Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πνευματικὴ θεραπεία

«ΜΕ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑ Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ» (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) – Κάθε νοσοκομεῖο δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Θεό. Κανένα τόσο πολὺ ὅσο τὸ νοσοκομεῖο γιὰ τοὺς ψυχασθενεῖς.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ἑπιστολὴ πρὸς μία γυναίκα γιὰ τὴν τρέλα.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Δὲν φτάνει μόνον ἡ πίστη…» – (Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολὲς Β´)
ἐκδ. «Ἐν πλῷ», 2008.

.           Γράφεις, πὼς ὑπέφερες πολλὰ ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου. Σὲ μάλωνε, σ’ ἔδιωχνε ἀπὸ τὸ σπίτι, σὲ ἔδερνε ἀκόμα. Ὅμως μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ εἶχες τὴ δύναμη νὰ τὰ ἀντέξεις ὅλα. Ποτὲ σὲ κανέναν δὲν παραπονιόσουν καὶ δὲν ἔλεγες ἐκτὸς σπιτιοῦ τὸ τί συνέβαινε στὸ σπίτι. Τὰ πάθη σοῦ μαλάκωσαν τὴν ψυχή, ξερίζωσαν κάθε περηφάνεια καὶ ἀκόμα ἰσχυρότερα σὲ ἔδεσαν μὲ τὸν ζῶντα Θεό. Μιὰ ἐποχὴ νόμιζες ὅτι θὰ τρελαθεῖς. Ὅμως δὲν τρελάθηκες ἐσὺ – τρελάθηκε ὁ ἄνδρας σου. Τώρα εἶσαι ἀνήσυχη γιὰ τὴν ψυχή του, καὶ ρωτᾶς: ὑπάρχει καθόλου σωτηρία γιὰ τοὺς τρελούς;
.             Ἐφ᾽ ὅσον πιστεύεις στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πίστευε ἕως τὸ τέλος καὶ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀφοῦ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, «οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; Καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν» (Ματθ. ι´ 29), τότε πῶς θὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νὰ πέσει στὰ βάσανα καὶ τὴν ἀρρώστια καὶ τὸν θάνατο, χωρὶς τὴ θέλησή Του; Ἀλλὰ ἡ κύρια θέληση τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκφράζεται στὸ «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4). Τοῦτο σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ τρέλα ἐπετράπη ἐπάνω στὸν βασανιστὴ ἄνδρα σου, γιὰ τὴν σωτηρία του. Ἐὰν ὁ ἐλεήμων Δημιουργὸς δὲν  ἤθελε τὴ σωτηρία του, δὲν θὰ τὸν χτυποῦσε μ’ αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἀρρώστια, ἀλλὰ θὰ τὸν χτυποῦσε μὲ τὸν θάνατο στὴ μέση της ἁμαρτίας του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ βάσανο ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς θεραπεύει τὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Γι’ αὐτό, δὲν πρέπει νὰ λυπούμαστε τόσο ἐκείνους ποὺ ἀρρωσταίνουν βαριὰ καὶ πεθαίνουν, ὅσο ἐκείνους, τοὺς σωματικὰ ὑγιεῖς, ποὺ τοὺς ἁρπάζει ὁ θάνατος μέσα στὴν ἁμαρτία τους. Ἔχει λεχθεῖ πὼς σὲ ὅ,τι σὲ βρεῖ, σ’ ἐκεῖνο θὰ σὲ κρίνει: «…εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται» (Λουκ. ιζ´ 34)· ὅποιος βρεθεῖ μέσα στὴν ἁμαρτία θὰ ὑποστεῖ δίκη, ὅποιος βρεθεῖ μέσα στὴ μετάνοια θὰ πάρει συγχώρεση καὶ βραβεῖο. Βέβαια θὰ μοῦ πεῖς ὅτι αὐτὸς τώρα δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ μετανοήσει οὔτε νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό! Γι’ αὐτὸ ἐσὺ θὰ προσεύχεσαι γιὰ ἐκεῖνον, καὶ θὰ προσφέρεις τὶς θυσίες. Αὐτὸς στὴν τωρινὴ κατάσταση μπορεῖ μόνο νὰ ταλαιπωρεῖται, πρὸς σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ γιὰ τὸν φόβο τῶν ἄλλων. Κάθε νοσοκομεῖο δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Θεό. Κανένα τόσο πολὺ ὅσο τὸ νοσοκομεῖο γιὰ τοὺς ψυχασθενεῖς. Τοποθέτησε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Κύριο καὶ νὰ εἶσαι ἤρεμη.

ΠΗΓΗ: orp.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ (νέο βιβλίο)

Νέο Βιβλίο:

ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς κατά τόν Γέροντα Πορφύριο

Γ´ ἔκδοση συμπληρωμένη

, ,

Σχολιάστε

«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΕΝΗΚΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ» (Μητρ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Τοῦ Μητρ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίου 

Ἀδελφοί μου Χριστιανοί,

1. Στόν κόσμο αὐτό πού ἤρθαμε πρέπει νά βροῦμε τόν Θεό καί ἀλλοίμονό μας ἄν δέν τόν βροῦμε. Γιατί τό νά βροῦμε τόν Θεό καί νά ζοῦμε σωστά τήν ζωή μας κατά τόν Νόμο Του, αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας. Ἄς τό μάθουμε καί ἄς τό καταλάβουμε: Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι νά γίνουμε πλούσιοι οὔτε νά γίνουμε ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, οὔτε τέλος πάντων νά ψευτοζήσουμε βολεύοντας τά προβλήματά μας ἀπό ᾿δῶ καί ἀπό ᾿κεῖ, ἀλλά ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἤρθαμε στόν κόσμο εἶναι να βροῦμε τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Ὅπως τό ψάρι ἔγινε γιά νά κολυμπάει και ὅπως τό πουλάκι ἔγινε γιά νά πετάει, ἔτσι, ἀγαπητοί μου, καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε γιά τόν Θεό.

2. Εἶναι νά λυπᾶσαι γιά μερικούς ἀνθρώπους, νά λυπᾶσαι καί νά κλαῖς, γιατί ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Θεό. Μπορεῖ νά εἶναι πλούσιοι καί μορφωμένοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, μπορεῖ νά εἶναι ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, ἀλλά ἀφοῦ ζοῦν χωρίς Θεό, δέν ἔχουν βρεῖ τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς. Τό νά ζοῦμε μέ τόν Θεό σημαίνει νά τόν ἀγαπήσουμε καί νά τόν ἐρωτευθοῦμε· σημαίνει ὁ νοῦς μας νά στρέφεται γύρω ἀπ᾿ Αὐτόν σ᾿ Αὐτόν, σάν στρόφιγγας.

3. Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί μου, πού στά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας λέγεται και καρδιά καί ψυχή, γιατί διακρίνεται ἀπό τήν λογική, πού εἶναι γιά τήν ἐπιστήμη, ὁ νοῦς μας λέγω, εἶναι ἕνα ὄργανο, πού πλάστηκε γιά νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό, ὅπως τά αὐτιά μας ἔγιναν γιά νά συλλαμβάνουν τούς ἤχους ἀπό τόν γύρω κόσμο και ὅπως τά μάτια μας ἔγιναν γιά νά βλέπουν τίς γύρω εἰκόνες. Ἀλλά δυστυχῶς ὁ νοῦς μας ἀντί γιά τόν Θεό στράφηκε στά σαρκικά καί «μπάφιασε» καί θόλωσε. Ἔγινε σκοτεινός. Καί ἄν ὁ καβαλάρης ὁ νοῦς σκοτείνιασε, τότε ὅλη ἡ ὕπαρξή μας πάει κατά κρημνοῦ.

4. Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοινωνικά καί πολιτιστικά ἔργα, ὅπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί, ἀλλά τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά βοηθάει τά παιδιά της νά καθαριστεῖ ὁ νοῦς τους, γιά νά μπορέσουν νά γεύονται τόν Θεό. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός μας εἶπε «οἱ καθαροί στήν καρδιά θά δοῦνε τόν Θεό» (Ματθ. ε´ 8). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σάν τό Νοσοκομεῖο, πού δίνει φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη, γιά τόν φωτισμό τοῦ νοῦ.

5. Λοιπόν, χριστιανοί μου!

(α) Σάν πρώτη ἀρχή γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι νά καταλάβουμε ὅτι αὐτή εἶναι σκοτεινή, γιατί δέν ἔχει μέσα της τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ὅπως τόν εἴδαμε νά λάμπει στήν Μεταμόρφωσή Του. Και ἀφοῦ ἐννοήσουμε τό ψυχικό μας σκοτάδι, νά λέγουμε αὐτήν τήν μικρή προσευχή, πού μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισόν μου τό σκότος»!

 (β) Σάν δεύτερο καλό καί σωστό βῆμα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι το νά διαβάζουμε τήν ζωή τῶν θεραπευμένων. Καί οἱ θεραπευμένοι αὐτοί καί ὑγιεῖς στην ψυχή εἶναι οἱ ἅγιοι. Εἶχαν καί αὐτοί ψυχικές ἀρρώστιες, εἶχαν καί αὐτοί πάθη και ἁμαρτήματα, ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία πού ζοῦσαν, στό θεῖο αὐτό Νοσοκομεῖο, ἔπαιρναν τά πνευματικά τους φάρμακα καί ἔγιναν ἐντελῶς καλά. Εἶναι ὑγιέστατοι! Καί τήν ὑγεία τους τήν βλέπουμε στίς εἰκόνες τους. Στά ἱερά εἰκονίσματα οἱ μορφές τῶν ἁγίων λάμπουν. Ἔχουν φωτοστέφανα. Ἔτσι εἶναι! ᾿Αφοῦ ἑνώθηκαν μέ τόν Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ἔγιναν καί αὐτοί φῶς. Χριστιανοί μου, νά διαβάζουμε τούς βίους ἁγίων, γιά νά κεντρίζεται καί τό δικό μας ἐνδιαφέρον νά τούς μιμούμαστε. Μόνο ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων θά μάθουμε τήν μέθοδο πῶς καθαρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τά ἁμαρτήματα καί ἀπό αὐτούς πάλι θά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ σωστός δρόμος γιά τόν Θεό. Γιατί, προσέχετε! Εἶναι μερικοί, μερικοί καί πολλοί, πού κηρύττουν λανθασμένο δρόμο γιά τόν Θεό. Ἀσφάλειά μας γιά τήν πορεία μας στόν Θεό εἶναι μόνο οἱ ἅγιοι. Ὁ δρόμος γιά τόν Θεό πάει ἀπό ἐκεῖ πού πέρασαν οἱ ἅγιοι. Στά ἴχνη τους, λοιπόν!

 (γ) Σάν τρίτο φάρμακο θεραπείας τῆς ψυχῆς μας ἀπό τήν φαρμακαποθήκη τῆς Ἐκκλησίας μας σᾶς συνιστῶ, χριστιανοί μου, τόν ἡσυχασμό. Ἡσυχασμός σημαίνει τό νά βρίσκουμε λίγη ὥρα κάθε μέρα, ἔστω καί 5 λεπτά, καί κλεισμένοι μόνοι στο δωμάτιό μας ἤ καί περπατώντας στόν δρόμο, νά σκεπτόμαστε τόν Θεό. Νά σκεπτόμαστε τό μεγαλεῖο Του, τήν δόξα Του καί τήν ἀγάπη Του καί μετά νά ἐρχόμαστε στον ἑαυτό μας καί νά βλέπουμε τήν ἀσχήμια μας. Πρέπει νά εἴμαστε αὐστηροί κριτές τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄν θέλουμε τήν σωτηρία μας. Στόν ἡσυχασμό μας αὐτό νά λέγουμε και τήν ἄλλη ὡραία προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», καί τήν ἄλλη πάλι ὡραία προσευχή στήν Παναγία μας, τό «Θεοτόκε Παρθένε Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετά Σοῦ· εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς Κοιλίας Σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν», ὅπως καί νά διαβάζουμε ἀκόμη μέ σειρά ἕνα κομμάτι ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγία Γραφή. Τόν ἡσυχασμό πού σᾶς συνιστῶ τόν ἐφήρμοσαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τό βλέπουμε στούς βίους τους, ἀλλά τόν ξεχάσαμε ἐμεῖς οἱ νεώτεροι, γιατί ἐπηρεαστήκαμε ἀπό τό αἱρετικό παπικό πνεῦμα τῆς δράσεως καί τῆς προβολῆς.

6. Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἤθελα νά σᾶς γράψω σάν ἕνα καλό ξεκίνημα γιά τόν Θεό καί καλή ἐπιτυχία νά ἔχουμε καί σεῖς καί ἐγώ στό ξεκίνημά μας αὐτό. Εἶναι κρῖμα, ἀλλά καί ἐντροπή μας, χρόνια μέσα στήν Ἐκκλησία καί νά μήν ἔχουμε ἀκόμη θεραπευθεῖ πνευματικά, ἀλλά οὔτε καί νά γνωρίζουμε κἄν τήν μέθοδο θεραπείας. Ἄς δώσει ὁ Κύριος μετάνοια σέ ὅλους μας. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, ΑΜΗΝ.

 Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας 

ΠΗΓΗ: .alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΙΑΣΟΜΑΙ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΑΤΑ ΥΜΩΝ» (Παιδιά μου ἀγαπημένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίμματα τῆς ψυχῆς σας τῆς τσακισμένης ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα.)

«Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν»
 (Ἱερεµ. γ´ 22)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4261, Ὀκτώβριος 2012

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Πονεῖς. Πονεῖς καὶ βασανίζεσαι. Δὲν ξέρω ποῦ κάθεσαι τὴν στιγµὴ αὐτή. Ἂν εἶσαι σ᾽ ἕνα µικρὸ δωµάτιο, ἂν ἀναπαύεσαι σὲ µιὰ βεράντα, ἂν εἶσαι σὲ κάποια ἐξοχὴ ἢ ἂν κατοικῆς σὲ μιὰ πολυθόρυβη πόλη. Ἂν δίπλα σου ὑπάρχουν πολλοὶ ἢ λίγοι, ἂν φλυαροῦν ἢ γελοῦν, ἂν παίζουν ἢ κοιµοῦνται. Τὴν στιγµὴ αὐτὴ δὲν σκέπτοµαι τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ εἶναι γύρω σου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιβάλλον σου. Σκέπτοµαι ἐσένα τὸν ἴδιο, ἐσένα καὶ τὴν καρδιά σου. Τὴν καρδιά σου ποὺ θλίβεται τόσο …
.           Ὑποφέρεις ὄχι λίγο. Νιώθεις ὄχι ἁπλῶς πληγωµένος, ἀλλὰ τσακισµένος. Αἰσθάνεσαι τὴν καρδιά σου νὰ εἶναι συντρίµµια, κοµµατιασµένη, καταξεσχισµένη ἀπὸ τὸν πόνο. Καὶ αὐτὰ τὰ ζῆς ὄχι µόνο τώρα. Τὰ τελευταῖα χρόνια, τὸν πιὸ πολὺ ἴσως καιρό, πονᾶς. Αἱµορραγεῖ ἡ καρδιά σου.
.           Θὰ  ἤθελες νὰ ἀκούσης μιὰ λέξη ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν ψιθυρίζει κατ᾽ εὐθείαν στὴν ψυχή µας τὴν ὥρα τούτη: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22). Θὰ γιατρέψω τὰ τραύµατά σας. Θὰ θεραπεύσω τὴν καρδιά σας τὴν συντετριµµένη ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν τσακισµένη ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, λέει ὁ Θεός.

*  *  *

.           «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν», ὑπόσχεται ὁ Θεός. Καὶ ἡ ὑπόσχεσή του εἶναι αἰώνια, ὅπως αἰώνια εἶναι καὶ ἡ δύναµη καὶ ἡ ἀγάπη Του. Ἀλλὰ ἐµεῖς, ἂν καὶ πονᾶµε, εἴµαστε πολλὲς φορὲς τόσο δύσκολοι νὰ δεχθοῦµε τὴν ὑπόσχεση αὐτή! Γιὰ τὰ τραύµατα τῆς καρδιᾶς µας τρέχουµε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀναζητᾶµε τὴν θεραπεία καὶ τὴν ἀνόρθωση τῶν συντριµµάτων µας σὲ χίλιες µεριές, σὲ χίλιους τόπους, µἐ χίλιους τρόπους. Καὶ ξεχνᾶµε τὸν Ἕνα.
.           Δὲν βλέπετε τί κάνουν τόσοι καὶ τόσοι βασανισµένοι, πονεµένοι, πενθοῦντες ἄνθρωποι! Ὁ ἕνας ρίχνεται στὰ ταξίδια, ὁ ἄλλος στὸ πιοτό, ὁ τρίτος στὴν ἁµαρτία καὶ στὴν λάσπη, ὁ τέταρτος παραδίνεται στὴν ἀπελπισία καὶ στὴν ἀπόγνωση καὶ ὁ πέµπτος δὲν διστάζει νὰ κάνη τὰ µεγάλο ἔγκληµα καὶ νὰ τινάξη τὰ µυαλά του στὸν ἀέρα. Καὶ ἔτσι τὰ συντρίµµατα γίνονται ἐρείπια, οἱ πληγὲς µεγαλώνουν καὶ ὁ πόνος πληθαίνει πάνω στὴν γῆ.
.           Πληθαίνει, γιατί οἱ βασανισµένοι τρέχουν, γυρίζουν, χτυποῦν πολλὲς πόρτες, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὶς πόρτες αὐτὲς δὲν ὑπάρχει γιατρός, δὲν ὑπάρχει θεραπευτής, δὲν ὑπάρχει ἴαση. Τὰ βάσανα µένουν καὶ µεγαλώνουν, οἱ θλίψεις µένουν καὶ αὐξάνονται, ἡ ψυχὴ πιέζεται ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Ἂς ἦταν ὅλος αὐτὸς ὁ κόσµος νὰ ἄκoυγε, νὰ ἄκουγε προσεκτικὰ µέσα στοὺς θορύβους τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσµου τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἐπιστράφητε, υἱοί, καὶ ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22).

*  *  *

.           Παιδιά µου, παιδιά µου ἀγαπηµένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίµµατα τῆς ψυχῆς σας Ἐγώ, ποὺ ἔπλασα τὴν ψυχὴ αὐτή. Μόνο γυρίστε κοντά µου. Ἐλᾶτε στὸν Πατέρα σας. Διότι µόνο Ἐγὼ µπορῶ νὰ ἀναστηλώσω τὴν γκρεµισµένη ψυχή σας. Μὲ ἕνα µου λόγο ἡ καρδιά σας θὰ γίνη καινούργια. Πνοὴ παρηγοριᾶς θὰ φυσήξη δροσερὴ µέσα σας καὶ ἀνακούφιση καὶ ἀναψυχὴ θὰ σᾶς πληµµυρίσουν. Ἀντὶ τοῦ πόνου θὰ σᾶς δώσω τὴν χαρά µου. Στὰ κουρασµένα στήθη σας θὰ φυτέψω τὴν εἰρήνη µου. Θὰ σηκώσω τὸ βάρος τῆς θλίψεως ἀπὸ τοὺς ὤµους σας.
.           «Ἐπιστράφητε, υἱοί. Ζητῆστε µε. Ζητῆστε τὸν Πατέρα καὶ Θεό σας. Σταµατῆστε πιὰ αὐτὸ τὸ µάταιο γύρισµα, αὐτὴ τὴν χωρὶς νόηµα περιπλάνηση. Πάψτε νὰ θρηνῆτε ἀπελπισµένα βλέποντας τὰ αἶµα ποὺ τρέχει καθηµερινὰ ἀπὸ τὴν πληγωµένη καρδιά σας. Σᾶς τὸ ὑποσχέθηκα καὶ ὁ λόγος µου µένει στὸν αἰῶνα: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Ὅσο καὶ ἂν πονᾶτε, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση καὶ ἂν εἴσαστε, θὰ σᾶς θεραπεύσω. Μόνο µὴ καθυστερῆτε. Τὸ σπίτι µου, τὸ σπίτι τοῦ Πατέρα σας, σᾶς περιµένει µἐ ὁλάνοιχτες πόρτες. Ἡ Ἐκκλησία µου ἔχει πάντοτε ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά. Ἐλᾶτε λοιπόν, σκουπίστε τὰ µάτια σας, σηκῶστε τὸ βλέµµα σας καὶ κοιτάξτε µε. Δὲν θὰ κουραστῶ νὰ σᾶς τὸ ξαναπῶ ἄλλη µιὰ φορά: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Παρηγορηθῆτε, παρηγορηθῆτε, παιδιά µου βασανισµένα …

*  *  *

.           Πόσες φορές, Κύριε, ζῶ καὶ γῶ στὴν ἴδια θλιβερὴ κατάσταση! Παρόµοια συναισθήµατα πόνου, ἀπελπισίας µὲ κυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ. Κρίνω τὰ πάντα µὲ τὴν ψυχρὴ ἀνθρώπινη λογική. Ἡ ὀλιγοπιστία µοῦ ψαλιδίζει τὰ φτερὰ τῆς ψυχῆς. Γιατὶ στὴν κοπιαστικὴ πορεία µου λησµονῶ τὴν ὑπόσχεσή Σου, πὼς θὰ εἶσαι γιὰ πάντα μαζί µου, Συνοδοιπόρος πιστός.

.           Παιδί µου, τὶς ἠµέρες ἰδιαίτερα αὐτές, θὰ σοῦ ὑπενθυµίσω αὐτὸ ποὺ ἔλαβε χώρα ἐκεῖ στοὺς Ἐµµαούς κατὰ τὴν εὐλογία καὶ κλάση τοῦ ἄρτου. Τότε ποὺ «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλµοὶ» τῶν δύο µαθητῶν. Μὴ τὸ ξεχνᾶς. Ὅταν θὰ προσέρχεσαι µἐ «καιοµένην καρδίαν» στὴν µυστικὴ Τράπεζα, τότε θὰ διανοίγωνται τὰ µάτια τῆς ψυχῆς σου καὶ θὰ βλέπης καθαρὰ τὶς θλίψεις, τὸν πόνο, ὅλες τὶς δυσκολίες. Θὰ τὶς βλέπεις σωστὰ καὶ θὰ τὶς ἀντιµετωπίζης «ἐν δυνάµει», ἐν τῇ δυνάµει «τῆς βρώσεως τοῦ ἄρτου». Καὶ θὰ συνεχίζης νικηφόρα τὴν πορεία τῆς ζωῆς σου, ἀφοῦ στὴν καρδιά σου θὰ ζῶ Ἐγὼ καὶ ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς µου.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ 4 «Στὴν συνάντηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πίστη μας πραγματοποιεῖται τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας μας: ἡ θεραπεία τῆς πνευματικῆς μας τυφλώσεως, τῆς παρανοίας μας καὶ κάθε ἀρρώστιας καὶ ἀσθένειας». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

γίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ἡ θεραπεία τῶν δύο τυφλῶν (Κυριακὴ Ζ´Ματθαίου,
Ματθ. θ´  27-35[4
]
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/21/ἡ-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν-1-θεέ-μου-ἄδ/

Β´  μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/21/ἡ-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/22/ἡ-θεραπεία-τῶν-δύο-τυφλῶν-3/

.             Ὁ εὐαγγελιστὴς λέει πὼς πρῶτα ὁ Κύριος ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο κι ἔπειτα ἔκανε τὸν βουβὸ ἄνθρωπο νὰ μιλήσει. Ἡ πράξη αὐτὴ δείχνει πὼς ὁ Κύριος πάντα προχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια στὸ κέντρο τῶν πραγμάτων, βαθιὰ μέσα στὴ ρίζα τοῦ κακοῦ. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἦταν μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶχε δεσμεύσει καὶ τὴ γλώσσα τοῦ βουβοῦ ἀνθρώπου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βγεῖ πρῶτα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ τότε θὰ λύνονταν αὐτόματα τὰ δεσμὰ καὶ θὰ παραδίδονταν τὰ ἡνία ποὺ αἰχμαλώτιζαν τὸν δαιμονισμένο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος πρῶτα ἔβγαλε τὸ πονηρὸ πνεῦμα κι ἔπειτα χάρισε στὸν ἄνθρωπο τὸ νοῦ καὶ τὴν ὁμιλία.
.             Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὸν παραλυτικό, ποὺ πρῶτα τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» καὶ ἔπειτα «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου» (Ματθ. θ´ 2, 6). Ἦταν πάγια τακτικ τοῦ Χριστο ν θεραπεύει πρτα τν σωτερικὸ νθρωπο, τὸ σωτερικό του πάθος, κι πειτα τὴν σωματική του ρρώστια. Θὰ μποροῦσε νὰ λύσει τὴ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ν᾽ ἀφήσει τὸ πονηρὸ πνεῦμα μέσα του. Ἔτσι ὅμως τί θὰ εἶχε κατορθώσει; Γιατί νὰ λύσει τὴν γλῶσσα του; Γιὰ νὰ μιλήσει τὸ δαιμόνιο καὶ νὰ ἐκστομίσει βλασφημίες ἐνάντια στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο; Γιατί νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ μικρότερο κακὸ καὶ νὰ τὸν ἀφήσει δεμένο μὲ τὰ μεγαλύτερα δεσμά; Μήπως μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ διάβολος δὲν θὰ ἔδενε ξανὰ τὴν γλώσσα του καὶ θὰ τὸν ξανάκανε βουβό;
.             Πόσο σοφά, πόσο σωστὰ εἶναι τὰ ἔργα Σου, Κύριε! Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε, εἶναι νὰ θαυμάζουμε τὴν ἄπειρη σοφία Σου, νὰ μάθουμε ἔτσι νὰ ἐνεργοῦμε καὶ μεῖς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπὸ τὸ θεμέλιο πρὸς τὴν τελειότητα.
.             «Καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ· οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια» (Ματθ. θ´33, 34). Μερικοὶ θαύμαζαν κι ἄλλοι μυκτήριζαν. Μερικοὶ χαίρονταν μὲ τὸ καλὸ κι ἄλλοι ἐνεργοῦσαν ἐνάντια στὸ καλό. Ὁ λαός, οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, δόξαζαν τὸν Θεὸ κι οἱ ἡγέτες του σκέφτονταν τὸν πονηρό. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ὀνόμαζαν τὸν Χριστὸ «Υἱὸ τοῦ Δαβὶδ» καὶ «Κύριο», ἐνῶ οἱ «σοφοὶ ἐν ἐαυτοῖς» γραμματεῖς τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα τῶν δαιμονίων, ἀπεσταλμένο τοῦ Βεελζεβούλ. Ο τυφλο βρκαν τ φς τους κα τν εδαν. Ο κουφο βρκαν τν κοή τους κα τν κουσαν. Ο δαιμονισμένοι λευθερώθηκαν κα τν ναγνώρισαν. Οἱ λαλοι μίλησαν κα τν μολόγησαν. Ο σοφο ατο τοῦ κόσμου μως, μ μυαλ σκοτισμένα π τς πίγειες πιδιώξεις κα μ καρδις ποστεωμένες π τὴν ματαιότητα κα τὸν φθόνο, δν μποροσαν ν δον, ν᾽ κούσουν, ν γνωρίσουν κα νὰ μολογήσουν τν Υἱὸ το Θεο, «ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστὶ» (Α´Κορ. γ´ 19).
.             Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ, ἀναφωνοῦσαν μὲ θαυμασμὸ οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠλίας κι ὁ Ἐλισσαῖος ἔκαναν διάφορα θαύματα, μὰ πῶς; Μὲ τὴν βοήθεια τῆς πίστεως, τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὴν πλευρά τους καὶ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τὰ θαύματα αὐτὰ τὰ ἔκανε ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τοὺς ἁγίους αὐτοὺς ἀνθρώπους. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἔγιναν μὲ τὴν δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Ἡ διαφορὰ μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀρχαίων θαυματουργῶν εἶναι ὅπως ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι. Τὸ φεγγάρι φέγγει μὲ τὸ φῶς ποὺ δανείζεται ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὁ ἥλιος ὅμως εἶναι αὐτόφωτος, λάμπει μὲ τὸ δικό του φῶς. Οἱ ἀπροκατάληπτες κι ἁπλὲς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔνιωθαν τὴν μεγάλη διαφορά, γι᾽ αὐτὸ κι ἀναφωνοῦσαν: οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.
.             Οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνταν τὴν θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἂν μποροῦσαν βέβαια θά ᾽χαν ἀρνηθεῖ ὅλα τὰ θαύματα, θὰ τὰ ἔκρυβαν, θὰ κατέφευγαν σὲ ψευδομάρτυρες γιὰ νὰ πιστοποιήσουν τὰ ψέματά τους, ὅπως στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μποροῦσαν ὅμως ν᾽ ἀρνηθοῦν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν μπροστὰ σὲ μεγάλα πλήθη ἀνθρώπων. Τὸ ξαναλέμε πὼς δὲν ἀρνοῦνταν τὸ θαῦμα, μὰ τὸ ἑρμήνευαν μὲ τὸν δικό τους πονηρὸ καὶ πανοῦργο τρόπο. Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, ἔλεγαν. Τὸ εἶπαν αὐτὸ γιὰ τὸν Κύριο σὲ διάφορες περιπτώσεις κι Ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε σκληρὴ καὶ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση. «Εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ᾽ ἑαυτὸν καὶ μεμέρισται, οὐ δύναται σταθῆναι» (Μάρκ. γ´ 23-26), τοὺς εἶπε. (Βλ. ἐπίσης καὶ Ματθ. ιβ´ 24-26· Λουκ. ια´ 17-18).
.             Εἶναι, ἀλήθεια πὼς εἶναι πολὺ σκληρὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν διανοητική του ἐπάρκεια, νὰ φανταστεῖ πιὸ γελοῖα, ἀσυνεπῆ καὶ ἀνόητη ἑρμηνεία τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ, ἀπ᾽ αὐτὴν ποὺ σκέφτηκε ὁ σκοτισμένος νοῦς τῶν γραμματέων τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἀρχόντων τοῦ ἔθνους. Νὰ βγοῦν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ σατανᾶ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιο περίπου μὲ τὸ νὰ ἰσχυριστοῦμε πώς, «σκοτώνει κάποιος τὰ παιδιὰ κάποιου πατέρα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα τους!» Ἢ νὰ ἐπιτίθεται καὶ νὰ ἐξολοθρεύει ἕνα στρατὸ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ διοικητῆ. Δὲν εἶναι ψέμα πὼς φθόνος εναι τυφλός. Θά ᾽λεγε κανεὶς πὼς φθόνος εναι καὶ νόητος. Γιατί φθόνος δν κάνει μόνο τν καρδι σκληρ σν πέτρα κα τυφλώνει τ νο, λλ μπερδεύει κα τὴν γλῶσσα. Ἔτσι δὲν ξέρει τί λέει κι ἑπομένως ὅλα ὅσα ἐκφέρει ἡ φθονερὴ γλῶσσα, ἀκούγονται γελοῖα κι ἀνόητα.
.             Ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε σημασία σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀνόητη κακεντρέχεια τῶν φθονερῶν ἀρχόντων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πορεύθηκε ἤρεμα τὸ δρόμο Του, τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας ὅλων ἐκείνων ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Πατέρας, ὥστε «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο» (Ἰωάν. ιζ´ 12). Γι’ αὐτὸ καὶ καταλήγει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο:
.             «Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πάσαν νόσον καὶ πάσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. θ´ 35). Οἱ πόλεις καὶ τὰ χωριὰ ἦταν τὸ ἴδιο γι᾽ Αὐτόν. Δὲν ἀναζητοῦσε τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εὐαγγελιστὴς μιλάει γιὰ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ δείξει τὸν ζῆλο τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με» (Ψαλμ. ξη´ 9). Γιὰ τὸν Κύριο μία μέρα ἦταν σὰν χίλια χρόνια. Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἦταν τριμερές, ὅπως βγαίνει καθαρὰ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ: Δίδασκε, κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεράπευε κάθε ἀρρώστια καὶ ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Δίδασκε, δηλαδὴ ἑρμήνευε τὸ πνεῦμα τῆς πρώτης Δημιουργίας καὶ τοῦ Παλαιοῦ νόμου. Κήρυττε, ἔθετε τὰ θεμέλια τῆς Νέας Κτίσεως, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων. Θεράπευε, ἔδινε δηλαδὴ τὴν μαρτυρία τῆς διδαχῆς καὶ τοῦ κηρύγματός Του μὲ τὰ ἔργα Του.
.             Ὅλ᾽ αὐτὰ ὁ Κύριος τὰ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ὄχι μόνο γιὰ τὸν λαὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ τοὺς συγχρόνους Του, ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς. Ὁ Κύριος εἶναι σύγχρονος μὲ ὅλους ὅσοι ὑπῆρχαν καὶ θὰ ὑπάρξουν. Τό ᾽κανε αὐτὸ ὥστε μὲ τὸ φῶς Τοῦ ν᾽ ἀνάψει τὸ καντήλι τῆς ψυχῆς μας· μὲ τὴν ἀγάπη Του νὰ συναντήσει τὴν πίστη μας· μ τὴν συνάντηση ατ τς γάπης το Θεο μ τν πίστη μας ν πραγματοποιηθε τ θαμα τς σωτηρίας μας: θεραπεία τς πνευματικς μας τυφλώσεως, τς παρανοίας μας κα κάθε ρρώστιας καὶ σθένειας.

.             Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ἐλέησέ μας! Βοήθησέ μας νὰ μάθουμε ν δοξολογομε τὸ νομά Σου μὲ τὸ σῶμα μας, μὲ τὸ λαό μας κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς. Νὰ ὑμνοῦμε τὸ ὄνομά Σου, μαζὶ μὲ τ᾽ ὄνομα τοῦ πανένδοξου καὶ ἄναρχου Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιό Σου Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΚΛΗΡΙΚΟΙ – ΨΥΧΟΛΟΓΟΙ («Τὸ πᾶν εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ»)

ΚΛΗΡΙΚΟΙ – ΨΥΧΟΛΟΓΟΙ

Το Πρωτ. Διονυσίου Τάτση
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 20.07.2012

.          Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐντυπωσιάζονται ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ποὺ ἔχουν σπουδάσει παράλληλα ψυχολογία, ψυχιατρικὴ ἢ ἄλλες παρεμφερεῖς ἐπιστῆμες. Θεωροῦν ὅτι εἶναι οἱ πιὸ κατάλληλοι νὰ τοὺς βοηθήσουν πνευματικὰ καὶ νὰ τοὺς δείξουν ἕνα ἄλλο δρόμο, διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν παραδοσιακὸ καὶ ἁγιοπατερικό, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε καὶ διαβάζουμε στὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸ καὶ χρειάζεται προσεκτικὴ ἀντιμετώπιση. Δὲν πρέπει νὰ φτάνουμε στὴν ὑπερβολὴ πὼς τάχα μόνο οἱ ἐπιστήμονες κληρικοὶ εἶναι ἄξιοι καὶ ἀποτελεσματικοὶ πνευματικοί, ἀνεξάρτητα ἂν οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν πνευματικὴ ζωὴ καὶ δὲν τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς κοσμικοὺς ψυχολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὸn Θεό, περιφρονοῦν τὶς ἐντολὲς καὶ ἐμφανίζονται ὡς οἱ πλέον ἁρμόδιοι γιὰ τὴν λύση τῶν διαφόρων πνευματικῶν θεμάτων, ποὺ ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι.
.          Ἀλίμονο σ᾽ αὐτοὺς τοὺς κληρικοὺς –ψυχολόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν μποροῦν νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ κοσμικὸ καὶ ἐπιστημονικὸ πνεῦμα καὶ εἶναι στερημένοι ἀπὸ κάθε πνευματικὴ ἐμπειρία. Εἶναι ἀκατάλληλοι νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Οἱ ἴδιοι δὲν δέχονται κάτι τέτοιο, γι᾽ αὐτὸ καὶ κρίνουν μὲ μεγάλη εὐκολία τοὺς πάντες καὶ ἰδιαίτερα τοὺς παραδοσιακοὺς πνευματικούς, ἐνῶ προβάλλουν καὶ ἐφαρμόζουν τὶς ψυχολογικές τους ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν ἔχουν σταθερὰ θεμέλια, πολὺ περισσότερο δὲν ἔχουν χριστιανικὸ ὑπόβαθρο. Οἱ ρασοφορεμένοι ψυχολόγοι θέτουν σὲ δεύτερη μοίρα τὸ ρόλο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι προκλητικὸ καὶ προσεγγίζει τὰ ὅρια τῆς βλασφημίας.
.          Οἱ νεώτεροι Γέροντες εἶχαν ἐπισημάνει τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ὀλίσθημα καὶ ἦταν ἐπιφυλακτικοὶ ἀπέναντί τους. Τοὺς θεωροῦσαν ἀνθρώπους, ποὺ ὁδηγοῦν ὅλους ἐκείνους, ποὺ τοὺς ἐμπιστεύονται στὴν καταστροφὴ καὶ ὄχι στὴ σωτηρία. Εἰδικότερα ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε ὅτι οἱ κληρικοὶ αὐτοὶ «εἶναι πνευματικὰ ἄρρωστοι καὶ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἁγιοπατερικὲς ἐξετάσεις καί, ἀφοῦ θεραπευθοῦν, τότε θὰ διακρίνουν καὶ μόνοι τους τὸ ἄρρωστο αὐτὸ πνεῦμα καὶ θὰ γνωρίσουν παράλληλα καὶ τὴν θεία χάρη, γιὰ νὰ χρησιμοποιοῦν στὸ ἑξῆς στὶς ψυχὲς ποὺ πάσχουν τὴν θεία ἐνέργεια καὶ ὄχι τὶς ἀνθρώπινες τέχνες». Μιλοῦσε ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ ἔμπειρου καὶ χαριτωμένου πνευματικοῦ, γιὰ νὰ δείξει τὴ διαφορὰ καὶ νὰ διαλύσει τὴν πλάνη, ποὺ ὑπῆρχε σὲ πολλοὺς χριστιανούς, σχετικὰ μὲ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν κληρικῶν ψυχολόγων. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτα τὰ λόγια του: «Τὸ πᾶν εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν ψυχὴ μπορεῖ νὰ τὴν βοηθήσει μόνο χαριτωμένος πνευματικός, μὲ πίστη, ποὺ ἀγαπάει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν πονάει, γιατὶ γνωρίζει τὴν μεγάλη της ἀξία, τὴν βοηθάει στὴν μετάνοια, τὴν ξαλαφρώνει μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὸν παράδεισο ἢ πετάει τὸν λογισμὸ μὲ τὸν ὁποῖο βασανίζει τὴν εὐαίσθητη ψυχὴ ὁ πονηρός, καὶ θεραπεύεται. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀρρώστια στὸν κόσμο ἀπὸ τὸν λογισμό, ὅταν δηλαδὴ πείσει ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπο μὲ λογισμοὺς ὅτι δὲν εἶναι καλά. Ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνώτερος γιατρὸς σ᾽ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπὸ τὸν ἔμπειρο πνευματικό, ποὺ ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ἁγιότητά του καὶ πετάει αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὰ εὐαίσθητα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει ψυχὲς καὶ σώματα δίχως φάρμακα, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὶς ἐξασφαλίζει καὶ τὸν παράδεισο».
.          Οἱ ἐνάρετοι κληρικοὶ ἐνεργοῦν μὲ τὴν τέχνη τῆς θείας χάρης, ἐνῶ οἱ κληρικοὶ – ψυχολόγοι μὲ τὴν ἀνθρώπινη τέχνη τῆς ἐπιστήμης. Ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀμφισβητοῦμε. Οἱ πρῶτοι πιάνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸν οὐρανό, ἐνῶ οἱ δεύτεροι προσπαθοῦν νὰ τὸν βοηθήσουν, γιὰ νὰ ζήσει καλά, δηλαδὴ μὲ κοσμικὴ χαρά, πάνω στὴ γῆ, χωρὶς καμιὰ ἐλπίδα γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητα. Πόση διαφορὰ ἔχει ὁ παράδεισος ἀπὸ τὴν κόλαση!

ΠΗΓΗ: «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ» 

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

Λόγος Βασιλείου Ἐπισκόπου Σελευκείας

«Εἰς τὴν Χαναναίαν» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 295 καὶ ἑξῆς.

 .          Ἰδοὺ ὅτι ὑπῆρξε καὶ συμφορά, ἡ ὁποία ἔγινε ἀφορμὴ μεγάλης εὐφροσύνης, καὶ πένθος ποὺ προξένησε εὐθυμία, καὶ λύπη ποὺ ἔφερε ὑπερβολικὴν χαρά. Ἐπειδὴ ὅπου παρευρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὁ θρῆνος μεταβάλλεται σὲ ἡδονήν, καὶ ὁ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς μεταλλάσσεται σὲ εὐφροσύνην. Τὸ μαρτυρεῖ αὐτὸ μὲ τὰ λόγια της κραυγάζοντας ἡ Χαναναία, τὴν ἱστορία τῆς ὁποίας μὲ θαυμασμὸν ἡ βίβλος τῶν Εὐαγγελίων τὴν ἐπιδεικνύει μέχρι τώρα, καὶ διατηρεῖ τὴν κραυγή της γραμμένη σὰν σὲ στήλη, ὥστε ὁ ἐπίβουλος χρόνος νὰ μὴν παρασύρη τὴν μνήμη, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τῆς πίστεως εἶναι πιὸ δυνατός. «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ Θεὸς παρευρίσκεται παντοῦ, καὶ κανένας τόπος δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν περιορίση. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι κατὰ φύσιν ἀόρατος, ἐπιβεβαιώνει τὴν παρουσία του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἔβλεπαν, προβάλλοντας τὸν ναὸ ποὺ ἐνεδύθη πρὸς χάριν μας. Ἦλθε στ μέρη τς Τύρου κα τς Σιδνος, στ παλαι καταγώγια τν δαιμόνων, στς περιοχς τν εδώλων, στς χρες τς εδωλολατρίας, στ ντικείμενο τς κατηγορίας τν Προφητν.
.          π τν ουδαία στν Σιδώνα κα τν Τύρον. π τ ργαστήρια τς εσεβείας στν βυθ τς σεβείας. π τος μαθητς το Μωυσέως, στος ργάτες τν δαιμόνων. Καὶ γιὰ ποῖον λόγον μεταβαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο; λεγχος τν ουδαίων εναι μετάβασις το Κυρίου. ς εεργέτης συγχρόνως κα δικαστής, περιοδεύει Σωτήρ. Εἶναι ἀληθῶς ἀδυσώπητος κατηγορία ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐθνικῶν. πειδὴ μως καταιγισμς τν θαυμάτων δν κατόρθωσε ν κάμψη τν ουδαϊκν λαόν, στε ν στραφ στν πίστη, λλ ν πλώνετο τ παράδοξον θεραπευτικ δίχτυ, μόνο τ θνος τν ουδαίων, ξ ατίας τς γρίας βασκανίας τους, πέφυγε τν θύρα τς σωτηρίας, τί καμεν σοφς ατρός; Πς μεθοδεύει τν αση τς ρρωστημένης γνώμης; Μεταφέρει στν Σιδώνα τ φάρμακα τς θεραπείας της, γι ν ρεθίση τν πιστον, ντιπαραθέτοντας ατν μ τ θνη. Εἶναι παλαιό, νομίζω, τὸ τέχνασμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου, νὰ κάνη δηλαδὴ τὸν ἀχάριστο νὰ ἐντραπῆ, συγκρίνοντάς τον μὲ τὰ χειρότερα. Θέλοντας κάποτε νὰ ἐλέγξη τὴν ἀπείθεια τῶν Ἰουδαίων, ηὔξησε τὸν ἔλεγχον, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς Νινευίτες. Καὶ στέλλει τὸν Ἰωνᾶ νὰ παρακολουθήση τὴν μεταβολὴν τῶν ἀσεβῶν, προβάλλοντας τὸν Προφήτην τῶν Ἰουδαίων, ὑπηρέτην τῆς κατακρίσεως τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ ἐκεῖνος λυπούμενος ἄκαιρα τοὺς ὁμοεθνεῖς του, κλέπτει τὸν ἔλεγχο καὶ δραπετεύει ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔστειλε. Δὲν ἐγνώριζε ὅτι θὰ τὸν ἁλιεύση τὸ κῆτος καὶ θὰ τὸν παρουσιάση δέσμιον στὸν Δεσπότη. Καὶ πάλι συστελλόμενος ἀπὸ φόβον ἔγινε θεατὴς τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν εἰδωλολατρῶν. Μίαν φωνὴ μόνον ἄφησε, καὶ αἰχμαλώτισε ὅλων τὶς γνῶμες. Καὶ εἶδε τὴν προφητεία του νὰ διαψεύδεται, μαθαίνοντας στὴν πράξη πόσο πιὸ καλόπιστοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Καθ’ ὅσον αὐτοὶ μὲν κατέσφαξαν τοὺς Προφῆτες τους, ἐνῶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦσαν τὴν ὕπαρξη, ἔφριξαν ἀκούγοντάς τον. Ὅταν δὲ ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ἐματαίωσε τὴν ἀπειλὴν τοῦ Προφήτου, ἔπαυσαν νὰ σαλεύωνται τὰ τείχη τῆς πόλεως, ἀπεσύρθη τὸ ξίφος ποὺ ἦταν ἕτοιμο νὰ πέση, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ θανάτου ἀνεκλήθη, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν πίστη τῶν καταδίκων. Ἐνικήθη θυμὸς προφητικός, βλέποντας τὸν ὑπεύθυνο νὰ νικᾶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην.
.          Ἔτσι καὶ τώρα ὁ Σωτὴρ βαδίζει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Σιδώνα καὶ τὴν Τύρο, γιὰ νὰ στηλιτεύση τὴν Ἰουδαϊκὴν ὑποκρισίαν, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς ἀσεβεῖς. Πρόσεξε παρακαλῶ τὸν Εὐαγγελιστὴν πῶς κομπάζει μὲ τὴν διήγηση, καὶ ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μεταβάσεως τοῦ Κυρίου: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. π πο κεθεν; π κε που θαυματουργώντας δέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας κουεν βρεις, κα εεργετώντας ντιμετώπιζε τν πιστία. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐκ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζε λέγουσα: Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Χαναναία τὸ γυναικάριον, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν ἠρνήθη τὸ γένος της. Ἡ πίστις ἐνίκησε τὴν φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ἂς μὴν κατηγορῆ τοὺς Χαναναίους. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔλυσε τὰ ἐγκλήματα τῶν πατέρων της, γίνεται ἀρχὴ εὐσεβείας, κραυγάζοντας στοὺς εὐσεβεῖς: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πόσες μυριάδες Ἰουδαίων ἐθεράπευσε ὁ Χριστὸς καὶ ἀντὶ εὐχαριστίας ἤκουσε: «Οὗτος πόθεν ἐστὶν οὐκ οἴδαμεν». Ἐνῶ μία ἄσημος γυναίκα Χαναναία καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, μὲ ἀναπτερωμένην πίστη ἔφθασε σὲ ὕψος εὐαγγελιστοῦ. «Κύριε, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Πένθος ἐλεεινὸν καὶ θέαμα γιὰ τὴν μητέρα πιὸ πικρὸν καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρὲς παλεύει μὲ τὴν κόρη, καὶ ὁ ἐχθρὸς παραμένοντας ἀόρατος, παρατάσσεται κατὰ τοῦ παιδιοῦ.
— Πῶς νὰ ἀναγγείλω τὸ δεινόν, πῶς νὰ κηρύξω τὸ πάθος; Δὲν ὑποφέρω νὰ τὴν βλέπω. Πηδᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, περιφέρεται στὴν πόλιν ἐκτείνοντας τὰ χέρια στὸν ἀέρα, μὲ βλέμμα ἀπλανὲς καὶ ἀκάλυπτα τὰ μαλλιά. Γιὰ καταγώγιον τοῦ δαίμονος τὸ ἐγέννησα τὸ παιδί μου; Παραβλέπει τὴν αἰσχύνην ἡ συμφορά, καὶ τὸ πάθος αἰχμαλώτισε τὴν φυσικὴν ἐντροπήν. Ἀφήνει κραυγὲς ποὺ προκαλοῦν τὸν φόβο. Τρέχει στὸν δρόμο, ἐλεεινῶς σιωπᾶ καὶ ἀκόμη χειρότερα ὁμιλεῖ. Δὲν ἔχει προθεσμίαν ἡ τιμωρία, καταναλώνονται οἱ νύκτες στὴν ἀγρυπνία. Εὑρίσκοντας δὲ τὶς ἡμέρες φοβερότερες ἀπὸ τὶς νύκτες, πηδᾶ ἀπὸ τὴν κλίνη καὶ ἀρχίζει νὰ διαλαλῆ τὴν συμφορά:
—Ἐλέησόν με, ποὺ μαστιγώνομαι ἀπὸ τὴν θυγατέρα μου. Ἐκείνης τὸ πάθημα, ἰδικός μου ὁ πόνος, ἐκείνην διαπομπεύει τὸ δαιμόνιον, ἡ φύσις ὅμως διὰ μέσου ἐκείνης γίνεται ὅπλον ἐναντίον μου. Ὁ δαίμων εἰσῆλθε στὴν θυγατέρα πολεμώντας τὴν μητέρα, σ’ ἐμένα ρίπτει τὰ βέλη διὰ μέσου αὐτῆς. Εἴθε νὰ μὴ μοῦ γεννοῦσε αὐτὴν τὴν κυοφορίαν ἡ φύσις! Νὰ ἐτελείωνε ἡ ζωή μου μὲ τὸν τοκετό. Θὰ ἦταν παρηγορία γιὰ τὸν θάνατον ὁ νόμος τῆς φύσεως. Ἐλέησόν μας.
.           «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Ὢ φιλάνθρωπος σιωπὴ μὲ σχῆμα ἀπάνθρωπον! Ὢ σιωπὴ μεγαλόφωνος, ποὺ εἶναι κατήγορος τῶν Ἰουδαίων! Μὲ αὐτὴν ἔλεγε ὁ Σωτὴρ στοὺς Ἰουδαίους: Βλέπεις, Ἰουδαῖε, Χαναναίας εὐγένεια; Βλέπεις ἀπὸ ρίζα διαβεβλημένην καρπὸν ἐπαινετόν; Δν δέχθη τν Μωυσ γι νομοθέτη κα νεγνώρισε το Μωυσέως τν Δεσπότην. Δν γνωρίζει Προφτες κα πιστεύει σ’ ατν πο προφητεύθη. Καὶ σημεῖα δὲν εἶδε, καὶ τὸν ἀπόγονό του Δαυὶδ ὁμολόγησε. Τὸν Θεὸν τὸν ἠρνήθης ἔπειτα ἀπὸ τόσα θαύματα, καὶ αὐτὴ πρὶν ἰδεῖ θαῦμα τὸν ἐπίστευσε. Ἀλλὰ κοίτα ποὺ κλαίει καὶ ἐγὼ τὴν παραβλέπω πρὸς χάριν σου. Ἂν καὶ λυποῦμαι τὸ πένθος, ὅμως κρύβω τὸ ἔλεος. Φωνάζει σὰν ἐθνική, τὴν στέλλω σ’ ἐσὲ παίρνοντάς σου ἀπὸ πρὶν τὴν πρόφαση τῆς ἀπιστίας. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσω ἀπὸ τὸ πάθος, γιὰ νὰ μὴ σοῦ προκαλέσω φθόνο. Συγκρατῶ τὴν θεραπεία, γιὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω λαβὴν ἀπιστίας, γιὰ νὰ μὴ λέγω, κατηγορώντας σὰν ἄπιστος: τὴν Χαναναίαν ἐλεοῦσες; Γιατί ἐθεράπευες τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Μωυσέως; Κοίτα ποὺ τὴν ἀφήνω νὰ κλαίη, καὶ γιὰ νὰ τιμήσω ἐσέ, παραβλέπω μητέρα ποὺ τιμωρεῖται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης!
.           «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». ναβολ τς θεραπείας, δοκιμασία τς πίστεως, χωνευτήριο τῆς προαιρέσεως τῆς γυναικός. Μᾶλλον ἡ σιωπὴ τοῦ Κυρίου γίνεται ἔπαινος στὴν Χαναναία. Μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ χορὸς τῶν Ἀποστόλων, μὴ γνωρίζοντας τὴν σοφία τῆς Δεσποτικῆς σιωπῆς, καὶ ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρη τὴν φωνὴ τῆς πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης πρὸς τὸν Σωτήρα, καὶ πρεσβεύουν γιὰ τὴν γυναίκα οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Δέχονται αὐτοὶ τὶς ἱκεσίες της, καὶ παρακαλοῦν τὸν Κύριον: «Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἠμῶν». Τί ἀπαντᾶ ἡ ἀνέκφραστος φιλανθρωπία, ἡ ἀπόρρητος σοφία; «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις».
.           Βαρυτέρα ἀπὸ τὴν σιωπὴν ἡ ἀπόκρισις. Ἀνάλογος ὅμως μὲ τὴν πίστιν τῆς Χαναναίας. Διότι ἂν δὲν ἦταν ἡ πίστις της μεγάλη, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Σωτήρα γιὰ ἀπανθρωπίαν ἢ γιὰ ἀδυναμίαν, θὰ ἀπεμακρύνετο καὶ θὰ ἔλεγε: τί φοβερὰ ἀπανθρωπία! Δὲν μὲ ἐλυπήθη ποὺ κλαίω, δὲν ἐλέησε μητέρα ποὺ πληγώνεται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης, δὲν ἐλέησε τὸ δράμα τῆς φύσεως. Ἱκέτευα καὶ μὲ ἀπεστρέφετο, ἐφώναζα καὶ μὲ ἀπέφευγε. Καὶ πρῶτα μὲν ἀπέκρουσε τὶς φωνές μου μὲ τὴν σιωπήν. Οὔτε ὅταν ἐφώναζα τὴν ὥρα ποὺ σιωποῦσε τὸν συνεκίνησα, τότε ποὺ εἶχα καλὲς ἐλπίδες γιὰ τὴν θεραπείαν, ὅταν τὸ πάθημά μου εὐρῆκε συνηγόρους, ὅταν προσδοκοῦσα φιλάνθρωπο λόγον, ὅταν ὀνειροπολοῦσα πὼς μόλις ὁμιλήσει θὰ ἀπαλλαγῆ ἡ θυγατέρα μου. Μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα ἀνέμενα φωνὴν ποὺ θὰ φέρη τὴν ἄνεση. Καὶ τότε ὁμίλησε καὶ διέλυσε τὶς ἐλπίδες μου. Φορτωμένη μὲ λύπη φεύγω. Μοῦ πρόσθεσε συμφορὲς μὲ τὶς ὕβρεις του. Κυνάριο μὲ εἶπε μέσα σὲ τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αὐτὸς δικαιώνει τὸν δαίμονα. Φαίνεται τῆς κόρης μου ἡ συμφορὰ ἐνίκησε κι αὐτοῦ τὴν δύναμη. Ἴσως μὲ τὶς ὕβρεις ἔκρυψε τὴν ὁμολογία τῆς ἥττας του. Ἕνα μόνον ἐκέρδισα ἀπὸ τὴν ἱκεσία μου. Ηὔξησα τοῦ δημίου τῆς κόρης μου τὴν ἀγανάκτησιν, ἄναψα τὸν θυμόν του μὲ τὰ λόγια ἐκείνου, ἔκαμα ἀγριότερον τὸν ἐχθρὸν τοῦ παιδιοῦ μου. Ἀλλὰ δὲν ὀλίσθησε σὲ παρομοίους λόγους, οὔτε μὲ τὶς ὕβρεις ἡ πίστις ἀτόνησε. Μεγάλη ἡ πίστις τῆς γυναικός, γι’ αὐτὸ καὶ ἐθησαυρίσθη στὰ Εὐαγγέλια. «Οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων τοῖς κυναρίοις». Αὐτὴ δὲ προσπαθώντας νὰ μεταπείση τὸν Δεσπότην ἔλεγε: Ναὶ Κύριε, παίρνω τὴν ὕβρη σὰν ὑπόσχεση θεραπείας. «Καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Μοῦ ἐγγυᾶται τὴν σωτηρίαν ἡ προσφώνησις τοῦ ζώου αὐτοῦ. Ἂς γίνη τὸ μέγεθος τῆς ὕβρεως μέτρον γι’ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ δώσης. Κυνάριο μὲ ὀνόμασες. Σὰν κατοικίδιο θὰ ἀπολαύσω τὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου μου. Ἔχει μερίδιον ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν τέκνων καὶ τὸ κυνάριο. Δὲν ἁρπάζω τὸν ἄρτο, τὰ ψίχουλα ζητῶ. Δὲν πηδῶ ἐπάνω στὴν τράπεζα, αὐτὰ μοῦ φθάνουν. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ ἀπόλαυσιν. Ἂς ἀπολαύση ὁ κληρονόμος σου ἐκεῖνο τὸ τραπέζι, ἂς πέση ὅμως ἀπὸ τὸ χέρι σου κάποιο ψίχουλο καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ὢ πίστις! Ὢ σύνεσις! Ὢ εὐλάβεια Χαναναίας! Τί κάνει λοιπὸν ὁ Σωτήρ; Ἀποκαλύπτει τί ἔκρυβε ἡ σιωπή: «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»! Γι’ ατ νέβαλα τν χάρη, γι ν δείξω τν πίστη σου. Δν σιωποσα ς πάνθρωπος, λλ σύχαζα ς προγνώστης. Περίμενα ν φανε λη σου πίστις. θελα ν διδαχθον ο παρόντες τί μαργαρίτης κρύπτετο σ γυναίκα Χαναναία. Σοῦ ἀνοίγω ὅλο τὸ τραπέζι τῆς θεραπείας, καὶ σοῦ χαρίζω ὄχι σὰν σὲ κυνάριο τὰ ψίχουλα, ἀλλὰ ὡς θυγατέρα τὸν ἄρτον. Ἐσὺ μὲν ἐνίκησες μὲ τὴν πίστη τοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ δὲ μὲ τὴν δωρεὰ τὸ αἴτημά σου. «Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Γίνε σὺ ἰατρὸς τῆς κόρης σου, μέσα σου ἔχεις τῆς θεραπείας τὸ φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατὰ τῶν Ἰουδαίων καὶ τοῦ δαίμονος. Λάβε ἔπαθλο τῆς πίστεως, τὴν θεραπεία τῆς φύσεως.
.           Ἂς ἀναζητήσωμε τὴν πίστη, τὸν στέφανον τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς ἀγαπήσωμε τὴν πίστη, τὴν ἀστραπὴ τῆς ὁποίας δὲν ὑποφέρουν οἱ δαίμονες. Τὴν πίστη, τὸ κεφάλαιον τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἀκούσωμε τὸν Παῦλο ποὺ φωνάζει: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει». «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ὥστε νὰ ἀκούσωμε καὶ ἐμεῖς τὸν Δεσπότη νὰ μᾶς λέγη: «Γενηθήτω ὑμῖν ὡς θέλετε». Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώμων.

.           Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



 ΠΗΓΗ:  «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ» (orp.gr/?p=325)

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΡΡΩΣΤΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ» (π. Παΐσιος Ἁγιορ.)

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ νὰ σχολιασθοῦν τὰ λεγόμενα τοῦ ἁγιασμένου Γέροντος ἴσως νὰ συνιστᾶ θράσος. Πάντως δὲν πρόκειται γιὰ σχολιασμὸ ἀλλὰ γιὰ ὑπογράμμιση τῆς παραμέτρου ποὺ ὁ ἴδιος ἀναφέρει: «οἱ ἀνθρώπινες τέχνες» (ἡ ψυχολογία). Αὐτὲς ἔχουν εἰσβάλει στὴν χριστιανικὴ-ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ὅσο ὑποχωρεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ γνησία πνευματικὴ ζωή, τόσο προχωρεῖ καὶ κερδίζει ἔδαφος ἡ ἐμπιστοσύνη στὶς ἀνθρώπινες τέχνες, στὴν ἀνθρώπινη διάνοια καὶ δύναμη, στὴν ἀνθρωποκεντρικὴ ἐπίλυση τῶν προβλημάτων, τόσο διολισθαίνουμε στὴν ὑποκατάσταση τῆς ζωῆς τῆς πίστεως μὲ τὴν ζωὴ τῆς αὐτοπεποιθήσεως. Μήπως κι αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν συνιστᾶ ἕνα παράγοντα τῆς Κρίσεως;

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΟΙ

ΠΟΥ ΣΠΟΥΔΑΖΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου
 “Ἐπιστολές”,
Ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστ.  “Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 1994, σελ. 102-103.

.          «Αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶναι καλὰ πνευματικά, εἶναι μερικοὶ ἱερωμένοι ποὺ σπουδάζουν ψυχολογία, γιὰ νὰ βοηθήσουν τὶς ψυχὲς (μὲ ἀνθρώπινες τέχνες). Καὶ τὸ παράξενο εἶναι ποὺ οἱ δάσκαλοί τους οἱ ψυχολόγοι δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν παραδέχονται οὔτε ψυχή, ἢ τὴν παραδέχονται μὲ ἕνα δικό τους τρόπο (σχεδὸν ὅλοι). Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πράξη τους οἱ κληρικοὶ αὐτοὶ φανερώνουν ὅτι πνευματικὰ εἶναι ἄρρωστοι καὶ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἁγιοπατερικὲς ἐξετάσεις, καί, ἀφοῦ θεραπευθοῦν, τότε θὰ διακρίνουν καὶ μόνοι τους τὸ ἄρρωστο αὐτὸ πνεῦμα καὶ θὰ γνωρίσουν παράλληλα καὶ τὴν θεία Χάρη, γιὰ νὰ χρησιμοποιοῦν στὸ ἑξῆς τὶς ψυχὲς ποὺ πάσχουν τὴν θεία ἐνέργεια καὶ ὄχι τὶς ἀνθρώπινες τέχνες.
.          Ὅταν ὁ ἄνθρωπος … βοηθηθεῖ νὰ πιστέψει στὸν Θεὸ καὶ στὴν μέλλουσα ζωή, τὴν αἰώνιο – συλλάβει δηλαδὴ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς – καὶ μετανοήσει, ἀλλάξει ζωή, ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριὰ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τὸν ἄνθρωπο, διώχνοντας καὶ ὅλα τὰ κληρονομικά του. Ἔτσι ἔγινε σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ μετανόησαν, ἀγωνίστηκαν μὲ φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, ἔγιναν καὶ Ἅγιοι καὶ τοὺς προσκυνᾶμε τώρα μὲ εὐλάβεια καὶ ζητᾶμε καὶ τὶς πρεσβεῖες τους, ἐνῶ πρὶν εἶχαν πολλὰ πάθη καὶ κληρονομικά.
.          Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ἐνῶ πρὶν ἦταν ὁ πιὸ αἱμοβόρος ληστής, μὲ κληρονομικὴ κακία, μόλις πίστεψε στὸν Θεό, μετανόησε, ἀσκήθηκε, ἔφυγαν ὅλα τὰ πάθη, τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀξιώθηκε νὰ λάβει ἀκόμα καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα. Πέρασε δὲ στὴν εὐαισθησία ἀκόμα καὶ τὸ Μέγα Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπὸ τὴν μεγαλύτερη ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς Ρώμης, μὲ κληρονομικὲς ἀρετὲς καὶ ἐπιστημονικὴ μεγάλη μόρφωση.
.          Ἑπομένως, τ πν εναι Χάρις το Θεο κα τν ψυχ μπορε ν τν βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, μ πίστη, πο γαπάει τν ψυχ κα τν πονάει, γιατί γνωρίζει τ μεγάλη της ξία, τν βοηθάει στ μετάνοια, τὴν ξαλαφρώνει μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο πετάει τὸν λογισμό, μ τν ποο βασανίζει τν εαίσθητη ψυχ πονηρός, κα θεραπεύεται.
.          Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀρρώστια στὸν κόσμο ἀπὸ τὸν λογισμό, ὅταν δηλαδὴ πείσει ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπο μὲ λογισμοὺς ὅτι δὲν εἶναι καλά. Ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνώτερος γιατρὸς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπὸ τὸν ἔμπειρο Πνευματικό, ποὺ ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ἁγιότητά του καὶ πετάει αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὰ εὐαίσθητα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει ψυχὲς καὶ σώματα δίχως φάρμακα, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὶς ἐξασφαλίζει καὶ τὸν Παράδεισο».

  • (Σ.: Ἔχει σημασία ὅτι πρόκειται γιὰ κείμενα ποὺ ὁ ἴδιος ὁ γέροντας ἔγραψε μὲ τὸ χέρι του)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: egolpion.com

, , , , ,

Σχολιάστε