Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Προορατικὸ χάρισμα

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΡΣΛΙΔΗ (τοῦ π. ΜΩΥΣΕΩΣ)

Γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο Καρσλίδη
(τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τιμᾶται σήμερα 4 Νοεμβρίου)
τοῦ Ὁσιολογιωτάτου Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου

(Στὸ κείμενο τοῦ π. Μωυσέως ὁ ἅγιος Γεώργιος ἀναφέρεται ὡς Γέροντας, γιατί δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη ἡ κατάταξή του στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.)

.        Ὁ μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος ἀπὸ τὸν Πόντο γνώρισε ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὴν ὀρφάνια καὶ τὴν μοναξιά. Μετὰ ἀπὸ διώξεις καὶ φυλακίσεις ἀπὸ τὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς Γεωργίας, φθάνει στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ζώντας ἀσκητικὰ καὶ μὲ θερμὴ πίστη, χαριτώνεται ὁ ταπεινὸς καὶ ἄξιος λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου μὲ χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως καὶ προφητείας.

.       Συμπληρώνονται ἐφέτος 46 ἔτη ἀπὸ τὴν μακαρία ἐκδημία τοῦ ἀοιδίμου πατρὸς Γεωργίου, ποὺ γεννήθηκε στὴν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου τὸ 1901. Νωρὶς ὀρφάνεψε καὶ τὴν ἀνατροφή του ἀνέλαβε ἡ εὐλαβὴς γιαγιά του. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς γιαγιᾶς του καὶ τῆς ἀδελφῆς του ἀναχωρεῖ μὲ τὸν παππού του γιὰ τὸ Ἐρζερούμ, τὴν Θεοδοσιούπολη τῆς Μεγάλης Ἀρμενίας. Ὁ θάνατος καὶ τοῦ παπποῦ του καὶ ἡ κακομεταχείριση τοῦ ἀδελφοῦ του τὸν φέρνουν στὰ μέρη τοῦ Καυκάσου. Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι ἀναγκεμένος, συντροφευόμενος ἀπὸ ἁγίους σὲ ὄνειρα καὶ ὁράματα, φθάνει στὴν Τυφλίδα τῆς Γεωργίας καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸν ἐκεῖ ἐπίσκοπο στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἐνδύεται τὸ τίμιο τοῦ μοναχοῦ ἔνδυμα στὴν ἡλικία μόλις τῶν ἐννέα ἐτῶν. Θὰ τὸ διατηρήσει ἐπὶ μισὸ αἰώνα.

κουρά του

.         Ἀγάπησε τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ ἀπὸ παιδί. Στὶς 20 Ἰουλίου 1919 κείρεται μοναχὸς καὶ ἀπὸ Ἀθανάσιος ὀνομάζεται Συμεών. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς κουρᾶς του λέγεται πὼς οἱ καμπάνες σήμαιναν μόνες τους
Στὴν Μονὴ συνάντησε ἕναν θεῖο του ἐπίσκοπο, ποὺ τὸν βοήθησε πνευματικά. Τὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 δίωξε τὴν Ἐκκλησία, τὸν κλῆρο καὶ τὸν μοναχισμό. Μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς τῆς μονῆς του φυλακίσθηκε σὲ μία ἀνήλια καὶ ὑπόγεια φυλακή, ἀπ᾽ ὅπου περνοῦσαν ὑπόνομοι. Ὑπέμεινε μεγάλες καὶ φρικτὲς κακουχίες μὲ ἐλπίδα στὸν Θεό. Πολλοὶ ἀδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικὰ τὸν βίο τους ἐκεῖ. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας γλύτωσε ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ἱερεὺς κι ὀνομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργοῦσε στὰ γεωργιανά.

.         Σύντομα ἀπέκτησε φήμη διακριτικοῦ, διορατικοῦ καὶ προορατικοῦ Γέροντος. Πολὺς κόσμος ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ γιὰ νὰ γνωρίσει καὶ νὰ συμβουλευθεῖ τὸν νεαρὸ ἱερομόναχο. Τὸ 1923 ἀπὸ τὴν Τυφλίδα μεταβαίνει στὸ Σουχούμ. Στὶς συχνὲς θεῖες λειτουργίες του μνημόνευε πολλὰ ὀνόματα. Στὸ κελλί του μελετοῦσε καὶ προσευχόταν συνεχῶς Ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἄσκηση, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ νηστεία ἦταν ἀδιάκοπες. Οἱ προφητεῖες του ἐκπληρώνονταν. Ὅλοι τὸν πλησίαζαν ὡς ἅγιο. Τὸ 1929 καταφέρνει νὰ ἔλθει στὴν Ἑλλάδα.

φιξη στν λλάδα

.         Δοξάζει τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία του. Ὁ Πόντος, ἡ Γεωργία καὶ ἡ Ρωσία μένουν στὴν μνήμη του ὡς τόποι ἀγώνων, μαρτυρίων καὶ θυσιῶν. Ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου φθάνει στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στὴν Κατερίνη καὶ στὰ χωριὰ Ἁλώνια καὶ Κοῦκκος, Μικρὸ Δάσος τοῦ Κιλκὶς καὶ τέλος τὸ 1930 στὴν Σίψα τῆς Δράμας. Οἱ κακουχίες τῆς φυλακῆς τῆς Γεωργίας τὸν εἶχαν ἀφήσει ἡμιπαράλυτο, πολὺ ἀδύναμο καὶ πολλὲς φορὲς δυσκολευόταν πολὺ νὰ περπατήσει, ὥστε τὸν σήκωναν στὰ χέρια, γιὰ νὰ μετακινηθεῖ.

.         Ὅλη ἡ περιουσία του ἦταν λίγα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία στὴν γεωργιανὴ γλώσσα, ἱερατικὰ ἄμφια, εἰκόνες καὶ μέρος τῶν λειψάνων τῆς ἀδελφῆς του Ἄννας. Κόσμος πολὺς ἀρχίζει νὰ τὸν πλησιάζει γιὰ νὰ βοηθηθεῖ. Ὁ φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος καὶ φιλάνθρωπος πατὴρ κάνει παρακλήσεις, ἐξομολογεῖ καὶ νουθετεῖ. Τὸ 1938 κτίζει τὸ μοναστηράκι τῆς Ἀναλήψεως. Ἐκεῖ θὰ λειτουργεῖ, θὰ ἐξομολογεῖ, θὰ κηρύττει, θὰ προλέγει, θὰ θαυματουργεῖ ἐπὶ μία ὁλόκληρη εἰκοσαετία. Ὁ ναὸς καὶ τὸ κελλὶ τοῦ γίνονται κολυμβήθρα Σιλωὰμ γιὰ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες πολλῶν.

.         Μεταβαίνει προσκυνητὴς στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος κι ἔχει συναντήσεις μὲ ἱερὲς μορφές, ποὺ τὸν πείθουν νὰ μείνει ἐκεῖ ποὺ εἶναι, γιατί ἔχει μεγάλη ἀνάγκη ὁ πιστὸς λαὸς τὴν παρουσία καὶ τὴν μαρτυρία του. Τὸ 1941 κατὰ θαυμαστὸ τρόπο σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ τὸν εἶχαν συλλάβει πρὸς ἐκτέλεση. Ὅλη ἡ ζωή του κυλᾶ μέσα σ’ ἕνα συνεχὲς θαῦμα. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἁγίου Νικολάου θεραπεύεται, ὥστε νὰ μπορεῖ κάπως ν’ αὐτοσυντηρεῖται.
.        Πάντα λιτός, ἁπλός, νηστευτής, ἄγρυπνος, φιλάσθενος καὶ δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αὐστηρὸς καὶ σοβαρός. Σὲ μεγάλη ἀνάγκη ἐπισκεπτόταν φτωχοὺς κι ἀσθενεῖς. Εἶχε βοηθηθεῖ ὁ ἴδιος κι ἔτσι μποροῦσε νὰ βοηθήσει καὶ τοὺς ἄλλους.
.        Κατὰ τὴν ἁγία προσκομιδὴ μνημόνευε χιλιάδες ὀνόματα ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ὁρισμένα καὶ στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας καλοῦσε ἰδιαίτερα τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς ἔλεγε τὰ προβλήματα τῶν ζώντων ἢ τῶν κοιμηθέντων καὶ πῶς τελείωσαν τὸν βίο τους. Καθαροὶ καὶ ἀθῶοι ἄνθρωποι τὸν ἔβλεπαν ὡς λειτουργὸ νὰ μὴ πατᾶ στὴν γῆ.
.       Στὶς ἀναίμακτες θεῖες ἱερουργίες ἦταν φωτεινός, εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος. Συλλειτουργοῦσε μὲ ἁγίους. «Σπάνια λειτουργῶ μόνος μου», ἔλεγε ὁ Γέροντας. Εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὴν Παναγία, στὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ τὸν ἅγιο Γεώργιο! Πολλοὺς ἀσθενεῖς κι ἀναγκεμένους ἀνθρώπους τοὺς ἔστελνε σὲ διαφόρους ἁγίους καὶ μὲ τὴν εὐχή του γίνονταν καλά. Ἀπὸ ταπείνωση δὲν ἤθελε νὰ τιμᾶται ἡ ἀναξιότητά του, ἀλλὰ νὰ δοξάζεται ὁ θεὸς ἀπὸ τοὺς ἁγίους του. Τοὺς ἁγίους ὀνόμαζε μουσαφίρηδες. Εἶχε τὴν χάρη νὰ βλέπει τὴν ψυχικὴ κατάσταση τῶν ἐκκλησιαζομένων.
.        Ὁ Γέροντας ἦταν αὐστηρὸς τηρητὴς τῶν Ἱερῶν Καvόνων τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἦταν εὔκολος σὲ ἀνεπίτρεπτες «οἰκονομίες». Γινόταν πιὸ αὐστηρὸς στοὺς ἀμετανόητους. Τὸ λειτούργημα τοῦ Πνευματικοῦ τὸ εἶχε πολὺ ὑψηλὰ καὶ τὸ εἶχε λάβει πολὺ σοβαρά. Δὲν ἤθελε ὀπαδοὺς νὰ τὸν κολακεύουν. Εἶχε πάντα μία διακριτικὴ αὐστηρότητα. Ἀποσκοποῦσε συστηματικὰ στὴν ταπείνωση τοῦ ἐξομολογουμένου, στὴν ἀληθινὴ συντριβὴ καὶ μετάνοια πρὸς σωτηρία ψυχῶν ἀθανάτων. Κατὰ τὴν κουρὰ του (1919) ὀνομάζεται Συμεών.

χαρισματοχος ποιμένας

.          Ἡ θερμὴ πίστη, ἡ ἀσκητικὴ βιοτή, ἡ καθαρὴ ζωὴ χαρίτωσαν τὸν ταπεινὸ κι ἄξιο λειτουργὸ τοῦ Ὑψίστου μὲ χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως καὶ προφητείας. Ὁ Θεὸς φώτιζε τὸν μακάριο Γέροντα ἔτσι ποὺ τὰ μακρινὰ καὶ τὰ παρελθόντα νὰ τὰ βλέπει ὡς πλησίον καὶ παρόντα, ὅπως καὶ ἄλλοτε τὰ μέλλοντα, καθὼς διηγοῦνται μὲ θαυμασμὸ πολλὰ πνευματικά του τέκνα. Μερικοὶ ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Γέροντα δὲν ἀργοῦσαν, ὅταν τὸν γνώριζαν καλά, νὰ διαπιστώσουν πὼς πράγματι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Γέροντας χρησιμοποιοῦσε τὰ χαρίσματα πρὸς βοήθεια καὶ σωτηρία τῶν ψυχῶν κι ὄχι γιὰ νὰ ἐκθέσει καὶ ντροπιάσει ἀνθρώπους ἢ νὰ καυχηθεῖ καὶ νὰ προβληθεῖ ὁ ἴδιος. Μὲ δάκρυα πολλὰ μιλοῦσε καθαρὰ γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά· τὴν κατοχὴ τοῦ 1940, τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βουλγάρων, τὸν ἐμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων σὰν ἀνοιχτὸ βιβλίο Γιὰ νὰ διατηρεῖται στὴν ταπείνωση, μερικὲς φορὲς προσποιόταν μωρία, διὰ Χριστὸν σαλότητα. Ἡ ἀρετὴ θέλει πολὺ κόπο γιὰ ν᾽ ἀποκτηθεῖ καὶ περισσὴ τέχνη γιὰ νὰ διαφυλαχθεῖ.
Ὁ Γέροντας στὸ ποιμαντικό του ἔργο ἔδειχνε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὶς γυναῖκες, ποὺ λόγῳ τοῦ πλούσιου συναισθηματικοῦ τους κόσμου εὔκολα ὑπερβάλλουν στὶς τιμὲς τῶν ἄλλων. Ἦταν διακριτικὰ αὐστηρὸς μαζί τους. Ἔκρυβε ὅμως μία καρδιὰ μὲ μεγάλη ἀγάπη γιὰ ὅλους. Ἡ ἐλεημοσύνη του ἦταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτεινίαζε ἔστελνε κρυφὰ μ᾽ ἔμπιστους δικούς του ἀνθρώπους ἀναγκαῖα τρόφιμα καὶ ροῦχα στὰ σπίτια τῶν φτωχῶν. Παρηγοροῦσε τοὺς πενθοῦντες καὶ φρόντιζε προσεκτικὰ τοὺς νεκρούς. Ἀγαποῦσε τὰ παιδιά, τὰ συμβούλευε στοργικὰ καὶ τοὺς μοίραζε ἁπλόχερα δῶρα. Ἔκρυβε πάντα τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν ἤθελε νὰ φαίνεται καὶ νὰ τιμᾶται. Ὁ Γέροντας δὲν ἤθελε κανένας νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμὶ καὶ μοίραζε σὲ ὅλους εὐλογία. Ἦταν ἐργατικός, ἀκούραστος, ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος.
.           Οἱ πιστοὶ ἔτρεφαν γιὰ ὅλα αὐτὰ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη στὸν Γέροντα. Δεχόταν τὴν ἀγάπη τῶν τέκνων του, ἀλλὰ δὲν τὴν προκαλοῦσε καὶ δὲν τὴν ἐπιθυμοῦσε. Ἦταν ταπεινὸς κι ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα νὰ μιλᾶ γιὰ τὴν ἁγία ταπείνωση. Ζοῦσε τελικὰ σὲ μία ἱερὴ μοναξιά. Οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων δὲν τὸν κατανοοῦσαν καὶ μερικοὶ μάλιστα τὸν παρεξηγοῦσαν. Λίγοι μποροῦσαν νὰ καταλάβουν καλὰ τὸ βάθος τῆς πνευματικότητός του.

κοίμησή του

.         Προεῖδε καὶ προεῖπε ἐπακριβῶς τὸ μακάριο τέλος του. Προετοιμασμένος ἀπὸ καιρὸ τὸ ἀνέμενε μὲ περισσότερη προσευχὴ δίνοντας τὶς τελευταῖες συμβουλὲς στ᾽ ἀγαπητὰ πνευματικά του τέκνα. Τρεῖς μέρες πρὶν τὸν θάνατό του τελέσθηκε τὸ μυστήριο τοῦ ἱεροῦ εὐχελαίου. Μετάλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, εὐλόγησε κι εὐχήθηκε ὅλους. Κοιμήθηκε στὶς 4 Νεομβρίου 1959. Οἱ τελευταῖες λέξεις ποὺ ἀκούσθηκαν ἀπὸ τὰ χείλη του ἦταν: «Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον, εὐλογημένη Θεοτόκε».
Ἕνα ὀρφανεμένο, πενθηφόρο κι ἀπαρηγόρητο πλῆθος τὸν ἀκολούθησε στὴν τελευταία κατοικία του, πίσω ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἀναλήψεως, ὅπου λειτουργοῦσε ἐπὶ τριάντα περίπου χρόνια. Τὸ πρόσωπό του ἦταν εἰρηνικό, ἱλαρὸ καὶ φωτεινό. Τὸ νεκρό του σῶμα εὐλύγιστο, ὅπως τῶν Ἁγιορειτῶν. Τὰ δύο κυπαρίσσια πλάι στὸν τάφο του λύγισαν σὰν γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν, ὅπως εἶχε προείπει, καὶ πολλὰ πουλιὰ συνάχθηκαν τὴν ὥρα τῆς ταφῆς του, δίχως νὰ φοβοῦνται τὸν πολὺ κόσμο. Ὅλοι ἦταν πλέον βέβαιοι ὅτι κηδεύεται καὶ θάβεται ἕνας ἅγιος. Εἶχε ζητήσει νὰ τὸν θάψουν μὲ τὰ ἄμφιά του, τὸν σταυρό του καὶ τὰ λειτουργικά του βιβλία ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴν Γεωργία.

Νεώτερα στοιχεα περ το μακαριστο Γέροντα

.            Ἡ ὀσιακὴ μορφὴ τοῦ Γέροντα καὶ μετὰ τὴν μακαρία κοίμησή του συνεχίζει νὰ μιλᾶ στὶς καρδιὲς πολλῶν πιστῶν καὶ μάλιστα μὲ σημεῖα δυνατά, νὰ παρηγορεῖ κι ἐνισχύει ψυχὲς διψώντων. Ἡ εὐλάβεια ὅλων, ποὺ φανερώνεται μὲ διαφόρους τρόπους καὶ μὲ τὴν διήγηση τῆς ὠφέλειας, ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῆς εὐρύτατα κυκλοφορούσης βιογραφίας του, εἶναι ἡ καλύτερη μαρτυρία της καὶ μετὰ θάνατον μυστικῆς προσφορᾶς του. Ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται θερμὰ δὲν ἀπογοητεύονται εὔκολα. Ἁπλοί, φτωχοὶ καὶ ἄσημοι, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, ἀλλὰ συνήθως εὐσεβεῖς καὶ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, ὅπως ὁ Γέροντας, εἶναι οἱ ἀναγνῶστες τοῦ θαυμαστοῦ βίου του, ποὺ συγκινεῖ καὶ κατανύσσει. Ἡ δίχως ἔμμονη ἐκζήτηση ὀνείρων, ὁραμάτων καὶ θαυμάτων, ἀλλὰ ἡ εἰρηνικὴ καὶ εὐφρόσυνη παρουσία αὐτῶν στοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά του φανερώνει τὴν γνησιότητα καὶ τὴν ἀξία τους.

.          Ἡ μοναχὴ Μαρία, ἀπὸ Μονὴ τῆς Καλαμάτας, μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βίου τοῦ Γέροντα, πῆρε εὐλογία νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ μοναστήρι του. Τὸ ταξίδι ἦταν πράγματι καθοδηγούμενο ἀπὸ τὸν Γέροντα, ἀφοῦ ὅλα εὐκολύνθηκαν κι ἔφτασε ἄνετα κι αἴσια στὸ μοναστήρι. Στὸν ναό, ποὺ δὲν λιβάνιζαν, αἰσθάνθηκε ἄρρητη εὐωδία καὶ στὸ δωμάτιο τοῦ ξενώνα ποὺ φιλοξενεῖτο εἶδε θαυμαστὸ φῶς, ποὺ τῆς προκάλεσαν κατάνυξη καὶ δέος γιὰ τὴν οὐράνια ἐπίσκεψη καὶ τὴν ἐξαίσια ὑποδοχὴ στὸ μοναστήρι του. Ἡ παρουσία τοῦ Γέροντα ἦταν αἰσθητὴ στὸν ἱερὸ χῶρο. Προσκυνώντας στὸ τάφο του πείσθηκε πὼς εἶχε γνωρίσει ἕνα μεγάλο προστάτη στὴν ζωή της, ἕνα καινούργιο μεσίτη στὸν Θεὸ καὶ πὼς ἡ Μονὴ φυλάγει ἕναν πολύτιμο θησαυρό, γι᾽ αὐτὸ καὶ νοερὰ κι᾽ εὐγνώμονα βρίσκεται ἐκεῖ, ὅπως καὶ πολλὲς φιλομόναχες ψυχές.

.           Ἡ μητέρα τοῦ κ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, κατοίκου Σίψας, τὰ χαράματα τῆς 4ης Νοεμβρίου 1959 βγῆκε στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ της γιὰ κάποια δουλειὰ καὶ ἀντίκρυσε θέαμα ἐξαίσιο. Φωτεινὴ στήλη κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατέληγε πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναλήψεως στὸ μοναστήρι. Μπῆκε συγκινημένη στὸ σπίτι καὶ εἶπε στοὺς δικούς της: «ὁ Γέροντας ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανό».

Οἱ διώξεις τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 καὶ οἱ φυλακίσεις, τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἔρθει τὸ 1929 στὴν Ἑλλάδα. Φωτογραφίζεται ὡς λαϊκὸς κὰτ΄ἀνάγκη στὴν ἡλικία τῶν 28 ἐτῶν κατὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Ρωσία.

Ἡ κ. Ἀναστασία Τοκμακίδου διηγεῖται τὰ ἑξῆς: «Ἤθελα νὰ κάνω σαρανταλείτουργο γιὰ τὴν μητέρα μου στὸ μοναστήρι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γέροντα. Τὸ κάναμε τέσσερις οἰκογένειες μαζί, γιὰ νὰ μᾶς στοιχίσει πιὸ φθηνά, γιατί τότε ἦταν φτώχεια. Δώσαμε τὰ ὀνόματα καὶ ἄρχισε τὸ σαρανταλείτουργο. Στὸ τέλος πήγαμε ὅλες μαζὶ γιὰ νὰ διαβάσουμε τὸ κόλλυβο. Πήγαμε τὸ βράδυ στὸν ἑσπερινὸ καὶ μετὰ μείναμε στὸν ξενώνα τοῦ μοναστηριοῦ. Στὶς 12 ἡ ὥρα, ἐνῶ ἦταν παντοῦ ἡσυχία κι ἐγὼ ἀκόμη δὲν εἶχα κοιμηθεῖ, ἀκούω κουδουνάκια, ὅπως τοῦ θυμιατοῦ καὶ νόμιζα ὅτι ἦταν ἀρνάκι ποὺ ἦταν ἔξω. Τὸ πρωΐ, ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, τὴν ὥρα ποὺ πίναμε καφὲ μὲ τὴν Γερόντισσα Ἄννα, τὴν ρώτησα ἂν ἔχουν ἀρνάκι μὲ κουδουνάκια καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Ἀρνάκι δὲν ἔχουμε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας ἦλθε νὰ σᾶς θυμιάσει».

.          Ἡ Γερόντισσα Ἄννα (Μακκαβαίου) μοναχὴ τῆς Μονῆς, ὅταν μὲ καυτὰ δάκρυα προσευχόταν στὸν τάφο τοῦ Γέροντα, τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ σημερινὴ ἡγουμένη (σημείωση VatopaidiFriend: νῦν ἤδη μακαριστὴ Γερόντισσα Ἀκυλίνα) ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ σοβαρὴ χειρουργικὴ ἐπέμβαση (τὸν Νοέμβριο τοῦ 1973), ἄκουσε καθαρὰ τὴν φωνὴ τοῦ Γέροντα ἀπὸ τὸν τάφο νὰ τῆς λέγει: «Μὴ φοβᾶσαι Γερόντισσα, θὰ γίνει καλά». Τότε ἔνιωσε μεγάλη παρηγοριὰ καὶ χαρὰ γέμισε τὴν ψυχή της.

.          Πράγματι ὁ ἰατρὸς ὁμολόγησε μόνος του ὅτι ἔνιωθε κάποιον ποὺ τοῦ ὁδήγησε τὸ χέρι στὴν κρίσιμη στιγμὴ καὶ εἶπε, καθὼς ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χειρουργεῖο, πὼς κάποιον ἄγγελο ἔχει αὐτὴ ἡ ψυχή.

.          Ὁ κ. Κουλιάρμος Παναγιώτης διηγεῖται γιὰ τὸν γιό του Θεόδωρο τὰ ἑξῆς: «Ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδί μας, τὸ 1989, τὰ ματάκια του τσιμπλιάζανε καὶ τοῦ πονοῦσαν, δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ τὰ ἀνοίξει καὶ οὔτε ἔβλεπε. Σκεπτόμασταν νὰ τοῦ κάνουμε ἐγχείρηση, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ γιατρός. Μία μέρα μᾶς ἔδωσε μία γειτόνισσα τὸ βιβλίο τοῦ Γέροντα καὶ τὸ διάβασα μὲ λαχτάρα. Ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα τὸ παιδί, ἐνῶ ἦταν στὸ κρεβάτι του, ἄρχισε νὰ κλαίει δυνατὰ καὶ νὰ τρίβει τὰ μάτια του. Μόλις πλησίασε ἡ μητέρα του, εἶδε ὅτι τὰ μάτια τοῦ ἄνοιξαν, ἦταν καθαρὰ καὶ ἔβλεπε. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἤρθαμε νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Γέροντα στὸ μοναστήρι. Τὸ παιδάκι, ποὺ ἦταν δύο ἐτῶν, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸν τάφο του, καὶ ἐνῶ εἴχαμε πρόγραμμα νὰ φύγουμε τὶς πρωϊνὲς ὧρες, μείναμε μέχρι τὸ ἀπόγευμα. Τὸ δὲ παιδάκι φώναζε συνέχεια «παπούλη» καὶ φιλοῦσε τὸ καλυμμαύχι τοῦ Γέροντα ἀπὸ τὴν φωτογραφία καὶ δὲν μπορούσαμε νὰ τὸ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὸν τάφο».

.         Ἡ εὐλαβέστατη, ἁπλὴ καὶ χαρισματοῦχος μοναχὴ Ἄννα ἀπὸ τὸ Δοξάτο Δράμας, πολλὲς φορὲς ἔχει ἐπισκεφθεῖ τὸ μοναστήρι καὶ παρέμεινε σὲ αὐτὸ ἐπὶ ἀρκετὲς ἡμέρες. Ἕνα πρωινὸ στὸ τέλος τοῦ Ὄρθρου, ποὺ τελοῦνταν στὸν ναὸ τῆς Ἀναλήψεως, ἔβλεπε μπροστά της τὸν Μακαριστὸ Γέροντα ὁλοζώντανο καί, ἐνῶ οἱ ἀδελφὲς τὴν παρακινοῦσαν νὰ προχωρήσει μετὰ τὴν Γερόντισσα γιὰ νὰ προσκυνήσει τὶς ἅγιες εἰκόνες, αὐτὴ στεκόταν ἀκίνητη σὰν ἀποσβολωμένη καὶ ἀποροῦσε, πὼς τὴν προτρέπουν νὰ προσπεράσει τὸν Γέροντα.

.         Ἡ κ. Ἰλιάδα, σύζυγος τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ὄσσα, παθολόγου ἰατροῦ στὴν Δράμα, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε προσωπικὸς ἰατρὸς τοῦ Γέροντα, μᾶς διηγήθηκε ὅτι ἀρκετὰ χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα τὸν εἶδε στὸν ὕπνο τῆς ὁλοζώντανο, ἐνδεδυμένο μὲ βυσσινιὰ χρυσοκέντητη ἱερατικὴ στολή, νὰ στέκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Ἀπὸ τὴν λαχτάρα της πετάχτηκε πάνω κι ἔτρεξε, ζαλισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὸν ὕπνο, ν᾽ ἀνοίξει τὴν πόρτα, ἀλλὰ δὲν ἦταν κανείς. Εἶχε ξυπνήσει καὶ ὁ σύζυγός της καὶ τὴν ρώτησε τί συνέβη. Ἐνῶ τοῦ διηγιόταν τὸ ὄνειρο μὲ τὸν Γέροντα, ἀντελήφθησαν ὅτι στὸ καθιστικό, ποὺ τοὺς χώριζε μία τζαμόπορτα, εἶχε ἀνάψει φωτιά, ἀπὸ τὸ ἀναμμένο καντήλι. Καίγονταν τὰ ντουλάπια, οἱ εἰκόνες ὅμως δὲν εἶχαν πάθει τίποτα. Τὴν διάσωσή τους καὶ τοῦ σπιτιοῦ τοὺς τὴν θεώρησαν ὡς θαῦμα τοῦ Γέροντα.

.         Ὁ κ. Σταῦρος Πετρικεχαγιᾶς, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὸ χωριὸ Καλὸ Ἀγρὸ Δράμας, βρίσκεται ἀπὸ τὸ 1975 στὴν Πενσυλβάνια Ἀμερικῆς· διηγεῖται ὅτι τὸν βάπτισε ὁ Γέροντας καὶ ἀπὸ μικρὸς θυμᾶται ὅτι τὸν δίδασκε πῶς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωή του. Τὴν ἄνοιξη τοῦ 2001, ποὺ ἦλθε στὴν Ἑλλάδα, ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ γιὰ νὰ προσκυνήσει στὸν τάφο τοῦ νονοῦ του, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔτρεφε μεγάλο σεβασμό, ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη, γιατί τρεῖς φορὲς τὸν ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο θάνατο καὶ πολλὲς φορὲς ἔνιωσε τὴν προστασία του καὶ τὴν θαυματουργικὴ ἐπέμβασή του στὴν ζωή του. Τὴν πρώτη φορά· νέος ἀκόμη, κινδύνευσε νὰ πνίγει στὸ ποτάμι καὶ τὸν γλύτωσε ὁ ἀδελφός του, ποὺ παρουσιάστηκε ξαφνικἀ μπροστά του, μόλις ἐπικαλέστηκε τὴν βοήθεια τοῦ Γέροντα.

.        Τὴν δεύτερη φορά. ὅταν ὑπηρετοῦσε στὸ πολεμικὸ ναυτικὸ καὶ ἐπρόκειτο νὰ πλεύσουν γιὰ τὴν Ρόδο, ἐνῶ εἶχαν ἐπιβιβαστεῖ, τὴν τελευταία στιγμὴ τοῦ ἄλλαξαν καράβι. Κατὰ τὸν πλοῦ, τὸ πρῶτο καράβι βυθίστηκε καὶ ἀπὸ τοὺς 45 ναῦτες οἱ 37 πνίγηκαν. Αὐτὴν τὴν σωτηρία του πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι τὴν ὀφείλει στὸν πολυσέβαστο Γέροντα Γεώργιο, γιατί πάντοτε τὸν ἐπεκαλεῖτο σὲ κάθε δύσκολη ἐνέργειά του.

.         Ἡ τρίτη θαυμαστὴ ἐπέμβαση τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα συνέβη στὴν Ἀμερική, ὅπου ἐργαζόταν κατὰ τὸ ἔτος 1995 γιὰ τὴν κατασκευὴ μεγάλης δεξαμενῆς νεροῦ. Βρισκόταν πάνω σὲ σκαλωσιὰ κι ἔπεσαν καὶ οἱ δύο κάτω στὸ ἔδαφος. Ὁ ἄλλος ἐργάτης ἔμεινε ἐπὶ τόπου νεκρός. Ὁ κ. Σταῦρος, καθὼς ἔπεφτε μὲ τὸ κεφάλι κάτω, ἔνιωσε κάποια στιγμὴ ἕναν νὰ τὸν γυρίζει ὀρθό. Καθὼς ἔπεφτε μὲ τόση ὁρμὴ ἀνάμεσα στὰ σίδερα τῆς σκαλωσιᾶς ἀπὸ τόσο ὕψος, ἔτρεξαν οἱ συνάδελφοί του νὰ τὸν βροῦν κι αὐτὸν νεκρό. Πρὸς μεγάλη τους ἔκπληξη καὶ χαρὰ εἶδαν ὅτι ἦταν ζωντανός. Τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο κι ἐπὶ τρεῖς ἐβδομάδες ἦταν σὲ ἀφασία. Εἶχε πολλὰ κατάγματα καὶ χρειάστηκαν σχεδὸν δύο χρόνια γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ σχετικὰ ἡ ὑγεία του. Τὴν σωτηρία του ἀπέδωσε στὸν Γέροντα. Ὁ ἀδελφός του μάλιστα ἕνα βράδυ μετὰ τὸ ἀτύχημα εἶδε τὸν Γέροντα στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔγω μόνο τὸν ἴσιωσα, δὲν πρόφτασα νὰ τὸν κρατήσω». Ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ ὅτι δὲν ἦταν ἀδυναμία τοῦ Γέροντα νὰ τὸν κρατήσει, ἄλλα ὅτι ἦταν ἕνα ράπισμα ἀπὸ τὸν Γέροντα ἡ περαιτέρω ταλαιπωρία του, γιὰ νὰ ἀλλάξουν πολλὰ πράγματα στὴν ζωή του. Ὡστόσο τοῦ εἶχε μείνει κάποια δυσκολία στὰ γόνατα καὶ στὴν μέση, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ γονατίσει καθόλου.

.        Τὸ ἑπόμενο ἔτος, Ἰούνιος 1998, ἦλθε στὴν Ἑλλάδα μὲ σκοπὸ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Γέροντα, γιατί πίστευε ὅτι ἦταν ὁ σωτήρας του. Μόλις ἀντίκρυσε τὸν τάφο του συγκινήθηκε κι αὐθόρμητα γονάτισε γιὰ νὰ τὸν ἀσπαστεῖ. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γονάτιζε μετὰ τὸ ἀτύχημα. Σηκώθηκε τέλος μὲ εὐκολία, χωρὶς νὰ κρατηθεῖ ἀπὸ πουθενά.
Ἔκτοτε νοιώθει ὑγιέστατος, δίχως κανένα πρόβλημα.

.       Ὁ ἴδιος κ. Σταῦρος καταθέτει κάποια περιστατικὰ ποὺ εἶχε δεῖ στὸ μοναστήρι ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντας. Κατὰ τὴν Θεία Μετάληψη ἀρνήθηκε μία φορὰ νὰ κοινωνήσει μία κυρία. Στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ κ. Θεόδωρος Παυλίδης τὸν ρώτησε γιατί δὲν τὴν κοινώνησε καὶ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε μὲ πόνο: «εἶδα ἕνα σκυλὶ μὲ εὐαγγέλιο στὸ στόμα». Καὶ ἐξήγησε: ὁρκίστηκε ψέματα στὸ δικαστήριο κι ἀδίκησε ἄνθρωπο». Κάποια ἄλλη φορὰ ἡ θεία του ἦλθε στὸ μαναστήρι νὰ κοινωνήσει τὰ παιδιά της, ἐνῶ τὰ ἄφησε νὰ φᾶνε αὐγά. Ὁ Γέροντας μὲ τὸ χάρισμά του τὸ γνώριζε καὶ μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ τὰ κοινωνήσει. Τῆς εἶπε: «τὰ τάϊσες αὐγὰ καὶ ἦρθες νὰ τὰ κοινωνήσεις;»

.      Δὲν θὰ ἤθελα ὅμως νὰ κλείσω τὴν παροῦσα προσθήκη, δίχως νὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα προσωπικὸ γεγονός. Ὅταν πολιός, σεβάσμιος, χαρισματοῦχος Ἁγιορείτης Γέροντας μελέτησε τὸ βιβλίο -ἂς σημειωθεῖ ὅτι τὸν ἔχει εἰκονογραφήσει καὶ τὸν τιμᾶ ἀπὸ καιρὸ ὡς ἅγιο- καὶ συναντηθήκαμε, μὲ ἀγκάλιασε, μὲ ἀσπάστηκε καὶ μοῦ εἶπε: «Μόνο γιὰ τὴν βιογραφία ποὺ ἔγραψες τοῦ ὁσίου Γεωργίου Καρσλίδη συγχωρέθηκαν οἱ μισὲς ἁμαρτίες…». Τώρα ποὺ ὁ Γέροντας κοιμήθηκε, μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὸ ὄνομά του. Πρόκειται γιὰ τὸν πνευματοφόρο Γέροντα Ἐφραὶμ Κατουνακιώτη.

.       Ὁ Γέροντας Γεώργιος σήμερα ζεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων ὡς ἅγιος καὶ ὁ τάφος του ἀποτελεῖ προσκύνημα. Ἡ εὐχή του ἂς μᾶς συνοδεύει ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας.

Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου, «π. Γεώργιος Καρσλίδης, ὁ προορατικὸς Γέροντας»,
περ. «Πεμπτουσία», τεῦχ. 17ο, σελ. 116-123, Ἀπρίλιος – Ἰούλιος 2005

ΠΗΓΗ Διαδικτύου: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/11/05/ὁ-ὅσιος-γεώργιος-καρσλίδης-1901-1959-μέρος-2ο/#more-20469
Ἑλληνικὸς τονισμός: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , ,

Σχολιάστε