Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ

Ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ  

   .             Στὴν Α´ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ­συναν­τοῦμε μία ἐξαίρετη κλητικὴ προσφώνηση: «Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θε­οῦ, ταῦτα φεῦγε· δίωκε δὲ ­δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα» (Α´ Τιμ. ς´ 11). Εἶναι γλυκόηχη αὐτὴ ἡ προσφώνηση. Συγχρόνως εἶναι «μέγα ἀξίωμα» καὶ τίτλος τιμῆς ὑψηλὸς καὶ μεγάλος. Δὲν ὑπάρχει ἀνώτερο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη καταξίωση ἀπὸ τὸ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ!
.             Ἡ ὀνομασία «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ» εἶναι ἁγιογραφικὴ ὀνομασία. Ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ στοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὀνομάζονταν οἱ Προφῆτες, ποὺ διακρίνονταν γιὰ τὴν πλήρη ἀφοσίωσή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Οὕ­τως ἐκαλεῖτο Μωϋσῆς ὁ θεόπτης· οὕτως ἐκαλεῖτο Ἠλίας ὁ Μέγας· οὕτω καὶ πολλοὶ τῶν προφητῶν ὠνομάσθησαν. Ἀλλ’ οὐχὶ πάντες», ­σημειώνει ὁ ἑρμηνευτὴς ἅγιος Θεοφύλακτος Ἀχρίδος.
.             Ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ στοὺς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης ὀνομάζονται ­αὐ­τοὶ ποὺ ξεχωρίζονται γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ: οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς, οἱ μοναχοί. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ προσοικειώνονται τὸ «μέγα ἀξίωμα» τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν μαρτυρημένη ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα.
.             Ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας­ ­ταυτίζει τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Ἅγιο. Ὅ­­­λοι οἱ Ἅγιοι εἶναι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἕνας μάλιστα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ἔλαβε αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν προσωνυμία. Ὀνομάζεται «ἅγιος Ἀλέξιος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ»!
.              Βεβαίως, ἐφ᾽ ὅσον πλασθήκαμε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», ὅλοι εἴ­­μαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ «κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας λόγον», λέει ὁ ἱερὸς Χρυ­σόστομος. Ἀλλὰ δὲν φθάνει νὰ εἴ­­μαστε μόνο ὡς πρὸς τὴν ­καταγωγὴ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. ­Χρειάζεται νὰ εἴμαστε καὶ ὡς πρὸς τὴν πνευματικότητα!
.             Ποιός λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Πρωτίστως εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀποφεύγει τὰ ἔνοχα καὶ ἁμαρτωλά. Δὲν δίνει τὴν καρδιά του στὰ πλούτη, στὶς ἡ­­­δονὲς καὶ στὴ δόξα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ στοιχεῖ στὸ θεόπνευστο λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε». Βιώνει τὸν ἐσταυρωμένο βίο. Δὲν ζεῖ μέσα του ὁ κόσμος, ἀλλ’ ὁ Χριστός.
.             Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται νὰ μὴν προσκρούσει ποτὲ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κόβει τὸ δικό του θέλημα καὶ ὑποτάσσεται πλήρως στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ θυμηθοῦμε τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ. Ὅταν ὁ ἅγιος Θεὸς τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει τὸν ἀγαπημένο του Ἰσαάκ, πειθάρχησε στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ φέρει τὴν παραμικρὴ ἀντίρρηση.
Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὸς ποὺ βαδίζει μὲ συνέπεια τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἐπιδιώκει τὴ δικαιοσύνη, τὴν εὐ­σέβεια, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη, τὴν ὑπομονή, τὴν πραότητα, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ στίχο ποὺ ἀναλύουμε.
.             Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος. Δὲν καυχιέται γιὰ τὶς ­ἀρετές του, δὲν διασαλπίζει τὰ κατορθώματά του, ἀλλὰ καλλιεργεῖ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Συντρίβεται, κατανύσσεται καὶ ἐκζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἐπιδιώκει τὴν κοινωνικὴ προβολή, ἀλλὰ ἐργάζεται ἀθόρυβα τὰ ­ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐπιλέγει τὴν ἑκούσια ­πτωχεία. Δὲν τοῦ χρειάζονται πολλά. Τοῦ φθάνουν καὶ τὰ λίγα. Εἶναι ἁπλὸς στὸ ντύσιμό του, στὸ ἦθος του, στοὺς τρόπους τῆς συμπεριφορᾶς του.
.             Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἄρτιος ἄνθρωπος, ποὺ ἐξασκεῖται στὸ νὰ ἐπιτελεῖ κάθε ἀγαθὸ ἔργο (βλ. Β´ Τιμ. γ´ 17). Ἀγωνίζεται νὰ φθάσει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 13). «Φέρεται ἐπὶ τὴν τελειότητα» (Ἑβρ. ς΄ 1).
.             Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πιστεύει ἀληθινὰ στὸ Θεὸ καὶ Τὸν ὑπηρετεῖ μὲ ἀφοσίωση. Δίνει παντοῦ μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θεωρεῖ ἁμάρτημά του, ἂν δὲν τὸ κάνει. «Οὐαί μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐ­αγγελίζωμαι» (Α´ Κορ. θ´ 16)
.             Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ τὸν Κύριο καὶ Θεό Του μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιὰ του (βλ. Ματθ. κβ´ [22] 37). Καλλιεργεῖ τὴ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τὴν ἀγάπη, διότι αὐτὴ ἀποδεικνύει «τὸν τοῦ Χριστοῦ μαθητὴν τὸν ἐσταυρωμένον»! Δρᾶ στὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο ὡς ἀλεξικέραυνο ποὺ συγκρατεῖ τὴ δίκαιη ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ ἁλάτι τῆς γῆς ποὺ νοστιμίζει τὴν κοινωνία μας, τὸ φῶς ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐγκατάσταση τῆς βασιλείας τοῦ σκότους ἐπάνω στὸν πλανήτη μας.
.             Οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν νὰ ­ἐπιτύχουν στὴ ζωή. Ἀνάλογα μὲ τὶς ­προτιμήσεις τους ἐπιδιώκουν τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο στόχο. Δὲν ὑπάρχει ­μεγαλύτερη ­ἐπιδίωξη ἀ­­­πὸ τὸ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἂν γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, θὰ εἴμαστε οἱ πιὸ κερδισμένοι. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ ὑψηλὸς τίτλος, τὸ πιὸ μεγάλο ἀξίωμα!

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«Ο ΨΥΧΙΚΑ ΥΓΙΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ» (Ἀρχιμ. Τύχων Σταυρονικητιανός)

Ἀπομαγνητοφωνημένα ἀποσπάσματα
ἀπὸ τὴν Εἰσήγηση μὲ θέμα: «Ἀληθινὴ ψυχικὴ ὑγεία»
τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγ. Ὄρους
Ἀρχιμ. Τύχωνος
στὴν Ἡμερίδα «Θεραπεία ψυχῆς» (16.02.2014)

ΑΛΗΘΙΝΗ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

βλ. σχετ:

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΗΜΕΡΙΔΑ «ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ»

ΗΜΕΡΙΔΑ «ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ» (16.02.2014)

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ – 2 «Ἡ προσευχὴ θὰ μᾶς διδάξει τὴν προσευχή».

Ἐρωτήσεις- Ἀπαντήσεις περὶ πνευματικῶν θεμάτων

Ἀρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπαιδινὸς

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
στὴν Ἄλμπα Ἰούλια  τῆς Ρουμανίας τὸ 2004)

Α´ Ο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ” ΑΝΘΡΩΠΟΣ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξομολογηθεῖ ποτὲ στὴ ζωή μου, διότι δὲν ἔχω ἁμαρτίες»!) 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/ὁ-πνευματικὸς-ἄνθρωπος/

1. Τί νὰ κάνω ὅταν πέφτει ὁ ζῆλος καὶ πέφτω στὴν ἀποθάρρυνση καὶ βλέπω ὅτι ἡ καρδιά μου σκληραίνεται;

.           Ποτέ, ὅταν πέφτουμε, νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε. Δὲν ὑπάρχει κατ’ ἀρχὴν ἄνθρωπος, ποὺ δὲν πέφτει στὴν ζωή του σὲ μερικὰ λάθη. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι συνεχὴς μέχρι τὸν τάφο. Οἱ πτώσεις εἶναι ἀνθρώπινες καὶ ὅταν σηκώνεται ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν πτώση, αὐτὸ εἶναι πνευματικὴ κατάσταση. Ποτέ, νὰ μὴν ἀποθαρρύνεται ὁ ἄνθρωπος, γιατί ἡ ἀποθάρρυνση φανερώνει μεγάλη ἀπιστία. Αὐτὸς ποὺ πέφτει καὶ ἀποθαρρύνεται, νὰ μὴ λησμονεῖ ὅτι μεγάλοι ἐγκληματίες ἔγιναν ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.

2. Πῶς θὰ φτάσω στὴν πνευματικὴ ἰσορροπία;

.           Ἡ πνευματικὴ ἰσορροπία, ἔρχεται μὲ τὴν ἐξαφάνιση τῶν παθῶν. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται, διὰ τῆς μετανοίας, μέσα στὴν Ἐκκλησία, μετέχοντας στὰ μυστήριά της, τότε, ὁπωσδήποτε, νικᾶται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» καὶ ὅσο καθαρίζεται ἡ καρδιά, τόσο φαίνεται ἡ πνευματικὴ ἰσορροπία.

3. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ λαϊκὸς ἄνθρωπος τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

.           Δὲν ὑπάρχει καλογηρικὴ καὶ κοσμικὴ πνευματικότητα. Μπορεῖ μὲν στὸ μοναχό, ποὺ βρίσκεται σὲ μία Μονή, νὰ τοῦ παρέχονται κατὰ τρόπο ἄριστο οἱ προϋποθέσεις, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὁ λαϊκός, ποὺ εἶναι ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, θὰ βρεῖ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν πῆρε σύνταξη στὸν κόσμο!

4. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἔχει σχέση μὲ τὴ συζυγικὴ ζωή;

.           Ἀσφαλῶς. Ἡ συζυγικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἐκτὸς πνευματικῆς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, ἡ συζυγικὴ ζωὴ εὐλογεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ τὴν ἔγγαμη ζωὴ στερεῖται, ἐὰν θέλει, νὰ πάρει τὰ ἀγαθὰ καὶ τοὺς καρποὺς τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

5. Πῶς θὰ ξέρουμε ὅτι σὲ κάποια περίπτωση κάνουμε τὸ δικό μας θέλημα ἢ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;

.           Αὐτό, θὰ μᾶς τὸ πεῖ ὁ πνευματικὸς καθοδηγητής, ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε. Ὅπως εἶπα, ὅτι γιὰ νὰ πάρει κανεὶς τὸ πτυχίο τοῦ πολιτικοῦ μηχανικοῦ, πρέπει νὰ πάει στὸ Πολυτεχνεῖο, νὰ πάει στοὺς καθηγητὲς τοὺς εἰδήμονες καὶ ἐντεταλμένους, καὶ ἐκεῖ, γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα θὰ ἐξετασθεῖ καὶ θὰ δοῦν οἱ καθηγητές του, πῶς πάει, καὶ θὰ τὸν βαθμολογήσουν. Ἔτσι χρειάζεται, καὶ ὁ πνευματικὸς καθοδηγητής, γιὰ νὰ ἐποπτεύει τὴν πνευματική μας ζωή. Καὶ τὶς διάφορες ἀπορίες ποὺ ἔχουμε θὰ μᾶς τὶς λύσει αὐτός.

 6. Πῶς μποροῦμε νὰ φτάσουμε στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή;

.           Ἡ προσευχὴ θὰ μᾶς διδάξει τὴν προσευχή. Ὅπως ἔλεγε καί, ὁ ἀείμνηστος, παπὰ-Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ἡ ποσότητα τῆς προσευχῆς, θὰ φέρει τὴν ποιότητα τῆς προσευχῆς». Νὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα. Λέμε ὅτι ἀγαποῦμε κάποιον ἄνθρωπο. Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι τὸν ἀγαποῦμε; Μὲ τὸ ὅτι τὸν σκεφτόμαστε. Ἂν ἀγαποῦμε τὸ Θεό, τὸν σκεφτόμαστε. Ἀλλὰ δὲν μένουμε, ὅπως λένε ἅγιοι Πατέρες, μόνο στὴ σκέψη τοῦ Θεοῦ. Προχωροῦμε στὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό, ἡ ὁποία γίνεται, μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Γι’ αὐτό, ὅποιος μάθει νὰ προσεύχεται, αὐτὸς συνεχῶς θὰ ἀνεβαίνει, ἀπὸ σκαλοπάτι σὲ σκαλοπάτι. Τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, θὰ φθάσει στὴν ἀδιάλειπτη εὐχή.

7. Ἀγαπῶ τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη καὶ θαυμάζω τὴν ὑπακοή του καὶ ὅλα τὰ πνευματικά του λόγια. Εἶναι ἕνα παράδειγμα γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Νὰ μᾶς πεῖτε μερικὰ λόγια γι’ αὐτὸν καὶ ἂν κάνω λάθος, ἂν προσεύχομαι σ’ αὐτόν.

.           Δὲν κάνετε λάθος. Σᾶς λέω τὸ ἑξῆς, γι’ αὐτὸν τὸν ἅγιο ἄνθρωπο. Μία κυρία, ἀπὸ τὴν Κύπρο, μᾶς ἔγραψε μία ἐπιστολὴ καὶ μᾶς ἔλεγε, ὅτι, εἶχε κάποιο πρόβλημα καὶ εἶχε πάρα πολλὴ λύπη μέσα της. Ἔφτασε σὲ ἕνα ἀδιέξοδο στὴ ζωή της. Στὸν ὕπνο τῆς εἶδε κάποιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος τῆς ἔδωσε λύσεις γιὰ τὸ πρόβλημά της καὶ τῆς εἶπε: « ἐγώ, κόρη μου, θὰ εἶμαι κοντά σου καὶ θὰ σὲ βοηθῶ. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω μόνη σου». Δὲν ἤξερε, ὅμως, κάτι γι’ αὐτὸ τὸν Γέροντα. Τὴν ἑπομένη ἡμέρα, πηγαίνει στὴν πόλη. Περνᾶ ἔξω ἀπὸ κάποιο βιβλιοπωλεῖο. Δὲν μπῆκε  μέσα, γιατί δὲν χρειαζόταν νὰ ἀγοράσει κάτι. Ἐνῶ περπατοῦσε καὶ μάλιστα γρήγορα, κοίταξε, γιὰ ἕνα λεπτό, πρὸς τὴ βιτρίνα καὶ βλέπει τὸ βιβλίο μὲ τὸν παπα-Ἐφραίμ. Ἀμέσως τὴν διαπέρασε ἕνα ρίγος. Ἐπιστρέφει, μπαίνει στὸ βιβλιοπωλεῖο καὶ ρωτάει: «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Γέροντας;». Πῆρε τὸ βιβλίο του καὶ τὸ διάβασε καὶ πραγματικά, ὅπως μᾶς ἔγραψε στὸ γράμμα, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ποὺ τῆς ἐμφανίστηκε αὐτὸς ὁ Γέροντας, τόσο πολὺ ἄλλαξε ἡ ζωή της, πρὸς τὸ καλύτερο.
.           Καὶ κάτι ἄλλο, γιὰ τὸν π. Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη ποὺ μοῦ ἔλεγε, ὁ π. Ἰωσήφ, ὁ διάδοχός του. Πηγαίνει κάποιο παιδί, ποὺ δὲν φαινόταν τῆς Ἐκκλησίας, νὰ προσκυνήσει στὸν τάφο του στὰ Κατουνάκια. Πῆγε, γονάτισε στὸν τάφο του, προσευχήθηκε ἀρκετά, καὶ μετὰ τὸν ρώτησε ὁ π. Ἰωσήφ, γιὰ ποιὸ λόγο ἦλθε νὰ προσκυνήσει στὸν τάφο τοῦ Γέροντα; Τοῦ λέει: «Μοῦ ἔχει συμβεῖ τὸ ἑξῆς. Ἐγώ, δὲν παραδεχόμουν τίποτα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὅποτε εὕρισκα παπάδες μπροστά μου, τοὺς ἔβριζα ἀπὸ μέσα μου. Ἔλεγα, ὅτι, ὅταν βρῶ παπὰ μπροστά μου, ὅλα θὰ μοῦ ἔλθουν ἀνάποδα. Περνοῦσα ἀπὸ ἕνα βιβλιοπωλεῖο καὶ εἶδα τὸ βιβλίο ποὺ ἐκδόθηκε. Ἐπειδὴ ζωγραφίζω πρόσωπα, καὶ μοῦ ἄρεσε ἡ μορφή του,  τὸ πῆρα τὸ βιβλίο, γιὰ νὰ τὸν ζωγραφίσω. Τὸν ζωγράφισα σὲ ἕνα χαρτόνι, καὶ τὸ ἔβαλα στὴ βαλίτσα μου. Ἐνῶ βρισκόμουν στὴ Θεσσαλονίκη, πῆρα κάποιο ταξὶ γιὰ νὰ πάω κάπου. Ἐνῶ καθόμουν πίσω στὸ ταξί, κάτι θυμήθηκα νὰ πάρω, ἀπὸ τὴ βαλίτσα μου. Βγάζοντας τὸ χαρτὶ ποὺ ἤθελα, βγαίνει καὶ τὸ χαρτόνι ποὺ ζωγράφισα τὴ φωτογραφία τοῦ παπᾶ Ἐφραίμ. Ἀμέσως αἰσθάνθηκα μία μεγάλη εὐωδία. Ἄρχισα νὰ ἀνησυχῶ, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν τὰ παραδέχομαι. Ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί μου λέει. Τί ἔχεις; Μυρίζει πολὺ λιβάνι μέσα στὸ αὐτοκίνητο. Ἐγὼ δὲν εἶχα σχέση μὲ λιβάνι. Ποτέ μου δὲν πῆρα στὰ χέρια μου λιβάνι. Βάζω τὸ χαρτόνι μπροστὰ στὴ μύτη μου καὶ γέμισε τὸ ταξὶ ἀπὸ εὐωδία. Καί, αὐτὸ ὀφείλεται, στὴν προσωπογραφία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Αὐτό, τὸ θαυμαστὸ γεγονός, τὸν ὁδήγησε νὰ ἔλθει κοντὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.

8. Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τοῦ πνευματικοῦ στὴν πνευματικὴ πρόοδο καὶ πῶς πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν ὑπακοὴ ἑνὸς λαϊκοῦ στὸν πνευματικό;

.           Τὴν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν καὶ σὲ ἄλλες συνάξεις. Ἡ συμβολὴ τοῦ πνευματικοῦ, στὴν πνευματική μας προαγωγή, εἶναι ὁπωσδήποτε ἀναγκαία. Τὸ πᾶν εἶναι, ἡ προσωπικὴ συμβολή, στὸν ἀγώνα καὶ τὸ πόσο βιάζει κανεὶς τὸν ἑαυτό του, στὴν πνευματικὴ ζωή. Στὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς στοὺς πνευματικούς, ὅσον ἄφορα τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο, διαφέρει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἔχουν οἱ μοναχοὶ στὸ Γέροντά τους. Νομίζω, ὅτι, αὐτὴ ἡ ἀδιάκριτος ὑπακοή, ποὺ ὑπάρχει, ἀπὸ μερικοὺς λαϊκοὺς ἐξομολογούμενους, σὲ μερικοὺς πνευματικούς, εἶναι λανθασμένη κατάσταση. Μόνον ὁ ὑποτακτικὸς μοναχός, ὁ ὁποῖος εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὸ μυστήριο τῆς κουρᾶς, θὰ κάνει ἀδιάκριτη ὑπακοὴ στὸ Γέροντα. Οἱ πνευματικοί, εἶναι μὲν πνευματικοὶ καθοδηγητές, ἀλλά, οἱ λαϊκοὶ θὰ κάνουν ὑπακοὴ σ’ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἁμαρτίες. Ἄλλο ἐὰν ὁ λαϊκὸς ἐξομολογούμενος, θέλει νὰ πάρει κάποια συμβουλή. Ὁ Μέγας Βαρσανούφιος τονίζει: «Συμβουλὴν δίδωμι, οὐκ ἐντολήν». Καλὰ κάνει νὰ πάρει τὴν γνώμη τοῦ πνευματικοῦ του, ἀλλὰ ὄχι νὰ ρωτήσει γιὰ ὁτιδήποτε, π.χ. τί αὐτοκίνητο θὰ πάρει, ἢ τί θὰ σπουδάσει καὶ νὰ νομίζει, ὅτι, ἂν δὲν ρωτήσει γι’ αὐτὰ  κάνει ἁμαρτία. Καὶ τὸ ἄλλο. Ἐξομολογεῖται κάποιος σ’ ἕνα πνευματικὸ καὶ δὲν ἀναπαύεται. Δὲν χρειάζεται νὰ πάρει εὐλογία, γιὰ νὰ πάει σὲ ἄλλον πνευματικό. Μόνο ὁ μοναχὸς δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξομολογηθεῖ σὲ ἄλλο Γέροντα, χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του πατρός. Ὁ λαϊκός, μπορεῖ κάθε στιγμή, νὰ πάει ὅπου θέλει καὶ σὲ ὅποιον θέλει. Βέβαια, δὲν ἐννοῶ αὐτοὺς πού, ἐκ συστήματος, πηγαίνουν ἀπὸ τὸν ἕνα πνευματικὸ στὸν ἄλλο, καὶ περιέρχονται στοὺς πνευματικούς, γιὰ νὰ κάνουν συλλογή.

9. Νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸ πράγμα νὰ ἐξομολογεῖται κανεὶς καὶ σὲ ἕνα πνευματικὸ στὸν κόσμο καὶ σὲ ἕνα ἱερομόναχο πνευματικό;

.           Μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό. Δηλαδὴ πῶς; Συνδέεται μὲ ἕνα πνευματικό, ποὺ βρίσκεται σ’ ἕνα μακρινὸ μοναστήρι, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πηγαίνει συχνὰ νὰ ἐξομολογεῖται. Μπορεῖ, νὰ ἔχει ἕνα πνευματικὸ στὸν κόσμο, νὰ ἐξομολογεῖται, καὶ ὅταν πηγαίνει, σ’ αὐτὸν τὸν πνευματικό, ποὺ τὸν ἔχει σὲ εὐλάβεια καὶ ἀναπαύεται μαζί του, νὰ τὸν ἐρωτὰ γιὰ διάφορα θέματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν. Διότι πολλὲς φορὲς ὑπάρχει διαφορά. Ἔχουμε ἕνα πνευματικὸ καθοδηγητὴ καὶ ἕνα ἐξομολόγο. Ἄλλο ὁ ἐξομολόγος καὶ ἄλλο πνευματικὸς καθοδηγητής. Σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα. Ἔρχονται στὸ Ἅγιον Ὅρος ἀρκετοί. Παίρνουν γραμμὴ ἀπὸ διαφόρους ἁγιορεῖτες πνευματικούς. Στὸ Ἅγιον Ὅρος ὅμως, ἔρχονται μία φορὰ τὸ χρόνο. Ἐμεῖς, δὲν τοὺς λέμε, νὰ ἐξομολογεῖστε σὲ μᾶς μία φορὰ τὸ χρόνο. Θὰ βρεῖτε τὸν πνευματικό της ἐνορίας σας, καὶ νὰ ἐξομολογεῖστε ἐκεῖ, καὶ ἔχετε τὴν καθοδήγηση, ἐφ’ ὅσον τὸ θέλετε, ἀπ’ ἐδῶ.

10. Ὑπάρχουν ἁμαρτίες ποὺ δὲν συγχωροῦνται;

.           Ὑπάρχει μία ἁμαρτία, ποὺ δὲν συγχωρεῖται ποτέ. Ἡ ἀμετανοησία. Αὐτὸς ποὺ δὲν μετανοεῖ, δὲν συγχωρεῖται. Ἡ ἀμετανοησία, θεωρεῖται βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ ὅποιον ξέρει νὰ μετανοεῖ, καὶ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα συγχωρεῖται.
.           Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν παιδιὰ πηγαίναμε στὸ κατηχητικό, μᾶς ἔλεγαν οἱ κατηχητές. «Νὰ εἶστε καλὰ παιδιά, γιὰ νὰ σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Ἄν, δὲν εἶστε καλὰ παιδιά, δὲν σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός». Πόσο ἀστεῖο ἦταν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγαν! Δὲν μπορεῖ, νὰ ἐξαρτᾶται, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ δική μου διαγωγή. Τότε δίνω ἐμπαθῆ ἰδιότητα στὸν Θεό. Μά, ὁ Θεός, εἶναι ἀγάπη καὶ ἀγαπᾶ τὸν διάβολο, ὅπως ἀκριβῶς, ἀγαπᾶ καὶ τὴν Παναγία. Ἄρα, εἴτε εἶμαι καλό, εἴτε εἶμαι κακὸ παιδί, μὲ ἀγαπᾶ ὁ Θεός! Ὁ Θεός, ἔτσι καὶ ἀλλιῶς, μὲ ἀγαπᾶ. Ἀλλά, δὲν θέλω νὰ γίνω, μόνο, καλὸ παιδί. Ἡ πνευματικὴ κατάσταση, δὲν εἶναι μία ἠθικὴ κατάσταση, ἀλλά, εἶναι μία ὀντολογική, ἁγιοπνευματικὴ κατάσταση. Μὲ τὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ ζῶ, ἀνοίγω τὶς πόρτες τῆς καρδίας μου νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ κάνω.

11. Μπορεῖ νὰ γίνει ἐξομολόγηση διὰ τηλεφώνου ἢ διὰ τοῦ ἰντερνέτ;

.           Μὴ κάνετε τέτοιες ἀστεῖες ἐρωτήσεις. Ἕνας, ἔχει ἕνα πνευματικὸ καὶ γνωρίζεται μαζί του καὶ ὄντως εἶναι πνευματικό του παιδί. Ἐὰν τὸν πάρει τηλέφωνο καὶ τοῦ πεῖ μία ἁμαρτία, δὲν εἶναι κακὸ πράγμα. Ἐὰν τοῦ στείλει ἕνα γράμμα, ἢ μὲ τὸ ἰντερνέτ, ἢ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο καὶ τοῦ γράφει μερικὰ πράγματα ἀπὸ τὴ ζωή του, ποὺ ἤδη τὰ ξέρει, καὶ γνωρίζονται ἀπὸ μία πνευματικὴ σχέση, αὐτὸ δὲν εἶναι κακό. Εἶναι κακό, ἄν τὸ κάνει αὐτὸ ἐπίτηδες, διότι ντρέπεται νὰ πάει μπροστά του νὰ ἐξομολογηθεῖ. Τότε εἶναι κακό.

12. Πῶς μποροῦν δύο παιδιὰ ποὺ ἀγαπιοῦνται νὰ ἀποφεύγουν τὶς σαρκικὲς ἐπαφές;

.           Μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ κάλλιστα, ἐάν, ὄντως, ἔχουν σωστὴ σχέση μὲ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἐντάσσονται σωστὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ὠφελεῖ πάρα πολύ, εἶναι ὁ κοινὸς πνευματικός. Καὶ στοὺς συζύγους καὶ στοὺς ἐρωτευμένους καὶ στοὺς ἀρραβωνιασμένους, βοηθᾶ πάρα πολύ, ὁ κοινὸς πνευματικός.
.           Διαφωνῶ, ὅμως, μὲ τὴν κοινὴ ἐξομολόγηση τῶν συζύγων, δηλ. νὰ ἐξομολογοῦνται τὴν ἴδια στιγμή. Αὐτὸ εἶναι λάθος. Μία φορὰ συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἦλθε ἕνας κύριος καὶ μὲ βρῆκε στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ μοῦ λέει. Ὁ πνευματικός μας, ἤθελε νὰ ἐξομολογούμαστε τὴν ἴδια στιγμή, μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό μου. Καὶ τὸ κάναμε. Μία φορά, εἶπα, ὅτι ἔχω κακοὺς λογισμοὺς γιὰ τὴν ἰδιαιτέρα μου, στὴν ἐργασία ποὺ ἐργαζόμουν. Λογισμούς, ὄχι κάτι σημαντικό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ἔχει δύο χρόνια, μὲ παρακολουθεῖ, συνεχῶς, ἡ γυναίκα μου. Βλέπετε, ὅτι, ἡ ὑποψία ὑπάρχει καὶ χωρὶς συγκεκριμένο γεγονός; Φανταστεῖτε νὰ ὑπάρχει, ἔστω, καὶ ἕνα ἀμυδρὸ γεγονός. Τότε, ἡ ὑπόνοια τῆς γυναίκας μεγαλώνει καὶ γίνεται ἐπιθετική. Γι’ αὐτό, ἡ ἐξομολόγηση, θὰ γίνεται ξεχωριστά. Μετά, ὁ πνευματικός, ἂν τὸ κρίνει ἀναγκαῖο, θὰ τοὺς καλεῖ καὶ θὰ τοὺς λέει μερικὰ πράγματα, ποὺ εἶναι κοινοῦ ἐνδιαφέροντος.

 ΠΗΓΗ: pemptousia.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ” ΑΝΘΡΩΠΟΣ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξομολογηθεῖ ποτὲ στὴ ζωή μου, διότι δὲν ἔχω ἁμαρτίες»!)

Ποιός εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος;

 Ἀρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπαιδινὸς

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
στὴν Ἄλμπα Ἰούλια  τῆς Ρουμανίας τὸ 2004)

.          Θέλω σήμερα, νὰ θίξω στὴν ἀγάπη σας ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο ἴσως τὸ ἔχετε ξανακούσει, ἴσως τὸ ἔχετε διαβάσει, ἀλλὰ ἴσως καὶ δὲν τὸ ἔχετε σκεφθεῖ ποτέ.
.          Ξεκινῶ μὲ μία ἐρώτηση. Ποιός εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος; Σήμερα ὑπάρχει μία μεγάλη παρεξήγηση γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Πολλὲς φορὲς ἀκούω, ὅτι πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες, τὴν μουσική, τὴν ζωγραφική, τὴν ἀκαδημαϊκὴ γνώση, μὲ μία καλαισθητικὴ εἰκόνα ἑνὸς τοπίου. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν θέση τους, εἶναι ἀξιόλογοι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι λάθος νὰ λέγονται “πνευματικοὶ ἀνθρωποι”. Μποροῦσαν νὰ λέγονται, ὁτιδήποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ πνευματικοὶ ἄνθρωποι.
.          Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμὸ τῶν ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, εἶναι «πεπληρωμένος», δηλαδὴ γεμάτος, μὲ Πνεῦμα Ἅγιο. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐντασσόμενος στὴν Ἐκκλησία, ἀκολουθεῖ πιστὰ τὶς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Πατέρων, τηρώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ δόθηκαν διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου· εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀναπνέει συνεχῶς τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον».
.          Προτιμότερη τῆς ἀναπνοῆς εἶναι ἡ προσευχή. Ἐκεῖνος, ποὺ κάνει ἕνα σταυρὸ κάθε βράδυ, δὲν ἔχει μάθει νὰ προσεύχεται. Ἡ προσευχή, ὅπως γράφουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος, ποὺ θέλει νὰ γίνει πνευματικὸς ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἀναπνέει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, κατὰ ἕνα τρόπο, συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτο. Πρέπει νὰ μάθει, τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καὶ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσευχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους, τοὺς στύλους καὶ οἰκουμενικοὺς διδασκάλους τῆς Ὀρθοδοξίας, λέγει τὸ ἑξῆς. Γιὰ νὰ καταλάβεις πόσο ἀγαπᾶ κάποιος τὸν Θεό, μὴν τὸν ρωτήσεις εὐθέως, ἂν ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Ρώτησέ τον, μὲ ἕναν ἔμμεσο τρόπο, πόση ὥρα προσεύχεσαι; Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ θὰ σοῦ δώσει, θὰ καταλάβεις κατὰ πόσον καὶ μέχρι πόσο, ἀγαπᾶ τὸν Θεό.
.          Αὐτὸ εἶναι ποὺ λείπει σήμερα ἀπὸ  πολλοὺς χριστιανούς! Καθησυχάζουν τὴν συνείδησή τους, κάνοντας ἕνα σταυρὸ κάθε βράδυ, καὶ ἂν θυμηθοῦν, καὶ τὸ πρωί. Πηγαίνουν καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὅποτε θυμηθοῦν, ὅταν ἔχουν κάποιο μνημόσυνο ἢ κάποιο γάμο ἑνὸς συγγενοῦς τους, ἤ, κάποια βάπτιση  ἐνός  φίλου  τους.  Τότε  παρευρίσκονται  στὸν Ναό, καὶ παρουσιάζονται, ὡς θρησκευόμενοι ἄνθρωποι· ὅτι εἶναι ἄνθρωποι ποὺ ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία. Πόσο ὑστεροῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ λένε, ὅτι ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ λησμονοῦν νὰ κάνουν τὴν καρδιά τους, ναὸ τοῦ Θεοῦ; Καὶ γίνεται ἡ καρδιά μας ναὸς τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ἐργαζόμαστε τὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ εἶναι «ὁ θερισμὸς» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἐὰν σπείρουμε, στὸ χωράφι τῆς ζωῆς μας, τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ, τὸν θεῖο ἔρωτα, τὴν ἀφοσίωση στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ντολς το Χριστο δν εναι δέσμευση, δν εναι στέρηση τς λευθερίας μας, λλ εναι φάρμακα γι τν πνευματική μας θεραπεία. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ἀληθινὰ πνευματικός, νὰ συνειδητοποιήσει τὶς πολλὲς ἐλλείψεις ποὺ ἔχει, τὰ πολλὰ λάθη ποὺ κάνει, τὶς πολλὲς ἁμαρτίες ποὺ διέπραξε· πρέπει νὰ περάσει ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. πνευματικς νθρωπος, πρέπει ν βλέπει συνεχς κα νποπτεύει τ νοήματα τς καρδίας του κα τς διαθέσεις του, ἐὰν εναι βυθισμένες στ ποτήρι τς «ν Χριστ» ζως.
.           Πόσο λυπήθηκα, ὅταν συνάντησα στὸ Ἅγιον Ὅρος ἕναν ἄνθρωπο, πολὺ ἀξιόλογο κοινωνικά, ὁ ὁποῖος βοηθοῦσε ἀρκετοὺς συμπολίτες του· ἦταν μεγάλος ἐπιχειρηματίας. Ὅταν ἦλθε στὴ Μονή μας, κάθισα νὰ μιλήσω λίγο μαζί του. Τοῦ εἶπα ὅτι τώρα ποὺ ἦλθες στὸ Ἅγιον Ὄρος πρέπει νὰ ἐξομολογηθεῖς. Καὶ μοῦ ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξομολογηθεῖ ποτὲ στὴ ζωή μου, διότι δὲν ἔχω ἁμαρτίες». Καὶ ἄρχισε ὁ δυστυχὴς νὰ μοῦ ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του. Ὅτι «ἐγὼ εἶμαι ὁ καλύτερος ἄνθρωπος, ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο, καὶ ὅπου πάω μὲ σέβονται.  Ὅταν πάω σὲ διάφορους δημοσίους χώρους στέκονται οἱ ἄνθρωποι καὶ μὲ εὐλαβοῦνται· μὲ ἐκτιμᾶ ὅλος ὁ κόσμος». Καὶ ἄρχισε νὰ συγκινεῖται καὶ νὰ κλαίει καὶ νὰ μοῦ λέει, «σὰν ἐμένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἄνθρωπος στὸ κόσμο». Δὲν σᾶς κρύβω ὅτι λυπήθηκα πάρα πολύ. Τοῦ μίλησα μετά, ἐπίτηδες λίγο αὐστηρά, καὶ τοῦ εἶπα ὅτι, ἐσὺ ἀδελφέ μου, ξέρεις πῶς εἶσαι; Ἔχεις δεῖ κάποιον ποὺ ἔπαθε ἐγκεφαλικὸ καὶ ἔχει ἡμιπληγία, καὶ τὸ μισό του σῶμα δὲν τὸ αἰσθάνεται; Καὶ πολλὲς φορὲς τὸν τρυποῦν μὲ τὴ βελόνα καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει;  Ἔτσι καὶ σύ, πάσχεις ἀπὸ μία πνευματικὴ ἀναισθησία. Ἄρχισε νὰ μὲ βλέπει μὲ ἀπορία· μὲ κοίταζε μὲ κάποια πρωτόγνωρα αἰσθήματα γι’ αὐτόν, καὶ μετά, μέσα στὴ  ἀπορία ποὺ μὲ κοίταζε, τοῦ λέω· θὰ σὲ ἐρωτήσω μερικὲς ἐρωτήσεις καὶ νὰ μοῦ ἀπαντήσεις εἰλικρινά. Λές, ὅτι, δὲν ἔκανες ἁμαρτίες στὴ ζωή σου. Πόσες ἐκτρώσεις ἔκανες στὴ ζωή σου; Μόλις τοῦ τὸ εἶπα κατάλαβα ὅτι τὸν ἔπιασε ἕνας ἱδρώτας, μία ἐσωτερικὴ ἀνησυχία, καὶ ἄρχισε νὰ εἶναι σκεπτικός. Καὶ μέσα στὴ σκέψη  καὶ τὴ λύπη του, μοῦ ἀπάντησε ὅτι, «στὴ ζωή μου ἔκανα δώδεκα ἐκτρώσεις». Ἔκανες δώδεκα φόνους.  Και εἶσαι ἐσὺ ὁ φονιὰς τῶν παιδιῶν σου. Μόνο γι’ αὐτό, μόνο γι’ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία, ἔπρεπε νὰ ζεῖς σὲ μία συνεχῆ μετάνοια, σὲ μία συνεχῆ ταπείνωση, ὄχι νὰ διαφημίζεις τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ «ἐν τῷ κρυπτῷ», νὰ ζητᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
.          Πραγματικά, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν καλὴ ὕλη, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι, ἐξομολογήθηκε μόλις τοῦ εἴπαμε καὶ τοῦ ἀναλύσαμε, τί σημαίνει ἁμαρτία, ἐγκολπώθηκε ὅλη τὴ διδασκαλία ποὺ τοῦ δώσαμε, καὶ σήμερα, συνεχίζει νὰ βοηθᾶ τοὺς συμπολίτες του, ἀλλά, ὑπὸ μία ἄλλη θεώρηση. Ξέρει τί σημαίνει ἁμαρτία, ξέρει τί σημαίνει τακτικὸς ἐκκλησιασμός, ξέρει τί σημαίνει προσευχή. Κάθε μέρα, ἔχει «τυπικὸ» καὶ σηκώνεται ἀπὸ τὶς 5.30 μέχρι τὶς 6.30, καὶ νὰ προσεύχεται μία ὥρα μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τὸ βράδυ, πρὶν νὰ κοιμηθεῖ, κάνει τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμούς, καὶ κάνει μισὴ ὥρα εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἔρχεται στὸ Ἅγιον Ὅρος, καὶ ὅταν συναντώμεθα, κλαίει συνεχῶς. Δὲν κλαίει ἀπὸ συναισθηματισμό, ἢ ἀπὸ κατάθλιψη, ἀλλά, ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του. Λέει: «πῶς πέρασα τόσα χρόνια μέσα στὴν τύφλωση, μέσα στὴν ἄγνοια, ποὺ ἔκανα τὶς “ἐλεημοσύνες” καὶ ἐκόμπαζα, καὶ μοῦ ἄρεσε νὰ μὲ χειροκροτοῦν, νὰ μὲ ἐπαινοῦν, νὰ μὲ σέβονται; Ὅμως, μέσα μου εδα τι, εμαι νας κενς νθρωπος, χωρς πνευματικ προζύμι, χωρς πνευματικὴ σορροπία, λλγόμουν κα φερόμουνπ τ πάθη τς περηφάνειας, τς νθρωπαρέσκειας, κα συνεχς, βλεπα τν αυτό μου κα τν καμάρωνα, τι μουν καλύτερος νθρωπος».
.          Ὅταν μέσα μας, ἀρχίζει νὰ κατασκηνώνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ πρῶτο ποὺ μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς κατηχεῖ, εἶναι νὰ γνωρίσομε τὴν δική μας ἀσθένεια, νὰ γνωρίζομε τὰ δικά μας λάθη, νὰ γνωρίζομε, μὲ πᾶσαν ἀκρίβεια, τὶς ἀπροσεξίες ποὺ κάναμε καὶ ποὺ κάνομε, καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ εἴμαστε αὐστηροὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ ἐπιεικεῖς στοὺς ἄλλους. Πραγματικά, ὁ νθρωπος πο δέχεται τ Πνεμα τὸ γιο, δέχεται ατ τὴν χάρη τόσο ντονα, ποὺ γαπ τος νθρώπους πως εναι, καὶ χι πως θέλει ατς ν εναι. χει σημασία, ν νόματι το Χριστο, ν δεχόμαστε λους τος νθρώπους πως εναι, διότι ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει: «εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ἡμᾶς ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι». Διότι ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος, ὁ ἁμαρτωλός, αὐτὸ κάνει. Ἀγαπᾶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαπᾶ. Ἐκτιμᾶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐκτιμᾶ. Ἀλλά, πρέπει νὰ ξέρομε ὅτι, ἡ ἐμπαθὴς ἐκτίμηση καὶ ἡ ἐμπαθὴς ἀγάπη, εἶναι ἀπολύτως, ἔκφραση τοῦ ἐγωισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος κάνει, δρᾶ καὶ ἐργάζεται, ὑλοποιώντας τὸν ἐγωισμό του, αὐτός, ἀποτυγχάνει στὴ ζωή του, διότι τὰ ἔργα ἐξωτερικὰ μπορεῖ νὰ φαίνονται καλά, ἀλλὰ εἶναι πρὸς τὸ «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», καὶ ὁ Θεός, δὲν παίρνει τίποτε ἀπὸ αὐτά.

.          Γι’ αὐτὸ σήμερα, τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι μπερδεμένοι, τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι συγχυσμένοι, καὶ δὲν ἔχουν τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, μέσα τους, εἶναι γιατί δὲν ἐργάζονται, κατὰ τρόπο Πατερικό, τὴν πνευματικὴ ζωή, ἀλλά, τὴν ἐργάζονται κατὰ τρόπον ἰδιόρρυθμο, δηλ. ὅπως ὁ καθένας νομίζει καὶ ἐκτιμήσει, τί εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωή. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μεγάλο λάθος. Ἂς πάρουμε μία εἰδικότητα, σ’ αὐτὴ τὴν ζωή, πάνω στὰ ὑλικὰ καὶ κτιστὰ πράγματα. Ποτὲ δὲν  αὐτοσχεδιάζουμε,  ἀλλὰ ἀκολουθοῦμε  τὶς  ὑποδείξεις τοῦ εἰδήμονος, διδασκάλου καὶ καθηγητοῦ (δηλ. αὐτοῦ ποὺ γνωρίζει). Τότε, ἂν ἀκολουθήσουμε, τὶς ὑποδείξεις καὶ τὶς κατευθύνσεις, τοῦ εἰδικοῦ ἐπιστήμονα, τότε θὰ πάρουμε καὶ τὸ βραβεῖο, τότε θὰ πάρουμε καὶ τὴν γραπτὴ βεβαίωση, ὅτι, ἔχουμε αὐτὸ τὸν τίτλο, καὶ τότε θὰ μᾶς ἀποδεχθοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅτι, ἔχουμε αὐτὴ τὴν εἰδικότητα. Ἐὰν σ’ αὐτά, τὰ κτιστὰ πράγματα, ἀπαιτοῦνται τέτοιες προϋποθέσεις, γιὰ νὰ μπορέσομε νὰ γίνομε ἀποδεκτοί, πολὺ περισσότερο, στὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ὅπως εἶπα προηγουμένως, τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν.

ΠΗΓΗ: pemptousia.gr 

, , , ,

Σχολιάστε