Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ποδόσφαιρο

ΕΛΛΗΝΙΚO ΠΟΔOΣΦΑΙΡΟ: ΦΡΟΝΤΙΣΤHΡΙΟ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΙΣΜΟY (Δ. Νατσιός) «Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση».

λληνικ ποδόσφαιρο: φροντιστήριο χουλιγκανισμο

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Διαβάζω τὶς τελευταῖες ἀθλητικὲς εἰδήσεις: “Μία μαύρη σελίδα γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ποδόσφαιρο γράφτηκε σήμερα στὸ Βόλο, μὲ τὰ ἔκτροπα μεταξὺ ἔξαλλων χούλιγκαν τῆς ΑΕΚ καὶ τοῦ ΠΑΟΚ στὶς κερκίδες τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου λίγο πρὶν ἀρχίσει ὁ τελικός τοῦ κυπέλλου. Τραυματίστηκαν συνολικὰ 70 ἄτομα, στὰ ὁποῖα παρασχέθηκαν πρῶτες βοήθειες, ἐνῶ 15 ἐξ αὐτῶν νοσηλεύονται σὲ σοβαρὴ κατάσταση στὸ Νοσοκομεῖο Βόλου”. Αὐτὰ πρὶν ἀπὸ 15 μέρες.
.             “Ἡ Λεωφόρος τῆς ντροπῆς σὲ εἰκόνες: Ξύλο μεταξὺ παικτῶν, ὕβρεις καὶ τραυματισμὸς τοῦ προπονητῆ τοῦ ΠΑΟΚ”. Αὐτὰ χτές.
.             Ἔχουμε συνηθίσει πιά. Κάθε βδομάδα, μετὰ ἀπὸ τὰ “ντέρμπι” τῶν “μεγάλων” ὁμάδων, θὰ ἀκούσουμε, πλὴν τῶν ἄλλων ἐξοργιστικῶν καὶ τρομακτικῶν, τὶς ἑξῆς κοινότοπες – ἀλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἀθλητισμό», «φοβερὰ ἐπεισόδια στὸ τάδε γήπεδο», «διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Ἑλλάδας», «ἀνεγκέφαλοι ὀπαδοὶ ἔκαψαν…». Τὶς προσπερνοῦμε ἀδιάφοροι, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ παιδικές, ἀθῶες σκανταλιές. Θεωροῦμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χουλιγκανισμό, μέρος τῆς παιδαγωγίας τῶν νέων. Τὸ προστάδιο, ὁ προθάλαμος πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνηλικίωση εἶναι ἡ μαθητεία στὴν κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ καὶ κουκουλοφορία: ἰδοὺ τὰ ὑλικά της σύγχρονης ἐκπαίδευσης. (Μᾶλλον… κουκουλοφλῶροι καὶ ὄχι κουκουλοφόροι, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τῶν ἀτίθασων νέων, εἶναι βαριεστημένοι γόνοι βορειοαθηναίων).Τὸ γήπεδο, εἶναι ἡ νέα Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ἂς μὴ λησμονοῦμε καὶ ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ….
.             Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ λαοῦ μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 40 περίπου χρόνια: «…ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες φιλάθλους, ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν μπάλα; Καὶ γίνονται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴν μπάλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφτασε ποτὲ ἡ ἀνοησία». (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 15).
.             Ὁ Κόντογλου στηλίτευε τότε τὸ ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργοῦσε ὡς παραισθησιογόνο, ὡς λυτρωτικὴ ἐκτόνωση. Ὅπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους…». Ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἔβλεπε τὰ ὁδοφράγματα, τοὺς ἐμπρησμούς, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ καπνογόνα, τὶς συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία, τὶς καταστροφὲς περιουσιῶν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὰ αἱματοκυλίσματα ἢ ἄκουγε τὰ ἐμετικὰ καὶ βορβορώδη συνθήματα τῶν λεγομένων ὀπαδῶν, ποὺ συνήθως βεβηλώνουν κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο (ἀπὸ μάνα μέχρι πίστη καὶ πατρίδα. Εἶναι τόσο βαθιὰ ἡ διάβρωση καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ὀπαδῶν, ποὺ «ἀποθεώνουν» τὶς ὁμάδες τους ἄδοντας σαχλοάσματα στοὺς ρυθμοὺς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὕμνου), θὰ μιλοῦσε γιὰ παρανοϊκοὺς καὶ παράφρονες, γιὰ «ἄδεια κανάτια», ποὺ γεμίζουν μὲ βία καὶ ἐπιθετικότητα, γιὰ ἀπελπισμένους καὶ ἀπεγνωσμένους νέους, γιὰ μία «τεράστια μάζα ἀδιάφορων καὶ οὐδετέρων ποὺ προοδευτικὰ ἔχει γίνει ἕνας τεράστιος στρατὸς ἀπὸ δυσαρεστημένους, ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσει ὅλες τὶς ὑποβολὲς τῶν οὐτοπιστῶν καὶ τῶν ψευδορητόρων». (Γ. Λὲ Μπόν, «Ψυχολογία τῶν μαζῶν», ἔκδ. Ζῆτρος).
.             Σχεδὸν κάθε μέρα βλέπουμε τὶς ἐκθηριωμένες ὀρδές, ποὺ συνωστίζονται ἀγεληδόν, στὶς «θύρες» (ὁρμητήρια βανδαλισμοῦ καὶ βιοπραγίας), νὰ συμπλέκονται καὶ νὰ κονταροχτυπιοῦνται -κυριολεκτικὰ- μεταξύ τους καί, κυρίως, μὲ τὴν ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἀπορροφᾶ τὴν ὀργή τους γιὰ τὴν περιρρέουσα ἐξαθλίωση. (Ἐρωτῶ: ὣς πότε οἱ ἀστυνομικοί, ποὺ εἶναι παιδιὰ δικά μας, θὰ ἀνέχονται τὸ κάθε βλαμμένο πλουσιόπαιδο τῶν Ἀθηνῶν, νὰ βρίζει  γονεῖς τους, ποὺ μὲ ἱδρώτα καὶ δάκρυα τοὺς ἀνέθρεψαν;). Βλέποντας τοὺς «γενναίους» αὐτοὺς φιλάθλους, τὰ νέα παιδιὰ νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάναυση ὁρμὴ τῆς «ἀνώνυμης καταστροφῆς», δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ σκεφτεῖς, μὲ θλίψη, πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία νοσηρὴ ἀναπλήρωση τοῦ κενοῦ ποὺ προκάλεσε ἡ ἀδηφάγος κυριαρχία τοῦ χρήματος καὶ ἡ καταρράκωση ὅλων τῶν ἀξιῶν. Γιὰ τὴν κάλυψη τοῦ ὀδυνηροῦ κενοῦ, ὁ «ὀργισμένος νέος» ἀναζητεῖ ἕνα ὑποκατάστατο. Ἔτσι θεοποιεῖ τὸ σωματεῖο του, καλύπτοντας τὴν ἔμφυτη μεταφυσικὴ ἀγωνία του, ἀναγάγει σὲ ὕψιστο ἰδανικό, σὲ νόημα ζωῆς, τὴν ἐπιτυχῆ πορεία τῆς ὁμάδας του καὶ – τὸ χειρότερο- σπαταλᾶ τὴν ἰκμάδα τῆς νιότης του, ὑπηρετώντας τὸ πιὸ διεφθαρμένο, σάπιο καὶ ἑξαχρειωτικὸ φαινόμενο τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, ποὺ ὀνομάζεται ποδόσφαιρο καὶ δὴ ἐπαγγελματικό. (Χαρακτηριστικὰ τὰ συνθήματα τῶν ἀφιονισμένων αὐτῶν ὀπαδῶν: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).
.             Ἡ ἐξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πὼς τὸ ποδόσφαιρο συναρπάζει τὶς μάζες, τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἐκτρέψει τὴν προσοχὴ τῶν μαζῶν ἀπὸ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἐκρηκτικὰ προβλήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Προτιμότερο εἶναι ὁ ἄνεργος νεαρὸς νὰ συγκρούεται μὲ τὸν ἀντίπαλο ἄνεργο ὀπαδό, παρὰ νὰ ξεχυθεῖ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ καταγγείλει τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὰ ἑλληνοκτόνα μνημόνια, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς λεηλάτες καὶ καταστροφεῖς τοῦ τόπου.
.             Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοίμιση, τὴν χειραγώγηση, τὴν φίμωση τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ποὺ διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ θέτει πρῶτο στὴν κλίμακα τῶν ἱεραρχήσεών του, τὸ μέλλον, τῆς ὁμάδας του στὸ τάδε κύπελλο, παρὰ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Ὑπουργοῦ… Παιδείας  ἢ τὶς ὑπογραφές, μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τῆς λεηλασίας τῶν συνταξιούχων. (Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πληθώρα ἀθλητικῶν ἀναμετρήσεων. Δὲν περνάει μέρα ποὺ δὲν θὰ προβάλλεται μία «ἱστορικὴ» ἀθλητικὴ συνάντηση. Ὁ χρόνος τῶν πολιτῶν μπαζώνεται, μὴν ἀρχίσει καὶ σκέφτεται τὴν κατάστασή του. Ἐπικίνδυνα πράγματα αὐτά…Μὴν ξυπνήσει τὸ κοπάδι…).
.             Δὲν ὑπάρχουν στὸ ἐπαγγελματικὸ ποδόσφαιρο ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ σεβαστοὶ κανονισμοί. Τὰ ποδοσφαιρικὰ σωματεῖα ἐξελίχθηκαν σὲ μεγαλοεπιχειρήσεις. Ἐπιχειρηματίες, ἀμφίβολης προέλευσης, ἀγοράζουν ὁμάδες μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν κοινωνικὴ προβολή, τὴν διαφήμιση, τὸν ὕποπτο πλουτισμό. Σὲ περιόδους ποὺ τὸ 1/4 τοῦ λαοῦ ζεῖ μὲ μισθὸ κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας, ποὺ διαλύεται ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς καὶ ἐρημώνει ἡ λεγόμενη ἀγορά, αὐτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, ἀγοράζουν ποδοσφαιριστὲς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίζουν τὴν εὔνοια, τὴν ἀνοχή, τὴν λατρεία τῶν ἀγροίκων ὀπαδῶν.
.             Σήμερα τὸ ποδόσφαιρο ἀντιμάχεται τὴν ἴδια τὴν παιδεία. Δρέπουμε καὶ τοὺς καρποὺς μίας πολὺ συγκεκριμένης «Παιδείας», ποὺ διδάσκει μόνον δικαιώματα, ἀγνοώντας ὅτι στὴν ἐξοπλιστική, γιὰ παράδειγμα, ἡλικία τοῦ δημοτικοῦ, «μορφώνεις» πρωτίστως τὴν ἔννοια τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς πειθαρχίας. ( Στὴν 3η καὶ 4η δημοτικοῦ ὑπάρχουν ἀπανωτὰ κείμενα γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν παιδιῶν, καμμία ἀναφορὰ περὶ ὑποχρεώσεων). Οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ, παιδιὰ ἀνυπεράσπιστα, φανατίζονται ἐξ αἰτίας τῆς τρισάθλιας τηλεόρασης, τῶν χυδαίων ἀθλητικῶν- καὶ ἠλεκτρονικῶν- ἐντύπων καὶ ἀπὸ τὶς συζητήσεις τῶν «μεγάλων». (Τὸ πρῶτο μέλημα τοῦ πατέρα σήμερα, εἶναι ἡ… κληροδότηση στὸ παιδὶ τῆς ποδοσφαιρικῆς προτίμησης). Ὁ γράφων, ζήτησε, πρὸ καιροῦ, ἀπὸ ἀγόρια τῆς Ε´ Δημοτικοῦ νὰ γράψουν πόσα ἱστορικὰ πρόσωπα γνωρίζουν καὶ πόσους ποδοσφαιριστές. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀποκαρδιωτικό: ἀγνοεῖ ὁ μαθητὴς τοῦ Δημοτικοῦ τὸν Σωκράτη ἢ τὸν Πλάτωνα καὶ γνωρίζει τοὺς σύγχρονους «θεοὺς» τῆς στρογγυλῆς θεᾶς. Συγκρατεῖ ὁ μαθητὴς τὰ ὀνόματα τῶν σύγχρονων «θεῶν» (παντοῦ ἡ λέξη θεὸς) τῆς μπάλας καὶ ξεφορτώνεται, ὡς βάρος περιττό, τὰ ὀνόματα τῶν θνητῶν ἐκείνων «γονέων τῆς ἀνθρωπότης». Μποροῦμε βέβαια νὰ καυχόμαστε, γιατί τὰ παιδιά μας ἔχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρικὴ παιδεία», ὅπως λένε οἱ κοτσανολογοῦντες, τιποτολόγοι ἀθλητικογράφοι…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΑΣ ΠΗΓΕ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ…ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ (Δ. Νατσιός) «Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἡ ἐξουσία, νὰ ἀσχολεῖται μὲ φανατισμὸ “τὸ ζαλισμένο κοπάδι” μὲ τὸ ποδόσφαιρο»

