Ἄρθρα σημειωμένα ὡς προπατορικὸ ἁμάρτημα

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ «Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό».

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μελέτημα
«Τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση»
τοῦ Γ. Μαρτζέλου, καθηγ. Πανεπιστημίου
(Ἐπιστημ. Ἐπετηρίδα Τμήμ. Θεολογίας
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ., τ.16/ 2006)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Σ᾽ ὅλη τὴν ἱστορία ἡ ἀνθρωπότητα ἀπασχολήθηκε ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ὅλη ἡ παγκόσμια Φιλοσοφία, ὅλες οἱ θρησκεῖες, ὅλη ἡ Τέχνη, ὅλος ὁ Πολιτισμός, ὅλη ἡ τεχνολογία εἶναι μιὰ ἀνεπιτυχὴς μὲν ἀλλὰ πάντως προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτὸ τὸ Μέγα Ἐρώτημα, αὐτὸ τὸ Μέγα Αἴνιγμα, αὐτὴ ἡ Μεγίστη Πρόκληση στὴν αὐθάδεια τοῦ ἀνθρώπου.
.            Μέσα σὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες τῆς ἱστορίας φανερώθηκε καὶ μιὰ πρόταση ποὺ ποτὲ κανένας δὲν ἀποτόλμησε νὰ εἰσηγηθεῖ: τὴν πρόταση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου. Μιὰ πρόταση πού, κι ἂν ἀκόμα κανένας δὲν τὴν πιστεύει, κι ἂν ἀκόμα δὲν τὴν ἀποδέχεται, ἔχει τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ ἀποτόλμησε -στὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης πάντοτε ἐπινοητικότητος- νὰ ὑπερβεῖ τὸν κλειστὸ κύκλο τοῦ θανάτου (τῶν σωμάτων). Ὅλες οἱ ἄλλες προτάσεις πάντοτε τελοῦσαν ὑπὸ τὸ ἀξεπέραστο ὅριο τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ ἀποτελοῦσαν παραλλαγὲς μιᾶς ὑπεκφυγῆς ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, μιᾶς αἰωνιότητας ἢ ἀθανασίας τῶν «ψυχῶν» (π.χ. πλατωνισμὸς, ἰνδουισμός κ.λπ).
.             Ἡ χριστιανικὴ Πρόταση ἔχει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ θραύει -ἔστω ὡς πρόταση- τὴν παντοδυναμία τοῦ θανάτου καὶ νὰ δίνει μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση στὸ Μέγα Ἐρώτημα. «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν», ἐπειδὴ «Χριστὸς ἀνέστη καὶ ᾅδης ἐσκυλεύθη». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ «πρόταση» αὐτὴ εἶναι ἡ «πρόταση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας», ἐπειδὴ εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ στὸν ἐξουσιαστὴ τοῦ θανάτου, δηλ. στὸν διάβολο, γι᾽ αὐτὸ οἱ ἀνθρωποι προτιμοῦν ἀπὸ μίσος πρὸς τὸν Χριστό, νὰ εἶναι ὑποταγμένοι στὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ νὰ μὴ δέχονται κἂν νὰ ἀναρωτηθοῦν, νὰ μὴ θέλουν κἂν νὰ «φιλοσοφήσουν» τὴν πρόταση τῆς χριστιανικῆς Πίστεως. Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Προτιμοῦν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ζήσουν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐνδεικτικῶς γι᾽ αὐτὴ τὴν προτίμηση προσκομίζεται τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ «πασχαλινὲς» εὐχὲς τοῦ καιροῦ μας εἶναι νεκρές, ἄψυχες. Παρακάμπτουν πονηρὰ καὶ τεχνηέντως τὸ μέγιστο περιεχόμενο τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου, καὶ γεμάτες πανικὸ γαντζώνονται στὶς γνωστὲς κοινωνιολογικὲς φαιδρότητες ἢ λαογραφικὲς κενολογίες τῶν πολιτικῶν καὶ ἐπιχειρηματικῶν εὐχετηρίων καρτῶν!
.               «
Ὅ,τι καί νά κάνῃ ὁ ἀλύτρωτος ἀπό τόν θάνατο ἄνθρωπος, στό τέλος τόν περιμένει ἡ ἀπόγνωσις, γιατί ὅλα θάνατος διαδέχεται. Ὅλα ἐκμηδενίζονται καί ἀφανίζονται. Ὁ ἑνωμένος ὅμως μέ τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ ἄνθρωπος, ὅσα βάσανα, δοκιμασίες, ἀρρώστιες, κατατρεγμούς, θανάτους καί ἐάν περάσῃ, στό βάθος ἔχει χαρά, γιατί γνωρίζει ὅτι συμμετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου του, συμμετέχει στήν Ἀνάστασι καί τήν αἰώνιο ζωή Του. Τώρα ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἠμποροῦμε νά ἀγωνιζόμαστε, νά χαιρόμαστε, νά ἑορτάζουμε, νά ἐλπίζουμε. Ὁ Κύριός μας ἔλυσε τήν ἀπόγνωσι.
Χωρίς τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ, οἱ ἑορτές τῶν ἀνθρώπων εἶναι πένθιμες καί γι’ αὐτό κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἑορτές.  Εἶναι προσπάθειες φυγῆς ἀπό τήν μονοτονία, τήν πλῆξι, τήν μοναξιά.  Εἶναι θορυβώδεις ἐκδηλώσεις, γιά νά μή ἀκούεται ὁ τρομακτικός ἀπόηχος τοῦ μηδενός.» (Ἀρχιμ. Γεώργιος, καθηγ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου, «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», Μήνυμα Πάσχα 1984)

.            Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ στὴν ἁμαρτία, τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο ὁδήγησε κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος σ’ ἕνα φαῦλο κύκλο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ: Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐπέφερε στὴν ἀνθρωπότητα ὡς ἄμεση συνέπεια τὴ νοσηρὴ κατάσταση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ κατάσταση αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της γεννοῦσε καὶ πάλι τὴν ἁμαρτία, ποὺ εἶχε ὡς συνέπεια τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο κ.ο.κ. Σ’ αὐτὸ τὸν φαῦλο κύκλο συνίσταται κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ἡ οὐσία τῆς τραγωδίας τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου.
.           Ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ πετύχει μὲ τὶς δικές του δυνάμεις τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἠθικοπνευματική του τελείωση καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν Θεό, ὅσο βρισκόταν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἔπρεπε νὰ καταργηθεῖ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ὑπάρξει θεραπεία τῆς ἀρρωστημένης φύσεώς του. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅπως τονίζουν ὁμόφωνα οἱ Ἕλληνες Πατέρες, ἀνέλαβε μὲ τὸ σωτηριῶδες ἔργο του ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του νίκησε καὶ κατήργησε τὸν θάνατο, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου στὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ποὺ κρατοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ὑποδουλωμένους στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο χάνει, πλέον τὴ δύναμή του μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἀπελευθερώνεται καὶ σώζεται πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος, γιατί, ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «Ὁ τὸν θάνατον μὴ δεδοικὼς ἔξω τῆς τυραννίδος ἐστὶ τοῦ διαβόλου».
.             Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν σωτηριῶδες γεγονὸς στὴ ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ γιορτάζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα, ὡς γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μονοκρατορία τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς καινούργιας ζωῆς ἀπαλλαγμένης ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος», «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν», ψάλλουν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Πρόκειται δηλ. γιὰ ἕνα γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συν­τελεῖται ἐν Χριστῷ τὸ πέρασμα (ἑβραϊκά: πάσχα) τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Καὶ αὐτὸ τὸ πέρασμα ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν εἶναι ποὺ συνιστᾶ κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τὴν ἔννοια καὶ τὴν οὐσία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
.             Ἡ σωτηριώδης αὐτὴ σημασία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν περιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται διὰ μέσου αὐτοῦ σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκαθίσταται ἡ διασαλευθεῖσα μεταξύ τους σχέση. Ἄνθρωπος καὶ κτίση πλέον σχετίζονται μεταξύ τους καὶ λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴ φθοροποιὸ δύναμη τοῦ θανάτου μέσα στὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει μὲ πολὺ γλαφυρὸ τρόπο ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅταν διακηρύττει σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Κανόνα του στὸ Πάσχα: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». […] Ὁ Χριστὸς ὡς νέος Ἀδὰμ ἀνοίγει μὲ τὴν ἀνάστασή του νέες ὀντολογικὲς προοπτικὲς ὄχι μόνο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ γιὰ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου μπορεῖ πλέον ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχει τὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε, νὰ κερδίσει δηλ. τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία καὶ τὴ θέωση. Ἐκεῖνο μόνο ποὺ χρειάζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ εἶναι νὰ ἐπιδείξει πίστη καὶ ὑπακοὴ στὸν Χριστό, τηρώντας τὶς ἐντολές του καὶ μετέχοντας ὑπαρξιακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀναδεικνύεται ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.
.             Μὲ τὸ Βάπτισμα ὁ πιστὸς συνθάπτεται μὲ τὸν Χριστό, ἀπεκδυόμενος τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ συνανίσταται μαζί του, ἐνδυόμενος τὸ νέο ἄνθρωπο, «τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Συμμετέχοντας ἔτσι ὑπαρξιακὰ καὶ μυστηριακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ξαναγεννιέται πνευματικὰ σὲ μία καινούργια ζωὴ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας. Τὸ Βάπτισμα ἀποτελεῖ γιὰ τὸν χριστιανὸ τὴν ἀπαρχὴ τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ ὁποία αὐξάνεται καὶ συντηρεῖται μὲ τὰ ἄλλα δύο σημαντικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Χρίσμα καὶ τὴ Θεία Εὐχαριστία. […]
.             Τὸ Βάπτισμα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν ἀποσκοπεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο στὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παροχὴ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν οἱ Πατέρες ὁμόφωνα τονίζουν ὅτι μὲ τὸ Βάπτισμα ἀνακαινίζεται ὀντολογικὰ ἡ παλαιωθεῖσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ χριστιανὸς καθιστάμενος μέτοχος τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τὴ νέα ὑπόστασή του, γίνεται κοινωνὸς τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ κατὰ χάριν υἱὸς καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μόνο αἴρονται οἱ συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Μὲ ἄλλα λόγια τὸ ζήτημα γιὰ τὴν ἄρση τῶν συνεπειῶν τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἀνακαίνιση τῆς ἀρρωστημένης πεπτωκυίας φύσεώς του. Γενικότερα ἄλλωστε τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ δὲν κατανοεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση μὲ βάση τὸ δικανικὸ σχῆμα «ἁμαρτία – ἄφεση», ἀλλὰ μὲ βάση τὸ ὀντολογικὸ σχῆμα «θάνατος – ζωὴ» ἢ «ἀσθένεια – θεραπεία». Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια στὴ θεραπεία εἶναι ποὺ συντελεῖται μὲ τὸ Βάπτισμα.

Advertisements

, , , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΓΧΥΣΗ καὶ ΤΑΡΑΧΗ, Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΑΣ. (Ἅγ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος)

ατία τς σωτερικς συγχύσεως κα ταραχς.
θεραπεία το νθρώπου
π τς συνέπειες το προπατορικο μαρτήματος

Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου,
«Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ
σελ. 84-87

.             Σὲ παρακίνησα νὰ σκεφτεῖς ἀπὸ ποὺ μπορεῖ νὰ προέρχονται τὰ σπέρματα τῆς ἐσωτερικῆς συγχύσεως καὶ ταραχῆς, καὶ σοὺ ὑποσχέθηκα νὰ τὸ συζητήσουμε. Εἶναι ἀλήθεια, ὅμως, πὼς ἤδη γνωρίζεις τὴν προέλευσή τους. Δὲν ὑπάρχει λόγος, λοιπὸν νὰ σκεφτεῖς, ἀλλὰ μόνο νὰ θυμηθεῖς ποιὰ εἶναι ἡ σχετικὴ πίστη μας.
.             Πιστεύουμε πὼς αὐτὰ τὰ σπέρματα δὲν τὰ ἔβαλε ὁ Δημιουργὸς μέσα στὴ φύση τοῦ ἄνθρωπου, ὅταν τὸν ἔπλασε. Μπῆκαν ἀργότερα, μετὰ τὴν πτώση τῶν προπατόρων μας, πού, μὲ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς, διέφθειραν καὶ διέστρεψαν τὴ φύση μας. Ἔτσι διεφθαρμένη καὶ διεστραμμένη τὴ μεταβίβασαν στοὺς ἀπογόνους τους, δηλαδὴ σ’ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι διεφθαρμένη καὶ διεστραμμένη, λοιπόν, ἔχει φτάσει μέχρι κι ἐμᾶς. μεταπτωτικ ατ κατάσταση τς φύσεώς μας ποτελε τν ατία τς σωτερικς μας συγχύσεως κα ταραχς. π’ ατήν, πάλι, προκαλεται λη ξωτερικ ναταραχ στν προσωπικ ζω κάθε νθρώπου, στν οκογενειακ ζω κα στν κοινωνικ ζωή.
.             Τὰ σπέρματα, λοιπὸν τῆς συγχύσεως καὶ ταραχῆς, μολονότι ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ γενετῆς, δὲν εἶναι φυσικά. Δὲν εἶναι συστατικά της φύσεώς μας. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, δηλαδή, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν τὰ ἔχει, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Ἀπεναντίας, δίχως αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀληθινὸς ἄνθρωπος. κατάσταση τς συγχύσεως κα τς ταραχς εναι ρρώστια μας. Καὶ μόνο ὅταν ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτήν, γινόμαστε ὑγιεῖς, ἔτσι ὅπως πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴ φύση ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Δημιουργός. Θυμᾶμαι τὴν ἐπιθυμία σου νὰ βρεθεῖς “στὸ ἐπίπεδό της ἀνθρώπινης ἀξίας”. Θεράπευσε τὴν παραπάνω ἀρρώστια, ποὺ ἔχεις μέσα σου, καὶ θὰ φτάσεις σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο.
