Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πτώση

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ «Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό».

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μελέτημα
«Τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση»
τοῦ Γ. Μαρτζέλου, καθηγ. Πανεπιστημίου
(Ἐπιστημ. Ἐπετηρίδα Τμήμ. Θεολογίας
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ., τ.16/ 2006)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Σ᾽ ὅλη τὴν ἱστορία ἡ ἀνθρωπότητα ἀπασχολήθηκε ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ὅλη ἡ παγκόσμια Φιλοσοφία, ὅλες οἱ θρησκεῖες, ὅλη ἡ Τέχνη, ὅλος ὁ Πολιτισμός, ὅλη ἡ τεχνολογία εἶναι μιὰ ἀνεπιτυχὴς μὲν ἀλλὰ πάντως προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτὸ τὸ Μέγα Ἐρώτημα, αὐτὸ τὸ Μέγα Αἴνιγμα, αὐτὴ ἡ Μεγίστη Πρόκληση στὴν αὐθάδεια τοῦ ἀνθρώπου.
.            Μέσα σὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες τῆς ἱστορίας φανερώθηκε καὶ μιὰ πρόταση ποὺ ποτὲ κανένας δὲν ἀποτόλμησε νὰ εἰσηγηθεῖ: τὴν πρόταση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου. Μιὰ πρόταση πού, κι ἂν ἀκόμα κανένας δὲν τὴν πιστεύει, κι ἂν ἀκόμα δὲν τὴν ἀποδέχεται, ἔχει τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ ἀποτόλμησε -στὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης πάντοτε ἐπινοητικότητος- νὰ ὑπερβεῖ τὸν κλειστὸ κύκλο τοῦ θανάτου (τῶν σωμάτων). Ὅλες οἱ ἄλλες προτάσεις πάντοτε τελοῦσαν ὑπὸ τὸ ἀξεπέραστο ὅριο τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ ἀποτελοῦσαν παραλλαγὲς μιᾶς ὑπεκφυγῆς ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, μιᾶς αἰωνιότητας ἢ ἀθανασίας τῶν «ψυχῶν» (π.χ. πλατωνισμὸς, ἰνδουισμός κ.λπ).
.             Ἡ χριστιανικὴ Πρόταση ἔχει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ θραύει -ἔστω ὡς πρόταση- τὴν παντοδυναμία τοῦ θανάτου καὶ νὰ δίνει μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση στὸ Μέγα Ἐρώτημα. «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν», ἐπειδὴ «Χριστὸς ἀνέστη καὶ ᾅδης ἐσκυλεύθη». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ «πρόταση» αὐτὴ εἶναι ἡ «πρόταση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας», ἐπειδὴ εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ στὸν ἐξουσιαστὴ τοῦ θανάτου, δηλ. στὸν διάβολο, γι᾽ αὐτὸ οἱ ἀνθρωποι προτιμοῦν ἀπὸ μίσος πρὸς τὸν Χριστό, νὰ εἶναι ὑποταγμένοι στὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ νὰ μὴ δέχονται κἂν νὰ ἀναρωτηθοῦν, νὰ μὴ θέλουν κἂν νὰ «φιλοσοφήσουν» τὴν πρόταση τῆς χριστιανικῆς Πίστεως. Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Προτιμοῦν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ζήσουν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐνδεικτικῶς γι᾽ αὐτὴ τὴν προτίμηση προσκομίζεται τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ «πασχαλινὲς» εὐχὲς τοῦ καιροῦ μας εἶναι νεκρές, ἄψυχες. Παρακάμπτουν πονηρὰ καὶ τεχνηέντως τὸ μέγιστο περιεχόμενο τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου, καὶ γεμάτες πανικὸ γαντζώνονται στὶς γνωστὲς κοινωνιολογικὲς φαιδρότητες ἢ λαογραφικὲς κενολογίες τῶν πολιτικῶν καὶ ἐπιχειρηματικῶν εὐχετηρίων καρτῶν!
.               «
Ὅ,τι καί νά κάνῃ ὁ ἀλύτρωτος ἀπό τόν θάνατο ἄνθρωπος, στό τέλος τόν περιμένει ἡ ἀπόγνωσις, γιατί ὅλα θάνατος διαδέχεται. Ὅλα ἐκμηδενίζονται καί ἀφανίζονται. Ὁ ἑνωμένος ὅμως μέ τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ ἄνθρωπος, ὅσα βάσανα, δοκιμασίες, ἀρρώστιες, κατατρεγμούς, θανάτους καί ἐάν περάσῃ, στό βάθος ἔχει χαρά, γιατί γνωρίζει ὅτι συμμετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου του, συμμετέχει στήν Ἀνάστασι καί τήν αἰώνιο ζωή Του. Τώρα ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἠμποροῦμε νά ἀγωνιζόμαστε, νά χαιρόμαστε, νά ἑορτάζουμε, νά ἐλπίζουμε. Ὁ Κύριός μας ἔλυσε τήν ἀπόγνωσι.
Χωρίς τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ, οἱ ἑορτές τῶν ἀνθρώπων εἶναι πένθιμες καί γι’ αὐτό κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἑορτές.  Εἶναι προσπάθειες φυγῆς ἀπό τήν μονοτονία, τήν πλῆξι, τήν μοναξιά.  Εἶναι θορυβώδεις ἐκδηλώσεις, γιά νά μή ἀκούεται ὁ τρομακτικός ἀπόηχος τοῦ μηδενός.» (Ἀρχιμ. Γεώργιος, καθηγ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου, «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», Μήνυμα Πάσχα 1984)

.            Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ στὴν ἁμαρτία, τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο ὁδήγησε κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος σ’ ἕνα φαῦλο κύκλο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ: Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐπέφερε στὴν ἀνθρωπότητα ὡς ἄμεση συνέπεια τὴ νοσηρὴ κατάσταση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ κατάσταση αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της γεννοῦσε καὶ πάλι τὴν ἁμαρτία, ποὺ εἶχε ὡς συνέπεια τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο κ.ο.κ. Σ’ αὐτὸ τὸν φαῦλο κύκλο συνίσταται κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ἡ οὐσία τῆς τραγωδίας τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου.
.           Ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ πετύχει μὲ τὶς δικές του δυνάμεις τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἠθικοπνευματική του τελείωση καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν Θεό, ὅσο βρισκόταν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἔπρεπε νὰ καταργηθεῖ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ὑπάρξει θεραπεία τῆς ἀρρωστημένης φύσεώς του. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅπως τονίζουν ὁμόφωνα οἱ Ἕλληνες Πατέρες, ἀνέλαβε μὲ τὸ σωτηριῶδες ἔργο του ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του νίκησε καὶ κατήργησε τὸν θάνατο, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου στὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ποὺ κρατοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ὑποδουλωμένους στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο χάνει, πλέον τὴ δύναμή του μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἀπελευθερώνεται καὶ σώζεται πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος, γιατί, ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «Ὁ τὸν θάνατον μὴ δεδοικὼς ἔξω τῆς τυραννίδος ἐστὶ τοῦ διαβόλου».
.             Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν σωτηριῶδες γεγονὸς στὴ ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ γιορτάζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα, ὡς γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μονοκρατορία τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς καινούργιας ζωῆς ἀπαλλαγμένης ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος», «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν», ψάλλουν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Πρόκειται δηλ. γιὰ ἕνα γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συν­τελεῖται ἐν Χριστῷ τὸ πέρασμα (ἑβραϊκά: πάσχα) τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Καὶ αὐτὸ τὸ πέρασμα ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν εἶναι ποὺ συνιστᾶ κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τὴν ἔννοια καὶ τὴν οὐσία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
.             Ἡ σωτηριώδης αὐτὴ σημασία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν περιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται διὰ μέσου αὐτοῦ σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκαθίσταται ἡ διασαλευθεῖσα μεταξύ τους σχέση. Ἄνθρωπος καὶ κτίση πλέον σχετίζονται μεταξύ τους καὶ λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴ φθοροποιὸ δύναμη τοῦ θανάτου μέσα στὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει μὲ πολὺ γλαφυρὸ τρόπο ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅταν διακηρύττει σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Κανόνα του στὸ Πάσχα: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». […] Ὁ Χριστὸς ὡς νέος Ἀδὰμ ἀνοίγει μὲ τὴν ἀνάστασή του νέες ὀντολογικὲς προοπτικὲς ὄχι μόνο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ γιὰ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου μπορεῖ πλέον ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχει τὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε, νὰ κερδίσει δηλ. τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία καὶ τὴ θέωση. Ἐκεῖνο μόνο ποὺ χρειάζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ εἶναι νὰ ἐπιδείξει πίστη καὶ ὑπακοὴ στὸν Χριστό, τηρώντας τὶς ἐντολές του καὶ μετέχοντας ὑπαρξιακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀναδεικνύεται ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.
.             Μὲ τὸ Βάπτισμα ὁ πιστὸς συνθάπτεται μὲ τὸν Χριστό, ἀπεκδυόμενος τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ συνανίσταται μαζί του, ἐνδυόμενος τὸ νέο ἄνθρωπο, «τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Συμμετέχοντας ἔτσι ὑπαρξιακὰ καὶ μυστηριακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ξαναγεννιέται πνευματικὰ σὲ μία καινούργια ζωὴ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας. Τὸ Βάπτισμα ἀποτελεῖ γιὰ τὸν χριστιανὸ τὴν ἀπαρχὴ τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ ὁποία αὐξάνεται καὶ συντηρεῖται μὲ τὰ ἄλλα δύο σημαντικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Χρίσμα καὶ τὴ Θεία Εὐχαριστία. […]
.             Τὸ Βάπτισμα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν ἀποσκοπεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο στὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παροχὴ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν οἱ Πατέρες ὁμόφωνα τονίζουν ὅτι μὲ τὸ Βάπτισμα ἀνακαινίζεται ὀντολογικὰ ἡ παλαιωθεῖσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ χριστιανὸς καθιστάμενος μέτοχος τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τὴ νέα ὑπόστασή του, γίνεται κοινωνὸς τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ κατὰ χάριν υἱὸς καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μόνο αἴρονται οἱ συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Μὲ ἄλλα λόγια τὸ ζήτημα γιὰ τὴν ἄρση τῶν συνεπειῶν τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἀνακαίνιση τῆς ἀρρωστημένης πεπτωκυίας φύσεώς του. Γενικότερα ἄλλωστε τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ δὲν κατανοεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση μὲ βάση τὸ δικανικὸ σχῆμα «ἁμαρτία – ἄφεση», ἀλλὰ μὲ βάση τὸ ὀντολογικὸ σχῆμα «θάνατος – ζωὴ» ἢ «ἀσθένεια – θεραπεία». Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια στὴ θεραπεία εἶναι ποὺ συντελεῖται μὲ τὸ Βάπτισμα.

Advertisements

, , , , ,

Σχολιάστε

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η «ΠΤΩΣΗ» ΤΟΥ ΑΔΑΜ;

Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου

Τίς ἡ τοῦ Ἀδὰμ πτῶσις

ἀπὸ τὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον»,
ἔκδ. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1969, σελ. 42-43

Ἠλ. στοιχειοθεσία«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.              Τοῦτο ἦτο καὶ τὸ πολυθρύλητον ἐκεῖνο πτῶμα τοῦ προπάτορος ἡμῶν παλαιοῦ Ἀδάμ· διότι ἀφεὶς τὴν τῶν νοητῶν τροφὴν καὶ ἡδονήν, ἔπεσε, φεῦ! εἰς τὴν σωματικὴν τῶν αἰσθητῶν ἡδονήν, κατὰ τὴν γνώμην ὅλου σχεδὸν τοῦ χοροῦ τῶν θείων Πατέρων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἐκληρονομήσαμεν κατὰ διαδοχήν, τὴν προγονικὴν ἐκείνην ὁρμὴν πρὸς τὰ αἰσθητά. Ὅθεν εἶπεν ὁ ἀνωτέρω Ἱεροσολύμων Θεόδωρος· «Ὁ Ἀδὰμ κακῶς τῇ αἰσθήσει χρησάμενος, τὸ αἰσθητὸν ἐθαύμασε κάλλος, ὡραίου δόξαντος αὐτῷ τοῦ καρποῦ εἰς ὅρασιν, καὶ καλοῦ εἰς βρῶσιν, οὐ γευσάμενος, ἀφῆκο τὴν ἀπόλαυσιν τῶν νοητῶν» (Φιλοκαλ. σελ. 285). «Εἶδε γάρ, φησίν, ἡ γυνὴ ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ’ αὐτῆς καὶ ἔφαγον» (Γεν. γ´ 6). Τὸ ξύλον ἐκεῖνο τὸ γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ, ἡ ἐμπαθὴς αἴσθησίς ἐστιν τῆς φαινομένης κτίσεως, κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον, λέγοντα· «Ξύλον γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ, ἡ φαινομένη κτίσις ἐστίν. Ἡδονῆς γὰρ καὶ ὀδύνης ποιητικὴν ἔχει φυσικῶς τὴν μετάληψιν». Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς ἀλλαχοῦ λέγει· «Ξύλον γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ ἡ τοῦ σώματος αἴσθησις· ἐν ᾗ τῆς ἀλογίας ὑπάρχει σαφοῦς ἡ κίνησις ἧς κατὰ τὴν πεῖραν μὴ ἅψασθαι δι’ ἐνεργείας ὁ ἄνθρωπος τὴν θείαν λαβὼν ἐντολήν, οὐκ ἐφύλαξε» (κεφ. λβ´ τῆς δ´ ἑκατοντ. τῶν θεολογ.). Τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ Νικήτας ὁ Στηθάτης, καὶ οἱ λοιποί. Μάλιστα ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «ξύλον δὲ γνώσεως καλοῦ καὶ πονηροῦ τὴν αἰσθητὴν καὶ ἐνήδονον βρῶσιν (δυνατόν ἐστι νοῆσαι) τὴν τῷ δοκεῖν μὲν γλυκαίνουσαν, τῷ ὄντι δὲ ἐν μετουσίᾳ κακῶν τὸ μετέχοντα καθιστῶσαν· φησὶ γὰρ ὁ Θεός… ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθαι ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»· φυσικῶς γὰρ ἡ αἰσθητὴ βρῶσις τοῦ ὑπεκρεύσαντός ἐστιν ἀναπλήρωσις καὶ εἰς ἀφεδρῶνα χωρεῖ καὶ φθοράν· καὶ ἀμήχανον ἄφθαρτον διαμένειν τὸν αἰσθητῆς βρώσεως ἐν μετουσίᾳ γινόμενον» [«δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ» ὀνόμασε τὴν αἰσθητὴ καὶ ἡδονικὴ βρώση, ἡ ὁποία φαίνεται γλυκιά, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὁδηγεῖ αὐτὸν ποὺ τὴν γεύεται στὴν μετοχὴ τῶν κακῶν· διότι λέει ὁ Θεός: «Ἀπὸ κάθε δένδρο τοῦ Παραδείσου μπορεῖς νὰ φᾶς»· νομίζω εἶναι σὰν νὰ λέει ὁ Θεός, «μὲ ὅλα τὰ κτιστὰ ὁδηγήσου σὲ μένα τὸν Πλάστη καὶ δοκίμασε τὸν μοναδικὸ καρπό, ἐμένα, τὴν ὄντως ζωή. Ὅλα ἂς σοῦ προσφέρουν ὡς καρπὸ τὴν ζωή, καὶ τὴν κοινωνία μαζί μου νὰ τὴν κάνεις συστατικὸ τῆς ὑπάρξεώς σου· διότι ἔτσι θὰ γίνεις ἀθάνατος». «Καὶ δὲν θὰ φᾶτε ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ φᾶτε ἀπ’ αὐτό, θὰ πεθάνετε», διότι ἡ αἰσθητὴ τροφὴ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση της ἀναπλήρωση αὐτῶν ποὺ ἀποβάλλονται. Καὶ πηγαίνει στὸν ἀφεδρώνα καὶ χάνεται· καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μένει ἄφθαρτος αὐτὸς ποὺ καταναλώνει τὴν αἰσθητὴ τροφή.] Ἡ γὰρ αἴσθησις, ἀφ᾽ οὗ γνωρίσῃ, ταὐτὸν εἰπεῖν, δοκιμάσῃ τὸ καλόν, ἤγουν τὴν αἰσθητὴν ἡδονήν, συμπεπλεγμέννως δοκιμάζει καὶ τὸ πονηρόν, δηλ. τὴν τῆς ἡδονῆς ἀδελφὴν ὀδύνην· καὶ διὰ τοῦτο κοινῶς ὅλαι αἱ αἰσθηταὶ ἡδοναί, συνειθίζονται νὰ ὀνομάζωνται ἐνώδυναι ἡδοναί.

, ,

Σχολιάστε