα, ποὺ γιὰ νὰ τὰ διαβάσῃς πρέπει νὰ ζήσῃς χίλια χρόνια. Ἀλλ᾿ ἂν τὰ ζυγίσουμε ὅλα αὐτὰ τὰ βιβλία, εἶνε ἕνα ἄχυρο μπροστὰ στὰ λόγια ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Λόγια, ποὺ ἂν καθήσουμε ἔστω πέντε λεπτὰ καὶ τὰ σκεφτοῦμε σοβαρά, εἶνε ἱκανὰ νὰ κάνουν καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλὸ ν᾿ ἀλλάξῃ πορεία, σήμερα Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶνε γραμμένα μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶνε αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;» (Μάρκ. η´ 36). Αὐτὰ τὰ λόγια δίνουν τὴ λύσι στὸ πρόβλημα ἄνθρωπος. Μᾶς λένε ποιά εἶνε ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ποιά, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀξία του; Ποῦ ἔγκειται ἡ ἀξία καὶ σὲ τί συνίσταται τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου;

* * *

.         Ἀπὸ ἀπόψεως σωματικῆς ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπερέχει. Ὁ ὄγκος του, τὸ σωματικό του περίβλημα, εἶνε μικρό. Ἂν σταθῇ ἕνας ἄνθρωπος μπροστὰ σ᾿ ἕνα βουνὸ ὅπως οἱ Ἄλπεις ἢ τὰ Ἰμαλάϊα, ὁ ὄγκος του μπροστά τους εἶνε ἐλάχιστος. Κι ἂν πάλι συγκρίνουμε τὰ μεγάλα βουνὰ μὲ τὴ γῆ, θὰ δοῦμε ὅτι κι αὐτὰ μπροστά της εἶνε σὰν τὶς προεξοχὲς τῆς φλούδας ἑνὸς πορτοκαλιοῦ. Κι ἂν πάλι συγκρίνουμε τὴ γῆ μὲ τὰ ἄστρα καὶ τὰ πλανητικὰ συστήματα, θὰ δοῦμε ὅτι ὁ ὄγκος της εἶνε ἕνας κόκκος ἄμμου. Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸ σύμπαν εἶνε κάτι ἀπειροελάχιστο, σχεδὸν μηδέν. Ἂν πάρῃς ἕνα νεκρὸ ποὺ μόλις ξεψύχησε καὶ τὸν πᾷς στὸ χημεῖο νὰ τὸν ἀναλύσῃς στὰ συστατικά του, θὰ δῇς ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῶν 65 κιλῶν εἶνε· 45 κιλὰ νερό, λίπος γιὰ νὰ φτειάξῃς 7 σαπούνια, σίδερο γιὰ 1 καρφί, φώσφορο γιὰ μερικὰ κουτιὰ σπίρτα, μαγνήσιο γιὰ 1 καθαρτικό, κάρβουνο γιὰ μερικὰ μολύβια, καὶ ἀσβέστη γιὰ νὰ βάψῃς ἕνα μικρὸ δωμάτιο. Ὅλα δηλαδὴ τὰ συστατικά του ὡς σῶμα εἶνε εὐτελέστατα, μηδαμινά, δὲν ἔχουν ἀξία οὔτε μιᾶς λίρας. Καὶ ὅμως· μιὰ λίρα ἀξίζει ὁ ἄνθρωπος;
.         Ὦ Χριστέ! Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, γιατὶ ἦρθες στὸν κόσμο καὶ ἔρριξες φωτοβολίδες μέσα στὸ ἔρεβος· εἶπες τὰ λόγια αὐτά, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ κανείς· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Ὥστε ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε στὸ σῶμα τὸ εὐτελέστατο. Ἡ ἀξία του εἶνε κάτι ἄλλο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αὐτὸ ποὺ φαίνεται. Ὄχι, ἀδελφοί μου. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε κυρίως αὐτὸ ποὺ δὲν φαίνεται. Πίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του, στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του, κρύβεται κάποιο ἀόρατο μηχάνημα. Ὁ ἄνθρωπος μέσα του εἶνε προπαντὸς σκέψις, διάνοια. Κάθεται στὸ γραφεῖο του καὶ μὲ τὸ διαβήτη μετράει τὶς ἀποστάσεις, ζυγίζει τοὺς ἡλίους, ὑπολογίζει τὴν τροχιὰ τῶν ἀστέρων· γίνεται μαθηματικός, ἀστρονόμος, μέγας ἐπιστήμων.
.             Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο διάνοια. Ἀλλοίμονο ἂν εἶνε μόνο διάνοια. Εἶνε καὶ καρδιά, εἶνε καὶ αἴσθημα. Καὶ τὸν βλέπεις σὲ μιὰ στιγμή, ἐκεῖ ποὺ διασκεδάζει, ποὺ γλεντάει κι ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, ὅταν ὁ ταχυδρόμος τοῦ φέρῃ ἕνα γράμμα καὶ μαθαίνῃ ὅτι πέθανε ἡ μητέρα του, τί συμβαίνει; Μεταβάλλεται, ἀλλάζει· δὲν ἔχει διάθεσι νὰ μιλήσῃ πιά, κλείνεται καὶ κλαίει καὶ πενθεῖ.
.         Ὁ ἄνθρωπος εἶνε διάνοια, εἶνε καρδιὰ καὶ ασθημα. Προπαντὸς  ὅμως ―τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾿ ὅλα― εἶνε θέλησις. Ὤ ἡ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου! Τὸ ζῷο εἶνε ὑπόδουλο στὰ ἔνστικτά του. Τὸ ζῷο πεινᾶ; θὰ φάῃ. Ὁ ἄνθρωπος πεινᾷ, ἀλλὰ λέει Ἄλτ! εἶνε Μεγάλη Παρασκευή, θὰ νηστέψουμε. Τὸ ζῷο νυστάζει; θὰ κοιμηθῇ στὴν ὥρα του, μὲ τὸ ρολόι. Ὁ ἄνθρωπος λέει Ἄλτ! δὲ᾿ θὰ κοιμηθῶ· εἶμαι νοσοκόμος κι ἀπόψε θ᾿ ἀγρυπνήσω στὸ προσκέφαλο τοῦ ἀρρώστου. Τὸ ζῷο ἔχει τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κι αὐτὸς τὸ ἔνστικτο αὐτό, ἀλλὰ λέει· Ἄλτ! ὄχι· θὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου, ὄχι μιὰ ζωὴ ἀλλὰ χίλιες ζωές, γιὰ μεγάλα ἰδανικά. Τὴν 25η Μαρτίου ἑορτάζουμε ἕνα ἔπος, μιὰ ἀλησμόνητη σελίδα τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας, τὸ 1821. Γιά διαβάστε τοὺς βίους τῶν ἡρώων. Τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἠλέκτριζε; ἡ ὕλη, τὸ χρῆμα, τὰ ταπεινὰ καὶ μικρὰ συμφέροντα, τὰ ἔνστικτα, οἱ ὁρμές των; Κάτι τὸ ἀνώτερο. Ἕνας ξένος ἐπισκέφθηκε τὸν Κανάρη στὰ γεράματά του καὶ τὸν ρωτάει· ―Δὲ᾿ μοῦ λές, γερο – Κω᾿σταντῆ, πῶς κατώρθωσες ἐκείνη τὴ νύχτα νὰ κολλήσῃς τὸ πυρπολικὸ στὴ ναυαρχίδα καὶ νὰ τὴν τινάξῃς στὸν ἀέρα; Καὶ ὁ ἥρωας ἀπαντᾷ· ―Ἁπλούστατα, ἔκανα τὸ σταυρό μου καὶ εἶπα· Ἀπόψε, Κω᾿σταντῆ, θὰ πεθάνῃς γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι, σᾶς ἐρωτῶ· Τί εἶνε ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἔνστικτα, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ὁρμές του, καὶ νὰ φθάνῃ στὸ ὕψος τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου; Εἶνε τὰ κύτταρα, τὰ κόκκαλα, τὰ στομάχια, τὰ ἔντερα; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Πέρα ἀπὸ αὐτὰ εἶνε ἡ ψυχὴ ἡ ἀθάνατη. Καὶ γι᾿ αὐτὴν ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέει· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;».

