Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πτωχὸς Λάζαρος

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ
Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου
(Λουκ. ιϛ´ 19-31)
Γ´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 247 ἑξ.

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ποῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Κροίσου; Ποῦ εἶναι τὰ συμπόσια τοῦ Λούκουλλου; Ποῦ ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα; Ποῦ ἡ δύναμη τοῦ Ναπολέοντα;»

Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ἐκεῖ δὲν τὸν ἔγλειφαν τὰ σκυλιά, ἀλλὰ τὸν καταβρόχθιζαν τὰ σκουλήκια»

.             Αὐτὸ δείχνει πὼς στὴν οὐράνια βασιλεία ὑπάρχει ἀπόλυτη ἀπουσία τοῦ κακοῦ. Μὲ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Ἀβραὰμ ἤθελε ἐπίσης νὰ θυμίσει στὸν ἀπόγονό του πὼς ἀνῆκαν στὴν ἴδια φυλή, πὼς ὁ πλούσιος εἶχε μπροστά του παραδείγματα δικαίων κι ἐναρέτων ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀβραάμ, ἀλλὰ κι ἀπὸ ἄλλους δικαίους. Ἑπομένως θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε σωθεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς κόλασης, ὅταν εἶχε τὴν εὐκαιρία στὴν γῆ. Δὲν μποροῦσε ὅμως ν’ ἀνταποκριθεῖ στὸ αἴτημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ γιὰ δύο λόγους: πρῶτον, ἐπειδὴ τὴν κατάσταση τῶν πραγμάτων εἶχε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη καὶ δεύτερο, ἐπειδὴ σ’ ἐκεῖνον τὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει δρόμος ἢ γέφυρα γιὰ νὰ περάσουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ ἐνδιαιτήματα τῶν δικαίων στὸν τόπο κόλασης τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἂν κάποιον ἁμαρτωλό, μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας στὴ γῆ, τὸν μεταφέρει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν Τελικὴ Κρίση, αὐτὸ εἶναι μυστικό του Θεοῦ, ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ παρέμβει ὁ Ἀβραάμ. Ὑπενθύμισε μόνο στὸν πρώην πλούσιο, ποὺ τώρα ἦταν πιὸ φτωχὸς ἀπὸ τὸν φτωχότερο ζητιάνο στὸν κόσμο, πὼς στὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ εἶχε ὅλα ὅσα ἤθελε. Ἔτσι, ἀφοῦ ἐνόσω ζοῦσε δὲν ἀποζητοῦσε κανένα ἀπὸ τ’ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ δὲν εἶχε δώσει οὔτε ἕνα μικρὸ ψίχουλο γιὰ νὰ τὰ κερδίσει, ἀλλ’ οὔτε κι ἔχυσε ἕνα δάκρυ γι’ αὐτά, σημαίνει πὼς ὅλη τὴν ἀνταμοιβὴ τοῦ τὴν εἰσέπραξε στὴ ζωὴ αὐτή. Ὁ Λάζαρος, ἀντίθετα, στὴν παροδικὴ αὐτὴ ζωὴ τοῦ ἔλαβε μόνο βάσανα, πόνους καὶ περιφρόνηση, ἐπιζητοῦσε μὲ δάκρυα μόνο τὰ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ τώρα τ’ ἀπολαμβάνει. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ´ 4). Κι ἀλλοῦ πάλι εἶπε ὁ ἴδιος: «ὑμεῖς… λυπηθήσεσθε, ἀλλ’ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται» (Ἰωάν. ϛ´ 20) καὶ «οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε» (Λουκ. ϛ´ 25).
.           Ὅταν ὁ ἁμαρτωλὸς συνειδητοποίησε πὼς ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε δίκαια στὴν πρώτη του ἐρώτηση, ἐπανῆλθε μὲ μίαν ἄλλη: «Εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἴνα πέμψης αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρεται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου» (Λουκ. ιϛ´ 27, 28). Πῶς προκλήθηκε αὐτὴ ἡ ξαφνικὴ συμπάθεια γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ σωτηρία τους; Δὲν ἦταν συμπάθεια καὶ ἔλεος αὐτὸ ποὺ ἐνίωσε, ἀλλὰ μᾶλλον μία προσπάθεια γιὰ ἕνα νοτισμένο ἀκροδάχτυλο, ὥστε νὰ ἐλαφρώσει τὰ βάσανά του. Ἀποκάλυψε ἔτσι μίαν ἄλλη ἁμαρτία του: τὸν σκανδαλισμὸ τῶν ἄλλων. Βρισκόταν στὴν κόλαση ὄχι μόνο ἐπειδὴ φέρθηκε ἄσπλαχνα στὸ Λάζαρο, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ τὸν ἐλαφρόμυαλο βίο τοῦ εἶχε δώσει κακὸ παράδειγμα στ’ ἀδέρφια του, ὁδηγώντας τὰ ἔτσι στὴν καταστροφὴ καὶ τὸν ὄλεθρο κι ἀνοίγοντας καὶ γι’ αὐτὰ τὸ δρόμο πρὸς τὴν κόλαση. Ὁ σκανδαλισμὸς τῶν ἄλλων εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Τὸ νὰ γλιστράει κάποιος καὶ νὰ τραβᾶ ταυτόχρονα κι ἄλλους μαζί του ἀξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, ἀπ’ ὅτι ὅταν γλιστράει κανεὶς καὶ πέφτει μόνος του. Ἀκοῦστε τὰ φοβερὰ λόγια ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ γίνονται αἰτία σκανδαλισμοῦ: «Λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς περικεῖται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ ἴνα σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων» (Λουκ. ιζ´ 2). Φαίνεται πὼς τ’ ἀδέρφια τοῦ πλουσίου μᾶλλον ἦταν μικρότερα ἀπὸ τὸν ἴδιον, γι’ αὐτὸ κι ἤθελε νὰ πάει ὁ Λάζαρος κοντά του καὶ νὰ συγχωρήσει ἐκεῖνον πρῶτα καὶ μετὰ νὰ ἐκθέσει τὴν ἁμαρτία του στ’ ἀδέρφια του. Τότε οἱ φλόγες θὰ ἦταν ἠπιότερες καὶ τὰ κολαστήρια ἐλαφρύτερα. Ἡ ἔκκληση αὐτὴ ποὺ ἔκανε στὸν Ἀβραὰμ δὲν ἀφοροῦσε τόσο τ’ ἀδέρφια του, ὅσο τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
.           «Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν ὁ δὲ εἶπεν οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν· εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. ιϛ´ 29-31). Ὁ Ἀβραὰμ δὲν μποροῦσε οὔτε καὶ στὴ δεύτερη παράκληση τοῦ πλουσίου ν’ ἀνταποκριθεῖ. Κι ἔδωσε καθαρὲς καὶ πειστικὲς δικαιολογίες γι’ αὐτό. Τί νόημα θὰ εἶχε νὰ ξαναγυρίσει ὁ Λάζαρος στὸν κόσμο καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς ἀνθρώπους τί τοὺς περιμένει μετὰ τὸ θάνατό τους, ἀφοῦ ὁ Μωυσῆς κι οἱ προφῆτες εἶχαν πεῖ ὅλα ὅσα ἔπρεπε νὰ κάνουν γιὰ νὰ σωθοῦν; Χιλιάδες χιλιάδων ἄνθρωποι σώθηκαν ὄχι ἀπὸ μαρτυρίες νεκρῶν, ἀλλὰ ζωντανῶν. Ὅταν λοιπὸν τόσες χιλιάδες ἄνθρωποι σώθηκαν ἀκούγοντας τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἔτσι μποροῦν νὰ σωθοῦν καὶ τ’ ἀδέρφια σου. Μάταια προσπάθησε πάλι ὁ πλούσιος νὰ ἐπαναλάβει τὴν ἔκκλησή του, ἐνισχύοντας τὴν μὲ τὰ λόγια: ἐὰν τὶς ἐκ νεκρῶν πορευθῆ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Ὁ Ἀβραὰμ ἀπέρριψε πάλι τὸ αἴτημά του μὲ καθαρὰ ἐπιχειρήματα. Τί θὰ τοὺς ὠφελοῦσε ἡ παρουσία κι ἡ μαρτυρία τοῦ Λάζαρου, ἂν δὲν ἄκουγαν τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες; Ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠσαΐας κι ὁ Ἠλίας δὲν εἶδαν τὸν Θεὸ καὶ μίλησαν στοὺς ἀνθρώπους στὸ ὄνομά Του; Ἂν λοιπὸν τ’ ἀδέρφια του δὲν ἄκουσαν καὶ δὲν πίστεψαν αὐτούς, πῶς θὰ πίστευαν στὸ Λάζαρο ἂν ἐμφανιζόταν μπροστά τους; Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ποιός ἦταν ὁ Λάζαρος; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν τοὺς ἐνδιέφερε καθόλου ὅσο ζοῦσε, ὅπως δὲν ἐνδιέφερε καὶ τὸν ἀδερφό τους. Ἔπειτα, μᾶλλον δὲν θὰ εἶχαν ἀκούσει καθόλου γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Λάζαρου. Ὅταν εἶχαν δεῖ τὸ πρόσωπό του καλυμμένο ἀπὸ ἕλκη, θὰ τὸν ἀναγνώριζαν τώρα ποὺ θὰ τοὺς παρουσιαζόταν μὲ δόξα, νὰ ἀστράφτει σὰν ἄγγελος; Πότε εἶχαν ἀκούσει τὴ φωνή του, γιὰ νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν τώρα; Πότε εἶχαν ἀκούσει τὴν ἱστορία τῆς ταλαίπωρης ζωῆς του, γιὰ νὰ τὴν ξέρουν τώρα; Δὲν θά ᾽λεγαν ὅτι «αὐτὸ εἶναι ὀπτασία» ἢ «φάντασμα» ἢ «ὀφθαλμαπάτη»; Τί ὠφέλησε τὸν Σαοὺλ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Σαμουὴλ «ἐκ νεκρῶν» (Α´ Βασ. κη´ 11-14);

* * *

.         Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀβραὰμ δὲν βοήθησε καθόλου τὸν ἁμαρτωλὸ στὴν κόλαση. Θὰ μποροῦσε σήμερα βέβαια νὰ βοηθήσει ἐκείνους ποὺ ἐπικαλοῦνται τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν γιὰ ν’ ἀνακαλύψουν τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ, μὲ τὸ πρόσχημα πὼς αὐτὸ ἐνδεχομένως θὰ ἐνίσχυε τὴν πίστη τους. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὰ καλλίτερος τρόπος νὰ κάνεις ἕναν ἄνθρωπο παρανοϊκὸ καὶ νὰ τὸν στείλεις στὴν κόλαση. Ὁ πνευματισμὸς εἶναι πτήση ἀπὸ τὸ φῶς στὸ σκοτάδι, ἡ ἀναζήτηση τοῦ φωτὸς μέσα στὸ βαθὺ σκότος. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐπικαλοῦνται τὰ πνεύματα γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια, φανερώνουν καθαρὰ πὼς δὲν πιστεύουν στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Πῶς λογικοὶ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ πιστεύουν στὰ πνεύματα τῶν θείων καὶ τῶν γειτόνων τους, ὅταν κανένας δὲν ξέρει ἂν τὰ πνεύματα εἶναι πραγματικὰ τῶν ἀνθρώπων ποῦ ἐπικαλοῦνται; Κι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν στὴν ἀλήθεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. Πῶς μποροῦν οἱ θεῖες κι οἱ γείτονες, τὰ μέντιουμ κι οἱ μάγοι, νὰ βεβαιώσουν τὰ λόγια τους; Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε τὰ λόγια Του μὲ τὸ Αἷμα Του, καθὼς καὶ μὲ τὸ αἷμα ἀμέτρητων χιλιάδων πιστῶν ἀντρῶν καὶ γυναικών, ποὺ τὸ ἔδωσαν γιὰ τὸ λόγο Του. Οἱ Ἰουδαῖοι ὄχι μόνο εἶδαν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀναστημένου Λάζαρου, τοῦ ἀδερφοῦ τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας, μὰ εἶδαν καὶ τὸ σῶμα του. Καὶ ὅμως ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ γύρευαν νὰ θανατώσουν τὸ Λάζαρο, γιὰ νὰ μὴν μαρτυρήσει τὴν ἀλήθεια (βλ. Ἰωάν. ι´ 11). Οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν δεῖ καὶ τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου ν’ ἀνασταίνεται, ὅπως καὶ τὸν γιὸ τῆς χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπὸν δὲν πίστεψαν;
.           Οἱ Ἰουδαῖοι εἶδαν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς νεκρούς τους νὰ βγαίνουν ἀπὸ τοὺς τάφους τους στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί λοιπὸν δὲν πίστεψαν; Τελικὰ ἀναγνώρισαν τὸ ἀκαταμάχητο καὶ ἀδιάσειστο γεγονὸς τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀντὶ ὅμως νὰ πιστέψουν, ἐκεῖνοι δωροδόκησαν τοὺς φύλακες γιὰ νὰ κρύψουν τὴν ἀλήθεια καὶ ν’ ἀναφέρουν ψέματα. Δὲν εἶναι ἀρκετὰ αὐτὰ γιὰ νὰ μᾶς κάνουν νὰ πιστέψουμε; Ἂν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἔχουμε τὸν Ἀβραάμ, τὸ Λάζαρο καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ πλούσιο. Ἔχουμε ἐδῶ μαρτυρίες ἀπὸ τὸν παράδεισο κι ἀπὸ τὴν κόλαση, μαρτυρίες ποὺ ἐπιβεβαιώνει ὄχι κάποιο πρόσωπο, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Ὅποιος ἀπὸ μᾶς κι ἂν ἔβλεπε μὲ τὰ ἴδια τοῦ τὰ μάτια τὸν παράδεισο καὶ τὴν κόλαση κι ἄκουγε τὴ συνομιλία τοῦ Ἀβραὰμ μὲ τὸν ἄσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ πιστέψει τὰ μάτια καὶ τ’ αὐτιά του, ὅσο μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὰ τὰ πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ γνωρίζει ὅλα τὰ μυστήρια. Εἶχε δεῖ κι εἶχε ἀκούσει ὅλα ὅσα διηγήθηκε σ’ ἐμᾶς μὲ τὴν παραβολή Του. Καὶ τώρα γνωρίζουμε τὴν ἀλήθεια. Ἂν τὴν εἴχαμε δεῖ μόνοι μας, ἴσως καὶ ν’ ἀμφιβάλλαμε, νὰ νομίζαμε πὼς πρόκειται γιὰ κάποια ὀπτασία, παραίσθηση. Ἐκεῖνος ὅμως εἶδε καὶ ἄκουσε. Δὲν μποροῦσε οὔτε ν’ ἀπατήσει οὔτε ν’ ἀπατηθεῖ.
.             Ἀδελφοί μου! Δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ πιστεύουμε περισσότερο Ἐκεῖνον, παρὰ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπό μας. Εἶναι ἡ πρώτη ἀπαίτησή Του στὸ εὐαγγέλιο, τὸ νὰ πιστέψουμε δηλαδὴ περισσότερο Ἐκεῖνον παρὰ τὸν ἑαυτό μας. Νὰ τὸν πιστέψουμε περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον, εἴτε ζωντανὸς εἶναι αὐτὸς εἴτε νεκρός. Τὸ ἴδιο δὲν γίνεται μὲ τὸν ὁδηγὸ σ’ ἕνα ταξίδι καὶ στοὺς ταξιδιῶτες ποῦ τὸν ἀκολουθοῦν; Δὲν ἀπαιτεῖ κι αὐτὸς νὰ τὸν ἀκολουθοῦν οἱ ταξιδιῶτες καὶ νὰ μὴν ἀναζητοῦν μὲ τὸ ἄπειρο μάτι τους νὰ βροῦν δικό τους δρόμο; Διαφορετικὰ ἐκεῖνοι θ’ ἀκολουθήσουν λάθος ὁδηγὸ πού, γιὰ δικούς του λόγους, θὰ ἰσχυριστεῖ πὼς ξέρει κάποιο συντομότερο κι εὐκολότερο δρόμο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ὁδηγὸς στὸν δρόμο πρὸς τὴν Βασιλεία Του, στὸν δρόμο ποὺ κανένας ἄλλος δὲν ξέρει τόσο καλὰ ὅσο Ἐκεῖνος. Πρέπει νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστὸ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι στὰ δικά μας πλανεμένα μάτια κι αὐτιὰ καὶ στὴ δική μας ὀλέθρια ἀντίληψη. Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦμε ἀπὸ διάφορα ὕποπτα πνεύματα καὶ ὀπτασίες, ἄνοιξε γιὰ χάρη μας τὸν παράδεισο καὶ τὴν κόλαση. Ἔδωσε τὴν ἄδεια στοὺς νεκροὺς νὰ μᾶς πληροφορήσουν τί εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Κι αὐτὸ ἔγινε μπροστά Του, ὥστε νὰ βεβαιωθοῦμε γιὰ τὴν ἀλήθεια σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν ἄλλο κόσμο. Ἄφησε τοὺς νεκροὺς νὰ μᾶς φανερώσουν μόνο τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μάθουμε, ὥστε νὰ μὴ μιμηθοῦμε τὴν ἀσπλαχνία τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Λάζαρου, τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα του. Νὰ μὴ λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ βλέπουμε ὅλα ὅσα ἔχουμε σὰν δάνειο ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τὴ δική μας καὶ τῶν δικῶν μᾶς ἀνθρώπων.
.              Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ἐκεῖ δὲν τὸν ἔγλειφαν τὰ σκυλιά, ἀλλὰ τὸν καταβρόχθιζαν τὰ σκουλήκια»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ
Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου
(Λουκ. ιϛ´ 19-31)
Β´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 247 ἑξ.

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ποῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Κροίσου; Ποῦ εἶναι τὰ συμπόσια τοῦ Λούκουλλου; Ποῦ ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα; Ποῦ ἡ δύναμη τοῦ Ναπολέοντα;»

.               «Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾶ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ» (Λουκ. ιϛ´ 22, 23). Οἱ πλούσιοι πεθαίνουν ὅπως κι οἱ φτωχοί. Κανένας δὲ γεννήθηκε στὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι φθαρτὸς καὶ περιμένει τὸ τέλος του. Οἱ πλούσιοι πεθαίνουν ἀφήνοντας ἕναν ἀναστεναγμὸ γι’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ φτωχοὶ ἀφήνουν ἕναν ἀναστεναγμὸ γιὰ τὸ μέλλοντα κόσμο. Ἀφήνοντας τὸν κόσμο αὐτὸν ὁ πλούσιος ἐγκατέλειψε τὴ λαμπρότητα, τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς ἡδονές του. Ὁ Λάζαρος ἄφησε τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαζί του ἄφησε τὴν πείνα, τὶς πληγὲς καὶ τὰ σκυλιά.
.             Ἂς δοῦμε τώρα τὸν θερισμὸ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν πέθανε ὁ Λάζαρος, ἄγγελοι παρέλαβαν τὴν ψυχή του καὶ τὴν ὁδήγησαν στὸν παράδεισο. Ὅταν πέθανε ὁ πλούσιος, οἱ ἄγγελοι ἔφυγαν μὲ ἄδεια χέρια ἀπὸ τὸ νεκροκρέβατό του. Ἀπὸ μία φανερὰ σάπια ρίζα, οἱ ἄγγελοι βρῆκαν καὶ ἔδρεψαν ἕνα ὑπέροχο καὶ ὥριμο φροῦτο. Ἀπὸ τὸ ἄλλο δέντρο, ποὺ ἦταν καταπράσινο καὶ εὐσκιόφυλλο, δὲν βρῆκαν κανένα καρπό. «Πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Λουκ. θ´ 9).
.             Τὰ προφητικὰ αὐτὰ λόγια ἐκπληρώθηκαν ἀπόλυτα στὸν ἄσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικὰ ὅσο καὶ ψυχικά. Τὸ σῶμα του τὸ ἔρριξαν στὸν τάφο, γιὰ νὰ λιώσει ἐκεῖ. Ἡ ψυχή του πῆγε στὴν κόλαση, γιὰ νὰ καίγεται ἐκεῖ. Οἱ ἄγγελοι δὲν μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸ νεκρικό του κρεβάτι, ἀφοῦ ἤξεραν πὼς ἐκεῖ δὲν περίμεναν τίποτα. Τὴ θέση τῶν ἀγγέλων πῆραν οἱ δαίμονες κι οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τὸν θάψουν. Οἱ δαίμονες ἔθαψαν τὴν ψυχή του στὴν κόλαση κι οἱ ἄνθρωποι τὸ σῶμα του στὴν γῆ.
.             Οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀντέδρασαν διαφορετικὰ στὸν θάνατο τοῦ πλουσίου ἀπ’ ὅ,τι σ’ ἐκεῖνον τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, ὅπως γινόταν κι ὅταν ζοῦσαν. Ὁ θάνατος τοῦ πλουσίου ἔγινε ἀμέσως γνωστὸς παντοῦ κι ὅλη ἡ πόλη μαζεύτηκε στὴν κηδεία του. Τὸ παγωμένο σῶμα του τὸ ξαναέντυσαν μὲ πορφυρὰ καὶ πολυτελῆ λινὰ ροῦχα, τὸ τοποθέτησαν σὲ φέρετρο φτιαγμένο ἀπὸ σπάνια ξύλα καὶ μέταλλα καὶ τὸ περιέφεραν στὴν πόλη σὲ χρυσὴ ἅμαξα, ποὺ ἔσυραν ἄλογα μὲ μαῦρες σέλες. Κατὰ κάποιο τρόπο ἀπαιτοῦσαν ἔτσι τὴν ἔκφραση λύπης γιὰ κάποιον πού, μὲ τὴν ζωή του, σκόρπισε τὸν οἶκτο τοῦ οὐρανοῦ. Πίσω ἀπὸ τὴ νεκροφόρα ἀκολουθοῦσε τὸ πλῆθος τῶν φίλων του, τῶν συγγενῶν καὶ τῶν δούλων του, ποὺ ὅλοι τους ἦταν ντυμένοι μὲ πένθιμα μαῦρα ροῦχα. Ἀκολουθοῦσαν ποιόν; Ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔδινε οὔτε τὰ περισσεύματα ἀπὸ τὸ τραπέζι του σ’ ἕναν πεινασμένο ζητιάνο. Ἡ πόλη ὁλόκληρη βγῆκε γιὰ τὴν κηδεία του, νὰ ἐκφράσει τὸ σεβασμό της σ’ αὐτὸν τὸν ἔξοχο συμπολίτη καὶ ν’ ἀκούσει τὶς ὁμιλίες ποὺ ἐκθείαζαν τὶς ἀρετές του κι ὅλα ὅσα εἶχε κάνει γιὰ τὴν πόλη, τὸ ἔθνος καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα γενικότερα. Ἄκουσαν ὅλοι λόγια ὄμορφα σὰν τὰ πορφυρὰ ροῦχα, ἁπαλὰ σὰν τὸ ἐξαιρετικὸ λινὸ ποὺ φοροῦσε τὸ νεκρὸ σῶμα, ποὺ τώρα δὲν εἶχε ἀνάγκη οὔτε ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὸ τραπέζι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Λόγια ποὺ ἦταν τόσο ψεύτικα, ὅσο κι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Λόγια τόσο κενὰ ὅσο ἡ ψυχή του, ποὺ ἦταν ἄμοιρη καλῶν ἔργων.
.           Τελικὰ ἔχωσαν στὴν γῆ τὸ σῶμα ποὺ ἦταν ντυμένο στὰ πορφυρὰ καὶ στὰ πολυτελῆ λινά. Κι κε δν τ λειχαν τ σκυλιά, λλ τ καταβρόχθιζαν τ σκουλήκια. Πάνω στὸν τάφο, στὸν τάφο ἐκείνου ποὺ εἶχε χάσει τὸ στεφάνι τῆς αἰώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια μὲ λουλούδια. Πάνω στὸν τάφο ἔβαλαν καὶ μία ἀκριβὴ πέτρινη στήλη, ὅπου ἦταν χαραγμένο τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἦταν γραμμένο στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Κανένας ἀπὸ τὶς χιλιάδες ἀνθρώπους ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν τελετὴ αὐτὴ ὅμως, δὲν ἤξερε ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ βρισκόταν ἤδη στὴν κόλαση.
.           Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τώρα, τί εἴδους κηδεία νὰ εἶχε ὁ φτωχὸς Λάζαρος; Θὰ ἔμοιαζε μᾶλλον μὲ τὸν ἐνταφιασμὸ κάποιου σκύλου ποὺ βρέθηκε νεκρὸς στὸν δρόμο. Θὰ πρέπει νὰ ὑπῆρχε κάποια κρατικὴ ἐξουσία γιὰ ν’ ἀναλάβει τοὺς νεκροὺς ζητιάνους ποὺ πέθαιναν στὸν δρόμο καὶ νὰ τοὺς θάψει. Κι αὐτὸ γιὰ διαφόρους λόγους, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τοὺς ἑξῆς δύο: πρῶτα γιὰ τὸν κίνδυνο νὰ ξεσχίσουν τὰ σκυλιὰ τὸ σῶμα του καὶ νὰ τὸ σκορπίσουν στὴν ἀγορὰ καὶ δεύτερο, ἀπὸ τὸν φόβο μὴ μυρίσει καὶ μολύνει ἔτσι τὴν πόλη. Ὅπως καὶ νά ᾽χαν τὰ πράγματα, τὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ μεταφερθεῖ τὸ συντομότερο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ ἐνταφιαστεῖ, γιατί τὸ πτῶμα αὐτό, ποὺ ἦταν γεμάτο πληγὲς καὶ ντυμένο μὲ ράκη, ἐνοχλοῦσε τὴν ὅραση τῶν περαστικῶν. Τὸ μόνο ποὺ φρόντιζαν ὅλοι, ἦταν ἡ καλοπέραση τῶν κατοίκων τῆς πόλης. Ἡ παρουσία τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἐνοχλοῦσε ὅλους, τόσο ὅσο ζοῦσε ὅσο κι ὅταν πέθανε. Οἱ ἀρχὲς δὲν ἔχωναν τὴ μύτη τους σὲ τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν προσπαθοῦσαν νὰ βροῦν καὶ νὰ πληρώσουν ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὸ δυσάρεστο αὐτὸ καθῆκον. Αὐτὸ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἦταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιός θὰ τὸν θάψει; Ποιός θὰ πληρώσει γι’ αὐτό; Ποιός ἦταν αὐτός; Καὶ μία ἀνόητη ἐρώτηση: Ποιός θὰ ἤξερε καὶ θὰ θυμόταν τὸ ὄνομα τοῦ ζητιάνου;
.           Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς δύο αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν ἀξία ποὺ εἶχαν στὰ μάτια τῶν ἄλλων; Ὁ οὐρανὸς ὅμως δὲν νοιάζεται πολὺ γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Δὲν νοιάζεται ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐπαινοῦν ἢ περιφρονοῦν, ἂν ἀνταμείβουν μὲ μετάλλια ἢ ἂν καταδικάζουν. Ἡ ἐκτίμηση τῶν ἀνθρώπων φτάνει μόνο ὣς τὸν τάφο ἐκείνων ποὺ πέθαναν. Μετὰ τὴν ψυχὴ τὴν ἀναλαμβάνει ὁ οὐρανὸς καὶ κάνει τὴ δική του ἐκτίμηση. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πλούσιος ἄνθρωπος ποὺ ντυνόταν μὲ πανάκριβα ροῦχα πῆγε κατ᾽ εὐθείαν στὴν κόλαση, ἐνῶ ὁ Λάζαρος μὲ τὰ ἕλκη ἀνέβηκε στὸν παράδεισο.
.           «Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ» (Λουκ. ιϛ´ 22, 23). Αὐτὴ θὰ ἦταν ἴσως ἡ πρώτη φορὰ ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκε, ποὺ ὁ πλούσιος σήκωσε τὰ μάτια του πρὸς τὸν οὐρανό. Στὴν γῆ κοίταζε μόνο τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο γύρω του. Δὲν εἶχε φροντίδες κι ἀνάγκες καὶ γι’ αὐτὸ δὲν σήκωνε ψηλὰ τὰ μάτια του. Τὸ ἴδιο κάνουμε σήμερα καὶ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, γι’ αὐτὸ ἔχουμε καὶ τὴν παροιμία ποὺ λέει: «Χωρὶς βάσανα, προσευχὴ δὲν γίνεται!» Χίλιες φορς νά ᾽ναι ελογημένα τ βάσανα πο μς βρίσκουν σ’ ατ τὴν ζω κα μς ναγκάζουν ν σηκώσουμε τ μάτια κα τν καρδιά μας στν Κύριο. Ἂν ὁ πλούσιος δὲν εἶχε ἐξορκίσει τὰ βάσανα στὴν γῆ καὶ δὲν τ’ ἀπέφευγε μὲ τὰ γέλια καὶ τὶς διασκεδάσεις, ἴσως νά ᾽χε σηκώσει ὅσο ζοῦσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ νά ᾽χε γλιτώσει ἀπὸ τὴν κόλαση. Τώρα ὅμως βρισκόταν στὴν κόλαση, ἀπ’ ὅπου μάταια σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανό.
.             Ὁ σοφὸς Σολομὼν εἶχε πεῖ: «Ἀγαθὸς θυμὸς ὑπὲρ γέλωτα, ὅτι ἐν κακίᾳ ἀνθρώπου ἀγαθυνθήσεται καρδία» (Ἐκκλησ. Ζ´ 3). Ὁ πλούσιος εἶχε ἀπολαύσει τὴν ζωή του, ἦταν εὐτυχισμένος, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ἄγγιξε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἀπὸ τὴν κόλαση σήκωσε τὰ μάτια του, εἶδε τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Ἡ παραβολὴ λέει πὼς τὸν εἶδε ἀπὸ μακρόθεν, γιὰ νὰ δείξει πὼς ἡ κόλαση βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν παράδεισο, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία τῶν δικαίων. Ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ὁ κατὰ σάρκα γενάρχης τῶν Ἰουδαίων. Μὲ τὴν δικαιοσύνη του ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων ποὺ μὲ τὴν πίστη, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωσή τους εὐαρέστησαν στὸν Θεὸ κι ἔκαναν τὸ θέλημά Του. Ὁ Λάζαρος βρισκόταν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Τί σημαίνει αὐτό; Μὲ τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ ὁ Κύριος ὑποδηλώνει τὸ ἤρεμο καταφύγιο ὅλων τῶν δικαίων, τοὺς ὁποίους ἀνέπαυσε ὁ Θεὸς μετὰ τὶς καταιγίδες τῆς ζωῆς στὴν γῆ.
.           Ὡσότου ἔρθει ὁ Χριστὸς στὴν γῆ, οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν τὸν Ἀβραὰμ ὡς τὸν καλλίτερο τῶν δικαίων. Κι ὁ Κύριος τὴν παραβολὴ αὐτὴ τὴν ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους. Μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, ἦταν φυσικὸ νὰ ἐξελιχτοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι πιὸ δίκαιοι ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος δὲν ὑποσχέθηκε στὸν Ἀβραὰμ πὼς θὰ τὸν βάλει σὲ κάποιο θρόνο γιὰ νὰ κρίνει τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως ἔκανε στοὺς ἀποστόλους (βλ. Λουκ. κβ´ 30). Σὰν ἀπόγονος τοῦ Σὴμ ὅμως ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ θ’ ἀξιωνόταν νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (βλ. Λουκ. ιγ´ 28), ὅπου, μαζί του θὰ ἦταν κι ὅλοι οἱ ἄλλοι δίκαιοι, οἱ κακοποιημένοι καὶ θανατωμένοι προφῆτες, οἱ ἀφοσιωμένοι βασιλιάδες κι ἄλλοι θεάρεστοι ἄνθρωποι.
.           Στὴν χορεία τῶν δικαίων, μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαάκ, τὸν Ἰακώβ, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς προφῆτες Ἠλία καὶ Ἐλισσαῖο, τὸ δίκαιο Ἰὼβ καὶ τὸν ἔνδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ὁ Λάζαρος, ὁ φτωχὸς ζητιάνος ποὺ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ ὑπόμεινε καρτερικὰ τὴν πείνα, τὴν γυμνότητα, τὴν περιφρόνηση, τὴν ἀρρώστια καὶ τὰ ἕλκη ποὺ αἱμορραγοῦσαν. Κανένας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦσαν σ’ αὐτὴ τὴν φωτεινὴ χώρα, στὸν τόπο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀνεκλάλητης χαρᾶς, δὲν ἔφτασε ἐκεῖ μὲ τὰ ἐπίγεια πλούτη καὶ τὶς διασκεδάσεις του, τὰ ἐπιτεύγματα καὶ τὴν ἐξουσία του, τὸ βασιλικὸ στέμμα καὶ τὴν εὐγενικὴ καταγωγή του, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν σταθερὴ κι ἀκλόνητη πίστη κι ἐλπίδα του στὸν Θεό, τὴν ὑποταγή του στὸ θεϊκὸ θέλημα ἢ μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἔγκαιρη μετάνοια.
.           Ὁ Θεὸς δὲν ἀποβλέπει στὴν κοινωνικὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὸν κόσμο. Προσέχει μόνο τὴν καρδιά μας. Στὴν βασιλεία Του θὰ μποῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν βασιλικὲς ψυχές, ὄχι βασιλικὰ στέμματα· αὐτοὶ ποὺ εἶναι πλούσιοι στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη, ὄχι σὲ χρήματα καὶ κτήματα· ὅσοι κατέχουν τὴν σοφία Θεοῦ κι ὄχι τὴν σοφία τοῦ κόσμου· αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χαρούμενες καὶ ἱλαρὲς καρδιές, ὄχι οἱ ἄλλοι ποὺ ὁ μόνος τρόπος ποὺ χαίρεται ἡ καρδιά τους εἶναι ν’ ἀκοῦνε μουσικὴ καὶ νὰ χορεύουν, ἐκεῖνοι ποὺ ἡ καρδιὰ τοὺς χαίρεται κοντὰ στὸν Θεό, ὅπως λέει κι ὁ Ψαλμωδός: «Ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσαντο ἐπὶ Θεὸν ζῶντα» (Ψαλμ. πγ´ 3).
.           Τί ἔκανε ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ὅταν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Λάζαρο κοντὰ στὸν Ἀβραάμ, τὸν ἴδιο Λάζαρο ποὺ μὲ τὸ ὄνομά του δὲν ἤθελε νὰ μολύνει τὰ χείλη του στὴν γῆ; «καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσαν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῆ» (Λουκ. ιϛ´ 24). Δὲν θά ᾽βρισκε λόγια κανεὶς γιὰ νὰ περιγράφει καλύτερα τὸν τρόμο καὶ τὰ βάσανα τοῦ ἁμαρτωλοῦ στὴν κόλαση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεινάει λίγο, ἀναζητᾶ κρέας ἢ ψάρι γιὰ νὰ κορέσει τὴν πείνα του. Ὅταν πεθαίνει τῆς πείνας, εἶναι εὐχαριστημένος, ἂν βρεῖ μία χούφτα βελανίδια, γιὰ νὰ συγκρατήσει τὴν ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα του. Πόσο πιὸ φοβερὴ πρέπει νὰ ἦταν ἡ φωτιὰ τῆς κόλασης, ὅπου καιγόταν ὁ πλούσιος! Κι αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ζήτησε πάγο, ἕναν κουβὰ ἢ ἔστω ἕνα ποτήρι νερό, ἀλλὰ μόνο ἕνα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μία σταγόνα νερὸ στὸ ἀκροδάχτυλο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν γλῶσσα του ποὺ καιγόταν. Ἄχ, ἀδελφοί μου! Ἂν οἱ ἄνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πὼς ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἐπεκτείνει τὸ βασίλειο τοῦ ψεύδους ἢ γιὰ νὰ κάνει ἕνα πράγμα νὰ φαίνεται μεγαλύτερο ἀπ’ ὅ,τι πραγματικὰ εἶναι, τότε ἡ μοναδικὴ αὐτὴ εὐαγγελικὴ παραβολή Του θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν στὴν γῆ. Προσέξτε πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ στὴν ζωή του δὲν ἤξερε τί σημαίνει ἔλεος κι εὐσπλαγχνία, ζητοῦσε τώρα τὸ ἔλεος ἀπὸ τὰ βάθη τῆς κόλασης. Κοιτάξτε ἔπειτα τὸν ἑαυτό σας, βαθμολογῆστε τον ὅλοι ἐσεῖς ποὺ ὄχι μόνο δὲν ἔχετε ἔλεος, ἀλλὰ καλλιεργεῖτε μέσα σας ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀπόρους. Ἴσως πολὺ σύντομα κραυγάσετε κι ἐσεῖς γιὰ ἔλεος ὅπως ὁ πλούσιος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσχωρήσει οὔτε μία ἀκτίνα ἐλέους, στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα.
.           «Εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἠμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν» (Λουκ. ιϛ´ 25, 26). Ὁ Ἀβραὰμ ἀπευθύνθηκε στὸν ἁμαρτωλὸ μὲ μία εὐγενικὴ λέξη. Τὸν ὀνόμασε τέκνον.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ποῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Κροίσου; Ποῦ εἶναι τὰ συμπόσια τοῦ Λούκουλλου; Ποῦ ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα; Ποῦ ἡ δύναμη τοῦ Ναπολέοντα;»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ
Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου
(Λουκ. ιϛ´ 19-31)
Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 247 ἑξ.

%cf%80%cf%84%cf%89%cf%87-%ce%bb%ce%b1%ce%b6.         Οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονται γιὰ τὰ ὑπάρχοντά τους ἐδῶ στὴν γῆ. Οἱ ἐξαντλητικοὶ καὶ ἀνώφελοι διαπληκτισμοί τους δὲν ἔχουν τέλος. Ἄχ, ἄνθρωποι! Ποῦ ἀνήκετε; Εἶστε κοπάδι, ποὺ μάχεστε γιὰ ἕνα βοσκοτόπι. Ὁ ἰδιοκτήτης τόσο τοῦ κοπαδιοῦ ὅσο καὶ τοῦ λιβαδιοῦ στέκεται καὶ κοιτάζει μὲ ἔκπληξη τὸ κοπάδι του νὰ διαπληκτίζεται γιὰ τὴ βοσκή του, ὅταν τόσο τὸ κοπάδι ὅσο καὶ ἡ βοσκὴ ἀνήκουν σ’ ἐκεῖνον.
.             Οἱ ἄνθρωποι θυμοῦνται πολλὰ πράγματα. Ἕνα μόνο πράγμα δὲν θυμοῦνται ποτέ, ὅσο συχνὰ καὶ νὰ τ’ ἀκοῦνε: πὼς ἔρχονται γυμνοὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, χωρὶς νὰ κουβαλᾶνε τίποτα μαζί τους, καὶ γυμνοὶ ξαναφεύγουν.
.             Οἱ ἄνθρωποι μοιράζουν τὴν γῆ αὐτή, ἂν καὶ ποτὲ σχεδὸν δὲν καταφέρνουν νὰ τὸ κάνουν σωστά. Προστατεύουν τὰ ὅρια τῆς γῆς τους μὲ τὴν ζωή τους. Καὶ παρ’ ὅλα αὐτά, τὰ σύνορα μετακινοῦνται. Τὸ πιὸ φτηνὸ πράγμα συνήθως καταλήγει πολὺ ἀκριβότερο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν διαφωνοῦν σ’ αὐτό, ἀλλὰ δίνουν στὸ τρομερὸ κόστος τὰ ἐπίθετα «δικαιοσύνη» ἢ «πατριωτισμὸς» ἢ κάποιο ἄλλο βολικὸ ὄνομα. Τ μόνο πο δὲν λένε ποτέ, εναι πς συνιστ παραφροσύνη ν πεθαίνουν πρόβατα γι μία γκαλι χόρτα, ταν τ χόρτα εναι κε γι ν στηρίξουν τὴν ζωή, χι γι λλο λόγο.
.             Τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι ζήτημα χόρτου. Ὅλα ὅσα τρῶνε καὶ ντύνονται οἱ ἄνθρωποι εἶναι χορτάρι ἢ κάτι πιὸ νεκρὸ ἀπὸ τὸ χορτάρι. Στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρεται πὼς ὁ Θεὸς ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὰ ζῶα φυτὰ καὶ χόρτα γιὰ τροφὴ (Γέν. α´ 29-30). Ἂν ρωτήσεις τοὺς ἀνθρώπους νὰ σοὺ ποῦνε: «τί ἀξίζει περισσότερο, τὸ χορτάρι ἢ οἱ ἄνθρωποι;», θ’ ἀκούσεις μόνο μία ἀπάντηση: οἱ ἄνθρωποι. Μὲ τὶς πράξεις τοὺς ὅμως οἱ ἄνθρωποι δείχνουν πὼς λογαριάζουν πιὸ πολύτιμο τὸ χορτάρι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ γι’ αὐτὸ θυσιάζουν καὶ τὴ δική τους ζωὴ καὶ τῶν ἄλλων γιὰ τὸ εὐτελὲς χόρτο.
.             Ἂν τὸ πρόβλημα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι πρόβλημα τοῦ χορταριοῦ, τότε αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, ὁ «λίθος προσκόμματος» τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν γῆ. Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν σκαλώνουν στὸ ἐμπόδιο αὐτό, ἀλλὰ τὸ παρακάμπτουν εἰρηνικὰ κι ἀφήνουν σὲ ἄλλους τὴν περιουσία τους. Γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ εἶναι αἰτία φιλονικίας, ἀντεγκλήσεων, ἀτέρμονου μόχθου καὶ ἱδρώτα· τὸ πρόβλημα καὶ τὸ περιεχόμενο ὅλης τῆς ζωῆς τους καὶ τελικὰ τῆς μνήμης τους.
.             Ποῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Κροίσου; Ποῦ εἶναι τὰ συμπόσια τοῦ Λούκουλλου; Ποῦ ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα; Ποῦ ἡ δύναμη τοῦ Ναπολέοντα; Ἀπ’ ὅλους τους ἔμειναν κάποια ἴχνη, μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη μορφή, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι ἱκανὰ ν’ ἀπαντήσουν στὸ ἐρώτημα: Ποῦ εἶναι τώρα ὁ πλούσιος Κροῖσος; Ποῦ ὁ κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Ποῦ οἱ φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Ποῦ ὁ παντοδύναμος Ναπολέων; Ἀξίζει πολὺ περισσότερο νὰ μάθουμε ποῦ βρίσκονται οἱ ἄνθρωποι, ὄχι ποῦ βρίσκονται οἱ κτήσεις κι ἡ περιουσία τους. Αὐτὸ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ τὸ μάθουμε, προτοῦ ἀνακαλύψουμε ποῦ ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι.
.             Σὲ ποιόν λοιπὸν ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι; Αὐτὸς ποὺ θὰ βρεῖ τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό, θὰ βρεῖ εὔκολα ἀπάντηση καὶ στὸ πρόβλημα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως οἱ ἐργαζόμενοι στὸ δρόμο ποὺ πρῶτα μετακινοῦν τὰ βράχια κι ἔπειτα μποροῦν νὰ τακτοποιήσουν τ’ ἀμμοχάλικα καὶ ἄλλα ὑλικά.
.             Ὅταν οἱ ἄνθρωποι βροῦν τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως ἔκαναν χιλιάδες χρόνια ὣς τώρα, θὰ πρέπει νὰ τὸ ἔκαναν ἀκολουθώντας τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο δρόμους: Πρῶτον, πὼς ὁ ἄνθρωπος κατέχεται ἀπὸ κακὲς καὶ πονηρὲς πνευματικὲς δυνάμεις, ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὰ παράγωγά της. Ἤ, δεύτερον, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀνήκει στὴν φύση ποὺ τὸν δημιούργησε, τὸν συντηρεῖ γιὰ κάποιο διάστημα, ὅπως ἕνα ἔπιπλο ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα, καὶ τελικὰ τὸν ἀποκόπτει καὶ τὸν θανατώνει. Ὅλοι οἱ σοφοὶ ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου δὲν δανείστηκαν οὔτε ἕνα ψῆγμα ἀντίληψης ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἔχουν μόνο τὶς δύο αὐτὲς ἀπαντήσεις στὸ ἐρώτημα: σὲ ποιόν ἢ σὲ τί ἀνήκει ὁ ἄνθρωπος;
.             Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ξεκαθαρίζει πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀνήκει στὸν Πανεύσπλαγχνο Θεό. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι «κτῆμα», ὅπως τὰ πράγματα ποὺ ἀνήκουν σὲ κάποιον. Ἀνήκει στὸν Θεὸ ὡς ἐλεύθερη καὶ λογικὴ ὕπαρξη, ὡς υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ δὲν δόθηκε ἀπὸ κάποιον φιλόσοφο. Ἂν ἦταν ἔτσι τὰ πράγματα δὲν θὰ τὸν πιστεύαμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ παντεπόπτου Θεοῦ, ποὺ ἐπισκέφτηκε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ τριαδικὸ σύστημα ὕπαρξης καὶ ζωῆς, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ ζωή. Πιστεύουμε ἑπομένως πὼς ἡ ἀπάντηση αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ καὶ τὴν κρατᾶμε ὡς σωστικὴ ἀλήθεια. Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ κληθεῖ ἁπλὰ «ἀπάντηση», ἀλλὰ μαρτυρία τοῦ πάνσοφου Θεοῦ.
.             Μὲ τὴν μαρτυρία αὐτὴ παίρνουμε τὴν ἀπάντηση στὸ πρόβλημα γιὰ τὰ ὑπάρχοντα τοῦ ἀνθρώπου, σ’ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις γιὰ τὴν ἰδιοκτησία, τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὶς πολιτικὲς πάνω στὴν γῆ. Ὁ ἄνθρωπος ἀνήκει στὸν Θεό. Ἡ φύση ἐπίσης ἀνήκει στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζει ὑπάρχοντά του, στὴν πραγματικότητα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς τὰ δανείζει στὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς δάνεισε τὰ ὑπάρχοντα αὐτὰ στοὺς ἀνθρώπους ἄνισα. Γιατί αὐτό; Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεύθερες καὶ λογικὲς ὑπάρξεις. Ὁ Θεὸς δὲν μοιράζει ἄνισα τὰ πράγματα σὲ νεκροὺς ἢ σὲ μισοπεθαμένες ὑπάρξεις ποὺ δὲν ἔχουν ἀντίληψη, ποὺ δὲν λειτουργεῖ ὁ νοῦς τους. Ἔκανε ὅμως τὴν μοιρασιὰ στὶς λογικὲς κι ἐλεύθερες ὑπάρξεις ἄνισα, γιὰ νὰ φανεῖ καθαρὰ ἡ ἀντίληψη κι ἡ ἐλευθερία τους· γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀλληλεξάρτησή τους καὶ μὲ τὴν σωστὴ καὶ λογικὴ χρήση τῶν ἀγαθῶν ποὺ τοὺς δάνεισε ὁ Θεός, νὰ ἐργαστοῦν τόσο γιὰ τὴν δική τους σωτηρία, ὅσο καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν τους. Ἔτσι αὐτὰ ποὺ τοὺς δάνεισε ὁ Θεὸς καὶ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει νὰ γίνουν μέσα γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

