Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πνεῦμα

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 5/66, Σεπτ.-Ὀκτ. 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας (Α´)

.                 Γνωρίζουμε ὅτι ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ὅτι ἱδρυτικὴ πράξη θεωρεῖται ἡ σταυρική Του θυσία. Νοεῖται μάλιστα ὡς σηµεῖο αὐτῆς τῆς ἱδρυτικῆς πράξης ἡ ἔκχυση ἀπὸ τὸ σῶµα τοῦ αἵµατος καὶ ὕδατος, ὅταν ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης τοῦ τρύπησε τὴν πλευρὰ μὲ τὸ δόρυ του, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι εἶναι νεκρός: «Ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷµα καὶ ὕδωρ» (Ἰω. ιθ´ 34). Κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνεία, ἀναδύθηκαν τὰ δύο µυστήρια, ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὸν Χριστό, τὸ Βάπτισµα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτὰ συνιστοῦν τὸ θεµελιῶδες κριτήριο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνήκουµε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γενέθλιος ἡµέρα της νοεῖται ἡ ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ἐπεδήµησε τὸ Ἅγ. Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραµείνει στὴν ἱστορία ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονοµίας ἐνεργουµένη ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἐγγυᾶται τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διαφυλάττει ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµα. Θὰ ἐξετάσουµε ἐδῶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος μὲ βάση τὶς καταθέσεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
.                 Ἡ πρώτη ἀναφορὰ γίνεται στὸ 3o κεφάλαιο, ὅπου ἐκτίθεται ὁ διάλογος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Νικόδηµο, στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει «ἄνωθεν» γέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύµατος». Στὸν στ. 8 προσδιορίζει ὅτι στοιχεῖο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος εἶναι ἡ ἐλευθερία: «Τὸ πνεῦµα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἔστι πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ τοῦ Πνεύµατος».
.                 Μὲ τὴ λέξη «πνεῦµα» οἱ Ο´ μεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «ρουὰχ» ἢ «νέφες», ποὺ σηµαίνει ἀέρας, ἀναπνοή, ἄνεµος (spiritus στὰ λατινικά). Ὀνοµάζουµε λοιπὸν Πνεῦμα τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς θεότητας, γιατί δὲν µποροῦµε νὰ προσδιορίσουµε τὴ δράση του. Ἔχει τέτοιου περιεχοµένου ἐλευθερία, ὥστε ποτὲ δὲν µπορεῖς νὰ προκαθορίσεις τὴν πορεία του. Μιλᾶµε ἑποµένως γιὰ ἐλευθερία χαοτική. Τὴν ἐλευθερία αὐτὴ προσδιορίζει μόνο ἡ σχέση, εἶναι ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σχέση καὶ ἀναπαύεται στὴ σχέση. Καθένας ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἔχει ἐλευθερία νὰ ἐνεργεῖ χωρὶς προσδιορισµοὺς καὶ προκαθορισµούς. Δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει ὁ ἅγιος, διότι εἶναι παρουσία ἐλευθερίας, καὶ ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ τὸ Πνεῦμα εἶναι παρουσία ἀγάπης. Τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη δὲν µπορεῖς νὰ τὴν προσδιορίσεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει, ὅταν εἶναι ἀγάπη βαθιά, πραγµατικὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὀνοµάζει καὶ Παράκλητο, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ συµπαραστάτη: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (Ἰω. ιδ´ 26).
.                 Στὸ 14ο κεφάλαιο ἐπανέρχεται τὸ εὐαγγέλιο ἀναλυτικότερα στὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος. Εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάληψή του στὸν τόπο τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐµὰς τηρήσατε, καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑµῖν, ἵνα μένει µεθ᾽ ὑµῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑµεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται» (ιδ´ 15-17). Τώρα ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του τὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος εἰς τὸ διηνεκές, μετὰ τὴν Ἀνάληψή του. Ἄλλες τρεῖς φορές, ἐκτὸς αὐτῆς, συν­αντῶνται ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγ. Πνεῦµα: α) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ» (ιε´ 26) β) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑµᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (ιϛ´ 13) γ) μετὰ τὴν Ἀνάσταση: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦµα ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁµαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (κ´ 22-23). Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν περιγράφεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θὰ γεννηθεῖ τὴν ἡµέρα τὴ μεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς.
.                 Προϋπόθεση κοινωνίας μὲ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τίθεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἡ βιοτὴ τῶν πιστῶν σύµφωνα μὲ τὶς ἐντολές του. Αὐτὴ ἡ προϋπόθεση ἐνιδρύει σχέση μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὴ ἡ σχέση ὑψώνεται σὲ θεία υἱοθεσία ἐξ αἰτίας τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, ποὺ τὴν τρέφει καὶ τὴν διατηρεῖ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ ὅποιο ἄλλο πνεῦµα καθοδηγεῖ τὸν κόσµο («ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ» ιδ´17), ὅτι δηλαδὴ ἂν δὲν εἶσαι μὲ τὸν Θεό, δὲν µπορεῖς νὰ γνωρίσεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παραδοθεῖς στὶς δυνάµεις του καὶ στὶς ἐνέργειές του, καὶ μάλιστα μὲ ἐσωτερικὴ ἐµπειρία τῆς παρουσίας του («γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται»). Ὁ ἀνθρώπινος πολιτισµὸς βρίθει ἰσχυρισµῶν, ὅτι ἕνα πνεῦµα καθοδηγεῖ καὶ ἐµπνέει μεγάλους µύστες, ποὺ ἱδρύουν θρησκεῖες ἢ φιλοσοφίες, ὅπως ὁ «δαίµων» τὸν Σωκράτη ἢ ὁ «φωτισµὸς» τὸν Βούδα. Ὁ Ἰωάννης διευκρινίζει στὴν Α´ Ἐπιστολή του ὅτι πρόκειται γιὰ «πνεῦµα πλάνης»: «Ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡµῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡµῶν. Ἐκ τούτου γινώσκοµεν τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦµα τῆς πλάνης» (Α´ Ἰω. δ´6).
.                 Στὸ 15ο κεφάλαιο ὁ Εὐαγγελιστὴς παραθέτει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τὸ Πνεῦμα θὰ διδάξει καὶ θὰ ἑρµηνεύσει ὅσα ἐπὶ τρία χρόνια ἄκουγαν καὶ ἔβλεπαν οἱ μαθητές, ἀλλὰ δὲν κατανοοῦσαν: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον, ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (ιε´ 26). Ἡ κατανόηση τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν αὐτονόητη γιὰ τοὺς μαθητές του, κυρίως τὸ ἀποκαλυπτικό τους στοιχεῖο, διότι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση, «οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦµα Ἅγιον» (ζ´ 39). Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ κήρυγµα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μετὰ τὴν ἐπιδήµηση τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Τὸ περιεχόµενό του κατανόησαν ἄνθρωποι διαφορετικῶν γλωσσικῶν καὶ πολιτιστικῶν παραδόσεων. Ἐκείνη τὴν ἡµέρα μιλήθηκε ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, στοὺς ἀντίποδες τῆς γλώσσας τῆς Βαβέλ.
.                 Τὸ «σχῆµα» ποὺ παρουσιάζει ὁ Ἰησοῦς στοὺς μαθητές του εἶναι: Θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, αὐτὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Αὐτὸς θὰ σᾶς πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Δὲν θὰ σᾶς τὴν πεῖ ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ ἐκ μέρους µου, διότι ἡ ἀλήθεια εἶµαι ἐγώ. Οὐσιαστικὰ θὰ σᾶς συνδέσει µ᾽ ἐµένα. Δίνοντάς σας ἐµένα τὸ Πνεῦμα, σᾶς δίνει τὸν Πατέρα, γιατί ἐγὼ ὑπάρχω, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Πατέρας, ἐγὼ ἀπὸ τὸν Πατέρα τὰ ἔχω πάρει ὅλα. Μιλάει γιὰ τὸ µυστήριο τῆς υἱοθεσίας ἀναφερόµενος στὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στοὺς δύο τελευταίους στίχους τοῦ 15ου κεφαλαίου: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ καὶ ὑµεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς µε᾽ ἐµοῦ ἐστε» (ιε´ 26-27). Ἀποκαλύπτονται δηλαδὴ οἱ σχέσεις Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, Χριστοῦ καὶ μαθητῶν, μαθητῶν καὶ κόσµου, εἰσάγοντας τὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπαληθεύσει τὴ δύναµη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ ἐνδυναµώσει τοὺς μαθητὲς γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἀποστολῆς τους.
.                 Ὁ Χριστὸς ὀνοµάζει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀφηρηµένη ἔννοια ποὺ παραπέµπει ἁπλῶς σὲ ἀλήθεια ποὺ ἀντιτίθεται στὸ ψεῦδος. Προσδιορίζει τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δήλωσή του, ἄλλωστε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια («Ἐγώ εἰµι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» ιδ´6). Ἑποµένως τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν Χριστό, ποὺ μὲ τὴν Ἀνάληψή του βρίσκεται πλέον εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ὡς Θεάνθρωπος βέβαια, καὶ τὸν ξαναφέρνει δοξασµένο ἀναµεσά μας καὶ μᾶς συνδέει μὲ αὐτόν.
.                 Τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τὸ λαµβάνουµε κατὰ τὸ βάπτισµά μας. Ὑπάρχει ἡ ὡραία προσευχὴ πρὸς τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ποὺ λέει: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡµῖν». Τὸ λαµβάνουµε σηµαίνει ὅτι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἔρχεται ἐντός μας, ὅλο καὶ ὄχι ἁπλῶς οἱ δυνάµεις του ἢ οἱ δωρεές του. Ἔρχεται καὶ μᾶς «σφραγίζει», ὥστε νὰ θεραπευθεῖ ἡ φύση μας καὶ νὰ συνδεθοῦµε μὲ τὸν Υἱό, ποὺ θὰ μᾶς συνδέσει μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἔτσι νὰ πραγµατοποιηθεῖ τὸ µυστήριο τῆς θείας υἱοθεσίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

, , , ,

Σχολιάστε

Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

.       Πεντηκοστὴ σήμερα. Καὶ διαπερνώντας πρωτόγνωρες διακεκαυμένες ζῶνες (ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση μέχρι τὰ ἐκκλησιαστικὰ μεταφραστικὰ πειράματα) θυμόμαστε τὴν πύρινη γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τὴν συμβολικὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὴν ὁποία ἐξαγγέλλονται τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ (Πράξ. β´ 11).

.       Γιὰ τὴν σημασία καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς «γλώσσης» ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ παρέχει ἡ μετοχὴ «διαμεριζόμεναι». Στὸ Κοντάκιον τῆς σημερινῆς Ἑορτῆς ξεκινᾶμε ψάλλοντας: «ὅτε καταβὰς τὰς γλῶσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος…». Ἐδῶ ἐπαναλαμβάνουμε ποιητικῶς τὸ «διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη» τοῦ Δευτερονομίου (λβ´ 8). Καὶ μὲ τὴν ἀναφορὰ αὐτὴ ἀνατρέχουμε στὴν Βαβέλ, τὸν ἀντίποδα τῆς Πεντηκοστῆς. Καὶ στὰ δύο γεγονότα κομβικὸ στοιχεῖο ἀποτελεῖ ἡ γλῶσσα. Ἂν τότε στὴν Βαβὲλ ὁ Θεὸς διεμέριζε τὰ ἔθνη μὲ τὴν σύγχυση καὶ διαίρεση τῶν γλωσσῶν, τώρα, στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ πύρινη γλῶσσα τοῦ Πνεύματος διανεμομένη ἐφ᾽ ἔνα ἕκαστον καλεῖ «εἰς ἑνότητα» καὶ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (συνέχεια τοῦ Κοντακίου).

.        Στὴν Γένεση μαθαίνουμε (ια´ 11) πὼς σ᾽ ὅλη τὴν γῆ μιλιόταν μία γλῶσσα, μία «φωνή», παντοῦ «χεῖλος ἕν». Ἡ ἀνθρώπινη ἀλαζονεία ὅμως μὲ τὴν οἰκοδόμηση τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ ἐπιφέρει τὴν σύγχυση. «Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος…» (Γεν. ια´ 7-8). Ἡ ἀνθρώπινη ὑπεροψία καὶ αὐτοπεποίθηση προξενεῖ τὴν σύγχυση  καὶ διαίρεση τῶν γλωσσῶν καὶ τὴν διασπορὰ τῶν ἐθνῶν.

.      Ἡ Βαβὲλ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ «γλωσσολογικὴ» ἱστορία ἀλλὰ κυρίως μιὰ εἰκόνα τοῦ δράματος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς ἡ ἐν γένει σύγχυση ἀναφέρεται στὴν κατάλυση τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Στὴν Βαβὲλ διαδραματίζεται τελικῶς τὸ μυστήριο τῆς ἁμαρτίας. Ἀπέναντί της ὅμως ὀρθώνεται ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, ὅπου κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὑπερνικᾶται ἡ διαίρεση καὶ ἐγκαινιάζεται ἡ ἐσχατολογικὴ ἑνότητα ἐν Πνεύματι. Ἡ «φωνὴ» (Πράξ. β´ 6) ποὺ ἀκούστηκε στὸ ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλήμ (Πράξ. α´ 13) τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι σημεῖο ἐσχατολογικῆς κρίσεως  (Ἰωήλ, δ´ 16). Μάλιστα δὲ κατὰ τὸν προφ. Ἠσαΐα ὁ λαὸς τῶν ἐσχάτων θὰ ὁμιλεῖ μιὰ κοινὴ γλῶσσα καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ ἀναγγελθεῖ μὲ μία φωνή. (Ἠσ. ξϛ´ 18).

.       Στὴν ἐξιστόρηση τοῦ θεοφανικοῦ ἐκείνου γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς, ὑπογραμμίζεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα, Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, πὼς «ἤκουον εἷς  ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτ­ῳ λαλούντων αὐτῶν». Mιὰ ὄχι ἐπιφανειακὴ ἀνάγνωση καθιστᾶ σαφὲς πὼς ἐπρόκειτο γιὰ θαῦμα ΑΚΟΗΣ τῶν ΑΚΡΟΑΤΩΝ καὶ ὄχι γιὰ θαῦμα ὁμιλίας. Mία φωνὴ ἀκουγόταν, ἀλλὰ ἔφθανε μὲ θαυμαστὴ ἐπενέργεια τοῦ Πνεύματος ὡς οἰκεία γλῶσσα στὰ αὐτιὰ ἀνθρώπων διαφόρων ἐθνικῶν προελεύσεων(Πράξ. β´ 8). Ἂς σημειωθεῖ δὲ πὼς λίγο μετά, ὁ ἀπ. Πέτρος θὰ ἀπευθυνθεῖ στὸ συγκεντρωμένο πλῆθος μιλώντας ἀραμαϊκά, κι ὅμως ὅλοι θὰ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΝ τὴν ὁμιλία του. Τοὺς μιλάει τὸ Πνεῦμα.
.      Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα ἴσως νὰ ἄξιζε, ἐν εἴδει συμπεράσματος, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ ὑπ᾽ ἀριθμ 14 ἐρώτημα τοῦ βιβλίου: «Ναὶ ἢ ὄχι στὴν μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσης» (ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010):
.      «Ἄραγε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ἡ παραδεδομένη λειτουργικὴ γλῶσσα ὡς ἕνα αἰσθητὸ στοιχεῖο ἄρσεως καὶ “ἀποκαταστάσεως”, ὡς “φάρμακο ἀναιρετικό” τρόπον τινά, τῆς γλωσσικῆς διαιρέσεως στὴν Βαβέλ; Ἡ διαίρεση καὶ σύγχυση τῶν γλωσσῶν δὲν εἶναι ἐπαινετὴ καὶ ζηλευτὴ κατάσταση, ἀντιθέτως μᾶς μαθαίνει πὼς τὶς γλῶσσες δὲν τὶς ἔκτισε ὁ Θεὸς καὶ μᾶς θυμίζει τὴν φθορὰ ποὺ ὑπέστη τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνση καὶ τὴν ἀπώθηση τῆς Xάριτος τοῦ Θεοῦ. Mιὰ γλῶσσα, ἡ βιβλική-ἐκκλησιαστικὴ ἑλληνική καὶ ὑπερεθνική-οἰκουμενική, μήπως θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτὴ τὴν διάσταση τῆς “γλωσσικῆς ἑνότητος καὶ συνεννοήσεως”;
.      Ἡ βιβλικὴ ἐξιστόρηση τῆς συγχύσεως τῶν γλωσσῶν στὴν Βαβὲλ ἔχει μιὰ θεολογία, ποὺ ὑποχρεώνει σὲ ἀνυπόκριτη ἀποδοχὴ τῶν συνεπειῶν της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς ἀνενδοιάστως κήρυξε σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τὸ Eὐαγγέλιο (τὸ ὁποῖο ὅμως κατὰ τὴν προτίμηση καὶ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ ἐγράφη καὶ παρεδόθη στὴν Ἐκκλησία στὰ ἑλληνικά) καὶ μετέφρασε τὸ κήρυγμα, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν Λατρεία. Ἀλλὰ δὲν γινόταν ἀλλιῶς. Ὁ παντοδύναμος καὶ τὰ πάντα οἰκονομῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς σωτηρίας μας Θεὸς ἀναπληρώνει μὲ τὴν Xάρη Tου ὅ,τι καὶ ἂν λείπει στοὺς ἀλλογλώσσους ὀρθοδόξους. Στὴν ἑλληνόφωνη περίπτωση ὅμως φαίνεται πὼς ὑπάρχουν δύο λεπτὲς διαφορές. Πρώτη: ἡ Nέα Ἑλληνικὴ δὲν εἶναι ΑΛΛH γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική-λειτουργική. Kαὶ αὐτὸ τὸ βεβαιώνουν καὶ οἱ γλωσσολόγοι. Kαὶ δεύτερη: αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἐπελέγη ἀπὸ τὸν Θεό, δοκιμάστηκε καὶ δουλεύτηκε καὶ ἁγιάστηκε στὴν μακραίωνα χρήση της, ὥστε οἱ ἑλληνόφωνοι νὰ εἴμαστε, ὑπὸ μίαν ἔννοια, χρεωμένοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὴν “ἐσφράγισε” καὶ τὴν “ἐτελείωσε”.
.       Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἴδιοι οἱ ὅροι καὶ τὰ δεδομένα τῆς μεταφράσεως στὶς ἄλλες γλῶσσες καὶ τῆς “μεταφράσεως” στὴν Nέα Ἑλληνική;»
.       Μήπως μιά μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσης γιὰ μόνιμη λειτουργικὴ χρήση (καὶ ἀντικατάσταση τῆς παραδεδομένης) φανερώνοντας μιὰ κάποια σύγχυσή μας θὰ μᾶς βυθίσει πάλι, τοὺς ἑλληνοφώνους τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὸ δράμα τῆς Βαβέλ;

π. Ἀθ. Σ. Λ.

, , , , ,

1 Σχόλιο