.             Μὴν ξεχνᾶς πὼς ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ εἶναι ἔμφυτες, ὄχι ὅμως καὶ φυσικές. Δὲν ἀποτελοῦν οὐσιῶδες μέρος τῆς φύσεώς μας. Ἐπηρεάζουν, πάντως, τὰ οὐσιώδη μέρη της, προκαλώντας διαταραχὴ στὴ λειτουργία τοῦ καθενὸς καὶ στὶς ἀμοιβαῖες σχέσεις τους. Ἂν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ ἦταν φυσικές, ἡ παρουσία τους δὲν θὰ μᾶς ἔκανε νὰ ὑποφέρουμε καὶ νὰ βασανιζόμαστε, ὅπως συμβαίνει. Φυσικ εναι ,τι εφραίνει κα ναπαύει τ ψυχή, ν φύσικο ,τι τν καταπιέζει κα τν κουράζει. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἂν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ ἦταν φυσιολογικές, τότε, ὅποιος ἦταν ἀπαλλαγμένος καὶ καθαρὸς ἀπ’ αὐτές, δὲν θὰ ἦταν ἄνθρωπος. Ξέρουμε, ὡστόσο, ἕναν ἄνθρωπο, τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, πού, μολονότι ἦταν ὁλότελα καθαρὸς ἀπὸ σύγχυση καὶ ταραχή, εἶχε τέλεια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ξέρουμε, ἐπίσης, ὅτι ὅποιος ντύνεται τὸν Χριστό, παίρνει ἀπ’ αὐτὸν τὴ δύναμη νὰ καθαρίσει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ γίνει ὅμοιός του στὴν καθαρότητα.
.             Νὰ θυμᾶσαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ εἶναι ἐγγενεῖς, ὄχι ὅμως καὶ φυσικές· νὰ τὸ θυμᾶσαι καὶ νὰ τὸ πιστεύεις ἀκλόνητα. Ἔτσι θὰ ἐπιθυμήσεις σφοδρὰ καὶ τὴ θεραπεία σου. Γιατί, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν εἶναι φυσιολογική, τότε μπορεῖς νὰ θεραπευθες, φτάνει νὰ τὸ θέλεις. Καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν τὸ θέλεις; Ὑγιὴς καὶ καθαρὴ ἡ φύση μας εἶναι ὑπέροχη. Οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι τὴν ἀτενίζουν μὲ ἀγάπη καὶ δέος. Δὲν θὰ θέλαμε, λοιπόν, νὰ τὴ δοῦμε κι ἐμεῖς ἔτσι; Ἀναμφίβολα, λη ετυχία κα εδαιμονία μας ξαρτται π τ θεραπεία μας. Γιατί, ὅταν θὰ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ πιὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια, τί ἄλλο θὰ μᾶς στερήσει τὴ μακαριότητα;
.             Εἶπα πρίν, πώς, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ταραχῆς καὶ τῆς συγχύσεως δὲν εἶναι φυσική, μπορεῖ κανεὶς νὰ θεραπευθεῖ. Τώρα λέω, ὑποθετικά, τὸ ἀντίθετο: Ἂν ἦταν φυσική, δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ θεραπευθεῖ, ὅσο σκληρὰ κι ἂν ἀγωνιζόταν. Πιστεύοντας κάτι τέτοιο, θὰ ἔχανες τὸ θάρρος σου. “Ἔτσι εἶμαι καὶ δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω”, θὰ σκεφτόσουνα καὶ θὰ κυριευόσουν ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἀπόγνωση. Ὀλέθρια, ναί! Γιατί, ὅταν κυριεύσει τοὺς ἀνθρώπους, τότε αὐτοὶ παραδίνονται στὴν ἁμαρτία καὶ ἐκτελοῦν κάθε λογῆς βρώμικη πράξη δίχως φραγμό.
.             Θὰ τὸ ξαναπῶ: Διατήρησε τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ταραχή μας δὲν εἶναι φυσική. Μὴν ἀκοῦς ἐκείνους ποὺ λένε, “Εἶναι ἀνώφελο νὰ τὸ συζητᾶμε, γιατί ἔτσι εἴμαστε φτιαγμένοι καὶ δὲν μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε”. Δὲν εἴμαστε φτιαγμένοι ἔτσι. Καί, ἂν ἀγωνιστοῦμε, μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 2 («Ὑποτάσσει τὴν λογική της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»)

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς  Θεοτόκου (1995)

[2]


Γ´

.        Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν γεννᾶται ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς πτώσεως κληρονομήθηκαν σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Φυσικὸ ἦταν καὶ ἡ Παναγία νὰ μὴν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ´ 23). Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ χωρίο φαίνεται ὅτι τὸ ἁμάρτημα νοεῖται ὡς στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀκόμη ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ αὐτό. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Πότε ὅμως ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ αὐτό; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ σχολαστικὲς ἀντιλήψεις.
.        Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἦταν ἡ στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀπώλεια τῆς Θεοκοινωνίας. Αὐτὸ ὅμως εἶχε καὶ σωματικὲς συνέπειες, γιατί στὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. ταν στν ρθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος γι κληρονόμηση το προπατορικο μαρτήματος, δν ννοεται κληρονόμηση τς νοχς τς προπατορικς μαρτίας, λλ κυρίως ο συνέπειές της, πο εναι φθορ κα θάνατος. Ὅπως ὅταν ἀρρωσταίνη ἡ ρίζα τοῦ φυτοῦ, ἀρρωσταίνουν καὶ τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα, τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὴν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἀσθένησε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ποὺ κληρονομεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ εὔκρατο κλίμα τῆς καλλιέργειας τῶν παθῶν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκοτίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ πρόσληψη ἀπὸ τὸν Χριστό, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, αὐτοῦ τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματος, χωρὶς τὴν ἁμαρτία, συνετέλεσε στὸ νὰ διορθωθοῦν οἱ συνέπειες τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Θέωση ὑπῆρχε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως καὶ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταργηθῆ ὁ θάνατος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θεόπτες Προφῆτες πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἔτσι δόθηκε ἡ δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ θεωθῆ. Ἐπειδὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη τοῦ θεωθέντος καὶ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
.        Ὅταν προσαρμόσουμε αὐτὰ στὴν περίπτωση τῆς Παναγίας, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν σχέση της μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ τὴν ἐλευθέρωσή της ἀπὸ αὐτό. Ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, εἶχε ὅλες τὶς συνέπειες τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου στὸ σῶμα της. Μὲ τὴν εἴσοδό της στὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἔφθασε στὴν θέωση. Αὐτὴ ὅμως ἡ θέωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειές του, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος, ἀκριβῶς γιατί δὲν εἶχε ἑνωθῆ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ἔτσι, τν στιγμ πο μ τν δύναμη το γίου Πνεύματος θεία φύση νώθηκε μ τν νθρώπινη φύση, στν γαστέρα τς Παναγίας, Παναγία πρώτη γεύεται τν λευθέρωσή της π τ λεγόμενο προπατορικ μάρτημα κα τς συνέπειές του. Ἄλλωστε, τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἀπέτυχε νὰ κάνη ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα μὲ τὸν ἐλεύθερο προσωπικό τους ἀγώνα. Γι’ αὐτό, ἡ Παναγία τὴν στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔφθασε σὲ μεγαλύτερη κατάσταση ἀπὸ ἐκείνην στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα πρὶν τὴν πτώση. ξιώθηκε ν γευθ τ τέλος το σκοπο τς δημιουργίας, ὅπως θὰ δοῦμε σ’ ἄλλες ἀναλύσεις.
.        Γι’ ατό, γι τν Παναγία δν χρειάστηκε ν γίνη Πεντηκοστή, δν χρειάστηκε ν βαπτισθ. Ατ πο βίωσαν ο πόστολοι τν μέρα τς Πεντηκοστς, πο γιναν μέλη το Σώματος το Χριστο δι το γίου Πνεύματος, κα ατ πο γινε σ λους μς κατ τ μυστήριο το Βαπτίσματος, γινε γι τν Παναγία τν μέρα το Εαγγελισμο. Τότε ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἐνοχή, ἀλλὰ ὅτι ἀπέκτησε τὴν θέωση στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, λόγῳ τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸν Χριστό.
.        Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παναγία ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο τὴν καθάρισε καὶ τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτικὴ τῆς θεότητος τοῦ Λόγου, συγχρόνως δὲ καὶ γεννητική. Δηλαδή, ἡ Παναγία ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθαρτικὴ χάρη, ἀλλὰ καὶ δεκτικὴ καὶ γεννητικὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀνθρώπου.

Δ´

.        Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν πληροφορία τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ ἀξιωθῆ νὰ γεννήση τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκφραστική: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Φαίνεται ἐδῶ ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας στὸν λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοή της στὸν Θεό, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἦταν παράδοξο καὶ παράξενο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἔτσι ποτάσσει τν λογική της στ θέλημα το Θεο.
.        Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα περίμεναν μὲ ἀγωνία νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπάντηση τῆς Παναγίας, ἔχοντας φόβο μήπως ἀρνηθῆ καὶ δὲν ὑπακούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπειδὴ κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοιο δίλημμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει ἐλευθερία, μπορεῖ νὰ πῆ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ὅπως ἄλλωστε ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ ἴδιο μποροῦσε νὰ συμβῆ καὶ στὴν Παναγία. Ἀλλὰ ὅμως ἡ Παναγία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆ, ὄχι γιατί δὲν εἶχε ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατί εἶχε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς κάνει διάκριση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος. Γνωμικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν διακρίνεται γιὰ τὴν ἄγνοια ἑνὸς πράγματος, γιὰ τὴν ἀμφιβολία καὶ τελικὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία ἐπιλογῆς. Πρόκειται γιὰ μία ἀμφιταλάντευση περὶ τοῦ πρακτέου. Φυσικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν ὁδηγῆται κατὰ τρόπο φυσικό, χωρὶς ἀμφιταλαντεύσεις, χωρὶς ἄγνοια, στὴν πραγματοποίηση τῆς ἀλήθειας.
.        Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τ φυσικ θέλημα συνδέεται μ τ «θέλειν», ν τ γνωμικ θέλημα μ τ «πς θέλειν», καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ ἀμφιβολίες καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Ἑπόμενο εἶναι ὅτι τ φυσικ θέλημα συνιστ τν τελειότητα τς φύσεως, ν τ γνωμικ θέλημα συνιστ τν τέλεια τς φύσεως, ἀφοῦ προϋποθέτει ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει γνώση τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι βέβαιος γι’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀποφασίση.
.        Ὁ Χριστὸς καίτοι εἶχε δύο θελήματα, λόγῳ τῶν δύο φύσεων, ἀνθρωπίνης καὶ θείας, ἐν τούτοις εἶχε φυσικὸ θέλημα, ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ μελετᾶμε ἐδῶ καί, βέβαια, δὲν εἶχε γνωμικὸ θέλημα. Ὡς Θεὸς ἤξερε πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχε ποτὲ ἀμφιβολία μέσα Του οὔτε ἀμφιταλάντευση. Αὐτὸ κατὰ χάριν βιώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν Παναγία. πειδ Παναγία εχε φθάσει στν θέωση, γι’ ατ ταν δύνατο ν ρνηθ τ θέλημα το Θεο καὶ νὰ μὴ συγκατατεθῆ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση. Εἶχε τὴν τέλεια ἐλευθερία, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἐλευθερία της ἐνεργοῦσε πάντοτε κατὰ φύσιν καὶ ὄχι παρὰ φύσιν. Ἐμεῖς ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε φθάσει στὴν θέωση ἔχουμε ἀτελῆ ἐλευθερία, τὸ λεγόμενο γνωμικὸ θέλημα, γι’ αὐτὸ καὶ ἀμφιταλαντευόμαστε γιὰ τὸ πρακτέο. ρώτησή της «πς σται μοι τοτο, πε νδρα ο γινώσκω» (Λουκ. α´ 34), δείχνει ταπείνωση, δυναμία τς νθρωπίνης φύσεως, λλ κα τ παράδοξο τοῦ πράγματος, πειδ πρχαν θαυματουργικς συλλήψεις στν Παλαι Διαθήκη, χι μως σπόρως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε