Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πρεσβύτερος υἱὸς

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-8 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

 Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος:
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/
ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/
Ζ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ7/

Ἡ παραβολὴ καὶ ἐμεῖς (σελ. 33-39)

.           Ἔχει ἄμεση σχέση ἡ παραβολὴ αὐτὴ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ χαρακτηριστικὰ χωρίζεται σὲ δύο μέρη, σὲ δύο γιούς.
.           Ἐμεῖς ποῦ βρισκόμαστε; Ποιόν ἀντιπροσωπεύαμε;
.           Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ποῦμε. Εἶναι ἐπικίνδυνο βιαστικὰ νὰ ἀπαντήσωμε· αὐτὸ μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή.
.           Ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπὸ τὴν ἀρχή, ποὺ ζήτησε στανικὰ τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας (καὶ ποιος τοῦ εἶπε ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ὅτου δαπανήση τὰ πάντα, καὶ γίνη ἰσχυρὸς λιμὸς σ᾽ ὅλη τὴ μακρινὴ χώρα, καὶ πεθάνη τῆς πείνας αὐτὸς καὶ οἱ πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης… Μέχρις ὅτου γίνουν ὅλα αὐτά, ἦταν ζαλισμένος, δὲν ἦταν στὰ καλά του, ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνη, νὰ καταλάβη τί ἔκανε. Μόνο μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν».
.           Ἄρα, ἂν βρισκώμαστε στὴν κατάσταση αὐτὴ τοῦ νεώτερου γιοῦ, πρὶν ἔλθη εἰς ἑαυτόν, σημαίνει ὅτι εἴμαστε στὴν πραγματικότητα ἐκτὸς ἑαυτῶν καὶ δὲν ξέρομε ποῦ βρισκόμαστε, τί μᾶς γίνεται, τί ἀντιπροσωπεύομε. Ἢ καὶ ἂν νομίζωμε ὅτι ξέρομε –ποὺ συνήθως νομίζομε– πέφτομε ἔξω. Καὶ μόνο ἂν ἔλθωμε εἰς ἑαυτοὺς κάποτε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀνακαλύψωμε τὴ φτώχεια καὶ τὴ γυμνότητά μας.
.           Ἀλλὰ καὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν εἶναι λιγότερο ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Ἢ καλύτερα, αὐτὸς δὲν παρουσιάζεται ποτὲ στὴν παραβολὴ νὰ ἔρχεται εἰς ἑαυτόν, δηλαδὴ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ ὁμολογῆ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορά του τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Ἀλλὰ ψεύδεται καὶ ἀλλοφρονεῖ: Κάνει πεισματικὰ τὸ θέλημά του –«ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν»– καὶ νομίζει ὅτι ἔχει ὅλο τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του. Ἐνῶ κρίσις δικαία εἶναι ἐκείνου ποὺ δὲν κάνει τὸ δικό του θέλημα ἀλλὰ μόνο τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός.
.           Αὐτοδικαιώνεται μὲ τὰ λόγια του καὶ ταυτόχρονα ἀναιρεῖται μὲ τὴ διαγωγή του, ἀποδεικνυόμενος κενὸς οἰηματίας, ξένος πρὸς τὸ ἦθος τοῦ οὐρανίου Πατρός.
.           «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι»: Ὑπολογίζει τὸν χρόνο, τὴν κτίση ὄχι τὴν αἰωνιότητα, τὴν ἄκτιστη χάρη, ποὺ μιᾷ ροπῇ κάνει θεολόγο τὸν ληστὴ ποὺ μετανοεῖ.
.           Κατηγορεῖ τὸν ἀδελφό του γιὰ ἀσωτεία καὶ ἀνταρσία καὶ ὁ ἴδιος δὲν ὑπακούει στὸν πατέρα του. Ἐνῶ διαλαλεῖ τὴ διαρκῶς ἄψογη στάση του –«οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον»– τὴν ἴδια στιγμὴ ὄχι ἐντολὴ αὐστηρὴ γιὰ δουλειὰ ἀρνεῖται, ἀλλὰ παράκληση πατρικὴ γιὰ συμμετοχὴ σὲ οἰκογενειακὴ χαρὰ καταπατεῖ.
.           Ἄρα, δὲν εἶναι εὔκολο μόνοι μας νὰ ποῦμε ποῦ βρισκόμαστε, γιατὶ μπορεῖ νὰ πέφτωμε ἔξω, μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτῶν καὶ νὰ μὴν τὸ ξέρωμε, νὰ μὴν τὸ ἀντιλαμβανώμαστε.
.           Τί φοβερ ν εσαι τόσο μακριά, ν βρίσκεσαι μέσα στ σπίτι! Καὶ τὸ ἀκόμη φοβερότερο, νὰ ἐφαρμόζης τὶς ἐντολὲς καὶ νὰ μὴν καταλήγης στὴ γεύση τοῦ μόσχου τοῦ σιτευτοῦ, νὰ μὴ γίνεσαι δαιτυμὼν λαμπρὸς τοῦ μεγάλου Συμποσίου ποὺ προσφέρεται «ὑπὲρ τῆς Οἰκουμένης».

 Ἐμεῖς ὡς πατέρες πνευματικοὶ

 .           Ὑπάρχει μία ἰσορροπία στὴν ὅλη ἱστορία, γιατί ὁ πατέρας ὅλα τὰ ρυθμίζει θείως, ὅλα τὰ ὑποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τὸν σταυρὸ τῆς ὅλης περιπέτειας τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ τὰ δύο παιδιά του εἶχαν προβλήματα· βασανίστηκαν καὶ τὸν βασάνισαν. Αὐτὸς ὅμως ἔπραξε ἄψογα, θεϊκά. Οὔτε τὸν νεώτερο υἱὸ χαρακτήρισε ἄσωτο οὔτε τὸν πρεσβύτερο ἐπέπληξε, ἐπειδὴ τοῦ μίλησε ἄπρεπα. Ἡ συμπεριφορά του φανερώνει ἀπέραντη ἀγάπη καὶ φέρνει παρηγοριά.
.           Ἐφ᾽ ὅσον ἔχομε ἕναν τέτοιο Πατέρα, μποροῦμε νὰ ἐλπίζωμε. Μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι, μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό μας.
.           Στὴ ζωή μας ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε πάντοτε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ· καὶ ὑπόδειγμα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα εἶναι ὁ νεώτερος υἱός. Βρισκόμαστε ὅμως καὶ στὴ θέση τοῦ πατρὸς ἢ τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Τότε πάλι τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερθοῦμε πρὸς τὰ τέκνα ἢ πνευματικά μας τέκνα μᾶς φανερώνει ἡ συμπεριφορὰ τοῦ «ἀνθρώπου» τῆς παραβολῆς.
.           Ἂν βρισκώμαστε στὴν κατάσταση τοῦ νεωτέρου ποὺ ἐπέστρεψε ἢ ἐπιστρέφει, τότε μποροῦμε νὰ ἀνεχώμαστε τὸν ἄλλο, τὸ παιδί μας. Τότε μποροῦμε νὰ νοιώθουμε –καὶ νὰ τὸ ὁμολογοῦμε– ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, πολὺ ἀδύνατοι –«χωρὶς αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδὲν»–, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀπογοητευώμαστε, γιατί ἔχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν».
.           Ἂν βρισκώμαστε εἴτε στὴν κατάσταση τοῦ νεώτερου υἱοῦ σὲ χώρα μακρινὴ ζῶντες ἀσώτως, εἴτε στὴν κατάσταση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ποὺ δικαιώνει τὸν ἑαυτό του καὶ καταδικάζει τοὺς ἄλλους, τότε ὁπωσδήποτε θὰ παραποιοῦμε τὴ διαγωγὴ τοῦ ἀληθινοῦ Πατρός. Παρ᾽ ὅλη τὴν πιθανῶς καλή μας διάθεσι, θ βασανιζώμαστε κα πρ παντς θ βασανίζωμε.
.           Σύμφωνα μ᾽ αὐτὰ μποροῦμε νὰ διακρίνωμε δύο ἐκτροπὲς συμπεριφορᾶς πατρὸς ἢ πνευματικοῦ πατρός:

Α´. Οἱ πρῶτοι –κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ νεωτέρου πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς– παρουσιάζονται ς πολ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικο κα νεκτικοί. Δν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογον τος νέους. Δν τος θεραπεύουν ρρώστιες (δν χουν τέτοια κανότητα). τιδήποτε κάνουν τ παιδιά τους, τ θεωρον φυσικά, δικαιολογημένα κα τέλεια. Ατ δν εναι ποτέλεσμα γάπης λλ συνέπεια διαφορίας κα πιπολαιότητας· προσπάθεια ν ποκτήσουν τν πρόσκαιρη φιλία τν παιδιν. Ατο ο δάσκαλοι–πατέρες καλύπτουν τν νικανότητα κα γνοιά τους μ ποτιθέμενη φιλανθρωπία κα κατανόηση, ν πρόκειται γι πραγματικ καταφρόνηση κα γκατάλειψη το νθρώπου, ποος χει νάγκη π τ μέγιστα κα τίμια.
.           Ατος τος δηγος κολουθον ο νέοι γι λίγο, ξεγελασμένοι π τν πίφαση τς τόλμης τους κα τν παραπλανητικ φιλελευθερισμό τους. λλ γρήγορα τος γκαταλείπουν, ν χουν γνήσιες παιτήσεις κα δυνατ πνευματικ κράση, γιατί ντιλαμβάνονται τν πικίνδυνη κουφότητά τους. Ατο εναι λλότριοι, ξένοι πρς τ ζωή, τ φύση κα βαθι δίψα το νθρώπου. «Κα ο νθρωποι λλοτρίῳ ο μ κολουθήσωσιν, λλ φεύξονται π᾽ ατο, τι οκ οδασι τν λλοτρίων τν φωνν».

 Β´. Οἱ δεύτεροι μένουν φαινομενικὰ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα –παράδειγμα ὁ πρεσβύτερος υἱὸς– ἐνῶ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης του.
.           Αὐτοχειροτονοῦνται πνευματικοὶ πατέρες, ἐπειδὴ «τοσαῦτα ἔτη» δουλεύουν. Καὶ ἐνεργοῦν ὡς βάναυσοι ἐπιτιμητὲς τῶν ἄλλων. Ὁ προσωπικός τους ἀγώνας γιὰ μετάνοια καὶ ταπείνωση, κατὰ τὰ λεγόμενά τους, ἔχει τελειώσει. Τώρα ἀσχολοῦνται μὲ τὰ προβλήματα τῶν ἄλλων (καὶ συνήθως αὐτόκλητοι). ,τι κάνουν, δν παγορεύεται π δολη πατρικ γάπη –τος εναι ξένη– λλ π μία μοχθηρ καρδι κα δικαιολόγητη γι τ χρόνια τους ζηλοφθονία. τσι σύντομα γίνεται σ᾽ λους κδηλη σωτερική τους καταστασία κα κδικητικ μανία. Ἡ φωνὴ καὶ ἡ συμπεριφορά τους εἶναι ξένη πρὸς τὴ φωνὴ τοῦ γνήσιου ποιμένα, ποὺ θυσιάζει τὴν ψυχή του ὑπὲρ τῶν προβάτων καὶ «τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτὰ».
.           Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἐγκαταλείπουν. Καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται –καὶ δικαιολογημένα– τόσο αὐτοὶ δαιμονίζονται, ἐκσφενδονίζοντας ἀπειλὲς καὶ κατάρες γι᾽ αὐτοὺς ποὺ δὲν ζητοῦν τὶς συμβουλές τους.
.           Δὲν μποροῦμε, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτρεπτό, νὰ δείξωμε οὔτε περισσότερη οὔτε λιγότερη ἐπιείκεια ἢ αὐστηρότητα ἀπ᾽ ὅση ἔδειξε ὁ οὐράνιος Πατέρας. Ἢ διαφορετικὰ νὰ ποῦμε: καὶ ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ αὐστηρότητά μας εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ περιττὲς γιὰ τὸν ἄλλο. Ατ πο χρειάζεται, εναι ν παύσωμε, ν μπορομε, ν ζομε τν κατ φαντασίαν βίο, κα ν ζομε γι τν πρ μν ποθανόντα κα ναστάντα. Ἔτσι θὰ ζοῦμε καὶ γιὰ ὅλους. Καὶ δι᾽ ἡμῶν θὰ φανερώνεται Ἐκεῖνος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, καὶ ὄχι οἱ σχετικὲς καὶ ἄνευ ἀξίας δικές μας ἀπόψεις καὶ ἐνέργειες.
.           Αὐτὸς ποὺ ἐπέστρεψε ἢ ἐπιστρέφει βλέπει μόνο τὴν ἀναξιότητά του («οὐκ εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου»). Γι᾽ αὐτὸ διακρίνει καὶ ἐκπλήσσεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Βλέπει τὸν ἑαυτό του πρῶτο τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τοὺς ἄλλους καθαρούς. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ «καθ᾽ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ», ἀγαπᾶ μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ σώζει καὶ κρίνει. Δι᾽ αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ φανερώνεται μόνον ὁ Θεός. Αὐτὸς γίνεται Θεὸς κατὰ χάριν καὶ ὄχι θεολόγος κατὰ φαντασίαν. Τὸ πρῶτο εἶναι δύσκολο καὶ δυσεύρετο, τὸ δεύτερο εὐτελὲς καὶ καθημερινό.
.           Οἱ ἁγιαζόμενοι, οἱ ἄγιοι, μᾶς παρηγοροῦν, μᾶς σώζουν. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο τοῦ πατρός, γιατί λένε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ ζωή τους. Παρουσιάζουν ὅτι ὁ ἀγώνας τους ὑπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεῖ ν᾽ ἀλλάζη, ἀλλὰ δὲν τελειώνει, μέχρι νὰ μπῆ ὁ ἄνθρωπος στὸν τάφο. Τὸ ἔργο τῆς μετανοίας ἀκολουθεῖ ὅσο ζοῦμε. Ἡ ἡμέρα τῆς ταφῆς μας εἶναι ἡ ὥρα τοῦ σαββατισμοῦ.
.           Καὶ μεῖς, ποὺ εἴμαστε ἀδύνατοι, ποὺ ἔχομε προβλήματα, τοὺς ἀκοῦμε, τοὺς ἐμπιστευόμαστε τὸ εἶναι μας, τοὺς πλησιάζομε, θέλομε, ὅσο γίνεται περισσότερο, νὰ μένωμε κοντά τους. Γιατί νοιώθουμε ὅτι μᾶς νοιώθουν, μᾶς εὐεργετοῦν, μᾶς θεραπεύουν, ὅσο σκληροὶ κι ἂν εἶναι –ὅταν εἶναι. Ἡ φιλανθρωπία τους εἶναι δραστική, σωτήρια, καὶ ἡ αὐστηρότητά τους φιλάνθρωπη.
.           Χωρὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τὴν παρουσία τῶν Ἁγίων, ποὺ κάνουν αἰσθητὴ τὴ στοργὴ καὶ τὸ φῶς Του, ἡ ζωὴ στὴ γῆ σκοτεινιάζει καὶ κρυώνει σὰν κόλαση: Οἱ πολίτες τῆς «μακρινῆς χώρας» σὲ καταστρέφουν στέλνοντάς σε νὰ βόσκης χοίρους, πάθη σαρκός. Καὶ οἱ «δίκαιοι» –τύπου πρεσβύτερου υἱοῦ– σὲ καταδικάζουν δὲν δέχονται τὴ μετάνοιά σου.
.           Ὑπάρχει ὅμως πάντοτε ὁ Πατέρας ποὺ σὲ γέννησε, σὲ πονᾶ καὶ σὲ σώζει.
.           Τὸ σύμπαν εἶναι κατοικήσιμο, ἐφ᾽ ὅσον ἔχομε τὸν Θεὸ πατέρα καὶ τὸν συνάνθρωπο ἀδελφό μας.

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-7 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/

ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/

Χαρακτηριστικὰ τοῦ πατέρα (σελ. 30-32)

.           Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς ξέρει πότε μιλᾶ καὶ πότε ὄχι. Πότε μοιράζει τὴν περιουσία ὁλόκληρη, χωρὶς νὰ πῆ λέξη. Καὶ πότε δὲν δίδει οὔτε ἕνα ἐρίφιο καὶ ἐπεξηγεῖ τὸ γιατί. Πότε καὶ ποιὸν γιό του ἀσπάζεται, χωρὶς ἄλλα σχόλια. Πότε καὶ ποιὸν γιό του δὲν ἀσπάζεται, ἀλλὰ τὸν παρακαλεῖ καὶ τὸν συμβουλεύει, πατρικὰ καὶ βραχύλογα.
.           Δὲν χρειάζονται πολλὰ λόγια καὶ ἐπεξηγήσεις. Ἀπαιτεῖται χρόνος, προσωπικὴ αὐτοπαρακολούθηση καὶ δοκιμασία, γιὰ νὰ καταλάβωμε –ἂν καταλάβωμε– περὶ τίνος πρόκειται.
.           Ἔχει σημασία λοιπὸν νὰ ξέρη κανεὶς πότε θὰ πῆ σὲ κάποιον κάτι. Καὶ μέχρι ποῦ θὰ προχωρήση. Στὴ συνέχεια σταματᾶ τὴν ἐπεξήγηση, χωρὶς νὰ προχωρῆ, ἐνῶ τὸ θέμα δὲν λύθηκε, δὲν τακτοποιήθηκε.
.           Δὲν ρωτᾶ τὸν νεώτερο γιό του τί σκέφτεται νὰ κάμη καὶ πότε. Γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀφήνει ἐλεύθερο νὰ μείνη στὸ σπίτι ὅσες μέρες θέλει μετὰ τὴ μοιρασιὰ τῆς περιουσίας (αὐτὸς φεύγει «μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας»). Οὔτε τὸν ἐρωτᾶ ποῦ θὰ πάη· ἂν σκέφτεται νὰ πάη κοντὰ ἢ μακριὰ («εἰς χωρὰν μακράν»), ἢ ἂν θὰ πάρη ὅλα τὰ πράγματά του ἢ τὰ μισὰ («συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν»).
.           Οὔτε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ ρώτησε τί ἀποφασίζει, ἀφοῦ ἄκουσε ὅσα τοῦ εἶπε ἡ πατρική του ἀγάπη. Τὸν ἀφήνει ἐλεύθερο νὰ ἀποφασίση ὅταν καὶ ὅπως θέλει. Ἀφήνει τὸ θέμα ἀνοιχτό. Ἁπλῶς περιορίζεται στὸ νὰ τοῦ πῆ τί ἔπρεπε νὰ κάμη: «Εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.           Καὶ ἡ παράκληση, ἡ προτροπὴ τοῦ πατέρα, μένει ἀναπάντητη, τὸ τέλος ἄγνωστο. Κόβεται ἡ συζήτηση ἀπότομα, σταματᾶ, μένει ἀκέφαλη. Γιατί δὲν τελειώνει; Γιατί δὲν φτάνει σὲ τελεία καὶ παύλα;
.           Ἔτσι γίνεται. Δν βρίσκεται τέλος μ συζητήσεις στ θέματα ατ κα μ νθρώπους πο βρίσκονται σ᾽ ατ τν κατάσταση. Δὲν ὑπάρχει τέλος σὲ συζητήσεις γιὰ θέματα ποὺ ἡ φύση τους ξεπερνᾶ πάντα λόγον καὶ αἴσθησιν. λλωστε οτε κα τ πρόβλημα, ρρώστια το νεωτέρου, τακτοποιήθηκε μ συζητήσεις, λλ μ μία φαινομενικ γκατάλειψη, φεση στ ν μάθη δι το πάθους του. Ἔτσι εἶναι. Μόνον ὁ Θεὸς νὰ κάμη τὸ θαῦμα Του.
.           Κουβέντες κα προτροπς δν φέρνουν κανένα ποτέλεσμα σ νθρώπους πο χουν καταπι τ μίσος, τ λογικὴ τῆς ατοδικαιώσεως, τς καταδίκης λων τν λλων. Μποροῦν νὰ σοῦ ἀραδιάσουν ἀτέλειωτα σὲ στιγμὴ χρόνου· νὰ συσσωρεύουν ἀναρίθμητες δικές τους ἀρετὲς καὶ ἐγκλήματα τῶν ἄλλων. Ὅσα δὲν ἐλέχθησαν –καὶ δὲν λέγονται– μποροῦν νὰ τὰ ἐκστομίσουν, γιὰ νὰ ἐξοντώσουν τὸν ἀδελφό τους καὶ νὰ δικαιώσουν τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ δὲν ἀλλάζουν γνώμη. Δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν. Δὲν ἀγαποῦν. Εἶναι ξένο πρὸς τὴ φύση τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλασή τους.
.           Πῶς μπορεῖς ν᾽ ἀγαπᾶς αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀγαποῦν; Αὐτὸ εἶναι ἕνας μεγάλος σταυρός. Σοῦ ἀρνοῦνται τὴν ἀγάπη· εἶναι κόλαση γι᾽ αὐτούς. Ὑποφέρουν, βασανίζονται. Ἀλλὰ πῶς μπορεῖς νὰ τοὺς συμπαρασταθῆς, νὰ τοὺς συνδράμης, χωρὶς ἀγάπη; Αὐτοὶ ζητοῦν ὄχι τὴ σωτηρία, ἀλλὰ τὴν καταδίκη, τὴν ἐξόντωση πάντων. Ἔτσι καταδικάζουν καὶ τὸν ἑαυτό τους. (Θεολογία καὶ πολιτεία κολάσεως.)
.           Ὁ Πατέρας παρατρέχει τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρεσβύτερου γιοῦ. Δὲν τοῦ κάνει καμιὰ κριτική: οὔτε τὸν ψέγει γιὰ κάποιο λάθος του, οὔτε τοῦ ἀναφέρει κάτι καλὸ ποὺ ἔκαμε. Δν χρειάζεται ν καθυστερήση καθόλου μέσα στ λογικ ατή, ποὺ δὲν ὁδηγεῖ πουθενὰ ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς κολάσεως. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τοῦ ἀρνηθῆ τὴν κάποια καλή του προσπάθεια, ἀλλὰ τὸ κακὸ ἦταν ὅτι δὲν εἶχε καταλάβει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ἄσωτος, δὲν ἦταν μόνον ὁ ἀδελφός του.

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-6 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/

Ἀντιπαραβολὴ τῶν δύο υἱῶν (σελ. 28-30)

.           Ὁ νεώτερος υἱὸς ὑπόδειγμα ἐπιστροφῆς καὶ φανέρωση τοῦ τί εἶναι ἐξομολόγηση: καρπὸς μετανοίας, ὁμολογία τῶν οὐσιαστικῶν μου σφαλμάτων, ἐγκλημάτων. Συντριβὴ καὶ ἐκζήτηση ἐλέους.
.           Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ὑπόδειγμα μὴ ἐπιστροφῆς καὶ φανέρωση τοῦ τί δὲν εἶναι ἐξομολόγηση: Ἀναφορὰ τῶν δικῶν μου κατορθωμάτων καὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν ἄλλων. Σκληροκαρδία καὶ κατάκριση.
.           Μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ τὴν ὀδυνηρὴ πείρα ἔφυγε ἀπὸ τὸν νεώτερο ἡ ἰδέα ὅτι κάτι μπορεῖ νὰ βρῆ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, χωρὶς τὸν πατέρα. Γνώρισε τὴν κουφότητα τῆς ζωῆς μακριὰ ἀπὸ τὴν πηγή της.
.           Ἀντίθετα, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, ὁ πρεσβύτερος δὲν ὡριμάζει πνευματικά, ἀλλὰ σκληραίνει τὴ στάση του. Συνεχῶς καὶ περισσότερο κατακρίνει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα του, μέσα σὲ μία ψευδαίσθηση ὅτι εἶναι «κάποιον τί».
.           Ὁ νεώτερος υἱὸς μὲ τὴ συμπεριφορά του λέει τὸν λόγο τῆς μετανοίας: «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον».
.           Ὁ πρεσβύτερος ἀντιθέτως λέει: Ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος φταίχτης.
.           Τὸ ὅτι ὁ νεώτερος ἐπαναστάτησε στὴν ἀρχή, πρὶν περάσουν τὰ χρόνια, μπορεῖ κάπως νὰ δικαιολογηθῆ.
.           Τὸ νὰ ἀντιδρᾶ ὅμως ὁ πρεσβύτερος μετὰ «τοσαῦτα ἔτη» καὶ νὰ μὴ θέλη νὰ μπῆ στὸ σπίτι, τὴν ὥρα τῆς μεγάλης χαρᾶς, ἀλλὰ νὰ ζητᾶ ἐρίφι –ὄχι ἀμνὸ– γιὰ νὰ εὐφρανθῆ μὲ τοὺς φίλους του (οἱ φίλοι του ἤσαν μεταξὺ τῶν ἐρίφων, τῶν ἐξ εὐωνύμων, ὄχι μεταξὺ τῶν εὐλογημένων, τῶν ἐκ δεξιῶν), αὐτὸ εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολα θεραπεύεται.
.           Ὅταν ἔχης νὰ κάμης μὲ πατέρα οὐράνιο, ἔχεις ἄλλες σχέσεις, μιλᾶς ἄλλη γλώσσα, ἀναφέρεις ἄλλες ἀπώλειες καὶ κέρδη. Δὲν ἀμύνεσαι, ἀλλὰ αὐτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τὸν ἑαυτό σου ἔνοχο –τὸν μόνο ἔνοχο– μπροστὰ σ᾽ ἕναν τέτοιο πατέρα, ποὺ ὄχι μόνο ἀγαπᾶ, ἀλλὰ εἶναι ἡ Ἀγάπη.
.           Ὅταν δὲν θεωρῆς τὸν Θεὸ πατέρα ποὺ ἀγαπᾶ, τότε ἡ ἐξομολόγηση καταργεῖται, χάνει τὸ νόημά της, δὲν γίνεται. Ἢ ὅταν πάη νὰ γίνη, ξεπέφτει σὲ μία νομικὴ ἀντιδικία, ὁπού κατηγορεῖται ὁ ἀναίτιος, ὁ εὐεργέτης. Ὅταν βλέπης μπροστά σου ἐργοδότη, ποὺ ὑπολογίζει τὰ δοῦναι καὶ λαβεῖν, ἑτοιμάζεσαι γιὰ διαμάχη καὶ ἀναμέτρηση οἰκονομική, δικανικὴ τακτοποίηση· νὰ δοῦμε ποιὸς θὰ ἐπιβληθῆ σὲ ποιόν.
.           Ἂν μποροῦμε νὰ ἀγαπᾶμε, θὰ γνωρίσωμε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς ἀγάπη, ὑψώνοντας τὴ φωνή μας, ἀποκαλύπτομε τὸ ψέμα τῆς ζωῆς μας.

Ζ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ7/

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-5 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/

Τὸ ἀνανεούμενο βάσανο τοῦ πατέρα.
Συνάντηση μὲ τὸν πρεσβύτερο υἱὸ (σελ. 22-28)

.           Ἀπὸ τὸν μακρινὸ ἀγρό, ὅπου ἔβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ὁ νεώτερος υἱὸς καὶ μπῆκε στὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὸν ἀγρὸ τοῦ πατέρα ἐπέστρεψε ὀργισμένος ὁ πρεσβύτερος καὶ φανέρωσε τὴν κόλαση ποὺ κουβαλοῦσε μέσα του. «Ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν», ἀφοῦ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς δούλους τί γινόταν στὸ σπίτι.
.           Εἶναι ἀνανεούμενο βάσανο ἡ ζωὴ τοῦ πατέρα. Μόλις τελειώνει ἡ μία δοκιμασία, ἀρχίζει ἡ ἄλλη. Ὅταν ὁ νεώτερος ἐπιστρέφη ἀπὸ τὴν ἀσωτεία, ὁ πρεσβύτερος, ποὺ μένει στὸ σπίτι, ἀρνεῖται νὰ μπῆ μέσα.
.           Κάθε μεγάλη μέρα ὁ πειρασμὸς δημιουργεῖ προβλήματα, προκαλεῖ ἀφορμὲς θλίψεως. Θέλει νὰ μολύνη τὴ χαρά, νὰ θολώση τὴν καθαρότητα τῆς γιορτῆς. Νὰ μὴν ἀφήση καρδιὰ ἀπλήγωτη. Ἀλλὰ ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς εἶναι ὠκεανὸς ἀγάπης καὶ ἀνοχῆς: «Ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν».
.           Ὁ πατέρας γνωρίζει τὴν ἀρρώστια τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ του, ὅτι ζηλεύει καὶ φθονεῖ. Γι᾽ αὐτό, ἀπὸ ἀγάπη κινούμενος, μετριάζει τὶς ἐκδηλώσεις τῆς πατρικῆς του στοργῆς. Δὲν τρέχει –«δραμών»– ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ νεωτέρου, ἀλλὰ ἐξέρχεται βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο. Καὶ δὲν τὸν «καταφιλεῖ» –ἂν ἔκανε κάτι τέτοιο, θὰ τὸν κατέκαιγε, θὰ τὸν τάραζε ὁλόκληρο– οὔτε κὰν τὸν φιλεῖ. Μόνο τοῦ μιλᾶ παρακλητικά. Καὶ δέχεται καρτερικὰ ὅλα τὰ κύματα τῆς ὀργῆς τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ.
.           Σὰν νὰ εἶχε ἕτοιμη τὴν ἐπίθεση (ὅπως ὁ νεώτερος τὴν ἐξομολόγηση). Λὲς καὶ περίμενε τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξεσπάση, νὰ βγάλη ἔξω ὅσα μαζεύονταν καὶ ἔβραζαν μέσα του ὁλόκληρη σειρὰ ἐτῶν.
.           «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι…»
.           Δὲν τὸν ὀνομάζει καμιὰ φορὰ οὔτε τὸν βλέπει ὡς πατέρα, ἀλλὰ σὰν ἀφεντικό, καὶ μάλιστα ἄδικο. Τὸν ἑαυτό του τὸν ὑποτιμᾶ, τὸν βλέπει σὰν μισθωτὸ δοῦλο.
.           Μέσα σ᾽ ὅλην αὐτὴ τὴ νομικιστικὴ σχέση δικαιώνει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν ἑαυτό του καὶ καταδικάζει ἀπόλυτα τὸν πατέρα του.
.           «Οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον». Εἶμαι ἐν τάξει πάντοτε. Εἶμαι ἄμεμπτος. Ποτὲ δὲν ἔσφαλα σὲ κάτι.
.           Ἐσὺ ἀντίθετα εἶσαι ὁλοκληρωτικὴ ἀποτυχία. «Οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ».
.           Ἐγὼ οὐδέποτε ἔκαμα κάτι κακό. Ἐσὺ οὐδέποτε ἔκαμες κάτι καλό.
.           Τὸν ἀδελφό του δὲν τὸν ὀνομάζει ἀδελφό, ἀλλὰ γιὸ τοῦ πατέρα του. Καὶ τὸ σφάλμα τοῦ νεωτέρου, ποὺ δὲν τὸ ἔχει διορθώσει, δὲν εἶναι ὅτι πρόσβαλε τὸν πατέρα του, ἀλλὰ ὅτι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε περιουσία. Καὶ αὐτὸς πρῶτος καὶ μόνος κατηγορεῖ τὸν ἀδελφό του ὅτι κατέφαγε τὴν περιουσία «μετὰ πορνῶν».
.           Ἡ πρώτη διόρθωση τοῦ πατέρα γίνεται μὲ τὴν προσφώνηση: «Τέκνον». Ἐσὺ δὲν μὲ καλεῖς πατέρα, ἐγὼ σὲ θεωρῶ καὶ σὲ ὀνομάζω παιδί μου. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο. Δὲν εἶσαι δοῦλος μου, οὔτε καταδυναστευόμενός μου.
.           Στὸ ἀρνητικὸ ἐπίρρημα οὐδέποτε τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ὁ πατέρας ἀντιπαραθέτει τὸ θετικὸ πάντοτε: «Σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ». Εἶσαι πάντοτε μαζί μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος, ἡ ἐλευθερία, ὁ πλοῦτος τοῦ υἱοῦ, τὸ ὅτι μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ἰω. η´ 35), μένει μὲ τὸν πατέρα μαζί. «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ ἐστὶ».
.           Καὶ στὴν αἴτηση τοῦ ἐλαχίστου καὶ μικροῦ –ἐριφίου– ἀπαντᾶ μὲ τὸ πάντα. «Πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστι».
.           Στὴν ὀργὴ καὶ στὸ μίσος ποὺ τὸν κατατρώει («ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») ἀντιπαραθέτει τὸ «εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει», γιατί ὁ ἀδελφός σου ἀναστήθηκε καὶ σώθηκε.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ νεωτέρου υἱοῦ

.           Στὸν νεώτερο υἱὸ ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως: «Ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστὸς» (Ἀποκ. γ´ 15).
.           Ὅταν ἔφυγε, ἦταν ἀπόλυτος ἀντάρτης: «συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ἔπεσε μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁμαρτία. Τὰ ἔδωσε, τὰ ἔχασε ὅλα.
.           Ὅταν ἔφτασε στὴν ἐσχάτη ἀνάγκη, «ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης». Τὸ ἐκολλήθη δείχνει τὴν ὁλόψυχή του προσπάθεια νὰ πιαστῆ ἀπὸ κάποια σανίδα σωτηρίας.
.           Ὅταν ἐπέστρεφε, ἦταν τὸ ἴδιο θερμὸς καὶ ἀπόλυτος: ἦρθε νὰ ὁμολογήση ἀπερίφραστα τὴν ὁλική του ἀποτυχία καὶ ἁμαρτία.
.           Τὰ χάνει ὅλα τὴν πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα ὅλο του τὸν ἑαυτό, ἔστω χαμένο καὶ νεκρὸ –πάντως ὅλο– στὸν πατέρα του· χωρὶς κανένα ἐνδοιασμό, χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη ἢ ὄρο.
.           Ἡ φιλαυτία –ἡ ἀρρωστημένη προσκόλληση στὸ ἐγώ μας– εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔπλασε, πρὸς τὴν πνοὴ ποὺ Αὐτὴ μᾶς φύσηξε στὰ σπλάγχνα. Γι᾽ αὐτὸ κάνοντας τὸ θέλημά του ἀντάρτικα ὁ νεώτερος γιός, χάνει τὸν ἄξονα τῆς ζωῆς του, ἀθετεῖ τὴ φύση του, καταστρέφει τὸν ἑαυτό του· βρίσκεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Μόλις «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του. Βρίσκει τὸν πατέρα του, ποὺ εἶναι ἀγάπη, ποὺ δὲν κλείνεται στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «δι᾽ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητας ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται … καὶ ἐν πᾶσι κατάγεται». Τὸν πατέρα ποὺ τρέχει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ ἀγκαλιάση τὸν νεώτερό του γιὸ ποὺ ἐπιστρέφει, καὶ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀπὸ τὴν ἴδια ἀγάπη κινούμενος, γιὰ νὰ παρακαλέση τὸν πρεσβύτερο.
.           Ἡ ἐκστατικὴ ἀγάπη –προσφορὰ στὸν Ἄλλον– μᾶς ὁδηγεῖ στὸν ἑαυτό μας. Βρίσκομε τὸ εἶναι μας καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἂν αὐτὴν ἔχωμε –ὅσο μακριὰ κι ἂν βρισκώμαστε– θὰ μᾶς φέρη στὸν Παράδεισο. Ἂν δὲν τὴν ἔχωμε –καὶ στὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου νὰ εἴμαστε– ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, τὸ μίσος, δὲν θὰ μᾶς ἀφήση νὰ μποῦμε, ἀλλὰ θὰ μᾶς πετάξη μακριά.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ

 .           Ὁ πρεσβύτερος νοσεῖ, ἔχει μέσα του κόλαση. Μόνο βάσανο καὶ ταραχὴ τοῦ προκαλεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πρὸς αὐτόν, ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῆ ἐδῶ ἡ ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν» . Μία τέτοια ἐπιμονὴ γιὰ εἴσοδο στὸν Παράδεισο σὲ ἄνθρωπο ποὺ ζηλοφθονεῖ, πολλαπλασιάζει τὸν δαιμονισμό. Τὸν βασανίζει περισσότερο. Τοῦ κάνει τὴ ζωὴ ἀβάσταχτη κόλαση.
.           Αὐτὸς μὲ σίγουρους συλλογισμοὺς καὶ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα ἀνατρέπει ὅλα. Τὰ ἀποδεικνύει ἀπαράδεκτα. Βρίσκει ἐνόχους καὶ καταδικαστέους ὅσους συνέπραξαν γιὰ μία τέτοια γιορτή· γιὰ ἕναν παράδεισο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψη, νὰ σωθῆ, νὰ ζήση· γιὰ ἕνα πασχάλιο δεῖπνο, ὅπου «ὁ μόσχος πολὺς» καὶ ἀκούγεται ἡ κλήση: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως … τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος». Δὲν ἀνέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δὲν μπορεῖ νὰ μπῆ σὲ τέτοιο κλίμα. Δὲν ὑποφέρει «συμφωνίες καὶ χορούς». Τοῦ εἶναι ξένο καὶ ἀπαράδεκτο τὸ γεγονός, ὁ Θεὸς νὰ ἀγκαλιάζη τὸν ἄσωτο ποὺ μετανοεῖ καὶ νὰ τοῦ χαρίζη «τὴν στολὴν τὴν πρώτην». Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ αὐτὴ τὴν ἀδικία, αὐτὴ τὴν προσβολὴ πρὸς τὴν «ἀλήθεια», τὴ «δικαιοσύνη».
.           Ὁ πατέρας μειλίχια τὸν προσκαλεῖ στὴ χαρά, στὸ εὐχαριστιακὸ τραπέζι. Καὶ εἶναι σὰν νὰ τοῦ ζητᾶ νὰ μπῆ στὴν κόλαση. Φουντώνει μέσα του τὸ μίσος· καὶ ἀκούει τὴ στοργικὴ πρόσκληση τοῦ πατέρα σὰν ὀργισμένη ἀποπομπή.
.           Μήπως ὅλα αὐτὰ λένε κάτι γιὰ τὸ πῶς θὰ γίνη ἡ τελικὴ κρίση στὴ δευτέρα Παρουσία;
.           Μήπως ἡ ὀργὴ («ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») κάνει τὴ μοχθηρὴ καρδιὰ νὰ βλέπη ὀργισμένο καὶ βλοσυρὸ τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ; Καὶ τὸ μίσος, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸ ἔχει νὰ μπῆ στὸ κοινὸ πανηγύρι τῆς χαρᾶς, παραποιεῖ γι᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὴν πρόσκληση γιὰ τὸν Παράδεισο σὲ ἀποπομπὴ πρὸς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο; Μήπως τὸ μίσος εἶναι κόλαση ποὺ κατατρώει τὰ σωθικά μας; Καὶ ἡ θεία ἀγάπη παράδεισος ποὺ μᾶς ἀναζωογονεῖ; Μήπως ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος γιὰ τοὺς σωσμένους, ὑγιεῖς, ποὺ ἀγαποῦν, ποὺ μετανοοῦν καὶ ἔχουν νοῦν Χριστοῦ; Καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη εἶναι κόλαση γιὰ τοὺς ἀρρώστους, δηλαδὴ γιὰ κείνους ποῦ δὲν ἀγαποῦν, δὲν μετανοοῦν, δὲν ἔχουν νοῦν Χριστοῦ;
.           Μήπως ἡ μία κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», θὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ ὅσους δὲν ἀγαποῦν, λόγῳ τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς ἀμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον»· καὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου…»;
.           Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν κρινόμαστε; Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὸ ποιά θέση θὰ πάρωμε τότε μόνοι μας; Δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν κρίση τῆς ἀγάπης; Δηλαδὴ γιὰ τὸ ἂν δεχώμαστε, ἂν ζοῦμε τὴν ἀγάπη ὡς παράδεισο ἢ ὡς κόλαση;

ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου

Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Δ´- τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Γ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/12/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-3/

.          Ἀλλ᾽ ἡ περιγραφὴ τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἰς τὸν Πατέρα συμπληροῦται διὰ τῆς ἀρνητικῆς εἰκόνος τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Προφανῶς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ὑπογραμμίση ζωηρῶς τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ φαινόμενης συμπεριφορᾶς καὶ μὴ φαινομένης ἐσωτερικῆς ψυχικῆς διαδικασίας ἢ μεταξὺ τυπικῆς θρησκευτικότητος καὶ γνήσιας πνευματικότητος.
.          Ἄλλωστε ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου προσφέρεται ὡς ἀπάντησις πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς, λέγοντας «ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς» (15,2). Τὸ πρῶτον δὲ μέρος τῆς παραβολῆς περιγράφει παραστατικῶς καὶ πλήρως τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνάνηψιν αὐτοῦ καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα. Ἐνῶ τὸ δεύτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, ὑπογραμμίζει τὰς ψυχολογικὰς καὶ πνευματικὰς συνεπείας τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς θρησκευτικότητος, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι ἐχαρακτήριζον τοὺς κατηγόρους καὶ ἐπικριτὰς τοῦ Κυρίου Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς.
.             Οὕτως ἡ ψυχολογικὴ ἀντίδρασις τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐμφανίζει τὰ κάτωθι κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα προδίδουν ζωηρῶς τὴν ποιότητα τῆς πνευματικότητος αὐτοῦ.

 α) Ψυχικὴν ἀντίστασιν καὶ ἐπιθετικότητα

.          Καθ᾽ ὃν χρόνον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλησιάζει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ ἀγροῦ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάτι ὅλως ἐξαιρετικὸν καὶ ἔκτακτον συμβαίνει ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἐρωτᾶ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τὸν πρῶτον ἴσως ὑπηρέτην, τὸν ὁποῖον συναντᾶ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εἰς αὐτὸν τὴν χαρμόσυνον πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πατρικὴν κρίσιν, «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.          Ἡ νεκρανάστασις ἢ παλιγγενεσία αὕτη, ὡς συγκινητικὸν καὶ δὴ συγκλονιστικὸν γεγονός, προκαλεῖ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην εἰς πάντας. Δία τοῦτο εὐλόγως ὁ ὑπηρέτης ἀναμένει τὴν εὐνόητον ἀντίδρασιν. Ἐν τούτοις ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ ὅλως ἀπροσδοκήτως. Εὐθὺς ὡς λαμβάνει τὴν πληροφορίαν ὅτι «ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸ σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν» (στχ. 27), ἀντιδρᾶ ἐπιθετικῶς. Δηλαδὴ «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν».
.             Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ σημαντικὸν καὶ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἡ ἔντονος αὕτη ἁψιθυμικὴ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία, ὡς ψυχικὴ ἀντίστασις, ὁλοκληροῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν ἑορτάζοντα πατρικὸν οἶκον, προδίδει ζωηρῶς ἀσυνείδητους διαδικασίας ἐν πλήρει δράσει. Ἑπομένως τὸ ἐρώτημα εἶναι εὔλογον, διατὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ οὕτω; Διατὶ ἐκδηλοῖ, οἰονεί αὐτόματον ἐπιθετικότητα; Ἴσως ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν, εἶναι ἡ ἰσχυρὰ ἀπώθησις αἰσθημάτων ἐνοχῆς.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο «ἄψογος» θρησκευτικὸς ἄνθρωπος. Ἦτο αὐστηρῶς προσηλωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ πατρός. Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὴν πλήρη ἀγανακτήσεως μομφὴν πρὸς τὸν πατέρα, τονίζει ἰδιαιτέρως. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» (στχ. 27). Ἡ ἐπίκλησις τῶν ὑπηρεσιῶν του αὐτῶν καὶ δὴ τῆς ἀπαραβάτου συνεποῦς ἐκτελέσεως τῶν πατρικῶν ἐντολῶν ὑπογραμμίζει ἐξ ἄλλου τὴν τυποκρατικὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀσώτου πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ.
.             Ἐξωτερικῶς καὶ «τυπικῶς» ἦτο ἀφωσιωμένος πρὸς τὸν πατέρα. Ἀλλ᾽ ἀκριβῶς ἡ «ἄψογος» αὕτη θρησκευτικότης καὶ ἀφοσίωσις καθιστᾶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνεξήγητον τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Ἡ θεώρησις ὅμως τῆς ἀρνητικῆς ταύτης ἀντιδράσεως ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν συνδέει τὴν ἐπιθετικότητα πρὸς ἀπωθούμενα αἰσθήματα ἐνοχῆς.
.             Οτως αστηρ κα τρόπον τιν πόλυτος προσκόλλησις ες τος θρησκευτικος τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικν καμψίαν, δηλαδὴ παγίωσιν (Fixierung) εἰς ὡρισμένον τρόπον συμπεριφορᾶς καὶ ψυχικῆς ἐνεργείας. Εἰς πολλὰς δὲ περιπτώσεις πόλυτος προσκόλλησις ατη χρησιμοποιεται ς μυντικς ψυχικς μηχανισμός, φειλομένη ες πώθησιν ασθημάτων νοχς. Δι το τρόπου τούτου μύνεται τ τομον συνειδήτως κατ τς συνειδητοποιήσεως τν ασθημάτων ατν.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀναγεγεννημένου ἀδελφοῦ του, ἠσφαλισμένος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀποκαλύψεως τῶν αἰσθημάτων ἐνοχῆς, τὰ ὁποῖα ἐπιμόνως ἀπωθοῦσε. Ἡ ἀπόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις ὑπερήσπιζεν αὐτὸν πλήρως. Ἀλλ᾽ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ, ὡς βιωθεῖσα καὶ συνειδητοποιηθεῖσα ἐνοχή, προκαλεῖ τὴν ἀσυνείδητον ἀντίδρασιν τῆς προσωπικῆς του ἐνοχῆς. Ἐντεῦθεν ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντίστασις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως διαμετρικῶς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν μακροχρόνιον («τοσαύτα ἔτη») συνεπῆ προσφορὰν ὑπηρεσίας πρὸς τὸν πατέρα.
.             Ἡ ἀπώθησις τῆς ἐνοχῆς δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν πνευματικὴν πρόοδον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐνῶ οὗτος ἀπὸ πλευρᾶς «τύπων» ἦτο ἄψογος, ἐσωτερικῶς παρέμενεν ἀκαλλιέργητος καὶ ἀνώριμος, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἐπιμόνως ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς.

 β) Προβολὴν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

 .             Εἶναι ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν ἐπιτίθεται κυρίως κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ πατρός. Διότι πράγματι ἡ ὅλη συμπεριφορὰ αὐτοῦ στρέφεται κατὰ τοῦ πατρός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπῆρξε «τοσοῦτον» ἀφωσιωμένος, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Πρὸς τὸν ἀδελφὸν προβάλλει κατ᾽ ἀρχὰς ἀρνητικὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν, μὴ θέλων νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν πατρικὸν οἶκον καὶ νὰ συνεορτάση διὰ τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς νεκραναστάσεως αὐτοῦ.
.             Ἔπειτα δὲ καὶ ἐπιτίθεται κατ᾽ αὐτοῦ διὰ τῆς περιφρονητικῆς ἀντωνυμίας «οὗτος». Ἀλλὰ κατὰ τοῦ πατρός του ἐκδηλοῖ ἄμεσον ἐπιθετικότητα καὶ κατηγορεῖ αὐτὸν ἐπὶ σκληρότητι καὶ στενοκαρδίᾳ. Οὕτως, ὅταν «ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» ὁ πατὴρ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν οἰκίαν, οὗτος ἐξαποστέλλει κατ᾽ αὐτοῦ μύδρους ἐνοχῆς. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (στχ. 29-30).
.             Οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφράζουν πράγματι ζωηρῶς τὰ ἐπιθετικὰ αἰσθήματα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Κυρίως δὲ αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῶν λόγων τούτων ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὑπογραμμίζουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐνοχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀντικειμενικῶς πραγματική. Αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ ἑπομένως συνιστοῦν προβολὴν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ πατρός. Ἡ πρὸς τὸν ἄσωτον ἄφεσις τοῦ πατρὸς προκαλεῖ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, τὰ ὁποία, ὡς καυστικὰ βέλη, κατευθύνονται πρὸς τὸν πανάγαθον «ἀφέτην», διότι ὁ πατὴρ εἶναι ὁ αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν δύναται νὰ γευθῆ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, ἐκ λόγων ἀλαζονείας, ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. Οὕτως ἡ πρὸς τὸν πατέρα ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ προβάλλει ὄντως τὴν προσωπικήν του ἐνοχήν.

 γ) Ἐπιθυμίαν ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

.             Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀρνητική, θεωρουμένη ὡς ἐπίθεσις κατὰ τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ἔχει αὕτη καὶ θετικὸν χαρακτήρα. Ἐκφράζει τὸν μύχιον πόθον τῆς ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ οὗτος νὰ τύχει τῆς ἀγαθῆς ἐμπειρίας, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐβίωσε. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ εἶναι μία ἀσυνείδητος διαμαρτυρία πρῶτον κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βιώσει μίαν τοιαύτην ἐμπειρίαν.
.             Ἡ ἐπιθετικότης, ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔνοχος, προβάλλεται δέ, λόγῳ τῆς ἀπωθήσεως, ἐπὶ τοῦ πατρός. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἡ ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀποτελεῖ διαμαρτυρίαν κατ᾽ αὐτοῦ, ὅστις ἀκριβῶς εἶναι ὁ μόνος αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος διακαῶς ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἀμφιδυναμικὴ ὄψις τῆς συμπεριφορᾶς ἢ ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ δικαιώνει ἀσφαλῶς τὴν ἄποψιν τοῦ Caruso, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ νευρωτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι μία ἀπόπειρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς «ὀρθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν».
.             Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχήν του καὶ ἀντιδρᾶ εἰς τὰς διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικῶς, ἐπιθυμεῖ κατ᾽ οὐσίαν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠθικῆς ὁλοκληρίας τῆς προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη νυπόφορος πώθησις τς νοχς ατο. πομένως ες τν σκοτεινν περιοχν τν συνειδήτων διαδικασιν τς προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υο πολανθάνει κα λειτουργία τς νοσταλγίας κα τς πιθυμίας τς θικς κεραιότητος κα θωότητος.
.             Ἡ θετικὴ αὔτη ὄψις τῆς ἐπιθετικῆς ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ σημειοῦται ἐνταῦθα μόνον ὡς δυνατότης πνευματικῆς ἀνανήψεως αὐτοῦ. Ἡ ποιμαντικὴ δὲ σημασία τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ὄντως αὐτονόητος. Ἀλλ᾽ ἡ παραβολὴ τερματίζεται οὕτως, ὥστε ὁ υἱὸς οὗτος νὰ παραμείνη παγιδευμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς νευρωτικῆς (ἁμαρτωλοῦ) ἀκαμψίας. Διότι ὁ πατὴρ «εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι . . .» (στχ. 31-32). Κατὰ ταῦτα ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ προβάλλει δύο θρησκευτικοὺς τύπους καὶ συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικῆς βιώσεως.
.          σωτος υἱὸς κα πρεσβύτερος δελφς ατο ποτελον δύο θρησκευτικ βιωματικ σύμβολα, τ ποα συγχρόνως κρύπτουν κα ποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν ὄψιν καὶ ὑποδηλοῦν μίαν ἀσυνείδητον διαδικασίαν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπογραμμίζουν τ οσιαστικν πρόβλημα το νθρώπου, περ εναι τ πρόβλημα τς νοχς κα ποδεικνύουν θετικς κα ρνητικς τν ρθν λύσιν ατο. Ατη εναι πάντοτε ναγνώρισις κα ποδοχ τς βιωματικς ποστάσεως ατς, ς κριβς μολογεται ες τν 18ον στίχον τς περικοπς.
.          Ἀλλ᾽ ἡ ἀνίχνευσις τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν καὶ ἡ χειραγώγησις τοῦ νευρωτικοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν βίωσιν τῆς τοιαύτης λύσεως ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τὸν κεντρικὸν στόχον τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Ἐν προκειμένῳ δὲ ἡ συμβολὴ τῶν ψυχολογικῶν σπουδῶν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τούτου εἶναι ἀσφαλῶς λίαν προφανής.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε