Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πρόσωπο

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Γράφει ὁ Ἱερομόναχος Μάξιμος Λαυριώτης
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2271/09.08.19

.           Ἡ συνάντηση τῆς Παναγίας μὲ τὸν θάνατο εἶναι ἕνα ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀφορᾶ ἀπόλυτα τὴν ζωή μας. Εἶναι γνωστό, πώς ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της μὲ τὸ θάνατο, συνάντηση ἀπ’ ὅπου ἐπήγασε ἡ ἀνάσταση τῶν θνητῶν.
.           Ἀλλὰ δὲν εἶναι λιγώτερο σπουδαία καὶ ἡ μητρικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι μόνο γιατί προδίδει συγκλονιστικὲς διαστάσεις στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ποὺ ἔφερε σὲ πέρας ὁ Χριστός, κατὰ μοναδικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τρόπο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ Θεοτόκος ἀντιμετωπίζει τὴν πρόκληση τοῦ θανάτου μὲ ἄκρα ταπείνωση, ἐγκαρτέρηση καὶ αὐτοεγκατάλειψη στὸν Θεό, παρότι δικαιοῦται νὰ μὴ πεθάνη, ἀφοῦ ὑπάρχει «Μήτηρ τῆς Ζωῆς».
.           Πράγματι, κατὰ τὴν χριστιανικὴ θεώρηση, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἐσχάτη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀδυναμίας του νὰ διατηρηθῆ στὴν τροχιά, στὴν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἔθεσε.
.           Καὶ ὁ μὲν Θεάνθρωπος Υἱὸς τῆς Παρθένου ἐνήργησε τὸν θάνατο στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ἑκούσια καὶ θαυματουργικὰ πρὸς χάριν μας, ἡ δὲ μητέρα Του τὸν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα καὶ εἰρηνικά, γιὰ νὰ καταστήσει ἀναμφισβήτητη τόσο τὴν πεπτωκυία ἀνθρωπίνη Της προέλευση ὅσο καὶ τὴν «οἰκονομικὴ» μετάδοση τῆς θνητότητος στὸν Θεάνθρωπο Υἱό Της. Ἀλλ’ ὁ θάνατος καὶ ἡ θνητότητα ποὺ χαρακτηρίζουν τόσο ἀποφασιστικὰ τὴν ἀνθρώπινη ταυτότητα δὲν εἶναι, ἁπλῶς καὶ μόνο, στιγμιαῖες διαδικασίες μὲ τὶς ὁποῖες τελειώνει ἡ ἐπίγεια  ζωή μας ἢ καταστρέφεται ἀνεπανόρθωτα τὸ σῶμα μας, παρέχοντας ἔστι τὴν δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ αὐτὸ ἡ ψυχή μας.
.           Εἶναι στίγματα παραμόνιμα, ἀρρώστια θεμελιακή, ποὺ προσβάλλει τὸ εἶναι μας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύστασής του καὶ μᾶς παρακολουθεῖ ἀναπόδραστα μέχρι τὴν τελικὴ φάση φθορᾶς καὶ ἀποσύνθεσης, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε.
.           Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο τῆς Παναγίας. Μολονότι εἶχε κάθε δικαίωμα -λόγῳ τῆς μοναδικῆς μετοχῆς Της στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἀθανάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ζωηφόρο ἐπαφὴ Του μαζί Της – νὰ ὑπερβῆ ἔγκαιρα τὴν θνητότητα καὶ τὶς φρικτὲς συνέπειές της, θέλησε νὰ ὑποστῆ κατὰ φύσιν τὴν κοινὴ μοῖρα, παρὰ νὰ τὴν ἀποφύγη. Καὶ ἦταν ἐξαίσια σοφὴ καὶ ἀπόλυτα ὀρθὴ αὐτὴ ἡ στάση Της. Γιατί, πῶς θὰ γινόταν ποτὲ πιστευτό, ὅτι μετέδωσε πράγματι θνητότητα στὸν Θεό, ἂν παρουσιαζόταν ἡ ἴδια ἀπροσμάχητη ἀπ’ αὐτήν; Ἔμεινε, ὅμως, παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἐντελῶς ἀνέγγιχτη ἀπ’ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς θνητότητος, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα ν’ ἀποφύγουν καί, ἐν τούτοις, ἐλάχιστοι μόνο τολμοῦν ν’ ἀποποιηθοῦν.
.           Ἂν δηλαδὴ ἡ θνητότητα εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν βιολογική μας σύσταση, τότε ἐντελῶς φυσιολογικά, ἡ καταλυτικὴ παρουσία της δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ διαφαίνεται σ’ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ ὄχι μόνο στὴν τελική. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς, καὶ τὸ σκίρτημα τοῦ βρέφους καὶ τὸ παιχνίδι τοῦ παιδιοῦ καὶ τ’ ὄνειρο τοῦ ἐφήβου καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὥριμου καὶ τὸ ἐπίτευγμα τοῦ κάθε καλλιτέχνη καὶ κάθε πτυχὴ κρυφὴ ἢ φανερὴ ἀπ’ ὅσα συνιστοῦν τὸν «πολιτισμό» μας, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ φανέρωση αὐτῆς τῆς ἀρρώστιας μας, ἀποκάλυψη τῆς πρωταρχικῆς καὶ ἀνίατης πληγῆς μας.
.           Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ Παναγία μητέρα ἔζησε τόσο ἀνεπαίσθητο καὶ ἀθόρυβο βίο ἐπὶ γῆς, ἐπειδὴ ἦταν ἀμέτοχη καὶ ἀπρόσβλητη ἀπ’ τὰ πάθη μας. Καὶ πέθανε χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση στὸ θάνατο, γιατί ἤξερε ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα ζωντανὴ καὶ μητέρα τῆς Ζωῆς. Δὲν ἔγιναν ποτὲ γνωστὰ τὰ βρεφικὰ σκιρτήματά Της, οὔτε ἀκουστὰ τὰ παιδικὰ παιχνίδια Της. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὰ ἐφηβικὰ ὄνειρά Της – ἀφοῦ ἡ ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν κατέκλυζε ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὸν βίο τοῦτο, τὰ καθιστοῦσε ὅλ’ αὐτὰ ἀχρείαστα καὶ ἀνύπαρκτα. Δὲν ἀναδείχθηκε ποτὲ σὲ κάποιο ἐπάγγελμα, σὲ κάποια ἐπίδοση, στὰ γράμματα ἢ στὶς Τέχνες. Καὶ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἀπέχοντας, φανέρωσε περίτρανα, μὲ πειστικὸ καὶ ἄφατο τρόπο, πόσο ἀπρόσιτη παρέμεινε ἀπ’ τὴν δική μας τὴν ἀνθρώπινη ἀρρώστια, τὴν ἀνίατη… Γι’ αὐτὸ καὶ φεύγοντας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ­το διακριτικὰ μὲ τὴν μυστικὴ καὶ ἄρρητη, ἀλλὰ  πρα­γματικὴ Κοίμησή Της, ὁλοκλήρωσε τὸ μέγα μάθημα, ποὺ ἡ σιωπὴ ὁλόκληρης τῆς ἐπίγειας ζωῆς Της ἀπάρτισε γιὰ χάρη μας: Ἡ ἀφάνεια εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ τὴ δική μας τὴν ἀσθένεια. Ἀφάνεια, ὄχι κενὴ καὶ ἄλογη, ἀλλὰ μεστὴ ἀπὸ πίστη στὸν Ἀναστάντα Λόγο τῆς Ζωῆς, στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ποὺ παρέλαβε μαζί Του ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα, μὰ καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητέρας καὶ δούλης Του, Ἐκείνης ποὺ δὲν ἀντέστη ποτὲ στὸ θέλημά Του…

*  *  *

.           Ἂν ὅμως ὁ προσωπικὸς καὶ κοινωνικὸς ἀφανισμὸς ἀποτελεῖ ἀπαραίτητα προϋπόθεση σωτηρίας, ἂν ἡ «μέχρι θανάτου» ἐξαφάνιση ἀπὸ κάθε εἴδους «πνευματικὸ» ἢ «πολιτιστικὸ» ἢ «ἐπιστημονικὸ» προσκήνιο εἶναι ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, κι ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ σιωπηρὸ μήνυμα ποὺ ἡ Θεοτόκος διατράνωσε γιὰ χάρη μας, τόσο μὲ τὴν ἀνεπαίσθητη διέλευσή Της ἀπὸ τὸν παρόντα βίο, ὅσο καὶ μὲ τὴν αὐτομολία Της στὸν θάνατο, τί γίνεται σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ποὺ στὶς μέρες μας ὑμνεῖται περισσότερο κι ἀπ’ τὴν Πανύμνητο Μητέρα; Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ θέλη ὁλόψυχα τὸν Θεό, νὰ μὴ ἀνθίσταται ποτὲ στὸ θέλημά Του, νὰ ἐξαφανίζη ἀκατάπαυστα τὸ εἶναι Του σὲ ἀπύθμενα βάθη αὐταπαρνήσεως καὶ ἐν τούτοις νὰ μένη ἐλεύθερος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς κάθε ἐφήμερη συμβατικότητα; Πῶς κατέστη δυνατόν, εἰδικώτερα γιὰ τὴν Θεοτόκο, τὸ νὰ παραμένη τόσο ἀφανής, ἀδρανής, καὶ ἀσήμαντη καθ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ συνάμα τόσο ἐνεργὸς καὶ δραστήρια στὴν συνεργία Της μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἑκούσια παράδοσή Της στὸν θάνατο;
.           Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ κανονικὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ἐνδεχόμενο νὰ τίθενται, ἂν ἡ περὶ «προσώπου» καὶ «ἐλευθερία» ἀντίληψη τῶν συγχρόνων «Χριστιανῶν» καὶ «θεολόγων» συνέπιπτε μὲ ἐκείνην τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.           Πράγματι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ ἐλευθερία εἶναι συνάρτηση τῆς φύσεως, καὶ ἰδιαίτατα «πάσης λογικῆς φύσεως» καὶ γιὰ τοῦτο παντελῶς ἄσχετη τόσο μὲ τὸ «πρόσωπο» ὅσο καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προσωπικὴ ἐπιλογή. «Οὐ γὰρ ἔχομεν πρὸς γένεσιν κακίας φυσικὴν δύναμιν», ἀλλὰ «πάσχομεν παρὰ φύσιν, γνώμῃ κατὰ σύμβασιν τὴν κακίαν», διακηρύσσουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἁμαρτάνουμε μόνον ὡς πρόσωπο, ὡς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες ἑτερότητες, ποὺ ἀποκλίνουν γνωμικῶς ἀπὸ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως καὶ πάσχουν ἔτσι ἀναπόφευκτα τὴν κακία, ἀφοῦ ἡ γνώμη εἶναι πάντοτε «προσώπου ἀφοριστική», προσδιορίζει πρόσωπα, ὄχι φύσεις. Ἡ Παν­αγία παρέμεινε ἀπρόσβλητη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθῆ γνωμικῶς ὁποιαδήποτε προσωπικὴ ἐπιλογὴ ἢ κλίση, ἐπίδοση ἢ ὁρμέμφυτη ἕλξη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι εἶχε ὑποβαθμίσει τὴν προσωπικότητά Της ἢ τὴν γνώμη Της στὴν προσπάθειά της νὰ συμμορφωθῆ ἀπόλυτα πρὸς τὶς συνθῆκες τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένης φύσεώς Της. Σημαίνει μόνον ὅτι δὲν ἀνέχθηκε ποτὲ καμμία μὴ φυσικὴ ἐπέμβαση πάνω στὴν ἀνθρώπινη φύση Της, γιατί ἔβλεπε καθαρὰ πώς κάθε τέτοια ἐπέμβαση θὰ ἀπέτρεπε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ τὸ νὰ κινῆται ἀταλάντευτη καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια πάνω στὴν τροχιὰ ποὺ ὁ Δημιουργὸς αὐτῆς τῆς φύσεως εἶχε ἀνέκαθεν καθορίσει, δημιουργώντας τὴν φύση – αὐτὴν καὶ μόνον – κατ’ εἰκόνα Του. Γιατί αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς φύσεως:  ἡ ἀπρόσκοπτη φυσική της φορά πρὸς τὸν Δημιουργό της· ὄχι ἡ ἱκανότητά της νὰ ἐπιλέγη, ἀλλ’ ἡ δυνατότητά της νὰ ὑπερβαίνη ὅλα τὰ διλήμματα, σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατάσχετης ὁρμῆς της πρὸς ἕνα σταθερὸ καὶ ἀμετάκλητο προορισμό, πρὸς «τὸ μακάριον, δι’ ὅ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος».
.           Τὸ νὰ μείνη κανεὶς πιστὰ προσηλωμένος στὸν κατὰ φύσιν προορισμό του, τὸ ν’ ἀτενίζη καὶ νὰ προσδοκᾷ ἀκράδαντα τὸ «τέλος» του, ἔχει σὰν ἄμεση καὶ μόνιμη συνέπεια τὴν παντελῆ ἀναμαρτησία: «Ἁμαρτίας δὲ ἀποχή, φύσεώς ἐστιν ἔργον» τονίζουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι.
.           Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνον «φύσις», ἡ πτῶσις του στὴν ἁμαρτία θἆταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον φύσις ἀλλὰ διαθέτει καὶ «τρόπον ὑπάρξεως», γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τραπῆ καὶ νὰ σφάλη καὶ ν’ ἀποτύχη τοῦ μακαρίου «τέλους» του. Τὸ ὅτι «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει» δὲν ὀφείλεται στὴν ἀνθρώπινη φύση καθ’ ἑαυτήν, γιατί κάτι τέτοιο θὰ καθιστοῦσε ἀπ’ εὐθείας ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς φύσεως, τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό της. Ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον στὸν «τρόπον χρήσεως» τῆς φύσεως, ὁ ὁποῖος τρόπος «μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσών, τῶν ἄλλων, κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφοράν, χωρίζει». Ἡ προσωπικὴ χρήση τοῦ κόσμου καὶ προπαντός τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτατα δὲ τῆς θελήσεως, καθιστᾶ τοὺς ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς (Ρωμ. Ε΄ 19), ἁπλούστατα ἐπειδὴ τοὺς χωρίζει ἀπὸ τὴν ὁμοήθεια τῆς κοινῆς φύσεως προσθέτοντας στὸν καθένα τὴν ἰδιαιτερότητα μιᾶς κουλτούρας, μιᾶς παιδείας, ἑνὸς πολιτισμοῦ ἢ μιᾶς τέχνης, μιᾶς φυλῆς, μιᾶς ἐπιδερμίδας ἢ μιᾶς ἐθνικότητος, οὕτως ὥστε σέ ὅλα τους καθίστανται διακεκριμένοι… Ἀφίστανται ἔτσι ἀπ’ τὴν ἀρχέγονή τους ἰσότητα καὶ ταυτότητα, ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ διαμείνουν ἀφανεῖς καὶ ἀθῷοι σὰν τὰ παιδιά…
.           Ἡ Παναγία ἀπέφυγε νὰ ἰδιαιτεροποιηθῆ, μὲ τὸ νὰ μὴ ἀνεχθῆ ποτὲ προβάδισμα τοῦ τρόπου ὑπάρξεώς Της ἔναντι τῆς κοινῆς φύσεως. Ποτὲ δὲν ἔδωσε προτεραιότητα σὲ κανένα ἰδιοτελῆ «τρόπον χρήσεως», ὥστε νὰ παράσχη στὸν ἑαυτὸ της τὴν παρὰ φύσιν ἡδονὴ τῆς διαφοροποίησης ποὺ κατατέμνει σὲ ἄπειρες ἀλληλοσπαρασσόμενες ὁμάδες τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ ἀπὸ τὴν ἀναμαρτησία της ὅτι ἡ Κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους διεξάγεται ἀποκλειστικὰ μέσῳ φυσικῶν ἐνεργειῶν    (-ἀκτίστων στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ), ἀλλ’ ὄχι προσώπων, κατέστησε τὸν προσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεώς Της πειθήνιο στὴν φύση Της, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ ὁ τρόπος αὐτὸς νὰ τρέψη τήν φύση πρὸς φιλαυτία ἢ ἰδιοτέλεια, ἀποκόπτοντάς την ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
Γι’ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξη ἡ Θεοτόκος «ἴδιον θέλημα», ἀντιστρατευόμενο στὸ κοινὸ θέλημα τῆς φύσεως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπέταξε τὴν γνώμη στὴν θελητικὴ δύναμη τῆς φύσεως μὴ ἐπιτρέποντάς της ἔτσι νὰ διχάση τὸν ἐσωτερικό της κόσμο (Ρωμ. Ζ΄ 22- 23) καὶ νὰ τὴν αἰχμαλωτίση στὴν ἁμαρτία: «Αὕτη γὰρ καὶ μόνη ἡ θεόσδοτος ἡμῶν θέλησις καὶ ἐνέργεια, γράφει ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἐστὶν αἰτία καὶ ἐργάτης πάσης τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Θέλησις δὲ ψυχῆς λογικῆς ἐστὶν δύναμις λογιστικὴ καὶ ἐπιθυμητικὴ πρὸς τὸ συνάπτεσθαι τῷ Θεῷ τὴν ψυχήν, ὑπὸ Θεοῦ οὐσιωδῶς αὐτῇ δεδωρημένη, δι’ ἧς εἰργάζετο καὶ ἐφύλαττεν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος τὰ θεῖα προστά­γματα, ἐκ θελήσεως ψυχικῆς εἰς ἐνέργειαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενος».
.           Ἐν ὅσῳ ἡ φυσικὴ θέλησις ἐπιτελεῖ ἀπρόσκοπτα τὸ ἔργο της, ἐν ὅσῳ καμμία γνωμικὴ τροπὴ δὲν σφετερίζεται τὴν δύναμή της, πρὸς σχηματισμὸν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, ὀρέξεων καὶ τάσεων, ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει ἐλευθερία, ποὺ τὸν συν­άπτει ἀμέσως μὲ τὸν Θεό, καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ διακριθῆ αὐτόνομα ὡς πρόσωπο, δηλ. νὰ ἁμαρτήση…
.           Ἡ κατὰ φύσιν ἐλευθερία εἶναι συνάμα ἀπελευθέρωση πραγματικὴ ἀπ’ τὴν ἁμαρτία (ἀναμαρτησία) καὶ ὑποδούλωση ὁλοκληρωτικὴ στὸν Θεό. (Ρωμ. ϛ΄ Α΄, Πέτρ. Β΄ 16). Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν καμμία διάκριση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ θελήσεως, ἀλλὰ ταυτίζουν ἀπολύτως τὸ φυσικὸ θέλημα μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ γνωμικὸ- προσωπικὸ θέλημα μὲ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἐννοοῦν βέβαια μ’ αὐτὸ τὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση διαθέτει ἐκ δημιουργίας δύο θελήματα (φυσικὸ καὶ γνωμικό), διότι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι, γιὰ νὰ ὑπάρξη γνωμικὸ θέλημα πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ σφετερισθῆ τὴν φυσικὴ θελητικὴ δύναμη πρὸς ἱκανοποίησιν παρὰ φύσιν στόχων καὶ ἐπιθυμιῶν, αὐτονομούμενος ὡς πρόσωπο καὶ ἐπαιρόμενος κατὰ τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, γιατί ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη προσπάθεια διάψευσης τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας, ἀγαθότητος καὶ ἀγάπης, ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἐκ δημιουργίας, καὶ ἐμφάνισής των ὡς προσωπικῶν ἐπιτευ­γμάτων συγκεκριμένων ἀτόμων, οὕτως ὥστε ὁ ἔπαινος νὰ ἀνήκη στοὺς φορεῖς τῶν «ἐπιτευγμάτων» αὐτῶν καὶ ὄχι στὸν Δημιουργὸ  τῆς «πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένης» ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ὅμως γιὰ νὰ καταστῆ κανεὶς ἐνάρετος καὶ ἀναμάρτητος δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιτελέση προσωπικὰ ἐπιτεύγματα, ἁπλούστατα διότι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀναμαρτησία ἀποτελοῦν ἤδη φυσικὰ δεδομένα: «φυσικαὶ γὰρ εἰσὶν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως. Εἴπερ πάντως ἴσως, ἐφ’ ὧ καὶ γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τὰ φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις οὕτω καὶ ἡ ἀρετή, τὸ μᾶλλον καὶ τὸ ἧττον οὐκ ἐπιδεχομένη». Τὸ νὰ ἐνεργῆ κανεὶς πλήρως τὰ τῆς φύσεως συμπίπτει μὲ τὸ νὰ διατηρῆται ἐλεύθερος ἀπὸ ἁμαρτία. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως νὰ γεννηθῆ κάποιος μὲ «ἄσπιλο σύλληψη», καθὼς φαντάστηκαν οἱ Δυτικοὶ θεολόγοι γιὰ τὴν Παναγία, ὥστε νὰ ἐξασφαλίση ἀναμαρτησία. Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως ἡ παρθενικὴ γέννηση γιὰ ὅποιον ἐπιδιώκει νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καὶ ν’ ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καὶ τῆς φθορᾶς ὅλους τοὺς ἤδη ὑποδουλωμένους σ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ Παναγία συλλαμβάνεται ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν πτώση καὶ πεθαίνει ὅπως ὅλοι μετὰ τὴν πτώση, γιὰ νὰ ἐπαληθεύση τόσο τὴν γνήσια θνητότητα ποὺ διέθετε καὶ ποὺ κληροδότησε στὸν Υἱό Της, ὅσο καὶ – προπαντὸς – τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἡ θνητότητα οὔτε ἡ πτώση μπόρεσαν πράγματι ν’ ἀναστείλουν τὴν ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἁπλούστατα γιατί ἐξακολουθεῖ καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν φύση του, ἔστω καὶ πεπτωκυῖαν! «Ἔξεστι καὶ θνητὸν ἔχοντας σῶμα μὴ ἁμαρτάνειν», τονίζουν οἱ Πατέρες. Αὐτὸ τὸ ἁπλούστατο πρᾶγμα ἀδυνατοῦν νὰ καταλάβουν οἱ κάθε εἴδους ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι συγχέουν τὴν κατὰ φύσιν ἀναμαρτησία μὲ τὴν ὑπὲρ φύσιν θέωσιν καὶ φαντάζονται ὅτι ὅποιος δὲν ἁμαρτάνει, ἔχει ἤδη σωθῆ. Ἡ ἀβυσσαλέα διαφορὰ μεταξὺ ἀναμαρτησίας καὶ θεώσεως ἔγινε ἀπολύτως σαφὴς μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου. Ἡ ἀπόλυτος ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς στὸ ὅτι ἐνήργει πλήρως τὰ τῆς φύσεως ἀλλὰ κυρίως στὴν ἔλλειψη τρόπου ὑπάρξεως δεκτικοῦ τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσεως (Ἰωάν. ΙΔ΄ 30), ὁπότε τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμά Του δὲν διέθετε κἄν τὸ ἐνδεχόμενο ν’ ἀποκλίνη καὶ νὰ τραπῆ γνωμικῶς. Οἱ Πατέρες προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καὶ διευκρίνησαν ὅτι ἡ ἐξ ἄκρας συλλήψεως θέωσις τοῦ Δεσποτικοῦ προσλήμματος δὲν νοεῖται ἁπλῶς ὡς ἀποτέλεσμα ἑνώσεως τῶν δύο φύσεως, ἀλλὰ προπαντὸς ὡς ἄμεση συνέπεια ὑποστατικῆς ἑνώσεως: «ἵνα καὶ μείνη σὰρξ κατὰ τὴν οὐσίαν ἡ σάρξ, καὶ γένηται Θεία κατὰ τὴν Ὑπόστασιν». Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου συνετελέσθη μὲ τὴν εἴσοδο αὐτοῦ τοῦ προσλήμματος μέσα στὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Ἑνὸς τῆς Τριάδος, ὥστε τὸ πρόσλημμα νὰ εἶναι ἐν ταυτῷ κτιστὸ κατὰ τὴν οὐσία καὶ ἄκτιστο κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Ἔτσι τὸ ἀνθρωπίνως ἀπρόσωπο πρόσλημμα δὲν ἔμεινε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐστερημένο προσώπου, ἀλλὰ διέθετε ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἤδη ὡς πρόσωπό του, τὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ὄντας συγχρόνως τέλειος Θεὸς κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, μηδόλως τρεπόμενος, καὶ κτίσμα κατὰ τὴν οὐσία, θεωθὲν ὅμως ὅλον «τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως».
.           Αὐτὴ ἡ σεσαρκωμένη θεία Ὑπόσταση κατέστησε Θεοτόκο τὴν Παναγία μὲ τὸ νὰ ἐξέλθη ἔτσι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα Της, θεώνοντας καὶ τὴν ἴδια κατὰ χάριν διὰ τὴν συνάφειαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ καθ’ ὑπόστασιν.
.           Ἔτσι ἡ Θεοτόκος κατέστη πρόξενος ζωῆς καὶ σωτηρίας ὄχι μόνον στὸν ἑαυτό της ἀλλὰ σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση προσαρμόζοντας τὴν γνώμη καὶ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς Της στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς τῆς φύσεως. Γιατί γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τῶν λογικῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρόθεση καὶ ἡ συνεργία τῶν ἰδίων τῶν σωζομένων. Καὶ ὄντως «ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τὴν σωτηρίαν εἰργάσατο». Ζῶντας ἀναμαρτήτως κατὰ φύσιν ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία ν’ ἀνταποκριθῆ αὐθόρμητα τόσο στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ νὰ γίνη Μητέρα Του ὅσο καὶ στὴν παρὰ φύσιν ἔλευση τοῦ θανάτου.
.           Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν χρειαζόταν παρὰ ἡ δύναμη τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὥστε νὰ πῆ τὸ «Γένοιτο». Στὴν δεύτερη ὅμως ὤφειλε καὶ γνωμικῶς ν’ ἀποδεχθῆ τὸν θάνατο ὡς τελευταία φάση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιατί τὸ φυσικὸ θέλημα μόνο του ἀδυνατεῖ νὰ δεχθῆ τὸν ἔσχατο ἐχθρό της θνητῆς φύσεως. Ἔτσι ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία διατηρῶντας πάντα τὴν φυσική της ἀφάνεια νὰ διανύση ὁλόκληρο τὸ ἄνυσμα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Υἱός Της, παραμένοντας καὶ Αὐτὴ ὅπως Ἐκεῖνος «ἐν νεκροῖς ἐλευθέρα» καὶ ἐπιστρέφοντας σύντομα στὸ σῶμα Της ἐν Δόξῃ, ὡς ἀληθὴς Μήτηρ Ζωῆς, «δι’ ὃ καὶ ἀδύνατον ἦν Αὐτὴν ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατεῖσθαι».
Αὐτῆς Πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον ἡμᾶς.

 

ΠΗΓΗ: orthodoxostypos.gr

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤO ΠΡOΣΩΠΟ ΚΑI H «ΔΙOΡΘΩΣΗ ΤΟY ΦYΛΟΥ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Τό πρόσωπο καί ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

βλ. σχετ. Σχόλιο «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΩΣ ΦΥΛΑ»!

.             Τό νομοσχέδιο μέ τίτλο «Νομική Ἀναγνώριση τῆς Ταυτότητας τοῦ Φύλου» πού συζητήθηκε ἔντονα τόν τελευταῖο καιρό καί ψηφίσθηκε ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, καί μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καί τήν δημοσίευσή του στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θά εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει πολλά σημεῖα τά ὁποῖα δέχονται κριτική ἀπό θεολογικῆς, ἀνθρωπολογικῆς καί ψυχολογικῆς πλευρᾶς. Παρά τό ὅτι ἔχει γίνει κριτική ἀπό πολλούς στό νομοσχέδιο αὐτό, ἐν τούτοις δέν ἔχει ἐντοπισθῆ ἕνα ἐνδιαφέρον σημεῖο, γιά τό ὁποῖο θά ὑπογραμμισθοῦν ἐδῶ τά δέοντα μέ σύντομο τρόπο, ἐννοῶ τήν «φιλοσοφία» τοῦ νομοσχεδίου.
.             Σέ κάθε νομοσχέδιο πού εἰσάγεται πρός ψήφιση στήν Βουλή γιά νά γίνη νόμος τοῦ Κράτους, στά πρῶτα ἄρθρα δίνονται οἱ ἀπαραίτητοι ὁρισμοί, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα ἄρθρα πού ἀκολουθοῦν, ἑρμηνεύονται ἀπό τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» πού τό συνοδεύη.
.             Νομίζω, λίγοι διάβασαν προσεκτικά ὅλο τό νομοσχέδιο μέ τίς ὑπογραφές τῶν Ὑπουργῶν καί ἴσως ἐλάχιστοι διάβασαν τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση». Ἔτσι, πολλοί ὁμίλησαν χωρίς οὐσιαστική γνώση τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως ἀρκέσθηκαν σέ ἀναλύσεις ἄλλων, γι’ αὐτό καί ἀστόχησαν στούς λόγους τους. Γιά παράδειγμα στό νομοσχέδιο δέν γινόταν λόγος γιά «ἀλλαγή φύλου», ἀλλά γιά «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου».
.             Ἐκεῖνο ὅμως πού μέ ἐνδιαφέρει στό κείμενό μου αὐτό εἶναι οἱ ὁρισμοί πού δίνονται στό νομοσχέδιο γιά τήν «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου» καί τήν ὅλη «φιλοσοφία» του. Αὐτό εἶναι γιά μένα γεγονός ἰδιαίτερης σημασίας.
.             Κατ’ ἀρχάς, στό νομοσχέδιο αὐτό συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τό «πρόσωπο» καί τά «δικαιώματα τοῦ προσώπου». Παρατήρησα τίς λέξεις καί τίς φράσεις: «πρόσωπο»∙ «τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στό σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά φύλου του», τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά διορθωθῆ∙ «ἡ ταυτότητα φύλου» μέ τά χαρακτηριστικά πού «ἀντιστοιχοῦν στήν βούληση τοῦ προσώπου»∙ «τό πρόσωπο μπορεῖ νά ζητήσει τή διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου του, ὥστε αὐτό νά ἀντιστοιχεῖ στή βούληση»∙ τά «δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καί κάθε εἴδους εὐθύνη τοῦ προσώπου». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλο τό νομοσχέδιο στηρίζεται στό πρόσωπο, τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματα τοῦ προσώπου.
.             Ἐπίσης, στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» γίνεται λόγος γιά τά «διεμφυλικά πρόσωπα (τρανσέξουαλ, τράνς)»∙ γιά «μιά μεγάλη ὑστέρηση στήν ἀπόλαυση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν διεμφυλικῶν προσώπων»∙ γιά «τόν ἰδιαίτερα προσβλητικό ἀκρωτηριασμό τοῦ προσώπου», ὅταν «παρακολουθῆται ἀπό ψυχίατρο» καί ὅταν «ἔχει ὑποβληθεῖ σέ χειρουργική ἐπέμβαση μέ πλήρη ὁριστική ἐπικράτηση τοῦ ἀντιθέτου ἀπό τό βιολογικό του φύλο»∙ γιά τό «ὅτι τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στόν σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά τοῦ φύλου του», τό ὁποῖο φύλο πρέπει νά «διορθωθῆ»∙ «ὁ ἐσωτερικός καί προσωπικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἴδιο τό πρόσωπο βιώνει τό φύλο του»∙ «τά βιολογικά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου»∙ «γιά μεσοφυλικό ἄτομο»∙ γιά «τό πρόσωπο» πού αἰσθάνεται τή «δυσφορία τοῦ γένους»∙ γιά «τή βούληση τοῦ προσώπου», «τά δικαιώματα τοῦ κάθε προσώπου» καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις. Ἑπομένως, καί στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» τονίζονται οἱ ὅροι πρόσωπο, βούληση τοῦ προσώπου, δικαιώματα τοῦ προσώπου.

Θά σχολιάσω τούς τρεῖς αὐτούς ὅρους.

.             Πρῶτον. Διαβάζοντας τό νομοσχέδιο καί τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» παρατηρῶ ὅτι ἀποφεύγεται ἐπιμελῶς ἡ λέξη «ἄνθρωπος» καί δίνεται σημασία στήν λέξη «πρόσωπο» μέ τά χαρακτηριστικά βεβαίως τοῦ γένους ἤ τοῦ φύλου του, τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά «διορθωθῆ». Αὐτό δέν εἶναι οὔτε τυχαῖο οὔτε ἀθῶο.
.             Πρόκειται γιά μιά ἐπιμελῆ προσπάθεια παράκαμψης τῆς λέξης ἄνθρωπος, μέ ὅλη τήν βιβλική καί παραδοσιακή σημασία τοῦ ὅρου, καί τήν ἀντικατάστασή της μέ τήν λέξη πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀποδοθῆ καί μέ τήν λέξη «περσόνα», ὅπως λέγεται στόν προφορικό ἤ γράφεται στόν γραπτό λόγο, καί νά ἐξυπηρετοῦνται ἄλλοι σκοποί. Αὐτό δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ὅτι τά λεγόμενα «διεμφυλικά πρόσωπα» ἤ «ἄτομα» χρησιμοποίησαν κατά κόρον τήν λέξη πρόσωπο μέ τήν ὅλη φιλοσοφική του σημασία καί τήν ἰδιαιτερότητα.
.             Δεύτερον. Αὐτό συνδέεται μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς «βούλησης τοῦ προσώπου». Ὅσο ὁμιλοῦν γιά τήν βούληση καί τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, ὑποτιμοῦν τήν φύση, τήν ὁποία θεωροῦν ἀναγκαστική, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἀνελευθερία, «δυσφορία», «βία». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια θεωρεῖται, ὅπως ἔχει γραφῆ ἀπό ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς νοοτροπίας, ὅτι καί ὁ γάμος, ὅπως τόν γνωρίζουμε καί ὅπως λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο ἐκφράσεως τῶν δύο φύλων –ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ– καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν, θεωρεῖται ὡς μιά «ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου», πράγμα πού δεσμεύει ἤ καταργεῖ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Ὁπότε, ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου» συνδέεται, κατ’ αὐτούς, μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Στήν προοπτική αὐτή ὑπάγεται ἡ σχολαστική θεωρία περί τῆς «βουλήσεως τοῦ προσώπου», ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἀλλά καί ἡ ὅλη φιλοσοφία τοῦ βολονταρισμοῦ (βουλησιοκρατίας) καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
.             Νά θυμίσω τίς φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Κάντ γιά τήν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ προσώπου καί τήν αὐτονομία του, πού εἶναι ἡ βάση τῆς «ὑπερβατολογικῆς ἀρχῆς» του, ἡ ὁποία δέν ἀσχολεῖται μέ τά ἀντικείμενα, ἀλλά μέ τόν τρόπο γνώσης τῶν ἀντικειμένων ἀπό τόν καθένα, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν «ὑπερβατολογική ἐλευθερία», ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα «ἀπό τόν μηχανισμό τῆς φύσης», ὅπως ἔχουν ἀναλύσει πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος καί ὁ Γεώργιος Παναγόπουλος.
.             Τρίτον. Μέσα σέ αὐτήν τήν νοοτροπία ὑπάγεται καί ἡ συχνά τονιζόμενη σήμερα ἄποψη περί τῶν «δικαιωμάτων τοῦ προσώπου». Ἀφοῦ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο, ἀπαλλαγμένο «ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης», ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τοῦ φύλου, σημαίνει ὅτι ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καί τοῦ φύλου του. Ἔτσι, γίνεται κατανοητό ὅτι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό δικαίωμα τοῦ προσώπου λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνέπειες καί τίς εὐθύνες τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἰδιαιτέρου φύλου μέ τήν σύλληψη καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν.
.             Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ἕνα ἀπό τά προβλήματα πού θά ἀπασχολήσουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν Ἐκκλησία στήν ἐποχή μας καί τήν ἐποχή πού ἔρχεται εἶναι τό θέμα τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου ἤ τοῦ ἀνθρώπου. Φυσικά, δέν ἐννοοῦμε τά δικαιώματα πού ἔχει ὁ καθένας στήν παιδεία, τήν ὑγεία, τήν κοινωνική ζωή κλπ., ἀλλά τόν τονισμό τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέ τήν παράλληλη καταστρατήγηση «τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ» στήν ζωή μας, καί τήν βίωση τῆς ἀπόλυτης «ἐλευθερίας» ὡς πρός τίς εὐαγγελικές ἐντολές.
Συνεπῶς, ὁ ὑπερβολικός τονισμός τῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου μέ τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματά του καί στό θέμα τῶν «διεμφυλικῶν προσώπων», στό ὁποῖο ἐκμηδενίζονται οἱ διαφορές τῶν φύλων, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δέν εἶναι τόσο ἀθῶος ἀπό θεολογικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, ἀλλά κρύβει κάποιες σκοπιμότητες, πολιτικές καί θεολογικές.
.             Μοῦ ἔκανε δέ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι κατά τήν συζήτηση πού ἔγινε τίς ἡμέρες αὐτές πού ψηφιζόταν τό νομοσχέδιο αὐτό στήν Βουλή, οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες πού ἀσχολήθηκαν μέ τήν κριτική τοῦ νομοσχεδίου δέν ὑποψιάσθηκαν καθόλου αὐτήν τήν βάση, στήν ὁποία στηρίζεται τό νομοσχέδιο, μάλιστα δέ μερικοί πού ἄσκησαν κριτική στό νομοσχέδιο, τό ἔκαναν μέ βάση τήν «θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», χωρίς νά καταλάβουν ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐκφράζουν τήν ἴδια νοοτροπία καί ἐμπλέκονται στήν ἴδια φιλοσοφική καί θεολογική προοπτική.
.             Θέλω νά διευκρινίσω ὅτι γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν λεγόμενη «διόρθωση τοῦ φύλου», δέν ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού ὑπάρχουν προβλήματα ἀπό βιολογικῆς πλευρᾶς, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τίς ὁρμόνες, γιά τίς ὁποῖες ἤδη ὑπάρχει ἡ σχετική νομοθεσία, οὔτε ἐννοῶ τίς ψυχολογικές καί κοινωνικές καταστάσεις πού δημιουργοῦν τήν λεγόμενη «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διαταραχή τοῦ φύλου», πού περνοῦν πολλοί στήν μικρή τους ἡλικία καί ἀντιμετωπίζονται μέ μιά καλή ἀγωγή καί παιδεία. Κυρίως ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού τέτοιες συμπεριφορές ὀφείλονται σέ διάφορες φιλοσοφικές καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τόν ὑπερβολικό τονισμό τῆς ἐλευθερίας καί τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου.
.             Νομίζω ὅτι ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί ὡς πρός τήν καθιέρωση τέτοιων νέων ἐκφράσεων, ὅπως «ἐλευθερία καί δικαιώματα τοῦ προσώπου», «βούληση τοῦ προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων», «ἐλευθερία ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου» κλπ., οἱ ὁποῖες ἐφράσεις κρύβουν διάφορες ἐπικίνδυνες σκοπιμότητες, φιλοσοφικές, θεολογικές καί πολιτικές.
.             Εἶναι βασική θεολογική ἀρχή ὅτι ἡ ἐλευθερία βιώνεται μέσα ἀπό τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς κενωτικῆς προσφορᾶς, καί μέσα ἀπό τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἐκφράζεται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μυστηριακή καί εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι πρόγευση τῆς ἐσχατολογικῆς ζωῆς, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
.             Τέλος, ὀφείλω νά σημειώσω τήν σημαντική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν ὑπέρβαση τῶν πέντε «διαιρέσεων». Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ὁ Ἀδάμ ἀπέτυχε νά ὑπερβῆ τίς «πέντε διαιρέσεις» ἤ ἀντιθέσεις ἤτοι μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς φύσεως, νοητῶν καί αἰσθητῶν, οὐρανοῦ καί γῆς, παραδείσου καί οἰκουμένης, ἄρρενος καί θήλεος. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων-ἀντιθέσεων ἔγινε μέ τόν Νέο καί Ἔσχατο Ἀδάμ, δηλαδή τόν Χριστό, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πού συνδέεται μέ τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα Του, μέ τήν εὐαγγελική καί μυστηριακή ζωή, ὑπερβαίνει αὐτές τίς διακρίσεις πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί ζῆ τήν πραγματική ἐλευθερία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι καταστάσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ καὶ ἄλλες σοβαρότατες παρατηρήσεις (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος) «Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδοµένη καὶ ἡ αὐτοσυνειδησία της εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ δὲν ἀναζητᾶται».

Παρατηρήσεις γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο
κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
(8 Μαρτίου 2016)

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιανικῆς Βιβλιογραφίας»

.              Ἡ προετοιµασία γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο διήρκησε πάνω ἀπὸ 110 χρόνια καὶ χωρίζεται σὲ τρεῖς περιόδους, ἡ πρώτη ἀπὸ τὸ 1902 ἕως τὸ 1952, ἡ δεύτερη ἀπὸ τὸ 1952 ἕως τὸ 1990 καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ τὸ 1990 ἕως σήµερα. Τὸ ἔτος 1961 ποὺ ἄρχισαν οἱ Πανορθόδοξες Σύνοδοι, ἐτέθησαν περίπου 100 θέµατα καὶ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου µειώνονταν γιὰ νὰ συµπεριληφθοῦν τελικὰ στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ἕξι θέµατα, ἤτοι: «ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν σύγχρονον κόσµον, ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, τὸ Αὐτόνοµον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, τὸ µυστήριον τοῦ γάµου καὶ τὰ κωλύµατα αὐτοῦ, ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήµερον, σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσµον» (Ἀνακοινωθὲν Προκαθηµένων, 27-01-2016).
.             Ἐπειδὴ ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἶναι ἕνα µεγάλο γεγονὸς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ ἀπαιτεῖται θεολογικὴ ἀνηµετώπιση τόσο τῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τῶν ἀποφάσεών της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο συµφωνήθηκε ὅτι θὰ ἰσχύσουν δύο βασικὲς ἀρχές. Ἡ πρώτη ὅτι κάθε Ἐκκλησία θὰ ἔχη µία ψῆφο καὶ ἡ δεύτερη ὅτι οἱ ἀποφάσεις θὰ λαµβάνωνται ὁµοφώνως, ποὺ σηµαίνει ὅτι ἂν µία Ἐκκλησία δὲν συµφωνεῖ γιὰ ἕνα θέµα, δὲν θὰ λαµβάνεται ἀπόφαση γιὰ τὸ θέµα αὐτό.
.           Ἑποµένως, ἡ Ἐκκλησία µας πρέπει νὰ προετοιµασθῆ κατάλληλα γιὰ τὴν Σύνοδο αὐτή, µὲ ὅλο τὸ θεολογικὸ δυναµικὸ τὸ ὁποῖο διαθέτει, τὸ ὁποῖο ἐν πολλοῖς ὑπερτερεῖ ἀπὸ ἄλλες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι µιὰ µεγάλη ὁµάδα θεολόγων, ποὺ ὑπαρχουν στὶς ἄλλες Ἐκκλησίες, ἔχουν σπουδάσει καὶ ἔχουν λάβει διδακτορικὰ διπλώµατα ἀπὸ τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τῆς Ἑλλάδος, καθὼς ἐπίσης καὶ καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν χρησιµοποιοῦνται ὡς θεολογικοὶ σύµβουλοι σὲ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀµελητέα ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.
.             Στὴν συνέχεια θὰ τονισθοῦν δύο θέµατα, τὰ ὁποία κατὰ τὴν γνώµη µου εἶναι σοβαρά.

1. Ἡ ταυτότητα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου

.           Ἡ Σύνοδος ποὺ πρόκειται νὰ συγκληθῆ τὴν περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πολλὲς φορὲς διερωτήθηκα ποιὰ εἶναι ἡ ταυτότητά της καὶ ποιὰ θὰ εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία της.
.             Ἡ µία ἑρµηνεία εἶναι ὅτι θὰ εἶναι Οἰκουµενικὴ Σύνοδος. Ὅµως, πολλοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν θὰ συγκληθῆ ὡς Οἰκουµενικὴ Σύνοδος, ἀλλὰ ὡς μία Πανορθόδοξη Μεγάλη Σύνοδος. Στὴν σκέψη αὐτὴ κρύπτεται µιὰ ἔννοια ὅτι µετὰ τὸ 1009 καὶ 1054 µ.Χ. δὲν µπορεῖ νὰ συγκληθῆ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος, διότι ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ Σχίσµα καὶ δὲν θὰ µπορῆ στὴν Σύνοδο αὐτὴ νὰ παρευρίσκεται «ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Ρώµης».
.             Μιὰ τέτοια, ὅµως, ἐξήγηση ἀµέσως δηµιουργεῖ τὸ ἐκκλησιολογικὸ προβληµα ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ εἶναι δεδοµένη, θεωρεῖται ὡς ἀναζητητέα. Ὁπότε, ἡ Ἐκκλησία χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία της ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία µπορεῖ νὰ συνέρχεται καὶ νὰ ἀποφασίζη, ἀνεξάρτητα ἂν µερικὰ πρώην µέλη της ἔχουν ἀποµακρυνθῆ ἀπὸ Αὐτήν.
.             Ἡ ἄλλη ἑρµηνεία εἶναι ὅτι θὰ εἶναι ὅπως ἀκριβῶς χαρακτηρίζεται, ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μάλιστα δὲ λέγεται ὅτι δὲν ἔχει συγκληθῆ µιὰ τέτοια µεγάλη Σύνοδος καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας.
.         Ἂν αὐτὸ εἶναι ὀρθό, τότε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἐκλαµβάνεται ὡς συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε τὸ 787 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅµως, σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση παρακάµπτονται καὶ παραθεωροῦνται ἡ Η´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου (879-880), ποὺ ἀσχολήθηκε µὲ µείζονα ἐκκλησιολογικὰ θέµατα καὶ κυρίως µὲ τὴν αἵρεση τοῦ filioque, καὶ ἡ Θ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ τὸ 1351, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα µὲ τὴν αἵρεση τοῦ actus purus, δηλαδὴ τὴν ταύτιση οὐσίας καὶ ἐνέργειας στὸν Θεὸ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπικοινωνεῖ µὲ τὸν κόσµο µὲ κτιστὲς ἐνέργειες.
.               Θεωρῶ, µὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ὅτι ἦταν λάθος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ δὲν συζήτησε τὰ θέµατα τῆς ἡµερησίας διατάξεως ποὺ ἐτέθησαν στὴν Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου 2011 γιὰ τὶς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουµενικὲς Συνόδους.
.             Καὶ ναὶ µὲν τὰ θέµατα τῆς ἡµερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἶχαν ἤδη καταρτισθῆ τότε σὲ δέκα καὶ δὲν µποροῦσαν νὰ προστεθοῦν ἄλλα θέµατα, ὅµως οἱ εἰσηγήσεις αὐτὲς ἔπρεπε νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία µας, ὥστε νὰ τεθῆ ἡ βάση τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος δὲν µπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καὶ νὰ παρακαµφθοῦν οἱ Μεγάλες Σύνοδοι τοῦ 879/880 καὶ τοῦ 1351, τῶν ὁποίων τὸ κύρος καὶ τὴν αὐθεντία κανεὶς δὲν µπορει νὰ ἀµφισβητήση.

2.Θεολογικὰ σχόλια στὰ καταρτισθέντα κείµενα

.           Ὅπως προαναφέρθηκε ἀπὸ τὰ δέκα θέµατα ποὺ εἶχε ἀποφασισθῆ νὰ συζητηθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τελικὰ θὰ συζητηθοῦν ἕξι ἀπὸ αὐτά. Κατ᾽ ἀρχὰς θὰ πρέπει νὰ ὑπογραµµισθῆ ὅτι ἔχω ἔντονο προβληµατισµὸ γιὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ ἐπεξεργασία τῶν κειµένων αὐτῶν ἀπὸ τὶς Προσυνοδικὲς Διασκέψεις. Ποτὲ τὰ σχέδια τῶν κειµένων δὲν ἐτέθησαν ὑπ᾽ ὄψιν ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν καὶ δὲν συζητήθηκαν στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τουλάχιστον ἐπὶ τῶν ἠµερῶν µου, δηλαδὴ στὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια.
.           Ἔπειτα, γιὰ τὸ περιεχόµενο τῶν κειµένων αὐτῶν λάµβανε γνώση καὶ τὰ ἐπεξεργαζόταν ἡ Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων. Ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀπέστελλε στὴν κατὰ καιροὺς Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο ἐκθέσεις περὶ τῶν Προπαρασκευαστικῶν καὶ Προσυνοδικῶν Διασκέψεων καὶ τὰ κείµενα. Ἡ Δ.Ι.Σ. λάµβανε γνώση τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν καὶ τῶν κειµένων καὶ τὰ ἔθετε συνήθως στὸ ἀρχεῖο χωρὶς περαιτέρω συζήτηση.
.             Ἔχω ζητήσει νὰ µοῦ δοθοῦν οἱ ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων πρὸς τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ τυχὸν κατευθυντήριες γραµµὲς ποὺ ἔδωσαν οἱ κατὰ καιροὺς Διαρκεῖς Σύνοδοι πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν σχέσεων γιὰ τὴν βελτίωση τῶν κειµένων, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν καθαρὴ εἰκόνα. Ἤδη ἔχω ὑπ᾽ ὄψιν µου τὸ ἀπὸ 4ης Ἰουνίου 2015 ἔγγραφο τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας Ἱερεµίου πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, ὡς γραµµατέως ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ποὺ ζητοῦσε τὶς «τυχὸν παρατηρήσεις καὶ προτάσεις τῆς Ὑµετέρας ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας πρὸς σχηµατισµὸν τοῦ φακέλλου καὶ ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν προσαρµοζοµένην ἵνα προσεχῶς συνέλθη Ε´ Προσυνοδικὴν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, ἥτις καὶ θὰ ἐγκρίνη καὶ θὰ παραπέµψη αὐτὰ εἰς τὴν τελικὴν µορφὴν τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Συνόδῳ» καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήση ἡ ΔΙΣ µέχρι τέλος τοῦ Ἰουλίου 2015. Καὶ ἀπ᾽ ὅ, τι ἐρώτησα δὲν ἐδόθη καµµία ἀπάντηση ἀπὸ τὴν ΔΙΣ καὶ καταρτίσθηκε τὸ τελικὸ κείµενο, τὸ ὁποῖο παραπέµφθηκε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.
.           Ἔπειτα, θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξε ἐλλειµµατικὴ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας µας στὴν ἐπεξεργασία τῶν κειµένων ποὺ θὰ συζητηθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. Αὐτὸ τεκµαίρεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καίτοι τὰ θέµατα ἦταν κατ᾽ ἐξοχὴν δογµατικὰ καὶ κανονικά, ὅπως τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ πῶς συγκροτεῖται ἡ ἑνότητά της, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ θέµατα ποὺ ἔχουν σχέση µὲ τὴν νηστεία, τὰ κωλύµατα τοῦ γάµου, τὴν Ὀρθόδοξη Διασπορά, τὸ Αὐτόνοµο καὶ τὸν τρόπο ἀνακηρύξεώς του, ἐν τούτοις ἠσχολεῖτο µὲ αὐτὸ ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν σχέσεων καὶ ὄχι παράλληλα καὶ ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Δογµατικῶν καὶ Κανονικῶν Ζητηµάτων, ἡ καθ᾽ ὕλην ἁρµοδία Συνοδικὴ Ἐπιτροπή.
.              Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία µας δὲν προετοιµάσθηκε ἐπαρκῶς γιὰ τὴν ἀντιµετώπιση τῶν θεµάτων αὐτῶν. Ἀντίθετα µάλιστα, Ἱεράρχες ποὺ ἀσχολήθηκαν µὲ τὰ θέµατα αὐτὰ µᾶς καθησύχαζαν ὅτι δὲν θὰ δηµιουργηθοῦν προβλήµατα στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὰ κείµενα. Ὅµως, ὄντως ὑπάρχουν θεολογικὰ προβλήµατα.
.                 Μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνη πολλὲς παρατηρήσεις, ἀλλὰ στὴν συνέχεια θὰ ἤθελα νὰ παραµείνω σὲ δύο ἀπὸ αὐτές.

.               Ἡ πρώτη παρατήρηση ἀναφέρεται στὸ ἐκκλησιολογικὸ θέµα. Μελετώντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσµον» παρατηρεῖ µιὰ διγλωσσία. π τν µιὰ θεωρεται τι κκλησία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολική, κα π τν λλη ναγνωρίζονται κα λλες κκλησίες. Ἐπίσης, σὲ ἕνα µέρος τοῦ κειµένου λέγεται ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ ἑνότητά Της εἶναι δεδοµένη καὶ σὲ ἄλλο µέρος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µὲ τοὺς διαλόγους ἀναζητᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.           Ἐπὶ πλέον τίθεται σοβαρὸ θέµα γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εἰς αὐτήν. Ἐνῶ οἱ «Φραγκολατίνοι» εἰσήγαγαν ἀπὸ τὸν 9° αἰώνα καὶ µετὰ πολλὲς αἱρέσεις καὶ τὸ µεγαλύτερο προβληµα εἶναι ἡ λεγοµένη σχολαστικὴ θεολογία, ποὺ διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία, καθὼς ἐπίσης τὸ βάπτισµα γίνεται µὲ ἀλλοιωµένη τὴν πίστη καὶ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς τελέσεώς του, ἐν τούτοις γίνεται λόγος γιὰ ἀποδοχή του κατ᾽ οἰκονοµίαν, δηλαδὴ µὲ τὸ χρίσµα.
.           Πρόκειται γιὰ τὴν λεγοµένη «βαπτισµατικὴ θεολογία» ποὺ ἐτέθη τὰ τελευταῖα χρόνια ὡς βάση γιὰ τὴν λεγοµένη ἕνωση µεταξὺ τῶν λεγοµένων Ἐκκλησιῶν. Πάνω στὴν «βαπτισµατικὴ θεολογία» στηρίχθηκε ἡ Β´ Βατικανὴ Σύνοδος, γιὰ νὰ δείξη ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα µὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες καὶ τὶς Ὁµολογίες, παρὰ τὶς µικρές, κατ᾽ αὐτούς, ἐλλείψεις.
.               Τὸ πρόβληµα εἶναι βαθύτερο, γιατί ἀπὸ πολλοὺς θεολόγους καὶ Ἐπισκόπους ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν λεγοµένη Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ταυτίζονται τὰ χαρισµατικὰ µὲ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ πρόβληµα.
.             Ἑποµένως, γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῶν Χριστιανῶν ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν Ἁγία Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατ᾽ ἐπίφαση ἐπίκληση τοῦ 7ου Κανόνος τῆς Β´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καὶ τοῦ 95ου Κανόνος τῆς Πενθέκτης Οἰκουµενικῆς Συνόδου. Σὲ ἄλλο κείµενό µου ὑπενθύµισα ὅτι αὐθεντικὴ ἑρµηνεία τῶν Κανόνων αὐτῶν ἔκαναν τὸ 1756 οἱ Τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθῆ σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν ἀπὸ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος.
.             Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ ἀποβληθῆ ἀπὸ τὸ συγκεκριµένο κείµενο ἡ διγλωσσία καὶ νὰ φανῆ ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅτι δὲν διαιρέθηκε ποτέ, ὅπως τὸ Εὐχαριστιακὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ «µερίζεται καὶ οὐ διαµελίζεται» καὶ ὅτι ὅσοι ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν, πρέπει νὰ γίνεται µὲ Βάπτισµα.

.              Ἡ δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται στὸ θέµα τοῦ προσώπου.
.         Στὸ κείµενο «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ Κόσµῳ» τίθεται ὡς βάση τὸ ἀρχικὸ κεφάλαιο µὲ τίτλο «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου».
.                 Βέβαια, στὴν Σύναξη τῶν Προκαθηµένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἔγινε στὸ Σαµπεζὺ-Γενεύη στὶς 18-28 Ἰανουαρίου 2016, τὴν τελευταία στιγµή, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὸν τρόπο, ἔγινε µία παρέµβαση ἐπὶ τὰ βελτίῳ, δηλαδὴ παρελήφθησαν µερικὲς ἀπόψεις καὶ φράσεις γιὰ τὸ πρόσωπο.
.             Ὅµως, παρέµειναν οἱ φράσεις «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων κατὰ τὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος» κλπ.
.             Ἔχω ἤδη καταγράψει τὶς ἀπόψεις µου σὲ ἄλλο κείµενο, τὸ ὁποῖο ἐδόθη στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο. (βλ. σχετ.: «Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ἢ ΑΝΑΖΗΤΑΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΛΕΣΘΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος) Πάντως, ἡ ὅλη προβληµατικὴ περὶ τοῦ προσώπου ἀποτελεῖ, χωρὶς νὰ κινδυνολογῶ, µιὰ αἵρεση, συνέχεια τοῦ ἀρειανισµοῦ, τοῦ µονοθελητισµοῦ καὶ εἶναι ἐπηρεασµὸς ἀπὸ τὴν ὑπαρξιστικὴ φιλοσοφία τοῦ Κίκεργκαρντ, τοῦ Μαρσέλ, τοῦ Σάρτρ καὶ τὸν γερµανικὸ ἰδεαλισµὸ τοῦ Χάϊντεγκερ. Σήµερα γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν «ὀντολογία τοῦ προσώπου», γιὰ τὴν «κοινωνία τῶν προσώπων», γιὰ τὴν «ἀξιοπρέπεια καὶ ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου», γιὰ τὴν διαφορὰ µεταξὺ τοῦ «ἀτόµου καὶ τοῦ προσώπου», γιὰ τὴν «κοινωνία τῶν προσώπων κατ᾽ ἀντανάκλαση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος» κλπ. καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀντορθόδοξα. (βλ. σχετ.: 1. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1 2.Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)
.             Ἔχω ἐπισηµάνει ἐπανειληµµένως ὅτι οἱ Πατέρες ἀνέλυσαν τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ὡς πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἐπίσης, φαίνεται σαφέστατα ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου θυµίζει τὸν ἀρειανισµό, τὸν µονοθελητισµό, τὸν νεστοριανισµό, κλπ. σὲ δύο βασικὲς ἔννοιες, ἤτοι ὅτι ταυτίζεται ἡ φύση µὲ τὴν ἀνάγκη, ὅτι κάθε τι ἐκ φύσεως εἶναι καὶ ἀναγκαστικό, καὶ συνδέεται τὸ πρόσωπο µὲ τὴν βούληση, τὴν θέληση καὶ τὴν ἀγάπη. Δηλαδή, γίνεται λόγος γιὰ ὑποστατικὴ θέληση, ὑποστατικὴ ἀγάπη, ὑποστατικὴ ἐνέργεια, πράγµα ποὺ καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο.
.             Ἡ ὅλη, λοιπόν, προβληµατικὴ τῆς ἐννοίας «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» ὑποκαθιστᾶ καὶ παραθεωρεῖ τὴν θεολογία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁµοίωση Θεοῦ καὶ ἐπικεντρώνεται περισσότερο στὰ ἀνθρώπινα δικαιώµατα. Δηλαδή, µετατρέπει τὴν θεολογία σὲ κοινωνιολογία. Δὲν ἀρνεῖται, βεβαίως, κανεὶς τὸν σεβασµὸ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὰ δικαιώµατά του, στὴν ἐποχή µας µάλιστα ποὺ καταπατῶνται, ἀλλὰ δὲν µπορει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία νὰ ἐκκοσµικεύεται.
.           Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν µερικοὶ ποὺ διδάσκουν τὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου -ὅπως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο- ἀλλὰ τὸ συνδέουν ἀναµφισβήτητα µὲ τὴν θεολογικὴ ἔννοια τοῦ ἄνθρωπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁµοίωση Θεοῦ, καὶ δὲν συνδέουν τὴν φύση µὲ τὴν ἀνάγκη οὔτε καταλήγουν στὸν βολονταριστικὸ περσοναλισµό.
.             Γι᾽ αὐτὸ θεωρῶ ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἀντικατασταθῆ ὁ ὅρος πρόσωπο µὲ τὸν ὅρο ἄνθρωπος. Ἄλλωστε ὅλοι οἱ ξένοι θεολόγοι, οἱ ἄλλες Ὁµολογίες, ἀκόµη δὲ καὶ οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας ἄνθρωποι καταλαβαίνουν τὴν ἔννοια ἄνθρωπος, καὶ δὲν µποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν φιλοσοφικὴ ἔννοια τοῦ «ἀνθρωπίνου προσώπου», ὡσὰν νὰ ὑπάρχη ὁ ἄνθρωπος καὶ κάτι ἄλλο, δηλαδὴ τὸ «ἀνθρώπινο πρόσωπο».
.           Καταλήγοντας τὶς παρατηρήσεις µου αὐτές ἐπισηµαίνω ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος µὲ τὸν ζωντανὸ θεολογικὸ λόγο ποὺ διαθέτει, µὲ τὴν ἐπιστηµονικὴ ἐπάρκεια ποὺ παρατηρεῖται στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς καὶ τὴν βιωµατική, χαρισµατικὴ θεολογία ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ ἐµπειρικοὺς µοναχοὺς καὶ κληρικούς, θὰ πρέπει νὰ παίξη σηµαντικὸ ρόλο στὴν κατάρτιση τῶν κειµένων καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι, θὰ πρέπει νὰ προσεχθοῦν ἰδιαιτέρως τὰ σηµεῖα:

1.Ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδοµένη καὶ ἡ αὐτοσυνειδησία της εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ δὲν ἀναζητᾶται.
2.Δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ βαπτισµατικὴ θεολογία ὡς βάση στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους.
Νὰ ἀντικατασταθῆ ὁ ὅρος πρόσωπο ἀπὸ τὸν ὅρο ἄνθρωπος.
Νὰ µὴ θεωρηθῆ ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος εἶναι κατευθείαν συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, µὲ παραθεώρηση τῶν Η´ καὶ Θ´ Οἰκουµενικῶν Συνόδων.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , ,

1 Σχόλιο

«Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ἢ ΑΝΑΖΗΤΑΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΛΕΣΘΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἀποσπάσματα Ἑπιστολῆς τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

ὅπου ἀποκαλύπτει κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του
(βλ. σχετ.: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ “ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ”, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΙΡΕΣΕΙΣ καὶ ΣΧΙΣΜΑΤΑ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν “ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος” καὶ δὲν δέχεται τὴ θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν “εἰς Χριστὸν πιστευόντων”» (Ὁμολογιακὸ ὑπόμνημα Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου)
τὰ θεολογικὰ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ τῶν κειμένων
ποὺ θὰ εἰσαχθοῦν στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν προσεχῆ Ἰούνιο.

Ἠλ. στοιχειοθεσία ἀποσπασμάτων:  «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Στὸ τέλος ἀκολουθοῦν αὐτούσιες καὶ οἱ δύο Ἐπιστολές

.            Τίθενται ἐρωτήµατα: Μὲ τὴν φράση: «τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα» ἐννοεῖται τὸ νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἐκτὸς αὐτῆς (τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) εἰς τὴν ἑνότητα; Τότε, πῶς γράφεται ἀλλοῦ ὅτι οἱ διµερεῖς θεολογικοὶ διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µὲ τὴν συµµετοχή της στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση γίνονται «ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν (Ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τῆς ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (ἄρθρ. 5); Δηλαδή, ἡ ἑνότητα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεδοµένη ἢ ἀναζητᾶται, ἐπειδὴ ἔχει ἀπολεσθῆ;

.             Ἐρωτᾶται: Γιατί ἡ φράση τῆς ἐπικεφαλίδας «πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσµον» κατέληξε στὴν φράση «ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»; Ὑπάρχουν Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες ἐκτός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας; Ἐπίσης, µὲ τὴν ὑπενθύµιση τῶν συγκεκριµένων Κανόνων τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων ὑπονοεῖται ἡ «βαπτισµατικὴ θεολογία» ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»;

.             Στὸ περιεχόµενο ὑπάρχουν µερικὲς ἀσάφειες, ὡσὰν νὰ «ἀναγνωρίζωνται» καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἐκτός τῆς Μίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὡσὰν νὰ ἐπιχειρῆται ἡ ἑνότητα, ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσα διάσπαση.

.             Ἀντὶ στὸ κείµενο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἄνθρωπου, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου». Οἱ Πατέρες, ὅµως, ἐπιµένουν συνεχῶς στὸν τονισµὸ τῆς ἐννοίας «ἄνθρωπος», ἐνῶ τὸ «πρόσωπον» ἀποδόθηκε στὸν Θεό. Δὲν γνωρίζω πατερικὰ κείµενα ποὺ νὰ ὁµιλοῦν γιὰ τὴν «ἱερότητα» καὶ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», πράγµα τὸ ὁποῖο εἶναι ἔργο τῆς ρωσικῆς θεολογίας, ὅπως ὁµολογεῖ σαφῶς ὁ Λόσσκυ καὶ στὴν πραγµατικότητα εἶναι ἄποψη τῆς µεταπατερικῆς θεολογίας.

299549981-Μητρ-Ναυπάκτου-Επιστολή-1-για-τά-κείμενα-τῆς-Μεγάλης-Συνόδου

299549980-Μητρ-Ναυπάκτου-Επιστολή-2-για-τά-κείμενα-τῆς-Μεγάλης-Συνόδου

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ «“Ἡ ὀντολογία τοῦ προσώπου”» (ἡ δῆθεν ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια τοῦ Πατρός) [Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος]

Πατῆστε γιὰ νὰ “κατεβάσετε” τὸ ἐκτενὲς κείμενο: NI_ONTOLOGIA PROSWPOY-PI_FEB2016

βλ. σχετ.:

1. ΥΨΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ καὶ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ [ΕΡΙΣ ΠΕΡΙ “ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ” ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ “ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ” ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ] («Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος νὰ ὑπομνήσω κυρίως τί εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὄχι πρωτίστως νὰ τοὺς μεταγράψω στὸ σήμερα»)

2. ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

3. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1

4. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΝΤΙΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΠΡΑΤΙΣΜΟΣ «Ἡ ἀλλοίωση τῆς ὀρθόδοξης ὁρολογίας συνιστᾶ ἐκκοσμίκευση» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἀπόσπασμα ἄρθρου
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
ὑπὸ τὸν τίτλο «Πρόσωπο καί ἄτομο»

Περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ», ἀρ. τ. 211

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Καίριες ἐπισημάνσεις. Κυριολεκτικῶς σῆμα κινδύνου γιὰ τὸν ἐπελαύνοντα (ὑπούλως) ἀντιησυχασμό.

.         […] Ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς αἰώνιας μοναδικότητας τῆς ὕπαρξης φαίνεται ὡς σαγηνευτική πού προκαλεῖ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀλλά ἐνέχει πολλούς κινδύνους στό νά ὑπονομευθῆ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν ἐπικρατήση μιά τέτοια ἀντίληψη, τότε ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία θά συνδέεται μέ τό πρόσωπο, ὁπότε κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος θά ἔχει ἰδιαίτερη ἀγάπη καί ἐλευθερία, καθώς ἐπίσης θά ταυτίζεται τό ἄκτιστο μέ τό κτιστό, θά συγχέεται ἡ τριαδολογία μέ τήν ἀνθρωπολογία, θά ἀποδίδονται στόν Θεό καταστάσεις πού συμβαίνουν στούς ἀνθρώπους, θά ἀποσυνδέεται ἡ θέληση ἀπό τήν φύση καί πολλά ἄλλα. Αὐτό συνιστᾶ ἀλλοτρίωση τοῦ θεολογικοῦ λόγου.
.        Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἡ μετάβαση τῆς σύγχρονης θεολογίας ἀπό τήν θεολογική ἔννοια τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁρολογία τοῦ προσώπου καί τοῦ ἀτόμου γίνεται γιά δύο βασικούς λόγους.
.         Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιά νά δοθῆ μιά νέα ἑρμηνεία περί τοῦ ἀνθρώπου καί στήν πραγματικότητα γιά νά ὑπονομευθῆ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν πορεία πρός τήν θέωση, πού γίνεται μέ τήν πρακτική φιλοσοφία, τήν φυσική θεωρία καί τήν μυστική θεολογία, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἤ κατ’ ἄλλη ἑρμηνεία ἀπό τήν πράξη στήν θεωρία μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Πράγματι, ὅσοι κάνουν λόγο γιά πρόσωπο καί ἄτομο στόν ἄνθρωπο ἀποφεύγουν νά ἀναφέρονται στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γιά κάθαρση, φωτισμό καί θέωση, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς νεοπλατωνισμό, καί στήν πράξη εἶναι ἀντιησυχαστές καί ἀντίθετοι σέ ὅλη τήν ἀσκητική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
.         Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί κάνουν λόγο γιά τήν συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπονομεύουν τήν φιλοκαλική ζωή. Αὐτό εἶναι βαρύτατο σφάλμα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει: «ἐάν δέ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καί τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α´ Ἰω. α´, 7). Τό πνευματικό νόημα εἶναι σαφέστατο. Ὁ Χριστός εἶναι μέσα στό Φῶς, εἶναι Φῶς ἄκτιστο, πού εἶναι τό Φῶς τῆς θεοπτίας, καί ὅσοι περιπατοῦν μέσα σέ αὐτό τό Φῶς, ἔχουν κοινωνία μεταξύ τους, καί βεβαίως καθαρίζονται ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία εἶναι στέρηση τοῦ Φωτός καί ὅσοι μετέχουν τοῦ Φωτός ἐλευθερώνονται ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, δέν πρόκειται γιά κάποια ἀφηρημένη «κοινωνία προσώπων», γιά κάποια συγχώρηση ἀπό ἐνοχές, γιά μιά τυπική μετοχή στήν θεία Κοινωνία, ἀλλά γιά κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους ἐν τῷ Φωτί.
.         Ὁ δεύτερος λόγος γιά τόν ὁποῖο γίνεται πολύς λόγος σήμερα γιά πρόσωπο καί ἄτομο στόν ἄνθρωπο καί ὄχι γιά κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἡ μετάβαση ἀπό τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας στήν κοινωνιολογία καί ἠθικολογία, στά λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα. Βεβαίως, πρέπει νά σεβόμαστε τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἄλλων, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν ὁ θεολογικός καί ἐκκλησιαστικός λόγος νά μετατρέπεται σέ κοινωνιολογικό λόγο καί νά ἐκκοσμικεύεται. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα εἶναι σεβαστά γιά νά ὑπάρχουν μερικά βασικά στηρίγματα στήν κοινωνία, ὥστε νά μή γίνη ζούγκλα. Ὅμως, ὁ Χριστιανός ἀποβλέπει σέ μιά ἄλλη ζωή, θυσιάζει ὅλα τά δικά του ἀτομικά δικαιώματα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τό νά στηρίζεται κανείς στήν ἱκανοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἶναι ἕνας πνευματικός θάνατος.
.               Στήν Ἐκκλησία διδασκόμαστε καί τό λέμε θριαμβευτικά στήν δοξολογία: «Εὐλογητός εἶ Κύριε δίδαξόν με τά δικαιώματά Σου, εὐλογητός εἶ Δέσποτα συνέτισόν με τά δικαιώματά Σου, εὐλογητός εἶ Ἅγιε φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί Σου». Ὁ Χριστιανός ἀγωνίζεται στήν ζωή του συνεχῶς γιά νά διαφυλάξη τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι νά ἱκανοποιῆ τά δικά του δικαιώματα. Δυστυχῶς, ἡ πλειονότητα τῶν Χριστιανῶν τό «Σου» τό μετέτρεψε σέ «Μου», δηλαδή ζῆ καί προσεύχεται μέ τήν προσευχή «δίδαξόν με τά δικαιώματά Μου».
.         Ὅταν γινόμαστε Χριστιανοί, καί κυρίως ὅταν γινόμαστε μοναχοί καί Κληρικοί ἀπεκδυόμαστε ὅλα τά ἀτομικά μας δικαιώματα καί ὑποτασσόμαστε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζουμε τήν ζωή μας στήν ὑπακοή, στήν ἐπιθυμία νά φθάσουμε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση καί ὄχι στήν ἱκανοποίηση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων.
.         Ὅλα τά ἀνωτέρω δείχνουν ὅτι ὡς Κληρικοί, θεολόγοι μοναχοί καί Χριστιανοί πρέπει νά ὁμιλοῦμε γιά ἀνθρωπολογικά θέματα μέσα ἀπό τούς βιβλικοπατερικούς λόγους «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση» καί ὄχι μέ τούς σχολαστικούς, φιλοσοφικούς ὅρους πρόσωπο καί ἄτομο, προσωπικότητα καί ἀτομικότητα. Ἡ ἀλλοίωση τῆς ὀρθόδοξης ὁρολογίας συνιστᾶ ἀλλοίωση τοῦ στόχου τοῦ ἀνθρώπου, πού συνιστᾶ ἐκκοσμίκευση. Ἐπί τέλους δέν πρέπει νά παρασυρόμαστε ἀπό μερικούς «μεταπράτες» πού μεταφέρουν κάποια ἄλλη παράδοση στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔτσι νά συντελοῦμε καί ἐμεῖς στήν ὑπονόμευση τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καί ζωῆς.

.         Ἑπομένως, ἄν θέλουμε νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἐκκλησιαστική παράδοση δέν πρέπει νά κάνουμε λόγο γιά τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καί ἄτομο, ἀλλά ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ, γιατί αὐτό συντονίζεται στήν ὅλη ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ὀρθόδοξη ποιμαντική.

, ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΕΚΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΘΗΚΑΝ ΣΕ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ» (Δ.Ι.Σ.)

.                 Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος (σήμερα Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013, στὴν τρίτη Συνεδρία Της γιὰ τὸν μήνα Δεκέμβριο ὑπὸ τὴν Προεδρία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου) καταθέτει τὴν κοινή Της ἀγωνία γιὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καθὼς καθημεριν τ νθρώπινο πρόσωπο περιφρονεται κα ερός του χαρακτήρας ποτιμται, ἐνῶ ἀπαξιώνεται κάθε εὐγενὴς προοπτική του. Ὅμως, ὅ,τι ἀποϊεροποιεῖται, εὐτελίζεται. Καὶ ,τι ετελίζεται, πωλεται πι εκολα στν γορά.
.                 Ἔτσι συμβαίνει καὶ σήμερα καὶ μὲ τὶς κτροπς το οκογενειακο θεσμο πο μεταμφιέσθηκαν σ ναλλακτικς μορφς οκογένειας, πως τ κυοφορούμενο σύμφωνο συμβίωσης. Ἡ οἰκογένεια δὲν θεωρεῖται πιὰ «μικρὴ Ἐκκλησία», ἀλλὰ μετατρέπεται σὲ ἁπλὸ σύμφωνο συμβίωσης. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, ὅμως, πιβεβαιώνεται κόμη μία φορ ποτυχία τν νθρωπίνων σχέσεων. Αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη σχέση προϋποθέτει τὴν ἀγάπη. Χωρὶς τὴν ἀγάπη, μὲ ὅσα ἐπιχρίσματα καὶ ἂν καλλωπισθεῖ ἡ σχέση, δὲν ἔχεις τίποτα.
.                 Ἡ Ἐκκλησία μας καλεῖται νὰ διαμορφώσει τὴ μαρτυρία της, καθὼς καὶ τὴν ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση ὅλων τῶν νέων ἐναλλακτικῶν σχημάτων τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἀντιστρατεύονται τὴν παραδοσιακὴ οἰκογένεια ἐνῶ περιφρονοῦν τὴ διδασκαλία Της, ἡ ὁποία σκοπὸ ἔχει τὴν ἐνδυνάμωση τῶν μελῶν της στὴ ἔμπονη πορεία τους πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λαμβάνοντας σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν Της ὅλα τὰ φαινόμενα ποὺ ἀλλοιώνουν τὸν οἰκογενειακὸ βίο.

ΠΗΓΗ: ecclesia.gr

, ,

Σχολιάστε