* * *

.         Ἀδελφοί μου, θὰ τελειώσω μὲ μιὰ εἰκόνα. Θέλετε, λέει κάποιος, νὰ δῆτε τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς; Φτειάξτε μὲ τὴ φαντασία σας μιὰ ζυγαριά, ζυγαριὰ μεγάλη, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ ζυγίσουμε μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Καὶ τὴ ζυγαριὰ αὐτὴ νὰ τὴν κρεμάσετε ἀπὸ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, νὰ τὴν κρατᾶνε στὰ χέρια τους ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Καὶ στὸν ἕνα δίσκο τῆς ζυγαριᾶς βάλτε ὅ,τι πανάκριβο ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐλᾶτε, σεῖς οἱ γυναῖκες, καὶ φέρτε ὅλα τὰ σκουλαρήκια, τὰ χρυσαφικά, τὰ τιμαλφῆ ποὺ ἔχετε. Κ᾿ ἐσεῖς οἱ τραπεζῖτες, οἱ φιλάργυροι Ἰοῦδες, ἀνοῖξτε τὰ χρηματοκιβώτιά σας καὶ φέρτε ὅλα τὰ χρήματα καὶ στοιβάξτε τα στὸν διο δίσκο. Κ᾿ ἐσεῖς ἐργατικοὶ ἄνθρωποι – τὸ προλετάριο, σκάψτε βαθειὰ στὰ σπλάχνα τῆς γῆς καὶ βγάλτε ἀπὸ μέσα ὅλο τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι, καὶ βάλτε τα κι αὐτὰ ἐκεῖ. Κ᾿ ἐσεῖς ναῦτες – ναυτικοί, μὲ τὰ σκάφανδρά σας βυθισθῆτε στὰ βάθη τῶν ὠκεανῶν καὶ πάρτε ἀπὸ ᾿κεῖ τοὺς ἀμυθήτους θησαυροὺς ποὺ κρύβονται. Κ᾿ ἐσεῖς ἀεροπόροι – ἀστροναῦτες, πετάξτε μὲ τὰ διαστημόπλοιά σας στὰ ὕψη τοῦ διαστήματος καὶ πάρτε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πλανῆτες, ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα, ὅ,τι ἔχει ὅλο τὸ σύμπαν. Καὶ ὅλα αὐτὰ βάλτε τα στὸν διο δίσκο. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τί νὰ βάλετε; Μιὰ ψυχή. Τίνος; Τὴν ψυχὴ ἑνὸς βασιλιᾶ; Ὄχι. Τὴν ψυχὴ ἑνὸς στρατηγοῦ; Ὄχι. Τὴν ψυχὴ ἑνὸς μεγάλου ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ γράφουν οἱ ἐφημερίδες; Ὄχι. Νὰ βάλετε τὴν ψυχὴ ἑνὸς ταπεινοῦ ἀνθρώπου, ἑνὸς φτωχοῦ καὶ ἀσημάντου. Ἔ λοιπόν, μόλις ἡ ψυχὴ ἀγγίξῃ μὲ τὴ φτερούγα της τὸ δίσκο, ἀμέσως ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ πρὸς τὸ μέρος της! Ὦ ψυχή, ὦ θησαυρὲ ἀνεκτίμητε! «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;».
.         Ἀγαπητοί μου! Λένε, ὅτι ὁ βασιλιᾶς τῆς Μακεδονίας Φίλιππος, πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἶχε μιὰ σπουδαία συνήθεια. Τετρακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ αὐτός, εἶχε διατάξει ἕνα στρατιώτη του καὶ κάθε πρωῒ στεκόταν μπροστά του κλαρῖνο καὶ τοῦ ἔκανε μία ὑπενθύμισι. Τοῦ εἶπε· Κάθε πρωΐ, μόλις ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, θὰ κτυπᾷς στὸ δωμάτιό μου, θὰ χαιρετᾷς καὶ θὰ μοῦ λές· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· Φίλιππε, θυμήσου ὅτι εἶσαι θνητός, ὅτι μιὰ μέρα θὰ πεθάνῃς.
.         Κι ἐγὼ τώρα, ὡς στρατιώτης ὄχι τοῦ Φιλίππου ἀλλὰ τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ, παρουσιάζομαι ἐνώπιον ὅλων σας, ἐν ὄψει τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως, καὶ σᾶς εἰδοποιῶ· Ἔχετε ψυχὴ ἀθάνατη! Τὴν ψυχὴ αὐτὴ φυλάξτε την μὲ κάθε θυσία. Καὶ μὴ ξεχνᾶτε ποτέ στὴ ζωή σας τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ εἶνε γραμμένα μὲ τὸ αἷμα Του· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. η´ 36-37). Ἐὰν μὲ ἀκούσετε, καλῶς· ἐὰν δὲν μὲ ἀκούσετε, σεῖς θὰ εἶστε ὑπεύθυνοι. Ἡ εὐθύνη θὰ εἶνε δική σας καὶ μόνο δική σας.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ὁ χασάπης κρεμοῦσε τὸ μαχαίρι του, ἔκλειναν τὰ κρεοπωλεῖα, καὶ μόνο τὸ Μέγα Σάββατο τὸ ἔπιανε πάλι.)

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

(Ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ  Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αὐγουστίνου Καντιώτου,
στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Λακκιᾶς [Λεβαίας\ – Ἀμυνταίου 28-2-1982)
 

.           Αὔριο, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ διαρκεῖ σαράντα μέρες. Πρώτη μέρα εἶνε ἡ Καθαρὰ Δευτέρα, τελευταία τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀγωνισθοῦμε. Ἔχουμε ἐχθρούς. Οἱ δὲ μεγαλύτεροι ἐχθροί μας εἶνε τρεῖς· πρῶτος ἡ σάρκα μὲ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες της, δεύτερος ὁ κόσμος μὲ τὰ φόβητρα καὶ τὰ θέλγητρά του, καὶ τρίτος ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α´ Πέτρ. ε´ 8).
 Καλούμεθα λοιπὸν σ᾿ ἕνα πνευματικὸ πόλεμο. Κι ὅπως οἱ στρατιῶτες ἔχουν ὅπλα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς, στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ εἴμαστε ὡπλισμένοι μὲ ὅπλα ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει σήμερα «ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ. ιγ´12). Τὰ δὲ ὅπλα ποὺ μᾶς συνιστᾷ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν περίοδο αὐτὴ εἶνε τέσσερα.

* * *

.           Πρῶτο ὅπλο ἡ νηστεία. Μερικοὶ μοντέρνοι λένε, ὅτι ἡ νηστεία δὲν εἶνε τίποτα· τὴν ἔκαναν οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, γιὰ νὰ κρατοῦν τὸ λαὸ ὑποταγμένο. Αὐτὸ εἶνε ψέμα. Ἡ νηστεία εἶνε ἀρχαῖος θεσμός. Εἶνε, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «συνηλικιῶτις» τοῦ ἀνθρώπου, τόσο παλαιὰ ὅσο κι ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς εἶπε νὰ τρῶνε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δέντρων τοῦ παραδείσου ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα. Ἔ, αὐτὸ δὲν εἶνε νηστεία; Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα δὲν τήρησαν τὴν ἐλαφρὰ αὐτὴ νηστεία καὶ τιμωρήθηκαν· «ἐξεβλήθησαν τοῦ παραδείσου», ὅπως ἀκοῦμε στοὺς ὕμνους σήμερα.Νήστεψαν ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὅλοι οἱ προφῆται καὶ πατριάρχαι καὶ δίκαιοι τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Νήστευαν οἱ Ἑβραῖοι, νήστευαν ὅλοι οἱ λαοί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὴ νηστεία συνιστᾷ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ συνιστᾷ μὲ τὰ λόγια του ποὺ ἀκούσαμε σήμερα (βλ. Ματθ. ϛ´16-18), καὶ ἀκόμα περισσότερο μὲ τὰ ἔργα καὶ τὸ παράδειγμά του. Μετὰ τὴ βάπτισί του ὁ Χριστὸς πῆγε στὴν ἔρημο, ἔμεινε σαράντα μέρες, πάλεψε μὲ τὸ σατανᾶ καὶ τὸ νίκησε· κ᾿ ἐκεῖ ἔκανε νηστεία αὐστηρά, τόσες μέρες οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤπιε τίποτα. Ἡ νηστεία λοιπὸν στηρίζεται στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ νηστεύῃ.Ἀλλὰ καὶ ἡ ἰατρικὴ συνιστᾷ τὴ νηστεία, ὡς φάρμακο. Ἕνας σοφὸς ἰατρὸς εἶπε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι «σκάβουμε τὸ λάκκο – τὸν τάφο μας μὲ τὰ πιρούνια καὶ τὰ κουτάλια». Συναντοῦμε τὴ νηστεία καὶ στὴ φύσι ἀκόμη, στὰ ζῷα. Ἡ χελώνα, τὸ φίδι, ὁ βάτραχος πέφτουν σὲ μακρὰ χειμερία νάρκη· στὸ διάστημα αὐτὸ νηστεύουν βεβαίως. Παγκόσμιος νόμος ἡ νηστεία.
 Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι ἀπέφευγαν τὰ κρέατα καὶ τὶς λιπαρὲς οὐσίες. Στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ὁ χασάπης κρεμοῦσε τὸ μαχαίρι του, ἔκλειναν τὰ κρεοπωλεῖα, καὶ μόνο τὸ Μέγα Σάββατο τὸ ἔπιανε πάλι. Τώρα γίναμε τὸ πιὸ κρεοφάγο ἔθνος· γέμισε ἡ Ἑλλάδα ψησταριές. Δὲ᾿ φτάνουν τὰ ντόπια ζῷα, εἰσάγουμε κι ἀπ᾿ ἔξω καὶ φεύγει συνάλλαγμα. Τρῶμε ἐμεῖς τὸν περίδρομο, τὴν ὥρα ποὺ πέρα στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρικὴ ἑκατομμύρια παιδάκια πεθαίνουν. Ἔννοια σου ὅμως, θὰ τὸ πληρώσουμε αὐτό. Θά ᾿ρθουν πάλι χρόνια πείνας· θὰ γίνῃ ὁ λόγος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· «μιὰ χούφτα ἀλεύρι-μιὰ χούφτα χρυσάφι».
 Ὅλοι νὰ νηστεύουν. Ἐξαιροῦνται μόνο ἄρρωστοι, ἡλικιωμένοι καἱ γυναῖκες ποὺ θηλάζουν παιδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε φιλάνθρωπος· δὲ᾿ θέλει νὰ ἐξοντώσῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἀποστολικὸς κανὼν λέει, ὅτι αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται· ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ νηστεύουν.
.              Ἕνα ὅπλο ἡ νηστεία. Ἄλλο ὅπλο ἡ προσευχή. Πάντοτε νὰ προσευχώμεθα, ἰδιαιτέρως ὅμως τώρα. Στὴν ἐκκλησία κάθε βράδυ ψάλλεται τὸ «Κύριε τῶν δυνάμεων…» στὸ Μέγα ἀπόδειπνο. Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τελεῖται προηγιασμένη. Παρασκευὴ βράδυ «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» καὶ Χαιρετισμοί.

 Προσευχὴ καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ· πρωῒ καὶ βράδυ, πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό· στὸ δρόμο, στὸ αὐτοκίνητο, στὸ ἀεροπλάνο, παντοῦ. Οἱ πρόγονοί μας ἔλεγαν· «Πέφτω κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ἄγγελος εἶνε στὸ πλευρό μου».
 Προσευχὴ ὅμως καὶ στὸ σπίτι, οἰκογενειακή, πατέρας-μητέρα-παιδιά. Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ προσεύχεται ἔτσι, νὰ πέσω νὰ φιλήσω τὰ πόδια τους. Ἔχουμε σπίτια ὡραῖα, τηλεοράσεις, φαγητά, ψυχαγωγίες, πορνεῖες, μοιχεῖες, καρναβάλια…· Θεὸ δὲν ἔχουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἔρχονται τιμωρίες, σύμφωνα μὲ τὰ ἱερὰ βιβλία.
 Δὲν προσεύχεσαι; ἄνθρωπος δὲν εἶσαι. Δὲν προσεύχεσαι; οὔτε ζῷο εἶσαι. Τὰ πουλιὰ ὑμνοῦν τὸ Θεό. Κι ὁ σκύλος τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του σὰ᾿ νὰ σοῦ λέῃ εὐχαριστῶ. Καὶ ὁ ἄνθρωπος; Ὅλα τοῦ τὰ δίνει ὁ Θεός, κι αὐτὸς τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημάει.
.              Τὸ τρίτο ὅπλο εἶνε ἡ ἐλεημοσύνη. Τὰ χρήματά σου μὴν τά ᾿χῃς μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου· αὐτὸ εἶνε φιλαυτία. Νὰ εἶσαι ἐλεήμων. Πόσο ἐλεήμων; Τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει τρεῖς βαθμῖδες ἐλεημοσύνης. Πρώτη, νὰ τὰ δώσῃς ὅλα (βλ. Λουκ. ιη´22)· αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, οἱ ἀσκηταί. Δὲ᾿ μπορεῖς νὰ τὰ δώσῃς ὅλα; Ἔ, τότε κάνε κάτι εὐκολώτερο, δῶσε τὰ μισά· αὐτὸ λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (βλ. ἔ.ἀ. γ´11). Οὔτε τὰ μισὰ μπορεῖς; Ἔ, τότε δῶσε τὸ ἓν δέκατον· ὅπως ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἑκατὸ μάζεψες; δῶσε τὰ δέκα στὸ φτωχό. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως κάνεις. Ἀλλὰ τί; Τὸ σύνθημα τοῦ διαβόλου· ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο! Σὲ κάποιο χωριὸ ὁ παπᾶς ἔκανε ἔρανο γιὰ ἕνα δυστυχισμένο καὶ μάζεψε μόνο 1.000 δραχμές. Τὸ ίδιο βράδυ ἦρθαν στὸ κέντρο ξένες ντιζὲζ καὶ χορεύανε· νέοι – γέροι βλέπανε τὰ γυμνὰ κρέατα. Κι ὅταν ἔφυγαν αὐτές, μέτρησαν τὰ λεφτὰ ποὺ μάζεψαν· ἦταν, παρακαλῶ, 350.000 δραχμές. Πολὺ ὡραῖα! Γιὰ τὸ διάβολο 350.000, γιὰ τὸ Χριστό; τίποτα σχεδόν…

.              
Εἴπαμε λοιπόν, νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη. Ὁ Χριστὸς ὅμως ζητάει κάτι ἀκόμα. Τὸ λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Ποιό εἶνε; Νὰ συγχωρήσῃς τὸν ἐχθρό σου (βλ. Ματθ. ϛ´ 14-15). Εἶνε τὸ τέταρτο ὅπλο, τὸ δυσκολώτερο ἀπ᾿ ὅλα. Ρωτάει ὁ πνευματικὸς μιὰ ψυχή· ―Μήπως ἔχεις μὲ κανέναν ἔχθρα; ―Ἔχω, μὲ μιὰ γειτόνισσα. ―Τί σοῦ ἔκανε; ―Αὐτὸ κι αὐτό. ―Πόσο καιρὸ ἔχεις νὰ τῆς μιλήσῃς; ―Εἶνε τώρα δέκα χρόνια… Ἔρχεται ἄλλη. ―Ἔχεις κανένα ἐχθρό; ―Αὐτὴ ἡ πεθερά μου μ᾿ ἔψησε! καλημέρα δὲν τῆς λέω… Ἔρχεται ἡ πεθερά· ―Ἄ, αὐτὴ ἡ νύφη μου!… Ἔρχεται ὁ γείτονας· ―Ἔχω μῖσος στὸν τάδε. ―Ἔ, τώρα πρέπει νὰ συχωρεθῆτε. ―Ἄ, αὐτὸ δὲ᾿ γίνεται, παπούλη· βάλε μου κανόνα ὅ,τι θέ᾿ς, ν᾿ ἀνάβω κεριά, νὰ κάνω μετάνοιες, ἀλλὰ συχώρησι δὲ᾿ δίνω. Μ᾿ ἔχει κάψει, δὲ᾿ θέλω νὰ τὸ βλέπω οὔτε νὰ τὸν ἀκούω… Τί λέει ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο! Ρώτησαν κάποιον ἄπιστο, ποιό εἶνε τὸ πιὸ ὡραῖο ἀπ᾿ ὅσα γράφει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀπήντησε· Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστός, νὰ συχωράῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Συχωρᾷς; εἶσαι Χριστιανός. Δὲ᾿ συχωρᾷς; κρῖμα στὶς νηστεῖες σου, στοὺς ἐκκλησιασμούς σου, στὶς μετάνοιες σου, σ᾿ ὅλα ὅσα κάνεις. Τὸ λέει καθαρὰ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· Συγχωρεῖς, θὰ συγχωρηθῇς· δὲ᾿ συγχωρεῖς, δὲ᾿ θὰ συγχωρηθῇς. Ἀπόψε θὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Ἐκκλησία ὅλους· προτοῦ νὰ μποῦμε στὴ νηστεία, νὰ συχωρέσουν οἱ νύφες τὶς πεθερές, οἱ πεθερὲς τὶς νύφες, οἱ ἄντρες τοὺς γείτονές τους, οἱ μικροὶ τοὺς μεγάλους, οἱ μεγάλοι τοὺς μικρούς. Ἔτσι ὅλοι σὰν ἀδέρφια, σὰν μιὰ οἰκογένεια ἀγαπημένη, ν᾿ ἀρχίσουμε τὸ ἱερὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
 Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πεθάνῃ προτοῦ νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὸν ἐχθρό του· χίλιοι παπᾶδες καὶ χίλιοι δεσποτάδες νὰ διαβάσουν εὐχὲς στὸν τάφο του, δὲν συγχωρεῖται.

* * *

.           Στὰ ὅπλα λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Εὔκολα πιάνει κανεὶς τὰ πολεμικὰ ὅπλα, ποὺ εἶνε ὅπλα θανάτου, καταστροφῆς, ἀπωλείας· δύσκολα πιάνει τὰ πνευματικὰ ὅπλα, «τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα.
 Μὴ μείνουμε χωρὶς τὰ ὅπλα μας· τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, καὶ τὴ συγχώρησι. Ἂς νηστέψουμε, ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στὴν ἔρημο. Ἂς προσευχηθοῦμε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα στὴ Γεθσημανῆ. Ἂς ἐλεήσουμε, ὅπως ὁ Κύριος σκόρπισε στὸν κόσμο τ᾿ ἀγαθά του. Καὶ ἂς συγχωρήσουμε ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας κάθε ἐχθρό, ὅπως Ἐκεῖνος, ποὺ πάνω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτάς του· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34).
 Ἀπὸ αὔριο στὰ ὅπλα! Νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη, συγχώρησις. Αὐτὰ τὰ τέσσερα νὰ ἔχουμε, καὶ τότε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ μᾶς σκεπάζουν καὶ ὁ Θεὸς θά ᾿νε πάντα μαζί μας εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

«Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κε´ 32)

(Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Πτολεμαΐδος 1-3-1981) 

.          Χθές, ἀγαπητοί μου, ψυχοσάββατο, μνήμη δηλαδὴ τῶν προσφιλῶν μας νεκρῶν. Σήμερα Κυριακή, Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω.Τί εἶνε ἀπόκρεως; Ἀπόκρεως ίσον ἀποχαιρετισμὸς τῆς κρεοφαγίας, προοίμιο τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τεσσαρακοστῆς, προανάκρουσμα γιὰ ἀγῶνες πνευματικούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κόσμος, μὲ τὴ σατανικὴ ἰδέα ὅτι τὶς μέρες αὐτὲς ὅλα ἐπιτρέπονται, ἐκτρέπεται σὲ μεγάλες ἁμαρτίες. Σήμερα λοιπόν, ποὺ πολλοὶ ὀργιάζουν, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται στοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ φοβερώτερο εὐαγγέλιο ὅλου τοῦ χρόνου, τὸ εὐαγγέλιο τῆς μελλούσης κρίσεως. Ὅποιος τ᾿ ἀκούει κ᾿ ἔχει μέσα του ἕνα μόριο πίστεως καὶ λογικῆς, τρέμει.Τὸ εὐαγγέλιο μᾶς προειδοποιεῖ ὅλους. Θὰ γίνῃ κρίσις, δικαστήριο παγκόσμιο, κι ὁ δικαστὴς ποὺ θὰ μᾶς κρίνῃ εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Θὰ χωριστῇ ἡ ἀνθρωπότης σὲ δυὸ μεγάλες παρατάξεις· ἀπὸ τὴ μιὰ οἱ δίκαιοι, ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Καὶ θ᾿ ἀκουστοῦν δύο τελεσίδικες – ἀμετάκλητες ἀποφάσεις· ἡ μία «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…», ἡ ἄλλη «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…», στὴν αἰώνια κόλασι (Ματθ. κε´ 34,41).―Κόλασις; Ποιός πιστεύει σήμερα κόλασι!Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει· Θὰ ἤθελα κ᾿ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχῃ, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τὴ φοβοῦμαι· καὶ ὅμως ὑπάρχει κόλασις. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει νύχτα, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει κόλασις, κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις.Ποῦ τὸ στηρίζουμε αὐτό; Μήπως εἶνε ἕνας μῦθος μὲ τὸ ὁποῖο ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ἀποκοιμίζουμε τὸ λαό; Ἡ ἀλήθεια τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ ἀνταποδόσεως ἔχει ἰσχυρὰ στηρίγματα. Τὸ ἕνα εἶνε, ὅτι τὸ φωνάζει ἡ δικαιοσύνη. Τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ φωνάζει ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ τὸ τρίτο καὶ σπουδαιότερο, ὅτι τὸ βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέψτε μου αὐτὰ νὰ τὰ ἀναλύσω.

* * *

.          Εἶπα, ὅτι τὸ φωνάζει ἡ δικαιοσύνη. Διότι ἡ δικαιοσύνη εἶνε ατημα παγκόσμιο. «Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἡσ. ΚϚ´9), ψάλλει ἡ Ἐκκλησία τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα.Ἀλλὰ ποῦ δικαιοσύνη; Ἂν ῥίξουμε ἕνα βλέμμα καὶ στὴ δική μας κοινωνία ἀλλὰ καὶ σὲ παγκόσμιο κλίμακα, στὶς διεθνεῖς σχέσεις τῶν λαῶν, θὰ δοῦμε ὅτι δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Δὲν βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ μας, τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ´ 34). Στὶς κοινωνίες μας, παρ᾿ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματά τους, βασιλεύει ὁ νόμος τῆς ζούγκλας ὅτι «τὸ μεγάλο ψάρι τρώει τὸ μικρό». Ἐγκλήματα γίνονται καθημερινῶς σὲ ὅλες τὶς χῶρες· ἐγκλήματα ἐκτελεσμένα μὲ τέτοια ἐντέλεια, ποὺ κι ὁ ἱκανώτερος ἀστυνόμος νὰ μὴ μπορῇ νὰ τὰ ἐξιχνιάσῃ. Ὁ ἔνοχος μένει ἀσύλληπτος, περιγελᾷ καὶ περιπαίζει τὶς ἀρχές. Οἱ δρᾶσται περιφέρονται ἀσύλληπτοι, μερικὲς φορὲς τιμῶνται κιόλας!Ὑπάρχουν ἐγκλήματα ἀτιμώρητα. Ἄλλοι βλαστημοῦν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια, ἄλλοι στὰ δικαστήρια ὁρκίζονται στὸ Εὐαγγέλιο, γυναῖκες ἀφήνουν τοὺς ἄντρες τους καὶ συζοῦν μὲ ἄλλους, ἄντρες ἀφήνουν τὶς γυναῖκες τους καὶ ζοῦν μετὰ παλλακίδων, ἄλλοι σκληροὶ κι ἀπάνθρωποι ῥουφοῦν τὸ αἷμα τοῦ φτωχοῦ καὶ κάνουν περιουσίες…, καὶ ὅλοι αὐτοὶ μένουν ἀτιμώρητοι. Ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἀποδεικνύεται ἀνίσχυρη. Εἶνε, ὅπως ἔλεγε ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος, ἕνα ἀραχνόπανο ποὺ πιάνει μυγάκια, μὰ οἱ σφῆγκες τὸ σχίζουν καὶ περνοῦν. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη συλλαμβάνει τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα· τὰ μεγάλα ἐγκλήματα μένουν ἀτιμώρητα.Καὶ τί θὰ γίνῃ λοιπόν; αὐτοὶ θὰ μείνουν ἀτιμώρητοι αἰωνίως; Ὄχι! διαμαρτύρεται ἡ συνείδησις. Τὸ ἔνστικτο τοῦ δικαίου, ποὺ ὁ Θεὸς φύτευσε μέσα μας, φωνάζει, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ οἱ ἐγκληματίες τῶν «τελείων» ἐγκλημάτων, οἱ παραβάτες τῶν ἠθικῶν διατάξεων, θὰ συλληφθοῦν στὰ δίχτυα τῆς ἀδεκάστου δικαιοσύνης. Ἂν ὑπάρχῃ Θεὸς ―καὶ ὑπάρχει Θεός―, θ᾿ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιο, θὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα καὶ θ᾿ ἀμείψῃ τὴν ἀρετή.

.           Ἀλλ᾿ ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις τὸ φωνάζουν οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς. Σ᾿ ὅλο τὸν πλανήτη μας παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, ὅλοι ―μὲ ὡρισμένες παραλλαγές― ἔχουν τὸ διο ἔνστικτο, τὴν δια ἰδέα, τὴν δια παράδοσι.Ἕνα ὑπενθυμίζω· ὅταν τὸ δικαστήριο τῶν Ἀθηνῶν ἀδίκως κατεδίκασε εἰς θάνατον τὸν Σωκράτη, ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ πιῇ τὸ κώνειο, τότε ἐκεῖνος εἶπε· Φεύγω καὶ πηγαίνω σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο· ἐκεῖ ὑπάρχουν δικασταὶ ἀμερόληπτοι, ὁ Αἰακός, ὁ Μίνως, ὁ Ραδάμανθυς· αὐτοὶ ἐκεῖ θὰ μοῦ ἀποδώσουν δικαιοσύνη. Πιστεύω στὴ θεία δικαιοσύνη, ὄχι στὴν ἀνθρώπινη.ϗ Ναί, ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις. Τὸ ἀπαιτεῖ τὸ ασθημα τοῦ δικαίου, τὸ φωνάζουν οἱ παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα εἶνε ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ψεύδονται, ὅλοι σφάλλουν, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἔσφαλε. Ὅ,τι εἶπε βγῆκε ἀληθινό, ὅ,τι προφήτευσε ὅλα πραγματοποιήθηκαν. Προφήτευσε, ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος, τὸ καύχημα τῶν Ἑβραίων, θὰ καταστραφῇ καὶ δὲ᾿ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (Ματθ. 24,2)· καὶ ὄντως κατεστράφη. Προφήτευσε, ὅτι οἱ δώδεκα ψαρᾶδες θὰ γίνουν παγκόσμιοι διδάσκαλοι καὶ τὸ κήρυγμά τους θὰ φτάσῃ σὲ ὅλη τὴ γῆ· καὶ ὄντως σήμερα κοντεύει νὰ γίνῃ γνωστὸ σχεδὸν παντοῦ. Προφήτευσε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία του θὰ πολεμηθῇ ἀπὸ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ ᾅδου μὰ δὲ᾿ θὰ νικηθῇ· καὶ πράγματι οἱ τόσοι διωγμοὶ δὲν τὴν ἀφάνισαν. Μέχρι σήμερα, ὅ,τι εἶπε βγῆκε ἀληθινό· ἔτσι καὶ ὁ λόγος του αὐτός, ὅτι θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς θὰ δικάσῃ τὸν κόσμο, θὰ πραγματοποιηθῇ.Πότε θὰ γίνῃ αὐτό; ποιά μέρα; ποιά ὥρα; ποιά στιγμή; Ἄγνωστον. Ὅπως εἶνε ἄγνωστη ἡ ὥρα τοῦ σεισμοῦ, ἔτσι καὶ ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Σὲ μιὰ ὥρα ποὺ γλεντοῦν καὶ ὀργιάζουν, ποὺ βλαστημοῦν τὸ Θεό, ποὺ κλέβουν καὶ ἀτιμάζουν, ποὺ ἀσχημονοῦν καὶ κυλιοῦνται στὸ βόρβορο, τέτοια ὥρα θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς κρίνῃ.Πῶς θὰ γίνῃ ἡ κρίσις; Ἡ Γραφὴ μὲ φοβερὲς εἰκόνες λέει τί θὰ προηγηθῇ. Ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ, θὰ σβήσῃ σὰν κερί. Τὰ ἄστρα θὰ πέσουν σὰν τὰ φύλλα τοῦ δέντρου στὸ σφοδρὸ ἄνεμο, τὰ βουνὰ θὰ λειώσουν σὰν μολύβι, τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν. Καὶ τότε θὰ φανῇ σημεῖον μέγα, ὁ τίμιος σταυρός. «Ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν», ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Παρασκευή (Ἰωάν. ιθ´ 37)· ὅτι θὰ δοῦν, λέει, τὸ σημεῖον τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ συνοδεύουν, καὶ τότε θὰ παρουσιασθῇ ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου· ὄχι πλέον ὡς ἀδύναμο νήπιο, ἀλλὰ ὡς κυρίαρχος τοῦ σύμπαντος. «Ὁποία ὥρα τότε», ἀδελφοί μου!«Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κε´ 32). Ἄνθρωποι φτωχοὶ καὶ ἄσημοι, ἀλλὰ καὶ ἐπίσημοι· βασιλεῖς, αὐτοκράτορες καὶ τύραννοι ποὺ σκόρπισαν τὸν τρόμο καὶ τὸ φόβο, ἀλλὰ καὶ φτωχοὶ καὶ ἀπένταροι ποὺ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε· ῥακένδυτοι καὶ ζητιάνοι, ἀλλὰ καὶ πλούσιοι ποὺ διασκεδάζουν μὲ πολυτέλεια καὶ χλιδή· ἀγράμματοι ποὺ δὲ᾿ μποροῦν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφή τους, ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμονες, Πλάτωνες καὶ Ἀριστοτέληδες καὶ Ἀϊνστάιν· γυναῖκες ἀλλὰ καὶ ἄντρες· μικρὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ ἀσπρομάλληδες γέροντες· Ἀνατολὴ καὶ Δύσι, Βορρᾶς καὶ Νότος, ὅλες οἱ γλῶσσες καὶ οἱ φυλές, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὸν τελευταῖο θνητό, ὅλοι σὰν θάλασσα μὲ ἄπειρα κύματα, θὰ εμεθα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ δικάσῃ· καὶ θὰ πῇ στοὺς μὲν «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου…», στοὺς δὲ «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…» (ἔ.ἀ.). Ἀπίστευτα αὐτά; Ἀλλὰ εἶνε πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, ἔτσι εἶνε βέβαιο κι ὅτι θὰ ἔρθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη. «Ἔστι δίκης ὀφθαλμὸς ὃς τὰ πάνθ᾿ ὁρᾷ», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, κ᾿ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα. Ναί, θὰ ἔρθῃ ἐκείνη ἡ στιγμή.

* * *

.          Ἀδελφοί μου! Κι ἐγὼ ποὺ τὰ λέω κι ἐσεῖς ποὺ τ᾿ ἀκοῦτε νὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή. Νὰ ἔχουμε ἕτοιμη τὴν ἀπολογία μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ μᾶς ἐλεήσῃ. Κανείς μας νὰ μὴν ἀκούσῃ τὸν κεραυνό «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…», ἀλλὰ ὅλοι ν᾿ ἀκούσουμε τὴ χαρμόσυνη φωνὴ «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου»· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Ἕνας μεγάλος ἄνδρας εἶναι εὐεργεσία. Μόνος, ἐπὶ πενήντα χρόνια, κράτησε τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ.

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

(προετοιμασία καὶ ἔξοδος στὴ μάχη ἐναντίον τῆς πλάνης)

(Ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
στὸν ἱερό ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος, Κυριακὴ 18-1-1976) 

ΑΓΙΟΣ+ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ+Ο+ΜΕΓΑΣ.        Τὸν Ἰανουάριο ἑορτάζουν πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἀρχὴ ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐνδιαμέσως ἄλλοι πολλοί, καὶ στὸ τέλος οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι. Μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμά τους, μὲ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ συγγράμματά τους στόλισαν τὸν πνευματικὸ οὐρανὸ ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Στὸ μέσον τοῦ ἀστερισμοῦ τοῦ Ἰανουαρίου, σὰν ἀστέρι πρώτου μεγέθους, λάμπει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τοῦ ὁποίου τὴν ἱερὰ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα. Στὴ σειρὰ τῶν ἡρώων τοῦ χριστιανισμοῦ πρῶτος ἔρχεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καὶ δεύτερος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· ὁ Παῦλος κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων, ὁ Ἀθανάσιος κορυφαῖος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας· πατὴρ πατέρων, ὅπως τὸν ὠνόμαζαν.

* * *

.        Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνος στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπὸ νωρὶς ἔδειξε, ὅτι θὰ γίνῃ μεγάλος. Εἶχε κλίσι στὰ γράμματα, ἀλλὰ περισσότερο στὴ θεολογία. Τακτικὸς στὴν ἐκκλησία, βοηθοῦσε τοὺς ἱερεῖς, ἢ μᾶλλον ἤξερε περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς παρὰ τὴν παιδικὴ ἀκόμη ἡλικία του. Κάποτε, παίζοντας μὲ συνομηλίκους του, βάπτισε ἕνα ἄλλο μικρὸ παιδί. Καὶ τέλεσε τὸ βάπτισμα μὲ τόση ἀκρίβεια, ὥστε ὁ πατριάρχης, ποὺ τοὺς παρατηροῦσε ἀπὸ τὸ παράθυρο, θαύμασε καὶ ἐνέκρινε τὸ βάπτισμα τοῦ παιδιοῦ ἐκείνου ὡς ἔγκυρο βάπτισμα.
.           Ὁ Ἀθανάσιος προσελήφθη στὴν αὐλὴ τοῦ πατριαρχείου. Ἔμαθε γράμματα σὲ σχολεῖα. Ἀλλὰ σπούδασε καὶ στὸ ἀνώτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ πανεπιστήμια. Ποιό εἶν᾿ αὐτό; Μὴ παραξενευτῇ κανείς, εἶνε ἡ ἔρημος! Ναί, ἡ ἔρημος. Μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη, μακριὰ ἀπὸ τὴ Βαβὲλ τῆς κοινωνίας καὶ τὴ διαφθορά. Ἐκεῖ μαθήτευσε καὶ διδάχθηκε τὰ ὕψιστα μαθήματα. Στὴν ἔρημο ὁ προφήτης Ἠλίας, στὴν ἔρημο ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, στὴν ἔρημο ὁ Χριστός. Ἐκεῖ τὰ μεγάλα καὶ ἐκλεκτὰ πνεύματα. «Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστί, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας (ἀναβ. ἦχ. πλ. α΄). Στὸ πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μελέτησε τρία βιβλία. Τὸ πρῶτο εἶνε ὁ ἑαυτός μας, τὸ «γνῶθι σαυτόν». Τὸ δεύτερο εἶνε ἡ φύσις· τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ,  ποὺ διδάσκουν τὴν πανσοφία, τὴν παντοδυναμία καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ τρίτο βιβλίο, ποὺ ἐμεῖς χασμουριώμαστε ὅταν τ᾿ ἀκοῦμε, εἶνε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἡ ἁγία Γραφή. Τὴν ἔμαθε ἀπ᾿ ἔξω ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διδάσκαλό του εἶχε τὸν Μέγα Ἀντώνιο. Ἦταν ὁ λαμπρότερος ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Ἔτσι ἔγινε καὶ αὐτὸς διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου καὶ ἔτσι ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸ μεγάλο ἀγῶνα. Ἡ ἱστορία, ἀγαπητοί μου, διδάσκει, ὅτι σὲ κρίσιμες στιγμὲς ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει καὶ ἀναδεικνύει μεγάλα ἀναστήματα, ποὺ εὐεργετοῦν καὶ σῴζουν καὶ δοξάζουν τὰ ἔθνη. Ἕνας μεγάλος ἄνδρας εἶνε εὐεργεσία. Καὶ ἀλλοίμονο στὰ ἔθνη ποὺ ἔπαυσαν νὰ γεννοῦν μεγάλους ἄνδρες. Αὐτοὶ βεβαίως δὲν γεννιῶνται κάθε μέρα, ἀλλὰ μέσ᾿ στὰ ἑκατὸ ἢ στὰ διακόσα ἢ στὰ τριακόσα χρόνια.
.        Ἐὰν ὅμως ὁ Θεὸς ἀναδεικνύῃ μεγάλους ἄνδρες γιὰ τὰ ἔθνη ποὺ ἀγαπᾷ, πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν ἐκλεκτό του λαό, ποὺ εἶνε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός τὴν ἵδρυσε, αὐτός τὴν ἐπότισε μὲ τὸ αἷμα του. Αὐτός λοιπόν, ὁ Θεάνθρωπος, προετοίμασε καὶ ἀνέδειξε καὶ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Διότι πράγματι ἦταν κρίσιμες τότε οἱ στιγμὲς γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
Παρουσιάστηκε κίνδυνος. Κίνδυνος ἐσωτερικός, μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶνε μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἐξωτερικό. Κινδύνευε ἡ Ἐκκλησία – ἀπὸ ποιόν; Ἀπὸ ἕναν ἱερέα ὄχι τυχαῖο, ἀλλὰ μορφωμένο καὶ ἐπιστήμονα, ἱερέα ἀσκητή. Ἦταν ὁ Ἄρειος. Αὐτὸς εἶχε μία ἑωσφορικὴ κακία, τὴν ὑπερηφάνεια. Κι ὅπως λέει ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ἁμάρτημα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια· κι ἀπ᾿ τὴν πορνεία κι ἀπ᾿ τὴ μοιχεία χειρότερη εἶνε αὐτή. Ὅταν βλέπῃς ὑπερήφανο ἄνθρωπο, εἶνε σὰ᾿ νὰ βλέπῃς διάβολο· ὅταν βλέπῃς ταπεινό, εἶνε σὰ᾿ νὰ βλέπῃς ἄγγελο.
Καὶ ὁ Ἄρειος ἦτο ὑπερήφανος. Νόμισε, ὅτι μὲ τὸ μυαλουδάκι του θὰ λύσῃ τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος· πῶς τὰ τρία πρόσωπα, Πατὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦμα, εἶνε μία Θεότης. Δὲ᾿ μπόρεσε βεβαίως. Εἶνε ποτὲ δυνατὸν ἕνας ποταμὸς νὰ χωρέσῃ σ᾿ ἕνα ποτήρι νεροῦ ἢ μιὰ θάλασσα σ᾿ ἕνα ῥακοπότηρο; Ἄλλο τόσο εἶνε δυνατὸν νὰ χωρέσῃ στὸ μικρὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἔστω κι ἂν εἶνε ἰδιοφυΐα, ἕνα μυστήριο. Ἐδῶ ἔπεσε ἔξω ὁ Ἄρειος ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά του καὶ εἶπε – βλασφήμησε. Τί βλασφήμησε; Ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶνε τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Θεότητος· ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἕνα κτίσμα, εἶνε ἕνα δημιούργημα ὅπως τὰ ἄλλα. Ὄχι Θεός, ἀλλὰ κτίσμα.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μὲ ἐπιχειρήματα ἀκαταγώνιστα ἀπὸ τὴ Γραφὴ κατώρθωσε νὰ νικήσῃ τὸν Ἄρειο· νὰ δείξῃ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός.
Ναί, Θεός. Ἐδῶ εἶνε ἡ οὐσία. Τὸ Χριστὸ τὸν παραδέχονται καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Κινέζοι καὶ οἱ Ἰάπωνες, τὸν παραδέχονται ὅλοι· ἀλλὰ ὡς Θεὸν ὄχι. Ἐδῶ εἶνε ὁ μεγάλος κόμπος. Πολλοί, δῆθεν μορφωμένοι, τὸν παραδέχονται ὡς κοινωνιολόγο, ὡς ποιητή, ὡς φιλόσοφο, ὡς ἔξοχη προσωπικότητα, ἀλλὰ δὲν ὑπογράφουν αὐτὸ ποὺ φωνάζει σήμερα ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός! Αὐτὸ κήρυξε μεγαλοφώνως ἐκεῖνος, διάκονος τότε, στὴν Πρώτη (Α´) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 325.
Ὁ Ἄρειος νικήθηκε θεολογικῶς. Ἀλλὰ κοσμικῶς ἦταν δυνατός. Εἶχε φίλους στρατηγοὺς καὶ βασιλεῖς, καὶ συνετάραξε ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία. Ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔμεινε μόνος. Δεσποτάδες, παπᾶδες, καλόγεροι, λαός, μπροστὰ στὴ βία τῆς ἐξουσίας ὑπέκυψαν καὶ ἔγιναν ἀρειανοί. Μόνος, ἐπὶ πενήντα χρόνια, κράτησε τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε σὲ σπηλιές, σὲ φαράγγια, σὲ ἐρήμους, συνεχῶς διωκόμενος…

* * *

.        Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ὁ πόλεμος ἐναντίον τῆς πίστεώς μας κορυφώνεται. Πολλοὶ οἱ ἐχθροί, διαφόρων χρωμάτων καὶ σχημάτων. Ζητοῦν νὰ ξεθεμελιώσουν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τοὺς χιλιαστάς, τὰ ἐγγόνια αὐτὰ τοῦ Ἀρείου, μέχρι τοὺς οἱουσδήποτε ἄλλους. Μισοῦν τὸ σταυρό. Μισοῦν τοὺς ἁγίους. Μισοῦν τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, δὲν θέλουν οὔτε νὰ τὸν ἀκούσουν, ἐνῷ τὸν Ἄρειο τὸν ὀνομάζουν «ἀδελφό». Αὐτὰ εἶνε φροῦτα – πλάνες ποὺ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὴ Δύσι. Τὸ πλεῖστον αὐτῶν εἶνε ἀμερικανικῆς προελεύσεως. Δὲν κατηγορῶ τὴν Ἀμερική· εἶνε χώρα ποὺ ἄλλοτε μᾶς βοήθησε καὶ μᾶς εὐεργέτησε· ἀλλὰ τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ μᾶς κάνῃ κακὸ μεγάλο. Διότι αὐτή τοὺς προστατεύει καὶ τοὺς ὑποθάλπει. Μιλῶ ἔξω ἀπὸ πολιτικά· ἀλλὰ σᾶς λέω, ὅτι κινδυνεύουμε τὴν ὥρα αὐτὴ ἀπὸ τὰ δολλάρια τῶν Ἀμερικάνων. Εἶνε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Καὶ ὑπάρχουν δυστυχῶς ἄνθρωποι ἕτοιμοι νὰ πουλήσουν γι᾿ αὐτὰ τὴν πίστι τῶν πατέρων τους.
.        Ἀλλ᾿ ὄχι! Τὸ πιστεύω ἀκραδάντως. Γνωρίζω τὸ λαό μας. Εἶνε μόνο ἀνάγκη νὰ διαφωτισθῇ, νὰ δῇ τὸν κίνδυνο καὶ ν᾿ ἀφυπνισθῇ. Καὶ ὑπάρχουν πολλὲς ἐλπίδες, ὅτι ὁ λαός μας ἀφυπνίζεται. Θέλετε παράδειγμα; Σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας μας χιλιασταὶ ἔφθασαν πρωῒ – πρωΐ. Ἡ ἀστυνομία δὲ᾿ μποροῦσε νὰ τοὺς κάνῃ τίποτα· εἶχε ἐντολὴ νὰ μὴν τοὺς πειράξουν. Ἀλλὰ εἶνε ὁ λαὸς φρουρός. Μόλις στὸ χωριὸ αὐτὸ παρουσιάστηκαν χιλιασταί, οἱ Χριστιανοὶ ἀνέβηκαν στὰ καμπαναριὰ καὶ χτυποῦσαν νεκρικὰ τὶς καμπάνες ἐπὶ μία ὥρα. Ἔτσι δὲν τόλμησαν οἱ χιλιασταὶ νὰ μποῦν μέσα. Σὲ ἄλλη πόλι κανένας κινηματογράφος δὲν δέχτηκε νὰ παραχωρηθῇ γιὰ συγκέντρωσι τῶν χιλιαστῶν. Καὶ στὴ Φλώρινα πῆγαν χιλιασταὶ καὶ προσέφεραν μεγάλο ποσὸ στὴν ἰδιοκτήτρια ἑνὸς κινηματογράφου. Καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς Ἑλληνίδα τί ἀπήντησε; Ὡς γνήσιο παιδὶ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου τοὺς εἶπε·
Ὅλα τὰ δολλάρια τῆς Ἀμερικῆς νὰ μοῦ δώσετε, δὲν τὰ δέχομαι. Προτιμῶ νὰ πεθάνω φτωχιά, μὰ χιλιαστὴ δὲ᾿ βάζω μέσα!
Αὐτή νὰ εἶνε ἡ ἀπάντησι ὅλων μας.
Ὅλοι μαζὶ λοιπόν, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἂς προτάξουμε μιὰ ἀσπίδα, πάνω στὴν ὁποία νὰ προσκρούσῃ κάθε αἵρεσι, είτε τῶν χιλιαστῶν είτε οἱαδήποτε ἄλλη, καὶ μὲ μιὰ ψυχή, μιὰ πνοή, ἕνα φρόνημα, νὰ καταπολεμήσουμε τὶς αἱρέσεις. Τότε πραγματικῶς θὰ ἔχουμε τὴν προστασία τῆς ἁγίας Τρίαδος καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἱερὰ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε