Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πόλις

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ («Χρειαζόμαστε τὴν γνώση ποὺ λέει πὼς στὸ σύμπαν ὑπάρχουν πολὺ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε».)

Ὀρθοδοξία, ἡ ἀγαπημένη

(Ἀπόσπασμα παλαιοτέρας συνεντεύξεως
τοῦ μεγάλου συγχρόνου Βρετανοῦ Ἱστορικοῦ Στ. Ράνσιμαν)

 Πῶς βλέπετε τὴν Ὀρθοδοξία;

.           Ἔχω μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὰ χριστιανικὰ δόγματα, καὶ κυρίως γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, διότι μόνον ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει πὼς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο. Οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ κι οἱ προτεστάντες θέλουν νὰ τὰ ἐξηγήσουν ὅλα. Εἶναι ἄσκοπο νὰ πιστεύεις σὲ μία θρησκεία, θεωρώντας ὅτι αὐτὴ ἡ θρησκεία θὰ σὲ βοηθήσει νὰ τὰ καταλάβεις ὅλα. Ὁ σκοπὸς τῆς θρησκείας εἶναι ἀκριβῶς γιὰ νὰ μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι δὲ μποροῦμε νὰ τὰ ἐξηγήσουμε ὅλα. Νομίζω πὼς ἡ Ὀρθοδοξία συντηρεῖ αὐτὸ τὸ πολύτιμο αἴσθημα τοῦ μυστηρίου.

 Μά, χρειαζόμαστε τὸ μυστήριο;

.           Τὸ χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αὐτὴν τὴ γνώση ποὺ λέει πὼς στὸ σύμπαν ὑπάρχουν πολὺ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε τὴν διανοητικὴ μετριοφροσύνη, κι αὐτὴ ἀπουσιάζει, εἰδικὰ μεταξὺ τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν. Αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικό τῆς σχέσεως τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς ἁγίους τους – ὁ σεβασμὸς τῆς ταπεινότητας.

 Πῶς σχολιάζετε τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετοὶ ἅγιοι ἀνακατεύτηκαν στὴν πολιτικὴ ἢ ἄσκησαν πολιτική;

.           Ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ἐπηρεάσουν ἄλλους ἀνθρώπους ἀσκοῦν πολιτική, καὶ εἶναι πολιτικοί. Πολιτικὴ σημαίνει νὰ προσπαθεῖς νὰ ὀργανώσεις τὴν Πόλιν μὲ ἕνα νέο τρόπο σκέψης. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολιτικοί. Ποτὲ δὲν πίστεψα ὅτι μπορεῖς νὰ διαχωρίσεις τὴν πίστη πρὸς τοὺς Ἁγίους ἀπὸ τὴ διανόηση. Ἐπιστρέφω σὲ ὅσα εἶπα γιὰ τὶς ἐκκλησίες. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσπαθεῖς νὰ ἐξηγήσεις τὰ πάντα, καταστρέφεις οὐσιαστικὰ αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀνθρώπινη διαίσθηση, αὐτὴ ποὺ συνδέει τὴ διανόηση μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ.

 Διανόηση, πολιτικὴ καὶ πίστη στὰ Θεῖα, λοιπόν, μποροῦν νὰ βαδίζουν μαζί;

.          Ἀποτελεῖ παράδειγμα ἡ πόλη σας, ἡ Θεσσαλονίκη. Ἦταν πολὺ φημισμένη γιὰ τοὺς διανοητές της, εἰδικὰ στὰ ὕστερα βυζαντινὰ χρόνια. Ἀλλὰ εἶχε καὶ βοήθεια ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς της πού, ὅπως ὁ Ἅγιος Δημήτριος, ποὺ ἔρχονταν νὰ τὴ σώσουν στὴ σωστὴ στιγμή. Ἡ πίστη στοὺς Ἁγίους σοῦ δίνει κουράγιο νὰ ὑπερασπιστεῖς τὴν πόλη ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις, ὅπως ἔκανε κι ὁ Ἅι-Δημήτρης.

 Πῶς βλέπετε τὶς ἄλλες ἐκκλησίες;

.           Ἡ ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία ἦταν πάντα καὶ πολιτικὸ ἵδρυμα, ἐκτὸς ἀπὸ θρησκευτικό, καὶ πάντα ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν νόμο. Πρέπει νὰ θυμόμαστε πώς, ὅταν ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία κατέρρευσε στὴν Δύση καὶ ἦρθαν τὰ βαρβαρικὰ βασίλεια, οἱ ρωμαῖοι ἄρχοντες χάθηκαν ἀλλὰ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες παρέμειναν, κι ἦταν κι οἱ μόνοι μὲ ρωμαϊκὴ μόρφωση. Ὅποτε, αὐτοὶ χρησιμοποιήθηκαν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους βασιλεῖς γιὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὸ νόμο. Έτσι, ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία «ἀνακατεύτηκε» μὲ τὸ νόμο. Τὸν βλέπεις τὸν νόμο στὴν ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία: θέλει νὰ εἶναι ὅλα νομικὰ κατοχυρωμένα. Στὸ Βυζάντιο -καὶ εἶναι ἐνδιαφέρον πῶς μετὰ τὴν τουρκικὴ κατάκτηση τὰ ὑποστρώματα παραμένουν- ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται μόνον γιὰ τὸν Κανόνα, τὸν νόμο τῶν γραφῶν. Δὲν ἔχει τὴν ἐπιθυμία νὰ καθορίσει τὰ πάντα. Στὶς δυτικὲς Ἐκκλησίες ποὺ ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴ ρωμαιοκαθολική, ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου, τοῦ ἀπόλυτου καθορισμοῦ, ἔχει κληρονομηθεῖ. Ἔχει πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ μελετήσει κανεὶς -καὶ μελετῶ ἐδῶ καὶ καιρὸ- τὸν διάλογο ἀνάμεσα στὴν Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία τοῦ 17ου αἰώνα καὶ τὴν Ὀρθόδοξη. Οἱ Ἀγγλικανοὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀνάστατοι, διότι δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τί πίστευαν οἱ Ὀρθόδοξοι σχετικὰ μὲ τὴν μεταβολὴ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἄρτου σὲ αἷμα καὶ σῶμα. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν «εἶναι μυστήριο, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ὅτι γίνεται, ἀλλὰ τὸ πῶς δὲν τὸ γνωρίζουμε». Οἱ Ἀγγλικανοὶ -ὅπως κι οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ- ἤθελαν μία καθαρὴ ἐξήγηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ τυπικὴ διαφορὰ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀγαπῶ τοὺς Ὀρθοδόξους.

ΠΗΓΗ: «Ἐπιστήμη»

, , , , ,

Σχολιάστε

“Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ”. ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ;

“Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ”: Γιατί ἄραγε;
πρωτ. Γ. Δορμπαράκης 

.          Ἡ 29η Μαΐου εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς τραγικῆς ἡμέρας γιά τόν Οἰκουμενικό ῾Ελληνισμό, τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους τό 1453. Ἡ χιλιόχρονη αὐτοκρατορία ἔπεσε τότε καί παραδόθηκε βορά στά βάρβαρα στίφη τῶν ᾽Οθωμανῶν, πού γέμισαν μέ τά πτώματα τῶν Χριστιανῶν τά περισσότερα σημεῖα τῆς μεγάλης Πόλεως. ῾Καί ἡ γῆ σέ μερικά μέρη δέν φαινόταν ἀπό τούς πολλούς νεκρούς᾽, μᾶς λέει ὁ γνωστός ἱστορικός τῆς ἁλώσεως Γεώργιος Φραντζῆς στό ῾Χρονικόν᾽ του. Γιά νά συνεχίσει: ῾῏Ηταν φοβερό θέαμα καί ἄκουγες θρήνους πολλούς, ποικίλους καί ἔβλεπες ἀμέτρητους ἐξανδραποδισμούς εὐγενῶν, ἀρχοντισσῶν καί παρθένων καί μοναχῶν, πού τίς ἔσερναν ἀλύπητα οἱ Τοῦρκοι ἀπό τά ροῦχα καί τά μαλλιά καί τίς κοτσίδες ἔξω ἀπό τίς ἐκκλησίες, ἐνῶ ἔκλαιαν καί ὀδύρονταν… ῎Εβλεπες τό θεῖο αἷμα καί σῶμα τοῦ Χριστοῦ νά χύνεται στή γῆ καί νά πετιέται…᾽.
.          Τό ἴδιο καί περισσότερο τραγικός στήν περιγραφή του γιά τήν ἅλωση εἶναι καί ὁ πρῶτος μετά ἀπό αὐτήν Πατριάρχης Κων/λεως Γεννάδιος Σχολάριος. Σέ θρηνητική του ἀναφορά γιά τήν ἡμέρα ἐκείνη γράφει:
.          ῾Θυμηθεῖτε πόσο μεγάλο καί πόσο ἐκλεκτό ὑπῆρξε τό γένος μας. Γιατί ἦταν σοφό, ἔνδοξο, γενναῖο, φρόνιμο, ἡρωϊκό. Ὑπέταξε ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη σ᾽ἕνα βασίλειο καί μέ τόν ἐνάρετο μάλιστα ζῆλο του ἀπορρόφησε ὁλόκληρη γενικά τήν ἀρετή, ὅπως ἀκριβῶς τό σφουγγάρι τά νερά. ᾽Αλλά τώρα, ἀλλοίμονο γιά τά κακά! Χάθηκε τό πᾶν, ἀφοῦ ἔπεσε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν ἡ Κωνσταντινούπολη, πού ἡ ἀνάμνησή της καί μόνο μπορεῖ νά μᾶς κάνει νά ξεσπάσουμε σέ κραυγές πόνου καί γοερά κλάματα καί νά ψυχορραγήσουμε. Πράγματι, ὅταν κυριεύτηκε ἡ Πόλη, βεβηλώθηκαν τά θυσιαστήρια, καταπατήθηκαν τά ἱερά σκεύη καί ἀντικείμενα, χύθηκε πολύ αἷμα, ἀτιμάσθηκαν μοναχές, βιάσθηκαν παρθένες, ἀποκεφαλίστηκαν βρέφη, φονεύτηκαν μέ τά μαχαίρια τῶν ἀσεβῶν ἄρχοντες, ἱερεῖς, ἄντρες, γυναῖκες, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας.
.          ᾽Αλλοίμονο σ᾽ ἐμένα τόν ταλαίπωρο καί ἄθλιο! Ποιός εἶναι ἱκανός νά ἐξιστορήσει κατά τρόπο δραματικό τό μεγάλο αὐτό πάθημα καί νά ἀναγγείλει στούς μεταγενέστερους τή συμφορά; ᾽Αλλοίμονο! Ποῦ εἶναι ἡ βασιλική πομπή καί παράταξη; Ποῦ εἶναι ἡ στρατιωτική παράταξη τῶν ἀνακτόρων; Ποῦ εἶναι τό τόσο μεγάλο πλῆθος τῶν ἀρχόντων; Ποῦ εἶναι τά διδακτήρια τῆς σοφίας; ᾽Αλλοίμονο σ᾽ ἐμένα τόν δυστυχισμένο! Ποῦ εἶναι ἡ πατριαρχική διοίκηση; Ποῦ εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Ποῦ εἶναι ὁ τόσο πολυπληθής καί τόσο ἐκλεκτός χορός τῆς ἀρχιερατικῆς καί μοναχικῆς τάξεως; Ὁ Μωάμεθ ἐξαφάνισε τά πάντα. Καί τά κακά δέν ὑπάρχουν μόνο στή Βασιλεύουσα, ἀλλά καί στίς μικρότερες πόλεις. Καί σ᾽ αὐτές μάλιστα περισσότερα καί πάρα πολύ φοβερά᾽.
.          Πέρα ὅμως ἀπό τίς τραγικές περιγραφές τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, ἐκεῖνο πού ἰδιαιτέρως προξενεῖ ἐντύπωση σέ ὅλα τά κείμενα τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τήν ὁποία δίνουν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τους γιά τό γεγονός τῆς πτώσεως. Οὔτε λίγο οὔτε πολύ ὡς αἴτιο στό νά χαθεῖ ἡ Βασιλεύουσα θεωροῦνται κυρίως οἱ ἁμαρτίες τῶν Χριστιανῶν. Λέει πάλι ὁ ἅγιος Γεννάδιος στόν ἴδιο θρῆνο πού ἀναφέραμε: ῾Καί ταῦτα πάντα διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν!᾽῾Καί ὅλα τοῦτα ἔγιναν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὅταν δέ στρέψω τήν προσοχή μου σ᾽ αὐτά, γίνομαι ἔξαλλος, ἡ ψυχή μου ταράζεται καί τό πνεῦμα μου παθαίνει ἴλιγγο᾽. Καί ὁ προαναφερθείς Γεώργιος Φραντζῆς περιγράφοντας τίς τελευταῖες στιγμές τῆς Πόλης πρίν τήν τελική πτώση, σημειώνει: ῾Διέταξε λοιπόν ὁ βασιλεύς, μαζί μέ τίς ἅγιες καί σεπτές εἰκόνες καί τά ἅγια λείψανα, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς καί μοναχοί, γυναῖκες καί παιδιά, νά περιφέρονται μέ δάκρυα στά τείχη τῆς πόλεως καί νά ψάλλουν τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ καί νά ἱκετεύουν τόν Θεό νά μή μᾶς παραδώσει γιά τίς ἁμαρτίες μας στά χέρια ἐχθρῶν ἀνόμων καί ἀποστατῶν καί πονηροτάτων σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, ἀλλά νά μᾶς λυπηθεῖ σάν κληρονόμους τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ᾽.
.          Ἡ Πόλη λοιπόν ἔπεσε, κατά παραχώρηση Θεοῦ, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή ἦταν ἡ ἐκτίμηση καί ἀξιολόγηση πού ἔκαναν οἱ ἴδιοι οἱ Βυζαντινοί καί οἱ κοντινοί στά γεγονότα ἱστορικοί. Κι εἶναι τοῦτο ἕνα ἀξιοθαύμαστο γιά μᾶς τούς νεώτερους γεγονός, γιατί δείχνει μέ πολλή καθαρότητα ὅτι ἡ πίστη γιά τούς Βυζαντινούς δέν ἦταν κάτι τό θεωρητικό οὔτε κάτι τό ξεπερασμένο. ᾽Αποτελοῦσε τόν ἄξονα τῆς ζωῆς τους, ἀφοῦ πάνω σ᾽ αὐτό ἔκριναν τήν ὁποιαδήποτε σκέψη καί ἐνέργειά τους. Μέ ἄλλα λόγια μιά χιλιόχρονη αὐτοκρατορία ἔκανε μιά μεγαλειώδη πορεία πάνω στή γῆ – καί μέ τίς μελανές βεβαίως σελίδες της – καθώς τρεφόταν καθημερινά ἀπό τόν Οὐρανό. Κι ὅταν ἄρχισε ἡ παρέκκλιση ἀπό τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ἦλθε τό ἀποτέλεσμα: ἡ ὑποταγή στόν ἐχθρό. Μέ σκοπό βεβαίως τή δημιουργία συνθηκῶν μετανοίας καί ἐπανόδου στόν ὀρθό δρόμο.

.          Δέν πρέπει νά σπεύσουμε νά εἰρωνευθοῦμε τή σκέψη καί τήν αἴσθηση τῶν προγόνων μας αὐτῶν ἐμεῖς οἱ νεώτεροι πού ἔχουμε συνηθίσει νά βλέπουμε τήν ἱστορία μόνο ὁριζόντια καί ἄσχετα ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καί τοῦτο γιατί ἡ δική μας θεώρηση εἶναι θεώρηση μυωπική, πού προϋποθέτει ἀπιστία ἤ τό καλύτερο ὀλιγοπιστία στόν Θεό. Ἂν δηλαδή πιστεύσουμε ὅτι ἡ ἱστορία γράφεται μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους κάτω ἀπό τυχαῖες συνθῆκες, χωρίς νά ὑπάρχει ἡ παρέμβαση τοῦ Θεοῦ, τότε ἁπλῶς ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι ζοῦμε καί ἐμεῖς ὡς ῾ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ᾽. Καί ὁπωσδήποτε δέν ἔχουμε τήν ὅραση τῶν πραγμάτων πού διδαχθήκαμε νά ἔχουμε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Μέσα στά πλαίσια λοιπόν τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἡ ἐκτίμηση τῶν Βυζαντινῶν ὅτι ἡ Πόλη ἔπεσε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους ἠχεῖ…πολύ χριστιανικά. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι ἡ κρίση τους αὐτή ἀποτελεῖ κρίση προφητική, ἀφοῦ παρόμοια ἀξιολογοῦσαν τά πράγματα γιά τόν ᾽Ισραηλιτικό βεβαίως λαό, τόν ἐκλεκτό θεωρούμενο τοῦ Θεοῦ, καί οἱ σταλμένοι ἀπό τόν Θεό προφῆτες. Ὅλοι ἀσφαλῶς γνωρίζουμε ὅτι κάθε ἀπομάκρυνση τοῦ ᾽Ισραήλ ἀπό τό νόμο τοῦ Θεοῦ ὁδηγοῦσε στήν ὑποταγή του σέ ξένους ἐχθρικούς λαούς, μέ ἀναρίθμητες συμφορές καί καταστροφές. Κι ὁ σταλμένος ἀπό τόν Θεό προφήτης πού παρουσιαζόταν σέ κάθε τέτοια κρίσιμη γιά τόν ᾽Ισραήλ στιγμή, ἑρμήνευε τά πράγματα ἀκριβῶς ἔτσι: ὅτι ἡ καταστροφή ὀφείλετο στίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἡ διέξοδος ἦταν ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή στόν Θεό.
.          Ἡ τραγική ἐπέτειος τῆς 29ης Μαΐου δέν πρέπει νά εἶναι μόνον ἀφορμή γιά ὄξυνση τῆς ἱστορικῆς μας μνήμης, ἀλλά καί γιά παραδειγματισμό καί διδαχή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν καί ἐμεῖς παρουσιάζουμε στή ζωή μας φαινόμενα ἀπομάκρυνσης ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ – καί δυστυχῶς σέ ἕνα μεγάλο ποσοστό δέν τά παρουσιάζουμε σέ πολλά ἐπίπεδα; – τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι τό ἴδιο μέ τίς προγενέστερες ἐποχές: ὁ Θεός θά παραχωρήσει, ὡς συνέπεια τῆς ἀνορθόδοξης ζωῆς μας, νά ὑποστοῦμε καταστροφές. ῎Ισως θά πρέπει νά δοῦμε καί τήν κρίση πού περνᾶμε σήμερα ὡς κοινωνία, ὡς κράτος, ὡς ἄτομα κάτω ἀπό τήν παραπάνω ὀπτική. Ὁπότε καί ἡ διέξοδος ἀποτελεῖ μονόδρομο: ἡ γνήσια μετάνοια καί ἐπιστροφή μας στόν Θεό.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

Γεωργίου Ἀχ. Παπαδημητρίου
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ
(ἐν ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ,
30 κείμενα προβληματισμοῦ, κατάθεση στὴν ἱστορικὴ μνήμη
ἔκδ. Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου, Γουμένισσα 2005)

Ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἱδρύθηκε στὸ ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλὴμ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς πορεύεται ἐπὶ εἴκοσι αἰῶνες μέσα στὴν Ἱστορία καὶ θὰ πορεύεται μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Πρὶν ἀπὸ 2000 χρόνια «ἐξεχύθη τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς» στὴ γῆ, «ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε ἀρκετὰ μὲ ποιοὺς τρόπους, μυστικούς, πότισε τὰ χερσωμένα ἐδάφη τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἔκανε τὴν ἔρημο, κατὰ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, νὰ ”ἀνθήσῃ” καὶ νὰ ”ὑλοχαρήσῃ”».
Οἱ πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, οἱ πρῶτες Ἐκκλησίες, ἱδρύθηκαν στὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴν Ἑλλάδα, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ἰταλία. Στίς πρῶτες Ἐκκλησίες γιὰ πρώτη φορὰ σχηματίσθηκαν οἱ πρότυπες χριστιανικὲς κοινότητες, οἱ ἰδανικὲς ἐκεῖνες κοινωνίες ὅπου «τὰ πάντα ἦσαν κοινὰ τοῖς πάσι», δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ζωή.

, , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΓΕΓΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ (Α´)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Γ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Διευθυντοῦ τῆς Ἐθν. Βιβλιοθήκης ἐ. τ. 

(Ἀνάτυπον ἀπὸ τὸ περιοδικὸν «ΑΚΤΙΝΕΣ» μηνῶν Μαΐου-Ἰουνίου 2003)

Α´ ΜΕΡΟΣ

29η Μαΐου, τόσα ἔτη μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς σήμερον διὰ νὰ τιμήσωμεν τοὺς ἥρωας ὑπερασπιστὰς τῆς Πόλεως καὶ νὰ ψάλωμεν τὸ μνημόσυνόν των. Δὲν μᾶς ἐκάλεσεν ἐδῶ κάποιοια σκέψις φανατισμοῦ ἤ ἀναξέσεως πληγῶν, παροτρύνσεων ὑπερφιάλων ἢ ἀντιθέτως κλαυθμοῦ καὶ θρήνων ὀδύνης, στεναγμοῦ, ἀπογοητεύσεων καὶ ἀπελπισίας. Καθῆκον ἱερὸν ἐπιτελοῦμεν ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν γενναῖοι ὑπερασπισταὶ Πόλεως ἱερᾶς καὶ μεγάλης. Χρέος δικαιοσύνης μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάμνησιν τῆς θυσίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡς ἡγέται ἐπρωτοστάτησαν, ὡς ἀνώνυμος λαὸς ἠκολούθησαν, ἀγωνιζόμενοι ὑπερασπίζοντες τείχη, Πόλιν, ἱερά, ἰδέας, παραδόσεις καθὼς καὶ οἰκείους, φίλους, γέροντας, ἀσθενεῖς, τέκνα. Διότι εἶχαν ἀποφασίσει νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνον Παλαιολόγον καὶ τὸν μεγαδοῦκα Λουκᾶν Νοταρᾶν καὶ τοὺς ἀξιωματούχους καὶ τοὺς ξένους συναγωνιστὰς ἕως τὸν ταπεινότερον λαϊκόν, κληρικὸν καὶ μοναχόν.

Ἡ πρόκλησις τοῦ Μωάμεθ ἐφαίνετο λογική. Ἀποστέλλει ὁ σουλτᾶνος Μωάμεθ ὁ Β´ πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα, τὸν Παλαιολόγον, μήνυμα νὰ τοῦ παραδώση τὴν Πόλιν. Νεώτατος, τὴν ἡλικίαν ὁ σουλτᾶνος, ἱκανώτατος εἰς τὸν πόλεμον καὶ τὴν διοίκησιν, πείσμων καὶ φιλόδοξος, πεπαιδευμένος ἐπὶ πλέον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠρεμήσῃ ὅσον βλέπει τὴν Πόλιν Χριστιανικήν· «Τὴν πᾶσαν νύκτα διεβίβασε τὸ προσκεφάλαιόν του ἀπὸ τῆς μιᾶς γωνίας τοῦ κοιτῶνός του εἰς τὴν ἄλλην, ἀνακλινόμενος καὶ ἐξεγειρόμενος, ἄγρυπνος, ποθῶν τὴν Πόλιν». «Δὲν ἠμορῶ νὰ ὀπισθοχωρήσω», δηλώνει εἰς τὸν Κωνσταντῖνον, «νὰ ἀναχωρήσῃς εἰρηνικῶς ἀπὸ τὴν Πόλιν, σοῦ δίδω τὴν Πελοπόννησον, εἰς τοὺς ἀδελφούς σου ἄλλας ἐπαρχίας καὶ θὰ εἴμεθα φίλοι. Ἐὰν ὄχι, θὰ εἰσέλθω μὲ πόλεμον, θὰ σφάξω τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐσέ, θὰ αἰχμαλωτίσω ὅλον τὸν λαόν. Δι’ ἐμὲ ἡ Πόλις ἀρκεῖ κενή» (Δούκας). Καὶ ἐπαναλαμβάνει ἐμφαντικώτερον εἰς τὸν Κωνσταντῖνον· «Θέλεις νὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν Πόλιν καὶ νὰ ἀπέλθῃς, ὅπου θέλεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὰ ὑπάρχοντά των ἢ θέλεις νὰ ἀντισταθῇς ὁπότε θὰ χάσῃς μαζὶ μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὰ πάντα, σὺ καὶ οἱ δικοί σου, ὁ δὲ λαὸς αἰχμάλωτος θὰ διασπαρῇ εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς; (Δούκας).

Πράγματι ἡ πρόκλησις τοῦ σουλτάνου ἦταν λογική. Διὰ τὰ μέτρα του. Ὅμως ὄχι καὶ διὰ τὸ ὕψος τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τῶν πολιορκουμένων εἰς τὴν Πόλιν. Διὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησίς των εἶναι ἀρνητική. Ἀνθίστανται εἰς τον πειρασμὸν νὰ διασώσουν τοὺς ἑαυτούς των καὶ τὰ ὑπάρχοντά των καὶ νὰ διασφαλίσουν μόνον τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ.

Ἡ ἀπάντησις τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὴς Συγκλήτου εἶναι σαφής· ζητεῖ ἀπὸ τὸν σουλτᾶνον νὰ συζήσουν εἰρηνικῶς, ὅπως συνέζων και οἱ πατέρες του, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τοὺς βασιλεῖς τοῦ Βυζαντίου ὡς πατέρας, τὴ δὲ Κωνσταντινούπολιν εἶχον «ὡς πατρίδα καὶ εἰς αὐτὴν κατέφευγον γιὰ νὰ σωθοῦν. Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν (Δούκας).

Μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου διακόπτεται ὁ διάλογος καὶ ἐπαναρχίζει ὁ ἀγών, ὁ πόλεμος. Ἐπὶ ἑβδομάδες, ἀπὸ τὴν 6ην Ἀπριλίου ἰδιαιτέρως, πέριξ τῶν τειχῶν συνάπτεται λυσσώδης ἀγών.

Ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ ὀρέγεται τὴν Κωνασταντινούπολιν καὶ δὲν τοῦ ἀρκοῦν αἱ μέχρι τοῦδε κατακτήσεις. Ὀρέγεται τὴν Πόλιν «μεγάλην καὶ πολυάνθρωπον, εὐδαιμονίας καὶ τύχης καὶ δόξης, ἡ ὁποία ἔγινε κεφαλὴ ὅλης τῆς οἰκουμένης». Ἐπιθυμεῖ τὴν Πόλιν, διότι τὸ κλέος της τὸ οἰκουμενικὸν θὰ προσδώσῃ εἰς τὸν κατακτητὴν ἐπίσης ἀνάλογον κλέος. Ἀκόμη διότι ἡ κατοχὴ τῆς Πόλεως θὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν διὰ περαιτέρω κατακτήσεις.

Ἀλλὰ διὰ τὸν σουλτᾶνον ἡ Πόλις δὲν ἔχει μόνον δόξαν, κλέος, ἱστορίαν. Ἔχει πλοῦτον, πολύν καὶ παντοδαπόν, ἔχει ἄνδρας ἀγαθούς, γυναῖκας πλείστας καὶ καλλίστας, νέας καὶ ὡραιοτάτας καὶ εὐγενεῖς, καὶ παῖδας πλείστους καὶ καλλίστους, καὶ ναοὺς καὶ δημόσια οἰκήματα καὶ οἰκίας λαμπρὰς καὶ κήπους. Ὅλα αὐτὰ ὁ Μωάμεθ τὰ ὀρέγεται καὶ συγχρόνως τὰ παραχωρεῖ εἰς τὸν στρατόν του προκειμένου νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Πόλιν. Τὰ προσφέρει εἰς διαρπαγὴν καὶ λείαν. Ὅσοι ἐπιβιώσουν θὰ αἰχμαλωτίσουν, θὰ διαρπάξουν, θὰ ἀποκτήσουν τὰ τῆς Πόλεως. Ὅσοι πάλιν σκοτωθοῦν δηλώνει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸ Κοράνιον, ὁλόσωμοι θὰ συμφάγουν μὲ τὸν προφήτην Μωάμεθ, καὶ θὰ συμπίουν καὶ θὰ ἀναπαυθοῦν μετὰ παίδων καὶ γυναικῶν ὡραίων καὶ παρθένων εἰς τὸν παράδεισον (Κριτόβουλος).

Δὲν ἔρχεται ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ κῆρυξ ἱεροῦ πολέμου διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Πόλιν καὶ νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς προπύργιον τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας. Δὲν εἶναι ὁ θρησκευτικὸς πολέμαρχος. Δὲν ἔρχεται ἀκόμη διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ κάποιον φυγάδα. Δὲν ἀκολουθεῖ τὰ στρατεύματά του κάποιος Ἰσαάκιος Κομνηνός, ὅπως τοὺς Φράγκους στραυροφόρους τὸ 1204. Δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν στρατὸν του κάποιος φυγὰς Ἱππίας ἢ Δαμάρατος, ὅπως εἰς τοὺς στρατοὺς τῶν παλαιῶν ἐκείνων Δαρείου καὶ Ξέρξου. Δὲν ὑπάρχουν ἰδέαι θρησκευτικαί, ἐνέργειαι πολιτικαί, διὰ τὴ πρὰξίν του. Ὁμῶς, ὡμότατα θέλει τὴν Πόλιν διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὸ διαμάντι της εἰς τὸ σουλτανικόν του τουρμπάνι. Χωρὶς προσχήματα.

Ἡ Πόλις λοιπὸν ἦτο ἔπαθλον διαρπαγῆς καὶ ἀκολασίας καὶ αἰχμαλωσίας διὰ τὸν σουλτᾶνον.

Ὅμως τί εἶναι ἡ Πόλις διὰ τὸν Κωνσταντῖνον καὶ τοὺς κατοίκους της; Εἶναι ἡ Πόλις τὴν ὁποίαν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος τἠν ἀφιέρωσεν εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μαρίαν. Καὶ ἔκτοτε ἡ Πόλις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἀπέβη καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπὶς καὶ χαρὰ πάντων τῶν Ἐλλήνων, τὸ καύχημα τῆς Ἀνατολῆς. Εἶναι ἡ πόλις ὅπου προσκυνεῖται ἡ Ἁγία Τριάς, δοξολογεῖται τὸ  Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπου οἱ ἄγγελοι ἀκούονται νὰ ὑμνοῦν τὸ θεῖον καὶ τὴν θείαν Γέννησιν.

Ἑπομένως δὲν εἶναι τὰ κτίσματα, οἱ ἄνθρωποι, ὁ τόπος μόνον τοῦ Κωνσταντίνου ἡ Πόλις. Εἶναι πόλις ἁγία γιὰ τὸν Παλαιολόγον.

Περὶ αὐτὴν τὴν πόλιν μὲ τὰς διαφόρους δι’ αὐτὴν ἀπόψεις τῶν ὑπερασπιστῶν της καὶ τοῦ ἐπιδρομέως ἐκτυλίσσεται ἡ ἱστορικὴ πρᾶξις τοῦ τέλους τοῦ ἀρχαίου κόσμου.

Σύμφωνα μὲ τὸ Σλαβικὸν Χρονικόν, τοῦ ὁποίου αἱ πληροφορίαι φαίνονται ἀληθεῖς, μεταξὺ τῶν συμβούλων τοῦ αὐτοκράτορος ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι τὸν συνεβούλευον νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν καὶ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὀργανώσῃ καλύτερα μίαν ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Τούρκων. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξυπνοῦσε καὶ ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη. Ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἤρεμος καὶ σταθερὸς ἠρνήθη νὰ τοὺς ἀκούσῃ. Ἐφοβεῖτο  ὅτι ἐὰν ἐγκατέλειπε τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ἄμυνα θὰ παρέλυεν. Ἐδήλωνεν ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαθῇ ἡ Πόλις, θὰ ἐχάνετο καὶ αὐτὸς μαζί της.

Ἡ ἰδία πρότασις, ἐντονώτερον τώρα, ὑπεβλήθη εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὰς τελευταίας ἡμέρας πρὸ τῆς Ἁλώσεως. Ὁ αὐτοκράτωρ ἦτο τόσον κουρασμένος, ὥστε τὴν ὥραν τῆς ἀκροάσεως ἐλιποθύμησεν. Ὅταν συνῆλθεν, ἐδήλωνε καὶ πάλιν ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν λαόν του. Θὰ ἀπέθνῃσκε μαζί του. Αὐτὸ τὸ ὑπόδειγμα τῆς θυσίας καὶ τοῦ θάρρους, ἀλλα καὶ τοῦ χρέους τοῦ ἡγέτου, θὰ ἐπιβιώσῃ κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν ἀναλαμπὴν τοῦ Γένους ἀπὸ τὸν ἄλλον ἡγέτην τοῦ Γένους, τὸν Γρηγόριον τὸν Ε’.

Ὁ Κωνσταντῖνος σώφρων μὲν καὶ μέτριος, φρόνιμος καὶ ἐνάρετος, συνετὸς καὶ πεπαιδευμένος, ρήτωρ πρακτικὸς καὶ προφητικός, ἐπέλεξε καὶ νὰ πράξῃ καὶ νὰ πάθῃ τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τῶν ὑπηκόων του.

Εὑρέθη βασιλεὺς πόλεως μὲ δόξαν. Πόλεως ἡ ὁποία ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων, ὅσον ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν, κατὰ τὸν Γρηγόριον τὸν Ναζιανζηνόν, «πόλις πόλεως πασῶν ὀφθαλμός, ἄκουσα παγκόσμιον, θέαμα ὑπερκόσμιον, ἐκκλησιῶν γαλουχός, πίστεως ἀρχηγός, ὀρθοδοξίας πποδηγός, λόγων μέλημα, καλοῦ παντὸς ἐνδιαίτημα», κατὰ τὸν Νικήταν Χωνιάτην. «Ἡ Κωνστατντινούπολις ἔχει ἀντίστοιχον λόγον ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχει», κατὰ τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιον, «ὁ οὐρανὸς ἐν κόσμῳ, ὁ ἥλιος ἐν οὐρανῷ, ὁ παράδεισος ἐν τῇ γῇ, ἡ μητρόπολις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἡ ἀκρόπολις ἐν τῇ πόλει, ὁ λιμὴν ἐν τῷ πελάγει, τὸ διδασκαλεῖον ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὸ θέατρον εἰς τὰς πανηγύρεις, ἡ ἁρμονία εἰς τὰ μέλη, ὁ ὀφθαλμὸς εἰς τὸ σῶμα. Εἶναι πόλις ἁγία καὶ μητρόπολις πιστή, νέα Ρώμη καὶ νέα Ἱερουσαλήμ».

Οἱ διαστάσεις τῶν δύο ἀντιμαχομένων εἶναι ἔκδηλοι. Χρέος καὶ ἰδανικὰ ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, τῶν Ἑλλήνων, φιλόζωος καὶ σαρκολατρικὴ ἀντίληψις ἀπὸ τὴν ἄλλην, τῶν Τούρκων. Ἀκόμη καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν νίκης οἱ Ἕλληνες ἠθικὴν ἀπόλαυσιν ἐπιδιώκουν· Ἐλπίζω εἰς Θεόν, εὔχεται ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τῷ κόσμῳ ἔσεται (Σφραντζῆς).

Διὰ τοῦτο ὁ Κωνσταντῖνος δὲν εἶναι ὑπεύθυνος μόνον διὰ τὴν ὑπεράσπισιν μιᾶς πόλεως. Ἐν τέλει ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πόλις, αὐτὴ ἡ βασιλεία, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζει; Μόλις ἑβδομήντα χιλιάδες κάτοικοι τὴν ἀπαρτίζουν. Καὶ πολεμισταὶ ἐλάχιστοι, καὶ πλοῖα ἀνύπαρκτα, καὶ τροφαὶ ὀλίγαι. Καὶ βοήθεια οὐδαμόθεν ἢ σχεδόν.

Καὶ ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἀποφασίζει νὰ ἀντισταθῇ. Συλλέγει τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις του, ἀναπτύσσει τὴν δραστηριότητα τὴν διπλωματικὴν. Ὁ αὐτοκράτωρ ἔπραξεν, ὅ,τι ἠμποροῦσε. Εἶχε στείλει πρέσβεις εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ φθινόπωρον τοῦ 1452 διὰ νὰ παρακαλέσουν δι’ ἐπείγουσαν  βοήθειαν. Ἡ ἀνταπόκρισις ὑπῆρξε πενιχρά. Νέα πρεσβεία στέλλεται εἰς τὴν Βενετίαν. Ἡ Σύγκλητος ἀπαντᾷ τὴν 16ην Νοεμβρίου ὅτι λυπεῖται διὰ τὰ γεγονότα τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὅτι, ἐὰν ὁ Πάπας καὶ ἄλλαι δυνάμεις προκηρύξουν Σταυροφορίαν, ἡ Βενετία θὰ συνδράμῃ. Ἕνας ἀπεσταλμένος, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς τὴν Γένουαν, ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν δι’ ἕνα πλοῖον καὶ τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Γένουα θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν βασιλέα τῆς Γαλλίας καὶ εἰς τὴν Φλωρεντίαν διὰ βοήθειαν. Ὁ Ἀλφόνσος τῆς Ἀρραγῶνος δίδει ἀορίστους ὑποσχέσεις, ἀλλα παραχωρεῖ τὴν ἄδειαν νὰ συγκεντρωθοῦν σιτηρὰ καὶ ἄλλαι τροφαὶ εἰς τὴν Σικελίαν. Ὁ πάπας Νικόλαος ὁ Ε´ προθυμοποιεῖται νὰ βοηθήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει πραγματικῶς συντελεσθῆ. Οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις ἔδωκε σημασίαν εἰς τὰς ἐκκλήσεις τοῦ Κωνσταντίνου. Ἡ ἐλπὶς ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς τὸν Ἰωάννην Οὐνυάδην, τὸν ἀντιβασιλέα τῆς Οὑγγαρίας, ἐξέλιπε, διότι οἱ Οὗγγροι εἶχαν συντριβῆ ἀπὸ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας εἶχε προκαλέσει ὁ Μουρὰτ ὁ Β.

(συνεχίζεται στὸ Β´ ΜΕΡΟΣ)

πατῆστε ἐδῶhttps://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/31/η-αλωσισ-τησ-κωνσταντινουπολεωσ-γεγο/


, , , ,

Σχολιάστε