Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πλοῦτος

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΚΑΘΕΛΩ ΜΟΥ ΤΑΣ ΑΠΟΘΗΚΑΣ» (κείμενο – νεοελ. ἀπόδοση)

Ἁγίου Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τοῦ Μεγάλου

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΚΑΘΕΛΩ ΜΟΥ ΤΑΣ ΑΠΟΘΗΚΑΣ»

(περὶ τῆς πλεονεξίας,
καὶ τοῦ ρητοῦ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου
«Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας, καὶ μείζονας οἰκοδομήσω»)

Διπλοῦν τὸ εἶδος τῶν πειρασμῶν. Ἢ γὰρ αἱ θλίψεις βασανίζουσι τὰς καρδίας, ὥσπερ χρυσὸν ἐν καμίνῳ, διὰ τῆς ὑπομονῆς τὸ δόκιμον αὐτῶν ἀπελέγχουσαι· ἢ καὶ πολλάκις αὐταὶ αἱ εὐθηνίαι τοῦ βίου ἀντὶ πειρατηρίου γίνονται τοῖς πολλοῖς. Ὁμοίως γάρ ἐστι χαλεπὸν ἔν τε δυσκολίαις πραγμάτων ἀταπείνωτον τὴν ψυχὴν διασώσασθαι, καὶ ἐν ταῖς περιφανείαις μὴ ἐπαρθῆναι πρὸς ὕβριν. Παράδειγμα δὲ τοῦ μὲν προτέρου εἴδους τῶν πειρασμῶν ὁ μέγας Ἰώβ, ὁ ἀκαταγώνιστος ἀθλητής· ὅς, πᾶσαν τοῦ διαβόλου τὴν βίαν, ὥσπερ χειμάῤῥου φοράν, ἀσείστῳ καρδίᾳ καὶ λογισμοῖς ἀτρέπτοις ὑποδεξάμενος, τοσούτῳ μείζων ἐκ τῶν πειρασμῶν ἀνεφάνη, ὅσῳ μεγάλα αὐτῷ καὶ δυσέκλυτα ἐδόκει παρὰ τοῦ ἐχθροῦ προβεβλῆσθαι τὰ παλαίσματα.

Δύο εἶναι τὰ εἴδη τῶν πειρασμῶν. Ἢ οἱ θλίψεις βασανίζουν τὶς καρδιὲς ὡς χρυσὸν στὴν κάμινον, ἐλέγχοντας διὰ τῆς ὑπομονῆς τὴν ἀκεραιότητά των, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ αὐτὴ ἡ ἀφθονία τῆς ζωῆς λειτουργεῖ ὡς δοκιμαστήριο γιὰ τοὺς περισσοτέρους. Διότι εἶναι ἐξ ἴσου δυσκατόρθωτο νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ψυχὴ ἀνυποχώρητος στὶς δύσκολες περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἀλαζονευθεῖ κάποιος ὅταν τὸν δοξάζουν. Καὶ τοῦ μὲν πρώτου εἴδους τῶν πειρασμῶν παράδειγμα εἶναι ὁ μέγας Ἰώβ, ὁ ἀκαταμάχητος αὐτὸς ἀθλητής, ὁ ὁποῖος ὑποδεχόμενος μὲ ἀκλόνητον καρδία καὶ σταθερότητα λογισμῶν ὅλη τὴν βία τοῦ διαβόλου ἡ ὁποία σὰν χείμαρρος τοῦ ἐπετέθη, τόσον ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς ἐφάνη, ὅσον μεγάλα καὶ ἀνυπέρβλητα ἐφαίνοντο νὰ εἶχαν προβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τὰ ἀγωνίσματα.

Γιὰ νὰ διαβάσετε σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφὴ
ὁλόκληρο τὸ ΥΠΕΡΟΧΟ πρωτότυπο κείμενο
καὶ τὴν νεοελληνική του ἀπόδοση ἀντικρυστά,

πατῆστε ἐδῶ: ΕΙΣ ΤΟ «ΚΑΘΕΛΩ ΜΟΥ ΤΑΣ ΑΠΟΘΗΚΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΣ (Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 20.11.11)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ  (20 .11.2011)
(Ἐφεσ. β´ 4–10)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ’ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Ἀδελφοί, ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος εἰς εὐσπλαγχνίαν ἕνεκα τῆς πολλῆς ἀγάπης μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀγάπησε, ἂν καὶ ἤμαστε νεκροὶ ἕνεκα τῶν παραπτωμάτων, μᾶς ἐζωοποίησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν –διὰ χάριτος εἶσθε σωσμένοι– καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ καὶ μᾶς ἐκάθησε μαζὶ εἰς τὰ ἐπουράνια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας τὸν ὑπερβολικὸν πλοῦτον τῆς χάριστός του εἰς καλωσύνην ποὺ ἔδειξε σ’ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ.
 Διότι διὰ τῆς χάριτος εἶσθε σωσμένοι διὰ τῆς πίστεως καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ δῶρον, ὄχι ἀπὸ ἔργα, διὰ νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ καυχηθῇ. Διότι εἴμεθα δικό του ἔργον, δημιουργηθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δι’ ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς προετοίμασε, διὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας.

ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΣ

.        Οἱ ἄνθρωποι συνήθως διψοῦν γιὰ πλούτη. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ κυνηγοῦν µἐ ἀσταµάτητη ὁρµή. Πολλ χρήµατα, µεγάλη περιουσία, φθονα µέσα, ν σκοπς τς ζως γι πολλος νθρώπους.
.        Τὰ ὑλικὰ ὄµως πλούτη, παρ᾽ ὅλο ὅτι γυαλίζουν στὰ µάτια τοῦ ἀνθρώπου, ἐξάπτουν τὴν φαντασία του καὶ πρoκαλoῦν τὶς ἐπιθυµίες τῆς σαρκός, εἶναι περιορισµένης ἀξίας. Γιατί δὲν ἱκανοποιοῦν ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὸν ἄνθρωπο. Μᾶλλον δηµιουργοῦν προβλήµατα, γεννοῦν τὴν ἀνησυχία, τὴν ἀγωνία, πολλὲς φορὲς καὶ τὴν καταστροφή. Ἄλλα εἶναι τὰ πλούτη, ποὺ πλουτίζουν πραγµατικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἱκανοποιοῦν ἀπόλυτα τὸν πόθο τῆς ψυχῆς του γιὰ πλουτισµό.
.          Γι᾽ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ πλούτη µᾶς µιλάει σήµερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος: γιὰ τὰ πλούτη τοῦ Θεοῦ µας. Καὶ πρῶτα-πρῶτα κάνει λόγο γιὰ

 ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην ἣν ἠγάπησεν ἡµᾶς … συνεζωοποίησε … καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισε ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Μὲ αὐτὰ ποὺ µᾶς λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος εἶναι σὰν νὰ µᾶς εἰσάγη στὸ ἀνάκτορο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ µᾶς παρουσιάζη τὰ πλούτη τῆς ἀγάπης του. Πλούτη τῶν ἀνθρώπων εἶναι συνήθως ὅ,τι κατόρθωσαν νὰ ἀποκτήσουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν καλοπέρασή τους. Πλούτη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅ,τι ἔκανε γιὰ µᾶς, γιὰ τὴν σωτηρία µας, γιὰ τὴν ἀνύψωσή µας. Τὰ πλούτη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ µας εἶναι τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης του γιὰ µᾶς. Εἴµαστε νεκροὶ ἀπὸ τὴν πτώση τῆς ἁµαρτίας. Καὶ ἐκεῖνος µᾶς ζωοποίησε µὲ τὰ χαρίσµατα τοῦ Πνεύµατός του, ποὺ µᾶς ἔδωσε διὰ µέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ δὲν ἀρκέστηκε µόνο σ᾽αὐτά. Μᾶς ἔδωσε τὴν δύναµη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ζήσουµε µιὰ ἀναστηµένη, πνευµατικὴ ζωή. Καὶ ἀκόµη µᾶς ὕψωσε στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τώρα διὰ µέσου τῆς ἑνώσεώς µας µἐ τὸν ἀναστηµένο καὶ δοξασµένο Χριστό.
.          Ὅταν βλέπουµε τὰ πλούτη τῶν ἀνθρώπων, µᾶς καταλαµβάνει ἡ ἐπιθυµία νὰ τὰ ἀποκτήσουµε κι ἐµεῖς. Γιατί νὰ µἡ γίνη καὶ τώρα, ποὺ ὁ Ἀπόστολος µᾶς ἔδειξε τὰ πλούτη τοῦ µεγάλου Θεοῦ µας; Νὰ ποθήσουµε τὰ πλούτη τοῦ Θεοῦ! Νὰ τὰ ζηλέψουµε. Καὶ ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ὁ Θεὸς τὰ πλούτη τῆς ἀγάπης του δὲν τὰ κρατᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ τὰ προορίζει γιὰ µᾶς, νὰ ζητήσουµε νὰ τὰ κάνουµε δικά µας. Μὲ ἄλλα λόγια νὰ ζητήσουµε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀναστήση καὶ µᾶς ἀπὸ τὸν θάνατο τῆς ἁµαρτίας. Νὰ µᾶς ζωοποιήση. Νὰ µᾶς χαρίση πλούσια τὴν δυναµή του νὰ ζήσουµε τὴν νέα «ἐν Χριστῷ ζωή». Νὰ µᾶς ἀξιώση νὰ ζοῦµε ἐδῶ στὴν γῆ σὰν πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, µέχρι τότε ποὺ θὰ µᾶς ἀνυψώση ὁριστικὰ «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις».
.         Ὁ Ἀπόστολος συνεχίζει τώρα τὴν ἱερὴ ἀφήγησή του γιὰ τὰ πλούτη τοῦ Θεοῦ. Μὲ φωνή, ποὺ πάλλεται ἀπὸ ἱερὴ συγκίνηση, µᾶς µιλάει γιὰ

 ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

τοῦ Θεοῦ µας. Γιὰ «τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ᾽ ἡµᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Γιὰ τὸν ὑπερβολικὸ πλοῦτο τῆς χάριτός του, ὁ ὁποῖος ἐκδηλώθηκε σὲ µᾶς µἐ τὴν ἀγαθότητα ποὺ µᾶς ἔδειξε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.           Καὶ πραγµατικά. Τὰ πλούτη τῆς χάριτος, ποὺ µᾶς ἔδειξε ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀµύθητα. Τί νὰ ἀπαριθµήση κανείς; τὴν χάρη, ποὺ ἀπέρρευσε ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ὀφείλουµε τὴν λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία µας; Ὁ Ἀπόστολος τὸ σηµειώνει πρῶτο αὐτό: «Χάριτί ἐστε σεσωσµένοι». Πῶς µπορεῖ νὰ περιγράψη τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκδηλώνεται στὴν ζωή µας µὲ χίλιους τρόπους
.       Τὰ ἱερὰ καὶ θεῖα µυστήρια, αὐτοὶ οἱ οὐράνιοι κρουνοί, διοχετεύουν στοὺς πιστοὺς ἄφθονη τὴν λυτρωτική, ἁγιαστικὴ καὶ σώζουσα χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ ἐὰν τὰ µυστήρια µᾶς µεταδίδουν κατὰ ἕνα οὐσιαστικὸ τρόπο τὰ ποικίλα χαρίσµατα τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται πλούσια καὶ εὐεργετικὴ σὲ κάθε πλευρὰ τῆς ζωῆς µας. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ µᾶς παρακολουθεῖ σὲ κάθε βῆµα τῆς ζωῆς µας, γιὰ νὰ µᾶς καθοδηγήση, νὰ µᾶς στηρίξει, νὰ µᾶς βοηθήση. Χάρη Θεοῦ εἶναι νὰ ὑπομένουµε τὸν πόνο τῆς ἀρρώστιας µας. Χάρη Θεοῦ εἶναι νὰ δοκιµάζουµε ἰσχυροὺς πειρασµοὺς καὶ νὰ νικᾶµε. Χάρη Θεοῦ εἶναι νὰ ἔχουµε παιδιὰ ἁγνὰ καὶ πειθαρχικά. Χάρη Θεοῦ εἶναι νὰ ἔχουµε ὀµόνοια καὶ ἀγάπη στὴν οἰκογένειά µας. Χάρη Θεοῦ εἶναι νὰ αἰσθανώµαστε τὴν ἀνάγκη τῆς προσευχῆς, τὸν πόθο τῆς µελέτης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶχε λοιπὸν δίκιο ὁ Ἀπόστολος νὰ µιλάη µὲ συγκίνηση γιὰ «τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ»;

ΠΗΓΗ: Περιοδ. «ΖΩΗ», ἀρ. τ. 4247, 17.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΦΡΟΣΥΝΗ (Κυρ. Θ´ Λουκ.)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ´ ΛΟΥΚΑ (20.11.2011)

(Λουκ. ιβ΄ 16–21)

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· 
«Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; Καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
 Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;
Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν».

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριοςτὴν ἑξῆς παραβολή:
«Ἑνὸς ἀνθρώπου πλουσίου τὰ χωράφια ἔφεραν ἐσοδείαν μεγάλην καὶ ἐσκέπτετο μέσα του, «Τί νὰ κάνω, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ποὺ νὰ συγκεντρώσω τοὺς καρπούς μου;» καὶ εἶπε, «Αὐτὸ θὰ κάνω: θὰ κατεδαφίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ κτίσω μεγαλύτερες καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ θὰ πῶ εἰς τὴν ψυχήν μου, Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, γιὰ πολλὰ χρόνια· ἀναπαύσου, φάγε, πίε, εὐφραίνου».
Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ εἶπε, «Ἀνόητε, αὐτὴν τὴν νύχτα ζητοῦν ἀπὸ σὲ τὴν ψυχήν σου. Ἐκεῖνα δὲ ποὺ ἐτοίμασες, ποιός θὰ τὰ πάρῃ;». 
Αὐτὰ παθαίνει ἐκεῖνος ποὺ θησαυρίζει διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν φροντίζει νὰ γίνῃ πλούσιος ὡς πρὸς τὸν Θεόν».
 

 Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΦΡΟΣΥΝΗ

«Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά·
ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»

.           Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς µὲ µιὰ σύντοµη δραµατικὴ Παραβολὴ µᾶς παρουσίασε τὴν ζωὴ ἑνὸς πλουσίου, τὸν ὁποῖο ὁ Ἴδιος χαρακτήρισε «ἄφρονα». Καὶ ἦταν πράγµατι «ἄφρων» ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἔζησε ὅλη του τὴν ζωὴ προσκολληµένος στὰ πλούτη του καὶ τελικὰ πέθανε πρὶν προλάβει νὰ τὰ ἀπολαύσει.
.       Ἀξίζει λοιπὸν νὰ δοῦµε σήµερα γιατὶ ἡ ἐπιδίωξη ἀποκτήσεως πολλῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν εἶναι ἀφροσύνη.

 1. Διότι γεμίζει μὲ ἄγχος τὸν ἄνθρωπο

.         Αὐτοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται µόνο γιὸ τὸ ὑλικὸ ἀγαθὸ καὶ τὶς κοσµικὲς ἀπολαύσεις, νοµίζουν ὅτι µὲ τὸν τρόπο αὐτὸ χαίρονται τὴν ζωή τους. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ἂς δοῦµε τὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς: τὴν ἐξαιρετικὴ εὐφορία καὶ τὴν πλούσια σοδειά του ἀκολούθησαν βασανιστικὲς σκέψεις καὶ ἀγωνιώδεις µέριµνες «Τί ποιήσω;», ἔλεγε … Καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ πλεονεξία του τὸν ὁδήγησε σὲ µιὰ ἀπόφαση ποὺ τὸν περιέπλεξε σὲ µεγαλύτερες περιπέτειες. «Καθελῶ µου τὰς ἀποθήκας καὶ µείζονας οἰκοδοµήσω», εἶπε. Ἀποφάσισε δηλαδὴ νὰ γκρεµίσει τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ κτίσει καινούργιες, ἐνῶ ἐν τῷ µεταξὺ ἔπρεπε νὰ ἀσφαλίσει καὶ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Στ᾽ ἀλήθεια, πόσες φασαρίες, ἔξοδα, πονοκεφάλους, προβλήµατα καὶ ἐντάσεις προκάλεσε αὐτὴ ἡ ἀπόφασή του!
.         Κάτι παρόµοιο συµβαίνει µὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ µπαίνει στὴν λογικὴ τῆς ὑλιστικῆς καὶ καταναλωτικῆς ζωῆς. Ἀρχίζει ἕνα ἀσταµάτητο κυνήγι χρηµάτων µὲ ὅλα τὰ ἔννοµα καὶ ἄνοµα µέσα, καὶ ποτὲ δὲν ἡσυχάζει! Ἂν µάλιστα σὲ αὐτὰ προσθέσουµε τὸ ἐνδεχόµενο κλοπῆς ἢ ἀκόµη τὴν ἀπειλὴ µιᾶς οἰκονοµικῆς κρίσεως, τότε εὔκολα καταλαβαίνουµε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζεῖ µονίµως στὴν ἀβεβαιότητα, στὸν φόβο καὶ τὴν ἀγωνία. Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθά του;

2. Διότι ἡ ψυχὴ δὲν χορταίνει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά.

