Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πνευματικὴ Ζωή

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ («Τὰ ψυχολογικὰ λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται μὲ λανθασμένους τρόπους ἀντιμετώπισης τῶν λογισμῶν».)

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ

 (Ἐν ὄψει τῆς Πεντηκοστῆς)

.             Στὸν χριστιανισμό, ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν κατανοεῖται κατὰ τὴν συνήθη ἀντίληψη τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος θεωρεῖ πνευματικὴ ζωὴ συνήθως τὴν ζωὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὰ γράμματα, μὲ τὶς τέχνες, μὲ τὶς ἐπιστῆμες. Γι’  αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζει ἀντιστοίχως πνευματικὸ ἄνθρωπο τὸν μορφωμένο ἄνθρωπο, τὸν καλλιτέχνη, τὸν ἐπιστήμονα, αὐτὸν δηλαδὴ ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Πνευματικὴ ζωὴ ὅμως κατὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη εἶναι ἡ ζωὴ πρωτίστως ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τὴν χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Ὅποιος ἔχει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του, αὐτὸς καὶ μόνο χαρακτηρίζεται πνευματικὸς ἄνθρωπος. «Ὅσοι Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται οὗτοι εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ» (ἀπόστολος Παῦλος).
.             Αὐτὴ ἡ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ζωὴ συνιστᾶ καὶ τὸν σκοπὸὅλης τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Ἀφήνοντας τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σημειώνουμε αὐτὸ ποὺὁ νεώτερος ἅγιος τῆς Ρωσικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς καθ’  ὅλου Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶχε πεῖ: «Ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ὄχι ἁπλῶς νὰ γίνει ὁἄνθρωπος ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, ἕνας κοινωνικὸς ἐργάτης, ἕνας ἀλτρουϊστής, μὲ ἄλλα λόγια νὰ βρίσκεται στὸν κόσμο τοῦτο σ’  ἕνα καλὸ ὁριζόντιο ἐπίπεδο, ἀλλὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει μέσα του τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Δὲν αὐθαιρετεῖ ὁ ἅγιος οὔτε ἐκφράζει κάτι ποὺ ἀνάγεται στὸν χῶρο τῆς φαντασίας. Ὁ ἰσχυρισμός του εἶναι ὅ,τι ἀποτελεῖ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅ,τι μὲἄλλα λόγια ἔφερε ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, Ἰησοῦς Χριστός. Διότι ὁ Χριστὸς ἦλθε, προκειμένου νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο Θεό, ἐντάσσοντας τὸν μέσα στὸν ἑαυτό Του καὶ κάνοντας τον ἑπομένως προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ Του. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα». «Μέλη Χριστοῦ ἐσμεν». Κι αὐτὸ πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, διὰ τοῦ ἁγίου χρίσματος, διὰ τῆς μετοχῆς στὴ Θεία Εὐχαριστία, κι ὅλα αὐτὰ μέσα στὸ κλίμα τῆς μετάνοιας.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ οὐσιαστικὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺὁἄνθρωπος θὰἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία, καὶ  παραπέμπει  πάντοτε σ’ αὐτὸ ποὺὀνομάζεται χριστιανικὴ ζωή. Πνευματικὴ ζωὴ καὶ χριστιανικὴ ζωὴ βρίσκονται σὲ σχέση ταύτισης. Κάθε ἄλλη συνεπῶς πνευματικότητα, ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, δὲν θεωρεῖται ὀρθή, δηλαδὴ σωτήρια γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πνευματικότητα, μᾶλλον παραπέμπει σὲ κάτι ἐπικίνδυνο, γιατί λαμβάνουν μέρος καὶ «ἄλλα πνεύματα», ξένα πρὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὡς ἀπόκτησης τοῦ ἁγίου Πνεύματος ταυτίζεται μὲ τὴ φανέρωση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, χάρης τὴν ὁποία ἤδη ἔχει λάβει μὲ τὸ βάπτισμα καὶ μὲ τὸ χρίσμα. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ καλεῖται νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ εἶναι, αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ.
.             Ἡ φανέρωση αὐτή, τὸ νὰ γίνεται ὁἄνθρωπος αὐτὸ ποὺ εἶναι, νὰ ἐπιβεβαιώνει μὲἄλλα λόγια ὅτι εἶναι μέλος Χριστοῦ, δὲν πραγματοποιεῖται εὔκολα καὶ μονομιᾶς. Ἀφ᾽ ὅτου ὁἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἡ ἁμαρτία ὡς τάση ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν τυραννᾶ, παρ’  ὅλη τὴν υἱοθεσία του ἀπὸ τὸν Χριστό, ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Ἀπαιτεῖται ἡ ἀδιάκοπη συνεργασία τῆς ἀνθρώπινης θέλησης μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, γι’  αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοί μας σημειώνουν ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἔχει δυναμικὸ καὶ ἐνεργητικὸ χαρακτήρα. Περιλαμβάνει δὲ τρία στάδια, ποὺ τὰ κατονομάζουν, χωρὶς πάντοτε νὰ δένονται μὲ τοὺς ἴδιους ὅρους: τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ θέωση.
.             Τὸ κρισιμότερο στάδιο ἀπὸ τὰ τρία γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι τὸ πρῶτο, τῆς κάθαρσης. Γιατί σ’  αὐτὸ κατ᾽ ἐξοχὴν φανερώνεται ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὸν Θεό. Σ’  αὐτὸ τὸ στάδιο ὁἄνθρωπος καθαρίζεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ καρδιά του νὰ γίνει κάτοπτρο ποὺ ἀντανακλᾶ τὶς ἀκτίνες τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Κατὰἀναλογία τῆς κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του ἔρχεται ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση, ὁπότε ὁ πιστὸς ἀρχίζει νὰ φανερώνει τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν νὰ ἔχει πάρει μορφὴ μέσα του ὁ Χριστός. Ἔτσι πνευματικὸς ἄνθρωπος, ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πραγματοποιεῖ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ αὐτὸ ποὺ λέει ὁἀπόστολος Παῦλος: «μέχρις καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». «Ἄχρις οὐ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ἡμῖν».
.             Στὴν κρισιμότητα τοῦ πρώτου σταδίου τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς κάθαρσης, καίρια θέση ἔχουν οἱ λογισμοὶ τοῦἀνθρώπου. Σκέψεις ἢ εἰκόνες ποὺ προερχόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὸν πονηρὸ διάβολο ἀποπροσανατολίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φυσιολογία τῆς ζωῆς, νὰ φανερώνει τὸν Χριστό. Ἂν ὁ πιστὸς δὲν ἔχει μάθει νὰἀντιμετωπίζει τοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς διακρίνει ἔναντι τῶν ἄλλων ποὺὑπάρχουν – ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του – τότε τὸ πιθανότερο δυστυχῶς εἶναι νὰ ἐπέλθει σὲ αὐτὸν σύγχυση καὶ νὰ ἀρχίζει νὰ ζεῖ σὲ ἕνα χάος ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς. Οἱ ἅγιοί μας εἶναι ἀρκετὰἀποκαλυπτικοὶ στὸ θέμα αὐτὸ τῆς σύγχυσης τῶν λογισμῶν, γι’ αὐτὸ καὶἀπὸ τὴν ἐμπειρία τους ἔχουν καταγράψει τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς κακῆς αὐτῆς καταστάσεως, ὁπότε ἂν κανεὶς ἀκολουθήσει τὴν ἐμπειρία τους, σχετικὰ εὔκολα θὰ μπορέσει νὰ ὑπερβεῖ τὴ σύγχυση καὶ νὰ ὀρθοποδήσει πνευματικά. Αὐτὴ ἡ ἀκολουθία τους πρὸς ἔλεγχο καὶ ὑπέρβαση τῶν λογισμῶν, καὶ μάλιστα τῶν κακῶν καὶ πονηρῶν λεγομένων, συνιστᾶ καὶ τὸ μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Τὴ σημασία ἀποκτήσεως αὐτοῦ τοῦ μυστικοῦ καταλαβαίνει κανείς, ἂν σκεφτεῖὅτι κατ τ πλεστον τ ψυχολογικ λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται μ λανθασμένους τρόπους ντιμετώπισης τν λογισμν. Οἱ περισσότεροι δὲν ξέρουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν κακὴ διαχείρισή τους καὶ μὲ τὸ δεδομένο τῆς ὑποκίνησής τους ἀπὸ τὸν πονηρό, δυστυχῶς αὐξάνονται καὶ καθίστανται «τύραννοι» τοῦ ἀνθρώπου, κάνοντάς τον νὰ ζεῖ ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ ἤδη μία κόλαση.
.             Τί μᾶς διδάσκουν λοιπὸν σὲ γενικὲς γραμμὲς οἱἅγιοί μας στὸ θέμα αὐτό; Πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στοὺς λογισμούς. Δηλαδή, ὅταν κάποιος λογισμὸς μᾶς ταλαιπωρεῖ καὶ βλέπουμε ὅτι ἐρχόμενος μᾶς καταβάλλει, τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τὸν θέσουμε ὑπ᾽ ὄψη διακριτικοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Ἀλλὰ τὸ σημαντικότερο, πέραν αὐτοῦ, εἶναι νὰ μάθουμε νὰ περιφρονοῦμε τοὺς λογισμούς, τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ πονηροῦ. Πῶς θὰ ξέρουμε ποιός λογισμὸς εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ; Ἀπὸ τὸ τί διάθεση προκαλεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πονηρὸς λογισμὸς συνήθως προκαλεῖ φόβο, ταραχή, κακὴ διάθεση στὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ ἐκ Θεοῦ τὸἀντίθετο: ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλον, εἰρήνη, καλὴ ψυχικὴ διάθεση. Τὸ κριτήριο μᾶς τὸ δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται». Ὅ,τι λοιπὸν μᾶς προκαλεῖ ταραχὴ ξέρουμε τὴν προέλευσή του. Τὸ σημειώνουν καὶ οἱὅσιοι Βαρσανούφιος καὶἸωάννης: «Εἴ τι βλέπῃς εἴ τι ἀκούῃς εἴ τι λογίζῃ, κἂν μικρὸν ταραχθῆς, τῶν δαιμόνων ἐστὶ τοῦτο». Βλέπεις κάτι, ἀκοῦς κάτι, λογίζεσαι κάτι, καὶ βλέπεις ὅτι ταράζεσαι;  Ἀπὸ πίσω μᾶλλον κρύβεται ὁ διάβολος.

 

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.gr

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ «Πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων»

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡ. ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
[Ἐφ. δ´ 7-13]

Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ
«Πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
 ἀρ. τ. 4264, Ἰαν. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ὁ Κύριος καὶ Λυτρωτής µας ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία Του στὴν γῆ. Καὶ µοίρασε πλούσια τὶς δωρεές Του. Ἀνέδειξε καὶ ἔδωσε µέσα σ᾽ αὐτὴ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Προφῆτες ποὺ θὰ παρουσιάσουν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ἔδωσε τοὺς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, τοὺς ποιµένες καὶ διδασκάλους, ποὺ θὰ καθοδηγοῦν τὸν καθένα ξεχωριστὰ καὶ ὅλους µαζὶ τοὺς Χριστιανούς.
.           Καὶ ὅλα αὐτά, µᾶς τονίζει στὴν σηµερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, µᾶς τὰ ἔδωσε γιὰ ἕνα µεγάλο σκοπό: «πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων», δηλαδὴ γιὰ νὰ καταρτίζονται, νὰ οἰκοδοµοῦνται πνευµατικά, νὰ προοδεύουν καὶ νὰ τελειοποιοῦνται στὴν ἀρετὴ οἱ πιστοὶ στὴν χριστιανικὴ ζωή.
.           Πῶς θὰ ἐπιτύχουµε αὐτὸ τὸν πνευµατικὸ καταρτισµό µας;

*  *  *

Α) Μὲ σοβαρότητα κι ἀποφασιστικότητα.

 .           Πρῶτα-πρῶτα χρειάζεται νὰ καταλάβουµε ὅτι πρέπει νὰ πάρουµε στὰ σοβαρὰ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τοῦ πνευµατικοῦ µας καταρτισµοῦ. Ὁ χριστιανικός µας καταρτισµὸς εἶναι πολὺ σπουδαία ὑπόθεση. Δὲν εἶναι παιγνίδι οὔτε ψυχαγωγία. Εἶναι σκληρὴ ἐργασία, συνεχὴς καὶ ἐντατικὴ πάνω στὸν ἑαυτό µας. Γιατί ὁ κακοµαθηµένος ἑαυτός µας ἀντιστέκεται, γλιστράει, µᾶς ξεγελάει. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος µᾶς προτρέπει: «Μετὰ φόβου καὶ τρόµου» νὰ ἐργαζόµαστε γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουµε τὴν σωτηρία µας. Εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς ζωῆς µας. Χρειάζεται λοιπόν, νὰ ἐπισηµάνουµε τὰ ἀδύνατα σηµεῖα ποὺ ἔχει. Καὶ τότε µὲ ὑποµονὴ καὶ ἐπιµονή, ἀλλὰ καὶ µὲ αὐστηρὴ αὐτοκριτικὴ νὰ προχωρήσουµε ἀποφασιστικὰ στὴν διόρθωσή του.

Β) Μὲ τὴν συµπαράσταση τῶν ἄλλων.

.           Στὴν προσπάθειά µας αὐτή, πολὺ θὰ µᾶς βοηθήσει ἡ παρουσία καὶ βοήθεια πνευµατικῶν ἀδελφῶν. Ἐµεῖς φυσικὰ θὰ προσπαθοῦµε µὲ ὅλες µας τὶς δυνάµεις, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουµε κόπους καὶ θυσίες γιὰ τὸν καταρτισµό µας. Θὰ κάνουµε ὅ,τι µποροῦµε. Ὅµως πάντοτε ὑπάρχει ὁ ὑποκειµενικὸς παράγων. Δηλαδὴ τὸν ἑαυτό µας τὸν δικαιολογοῦµε πολλὲς φορὲς καὶ τοῦ χαριζόµαστε.
.           Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ ζητᾶµε τὴν βοήθεια καὶ νὰ δεχόµαστε τὶς ὑποδείξεις πνευµατικῶν ἀδελφῶν. Αὐτοὶ µᾶς βλέπουν πιὸ ἀντικειµενικὰ καὶ γι᾽ αὐτὸ πιὸ σωστά.

Γ) Οἱ πνευµατικοί µας πατέρες.

.           Ἀκόµη θὰ πρέπει νὰ τονίσουµε, πὼς εἶναι ἀπαραίτητοι γιὰ τὸν πνευµατικό µας καταρτισµό, οἱ ποιµένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ συνετοὶ καὶ σώφρονες πνευµατικοὶ ὁδηγοί. «Οἱ ἀληθεύοντες ἐν δόγµασι καὶ βίῳ καὶ λόγῳ».
.           Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ πνευµατικοῦ ἀγώνα, ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, τονίζει τὴν ἀνάγκη ποιµένων καὶ διδασκάλων «πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων». Καὶ ὄχι µόνο τονίζει, ἀλλὰ ὅπως γράφει στοὺς Θεσσαλονικεῖς, «παρακαλοῦµε νύχτα καὶ ἡµέρα τὸν Θεὸ νὰ φέρει τὶς περιστάσεις νὰ δοῦµε τὸ πρόσωπό σας καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήµατα τῆς πίστεως ὑµῶν» (Α´ Θεσ. γ´ 10).

*  *  *

.           Ἀλλὰ δὲν φτάνει µόνο ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν καταρτισµό του. Ταυτόχρονα εἶναι ἀπαραίτητn ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς αὐτὴ τίποτε δὲν γίνεται. Ὁ Κύριος εἶχε τονίσει: «χωρὶς ἐµοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. ιε´ 5).
.           Ἡ θεία Χάρη µᾶς δίνεται µὲ τὴν συµµετοχή µας στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας µας. Εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸν πνευµατικό µας καταρτισµό. Παίρνουµε  µ᾽ αὐτή τὴν θεία βοήθεια καὶ νικᾶµε τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναµίες µας. Νικᾶµε τὸν ἴδιο τὸν πονηρό.
.           Ἂς ζητᾶµε τὴν θεία Χάρη µὲ θερµὴ προσευχή. Ἂς τὴν παίρνουµε τακτικὰ µὲ τὰ ἅγια Μυστήρια. Καὶ ἂς προσφέρουµε ὅλη µας τὴν θέληση καὶ τὴν προσπάθειά µας στόν Κύριο γιὰ τὸν πνευµατικό μας καταρτισµό.

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ «Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…

τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

.         Δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά Ἱεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του Ἀνάληψη, ὁ Ὁποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 13).
.        ῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο “ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας” καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκῆ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
.         ῎Ετσι ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχῆ κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, “ἀπό δόξης εἰς δόξαν”. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. “Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: “Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ” (Ρωμ. η´ 9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός “ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας”.
.         Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: “᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 7).
.          ῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – “οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (᾽Ιωάν. ϛ´ 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι “οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ” (᾽Ιωάν. ιδ´ 6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι “σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γιατί ὅποιος ἔχει τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
.          Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό Ἅγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. Ἀλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. Ἀπαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν “εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα”. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. “Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. θ´ 16).
.        Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
.       Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στήν βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό “ἐλεύθερο” νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τήν θέωση.
.          Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει “νάρκη” στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι, ὥστε ἐμεῖς νά Τόν “κανονίζουμε” στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού “βιαζόταν” ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
.      Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μιὰ ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κεκλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε “συγκληρονόμοι Χριστοῦ” (Ρωμ. η´ 17).

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 3

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Γ´]

Γ´ Ἡ πορεία πρὸς τὴν θέωση
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/30/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου-2/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.         Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ περιγράψουμε ἀμυδρὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση, θὰ προσπαθήσουμε νὰ μεταφέρουμε πιστὰ τοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μὲ κόπο πολὺ διήνυσαν τὸν δρόμο αὐτὸ καὶ τώρα ἀγάλλονται αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.         Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ἐπιτυγχάνουμε μόνοι μας. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐμεῖς πάσχουμε τὴν θέωση, ἐνῶ ὁ Θεὸς τὴν ἐνεργεῖ[1]. Θὰ πρέπη ὡστόσο κι ἐμεῖς νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε νὰ καταστήσουμε ἄξιο τὸν ἑαυτό μας νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κρατήση τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεά.
.         Πρώτη προϋπόθεση γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση. Διότι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν[2].

.         Οἱ μεγαλύτερες πτώσεις στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἦταν καὶ οἱ δύο προσπάθειες γιὰ «θέωση», ποὺ στηρίζονταν ὅμως ὄχι στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὴν ἔπαρση καὶ στὸν ἐγωισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν φοβερὴ πτώση, ἀθεράπευτη γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας, καὶ δυσθεράπευτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δυστυχῶς τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς μέχρι τὶς μέρες μας. Διάφορα κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ συστήματα ὑπόσχονται πολλὰ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀποτυγχάνουν τραγικά, διότι ἔχουν ὡς κέντρο τους τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο Χριστό.
.         Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε πολὺ καθαρά: Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν[3]. Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίση τὴν ἀδυναμία του, καὶ ζητήση μὲ συντριβὴ τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει νὰ βαδίζη στὸν δρόμο τῆς θεώσεως. Οἱ Ἅγιοι ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἐνῶ ἔλαμπαν καὶ θαυματουργοῦσαν, ταυτόχρονα θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους χειρότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωση τοὺς ἀνέδειξε θεοὺς κατὰ Χάριν.

* * *

.         Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ἐκφράσεις θέωσις, ἕνωσις μὲ τὸν Θεό, ὁμοίωσις μὲ τὸν Θεό, γνῶσις Θεοῦ, θεωρία τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός, εἶναι προσπάθειες περιγραφῆς τῶν ἐμπειριῶν τῆς θεώσεως[4]. Μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου συνυπάρχει ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν πατερικὸ λόγο, βλέπει τὸ Φῶς καὶ γίνεται Φῶς: «Φῶς γεγονὼς καὶ διὰ τοῦ φωτὸς θεώμενος καὶ φῶς ὁρῶν». Γιὰ νὰ ἀξιωθῆ ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὸν Θεό, θὰ πρέπη νὰ καθαρίση τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη: Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται[5]. Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
.         Ἡ τέλεια κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό: «Ὅταν φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ τελειότητα, ἀφοῦ καθαρθῆ ὁλότελα ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ ἑνωθῆ τελείως μὲ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα… τότε γίνεται ὅλος φῶς, ὅλος πνεῦμα, ὅλος χαρά, ὅλος ἀγάπη»[6].
.         Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στὴν κάθαρση, βλέπει τὸν Θεό. Οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς ἐξηγοῦν πῶς συμβαίνει αὐτό: Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ἑπομένως «ὅποιος καθάρισε τὴν καρδιά του ἀπὸ κάθε ἐμπάθεια, βλέπει μέσα στὸ δικό του κάλλος τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ»[7]. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρίσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε πάθος, ἔχει κάνει τὴν καρδιά του ἕναν καθαρὸ πνευματικὸ καθρέπτη στὸν ὁποῖο καθρεπτίζεται ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός.
.         Ὁ ἀγῶνας βέβαια γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη δὲν εἶναι καθόλου εὔκολος. Χρειάζεται πολὺς κόπος καὶ συνεχὴς βία: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. Καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα». Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια, γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι τελείως ἀπαραίτητη ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι «οἱ ἀρετὲς ἀπὸ μόνες τους δὲν μποροῦν νὰ κάνουν καθαρὴ τὴν καρδιά, χωρὶς τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[8].
.         Ὅσο προχωρᾶ ὁ ἄνθρωπος στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του, τόσο περισσότερο ζῆ πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος. Τὰ πρῶτα πικρὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μετατρέπονται σὲ δάκρυα βαθιᾶς εἰρήνης καὶ τέλος σὲ δάκρυα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ὁ νοῦς φωτίζεται καὶ βλέπει σιγὰ-σιγὰ μὲ ἄλλο τρόπο τὰ πράγματα, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζεται ἀπάθεια.
.         Στὴν ἀπάθεια διακρίνουμε τέσσερα στάδια: «Ἡ πρώτη ἀπάθεια, ποὺ παρατηρεῖται στοὺς ἀρχαρίους, εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Δεύτερη εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία συγκατάθεσης στοὺς κακοὺς λογισμούς… Τρίτο στάδιο ἀπαθείας εἶναι ἡ πλήρης ἀκινησία τῶν παθῶν… Τέταρτο στάδιο εἶναι ἡ πλήρης κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἁπλὴ φαντασία τῶν παθῶν». Γιὰ τὸ τελευταῖο αὐτὸ στάδιο τῆς ἀπαθείας ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: «Ὅποιος ἀξιώθηκε αὐτὴν τὴν κατάσταση, ἐνῶ βρίσκεται ἀκόμη στὴν σάρκα του, ἔχει ὡς ἔνοικό του τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὸν κυβερνᾶ σὲ ὅλα τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις»[9].
.         Ὁ ὅσιος Ἰωάννης παρομοιάζει τὴν ἀπάθεια μὲ τὸ ἀνάκτορο τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως, ἐνῶ τὶς «πολλὲς μονές», ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, τὶς παρομοιάζει μὲ τὶς κατοικίες τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ. Καὶ μᾶς προτρέπει: «Ἂς τρέξουμε γιὰ νὰ κατορθώσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὸν νυμφῶνα τοῦ ἀνακτόρου. Ἐὰν ὅμως εἴτε ἀπὸ κάποιο φορτίο εἴτε ἀπὸ κάποια πρόληψη (κακὴ συνήθεια ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος) εἴτε ἀπὸ κάποια ἀργοπορία καθυστερήσαμε,… τουλάχιστον ἂς προφθάσουμε κάποια κατοικία γύρω ἀπὸ τὸν νυμφῶνα»[10]. Ἐδῶ θὰ πρέπη νὰ διευκρινισθῆ ὅτι δὲν σώζονται μόνον ὅσοι φθάνουν στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς τους μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τοὺς βρίσκει ὁ θάνατος[11].

* * *

.         Ἡ θέωση στὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι ὁ μυστικὸς ἀρραβῶνας τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Στὸν ἀρραβῶνα αὐτό, τὸ δακτυλίδι ποὺ χαρίζει ὁ Νυμφίος Χριστὸς στὴν ψυχὴ εἶναι ἡ τελεία χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον ὅταν ἡ ψυχὴ δεχθῆ αὐτὴ τὴν θεία Χάρι μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιη γιὰ τὸν μελλοντικὸ γάμο της μὲ τὸν Χριστό. Ὁ γάμος αὐτὸς εἶναι τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας[12].
.         Στὴν παροῦσα ζωὴ οἱ Ἅγιοι θεοποιοῦνται, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀντιληπτὸ σὲ ὅσους κρίνουν ἐξωτερικά:

Ὥσπερ ἐγεννήθη Θεὸς ἀτρέπτως
ἄνθρωπος ἐν σώματι καὶ πᾶσιν ὤφθη,
οὕτως ἀφράστως, πνευματικῶς γεννᾷ με
καὶ ἄνθρωπον μένοντα θεὸν ποιεῖ με·
καὶ ὥσπερ ὁρώμενος σαρκὶ ἐκεῖνος
τὸ Θεὸς εἶναι ἠγνοεῖτο τοῖς ὄχλοις,
οὕτω καὶ ἡμεῖς, οἷον ἦμεν, τοῖς πᾶσιν
«θαῦμα!» βλεπόμενοι ἄνθρωποι πάντως
τό, ὅπερ γεγόναμεν χάριτι θείᾳ,
οὐ πεφύκαμεν τοῖς πολλοῖς καθορᾶσθαι.
Μόνοις δ’ οἷς ὄμμα ψυχῆς κεκαθαρμένον[13].

.         Στὴν μέλλουσα ζωὴ ὅμως, οἱ Ἅγιοι θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο καταυγαζόμενοι ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας δόξης:

Ὢ θαύματος, ὡς ἄγγελοι καὶ ὡς υἱοὶ Ὑψίστου
ἔσονται μετὰ θάνατον, θεοὶ Θεῷ συνόντες,
τῷ φύσει ὄντι οἱ αὐτῷ θέσει ὁμοιωθέντες[14].

1. Πρβλ. ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 22, PG 90, 320D καὶ Πρὸς Μαρῖνον πρεσβύτερον, PG 91, 33C.

2. Ἰακώβου 4, 6.

3. Ἰωάννης 15, 5.

4. Πρβλ. ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A: «Ἡ θέωσίς ἐστιν ἡ πρὸς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καὶ ἕνωσις»  ―  Πρβλ. ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Α΄ πρὸς Βαρλαάμ, 38, Συγγράμματα 1, 247.

5. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2, 3, 57, Συγγράμματα 1, 591  ―  Ματθαῖος 5, 8.

6. Ἅγιος Μακάριος Αἰγύπτιος, Λόγοι πεντήκοντα (παράφραση ἁγ. Συμεὼν Μεταφραστοῦ), 90, Φ 3, 208.

7. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς 6, PG 44, 1269C.

8. Ματθαῖος 11, 12  ―  Ἀββᾶς Λογγῖνος, Γεροντικόν, Ἀθήνα 21970, σελ. 63  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά, 73, Φ 3, 250.

9. Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 55, PG 90, 544C  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 2 καὶ 15, σελ. 368 καὶ 371.

10. Ἰωάννης 14, 2  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 16-7, σελ. 371-2.

11. Πρβλ. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πρὸς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον, 9, Συγγράμματα 5, 235, καὶ Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 18.

12. Πρβλ. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια θεολογικὰ 3, 45-9, SC 51, 93-5.

13. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 50, SC 196, 170-2.

14. Α΄ Κορινθίους 13, 12. Πρβλ. Ματθαῖος 13, 43  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 27, SC 174, 286.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 2

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Β´]

Β´ Ἡ Ἐκκλησία, ὁ χῶρος τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.      Μὲ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς φάνηκε ὅτι ματαιώνεται. Ὁ ἄνθρωπος, βαριὰ ἄρρωστος πλέον, δὲν εἶχε τὶς προϋποθέσεις ποὺ εἶχε ἀρχικὰ γιὰ νὰ προχωρήση στὴν θέωση. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὴν σωτηρία του μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του.
.       Ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεολογεῖ: «Ἐκεῖνος ποὺ δίνει τὸν πλοῦτο, γίνεται πτωχός. Πτωχεύει λαμβάνοντας τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω μὲ τὴν δική Του Θεότητα». Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι κάθε Χριστιανὸς ἔχει πλέον τὴν δυνατότητα νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό, νὰ πετύχη τὴν θέωση. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας: «Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατέβηκε στὴν γῆ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σὲ καταστήση θεό, ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν»[1].
.          Ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κάθε βαπτισμένος Χριστιανὸς εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν ἔχουν ὡς κεφαλή… γίνονται κι αὐτοὶ θέσει θεοί, ὅμοιοι μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ»[2]. Ἐὰν ὁ χριστιανὸς ζῆ χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ πνευματικὴ ζωή, εἶναι ἕνα νεκρὸ μέλος τοῦ Χριστοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξομολογῆται καὶ μετέχη στὰ ἅγια Μυστήρια, εἶναι μέλος ζωντανό. Ἡ θεία ζωὴ τὸν διαποτίζει ὁλόκληρο, καὶ τὸν ζωοποιεῖ. Θὰ ἦταν ὅμως τελείως ἀδύνατον νὰ θεωθοῦμε, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ἔκανε μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του.

* * *

.          Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχη τὴν θέωση, διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, εἶναι ἄκτιστη. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον οὐσία, ὅπως πιστεύουν οἱ Παπικοί, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐνέργεια. Ἐὰν ὁ Θεὸς ἦταν μόνον οὐσία, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη στὸν ἄνθρωπο. «Ὅσοι ἀξιώνονται νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό, ἑνώνονται κατ’ ἐνέργειαν»[3].
.            Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους παραλάβαμε νὰ ὀνομάζουμε Θεότητα καὶ τὴν θεία φύση καὶ τὴν θεοποιὸ δωρεά». Ἐὰν οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν ἄκτιστες, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς θεώσουν, νὰ μᾶς ἑνώσουν μὲ τὸν Θεό. «Ὅταν κάποιος λέγη ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀξίους εἶναι κτίσμα, ἀναιρεῖ φανερὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἁγίων μὲ τὸν Θεό, καὶ ἀθετεῖ τὴν κοινωνία τῆς Θεότητος»[4]. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Παπικοὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ θέωση ἀλλὰ μόνο γιὰ μιὰ ἠθικὴ καλλιτέρευση.
.         Ὅσοι πάλι πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαστικὰ φθάνουν στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατ’ οὐσίαν θεός, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι καὶ ὅλα γίνονται θεοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψη ποὺ ὑπάρχει στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου ὁ Θεὸς δὲν εἶναι συγκεκριμένη προσωπικὴ ὕπαρξη ἀλλὰ συγκεχυμένη δύναμη σκορπισμένη σ’ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ πράγματα (πανθεϊσμός).
.            Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἐργαστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοὶ κοινωνοῦμε μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία (ἐξομολόγηση, νηστεία κλπ.) τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, γινόμαστε κι ἐμεῖς θεοὶ κατὰ Χάριν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Λόγος 45, 9, PG 36, 636A  ―  Εἰς Πράξεις 15, 4, PG 60, 125.
2. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 50.
3. Πρβλ. Ἰωάννης 1, 18. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, 75, Συγγράμματα 5, 77-8 (πρβλ. καὶ 94-5).
4. Πρὸς Ἀρσένιον, 2, Συγγράμματα 2, 316  ―  Πρὸς Ἀθανάσιον Κυζίκου, 33, Συγγράμματα 2, 443.

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
(ἀρ. τ. 4254, 23.02.2012)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.       Διερωτηθήκαμε ἄραγε μήπως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κάνουμε τὴν πνευματική μας ζωὴ δύσκολη καὶ πολυσύνθετη; Μήπως ὁ σκοπός, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὸν καθορίζει ὁ θεοφώτιστος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ εἶναι «ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου», συχνὰ παραθεωρεῖται, ἐκτρέπεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ματαιολογίαν» (A΄ Τιμοθ. α´ 5-6).
.       Δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ ἐξαπατᾶ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, καλόπιστα ἴσως, μὲ θρησκευτικὲς ἰδιορρυθμίες, μὲ τυπολατρίες καὶ ὀπτασίες καὶ νὰ φουσκώνη ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Νὰ ἀφήνη τὰ «βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν» (Ματθ. κγ´ 23) καὶ νὰ αὐτοϊκανοποιῆται, ἐπειδὴ «διυλίζει τὸν κώνωπα», ἐνῶ δὲν διστάζει νὰ «καταπίνη τὴν κάμηλον». Νὰ λησμονῆ τὴν οὐσία καὶ νὰ ἐπιμένη στὴ λεπτομέρεια καὶ τὰ ἐπουσιώδη. Νὰ μὴν ἔχη συνειδητοποιήσει, ὅτι «τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ πλάση ἁπλῶς μυστικοπαθεῖς καὶ θρησκόληπτους, ἀλλὰ θελήσεις ἰσχυρὲς γιὰ τὴν κατόρθωση τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀγάπης».
.       Ἔτσι μερικοὶ τὴν θρησκοληψία καὶ τὴν τυπολατρία τὶς ἐκλαμβάνουν ὡς γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Καθησυχάζουν τὴν συνείδησή τους [μὲ τυποποιημένες καὶ μηχανικὰ ἐπαναλαμβανόμενες εὐχὲς]* καὶ βολεύονται σὲ μιὰ στείρα πνευματικὴ ζωή. Φυλακίζουν τὴν ζωή τους στὸ ἰδιόρρυθμο ἐγώ τους καὶ δημιουργοῦν ἕνα κλίμα αὐταρέσκειας. Τὸ ὅτι δὲν λένε καλημέρα μὲ τὸν ἀδελφό τους καὶ τὸ πεῖσμα κυριαρχεῖ στὴν ζωή τους, αὐτὸ δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ.
.       Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν σ’ ἕνα εἶδος φαρισαϊσμοῦ. Δημιουργοῦν μιὰ θρησκεία δικῆς τους ἐμπνεύσεως, τελείως ξένη πρὸς τὴν θρησκεία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἀνάγουν σὲ δόγματα πίστεως «τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον» καὶ ἀφήνουν «τὴν κρίσιν καὶ τὸ ἔλεον καὶ τὴν πίστιν». Ἂν δηλαδὴ παραμελοῦν τὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης στὴν καθημερινή τους ζωή, δὲν τοῦ δίνουν καὶ μεγάλη προσοχή. Τοὺς ἀρκεῖ ὅτι ἔχουν κάποια ὑποτυπώδη πίστη. Καὶ ξεχνοῦν, πὼς «οὐ πίστις μόνον ἀρκεῖ πρὸς σωτηρίαν, εἰ μὴ καὶ βίος ἄξιος τῆς πίστεως πάρεστιν… Τὸ δὲ ὀνομάζειν αὐτὸν Κύριον πίστεως μόνης ἐστὶν» (Ζιγαβηνός).
.       Φυσικὰ ἡ πίστη –καὶ ἀφαλῶς ἡ ὀρθὴ πίστη– εἶναι προϋπόθεση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἂν ὅμως ἡ πίστη δὲν συνοδεύεται μὲ ἔργα, μὲ ἔργα εἰλικρινοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ἂν δὲν κοσμῆται ἀπὸ ἀρετές, ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος γιὰ τοὺς ὁποίους κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλατ. ε´ 22), τότε ἡ πίστη αὐτὴ σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ. Εἶναι νεκρή. Μιὰ τέτοια ἀνενεργὸς πίστη δὲν σώζει, δὲν μεταμορφώνει, δὲν ἑτοιμάζει πολίτες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. «Ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται». Μονάχα ἡ πλούσια φυλλωσιὰ δὲν δικαιώνει τὴν ὕπαρξή του. Κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἀξίνα τοῦ γεωργοῦ, ἔστω καὶ ἂν φαντάζη μὲ τὴν ἐξωτερικὴ μεγαλοπρέπειά του.
.       Ὁ κίνδυνος λοιπόν, τῆς ἀποδοκιμασίας ἐπικρέμεται ἀπειλητικός, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν θαύματα μεγάλα, χωρὶς νὰ ἔχουν τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ ἀντίκρισμα, δηλαδὴ ἔργα ἀγάπης καὶ ταπεινοφροσύνης. «Ὁ Κύριος, παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν στάθηκε μόνο σ’ αὐτά. Προχώρησε πολὺ πιὸ πέρα. “Πολλοὶ θὰ μοῦ ποῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη˙ Κύριε Κύριε, δὲν προφητεύσαμε στὸ ὄνομά Σου καὶ δὲν διώξαμε δαιμόνια καὶ δὲν κάναμε θαύματα πολλά;…” (Ματθ. ζ´ 22). Ναί, παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ δὲν σᾶς γνωρίζω. Ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ κοντά μου. Εἴσαστε ἐργάτες τῆς ἀνομίας. Χρησιμοποιήσατε τὰ χαρίσματά μου γιὰ τὴν δική σας ἐπίδειξη καὶ ὠφέλεια. Θαύματα πραγματοποιήσατε, σᾶς ἔλειψε ὅμως ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης».

.       Ναί, μὲ τὴν πίστη μου μπορεῖ νὰ μετακινῶ καὶ βουνά. Τίποτα ὅμως δὲν ὠφελοῦμαι, ἂν δὲν μετακινῶ ἀπὸ τὴν ψυχή μου τὸ παγόβουνο τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ἀδιαφορίας γιὰ τὸν πλησίον μου «ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανεν». Ἡ ἀγάπη, γιὰ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, εἶναι τὸ πρῶτο. Σ’ αὐτὴν βρίσκεται καὶ τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

*ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Νὰ μᾶς συγχωρήσει τὸ καλὸ περιοδικό, ἀλλὰ ἂν ἡ συγκεκριμένη διατύπωση ἀναφέρεται ἐμμέσως στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ -«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν»-, τότε ἡ διατύπωση εἶναι ἄστοχη. Ἡ Εὐχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι «τυποποιημένη καὶ μηχανικὰ ἐπαναλαμβανομένη», ἀλλὰ ἀποστολοπαράδοτη καὶ πανίσχυρη καὶ φωτιστικὴ καὶ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ [ε´] («Νὰ συνηθίζουμε τὰ παιδιὰ μὲ τὶς ἐμπειρίες καὶ μὲ τὶς προοπτικὲς ποὺ ἔχει θεσμοθετήσει ἡ Ἐκκλησία μας, μὲς στὸ σπίτι νὰ ὑπάρχει ἕνα καντηλάκι»)

«Ἡ ποιμαντικ προσέγγιση το συγχρόνου νθρώπου
π τ
ν Γέροντα Πορφύριο». [Ε´, τελευταῖο]

μιλία Ἀρχιμ. π. Σαράντη Σαράντου
(21.01.2012)


Ἠχητικὸ Ἀρχεῖο: Ἱστοσελίδα Ἱ. Ν. Ἁγ. Ἀναργύρων Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/25/ἡ-ποιμαντικὴ-προσέγγιση-τοῦ-συγχρόν/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/25/ἡ-ποιμαντικὴ-προσέγγιση-τοῦ-συγχρό-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/27/ἡ-ποιμαντικὴ-προσέγγιση-τοῦ-συγχρό/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/28/ἡ-ποιμαντικὴ-προσέγγιση-τοῦ-συγχρ-4/

.            Ἰδιαιτέρως ὁ Γέροντας ἐπιστρέφει στὴν παιδαγωγικὴ ποὺ θὰ πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἡ μητέρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κυοφορίας καὶ ἑπομένως τὸ κυοφορούμενο νὰ βρίσκεται σὲ καλὲς συνθῆκες. Ποιὲς εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες; Ἡ ἁρμονία τῶν δύο συζύγων, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος ζωῆς ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸ κυοφορούμενο ἔβρυο. Πολὺ περισσότερο βέβαια ἡ προσευχή, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος τῆς κυοφορούσης καὶ ὅλες οἱ εἰρηνικὲς συνθῆκες προετοιμάζουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς εἶναι πάρα πολὺ σημαντικό, αὐτοὶ οἱ ἐννέα μῆνες καὶ αὐτὴ ἡ περίοδος κυοφορίας, εἶναι περίοδος πολὺ καταξιωμένη καὶ πολὺ σημαντικὴ καὶ αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία τοῦ ἐμβρύου Κυρίου μας μὲ τὸ ἔμβρυο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει τῆς μητέρας, ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἔρθει στὸ φῶς τῆς ζωῆς. Πλέον μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ μὲ τοὺς ὑπερήχους ἔχει γίνει πιὸ ἀντιληπτὸ καὶ πιὸ ἐποπτικὴ ἡ κατανόηση τῆς ζωῆς τοῦ ἐμβρύου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν πλέον ἀμφιβολίες ὅτι εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς, τὸ δεύτερο εἶναι ἡ παροῦσα ἡ ζωὴ – ὅση μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς – καὶ τὸ τρίτο εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ κι ἑπομένως ἡ περίοδος τῆς κυοφορίας εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ καὶ κρίσιμη καὶ προετοιμάζει γιὰ τὸ δεύτερο στάδιο τῆς ζωῆς.
.            Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει ἀρκετὸ λόγο γιὰ τὰ τρία αὐτὰ στάδια τῆς ζωῆς μὲ κορυφαῖο καὶ ἀπώτατο τὸ τελευταῖο στάδιο ποὺ εἶναι πλέον αἰώνια ζωή. Ἑπομένως κι ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα θὰ πρέπει νὰ ἔχουνε πάντοτε τὴν αἴσθηση καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι φέρνοντας ἕναν ἄνθρωπο στὸν κόσμο δὲν θὰ ἔχει τὴν διάρκεια κάποιων χρόνων ζωῆς ἀλλὰ ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἔτσι μὲ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ προοπτικὴ θὰ πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε, ὅσο ἔχουμε μαζί μας, ὅσο ἔχουμε κοντά μας τὰ παιδιά. Καὶ δὲν εἶναι πλέον κτῆμα μας τὰ παιδιά. Αὐτὸ φρόντιζε ὁ Γέροντας νὰ τὸ λέει στοὺς γονεῖς, γι’ αὐτὸ ἔχουμε τὶς ρητὲς καθοδηγήσεις του «Γίνετε Ἅγιοι ἐσεῖς οἱ γονεῖς, γιὰ νὰ γίνουν καὶ τὰ παιδιὰ Ἅγιοι» ἢ «Αὐτὰ ποὺ θέλετε ἐσεῖς νὰ διδάξετε στὸν παιδί, πέστε τα στὸν Χριστὸ» – ὅτι ἐμεῖς θέλουμε τὰ παιδιά μας ἔτσι νὰ γίνουν κι ὁ Χριστός, ποὺ ξέρει τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνει τὸ κάθε παιδί, θὰ τοῦ ἀνοίξει τὶς προοπτικές, τὸν νοῦ, τὴν καρδιά, τὴν ζωὴ γιὰ νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὴν ἀγαθὴ βούληση τῶν γονέων καὶ καθαρμένη πλέον ἡ βούληση τῶν γονέων ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ ἀπὸ τὶς μικρότητες τὶς ἐνδοκοσμικὲς καὶ τὰ παιδιὰ βλέποντας ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι κι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἀγωνιζόμενοι, εἶναι ἁγιαζόμενοι, εἶναι ταπεινούμενοι καὶ προσευχόμενοι καὶ ἐμπιστευόμενοι στὴν Θεία Χάρη θὰ εἰσπνέουν καὶ θὰ ἀπορροφοῦν αὐτὸ τὸ κλίμα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν γονέων  πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ ἔτσι θὰ ἐκπαιδεύονται.
.             Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ὁ Γέροντας ν συνηθίζουμε τ παιδι μ τς μπειρίες κα μ τς προοπτικς πο χει θεσμοθετήσει κκλησία μας, μς στ σπίτι ν πάρχει να καντηλάκι, τ φς το καντηλιο εναι παρ πολ παρηγορητικ στν ψυχή, στὴν καρδιά, παιδαγωγικ κα ναγωγικό, δηλαδ τ φς το καντηλιο νάγει τ παιδ στὴν Θεία Λατρεία, δη χει δεχθε τ χάρισμα, τ μυστήριο τ Βαπτίσματος κα το Χρίσματος, μεταλαμβάνει τν χράντων Μυστηρίων κα λη ατ ν Χριστ πνευματικ ζω γίνεται μεθεκτ στ παιδί. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ θηλασμοῦ, πρότεινε ὁ Γέροντας, ἡ μητέρα, μαζὶ μὲ τὸ γάλα ποὺ προσφέρει, νὰ λέγει τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ὥστε νὰ μὴν δίνει μόνον μία ὑλικὴ τροφὴ –ἀξιόλογη εἶναι κι αὐή– ὄχι μόνο τὴν στοργὴ τὴν συναισθηματικὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ διὰ τῆς εὐχῆς νὰ ἔρχεται ἡ Θεία Χάρις. Ὁ Γέροντας ἐπίσης ἀντιλαμβανόταν μὲ τὸν Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ἡ σχέση τῶν δύο γονέων θὰ πρέπει νὰ εἶναι σχέση ἁρμονικὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἐγὼ πρωτοέγινα πνευματικός, ἦρθε ἕνα ζεῦγος καὶ μοῦ εἶπε πρὶν παντρευτοῦν, ἀρραβωνιασμένοι ἀκόμα «ἔχουμε ἀποφασίσει νὰ ζήσουμε ἐν παρθενίᾳ, νὰ εἴμαστε σὰν ἀδέλφια». Τοὺς εἶπα ὅτι δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ εἶναι κατορθωτό, ἂν θὰ τὸ κατορθώσετε κι ἂν πράγματι ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὸ συζητήσετε λίγο μὲ τὸν Πατέρα Πορφύριο. Ἐπειδὴ πήγαιναν, «πέστε του αὐτὴ τὴν σκέψη σας» καὶ πραγματικά, ὅταν πῆγαν στὸν Γέροντα, ὁ Γέροντας διέκρινε ὅτι ὑπῆρχε μία ψυχρότητα καὶ στοὺς δύο ἀνθρώπους, μία ἐπιφύλαξη δηλαδή. Οἱ γονεῖς τους ἑκατέρωθεν τοὺς εἶχαν φοβίσει γιὰ τὶς σχέσεις γενικῶς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ προσέχετε πάρα πολύ τους ἀθρώπους ἀλλὰ καὶ εἰδικότερα γιὰ τὴν σχέση τὴν σαρκική. Κι ὁ Γέροντας μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο τους συνεβούλεψε ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἀποφασίσετε, ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως αἰσθανθεῖτε ὁ ἕνας ὅτι εἶναι μοναδικὸς ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλον καὶ δὲν μποροῦμε ἔτσι ἀκαδημαϊκά, ἀοριστολογικά, δεοντολογικὰ νὰ βάλουμε κάποια ἐκ τῶν προτέρων τοποθέτηση. Στὴ συνέχεια βέβαια ἔγινε ὁ γάμος καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν ὡς πάρα πολὺ καλοὶ σύζυγοι κάνοντας ὀχτὼ παιδιά.
.        Ἐν συνεχείᾳ κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὡριμότητος  ἀντιμετωπίζονται στὸν ἄνθρωπο τὰ μεγάλα προβλήματα ἐπάγγελμα, οἰκονομικά, ἀμοιβές, χτίσιμο σπιτιῶν καὶ ὅ, τί ἕνας οἰκογενειάρχης – ὄχι καλεῖται – ἀλλὰ ὅ, τί βρίσκεται στὴν ἀνάγκη νὰ κάνει. Ὁ Γέροντας καταλάβαινε ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσει κάποια ἐναύσματα, ὁ Γέροντας δὲν ἔλεγε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ καταλάβαινε ὁ ἴδιος αὐτοφωτίστως ὅ, τι ἔπρεπε νὰ πεῖ ἀλλὰ ὑπέβαλλε διάφορες ἐρωτήσεις. Ρωτοῦσε λοιπόν, πόσα χρήματα ἔχετε, ἐκεῖ μπορεῖτε πραγματικὰ νὰ ἀγοράσετε τὸ οἰκόπεδο ποὺ λέτε, ἔχετε τὴν δυνατότητα; Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων τοὺς βοηθοῦσε νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ ἐγχείρημά τους ἦταν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους ἢ ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα, μία ἀγορά, ἢ κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ χτιζόταν ἕνα σπίτι τοὺς ἐφιστοῦσε τὴν προσοχή, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δεῖτε πῶς θὰ βάλετε τὰ δωμάτια, ἀπὸ ποῦ φωτίζονται ἡλιακά, ποιά θὰ εἶναι ἡ ὕδρευση τοῦ σπιτιοῦ καὶ πολλὲς ἄλλες λεπτομέρειες, τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος κατὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου εἶχε ἐπιβλέψει, εἶχε προβλέψει καὶ πραγματικὰ εἶχε δώσει λύσεις. σχολούμενος μ τέτοιες λεπτομέρειες λικν πραγμάτων  μς πιβεβαιώνει ατ πο λέγαμε στν ρχ τι πάρχουν νθρωποι ο ποοι δν βρίσκονται σ μία σορροπία κα χοντας μία γνωσμένη παθογένεια ψυχολογικν προβλημάτων μία λλη κατάσταση, χι ρμονικ πάντως, χι σορροπίας, διαγγέλουν κα ξαγγέλουν τι μες θ πρέπει ν ζομε τ πνευματικ κα τ λλα δν μς νδιαφέρουν. Κα συσσωρεύονται προβλήματα μέσα στν οκογένεια, ἄπειρα, τόσα ὅσα δὲν θὰ εἶχαν συσσωρευτεῖ ἴσως καὶ σὲ κοσμικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν κοινὸν νοῦ καὶ τὴν κοινὴ πρόνοια γιὰ τοὺς οἰκείους τους. Ὡς ἱστορικοὶ «εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων», μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ [Α´Τιμ. ε´ 8] καὶ ἑπομένως ὁ Γέροντας καθοδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ἔτσι, γιὰ νὰ μὴν μονοφυσιτίζουν καὶ φυσικὰ γιὰ νὰ μὴν μπατάρουν στὴν ὅλη τους πορεία τῆς ζωῆς.
.          Ἀκόμα καὶ στὰ οἰκονομικὰ πρόσεχε πάρα πολύ, ὅταν ἂς ποῦμε ἕνας ἱερέας ἔλεγε ὅτι ἐγὼ Γέροντα δὲν θέλω νὰ πάρω τυχερά, τὸν ἔφερνε ἀπὸ δῶ, τὸν ἔφερνε ἀπὸ κεῖ, τοῦ ἔλεγε μερικὰ παραδείγματα ἀλλὰ ξέρεις λέει εἶχα γνωρίσει ἕναν Ἅγιο ἄνθρωπο, πραγματικά, ὁ ὁποῖος λέει στὴν ζωή του δὲν πῆρε τυχερά, ἀλλὰ ξέρεις πρέπει νὰ ἔχεις ὑπ᾽ ὄψη σου αὐτὸ ἢ ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος, λέει, ἔπαιρνε, τά ᾽κανε ἐλεημοσύνη ἢ ἕνας ἄλλος… καὶ ἀφοῦ ἔλεγε 5-6 τέτοιες περιπτώσεις ἔτσι, ἀπομυθοποιοῦσε ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ μὲ εἰσαγωγικὰ ἢ χωρὶς εἰσαγωγικὰ ὑποψήφιο ἱερέα ἤδη χειροτονημένο, ἀπομυθοποιοῦσε μία ἰδεατή, μία ἰδανικὴ κατάσταση ὅτι δὲν θὰ πρεπε νὰ παίρνει χρήματα καὶ τυχερὰ ἢ ὅτι θὰ πρέπει νὰ παίρνει. Αὐτὸ γινόταν καὶ σὲ ἄλλα ἐπαγγέλματα. Ἂς ποῦμε, κάποιος εἶχε τάσεις, θὰ λέγαμε, ἔντονης κερδοσκοπίας. Ὁ Γέροντας μὲ διαφόρους τρόπους προσπαθοῦσε νὰ τὸν φέρει σὲ μία ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν σωστὴ ἐπαγελματικὴ δράση καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἰσόρροπη ἀμοιβά, ἔτσι ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴ φτάσει νὰ παραμελεῖ τὴν οἰκογένειά του χάριν τοῦ ἐπαγγέλματος ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκογένεια νὰ μὴ στερεῖται τῶν ἀπαραιτήτων ἀμοιβῶν τῶν οἰκονομικῶν.
.         Αὐτὰ τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ κύρια προβλήματα ἦταν τὰ ψυχολογικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα τὰ ἀντιμετώπιζε ὁ Γέροντας καθὼς καὶ τὰ προβλήματα τῶν αἱρέσεων μ’ ἕναν ἰδιάζοντα τρόπο. Πήγαιναν παιδιὰ ποὺ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, μιλοῦσε μαζί τους ἁπλὰ καὶ τὰ ἄφηνε νὰ ἐκφράζονται καὶ πάλι μὲ τὸ δικό του διακριτικὸ τρόπο τοὺς ἔλεγε ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ προσευχὴ ἄλλος εἶναι ὁ διαλογισμὸς καὶ τοὺς ἔφερνε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ καταλάβαιναν πλέον μετὰ ἀπὸ κάποιες συναντήσεις ὅτι τὰ παιδιὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀσχολοῦνται μὲ πράγματα καὶ μὲ ὑποθέσεις ποὺ εἶναι ἀδοκίμαστες πνευματικά.
.         Ὅσον ἀφορᾶ στὶς πνευματικὲς ἀσθένειες, ἄλλοτε ὁ Γέροντας συνιστοῦσε ἀνεπιφύλακτη ἐμπιστοσύνη στοὺς γιατροὺς καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἡ διόρασή του τοῦ ἔδινε τὴν πληροφορία ὅτι ὁ γιατρὸς δὲν ἔχει κάνει σωστὴ διάγνωση ἢ σωστὴ θεραπεία, ἔλεγε: «δὲν βλέπεις ἕναν ἄλλον γιατρό»; Ἢ μὲ κάποιους ἄλλους τρόπους ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε νὰ δώσει μία σωστὴ πνευματικὴ ἀγωγή, ὥστε καὶ ἡ σωματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου νὰ μπορεῖ νὰ ἐξυγιαίνεται. Ἔτσι δύο δεῖκτες τῆς καθημερινότητος ἦταν γνωστοὶ καὶ τοὺς ἀνέφερε ὁ Γέροντας. Ἔλεγε ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἔτσι δημιουργημένη ἡ ψυχολογία μας, ὥστε μέσα σὲ δύο δεῖκτες νὰ καταλαβαίνουμε κι ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Ὁ ἕνας δείκτης εἶναι:  ὑπάρχει σωστὴ λειτουργία τοῦ ἐντέρου; Ὑπάρχει ἕνα βιολογικὸ ρολόι, τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ σωστά; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ σωστὴ βιολογικὴ λειτουργία ἔλεγε ὅτι κάτι σημαίνει. Σὲ κάποιον τρίτο εἶπε, ξέρεις, εἶχα γνωρίσει κάποιον ἢ κάποιαν ποὺ ἦταν «στριμμένο ἄντερο», ξέρεις τί σημαίνει, λέει, «στριμμένο ἄντερο»; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶναι πολὺ νευρικός, ποὺ δὲν ἔχει καμιὰ ἠρεμία καὶ ἑπομένως τὸ ἔντερό του δὲν κάνει τὶς σωστὲς λειτουργίες καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει δύο – τρεῖς μέρες χωρὶς νὰ ἐνεργεῖται καὶ καταλαβαίνεις τί γίνεται μέσα του, τί νεῦρα ἔχει κι ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος. Ἢ ὁ ἄλλος δείκτης ἦταν στὰ γυναικεῖα θέματα ὅπου ὁ Γέροντας πίστευε ἀπὸ τὴν ἐπειρία καὶ ἀπὸ τὸν Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ὁ σταθερὸς κύκλος τῆς περιόδου εἶναι ἕνα κριτήριο τῆς ἰσορροπίας τῆς γυναικείας ψυχολογίας καὶ γενικότερα τῆς γυναικείας προσωπικότητος. Κι ἔτσι καθοδηγοῦσε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὴν τὴν εὐαίσθητη λειτουργία, καθοδηγοῦσε τὶς νέες κοπέλες καὶ τὶς μεγαλύτερες γυναῖκες νὰ προσέχουν τὴν ψυχολογία τους.

, , , , , , ,

Σχολιάστε