Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Αὐγουστίνος Καντιώτης

ΛΑΖΑΡΟΣ καὶ ΛΑΖΑΡΟΙ

Λάζαρος καὶ Λάζαροι
«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται»

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

.               Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Σάββατο τοῦ Λαζάρου. Τὸ ὄνομα Λάζαρος σημαίνει «Ὁ Θεὸς εἶνε ἡ ἐλπίδα μου». Πρὶν πολλὰ χρόνια στὴ Θεσσαλονίκη, περπατώντας μιὰ μέρα στὸ Ἑπταπύργιο, εἶδα πρωῒ – πρωῒ ἕνα πλανώδιο λαχανοπώλη μὲ τὸ καροτσάκι του φορτωμένο. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι μιὰ ἐπιγραφή, ποὺ εἶχε πάνω στὸ καροτσάκι. Ἔγραφε· «Ἔχει ὁ Θεός». Ἔπιασα κουβέντα μαζί του. Ἦταν καμμιὰ τριανταπενταριὰ χρονῶν. Εἶχε 6-7 παιδιά· νοίκιαζε σπιτάκι στὸ ἄκρο τῆς πόλεως. Γύριζε ἔτσι ὅλους τοὺς δρόμους· χωρὶς κανένα ἄλλο ἔσοδο. «Μ᾿ αὐτὸ τὸ καροτσάκι», λέει, «ζῶ τὴν οἰκογένεια. Ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός, ποὺ δὲν μ᾿ ἐγκατέλειψε. Γι᾿ αὐτὸ ἔγραψα τὸ “Ἔχει ὁ Θεός”». Τί μεγάλο πρᾶγμα νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεό!
.               Θὰ μιλήσουμε λοιπὸν γιὰ τὸν Λάζαρο. Ἢ μᾶλλον θὰ σᾶς παρουσιάσω δύο Λαζάρους. ―Περίεργο πρᾶγμα, θὰ πῆτε· δυὸ Λάζαροι ὑπάρχουν;… Ναί. Τὸν ἕνα τὸ γνωρίζετε· εἶνε αὐτὸς ποὺ ἑορτάζουμε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάποιος ἄλλος. Θὰ τὸν ἀκούσετε στὸ τέλος· ἤ, ἐὰν προσέξετε τὰ ὡραῖα τροπάρια ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, θὰ τὸν ἀνακαλύψετε μόνοι σας.
.               Ἀλλ᾿ ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸν πρῶτο Λάζαρο.

* * *

.               Ἔξω ἀπ᾿ τὰ Ἰεροσόλυμα ὑπάρχει, μέχρι καὶ σήμερα, ἕνα μικρὸ χωριό, ἡ Βηθανία. Ἐκεῖ ζοῦσε μιὰ εὐλογημένη οἰκογένεια μὲ τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος, ἡ ἀδελφή του Μαρία, καὶ ἡ ἄλλη ἀδελφή του Μάρθα. Σ᾿ αὐτοὺς πήγαινε συχνὰ ὁ Χριστός· στὸ θερμὸ περιβάλλον τῆς ἀγάπης τους εὕρισκε ἀνάπαυσι. Ὡς Θεὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀναπαύσεως, ἀλλ᾿ ὡς ἄνθρωπος, ποὺ δοκίμαζε τόσες πικρίες, εἶχε καὶ αὐτὸς ἀνάγκη ἀναπαύσεως· καὶ οἱ ψυχὲς αὐτὲς τὸν περιέβαλλαν μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ στοργή.
.               Ὁ Λάζαρος μιὰ μέρα ἔπεσε στὸ κρεβάτι ἄρρωστος βαρειά. Καὶ κινδύνευε νὰ πεθάνῃ· ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα περίμεναν τὸ θάνατό του. Ποῦ ἦταν τότε ὁ Χριστός; Μᾶς ἐνδιαφέρει.
.               Ὡς Θεὸς ἐγνώριζε, ὅτι πλησιάζει ἡ ὥρα τῆς θυσίας του. Πέρασε λοιπὸν τὸν Ἰορδάνη καὶ βρέθηκε στὴν ἔρημο, μὲ τὰ λιοντάρια. Ἀλλὰ τὰ θεριὰ ἐκεῖνα ἔσκυβαν καὶ τοῦ φιλοῦσαν τὰ πόδια. Στὰ Ἰεροσόλυμα ὅμως ὑπῆρχαν ἄλλα θεριὰ πιὸ ἄγρια, κακοὶ ἄνθρωποι, οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι. Καὶ εἶνε προτιμότερο νὰ κατοικῇς στὴν ἔρημο μὲ τ᾿ ἄγρια θηρία, παρὰ σὲ μιὰ πολιτεία ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γίνει χειρότεροι ἀπὸ θηρία· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21). Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τὶς παραμονὲς τῶν παθῶν του βρισκόταν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του. Οἱ δύο ἀδελφὲς ἐγνώριζαν ποῦ εἶνε. Ἔστειλαν λοιπὸν καὶ τοῦ μήνυσαν· Ὁ ἀγαπητός σου Λάζαρος κινδυνεύει· ἔλα. Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητάς· ―Εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾶμε στὰ Ἰεροσόλυμα. Ἐκεῖνοι λένε· ―Μὰ τί λές, δάσκαλε; δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι ἤθελαν νὰ σὲ λιθοβολήσουν· πάλι ἐκεῖ θὰ πᾷς; ―Ναί, τοὺς λέει, διότι ὁ φίλος μας ὁ Λάζαρος ἐκοιμήθη. ―Ἔ, λένε ἐκεῖνοι, ἂν κοιμήθηκε, θὰ ξυπνήσῃ μόνος του. Τότε ὁ Χριστός, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν, τοὺς λέει· ―Ὁ Λάζαρος πέθανε. Καὶ ὁ Θωμᾶς λέει στοὺς ἄλλους μὲ μελαγχολικὴ διάθεσι· ―Ἀφοῦ τὸ θέλει, ἂς πᾶμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ πεθάνουμε μαζί του. Ἀφήνουν λοιπὸν τὴν ἔρημο καὶ ξεκινοῦν.
.               Ὅταν πλησίασαν στὴ Βηθανία καὶ τό ᾿μαθε ἡ Μάρθα, ἔτρεξε ἀπὸ τὸ σπίτι, ἦρθε καὶ προϋπάντησε τὸ Χριστό. Ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ λέει· ―Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲ᾿ θὰ πέθανε ὁ ἀδερφός μου. Τῆς λέει ὁ Χριστός· ―«Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου», θ᾿ ἀναστηθῇ ὁ ἀδελφός σου. ―Τὸ ξέρω, λέει, δάσκαλε· ἀλλὰ θ᾿ ἀναστηθῇ «ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ», στὸ τέλος τοῦ κόσμου· πρὸς τὸ παρὸν εἶνε νεκρός (πιστεύανε δηλαδὴ στὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν). ―Ἐγὼ εἶμαι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. ια´ 23-25), τῆς ἀπαντᾷ ὁ Χριστός.
.               Ἀμέσως ἡ Μάρθα τρέχει καὶ εἰδοποιεῖ τὴ Μαρία. Ἔτρεξε κι αὐτή, καὶ πίσω της ὅλος ὁ κόσμος. Πέφτει στὰ πόδια του καὶ λέει τὰ δια λόγια· ―Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲ᾿ θὰ πέθαινε ὁ ἀδερφός μου. Συγκινήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δάκρυσε. Ἔτσι, καὶ ἐνῷ εἶχε μαζευτῆ πολὺς κόσμος, ἔφθασαν καὶ στάθηκαν μπροστὰ στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου. (Πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι σκάβανε μιὰ σπηλιά· ἐκεῖ μέσα βάζανε τὸ νεκρό, καὶ στὴ θύρα τοῦ τάφου ἔβαζαν ἕνα μεγάλο λιθάρι γιὰ νὰ φράζῃ τὴν εσοδο). Ἐκεῖ στάθηκε ὁ Χριστός. Κ᾿ ἐνῷ ὅλοι κλαίγανε, διέταξε ν᾿ ἀνοίξουν τὸ μνῆμα. ―Δάσκαλε, λέει ἡ Μάρθα, μυρίζει, «τεταρταῖος γάρ ἐστι» (ἔ.ἀ. ια´ 39). Σήκωσε κατόπιν τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ἔκανε τὴν προσευχή· ―Πάτερ, σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ πάντοτε μ᾿ ἀκοῦς, καὶ τώρα σὲ παρακαλῶ νὰ μ᾿ ἀκούσῃς· ὄχι γιὰ ᾿μένα, ἀλλὰ γιὰ τὸ λαὸ ποὺ εἶνε ἐδῶ, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι ἐσὺ μὲ ἀπέστειλες. Καὶ τότε ἔγινε κάτι ἀπίστευτο μὰ ἀληθινό. Ἔδωσε διαταγή· ―«Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (ἔ.ἀ. ια´ 43). Καὶ μὲ τὴ φωνὴ αὐτὴ καὶ μόνο, παίρνει ζωὴ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Λαζάρου, σὰ᾿ νὰ τὸ πέρασε ἠλεκτρισμός. Ἄνοιξε τὰ μάτια κι ἄρχισε νὰ περπατάῃ, νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ μνημεῖο. Τρόμος κατέλαβε τὸ πλῆθος, καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πίστεψαν σ᾿ αὐτόν.
.               Ἄλλοι ὅμως δὲν πίστεψαν. Καὶ οἱ ἐχθροί του, ὅταν ἔμαθαν τὸ θαῦμα αὐτό, μαζεύτηκαν ὅλοι· τότε πλέον ἀποφάσισαν νὰ τὸν θανατώσουν. Καὶ ὁ Χριστὸς πῆγε πάλι στὴν ἔρημο.

* * *

 .               Αὐτό, ἀγαπητοί μου, μὲ ἁπλᾶ λόγια εἶνε τὸ θαῦμα, ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου. Ἀλλὰ εἶπα ὅτι ὑπάρχει κ᾿ ἕνας ἄλλος Λάζαρος. Ἢ μᾶλλον ὄχι ἕνας, ἀλλὰ πολλοὶ Λάζαροι. Ποιοί εἶνε αὐτοὶ οἱ Λάζαροι, οἱ τεταρταῖοι νεκροί, ποὺ σκορπᾶνε πτωμαΐνη μέσα στὴν κοινωνία καὶ στὸν κόσμο; Λαζάρους; ὅσους θέ᾿ς!
.               Τὸν βλέπεις ἐκεῖνον; Ἔχει 5, 10, 15 χρόνια νὰ πάῃ στὸ σπίτι του. Φωνάζουν ἡ γυναίκα, τὰ παιδιά του, ἡ κοινωνία· τίποτα αὐτός! Ποῦ εἶνε; Στὸν τάφο του. Ποιός εἶνε ὁ τάφος; Εἶνε τὸ σπίτι τῆς ξένης γυναίκας. Δὲν ξεκολλᾷ ἀπὸ ᾿κεῖ. Τεταρταῖος Λάζαρος εἶνε ὁ μοιχός, ποὺ διέσπασε τὸν ἱερὸ δεσμὸ τοῦ γάμου.
.              Τὸν βλέπεις τὸν ἄλλο; Βραδιάζει, περνοῦν τὰ μεσάνυχτα, τὸν περιμένει τὸ σπίτι του, κι αὐτὸς ποῦ εἶνε; Στὸν τάφο του, στὴν ταβέρνα. Κι ὅταν ἐπιστρέφει τὸ πρωΐ, κάνει σὰν βρυκόλακας· δὲ᾿ στέκει στὰ πόδια του, βγάζει ἄναρθρες φωνές, βρίζει, βλαστημάει, κάνει ὄργια. Τεταρταῖος Λάζαρος εἶνε ὁ μέθυσος.
.               Βλέπεις τὸν ἄλλο; Εἶνε στὸ δικό του τάφο, στὸ χαρτοπαίγνιο. Εἶνε σὰ᾿ νά ᾿χῃ πεθάνει γιὰ τὸ σπίτι του. Λάζαρος καὶ ὁ χαρτοπαίκτης. Βλέπεις τὸν ἄλλο;… Μποροῦμε ν᾿ ἀναφέρουμε πολλοὺς τέτοιους Λαζάρους, ποὺ ὁ καθένας εἶνε νεκρὸς σὲ κάποιο τάφο. Ὅλοι αὐτοὶ εἶνε ζωντανοὶ νεκροί. Τὸ λέει ἡ Ἀποκάλυψις· «ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ», σὲ θεωροῦν ζωντανὸ μὰ σὺ εἶσαι νεκρός (Ἀπ. 3,1). Γιατί; Διότι ζωντανὰ εἶνε καὶ τὰ ζῷα, τὰ ποντίκια οἱ ἀρκοῦδες τὰ λιοντάρια τὰ θηρία. Ἀλλὰ ζωὴ ἀπὸ ζωὴ διαφέρει. Αὐτοὶ ἔχουν μάτια, αὐτιά, στομάχια, ἔντερα, ὅλα ὅσα ἔχει ἕνα ζῷο· δὲν ἔχουν ὅμως ζωὴ πνευματική.
.               Ὁ Λάζαρος μέσ᾿ στὸν τάφο δὲ᾿ μιλοῦσε, δὲ᾿ σκεπτόταν, δὲν περπατοῦσε. Ἔτσι κι αὐτοί. Σὰ᾿ νὰ μὴν ἔχουν γλῶσσα· ὅσο κι ἂν καθήσῃς κοντά τους, δὲ᾿ θ᾿ ἀκούσῃς ἕνα λόγο πίστεως, μιὰ θρησκευτικὴ κουβέντα. Τὸ μυαλό τους; ἀπ᾿ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδυ ὅλα τὰ σκέπτεται, ὄχι ὅμως τὸ Θεό. Ἡ καρδιά τους; δὲν πάλλει γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο. Δὲν ἔχουν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ προοιμιακὸς ψαλμός, «Ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ», ἡ σκέψι μου εὐφραίνεται ὅταν πετͺᾶ στὸν Κύριο (Ψαλμ. 103,34). Λοιπόν, ἡ γλῶσσα δὲ᾿ μιλάει γιὰ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τὸ μυαλὸ δὲν Τὸν σκέπτεται, τὰ πόδια δὲν πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τὸ χέρι δὲν κάνει σταυρό· δὲν εἶνε νεκροὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; δὲν εἶνε Λάζαροι τεταρταῖοι; δὲν εἶνε ἄξιοι θρήνων καὶ κοπετῶν; Ἀσφαλῶς.

* * *

.               Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ἄχ νά ᾿χαμε τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ, νὰ πᾶμε στὶς ταβέρνες καὶ στὰ κέντρα, στὰ ἁμαρτωλὰ σπίτια καὶ στὶς χαρτοπαικτικὲς λέσχες, παντοῦ, νὰ σταθοῦμε ἀπ᾿ ἔξω καὶ νὰ φωνάξουμε «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω»· ἐλᾶτε ἔξω, βγῆτε ἀπὸ τοὺς τάφους σας. Τέτοιες ἅγιες μέρες ἐλᾶτε στὴν ἐκκλησία νὰ προσκυνήσετε τὸν Ἐσταυρωμένο. Δὲν ἔχουμε τέτοια δύναμι, γιατὶ είμεθα ἁμαρτωλοί. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἔχει τὴ δύναμι· καὶ φωνάζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς καλεῖ κοντά του. Αὐτὴ εἶνε ἡ πραγματικὴ ἀνάστασι, ἀνάστασι τῶν ψυχῶν, στὴν ὁποία κατ᾿ ἐξοχὴν ἀρέσκεται ὁ ἀναστὰς Κύριός μας. Ἀμήν.

(ἑσπερινὴ ὁμιλία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης Σάββατο τοῦ Λαζάρου 5-4-1969)

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

ΠΟΙOΣ Θ᾽ ΑΠΑΛΛΑΞΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΧΟΣ;

ΠΟΙOΣ Θ᾽ ΑΠΑΛΛΑΞΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΧΟΣ;
(Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου
στὸν Ἱ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 31-3-1985 πρωί)

«Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ… καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι» (Ἑβρ. θ´ 14)

.               Κάθε φορά, ἀγαπητοί μου, ποὺ γίνεται θεία Λειτουργία, διαβάζονται δύο περικοπὲς ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή· μία τὸ εὐαγγέλιο καὶ μία ὁ ἀπόστολος. Τὸ εἴπαμε καὶ τὸ ξαναλέμε, δὲν ὑπάρχει ἄλλο βιβλίο ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή. Χιλιάδες βιβλία νὰ διαβάσῃς, ἂν δὲν διαβάσῃς τὴν ἁγία Γραφή, τίποτα δὲν ἔκανες.
.               Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε ἀναγκαία. Τόσο ἀναγκαία ὅσο καὶ ἡ θεία κοινωνία. Ὅπως ἐὰν κάποιος δὲν κοινωνῇ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶνε Χριστιανός, ἔτσι καὶ ἂν δὲν διαβάζῃ ἢ δὲν ἀκούῃ τὴν ἁγία Γραφή. Προτιμότερο νὰ μὴν ἔχῃς ψωμὶ νὰ φᾷς παρὰ νὰ μὴν ἔχῃς ἁγία Γραφὴ νὰ μελετᾷς· Ἡμέρα χωρὶς ψωμὶ νὰ περνάῃ, ἡμέρα χωρὶς ἁγία Γραφὴ νὰ μὴν περνάῃ.
.               Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε προστασία. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι ὅπου ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ διάβολος δὲν πατάει· ὅπου ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ ἀνάγνωσις ἢ ἀκρόασις καὶ ἐφαρμογή του καὶ προσπάθεια νὰ μεταδοθῇ καὶ σὲ ἄλλους τὸ φῶς του, ἐκεῖ διάβολος δὲν πατάει.
.               Ἀλλὰ στὰ σημερινὰ χρόνια ἐλάχιστα εἶνε τὰ σπίτια ποὺ κάθε βράδυ προτοῦ νὰ κοιμηθοῦν διαβάζουν οἰκογενειακῶς τὴν ἁγία Γραφή. Κλείσαμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀπ᾽ αὐτὸ προέρχονται ὅλα τὰ κακά. Δῶστε μου ἕνα σπίτι ποὺ διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ προσπαθοῦν ὅλοι νὰ ἐφαρμόσουν τὰ διδάγματά του· τὸ σπίτι αὐτό, καὶ καλύβα ἂν εἶνε, θὰ λάμπῃ σὰν παράδεισος. Δῶστε μου κ᾽ ἕνα σπίτι ποὺ δὲν διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο· σ᾽ αὐτό, ἔστω κι ἂν εἶνε μέγαρο καὶ ἀνάκτορο, θὰ εἶνε κόλασις.
.               Δὲν διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ἔκλεισαν· καὶ τί ἄνοιξαν; τὴν τηλεόρασι. Μιὰ ὥρα, δυὸ ὧρες, τρεῖς ὧρες τηλεόρασι, ποὺ σκορπίζει τὰ «κόπριά» της καὶ διδάσκει τὰ πιὸ αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα. Ἡ τηλεόρασι, ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶνε τὸ κουτὶ ποὺ βρῆκε ὁ διάβολος γιὰ νὰ ἐκφαυλίσῃ ὅλους, τὸ χαζοκούτι.
.               Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο, ἀκούσατε καὶ τὸν ἀπόστολο. Δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε καὶ τὰ δύο. Θὰ πῶ λίγα λόγια ἐπάνω στὸν ἀπόστολο. Τὸν ἀκούσατε, ἀλλὰ τὰ λόγια του φαίνονται σὰν κινέζικα. Ἄλλοτε τὰ καταλάβαιναν οἱ πιστοὶ καὶ τὰ ἤξεραν ἀπ᾽ ἔξω. Τώρα δυστυχῶς δὲν διαβάζουμε. Καὶ οἱ μόνοι ποὺ φαίνεται νὰ διαβάζουν εἶνε οἱ χιλιασταί. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ διαστρεβλώνουν τὸ ἱερὸ κείμενο· ἄλλα ἐννοεῖ καὶ ἄλλα λένε αὐτοί.
.               Πόσες λέξεις εἶνε σήμερα ὁ ἀπόστολος; Ὀγδόντα περίπου λέξεις εἶνε· ὀγδόντα λέξεις – ὀγδόντα χρυσᾶ νομίσματα, κάθε λέξι καὶ μιὰ λίρα. Ἐὰν στὸ ἐκκλησίασμα πετοῦσε κάποιος λίρες, ὅλες θὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὶς πιάσουν· δὲν θὰ ἔχαναν καμμία, οὔτε μιὰ λίρα δὲν θά ᾽πεφτε κάτω. Ἀλλὰ τί εἶνε οἱ λίρες καὶ τί εἶνε τὰ χρυσᾶ νομίσματα μπροστὰ στὰ λόγια, τὰ ἀνεκτίμητα λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς; Πρέπει νὰ ἀγαποῦμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ παραπάνω ἀπὸ χρυσίον καὶ ἀργύριον. Ἀπὸ τὶς ὀγδόντα λέξεις ποὺ ἔχει ὁ ἀπόστολος, ἐγὼ μία λέξι μόνο θέλω νὰ προσέξετε, στὸ τέλος τῆς περικοπῆς, ποὺ ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα. Εἶνε ἡ λέξι «συνείδησις» (Ἑβρ. θ´14).

* * *

.               Τί θὰ πῇ «συνείδησις»; Ἡ συνείδησις δὲν εἶνε κάτι ὑλικό· εἶνε κάτι πνευματικό, ἀόρατο. Εἶνε μία πνευματικὴ αἴσθησι καὶ μία κρίσι, ἕνα ζύγισμα τοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ ἄλλοτε μᾶς ἐπαινεῖ καὶ ἄλλοτε μᾶς κατακρίνει. Ἡ συνείδησις εἶνε ἕνα φαινόμενο ψυχολογικό, μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολοῦνται οἱ θεολόγοι, οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ψυχολόγοι. Συνείδησις ὑπάρχει σὲ κάθε ἄνθρωπο. Δηλαδὴ ἁπλούστερα· κάνει κάποιος κάποιο κακό, π.χ. κλέβει· ἢ κάτι χειρότερο, πάει τὴ νύχτα σὲ ξένο σπίτι καὶ ἀτιμάζει τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου· ἢ κάτι ἀκόμα χειρότερο, σκοτώνει. Δὲν τὸν εἶδαν, οὔτε ἀστυνομία, οὔτε εἰσαγγελεύς, κανείς· δὲν τὸ ξέρει οὔτε ἡ γυναίκα του. Εἶνε λοιπὸν ἥσυχος; Καθόλου. Νιώθει ἀνησυχία, σὰν κάποιος νὰ τὸν κυνηγάῃ. Μόλις κάνῃ τὸ κακό, μέσα του αἰσθάνεται στενοχώρια, ἔχει κάποιο σκουλήκι ποὺ τὸν τρώει. Ἀκούει μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ φωνάζῃ αὐστηρά· ―Γιατί τὸ ἔκανες; Εἶσαι ἔνοχος, εἶσαι ἁμαρτωλός!… Ἔχουμε πολλὰ τέτοια παραδείγματα.
.               Πρῶτο παράδειγμα εἶνε ὁ Κάιν. Τί ἔκανε ὁ Κάιν; Σκότωσε τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ καὶ νόμισε πὼς δὲν τὸν εἶδε κανείς. Ἄκουσε ὅμως τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ· «Ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. δ´ 9). Αὐτὴ ἡ φωνὴ τὸν τάραζε πλέον μέσα στὴ συνείδησί του καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ ἡσυχάσῃ. Ἔτρεμε σὰν τὰ φύλλα τῶν δέντρων· προτιμοῦσε νὰ πεθάνῃ παρὰ νὰ τὴν ἀκούῃ.
.               Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Ἀναφέρει ὁ Ἠλίας Μηνιάτης, ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Κώνστας Β΄ (641-668) σκότωσε τὸν ἀδελφό του Θεοδόσιο καὶ ἔτσι ἀνέβηκε στὸ θρόνο. Τιμές, δόξες, τὰ πάντα εἶχε. Ἦταν εὐτυχής; Κάθε ἄλλο. Διότι τὴ νύχτα ἔβλεπε σὰν φάντασμα τὸν ἀδελφό του νὰ κρατάῃ ἕνα ποτήρι γεμᾶτο μὲ αἷμα του ποὺ ἄχνιζε καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Ἀδελφέ, πίε», πιὲς τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου.
.               Τὸ πιὸ φοβερὸ παράδειγμα εἶνε ὁ Ἰούδας. Πούλησε τὸν Διδάσκαλό του ἀντὶ 30 ἀργυρίων. Τὰ νομίσματα κουδούνιζαν στὰ χέρια του, ἀλλὰ ἡ συνείδησί του τὸν ἔτυπτε τόσο, ὥστε πῆρε σκοινὶ καὶ κρεμάστηκε – αὐτοκτόνησε.
.               Στὴν Ἀθήνα κάποιος ἔπεσε στὸ Φάληρο στὴ θάλασσα καὶ αὐτοκτόνησε. Ὅταν τὸν ἀνέσυραν πνιγμένο, βρῆκαν στὴν τσέπη του ἕνα χαρτὶ ποὺ ἔγραφε· Δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως….
.               Τρομερὸ πρᾶγμα ἡ συνείδησις. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λεφτά, τὰ ἀξιώματα καὶ τὶς θέσεις, ὅταν αὐτὴ ἔχῃ τὸν ἄνθρωπο κατηγορούμενο καὶ ὑπὸ ἔλεγχο; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει· Προτιμότερο νὰ σὲ κεντήσῃ σκορπιὸς παρὰ ἡ συνείδησί σου. Κ᾽ ἕνας παλαιὸς γυμνασιάρχης, καλὸς καθηγητής, ὅταν τελειώναμε τὸ γυμνάσιο (τὸ σημερινὸ λύκειο) στὴ Σύρο, μᾶς εἶπε· Παιδιά μου, μιὰ εὐχὴ σᾶς λέγω· νὰ μὴ δοκιμάσετε, νὰ μὴ αἰσθανθῆτε τύψεις συνειδήσεως!
.               Ἐρωτοῦμε τοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἐρωτοῦμε τοὺς πάντας· ποιός φύτεψε μέσα μας μιὰ τέτοια φωνή; Ἕνας μεγάλος φιλόσοφος εἶπε· Δυὸ πράγματα μὲ κάνουν νὰ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει Θεός· ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ποὺ εἶνε ἀπὸ πάνω μας καὶ ὁ ἠθικὸς νόμος (ἡ συνείδησι=) ποὺ εἶνε μέσα μας.
.               Ὁ ἄνθρωπος σήμερα, ὅπως βλέπουμε, λεφτὰ ἔχει, ἀξιώματα ἔχει, γυναῖκα ἔχει, παιδιὰ ἔχει, σπίτια ἔχει, χωράφια ἔχει, τὰ πάντα ἔχει. Εἶνε εὐτυχής; Δὲν εἶνε. Γιατί; Ἔχει λύσει τὰ ἐξωτερικὰ προβλήματα, μένουν ὅμως ἄλυτα ἐσωτερικὰ προβλήματα, ποὺ τοῦ δημιουργοῦν ψυχολογικὲς καὶ νευρολογικὲς διαταραχὲς καὶ παθήσεις, αὐτὸ ποὺ οἱ ψυχολόγοι λένε ἄγχος. Ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος δὲν εἶχε τόσο ἄγχος. Ταραγμένοι εἶνε οἱ ἄνθρωποι, τρικυμία, ἀνησυχία ἔχουν γιὰ κάτι ποὺ τοὺς τύπτει.
.               Καὶ τρέχουν στοὺς γιατρούς. Γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ψυχιάτρους καὶ νευρολογικὲς κλινικές. Κ᾽ ἐκεῖ τί κάνουν; συνήθως δίνουν χάπια καὶ πλουτίζουν. Ὡρισμένοι ὅμως ψυχίατροι πρῶτοι αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκη ἰατροῦ. Καὶ ἡ ἀνησυχία ἐξακολουθεῖ νὰ βασανίζῃ τὸν κόσμο.

* * *

.               Τί λοιπόν, ἀδελφοί μου; Δὲν ὑπάρχει γιατρός, φάρμακο, θεραπεία τοῦ ἄγχους τῆς συνειδήσεως; Ὑπάρχει! Ποιός εἶνε; Τὸ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (θ. Λειτ.), ποὺ σταυρώθηκε, ἔδωσε τὸ τίμιό του αἷμα. Ὁ σταυρός του σβήνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ τὸ αἷμα του ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς τύψεις καὶ ἀναπαύει.
.               Ἀμφιβάλλετε; Ἂν ἀμφιβάλλετε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ μέγας ψυχίατρος ποὺ λύνει ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα, δοκιμάστε. Πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες. Τὸ φάρμακο ποιό εἶνε· ἡ ἐξομολόγησις. Νὰ πᾷς μετανοημένος νὰ ἐξομολογηθῇς, νὰ πῇς τὰ κρίματά σου, νὰ κλάψῃς ἐμπρὸς στὸν πνευματικό σου. Κι ὅταν πῇς τὰ κρίματά σου μὲ εἰλικρίνεια, τὴν ὥρα ἐκείνη ―δὲν εἶνε ψέμα― ἕνα βουνὸ ποὺ πλακώνει τὴν καρδιά σου, τὸ ἄγχος αὐτὸ ποὺ λένε οἱ ψυχολόγοι, θὰ φύγῃ ἀπὸ πάνω σου. Μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου θ᾽ ἀκούσῃς μιὰ φωνὴ γλυκειά, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ σοῦ λέῃ «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2,5), «παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται τὰ ἁμαρτήματά σου», καὶ θὰ αἰσθανθῇς ἀνακούφισι, λύτρωσι, γαλήνη.
.            Ὅποιος, ἀδελφοί μου, πιστεύει στὸν Χριστό, ὅποιος ἐξομολογεῖται εἰλικρινά, ὅποιος κοινωνεῖ τὰ ἄχραντα μυστήρια «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» (θ. Λειτ.), ὅπως ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τὴν ὁποία ἑορτάζουμε σήμερα, αὐτὸς αἰσθάνεται τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς συνειδήσεως ἀπὸ τὸ ἄγχος. Αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος σήμερα· ὅτι ὁ Χριστὸς, ποὺ προσέφερε τὸν ἑαυτό του θυσία, καθαρίζει τὴ συνείδησί μας ἀπὸ τὰ πονηρὰ ἔργα ποὺ τὴ μολύνουν (βλ. Ἑβρ. θ´14)· ἀμήν.

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Α´ Κορ. η´ 8 – θ´ 2)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ

«Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α´ Κορ. η´ 13)

.               Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακὴ τῶν Ἀ­πόκρεων. Σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθο­δοξίας διαβάζεται ἡ περικοπὴ τῆς μελλούσης Κρίσεως. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε τρομερό. Ποιός ἁμαρτωλὸς δὲν τρομάζει; Ὅσο κι ἂν προσπαθῇ κανεὶς νὰ διώξῃ τὴν ἰδέα τοῦ θανά­του καὶ τῆς κρίσεως, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἔρχεται, εἶνε βέβαιο. Θὰ ἔρθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ κρίνῃ «τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ» (Ψαλμ. 9,9). Θὰ κρίνῃ εἰ­δωλολάτρες, Ἰουδαίους, Χριστιανούς. Τοὺς εἰδωλολάτρες μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδή­σεως, τοὺς Ἰουδαίους μὲ τὸ Δεκάλογο. Ἡ δική μας ὅμως θέσι, τῶν Χριστι­ανῶν, τῶν βα­πτισμένων, ποὺ κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ «μπροστὰ στὰ μάτια μας ζωγραφίστηκε ὁ Χριστὸς ἐσταυρω­μένος» (Γαλ. γ´ 1), θὰ εἶνε τραγική. Γιατὶ θὰ κριθοῦμε καὶ μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, καὶ μὲ τὸ Δεκάλογο, ἀλλὰ πρὸ παντὸς μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε ζυγαριὰ ἀ­κριβείας· θὰ ζυγιστῇ καὶ τὸ τελευταῖο δράμι ἀρετῆς καὶ τὸ τελευταῖο δράμι κακίας.
.               Δὲν τρέμετε, δὲ φοβᾶστε; Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τρέμω τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ θὰ στηθῇ τὸ δικαστήριο, θ᾽ ἀνοιχθοῦν βιβλία, καὶ ἄγγελοι θὰ τρέχουν γιὰ νὰ συλλέξουν «τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν καὶ τὰ σκάνδαλα» (Ματθ. ιγ´ 41). Ναὶ «τὰ σκάνδαλα»! Καὶ γιὰ σκάνδαλα λέει σήμερα καὶ ὅλο τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα.

* * *

.               Ἀκοῦμε «σκάνδαλο». Τί εἶνε τὸ σκάνδαλο; Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀγαπητοί μου, σκάνδα­λο στὴν κυριολεξία εἶνε μία πέτρα ποὺ ῥίχνει κάποιος στὸ δημόσιο δρόμο, καὶ καθὼς περνάει ὁ ἀνύποπτος διαβάτης σκοντάφτει πάνω της, πέφτει καὶ τσακίζεται. Σκάνδαλο λοιπὸν εἶνε τὸ πρόσκομμα στὸ δημόσιο δρόμο.
.               Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δρόμους αὐτοὺς ὑ­πάρ­χει καὶ μία ἄλλη ὁδός, πνευματική, ἡ ὁδὸς πρὸς τὸν οὐρανό. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ γῆ καὶ φθάνει ἐκεῖ! Εἶνε ὡραία ὁδός, ἀλλὰ ὁ δι­άβολος προσπαθεῖ νὰ τὴν κάνῃ ἀδιάβατη. Ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι δὲν εἶνε ἀδιάβατη, εἶνε ἁ­πλῶς «στενὴ καὶ τεθλιμμέ­νη» (Ματθ. ζ´14). Ἡὁδὸς αὐ­τὴ ἦταν κλεισμένη· ἕνα τεράστιο ὁδόφραγμα ἀπέκλειε τὴν ὁδὸ πρὸς τοὺς οὐρανούς· ἦταν τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Κλειστὸς λοιπὸν ὁ δρόμος. Δὲ μπόρεσαν νὰ τὸν ἀ­νοίξουν οὔτε προφῆτες, οὔτε πατριάρχες, οὔ­τε ἄγγελοι. Τὸν ἄνοιξε – ποιός; τὸ αἷμα τοῦ Ἰ­ησοῦ Χριστοῦ, ἡ θυσία τοῦ Ἐσταυρωμένου (πρβλ. Ἑβρ. ι´ 20)· ἀπὸ τότε πλέον ὁ δρόμος αὐτὸς εἶνε βατός (πρβλ. «τρίβον βατὴν Πόλου τίθησιν ἡμῖν» εἱρμ. – καταβ. ἰαμβ. καν. Χριστουγ. α´ ᾠδ.), καὶ τὸν βάδισαν καὶ τὸν βαδίζουν ἀμέτρητοι ἅγιοι.
.               Ἀλλ᾽ ὅπως στὸ δημόσιο δρόμο κακοποιοὶ ῥί­χνουν πέτρες ἢ βάζουν νάρκες, ἔτσι καὶ στὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό, ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ τὰ ὄργανά του καὶ παρεμβάλλουν σκάνδαλα. Τί σκάνδαλα; Τὰ σκάνδαλα ἐδῶ εἶνε τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ποὺ σπρώχνουν ἰδίως τοὺς πιὸ ἀδύναμους στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας. Σκάνδαλο γιὰ τὸ παιδὶ γίνονται οἱ κακοὶ γονεῖς, ὅταν δὲν προσέχουν καὶ μπροστὰ στὸ ἀ­θῷο ἐκεῖνο ἀγγελούδι αἰσχρολογοῦν, βωμολοχοῦν, ὅταν τὸ ἀντρόγυνο μαλώνῃ διαρκῶς. Σκάνδαλο γιὰ τὸ μαθητὴ εἶνε ὁ δάσκαλος, ὅ­ταν στὸ σχολεῖο εἰρωνεύεται ἱεροὺς θεσμούς, ἐμπαίζῃ τὰ θεῖα, διδάσκῃ ἀθεΐα. Ἀκόμη χειρό­τερο σκάνδαλο γίνεται ὁ κληρικός, ὅταν ὡς ἱ­ερεὺς δὲν ἐκτελῇ τὰ καθήκον­τά του, ὅταν ὡς ἀρχιερεὺς καταλαμβάνῃ θρόνο ὄχι γιὰ νὰ διδά­ξῃ καὶ φωτίσῃ ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ θησαυρίσῃ. Σκάνδαλο γίνεται ὁ ἄρχοντας, ποὺ κατέχει ἀ­ξίωμα, ἀλλὰ δὲν δείχνει ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ κοινά. Σκάνδαλο γίνεται γενικὰ ὁ καθένας γιὰ τὸν πλησίον του, ὅταν δὲν προσέχῃ τὴ ζωή του.
.               Γεμᾶτος ὁ κόσμος ἀπὸ σκάνδαλα. Δὲν ὑ­πάρ­χει κάποιο μέρος, κάποιο λιμάνι ἤρεμο ἀπὸ σκάνδαλα; Ἂς πᾶμε λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία! Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐκκλησία μας δὲν βρίσκεται σήμερα στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Κι ὅταν λέω ἐκκλησία δὲν ἐννοῶ τὸ θεῖο καθίδρυμα, ἐννοῶ τὴν ἀνθρώπινη πλευ­ρά του μὲ τὶς ἀτέλειες ποὺ παρουσιάζει. Μπαίνει κανεὶς στὸ ναὸ νὰ ἐκκλησιαστῇ, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸ παγκάρι καὶ οἱ ἐπίτροποι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ψαλτάδες μὲ τὶς φωνασκί­ες καὶ τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ ποὺ μετέτρεψε τὴν ἐκκλησία σὲ θέατρο, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ἱερεῖς μὲ τὴν ἀνευλάβεια καὶ τὴ φιλοχρηματία τους, ὅλα αὐτὰ διώχνουν τοὺς Χριστιανοὺς ἀ­πὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ πηγαίνουν ἄλλοι στοὺς φράγκους, ἄλ­λοι στοὺς προτεστάντες, ἄλλοι στοὺς ἰεχωβῖτες· ἔτσι ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς ἀραιώνει.

* * *

.               Τὸ σκάνδαλο, εἴτε τὸ κάνει παπᾶς ἢ τὸ κάνει ἐπίσκοπος ἢ τὸ κάνει ἡ μάνα ἢ τὸ κάνει ὁ πατέρας ἢ τὸ κάνει ἀξιωματικὸς ἢ τὸ κάνει ὑ­πουργὸς ἢ τὸ κάνει ὁποιοσδήποτε ἄλλος, εἶ­νε ἁμαρτία μεγάλη. Καὶ εἶνε τόσο μεγαλύτερη ὅ­σο ὑψηλότερη εἶνε ἡ θέσις ποὺ κατέχει ὁ σκανδα­λοποιός. Δὲ μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς σ᾽ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο γιὰ νὰ γκρεμίζουμε καὶ νὰ κατα­στρέφουμε· δὲ μᾶς ἔφερε γιὰ νὰ βαπτίζουμε «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁ­γίου Πνεύματος» καὶ μετὰ νὰ τοὺς «ξεβαφτίζουμε» μὲ τὰ σκάνδαλά μας. Δὲ μᾶς ἔ­φερε γιὰ νὰ εἴμαστε σκότος, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴ­μαστε φῶς· ὁ κάθε Χριστια­νὸς πρέπει νὰ εἶνε «φῶς» καὶ «ἅλας» μέσα στὴν κοινωνία (βλ. Ματθ. ε´ 13-14), νὰ προσπαθῇ μὲ τὴ ζωή του νὰ φέρῃ καὶ ἄλ­λους στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Νά ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἐξάπλωσι τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὰ σκάνδαλα τῶν «χριστιανῶν».
.               Πῆγαν ἱεραπόστολοι στὴν Ἀφρικὴ νὰ διδάξουν τὸν Χριστιανισμό. Καὶ θὰ ἦταν σήμερα Χριστιανοὶ ὄχι μόνο ἡ Ἀφρικὴ ἀλλὰ καὶ ὅ­λος ὁ κόσμος. Βλέπουν ὅμως τὴν ἀσυνέπεια, τὰ σκάνδαλα τῶν λεγομένων «χριστιανῶν», καὶ λένε· Καλὸ τὸ Εὐαγγέλιο, θαυμάσιος ὁ Χριστός, ἀλλὰ φυλαχτῆτε ἀπὸ τοὺς «χριστιανούς»!… Συνεπῶς τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἱεραποστολὴ εἶ­νε ἡ δική μας ὑποκριτικὴ ζωή. Καὶ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, ἐὰν ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ποὺ φοροῦμε τὸ ῥάσο ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρ­θόδοξος ἤμασταν ὑπόδειγμα βίου, ἡ Ἑλ­λὰς θὰ ἦταν παράδεισος, οὐράνιο βασίλειο. Μὲ τὰ σκάνδαλα ὁ λαός μας σπρώχνεται στὴν ἀ­θεΐα, στὴν ἀπιστία, στὴν ἄβυσσο.
.               Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τονίζει τὴν εὐθύνη τῶν σκανδαλοποιῶν. Δὲ θέλω ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα, ἀκοῦστε τί λέει ὁ Χριστός. Σὲ λίγες περιπτώσεις ὁ Κύριος ἤλεγξε τόσο αὐστηρὰ ὅσο στὴν περίπτωσι τῶν σκανδαλοποι­ῶν. Γιὰ τὸν Ἰούδα, ποὺ ἔγινε σκάνδαλο στὸν κύκλο τῶν μαθη­τῶν, ὁ Χριστὸς εἶπε, ὅτι ὁ ἄν­θρωπος αὐτὸς προτιμότερο νὰ μὴ ἐγεννᾶτο (βλ. Ματθ. κϛ´ 24). Καὶ ἄλ­λοτε εἶπε· «Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων»· ὅποιος μὲ λόγια καὶ ἔργα σκανδαλίζει κάποιον, καὶ τὸν πιὸ ἀσήμαντο, εἶνε προτιμότερο νὰ κρεμάσῃ στὸ λαιμό του μυλόπετρα καὶ νὰ καταποντιστῇ στὴ θάλασσα. «Ὃς δ᾽ ἂν σκαν­δαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόν­των εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύ­λος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ιη´ 6-7).
.               Τί θέλει ὁ Χριστὸς νὰ πῇ μ᾽ αὐτά; Συνιστᾷ, ὅπως λένε μερικοί, τὴν αὐτοκτονία; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Δὲ λέει τέτοιο πρᾶγμα, ὄχι. Ἐννοεῖ τοῦτο· ἂν κάποιος ἔχῃ γίνει δημόσιο σκάνδαλο καὶ ἔχῃ ταραχθῆ μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία, αὐτὸς ν᾽ ἀποσυρθῇ στὴν ἀφάνεια, νὰ φύ­γῃ, νὰ κλειστῇ σ᾽ ἕνα μοναστήρι ἢ νὰ πάῃ μακριὰ στὸ ἐξωτερικό, ὅπως γινόταν παλαιότερα, νὰ μὴν ἀκούγεται τὸ ὄνομά του καὶ σκανδα­λίζῃ. Τώρα ἀντιθέτως σκανδαλοποιοὶ μεγάλοι ἔχουν τὴν ἀξίωσι νὰ βρίσκωνται στοὺς θρόνους καὶ τὶς θέσεις τους καὶ νὰ κυβερνοῦν.

* * *

.               Ἀλλὰ πέστε μου, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει καν­εὶς ποὺ δὲν σκανδάλισε ποτέ κανένα, οὔτε ἕ­να μικρὸ παιδί, οὔτε μιὰ γυναῖκα; Ἀμφιβάλλω. Ὅλοι μας κατὰ κάποιο τρόπο σκανδαλίσαμε τὸν πλησί­ον, εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ ἔργα εἴτε μὲ τὴν ἐν γένει συμπεριφορά μας. Ὅλοι εἴμαστε σκανδαλοποιοί, στὸ βαθμὸ μόνο διαφέρουμε.
.               Πῶς μπορεῖ ν᾽ ἀποφευχθῇ ἢ νὰ θεραπευθῇ ὁ σκανδαλισμός; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ ἔφτασε σὲ μεγάλο ὕψος ἀρετῆς, στὴ σημερι­νὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ λέει, ὅτι ὁ ἴδιος ἔκανε γι᾽ αὐτὸ μεγάλες θυσίες· καὶ δικαιώματα καὶ ἐξυπηρετήσεις καὶ ἀνέσεις, ὅλα τὰ θυσί­ασε. «Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα», λέει, εἶ­μαι διατεθειμένος νὰ μὴ φάω ποτέ κρέας, «ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α΄ Κορ. 8,13).
.               Ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν αὐτὰ ἂς προσπαθήσουμε νὰ ῥυθμίσουμε τὴ ζωή μας. Γονεῖς, ἐκπαιδευτικοί, κληρικοί, ἄρχοντες, μὴ γινώμαστε σκάνδαλο. Νὰ ζοῦμε μὲ πίστι καὶ ἀρετή, μὲ ἁ­γνότητα, μὲ ἐγκράτεια, μὲ σωφροσύνη, μὲ δικαιοσύνη, πρὸ παντὸς μὲ ἀγάπη. Νὰ ζοῦμε ἐ­δῶ σὰν φωτεινὰ ἀστέρια, κι ὅταν ἔρθῃ ἡ ὥ­ρα νὰ φύγουμε ἀπ᾽ τὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ νὰ φτάσουμε στοὺς οὐρανούς, νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὅλους ὁ Θεὸς ν᾽ ἀκούσουμε ἐκεῖ τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου· «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´34)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἰωάννου Γαργαρέττας – Ἀθηνῶν τὴν 17-2-1963

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

«YΠEΓΡΑΨΑΝ ΜE ΤO ΑIΜΑ ΤΟΥΣ. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲν βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα!»

Τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων

Ὁμιλία τoῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου

Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ.              Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή. Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὁδηγεῖ στὴν αἰώνιο ζωή. Οἱ ἄπιστοι θὰ μᾶς ποῦν· Εὔκολα τὸ λέτε, ἔχετε ὅμως ἀποδείξεις; Ἡ πίστις μας ἔχει ἄπειρες ἀποδείξεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε οἱ ἀπόστολοι, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ ζωή, ἡ διδαχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν ἀποστόλων βεβαιώνουν, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή.

* * *

.              Τὸ ἔργο δύσκολο, τὰ μέσα φτωχά. Ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς ἀποστόλους σὲ ἔργο δύσκολο. Ὅπως δύσκολο εἶνε νὰ πᾷς κόντρα μὲ τὸ ῥεῦμα, νὰ ξερριζώσης ἕνα αἰωνόβιο πλατάνι, νὰ κάνῃς τὸ βουνὸ πεδιάδα, τόσο καὶ ἀκόμη πιὸ δύσκολο ἦταν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων. Γιὰ τὸ ἔργο αὐτό, τὴν ἀνατροπὴ δηλαδὴ ὅλου τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ποιά μέσα χρησιμοποίησε ὁ Χριστός; Ὑπῆρχαν βασιλεῖς, στρατηγοί, φιλόσοφοι, πλούσιοι, ἰσχυροὶ κατὰ κόσμον· διάλεξε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανέναν γιὰ συνεργάτη του; Ὄχι. Ἂν ἔπαιρνε ἀπ᾿ αὐτούς, θὰ ἔλεγαν ὅτι μὲ τὴ δύναμί τους ἐπικράτησε. Ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις ἀρνητικές. Ἔτσι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ ὅτι ἡ νίκη της ὀφείλεται σὲ ἀνθρώπινη ὑποστήριξι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει πῶς μὲ ἀδύναμα μέσα ὁ Χριστὸς τὰ βάζει μὲ τὸν κόσμο καὶ λέει· «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά…» (Α´ Κορ. α´27). Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς, ὁ Βασίλειος Σελευκείας, λέει· Ὅπως θαυμάζεις ἕνα γιατρό, ποὺ μὲ τιποτένια μέσα κάνει τὸν ἄρρωστο καλά, ἔτσι εἶνε θαυμαστὸς ὁ Θεός, ποὺ μὲ τέτοια ὄργανα, ἀνθρώπους ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀγραμμάτους, θεράπευσε τὰ τραύματα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
.              Νέα δημιουργία. Ὅπως αὐτὸς ποὺ χτίζει σπίτι δὲ βάζει τὶς πέτρες στὴν τύχη, ἀλλὰ κάθε πέτρα ἔχει τὴ θέσι της, ἔτσι καὶ στὴν ἁγία Γραφὴ κάθε λέξι εἶνε διαλεγμένη. Ἡ ἁγία Γραφὴ λοιπόν, προκειμένου να περιγράψῃ τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, λέει στὸ 1ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐποίησε», δημιούργησε, τὰ ὄντα (Γεν. 1,1,7,16,21,25,27,31). Τὴν ίδια ὅμως λέξι χρησιμοποιεῖ καὶ στὸ 3ο κεφάλαιο τοῦ Μάρκου, ὅταν περιγράφει τὴν κλῆσι τῶν ἀποστόλων· δὲ λέει «ἐκάλεσε», ἀλλὰ λέει «ἐποίησε»· «καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ᾿ αὐτοῦ» (Μάρκ. γ´14). Δὲν χρησιμοποιεῖ τυχαίως ἢ κατὰ λάθος τὴ λέξι αὐτή. Τὸ ἔργο ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ τώρα ὁ Χριστὸς ἦταν μιὰ νέα δημιουργία. Καὶ πράγματι· τὸ νὰ πάρῃς ἕναν ἄνθρωπο μέσα ἀπ᾿ τὴ διαφθορὰ καὶ νὰ τὸν ὑψώσῃς στὴ ζωὴ τῆς χάριτος εἶνε μιὰ νέα δημιουργία. Εἶνε ἀνθρωποποιὸς ἡ θρησκεία μας, δημιουργεῖ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους. Ὑπηρέται αὐτοῦ τοῦ ἔργου θὰ ἐγίνοντο οἱ ἀπόστολοι. Δὲν ἦταν ὅμως ἕτοιμοι· ἔπρεπε κι αὐτοὶ προηγουμένως νὰ καταρτισθοῦν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔκανε σ᾿ αὐτοὺς ὁ Χριστός, τὸ νὰ τοὺς καταρτίσῃ καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ κόσμου, ἦταν κάτι δυσκολώτερο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Πνευματικοὶ ἥλιοι καὶ πνευματικοὶ ἀστέρες ἦταν αὐτοί. Λένε, ὅτι κάποιος γλύπτης εἶδε ἕνα μάρμαρο πεταμένο μέσ᾿ στὶς λάσπες. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὸ περιφρονοῦσαν, αὐτὸς τὸ πῆρε, τὸ καθάρισε, ἄρχισε νὰ τὸ δουλεύῃ, καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα μὲ τὴ σμίλη του ἔβγαλε μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἕναν ἄγγελο. Καὶ ὁ Χριστὸς πῆρε τὰ λιθάρια τὰ πεταμένα καὶ τὰ ἔκανε τοὺς «δώδεκα θεμελίους» τῆς Ἐκκλησίας του κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι (κα´14).
.              Γεῦσις οὐρανοῦ. Οἱ ἀπόστολοι ἀξιώθηκαν νὰ δοκιμάσουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ γευθοῦν τὸν οὐρανό, καὶ αὐτὴ τὴ γεῦσι μετέδωσαν. Ὅσο ἔμειναν κοντὰ στὸν Κύριο, ῥούφηξαν σὰ σφουγγάρι τὴν ἀλήθεια του, μάζεψαν τὸ ἄρωμά του. Εἶδαν καὶ ἄκουσαν θαύματα πρωτάκουστα, διδασκαλία ἀνεπανάληπτη, ἁγιότητα ποὺ «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3). Αὐτὰ θησαύρισαν στὴν καρδιά τους. Καὶ τὴ γλυκύτητα ποὺ δοκίμασαν δὲν τὴν κράτησαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Σαμψὼν εἶδε κάποτε μέσα ἀπὸ μία σιαγόνα ψόφιου λιονταριοῦ νὰ τρέχῃ μέλι. Τὸ δοκίμασε κ᾿ ἔδωσε ἀπὸ αὐτὸ καὶ στοὺς γονεῖς του νὰ γευθοῦν (Κριτ. κεφ. 14). Ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οἱ νέοι Σαμψών· βρῆκαν μέλι, καὶ εἶπαν στὸν κόσμο· «Γεύσασθε καὶ ίδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. ΛΓ´ 9).
.              Μόνο κίνητρο ἡ πίστις. Ἂν πιάσετε ἑκατὸ ἀνθρώπους στὸ δρόμο καὶ τοὺς ρωτήσετε, Γιατί τρέχετε; τί κυνηγᾶτε; θὰ δῆτε ὅτι ὁ καθένας ἔχει κάποιο ἐφήμερο σκοπό· ὁ ἕνας τὸ χρῆμα, ὁ ἄλλος τὴ δόξα, ὁ ἄλλος «οἶστρον ἀκολασίας» (τροπ. Κασ.). Οἱ ἀπόστολοι τί κίνητρο εἶχαν ὅταν διέτρεχαν τὸν κόσμο; Μήπως τὸ χρῆμα; Ψάξτε τὶς τσέπες τους. Κάποιος ἀνάπηρος ζήτησε ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν Πέτρο, κι αὐτὸς εἶπε· «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει» (Πράξ. γ´ 6). Οἱ σημερινοὶ κληρικοὶ μποροῦν νὰ ποῦν «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι»; Πῆγε στὴ Ῥώμη κάποιος ἐπισκέπτης παλαιότερα. Ὁ πάπας τοῦ ἔδειχνε τοὺς θησαυροὺς καὶ ἔλεγε μὲ καμάρι· ―Εἶχε τέτοια ὁ Πέτρος; ―Ὁ Πέτρος, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἐπισκέπτης, δὲν εἶχε αὐτά, εἶχε ὅμως κάτι ἀνώτερο· μπορεῖς ἐσὺ νὰ ἐπαναλάβῃς τὸ λόγο του, «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγειρε καὶ περιπάτει»;… Ποιό λοιπὸν τὸ κίνητρο τῶν ἀποστόλων; τὸ χρῆμα; Ὄχι. Μήπως ἡ δόξα; Ὁ Παῦλος λέει στὸ σημερινὸ ἀπόστολο· «Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ. δ´ 13). Τοὺς περιφρονοῦσαν, τοὺς κολλοῦσαν ρετσινιές. Μήπως κίνητρο ἦταν οἱ ἡδονές; Οὔτε νὰ φᾶνε οὔτε ν᾿ ἀναπαυθοῦν προλάβαιναν. «Ὑποπιάζω μου τὴν σάρκα καὶ δουλαγωγῶ» (ἔ.ἀ. θ´ 27), βεβαιώνει ὁ Παῦλος. Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ κίνητρό τους; Ἡ πίστις. Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸ ποὺ κηρύττουν εἶνε ἡ ἀλήθεια.
.              Ὑπέγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲ βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα· βγῆκε μέσα ἀπ᾿ τὸ καμίνι τῆς ζωῆς καὶ τῆς δοκιμασίας. Καὶ τέλος τὸ ὑπέγραψαν μὲ μαρτύριο, μὲ τὸ αἷμα τους. Σύμφωνα μὲ τὸ μηναῖο ὁ Πέτρος σταυρώθηκε μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ ὁ Παῦλος ἀποκεφαλίσθηκε, στὴ Ῥώμη καὶ οἱ δυό. Ὁ Ἀνδρέας ἔφθασε στὸ Βυζάντιο καὶ κατέληξε στὴν Πάτρα, ὅπου σταυρώθηκε χιαστί. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου φονεύθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρῴδου. Ὁ Φίλιππος σταυρώθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Βαρθολομαῖος σταυρώθηκε στὶς Ἰνδίες, ὅπου ἐπίσης μαρτύρησε καὶ ὁ Θωμᾶς πληγωμένος ἀπὸ λόγχες. Ὁ Ματθαῖος κάηκε ζωντανὸς στὴν Ἱεράπολι τῆς Συρίας. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου σταυρώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ὁ Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος ἢ Ἰούδας Ἰακώβου κρεμάστηκε στὴν πόλι Ἀραρὰτ καὶ ξεψύχησε ἀπὸ βέλη ποὺ τοῦ ἔρριξαν. Ὁ Σίμων ἢ Ναθαναὴλ σταυρώθηκε στὴν Ἀφρική. Ὁ Ματθίας μαρτύρησε στὴν Αἰθιοπία. Ὅλοι εἶχαν μαρτυρικὸ τὸ τέλος, ἐκτὸς μόνο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἔγραψε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψι. Ὅλοι, μὲ τὴ ζωή, τὴ διδασκαλία, τὸ ἔργο καὶ τὸ μαρτύριό τους, βεβαίωσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας.

* * *

.              Μὲ τί ἄνθη νὰ τοὺς στεφανώσουμε, ἀδελφοί μου; «Ποίοις πνευματικοῖς ᾄσμασι» νὰ τοὺς «ἐπαινέσωμεν»; (στιχ. ἑσπ. κθ´ Ἰουν.). Μαζὶ μὲ κάποιον διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας λέμε· Τί νὰ σᾶς ὀνομάσουμε, ἅγιοι ἀπόστολοι; μέλισσες; ὄρη; ποταμούς; καρποφόρα δένδρα; ἀετούς; σάλπιγγες; γεωργούς; λέοντας πῦρ πνέοντας; Ἄτλαντες; Ἐγὼ θὰ τοὺς παρομοιάσω μὲ δύο εἰκόνες. Ἡ μία εἶνε οἱ ψαρᾶδες, καὶ ἡ ἄλλη πρόβατα Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων», τοὺς εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ι´ 16). Φανταστῆτε δώδεκα προβατάκια νὰ τὰ ῥίξουν στὶς χαράδρες τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βιτσίου· οἱ λύκοι δὲ θ᾿ ἀφήσουν οὔτε κόκκαλο. Καὶ ὅμως ἐδῶ, ὄχι μόνο δὲν κατέβαλαν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὰ μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀγάπη τους μετέβαλαν τοὺς λύκους καὶ τοὺς ἔκαναν κι αὐτοὺς ἀρνιά. Καὶ πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου «Καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός» (Ἠσ. ΙΑ´ 6). Εἶνε δυνατὸν λύκος νὰ βόσκῃ μαζὶ μὲ ἀρνί; Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ἔγινε.
.              Ἂς τιμήσουμε τοὺς ἀποστόλους. Ὅταν στὸν τελευταῖο πόλεμο τ᾿ ἀεροπλάνα τοῦ Χίτλερ ἀπειλοῦσαν τὸ Λονδῖνο, ἡ Ἀγγλία σώθηκε ἀπὸ λίγους ἀεροπόρους ποὺ ἀπεμάκρυναν τοὺς Γερμανούς. Τότε ἕνας Ἄγγλος πολιτικὸς εἶπε· «Ποτέ δὲν ὠφείλοντο τόσο πολλὰ σὲ τόσο λίγους». Ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος γιὰ τοὺς ἀεροπόρους, ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει τὸ πᾶν στοὺς δώδεκα ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας.
.              Εἴθε ἡ ἱεραποστολὴ νὰ ξανανθίσῃ, ἡ πατρίδα μας νὰ γίνῃ πάλι ἔθνος ἱεραποστολικό, καὶ νέοι Πέτροι καὶ Παῦλοι νὰ τρέξουν νὰ κηρύξουν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Κυριακὴ τῶν Βαΐων (Ἰωάν. ιβ´ 1-18)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (‘Ιωάν. ιβ´ 13)

 .               Σήμερον, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, σήμερον εἶνε ἑορτὴ μεγάλη, ἔνδοξος ἡμέρα. Εἶνε δεσποτικὴ ἑορτή· εἶνε ἡ Βαϊφόρος.
Νὰ διηγηθῶ τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Τὸ ξέρετε ὅλοι. Καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόμη ποὺ πᾶνε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, κάποιος καλὸς δάσκαλος τοὺς διηγήθηκε τὴν ἱστορία τῆς σημερινῆς ἡμέρας.
.               Ὅλοι λοιπὸν γνωρίζομεν, ὅτι σὰν σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα μαζεύτηκαν χιλιάδες λαός. Λένε ὅτι, γιὰ νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα εἶχε συγκεντρωθῆ στὰ Ἰεροσόλυμα τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἕνα ἑκατομμύριο λαός! Καὶ ὅταν ὅλος ὁ λαὸς ἄκουσε ὅτι ἔρχεται ὁ Χριστός, ἀμέσως ἔγινε κάτι τὸ πρωτοφανές. Ἄφησαν τὶς δουλειές των ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄνδρες γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἀκόμη. Ἄδειασαν οἱ δρόμοι καὶ πλατεῖες εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα. Ἔγινε ἔρημος ἡ πόλις. Καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, σὰν ποτάμι, σὰν χείμαρρος, βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦνε τὸ Χριστό. Κι ἄλλοι κρατοῦσαν στὰ χέρια των βάϊα, ἄλλοι κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς, ἄλλοι στρώνανε χάμω στὸ δρόμο τὰ ροῦχα τους, γιὰ νὰ γίνουν τάπητας νὰ τὰ πατήσῃ ὁ Χριστός. Καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἐφώναζαν μὲ ὅλη τὴν ἁγνή τους καρδιά· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…» (Ἰωάν. ιβ´13). Ἔτσι τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, τὰ Ἰεροσόλυμα, ὑπεδέχθη τὸ Χριστό.
.               Ἡ ἱστορία ἀναφέρει πολλὰς ὑποδοχὰς βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων. Ἀναφέρει, ὅτι αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Ῥώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις πολλὲς φορὲς ὑπεδέχθησαν βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορας, νικητὰς καὶ θριαμβευτάς, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο ὕστερα ἀπὸ ἕνα νικηφόρο πόλεμο ἐναντίον ἰσχυρῶν ἐχθρῶν. Ἐδῶ στὴν Ἀθήνα οἱ παλαιότεροι ποὺ ἔχουν ἄσπρα μαλλιὰ θὰ θυμοῦνται, ὅτι τὸ 1913 ὅλη ἡ Ἀθήνα σὲ ἕναν ἔξαλλο ἐνθουσιασμὸ ὑπεδέχθη τότε τὸν βασιλιᾶ, ποὺ ἤρχετο νικητὴς καὶ θριαμβευτής, ὕστερα ἀπὸ δύο πολέμους ποὺ ἐδιπλασίασαν τὴν μικρά μας πατρίδα.
.               Ὑποδοχὲς λοιπὸν θριαμβευτῶν καὶ νικητῶν ἀναφέρει ἡ ἱστορία. Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ ὑποδοχές, ποὺ ἔκαναν οἱ λαοὶ γιὰ τοὺς νικητὰς καὶ θριαμβευτάς των, εἶνε πολὺ μικρὲς καὶ ὠχριοῦν μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν θριαμβευτικὴ εσοδον τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα.
.               Θά ᾿θελα νά ᾿μουν ζωγράφος. Θά ᾿θελα νά ᾿χα χρώματα ζωηρά, νὰ πάρω τὸ πινέλλο καὶ μπροστὰ στὰ μάτια σας νὰ ζωγραφίσω τὴν ὑπέροχον αὐτὴν εἰκόνα, τοῦ ἀσυλλήπτου μεγαλείου, τὴν εἰκόνα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα. Μὰ ζωγράφος δὲν εἶμαι οὔτε ποιητής, οὔτε καὶ ῥήτορας εἶμαι. Γι᾿ αὐτὸ ἀποβλέπω σὲ κάτι ἄλλο. Πρὶν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, κάτι θὰ πρέπῃ νὰ διδαχθῆτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔνδοξο ἡμέρα, τὴν Βαϊφόρον. Ὅλες οἱ λεπτομέρειες διδάσκουν. Καὶ ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες τῆς σημερινῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε μερικὰ σημεῖα.

* * *

  .                 Καὶ ἐν πρώτοις, ἂς ἐρωτήσωμεν· Πῶς εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς στὰ Ἰεροσόλυμα;
Οἱ βασιλιᾶδες, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ οἱ αὐτοκράτορες ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἄλογα ὑπερήφανα, σὲ ἄλογα ἄσπρα χρυσοστολισμένα, ἢ ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἅμαξες πολυτελέστατες. Λένε μάλιστα, γιὰ κάποιον τέτοιο βασιλιᾶ καὶ αὐτοκράτορα ὅτι, γιὰ νὰ τρομοκρατήσῃ τὸ λαὸ καὶ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸς εἶνε πιὸ μεγάλος καὶ πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ κάθε ἄλλον βασιλιᾶ, διέταξε τὸ ἁμάξι του νὰ μὴ τὸ σέρνουν ἄλογα, ἀλλὰ νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια. Φαντασθῆτε ἕνα ἁμάξι νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια, τί τρόμος ἦταν στὴ Ῥώμη. Καὶ ἄλλοι ἐκάθησαν ἐπάνω σὲ ἐλέφαντας, καὶ ἄλλοι ἐπάνω σὲ ἄγρια θηρία.
.               Ἀλλὰ κοιτάξτε, τί διαφορὰ ἔχει ὁ Χριστός μας! Εἶνε ὁ βασιλιᾶς, εἶνε ὁ ποιητὴς τοῦ παντός. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἔφτειασε τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τὰ ἄστρα· ποὺ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» (Γέν. Α´ 26). Εἶνε, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ» (δοξ. ἑσπ. Ὑπαπαντῆς).
.               Αὐτός, ἐξ ἄκρας ἀγάπης καὶ συγκαταβάσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπον, συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται τόσο πολύ, ὥστε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ζῷα νὰ διαλέξῃ ἕνα γαϊδουράκι, ἕνα «πῶλον ὄνου» (ἔ.ἀ. ιβ´ 15), καὶ ἐπάνω στὴ ῥάχι ἑνὸς τέτοιου ζῴου νὰ καθήσῃ ὁ Χριστός. Καὶ μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ὅτι πρέπει νὰ είμεθα ταπεινοὶ στὸν κόσμο αὐτόν. Μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι, ὁ «πῶλος ὄνου», ὅτι πρέπει ν᾿ ἀγαπήσωμεν τὴν ταπείνωσιν, ἂν θέλουμε νὰ είμεθα Χριστιανοί.
.               Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ «πῶλος ὄνου» δὲν διδάσκει μόνο αὐτό. Διδάσκει καὶ κάτι ἄλλο. Τί μᾶς διδάσκει; Σημαίνει τὸ ἀθῷο αὐτὸ γαϊδουράκι, ὅπως λέγουν οἱ πατέρες, τὸ ἄλογον μέρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Σημαίνει τὸ ἄγριον, τὸ πεῖσμα, τὸ πεισματάρικο «γαϊδουράκι», ποὺ κάθε ἄνθρωπος ἔχει, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸν Θεό. Θέλει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ κάνῃ τὰ κέφια του, τὰ δικά του θελήματα, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸ Χριστό.
.               Σημαίνει ἀκόμη ὄχι μόνον τὸ πεισματάρικο ἄτομον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔθνη, λέγουν οἱ πατέρες· τὰ εἰδωλολατρικὰ ἐκεῖνα ἔθνη, ποὺ ἦταν βυθισμένα μέσα στὸ πηκτὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τῆς πλάνης. Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὰ πάθη τους τοὺς εἶχαν κάνει τέτοιους, ὥστε νὰ καταντήσουν χαμηλότερα καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα ἀκόμα, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε καὶ ὁ Δαυΐδ, ὅτι «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. ΜΗ´13). Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν· ὅτι ἄνθρωπος ποὺ φεύγει ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη καὶ τὶς κακίες του, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πέφτει σιγὰ – σιγὰ ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ καὶ γίνεται χειρότερος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα.
.            Μάλιστα, ἀγαπητοί. Τὸ γαϊδουράκι αὐτό, μόλις κατάλαβε ὅτι τὸ ζητάει ὁ Χριστός, ―γιατὶ καὶ τὰ ζῷα ἔχουν κάποια διαίσθησι―, ἔτρεξε μὲ πόθο. Μὲ χαρὰ ἐδέχθη ἐπάνω στὴ ῥάχι του τὸ Χριστό. Καὶ πόσο θὰ καμάρωνε ποὺ εἶχε τὸ Χριστὸ ἐπάνω του! ὅπως εἶπα, καὶ τὰ ζῷα κάτι αἰσθάνονται.
.               Ἕνας φίλος μου ἱεροκήρυξ μοῦ ἔλεγε τὸ ἑξῆς. Κάποτε περιώδευε καὶ ἔφθασε κουρασμένος σ᾿ ἕνα χωριό. Ὅταν ἔφθασε, ἐπῆγε στὴν πλατεῖα νὰ μιλήσῃ. Δὲν ἔδειξαν μεγάλη προθυμία οἱ ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, μολονότι ὁ ἱεροκήρυξ περνοῦσε μιὰ φορὰ τὸ χρόνο· ἔπρεπε ν᾿ ἀφήσουν κάθε δουλειὰ καὶ νὰ πᾶνε ν᾿ ἀκούσουν τὰ ζωντανὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ ἱεροκήρυκας ἦταν στὴν πλατεῖα καὶ ἔβλεπε ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔχει προθυμία, ξαφνικὰ ἔρχεται καὶ σταματᾷ ἀπὸ κάτω του ἕνα πουλαράκι καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του. Ὅση ὥρα μιλοῦσε ὁ ἱεροκήρυκας, αὐτὸ δὲν κουνήθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του. Αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι στὸν ἱεροκήρυκα καὶ ἄρχισε νὰ λέγῃ· Ἦρθα στὸ χωριό σας, καὶ σεῖς ποὺ ἔχετε αὐτιά, σεῖς ποὺ ἔχετε λογικό, σεῖς ποὺ ἀκούσατε τὴν καμπάνα νὰ χτυπᾷ, δὲν ἤρθατε. Τὸ γαϊδουράκι αὐτὸ ἄφησε τὴ μάνα του, ἄφησε τὸ χορτάρι του, καὶ ἦρθε καὶ στάθηκε ἐδῶ.
.               Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα γίνονται, γιατὶ τὰ ζῷα εἶνε ἀθῷα, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος ἔχει καταντήσει ἕνας διάβολος. Τὰ ζῷα εἶνε πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἂν κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἀμφιβάλλῃ, ἂς ἀνοίξῃ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ νὰ δῇ κάτι ἀνώτερο. Βλέπουμε ἕνα γαϊδουράκι, αὐτὸ ποὺ εἶχε ὁ προφήτης Βαλαάμ, νὰ ὁμιλῇ (βλ. Ἀριθμ. ΚΒ´ 28). Ἐλάλησε τὸ γαϊδουράκι καὶ ἤλεγξε τὸν προφήτη, ποὺ ἔκανε μιὰ ἀτοπία καὶ κάποιο παράπτωμα. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει ἡ ἁγία Γραφή, ὅτι πρέπει ν᾿ ἀγαποῦμε τὰ ζῷα. Μάλιστα πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ εἶνε κάποια ἄγρια φυλὴ ποὺ ἐπίστευσε στὸ Χριστό, καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο τὰ γαϊδουράκια δὲν τὰ φορτώνουν οὔτε κάθεται κανεὶς στὰ γαϊδουράκια. Γιατὶ λένε· Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐκάθησε στὴ ῥάχι τους ὁ Χριστός, πρέπει νὰ τ᾿ ἀφήσωμε ἐλεύθερα, νὰ βόσκουν ἐλεύθερα, πέραν τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
Νά λοιπὸν τί μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι. Τὸ γαϊδουράκι ἔχει φωνὴ καὶ μᾶς φωνάζει σήμερα· Ταπεινωθῆτε, ὅπως ταπεινώθηκε ὁ Χριστός. Μᾶς φωνάζει· Ὑποταχθῆτε στὸ Χριστό· ὅπως ἐγὼ εἶχα χαρὰ ποὺ ἔφερα στὴ ῥάχι μου τὸ Χριστό, κ᾿ ἐσεῖς νὰ ὑποταχθῆτε στὸ χρηστὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ.
.                  Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι αὐτό, ποὺ μᾶς ἀναφέρει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, μᾶς ἀναφέρει καὶ κάτι ἄλλο. Κρατοῦσαν, λέει, «βαΐα» (ἔ.ἀ. ιβ´ 13).
Μὰ αὐτὰ τὰ βάϊα πότε τὰ κρατοῦσαν; Ὅταν ἤθελαν νὰ ὑποδεχθοῦν ἕνα νικητή. Τὰ βάϊα ἦταν, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, «τὰ τῆς νίκης σύμβολα». Καλά στοὺς νικητάς, ἀλλὰ γιατί νὰ ὑποδεχθοῦν μὲ βάϊα τὸν Χριστό; Ἀπὸ ποιόν πόλεμο ἦρθε; Ἐνίκησε κανένα; Μάλιστα ἐνίκησε! Ποῖον ἐνίκησε; Δὲν ἔχετε αὐτιά; Σὰν χθὲς ὁ Χριστὸς ἐπολέμησε· ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησε τὸν πιὸ μεγάλο ἐχθρό. Ἐπολέμησε ἕνα ἐχθρό, ποὺ ἅμα αὐτὸς παρουσιασθῇ, βλέπεις αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὰ στέμματα καὶ κρατοῦν στὰ χέρια τὰ σπαθιά, νὰ παραλύουν καὶ νὰ πέφτουν ἀπὸ τὰ χέρια τους τὰ μαχαίρια, τὰ σπαθιὰ καὶ ὅλα τὰ ὅπλα. Ἐνίκησε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνον ποὺ τρέμει ὁ κόσμος ὅλος. Ἐνίκησε τὸν ἀήττητον. Καὶ ἀήττητος ποιός ἦτο; Ἐπῆγε κάτω στὸν ᾅδη ὁ Χριστός. Ἐπάλεψε στῆθος μὲ στῆθος μὲ τὸ χάρο. Σὰν χθές, τὸ Σάββατο, ἐπῆγε ὁ Χριστὸς στὰ μνήματα καὶ ἐστάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν μέσα θαμμένος ἕνας τέσσερις ἡμέρες καὶ εἶχε σαπίσει. Καὶ μὲ τὴ φωνή του τὴν παντοκρατορική, μὲ τὴν φωνὴν ποὺ σείει τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, εἶπε· «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (ἔ.ἀ. ια´ 43). Καὶ ὁ Λάζαρος βγῆκε ὁλοζώντανος ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο. Εἶνε αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, ποὺ ἀποδεικνύει τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔκανε χθὲς ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔρχονται μὲ τὰ βάϊα καὶ λέγουν· Σὲ χαιρετοῦμε. Χαῖρε, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Σὺ ποὺ ἐθριάμβευσες ἐπάνω στὸν θάνατο, ποὺ ἐταπείνωνε τοὺς πιὸ μεγάλους στρατηγοὺς καὶ στρατάρχας καὶ ὑπεδούλωνε ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.               Γι᾿ αὐτὸ κρατοῦν τὰ βάϊα. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, Χριστιανοί μου· ὅπως στάθηκε ἐπάνω στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου, θὰ σταθῇ πάλιν ὁ Χριστός μας. Τὸ πιστεύομεν ἀκραδάντως. Ἄλλως, δὲν εἴμεθα Χριστιανοί. Θὰ σταθῇ ὁ Χριστὸς στὸ μνῆμα τῆς μάνας μου καὶ τῆς μάνας σου καὶ τοῦ πατέρα σου καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Θὰ σταθῇ καὶ στὰ δικά μας μνήματα καὶ θ᾿ ἀκουσθῇ ἡ φωνή· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν.
.          Αὐτὴ τὴ σημασία ἔχει ἡ ἑορτὴ ποὺ κρατοῦσαν βάϊα καὶ ἑορτάζομεν σήμερα.
.                  Ἀλλ᾿ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βάϊα μερικοὶ ἀνεβήκανε πάνω σὲ ἐλιὲς καὶ κόψανε κλαδιὰ ἐλιᾶς. Γιατί λοιπὸν ἄλλοι κρατοῦσαν βάϊα καὶ ἄλλοι κλαδιὰ ἐλιᾶς; Τί μᾶς λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω δικά μου λόγια. Τὰ δικά μου λόγια δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἐγὼ σᾶς λέγω λόγια τῶν πατέρων. Ἀπὸ ἐκεῖ παίρνω καὶ διδάσκω. Ἂν θέ᾿τε, ἀκοῦστε τα· ἂν δὲν θέ᾿τε, δική σας ἁμαρτία εἶνε. Γιατί, λοιπόν, κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς;
Ἂν διαβάζετε ἁγία Γραφή, θὰ δῆτε ὅτι κάπου ἀναφέρεται ἡ ἐλιά. Ἡ ἐλιὰ εἶνε ἕνα ἱερὸ φυτό. Ἡ ἐλιὰ συμβολίζει πολλὰ πράγματα. Ὅταν ὁ Νῶε ἄνοιξε τὴ θυρίδα τῆς κιβωτοῦ καὶ ἔδιωξε τὸ περιστέρι, τὸ περιστέρι πέταξε, διέγραψε κύκλους κύκλους, ἀλλὰ παντοῦ συνήντησε πτώματα. Δὲν εἶνε κοράκι τὸ περιστέρι, νὰ κάθεται στὰ πτώματα, ἀλλὰ νά το πάλι γύρισε κουρασμένο. Ἄνοιξε τὴν θυρίδα ὁ Νῶε, τὸ ἔπιασε καὶ τὸ ἔβαλε μέσα. Ἀλλὰ ὅταν διὰ δευτέραν φορὰν ἔστειλε τὸ περιστέρι καὶ πέταξε πάνω στὴ γῆ, παρουσιάστηκαν τὰ δέντρα. Τὰ νερὰ εἶχαν χαμηλώσει, καὶ τότε τὸ περιστέρι ἔκοψε ἕνα κλαδάκι ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ τὸ ἔφερε μὲ τὸ ῥάμφος του (βλ. Γέν. Η´11). Καὶ ὁ Νῶε ἐδάκρυσε καὶ εἶπε· Δόξα σοι, ὁ Θεός· ἔπεσαν τὰ νερά, φάνηκαν οἱ κορυφές, φάνηκαν τὰ ἄνθη… Καὶ εἶνε πιὰ ἡ ἐλιὰ τὸ σύμβολο τῆς εἰρήνης. Σημαίνει ἡ ἐλιὰ τὴν εἰρήνη. Σημαίνει χαρὰ καὶ εἰρήνη.
Ὁ ὄχλος ποὺ ὑποδέχθηκε τὸν Χριστό, κρατοῦσε ἐλιὰ στὰ χέρια του, γιὰ νὰ πῇ· Χριστέ, σὺ μόνον εἶσαι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης· σὺ εἶσαι ὁ Θεὸς ποὺ σκορπᾷς στὸν κόσμο τὰ πλούσια αὐτὰ ἀγαθά σου.
.               Περάσανε, ἀπὸ τότε ποὺ κρατοῦσε ὁ λαὸς στὰ χέρια του κλαδιὰ ἐλιᾶς καὶ φωνάζανε «ζήτω!», τόσα χρόνια, καὶ ὁ κόσμος διψάει εἰρήνη. Τίποτε ἄλλο δὲν διψάει περισσότερο σήμερα ὁ κόσμος ὅσο τὴν εἰρήνη. Τὴν εἰρήνη δός μας, Χριστέ· τὴν παγκόσμια εἰρήνη. «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», εὔχεται ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ἐλιὰ λοιπόν, ποὺ κρατούσανε, εἶνε τὸ σύμβολον μιᾶς εἰρήνης, τῆς εἰρήνης ἐκείνης τὴν ὁποία δὲν θὰ τὴν φέρουν τὰ συνέδρια τὰ μεγάλα, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης τὴν ὁποίαν θὰ τὴν φέρῃ μόνον ὁ Χριστός, ἐὰν ὅλοι μας, ἐὰν ὅλοι μας ὑποταχθοῦμε εἰς τὸ ἅγιόν του θέλημα.
.                  Κάτι ἀκόμη καὶ τελειώνω. Εἶπα γιὰ τὸν πῶλον τοῦ ὄνου, εἶπα γιὰ τὰ βάϊα, εἶπα γιὰ τὰ κλαδιὰ τῆς ἐλιᾶς. Δὲν εἶπα κάτι ἄλλο.
.               Εἴδαμε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἁπλοϊκὸς λαός, ποὺ τόσον ἀγαποῦσε τὸ Χριστό, ἔβγαζε τὰ ροῦχα του καὶ τὰ ξάπλωνε κάτω, σὰν περσικὸ τάπητα, γιὰ νὰ περάσουν ἐπάνω καὶ νὰ τὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας. Μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὴ τὴ σκηνή, μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὸ τὸ λαό, ποὺ δὲν εἶχε τάπητας, ἀλλὰ ἔβγαλε τὰ ροῦχα γιὰ νὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ;
.               Μὰ τί σημαίνουν αὐτὰ τὰ ροῦχα, τὰ «ἱμάτια»; Γιατί τ᾿ ἀναφέρει στὴ σημερινὴ ἑορτὴ τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 21,8· Μᾶρκ. 11,8· Λουκ. 19,36); Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ὁ ἀπόστολος τὸ λέγει.
.               Κ᾿ ἐσὺ ἔχεις νὰ βγάλῃς ἕνα ροῦχο. Κ᾿ ἐσύ, γυναίκα, παιδί… Καὶ ὅλοι μας ἔχομε νὰ βγάλωμε ἕνα ροῦχο. Τὸ ροῦχο τὸ βγάζεις καὶ τὸ βάζεις στὴ μπουγάδα. Ἀλλὰ ἔχεις ἕνα ροῦχο ποὺ τὸ ἔχεις μέρες, χρόνια, καὶ εἶνε βρωμερὸν καὶ ἀκάθαρτον.
Ἔλα, Χριστιανέ μου. Ἔχεις τὸ μαῦρο πουκάμισο τῆς κολάσεως, τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς, τὸ ὁποῖο κόλλησε μὲ τὴ σάρκα σου, μὲ τὸ εἶναι σου, μὲ τὴν ψυχή σου. Γι᾿ αὐτὸ σὲ καλεῖ τώρα ἡ Ἐκκλησία, νὰ τὸ βγάλῃς τὸ βρωμερὸ πουκάμισο καὶ νὰ τὸ πᾷς στὸ πλυντήριο γιὰ νὰ τὸ πλύνῃς.
.              Γιατὶ καὶ τὰ καθαρώτερα ροῦχα νὰ βάλῃς, καὶ τὸ κορμί σου ν᾿ ἀρωματίσῃς, ἂν δὲν βγάλῃς τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς τόσα χρόνια, σοῦ τὸ λέγω ἐνώπιον Κυρίου, τὸ πουκάμισο τῆς κολάσεως, τῆς μοιχείας, τῆς πορνείας, τῆς ψευτιᾶς, τῆς ἀτιμίας· ἐὰν δὲν τὸ βγάλῃς καὶ τὸ πετάξῃς γιὰ νὰ τὸ πατήσῃ ὁ Χριστός μας, Χριστιανὸς δὲν εἶσαι.
Διαβάστε πρὸς Κολασσαεῖς (γ´ 9)· «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον…». Γδυθῆτε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, καὶ ἐνδυθῆτε τὸν νέον… Καὶ θὰ ἀκούσωμεν τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως στὴν θεία λειτουργία ―ὅσοι μένομεν, γιατὶ ἀδειάζει ἡ ἐκκλησία τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ εἶνε αὐτὸ μεγάλη ἁμαρτία―, θ᾿ ἀκούσωμε· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα». Ὅσοι, λέγει, πιστεύσανε στὸ Χριστό, βγάλανε τὸ πουκάμισο τῆς ἁμαρτίας καὶ φορέσανε τὴ λαμπρὰ στολή, τὸ ἔνδυμα τῶν πριγκίπων καὶ βασιλέων ποὺ δίδει ὁ Χριστὸς σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ πιστεύει καὶ εἰλικρινῶς ἀκολουθεῖ αὐτόν.

*  *  *

  .               Ἀδελφοί μου, δὲν τελείωσα. Ἄ, ξέχασα. Συγχωρέστε μου. Ἀφήνω τὰ ροῦχα ποὺ ἔστρωναν, ἀφήνω τὰ βάϊα, ἀφήνω τὰ κλαδιά, ἀφήνω τὸ πουλαράκι καὶ ἀκούω, ὤ τί ἀκούω! Μουσικὴ ἀκούω. Τί μουσικὴ εἶνε αὐτή; λέγει κάπου ἱερὸς Φώτιος· τί ἀκούω; «Ὡσαννά…» (Ἰωάν. ιβ´ 13). Ποιοί τὰ ψάλλουνε; Τὰ ἀηδόνια κελαϊδοῦνε; Ποιοί ψάλλουνε; Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ μεγάλοι; Ποιοί; Τὰ ἀθῷα παιδάκια! Αὐτὰ ἦταν πιὸ κοντὰ στὸ Χριστό. Σὰν τ᾿ ἀηδόνια, πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, τραγουδοῦσαν· «Ὡσαννά…» (ἔ.ἀ. ιβ´ 13). Τ᾿ ἄκουσε ὁ οὐρανὸς καὶ χάρηκε. Τ᾿ ἄκουσαν οἱ ἄγγελοι καὶ χάρηκαν, ἀλλὰ τ᾿ ἄκουσε καὶ ὁ διάβολος καὶ ἐπικράνθηκε. Ἄκου, λέει, τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ φθάσουν σὲ τέτοια ὕψη, νὰ ψάλλουν στὸ Χριστό!… Καὶ ἀμέσως λοιπὸν ἔβαλε τὰ ὄργανά του, τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους, καὶ σήμερα ἐπήρανε ἀπόφασι νὰ ἐκτελέσουν τὸ Χριστό. Πιάσανε τὰ ῥαβδιὰ οἱ φαρισαῖοι καὶ κυνηγούσανε τὰ παιδιὰ τὰ ἀθῷα. Σὰν τοὺς πατεράδες τοὺς ἀπίστους τῆς γενεᾶς μας. Πρέπει οἱ πατέρες καὶ μητέρες νὰ παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὰ τέκνα στὸ ναό, κι ὄχι ὁ δάσκαλος. Ἀλλὰ ποῦ τώρα αὐτό; Ἄλλαξε ὁ κόσμος. Ἀπ᾿ τὸ χέρι στὸν κινηματογράφο, ναί· στὸ ναό, ὄχι.
.               Σὰν τοὺς ἀπίστους πατεράδες ποὺ μὲ τὰ ῥαβδιὰ κυνηγοῦνε τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τὰ διώξουν ἀπὸ τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα. Ἔτσι καὶ αὐτοὶ οἱ φαρισαῖοι τὴν ἡμέρα ἐκείνη μὲ τὰ ῥαβδιὰ κυνηγοῦσαν τὰ παιδιὰ ποὺ φωνάζανε τὰ «Ὡσαννά…». Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε κάτι λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ γιὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Τί τοὺς εἶπε ὁ Χριστός; «Καὶ ἂν ἀκόμη τὰ παιδιὰ σιωπήσουνε, καὶ ἂν ἀκόμη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σιωπήσουνε, καὶ ἂν βουβαθῇ ὁ κόσμος, οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε κι αὐτὲς ἀκόμα θὰ φωνάξουνε» (βλ. Λουκ. ιθ´ 40).
.               Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια ὁ Χριστός. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἀδειάσουμε τὶς ἐκκλησίες, καὶ ἂν ἡμεῖς τὸν ἀρνηθοῦμε, καὶ ἂν ἡμεῖς γίνωμεν ἀντίχριστοι, ἐπάνω τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ σφαῖρες καὶ τὰ λουλούδια καὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱ ἄβυσσοι καὶ οἱ τάφοι θὰ φωνάξουν· «Εἷς ἅγιος…»· αὐτὸν ὑμνεῖτε, αὐτὸν ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

AΓΟΡΑΣΤΕ ΑΣΥΡΜΑΤΟ! (Κυρ. Θ´Ματθ.)

KYPIAKH Θ΄  MATΘAIOY

 ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

AΓΟΡΑΣΑΤΕ ΑΣΥΡΜΑΤΟ!

«Καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. ιδ´ 30)

.                Γιὰ ἕνα θαῦμα μᾶς μιλᾷ σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Γιὰ ἕνα θαῦμα, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα. Τὰ ἄλλα θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς ἔγιναν στὴν ξηρά, ἐνῷ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔκανε στὴν ἀφρισμένη θάλασσα.

.                Ἦταν ἡλιοβασίλεμα. Οἱ μαθηταὶ μπῆκαν σ᾿ ἕνα ἁλιευτικὸ πλοῖο μόνοι τους. Ἡ θάλασσα ἦταν ἤρεμη. Σύννεφο δὲν ὑπῆρχε, ἀέρας δὲν φυσοῦσε. Τὸ ταξίδι ἦταν εὐχάριστο. Ἀλλὰ ὑπάρχει πιὸ ἄστατο πρᾶγμα ἀπὸ τὴ θάλασσα; Κάποια στιγμή, ἐνῷ ταξίδευαν καὶ πλησίαζαν μεσάνυχτα, ἄλλαξε ὁ καιρός. Φύσηξε ἀέρας. Ὁ ἀέρας δυνάμωσε, ἔγινε θύελλα. Σηκώθηκαν τεράστια κύματα, καὶ τὸ πλοιάριο ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ. Καὶ δὲν φτάνει αὐτό· ξαφνικὰ βλέπουν κάτι νὰ κινῆται, κάτι νὰ σαλεύῃ, νὰ προχωρῇ σιωπηλό, καὶ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τους. Οἱ μαθηταὶ φοβήθηκαν. Φάντασμα! φώναξαν. Μὰ δὲν ὑπάρχουν φαντάσματα.
.                Ὅταν ἡ σκιὰ πλησίασε ἀκόμα περισσότερο, τότε ἄκουσαν τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ· «Ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. 14,27). Ἦταν ὁ διος ὁ Χριστός, ποὺ περπατοῦσε πάνω στὰ ἄγρια κύματα. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε. Δὲν ὑπάρχει «πῶς;». Ὅπου θέλει ὁ Θεός, «νικᾶται φύσεως τάξις».
.                Δὲν περπάτησε ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἐπάνω στὰ κύματα μόνο ὁ Χριστός. Ἔδωσε τὴ δύναμί του ὥστε καὶ ὁ Πέτρος ὁ μαθητής του νὰ περπατήσῃ ἐπάνω στὰ ἀφρισμένα κύματα. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ὅταν ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ βουλιάζῃ, φώναξε· «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30). Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἅρπαξε ἀπ᾿ τὸ χέρι, τὸν ἀνέσυρε ἀπ᾿ τὰ νερά, καὶ τοῦ λέει· «Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (ἔ.ἀ. 14,31). Μετὰ πλησίασε κι ἀνέβηκε στὸ πλοιάριο ὁ Χριστός. Καὶ μόλις τὰ ἅγιά του πόδια πάτησαν στὸ κατάστρωμα, σὰν μὲ μαχαίρι κόπηκε ἡ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ἔγινε γαλήνη μεγάλη. Ὅσοι ἤτανε μέσα στὸ πλοῖο, πέσανε στὰ γόνατα καὶ τοῦ εἶπαν· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ», Εἶσαι πράγματι Θεός (ἔ.ἀ. 14,33).

* * *

.                Τὸ θαῦμα αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους. Ὅπως οἱ μαθηταὶ τὴ νύχτα ἐκείνη κινδύνευαν μέσα στὴ θάλασσα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, κι ὅταν ἀκόμα δὲν είμαστε στὴ θάλασσα καὶ στὰ πελάγη, κινδυνεύουμε. Γιατὶ ἡ ζωή μας εἶνε μιὰ θάλασσα, μιὰ ἄστατη καὶ ἀφρισμένη θάλασσα.
.                Ὁ ἄνθρωπος, ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του μέχρις ὅτου πάῃ στὴν ἄλλη μάνα, τὴ γῆ· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννηθῇ μέχρις ὅτου κλείσῃ τὰ μάτια του στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, ἡ ζωή του ὅλη εἶνε συνυφασμένη μὲ τὸν κίνδυνο. Ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριὲς κινδυνεύει. Κινδυνεύουν τὰ μικρὰ παιδιὰ μέσα στὶς κούνιες. Κινδυνεύουν οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες. Κινδυνεύουν οἱ γυναῖκες. Κινδυνεύουν οἱ ἄνδρες. Κινδυνεύουν οἱ φτωχοὶ καὶ μικροί. Κινδυνεύουν οἱ μεγάλοι καὶ τρανοί. Ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις κι ὅσο πιὸ πολλὰ ἀξιώματα ἀποκτᾷς, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις.
.                Μὴ πῇς· Ἄ, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει κίνδυνος, γι᾿ αὐτὸ θὰ πάρω τὸ ἀεροπλάνο καὶ θὰ πάω μακριά, νὰ κρυφτῶ… Μὴ πιστέψῃς, ὅτι μπορεῖς νὰ βρῇς κάπου ἀσφάλεια. Πολλὲς φορὲς ἐκεῖ ποὺ νομίζεις ὅτι ὑπάρχει ἀσφάλεια, ἐκεῖ παραμονεύει ὁ κίνδυνος. Πόσες φορὲς ναυτικοί, ποὺ γλύτωσαν ἀπὸ ἄγριες θάλασσες, πνιγήκανε μέσα σὲ λιμάνια, σὲ μιὰ κουταλιὰ νερό. Παντοῦ παραμονεύει ὁ κίνδυνος.
.                Κινδυνεύει ὁ ἄνθρωπος σωματικῶς. Κινδυνεύει ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες. Ὁ ἀτμοσφαιρικὸς ἀέρας εἶνε γεμᾶτος μικρόβια, ἀναρίθμητα μικρόβια. Ἀγωνίζεται ἡ ἐπιστήμη, γιὰ νὰ τὰ νικήσῃ. Ξαγρυπνᾷ, γιὰ νὰ βρῇ τὰ φάρμακα. Ἀλλὰ μόλις νικήσῃ τὸ ἕνα μικρόβιο, παρουσιάζεται ἄλλο… Κινδυνεύει ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Ἀπὸ τὸν κεραυνό, ἀπὸ τὶς πλημμύρες τῶν ποταμῶν, ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τῶν θαλασσῶν, ἀπὸ τοὺς σεισμούς…
.                Κινδυνεύει ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πνευματικῶς. Κινδυνεύει ἀπὸ τὸ σατανᾶ. Τὸ ἀόρατο πνεῦμα, ποὺ ἁπλώνει τὰ δίχτυα του παντοῦ γιὰ νὰ ψαρέψῃ κόσμο στὰ ῥεύματά του καὶ στὶς ἰδέες του. Δυστυχῶς δὲν τὸ καταλάβαμε αὐτὸ οὔτε ἐμεῖς ποὺ φορᾶμε τὰ ῥάσα.
.                Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν φοβᾶμαι αὐτά. Κι ἀπὸ τὸ σατανᾶ, κι  ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, κι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως χειρότερος εἶνε… ὁ ἄνθρωπος! Αὐτόν ἐγὼ φοβᾶμαι. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἄπιστος καὶ ἄθεος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἱερὸ καὶ ὅσιο, αὐτός εἶνε ἀγριώτερος ὅλων. Καὶ σήμερα ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ θὰ μᾶς κάνῃ ―νὰ τὸ θυμᾶστε―, νὰ μὴ θέλῃ ὁ ἕνας νὰ βλέπῃ τὸν ἄλλο. Κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ στοὺς δικούς μας.
.                Κινδυνεύουμε ὅμως πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸν διο τὸν ἑαυτό μας! Ναί, ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ τὸν ἔχουμε τόσο κοντά μας. Ὅσο κακὸ μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του, δὲν μποροῦν νὰ τοῦ κάνουν ὅλοι οἱ διαβόλοι. Δὲ᾿ μοῦ λέτε, μικρὸ κακὸ κάνει αὐτὸς ποὺ εἶνε ἀλκοολικὸς καὶ καίει τὰ σπλάχνα του; Μικρὸ κακὸ κάνει ὁ ὀργίλος, ποὺ σὲ μιὰ στιγμὴ θυμοῦ παθαίνει συγκοπὴ καρδίας; Μικρὸ κακὸ κάνει ὁ πλεονέκτης καὶ ἅρπαγας; Μικρὸ κακὸ κάνουν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ στὸν ἑαυτό τους;
.                Εἴμεθα λοιπὸν ὁ καθένας σὰν ἕνα καραβάκι μέσα σὲ κίνδυνο μεγάλο.

* * *

―Μά, θὰ μοῦ πῆτε, ὅπως μᾶς τὰ λὲς μᾶς ἀπογοήτευσες· μᾶς ἔφερες πανικό.

Ὄχι, δὲν σᾶς φέρνω πανικό. Μέσα σὲ χίλιους διαβόλους, μέσα καὶ στὴν πιὸ σατανικὴ γενεά, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂς σείεται ἡ γῆ, ἂς φουσκώνουν τὰ ῥεύματα, ἂς πέφτουν οἱ κεραυνοί, ἂς τρέμουν τὰ ἄστρα· ἕνας ἐδῶ κάτω στὴ γῆ μένει ἀτρόμητος. Ποιός εἶνε; Ὁ πιστός! Ποιό εἶνε ἐκεῖνο, ποὺ θὰ μᾶς κρατήσῃ ἐπάνω στὴ φλούδα τῆς γῆς ἄφοβους. Τί εἶνε ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ πίστις! Ποιά πίστις; Ἡ πίστις ὄχι ἡ χλιαρὰ καὶ μικρή, ὄχι ἡ ὀλιγοπιστία, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ πίστις. Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος δὲν φύτρωσε ἔτσι· ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ ἔκανε ὁλόκληρο τὸν κόσμο· καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας, ποὺ φροντίζει ὅπως ὁ πατέρας γιὰ τὸ παιδί. Ἡ πίστις, ὅτι ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ ὅλα· ὅτι ὑπάρχει ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ὅτι χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν πέφτει ἕνα πουλάκι νεκρὸ στὴ γῆ, δὲν πέφτει ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ δέντρο. Ἡ πίστις, ὑπεράνω ὅλων, ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ ἔστειλε τὸν μονογενῆ του Υἱὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ, καὶ φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ περιπάτησε καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνελήφθη, καὶ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἡ πίστις εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, αὐτή θὰ μᾶς σώσῃ.
.                Πιστεύομε; Ἂν πιστεύαμε, ὅπως ἡ γενεὰ τῶν προγόνων μας, ἡ γενεά τοῦ ᾿21, ἡ πατρίδα μας θὰ ἦταν παράδεισος. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ εχαμε μῖσος καὶ φθόνο. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ τρέχαμε στὰ δικαστήρια νὰ παλαμίζουμε τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τιποτένια καὶ εὐτελῆ πράγματα. Ἂν πιστεύαμε, θὰ εχαμε τὸ γάμο ψηλά, καὶ δὲν θὰ τὸν κάναμε ἐμπόριο καὶ συναλλαγή. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ἦταν ἡ Ἑλλάδα γεμάτη ἀπὸ ζεύγη παράνομα. Γέμισε ἡ πατρίδα μας παράνομα ζεύγη. Στὰ παλιὰ εὐλογημένα χρόνια, μέσα σ᾿ ἕναν αἰῶνα, δὲν ἔβγαινε οὔτε ἕνα διαζύγιο· καὶ τώρα, μέσα σὲ ἕνα χρόνο, ἡ φάμπρικα τοῦ διαβόλου βγάζει χιλιάδες διαζύγια!

.                Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ἄλλαζε ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα ὅπως ἀλλάζει τὸ πουκάμισό του, καὶ δὲν θὰ ἄλλαζε ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα ὅπως ἀλλάζει τὴ ῥόμπα της. Ἂν πιστεύαμε, δὲν θὰ ζούσαμε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀθλιότητα. Ἂν πιστεύαμε στὸ Θεὸ καὶ τιμούσαμε τοὺς ἁγίους, θὰ εχαμε ζωντανὴ τὴν πίστι μας.

* * *

.                Ἀδέλφια μου! Ζοῦμε σὲ χρόνια ἐπικίνδυνα. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Μιὰ συμβουλὴ θὰ σᾶς δώσω καὶ τελειώνω.
.                Τὰ καράβια, ὅταν ταξιδεύουν, ἔχουν ἀσύρματο. Κι ὅταν ἕνα πλοῖο κινδυνεύῃ, ἀμέσως ἐκπέμπει σῆμα ΣΟΣ· Σώσατε τὰς ψυχάς μας! Ὅπως λοιπὸν κάθε καράβι ἐν ὥρᾳ κινδύνου σημαίνει συναγερμό, ἔτσι κ᾿ ἐσεῖς. Ὅσοι πιστοί, στῶμεν καλῶς! Μέσα στὴ φουρτούνα τῆς ζωῆς, ἀγοράστε ἀσύρματο, ἀσύρματο ποὺ θὰ σᾶς ἑνώσῃ μὲ τὸν οὐρανό. Ἀπὸ ᾿κεῖ θὰ ἔλθῃ ἡ βοήθεια. Καὶ ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ ἀσύρματος; Εἶνε ἡ προσευχή. Εἶνε οἱ δύο λέξεις ποὺ εἶπε ὁ Πέτρος· «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30).
.                Κάθε φορὰ ποὺ κινδυνεύουμε, ετε σὰν ἄνθρωποι, ετε σὰν οἰκογένεια, ετε σὰν ἔθνος, ἂς βάζουμε μπροστὰ τὸν ἀσύρματο· ἂς προσευχώμεθα. Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἂς πέσουμε στὰ γόνατα καὶ ἂς ποῦμε σὰν τὸν Πέτρο· «Κύριε, σῶσόν με», «Κύριε, σῶσόν με». Καὶ ὁ μεγάλος Θεός μας θ᾿ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ καὶ θὰ μᾶς σώσῃ. Καὶ θὰ τὸν ὑμνοῦμε καὶ θὰ τὸν δοξάζουμε εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.

† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας

Αὐγουστῖνος

[ἱ. ναὸς Προφ. Ἠλιού Καστέλλας – Πειραιῶς 7-8-1960]

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

(ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ
τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ποὺ  ἐκφωνήθηκε εἰς ὁλονυκτία εἰς Ἱ. Ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου
εἰς Κυνοσάργους Ἀθηνῶν, στὶς 14/15-8-1960

ΚΟΙΜΗΣΗ ΘΚΟΥ.               Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε ἐκείνη ποὺ ὑμνοῦν γενεαὶ γενεῶν. Εἶνε ἐκείνη ποὺ ἐγκωμίασε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ὑμνητὰς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε ὁ χρυσὸς κρίκος τῆς κτίσεως τῆς ὁρατῆς μὲ τὴν ἀόρατον. Εἶνε ἡ γέφυρα ἡ ὁποία ἑνώνει τὴν γῆν μὲ τὰ οὐράνια. Εἶνε ὁ «ἡλιοστάλακτος θρόνος», εἶνε ἡ «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Εἶνε ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. 1,14). Μόνον ἀγγελικαὶ γλῶσσαι μποροῦν νὰ ὑμνήσουν τὸ μεγαλεῖον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
.               Ἡ Ἐκκλησία μας ἡ Ὀρθόδοξος διαφέρει ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀξίαν ἀποδίδουν εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἀλλὰ θεωροῦν αὐτὴν ὡς μίαν γυναῖκα ἐκ τῶν πολλῶν. Ἡ ἁγία, λέγω, ἡμῶν Ἐκκλησία μὲ ὕμνους, παρακλήσεις, μὲ ἑορτὰς τὰς ὁποίας ἐθέσπισε πρὸς τιμήν της, τὴν γεραίρει καὶ τὴν τιμᾷ. Πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου ἔχει θεσπίσει τὰς θεομητορικὰς ἑορτάς. Καὶ πρώτη ἑορτή, ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν, εἶνε τὸ Γενέσιον (δηλαδὴ τὰ γενέθλια) τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα ὡς γνωστὸν ἑορτάζομεν εἰς τὰς 8 Σεπτεμβρίου. Μετὰ τὰ γενέθλια ἔχομε μίαν ἄλλην ἑορτὴν εἰς τὰς 21 Νοεμβρίου, τὰ Εἰσόδια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ μετὰ ἔρχεται μιὰ ἄλλη ἑορτή, ἡ ὁποία συγκινεῖ βαθύτατα τὸ πανελλήνιον, διότι εἶνε συνυφασμένη μὲ τὴν ἐθνικήν μας ἑορτήν· εἶνε ἡ 25η Μαρτίου, ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Καὶ μετὰ ἔρχεται τὸ τέλος. Διότι ὅλα ἔχουν τέλος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Ἔρχεται τὸ τετέλεσται, ἔρχεται ἡ κοίμησις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Πρὸς τιμὴν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τελεῖται καὶ ἀγρυπνία εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦτον.
.               Θὰ ἐξετάσωμεν, ποῖα διδάγματα δυνάμεθα ἡμεῖς ν᾿ ἀποκομίσωμεν ἀπὸ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Διότι νομίζω δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ στὴν ἐκκλησία ν᾿ ἀσπαζώμεθα τὴν ἁγίαν αὐτῆς εἰκόνα, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ν᾿ ἀνάπτωμεν τὰς κανδήλας καὶ τὰ κηριά, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὰ μυστήρια τῆς ἑορτῆς καὶ ν᾿ ἀντλήσωμεν διδάγματα ὠφέλιμα διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ὠφέλιμα διὰ τὰ σπίτια μας, ὠφέλιμα διὰ τὴν κοινωνίαν μας. Θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχω πρόθυμον τὴν ἀκοὴν ὑμῶν εἰς ὁμιλίαν ταύτην.

* * *

.               Ἀγαπητοί. Ἐκ τῶν εὐαγγελίων γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἦτο παροῦσα κατὰ τὴν σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ. Ἦτο ἐπίσης παροῦσα κατὰ τὴν ἀνάστασιν καὶ ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου, καὶ κατ᾿ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Πεντηκοστήν. Ἐπίσης δὲ παροῦσα τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὅμιλος τῶν μαθητῶν, ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ἐξέλεξε τὸν Ματθίαν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ προδότου Ἰούδα. Ἔκτοτε τὰ Εὐαγγέλια καὶ αἱ Πράξεις καὶ τὰ ἄλλα ἀρχαῖα κείμενα τῆς ἐκκλησίας τῆς καινῆς διαθήκης σιωποῦν. Ὅσα θὰ σᾶς είπω παρακάτω, δὲν τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διήγησι, δὲν τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ μιὰν ἄλλην πηγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Διότι καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· αὐτοὶ μόνον τὸ Εὐαγγέλιον ἔχουν, ἡμεῖς δὲ ἐκτὸς τοῦ Εὐαγγελίου ἔχομεν καὶ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Ἡ ἱερὰ ἡμῶν παράδοσις, στὴν ὁποία ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύομεν ἀκραδάντως, συμπληρώνει τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἄφηκεν  ἡ εὐαγγελικὴ διήγησις. Τί μᾶς λέγει λοιπὸν ἡ ἱερὰ παράδοσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου; Μᾶς λέγει τοῦτο. Ὅτι μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος εἶχε μιὰν ὡραίαν συνήθειαν. Ποιά συνήθεια εἶχε.
.               Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, στὰ παλαιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, ὅπως τώρα ξεχύνονται σὰν ποτάμι τῆς κολάσεως στὶς πλατεῖες, στὰ μεγάλα κέντρα, νὰ κάνουν τοὺς περιπάτους τους, οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων ξέρετε ποῦ κάνανε τὸν περίπατό τους κι ἀναπνέανε καθαρὸν ἀέρα; Ἐκάνανε τὸν περίπατό τους στὰ νεκροταφεῖα, στοὺς τάφους, ἰδίως δὲ τὰς Κυριακὰς καὶ μεγάλας ἑορτάς. Ὅπως τώρα τρέχουν στὸ ποδόσφαιρο καὶ στὶς θάλασσες, ἔτσι οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων εἴχανε ὡς θελκτικώτατον τόπον, ὡς τόπον μεγάλων σκέψεων καὶ ἡρωϊκῶν ἀποφάσεων, ὡς τόπον πραγματικῆς φιλοσοφίας καὶ μεταρσιώσεως πρὸς τὰ ἄνω, εἴχανε τὰ νεκροταφεῖα, τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν.
.               Ἡ ὑπεραγία λοιπὸν Θεοτόκος ἔκανε αὐτὸ τὸ ἔθιμο. Διότι μετὰ τὴν ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ, μέσα εἰς τὴν καρδίαν της ὑπῆρχε ἕνα καὶ μόνο πρόσωπο. Ὑπῆρχε τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ ἐγαλούχησε ἐκ βρέφους. Ὑπῆρχε τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησε καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Ὑπῆρχε μέσα εἰς τὴν καρδίαν της ὁ ἀγαπητὸς τῶν ἀγαπητῶν, ὑπῆρχε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἐὰν κάθε μάνα ἀγαπάῃ τὸ παιδί της, ποὺ ἔχει τόσα ἐλαττώματα, καὶ παρ᾿ ὅλα τὰ ἐλαττώματα ποὺ ἔχει ἡ καρδιὰ τῆς μάνας ἀγαπάει τὰ παιδιά της, φαντασθῆτε ποιά ἀγάπη, σὲ ποῖο ὕψος καὶ σὲ ποῖο μῆκος καὶ ἔντασιν αἰσθημάτων ἱερῶν, ἦταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγάπην της πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν μονογενῆ. Ὁ Υἱός της ὁ μονογενής, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ βασιλεὺς τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων, ὁ τιμιώτατος Λόγος, ὁ ὑπέρθεος Λόγος, ὁ Κύριος, ἧταν ὁ ἄξων, ὁ μυστικὸς ἄξων, πέριξ τοῦ ὁποίου περιεστρέφετο ὁλόκληρος ὁ συναισθηματικὸς κόσμος, ὁ πλούσιος συναισθηματικὸς κόσμος, τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Κύριος ἧταν τὸ ἄλφα καὶ ὠμέγα τῆς ζωῆς της. Ὁ Κύριος, ὅπως ψάλλει ὁ Ἐπιτάφιος θρῆνος, ἧταν τὸ «γλυκὺ ἔαρ», ἡ γλυκεῖα ἄνοιξις τῆς ζωῆς της.
.               Ἐζοῦσε ἡ Θεοτόκος μετὰ τὴν ἀνάληψιν μὲ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ της. Ἐζοῦσε μὲ τὴν διδασκαλίαν του καὶ μὲ τὸ ὅλον ἄρωμα τὸ ὁποῖον ἐξέπεμπε ἡ ὑπερκόσμιος φυσιογνωμία του. Γι᾿ αὐτὸ εἶχε συνήθεια νὰ φέρῃ τὰ βήματά της καὶ νὰ ἐπισκέπτεται τὸν τόπον ἐκεῖνον τὸν ἱερόν, τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἐπροσευχήθη ἐν ἀγωνίᾳ, τὸν τόπον ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἔχυσε δάκρυα, τὸν τόπον τὸν ὁποῖον ἐπότισε μὲ τὸν ἱδρῶτα του, ποὺ ἔπιπτε ὡς θρόμβοι αἵματος. Ἐπεσκέπτετο τὴν Γεθσημανῆ.
.               Πολλάκις μετέβαινε στὴν Γεθσημανῆ. Ἀλλὰ κάποια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφθη γιὰ τελευταίαν φορὰν τὴν Γεθσημανῆ, συνέβη ἐκεῖ κάτι, ἔκτακτον καὶ μοναδικὸν γεγονός. Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν ἱερὰν παράδοσιν, πιστεύομεν εἰς ἐκεῖνα ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πατέρες, πιστεύομεν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας. Ἡ δὲ Ὀρθοδοξία μας λέγει ὅτι, ὅταν γιὰ τελευταίαν φορὰν ἐπεσκέφθη ἡ Θεοτόκος τὴν Γεθσημανῆ, συνέβη κάτι τὸ ἔκτακτον καὶ μοναδικόν· τὰ δένδρα, οἱ κορυφὲς τῶν δένδρων, στὸ πέρασμα τῆς Θεοτόκου, μάλιστα ὅταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγονάτισε καὶ ὕψωσε τὰς χεῖρας της εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ προσηυχήθη μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Κύριον, τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν της, ὅταν λέγω ἐγονάτισε, τότε καὶ τὰ δένδρα ἀκόμη, σὰν νὰ πῆραν ψυχή, ἔγειραν τὶς κορυφές των, ἐλύγισαν τὶς κορυφές των πρὸς τὰ κάτω. Σὰν νὰ ἔκαναν μετάνοια, σὰν νὰ ἤθελαν νὰ προσκυνήσουν τὴν Παντάνασσα τοῦ κόσμου, τὴν Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ.
.               Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, τί δύναμι ἔχει ἡ προσευχή; Ποῦ εἶνε τέτοια γυναίκα, ποὺ γονατίζει καὶ τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται μὲ πίστι κάνει αὐτὴ ἡ γυναίκα τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ νὰ σείωνται! Δὲν εἶνε μικρὸ παράδειγμα ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία ἐπήγαινε στὴ Γεθσημανῆ καὶ προσηύχετο ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καὶ λυτρώσεως.
.               Προσευχήθη λοιπόν. Κι ὅταν πλέον τὰ δένδρα εἶχαν λυγίσει, λέγει ἡ παράδοσις, τότε παρουσιάσθη πάλιν ὁ Γαβριήλ. Παρουσιάσθη πάλιν ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος, ὁ ἀρχάγγελος ὁ ὁποῖος τῆς μετέδωκε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῶν αἰώνων, τὴν χαρμόσυνον εδησιν, ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ τὴν πρώτην φορὰν ποὺ παρουσιάσθη ὁ ἀρχάγγελος, κατὰ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ζωγραφίζεται εἰς τὰς τιμίας εἰκόνας, ὁ ἀρχάγγελος κρατοῦσε κρίνον, κρίνον τοῦ οὐρανοῦ, κρίνον πνευματικόν, κρίνον τὸ ὁποῖον συνεβόλιζε τὴν παρθενίαν της, τὴν ἄφθαρτον, τὴν ἀμόλυντον παρθενίαν της. Τὴν δευτέραν φορὰν ποὺ παρουσιάσθη ἐνώπιον της δὲν κρατοῦσε πλέον κρίνον, ἀλλὰ κρατοῦσε φοίνικα, κλάδον φοίνικος· καὶ τοῦτο, διότι ὁ φοῖνιξ εἶνε σύμβολον τῆς νίκης, σύμβολον τοῦ θριάμβου ἐναντίον τῆς θλίψεως καὶ ἐναντίον τοῦ θανάτου. Καὶ ἐχαιρέτισε ἐκ νέου, ὅπως λέγουν οἱ πατέρες, τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ εἰδοποίησεν αὐτήν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν θὰ μεταβῇ πρὸς συνάντησιν τοῦ μονογενοῦς αὐτῆς Υἱοῦ.
.               Γεμάτη συγκίνησιν ἱερὰ ἡ Θεοτόκος κατέβηκε ἀπὸ τὸ λόφο τῆς Γεθσημανῆ καὶ μετέβη στὸ πτωχό της σπίτι. Δὲν ἦταν κανένα μέγαρο, δὲν ἦταν κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τὰ σημερινά, ὅπου ὅλα λάμπουν καὶ ἀστράπτουν. Ἦταν ἕνα φτωχὸ σπιτάκι κάτω ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Γεθσημανῆ, καὶ ἐκεῖ ἔμενε μὲ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ Κυρίου. Μπῆκε στὸ σπίτι ἡ Θεοτόκος. Δὲν εἶχε ὑπηρέτριες, ὅπως ἔχουν οἱ κυρίες τῆς ἀριστοκρατίας καὶ τὶς ὁποῖες τὶς κακομεταχειρίζονται καὶ κατὰ ποικίλους τρόπους τὶς ἀδικοῦν. Δὲν εἶχε, λέγω, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία διηκονεῖτο ἀπὸ τάγματα ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, δὲν εἶχε ὑπηρέτριες. Δὲν ἦταν καμμιὰ κυρία ὑπερήφανη καὶ ἐγωΐστρια, ἡ ὁποία μόλις παντρευτῇ ἔχει ἀξίωσι ἀπὸ τὸν ἄνδρα της νὰ προσλάβῃ ὁ φτωχὸς ὑπάλληλος ὑπηρέτρια καὶ νὰ ἐπιβαρύνεται, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐπιδεικνύεται αὐτὴ καὶ νὰ καυχᾶται. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, μόλις ἐπέστρεψε στὸ φτωχικό της σπίτι καὶ ἐγνώριζε ὅτι ἔφθασε τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς της, ἐπῆρε, λέγει ἡ παράδοσις, στὰ χέρια της τὴ σκούπα ―ποὺ ντρέπονται σήμερα νὰ πιάσουν οἱ μοντέρνες κυρίες, ἐκεῖνες ποὺ δὲν θέλουν νὰ κάνουν καμμία οἰκιακὴ ἐργασία―, ἐπῆρε τὴ σκούπα καὶ σκούπισε ἐπιμελῶς ὁλόκληρο τὸν οἶκο της. Εὐτρέπισε ὁλόκληρο τὸ σπίτι της, ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Κύριον, ποὺ ἤρχετο νὰ παραλάβῃ τὸ ἁγνόν της πνεῦμα. Καὶ ἀφοῦ ἐσκούπισε καὶ εὐτρέπισε μὲ τὰ δικά της χέρια τὸν οἰκίσκον, ἀμέσως ἐκάλεσε δύο γειτόνισσες, οἱ ὁποῖες ἦταν χῆρες καὶ εἶχαν ὀρφανά, τὶς ἐκάλεσε αὐτὲς καὶ τοὺς ἐμοίρασε τὸν φτωχικό της ἱματισμό. Καὶ μετὰ ἀνήγγειλε στὸ περιβάλλον τὸ φιλικό, ποὺ πάντοτε περιεκύκλωναν τὴν ὑπεραγία Θεοτόκον, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ἀπέλθῃ πλέον ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν. Καὶ κατόπιν ἐξάπλωσε ἐπὶ τῆς κλίνης της, ἐσταύρωσε τὰς ἁγίας της χεῖρας, καὶ ἀπὸ τὴν ὥραν πλέον ἐκείνην ἐβυθίσθη εἰς σκέψιν βαθεῖαν καὶ συναισθηματικότητα, γιατὶ μετ᾿ ὀλίγον θὰ ἀπήρχετο ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.

* * *

.               Ἀδελφοί! Ἂς σταματήσωμεν μέχρις ἐδῶ. Αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος προετοιμάσθη διὰ τὸν θάνατόν της· αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἰδοποιήθη, τρόπον τινὰ διὰ τοῦ ἀσυρμάτου τοῦ οὐρανοῦ, πὼς θὰ μετέβαινε ἐκ γῆς πρὸς τὰ οὐράνια· αὐτὸ τὸ γεγονὸς πῶς μᾶς διδάσκει!
.               Ἀδελφοί! Εἶνε χάρις Χριστοῦ καὶ εὐλογία τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ νὰ εἰδοποιῆται ὁ ἄνθρωπος, νὰ προαισθάνεται ὁ ἄνθρωπος, τὸν θάνατόν του. Τὰ παλαιὰ εὐλογημένα χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μὲ ἁγνότητα μὲ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Θεόν, προῃσθάνοντο οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατόν των καὶ ἔλεγαν στὰ παιδιά των· ―Παιδί μου, θ᾿ ἀποθάνω. ―Μά, πατέρα, τί ἔχεις; μάνα, τί ἔχεις; ―Θ᾿ ἀποθάνω, παιδί μου· ἦρθε τὸ τέλος μου… Καταλάβαινε. Προητοιμάζετο. Μιὰ φωνὴ ἐσωτερική, κάποιος μυστικὸς καὶ ἀόρατος σύνδεσμος μὲ τὴν αἰωνιότητα, κάποιος φτερωτὸς καὶ ἀνώνυμος ἄγγελος εἰδοποιοῦσε τὴν ψυχὴν καὶ ἔλεγε· Θ᾿ ἀποθάνῃς! Ἡγούμενοι ἅγιοι, ὅσιοι ἀσκηταὶ ποὺ ἔζησαν στὶς σπηλιές, ἀλλὰ καὶ ἅγιες προσωπικότητες ποὺ ἔζησαν μέσα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἔγγαμον βίον, τιμίως διάγοντες ἄνδρες καὶ γυναῖκες, προῃσθάνοντο τὸν θάνατόν τους καὶ προετοιμάζοντο διὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ταξιδεύσῃ δὲν περιμένει τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ προετοιμάσῃ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ ἀπὸ ἡμέρες ἑτοιμάζεται διὰ τὸ ταξίδιόν του, ἔτσι καὶ οἱ εὐλαβεῖς αὐτὲς ψυχὲς προετοιμάζοντο διὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.
.               Εἶνε σημεῖον τῶν καιρῶν, εἶνε κατάρα ὁ αἰφνίδιος θάνατος. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀρτοκλασία; Νὰ μᾶς φυλάξῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ πολλὰ δεινά. Ποιά δεινά; «Ἀπὸ λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ…» καί… «καὶ αἰφνιδίου θανάτου». Τὸν θεωρεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τὸν αἰφνίδιο θάνατο ὅπως τὸ λοιμό, τὸ σεισμό… Καὶ εἶνε σημεῖον κακὸν ὅτι οἱ αἰφνίδιοι θάνατοι μέσα στὴν γενεά μας αὐξάνονται συνεχῶς. Ὁ αἰφνίδιος θάνατος εἶνε κακό, διότι δὲν δίδει στὸν ἄνθρωπο οὔτε λεπτό. Ὁμοιάζει μὲ τὸ γεράκι… Κάθονται οἱ κόττες στὸ γρασίδι καὶ βοσκοῦν, καὶ νομίζουν ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν στὸ κοττέτσι. Δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ὅμως στὸ κοττέτσι τους. Ἀπὸ πάνω, ξαφνικά, τὸ γεράκι πέφτει μὲ ὁρμὴ καὶ ἁρπάζει τὴν ὄρνιθα, καὶ μὲ τὶς φτεροῦγες του τὴν μεταφέρει στὴν φωλεά του. Ὅπως τὸ γεράκι ὁρμᾷ ἀπότομα καὶ ἁρπάζει μέσα ἀπὸ τὸ χορτάρι τὴν κόττα καὶ τὴν παίρνει ἐπάνω, ἔτσι σὰν γεράκι ὁ θάνατος ὁρμητικὸς φτερουγίζει καὶ πέφτει· στὸ δρόμο, στὸ πεζοδρόμιο, στὸ ἀεροπλάνο, στὸ γραφεῖο…, ὅπου νά ᾿νε. Ἁρπάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ λέγει, Ἔλα ᾿δῶ!… Δὲν τοῦ δίδει οὔτε ἕνα λεπτὸ διορία νὰ πῇ τὸ «Μνήσθητί μου…». Εἶνε ὁ αἰφνίδιος θάνατος πολὺ κακὸ πρᾶγμα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται ὑπὲρ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αἰφνιδίου θανάτου. Ὦ Θεέ μου ὦ Θεέ μου!… Διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου εὔχομαι, κανείς ἀπ᾿ ὅσους εμεθα ἐδῶ μέσα νὰ μὴν ἀποθάνῃ ἀπὸ αἰφνίδιον θάνατον, ἀλλὰ σὲ ὅλους μας νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς σημάδι ὅτι φεύγομεν ἀπὸ τὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον, καὶ νὰ προετοιμασθῶμεν διὰ τὴν αἰωνιότητα, τὸ ταξίδι τοῦ οὐρανοῦ.
.               Ἀλλὰ προσέξατε καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη. Πρέπει ὁ Χριστιανός, προαισθάνομενος τὸν θάνατόν του ―ἐὰν εἶσαι πατέρας, μητέρα, πρόσεξέ με καὶ ἄκουσέ με―, νὰ κάνῃ τοῦτο. Μὴν ἀφήνεις ἔτσι τὰ πράγματα. Βλέπεις, ὅτι πλέον μεγάλωσες, τὰ χιόνια ἔπεσαν πάνω στὸ κεφάλι σου. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (ἕνας ἅγιος ποὺ ἀγαπῶ καὶ ποὺ θὰ ἑορτάσῃ στὶς 24 Αὐγούστου στὰ ξακουσμένα Γιάννενα), ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔλεγε, ὅτι· Τὰ σπαρτά, ἅμα ἀσπρίζουνε, τί περιμένουν; Τὸ δρεπάνι περιμένουν. Κι ὅταν ἀσπρίζουν τὰ μαλλιά, τί περιμένομεν, ἀδέλφια; Τὸ δρεπάνι τοῦ ἀρχαγγέλου. Προτοῦ λοιπὸν φτάσῃ τὸ δρεπάνι τοῦ ἀρχαγγέλου, οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄνδρες, οἱ μητέρες καὶ οἱ πατέρες ποὺ ἔχουν παιδιὰ καὶ βλέπουν τὰ χιόνια νὰ πέφτουν πάνω στὴν κεφαλή τους, ὅσοι εἶνε πατέρες καὶ μητέρες νὰ τακτοποιήσουν τὰ τοῦ σπιτιοῦ των. Νὰ τακτοποιήσουν ὅ,τι ἔχουν. Νὰ τὰ μοιράσουν μὲ δικαιοσύνη στὰ παιδιά τους. Νὰ μὴ ἀφήσουν ἐκκρεμότητες. Μὴ ἀφήσετε, μὴ ἀφήσετε ἐκκρεμότητες. Ἂν ἀγαπᾶτε τὰ σπίτια σας, νὰ μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ζωντανὴ μοίρασε ὅ,τι εἶχε στὴ γειτονιά της. Ἔτσι κ᾿ ἐσεῖς μὴ ἀφήσετε ἐκκρεμότητες μέσα στὸ σπίτι, ἀλλὰ προετοιμάσετε καὶ μοιράσετε. Διότι μετὰ τὸ θάνατό σας, ἐὰν ἀφήσετε ἐκκρεμότητες, τὰ παιδιά σας θὰ τρέχουν στὰ δικαστήρια. Γνωρίζω οἰκογένεια, ποὺ 15 χρόνια πολεμάει καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο, καὶ τὰ παιδιὰ μισηθήκανε μεταξύ τους, γιατὶ οἱ γονεῖς των δὲν προετοίμασαν καὶ δὲν ἐτακτοποίησαν τὰς ἐκκρεμότητας τοῦ σπιτιοῦ των.
.               Ἀλλὰ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος μᾶς διδάσκει ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη. Τὴν ἐλεημοσύνη μὴν τὴν κάνετε μετὰ τὸν θάνατον. Ὅταν ζῆτε, ὅταν τὰ χέρια αὐτὰ μποροῦν καὶ κινοῦνται καὶ μπαίνουν στὸ πορτοφόλι σας, ὅταν ζῆτε, τότε ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει μεγάλη ἀξία. Διότι μετὰ θάνατον δὲν λέγεται πλέον ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ εἶνε χρήματα ποὺ δὲν ὀφείλονται σ᾿ ἐσᾶς. Ἐγώ, ἂν εἶχα δικαίωμα, θὰ πήγαινα σ᾿ αὐτὰ τὰ μεγάλα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ποὺ λέγουν ὅτι κτισθήκανε ἀπὸ διαθῆκες, καὶ θὰ ἔσβηνα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ λένε ἐπάνω ὅτι «τὸ ἔκτισε ὁ τάδε». Ἂν τὸ ἔκτισε ζωντανός, κάνω μιὰ μετάνοια καὶ τὸν προσκυνῶ. Ἂν τὸ ἔκτισε μετὰ θάνατον, ἐγὼ ἀμφισβητῶ τὴν ἐλεημοσύνη μετὰ θάνατον. Δὲν τὴν ἀμφισβητῶ ἐγώ, τὴν ἀμφισβητοῦν καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες. Ἀκοῦς λοιπόν, ὅτι ἕνα φιλανθρωπικὸ κατάστημα τὸ ἔκτισαν μετὰ θάνατον. Τὰ ἀπήλαυσαν δηλαδὴ τὰ χρήματά τους ἐν ζωῇ, τὰ γλεντήσανε ὅσο ζοῦσαν, καὶ μετὰ τὸν θάνατο πλέον κάνουν τὴν ἐλεημοσύνην. Ἐγώ, ἂν θά ᾿χα δικαίωμα, θὰ ἔγραφα ἀπ᾿ ἔξω· «Τῷ θανάτῳ τῷ εὐεργέτῃ τὸ κατάστημα τοῦτο». Γι᾿ αὐτό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος προαισθάνεται τὸ θάνατο, νὰ κάνῃ τὴν ἐλεημοσύνη, ὅπως τὴν ἔκανε ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.

* * *

.               Ἀλλὰ προχωροῦμε. Ἦλθε καὶ γιὰ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ ὁ θάνατος. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε τώρα νεκρά, νεκρὰ πλέον ἐπὶ τῆς κλίνης της. Νεκρὰ ἐκείνη, ἥτις ἐγέννησε τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς. Ποιοί τώρα θὰ τὴν κηδεύσουν; Ποῦ εἶνε τὰ παιδιά της; Τὰ παιδιὰ κηδεύουν τοὺς γονεῖς. Ἀλλ᾿ ἐκείνη εἶχε παιδιά; Εἶχε. Τί παιδιά; Πνευματικὰ παιδιά, ποὺ τὴν ἀγαπούσανε περισσότερο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ παιδιά. Ποιά ἦταν; Γονεῖς, σεῖς ποὺ εἶσθε ἄκληροι καὶ δὲν ἔχετε παιδιά, μὴ λυπεῖσθε. Μπορεῖς ν᾿ ἀποκτήσῃς παιδιά, ποὺ νὰ σ᾿ ἀγαποῦν περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι τὰ σαρκικὰ παιδιά. Εἶχε παιδιὰ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, πνευματικὰ παιδιά. Κατὰ σάρκα ἕνα καὶ μόνο Υἱὸν εἶχε, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ δὲν παραδεχόμεθα τὴν βέβηλον καὶ ἀνίερον σκέψιν τῶν αἱρετικῶν ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριον εἶχε κι ἄλλα τέκνα. Ἀλλ᾿ ἐνῷ δὲν εἶχε κατὰ σάρκα τέκνα, εἶχε πνευματικοὺς υἱοὺς ποὺ τὴν ἀγαποῦσαν περισσότερο. Καὶ πνευματικά της παιδιὰ ἦταν οἱ δώδεκα ἀπόστολοι.
.               Ποῦ ἦταν ὅμως κατὰ τὴν κοίμησί της οἱ ἀπόστολοι; Ἔλειπαν μακριά. Ὁ Πέτρος στὴ Ῥώμη, ὁ Παῦλος πρὸς τὴν Μακεδονία, ὁ Ἀνδρέας στὴν Πάτρα, ὁ Θωμᾶς στὰς Ἰνδίας, ὁ Ἰωάννης στὴν Ἔφεσο, ὁ Τίτος στὴν Κρήτη, ὁ Τιμόθεος στὴν Ἔφεσο… Ἔλειπαν ὅλοι στὴν διασπορά. Πῶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσουν; Πῶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσουν, αὐτὸ ἀπορεῖτε; Πιστεύετε. Καὶ ἐὰν πιστεύετε, τότε θὰ πιστεύσετε καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴν κοίμησι τῆς Θεοτόκου. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸ μυαλὸ ποὺ τοῦ ᾿δωσε ὁ Θεός, κατώρθωσε νὰ βρῇ μέσο (ἀσύρματο, τηλέγραφο κ.τ.λ.) καὶ νὰ εἰδοποιῇ αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ Σικάγο, αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ Λονδῖνο καὶ στὴν κάθε γωνία τοῦ κόσμου· ἐὰν τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ποὺ εἶνε μιὰ ἀκτὶς τοῦ ἀπεράντου πνεύματος τοῦ Δημιουργοῦ, κατώρθωσε νὰ βρῇ μέσο καὶ νὰ εἰδοποιῇ αὐτοστιγμεὶ τοὺς ἄλλους, πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος εἶχε μέσο, οὐράνιο ἀσύρματο… Πώ πώ πώ! πετᾶνε πετᾶνε τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων «εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα» (Ἑβρ.1,14). Φτερωτοὶ λοιπὸν ἄγγελοι πέταξαν σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ὑδρογείου σφαίρας καὶ ἔσπευσαν νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς ἀποστόλους.
.               Καὶ νά, νά… Ἐπάνω στὸν οὐρανὸ σὰν τὰ περιστέρια, σὲ φωτεινὲς νεφέλες ὡς ἐπὶ ἵππων, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ Πέτρος, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι. Καὶ τελευταῖος ἀπ᾿ ὅλους, καθυστερημένος ὅπως πάντοτε, ἔρχεται ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς. Ἦρθαν κοντά της. Καὶ πάνω στὴν παράδοσι αὐτὴ στηρίζεται τὸ ὡραιότατον καὶ γλυκύτατον ἐκεῖνο ᾆσμα ποὺ ἀκοῦμε, «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων…», ποὺ εἶνε ἀπὸ τὰ ὡραιότερα καὶ γλυκύτερα ᾄσματα ποὺ ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
.               Ναί, μαζεύτηκαν οἱ ἀπόστολοι. Καὶ τί μᾶς διδάσκει αὐτό; Ὅτι ὅταν πεθαίνῃ κάποιος γνωστός μας, πρέπει νὰ διακόπτωμεν κάθε ἐργασίαν. Τὸ πρῶτο καθῆκον εἶνε νὰ πᾶμε στὸ νεκρό. Νὰ πᾶμε στὸ νεκρό, γιὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν ἕνα χρέος ἱερόν. Πρῶτον μὲν πρὸς τὸν νεκρόν, ποὺ φεύγει ἐκ τῆς ματαίας γῆς καὶ μεταβαίνει εἰς τὰ οὐράνια, εἰς τὸν κόσμον τῶν ἀύλων πνευμάτων. Ἔπειτα πρὸς τοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι παρηγοροῦνται διὰ τῆς παρουσίας μας. Ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν πρὸ παντὸς κάποιο ἄλλο χρέος ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ποῖον χρέος; Νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν αἰωνιότητα. Ἐὰν σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ μέσα στὴν Ἀθήνα, καθένας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πῇ. Ἀλλ᾿ ἐὰν σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ὁ μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ εἶνε ὁ νεκρός. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἱεροκῆρυξ. Ὅταν τὸν βλέπῃς αὐτὸν ποὺ μέχρι χθὲς ἦταν μαζί σου, ποὺ κουβεντιάζατε καὶ λέγατε ὁ,τιδήποτε, ὅταν τὸν βλέπῃς αὐτὸν νεκρὸν κατακείμενον, τότε αὐτὸς φωνάζει· «Ματαιότης!…» (Ἐκκλ. 1,2). Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔλεγε· Ὅταν πεθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος, νὰ μὴ τὸν θάπτετε ἀμέσως, ὄχι· νὰ τὸν κρατᾶτε 24 ὧρες, καὶ νὰ μαζεύεστε γύρω του, καὶ νὰ μὴ μιλᾶτε ἀλλὰ νὰ προσεύχεσθε· γιατὶ καλύτερος ἱεροκῆρυξ ἀπὸ τὸ νεκρὸ δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο… Κάθε νεκρός, ετε φτωχὸς ετε πλούσιος, ετε στρατηγὸς ετε στρατιώτης, ετε βασιλιᾶς ετε πολίτης ἢ κ᾿ ἕνας ἀλήτης τοῦ δρόμου, διδάσκει. Καὶ ἐὰν κάθε νεκρὸς μᾶς ὑπενθυμίζῃ τὴν αἰωνιότητα, τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Χριστό, ἐὰν κάθε νεκρὸς εἶνε πηγὴ διδασκαλίας διὰ τὸν ἄνθρωπον, φαντασθῆτε ὁποίαν διδασκαλίαν προσέφερε τὸ σκήνωμα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου!
.               Μαζευτήκανε, λοιπόν, οἱ ἀπόστολοι καὶ κρατοῦσαν στὰ χέρια τοὺς τὸ φέρετρο καὶ τὸ μετέφεραν ἐκτὸς τῆς πόλεως. Ἐκείνη ὅμως τὴ στιγμὴ κάτι συνέβη. Τί συνέβη; Ἐνῷ τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ τὰ κλαδιὰ λυγίζανε, ἐνῷ καὶ οἱ δαίμονες ἔτρεμαν, ἐνῷ τὰ πάντα ἀνέπεμπαν τὰ ἐξόδιον ὕμνον, μιὰ ὀχιά, ἕνας Ἑβραῖος, τί ἔκανε; Ἅπλωσε τὸ βρωμερό του χέρι στὸ φέρετρο. Καὶ ἀμέσως, ἀστραπιαίως, κόπηκε τὸ χέρι του καὶ ἔμεινε κρεμασμένο, ὅπως φαίνεται στὶς εἰκόνες. Αὐτὴ τὴ βεβήλωσι καὶ ἁμαρτία ἔκανε ὁ Ἑβραῖος τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία τὸ σκήνωμα τὸ ἱερόν, φερόμενον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἀποστόλων, ὡδηγεῖτο πρὸς τὰ ἔξω.

* * *

.               Ἀδελφοί, τελειώνω. Δὲν προχωρῶ περισσότερο. Αὐτὸ εἶνε μὲ ὀλίγες λέξεις τὸ ἱστορικὸν πλαίσιον τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Στὸ τέλος τώρα τῆς ὁμιλίας, ποὺ εὑρισκόμεθα, μᾶς φωνάζει ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ μᾶς λέγει·
.               Ἐσεῖς μανάδες, ἐλᾶτε κοντὰ στὸ Πρότυπο τῶν μητέρων, νὰ μάθετε πῶς πρέπει νὰ ἀγαπᾶτε τὰ παιδιά σας. Ὅσοι εἶσθε παιδιὰ καὶ πρὸ παντὸς τὰ ὀρφανά, ἐλᾶτε κοντὰ στὴ γλυκειὰ Μάνα τοῦ κόσμου, νὰ βρῆτε καταφύγιο. Ὅσοι εἶσθε παρθένοι ἀμόλυντοι καὶ ἁγνοί, ἐλᾶτε κοντὰ στὴν Παρθένο, καὶ φυλάξτε τὸ κρίνον αὐτὸ τῆς ἁγνότητος, «τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας». Ὅσοι εἶσθε ἀγράμματοι, ἐλᾶτε στὴν Παναγία γιὰ νὰ μάθετε τὴν μεγαλύτερη φιλοσοφία τοῦ κόσμου. Ὅσοι εἶσθε σοφοί, ἐλᾶτε στὴν Παναγία γιὰ νὰ μάθετε, ὅτι ἡ σοφία ἦτο ἡ ταπείνωσις ἡ βαθειά της. Ὅσοι εμεθα ἁμαρτωλοί, ἂς ἔλθουμε στὴν Θεοτόκο, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ κοντὰ στὸ Χριστό. Νομίζω, ὅτι ἡ αὐριανὴ ἡμέρα αὐτὸ τὸ μάθημα μᾶς δίδει.
.               Ἐκτὸς ὅμως τῶν εἰδικῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν ἐκ τῶν διαφόρων πτυχῶν τῆς ἱστορίας τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ σπουδαιότερο μάθημα ποὺ προσφέρει εἰς ὅλους ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶνε, ὅτι ὁ θάνατος ἄλλαξε ὄνομα. Ὁ θάνατος, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐσταυρώθη ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κατέβηκε κάτω στὸν ᾅδη καὶ ἔσπασε τὰς χαλκίνας πύλας καὶ ἐθριάμβευσε, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν εἶνε τι τὸ φοβερὸν καὶ ἀποτρόπαιον, τὸ ὁποῖον ἐνέπνεε τὸν τρόμον καὶ τὸν φόβον στὸν προχριστιανικὸν κόσμον. Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνῆλθε νικητὴς ἐκ τῶν κευθμώνων τοῦ ᾅδου, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ θάνατος ἄλλαξε πλέον τὸ φοβερόν του καὶ ἀποτρόπαιον πρόσωπο. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν λέμε ὅπως πρὸ Χριστοῦ, ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτους, τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Πλάτωνος. Ἀλλὰ τί λέμε; Εἰς τὸ ἑξῆς, ἂν πιστεύῃς, ὁ θάνατος σον κοίμησις. Γι᾿ αὐτὸ δὲν λέμε, ὁ θάνατος τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ λέμε, ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου. Δὲν ἀποθνῄσκει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸ ποὺ μένει ἐδῶ στὴ γῆ, αὐτὸ ποὺ πάει στὸ τάφο, δὲν εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ κυρίως ἄνθρωπος εἶνε ἡ ψυχή. Ὁ ἄνθρωπος ζῇ καὶ βασιλεύει μέσα στὸν κόσμο τῶν ἀύλων πνευμάτων καὶ μέσα στὴν αἰωνιότητα. Δὲν ὑπάρχει θάνατος. Γιὰ τὸν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25), ὁ θάνατος εἶνε κοίμησις.
.               Μόλις βραδιάσῃ, ἡ μάνα παίρνει τὸ παιδὶ καὶ τὸ βάζει στὴν κούνια νὰ τὸ κοιμήσῃ. Ὑπάρχει μάνα, ποὺ ἅμα βάλῃ τὸ παιδί της στὴν κούνια κλαίει; Εδατε ποτέ; Καμμιά μάνα. Γιατὶ ἀκούει τὴν ἀνάσα τοῦ παιδιοῦ καὶ λέει· Κοιμήσου, παιδί μου, κοιμήσου. Ξέρει, ὅτι θά ᾿ρθῃ τὸ πρωΐ, καὶ τὸ παιδὶ θὰ ξυπνήσῃ ζωηρό, σὰν τὸ λουλούδι ποὺ βγαίνει δροσᾶτο. Ὅπως λοιπὸν ἡ μάνα δέν κλαίει, ὅταν κοιμίζει στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί, γιατὶ ξέρει ὅτι θὰ ξαναξυπνήση, ἔτσι καὶ οἱ Χριστιανοι δὲν κλαῖνε τοὺς νεκρούς, κατὰ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «μὴ λυπῆσθε» (Α΄ Θεσ. 4,13).
.               Δὲν εἶνε ψέμα ―εἶνε ἀλήθεια ἡ θρησκεία μας―, εἶνε γεγονός, ὅτι ἐπάνω ἀπὸ τὰ μνήματα, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς τάφους, θά ᾿ρθῃ ἡμέρα ποὺ θὰ ἠχήσῃ σάλπιγξ. Ὅσο βέβαιον εἶνε ὅτι αὔριο τὸ πρωῒ ξημερώνει Δευτέρα (ἄρα ἡ ἑορτὴ ἦτο ἡμέρα Δευτέρα), τόσο νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θά ᾿ρθῃ ἡμέρα, ἡμέρα μεγάλη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπάνω ἀπὸ τοὺς τάφους θ᾿ ἀκουσθῇ σάλπιγξ οὐράνια καὶ οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ στὶς δεήσεις δὲν λέγομεν «ὑπὲρ τῶν νεκρῶν», ἀλλὰ «ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων» ἡμῶν. Καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τότε ποὺ πίστευαν οἱ ἄνθρωποι, ἐξεφράζοντο μὲ πίστι. Τί νὰ τὰ κάνω σήμερα τὰ γράμματα, τί νὰ τὰ κάνω τὰ πανεπιστήμια καὶ τὰ διπλώματα, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πίστις; Δός μου ἕνα γραμμάριο πίστι, νὰ σοῦ δώσω τὰ διπλώματα τοῦ κόσμου. Ἡ πίστις εἶνε παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα. Λοιπὸν τὰ παλαιὰ χρόνια, ποὺ ὑπῆρχε πίστις, τὰ μέρη ποὺ θάβονται οἱ νεκροὶ δὲν λεγότανε νεκροταφεῖα, ὄχι, ἀλλὰ κοιμητήρια. Κ᾿ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς δὲν γράφανε «ἀπέθανε» ἀλλὰ «ἐκοιμήθη».

.               Αὐτὸ τὸ δίδαγμα μᾶς δίνει σήμερα ἡ ἑορτή. Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα· νὰ προετοιμάσωμε τὸν ἑαυτό μας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

,

Σχολιάστε