* * *

.             Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ ἕναν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔβλεπε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ ὑπάρχοντά του, ἀλλὰ μ’ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικὸ τρόπο. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὅμως βασανίστηκε τόσο πολύ, ποὺ ἡ καρδιά μας παγώνει στὸ ἄκουσμα τῶν βασάνων του καὶ οἱ τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ μας σηκώνονται ὄρθιες καὶ μόνο ἀπὸ τὴν περιγραφή τους.
.             Εἶπε ὁ Κύριος: «Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλώνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ» (Λουκ. ιϛ´ 19-21). Αὐτὴ εἶναι μία φοβερὴ εἰκόνα ποὺ περιγράφει τὴν ἐπίγεια ἀνισότητα. Σταθεῖτε ὅμως. Ἀργότερα θὰ δοῦμε μία φοβερὴ εἰκόνα τῆς οὐράνιας ἀνισότητας. Πόσο ἀντίθετη παράθεση! Ἀπὸ τὴ μία ὁ πλούσιος ἄνθρωπος, ντυμένος μὲ πορφύραν καὶ βύσσον, μὲ κόκκινα, πορφυρὰ ἐνδύματα καὶ μὲ πολυτελῆ λινὸ χιτώνα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, ἕλκη. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ κάνει παρέα μὲ ἄλλους σὰν κι αὐτόν, δηλαδὴ πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι εὐτυχισμένους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνας ἄνθρωπος ποὺ μόνη παρέα του εἶχε τὰ σκυλιά. Ἀπὸ τὴ μία χλιδή, ὑγεία καὶ γεμάτα στομάχια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη φτώχεια, ἀρρώστια καὶ πείνα. Στὴ μία μεριὰ τὰ τραγούδια κι οἱ χοροὶ ἀντιλαλοῦσαν στὸ στερέωμα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ σιωπηλὴ ἐλπίδα γιὰ ἕνα ψίχουλο ψωμί, μία ἄλαλη παρακολούθηση τοῦ ἱδρώτα νὰ τρέχει ἀπὸ τὸ σῶμα του, μία ἄδηλη ἀναμονὴ τοῦ θανάτου. Βουβὸς καὶ ἄρρωστος. Τὸ εὐαγγέλιο δὲν μᾶς λέει ὅτι ὁ Λάζαρος ζήτησε ποτὲ βοήθεια, ὅπως κάνουν οἱ ἄλλοι ζητιάνοι. Αὐτὸς γύρευε νὰ κορέσει τὴν πείνα του μόνο ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλούσιου, χωρὶς ποτὲ τοῦ νὰ μιλήσει. Μιλοῦσε μὲ κάποιους στὴν καρδιά του, μὰ ποτὲ μὲ τὴν γλῶσσα του. Τί θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ τὴν γλῶσσα γιὰ τὴ φτώχειά του, ἀφοῦ ὅλο τὸ σῶμα του ἦταν τριγυρισμένο ἀπὸ σκυλιά; Κι αὐτὸ μιλοῦσε ἀπὸ μόνο του κι ἦταν πολὺ πιὸ εὔγλωττο ἀπὸ πολλὰ λόγια.
.             Ἂς προσέξουμε ἐδῶ ἕνα πολὺ σπουδαῖο σημεῖο: Ὁ Κύριος δὲν ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου, μᾶς δίνει ὅμως τὸ ὄνομα τοῦ φτωχοῦ, τοῦ ζητιάνου. Τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου δὲν ἀναφέρεται καθόλου στὴν παραβολή, μᾶς εἶναι ἄγνωστο, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀναφέρεται καὶ στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Τί σημαίνει αὐτό; Δὲν εἶναι κάτι ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὴ συνηθισμένη πρακτικὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ ἦταν ν’ ἀναφερθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ φτωχοῦ ἤ, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ ἦταν γνωστό, νὰ μὴν ἀναφερθεῖ καθόλου γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλήσει; Οἱ φτωχοὶ βαδίζουν ἢ ἕρπουν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους σὰν ἀνώνυμες σκιὲς ποὺ πετάγονται ξαφνικὰ σὰν ζητιάνοι, ἐνῶ τὰ ὀνόματα τῶν πλουσίων ἀντηχοῦν ἀκόμα καὶ μέσα στὰ βασιλικὰ παλάτια, τραγουδιοῦνται στὰ ἔπη, γράφονται στὴν ἱστορία, ἀναφέρονται στὰ μέσα ἐπικοινωνίας καὶ χαράζονται σὲ μνημεῖα.
.             Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριος δὲν ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου: γιὰ νὰ μὴν τιμήσει ἰδιαίτερα κάποιον ποὺ οἱ ἄνθρωποι τιμοῦν πολύ· γιὰ νὰ ξεκαθαρίσει πὼς ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ διαφέρει καὶ συνήθως εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων· γιὰ νὰ δείξει πῶς ἀμείβει ὁ οὐρανὸς τοὺς ἀνθρώπους. Παραλείποντας τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου ὅμως, ἀποκάλυψε κι ἕνα οὐράνιο μυστήριο. Τὸ ὄνομα τέτοιου πλούσιου θὰ εἶναι ἄγνωστο στὸν οὐρανό. Δὲν θ’ ἀναφερθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους. Θὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ Βιβλίο τῆς Ζωῆς. Θὰ μποροῦσε ὁ Κύριος νὰ δώσει κάποιο ὄνομα στὸν πλούσιο, ὅπως ἔκανε καὶ γιὰ τὸν φτωχό. Ἀλλὰ δὲν εἶχε καμία πρόθεση νὰ τὸ προφέρει μὲ τ’ ἅγια χείλη Του, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀναζωογονήσει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀφοῦ εἶχε διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ Βιβλίο τῆς Ζωῆς.
.             Ὀφείλουμε νὰ παρατηρήσουμε πὼς ὁ Κύριος φρόντισε ἰδιαίτερα νὰ μὴν ἀναφέρει τὰ ὀνόματα τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Πιλάτου ἢ τοῦ Καϊάφα. «Εἴπατε τὴ ἀλώπεκι ταύτη» (Λουκ. ιγ´ 32), εἶπε γιὰ τὸν Ἡρώδη, χωρὶς νὰ πεῖ τ’ ὄνομά του. Πολὺ νωρίτερα ὁ Θεὸς εἶχε πεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς μὲ τὸν Ψαλμωδό: «οὐδ’ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε´ 4). Γιὰ τοὺς δικαίους ὅμως εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς: «χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Λουκ. ι´ 20). Τοποθετεῖ τὴ χαρὰ αὐτὴ πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη χαρά, παραπάνω κι ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ ἔνιωθαν οἱ ἀπόστολοι, ὅταν διαπίστωσαν πὼς τὰ πνεύματα ὑποτάσσονται σ’ αὐτούς.
.             Τί κακὸ ἔκανε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὥστε ὁ Κύριος νὰ μὴν ἀναφέρει τ’ ὄνομά Του; Ὁ Κύριος δὲν τὸν κατηγόρησε οὔτε γιὰ κλοπή, οὔτε γιὰ ψεύδη ἢ γιὰ μοιχεία, γιὰ ἔγκλημα ἢ γι’ ἀπιστία στὸν Θεό, οὔτε γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀπέκτησε τὰ πλούτη του. Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν τὸν κατηγόρησε ὁ Κύριος; Μὰ ἡ ζωντανὴ κατηγορία ἔστεκε μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ ἀρχοντικοῦ του. Δὲν ἦταν γραμμένη σὲ χαρτὶ μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ πληγὲς καὶ ἕλκη στὸ σῶμα τοῦ ζωντανοῦ ἀνθρώπου.
.             Ὁ πλούσιος εἶχε σίγουρα ὅλα τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες ποὺ ἀναπόφευκτα κουβαλοῦν μαζί τους τὰ πλούτη στὸν ἐλαφρόμυαλο ἄνθρωπο. Αὐτὸς ποὺ κάθε μέρα ντύνεται μὲ λαμπρότητα, τρώει καὶ πίνει πλουσιοπάροχα καὶ ξοδεύει τὸν καιρό του σὲ ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, δὲν ἔχει μέσα του θέση γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήσει τὴν γλῶσσα του ἀπὸ τὸ κουτσομπολιό, τὸ στομάχι του ἀπὸ τὴν πολυφαγία καὶ τὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ματαιότητα, τὴν καταφρόνηση τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀπαξίωση τῶν πραγμάτων τοῦ Θεοῦ. Ὅλ’ αὐτὰ ὁδηγοῦν ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο στὴν φιληδονία, στὴν ἀπάτη, στὴν ἐκδικητικότητα, στὸ ἔγκλημα καὶ στὴν ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ. Καμιὰ ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς κακίες ὅμως δὲν ἀνέφερε ὁ Κύριος γιὰ τὸν πλούσιο. Ἀπὸ τὴν παραβολὴ μόνο μία ἀνομία εἶναι καθαρὴ γιὰ τὸν πλούσιο: ἡ ὑπερβολικὴ περιφρόνησή του γιὰ τὸ φτωχὸ Λάζαρο, γιὰ τὴν ἀρρώστια καὶ τὴν φτώχειά του.
.             Ἂν ὁ Λάζαρος ἦταν ὑγιὴς ἄνθρωπος, ντυμένος στὰ μεταξωτὰ καὶ παρουσιαζόταν στὴν πύλη, ὁπωσδήποτε θὰ τὸν ὑποδεχόταν ὁ πλούσιος καὶ θὰ τὸν καλοῦσε στὸ τραπέζι του. Θὰ τὸν ὑποδεχόταν καὶ θὰ τὸν καλοῦσε σὰν ἄνθρωπο. Ὁ πλούσιος ὅμως δὲν ἔβλεπε καὶ δὲν ἀναγνώριζε κάποιον ἄνθρωπο στὸν Λάζαρο, μέσα στὴν φτώχεια καὶ τὶς πληγές του. Περιφρονοῦσε τὸ πλάσμα αὐτὸ τοῦ Θεοῦ σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε καθόλου. Γύριζε ἀλλοῦ τὰ μάτια του γιὰ νὰ μὴ τὸν βλέπει καὶ μολύνει τὴν ὅρασή του. Τὰ πλούτη του τὰ λογάριαζε ἀποκλειστικὰ δικά του, ὄχι σὰν δανεικὰ ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ τάλαντο ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς τὸ ἔθαψε στὴν γῆ τοῦ κορμιοῦ του κι ἔτσι κανένας ἄλλος δὲν ὠφελήθηκε ἀπ’ αὐτό. Ἡ καρδιά του ἦταν δοσμένη «ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ» (Λουκ. κα´ 34). Ὁ πνευματικὸς κόσμος κι οἱ πνευματικὲς ἀξίες δὲν ὑπῆρχαν γι’ αὐτόν. Ἔβλεπε μόνο μὲ τὰ σωματικά του μάτια, ἄκουγε μόνο μὲ τὰ σωματικά του αὐτιὰ καὶ ζοῦσε ἀποκλειστικὰ μὲ ἀφοσίωση στὰ σαρκικὰ πράγματα.
.             ψυχ το πλουσίου ταν γεμάτη πληγές, πως ταν κα τ σμα το Λάζαρου. ψυχή του ταν πραγματικ εκόνα το σώματος το Λαζάρου κα τ σμα το Λαζάρου ληθιν εκόνα τς ψυχς του. τσι Θες βαλε δύο νθρώπους στὴν γ γι ν γίνουν νας καθρέφτης το λλου. Ὁ ἕνας ζοῦσε στὸ μέγαρο κι ὁ ἄλλος στὴν πύλη. Ἡ ἐξωτερικὴ λαμπρότητα τοῦ πλούσιου καθρέφτιζε τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ Λαζάρου. Ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τῶν πληγῶν τοῦ Λαζάρου καθρέφτιζε τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ πλούσιου. ταν παραίτητο νπαριθμήσει Κύριος λες τς μαρτίες το πλούσιου; Μ ταν λοφάνερες μ τν πρώτη ματι κα μάλιστα καθεμι π’ ατές. Ἡ ἔλλειψη συμπάθειας τοῦ πλούσιου πρὸς τὸν Λάζαρο τράβηξε τὴν κουρτίνα τῆς ψυχῆς του καὶ φανερώθηκε ἀμέσως -στὰ μάτια, στ’ αὐτιά, στὴ μύτη καὶ τὴν γλῶσσα- ὁ βόρβορος ποὺ εἶχε μέσα του.
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα δύο ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε στὴν γῆ: τοῦ ἑνὸς τὸ ὄνομα εἶναι πασίγνωστο στοὺς ἀνθρώπους κι ἀναφέρεται πάντα μὲ συμπάθεια· τοῦ ἄλλου τὸ ὄνομα δὲν τὸ ξέρει κανένας, μὰ οὔτε κι ἐνδιαφέρεται νὰ τὸ μάθει. Καὶ τώρα θὰ δοῦμε τὴν εἰκόνα τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων στὸν οὐρανό.

 ΣYNEXIZETAI

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

,

Σχολιάστε

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

Κυριακὴ Ε´ Λουκᾶ (Λουκ. ιϛ´19-31)
Τοῦ Μητροπ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου (†)
(Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 5-11-1989)

.             Κυριακή, ἀγαπητοί μου, σήμερα· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸ Θεό. Τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ Χριστιανοί; Ὅλοι νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, νὰ σταθοῦν μὲ εὐλάβεια καὶ νὰ ποῦν ἀπ’ τὴν καρδιά τους ἕνα «Κύριε, δόξα σοι», ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα «Κύριε, ἐλέησον». Ὅσοι ἐρχόμεθα στὴν ἐκκλησία, ἡ σκέψι μας νά ’νε στὸ Θεό. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.). Νὰ εἴμεθα στὸ ναὸ ὄχι μόνο σωματικῶς ἀλλὰ καὶ πνευματικῶς. Ἡ ψυχὴ – τὸ πνεῦμα ἔχει τὴν ἀξία. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι συμμετέχετε ψυχικῶς, παρακαλῶ ν᾽ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα.

* * *

.             Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀπαντᾷ σ᾽ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα. Ποιό ἐρώτημα; Μιὰ μέρα θὰ πεθάνουμε, ὁπωσδήποτε· δὲ γλυτώνει κανείς. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» (Ἑβρ. 9,27). Τί γίνεται λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; Ἰλιγγιῶδες τὸ ἐρώτημα. Τί ἀπάντησι θὰ δώσουμε;
Ἀπαντᾷ ἡ συνείδησί μας, ἀπαντᾷ ὁ Χριστός, ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο – αἱ Γραφαί· ἡ ψυχὴ ζῇ.
.             Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι κοροϊδεύουν καὶ ἐμπαίζουν. Ἄκου ἐκεῖ, λένε, στὸν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου, οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτᾶδες μᾶς μιλοῦν περὶ ψυχῆς. Ποιά ψυχή; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε σὰν τὸ ζῷο. Ὅπως ψοφάει ἡ γάτα καὶ ὁ σκύλος, ἔτσι κι αὐτός…
.             Ἔτσι λένε αὐτοί. Σφάλλουν ὅμως. Ἡ ὑγιὴς σκέψι ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς πίστευε, ὅτι πέρα ἀπὸ τὸ θάνατο ὑπάρχει ἄλλη ζωή· ὑπάρχει ἀθανασία ψυχῆς. Κ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐδῶ ὅλο τὸ πανόραμα τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, ἀναφέρω μόνο ἕνα φιλόσοφο, ποὺ ἔζησε 400 χρόνια πρὸ Χριστοῦ καὶ πίστευε στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
.             Εἶνε ὁ Σωκράτης. Ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος, κ’ ἐπειδὴ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ ὑπεδείκνυε τὸ σωστό, οἱ Ἀθηναῖοι τὸν μίσησαν. Τὸν διέβαλαν, τὸν πῆγαν στὸ δικαστήριο καὶ τὸν δίκασαν. Σὲ ὅλη τὴ δίκη ἦταν γαλήνιος. Ὅταν ἄκουσε τὴν ἀπόφασι, ὅτι καταδικάζεται εἰς θάνατον, δὲν ταράχτηκε. Φεύγω, λέει, ἀπ᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἀνθρώπινο δικαστήριο καὶ πηγαίνω σ᾽ ἕνα ἄλλο θεῖο δικαστήριο. Ἐκεῖ δὲν δικάζουν ἄδικοι κριταί. Ἐκεῖ θὰ μὲ δικάσουν ὁ Μίνως, ὁ Αἰακὸς καὶ ὁ ῾Ραδάμανθυς, καὶ θ’ ἀποδώσουν δικαιοσύνη, ἐκεῖ θὰ βρῶ τὸ δίκαιο… Λίγες στιγμὲς πρὶν πιῇ τὸ κώνειο, οἱ μαθηταί του τὸν ρώτησαν κλαίγοντας· ―Τί νὰ κάνουμε τὸ σῶμα σου, ποῦ νὰ σὲ θάψουμε; Κι αὐτὸς ἀπήντησε· ―Αὐτὸ ποὺ θὰ μείνῃ ἐδῶ δὲν εἶνε ὁ Σωκράτης. Ὁ Σωκράτης πετάει ψηλά. Ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει στὰ ὕψη, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μου. Πηγαίνω ἐκεῖ ποὺ δὲ μπορεῖτε νὰ μὲ βρῆτε πλέον.
.             Αὐτὰ εἶπε. Ἀλλ’ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ἄλλοι σοφοὶ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἀμυδρὸ φῶς, ἕνα κεράκι μέσ᾽ στὸ σκοτάδι τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ κεράκι, ἡ ἀλήθεια περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο – πότε; Ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀνθρωπίνη. Τότε ἀκούστηκαν λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Ὅσο ἀξίζουν τὰ λίγα λόγια τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ διάλογοι τῶν φιλοσόφων. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Κηρύττει ὁ Χριστὸς τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Τὸ σῶμα, φθείρεται, καταστρέφεται, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει αἰωνία.
.           Αὐτὰ εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ἀπαντᾷ στὸ ἐρώτημα, τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; ποῦ πηγαίνει; Ἀπαντᾷ ἀπείρως πιὸ καθαρὰ ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ Σωκράτης καὶ λέει τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

.             Ἦταν, λέει, ἕνας πλούσιος. Εἶχε μεγάλη περιουσία· σπίτια, μέγαρα, ἀμπέλια, χωράφια, ἐλαιῶνες, ὑποστατικά, πλοῦτο ἀμέτρητο. Εἶχε ὅλα τ’ ἀγαθά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του· κοίταζε τί θὰ φάῃ, τί θὰ πιῇ, πῶς θὰ ντυθῇ, πῶς θὰ χαρῇ, τί γλέντι καὶ διασκέδασι καὶ ἔρωτες θ’ ἀπολαύσῃ. Ἦταν ἕνας ὑλιστής. Σύνθημα εἶχε «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο. Νά ἡ ἁμαρτία ἡ μεγάλη, τὸ «Ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν κακίζει κανεὶς γιατὶ ἦταν πλούσιος· σὰν πλούσιος μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ πολλὰ καλά. Κακίζεται γιὰ τὴν ἀσπλαχνία του. «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Θεός». Μόνο τὸ ἐγώ του ἤξερε.
.             Στὴν αὐλή του ζοῦσε ἕνα ῥάκος ἀνθρώπινης δυστυχίας, ὁ Λάζαρος. Ἦταν ἐκεῖ πεινασμένος, διψασμένος, ἄρρωστος, μὲ πληγὲς ποὺ ἔγλειφαν τὰ σκυλιά. Περίμενε ν᾽ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα οἱ ὑπηρέτριες καὶ οἱ ὑπηρέται, νὰ τινάξουν τὰ τραπεζομάντηλα καὶ νὰ ῥίξουν τὰ ψίχουλα. Μὲ τὰ ψίχουλα ζοῦσε.
.             Εἶδα ἐγὼ στὴν Κοζάνη κάτι παρόμοιο. Τώρα τὸ ψωμὶ τό ᾽χουμε ἄφθονο· ἀλλὰ τότε, τὸ ᾽42 – ᾽43, στὴ μεγάλη πεῖνα, πῆγα μιὰ μέρα στὴν ἑστία καὶ βλέπω πρωῒ – πρωῒ ἕνα παιδὶ μελανιασμένο καὶ ξυπόλητο. Ἔτρεμε ἀπ’ τὸ κρύο καὶ σκυμμένο κάτω σάλιωνε τὸ δάχτυλό του καὶ μάζευε ὅ,τι ψίχουλα εἶχαν πέσει ἀπ’ τὸ συσσίτιο.
.            Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Λάζαρος. Τέτοιοι «Λάζαροι» ὑπάρχουν πολλοὶ στὴν κοινωνία, ἀλλὰ εἴμεθα κ’ ἐμεῖς σκληροὶ σὰν τὸν πλούσιο. Ὅταν τὰ Χριστούγεννα ἔρχεται ὁ ἔρανος τὴν «Ἡμέρα τῆς Ἀγάπης», οἱ πολλοὶ λένε· Δὲν ὑπάρχουν φτωχοί… Ἡ Ἐκκλησία ὅμως γνωρίζει πόση δυστυχία ὑπάρχει ἀκόμα. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς ἔρθῃ νὰ τοῦ δείξω τὰ σπίτια ποὺ ζοῦν οἱ «Λάζαροι». Δὲ γογγύζουν, δὲν ἐπαναστατοῦν, δὲ βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητιανέψουν. Ὑπάρχουν. Τοὺς ξέρει ἡ Ἐκκλησία.
.             Τί θὰ πῇ Λάζαρος; Εἶνε ἑβραϊκὴ λέξι καὶ ἔχει σημασία. Σημαίνει «Ἔχει ὁ Θεός», ἔχε ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτόν, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν’ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ;».
.             Ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἂν τὸ πιστεύῃς, εἶσαι Χριστιανός· ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, δὲν εἶσαι τίποτα.
.             Περπατοῦσα κάποτε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ βλέπω στὸ δρόμο ἕνα καροτσάκι μὲ τὴν ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». Τὸ κινοῦσε ἕνας ποὺ πουλοῦσε πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια. Τὸν πλησίασα καὶ μοῦ ᾽πε τὴν ἱστορία του. Ἦταν Πόντιος πρόσφυγας, πατέρας μὲ ἑπτὰ παιδιά. Πιστεύω στὸ Θεό, λέει· σηκώνομαι τὸ πρωΐ, κάνω τὸ σταυρό μου, ξεκινῶ μὲ τὸ καροτσάκι, κ’ ἔτσι βγάζω τὸ ψωμί μου. Νά ἕνας ἀκόμη Λάζαρος.
.             Καὶ πῶς τελειώνει ἡ παραβολή; Πέθαναν, λέει, καὶ οἱ δύο, ὁ Λάζαρος καὶ ὁ πλούσιος. Ἀλλὰ τότε συνέβη κάτι φοβερό· δὲν ὑπάρχει Σαίξπηρ καὶ Δάντης νὰ τὸ περιγράψῃ. Ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ πλουσίου, ποὺ ὣς τότε ἦταν κλειστά, καὶ εἶδε ἕναν ἄλλο κόσμο ποὺ δὲν τὸν περίμενε. Βρέθηκε στὴν κόλασι καὶ ἐκαίετο. Καὶ ἀπέναντι, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, μέσα στὸν παράδεισο, εἶδε τὸ Λάζαρο κοντὰ στὸν Ἀβραὰμ τὸν ἐλεήμονα. Καὶ φωνάζει· ―Πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸ Λάζαρο, νὰ μὲ δροσίσῃ μὲ μιὰ σταλαγματιὰ νερό, γιατὶ ὑποφέρω. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον· μᾶς χωρίζει «χάσμα μέγα» (Λουκ. 16,26). ―Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε τον τοὐλάχιστον στὴ γῆ. Ἔχω πέντε ἀδέρφια, ποὺ ζοῦν ὅπως ζοῦσα κ’ ἐγώ, νὰ τοὺς πῇ ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. ―Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, ἂς τοὺς ἀκούσουν. ―Ὄχι, κύριε, λέει· ἂν κάποιος ἀναστηθῇ ἀπ’ τοὺς νεκροὺς θὰ πιστέψουν. Ἀλλ’ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, οὔτε κι ἂν ἀκόμα ἀναστηθῇ νεκρὸς θὰ πιστέψουν.

* * *

.             Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶνε ἀθάνατος καὶ ὅτι ὑπάρχει κόλασι καὶ παράδεισος.
―Μὰ ποιός τὰ εἶδε αὐτά, τὸν ἄλλο κόσμο;
.             Αὐτὸ ζητᾷς; Ζητᾷς νὰ δῇς; Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι πολλὰ πράγματα, ἐνῷ δὲν τὰ εἶδες, τὰ πιστεύεις. Ποιός ἀπὸ μᾶς λ.χ. πῆγε στὸ Βόρειο Πόλο, στοὺς Ἐσκιμώους, στὴν Ἀφρική, στὴν Ἰαπωνία, στὴν Αὐστραλία; Κι ὅμως πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, δὲν ἀμφιβάλλουμε, εἴμαστε βέβαιοι. Διότι τὰ εἶδε κάποιος δικός μας καὶ μᾶς βεβαιώνει. Καὶ γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωὴ λοιπὸν βεβαιώνει ὁ Χριστός.
Ναί, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Τὸ πιστεύεις; εἶσαι Χριστιανός. Δὲν τὸ πιστεύεις; μὴν κοροϊδεύεις τὸ Θεό· οὔτε ἐκκλησία νά ᾽ρχεσαι, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα. Ἡ ἐκκλησία εἶνε γιὰ τοὺς πιστούς. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτ). Πιστεύεις; Ἔλα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ μπουλούκια· πιστοὺς θέλει. Γι’ αὐτὸ κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία, στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, λέμε· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν».
.             Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Αὐτὰ διδάσκει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ φρόνημα νὰ προσέξουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο τὸ μικρὸ διάστημα τοῦ βίου μας· ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΞΙΟΘΡΗΝΗΤΟΣ;

Ἀπόσπασμα τοῦ Λόγου τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
«Εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιον». 

.             Ἐὰν τοίνυν ἴδῃς τινὰ σηπεδόνα ἔχοντα, καὶ σκώληκας καὶ ἰχῶρας ἀπὸ τοῦ σώματος κατερχομένους, καὶ ἀμελοῦντα τοῦ ἕλκους καὶ τῆς σηπεδόνος, ἕτερον δὲ τὰ αὐτὰ πάσχοντα ἰατρικῶν ἀπολαύοντα χειρῶν, καιόμενον, καὶ τεμνόμενον, καὶ πικρὰ πίνοντα φάρμακα, τίνα θρηνήσεις; εἰπέ μοι· τὸν νοσοῦντα, καὶ μὴ θεραπευόμενον, ἢ τὸν νοσοῦντα, καὶ θεραπευόμενον;
.           ∆ῆλον ὅτι τὸν νοσοῦντα, καὶ μὴ θεραπευόμενον.  Οὕτως ἔστωσαν δύο ἁμαρτωλοὶ, ὁ μὲν κολαζόμενος, ὁ δὲ μὴ κολαζόμενος.
.          Μὴ λέγε, μακάριος οὗτος, ὅτι πλουτεῖ, ὀρφανοὺς ἀποδύει, χήρας βιάζεται. Καίτοι οὐ νοσεῖ, ἀλλ’ ἁρπάζων εὐδοκιμεῖ, τιμῆς ἀπολαύει καὶ δυναστείας, οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων ὑπομένει, οὐ πυρετὸν, οὐ κάκωσιν, οὐκ ἄλλην τινὰ νόσον· παίδων χορὸς περὶ αὐτὸν, γῆρας λιπαρόν· ἀλλὰ τοῦτον μάλιστα θρήνει, ὅτι καὶ νοσεῖ, καὶ οὐ θεραπεύεται.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΟΣ, Η ΚΟΛΑΣΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (Τὸ πρόσωπο, ὅταν ὑποτάσσεται βίαια σὲ ἀπρόσωπες ἀρχές, κυριολεκτικὰ ἀλλοτριώνεται)

νισότητα κα Προφητεία 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 193-197

 «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος…
πτωχὸς δέ τις ὀνόματι Λάζαρος»
.
 (Λουκ. ιϛ´ 19-20)

.         Πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι πολὺ ἄρρωστος ἢ πολὺ φανατισμένος γιὰ νὰ μὴ βλέπη ἕνα μεγάλο κοινωνικὸ πρόβλημα, ποὺ μαστίζει τὶς σύγχρονες κοινωνίες. Τὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ κηρύγματος γράφεται σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἀποπνικτική, ποὺ θέλει νὰ δίνη αὐθαίρετες λύσεις, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν φανατισμὸ τῆς μονοδιάστατης ζωῆς. Πάντως ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὴν ὕπαρξι τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος, ἀλλὰ ἔχει μία «στενοκεφαλιὰ» νὰ τὸ βλέπη στὴν πληρότητά του. Δὲν τὸ ἀπομονώνει ἀπὸ τὴν πνευματική του πλευρά. Ἔχει τὴν τόλμη καὶ τὴν παρρησία νὰ διακηρύττη ὅτι ἡ ὁριζόντια διάστασι τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνάρτησι τῆς καθέτου διαστάσεώς του καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐξαρτᾶται ἡ λύσι τῆς πρώτης. Σὲ μία κοινωνία ποὺ ὑπάρχει ἀναζήτησι νέων τρόπων ζωῆς, ποὺ ἐπιδιώκεται ἡ ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ ἀλλαγή, ποὺ ἐπιχειρεῖται ἀπὸ κοινωνιολόγους κλπ., ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν τόλμη νὰ κηρύττη ὅτι ἡ ἀλλαγή, ἡ μεταμόρφωσι καὶ ἡ πραγματικὴ ὀργάνωσι γίνεται διὰ τῶν ἁγίων. Ἀξίζει τὸν κόπο, μέσα στὴν στενότητα τοῦ χώρου ποὺ διαθέτουμε, νὰ δοῦμε μερικὲς ἐνδιαφέρουσες πλευρὲς τοῦ θέματός μας.

 Πλούσιος καὶ Λάζαρος

 .            Ὁ Κύριος στὴν σημερινὴ παραβολὴ παρουσίασε ἐκφραστικὰ τὴν ἀβυσσαλέα διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου, τοῦ ἀνωνύμου θὰ λέγαμε κεφαλαιοκράτη, ποὺ εἶχε μεταβάλει τὸν ἑαυτό του σὲ πράγμα, πρὸς χάριν τοῦ πλούτου, ποὺ ἦταν γι’ αὐτὸν πρόσωπο καὶ τοῦ ἐπωνύμου πτωχοῦ, πού, παρὰ τὴν φτώχια του, ἦταν πρόσωπο. Ὀνομαζόταν Λάζαρος. Χαώδης ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀνθρώπων. Ὁ πλούσιος εἶχε καθημερινὰ φαγοπότια, ἐνῶ ὁ φτωχὸς ζοῦσε μὲ τὰ ψυχία τῆς τραπέζης. Ὁ πλούσιος ἦταν εὔρωστος σωματικά, ἐνῶ ὁ φτωχὸς «ἡλκωμένος». Ὁ πλούσιος ἔμενε σὲ ἀρχοντικὸ καὶ ἐκεῖ διασκέδαζε μὲ τοὺς φίλους του, ἐνῶ ὁ φτωχὸς ζητιάνευε στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ πρώτου, συντροφιὰ μὲ τὰ σκυλιά. Ὁ πλούσιος φοροῦσε καθημερινὰ «πορφύραν καὶ βύσσον», ἐνῶ ὁ φτωχὸς ζητιάνευε, ἦταν ρακένδυτος καὶ γυμνός. Ὁ Κύριος ζωγράφισε κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο τὴν μεγάλη ἀνισότητα μεταξὺ τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχιας.
.            Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου φανερώνει τὸ δράμα ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ φυσικὰ καὶ τῆς δικῆς μας ἐποχῆς. Βλέπουμε τὴν τέλεια ἐφαρμογὴ τῆς παραβολῆς στὸν χῶρο τῆς πατρίδος μας καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἄλλοι πεινοῦν καὶ ἄλλοι μεθοῦν. Πολλὰ συστήματα ἀφιερώνονται μὲ πάθος στὴν λύσι αὐτοῦ τοῦ τεραστίου προβλήματος. Δὲν παραγνωρίζουμε τὴν προσφορά τους, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ σημειώσουμε καὶ τὶς μεγάλες ἀδυναμίες τους. Διότιὅλα τὰ ἀνθρώπινα συστήματα δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν τὸν πειρασμὸ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ προσώπου στὴν ἀπρόσωπη ἀρχὴ καὶ στοὺς ἀπρόσωπους νόμους. Ἐπιδιώκουν τὴν καλυτέρευσι τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι τὸ πρόσωπο θὰ δῆ καλύτερες μέρες. Ἀλλὰ τὸ πρόσωπο, ὅταν ὑποτάσσεται βίαια σὲ ἀπρόσωπες ἀρχές, κυριολεκτικὰ ἀλλοτριώνεται.
.            Ἡ Ἐκκλησία ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔτσι ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος μεταμορφώνει μὲ ἐλευθερία τοὺς κοινωνικοὺς θεσμούς. Βοηθᾶ ἀποτελεσματικὰ στὴν λύσι τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Στὴν Ἐκκλησία ζοῦμε τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα, ποὺ εἶναι ὑπέρβασι τῆς ὁποιασδήποτε ἀνισότητος.

 Παράδεισος καὶ Κόλασι

.            Ἡ παραβολὴ μᾶς δείχνει καὶ τὴν μετὰ θάνατον ἀντίστροφη ἀνισότητα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νὰ θεραπεύση ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή. Ὁ πτωχὸς Λάζαρος βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ εἶναι ὁ τόπος τῶν σεσωσμένων. Ὁ πλούσιος «ὑπάρχων ἐν βασάνοις» βλέπει τὸν Ἀβραὰμ καὶ ζητᾶ βοήθεια. Πρέπει καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ διατυπώσουμε μερικὲς ἁπλὲς σκέψεις, σχετικὰ μὲ τὴν Κόλασι καὶ τὸν Παράδεισο, ἀφοῦ ἔχουν σχέσι μὲ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ συναντήση τὴν Ἀγάπη.
.            Ὁ Παράδεισος καὶ ἡ Κόλασι εἶναι δύο διαφορετικοὶ τρόποι ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ αἰώνια μαζί Του καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὴν ἀγάπη Του. Μὲ τὴν ἁμαρτία ἔγινε ἡ διάσπασι τοῦ ἀνθρώπου καὶ μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε πρόσληψι ὅλης της ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁπότε ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τῆς θεώσεως. Ἔτσι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἔχουμε ἀποκατάστασι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι ὅμως καὶ τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ φύσι τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἀποκτήση τὸ «ἀεὶ εἶναι», ἀλλὰ τὸ «ἀεὶ εὖ εἶναι» ἢ τὸ «ἀεὶ φεῦ εἶναι» εἶναι θέμα τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν στάσι μας ἀπέναντι στὸν πάσχοντα ἀδελφό. Κατὰ τὸν θεοφόρο Μάξιμο «οὐκ ἴσως μεθέξουσι τοῦ Θεοῦ… ἀλλ’ ἀναλόγως ἑαυτοῖς». Ὅσοι ἔκαναν καλὴ χρῆσι τῶν φυσικῶν δυνάμεων αὐτοὶ θὰ βλέπουν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς, ἐνῶ ὅσοι ἔκαναν κατάχρησι τῶν φυσικῶν δυνάμεων θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ ὡς πῦρ, φωτιά.
.             Ἑπομένως κόλασι δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς φωτιά. Καὶ ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ὡς φωτιά, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς τυφλώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι γίνεται μὲ τὴν θεία Κοινωνία. Οἱ ἀξίως μετέχοντες τῆς Ἁγίας Τραπέζης λαμβάνουν τὸ Φῶς, ἐνῶ οἱ ἀναξίως μετέχοντες τῆς Ἁγίας Τραπέζης λαμβάνουν φωτιὰ καὶ καταδίκη. Αὐτὸ θὰ ἔχη αἰώνιες συνέπειες.
.            Αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ οἱ Δυτικοί, ἀφοῦ ἀλλοίωσαν τὴν πατερικὴ Παράδοσι, ἔφθασαν στὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ κολασμένοι δὲν θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ καὶ ἔτσι ἐξέλαβαν τὸ αἰώνιο πῦρ τῆς Ἁγίας Γραφῆς σὰν κτιστό. Θὰ ἀρκεσθοῦμε στὴν παράθεσι τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ: «Οἱ κολαζόμενοι εἰς τὴν γέεναν διὰ τῆς μάστιγος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τιμωροῦνται… Ἄτοπον εἶναι τὸ νὰ νομίζη τις ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὴν κόλασιν στεροῦνται τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ… δίδεται κοινῶς εἰς πάντας, ἐνεργεῖ ὅμως διὰ τῆς δυνάμεως τῆς φύσεως αὐτῆς κατὰ δύο τρόπους, τοὺς μὲν ἁμαρτωλοὺς κολάζη, τοὺς δὲ δικαίους εὐφραίνει».

Προφῆτες καὶ προφητικὸ κήρυγμα

 .            Στὴν παράκλησι τοῦ πλουσίου νὰ στείλη ὁ Ἀβραὰμ τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἀδελφοί του, ὁ Ἀβραὰμ ἀπαντᾶ: «ἔχουσι Μωυσέα καὶ Προφήτας. Ἀκουσάτωσαν αὐτῶν», δηλαδὴ ἔχουν τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν, τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόζουν, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν γέεννα τοῦ πυρός.
.            Ἀλλὰ Προφῆτες δὲν ὑπῆρξαν κάποτε. Ὑπάρχουν πάντοτε.Προφήτης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐν Χριστῷ ἀποκρυπτογραφεῖ ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ποὺ γιὰ τοὺς ὑπολοίπους ἀνθρώπους εἶναι τυλιγμένα στὸ σκοτάδι. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κάτω ἀπὸ κάθε γεγονὸς βλέπει τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Οἱ Προφῆτες, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα συνδυάζουν τὸ Βασιλικὸ καὶ τὸ Ἱερατικό, εἶναι οἱ κριτὲς τῆς ἱστορίας, ποὺ ἀναλύουν τὰ γεγονότα, μιλοῦν προφητικὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἑπομένως δὲν χρειάζονται νὰ ἀναστηθοῦν νεκροὶ γιὰ νὰ μιλήσουν, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἅγιοι, ποὺ ἤδη ἔχουν ἀναστηθῆ καὶ μποροῦν νὰ μιλήσουν.
.            Γι’ αὐτὸ ὁ κάθε μεταμορφωμένος κήρυκας καὶ ὁ κάθε μεταμορφωμένος πιστός, ὡς Προφήτης, δὲν πρέπει νὰ κινῆται καὶ νὰ ἀναλύεται ἀπὸ τὰ φαινόμενα, δὲν μπορεῖ νὰ «συμβιβάζεται μὲ συμβιβασμούς». Πρέπει νὰ μιλᾶ γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ τὴν ἐκμετάλλευσι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τὸ προφητικὸ κήρυγμα, ὡς κήρυγμα ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ κάθε τυραννία, ποὺ κατὰ βάσιν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Σατανᾶ, πρέπει νὰ λάβη τὴν θέσι του στὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Σήμερα χρειάζονται Προφῆτες ποὺ εἰρηνικὰ καὶ ἤρεμα, δηλαδὴ θυσιαστικὰ θὰ κρίνουν τὴν ἱστορία καὶ θὰ ἀνοίγουν δρόμους γιὰ τὴν βίωσι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία εἰρηνικὰ θὰ πάρη θέσι στὰ φλέγοντα προβλήματα, ποὺ μαστίζουν τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Θὰ φανῆ τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως καὶ τὴν θέωσι τοῦ ἀνθρώπου.
.             Τέτοιοι Προφῆτες, ποὺ ἐξασκοῦν τὸ προφητικὸ κήρυγμα καὶ ποὺ ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν πολλοὶ σήμερα καὶ ἐργάζονται ἤρεμα καὶ ἀθόρυβα. Κινοῦνται πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ βάθος αὐτὸ ποὺ ἐργάζονται ἢ ἀπὸ τὸ στενό τους περιβάλλον θὰ διαλύσουν κάθε ἀνθρώπινη ἐπιφάνεια καὶ θὰ φανερώσουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ δὲν θὰ καταργήσουν τὴν ἀνισότητα τῆς θελήσεως, ἀλλὰ θὰ μεταμορφώσουν τὴν ἀνθρώπινη φύσι, ἀπαλλάσσοντας τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγχώδη καθημερινότητα.

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΧΙ ΓΑΛΛΩΝ Ρ/ΚΑΘΟΛ. ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΣΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ

Γάλλοι κληρικοὶ ντιτίθενται στος γάμους τν μοφυλοφίλων

.             Οἱ ἱερεῖς τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας καὶ οἱ συντηρητικοὶ πολιτικοὶ τῆς Γαλλίας θὰ ἐμποδίσουν τὰ σχέδια τοῦ προέδρου Φρανσουὰ Ὀλὰντ νὰ νομιμοποιήσει τοὺς γάμους τῶν ὁμοφυλοφίλων, πληροφορεῖ ἡ γαλλικὴ καθολικὴ ἐφημερίδα La Croix. Ἀναμένεται, πὼς ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Παρισιοῦ καρδινάλιος Ἀντρὲ Βὲν-Τρουὰ στὴν ἐτήσια συνεδρίαση τῶν ἱερέων στὸ Λοῦρδο, θὰ καλέσει νὰ ὀργανωθεῖ μία ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς λήψεως τοῦ νέου νόμου.

.             Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἀρχηγοὶ σχεδιάζουν τὴν διεξαγωγὴ μαζικῶν διαδηλώσεων γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν τοὺς παραδοσιακοὺς γάμους. Ἡ γαλλικὴ κυβέρνηση ἑτοιμάζεται νὰ παρουσιάσει τὸ νομοσχέδιο γιὰ τὴν νομιμοποίηση τῶν γάμων τῶν ὁμοφυλοφίλων στὶς 7 Νοεμβρίου

 ΠΗΓΗ: newsbomb.gr/prionokordela

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ «Νῦν ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι: τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων ποὺ ἔδωσαν στὴν γῆ, τόσο ὁ πλούσιος, ὅσο κι ὁ φτωχὸς Λάζαρος!» (Κυρ. Ε´ Λουκ., 04.11.12)

 ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

«Νῦν ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι»
(Λουκ. ιϛ´ 19-31)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

.          Ὁ πλούσιος ποὺ τόσο καλὰ πέρασε στὴν ζωή του, ποὺ τὰ πάντα ἀπήλαυσε, βρίσκεται τώρα, ὅταν «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη», στὴν ὀδύνη καὶ τὴν φρίκη τῆς αἰώνιας καταδίκης. Καὶ ὁ φτωχὸς Λάζαρος ποὺ ὑπέφερε στὴν ζωή του πολλά, τώρα ἀναπαύεται στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάµ. Αὐτὴ ἡ θέση τους, ἦταν τὸ ἀποτέλεσµα τῶν ἐξετάσεων ποὺ ἔδωσαν στὴν γῆ, τόσο ὁ πλούσιος, ὅσο κι ὁ φτωχὸς Λάζαρος!

Α) Ὁ πλούσιος.

.          Πρῶτος ἐξετάσθηκε ὁ πλούσιος. Ἔδωσε ἐξετάσεις γιὰ τὰ πλούτη του. Εἶχε χρήµατα, σπίτια, φίλους, σύνεχεις διασκεδάσεις, γλέντια. Ζοῦσε «μεγάλη ζωή». Ἀπέτυχε ὄµως στὴν χρήση τοῦ πλούτου του. Καὶ καταδικάσθηκε γιὰ τὴν ἐγωιστικὴ χρησιµοποίησή του. «Ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». Αὐτὰ τὰ δύο «σοῦ», ἦταν ἡ ἀποτυχία στὶς ἐξετάσεις του. Τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του δὲν τὸν ἐνδιέφερε. Γιὰ τίποτε ἄλλο καὶ γιὰ κανένα, δὲν ἤθελε νὰ διαθέση μιὰ στιγµή, μιὰ δραχµή. Ἀδιάφορος περνοῦσε µπροστὰ ἀπὸ τὶς κραυγαλέες ἀνάγκες τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου. Ἀνέβαινε καµαρωτὰ τὶς σκάλες τοῦ μεγάρου του με τὴν χρυσοποίκιλτη στολή του καὶ δὲν εἶχε τὴν ὥρα, καὶ περισσότερο τὴν διάθεση, νὰ τοῦ ρίξη ἕνα βλέµµα. Ὁ πλούσιος µποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας μεγάλος φιλάνθρωπος. Καὶ αὐτὸς ἔγινε ἕνας τροµερὸς ἀπάνθρωπος. Λάτρευε τὴν ὕλη κι ἀγνοοῦσε τὸ πνεῦµα. Κόλλησε στὴν γῆ. Δὲν πίστευε στὸν οὐρανό. Ἐξετάσθηκε ὁ πλούσιος στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ ἀπέτυχε στὶς ἐξετάσεις του. Ἔδειξε με τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαφορία του πὼς δὲν ἦταν ἄξιος νὰ κατοικήση στὰ σκηνώµατα τοῦ Θεοῦ.

 Β) Ὁ φτωχὸς Λάζαρος.

.          Ἐξετάσεις ὅµως ἔδωσε καὶ ὁ Λάζαρος. Δοκίµασε ὅλα τὰ δεινά: Φτώχεια, γύµνια, πείνα, δίψα, κρύο, πόνους, πληγές. Ἀνάπαυση δὲν εὕρισκε πουθενά. Ὕπνο δὲν ἔβλεπε ἀπὸ τοὺς πόνους. Κανεὶς δὲν τὸν πλησίαζε. Τὰ σκυλιὰ ἔγλυφαν τὶς πληγές του. Σκληρὰ δοκιµάσθηκε. Δύσκολες οἱ ἐξετάσεις ποὺ ἔδωσε. Ἄλλος στὴν θέση του θὰ γόγγυζε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, θὰ βλασφηµοῦσε. Ὁ Λάζαρος ὅµως δὲν ἔκανε κάτι τέτοιο. Φάνηκε βράχος ὑποµονῆς. Κανένα παράπονο δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸ στόµα του γιὰ τὶς δοκιµασίες καὶ τὶς συµφορές του. Ἀπὸ τὴν πίστη ἀντλοῦσε ὑποµονή. Ἐξετάσθηκε αὐτὸς σὲ ἄλλη ἀρετή, στὴν ὑποµονή, καὶ ἀρίστευσε. Καὶ σὰν ἄριστος ἀγωνιστὴς κέρδισε τὴν αἰωνιότητα. Πῆγε στὰ οὐράνια σκηνώµατα τοῦ Θεοῦ.

Γ) Οἱ δικές μας ἐξέτασεις.

.          Καὶ ἐµεῖς ὅµως δίνουµε καθηµερινὰ ἐξετάσεις. Ἐξετάσεις καὶ ὅσοι ἔχουµε ἄφθονα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὅσοι στεροῦνται. Καὶ ἄλλοτε ἀριστεύουµε καὶ ἄλλοτε πάλι ἀποτυγχάνουµε. Ἄλλοτε με τὴν συµπεριφορά µας, τὴν ἀγάπη μας στὸν πλησίον, τὴν ἀνοχή μας, τὴν ὑποµονὴ μας, ἑλκύουµε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἄλλοτε κολλᾶμε στὴν γῆ καὶ λατρεύουµε τὴν ὕλη. Φυσικά, εἶναι ἄλλο πράγµα ἡ χρήση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἄλλο ἡ ὑποδούλωση σ᾽ αὐτά. Στὴν πρώτη περίπτωση γίνονται στὴν ζωή μας βοηθός. Στὴν δεύτερη γίνονται τύρρανος.
.          Ἡ ἀποτυχία, στὶς ἐξετάσεις τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτυχία σ᾽ αὐτές, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν πίστη ἢ τὴν ἀπιστία μας στὴν αἰωνιότητα: Ὅ,τι κάνουµε σ᾽ αὐτὴ τὴν γῆ, θὰ ἔχη τὴν προέκτασή του στὴν ἄλλη. Καὶ θὰ εἶναι μιὰ καταδίκη ἢ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ὅταν µέσα μας ριζώσει ἡ πίστη ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ συνέχεια αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς, τότε θὰ ἀγωνιζώµασθε γιὰ νὰ ἐπιτύχουµε στὶς ἐδῶ ἐξετάσεις. Αὐτὴ ἡ πίστη μᾶς ἀποµακρύνει ἀπὸ τὴν ὑλιστικὴ νοοτροπία καὶ μᾶς βοηθάει νὰ ὑπερβαίνουµε τὴν φιλαυτία μας καὶ νὰ ἐµπιστευώµασθε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

, , ,

Σχολιάστε