Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πνευματικότης

«ΕΙ ΖΩΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΩΜΕΝ»

Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν (Γαλ. ε΄ 25).

Ζωὴ πνευματικὴ καὶ ζωὴ σαρκική.
Ὁ Γέροντας Γαβριὴλ Ἁγιοβαρναβίτης  πρότυπό μας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑποβοηθεῖ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἀληθινὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ «ζωὴ ἐν Πνεύματι», σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψεύτικη, τὴν ζωὴ «ἐν σαρκί», ἡ ὁποία εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἀπωλείας καὶ προεικονίζει τὸν θάνατο, ἀφοῦ τῆς λείπει ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάσταση.
.                  Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς προσδιορίζονται ἀπὸ τοὺς καρπούς της, τοὺς ὁποίους ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν: « Ἀγάπη,  χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία,  χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης καὶ ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄ 22).
.                 Αὐτοὺς τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς παράγει ὁ πραγματικὸς χριστιανός, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ χαρακτηρίζεται πνευματικὴ , ὄχι σὰν συνέπεια τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιβολῆς κάποιου νόμου, ἀλλά, σὰν καρποφορία ἑνὸς δένδρου, τὸ ὁποῖο εἶναι ριζωμένο στὸ λιπασμένο χῶμα καὶ ἀναπτύσεται σὲ εὔκρατο, κατάλληλο γι’ αὐτὸ κλῖμα, ὥστε νὰ παράγει μόνο καλοὺς καρπούς, αὐτοὺς  ποὺ ἀρέσουν στὸν Χριστό μας.
.                  Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς σαρκικῆς ζωῆς εἶναι ἡ «Μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις »  (Γαλ. ε΄ 23).
.                    Ἡ πνευματικὴ ζωὴ μὲ τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς ἁρμόζει κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ σαρκικὴ στοὺς σαρκικοὺς ἢ ψυχικοὺς ἀνθρώπους.
.                     Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τὴν ὑλικότητά του καὶ τὴν φθαρτότητά του διὰ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπόκτηση θεϊκῶν ἰδιοτήτων, αὐτῶν ποὺ  περιγράφει ὁ Κύριος στοὺς Μακαρισμούς [1], ὅπου  ἀνατρέπονται ὅλες οἱ κοσμικὲς ἀντιλήψεις, αὐτὲς ποὺ θεωροῦν εὐτυχισμένους ὅσους ἔχουν χρήματα, αὐτοὺς ποὺ ἀπολαμβάνουν ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δόξα. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζωογονεῖται καὶ τρέφεται μὲ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἔχει τὶς δυνατότητες νὰ παράγει καρποὺς πνευματικοὺς ἀνάλογα μὲ τὴν χάρη, τὴν ὁποία λαμβάνει καὶ ἐγκαινιάζει μιὰ καινούρια ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία εὐτυχισμένοι εἶναι οἱ πράοι, οἱ θλιμμένοι, οἱ ἔχοντες πίστη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ὅσοι ἀνέχονται κακολογίες, ὅσοι μοχθοῦν γιὰ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων  καὶ ὅσοι διώκονται.
.                   Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν καινὴ ζωὴ ποὺ ἀνέτειλε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν «καινὴ κτίσιν» (Β΄ Κορ.5.17). Χωρὶς τὴν καινὴ ζωὴ ὁ  ἄνθρωπος παραμένει  γήϊνος, φθαρτός, «γῆ καί σποδός» [2].
.                «Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν (Γαλ. ε’ 25), παραγγέλλει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος. Ἐάν, δηλαδή, ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ζωὴ καὶ συμπεριφορὰ κατὰ πάντα σύμφωνη μὲ τὶς ὑπαγορεύσεις καὶ τὸ θέλημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                        Ἡ ζωὴ αὐτὴ παρουσιάζει διπλὴ ὄψη. Τὴν ἀποφυγὴ καὶ τὴν πλήρωση.  Τὴν ἀποφυγὴ κάθε πράξεως, ἡ ὁποία θὰ λυποῦσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, κάθε ἐνεργείας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ θέλημά Του, καὶ ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τὶς ὑπαγορεύσεις καὶ παραγγελίες τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μὲ  πραγματικὰ πατρικὴ στοργὴ συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τοὺς Χριστιανούς: «Μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Ἐφεσ. δ’ 30). Μὴν τὸ λυπεῖτε μὲ τὶς ἁμαρτίας σας. Μὴν τὸ λυπεῖτε μὲ τὴν ἔνοχη συμπεριφορά σας. Μετὰ τὴν ἀποφυγὴ αὐτὴ τῆς λύπης ἔρχεται ἡ πλήρωση. Μᾶς λέγει: «Πληροῦσθε ἐν Πνεύματι» (Ἐφεσ. ε’ 18), νὰ εἶσθε πάντοτε γεμᾶτοι ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ παράγετε ἄφθονους πνευματικοὺς καρπούς.
.                    Ἐὰν ζοῦμε, λοιπόν, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ συντασσόμαστε μὲ αὐτὸ παράγουμε τοὺς καρπούς Του, αὐτοὺς ποὺ γλυκαίνουν τὴν παροῦσα ζωή μας, ἀλλὰ καὶ ἀποτελοῦν τὴν τροφὴ τῆς αἰωνιότητος.
.                    Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ καρποφορία δὲν εἶναι ἀδύνατη, οὔτε δύσκολη. Ἡ μεταβολὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔγινε στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν κατῆλθε σὲ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, πραγματοποιεῖται καὶ σὲ ὅλους μας. Ὁ φωτισμὸς τῆς διανοίας, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐνίσχυση, ἡ ὁποία δόθηκε στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὁ ἐξαγιασμὸς τῆς ψυχῆς τους καὶ ἡ νέα ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Πνεύματος συντελοῦνται καὶ πραγματοποιοῦνται σὲ ὅλους μας, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιδεκτικότητά μας καὶ τὴν προσωπική μας συμμετοχὴ  σὲ ὅσα μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ σήμερα, καὶ σὲ κάθε ἐποχή, οἱ μεταβολὲς αὐτὲς ἐξακολουθοῦν νὰ γίνονται, ἔστω καὶ ἂν οἱ σωματικοί μας ὀφθαλμοί δὲν ἀντιλαμβάνονται τὶς μυστηριώδεις ἐπιδράσεις καὶ ἐνέργειες καὶ τὶς μυστικὲς ζυμώσεις, τὶς ὁποῖες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπιτελεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου.
.                             Γιὰ νὰ πραγματοποιεῖται ἡ καρποφορία αὐτὴ ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν θεία Λειτουργία ἡ Ἐκκλησία εὔχεται διὰ τοῦ Ἱερέως, νὰ ἐξαποστείλει ὁ Θεὸς τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος στοὺς πιστούς. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴν κρισιμώτατη καὶ ἱερώτατη στιγμὴ τῆς καθαγιάσεως τῶν τιμίων δώρων, ὅταν μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη δέεται ὁ Ἱερεὺς στὸν Θεό, «ἵνα καταπέμψῃ τὸ Πνεῦμά Του τὸ Ἅγιον», γιὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία, πρῶτον δέεται, γιὰ νὰ  ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στοὺς πιστοὺς καὶ ἔπειτα ἐπὶ τὰ τίμια δῶρα: Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα. Ὅπως δὲ κατὰ τὴν ἱερὴ ἐκείνη ὥρα τῆς μετουσιώσεως τῶν τιμίων δώρων τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, κατὰ παρόμοιο τρόπο ἡ παντοδύναμη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζωοποιεῖ καὶ ἀναγεννᾶ τὶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία νεκρωμένες ψυχὲς καὶ τὶς μεταβάλλει σὲ ναοὺς ἁγίους ἐν Κυρίῳ.
.                    Ποιός τώρα μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴν ἐξαίρετη πνευματικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους πλούσια ἔπνευσε ἡ θεόρρητη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Λάμποντες, ἀστράποντες, ἁλλοιωμένοι ἀπὸ τὴν φωτιστικὴ καὶ ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου, ὡς ἄτομα εὑρίσκονται σὲ κατάσταση ἐξαιρετικῆς ψυχικῆς ἱκανοποιήσεως καὶ χαρᾶς. Ὡς μέλη οἰκογενείας μεταβάλλουν αὐτὴ σὲ κατ’ οἶκον ἐκκλησία. Καὶ ὡς μέλη τῆς κοινωνίας, ὡς «ἅλας τῆς γῆς»  προλαμβάνουν τὴν σήψη καὶ τὴν ἠθικὴ ἀποσύνθεση καὶ ὡς «φῶς τοῦ κόσμου» σκορπίζουν τὸ φῶς τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας καὶ προσκαλοῦν ὅλους νὰ γευθοῦν τὶς χάριτες καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τέτοιους ἀνθρώπους ἔχει καὶ σήμερα ἀνάγκη ἡ κοινωνία. Ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, παράγουν τοὺς ἐξαίσιους καρποὺς τοῦ Πνεύματος.
.                           Αὐτοὺς τοὺς καρποὺς παρήγαγε ὡς πνευματοφόρος καὶ ὁ Γέροντας Γαβριήλ, τοῦ ὁποίου σήμερα τελοῦμε τὸ ὀκταετὲς μνημόσυνο.
.                    Ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος κενοδοξία καὶ φθόνο δὲν ἄφησε νὰ εἰσέλθει στὴν ψυχή του.
.                 Ὁ Γέροντας, ποὺ συμβούλευε μὲ πνεῦμα πραότητος νὰ σηκώνουμε ὁ ἕνας τὰ βάρη τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ ἐκπληρώνουμε τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ.
.                     Ὁ Γέροντας, ποὺ ἐπισήμαινε νὰ ἀφήνουμε κατὰ μέρος τὴν κατάκριση γιὰ τὰ σφάλματα ἢ γιὰ τὶς ἀτέλειες τῶν ἀδελφῶν μας, ἀκόμη καὶ  ἂν αὐτοὶ συλληφθοῦν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ διαπράττουν κάποιο παράπτωμα.
.                      Ὁ Γέροντας, ποὺ τόνιζε νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε γιὰ ἐλλείψεις ποὺ ἐνδεχομένως κάποιος πλησίον μας ἔχει, γιατὶ τότε ἀποδεικνύουμε ὅτι δὲν ἔχουμε μακροθυμία οὔτε ἀγάπη, ἄρα καὶ ἡ ἀρετὴ ποὺ νομίζουμε ὅτι ἔχουμε δὲν ἀποτελεῖ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλὰ νοθευμένη κατάσταση στὴν ψυχή μας.
.                 Ἐὰν θέλουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, νὰ συντασσόμαστε μὲ αὐτό, δηλαδή, νὰ ἀγωνιζόμαστε, ὥστε ὅλοι οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ἀνθίζουν στὴν καρδιά μας χωρὶς ἐξαιρέσεις, ἂς μελετήσουμε τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι ἦταν μεστὴ ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου πνεύματος, ὅπως ἦταν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γαβριήλ.
.                         Αὐτὸς ἀπέφευγε ἐπιμελῶς τὴν κατάκριση, μακροθυμοῦσε καὶ δίδασκε ὅλους μὲ ἁπλὸ καὶ ἤρεμο τρόπο, ἰδίως μὲ τὴν συμπεριφορά του νὰ μὴν κατακρίνουμε.
.                       Ἐργαζόταν πνευματικὰ χωρὶς νὰ αἰσθάνεται κόπο, μὲ μόνο ἀντιμίσθιο τὴν χαρὰ τῆς προσφορᾶς λέγοντας ὅτι ἡ «ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν κόπον».
.                     Μοχθοῦσε γιὰ τὸν  καταρτισμὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, ἦταν ποιμένας καὶ πατέρας καὶ ἀδελφός, κάνοντας πράξη τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι, δηλαδή, ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ γίνει πάντων διάκονος (Μᾶρκ. θ΄ 35).
.                   Ἂν τολμήσουμε νὰ παραβάλλουμε τὴν ζωή μας μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ  πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ βρεθοῦμε ἐντελῶς λειψοί. Ἡ ζωή μας δὲν ἔχει χαρὰ καὶ εἰρήνη Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος εἶχε ἀστασίαστη. Ἀγωνιζόμαστε νὰ δείξουμε στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς γύρω μας ὅτι εἴμαστε καλοὶ χριστιανοί, λησμονώντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἔμφαση στὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου» (Ματθ. κγ΄ 25). Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι γινόμαστε κενόδοξοι, ποθώντας νὰ διακριθοῦμε γιὰ ἀρετὲς ποὺ δὲν ἔχουμε, οἱ ὁποῖες, ἀκόμα καὶ ἂν τὶς εἴχαμε, δὲν ἀποτελοῦν ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ δῶρο καὶ καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν Αὐτὸ κατοικεῖ μέσα μας. Ὄντας κενοί, γινόμαστε κενόδοξοι, γι’  αὐτὸ φθονοῦμε καὶ προκαλοῦμε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ λόγια καὶ μὲ συμπεριφορὲς ἀνοίκειες πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, μὲ μισόλογα, μὲ κατηγορίες, μὲ συκοφαντίες, καλλιεργώντας μιὰ ἐπίφαση εὐσεβείας στὴν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ αὐτοδικαίωση καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς εἰκόνας μας πρὸς τὰ ἔξω.
.                         Ὁ Γέροντας ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό του πλήρως στὸν Θεό, κατὰ τὴν προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας μας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», δὲν εἶχε ἄγχος. Πάντοτε ἤρεμος γνώριζε ὅτι ὁ Κύριος ποὺ ἐπιτρέπει τοὺς πειρασμοὺς θὰ φέρει καὶ τὴν ἔκβασή τους. Ἀντίθετα ἐμεῖς σήμερα βλέπουμε ὅτι  ἡ ζωή μας διέπεται ἀπὸ ἄγχος, ἀπὸ ἀνασφάλεια πνευματική, ἀπὸ ταραχή, ἰδίως ὅταν συναντήσουμε κάποιον ποὺ δὲν μᾶς ἀρέσει ἡ ζωή του, ἢ κάποιον ἀδελφό μας ποὺ σκέφτεται λίγο διαφορετικὰ ἀπὸ ἐμᾶς. Τότε παραβλέποντας τὶς δικές μας ἀδυναμίες  καὶ πτώσεις γινόμαστε αὐστηροὶ τιμωροί, ἀπαιτοῦμε νὰ πέσει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ κάψει τοὺς πάντες, καὶ λησμονοῦμε προφανῶς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται στὴν φωτιά, οὔτε στοὺς κεραυνοὺς καὶ στὶς ἀστραπές, ἀλλὰ στὴν λεπτὴ αὔρα, ἡ ὁποία δροσίζει καὶ ἀνακουφίζει τοὺς ἀνθρώπους.
.                  Ἐνθυμούμενοι καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ ἂς εἴμαστε προσεκτικοί, σὲ διαρκὴ ἐπιφυλακὴ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ μας, ὥστε νὰ ἀποφεύγουμε τοὺς σκοπέλους τοῦ πονηροῦ.
.                      Ἂς ἀφήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ καρποφορήσει μέσα μας, ἔχοντας μετάνοια μὲ προσευχὴ θερμὴ πρὸς τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ.
.                       Ἂς σπεύδουμε νὰ σηκώσουμε, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε πιὸ δυνατοί, τὰ βάρη τῶν ἀδελφῶν μας, ἀφοῦ ὀφείλουμε «ἐμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν» (Ῥωμ. ιε΄ 1),    ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα, ὅτι ἔχουμε στὴν καρδιά μας τὸν φωτισμὸ καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                      Καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ γαληνέψει τὸν τρικυμισμένο βίο μας καὶ θὰ μᾶς φωτίζει, ὥστε νὰ βλέπουμε τὰ δικά μας σφάλματα καὶ νὰ πορευόμαστε τὴν εὐθεία καὶ βασιλικὴ ὁδό, αὐτὴν ποὺ μέχρι τέλους βάδισε καὶ ὁ πνευματοφόρος Γέροντας Γαβριήλ.

[1] Ματθαίου ε΄, 3-11.

[2] Γενέσεως ιη΄, 27.

, , ,

Σχολιάστε

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» καὶ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Στ. Παπαλεξανδρόπουλου, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν
«ΔΟΚΙΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»,
ἐκδ. «Ἑλληνικὰ Γράμματα», Ἀθῆναι 1997

κεφ. V: «ΟΙ ΝΕΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ»
2. Ἀπὸ τὴν πνευματικότητα στὸν κοσμοθεϊσμό,
σελ. 157 κ.ἑξ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.             Ἆραγε σὲ τί συνίσταται ἡ «πνευματικότητα», ὁ ὁποία τόσο ἔλειπε ἀπὸ τὸν δυτικὸ κόσμο, προσφέρθηκε σ᾽ αὐτὴν ἀπὸ τὴν Ἀνατoλή, καί ἀναζητήθηκε μετὰ στὶς «κλασικὲς παραδόσεις»; Ὁ Ewart Cousins μᾶς δίνει ἕναν ὁρισμό: «Ἡ πνευματικότητα ἀναφέρεται στὴν ἐμπειρικὴ διάσταση τῆς θρησκείας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν τυπικὴ πίστη, τὶς ἐξωτερικὲς πρακτικὲς καὶ τοὺς θεσμούς. Ἀναφέρεται στὸ ἐσωτερικὸ βάθος τοῦ προσώπου, ποὺ εἶναι ἀνοιχτὸ πρὸς τὸ ὑπερβατικὸ στὶς παραδόσεις ἐκεῖνες ποὺ δέχονται τὴν ὕπαρξη τοῦ θείου, ἀσχολεῖται μὲ τὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ πρόσωπο καὶ στὸ θεῖο, μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ θείου καὶ μὲ τὸ ταξίδι τοῦ προσώπου πρὸς μιὰ πιὸ στενὴ σχέση μὲ τὸ θεῖο». Ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς εἶναι τυπικὸς – θὰ μποροῦσε δηλαδὴ νὰ στοιχειοθετηθεῖ ἢ καὶ νὰ βρεθεῖ, μὲ τὰ ἴδια πάνω κάτω λόγια σὲ ὅ,τι σχεδὸν γράφεται σήμερα γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα. Μπορεῖ λοιπὸν νὰ μᾶς βοηθήσει, ἀφοῦ ἐντοπίσουμε τὶς ἰδέες ποὺ περιέχει, σὲ ἕνα προσδιορισμὸ τῶν παραμέτρων αὐτοῦ ποὺ σήμερα ἐννοεῖται ὡς πνευματικότητα.
.             Ὁ ὁρισμὸς ξεκινάει μὲ μιὰ ἀντιδιαστολὴ ἀνάμεσα σὲ δύο στοιχεῖα ἢ συνιστῶσες τῆς «θρησκείας»: σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ ὀνομάζει «ἐμπειρικὴ διάστάση» καὶ σ᾽ ἕνα σύνολο ἄλλων στοιχείων, στὰ ὁποῖα συγκαταλέγονται ἡ «τυπικὴ πίστη», οἱ «ἐξωτερικὲς πρακτικὲς» καὶ οἱ «θεσμοί». Εὐδιάκριτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ δύο δὲν ἔχουν τὴν ἴδια σημασία: κεντρικὸ στοιχεῖο τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ ἡ «ἐμπειρικὴ διάστασή» της, ἐνῶ τά ἄλλα ἀποτελοῦν στοιχεῖα δευτερεύουσας σημασίας –ἂς προσεχθεῖ ὅτι δὲν ὁρίζεται μὲ ποιὰ ἀκριβῶς ἔννοια ἢ γιατί. Τὸ γεγονὸς ὅτι καί ἀλλοῦ χρησιμοποιεῖ φράσεις ὅπως «ὁ πνευματικὸς πυρήνας τῆς θρησκείας», ἐνισχύει τὸ πρῶτο συμπέρασμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαχθεῖ καί ποὺ ἀναφέρεται στὴν κεντρικὴ ἰδέα τοῦ ὁρισµοῦ: Πνευµατικότητα καὶ θρησκεία ταυτίζονται– ἤ, ὁ συγγραφέας ἀντιλαμβάνεται καὶ ὁρίζει τὴν θρησκεία ὡς πνευματικότητα, ἡ ὁποία, μὲ τὴ σειρά της συνίσταται στὴν «ἐμπειρική», ὅπως τὸ διατυπώνει, «διάσταση».
.             Σὲ τί συνίσταται ἡ «ἐμπειρικὴ διάσταση»; Ὅ,τι ἀκολουθεῖ, στὸν ὁρισμό, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀποτελεῖ ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς φράσης. Ἡ «ἐμπειρικὴ διάσταση» ἀποτελεῖ μιὰ διάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ βρίσκεται μέσα του καί στὸ βάθος του, ὅπως μᾶς λέει ἡ φράση «ἐσωτερικὸ βάθος» – ποὺ ἀντιδιαστέλλονται ἔτσι ἀπὸ μία προϋποτιθέμενη ἐξωτερικὴ καί ἐπιφανειακὴ διάσταση. Τὸ ἐσωτερικὸ αὐτὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «ἀνοιχτό» πρὸς τὸ «ὑπερβατικὸ»– ἄρα συνεχίζεται πρὸς αὐτὸ ἢ ἀποτελεῖ ἕνα συνεχὲς μὲ αὐτό. Σὲ μιὰ ποικιλία τοῦ «ὑπερβατικοῦ» ποὺ εἶναι τὸ «θεῖο», ἡ «ἐμπειρικὴ διάσταση» ἀναφέρεται στὴ «σχέση τοῦ προσώπου μὲ τὸ θεῖο», στὴν «ἐμπειρία τοῦ θείου» (ἐννοεῖται ἐκ μέρους καὶ πάλι τοῦ «προσώπου») καί στὸ «ταξίδι τοῦ προσώπου πρὸς μιὰ πιὸ στενὴ σχέση μὲ τὸ θεῖο».
.             Δὲν ἐπαναλάβαμε σχεδὸν ὅλον τὸν ὁρισμὸ χωρὶς λόγο. Ἡ τριπλὴ ἀναφορὰ τοῦ προσώπου ὡς τοῦ ὑποκειμένου τῶν διαφόρων δραστηριοτήτων, μὲ τὶς ὁποῖες ἐπεξηγεῖ τὴν «ἐμπειρικὴ διασταση», καθὼς καί τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ἐπίσης τὸ ὑποκείμενο τοῦ «ἀνοίγματος» πρὸς τὸ ὑπερβατικό, δείχνει μὲ σαφήνεια ὅτι τό ὑποκείμενο τῆς πνευματικότητας εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τό «ὑπερβατικὸ» εἶναι τό ἀντικείμενό της, ὁ στόχος της. Ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ «ὑπερβατικό», μέσῳ τοῦ «ἐσώτερου βάθους» του, συνιστᾶ τὴν πνευματικότητα. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸν «πυρήνα», μ᾽ ἄλλα λόγια τὴν οὐσία τῆς θρησκείας, αὐτὴ συνιστᾶ τὴ θρησκεία ἢ ὀρθότερα, τὴ σύγχρονη ἀντιληψή της.
.             Θὰ ἀποφύγουμε νὰ ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μὲ τὴν ἐξόφθαλμη ὁμοιότητα τῆς ἀντίληψης αὐτης μὲ κάποιες παραδοσιακὲς –ἀπὸ τὶς ὁποῖες γνωστότερη εἶναι ἡ οὐπανισαδικὴ περὶ Ἄτμαν καὶ Μπράμαν. Θὰ συμπεράνουμε μόνο ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον ἱστορικά, ἀναφορικὰ τουλάχιστον μὲ τὴ σύγχρονη ἐποχή, οἱ θρησκεῖες ποὺ πρῶτες πρόσφεραν τὴν «πνευματικότητα» στὴ Δύση ὑπῆρξαν οἱ ἀνατολικές, αὐτὲς ὑπῆρξαν καὶ ἡ πρώτη πηγὴ αὐτῆς τῆς ἀντίληψης στὴν ἴδια ἐποχή. Ὅπως βέβαια καί ἡ πρώτη πυροδότηση τῆς ἔρευνας καὶ τῆς ἐπανανακάλυψης τῆς ἴδιας ἀντίληψης καί σὲ πολλὲς ἄλλες θρησκευτικὲς παραδόσεις, πράγμα ποὺ ἔχει καταστήσει σήμερα τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες μία, πλέον, ἀπὸ τὶς τέτοιες «πηγές».
.             Θὰ διατυπώσουμε τὴν πρόταση ὅτι ὁ ἐξαιρετικὰ μεγάλος βαθμὸς διάδοσης ποὺ γνωρίζει αὐτὴ ἡ ἀντίληψη, τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε δυστυχῶς ἐδῶ νὰ τεκμηριώσουμε προσάγοντας μαρτυρίες ἀπὸ περισσότερους ἐκπροσώπους της, τὴν καθιστᾶ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη. Αὐτὸ δηλαδὴ ἀντιλαμβάνονται οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ὡς θρησκεία, καὶ μάλιστα αὐτονόητα. Ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενο τῆς «νέας θρησκευτικῆς συνείδησης», τὸν εὐρύτερο, κοινὸ καμβὰ ὅλων τῶν νέων θρησκειῶν, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται, ὅπως θὰ δοῦμε, μεταξύ τους, μόνο ὡς πρὸς τὸ τί τοποθετοῦν στὴ θέση τοῦ «ὑπερβατικοῦ».
.             Γιὰ τὶς περιοχὲς ἐκεῖνες τοῦ πλανήτη, γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ «παλιὰ θρησκευτικὴ συνείδηση» ταυτιζόταν μὲ τὴ χριστιανική, πρόκειται πραγματικὰ γιὰ μιὰ ριζικὴ ἀντικατάσταση, γιὰ τὴν ἐπικράτηση μίας ἐντελῶς διαφορετικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴ θρησκεία. Ψυχὴ τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀποτελεῖ µιὰ σειρὰ πράξεων τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁδηγοῦν τὸν κόσμο σ᾽ ἕνα λυτρωτικὸ τέλος. Ἡ κυριότερη ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ µὲ τόν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ἑνωθεῖ κατόπιν ὁ ἄνθρωπος καί, σὲ μιὰ τελικὴ φάση, ὅλος ὁ κόσμος μὲ τὸν Θεό. Ἡ πορεία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὶς διάφορες φάσεις ποὺ σημειώνει μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο, συνιστᾶ τὴν οὐσία αὐτῆς τῆς «θρησκευτικῆς συνείδησης». Τὸ ἔργο ἀνήκει στὸν Θεό, στὸν ἄνθρωπο ἀνήκει ἡ συνέργια. Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ὑποκείµενο, ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀντικείµενο τοῦ ἔργου Του. Αὐτὴ κυρίως εἶναι ἡ διαφορά, ποὺ διακρίνει τὶς δύο «συνειδήσεις», γιὰ νὰ μὴ μακρηγορήσουμε ἀναφέροντας καί ἄλλες, δευτερεύουσες ἢ ἀπορρέουσες ἀπὸ αὐτή.
.             Ἡ «παλιὰ» αὐτὴ «θρησκευτικὴ συνείδηση» ἔχει καταντήσει πλέον σπάνια. Ἐξηγούμενη, ἀντιμετωπίζεται ὡς δυσνόητη. Κηρυττόμενη, συναντᾶ τὴν ἀκατανοησία καί προβαλλόμενη ὡς τὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστης συναντᾶ τὴν ἔκπληξη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μεγάλος ἀριθμὸς τοῦ χριστιανικοῦ καί μὴ πληθυσμοῦ βλέπει τὴν πίστη αὐτὴ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς «νέας θρησκευτικῆς συνείδησης», τὴν ὁποία ἔχει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, υἱοθετήσει.
.             Γιὰ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἢ κάπως ὑβριδιακοὺς χώρους, τὸ πράγμα ἐξηγεῖται μὲ ὅσα εἴπαμε πρίν. Ὅτι δηλαδὴ κεῖνο πού, μετὰ τὴν λήψη τοῦ ἐρεθίσματος ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ἀναζητήθηκε, μεταξὺ τῶν ἄλλων «κλασικῶν παραδόσεων» καί στὸν Χριστιανισμό, ἦταν ἡ «πνευματικότητα»: ἡ ἄμεση, στὸ παρὸν λαμβάνουσα χώρα, καί μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν ἄνθρωπο, ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔψαχναν στὶς παραπάνω «παραδόσεις» γιὰ κάτι ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ τοὺς προσφέρθηκε ἀπὸ τὶς ἀνατολικές: εἶχαν ἤδη υἱοθετήσει ὡς μόνη ἔγκυρη τή «νέα θρησκευτικὴ συνείδηση» καί. στὶς παραδόσεις τους ἀναζητοῦσαν μέσα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὑπηρετήσουν.
.             Τὸ ἀνάλογο τέτοιο μέσο ἦταν βέβαια στὰ χριστιανικὰ πλαίσια ὁ χριστιανικὸς μυστικισμός, τὸν ὁποῖο εἶδαν, σύμφωνα μὲ τὴν προϋποτιθέμενη πιὰ ἀντίληψη τῆς ταύτισης πνευματικότητας καί. θρησκείας, ἄρα καὶ κάθε θρησκείας, ὡς τὴν οὐσία καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἔτσι, ὅ,τι ἦταν πρὶν ἐντεταγµένο στὸν Χριστιανισμό, ὡς μιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς συνέργιας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ σωστικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ταυτίσθηκε μὲ τὸν Χριστιανισμό.
.             Πρόκειται γιὰ μιὰ ριζικὴ ἀλλοίωση, κατὰ τήν ὁποία ὁ χριστιανικὸς μυστικισμὸς ἀποσπάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, δηλαδὴ ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν σωστικῶν πράξεων τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀναφέραμε πρίν, καί ἀναβιβάστηκε στὴ θέση τῆς οὐσίας ἢ τοῦ κέντρου, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανισμὸς παραθεωρήθηκε ἢ ὑποβιβάστηκε στὴ θέση μίας ἁπλῆς λεπτομέρειας, ἢ μιᾶς ἐποχικὰ καί γεωγραφικὰ ἐξαρτώμενης ἔκφρασης κ.λπ.
.             Ἀκόμα καί μέσα στὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία συνέβη ὅμως κάτι παρόμοιο. Ἂν καὶ τὰ πράγματα δὲν ἔφτασαν ποτὲ ἴσως σ᾽ αὐτὰ τὰ ἄκρα, καὶ ἄσχετα, σ᾽ ἕνα μεγάλο βαθμὸ τουλάχιστον, ἀπὸ τὶς διεργασίες ποὺ προκάλεσαν οἱ ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὁ µυστικισµός ὑπερτονίσθηκε εἰς βάρος τῆς ἐσχατολογίας. Ἡ πρώην πρόγευση ἢ ἀρραβὼν μιᾶς πληρότητας, ποὺ θὰ ἔρχοταν στὸ μέλλοντα αἰώνα, αὐτονομήθηκε ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτική. Ἡ ἄσκηση ἀποσπάσθηκε ἀπὸ τὸ πρώην φυσικό της πλαίσιο, τὴν ἐσχατολογία, καὶ οἱ ἐπιτεύξεις της ἔπαψαν νὰ εἶναι σημεῖα τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας. Δίχως ἐσχατολογικὴ ἀναφορὰ κατάντησε μέσο προσπέλασης τοῦ Θεοῦ στὰ ὅρια µιᾶς προσωπικῆς πλέον καὶ ὄχι τῆς παγκόσµιας ἱστορίας.
.             Τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ σ᾽αὐτὴν τὴν κλίμακα κατάντησε σκιῶδες καί ἄδηλο περιβαλλοντικὸ στοιχεῖο. Ὁ χριστιανισμὸς ἔγινε πλέον ἕνας τρόπος, κάποτε ἀκόμα καί μιὰ μέθοδος προσέγγισης καὶ οἰκείωσης τοῦ Θεοῦ. Πράγμα ποὺ φυσικὰ προσφέρθηκε ὡς βάση γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῆς ὁμοιότητάς του μὲ ἄλλες ἤ, στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ θρησκεία γενικὰ ταυτίζεται μὲ ὅ,τι περιγράψαμε πρὶν ὡς «νέα θρησκευτικἡ συνείδηση», μὲ ὅ,τι οὐσιαστικὰ συνιστᾶ ὅλες τὶς θρησκεῖες. Ἐξ οὗ καὶ τὰ φαινόμενα, ποὺ περιγράψαμε, ὅτι συναντᾶ ἡ προβολὴ τῆς «παλιᾶς θρησκευτικῆς συνείδησης». Αὐτὰ πιστοποιοῦν τὸν θρίαμβο τῆς «νέας», ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ θρίαμβο τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου, ἔστω κι ἐκείνης ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὸν Θεό, ἔναντι τοῦ σχεδίου τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
.             Ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικότερους λόγους τοῦ θριάμβου τῆς «νέας θρησκευτικῆς συνείδησης» ἔναντι τῆς «παλιᾶς» εἶναι κάτι ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ περιγράψουμε ὡς τὴ «λογικότητα» ποὺ αὐτὴ διαθέτει. Ἐνῶ ἡ παλιὰ ἀπευθύνεται στὴν πίστη, ἐκτὸς τῆς ὁποίας μοιάζει μὲ παραμύθι – γι᾽ αὐτὸ καὶ κατατάσσεται ἀπὸ διάφορους στὴ μυθικὴ σκέψη– ἡ «νέα» προβάλλει μιὰ «ἀλήθεια» ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ λόγο, ἐφ᾽ ὅσον αὐτὴ εἶναι πιστοποιήσιμη ἀπὸ τὴν ἐμπειρία.
.             Καὶ εἶναι πιστοποιήσιμη ἀπὸ τὴν ἐμπειρία, διότι ἡ «ἀλήθεια» αὐτὴ δὲν συνίσταται σὲ γεγονότα ἢ πράξεις, ἅπαξ στὴν ἱστορία συμβάντα καί μὴ ἐπαναλαμβανόμενα, ἔχοντα τὴ σημασία ποὺ τοὺς ἀποδίδεται μόνο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, καί τοποθετημένα στὴν προοπτικὴ ἑνὸς τελικοῦ γεγονότος, ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχει συμβεῖ, ἀναφέρεται, ἀντίθετα, σὲ ὑπάρχουσες πραγματικότητες. Ὄχι σ᾽ ἕνα θεῖο ἔργο, ἀλλὰ σὲ µιὰ θεία «φύση».
.             Ἡ θεία αὐτὴ φύση, ὅπως φανερώνουν, μεταξὺ ἄλλων, καὶ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἀναφορὰ σ᾽ αὐτήν, ὅπως «ὑπερβατικό», «διάσταση» κ.ἄ. εἶναι μιὰ ὑπάρχουσα ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα. Τὸ «ὑπερβατικό», δηλαδὴ δὲν βλέπεται μόνο ὡς τὸ συντακτικὸ ἀντικείμενο σὲ μιά πρόταση ἢ σ᾽ ἕνα γενικὸ τρόπο σκέψης, ποὺ ἔχει ὡς ἀντίστοιχο ὑποκείμενο τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντικείμενο μὲ τὴν ἔννοια ἑνὸς μέρους ἢ μιᾶς ὄψης τοῦ συνόλου τῆς πραγματικότητας. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἐξαντικειµενισµό τοῦ «ὑπερβατικοῦ» πού, μαζὶ μὲ τὴν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου στὴ θέση τοῦ ὑποκειμένου τοῦ ὅλου ἐγχειρήματος τῆς πνευματικότητας, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κυριότερα χαρακτηριστικὰ τῆς «νέας θρησκευτικῆς συνείδησης».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

ΖΩΗ ΔΙΧΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Νύχτα δίχως ἀναμονὴ χρυσοπόρφυρης ἀνατολῆς! (Μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Δίχως πνευματικότητα

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης
ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 07.10.12

.             Ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία μᾶλλον δὲν εἶχε ποτὲ ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τὸ κράτος. Τὸ κράτος πάντοτε τὴν ὑποψιαζόταν, τὴν φοβόταν, τὴν ζήλευε. Ἤθελε νὰ κυριαρχεῖ, νὰ τὴν κατευθύνει καὶ νὰ τὸ χειροκροτεῖ γιὰ τὶς ἀποφάσεις του. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε πλήρη ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ κράτος καὶ εἶχε τοποθετήσει ἀνθρώπους δικούς του, γιὰ νὰ τὴν ἐπηρεάζουν καὶ νὰ πληροφοροῦνται τὶς ὅποιες κινήσεις. Στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος ὁ ἐναγκαλισμὸς τοῦ κράτους ἦταν σφιχτός, ὁρισμένες φορὲς καὶ ἀσφυκτικός. Σὺν τῷ χρόνῳ, ὁρισμένα πράγματα κάμφθηκαν. Ἡ κεντρικὴ ὅμως κρατικὴ ἐξουσία, δυστυχῶς μέχρι σήμερα, συνεχίζει νὰ τῆς φέρεται ὡς μητρυιὰ καὶ ὄχι ὡς μητέρα.
.             Ἀρκετοὶ ἔχουν γράψει ἀρκετά, περὶ τοῦ συστήματος «τῆς νόμῳ κρατούσης πολιτείας» καὶ τῆς δυσπραγίας τῶν σχέσεών τους. Ὑπάρχουν βέβαια, ἑκατέρωθεν παρεμβάσεις. Ἡ ἐλεύθερη καὶ ζῶσα Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀκόμη ἀφεθεῖ νὰ ἐπικρατήσει. Φωνὲς ἡρωικῶν ἱεραρχῶν καὶ ἄλλων κληρικῶν ἔμειναν στὴν σιωπὴ καὶ τὴν λήθη. Ἡ πολιτεία, μερικὲς φορές, ἔδωσε μία, γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου, χαλάρωση τῶν δεσμῶν. Ὅμως ἡ χαλαρή, χλιαρὴ καὶ χλωμὴ ἀπελευθέρωση δὲν χάρισε ὅλη τὴν ἐλευθερώτρια χάρη στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλά, κι ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν τάσεις ἀφόρητου δεσποτισμοῦ καὶ ἀπολυταρχίας. Ὁ πίσκοπος ποφάσιζε κα διέταζε δίχως γνώμης το πρεσβυτερίου, κατ τν γιο γνάτιο τν Θεοφόρο, τν ποο πικαλονται συνεχς ρισμένοι μόνο γι ν πον τι κάθε πίσκοπος εναι σ τύπο κα τόπο Χριστο.

.             Πολὺς λόγος γίνεται σήμερα γιὰ κάποιους διακριτοὺς ρόλους, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται διάφοροι ἀδαεῖς. Θέλουν τὴν Ἐκκλησία νὰ σιωπᾶ, νὰ εἶναι στὴν ἄκρη ἄπραγη, νὰ δίνει μόνο λίγο ψωμί. Ἀπὸ τὴ μία τὸ ἐπιθετικὸ κράτος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα νὰ ματώνει ἀπὸ ἐμφυλίους σπαραγμούς, δὲν προχωρᾶ στὸ διασάλπισμα τοῦ νικηφόρου μηνύματος τῆς θανατώσεως τοῦ θανάτου, τῆς προγεύσεως τοῦ παραδείσου, τῆς ἀνακαινιστικῆς μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
.             Κάποιοι μοντέρνοι χτυποῦν βάναυσα τὴν Ἐκκλησία, συχνὰ μὲ ἀναλήθειες, ὅτι δῆθεν περιορίζει, δεσμεύει, δημιουργεῖ ἐνοχὲς καὶ ταλαιπωρεῖ τὰ πρόσωπα. Τί προτείνουν; Συνθήματα ἀνταρσίας, ἀκηδεμονίας, ἀκυβερνησίας, ἀδιαφάνειας καὶ χειρότερης αἰχμαλωσίας. Ἡ ἔπαρση, ἡ κακὴ συνήθεια, ἡ εὔκολη ζωή, δὲν ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ ἀξίες, ἀρετὲς καὶ ἤθη. Λησμονεῖται ὁ πλούσιος καὶ ὡραῖος ἐγχώριος πολιτισμὸς καὶ εἰσάγονται ξενόφερτα νούμερα, ποὺ ἔξω ἀπορρίφθηκαν ἀπὸ καιρό. Ἀγαπᾶ καθυστερημένα ὁ Νεοέλληνας κάτι ποὺ μισήθηκε ἀπὸ τοὺς ξένους. Τρέχουν στοὺς διδασκάλους τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς γιὰ ἐσωτερικὸ διαλογισμό, ὅταν οἱ ἅγιοί μας τὰ εἶπαν ξεκάθαρα πρὶν ἑκατοντάδες χρόνια.
.              Ἂν βρεθεῖ ἕνας νὰ πεῖ ἢ νὰ γράψει κάτι διαφορετικό, θὰ κυνηγηθεῖ χαιρέκακα. Εἶναι δύσκολο σήμερα νὰ διαφέρεις, νὰ μὴν κάνεις ὅ,τι κάνουν οἱ πολλοί, νὰ μὴ λὲς ὅ,τι λένε ὅλοι. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ἀπὸ κάποιους μειονεκτικοὺς καὶ ἀθεόφοβους σκοταδιστική, μαῦρος μεσαίωνας, ἀγκυλωμένη στὸ παρελθόν, γηρασμένη καὶ ἄρρωστη. Δὲν τῆς ἐπιτρέπεται λοιπόν, νὰ ἐκφέρει σύγχρονη γνώμη, κρίση, παρατήρηση καὶ πρόταση. Σπάνιες πιὰ στὰ τηλεοπτικὰ παράθυρα οἱ σεμνὲς φωνές, οἱ νηφάλιες σκέψεις, οἱ ἀντικειμενικὲς γνῶμες. Ὅσοι φωνάζουν κατὰ τῆς διαφθορᾶς, ἐν πολλοῖς ὑποκρίνονται. Δὲν λένε, γιατί νὰ ὑπάρχει διαφάνεια καὶ πῶς θὰ ἐμπνευστεῖ. Ἡ ἀπουσία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος ἔδωσε ὅλο τὸ βάρος στὸ ἴδιον συμφέρον, τὸ οἰκονομικό. Ζωὴ δίχως πνευματικότητα εἶναι νύχτα δίχως ἀναμονὴ χρυσοπόρφυρης ἀνατολῆς

ΠΗΓΗ: makthes.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Οἱ μακαρισμοὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ διασώζουν ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Δ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

β´. Ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διατύπωσή της

.       Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του καὶ ζοῦν μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά. Δὲν ὑπάρχουν δύο ἢ καὶ περισσότεροι τύποι ἐκκλησιολογίας οὔτε ὁ ἕνας τύπος ἐκκλησιολογίας ὑποχωρεῖ ὑπὸ τὴν πίεση ἑνὸς ἀλλοῦ τύπου ἐκκλησιολογίας, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ ἐκκλησιολογία, ὅπως καθορίζεται ἀπὸ τὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη παράδοση», τὴν ὁποία κληρονόμησαν, ἀλλὰ ζοῦν ὀργανικὰ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἐντάσσονται μέσα στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
.       Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν Πατέρων ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βιώνουν τὴν ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διατυπώνουν ἀνάλογα μὲ τὶς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι, διαφυλάσσεται ἡ ἴδια ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς ἀλλάσσουν οἱ ὅροι καὶ οἱ λέξεις, χωρὶς νὰ χάνεται τὸ πνευματικό τους νόημα.
.       Ἔτσι, ἡ λέξη θέωση δὲν ὑπάρχει στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς διατυπώνονται τὰ νοήματα ποὺ ἔχουν ἄλλες λέξεις, ὅπως τελείωση, δοξασμὸς κλπ. Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὴν λέξη ὁμοούσιος οὔτε καὶ ἄλλους παρόμοιους ὅρους. Οἱ Πατέρες προσέλαβαν αὐτὴν τὴν ὁρολογία ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦσαν οἱ αἱρετικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν ἀποφόρτισαν ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ εἶχε καὶ τῆς ἔδωσαν διαφορετικὸ νόημα. Αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν στοχαστῶν θεολόγων εἶναι ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἐκκλησιολογίας;
.       Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ Πατέρες στὸ δόγμα τὸ ἔκαναν καὶ στὶς προϋποθέσεις τοῦ δόγματος, ποὺ εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἡ ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ἡ θεοπτία κλπ. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ὅτι δῆθεν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη θεολογία» στὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν τὴν φιλοσοφικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν μερικοὺς ὅρους ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία ἢ ἐπειδὴ δέχθηκαν ἔστω τοὺς ὅρους ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικὸς καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος. Δν πρόκειται γι μιὰ διαφορετικ καντίθετη κκλησιολογία, λλ γι τν δια κκλησιολογία, ποία διατυπώνεται μρους ποπέδιδαν καλύτερα τν μπειρία τν ποία ζοσαν οδιοι ς θεούμενοι.
.       Στὴν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν διαφόρους ὅρους ἀπὸ τὴν φιλοσοφικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, γιὰ νὰ ἀνατρέψουν τὶς θέσεις τῆς φιλοσοφίας καὶ τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, ὅπως θὰ δοῦμε σὲ ἄλλη ἑνότητα. Ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀκτίστων ρημάτων καὶ τῶν κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη στὸ ἐλάχιστον τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας.
.        Οἱ Πατέρες ἔζησαν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ χρειάσθηκε νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ἐξελληνισμένους Χριστιανούς. Ἂν ζοῦσαν στὴν σημερινὴ ἐποχὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς μας γιὰ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τοὺς βιολογικοὺς ὅρους (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ὅταν βέβαια δὲν ἀνατρέπεται ἢ ὑπονομεύεται ἡ ὁρολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πάντως, ρολογία πο χρησιμοποιήθηκε π τος Πατέρας κα καθιερώθηκε στς Οκουμενικς Συνόδους εναι πλέον δεδομένη, εναι μέρος τς Παραδόσεως ναπαλλοτρίωτο, δὲν μπορεῖ κανείς, ἐν ὀνόματι δῆθεν μιᾶς παλαιᾶς ἐκκλησιολογίας, νὰ τὴν ἀνατρέψη καὶ νὰ τὴν ἀπομυθεύση.
.        Οἱ πρῶτες μελέτες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη στοὺς Ἀποστολικοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὸ Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, φανερώνουν ὅτι ἡ νηπτικὴ-ἀσκητικὴ παράδοση εἶναι τὸ οὐσιαστικότερο τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δείχνει τὶς πραγματικὲς προϋποθέσεις τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

γ. Ἡ νηπτικὴ παράδοση καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ

.        Τὸ νόημα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως περὶ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως ἀνευρίσκεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ –Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη– ὅταν ἑρμηνεύεται μὲ ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἑρμηνευτική της προτεσταντικῆς θεολογίας.
.        Στὰ κατὰ καιροὺς ἐκδοθέντα βιβλία μου παρέθεσα ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ ἐδῶ θὰ ἀρκεσθῶ σὲ μερικὰ παραδείγματα.
.        Ο μακαρισμο το Χριστο, πο εναι πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί κριβς εναι πνευματικ ζω κα διασώζουν λα τ χαρακτηριστικ γνωρίσματα τς νηπτικς-συχαστικς παραδόσεως τς κκλησίας. Σὲ αὐτοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν πτωχεία τοῦ πνεύματος, ὡς προϋπόθεση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παράκληση· γιὰ τὴν πραότητα ὡς προϋπόθεση κληρονομήσεως τῆς γῆς· γιὰ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα· γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ ποὺ φέρνει πνευματικὸ χορτασμό· γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ ἀποσπᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς ὁποίας βλέπει κανεὶς τὸν Θεό· γιὰ τὴν εἰρηνοποιΐα, γιατί ἔτσι γίνεται κανεὶς υἱὸς τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸν διωγμὸ γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ὀνειδισμὸ ἕνεκέν Του, γιατί ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση καὶ ὁ μισθὸς στοὺς οὐρανοὺς (Ματθ. ε´ 1-13).
.        Μελετώντας κανεὶς προσεκτικά τους μακαρισμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι στὴν πραγματικότητα συνιστοῦν τὸν ἀληθινὸ ἐκκλησιαστικὸ τρόπο ζωῆς, βλέπει ὅτι προτρέπονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κυρίως παρατηρεῖ ὅτι ὅλα τὰ μεγάλα ἀγαθά, ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ἡ μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ βίωση τῆς υἱοθεσίας εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, τὸ πένθος, ἡ πραότητα, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ διωγμὸς καὶ τὸ μαρτύριο γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
.        Στὴν συνέχεια, ἂν μελετήση κανεὶς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ τὴν μέθεξη τῆς δόξης τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς Μαθητὲς (Ματθ. ιϛ´ , 28 – ιζ´1-8), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν φανέρωση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καὶ τὴν βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, τότε καταλαβαίνει σὲ τί συνίσταται ἡ πνευματικὴ ζωή.
.        Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στὶς καθολικές του ἐπιστολὲς ἀναφέρεται σὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζοῦν οἱ Χριστιανοί: «Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἠμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς, δι᾽ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 3-4).
.        Πρέπει κανεὶς νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία καὶ νὰ φθάση στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ἀναφέρεται στὴν πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀρετή, τὴν γνώση, τὴν ἐγκράτεια, τὴν ὑπομονή, τὴν εὐσέβεια, τὴν φιλαδελφία, τὴν ἀγάπη. Μὲ αὐτὰ φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὰ «τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἁμαρτιῶν» (Β´ Πέτρ. α´5-9).
.        Προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀγωνίζωνται γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν σκοπό τους· «διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητε πότε. οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Πέτρ. α´ 10-11).
.        Προσδιορίζοντας δὲ τί εἶναι αὐτὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται στὴν φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στὸ Ὄρος Θαβώρ, ποὺ διακρίνεται σαφέστατα ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι «σεσοφισμένοι μύθοι»: «οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἑξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. Λαβὼν γὰρ παρὰ Θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιᾶσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα, καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίω. καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὐ ἡμέρα διαυγάςῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Β´ Πέτρ. α´ 5-19).
.        Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ κείμενο φαίνεται σαφέστατα ποιά εἶναι ἡ κλήση τῶν Χριστιανῶν, τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πῶς ἀξιώνεται κανεὶς αὐτῆς τῆς θεωρίας καί, βεβαίως, ὅτι πρόκειται γιὰ ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου δόξης ποὺ διακρίνεται ἀπὸ κάθε φιλοσοφία, πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνική.
.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση φαίνεται στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Α´ Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἐκεῖ προτρέπονται ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ περιζώσουν τὴν διάνοιά τους, νὰ εἶναι νήφοντες, νὰ ἐλπίσουν τελείως «ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὡς τέκνα τῆς ὑπακοῆς νὰ μὴ συσχηματίζονται μὲ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ εἶχαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀγνοίας, πρὶν τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὴν κλήση τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ ἅγιοι, σὲ κάθε ἀναστροφὴ (Α´ Πέτρ. α´ 13-17). Καὶ ἐδῶ ἡ βίωση τῶν μεγάλων ἀγαθῶν προϋποθέτει τὴν συγκέντρωση τῆς διανοίας, τὴν νήψη, τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπολαύσεως τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τῆς θεοπτίας, καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο γίνονται ἅγιοι. Ἡ ἁγιότης δὲν εἶναι κάτι δεδομένο ποὺ δίνεται μηχανικὰ καὶ μαγικά, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου.
.        Αὐτὰ εἶναι μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ ὑπάρχει πληθώρα τέτοιων χωρίων ποὺ δείχνουν ὅλη τὴν προοπτικὴ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεοπτίας, ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται νὰ προσλάβουν οἱ Πατέρες αὐτὴν τὴν διδασκαλία ἀπὸ τὸν πλατωνισμὸ καὶ τὸν νεοπλατωνισμό. Πλούσιο ὑλικὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ βρῆ στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπως τὸ ἔκανα σὲ ἕνα κείμενό μου μὲ τίτλο «Ἡ ἡσυχία καὶ ἡ θεοπτία στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”-πρόκειται γιὰ μία προτεσταντικὴ αἱρετικὴ κακοήθεια, ποὺ εἰσῆλθε μέσα στὸν ὀργανισμὸ μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνη ἕνας ἐκκλησιαστικὸς κακοήθης ὄγκος ποὺ θὰ προσβάλη τὸν ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

3. Εὐρύτερες ἀναλύσεις

.       Ἡ σύντομη ἀντίκρουση τῆς κυοφορουμένης αὐτῆς αἰρέσεως μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προηγήθηκε, μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ προχωρήσουμε σὲ εὐρύτερες ἐπισημάνσεις, οὐσιαστικὰ νὰ ἐπεκτείνουμε τὶς σκέψεις αὐτές, γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνη κατάσταση ποὺ μπορεῖ νὰ βλάψη τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως φαίνεται καθαρά, πρόκειται γι μία προτεσταντικ αρετικ κακοήθεια, πο εσλθε μέσα στν ργανισμ μερικν μελν τς κκλησίας κα δν πρέπει ν γίνη νας κκλησιαστικς κακοήθης γκος πο θ προσβάλη τν ργανισμ τς κκλησίας.
.       Θὰ μποροῦσα πρὸς ἀνατροπὴ ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν νὰ παραπέμψω στὸ δίτομο βιβλίο ποὺ ἐξέδωσα μὲ τίτλο «Ἐμπειρικὴ Δογματική», μέσα στὸ ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ γνησίου δογματολόγου π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γνώρισε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀπόψεις στὴν Ἀμερική, ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ καὶ προτεσταντικὴ θεολογία τὶς ὁποῖες σπούδασε, καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν γνησιότητα τῆς πατερικῆς σκέψης καὶ ζωῆς.
.       Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόψεις ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ μερικοὺς συγχρόνους θεολόγους ἀντιμετωπίζονται πολὺ καλὰ ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, σὲ κείμενα ποὺ θὰ δημοσιευθοῦν καὶ ἀργότερα, καὶ ατς εναι λόγος γι τν ποο τν χουν δυσφημήσει πολύ.
.       Ἀλλὰ ἡ λήθεια θ λάμψη, φο δν θὰ φήση Θες τὸ νειδος νὰ πικρατήση μέσα στν γιασμένο κα ελογημένο χρο τς ρθοδόξου κκλησίας, πως ατ φάνηκε στν στορία τς κκλησίας. Τ αθεντικ θὰ ντέξη στν χρόνο κα στς πιέσεις, ν τ ψεύτικο θὰ ξαφανισθ.

.       Στὴν συνέχεια θὰ ὑπογραμμίσω μερικὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν προτεσταντικὴ αὐτὴ αἱρετικὴ κακοήθεια ποὺ ἐπηρέασε καὶ μερικοὺς Ὀρθοδόξους, ὥστε νὰ μὴ γίνουν πνευματικὸς καὶ ἐκκλησιαστικὸς ὄγκος καὶ προκαλέση ἀσθένειες στοὺς Χριστιανούς.

α. Οἱ προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν

.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς δίδαξαν ὅτι προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθῆ μία διδασκαλία πρέπει νὰ τονίζωνται οἱ προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: ποιός τελικὰ εἶναι θεολόγος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ποιός μπορεῖ νὰ θεολογῆ; Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὴν ἀρχὴ τῶν θεολογικῶν του λόγων, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, κυρίως τῶν Εὐνομιανῶν τῆς ἐποχῆς του, ποὺ ἦταν ἡ κυριότερη αἵρεση μεταξὺ τῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι Ἀρειανοὶ χρησιμοποιοῦσαν φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα, χρειάσθηκε νὰ κάνη λόγο γιὰ τὶς προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, δηλαδὴ τόνισε ποιός μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ θεολογῆ.
.       Ἐκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει λόγο γιὰ «τοὺς ἐν λόγῳ κομψούς», ποὺ χαίρονται «ταῖς βεβήλοις κενοφωνίαις» καὶ τὶς ἀντιθέσεις «τῆς ψευδωνύμου γνώσεως», ἀλλὰ εἶναι καὶ «σοφισταὶ λόγων ἄτοποι καὶ παράδοξοι». Μὲ τὸν φιλοσοφικὸ λόγο τῶν Εὐνομιανῶν «κινδυνεύει τεχνύδριον εἶναι τὸ μέγα ἡμῶν μυστήριον». Τὸν εὐνομιανὸ ποὺ θεολογεῖ φιλοσοφικὰ καὶ ζῆ ἐκτὸς τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τὸν ὀνομάζει «διαλεκτικὸν καὶ λάλον».
.       Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ξεκαθαρίζει γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι οἱ βασικὲς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Λέγει ὅτι ἡ θεολογία δὲν εἶναι ὁποιοδήποτε ἔργο, μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ χαμηλά. Δὲν εἶναι ὅλων τὸ ἔργο νὰ θεολογοῦν, ἀλλὰ «τῶν ἐξητασμένων καὶ διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καὶ πρὸ τούτων καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα κεκαθαρμένων ἢ καθαιρομένων, τὸ μετριώτατον».
.       Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο στὸν «μὴ καθαρὸν ἅπτεσθαι καθαρῷ», ὅπως εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἡλιακὴ ἀκτίνα σὲ ἄρρωστο ὀφθαλμό. Ἔτσι, ἐκεῖνος ποὺ θεολογεῖ πρέπει προηγουμένως νὰ καθαρισθῆ, ἀλλιῶς καταλήγει σὲ αἵρεση. Καὶ γιὰ νὰ ἔχη αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογίας πρέπει νὰ περάση μέσα ἀπὸ τὴν ἡσυχία. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ θεολογοῦμε «ἡνίκα ἂν σχολὴν ἄγωμεν ἀπὸ τῆς ἔξωθεν ἰλύος καὶ ταραχῆς, καὶ μὴ τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν συγχέηται τοῖς μοχθηροῖς τύποις καὶ πλανωμένοις», σὰν νὰ ἀναμειγνύωνται τὰ καλλιγραφημένα γράμματα μὲ τὰ ἄσχημα ἢ ἡ εὐωδία τῶν μύρων μὲ τὴν ἀκαθαρσία. Πρέπει κανεὶς προηγουμένως νὰ σχολάση, γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Θεό. «Δεῖ γὰρ τῷ ὄντι σχολᾶσαι καὶ γνῶναι Θεόν».
.          Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ προτάσσεται τῶν θεολογικῶν του λόγων, δείχνει καθαρὰ ὅτι δίνεται μεγάλη σημασία στὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιατί ὅταν αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις ἀλλοιώνωνται, τότε ἀναποδράστως ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται σὲ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καί, ἑπομένως, στὴν κακοδοξία καὶ τὴν αἵρεση.
.       Ἔτσι, οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ σχόλη κατὰ Θεόν, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ. Αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δὲν εἶναι μία ἄλλη μεταγενέστερη ἐκκλησιολογία, ἀλλὰ ἡ ὀρθὴ ἐκκλησιολογία, ποὺ τὴν συναντᾶμε στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ ὅταν αὐτὴ καταργῆται, τότε δὲν ὑπάρχει καμμιὰ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀπόδοση τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ἐκκλησιολογίας.
.       Στὸν Λόγο στὰ Θεοφάνεια, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θέωση ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιὰ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος στὸ χάρισμα τῆς ἀληθείας καὶ νὰ δουλεύη «Θεῶ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ».
.       Μόνον ἔτσι μπορεῖ κανεὶς νὰ φιλοσοφῆ-θεολογῆ περὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν συνέχεια καθορίζει τὸν τρόπο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας: «Οὗ γὰρ φόβος, ἐντολῶν τήρησις· οὗ δὲ ἐντολῶν τήρησις, σαρκὸς κάθαρσις τοῦ ἐπιπροσθοῦντος τῇ ψυχῇ νέφους, καὶ οὐκ ἐῶντος καθαρῶς ἰδεῖν τὴν θείαν ἀκτῖνα· οὗ δὲ κάθαρσις, ἔλλαμψις· ἔλλαμψις δέ, πόθου πλήρωσις, τοῖς τῶν μεγίστων, ἡ τοῦ μεγίστου, ἡ ὑπὲρ τὸ μέγα ἐφιεμένοις».
.       Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο «διὰ τοῦτο καθαρτέον ἑαυτὸν πρῶτον, εἴτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον». Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ κάθαρση, ἔλλαμψη-φωτισμὸ καὶ πορεία πρὸς τὸ «μέγα», δηλαδὴ τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν θεοπτία, ὁπότε ἀποκτᾶται ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία.
.       ερσυχία εναι ρθόδοξος τρόπος ζως, πως τν συναντμε στν γία Γραφ κα τν Παράδοση τς κκλησίας καπως τν ζησαν ο Προφτες, οπόστολοι κα ογιοι δι μέσου τν αώνων. Δν πρόκειται γι μία «κκλησιολογία» μεταγενέστερη ποποσκέλισε καξουδετέρωσε τν «ρχέγονη κκλησιολογία». Οὔτε μερικοὶ Πατέρες ἐπηρέασαν τοὺς ἄλλους μεταγενέστερους Πατέρες.
.       Διερωτῶμαι: ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες ἀπόψεις θεωροῦν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀνόητους καὶ ἀνώριμους ποὺ δέχονται ἁπλῶς ἀνέλεγκτα μερικὲς θεωρίες ποὺ δημιούργησαν κάποιοι ἄλλοι, καὶ οἱ ὁποῖες θεωρίες ἀλλοιώνουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε συντελοῦν καὶ αὐτοὶ ἀφελῶς στὴν παρέκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία;
.       Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι δῆθεν ἔρχεται στὴν συνέχεια ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Πατέρων στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ κατοχυρώνει αὐτὴν τὴν ἀλλοίωση! πορ πς τέτοια σοφίσματα ποστηρίζονται π δθεν ρθοδόξους, ποναμασον τς διατυπωθεσες προτεσταντικὲς πόψεις.
.       Ἡ ἄποψη ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως παραθεωρεῖ τελείως τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν διδασκαλία ὅτι οἱ ἅγιοι εἶναι θεούμενοι, ὅπως ἐπανειλημμένως τονίζεται στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

.       Κάνοντας λόγο γισυχαστικ τρόπο ζως ννοομε λη τν εαγγελικ ζωή, ποναφέρεται στν γώνα γι τν ντιμετώπιση το διαβόλου, το θανάτου κα τς μαρτίας, γι τν θεραπεία τν λογισμν, τν καθαρότητα τς καρδις, τν νεργοποίηση τς νοερς νεργείας, στε νος ν προσεύχεται καθαρ στν Θεό, τν πόκτηση τς νιδιοτελος γάπης, τν θεραπεία το τριμερος τῆς ψυχς κλπ. Ατσκητικ ζω συνδέεται στενότατα μ τν μυστηριακ ζω καποτελε τν πεμπτουσία το εαγγελικοκκλησιαστικο τρόπου ζως.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ νέοι προτεσταντίζοντες θεολόγοι θεωροῦν ὅτι εἰσήγαγε τὴν παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία» καὶ ὅτι δῆθεν αὐτὸς ἐπηρέασε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ ὑπηρέτησε ὡς διάκονός του, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, ὁ Εὐάγριος δέχθηκε ἕναν ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὸν Ὠριγένη σὲ μερικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ σὲ θεολογικὰ θέματα ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, μάλιστα δὲ στὴν ἀσκητική του διδασκαλία ἀποτυπώνεται ἡ μοναχικὴ παράδοση τῆς ἐρήμου, ὅπως βιωνόταν στὴν ἐποχή του, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ.
.       Πάντως, ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικό, μᾶλλον τὸ ἀντίθετο ἔγινε, ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ ἡσυχαστικὰ θέματα ἐπηρέασε τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος διετύπωσε αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση μὲ τὸν δικό του λεκτικὸ τρόπο.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι Θεολόγος καὶ ὄχι Ναζιανζηνός, ὅπως τὸν ἔλεγαν περιφρονητικὰ οἱ ἐχθροί του ἀρειανοὶ στὴν ἐποχή του καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ οἱ Προτεστάντες στὴν ἐποχή μας, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ Ὀρθόδοξοι ποὺ ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτούς. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ τὸν ἀποκαλοῦμε ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἤτοι ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

.       Μὲ ὅσα γραφοῦν στὴν συνέχεια, θὰ διευκρινισθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”- ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς προτεσταντίζοντες φαίνεται σαφέστατα ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ διαβρωθῆ ὁλόκληρη ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται διὰ τῶν μεγάλων Πατέρων της μέχρι τῶν νεωτέρων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὁσίων ἀσκητῶν ποὺ γνωρίσαμε τὰ τελευταῖα χρόνια»

 «Μιὰ κυοφορούμενη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

2. Συνοπτικὴ ἀντίκρουση

.     Ἡ παρουσίαση αὐτῆς τῆς κυοφορούμενης αἵρεσης μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ ἔγινε προηγουμένως, δείχνει τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος καὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνη ἀναπάντητη, γιατί διαφορετικὰ δημιουργεῖται ἕνας κακοήθης ὄγκος μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Στὴν συνέχεια θὰ γίνη μία συνοπτικὴ ἀντίκρουση αὐτῆς τῆς κακόδοξης θεωρίας καὶ στὴν ἑπόμενη ἑνότητα θὰ ἀναλυθῆ περισσότερο τὸ θέμα.
.        Κατ᾽ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη διπλὴ «ἐκκλησιολογία» καὶ διπλὴ «πνευματικότητα» μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς πνευματικότητα εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίω Πνεύματι ζωὴ τὴν ὁποία ζῆ ὁ Χριστιανὸς μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση.
.          Ἡ ἀληθὴς ἐκκλησιολογία εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἡσυχασμὸς δὲν συνιστᾶ μία ἰδιαίτερη ἐκκλησιολογία, ἀλλὰ εἶναι ἡ εὐαγγελικὴ ζωή, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση μεθέξεως τῆς ἀκτίστου καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.       λατρεία τς κκλησίας κα ο εχς τν Μυστηρίων παρουσιάζουν λην ατν τν συχαστικ παράδοση, ἡ ὁποία κατοχυρώθηκε καὶ συνοδικῶς μὲ τὴν Σύνοδο τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἡ Θ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
.       Ἔπειτα, ἀπὸ τὴν ὅλη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα διδασκαλίας καὶ ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
.       Οἱ Ἀπόστολοι δὲν διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Προφῆτες οὔτε καὶ οἱ Πατέρες ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Προφήτας καί, ἑπομένως, εἶναι κοινὴ ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ πίστη τους. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν τὸν ἄσαρκο Λόγο, ἐνῶ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν καὶ κοινωνοῦν τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κοινά. Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «τί γε ἄλλο ἢ ὅτι τοῦτο τελειότης ἐστι σωτήριος ἔν τε γνώσει καὶ δόγμασι, τὸ ταὐτὰ φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι᾽ ὧν τὸ ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ».
.       Ἀκόμη, ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς θεοπτίας ποὺ γίνεται μὲ ἄρρητα ρήματα καὶ ἄλλο εἶναι ἡ καταγραφὴ αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ποὺ γίνεται μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.       Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων στὴν ὁρολογία δὲν συνιστᾶ διαφορὰ καὶ στὴν ἐμπειρία. Βεβαίως τὸν 3ο καὶ 4ο αἰώνα οἱ Πατέρες καὶ διδάσκαλοι χρησιμοποίησαν μία ἰδιαίτερη ὁρολογία, τὴν ὁποία προσέλαβαν ἀπὸ τὴν γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, προκειμένου νὰ ἀντικρούσουν τοὺς ἑλληνίζοντας αἱρετικούς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἄλλαξαν καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ὁρολογίας.
.          Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κακοδοξιῶν εἶναι ἡ ἀνάγκη προσθήκης στὴν ὁρολογία. Ἀντιμετωπίζοντας τοὺς κακοδόξους χρησιμοποιοῦμε σύμβολα, αὐτὰ τὰ νοήματα δηλαδή, καὶ προσπαθοῦμε νὰ κτυπήσουμε τὴν κακοδοξία στὴν καρδιά της».
.       Ἔτσι, εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς νὰ θεωροῦνται ὡς ὠριγενιστικὴ ἢ νεοπλατωνικὴ διδασκαλία τὰ περὶ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, ἐπειδὴ οἱ Πατέρες υἱοθέτησαν τοὺς ὅρους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἢ ἄλλως ὑπάρχουν στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ὡς λέξεις ἢ ὡς πραγματικότητες.
.       Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἐπειδὴ κατηγορήθηκε ὅτι χρησιμοποιοῦσε φράσεις τοῦ Νεστορίου, σὲ μία ἐπιστολή του, ἡ ὁποία ἐντάχθηκε στὰ Πρακτικὰ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γράφει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ὅλα ὅσα λέγουν οἱ αἱρετικοί, γιατί ὑπάρχουν καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα συμφωνοῦν μὲ τὴν διδασκαλία μας. Γράφει συγκεκριμένα: «Ὅτι οὐ πάντα, ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν, καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσι ὧν καὶ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν».
.       Στὴν συνέχεια ἀναφέρει σχετικὰ παραδείγματα. Ατ σημαίνει τι δν χει σημασία ἐὰν κάποια ρολογία εσήχθη π τν ριγένη, τν Εάγριο τν Ποντικ τν Μακάριο τν Αγύπτιο, λλ σημασία χει τι υοθετήθηκε π τν Μ. Βασίλειο, τν γιο Γρηγόριο τν Θεολόγο, τν γιο Γρηγόριο Νύσσης κα τος μεταγενεστέρους Πατέρες κα κατοχυρώθηκε συνοδικς, πειδποτελε κτμα τς ρθοδόξου Παραδόσεως.
.       Ἑπομένως, εἶναι κακόδοξη νοοτροπία τὸ νὰ χαρακτηρίζεται ἡ κατοχυρωμένη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία βιώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὠριγενιστική, εὐαγριανή, μακαριακή κλπ.
.       Ἐπὶ πλέον, μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ θεολογίας καὶ φιλοσοφίας καὶ ὄχι ἡ χρησιμοποίηση ἁπλῶς τῶν ὅρων. Ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στοὺς θεουμένους, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία εἶναι καρπὸς στοχασμοῦ καὶ ἀνακαλύψεως τῆς λογικῆς του ἀνθρώπου. Τ ν χαρακτηρίζεται ἡ συχαστικ παράδοση ς ριγενιστική, εαγριανή, μακαριακ κακόμη ς νεοπλατωνική, πειδπάρχει μία ξωτερικμοιότητα στς λέξεις, εναι πιπόλαια ρμηνεία, ἐὰν δν κφράζει κα κάτι βαθύτερο, δηλαδ εναι προσπάθεια πονομεύσεως τς ρθοδόξου συχαστικς παραδόσεως.
.       Τὸ πόσο εἶναι ἐπιπόλαια αὐτὰ τὰ συμπεράσματα φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μποροῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ κατηγορήσουν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ προσέλαβαν τὴν ὁρολογία (πρόσωπο, ὑπόσταση, οὐσία, ἐνέργεια κλπ.) καὶ ἄλλα ἐξωτερικὰ πολιτιστικὰ γεγονότα ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς αἱρετικούς, καὶ νὰ χαρακτηρίσουν τὴν θεολογία τῶν Πατέρων γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴν ὅλη ἐκκλησιολογία τους ὡς εἰδωλολατρική.
.       Ἔφθασε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὁ Χάρνακ καὶ ἄλλοι προτεστάντες, δὲν ἀποκλείεται νὰ φθάσουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὀρθόδοξοι (ἤδη μερικοὶ ἔφθασαν), ποὺ σκέπτονται ἐπιπόλαια καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀφοῦ ἀγνοοῦν τὸ οὐράνιο καὶ βαθὺ περιεχόμενό της.
.       Τελικά, ἡ ἄποψη ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ μία διπλὴ ἐκκλησιολογία –ἀρχέγονη καὶ μεταγενέστερη– εναι λεγομένη «μεταπατερικ θεολογία», δηλαδ μία ποψη ποία μεταφέρεται π τος Προτεστάντες κα μερικος ρθοδόξους, οποοι προσπαθον μ τν τρόπο ατν νρνηθον τν διδασκαλία τν Πατέρων, τν λατρεία τς κκλησίας, τν συχαστικ παράδοση καί, βεβαίως, τν μοναχισμό.
.       Καὶ εἶναι ἐκπληκτικό, πράγματι, τὸ γεγονὸς νὰ ἐπιχειρῆται ὁ ἐκπροτεσταντισμὸς τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας μὲ τὸ νὰ ἐπαινῆται ἀπὸ τοὺς πιὸ πάνω θεολόγους καὶ φιλοσοφοῦντας ἡ προτεσταντικὴ ἑρμηνεία, νὰ ὑπονομεύεται ἡ ἡσυχαστική, ἐκκλησιαστική, πατερικὴ Παράδοση, χάριν μία «ἀρχέγονης ἐκκλησιολογίας», ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν θεία Εὐχαριστία, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται ἁπλῶς στὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
.       Μὲ ὅσα λέγονται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς νέους προτεσταντίζοντες καὶ φιλοσοφοῦντες θεολόγους φαίνεται σαφέστατα τι γίνεται προσπάθεια ν διαβρωθλόκληρη σκητικ παράδοση κα ζω τς κκλησίας, πως κφράζεται δι τν μεγάλων Πατέρων της, ἤτοι τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, δηλαδὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ὅλων τῶν Νηπτικῶν-Φιλοκαλικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τν νεωτέρων, λλ καλων τν σίων σκητν πο γνωρίσαμε τ τελευταῖα χρόνια (Ἰωσὴφ Σπηλαιώτου, Ἐφραὶμ Κατουνακιώτου, Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου κ.α.) καὶ οποοι μιλον γι τν σκητικ ζωή, τν μετάνοια, τν νοερ προσευχ κα γενικμιλον γι τν πορεία τονθρώπου πρς τν Θε δι τς καθάρσεως, το φωτισμο κα τς θεώσεως.
.       Αὐτὸ δημιουργεῖ καὶ ἕνα ἄλλο σοβαρὸ πρόβλημα, ποὺ ὑπονομεύει τὴν ὅλη ἐκκλησιολογία τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἑρμηνεύονται τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἔξω ἀπὸ τὶς βασικὲς προϋποθέσεις τους ποὺ εἶναι ἡ ἐμπειρία, ἡ ὁποία συγκεκριμενοποιεῖται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ἀλλὰ ὑπονομεύεται καὶ ἡ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Μυστήρια, ὅταν ἀποσυνδέωνται ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, ὅπως ἐκφράζεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Γνωρίζουμε, ὅμως, ὅτι οὔτε τὰ Μυστήρια ἀποδεσμεύονται ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιατί αὐτὸ συνιστᾶ ἕναν μαγικὸ τρόπο ζωῆς, οὔτε ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση βιώνεται χωρὶς τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, γιατί αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία καὶ στὸν μασαλιανισμό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: 

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”-προσβάλλονται ὕπουλα οἱ προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Γράφεται καὶ λέγεται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἀλλοίωσαν τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση»

  • Ἡ μελέτη αὐτὴ τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου πρωτοδημοσιεύθηκε τὴν Τρίτη 12 Ἰουλίου 2011


«Μία κυοφορούμενη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»
Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Α´]

.       Ἡ λέξη αἵρεση προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα αἱρέομαι-οῦμαι καὶ δηλώνει τὴν ἐπιλογὴ καὶ προτίμηση μιᾶς ἐπὶ μέρους πλευρᾶς μιᾶς διδασκαλίας ποὺ ἀπολυτοποιεῖται εἰς βάρος τῆς καθολικότητος, τῆς ὅλης ἀληθείας.
.       Ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας αἵρεση εἶναι ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν καθιερωμένη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως στὶς Τοπικὲς καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Γιὰ παράδειγμα, ἡ διδασκαλία γιὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστὸ διατυπώθηκε στὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.
.       Ὅταν κάποιος ὑπερτονίζη τὴν θεία φύση εἰς βάρος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, περιπίπτει στὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ὅταν κάποιος ἄλλος ὑπερτονίζη τὴν ἀνθρωπίνη φύση εἰς βάρος τῆς θείας φύσεως καὶ κυρίως εἰς βάρος τῆς ἑνότητος τῶν δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στὴν αἵρεση τοῦ νεστοριανισμοῦ.
.       Τὸ προηγούμενο δείχνει ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχόμαστε τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας τὰ ὁποία διατυπώθηκαν στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, δηλαδὴ στὰ κείμενα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, οἱ τελευταῖοι δὲ τὰ διετύπωσαν στὶς Τοπικὲς καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, γιατί διαφορετικά, ἀλλοιώνεται ἡ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια τῆς πίστεως, καὶ κυρίως αὐτὴ ἡ ἀλλοίωση γίνεται μὲ στοχασμοὺς καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις πάνω σὲ δογματικὲς ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας.

1. Οἱ δῆθεν δύο τύποι ἐκκλησιολογίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

.         Τὸν τελευταῖο καιρὸ ὑφέρπει καὶ κυοφορεῖται μία αἱρετικὴ διδασκαλία ποὺ ὑπονομεύει ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας. Δὲν θὰ ἔδινα ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ προσοχή, ἂν δὲν ἔβλεπα ὅτι ατ κακοδοξία διαδίδεται σν λύμη, τν ποία συναντ σ βιβλία κα κείμενα, θεολόγων κα φιλοσοφούντων, σρθρα, σ προφορικς μιλίες ποκούγονται π ραδιοφωνικος σταθμούς. Δὲν κτυπιέται εὐθέως ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ κυρίως προσβάλλονται πουλα ο προϋποθέσεις τς ρθοδόξου θεολογίας. Γράφεται κα λέγεται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετλλοίωσαν τν ρχέγονη κκλησιαστικ παράδοση.
.       Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως ὑποστηρίζεται, ζοῦσε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία θεία Εὐχαριστία «ἀποτελεῖ εἰκόνα καὶ προληπτικὴ φανέρωση τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ», ὁπότε ἡ θεία Εὐχαριστία ἐξομοιώνει, κατὰ τὸ δυνατόν, τὶς ἱστορικὲς κατὰ τόπους χριστιανικὲς κοινότητες ὡς «αὐθεντικὴ ἔκφραση τῆς ἐσχατολογικῆς δόξας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
.       Οἱ ἀπόψεις μποροῦν νὰ φαίνονται ὡς εὐλογοφανεῖς, οὐσιαστικὰ ὅμως δημιουργοῦν πρόβλημα, ὅταν δὲν ἐρμηνεύωνται ὀρθόδοξα τὰ περὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἐσχατολογικῆς δόξας τῆς Βασιλείας.
.       Λέγεται αὐτό, γιατί ὅσοι χρησιμοποιοῦν τέτοιες ἐκφράσεις συνήθως γνοον περιφρονον τν διδασκαλία τν Πατέρων τς κκλησίας, διαιτέρως τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, γι ττι Βασιλεία το Θεο εναι φανέρωση το Θεος Φωτός, πως γινε στὸ ὄρος τς Μεταμορφώσεως.
.        Ἐπίσης, δν ρμηνεύουν τν δόξα το Θεος τκτιστο Φς κα τν βίωση τς σχατολογικς δόξας ς μέθεξη τοκτίστου Φωτός, κατ τν διάρκεια τς θεοπτίας, πως τζησαν ο τρες Μαθητς στρος τς Μεταμορφώσεως κα οπόστολοι τν μέρα τς Πεντηκοστς, πολαβαν τγιον Πνεμα καὶ γιναν μέλη τοῦ ναστημένου Σώματος το Χριστο. Αὐτὴ ἡ θεοπτία καὶ ἡ μέθεξη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ βίωση τῆς ἐσχατολογικῆς δόξας τῆς Βασιλείας καὶ κατὰ τὴν θεία Λειτουργία ἀπὸ τοὺς ἀξίους αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας, τοὺς θεουμένους.
.       Ὅμως, ὅσοι χρησιμοποιοῦν τέτοιες ἐκφράσεις, ὅπως Ἐκκλησία, θεία Εὐχαριστία καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὶς ἑρμηνεύουν πολὺ ἐξωτερικά, συναισθηματικὰ ἢ τουλάχιστον μὲ ἕναν ἀφηρημένο στοχαστικὸ θεολογικὸ λόγο. Στν θεία Εχαριστία βιώνουν τν σχατολογικ δόξα τς Βασιλείας σοι φθάνουν στν θεοπτία καὶ χι πλς σοι νομίζουν τι συμμετέχουν σ ατν μηχανικ μ τ πάθη τους κα τς δυναμίες τους.
.       μπειρία τς σχατολογικς δόξας τς Βασιλείας δν γίνεται πλς μ τραῖα μφια κα τς ψαλμωδίες οτε μ τν μετάληψη το Σώματος κα το Αματος το Χριστο, χωρς τς παραίτητες προϋποθέσεις, λλ μ τν μπειρία τς θεώσεως στν θεία Εχαριστία κα κατ τν θεία Κοινωνία. Αὐτὸ δείχνει ἡ ἐμπειρία τῆς δόξας τῆς Βασιλείας ποὺ εἶχε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, καὶ τὴν περιγράφει στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Οὐσιαστικὰ περιγράφεται ἡ οὐράνια θεία Λειτουργία.
.       Ἡ ἀνησυχία, ὅμως, καὶ ὁ ἔντονος προβληματισμὸς εἶναι κυρίως στὸ ὅτι ὅσοι ὁμιλοῦν κατὰ τέτοιον ἀφηρημένο, συναισθηματικὸ καὶ στοχαστικὸ τρόπο, φ᾽ νς μν παραθεωρον τς ρθόδοξες προϋποθέσεις μεθέξεως τς «σχατολογικς δόξας», φ᾽ τέρου δ προχωρον κόμη πι πέρα γι ν τς παρερμηνεύσουν.
.      Ἰσχυρίζονται, δηλαδή, τι ατν τν ζω τς πρώτης κκλησίας, ποὺ κφραζόταν ς «σχατολογικ δόξα τς Βασιλείας το Θεο», τν λλοίωσαν οδιοι ογιοι Πατέρες στος μεταγενέστερους αἰῶνες! Δηλαδή, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἐκφράζεται διὰ τῶν ἁγίων Πατέρων, τοὺς ὁποίους ἐκείνη τιμᾶ καὶ γεραίρει, καὶ τελικὰ ἀποδέχεται τὴν διδασκαλία τους, δῆθεν ἀλλοίωσε αὐτὴν τὴν «βασικὴ βιβλικὴ καὶ ἀρχέγονη χριστιανικὴ ἐκκλησιολογία καὶ πνευματικότητα».
.       Αὐτὸ ἔγινε, γιατί ἀσκήθησαν, ὅπως ὑποστηρίζουν, «ἔντονες ἰδεολογικὲς πιέσεις τοῦ χριστιανικοῦ γνωστικισμοῦ καὶ κυρίως τοῦ (νεο-) πλατωνισμοῦ», ποὺ ἄρχισαν ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα, ὁπότε ὑπεχώρησε ἡ ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία. Στὴν καλύτερη, ὅμως, περίπτωση «συνυπάρχει μὲ μίαν ἄλλην πνευματικότητα (ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιολογία)».

.       πομένως, ο Πατέρες συνετέλεσαν στ νποχωρήση ἡ ρχέγονη κκλησιολογία, κα ατ τὸ ποδέχθηκε σιωπηρς ἡ κκλησία, (δηλαδὴ ἡ μία ἐκκλησιολογία στρέφεται ἐναντίον τῆς ἄλλης ἐκκλησιολογίας) ἢ συνυπάρχουν δύο ἐκκλησιολογίες παράλληλα.
.       Ἡ μεταγενέστερη δὲ αὐτὴ «πνευματικότητα» καὶ «ἐκκλησιολογία» «ἔχει τὶς ρίζες της στὴ νέο-πλατωνίζουσα εὐαγριανὴ καὶ τὴ μεσσαλιανίζουσα μακαριανὴ μυστικὴ θεολογία, ἀλλὰ θεμελιώνονται καὶ ἐπιστημονικὰ ἀπὸ τὴν κατηχητικὴ Σχολὴ τῆς Ἀλεξανδρείας».
.       Αὐτὴ δὲ ἡ μεταγενέστερη «ἐκκλησιολογία» χαρακτηρίζεται «ὄχι ἁπλῶς τροπὴ ἀλλὰ ἀνατροπή», τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς πρώτης Ἐκκλησίας!
.            Ὅταν γίνεται λόγος γιὰ «νεο-πλατωνίζουσα εὐαγριανὴ» καὶ «μακαριανὴ μυστικὴ θεολογία», ἐννοοῦνται τὰ ἔργα τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ καὶ τὰ ἔργα τοῦ Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἔργα αὐτῶν τῶν δύο, στὸ θέμα ὅμως τῆς ἀσκητικῆς καὶ τῆς προσευχῆς, ἐπηρέασαν ὅλην τὴν μεταγενέστερη πατερικὴ παράδοση, ποὺ φθάνει μέχρι τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, καὶ καταγράφεται στὸ γνωστὸ ἔργο «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν», τὴν ὁποία κατήρτισαν οἱ ἅγιοι Μακάριος πρώην Κορίνθου Νοταρᾶς καὶ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπὸ διάφορες συλλογὲς ποὺ εἶχαν ἤδη συγκροτηθῆ. Αὐτὴν τὴν συλλογή, μὲ προσθαφαιρέσεις ἔργων, μετέφρασε στὴν ρωσοβλαχικὴ γλῶσσα ὁ ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, δημιούργησε μία θαυμαστὴ στροφὴ στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ καὶ ἀνέδειξε πλῆθος ὁσίων καὶ ἀσκητῶν καὶ τελικὰ ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.
.       Γι’ ατσοι ποστηρίζουν τν πι πάνω ποψη καταφέρονται σκληρ καὶ ναντίον το βιβλίου τς Φιλοκαλίας τν ερν νηπτικν, τῆς ὁποίας ὁ ὑπότιτλος εἶναι «ἐν ᾗ διὰ τῆς κατὰ τὴν Πράξιν καὶ θεωρίαν Ἠθικῆς Φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καὶ τελειοῦται». Γι’ αὐτὸ τὸ συλλεκτικὸ ἔργο τῶν ἁγίων Νικοδήμου Ἁγιορείτου καὶ Μακαρίου Νοταρᾶ, τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία συμπεριέλαβε στὸ ἁγιολόγιό της, πράγμα ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ νηπτικὴ-φιλοκαλικὴ παράδοση ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, σὲ ἀπαραίτητο συνδυασμὸ βέβαια μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι σημαντική.
.       Ὅσοι ἔχουν τὴν ἄποψη ποὺ παρατέθηκε πιὸ πάνω, χαρακτηρίζουν τν Φιλοκαλία ς «τ μηδενιστικδιέξοδα τοῦ φιλοκαλικοντινεωτερικο προγράμματος τν Νικοδήμου-Μακαρίου».
.       Ἔτσι, λοιπόν, κατὰ τὴν μοντέρνα καὶ προτεσταντίζουσα αὐτὴ ἄποψη, ἡ ἀρχέγονη «ἐκκλησιολογία» ὑπεχώρησε γιὰ νὰ ἔλθη μία ἄλλη «ἐκκλησιολογία» ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση λειτουργοῦν παράλληλα οἱ δύο ἐκκλησιολογίες μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.       Μία τέτοια, ὅμως, ἄποψη δημιουργεῖ σύγχυση στοὺς πιστούς. Καὶ τὸ ἐκπληκτικότερο εἶναι ὅτι ατ σύγχυση, σύμφωνα μ τ λεγόμενα π τος μφισβητίες ατούς, γινε δθεν π τν δια τν κκλησία δι τν Πατέρων της, δηλαδή, κατ’ ατούς, δια κκλησία ατοαναιρεται. Πιστεύω κράδαντα τι ατ προτεσταντίζουσα θεωρία ποτελε πραγματικ αρεση, κα δυναμίτιδα μέσα στ θεμέλια τῆς διας τῆς κκλησίας.
.       Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία αὐτὴ ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ περνᾶ μία ἀλλαγὴ στὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ αὐτὸ συνετέλεσαν ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικὸς μὲ τὸν Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Ὁ Εὐάγριος χωρίζει τὸν νοῦ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν διάνοια καὶ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς ἕνας «θεωρητικὸς μυστικισμός».
.       Ἀντίθετα, ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἐπαναφέρει τὸν νοῦ στὴν καρδιά, ὁπότε ἐκφράζεται ἕνας «πνευματικὸς ὑλισμός». Ἔτσι, λοιπόν, ἡ «εὐαγριομαξιμιανὴ προβληματική», «τὸ (νεο) πλατωνικὸ ὑπόβαθρο τῆς εὐαγριανῆς θέσεως» γίνεται «ὑπόβαθρο ἐπίσης τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ καὶ τοῦ Γρηγορίου Νύσσης».
.         Ἡ θεολογία τῆς προσευχῆς, ὅπως τὴν διετύπωσε ὁ Εὐάγριος, ἀλλὰ καὶ ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, «διέσχισε τοὺς αἰῶνες μὲ τὸ κύρος σημαντικῶν προσωπικοτήτων ποὺ τὴν ἐφήρμοσαν, ὅπως ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος, ὁ Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης, ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος καὶ πλῆθος ἄλλοι, γιὰ νὰ λάβη περίπου δογματικὴ κατοχύρωσι τὸν δεκατέταρτο αἰώνα μὲ τὸν Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ καὶ τοὺς ἡσυχαστὲς τοῦ Ἄθω». «Ὁ ψευδο-Διονύσιος παρέλαβε τὸ εὐαγριανὸ σχῆμα: κάθαρσι, φωτισμός, θέωσι» καὶ ἐπηρέασε καὶ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν σχολιαστὴ τοῦ «ψευδοδιονυσίου».
.       Φαίνεται καθαρὰ ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία αὐτή, οἱ δύο ἐκφράσεις τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, δηλαδὴ ὁ «θεωρητικὸς μυστικισμὸς» τοῦ Εὐαγρίου καὶ ὁ «πνευματικὸς ὑλισμὸς» τοῦ Μακαρίου του Αἰγυπτίου πέρασαν διὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ κατέληξαν στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἔτσι, κατ’ αὐτούς, ὁ ἡσυχασμὸς καὶ ὁ σύγχρονος μοναχισμὸς μορφοποιήθηκε ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς κατευθύνσεις.
.       Ατ νέα θεωρία, πο προσπαθε νὰ νατρέψη τν παραδοσιακὴ σκητικ ζω τς κκλησίας, διατείνεται τι ο βαθμο τς πνευματικς ζως, κάθαρση, φωτισμός, θέωση εναι πίδραση ριγενιστική.
.       Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη αὐτὴ ὁ Εὐάγριος ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ ἐπηρεασμὸς ἐπέδρασε στοὺς μεταγενεστέρους Πατέρας (Μακάριο Αἰγύπτιο, Καππαδόκες, Μάξιμο Ὁμολογητή, Συμεὼν Νέο Θεολόγο, ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ κ.α.) καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καί, βεβαίως, στοὺς Πατέρας τῆς Φιλοκαλίας.
.       Μερικοὶ φθάνουν στὸ σημεῖο νὰ θεωροῦν ὅτι οἱ θεοπτίες τῶν ἱερῶν ἡσυχαστῶν εἶναι «δαιμονοφαντάσματα», «δαιμονικαὶ φαντασιώσεις», «δαιμονοκίνητοι», «ἀλλοπρόσαλλα», «ἀλλόκοτα», «τραγελαφικά», «ἐκτρωματικὰ» κ.λ.π. καὶ ὅτι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ζωὴ τῶν συγχρόνων ἡσυχαστῶν εἶναι μαγικὲς καταστάσεις καὶ ἐπίδραση τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ. Ἄλλοι τὰ περὶ τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς τὰ ἑρμηνεύουν ὡς συναισθηματικὲς καταστάσεις, ἀσθένεια τῶν νεύρων, φαντασιώσεις κλπ..

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

, , ,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (γ´)


ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (γ´)

Ἰωάννoυ Δ. Καραβιδόπουλου,
Καθηγητοῦ Παν/μίου

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/01/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα/

Μέρος β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/02/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα-β´/

3.Τὸ μέλλον

Μπαίνουμε τώρα στὴν ἐξέταση τῆς τρίτης διαστάσεως τοῦ χρόνου, τοῦ μέλλοντος, μέσα στὰ πλαίσια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἐὰν τὸ παρελθὸν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι μποροῦμε νὰ τὸ ἀνακτήσουμε στὴν περίπτωση ποὺ ἔφυγε ἄδειο καὶ ἀναξιοποίητο, κι ἂν τὸ παρὸν μᾶς ἀπασχόλησε ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν χρόνος ποὺ ἔχομε μέσα στὰ χέρια μας γιὰ δράση, τὸ μέλλον μᾶς ἐνδιαφέρει ἀκόμη περισσότερο, γιατί σ’ αὐτὸ περιμένουμε τὴν ἐκδίπλωση τῆς ὅλης προσωπικότητας καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς μας. Μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι τὸ μέλλον σὰν κάτι ἄγνωστο γιὰ τὸν ἄνθρωπο προξενεῖ σ’ αὐτὸν μία ἀνησυχία, εἴτε σὰν ἐπικείμενο εἴτε σὰν ἀπομακρυσμένο. Μὴ ξέροντας κανεὶς πῶς θὰ ἐκτυλιχθοῦν τὰ μελλοντικὰ γεγονότα ἀγωνιᾶ, κι ἀκόμη περισσότερο ἀγωνιᾶ γιὰ τὸ μέλλον ποὺ τὸν περιμένει μετὰ τὰ ὅρια τῆς ζωῆς του. Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ προσωπικοῦ ἀφανισμοῦ μᾶς προξενεῖ ἀνατριχίλα, κι ὡς ἐκ τούτου προσπαθοῦμε ἀπὸ κάπου νὰ κρατηθοῦμε, γιὰ νὰ μὴ παραλύσουμε μὲ τὴν σκέψη τοῦ μηδενός. Ἀπ’ τὰ ἀρχαῖα χρόνια ὁ ἄνθρωπος μὲ πολλὴ λαχτάρα ζήτησε λύσεις ποὺ νόμιζε ὅτι βρῆκε εἴτε μὲ τὴν μύηση στὰ διάφορα μυστήρια ποὺ ὑπόσχονταν ἀθανασία εἴτε μὲ τὶς ποικίλες δοξασίες γιὰ τὴν μετὰ θάνατο ζωή. Ἔστω καὶ μία σύντομη ἀναδρομὴ σ’ αὐτὲς δὲν εἶναι δυνατὴ στὰ πλαίσια τοῦ θέματός μας. Θὰ ἀναφερθοῦμε μόνο στὴν προσφορὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, στὴν ἀνταπόκρισή του πρὸς τὴν πανανθρώπινη αὐτὴ λαχτάρα τῆς προσωπικῆς ἐπιβιώσεως.
Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα τρομερὸ καὶ συνταρακτικὸ γεγονὸς δὲν τὸ ἀρνεῖται ὁ Χριστιανισμός, οὔτε κάνει καμιὰ ὡραιοποίηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο ἀποτέλεσμα τῆς φθορᾶς. Ἕνας ὕμνος τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἄμορφη καὶ ἄδοξη κατάσταση τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθείσης ὡραιότητος», θεωρώντας τὸν ἄνθρωπο σὰν μία ἑνότητα σώματος καὶ ψυχῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἱδρώνει μὲ πηκτὸ ἱδρώτα ποὺ μοιάζει μὲ θρόμβο αἵματος, ὄχι βέβαια γιατί φοβᾶται ὁ ἴδιος, ἀλλὰ γιατί βλέπει μπροστά του τὴν τρομακτικὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς. Δὲν ἔχουμε στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ τὴν ἠρεμία τοῦ Σωκράτη. Ὁ Σωκράτης εἶναι ἰδεαλιστής, ὁ Χριστὸς εἶναι ρεαλιστής. Ὁ Σωκράτης πιστεύει ὅτι τὸ σῶμα εἶναι κακὸ ἐκ φύσεως καὶ χαίρεται ποὺ ἡ ψυχή του θὰ πετάξει στὴν αἰώνια πατρίδα της καὶ θὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς ὕλης. Δὲν συνειδητοποιεῖ τὴν τραγωδία τῆς φθορᾶς, δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀντίληψη περὶ τοῦ κόσμου ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ· δὲν παίρνει ἐπάνω του τὰ βάρος τῆς κακίας ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Βέβαια θαυμάζει κανεὶς τὸ θάρρος του μπροστὰ στὴν διάλυση τῆς σχέσεως σώματος καὶ ψυχῆς, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ δώσει εὐρύτερες καὶ μάλιστα πανανθρώπινες διαστάσεις στὸν τόσο κατὰ τὰ ἄλλα ὑποδειγματικὸ καὶ ἡρωικὸ θάνατό του.

Μὲ τὸν Χριστὸ τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἰδεαλιστὴς φιλόσοφος. Βλέπει μὲ πολὺ ρεαλισμὸ τὸ πραγματικὸ γεγονὸς τῆς συντριβῆς τῆς ζωῆς καὶ πίνοντας μέχρι τέλος τὸ ποτήρι τῆς ὑπακοῆς στὸν Πατέρα, περνᾶ ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου γιὰ νὰ ἐξέλθει νικητής. Κι αὐτὸ ἔχει σημασία γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τὶς ἀνθρωπολογικὲς συνέπειες τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τὶς βλέπει κανεὶς παραστατικὰ στὶς βυζαντινὲς εἰκόνες τῆς ἀναστάσεως, ὅπου ὁ Χριστὸς θραύει τὰ δεσμὰ τοῦ Ἅδη καὶ πιάνει ἀπὸ τὰ χέρια τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς ἀναστήσει μαζί του. Τὸ μήνυμα αὐτῆς τῆς ζωῆς ποὺ κατανικᾶ τὸν θάνατο εἶναι τὸ βασικὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Θὰ ἐπανέλθουμε σ’ αὐτὸ πιὸ κάτω.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη στάση ποὺ δείχνει παλληκαριὰ ἀνάλογη πρὸς τὴν σωκρατικὴ ἀλλὰ μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις. Εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Καζαντζάκη, μὲ τὸ γνωστὰ ἐπίγραμμά του: «Δὲν φοβᾶμαι τίποτε, δὲν ἐλπίζω τίποτε, εἶμαι ἐλεύθερος». Εἶναι ἀσκητὴς ὄχι γιατί περιμένει καμιὰ ἀνταπόδοση, ἀλλ’ ἀκριβῶς γιατί δὲν περιμένει τίποτε. Ἐλεύθερα καὶ ἄφοβα δὲν περιμένει τίποτε μετὰ τὸν θάνατό του. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μὴ θαυμάσει αὐτὴ τὴν παλληκαριὰ μπροστὰ στὸ θάνατο (θυμηθεῖτε τὸ γλέντι τῶν τριῶν φίλων γύρω ἀπὸ τὸν νεκρὸ Μανούσακα στὸν Καπετὰν Μιχάλη). Ἀλλὰ πρέπει νὰ διερωτηθοῦμε, μήπως αὐτὴ ἡ στάση, ὅταν δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ἀνάσταση, εἶναι μία ὑπερφίαλη αὐτοπεποίθηση, μία δαιμονικὴ αὐτάρκεια.
Θά ᾽ταν ψέμα νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο. Ἡ προσωπική του συνάντηση μ’ αὐτὸν θὰ τὸν διαψεύσει. Ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ θωρακίσει τὸν ἄνθρωπο ὄχι γιὰ νὰ ξεφύγει τὴ σκέψη τοῦ θανάτου ἀλλὰ νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί της καὶ νὰ τὴν νικήσει εἶναι ἡ ἐλπίδα, ποὺ εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν πίστη στὸν σταυρὸ καὶ στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Σὲ αὐτὸ τὸ δεύτερο μέρος ἔγινε λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη. Ἐδῶ θὰ συμπληρώσουμε τὸ χριστιανικὸ τρίπτυχο ἀναλύοντας μὲ συντομία τὶς ἄλλες δύο πτυχές του.
Εἶναι εὔκολο πράγμα ἡ πίστη; Καὶ γιατί τότε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς διερωτᾶται λέγοντας αὐτὴ τὴν τρομερὴ φράση: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γής;» (Λουκ. ιη´ 8). Εἶναι τόσο ἁπλὸ νὰ πιστέψεις ὅτι μέσα ἀπὸ τὰ συντρίμμια τοῦ θανάτου θὰ προέλθει μία νέα ζωὴ σὰν δῶρο τοῦ Θεοῦ; σὰν μία νέα δημιουργία; Ἀσφαλῶς εἶναι δύσκολο, κι ἂς μὴν αὐταπατώμαστε λέγοντας τὸ ἀντίθετο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἄπ. Παῦλος τονίζει στὶς ἐπιστολές του ὅτι δὲν χρειάζονται πολλὰ ἔργα γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος· ἕνα μόνο ἀρκεῖ, ἡ πίστη. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι καρπὸς καὶ συνέπεια αὐτῆς τῆς πίστεως. «Ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. α´ 17). Μέσα σ’ ἕνα κόσμο ποὺ ἔχει γνωρίσει ἀπογοητεύσεις, καταστροφὲς καὶ ἐρείπια, χρειάζεται τόλμη καὶ ἡρωισμὸς γιὰ νὰ ξεπεράσεις τὰ φανταχτερὰ ἐμπόδια τῆς λογικῆς καὶ νὰ θεωρήσεις σὰν πραγματικὰ «τὰ μὴ βλεπόμενα» σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμό της πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς ὅτι «πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (ια´1). Ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος (ἔτσι ὅπως ἡ φύση του ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) θέλει ἐγγυήσεις γιὰ τὰ μὴ βλεπόμενα, θέλει ἀποδείξεις, θέλει πειστήρια. Ἀλλιῶς δὲν διακινδυνεύει. Ἡ πίστη εἶναι ἕνα ἅλμα πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτά· χωρὶς νὰ εἶναι παράλογη, εἶναι ὑπέρλογη. Κατορθώνει αὐτὰ ποὺ γιὰ ἕνα λογικὸ ἄνθρωπο φαίνονται ἀκατόρθωτα. Ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀκόλουθη διευκρίνιση. Στὸν Χριστιανισμ ταν μιλμε γι πίστη, δν ννοομε πλς μία παραδοχ ρισμένων θεωρητικν ληθειν, μία τοποθέτηση δηλ. το μυαλο το νθρώπου ναντι ατν. πίστη χριστιανικ χει σν περιεχόμενο να συγκεκριμένο πρόσωπο, κι να συγκεκριμένο στορικ γεγονός, τὸν σταυρ το Χριστο, πο στήθηκε στ Γολγοθ π Ποντίου Πιλάτου, γεμόνος τς ουδαίας κα π Τιβερίου Καίσαρος, ατοκράτορα τς Ρώμης.
Ἐὰν πιστεύει κανεὶς αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς μὲ τὶς σωτηριολογικές του διαστάσεις, τότε ἡ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον ἔρχεται σὰν ἄμεση συνέπεια. Γιατὶ ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἄλλη ὄψη τῆς πίστεως, αὐτὴ ποὺ εἶναι στραμμένη πρὸς τὸ μέλλον, πρὸς τὴν ἐρχομένη βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν ἀναμενόμενο Κύριο. Ἔτσι ἡ ἐλπίδα ἀποκτᾶ τεράστια ὑπαρξιακὴ σημασία. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὑμνήθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν σύγχρονή μας ὑπαρξιακὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος G. Μarcel γράφει στὸ βιβλίο του «Ἡ μεταφυσικὴ τῆς ἐλπίδος»: «“Ἐλπίζω” σημαίνει: ἔχω τὴν ἐνδόμυχη βεβαιότητα ὅτι ἡ τωρινὴ ἀνυπόφορη φαινομενικὴ κατάσταση δὲν θὰ εἶναι ὁριστική, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξει μία διέξοδος . . .». Βέβαια ὅσο κι ἂν εἶναι παρήγορο ὅτι μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀπαισιοδοξίας καὶ ἀπελπισίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη, τὴν ἄθεη κυρίως, ὑπαρξιακὴ φιλοσοφία, ἀκούγεται καὶ ἡ φωνὴ χριστιανῶν φιλοσόφων, δὲν ἐξαντλεῖ ὅμως μὲ ὅλα αὐτὰ τὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας. Γιατί στὸ χριστιανικὸ Εὐαγγέλιο ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι ἡ τελευταία σανίδα, ἀπὸ τὴν ὁποία πιάνεται ὁ ἀπεγνωσμένος ἄνθρωπος γιὰ νὰ μὴ καταποντισθεῖ στὸ χάος τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι μία ἀνθρώπινη προσπάθεια. Εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τὴν «ἐλπίδα τὴν ἀποκειμένην ἡμῖν ἐν οὐρανοῖς» (Κολ. α´ 5), δὲν ἐννοεῖ τὸ ἐλπίζειν σὰν προσπάθεια ἀλλὰ τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἐλπίδας ποὺ εἶναι δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ἀναμένεται στὴν πληρότητά του μελλοντικά. Ἔχοντας τέτοιο σίγουρο περιεχόμενο «ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5)· δὲν μπορεῖ νὰ διαψεύσει τὸν ἄνθρωπο, γιατί ἔχει ἕνα ὑπαρκτὸ ἀντίκρυσμα, ὑπαρκτὸ καὶ βέβαιο, ὅσο καὶ ἂν εἶναι μὴ βλεπόμενο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια.
Μερικὲς φορές, ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὸ μετὰ θάνατον μέλλον, τὸ ἀντιμετωπίζουμε διανοητικὰ καὶ ὄχι βιωματικά. Εἶναι ἕνας κίνδυνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προφυλαχθοῦμε. Τὸ μυαλὸ ζητᾶ περιγραφές, θέλει νὰ συλλάβει τὶς λεπτομέρειες γιὰ τὸν τόπο ἢ τὸν τρόπο τῆς μελλοντικῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ δόθηκαν στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας πολλὲς περιγραφὲς μὲ κατηγορίες καὶ διαμερίσματα τοῦ μελλοντικοῦ κόσμου, ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος τῆς ἁμαρτίας ἢ τῆς ἀρετῆς. Ἀνώφελες ἀναζητήσεις τῆς διανοητικῆς περιέργειας! Ἡ Γραφὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸν μελλοντικὸ κόσμο μὲ τὶς ἀκόλουθες ἐκφράσεις: «… καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ´ 17), «. . . ἐγείρεται σῶμα πνευματικὸν» (Α´ Κορ. ιε´ 44), «οἴδαμεν ὅτι ἐὰν φανερωθῆ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι· καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ’ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστιν» (Α´ Ἰω. γ´ 2-3), κ.α.
Ἡ τελευταία αὐτὴ φράση τοῦ Ἰωάννου εἶναι πολὺ ἐνδεικτική. Ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ δὲν καταφεύγει στὶς φανταστικὲς διανοητικὲς περιγραφές, ἀλλὰ σὲ κάτι συγκεκριμένο ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ζωή του: «ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστιν». καλλίτερη προετοιμασία γι τ μέλλον συνίσταται στὴν σωστ ζω το παρόντος, στ ζω τς πίστεως, τς λπίδας κα τς γάπης. Ὁ ἄνθρωπος, εἴπαμε, ὅτι συνήθως φοβᾶται τὸ τέλος του· ὁ ἐλπίζων καὶ ἔχων ἔργα ἀγάπης νικᾶ τὴν φυσικὴ φοβία, γιατί «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´ Ἰω. δ´18).

πλα ατ φαίνεται τι τ μήνυμα το Χριστιανισμο στν κόσμο εναι μήνυμα ασιοδοξίας. Τὸ κέντρο τῆς Κ. Διαθήκης δὲν βρίσκεται στὸ χαμένο παρελθὸν τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ στὸν καινὸ οὐρανὸ καὶ στὴν καινὴ γῆ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὸ μέλλον. Κι ὅταν ἡ Κ. Διαθήκη, καὶ στὴν συνέχεια ἡ Ἐκκλησία, τονίζουν ὅτι ἡ κάθε χρονικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς εἶναι δυνατὸ νὰ σημάνει τὸν ἐρχομὸ τοῦ μέλλοντος, δὲν τὸ κάνουν γιὰ νὰ προκαλέσουν αἰσθήματα καταθλίψεως ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴ δημιουργικότητα καὶ τὴν ἐπωφελῆ χρησιμοποίηση τοῦ παρόντος. Ἡ σκέψη τοῦ τέλους ὁδηγεῖ στὴν ὄρεξη γιὰ δράση καὶ δημιουργία, ὥστε τὴν ὥρα τῆς κρίσεως νὰ μὴ βρεθοῦμε μὲ ἄδεια χέρια. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὅταν μιλοῦν γιὰ τὸ τέλος ποὺ ἐγγίζει, δὲν τὰ κάνουν γιὰ νὰ μᾶς γεμίσουν μὲ κατάθλιψη ἀλλὰ γιὰ νὰ παρωθήσουν στὴν ἐγρήγορση καὶ τὴν γεμάτη δημιουργικότητα ἀναμονή. Γιατί τὸ μέλλον δὲν οἰκοδομεῖται αὐθαίρετα. Τὸ οἰκοδομοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ βέβαια μὲ τὸ Θεό. Ἔτσι ὁ ἐρχομός του δὲν εἶναι φοβερὸς ἀλλὰ εὐχάριστος. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου «ναί, ἔρχομαι ταχὺ» καὶ μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας «ναί, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ». Ὁ τόνος ποὺ κυριαρχεῖ στὸ κείμενο αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ φόβος ποὺ ἔρχεται ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἡ χαρὰ ποὺ ἐκπληρώνεται ἡ ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας.

 

, , ,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (β´)

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (β´)
Ἰωάννoυ Δ. Καραβιδόπουλου,
Καθηγητοῦ Παν/μίου

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/01/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα/

2. Τὸ παρὸν

Ἐὰν ἐξετάσαμε μέχρι τώρα τὸν παρελθόντα χρόνο, αὐτὸ τὸ κάναμε γιατί ἔχει τεράστια σημασία γιὰ τὴν τωρινὴ ζωή μας, γιὰ τὸ παρὸν ποὺ κυλᾶ τόσο γρήγορα, ὥστε πολλὲς φορὲς νὰ γίνεται ἁπλῶς καὶ μόνο ἕνας προθάλαμος τοῦ παρελθόντος καὶ ὄχι μία δημιουργικὴ παρουσία. Ἐὰν ὅμως τὸ παρὸν δὲν χρησιμοποιηθεῖ ἐπωφελῶς, ἀποβαίνει ἕνα ἄχρηστο καὶ ἐνοχλητικὸ παρελθόν, ἀποβαίνει ἐπίσης ἐπιζήμιο γιὰ τοὺς μελλοντικοὺς ὁραματισμούς. Γιὰ ποιούς λόγους συνήθως μᾶς ξεφεύγει καὶ χάνεται μέσα ἀπὸ τὰ χέρια μας τὸ παρόν;

1) Πρῶτα-πρῶτα ἐπηρεάζεται κανεὶς ὑποσυνείδητα ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα ζωή· ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἄδεια, τότε δὲν λυπᾶται κανεὶς νὰ σπαταλήσει καὶ τὴν τωρινὴ ζωή του. Κατὰ τί μεταβάλλεται ἡ κατάσταση, ἐὰν σὲ μία ἄδεια ζωὴ προστεθεῖ ἀκόμη μία ἄδεια στιγμή; Τὴ σωστὴ στάση τὴν εἴδαμε, ὅταν μιλήσαμε γιὰ τὸ «μυστήριο» τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δίνει τὴν θαυμαστὴ δυνατότητα ἀναθεωρήσεως καὶ μεταμορφώσεως τοῦ χαμένου παρελθόντος.

2) Ἡ ἀναβολὴ γιὰ τὸ μέλλον καὶ ἡ τοποθέτηση ὅλων τῶν στόχων στὸ μέλλον ἀποτελεῖ συνήθως μία ἀφορμὴ γιὰ νὰ μὴ ἐκμεταλλευτεῖ κανεὶς τὸ παρόν. Ὁρισμένοι δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ζωή τους ἀρχίζει κάποτε στὸ μέλλον καὶ ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτοῦ τοῦ λαμπροῦ μέλλοντος, τὸ ὅποιο θὰ λύσει ὅλα τὰ προβλήματα ἀλλὰ γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν κάνουν ἀπολύτως τίποτε. Βέβαια ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀκόλουθη διευκρίνιση. Δὲν ἐννοοῦμε γιὰ ὅλα αὐτὰ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει ὁραματισμὸς γιὰ τὸ μέλλον. Ἕνας τέτοιος ὁραματισμὸς ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ὑπάρχει. Ὁ ὁραματισμὸς ὅμως αὐτὸς πραγματώνεται καὶ ὁλοκληρώνεται στὸ μέλλον, ἀλλὰ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα. Τὸ σφάλμα συνίσταται στὸ νὰ ἀναβάλλει κανεὶς διαρκῶς τὴν ἔναρξή του στὸ μέλλον.

3)Συναφὴς εἶναι καὶ ἕνας τρίτος λόγος. Ἡ ἔλλειψη ἰδανικοῦ ποὺ δίνει νόημα στὴ ζωή, στὴ ζωὴ ποὺ ζοῦμε καὶ ποὺ περιμένουμε. Πολλὰ ἰδανικὰ πρόσκαιρα ἐνθουσιάζουν καὶ μετὰ ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο ἀβοήθητο στὴν ἀπόγνωσή του. Τὸ αἰώνιο ἰδανικό τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν ἀπογοητεύει, γιατί εἶναι ἡ ἐλπίδα ποὺ δὲν «καταισχύνει». Τὸ δανικ ατ δν εναι μία δέα, εναι να πρόσωπο: ησος Χριστός. ταν ατς διος διακηρύττει τι εναι λήθεια, δν ννοε μ’ ατ μία θεωρητικ λήθεια στν ποία φθάνει κανες μ μία συλλογιστικ πορεία, λλ ννοε μία πραγματικότητα ψηλαφητ κα στορική, ννοε κα λήθεια πο ποκαλύπτεται στ κόσμο σν πράξη κα ζωή. Ἐὰν πιστεύει κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴν Ἀλήθεια, ὑπάρχουν κι ἕνα σωρὸ ἄλλες ἀλήθειες στὴ ζωὴ ποὺ καλεῖται νὰ πραγματώσει· ἂν δὲν πιστεύει σ’ αὐτὴ τὴ μοναδικὴ ἀλήθεια, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ λέει ἢ κάνει εἶναι ψέμα καὶ αὐταπάτη.

4) Ἂς προσθέσουμε καὶ ἕνα τέταρτο λόγο. Ἡ ἔλλειψη τῆς συνειδήσεως τῆς ἀξίας τοῦ χρόνου καὶ τῆς παροδικότητάς του. Μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει κανεὶς ὅτι εἶναι σπουδαῖο πράγμα ὁ χρόνος, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ βγάλει τὶς ἔσχατες συνέπειες στὴ ζωή του ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση. Ἐδῶ γίνεται ἀκριβῶς τὸ λάθος τῆς ξαντικειμενώσεως το χρόνου, γι τ ποο μιλήσαμε στν εσαγωγή.
Σλους ατος τος λόγους φείλεται ατ πο θ νομάζαμε «φυγ» π τὸν χρόνο, φυγ π τ παρόν. Τέτοια φυγὴ πρέσβευαν καὶ μερικὰ ἀρχαῖα φιλοσοφικὰ συστήματα, ὅταν δίδασκαν ὅτι ὁ χρόνος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα κι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ λύτρωσή του πρέπει νὰ καταφύγει ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορία, σὲ μία μυστικὴ ἕνωση μὲ τὸ θεῖο. Μὲ ἕνα τέτοιο ὅμως μυστικισμὸ βρισκόμαστε ἀκριβῶς στὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστιανισμο, ποος εναι συνάντηση το Θεο μ τν νθρωπο μέσα στὸν χρόνο κα στν στορία. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σαρκώνεται μέσα στὴν ἱστορία κι ἐκεῖ μέσα συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο, μέσα στὴν ἀθλιότητα καὶ τὴ δουλεία του, καὶ δὲν ἀπαιτεῖ τὴ φυγὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν κόσμο ἀλλὰ τὴν μεταμόρφωσή του μέσα στὸν κόσμο, μαζὶ μὲ τὸν κόσμο.
Φυσικὰ ἔχουμε μία διαφορετικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου στὸν Χριστιανισμὸ καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ὁ κόσμος στὴν ἀρχαιότητα (κυρίως στὸν Πλάτωνα καὶ στὰ δυαρχικὰ φιλοσοφικὰ συστήματα) εἶναι ἢ τὸ κακὸ στοιχεῖο, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ἐγκλωβισμένος ὁ ἄνθρωπος καὶ πρέπει νὰ σωθεῖ διὰ τῆς φυγῆς, ἢ (στὰ πανθεϊστικὰ ρεύματα) εἶναι «κλάσμα τοῦ θείου», κομμάτι τοῦ Θεοῦ, σὲ τρόπο ποὺ Θεὸς καὶ κόσμος νὰ συγχέονται ὀντολογικά. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ὁ κόσμος δὲν εἶναι οὔτε ἐκ φύσεως κακὸς οὔτε «κλάσμα» τοῦ θείου, εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ· εἶναι τὸ «καλὸν λίαν» ἔργο τῆς θείας δημιουργίας. Ἐὰν ὑποδουλώθηκε στὴν φθορά, αὐτὸ δὲν προῆλθε ἀπὸ τὴν φύση του ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθεσή του στὸν Θεό, ὁ ὁποῖος καὶ πάλι παρὰ ταῦτα τοῦ δίνει τὴν δυνατότητα τῆς μεταμορφώσεως καὶ ἀνακαινίσεως. Ἑπομένως στὸ Χριστιανισμὸ ἔχουμε θετικὴ ἐκτίμηση τῆς ὕλης καὶ τοῦ κόσμου, τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας.
Γιὰ νὰ γίνει πιὸ κατανοητὴ αὐτὴ ἡ θετικὴ ἐκτίμηση τοῦ κόσμου θὰ ποῦμε μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας. α) Στὴν Θεία Λειτουργία γίνεται χρήση ἄρτου καὶ οἴνου ποὺ μεταβάλλονται σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, λαμβάνονται δηλαδὴ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ μεταμορφώνονται. Ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει εὐχὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ προϊόντα τῆς γῆς (σταφύλια, σιτάρι κλπ.), στὰ κτηνοτροφικὰ προϊόντα (γάλα, γιαούρτι), στὴ βροχὴ ποὺ χρειάζονται τὰ χωράφια κ.α. Μία ἀρχαία λειτουργία τῆς Αἰγύπτου, ἡ λειτουργία τοῦ Ἁγίου Μάρκου, περιέχει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ αἴτημα νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὸ ξεχείλισμα τοῦ Νείλου, ὥστε νὰ μὴ καταστραφοῦν τὰ σπαρτά. Δὲν εἶναι παράδοξα ὅλα αὐτά, γιατί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σὰν γνήσια ἔκφραση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὕλη μὲ τὴν ὁποία ζεῖ, γιὰ τὴν ὕλη ὅμως ποὺ τὴν μεταμορφώνει σὲ «καινὴ κτίση», σὲ νέο κόσμο. β) Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα, παρμένο ἀπὸ τὸν μοναχισμό. Θά ᾽ταν πολὺ ἐπιφανειακὴ θεώρηση τοῦ μοναχισμοῦ, ἂν βλέπαμε σ’ αὐτὸν μία τάση ἐκμηδενίσεως καὶ καταστροφῆς τοῦ σώματος ποὺ θὰ μᾶς θύμιζε τὸν Πλάτωνα ἢ τὴ νεοπλατωνικὴ δυαρχία. Ὁ μοναχισμὸς δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ σώματος, τοῦ θείου δημιουργήματος, ἀλλὰ ἡ ἐκπαίδευσή του, ὥστε νὰ γίνει ἀκόμη πιὸ ἄξιο ἐνδιαίτημα τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσπάθεια ὑποταγῆς του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὄχι λοιπὸν ἡ καταστροφή του ἀλλὰ ἡ ἐξύψωσή του.
Σ’ αὐτὰ τὰ δύο παραδείγματα, καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, φαίνεται ἡ θετικὴ τοποθέτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ στὰ στοιχεῖα ποὺ τὸν ἀποτελοῦν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ ὁ κόσμος, ἡ ὕλη, ὁ χρόνος καὶ ἡ ἱστορία, ὁ χριστιανὸς καλεῖται νὰ ζήσει μέσα σ’ αὐτά, μέσα στὸ κάθε παρὸν δημιουργικὰ καὶ θετικά. Κάθε ἀπόπειρα φυγῆς ἀποτελεῖ δειλία καὶ συγχρόνως περιφρόνηση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
Ὑπόβαθρο γιὰ τὴν θετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς τῆς ζωῆς. Ἀγάπη σὰν ἀνταύγεια τῆς θείας ἀγάπης ποὺ ἔφτασε μέχρι τὸ σταυρὸ γιὰ τὴν ἀναδημιουργία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Γραφὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κένωση» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ συμπυκνωμένο χριστολογικὸ ὕμνο τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2,6-11) ποὺ περιγράφει τὴν ταπεινὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβῶν» καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου κενώσεως ποὺ εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σταυροῦ. Ἐν τούτοις μᾶς ὁμιλεῖ παράλληλα ἡ Γραφὴ καὶ γιὰ τὸ «πλήρωμα» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατέχοντας ὁ ἴδιος τὸ «πλήρωμα τῆς θεότητος» γεμίζει τὰ πάντα· τόσο καὶ τέτοιο πλήρωμα ὥστε νὰ περισσεύει γιὰ ὅλους μας: «καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἠμεῖς πάντες ἐλάβομεν» (Ἰω.α´16).
Ἡ κένωση καὶ τὸ πλήρωμα προσδιορίζουν καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ἀντανάκλαση τῆς θείας ἀγάπης. Τί σημαίνει αὐτό; Πολὺ συχνὰ ἔχουμε μία ἐπιφανειακὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία θεωροῦμε σὰν ἐπὶ μέρους ἐκδήλωση καὶ ὄχι σὰν ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο. Ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «κένωση», ἄδειασμα, ὥστε αὐτὸ ποὺ ἔχουμε (ὄχι ἁπλῶς τὸ περίσσευμα) νὰ δοθεῖ στὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος σὲ μία συγκεκριμένη στιγμὴ τὸ χρειάζεται περισσότερο ἀπό μας. Ἂς θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη· δίνει κρασὶ καὶ λάδι καὶ τὸ ὑποζύγιό του, πράγματα χρήσιμα γι’ αὐτὸν ἐκθέτει τὸν ἑαυτό του σὲ κίνδυνο, καθυστερεῖ τὸ ταξίδι του, πληρώνει τὸν πανδοχέα, ὑπόσχεται νὰ ἐπανέλθει γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς φροντίδες. Κι’ ἐνῶ εἶναι μία κένωση ἡ ἀγάπη, εἶναι συγχρόνως καὶ πλήρωμα. Γεμίζει ὁ ἄνθρωπος χαρά, πληροῦται ζωῆς, θείας ζωῆς, γίνεται κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι μποροῦμε νὰ καταλήξουμε. Ὁ καλύτερος τρόπος ἀξιοποιήσεως τοῦ παρόντος εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν ὑπάρχει αὐτή, ἱεραρχοῦνται καὶ ἀξιοποιοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι σκοποὶ τῆς ζωῆς, γιατί παίρνουν περιεχόμενο ἀπ’ αὐτήν. Κι’ ἔτσι δὲν φοβᾶται κανεὶς τὸ γρήγορο πέρασμα τοῦ χρόνου, γιατί ἡ ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Ἃ’ Κόρ. 13,8), φθάνει στὴν αἰωνιότητα καὶ δὲν τελειώνει.
Αὐτὸ τὸ σταμάτημα τοῦ χρόνου τὸ βιώνει κανεὶς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μέσα σ’ αὐτὴν ὁ χρόνος ἔχει ἄλλες διαστάσεις, γίνεται «λειτουργικὸς χρόνος». Ἡ θυσία τοῦ σταυροῦ, ποὺ ἔλαβε χώρα κάποτε στὸ παρελθόν, γίνεται μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία ἕνα παντοτινὸ παρὸν ποὺ τὸ ζεῖ ὁ πιστὸς αὐτὴ τὴ στιγμή· κι’ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς κόσμος τῆς ἀναστάσεως βιώνεται σὰν νὰ ἦλθε ἤδη. Τὸ παρελθὸν τοῦ σταυροῦ καὶ τὸ μέλλον τῆς ἀναστάσεως συντίθενται σ’ ἕνα αἰώνιο παρὸν ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ. Γιατί ὁ πιστὸς «κοινωνεῖ» διαρκῶς σ’ αὐτὴ τὴ θεία δωρεά.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress.com

, , ,

Σχολιάστε