Ὅλο τὸ μυαλό μας πῆγε στὰ πόδια…τοῦ Σαμαρᾶ

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς 

.               Εἶναι ξέσπασμα πατριωτισμοῦ ἢ ἐκτόνωση τῆς λαϊκῆς ἀπελπισίας καὶ φρίκης ποὺ προκαλοῦν ἡ δυστυχία καὶ οἱ οἰκονομικοπολιτικὲς ἀχρειότητες τῶν κυβερνήντων; «Ἑλλάς! ὀλέ! ὀλέ! Δὲν σταματῶ νὰ τραγουδῶ ποτέ! Ἑλλὰς ὁλέ! ὁλέ!», τραγουδᾶ, ἐν χορῷ, ἡ πιτσιρικαρία στὶς γειτονιές. Καὶ οἱ γονεῖς τους «ψήλωσαν ἕνα μπόι» ἐξ αἰτίας τοῦ θριάμβου τῆς ἐθνικῆς ὁμάδας ποδοσφαίρου. Καὶ τὸ 2004 πάλι «μεγάλες στιγμὲς» βιώναμε. Ξεδιπλώθηκαν σημαῖες στὰ μπαλκόνια, ἀποτυπώθηκε τὸ σύμβολο σὲ μπλουζάκια, ζούσαμε τὸ «ἔπος» τῆς Πορτογαλίας. Τὸ ἐρώτημα παραμένει: Εἶναι ὑγιὴς ἡ ταύτιση τῆς ποδοσφαιρικῆς ὁμάδας μὲ τὸ ἔθνος; Εἶναι «ξέσπασμα» ἢ παραλήρημα οἱ φρενήρεις ἐνθουσιασμοί;
.               Πέρασε «στὰ ψιλὰ» ἡ δήλωση μεγαλοστελέχους ἀφρικανικῆς ὁμάδας ὅτι ὅλα γίνονται γιὰ τηλεοπτικὲς διαφημίσεις. Ξεγελάστηκε ὁ ἀφελὴς ἀπὸ Ἄγγλους δημοσιογράφους καὶ ἔβγαλε τὰἄπλυτα στὴ φόρα, εἶπε τὶς κρυμμένες ἀλήθειες.
.               Πρὶν ἀπὸ δέκα περίπου χρόνια εἶχα δημοσιεύσει ἕνα ἄρθρο σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα τοῦ Κιλκὶς μὲ τίτλο «ὅλο τὸ μυαλό μας πῆγε στὰ πόδια τοῦ… Ροναλντίνιο». Τὸ παραθέτω, ἁπλῶς στὴ θέση τοῦ παλαίμαχου Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστῆ, μποροῦμε νὰ βάλουμε ἄλλο ὄνομα, Μέσι, Σουάρεζ καὶ λοιπὰ πάμπλουτα, κακομαθημένα παιδάκια…
.               «Ἂν καὶ ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ἐμφανίστηκε στὴν Ἀγγλία, τὸ σωστὸ εἶναι πὼς τὸ παιχνίδι τῆς μπάλας πρωτοεμφανίζεται στὴν ἑλληνικὴἀρχαιότητα. Ἦταν τὸ «φούλικλον» ἢ φαινίνδα», ἡ «σφαίρα» καὶ τὸ «ἁρπαστόν». («Τὸ δὲ καλούμενον διὰ τῆς σφαίρας ἁρπαστὸν φαινίνδα ἐκαλεῖτο», γράφει ὁἈθήναιος στὸν Δειπνοσοφιστή του). Ἀποτελοῦσε ὁμαδικὴ γυμναστικὴ καὶὄχι ἀγώνισμα γιὰἀνάδειξη νικητῶν. Δὲν ἔλειψαν ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα οἱὑπερβάσεις καὶ οἱ σωματικὲς ταλαιπωρίες. Τὸἀγώνισμα τῆς «μπάλας» χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν Ἀθήναιο ὁρμητικὸ καὶ κοπιαστικό, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο ἐξ αἰτίας τῶν βίαιων τραχηλικῶν κινήσεων. («Κατὰ τοὺς τραχηλισμοὺς ρωμαλέον»).
.               Στὴν Ἀγγλία ἐμφανίστηκε τὸν 14ο αἰώνα. Στὴν ἀρχὴ ἔκανε χειρίστη ἐντύπωση. Ὁ Ἄγγλος λόγιος Τ. Ἔλιοτ χαρακτήριζε τὸ ποδόσφαιρο «κτηνώδη μανία καὶ ἀκραία μορφὴ βίας». Ὁ Σαίξπηρ χρησιμοποιεῖ τὴν φράση «ταπεινὲ ποδοσφαιριστὴ» ὡς ὕβριν. Τὸ 1350 περίπου ἀπαγορεύθηκε ἡ ποδοσφαιρικὴ παιδεία, ἐπειδὴ ἔτεινε νὰ ἐκτοπίσει τὴν τοξοβολία, ποὺ γύμναζε τοὺς πολεμιστές. Ἐπανεμφανίζεται καὶ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἐξαπλώνεται σ’ ὅλον τὸν κόσμο, κατέχοντας «βασιλικὴ» θέση. Σήμερα εἶναι «τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ». Ὁ Ὄργουελ σὲ μία συνέντευξή του τὸ 1950 στὸν Οὐμπέρτο Ἔκο, καὶ ἀναφερόμενος στὸ ποδόσφαιρο, θὰ πεῖ: «Εἶναι ἀναγκαστικὰ ταυτισμένο μὲ τὴ ζήλεια, τὸ μίσος, τὸν φανφαρονισμὸ καὶ τὴν σαδιστικὴ ἡδονὴ τοῦ βίαιου θεάματος. Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἕνας πόλεμος χωρὶς πυροβολισμούς».
.                 Ἡ δεύτερη παρατήρηση, γιὰ τὶς αὐξημένες «δόσεις» ποδοσφαίρου στὸν «κυρίαρχο» λαό, προκαλεῖἐντύπωση. Ἀντὶ σχολιασμοῦ, παραθέτω ἕνα χαρακτηριστικὸ ποίημα τοῦ Α. Πανσέληνου, καυστικότατο, μὲ τίτλο «Τὸ ποδοσφαιρικὸ μάτς»:

«Εἰκοσιδυὸ λεβέντες καὶ μιὰ μπάλα
τὶς ὧρες τῆς δουλειᾶς καὶ τῆς σχόλης μας
μὲ «ἰδανικὰ» τὶς γέμισαν μεγάλα-
νὰ φτιάξουν, λέει, τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας!
Πόδια στραβά, στραβὰ μυαλὰ καὶ χέρια
κωλοπηδοῦν νὰ πιάσουνε τ’ ἀστέρια.

Ὁρμοῦν, χτυποῦν καὶ κουτουλοῦν σὰ βόδια,
νὰ βροῦν τὸ νόημα τῆς ζωῆς στὴν πάλη
ὅλο τὸ μυαλό τους πῆγε στὰ πόδια
καὶ λὲς κλωτσᾶν πιὰ τ’ ἄδειο τους κεφάλι
καὶ ζοῦν αὐτοὶ καὶὁ λαὸς μία καταδίκη
ἀνάμεσα στὴν ἧττα καὶ στὴν νίκη.

Νοικοκυραῖοι, φτωχοί, μαγαζατόροι,
κινοῦν νωρὶς τ’ ἀπόγευμα σὰν λύκοι
τῆς ζωῆς οἱ νικημένοι μὲ τὸ ζόρι
τῆς νίκης ν’ ἀπολάψουν τὸ ἀλκοολίκι-
καὶ κλειοῦν σ’ ἑνὸς μαντράχαλου τὰ σκέλια
τοῦ κόσμου τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν συντέλεια!

Στείρα καρδιὰ καὶ δύναμη τυφλοῦ
παράγουν «ἥρωες» μαζικὰ στοὺς τόπους
Ὤ! κι ἂν βρισκόνταν δύο ἄνθρωποι δειλοὶ
νὰ σώσουν ἀπ’ τοὺς ἥρωες τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ ζοῦν σ’ ἑνὸς πολέμου μὲς στὴ δίνη
γιὰ νὰ ξεσυνηθίζουν τὴν εἰρήνη»!

.           Κοινωνικὴ παρακμὴ ἀποτελεῖ ἡ φανατικὴ προσκόλληση πολιτῶν σὲ ποδοσφαιρικὲς ὁμάδες –ὅπως καὶ στὶς φαυλεπίφαυλες κομματικὲς ἐξουσίες. Κάποιος θὰ ἀντιτάξει τὸἐπιχείρημα πὼς τὸ ποδόσφαιρο μᾶς χαρίζει χαρά, διασκεδάζουμε. Πέρυσι τὸ καλοκαίρι (2004), εἴχαμε καὶ ἐθνικὴ ἀνάταση. Μὰ ατὸ κριβς πιθυμεῖ ἡ ξουσία, νὰ σχολεται μ φανατισμ «τ ζαλισμένο κοπάδι» μ τ ποδόσφαιρο.Ὁ ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας, ἰδίως γιὰ τοὺς ἀφιονισμένους φανατικοὺς ὀπαδούς, εναι τ παραισθησιογόνο τους -ἡ βία, ἡ λυτρωτική τους ἐκτόνωση. Πότε οἱ ἐθνικὰ ὑπερήφανοι φίλαθλοι καὶ οἱ λοιποὶ καναπεδόβιοι τῶν καφενείων (ἢ μᾶλλον κηφηνείων), ξεχύθηκαν στοὺς δρόμους γιὰ νὰ καταγγείλουν τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν καὶ τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς; Ἡ ἐξουσία προτιμᾶ τὶς συγκρούσεις ἢ τοὺς πανηγυρισμοὺς γιὰ τὰ γκόλ, παρὰ διαδηλώσεις ἐναντίον τῶν ἀνισοτήτων καὶ τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς. Ὑποδέχεται μὲ συγκατάβαση τὰ παράφορα ἢ παρανοϊκὰ ξεσπάσματα τῶν «ἀγαθῶν» Ἑλλήνων. Ἀρκεῖ νὰ μὴν στρέφονται ἐναντίον της. σο κοινωνία εναι κχαυνωμένη «ποδοσφαιρικς», σο τ «ργισμένα νιάτα» ξεσπον στ γήπεδα κα στ «πέριξ» καταστήματα, λα εναι καλά. Ἀνενόχλητοι οἱ παρακεντέδες τῆς ἐξουσίας -κομματικοὶ καὶ ἀθλητικοὶ- ροκανίζουν τὸ δημόσιο χρῆμα. (Κανεὶς δὲν ἀντιδρᾶ γιὰ τὸ κουκούλωμα τῆς χρηματιστηριακῆς ἀπατεωνιᾶς. Ἀδιάφοροι «οἱ ἐγκλωβισμένοι» χάσκουν μὲ τοὺς θεατρινισμοὺς τοῦ δισεκατομμυριούχου Ροναλντίνιο. Τὸν κάλεσε καὶ ἡ ΕΠΑΕ, μαθαίνουμε, γιὰ νὰ κάνει τὴν κλήρωση τῶν ἑλληνικῶν πρωταθλημάτων, μὲ ἀμοιβὴ 300.000 εὐρώ. Μὲ λεφτὰ τοῦ δημοσίου οἱ τζιτζιφιόγκοι, οἱ κομπλεξικοί…). Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ποιητὴς «τὸ μυαλό μας ὅλο πῆγε στὰ πόδια».

.           Τίποτε, νομίζω, δὲν ἄλλαξε ὣς τὰ σήμερα…

,

Σχολιάστε

Ο ΣΕΡ ΑΛΕΞ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΝΑΤΙΑ (Δ. Νατσιός) «Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἡ ἐξουσία, νὰ ἀσχολεῖται μὲ φανατισμὸ «τὸ ζαλισμένο κοπάδι» μὲ τὸ ποδόσφαιρο».

σρ λεξ κα τ δεια κανάτια

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.            «Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦνε νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους (σ.σ.: ἐδῶ ἀνήκει καὶ ἡ «γιουροβιζιονικὴ» σαχλαμάρα καὶ σαπουνόφουσκα) συλλόγους λογὴς-λογὴς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου… κι ἕνα σωρὸ ἄλλα τέτοια», μᾶς ἔλεγε ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ ’50 ὁ Φώτης Κόντογλου στὰ «Μυστικὰ ἄνθη» του. Κι ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ «γεμίσματα» τοῦ ἑαυτοῦ καὶ λοιπὰ πνευματικὰ παραισθησιογόνα, «ἐξέχουσα» θέση κατέχει τὸ ποδόσφαιρο, ἕνα εἶδος θρησκείας. (Ἡ μπάλα ὀνομάζεται καὶ «στρογγυλὴ θεά». Πολλὰ συνθήματα φανατικῶν ὀπαδῶν εἶναι… θρησκευτικοῦ χαρακτήρα. «Θρύλε, θεέ μου,…». Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἐκστασιάζονται οἱ κολοκυθολογοῦντες ἀθλητικολόγοι μὲ τὸν “σὲρ Ἄλεξ”, τὸν ὁποῖο παρουσιάζουν περίπου ὡς εὐεργέτη τῆς ἀνθρωπότητας. Τὴν ἴδια προβολὴ ἀπολαμβάνει καὶ ὁ σὲρ Μπέκαμ, διάσημο τηλεοπτικὸ σούργελο).
.               Ἂν καὶ ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ἐμφανίστηκε στὴν Ἀγγλία, μᾶλλον τὸ σωστὸ εἶναι πὼς τὸ παιχνίδι τῆς μπάλας πρωτοεμφανίζεται στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ἦταν τὸ «φούλικλον», ἢ «φαινίνδα», ἡ «σφαίρα» καὶ τὸ «ἁρπαστόν». («Τὸ δὲ καλούμενον διὰ τῆς σφαίρας ἁρπαστὸν φαινίνδα ἐκαλεῖτο», γράφει ὁ Ἀθήναιος στὸν Δειπνοσοφιστή του). Ἀποτελοῦσε ὁμαδικὴ γυμναστικὴ καὶ ὄχι ἀγώνισμα γιὰ ἀνάδειξη νικητῶν. Δὲν ἔλειψαν ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα οἱ ὑπερβάσεις καὶ οἱ σωματικὲς ταλαιπωρίες. Τὸ ἀγώνισμα τῆς «μπάλας» χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν Ἀθήναιο ὁρμητικὸ καὶ κοπιαστικό, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο ἐξ αἰτίας τῶν βίαιων τραχηλικῶν κινήσεων. («Κατὰ τοὺς τραχηλισμοὺς ρωμαλέον»).
.              Στὴν Ἀγγλία ἐμφανίστηκε τὸν 14ο αἰώνα. Στὴν ἀρχὴ ἔκανε χειρίστη ἐντύπωση. Ὁ Ἄγγλος λόγιος Τ. Ἔλιοτ χαρακτήριζε τὸ ποδόσφαιρο «κτηνώδη μανία καὶ ἀκραία μορφὴ βίας». Ὁ Σαίξπηρ χρησιμοποιεῖ τὴν φράση «ταπεινὲ ποδοσφαιριστὴ» ὡς ὕβριν. Τὸ 1350 περίπου ἀπαγορεύθηκε ἡ ποδοσφαιρικὴ παιδιά, ἐπειδὴ ἔτεινε νὰ ἐκτοπίσει τὴν τοξοβολία, ποὺ γύμναζε τοὺς πολεμιστές. Ἐπανεμφανίζεται καὶ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἐξαπλώνεται σ’ ὅλον τὸν κόσμο, κατέχοντας «βασιλικὴ» θέση. Σήμερα εἶναι «τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ». Ὁ Ὄργουελ σὲ μία συνέντευξή του τὸ 1950 στὸν Οὐμπέρτο Ἔκο, καὶ ἀναφερόμενος στὸ ποδόσφαιρο, θὰ πεῖ: «Εἶναι ἀναγκαστικὰ ταυτισμένο μὲ τὴ ζήλια, τὸ μίσος, τὸν φανφαρονισμὸ καὶ τὴν σαδιστικὴ ἡδονὴ τοῦ βίαιου θεάματος. Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἕνας πόλεμος χωρὶς πυροβολισμούς».
.            Ἄκουσα πρόσφατα κάποιον βετεράνο ποδοσφαιριστὴ νὰ λέει πὼς εἶναι ἀφύσικο οἱ σημερινοὶ ποδοσφαιριστὲς νὰ παίζουν τόσα παιχνίδια, εἶναι ὑπεράνθρωπο. Στηλίτευσε ἀκόμη τὸν ἐκ τοῦ πονηροῦ ποδοσφαιρικὸ κατακλυσμό. Κάθε βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, ὑπάρχει στὴν τηλεόραση ἕνας ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας. Ἡ πρώτη παρατήρηση εἶναι εὐεξήγητη. Εἶναι γνωστὸ πὼς σήμερα γιὰ τοὺς περισσότερους ἀθλητὲς – καὶ ποδοσφαιριστὲς – τὸ ξεπέρασμα τῶν δυνατοτήτων τους, μὲ τοξικὲς οὐσίες καὶ ἀναβολικά, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο φιλοδοξία, ἀλλὰ καὶ πρόβλημα διαβίωσης. Ὁ ἀθλητισμὸς γενικὰ ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἕνα εἶδος τεχνολογίας καὶ οἱ ἀθλητὲς σὲ ἐργαλεῖα. Χωρὶς ὑπερβάσεις, πρωταθλήματα καὶ ρεκόρ, ἀποστεροῦνται ἀμοιβῶν, διακρίσεων στὰ τηλεοπτικὰ μέσα, λαϊκῶν πανηγυρισμῶν καὶ χρυσοπλήρωτων μεταγραφῶν. (Τὰ νὰ ἔχουμε ἀγοραπωλησίες ποδοσφαιριστῶν μὲ ποσὰ ποὺ ξεπερνοῦν τὸν προϋπολογισμὸ φτωχῶν κρατῶν, ἀποδεικνύει περιτράνως τὴν ξεφτίλα, τὴν ὑποκρισία, τὴν ἀναισχυντία τοῦ δῆθεν «πολιτισμένου» κόσμου. Στὰ καθ’ ἡμᾶς παλαιότερα, ὅταν διεξήγοντο οἱ Ὀλυμπιακοί της λαμογιᾶς, ἡ ὀδυνηρὴ περιπέτεια μὲ τοὺς Κεντέρη-Θάνου καὶ ἄλλων “πρωταθλητῶν” στὰ ἀναβολικά, ἀποκάλυψε πὼς κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖο τοῦ «μεγάλου» ἀθλητῆ, κρύβονταν ἄπληστα γιὰ χρῆμα καὶ μανιακὰ γιὰ φήμη ὑποκείμενα). Τὸ νὰ μιλήσεις σήμερα στὴν Ἑλλάδα γιὰ τὴν ἀχρειότητα τῶν ἐπαγγελματικῶν, πρωταθλητικῶν καὶ ποδοσφαιρικῶν, ἑταιρειῶν συνιστᾶ παραβίαση ἀνοιχτῶν θυρῶν. Ἡ ὅλη διάρθρωση τοῦ ποδοσφαίρου στὴν Ἑλλάδα παραπέμπει στὶς γκανγκστερικὲς συμμορίες, ποὺ ἀποτύπωσε ἀριστοτεχνικὰ στὴν μεγάλη ὀθόνη ὁ Κόπολα μὲ τὸν «Νονό» του.

.              Ἡ δεύτερη παρατήρηση, γιὰ τὶς αὐξημένες «δόσεις» ποδοσφαίρου στὸν «κυρίαρχο» λαό, προκαλεῖ ἐντύπωση. Ἀντὶ σχολιασμοῦ, παραθέτω ἕνα χαρακτηριστικὸ ποίημα τοῦ Α. Πανσέληνου, καυστικότατο, μὲ τίτλο «Τὸ ποδοσφαιρικὸ μάτς»:

«Εἴκοσι δυὸ λεβέντες καὶ μιὰ μπάλα
τὶς ὧρες τῆς δουλειᾶς καὶ τῆς σχολῆς μας
μὲ «ἰδανικὰ» τὶς γέμισαν μεγάλα-
νὰ φτιάξουν, λέει, τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας!
Πόδια στραβά, στραβὰ μυαλὰ καὶ χέρια
κωλοπηδοῦν νὰ πιάσουνε τ’ ἀστέρια.

Ὁρμοῦν, χτυποῦν καὶ κουτουλοῦν σὰ βόδια,
νὰ βροῦν τὸ νόημα τῆς ζωῆς στὴν πάλη·
ὅλο τὸ μυαλό τους πῆγε στὰ πόδια
καὶ λὲς κλωτσᾶν πιὰ τ᾽ ἄδειο τους κεφάλι
καὶ ζοῦν αὐτοὶ καὶ ὁ λαὸς μιὰ καταδίκη
ἀνάμεσα στὴν ἦττα καὶ στὴν νίκη.

 Νοικοκυραῖοι, φτωχοί, μαγαζατόροι,
κινοῦν νωρὶς τ’ ἀπόγευμα σὰν λύκοι·
τῆς ζωῆς οἱ νικημένοι μὲ τὸ ζόρι
τῆς νίκης ν’ ἀπολάψουν τὸ ἀλκοολίκι-
καὶ κλειοῦν σ’ ἑνὸς μαντράχαλου τὰ σκέλια
τοῦ κόσμου τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν συντέλεια!

Στείρα καρδιὰ καὶ δύναμη τυφλὴ
παράγουν «ἥρωες» μαζικὰ στοὺς τόπους
Ὤ! Κι ἂν βρισκόνταν δυὸ ἄνθρωποι δειλοὶ
νὰ σώσουν ἀπὸ τέτοιους ἥρωες τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ ζοῦν σ’ ἑνὸς πολέμου μὲς στὴ δίνη
γιὰ νὰ ξεσυνηθίζουν τὴν εἰρήνη!»

.            Κοινωνικὴ παρακμὴ ἀποτελεῖ ἡ φανατικὴ προσκόλληση πολιτῶν σὲ ποδοσφαιρικὲς ὁμάδες – ὅπως καὶ στὶς φαυλεπίφαυλες κομματικὲς ἐξουσίες. Κάποιος θὰ ἀντιτάξει τὸ ἐπιχείρημα πὼς τὸ ποδόσφαιρο μᾶς χαρίζει χαρά, διασκεδάζουμε. Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἡ ἐξουσία, νὰ ἀσχολεῖται μὲ φανατισμὸ «τὸ ζαλισμένο κοπάδι» μὲ τὸ ποδόσφαιρο. Ὁ ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας, ἰδίως γιὰ τοὺς ἀφιονισμένους φανατικοὺς ὀπαδούς, εἶναι τὸ παραισθησιογόνο τους -ἡ βία, ἡ λυτρωτική τους ἐκτόνωση. Πότε οἱ ἐθνικὰ ὑπερήφανοι φίλαθλοι καὶ οἱ λοιποὶ καναπεδόβιοι τῶν καφενείων (ἢ μᾶλλον κηφηνείων), ξεχύθηκαν στοὺς δρόμους γιὰ νὰ καταγγείλουν τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τὴν φρίκη τῆς ἀνεργίας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς; Ἡ ἐξουσία προτιμᾶ τὶς συγκρούσεις ἢ τοὺς πανηγυρισμοὺς γιὰ τὰ γκόλ, παρὰ διαδηλώσεις ἐναντίον τῶν ἀνισοτήτων καὶ τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς. Ὑποδέχεται μὲ συγκατάβαση τὰ παράφορα ἢ παρανοϊκὰ ξεσπάσματα τῶν ὀπαδῶν, ἀρκεῖ νὰ μὴν στρέφονται ἐναντίον της. Ὅσο ἡ κοινωνία εἶναι ἐκχαυνωμένη «ποδοσφαιρικῶς», ὅσο τὰ «ὀργισμένα νιάτα» ξεσποῦν στὰ γήπεδα καὶ στὰ «πέριξ» καταστήματα, ὅλα εἶναι καλά. Ἀνενόχλητοι οἱ παρακεντέδες τῆς ἐξουσίας – κομματικοὶ καὶ ἀθλητικοὶ – ροκανίζουν τὸ δημόσιο χρῆμα.
.             Δυστυχῶς οἱ νέοι, στὶς μέρες μας, «ξεθυμαίνουν» καὶ ἐπαναστατοῦν ἐνώπιον τοῦ διαδικτύου, καθισμένοι ἀναπαυτικὰ ὁλημερὶς καὶ ὁλονυχτὶς σὲ μία πολυθρόνα. Ὅλη ἡ ὀργὴ καὶ ὁ θυμὸς «ἀπορροφᾶται» ἀπὸ τὴν μαγικὴ ὀθόνη. Ὑποπτεύομαι ὅτι γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἐθισμὸς μὲ τὶς νέες τεχνολογίες, ἀπὸ τὴν Πρώτη Δημοτικοῦ κιόλας. Ποδόσφαιρο καὶ διαδίκτυο εἶναι οἱ σύγχρονες σειρῆνες ποὺ αἰχμαλωτίζουν τὸν νοῦ τῶν ἀνθρώπων. Πράγμα βολικότατο γιὰ τὶς ἐξουσίες, οἱ ὁποῖες μένουν ἀνενόχλητες γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν «ἀγαθοποιὸ» πολιτική τους.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΗΠΕΔΟ : Η ΝΕΑ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ

Εἰσ. Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ὀρθὲς οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ κατωτέρω ἄρθρου. Μὲ κριτικὴ διαύγεια ἀναπτύσσουν τὸ ἀρχαῖο καὶ διαρκῶς ἐπιβεβαιούμενο νερώνειο: «Ἄρτον καὶ Θεάματα», τὴν σίγουρη συνταγὴ τῶν Καθεστώτων καὶ τῶν Ἐργολάβων τῆς Ἀλλοτριώσεως.

Γήπεδο: νέα «Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολ»
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς

.        Ἔχουμε συνηθίσει πιά. Τὸ βράδυ τῆς Κυριακῆς, τῆς πάλαι ποτὲ «ἀθλητικῆς Κυριακῆς», θὰ ἀκούσουμε, πλὴν τῶν ἄλλων καταθλιπτικῶν καὶ τρομακτικῶν, τὶς ἑξῆς κοινότοπες – ἀλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἀθλητισμό», «φοβερὰ ἐπεισόδια στὸ τάδε γήπεδο», «διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Ἑλλάδας», «ἀνεγκέφαλοι ὀπαδοὶ ἔκαψαν…». Τὶς προσπερνοῦμε ἀδιάφοροι, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ παιδικές, ἀθῶες σκανταλιές. Θεωροῦμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χουλιγκανισμὸ μέρος τῆς παιδαγωγίας τῶν νέων. Τὸ προστάδιο, ὁ προθάλαμος πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνηλικίωση εἶναι ἡ μαθητεία στὴν κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ κα κουκουλοφορία: δο τ λικὰ τῆς σύγχρονης κπαίδευσης. Τ γήπεδο, εναι νέα Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Ἂς μὴ λησμονοῦμε καὶ ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ….
.      Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ λαοῦ μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 40 περίπου χρόνια: «…ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες φιλάθλους, ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν μπάλα; Καὶ γίνονται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴν μπάλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφτασε ποτὲ ἡ ἀνοησία». (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 15).
.        Ὁ Κόντογλου στηλίτευε τότε τὸ ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργοσε ς παραισθησιογόνο, ς λυτρωτικ κτόνωση. Ὅπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους…». Ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔβλεπε τὰ ὁδοφράγματα, τοὺς ἐμπρησμούς, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ καπνογόνα, τὶς συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία, τὶς καταστροφὲς περιουσιῶν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὰ αἱματοκυλίσματα ἢ ἄκουγε τὰ ἐμετικὰ καὶ βορβορώδη συνθήματα τῶν λεγομένων ὀπαδῶν, ποὺ συνήθως βεβηλώνουν κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο (ἀπὸ μάνα μέχρι πίστη καὶ πατρίδα. Εἶναι τόσο βαθιὰ ἡ διάβρωση καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ὀπαδῶν, ποὺ «ἀποθεώνουν» τὶς ὁμάδες τοὺς ἄδοντας σαχλοάσματα στοὺς ρυθμοὺς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὕμνου), θὰ μιλοῦσε γιὰ παρανοϊκοὺς καὶ παράφρονες, γιὰ «ἄδεια κανάτια», ποὺ γεμίζουν μὲ βία καὶ ἐπιθετικότητα, γιὰ ἀπελπισμένους καὶ ἀπεγνωσμένους νέους, γιὰ μία «τεράστια μάζα ἀδιαφόρων καὶ οὐδετέρων ποὺ προοδευτικὰ ἔχει γίνει ἕνας τεράστιος στρατὸς ἀπὸ δυσαρεστημένους, ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσει ὅλες τὶς ὑποβολὲς τῶν οὐτοπιστῶν καὶ τῶν ψευδορητόρων». (Γ. Λὲ Μπόν, «Ψυχολογία τῶν μαζῶν», ἔκδ. Ζῆτρος).
.      Σχεδὸν κάθε Κυριακὴ βλέπουμε τὶς ἐκθηριωμένες ὀρδές, ποὺ συνωστίζονται ἀγεληδόν, στὶς «θύρες» (ὁρμητήρια βανδαλισμοῦ καὶ βιοπραγίας), νὰ συμπλέκονται καὶ ν κονταροχτυπιονται -κυριολεκτικ– μεταξύ τους καί, κυρίως, μ τν στυνομία, ποία πορροφ τν ργή τους γι τν περιρρέουσα ξαθλίωση. Βλέποντας τοὺς «γενναίους» αὐτοὺς φιλάθλους, τὰ νέα παιδιὰ νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάναυση ὁρμὴ τῆς «ἀνώνυμης καταστροφῆς», δὲν μπορεῖς, παρὰ νὰ σκεφτεῖς, μὲ θλίψη, πς χουμε ν κάνουμε μ μία νοσηρ ναπλήρωση το κενο πο προκάλεσε δηφάγος κυριαρχία το χρήματος κα καταρράκωση λων τν ξιν. Γι τν κάλυψη το δυνηρο κενο, «ργισμένος νέος» ναζητε να ποκατάστατο. Ἔτσι θεοποιεῖ τὸ σωματεῖο του, καλύπτοντας τὴν ἔμφυτη μεταφυσικὴ ἀγωνία του, ἀνάγει σὲ ὕψιστο ἰδανικό, σὲ νόημα ζωῆς, τὴν ἐπιτυχῆ πορεία τῆς ὁμάδας του καὶ – τὸ χειρότερο- σπαταλᾶ τὴν ἰκμάδα τῆς νιότης του, ὑπηρετώντας τὸ πιὸ διεφθαρμένο, σάπιο καὶ ἑξαχρειωτικὸ φαινόμενο τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, ποὺ ὀνομάζεται ποδόσφαιρο καὶ δὴ ἐπαγγελματικό. (Χαρακτηριστικὰ τὰ συνθήματα τῶν ἀφιονισμένων αὐτῶν ὀπαδῶν: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).
.         ξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πς τ ποδόσφαιρο συναρπάζει τς μάζες, τ χρησιμοποιε γι ν κτρέψει τν προσοχ τν μαζν π τ βασανιστικ κα κρηκτικ προβλήματα τς καθημερινς ζως. Προτιμότερο εἶναι ὁ ἄνεργος νεαρὸς νὰ συγκρούεται μὲ τὸν ἀντίπαλο ἄνεργο ὀπαδό, παρὰ νὰ ξεχυθεῖ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ καταγγείλει τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὸ ἑλληνοκτόνο μνημόνιο, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς λεηλάτες καὶ καταστροφεῖς τοῦ τόπου.
.       Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μ ποτέλεσμα τν ποκοίμηση, τν χειραγώγηση, τν φίμωση το κοινωνικο σώματος, ποὺ διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ θέτει πρῶτο στὴν κλίμακα τῶν ἱεραρχήσεών του, τὸ μέλλον, παραδείγματος χάριν τοῦ ΠΑΟΚ στὸ κύπελο ΟΥΕΦΑ, παρὰ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Ὑπουργοῦ «διὰ βίου ἀμάθειας» ἢ τὰ τουρκοπροσκυνήματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πληθώρα ἀθλητικῶν ἀναμετρήσεων. Δν περνάει μέρα πο δν θ προβάλλεται μία «στορικ» θλητικ συνάντηση. χρόνος τν πολιτν μπαζώνεται, μν ρχίσει κα σκέφτεται τν κατάστασή του. Ἐπικίνδυνα πράγματα αὐτά…).
.        Δὲν ὑπάρχουν στὸ ἐπαγγελματικὸ ποδόσφαιρο ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ σεβαστοὶ κανονισμοί. Τὰ ποδοσφαιρικὰ σωματεῖα ἐξελίχθηκαν σὲ μεγαλοεπιχειρήσεις. Ἐπιχειρηματίες, ἀμφίβολης προέλευσης, ἀγοράζουν ὁμάδες μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν κοινωνικὴ προβολή, τὴν διαφήμιση, τὸν ὕποπτο πλουτισμό. Σὲ περιόδους ποὺ τὸ 1/4 τοῦ λαοῦ ζεῖ μὲ μισθὸ κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας, ποὺ διαλύεται ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς καὶ ἐρημώνει ἡ λεγόμενη ἀγορά, αὐτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, ἀγοράζουν ποδοσφαιριστὲς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίζουν τὴν εὔνοια, τὴν ἀνοχή, τὴν λατρεία τῶν ἀγροίκων ὀπαδῶν.
.      Σήμερα τὸ ποδόσφαιρο ἀντιμάχεται τὴν ἴδια τὴν παιδεία. Δρέπουμε καὶ τοὺς καρποὺς μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης «Παιδείας», ποὺ διδάσκει μόνον δικαιώματα, ἀγνοώντας ὅτι στὴν ἐξοπλιστική, γιὰ παράδειγμα, ἡλικία τοῦ δημοτικοῦ, «μορφώνεις» πρωτίστως τὴν ἔννοια τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς πειθαρχίας. Οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ, παιδιὰ ἀνυπεράσπιστα, φανατίζονται ἐξ αἰτίας τῆς τηλεόρασης, τῶν χυδαίων ἀθλητικῶν ἐντύπων καὶ ἀπὸ τὶς συζητήσεις τῶν «μεγάλων». (Τὸ πρῶτο μέλημα τοῦ πατέρα σήμερα, εἶναι ἡ κληροδότηση στὸ παιδὶ τῆς ποδοσφαιρικῆς προτίμησης). γράφων, ζήτησε π γόρια τς Ε΄ Δημοτικο ν γράψουν πόσα στορικ πρόσωπα γνωρίζουν κα πόσους ποδοσφαιριστές. Τ ποτέλεσμα ποκαρδιωτικό: γνοε μαθητς το Δημοτικο τν Σωκράτη τν Πλάτωνα κα γνωρίζει τος σύγχρονους «θεος» τς στρογγυλς θες. Συγκρατεῖ ὁ μαθητὴς τὰ ὀνόματα τῶν σύγχρονων «θεῶν» (παντο λέξη “θες) [Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ἀσφαλῶς, ἀγαπητέ Δημήτρη, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιδιωκομένη ψυχοπάθεια καὶ ἡ τεχνητὴ παραίσθηση εἶναι θλιβερὰ ψευδομεσσιανικὰ ὑποκατάστατα, ποὺ βουλώνουν τὴν ἔφεση τῆς ψυχῆς γιὰ πληρότητα καὶ καταξίωση] τῆς μπάλας καὶ ξεφορτώνεται, ὡς βάρος περιττό, τὰ ὀνόματα τῶν θνητῶν ἐκείνων «γονέων τῆς ἀνθρωπότης». Μποροῦμε βέβαια νὰ καυχόμαστε, γιατί τὰ παιδιά μας ἔχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρικὴ παιδεία», ὅπως λένε οἱ κοτσανολογοῦντες ἀθλητικογράφοι…

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκὶς

ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο»

, , , , , ,

Σχολιάστε