 .       Ἐπιπλέον δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ψυχή, τὴν ὁποία µόνο στὸν ἄνθρωπο ἔχει χαρίσει ὁ Θεός, εἶναι πνεῦµα καὶ δὲν χορταίνει µὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Οἱ πόθοι της εἶναι ἄπειροι καὶ µόνο ὁ ἄπειρος καὶ τέλειος Θεὸς µπορεῖ νὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλµωδὸς λέει: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή µου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» (Ψαλµ. µα´ [41] 3), δηλαδή, ἡ ψυχή µου διψάει τὴν ἕνωσή της µὲ τὸν Θεό. Τίποτα ἄλλο δὲν µπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσει πραγµατικὰ παρὰ µόνο τὸ «ὄντως ἐφετόν», τὸ ἀληθινὰ ἐπιθυµητὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου.

 3. Διότι ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὸν θάνατο

.        Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ φανερώνει κατ᾽ ἐξοχὴν τὴν ἀφροσύνη τῶν ὑλιστῶν εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι τὰ πλούτη τους θὰ τὰ ἔχουν διαρκῶς µαζί τους. Τὸν θάνατο οὔτε κἂν τὸν σκέπτονται. Αὐτὸ ἔπαθε κι ὁ δυστυχὴς πλούσιος τῆς Παραβολῆς, ὁ ὁποῖος ὀνειρευόταν φαγοπότια, ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ὅταν ἐντελῶς ξαφνικὰ κι ἀπρόσµενα τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ θάνατος. Τότε ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ Δικαιοκρίτου Κυρίου τὸ ἀδυσώπητο ἐρώτηµα: «Ἃ δὲ ἡτοίµασας τίνι ἔσται;». Ἀνόητε ἄνθρωπε, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑτοίµασες, τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀσφάλισες στὶς νέες ἀποθῆκες σου, σὲ ποιόν θὰ περιέλθουν; Αὐτὸς ἦταν ὁ θησαυρός σου· τώρα τί θὰ σοῦ µείνει; …
.         Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πέφτουν στὴν ἴδια παγίδα. Καὶ προσκολλῶνται σὲ χρήµατα, κτήµατα καὶ πράγµατα, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν ὅτι κάποτε θὰ τὰ ἀποχωριστοῦν. Διότι, ὅπως τίποτε δὲν φέραµε µαζί µας, ὅταν γεννηθήκαµε, ἔτσι «οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάµεθα» (Α´ Τιµ. Ϛ´7). Ὅταν θὰ πεθάνουµε, τίποτα δὲν µποροῦµε νὰ παρουµε µαζί µας. Δὲν εἶναι ἀφροσύνη λοιπὸν νὰ ἀγωνιοῦµε καὶ νὰ κοπιάζουµε γιὰ πράγµατα ποὺ εἶναι ἐπίγεια καὶ φθαρτά;

.           Ζοῦµε σὲ µιὰ κοινωνία ποὺ προβάλλει τὸ χρηµα καὶ τὴν ὕλη ὡς ἀπαραίτητα γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὅμως ὅλα αὐτὰ εἶναι µιὰ ἀπάτη! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀφροσύνη ἀπὸ τὸ νὰ στηρίζεται κανεὶς στὸν πλοῦτο καὶ τὴν ὕλη. Ἂς µὴ µᾶς ἐντυπωσιάζουν λοιπὸν τὰ ἐφήµερα πλούτη, οἱ γήινες ἀπολαύσεις καὶ τὰ πρόσκαιρα ἀγαθά. Ἂς ποθήσουµε τὰ ὑψηλά, τὰ ἅγια, τὰ αἰώνια. Αὐτὰ ποὺ ἱκανοποιοῦν πραγµατικὰ τὴν ψυχή µας καὶ ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη ἐπένδυση γιὰ τὸ αἰώνιο µέλλον µας!

ΠΗΓΗ: Περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2033, 15.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΟΥΣΙΟΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟΝ» [B´]

Tοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀστερίου Ἐπισκόπου Ἀμασείας
ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον
εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/30/εἰς-τὸν-πλούσιον-καὶ-εἰς-τὸν-λάζαρο/

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 337 καὶ ἑξῆς.

.          «Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος». Καὶ συνεχίζοντας ὁ λόγος τὸν χαρακτηρίζει ὄχι ἁπλῶς πτωχόν, δήλ. ἐστερημένον ἀπὸ δαπάνες καὶ ἀπὸ τὴν κτήση τῶν ἀναγκαίων, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον καὶ κατεχόμενον ἀπὸ ὀδυνηρὰν ἀσθένειαν, καὶ σωματικῶς καταβεβλημένον, χωρὶς οἰκία, χωρὶς οἰκογένεια, χωρὶς θεραπεία, πεσμένον στὴν πύλη τοῦ πλουσίου. Καὶ πολὺ ἐπιμελῶς διεκτραγωδεῖ στὴν συνέχεια τῆς διηγήσεως τὶς συμφορὲς τοῦ πτωχοῦ, γιὰ νὰ στηλιτεύσει τὴν σκληρότητα ἐκείνου ποὺ δὲν τὸν ἐλεεῖ. Διότι ὅποιος δὲν ὑποφέρει καθόλου, οὔτε συμπάσχει ἐμπρὸς στὴν λιμοκτονία καὶ τὴν ἀσθένειαν, εἶναι ἄλογον θηρίον, τὸ ὁποῖον κακῶς ἔχει λάβει μορφὴν ἀνθρώπου, καὶ μὲ τὴν προαίρεσή του διαψεύδει τὴν φύση, ἢ μᾶλλον εἶναι καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ θηρία πιὸ ἀσυμπαθής, ἀφοῦ καὶ οἱ χοῖροι αἰσθάνονται κάποιαν λύπην ὅταν σφάζεται ἕνας χοῖρος, καὶ βλέποντας τὸ θερμὸν αἷμα νὰ ρέει, γρυλλίζουν μελαγχολικά. Καὶ οἱ βόες περικυκλώνουν τὸν φονευόμενον ταῦρον, ἐκδηλώνοντας τὸν πόνο τους μὲ ἕναν μυκηθμὸ γεμάτον πάθος. Τὰ δὲ σμήνη τῶν γερανῶν, ὅταν κάποια σύντροφός τους πίπτει στὴν παγίδα, πετοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κρατουμένην καὶ γεμίζουν τὸν ἀέρα μὲ μία θρηνητικὴν κραυγή, ζητώντας τὴν ὁμόφυλο καὶ σύντροφό τους. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, τὸ λογικὸν καὶ ἥμερον ζῶον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποστολὴν νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Θεὸν προοδεύοντας στὴν ἀγαθότητα, φροντίζει τόσον ὀλίγον γιὰ τοὺς συνανθρώπους του στὶς ὀδυνηρὲς περιστάσεις τῶν συμφορῶν τους!
.          Ἐκείτετο λοιπὸν ὁ πονεμένος αὐτὸς καὶ εὐγνώμων πτωχὸς χωρὶς πόδια, διότι ἂν εἶχε θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὸν ἀπεχθῆ ἐκεῖνον καὶ ὑπερήφανον, θὰ ἄλλαζε τόπον ἀντὶ τῆς ξενοκτόνου ἐκείνης πύλης ποὺ ἦταν κλεισμένη γιὰ τοὺς πτωχούς, στερημένος ἀπὸ χέρια, χωρὶς νὰ ἔχει καν παλάμη νὰ ἁπλώσει γιὰ ἐλεημοσύνην, μὲ φραγμένα καὶ αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς φωνῆς, παράγοντας μόνον ἕναν βραχνὸ καὶ τραχὺν ἦχον ἀπὸ τὸ στῆθος, μὲ ἀκρωτηριασμένα ὅλα τὰ μέλη του, ἀπομεινάρια κακῆς ἀσθενείας, μελαγχολικὸν δεῖγμα τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας. Ἀλλὰ ὅμως οὔτε ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν συμφορῶν κατέστη δυνατὸν νὰ συγκινήσει ἐκεῖνον τὸν ἄκαμπτον, ἀλλὰ παρέβλεπε σὰν κάποιον λίθο τὸν ἄνθρωπον, ἁμαρτάνοντας χωρὶς πρόφαση. Διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ προβάλει τὴν κοινὴν καὶ πρόχειρον δικαιολογίαν ὅτι δὲν ἐγνώριζα, δὲν εἶχα πάρει εἴδηση, διέφευγε τῆς προσοχῆς μου ὅτι ὁ πτωχὸς ὑποφέρει. Γιατί ἐκεῖνος ἐκείτετο ἐμπρὸς στὴν πύλη, θέαμα γιὰ τοὺς εἰσερχομένους καὶ τοὺς ἐξερχομένους, γιὰ νὰ καταστήσει ἀναπολόγητον τoν ὑπερήφανον ἐκεῖνον. Ἐπιθυμοῦσε καὶ τὰ ψιχία τῆς τραπέζης, καὶ οὔτε αὐτὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀπολαύσει, ἀλλὰ ἐνῶ ὁ πλούσιος ἐκινδύνευε νὰ διαρραγεῖ ἀπὸ τὴν πλησμονήν, ὁ πτωχὸς ἔλιωνε ἀπὸ τὴν πείνα. Εἶναι καλὸν καὶ δίκαιον νὰ ἀναθέσωμε σὲ ἐκείνην τὴν Χαναναίαν ἀπὸ τὴν Φοινίκη νὰ διδάξει τὸν μισάνθρωπον πλούσιον, λέγοντάς του ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν γραφεῖ, δηλαδή: -Ὦ ἀχαρακτήριστε καὶ ὑπερήφανε, «καὶ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Καὶ σὺ δὲν ἐθεώρησες ἄξιον αὐτῆς τῆς δωρεᾶς οὔτε τὸν ἀδελφόν, τoν συνάνθρωπόν σου; Ἀλλὰ οἱ μὲν κύνες ἐτρέφοντο ἐπιμελῶς, οἱ φύλακες ἰδιαιτέρως, οἱ κυνηγοί του χωριστά, καὶ ὑπὸ στέγην κατοικοῦσαν καὶ κλίνην καὶ ὑπηρέτες διέθεταν, ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶχε τὴν ἀποστολήν του. Ἡ δὲ εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, εἶχε ριφθεῖ στὸ χῶμα παρημελημένη καὶ καταπατουμένη, αὐτὴ ποὺ διεπλάσθη ἀπὸ τoν ἀριστοτέχνην καὶ δημιουργὸν τῶν ὅλων μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι, ὅπως ἀξιοπίστως τεκμηριώνει ὁ Μωυσῆς στὴν Γένεση.
.          Καὶ ἂν ἐτελείωνε μέχρις ἐδῶ τὸ διήγημα τοῦ Λαζάρου, καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ὥστε ἡ ζωή μας νὰ περιορίζεται στὴν ἀνωμαλίαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θὰ ἄφηνα παραπονούμενος δυνατὲς φωνές, πὼς ἐμεῖς ποὺ δημιουργηθήκαμε ὁμότιμοι, διάγουμε τόσον ἄνισα μαζὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους μας. Ἐπειδὴ ὅμως πτωχέ μου ἀδελφέ, τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ὡραῖα νὰ τὰ ἀκούσει κανείς, ἀφοῦ πρῶτα στενάξεις γιὰ τὰ προηγούμενα, ἑτοιμάσου νὰ εὐθυμήσεις, μαθαίνοντας τὴν μακαρίαν ἀπόλαυση τοῦ συμπτώχου σου. Διότι θὰ ἀκούσεις γιὰ τὸ ἀκριβὲς δικαστήριον τοῦ δικαίου κριτοῦ, στὸ ὁποῖο στενάζει αὐτὸς ποὺ ἔζησε μέσα στὰ πάθη καὶ τὶς ἡδονές, καὶ τρυφᾶ ἐκεῖνος ποὺ μοχθοῦσε. Ὁ καθένας τους ἀποκομίζει αὐτὰ ποὺ τοῦ ἀξίζουν.
.          «Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ». Βλέπεις τοὺς διακονητὰς τοῦ δικαίου καὶ πτωχοῦ, καὶ τοὺς ὑπηρέτες τῆς μεταστάσεώς του; Ἄγγελοι ἀνέλαβαν νὰ τὸν προστατεύουν, οἱ ὁποῖοι βλέποντας πρὸς αὐτὸν μὲ προσήνεια καὶ πραότητα, προεδήλωναν μὲ τὸ σχῆμα τους τὴν ἀπόλαυση καὶ τὴν αἴνεση ποὺ τὸν ἀναμένει. Διότι μετεφέρθη καὶ ἐτοποθετήθη στὶς ἀγκάλες τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ, πράγμα ποὺ παρέχει ἀφορμὴν ἀπορίας σὲ ὅσους ἐρευνοῦν τὰ βάθη τῶν Γραφῶν. Πράγματι, ἐὰν ὅλοι οἱ δίκαιοι, ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτήν, μετεφέροντο στὸν ἴδιον τόπον, ἡ ἀγκάλη αὐτὴ θὰ ἦταν πολὺ μεγάλη, ἡ ἔκτασίς της θὰ ἦταν ἄπειρος, ἐὰν βεβαίως ἔμελλε νὰ χωρέσει ὅλον τὸ πλῆθος τῶν ὁσίων. Ἐὰν ὅμως αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, διότι μία ἀνοικτὴ ἀγκάλη, δύσκολα περικλείει καὶ ἕναν ἀκόμη ἄνθρωπο, τὸ πολὺ δὲ δύο βρέφη, τότε ἐδῶ πρόκειται γιὰ κάποιαν θαυμαστὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία διὰ μέσου της εἰκόνος τῆς αἰσθητὴς ἀγκάλης, μᾶς χειραγωγεῖ σὲ κάποια νοητὴν πραγματικότητα. Τί ἐννοεῖ δηλαδὴ μὲ αὐτό; Ὁ Ἀβραάμ, λέγει, δέχεται ὅσους εἶχαν θεάρεστον τρόπον ζωῆς ἐδῶ. Εἰπέ μας, λοιπόν, ὦ θεσπέσιε Λουκᾶ (σοῦ ἀπευθύνομαι σὰν νὰ εἶσαι παρὼν καὶ νὰ σὲ βλέπω), γιατί ἐνῶ οἱ δίκαιοι εἶναι πολλοὶ καὶ παλαιότεροι ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, αὐτὴν τὴν τιμὴν τὴν ἐπεφύλαξε γι’ αὐτὸν ποὺ εἶναι μεταγενέστερος, ἀποσιωπώντας τὸν Ἐνώχ, τὸν Νῶε, καὶ ὅσους ἄλλους ἠκολούθησαν τoν ἴδιον τρόπον ζωῆς;
.          Ἀλλὰ σὲ ἀντιλαμβάνομαι νομίζω, καὶ δὲν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ θέμα μας ἡ ἐξήγηση ποὺ ἔχω στὸ νοῦ μου. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸς ἐδέχθη τὶς φανερώσεις τοῦ Χριστοῦ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριον τῆς Τριάδος διετυπώθη ἀρκετὰ φανερὰ στὴν σκηνὴ τούτου τοῦ γέροντος, τότε ποὺ ἐφιλοξένησε τοὺς τρεῖς ἀγγέλους ὡς ἄνδρες ὁδοιπόρους. Καὶ γενικῶς ἀπὸ πολλὰ μυστικὰ αἰνίγματα, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔγινε οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ χρόνια ἐφόρεσε τὴν σάρκα, καὶ διὰ μέσου τοῦ ἀνθρωπίνου τούτου παραπετάσματος ὁμίλησε φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ λέγει ὅτι ὁ κόλπος, ἡ ἀγκάλη του, εἶναι ὡσὰν γαλήνιος λιμένας καὶ ἀκύμαντον ἀναπαυτήριον τῶν δικαίων. Διότι σωτηρία λων μας κα λπς κα προσδοκία το μέλλοντος αἰῶνος εναι Χριστός, ποος ς γνωστν βλάστησεν νθρωπίνως π τν σάρκα το βραάμ. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τιμ πο ποδίδει λόγος πρς τὸν γέροντα, χει ναφορν στὸν Σωτήρα, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ κριτὴς καὶ μισθαποδότης τῆς ἀρετῆς, καὶ προσκαλεῖ τοὺς δικαίους μὲ τὴν εὐγενικὴν φωνή του λέγοντας: «Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν».
.          «Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχόν». Εἶναι διπλ ννοια τς πτωχείας το Λαζάρου. Δηλώνει φνς μν τν λλειψη τν ναγκαίων, φτέρου δ τν μετριοφροσύνην κα τν ταπεινότητα το θους. Μν οκειοποιεται λοιπν τν παινον τς ρετς κενος πο εναι πορος π λικ γαθά, κα πτωχς σ χρήματα, οτε ν νομίζει τι θ το ρκέσει πτωχεία γι ν σωθε. Διότι δὲν ἐπαινεῖται ὁ κατ’ ἀνάγκην πτωχός, ἀλλὰ θαυμάζεται ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καὶ ἐσωτερικὴν μετριοφροσύνην. Ἐπειδὴ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἁπλῶς εἶναι ἄποροι, ἔχουν ὅμως διαγωγὴν ἀκαλλιέργητον καὶ δὲν ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἀρετήν, ἡ ἀναγκαστικὴ ἀκτημοσύνη τοὺς γίνεται ἐφόδιον πολλῶν καὶ πονηρῶν τολμημάτων. Καὶ μάλιστα ἐγώ, ὅποτε ἔχω παρευρεθεῖ σὲ ἐπίσημο δικαστήριον, εἶδα ὅτι ὅλοι οἱ κλέπτες καὶ οἱ σωματέμποροι, οἱ λωποδύτες καὶ αὐτοὶ οἱ δολοφόνοι, εἶναι πτωχοί, χωρὶς οἰκία καὶ οἰκογένεια. Ὡς ἐκ τούτου εναι λοφάνερον τι Γραφ δ μακαρίζει τν πτωχν κενον ποος πομένει τος μόχθους μ ψυχν φιλόσοφον, καρτερε δ μ γενναιότητα τς διάφορες περιστάσεις τς ζως, καὶ δὲν καταφεύγει σὲ καμμίαν κακουργία γιὰ νὰ χαρίσει στὴν σάρκα τὴν ἀπόλαυση τῆς τρυφῆς. Αὐτὸν ἐννοεῖ σαφῶς ὁ Κύριος στὸν πρῶτον μακαρισμόν, ὅταν λέγει «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι». Οὔτε λοιπὸν κάθε πτωχὸς εἶναι δίκαιος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι σὰν τὸν Λάζαρον, οὔτε κάθε πλούσιος εἶναι καταδικασμένος, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ ζεῖ μὲ προαίρεσιν ὁμοίαν μὲ ἐκείνην ποὺ εἶχεν ὁ σύγχρονος τοῦ Λαζάρου.
.          Καὶ ὁλοφάνεροι μάρτυρες τούτου εἶναι ὅσοι εἶχαν τὴν ἐμπειρίαν αὐτὴ στὴν ζωή τους. Πράγματι, ποῖος ἦταν πλουσιώτερος ἀπὸ τὸν Ἰώβ; Ἀλλὰ ὅμως ἡ περισσὴ εὐπορία οὔτε ἀπεξένωσε τὸν ἄνδρα αὐτὸν ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, οὔτε, μὲ ἕναν λόγον, τὸν ἐξώρισεν ἀπὸ τὴν ἀρετήν. Ποῖος ἦταν πτωχότερος ἀπὸ τὸν Ἰσκαριώτη; Καὶ ὅμως δὲν τὸν ὀφέλησε καθόλου ἡ πτωχεία στὴν σωτηρία του, ἀλλὰ μολονότι συνανεστρέφετο μὲ τοὺς ἕνδεκα πτωχοὺς φιλοσόφους καὶ μάλιστα μὲ τὸν ἴδιον τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἐπτώχευσεν αὐτοπροαιρέτως, παρεξετράπη ἀπὸ τὴν κακήν του προαίρεση στὴ φιλαργυρία καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἐραδιούργησε καὶ τὴν προδοσίαν.
.          Ἀξίζει ὅμως νὰ ἐξετάσωμε συνετῶς καὶ τὴν ἐκφορὰ ποὺ ἔγινε στὸν καθένα τοὺς ὅταν ἀπέθαναν. Ὁ μὲν πτωχὸς λοιπὸν ὅταν ἐκοιμήθη εἶχεν ἀγγέλους νὰ τὸν προστατεύουν καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, οἱ ὁποῖοι τὸν ὁδηγοῦσαν μὲ καλὲς ἐλπίδες στὸν τόπον τῆς ἀναπαύσεως. «Ὁ δὲ πλούσιος ἀποθανών», λέγει, «ἐτάφη». Μὲ κανένα καταλληλότερον τρόπον δὲν θὰ ἠμποροῦσε ἡ Γραφὴ νὰ περιγράψει, καὶ μάλιστα μονολεκτικῶς, τὴν ἄδοξο κατάληξη τοῦ πλουσίου. Διότι ὅταν ὁ ἁμαρτωλὸς ἀποθνήσκει, ὄντως θάπτεται, ἐπειδὴ εἶναι χοϊκὸς κατὰ τὸ σῶμα, γήινος δὲ καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, ἀφοῦ μὲ τὴν συμπάθεια πρὸς τὴν σάρκα, ἔχει ὑποβιβάσει τὴν φυσικὴν ὑπεροχὴ τῆς ψυχῆς πρὸς τὰ ὑλικά, καὶ δὲν ἀφήνει καμμίαν ἀγαθὴν ἀνάμνηση τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ καλύπτεται ἀπὸ ἄδοξο λήθη, καὶ ἔχει τὸ ἴδιο τέλος μὲ τὰ βοσκήματα. Διότι ὅπως ὁ τάφος δέχεται τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ ὁ ἅδης τὴν ψυχή: δύο σκοτεινὰ δεσμωτήρια ποὺ μοιράζονται τοῦ πονηροῦ ζώου τὴν τιμωρίαν. Καὶ ποῖος δὲν θὰ κατηγοροῦσε τὸν ἄθλιον γιὰ τὴν ἀπερισκεψία του; σον ερίσκετο πάνω π τ χμα, καυχτο, περηφανεύετο, περιφρονοσε λους τος οκείους κα συνανθρώπους του, κα θεωροσε σχεδν σν μύρμηκες κα σκώληκες ποιους συναντοσε, ἕτοιμος νὰ διαρραγεῖ ἀπὸ τὴν κενοδοξίαν. Ὅταν ὅμως ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτή, καὶ ἐστερήθη σὰν μαστιγωμένος δοῦλος ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δὲν τοῦ ἀνῆκαν, τῶν ὁποίων ἀπὸ μωρίαν ἐνόμιζε πὼς εἶναι κύριος, τότε κρημνίζεται στὴν ἀντίρροπό της ὑπερηφανείας ταπεινότητα, καὶ κφωνώντας γραώδεις δυρμος πικαλεται διαρκς κα νωφελς τν Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησον μὲ καὶ πέμψον Λάζαρον, ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσαν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ», ζητώντας ἔλεος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωσε τότε ποὺ εἶχε πρόχειρον τὴν ἐξουσία νὰ εὐεργετεῖ. Καὶ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ ἔλθει βοηθὸς τοῦ κατὰ τοῦ πυρὸς ὁ Λάζαρος, ἐπιθυμώντας νὰ ἀπομυζήση τὸν δάκτυλο τοῦ λεπροῦ, δροσισμένον μὲ λίγο νερό. Ατς εναι ο περισκεψίες τν φιλοσωμάτων, ατ εναι τ τέλος τν φιλοπλούτων.
.          Ὀφείλει λοιπν ποιος εναι συνετς κα νησυχε γι τ μέλλον, ν ποφύγει τν πείραν τν μοίων κακν, θεωρώντας τὴν παραβολήν, ὡς φάρμακον ποὺ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, καὶ νὰ ἀσκήσει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ὡς αἰτίαν τῆς μελλούσης ζωῆς. Διότι ὁ λόγος μας ἐξέθεσε δραματικῶς τὴν νουθεσίαν, ἀναφερόμενος σὲ ὁρισμένα πρόσωπα, ὥστε νὰ διδαχθοῦμε ἐμψύχως, μὲ ζωντανὰ ὑποδείγματα, τὸν νόμον τῆς ἀγαθῆς βιοτῆς καὶ ποτὲ νὰ μὴ καταφρονήσωμε τὰ παραγγέλματα τῆς Γραφῆς, ὡσὰν νὰ ἐκφοβίζουν δῆθεν μόνον λεκτικῶς, χωρὶς νὰ προάγουν τὴν ἀπειλὴν σὲ τιμωρία. Γνωρίζω πράγματι, ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δελεάζονται ἀπὸ παρόμοιες ὑποψίες, καὶ χαρίζουν στὸν ἑαυτόν τους ἀνεμπόδιστον τὴν ἐξουσία τοῦ νὰ ἁμαρτάνουν. Ἀλλὰ ἀπὸ ὅ,τι εἴδαμε ἐδῶ, ἡ Γραφὴ διδάσκει ὅτι καμμία συγγνώμη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλαφρύνει ἐκείνην τὴν κόλασιν, οὔτε ἐκείνη ἡ φιλανθρωπία ἐλαττώνει τὴν ὁρισμένην τιμωρίαν, ἐὰν μάλιστα πρέπει νὰ τεκμηριώσωμε τὸν λόγον ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶπεν ὁ Πατριάρχης.
.          Διότι, ἂν καὶ τόσο πολλὲς ἱκεσίες καὶ μύριες ἐλεεινὲς φωνὲς ἤκουσε ἀπὸ τὸν πλούσιον, οὔτε ἀπὸ τοὺς ὀδυρμοὺς τοῦ ἐκάμφθη, οὔτε τὸν ἐξέβαλε ἀπὸ τὴν ὀδύνην, ἐκεῖνον ποὺ πικρῶς ἐμαστίζετο, ἀλλὰ μὲ αὐστηρὸν φρόνημα ἐπεκύρωσε τὴν δικαίαν κρίσιν, λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε τὸν καθένα ἐκεῖ ποὺ τοῦ ἄξιζε. Καὶ σὲ σένα μέν, ὁ ὁποῖος ἀπελάμβανες τὴν ζωήν σου εἰς βάρος τῶν ξένων συμφορῶν, ὁρίσθησαν αὐτὰ τὰ βασανιστήρια ὡς καταδίκη γιὰ τὰ πλημελήματά σου. Σὲ ἐκεῖνον δέ, ὁ ὁποῖος ἐμόχθησε ἐκεῖ καὶ κατεπιέσθη, καὶ ἐγεύθη τὴν πικρία σὲ ὅλην τὴν ἔνσαρκο ζωήν του, ἀπενεμήθη ἐδῶ γλυκεία καὶ εὐφρόσυνος κατάστασις. Ὅμως ἐκτὸς αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ χάσμα μέγα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐμποδίζει νὰ ἔλθουν σὲ ἐπαφὴ μεταξύ τους, καὶ χωρίζει τοὺς τιμωρουμένους ἀπὸ τοὺς τιμωμένους, γιὰ νὰ διάγουν ξεχωριστά, ἔχοντας καθαρὰν τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν.
.          Πιστεύω δὲ ὅτι ασθητ παραβολή, ποτελε παινιγμ νοητς θεωρίας. Δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐννοήσωμε κάποιαν τάφρο τὴν ὁποίαν ἔχουν ἀνοίξει οἱ ἄγγελοι, ὅπως γίνονται τὰ χαρακώματα μεταξὺ τῶν ἐχθρικῶν στρατοπέδων, ἀλλὰ ὁ Λουκᾶς ἔθεσε τὴν εἰκόνα τοῦ χάσματος, γιὰ νὰ τονίσει τὴν σαφῆ διάκριση, τὸ ὅτι δν πάρχει πικοινωνία μεταξ ατν πο ζησαν νάρετα κα τν λλων. Ἐπισφραγίζει δὲ αὐτὴν τὴν ἐξήγησή μας καὶ ὁ Ἠσαίας λέγοντας «Μὴ οὐκ ἰσχύει ἡ χεὶρ Κυρίου τοῦ σῶσαι, ἢ ἐβάρυνε τὸ οὖς αὐτοῦ τοῦ μὴ ἀκοῦσαι; Ἀλλὰ τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν, διϊστῶσιν ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ Θεοῦ».

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς
 ΠΗΓΗ:  «Ὀρθόδοξη Πορεία» 

Σχολιάστε

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΟΥΣΙΟΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟΝ» [Α´]

Tοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀστερίου Ἐπισκόπου Ἀμασείας
ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον
εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 337 καὶ ἑξῆς.

.        Ὁ Θεὸς καὶ Σωτὴρ ἡμῶν ἐκπαιδεύει τοὺς ἀνθρώπους ὄχι μόνον μὲ ἀποφατικὰ καὶ δογματικὰ θεσπίσματα, ὥστε νὰ μισοῦν τὴν κακίαν καὶ νὰ ἀγαποῦν τὴν ἀρετήν, ἀλλὰ χρησιμοποιώντας καὶ διαφωτιστικὰ ὑποδείγματα, παραδίδει μὲ σαφήνεια τὰ μαθήματα τῆς ἀγαθῆς βιοτῆς. Μᾶς βοηθεῖ ἔτσι μὲ ἔργα καὶ μὲ λόγους, νὰ προαχθοῦμε στὴν κατάληψη τῆς ἀγαθῆς καὶ φιλοθέου ζωῆς. Πράγματι, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως μᾶς ἔχει παραγγείλει μὲ τὸ στόμα τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Εὐαγγελιστῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν φωνὴν τὴν ἰδικήν του, νὰ ἀποστρεφώμεθα μὲν τὸν ὑπερήφανον καὶ ὑπεροπτικὸν πλοῦτον, τὴν δὲ φιλάνθρωπον διάθεση καὶ τὴν συνδυασμένην μὲ τὴν ἀρετὴν πτωχεία νὰ τὴν ἀγαποῦμε, ἔτσι καὶ τώρα γιὰ νὰ κάμει ἀκόμη πιὸ ἀξιόπιστον τὴν συμβουλὴ γιὰ τὸ καλόν, τεκμηριώνει τὸν λόγον μὲ πρακτικὰ ὑποδείγματα, καὶ μὲ μίαν διήγηση περιγράφει τὸν πλούσιον καὶ τὸν πτωχόν. Μᾶς παρουσιάζει τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς πρὸς τὶς τιμὲς καὶ τὶς ἀπολαύσεις, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν τεθλιμμένην ζωὴν τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάληξη ποὺ εἶχε ὁ καθένας, γιὰ νὰ ἐρευνήσωμε σὲ ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς ἀντιθέτους τρόπους ζωῆς ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, καὶ νὰ γίνωμε συνετοὶ κριταὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.
.        «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον». Μὲ τὴν χρήση δύο συντόμων ὀνομάτων ὁ λόγος ἐμπαίζει καὶ διακωμωδεῖ τὴν πλαδαρὰ καὶ ἄμετρον διάχυσιν ὅσων πλουτοῦν κακῶς. Διότι τῆς μὲν πορφύρας τὸ χρῶμα εἶναι πολυδάπανον καὶ ἐξεζητημένον, τῆς δὲ βύσσου ἡ χρῆσις τουλάχιστον δὲν εἶναι ἀναγκαία. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔχουν ἐκλέξει τὸν ὀρθὸν καὶ ἀπερίεργον τρόπον ζωῆς, ἀρέσκονται καὶ ἀγαποῦν νὰ χρησιμοποιοῦν μόνον τὰ ἀναγκαῖα, νὰ ἀποφεύγουν δὲ τὸν συρφετὸν τῆς ματαίας κενοδοξίας, καθὼς καὶ τὴν πολυδάπανον διαβίωσιν, ὡς μητέρα τῆς κακίας. Καὶ γιὰ νὰ γνωρίσωμε σαφέστατα τὴν δύναμη τοῦ λεγομένου, ἂς καθορισθεῖ πρῶτα ἡ χρῆσις τῶν ἐνδυμάτων, ποῖα εἶναι τὰ ὅριά της καὶ ποῖοι οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους ἀκολουθοῦν οἱ συνετοί. Τί λέγει λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ δικαίου; Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸ πρόβατον μὲ πλουσίαν κόμη καὶ πολὺ μαλλί. Πάρ᾽ το αὐτό, κόψ᾽ του τὸ μαλλὶ καὶ δῶσ᾽ το στὴν ὑφαντικὴν τέχνη. Κατασκεύασε μὲ αὐτὸ χιτώνα καὶ ἱμάτιον, ὥστε νὰ ἀποφεύγεις τὴν ταλαιπωρίαν τοῦ χειμῶνος καὶ τὴν βλάβη ἀπὸ τὸν καύσωνα. Ἐὰν πάλι χρειάζεσαι καὶ ἕνα ἐλαφρότερον ἔνδυμα κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους, ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χρῆσιν τοῦ λινοῦ γιὰ μεγαλυτέραν ἄνεσιν. Σοῦ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἀποκτήσεις ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὑλικὸν ὄμορφο κάλυμμα γιὰ τὸ σῶμα σου, τὸ ὁποῖον θὰ σὲ ἐνδύει, καὶ συγχρόνως θὰ σὲ δροσίζει μὲ τὴν ἐλαφρότητά του. Καὶ ὅταν θὰ τὰ ἀπολαύσεις αὐτά, ἀπόδωσε στὸν Κτίστην εὐχαριστία γιὰ τὸ ὅτι ὄχι μόνο μᾶς ἐδημιούργησεν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς ζωῆς μας ἐφρόντισεν. Ἂν ὅμως ἀφήσεις τὸ πρόβατον καὶ τὸ μαλλί του καὶ τὰ ἄλλα ἀναγκαῖα παρασκευάσματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχει προνοήσει ὁ δημιουργὸς τῶν ὅλων, καὶ παρεκκλίνοντας σὲ ἀνοήτους ἐπιθυμίες ἐπιζητεῖς τὴν βύσσον καὶ συνάγεις τὰ νήματα τῶν περσικῶν σκωλήκων, ὑφαίνεις δὲ ἀέρινον ἱστὸν ἀράχνης, καὶ ἐρχόμενος στὸν βαφέα τοῦ προσφέρεις μεγάλες ἀμοιβὲς γιὰ νὰ θηρεύσει κοχλίες ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ νὰ βάψει μὲ τὸ αἷμα αὐτοῦ τοῦ ζώου τὸ ἔνδυμά σου, αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικὸν ἀνθρώπου ὑπερβολικὰ φιλοκτήμονος, ὁ ὁποῖος σπαταλᾶ τὴν περιουσίαν του, καὶ δὲν ἔχει ποῦ νὰ διαθέσει τὸ περίσσευμά της. Καὶ γιὰ τοῦτο εὐλόγως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μαστιγώνεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον κατηγορούμενος ὡς βλὰξ καὶ θηλυπρεπής, ἀφοῦ καλλωπίζεται μὲ στολισμοὺς ἀθλίων κορασίων.
.        Στὴν πορφύρα δὲ καὶ τὴν βύσσον προσέθεσε τὸ ὅτι ἐτρυφοῦσε κάθε ἡμέρα λαμπρῶς. Ὁπωσδήποτε καὶ τὰ δύο αὐτὰ φανερώνουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐσωτερικὴν διάθεση, ὁ ἄχρηστος δηλαδὴ καὶ ἐξεζητημένος στολισμὸς τῶν ἐνδυμάτων, καὶ ἡ ἡδυπαθὴς ὑποδούλωσις στὴν γαστέρα καὶ τὸν φάρυγγα.
.         τρυφ λοιπν εναι πράγμα πο ντίκειται στν φιλάρετο ζωήν, φανερώνει δ μαλθακότητα κα σύγχυσιν, μετρον πόλαυση κα θος δουλοπρεπές. Καὶ ὅταν μὲν αὐτὸ ἀκούγεται, φαίνεται ὡσὰν νὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα. Ὅταν ὅμως ἐξετάζεται κατὰ μέρος καὶ προσδιορίζεται ἀκριβῶς, βλέπουμε ὅτι συνίσταται ἀπὸ πολλὴν καὶ ποικίλην καὶ πολυκέφαλον κακίαν. Διότι τρυφὴ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ χωρὶς τὴν παρουσία πολλῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Εναι δ δύνατον ν συσσωρεύσει κανες λικν πλοτο χωρς ν μαρτήσει, ἐκτὸς ἐὰν συμβεῖ μία σπανία περίπτωσις, νὰ ἔχει κάποιος καὶ πλοῦτον ἄφθονον καὶ νὰ τηρεῖ μὲ ἀκρίβεια τὸ δίκαιον, ὅπως ὁ Ἰώβ. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ζεῖ μὲ τρυφὴν χρειάζεται πρῶτον οἰκίαν πολυτελῆ, στολισμένην ὅπως οἱ νύμφες μὲ ψηφίδες καὶ λίθους καὶ χρυσόν, μὲ προσανατολισμὸ κατάλληλον, ἀνάλογο μὲ τὶς ἐναλλαγὲς τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους. Διότι πρέπει τὸν χειμώνα νὰ κατοικεῖ σὲ μέρος εὐήλιον καὶ στραμμένον πρὸς τὶς ἀκτίνες τοῦ νότου, ἡ θερινή του ὅμως κατοικία πρέπει νὰ βλέπει πρὸς βορρᾶν, ὥστε νὰ ἀερίζεται ἀπὸ λεπτὲς καὶ συγχρόνως ψυχρὲς βορεινὲς αὖρες. Ἐκτὸς τούτου χρειάζονται πολυτελῆ καλύμματα, γιὰ νὰ ἐνδύουν τὰ βάθρα, τὶς κλίνες, τὰ στρώματα, τὶς θύρες. Πράγματι, ὅλα ὅσα ἔχουν, καὶ τὰ ἄψυχα, τὰ ἐνδύουν ἐπιμελῶς, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴν οἱ πτωχοὶ ἐνδύονται ἐλεεινῶς. Πρόσθεσε ἐπὶ πλέον σ’ αὐτὰ καὶ ἀναλογίσου τὸν ἄργυρο τῶν σκευῶν, τὸν χρυσόν, τὴν πολυδάπανον προμήθεια τῶν φασιανῶν, τὸν οἶνον ἀπὸ τὴν Φοινίκη, ὁ ὁποῖος ρέει ἄφθονος γιὰ τοὺς πλουσίους καὶ πανάκριβος, ἀπὸ τὶς ἀμπέλους τῆς Τύρου. Καὶ ἐκτὸς τούτων, ὅλην τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἀπολαύσεως, τὴν ὁποίαν μόνον ὅσοι τὴν μεταχειρίζονται ἠμποροῦν νὰ κατονομάσουν ἐπιμελῶς. Αὐξανομένη δὲ καθημερινῶς ἡ τρυφὴ ἐπὶ τὸ πολυπλοκώτερον, χρησιμοποιεῖ στὰ φαγητὰ ἀρώματα ἀπὸ τὴν Ἰνδίαν, οὕτως ὥστε οἱ μυροπῶλες ὑπηρετοῦν τοὺς μαγείρους περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἰατροί. Ἐδῶ βάλε στὸ νοῦ σου τὸ πλῆθος ποὺ περικυκλώνει κάθε τραπέζι, τοὺς τραπεζοποιούς, τοὺς οἰνοχόους, τοὺς ταμίες καὶ ὅσους πληρώνονται ἀπὸ αὐτούς, τοὺς μουσικούς, τὶς μουσικές, τὶς χορεύτριες, τοὺς αὐλητάς, τοὺς γελωτοποιούς, τοὺς κόλακες, τοὺς παρασίτους, λον τν συρφετν πο κολουθε τν ματαιότητα.
.          Γι ν ποκτηθον λα ατά, πόσοι πτωχο δικονται! Πόσοι ρφανο γρονθοκοπονται! Πόσες χρες δακρύζουν! Πόσοι σπαράσσονται δεινς κα τρέχουν στν γχόνη! Καὶ ἡ ψυχὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὡσὰν νὰ ἐγεύθη κάποιο νερὸ τῆς λήθης, λησμονεῖ ὁλοτελῶς τὸν ἑαυτόν της, δηλαδὴ ποία εἶναι καὶ μὲ τί ἔχει συζευχθεῖ, καὶ ὅτι κάποτε αὐτὴ ἡ συζυγία της θὰ λυθεῖ, καὶ ὅταν ἀναδημιουργηθεῖ τὸ σῶμα θὰ συγκατοικήσει πάλι μαζί του. Ὅταν ἔλθει ὁ κατάλληλος καιρός, καὶ τὸ ἀπαραίτητον πρόσταγμα τὸ ὁποῖον τὴν ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ σῶμα, τότε γίνεται ἀπολογισμὸς ὅλης της ζωῆς καὶ ἀνωφελὴς μετάνοια, κατόπιν ἑορτῆς. Διότι ἡ μεταμέλεια ὠφελεῖ τότε, ὅταν ἐκεῖνος ποὺ ἀλλάζει γνώμην ἔχει ἐξουσίαν τῆς διορθώσεως. Ὅταν ὅμως ἡ διόρθωσις γίνει ἀκατόρθωτος, ἡ λύπη εἶναι ἄχρηστος, καὶ ματαία ἡ μετάνοια.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΗΓΗ:  «Ὀρθόδοξη Πορεία»
Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς 

Σχολιάστε

Ο …“ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΣ” ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 28.11.2010
Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα:
Λουκ. ιη ́ 18-27

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ

Ὁ πλούσιος νέος εἶχε μεγάλα πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα. Ἦταν κι ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς καὶ εἶχε μεταφυσικὲς ἀναζητήσεις. Μόλις λοιπὸν ἀντίκρισε τὸν Κύριο, Τὸν πλησίασε καὶ μὲ ἰσχυρὸ ἐνδιαφέρον Τὸν ρώτησε: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: Γιατί μὲ ὀνομάζεις «ἀγαθό», ἀφοῦ νομίζεις ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀγαθὸς παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Γνωρίζεις τὶς ἐντολές! Νὰ μὴ μοιχεύσεις· νὰ μὴ φονεύσεις· νὰ μὴ κλέψεις· νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις· νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ἐκεῖνος ξαφνιασμένος ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη αὐτὴ ἀπάντηση εἶπε μὲ ἀπορία: Μὰ ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια! Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, ἀνταπάντησε ὁ Κύριος. Πούλησε τὴν περιουσία σου, μοίρασέ την στοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στὸν οὐρανό· κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις. Αὐτὸς ὅμως ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, λυπήθηκε πολύ. Διότι ἦταν πολὺ πλούσιος καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθεῖ τὰ πλούτη του. Κι ἔφυγε ἀπὸ τὸν Χριστό.
Πῶς ὅμως ἀρνήθηκε τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου ὁ νέος αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσο μεγάλες πνευματικὲς ἀναζητήσεις; Εἶχε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν αἰωνιότητα, κάτι ποὺ δὲν ἔχουν οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν μόνο γιὰ τὶς ἡδονὲς καὶ τὴν ὕλη. Ἤθελε νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἀγωνιζόταν νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Κι ἔψαξε νὰ βρεῖ τὸν κατάλληλο διδάσκαλο γιὰ νὰ πάρει ἀπάντηση σ᾽ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα. Διότι προσδοκοῦσε ὅτι ὁ Κύριος θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Περίμενε λοιπὸν ν᾽ ἀκούσει κάτι τὸ ἰδιαίτερο καὶ ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔκανε. Ὅταν ὅμως πῆρε τὴν ἀπάντηση αὐτή, ξαφνιάστηκε. Αὐτὸς εἶχε ζωὴ καθαρή, εἶχε πίστη, εἶχε ἀναζητήσεις, δὲν εἶχε ὅμως αὐτογνωσία καὶ διάθεση θυσιαστικῆς ὑπακοῆς. Ἐπιθυμοῦσε τὴν ἄλλη ζωή, ἀλλὰ ἦταν κυριευμένος ἀπὸ τὸ φοβερὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Κι ἐνῶ στὴν ἀρχὴ φάνηκε πρόθυμος νὰ ἀκούσει τὶς ὁδηγίες τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσει, ἐν συνεχείᾳ, ὅταν τοῦ τέθηκε τὸ δίλημμα, ἢ ὁ Χριστὸς  ὁ χρυσός, προτίμησε τὰ πλούτη του κι ἀρνήθηκε τὴν αἰώνια Βασιλεία.Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν μόνο νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ποθοῦμε τὴν αἰώνια ζωή. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ νὰ ἀκοῦμε θρησκευτικὲς ὁμιλίες. Δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἔχουμε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια τηρήσει κάποιες βασικὲς ἐντολές. Μπορεῖ κάποιο πάθος μας νὰ ἀποβεῖ καταστροφικὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἐὰν δὲν ἔχουμε διάθεση ὑπακοῆς καὶ θυσίας. Γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται νὰ μάθουμε νὰ ὑπακοῦμε στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὅλες κι ὄχι μόνο σ᾽ ἐκεῖνες ποὺ θέλουμε. Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε γνήσιοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε ὅπου μᾶς καλέσει, θυσιάζοντας τὰ πάντα γι᾽ Αὐτόν, ὅσο κι ἂν αὐτὸ μᾶς φαίνεται δύσκολο ἢ ἀκατόρθωτο.
Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶδε τὸν νέο νὰ φεύγει τόσο πολὺ λυπημένος, εἶπε: Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα! Εἶναι εὐκολότερο μία καμήλα νὰ περάσει ἀπὸ τὴν μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρὰ νὰ μπεῖ ἕνας πλούσιος στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι τότε ποὺ τὸ ἄκουσαν αὐτό, ἀπόρησαν: Μὰ τότε ποιός μπορεῖ νὰ σωθεῖ; Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: Ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν μὲ τὴν ἀσθενικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ εἶναι κατορθωτὰ καὶ δυνατὰ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ λοιπὸν κάνει δυνατὰ ὄχι μόνο τὰ δύσκολα ἀλλὰ καὶ τὰ ἀδύνατα. Διότι μόνο μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὁ πλούσιος νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλλησή του στὰ πλούτη του. Βέβαια καὶ γενικότερα ὅλες οἱ προσκολλήσεις στὰ διάφορα πάθη ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μόνο μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ ὑπερνικηθοῦν. Ὁ Κύριος τονίζει ὅμως τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο, ἐπειδὴ αὐτὴ δημιουργεῖ πολὺ μεγάλη ἐξάρτηση. Αἰχμαλωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κυριεύει. Τὸν ταυτίζει μὲ τὴν ὕλη καὶ τὸν σκληραίνει πολύ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀπεξάρτηση ἀπὸ τὰ πλούτη εἶναι ἀδύνατη μὲ τὶς φτωχές μας ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ δυνατὴ μόνο μὲ τὴν Χάρη του.
Γενικότερα ὅμως ὅλοι μας, σ᾽ ὅποιο πάθος κι ἂν ἔχουμε κάποια ἀδυναμία, θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στον̀ δρόμο μας πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ χρειαζόμαστε ὅλοι μας τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε κανένα πάθος. Διότι ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ ὑπερφυσική, εἶναι θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ἀποκολληθεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ὕλη, τὸν κόσμο καὶ τὴν σάρκα καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ οὐράνια ἀποτελεῖ θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Χάρις μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ πάθη μας, μᾶς κινεῖ σὲ μετάνοια, μᾶς καθαρίζει, μᾶς ἀναγεννᾶ, μᾶς ἁγιάζει. Ἐμεῖς κάνουμε τὸ ἐλάχιστο, προσφέρουμε τὴν διάθεσή μας, καὶ τὸ μεγάλο καὶ ἀκατόρθωτο τὸ ἐργάζεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἂς κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς τὸ ἐλάχιστο, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει ὁ Θεὸς τὸ ἄπειρο, τὴν παντοδύναμη Χάρη του.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 1989/ 15.11.09
Στοιχειοθεσία :« ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε