Ἄρθρα σημειωμένα ὡς πλούσιος

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

META ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙ;

Κυριακὴ Ε´ Λουκᾶ (Λουκ. ιϛ´19-31)
Τοῦ Μητροπ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου (†)
(Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 5-11-1989)

.             Κυριακή, ἀγαπητοί μου, σήμερα· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸ Θεό. Τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ Χριστιανοί; Ὅλοι νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, νὰ σταθοῦν μὲ εὐλάβεια καὶ νὰ ποῦν ἀπ’ τὴν καρδιά τους ἕνα «Κύριε, δόξα σοι», ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα «Κύριε, ἐλέησον». Ὅσοι ἐρχόμεθα στὴν ἐκκλησία, ἡ σκέψι μας νά ’νε στὸ Θεό. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.). Νὰ εἴμεθα στὸ ναὸ ὄχι μόνο σωματικῶς ἀλλὰ καὶ πνευματικῶς. Ἡ ψυχὴ – τὸ πνεῦμα ἔχει τὴν ἀξία. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι συμμετέχετε ψυχικῶς, παρακαλῶ ν᾽ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα.

* * *

.             Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀπαντᾷ σ᾽ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα. Ποιό ἐρώτημα; Μιὰ μέρα θὰ πεθάνουμε, ὁπωσδήποτε· δὲ γλυτώνει κανείς. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις» (Ἑβρ. 9,27). Τί γίνεται λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; Ἰλιγγιῶδες τὸ ἐρώτημα. Τί ἀπάντησι θὰ δώσουμε;
Ἀπαντᾷ ἡ συνείδησί μας, ἀπαντᾷ ὁ Χριστός, ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο – αἱ Γραφαί· ἡ ψυχὴ ζῇ.
.             Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι κοροϊδεύουν καὶ ἐμπαίζουν. Ἄκου ἐκεῖ, λένε, στὸν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου, οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτᾶδες μᾶς μιλοῦν περὶ ψυχῆς. Ποιά ψυχή; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε σὰν τὸ ζῷο. Ὅπως ψοφάει ἡ γάτα καὶ ὁ σκύλος, ἔτσι κι αὐτός…
.             Ἔτσι λένε αὐτοί. Σφάλλουν ὅμως. Ἡ ὑγιὴς σκέψι ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς πίστευε, ὅτι πέρα ἀπὸ τὸ θάνατο ὑπάρχει ἄλλη ζωή· ὑπάρχει ἀθανασία ψυχῆς. Κ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐδῶ ὅλο τὸ πανόραμα τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, ἀναφέρω μόνο ἕνα φιλόσοφο, ποὺ ἔζησε 400 χρόνια πρὸ Χριστοῦ καὶ πίστευε στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
.             Εἶνε ὁ Σωκράτης. Ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος, κ’ ἐπειδὴ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ ὑπεδείκνυε τὸ σωστό, οἱ Ἀθηναῖοι τὸν μίσησαν. Τὸν διέβαλαν, τὸν πῆγαν στὸ δικαστήριο καὶ τὸν δίκασαν. Σὲ ὅλη τὴ δίκη ἦταν γαλήνιος. Ὅταν ἄκουσε τὴν ἀπόφασι, ὅτι καταδικάζεται εἰς θάνατον, δὲν ταράχτηκε. Φεύγω, λέει, ἀπ᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἀνθρώπινο δικαστήριο καὶ πηγαίνω σ᾽ ἕνα ἄλλο θεῖο δικαστήριο. Ἐκεῖ δὲν δικάζουν ἄδικοι κριταί. Ἐκεῖ θὰ μὲ δικάσουν ὁ Μίνως, ὁ Αἰακὸς καὶ ὁ ῾Ραδάμανθυς, καὶ θ’ ἀποδώσουν δικαιοσύνη, ἐκεῖ θὰ βρῶ τὸ δίκαιο… Λίγες στιγμὲς πρὶν πιῇ τὸ κώνειο, οἱ μαθηταί του τὸν ρώτησαν κλαίγοντας· ―Τί νὰ κάνουμε τὸ σῶμα σου, ποῦ νὰ σὲ θάψουμε; Κι αὐτὸς ἀπήντησε· ―Αὐτὸ ποὺ θὰ μείνῃ ἐδῶ δὲν εἶνε ὁ Σωκράτης. Ὁ Σωκράτης πετάει ψηλά. Ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει στὰ ὕψη, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μου. Πηγαίνω ἐκεῖ ποὺ δὲ μπορεῖτε νὰ μὲ βρῆτε πλέον.
.             Αὐτὰ εἶπε. Ἀλλ’ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ἄλλοι σοφοὶ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἀμυδρὸ φῶς, ἕνα κεράκι μέσ᾽ στὸ σκοτάδι τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ κεράκι, ἡ ἀλήθεια περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο – πότε; Ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀνθρωπίνη. Τότε ἀκούστηκαν λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Ὅσο ἀξίζουν τὰ λίγα λόγια τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ διάλογοι τῶν φιλοσόφων. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Κηρύττει ὁ Χριστὸς τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Τὸ σῶμα, φθείρεται, καταστρέφεται, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει αἰωνία.
.           Αὐτὰ εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ἀπαντᾷ στὸ ἐρώτημα, τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος μετὰ θάνατον; ποῦ πηγαίνει; Ἀπαντᾷ ἀπείρως πιὸ καθαρὰ ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ Σωκράτης καὶ λέει τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

.             Ἦταν, λέει, ἕνας πλούσιος. Εἶχε μεγάλη περιουσία· σπίτια, μέγαρα, ἀμπέλια, χωράφια, ἐλαιῶνες, ὑποστατικά, πλοῦτο ἀμέτρητο. Εἶχε ὅλα τ’ ἀγαθά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του· κοίταζε τί θὰ φάῃ, τί θὰ πιῇ, πῶς θὰ ντυθῇ, πῶς θὰ χαρῇ, τί γλέντι καὶ διασκέδασι καὶ ἔρωτες θ’ ἀπολαύσῃ. Ἦταν ἕνας ὑλιστής. Σύνθημα εἶχε «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο. Νά ἡ ἁμαρτία ἡ μεγάλη, τὸ «Ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν κακίζει κανεὶς γιατὶ ἦταν πλούσιος· σὰν πλούσιος μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ πολλὰ καλά. Κακίζεται γιὰ τὴν ἀσπλαχνία του. «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Θεός». Μόνο τὸ ἐγώ του ἤξερε.
.             Στὴν αὐλή του ζοῦσε ἕνα ῥάκος ἀνθρώπινης δυστυχίας, ὁ Λάζαρος. Ἦταν ἐκεῖ πεινασμένος, διψασμένος, ἄρρωστος, μὲ πληγὲς ποὺ ἔγλειφαν τὰ σκυλιά. Περίμενε ν᾽ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα οἱ ὑπηρέτριες καὶ οἱ ὑπηρέται, νὰ τινάξουν τὰ τραπεζομάντηλα καὶ νὰ ῥίξουν τὰ ψίχουλα. Μὲ τὰ ψίχουλα ζοῦσε.
.             Εἶδα ἐγὼ στὴν Κοζάνη κάτι παρόμοιο. Τώρα τὸ ψωμὶ τό ᾽χουμε ἄφθονο· ἀλλὰ τότε, τὸ ᾽42 – ᾽43, στὴ μεγάλη πεῖνα, πῆγα μιὰ μέρα στὴν ἑστία καὶ βλέπω πρωῒ – πρωῒ ἕνα παιδὶ μελανιασμένο καὶ ξυπόλητο. Ἔτρεμε ἀπ’ τὸ κρύο καὶ σκυμμένο κάτω σάλιωνε τὸ δάχτυλό του καὶ μάζευε ὅ,τι ψίχουλα εἶχαν πέσει ἀπ’ τὸ συσσίτιο.
.            Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Λάζαρος. Τέτοιοι «Λάζαροι» ὑπάρχουν πολλοὶ στὴν κοινωνία, ἀλλὰ εἴμεθα κ’ ἐμεῖς σκληροὶ σὰν τὸν πλούσιο. Ὅταν τὰ Χριστούγεννα ἔρχεται ὁ ἔρανος τὴν «Ἡμέρα τῆς Ἀγάπης», οἱ πολλοὶ λένε· Δὲν ὑπάρχουν φτωχοί… Ἡ Ἐκκλησία ὅμως γνωρίζει πόση δυστυχία ὑπάρχει ἀκόμα. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς ἔρθῃ νὰ τοῦ δείξω τὰ σπίτια ποὺ ζοῦν οἱ «Λάζαροι». Δὲ γογγύζουν, δὲν ἐπαναστατοῦν, δὲ βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητιανέψουν. Ὑπάρχουν. Τοὺς ξέρει ἡ Ἐκκλησία.
.             Τί θὰ πῇ Λάζαρος; Εἶνε ἑβραϊκὴ λέξι καὶ ἔχει σημασία. Σημαίνει «Ἔχει ὁ Θεός», ἔχε ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτόν, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν’ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ;».
.             Ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἂν τὸ πιστεύῃς, εἶσαι Χριστιανός· ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, δὲν εἶσαι τίποτα.
.             Περπατοῦσα κάποτε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ βλέπω στὸ δρόμο ἕνα καροτσάκι μὲ τὴν ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». Τὸ κινοῦσε ἕνας ποὺ πουλοῦσε πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια. Τὸν πλησίασα καὶ μοῦ ᾽πε τὴν ἱστορία του. Ἦταν Πόντιος πρόσφυγας, πατέρας μὲ ἑπτὰ παιδιά. Πιστεύω στὸ Θεό, λέει· σηκώνομαι τὸ πρωΐ, κάνω τὸ σταυρό μου, ξεκινῶ μὲ τὸ καροτσάκι, κ’ ἔτσι βγάζω τὸ ψωμί μου. Νά ἕνας ἀκόμη Λάζαρος.
.             Καὶ πῶς τελειώνει ἡ παραβολή; Πέθαναν, λέει, καὶ οἱ δύο, ὁ Λάζαρος καὶ ὁ πλούσιος. Ἀλλὰ τότε συνέβη κάτι φοβερό· δὲν ὑπάρχει Σαίξπηρ καὶ Δάντης νὰ τὸ περιγράψῃ. Ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ πλουσίου, ποὺ ὣς τότε ἦταν κλειστά, καὶ εἶδε ἕναν ἄλλο κόσμο ποὺ δὲν τὸν περίμενε. Βρέθηκε στὴν κόλασι καὶ ἐκαίετο. Καὶ ἀπέναντι, σὲ μακρινὴ ἀπόστασι, μέσα στὸν παράδεισο, εἶδε τὸ Λάζαρο κοντὰ στὸν Ἀβραὰμ τὸν ἐλεήμονα. Καὶ φωνάζει· ―Πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸ Λάζαρο, νὰ μὲ δροσίσῃ μὲ μιὰ σταλαγματιὰ νερό, γιατὶ ὑποφέρω. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον· μᾶς χωρίζει «χάσμα μέγα» (Λουκ. 16,26). ―Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε τον τοὐλάχιστον στὴ γῆ. Ἔχω πέντε ἀδέρφια, ποὺ ζοῦν ὅπως ζοῦσα κ’ ἐγώ, νὰ τοὺς πῇ ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. ―Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, ἂς τοὺς ἀκούσουν. ―Ὄχι, κύριε, λέει· ἂν κάποιος ἀναστηθῇ ἀπ’ τοὺς νεκροὺς θὰ πιστέψουν. Ἀλλ’ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τὰς Γραφάς, οὔτε κι ἂν ἀκόμα ἀναστηθῇ νεκρὸς θὰ πιστέψουν.

* * *

.             Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶνε ἀθάνατος καὶ ὅτι ὑπάρχει κόλασι καὶ παράδεισος.
―Μὰ ποιός τὰ εἶδε αὐτά, τὸν ἄλλο κόσμο;
.             Αὐτὸ ζητᾷς; Ζητᾷς νὰ δῇς; Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι πολλὰ πράγματα, ἐνῷ δὲν τὰ εἶδες, τὰ πιστεύεις. Ποιός ἀπὸ μᾶς λ.χ. πῆγε στὸ Βόρειο Πόλο, στοὺς Ἐσκιμώους, στὴν Ἀφρική, στὴν Ἰαπωνία, στὴν Αὐστραλία; Κι ὅμως πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, δὲν ἀμφιβάλλουμε, εἴμαστε βέβαιοι. Διότι τὰ εἶδε κάποιος δικός μας καὶ μᾶς βεβαιώνει. Καὶ γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωὴ λοιπὸν βεβαιώνει ὁ Χριστός.
Ναί, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Τὸ πιστεύεις; εἶσαι Χριστιανός. Δὲν τὸ πιστεύεις; μὴν κοροϊδεύεις τὸ Θεό· οὔτε ἐκκλησία νά ᾽ρχεσαι, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα. Ἡ ἐκκλησία εἶνε γιὰ τοὺς πιστούς. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτ). Πιστεύεις; Ἔλα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ μπουλούκια· πιστοὺς θέλει. Γι’ αὐτὸ κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία, στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, λέμε· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν».
.             Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Αὐτὰ διδάσκει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ φρόνημα νὰ προσέξουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο τὸ μικρὸ διάστημα τοῦ βίου μας· ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-3 «Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πραγματικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ προετοιμάζονται γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[Γ´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 84-89
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Α´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

Β´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

.           Ὁ ἁμαρτωλὸς δημιουργεῖ διπλῆ ἀπώλεια μὲ τὸν ξαφνικό του θάνατο: πρῶτα στὸν ἑαυτό του κι ἔπειτα στὴν οἰκογένειά του. Στὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ πεθαίνει ἀμετανόητος. Στὴν οἰκογένειά του, ἐπειδὴ αἰφνιδιάζει τοὺς συγγενεῖς του μ’ ἕνα ἀναπάντεχο χτύπημα κι ἀφήνει πίσω του ἐκκρεμότητες. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτοῦ πεθάνει δοκιμάζεται ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἀπὸ τὸν πόνο. Σ’ αὐτὸν δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ κάνει μία ἀνασκόπηση τῆς ζωῆς του, νὰ ἐξετάσει τὶς ἁμαρτίες του, νὰ μετανοήσει γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔχει κάνει, γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ δὲν ἔκανε, νὰ θρηνήσει μὲ μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νὰ καθαρίσει τὴν ψυχή του μὲ δάκρυα καὶ νὰ ζητήσει συχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Θά ᾽χει τὴν εὐκαιρία νὰ συγχωρέσει κι αὐτὸς ἐκείνους ποὺ τὸν προσέβαλαν, ποὺ τὸν ἔβλαψαν στὴ ζωή του, νὰ χαιρετήσει ὅλους τοὺς φίλους ἢ ἐχθρούς του, νὰ θυμήσει στὰ παιδιά του τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, νά ᾽χουν στὸ νοῦ τὴν ὥρα τοῦ δικοῦ τους θανάτου καὶ νὰ ὁπλίσουν τὴν ψυχή τους μὲ πίστη, προσευχὴ καὶ καλὰ ἔργα.
.           Ἂς δοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πς πέθαναν ο νθρωποι πο εαρέστησαν στὸν Θεό: βραάμ, σαάκ, ακώβ, ωσήφ, Μωυσς κι Δαβίδ. Προτο πεθάνουν, λοι τους εχαν ρρωστήσει. σο κράτησε ρρώστια τους, τ νομα το Θεο δν λειπε π τ χείλη τους. φησαν λοι καλ κληρονομι στος πογόνους τους κα τος ελόγησαν. Αὐτὸς εἶναι θάνατος δίκαιου ἀνθρώπου.
.           Ἴσως διερωτηθεῖς: Μὰ δὲν πέθαναν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δίκαιους στὴ μάχη, ἀπροετοίμαστοι; Ὄχι! Οἱ δίκαιοι ποτὲ δὲν πεθαίνουν ἀπροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα γιὰ τὸν θάνατό τους, περιμένουν ἀπὸ μέρα σὲ μέρα τὴν ἀναχώρησή τους ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἡ καρδιά τους βρίσκεται σὲ διαρκῆ μετάνοια, ἐξομολογοῦνται στὸν Θεὸ καὶ τὸν δοξολογοῦν. Οἱ δίκαιοι τὸ κάνουν αὐτὸ σὲ καιροὺς εἰρήνης καὶ εὐμάρειας. Τὸ κάνουν ὅμως πολὺ περισσότερο σὲ περιόδους πολέμου, βίας καὶ ταραχῶν. Ἡ ζωή τους ὁλόκληρη εἶναι μία διαρκὴς προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο κι ἔτσι δὲν πεθαίνουν ποτὲ ἀπροετοίμαστοι.
.           Προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο σημαίνει ἐπίσης τὸ «νὰ πλουτίζει κανεὶς ἐν Χριστῷ». Μόνο κενοι πο πιστεύουν πραγματικ στὸν Θε κα στ μέλλουσα ζω προετοιμάζονται γι τὸν θάνατο, γι τν αώνια ζωή. Ο πιστοι δν προετοιμάζονται ποτ γι τὸν θάνατο. Τὸ μόνο ποὺ φροντίζουν, εἶναι νὰ ζήσουν ὅσο γίνεται περισσότερο στὴ γῆ. Φοβοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ σκεφτοῦν τὸν θάνατο καὶ κάνουν ἐλάχιστη προσπάθεια γιὰ «νὰ πλουτίσουν ἐν Χριστῷ». Ὅποιος προετοιμάζεται γιὰ τὸν θάνατο, προετοιμάζεται καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Τὴ φύση τῆς προετοιμασίας αὐτῆς γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τὴ γνωρίζει κάθε χριστιανός.
.           συνετς νθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα τν πίστη του στὸν Θεό, προφυλάσσει τν καρδιά του π τν πιστία, τν μφιβολία κα τν κακία, πως συνετς γρότης προφυλάσσει τ μπέλι του π τ ντομα κα τς κρίδες. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δοκιμάζει καθημερινὰ τὸν ἑαυτό του ἂν τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μὲ πράξεις συγγνώμης, ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο «πλουτίζει ἐν Χριστῷ». Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δὲν ἀποθηκεύει τὰ ἀγαθά του σὲ ἀποθῆκες, ἀλλὰ τὰ ἐμπιστεύεται στὴ φύλαξη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα γι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ψυχή του. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος θησαυρός του, τὸ μόνο ποὺ δὲν φθείρεται καὶ δὲν πεθαίνει. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος ρυθμίζει τὰ θέματά του μὲ τὸν κόσμο ἰσορροπημένα, καθημερινά. Εἶναι ἕτοιμος κάθε στιγμὴ νὰ πεθάνει μὲ σταθερὴ τὴν πίστη πὼς θὰ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ κεῖ τὸν περιμένει ζωὴ αἰώνια. Ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ἔλεγε: «Νὰ σκέφτεσαι μέσα σου καὶ νὰ λές: “Σήμερα εἶναι ἡ τελευταία μέρα τῆς ζωῆς μου”. Ἔτσι δὲν θ’ ἁμαρτήσεις ποτὲ στὸν Θεό».
.           Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ πεῖς: «Καλύτερα νὰ πεθάνω ξαφνικά, νὰ μὴ νιώσω τὸν θάνατό μου!». Ἔτσι μιλᾶνε οἱ ἐλαφρόμυαλοι κι οἱ ἄθεοι. συνετς κι φοσιωμένος πιστς λέει: «Γενηθήτω τ θέλημα το Θεο Καλύτερα νὰ μείνεις χρόνια στὸ κρεβάτι μὲ ἀρρώστιες καὶ πόνους, παρὰ νὰ πεθάνεις ἀπροετοίμαστος κι ἀμετανόητος. Οἱ πόνοι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο περνοῦν γρήγορα, ὅπως κι οἱ χαρές. Στὸν ἄλλο κόσμο ὅμως δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐφήμερο καὶ παροδικό. Ὅλα εἶναι αἰώνια, εἴτε βάσανα εἴτε χαρά. Γι’ αὐτὸ εἶναι καλύτερα νὰ ὑποφέρεις λίγο ἐδῶ παρὰ ἐκεῖ, ὅπου τὸ μέτρο τόσο τοῦ πόνου ὅσο καὶ τῆς χαρᾶς εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο.
.           Γενηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Προσευχόμαστε στὸν παντεπόπτη Θεό μας νὰ μὴ μᾶς στείλει ξαφνικὸ θάνατο, ἐνῶ βρισκόμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία, στὶς κακές μας πράξεις, ἀλλὰ νὰ μᾶς λυπηθεῖ, ὅπως λυπήθηκε τὸ βασιλιὰ Ἐζεκία (βλ. Ἡσ. ΛΗ´ 1-5) καὶ νὰ μᾶς δώσει χρόνο μετανοίας. Νὰ μᾶς ἐλεήσει καὶ νὰ μᾶς δώσει κάποια ἔνδειξη ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοντά, ὥστε νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε κάπως καλύτερα καὶ νὰ γλιτώσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ «αἰώνιο πῦρ». Ἔτσι τὰ ὀνόματά μας θὰ γραφτοῦν στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς καὶ τὰ πρόσωπά μας θὰ εἶναι ὁρατὰ στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
.             Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[Β´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 71-75
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Α´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

.             Ἡ ἀφθονία τῶν καρπῶν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων φαίνεται ἀγνώμων ἐκεῖνος ποὺ δέχεται δῶρο ἀπὸ ἕναν ἄλλο καὶ δὲν λέει «εὐχαριστῶ» οὔτε καὶ δίνει κάποια προσοχὴ στὸ δωρητή, ἀλλὰ βιάζεται νὰ κρύψει τὸ δῶρο σὲ ἀσφαλὲς μέρος. Ἕνας συμπαθὴς ζητιάνος, ὅταν τοῦ δίνουν ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί, εὐχαριστεῖ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ τὸ προσέφερε. Ὁ πλούσιος ὅμως δὲν ἔκανε οὔτε μία σκέψη, δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα λόγο νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ γιὰ τόσο πλούσια σοδειά. Οὔτε ἕνα μικρὸ χαμόγελο χαρᾶς δὲν ζωγραφίστηκε στὰ χείλη του γιὰ τὴν τόσο θαυμαστὴ καὶ μεγάλη χάρη ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀντὶ γιὰ προσευχὴ εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας στὸν Θεὸ καὶ καρδιακὴ χαρά, ἄρχισε ἀμέσως ν’ ἀνησυχεῖ, νὰ σκέφτεται πῶς θὰ μαζέψει τόσα ἀγαθὰ καὶ νὰ τὰ διαχειριστεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴ μείνει πίσω οὔτε ἕνα σπυρὶ γιὰ τὰ πουλιά, οὔτε ἕνα μοναδικὸ μῆλο νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν φτωχῶν γειτόνων του.
.             «Καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενχήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» (Λούκ. Ιβ´ 18). Προσέξτε σὲ τί μεγάλους κόπους προβαίνει ἕνας ἀσυλλόγιστος ἄνθρωπος! ντ ν προσπαθήσει ν σκοτώσει τν παλαι νθρωπο μέσα του κα ν ναστήσει τὸν νέο, ξαντλε λες του τς προσπάθειες στ ν γκρεμίσει τς παλις ποθκες, τος στάβλους κα τ ποστατικά του, γι ν χτίσει καινούργια. Ἂν ἡ πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεῖ καὶ τὰ ἑπόμενα χρόνια, θὰ πρέπει νὰ μεγαλώσει πάλι τὶς σιταποθῆκες του ἢ νὰ χτίσει καινούργιες. Ἔτσι οἱ σιταποθῆκες του ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο αὐξάνονται ἢ μεγεθύνονται, ἐνῶ ἡ ψυχή του ὁλοένα στενεύει καὶ παλιώνει κι οἱ παλιοὶ καρποί του σαπίζουν, ὅπως κι ἡ ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται τὸ μίσος κι ἐναντίον του ἐκτοξεύονται κατάρες. Οἱ φτωχοὶ θὰ βλέπουν μὲ φθόνο τὰ πλούτη του κι οἱ πεινασμένοι θὰ καταριοῦνται τὴ σκληρότητα, τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἰδιοτέλειά του. Ἔτσι τὰ πλούτη του φέρνουν τὴν καταστροφὴ τόσο στὸν ἴδιο ὅσο καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν κοντά του. Ἡ ψυχή του θὰ χαθεῖ ἀπὸ τὴ σκληροκαρδία καὶ τὴ φιλαυτία του. Οἱ ψυχὲς τῶν ἄλλων θὰ βλαφτοῦν ἀπὸ τὸ φθόνο καὶ τὶς κατάρες. Βλέπετε πῶς χρησιμοποιεῖ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς ἐπίγνωση, τόσο γιὰ τὴ δική του ὅσο καὶ γιὰ τῶν ἄλλων τὴν ἀπώλεια. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὰ πλούτη γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴ σωτηρία τόσο τὴ δική του ὅσο καὶ τῶν ἄλλων, ἐκεῖνος ὅμως τὰ χρησιμοποίησε γιὰ κατάρα, γιὰ τὸ κακὸ τὸ δικό του, μὰ καὶ τῶν ἄλλων. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ δεχτοῦν συμβουλή: «Ἔφαγες μέχρι κορεσμοῦ; Θυμήσου τοὺς πεινασμένους. Ἱκανοποίησες τὴ δίψα σου; Θυμήσου τοὺς διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αὐτοὺς ποὺ κρυώνουν. Ζεῖς σ’ ἕνα πλούσια ἐπιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα καὶ τοὺς ἄστεγους. Ἔνιωσες εὐτυχισμένος σὲ μία γιορτή; Προσπάθησε νὰ χαροποιήσεις τοὺς λυπημένους καὶ τοὺς θλιμμένους. Σὲ τιμοῦν ὡς ἄνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε νὰ ἐπισκεφτεῖς καὶ ν’ ἀνακουφίσεις τοὺς ἐνδεεῖς. Εἶσαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν προϊστάμενό σου; Κάνε καὶ τοὺς ὑφισταμένους σου χαρούμενους. Ἂν εἶσαι σπλαγχνικὸς κι εὐγενικὸς μαζί τους, θὰ βρεῖς ἔλεος κι εὐσπλαγχνία, ὅταν ἡ ψυχή σου ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ σῶμα σου».
.               Δύο μεγάλοι ἀσκητὲς στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου προσευχήθηκαν στὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ἂν ὑπάρχει ἄνθρωπος στὸν κόσμο ποὺ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καλύτερα ἀπ’ αὐτούς. Καὶ τοὺς ἀποκαλύφτηκε τὸ ἑξῆς: Δέχτηκαν τὴν ἐντολὴ νὰ πᾶνε σ’ ἕνα συγκεκριμένο μέρος καὶ σ’ ἕνα συγκεκριμένο ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά τους. Πῆγαν στὸν τόπο ποὺ τοὺς ἀποκαλύφτηκε καὶ βρῆκαν ἕναν ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔλεγαν Εὐχάριστο. Ἦταν κτηνοτρόφος. Οἱ ἀσκητὲς δὲν βρῆκαν τίποτα ἀξιόλογο στὸν ἄνθρωπο αὐτό, ἀλλὰ τὸν ρώτησαν πῶς προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Εὐχάριστος δίστασε ἀρκετὰ κι ὕστερα τους εἶπε πὼς μοίραζε ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὰ ζωντανά του σὲ τρία μερίδια: Τὸ ἕνα μερίδιο τὸ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἄπορους, ἄλλο ἕνα γιὰ νὰ περιποιεῖται τοὺς ξένους καὶ τὸ τρίτο τὸ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ σεμνὴ σύζυγό του. Οἱ ἀσκητὲς τ’ ἄκουσαν αὐτά, εὐχαρίστησαν τὸν εὐεργέτη τους καὶ γύρισαν στὰ κελλιά τους.
.               Βλέπουμε ἀπὸ τὸ παράδειγμα αὐτὸ πὼς ὁ Θεὸς λογαριάζει μεγαλύτερη ἀρετὴ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία ἀπὸ τὸν αὐστηρὸ ἀσκητισμό. Ὁ ἄπληστος πλούσιος τῆς παραβολῆς μας δὲν σκεφτόταν καθόλου τὸν Θεό, τὴν ψυχή του ἢ τὴ φιλανθρωπία. Μοναδική του σκέψη ἦταν νὰ ἐπεκτείνει τὶς σιταποθῆκες του, γιὰ νὰ στοιβάσει μέσα ὅλα τὰ γεννήματα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς του. Καὶ τί θὰ γίνει ὅταν θά ᾽χει κάνει ὅλ’ αὐτά; Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἴδιο:

.                    «Καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. ιβ´ 19). Μπορε ψυχ ν φάει ν πιε; Τ σμα καταναλώνει τ σοδειά του, χι ψυχή. πλούσιος νθρωπος, ταν μιλάει γι τν ψυχή του, ννοε τ σμα του. ψυχ ναπτύχθηκε μέσα στ σμα του, γινε να μαζί του, πλούσιος ξέχασε ς κα τ νομά της. Δν μπορε ν βρεθε καλλίτερη κφραση γι τν καταστροφικ θρίαμβο το σώματος κατ τς ψυχς. Φανταστεῖτε ἕνα ἀρνὶ παγιδευμένο στὴ φωλιὰ ἑνὸς σκύλου, ξεχασμένο μέσα ἐκεῖ. Ὁ σκύλος γυρίζει καὶ φέρνει στὴ φωλιὰ τροφὴ γιὰ τὸν ἴδιο. Ὅταν γεμίσει τὴ φωλιά του μὲ σάπια κρέατα καὶ κόκκαλα, φωνάζει τὸ πεινασμένο ἀρνί: «Τώρα, ἀγαπητό μου ἀρνί, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Ἔχουμε φαγητὸ γιὰ πολλὲς μέρες». Κι ὕστερα πέφτει στὸ φαγητὸ καὶ τρώει, ἐνῶ τὸ ἀρνὶ θὰ μείνει νηστικὸ καὶ θὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο συμπεριφέρεται στὴν ψυχή του ὁ πλούσιος, ὅπως κι ὁ σκύλος στὸ πεινασμένο ἀρνί.
.               Ἡ ψυχὴ δὲν τρέφεται μὲ φθαρτὴ τροφή, αὐτὸς ὅμως τέτοια τροφὴ τῆς προσφέρει. Ἡ ψυχὴ νοσταλγεῖ τὴν οὐράνια πατρίδα της. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ σιταποθῆκες κι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς της. Αὐτὸς ὅμως τὴν καρφώνει στὴ γῆ. Ὁρκίζεται πὼς θὰ τὴν κρατήσει ἔτσι καρφωμένη γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἡ ψυχὴ εὐφραίνεται κοντὰ στὸν Θεό. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν προφέρει ποτὲ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ χείλη του. Ἡ ψυχὴ τρέφεται μὲ ἀγάπη κι εὐσπλαγχνία. Σ’ αὐτὸν ὅμως δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ πλούτη του, γιὰ νὰ δείξει ἀγάπη κι ἔλεος στοὺς φτωχούς, στοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς ἀναπήρους ποὺ βρίσκονταν στὴ γειτονιά του. Ἡ ψυχὴ ἐπιθυμεῖ ἁγνὴ ἀγάπη, οὐράνια. Ἐκεῖνος ὅμως ρίχνει λάδι στὸ καμίνι τῶν παθῶν του, λιβανίζει τὴν ψυχή του μὲ τὸ δύσοσμο ἄρωμα ποὺ αὐτὰ παράγουν. Ἡ ψυχὴ ἀναζητᾶ τὸν στολισμό της, δηλαδὴ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, ἐγκράτεια (πρβλ. Γαλ. ε´ 22, 23). Ἐκεῖνος ὅμως τὴ φορτώνει μὲ μέθη, λαιμαργία, μοιχεία καὶ ματαιότητα. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μὴν πεθάνει ἕνα χορτοφάγο ἀρνί, ὅταν ἔχει γιὰ συντροφιὰ ἕνα σαρκοβόρο σκυλί; Πῶς μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ ψυχὴ ὅταν καταπιέζεται ἀπὸ ἕνα βαρὺ πτῶμα;
.             Ὁλόκληρη ἡ ἀνοησία τοῦ πλουσίου βέβαια δὲν ἐξαντλεῖται στὸ γεγονὸς ὅτι προσφέρει κρέας στὸ ἀρνὶ ἢ μᾶλλον σαρκικὴ τροφὴ στὴν ψυχή. Εἶναι καὶ τὸ ὅτι μεταβάλλει τὸν ἑαυτό του σὲ κυρίαρχο τοῦ χρόνου καὶ τῆς ζωῆς. Βλέπουμε πὼς προετοιμάζει γιὰ τὸν ἑαυτό του τροφὲς καὶ ποτὰ γιὰ ἔτη πολλά. Ἂς ἀκούσουμε ἐδῶ ὅμως καὶ τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ:

«Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Ἔτσι μίλησε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου, ὁ δημιουργὸς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ «ἐν χειρὶ αὐτοῦ ψυχὴ πάντων ζώντων καὶ πνεῦμα παντὸς ἀνθρώπου» (Ἰώβ, ιβ´ 10).
.             Ἀνόητε ἄνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι μὲ τὴν κοιλιά σου κι ὄχι μὲ τὸ νοῦ σου; Ὅπως δὲν ἦταν στὴ δική σου δύναμη νὰ ὁρίσεις τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθεῖς, ἔτσι δὲν μπορεῖς νὰ ὁρίσεις καὶ τὴ μέρα ποὺ θὰ πεθάνεις. Ὁ Κύριος ἄναψε τὸ καντήλι τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, ὅταν Ἐκεῖνος ἔκρινε πὼς ἦταν ὁ κατάλληλος χρόνος. Ὁ ἴδιος θὰ τὸ σβήσει ὅταν τὸ ἀποφασίσει. πως τ πλούτη σου δν ρισαν τ χρόνο τς λευσής σου στν κόσμο, τσι δν μπορον ν καθυστερήσουν κα τὸν χρόνο τς ναχώρησής σου. Μήπως ἡ αὐγὴ ἢ τὸ σούρουπο ἐναπόκειται σὲ σένα; Ὄχι, βέβαια. Τὸ ἴδιο δὲν ἐναπόκειται σὲ σένα κι ὁ χρόνος ποὺ θὰ διανύσεις στὴ γῆ, οἱ σιταποθῆκες καὶ τὰ κελλάρια σου, τὰ πρόβατα κι οἱ στάνες σου. Ὅλ’ αὐτὰ ἀνήκουν στὸν Θεό, ὅπως κι ἡ ψυχή σου. Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πάρει αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν σὲ σένα καὶ νὰ τὰ δώσει σὲ κάποιον ἄλλο. Ὅσο ζεῖς ὅλα εἶναι δικά Του, ὅπως δικά Του θὰ εἶναι καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου. ζω κι θάνατός σου βρίσκονται στ χέρια Του. Γιατί λοιπν προγραμματίζεις γι τη πολλά; Ἡ ζωή σου εἶναι μετρημένη ὣς τὸ τελευταῖο λεπτό. Ἡ τελευταία σου στιγμὴ θὰ τελειώσει τούτη τὴ νύχτα. Μὴ λοιπὸν σκέφτεσαι τὸ αὔριο, τί θὰ φᾶς ἢ τί θὰ πιεῖς ἢ τί θὰ φορέσεις. Σκέψου ὅμως καὶ ξανασκέψου τὴν ψυχή σου ποὺ θὰ παρουσιάσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν τροφὴ τῆς ψυχῆς σου (βλ. Ματθ. ϛ´ 31-33).
.           Ὁ Κύριος τελείωσε τὴν παραβολὴ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ´ 21). Τί θὰ πάθει ὁ πλούσιος; Θ’ ἀποχωριστεῖ ξαφνικὰ τὰ πλούτη του, ὅπως κι ἡ ψυχή του θὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα του. Τὰ πλούτη του θὰ δοθοῦν σὲ ἄλλους, τὸ σῶμα του θὰ παραδοθεῖ στὴ γῆ κι ἡ ψυχή του θὰ ὁδηγηθεῖ σὲ τόπο σκοτεινό, ὅπου «ὁ βρυγμὸς καὶ ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Οὔτε ἕνα καλὸ ἔργο δὲν θὰ βρεθεῖ γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νὰ βρεῖ ἡ ψυχή του κάποιον τόπο ἐκεῖ. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ βρεθεῖ γραμμένο στὸ Βιβλίο τῆς Ζωῆς. Δὲν θὰ τὸν γνωρίσουν καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ ἀνάμεσα στοὺς εὐλογημένους τοῦ Πατρός. Τὴν ἀνταπόδοσή του τὴν ἔλαβε ὁλόκληρη στὴ γῆ, τ’ ἀρίφνητα οὐράνια πλούτη τοῦ Θεοῦ δὲν θ’ ἀποκαλυφτοῦν στὸ πνεῦμα του.
.             Πόσο φοβερὸς εἶναι ὁ ξαφνικὸς θάνατος! Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νομίζει πὼς εἶναι σταθερὰ ἐγκατεστημένος, πὼς πατάει γερὰ στὴ γῆ, ἡ ἴδια γῆ ἀνοίγει ξαφνικὰ καὶ τὸν καταπίνει, ὅπως κατάπιε τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρών (βλ. Ἀριθ. ιϛ´ 32). Ὅταν κάποιος ἀγνοεῖ τὸν Θεὸ κι ἐπιδιώκει γιὰ πολλὰ χρόνια ἀποκλειστικὰ τὴν εὐωχία, πέφτει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν κατακαίει, ὅπως τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα (βλ. Γεν. ιθ´ 24). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει πὼς ἔχει ἐξασφαλίσει τὴ θέση του καὶ τά ᾽χει καλὰ τόσο μὲ τὸν Θεὸ ὅσο καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό του, θὰ πεθάνει ξαφνικά, ὅπως ὁ Ἀνανίας καὶ ἡ Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε´ 5, 10).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-3 «Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πραγματικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ προετοιμάζονται γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[A´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 71-75
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

.               Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ φθοροποιὰ πάθη καὶ τὶς ροπές τους. Τὰ πάθη κι οἱ ροπὲς εἶναι σοβαρὲς ψυχικὲς παθήσεις. Κλέβει ποτὲ ἕνας γιὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του; Ὄχι. Ὁ δοῦλος ὅμως κλέβει ἀπὸ τ’ ἀφεντικό του. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Ἀδὰμ ἐγκατέλειψε τὴν ἰδιότητα τοῦ υἱοῦ κι ἀπέκτησε τὴν ἰδιότητα τοῦ δούλου, τὸ χέρι του ἁπλώθηκε γιὰ νὰ πιάσει τὸν ἀπαγορευμένο καρπό. Γιατί ὁ ἄνθρωπος κλέβει αὐτὸ ποὺ ἀνήκει σ’ ἕναν ἄλλο; Εἶναι ἐπειδὴ τὸ χρειάζεται; Ὁ Ἀδὰμ τὰ εἶχε ὅλα, δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτα. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως προχώρησε στὴν κλοπή. Γιατί ὁ ἄνθρωπος κλέβει ἄλλον ἄνθρωπο κι ὁ δοῦλος ἄλλο δοῦλο; Ἐπειδὴ ἔμαθαν πρῶτα νὰ κλέβουν ἀπὸ τ’ ἀφεντικό τους. Οἱ ἄνθρωποι συνήθως κλέβουν πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ κι ἔπειτα ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ὁ προπάτορας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ κλέψει πρῶτα αὐτὸ ποὺ ἀνῆκε στὸν Θεὸ κι ἔπειτα, σὰν ἀποτέλεσμα, οἱ ἀπόγονοί του ἄρχισαν νὰ κλέβουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
.               Οἱ ἄνθρωποι κλέβουν ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴ φύση κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ἄνθρωπος δὲν κλέβει μόνο μὲ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ του. Δὲν ὑπάρχει πράξη κλοπῆς ποὺ ὁ διάβολος νὰ μὴν εἶναι συνεργὸς τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ ὑποβολέας καὶ ὑποκινητὴς κάθε κλοπῆς. Εἶναι ὁ εἰσηγητὴς καὶ καθοδηγητὴς κάθε σκέψης γιὰ κλοπή. Κανένας κλέφτης στὸν κόσμο δὲν ἦταν ποτὲ μόνος του. Συνήθως ὑπάρχουν τουλάχιστον δύο ποὺ συμμετέχουν σὲ μία κλοπὴ κι ἕνας τρίτος ποὺ παρακολουθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος κι ὁ διάβολος πᾶνε γιὰ νὰ κλέψουν κι ὁ Θεὸς ποὺ τοὺς βλέπει. Ὅπως ἡ Εὔα δὲν ἔκλεψε μόνη της, ἀλλὰ παρέα μὲ τὸν διάβολο, ἔτσι κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει τελέσει μία πράξη κλοπῆς μόνος του, ἀλλὰ πάντα μὲ τὴν παρέα τοῦ διαβόλου.
.           Ὁ διάβολος ὅμως δὲν εἶναι μόνο καθοδηγητὴς καὶ συνοδὸς στὴν κλοπή, ἀλλὰ κι ἐκεῖνος ποὺ τὴ διαδίδει. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ κλεμμένα, ἀλλὰ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ διχόνοια καὶ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους κι ἡ ἀπώλεια ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Δὲν πηγαίνει νὰ κλέψει γιὰ χάρη τῆς κλοπῆς, ἀλλ’ «ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α´ Πέτρ. ε´ 8). Τὸ ὅτι εἶναι ὁ διάβολος ποὺ παρακινεῖ τὴν ψυχὴ σὲ κάθε πονηρὸ ἔργο καὶ σπέρνει κάθε πονηριὰ στὴν ψυχή, τὸ βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ´ 39). Μὲ κάθε κλοπὴ ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ διάβολος κλέβει ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν ψυχή του. Ἡ ψυχὴ τοῦ κλέφτη συρρικνώνεται ὅλο καὶ περισσότερο, μαραίνεται καὶ πεθαίνει, ὅπως ὁ πνεύμονας ποὺ ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ φυματίωση.
.               Γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς κλοπῆς, πρέπει νὰ λογαριάσει πὼς ὅλα ὅσα ἔχει εἶναι τοῦ Θεοῦ κι ὄχι δικά του. Ὅταν χρησιμοποιεῖ τὰ ὑπάρχοντά του, πρέπει νά ᾽χει κατὰ νοῦ πὼς αὐτὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὄχι δικά του. Ὅταν τρώει στὸ τραπέζι, πρέπει νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, γιατί τὸ ψωμὶ δὲν εἶναι δικό του, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς κλοπῆς, πρέπει νὰ λογαριάσει πὼς καὶ τὰ ὑπάρχοντα τῶν ἄλλων εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὅταν κλέβει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι σὰν νὰ κλέβει ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ κλέψει κανεὶς ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ βλέπει τὰ πάντα; Γιὰ νὰ καταδιώξει ὁ ἄνθρωπος τὸν πονηρὸ συνεργό του στὴν κλοπή, τὸν σπορέα κάθε κακοῦ, πρέπει ν’ ἀγρυπνεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὥστε ὁ διάβολος νὰ μὴ σπείρει μέσα του ἐπιθυμίες κλοπῆς. Κι ὅταν τὶς βρίσκει σπαρμένες μέσα του, πρέπει νὰ παλέψει γιὰ νὰ τὶς κάψει μὲ τὴ φωτιὰ τῆς προσευχῆς. Δὲν εἶναι παράφρονας ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρέχει πίσω ἀπὸ τὸ κακό, ὅταν ἔχει γνωρίσει τὸ καλλίτερο; Δὲν εἶναι ἀνόητος καὶ γελοῖος ὁ κλέφτης ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ σπίτι κάποιου ἄλλου τὴ νύχτα γιὰ νὰ κλέψει βαμβακερὰ ἐμπορεύματα, ὅταν βλέπει τὸ φίλο του νὰ τὸν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει ἕνα φορτίο γεμάτο βαμβακερὰ καὶ μεταξωτά;
.             Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἔφερε μαζί Του καὶ ἄνοιξε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀμέτρητα κι ἀσύγκριτα οὐράνια δῶρα καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὰ πάρουν, φανερὰ κι ἐλεύθερα, ὑπὸ ἕναν ὄρο: ν’ ἀποσπάσουν πρῶτα τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὰ φθαρτὰ ἐπίγεια ἀγαθά. Μερικοὶ ἄνθρωποι τὸν ὑπάκουσαν, πῆραν τὰ δῶρα τους καὶ πλούτισαν. Ἄλλοι ὅμως δὲν τὸν ὑπάκουσαν καὶ ἔμειναν μὲ τὰ φθαρτὰ καὶ κλεμμένα πλούτη τους. Σὰν προειδοποίηση σ’ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους, ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου.

 * * *

.                «Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα. καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ´ 16, 17). Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦταν ἁπλὰ πλούσιος. Ἡ σοδειά του ἦταν τόσο πλούσια ἀπὸ τὸν θερισμό, ὥστε δὲν εἶχε ποῦ νὰ βάλει τοὺς καρπούς. Ὁ πλούσιος αὐτὸς ἄνθρωπος ἔβλεπε τὰ χωράφια μὲ τὰ σιτηρά του, τὰ περιβόλια καὶ τ’ ἀμπέλια του ποὺ ἔγερναν ἀπὸ τὸ βάρος τῶν καρπῶν, τοὺς κήπους του ποὺ ἦταν γεμάτοι ἀπὸ κάθε λογῆς λαχανικὰ καὶ τὶς κυψέλες του ποὺ ἦταν γεμάτες μέλι, ἀλλὰ δὲν γύρισε πρὸς τὸν οὐρανὸ ν’ ἀναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ὕψιστε καὶ πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη ἔχει ἡ δύναμη κι ἡ σοφία Σου, πόσα βγάζεις ἀπὸ τὴ μαύρη γῆ! Μὲ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ ὅλα τὰ φροῦτα στὴ γῆ! Σὲ κάθε φροῦτο ἔχεις δώσει ἕνα πανέμορφο σχῆμα κι ἕνα καταπληκτικὸ ἄρωμα! Τοὺς λιγοστούς μου κόπους τοὺς ἀντάμειψες ἑκατονταπλάσια! Ἐλέησες τὸν δοῦλο Σου κι ἔδωσες μὲ τὰ χέρια Σου τόσο πλούσια δῶρα στὴν ἀγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με νὰ δώσω χαρὰ στ’ ἀδέρφια καὶ στοὺς συνανθρώπους μου μὲ τὰ δῶρα Σου αὐτά. Ἔτσι ἐκεῖνοι θὰ εὐχαριστήσουν καὶ θὰ δοξολογήσουν μαζί μου τὸ ἅγιο ὄνομά Σου καὶ τὴν ἀνέκφραστη ἀγαθότητά Σου».
.               Μήπως εἶπε τέτοια λόγια ὁ πλούσιος; Ὄχι! Ἀντὶ νὰ θυμηθεῖ τὸν Δοτήρα παντὸς ἀγαθοῦ, ἀρχικὰ σκέφτηκε ποῦ νὰ μαζέψει καὶ νὰ φυλάξει τ’ ἀγαθά του, ὅπως ὁ κλέφτης ποὺ βρίσκει μία τσάντα μὲ χρήματα στὸ δρόμο καὶ δὲν τὸν ἀπασχολεῖ σὲ ποιὸν ἀνήκουν αὐτά, ποιὸς τά ᾽χασε, ἀλλὰ πρώτη σκέψη του εἶναι ποῦ νὰ τὰ κρύψει. πλούσιος ατς νθρωπος στν πραγματικότητα εναι νας κλέφτης. Δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ βγῆκαν ἀπὸ δικούς του κόπους. Ὁ κλέφτης ἀσχολεῖται μὲ τὴν κλοπὴ καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε ἐπιδεξιότητα κι ἐξυπνάδα. Συχνὰ χρησιμοποιεῖ περισσότερη ἐξυπνάδα καὶ πονηριὰ ἀπὸ τὸν σποριὰ ἢ τὸν ζευγολάτη. Ὁ πλούσιος δὲν εἶχε κάνει ἀπολύτως τίποτα. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα γιὰ τὸν ἥλιο, τὴ βροχή, τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ γῆ. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσερα κύρια στοιχεῖα – χῶμα, ἀέρας, ἥλιος καὶ νερὸ – ποὺ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ κάνουν τὰ δέντρα καὶ τὰ φυτὰ νὰ καρποφοροῦν. Ἡ ἀφθονία τῶν φρούτων ἑπομένως δὲν εἶναι δικό του κατόρθωμα οὔτε ἀποτέλεσμα τῆς ἐργώδους προσπάθειάς του. Ἀλλ’ οὔτε μὲ τὸ δικαίωμα κατοχῆς τοῦ ἀνήκουν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δικά του οὔτε ὁ ἥλιος οὔτε ἡ βροχὴ οὔτε ὁ ἄνεμος οὔτε ἡ γῆ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ «Ἃ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;»


ΚΥΡΙΑΚΗ 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012 , Θ´ ΛΟΥΚΑ

 ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ
« Ἃ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ὁ ἄφρων πλούσιος ποὺ τόσο παραστατικὰ μᾶς ζωγράφισε ὁ Κύριος στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος ὅλων τῶν ἀνθρώπων κάθε ἐποχῆς ποὺ ζητοῦν νὰ ἐξασφαλισθοῦν σ᾽ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωή. Καὶ λησμονοῦν ἢ διαγράφουν τὴν αἰωνιότητα. Ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος ὅσων προσπαθοῦν μὲ κάθε μέσο, μὲ κάθε τρόπο νὰ θησαυρίσουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους ἄφθονα ἀγαθά, ποὺ θὰ τοὺς δώσουν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς σιγουριᾶς, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρονται γιὰ κάτι ἀνώτερο.

Α) Ἡ ἀφροσύνη τους

.       Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀνεβαίνουν, γίνονται ἴσως γνωστοί, «παράγοντες» ὅπως λέγονται. Δέσμιοι ὅμως τῆς ὕλης, χωρὶς πνευματικὲς ἀνατάσεις. Εἶναι ἔμποροι, εἶναι ἐπαγγελματίες, εἶναι ὑπάλληλοι, ἔχουν μιὰ ὁποιαδήποτε θέση, δὲν διστάζουν ὅμως νὰ συκοφαντήσουν τοὺς ἄλλους, ἢ ὕπουλα νὰ μειώσουν τὴν καλὴ τους φήμη, γιὰ ν᾽ ἀνεβοῦν οἱ ἴδιοι. Ἄλλοτε κολακεύουν τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, γιὰ ν᾽ ἀποκτήσουν εὔνοιες, νὰ κατακτήσουν ἀξιώματα, ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκουν, ποὺ δὲν ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκπροσωπήσουν. Μεταχειρίζονται κάθε θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο μέσο καὶ φθάνουν πραγματικὰ σὲ ὑψηλὲς βαθμίδες.
.            Στὶς ἀρχὲς ἡ συνείδησή τους ἴσως διαμαρτύρεται γιὰ μιὰ τέτοια πορεία ζωῆς. Πιθανῶς τοὺς δείχνει τὸν κατήφορο, τὸ βάραθρο ποὺ κατρακυλοῦν. Τοὺς λέει ὅτι οἱ νοθεῖες, οἱ ἀπειλές, οἱ κολακεῖες, μποροῦν νὰ τοὺς βοηθήσουν νὰ ἀνεβοῦν ἀλλά… Αὐτοὶ ὅμως πνίγουν αὐτὴ τὴν θεία φωνὴ καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους. Πηγαίνουν κάποτε στὴν ἐκκλησία «γιὰ τὸ καλό», ἐκμεταλλεύονται ὅμως τοὺς ἄλλους.
.         Ἔτσι ἐξασφαλίζουν τιμές, πλούτη, μισθοὺς καλούς, συντάξεις παχυλὲς γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς δικούς τους. Ἄλλοι γίνονται ἰσχυροὶ οἰκονομικοὶ παράγοντες. Συσσωρεύουν ἑκατομμύρια, ἀποκτοῦν περιουσίες, δημιουργοῦν γύρω τους κόλακες. Μιὰ χαρὰ τὰ κατάφερα, ἴσως σκέπτονται. Μπράβο τους, ψιθυρίζουν κάποιοι γύρω τους…
.            Εἶναι ὅμως ὅλα αὐτά δεῖγμα πραγματικῆς εὐτυχίας; Εἶναι ἀρκετὰ νὰ τοὺς «ἐξασφαλίσουν» γιὰ πάντα; Τὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ τοὺς συνοδεύσει στὸ αἰώνιο ταξίδι;

Β) Ὁ προσωπικός μας λογαριασμὸς

.       Ὅλοι αὐτοὶ οἱ «ἐξασφαλισμένοι», ὅπως γράφει ἕνας σύγχρονος πνευματικὸς ἀγωνιστής, τὰ ἔχουν τακτοποιήσει θαυμάσια ὅλα!  Ἔχουν ἀφήσει ὅμως σὲ μιὰ τράπεζα ἀτακτοποίητο ἕνα λογαριασμό. Τὸν προσωπικὸ τους λογαριασμὸ στὴν τράπεζα τοῦ Θεοῦ. Μόχθησαν, κουράσθηκαν καταπάτησαν τὴν συνείδησή ους. Μὲ μιὰ ὅμως λανθασμένη προοπτική: ὅτι τὰ πάντα τελειώνουν στὸν τάφο. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, ὅπου θὰ ἀποδοθῆ δικαιοσύνη.
.           Δὲν λέει κανεὶς πὼς εἶναι λάθος νὰ κάνουμε σχέδια γιὰ τὸ μέλλον. Τὸ δικό μας καὶ τῶν δικῶν μας. Νὰ τρέφουμε εὐγενεῖς φιλοδοξίες καὶ βλέψεις. Ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο ἀντιτίθεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παραγνώριση τοῦ θείου παράγοντα, ἡ παράλειψη τῆς ἀγάπης, ἡ ἄρνηση τῆς πίστεως στὴν αἰωνιότητα, ἡ ἀλαζονεία καὶ τὸ ἀποκλειστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Ὅ,τι ἀκριβῶς ἔκανε ὁ ἄφρων πλούσιος τῆς παραβολῆς.
.          Ἡ ψυχὴ ὅμως, στὴν ὁποία ἀπευθυνόταν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νιώση ἱκανοποίηση καὶ εὐτυχία μὲ τὴν ἀπόλαυση μόνο τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι᾽ αὐτὸ ἦταν ταραγμένη κι ἀνήσυχη. Καὶ συνεχῶς κατατρωγόταν ἀπὸ τὴν σκέψη: «τὶ ποιήσω…»
.          Ἡ ψυχή, γιὰ νὰ βρῆ ἱκανοποίηση χρειάζεται τροφοδοσία πνευματικὴ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν λατρεία, μὲ τὴν μυστηριακὴ ζωή, μὲ τὸ καθημερινὸ βίωμα τοῦ θείου θελήματος. Ἔτσι μόνο ὁ ἄνθρωπος θὰ ζῆ στὴν γῆ αὐτή, θὰ ἐργάζεται, θὰ φέρεται ὡς πολίτης ὅμως τοῦ Οὐρανοῦ. Δὲν θὰ γίνεται δέσμιος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Δὲν θὰ ἐνδιαφέρεται μόνο νὰ ἐξασφαλισθῆ στὴν προσωρινὴ τούτη ζωή. Τὸ ἐνδιαφέρον του, οἱ προσπάθειές του, ὁ ἀγώνας του, θὰ ἀποβλέπουν νὰ εἶναι πάντα τακτοποιημένος στὴν τράπεζα τοῦ Οὐρανοῦ.

,

1 Σχόλιο

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΕΚΤΟΥ (Κυρ. Θ´ Λουκᾶ) «Ἡ λύσις τῶν προβλημάτων ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα εἶνε μέσα στὴ Γραφή. Τὰ εἶπε ὁ Χριστός.»

Κυριακὴ Θ´ Λουκᾶ (Λουκ. ιβ´ 16-21· ιδ´ 35)

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΕΚΤΟΥ
«Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. ΚΓ´ 1)

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, 
ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου  Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου
(19-11-1989).

.          ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνας καθρέφτης, στὸν ὁποῖον, ἐὰν κοιτάξουμε μὲ προσοχή, θὰ δοῦμε τὸν ἄθλιο ἑαυτό μας, τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε. Στὸ σημερινὸ δὲ εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα ἀπὸ τὰ φοβερώτερα ἐλαττώματα. Ὀνομάζεται πλεονεξία. Πλεονεξία εἶνε τὸ νὰ μὴ εὐχαριστῆται κανεὶς σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ νὰ ζητῇ ὅλο καὶ περισσότερα καὶ ποτέ νὰ μὴ λέῃ «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Εἶνε μιὰ ἐκδήλωσις τοῦ ἀτομιστικοῦ καὶ ἐγωϊστικοῦ πνεύματος. Στὴ σημερινὴ παραβολὴ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ πλεονέκτου.

 *  *  *

.          Τί μᾶς λέει; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος γεωκτήμων. Εἶχε πολλὰ ὑποστατικά, χωράφια, ἀμπέλια, ἐλαιοστάσια, κήπους μὲ ὀπωροφόρα δέντρα. Κατεῖχε μεγάλη ἔκτασι γῆς. Ἦταν ἆραγε εὐτυχισμένος; Ὅπως δείχνει ἡ συνέχεια, ὄχι. Μιὰ χρονιὰ ἦρθε μεγάλη εὐφορία. Τὰ χωράφια ἔδωσαν πολὺ καρπό. Τὰ δέντρα λύγιζαν ἀπ’ τὸ βάρος. Τί ἔπρεπε κι αὐτὸς νὰ πῇ; Νὰ πῇ «Δόξα σοι, ὁ Θεός», νὰ πῇ ἕνα «εὐχαριστῶ». Τὸ εἶπε; Δὲν τὸ εἶπε. Ὅταν εἶδε αὐτὴ τὴν ἔκτακτο ἐσοδεία μπῆκε σὲ μεγάλη συλλογή. Πήγαινε νὰ κοιμηθῇ τὴ νύχτα καὶ δὲν τὸν ἔπιανε ὕπνος. Τὸν ἀπασχολοῦσε ἕνα πρόβλημα, ποὺ εὔκολα μποροῦσε νὰ λυθῇ, ἀλλὰ ἡ πλεονεξία τὸ ἔκανε δυσεπίλυτο.
.          Ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα. «Τί νὰ κάνω», λέει, «ποὺ δὲν ἔχω ποῦ νὰ συνάξω τὰ ἀγαθά μου;» (Λουκ. ιβ´,17). «Τί νὰ κάνω;»! Νὰ τὸ λέῃ ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάῃ, νὰ τὸ λέῃ ὁ πολύτεκνος πατέρας ποὺ σκέπτεται πῶς θ’ ἀποκαταστήσῃ τὰ παιδιά του, νὰ τὸ λέῃ ἡ χήρα ποὺ παλεύει μὲ τόσα προβλήματα, νὰ τὸ λέῃ τὸ ὀρφανὸ ποὺ ἔμεινε ἔρημο; Τὸ λέει αὐτός! Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ βασάνισε τὸ μυαλό του, βρῆκε λύσι. Ποιά λύσι; Νὰ γκρεμίσῃ τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ χτίσῃ μεγαλύτερες. Ἀφοῦ συλλέξω ἐκεῖ τοὺς καρπούς, σκεπτόταν, θὰ πῶ· «Ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. ιβ´19). Αὐτὰ σκεπτόταν, αὐτὸς ἦταν. Ὁ κόσμος θὰ τὸν θεωροῦσε ἔξυπνο. Ἀλλὰ ἄλλη ἡ γλῶσσα τοῦ κόσμου, ἄλλη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἂς φαινόταν προνοητικὸς καὶ δημιουργικός· ὁ Κύριος λέει, ὅτι δὲν εἶχε μυαλὸ κουκούτσι, τὸν ὀνομάζει «ἄφρονα» (ἔ.ἀ. ιβ´,20). Γιατί τὸν ὀνομάζει ἄφρονα; Προσέξτε.
.          Ἀκούσατε τί λέει· «Τὰ γεννήματά μου», «τὰ ἀγαθά μου» (ἔ.ἀ. ιβ´,18). Πόσο ἁμαρτωλὸ ἐκεῖνο τὸ «μου»! Αὐτὸ θὰ μᾶς φάῃ. Ἦταν δικά του; Πρῶτα-πρῶτα ὁ σπόρος. Μέσα του κλείνει τεραστία δύναμι ἀναπαραγωγῆς. Ποιός τοῦ ἔδωσε τὴ δύναμι αὐτή; Χίλιοι γεωπόνοι καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα σπόρο δὲ μποροῦν νὰ κάνουν. Ὁ σπόρος λοιπὸν ποὺ ἔσπειρε ὁ πλούσιος δὲν ἦταν δικός του. Ἔπειτα τὸ χῶμα. Γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος, θέλει χῶμα. Τί εἶνε τὸ χῶμα; Ἄλλο πάλι μυστήριο. Τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε ἔχει τεραστία δύναμι. Χιλιάδες τώρα χρόνια βλαστάνει, φυτρώνει συνεχῶς. Εἶνε γόνιμο, νά ἡ ἀξία του. Πάρτε δυὸ γλάστρες, μία γεμάτη χρυσάφι καὶ μία γεμάτη χῶμα, καὶ σπείρετε σπόρο· τὸ χρυσάφι δὲ φυτρώνει, εἶνε στεῖρο, ἐνῷ τὸ χῶμα εἶνε εὐλογημένο· βγάζει δέντρα, καρπούς, ἄνθη. Ποιός τὸ ἔκανε; Ὁ σπόρος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ χῶμα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος στὸ χῶμα θέλει καὶ νερό. Ἂν ὁ οὐρανὸς δὲ βρέξῃ, ξεράθηκαν τὰ πάντα. Ἀπαραίτητος εἶνε καὶ ὁ ἥλιος· χωρὶς τὶς ἀκτῖνες του τίποτα δὲν εὐδοκιμεῖ. Μὲ λίγα λόγια, ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἐν τούτοις ὁ πλούσιος λέει «τὰ ἀγαθά μου». Δὲν εἶνε δικά σου, κύριε. Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὸ λόγο «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. ΚΓ´1); Τοῦ Κυρίου εἶνε καὶ ἡ γῆ καὶ ὅλα τὰ ἀγαθά της. Δὲν εἶσαι ἰδιοκτήτης, μόνο διαχειριστής.
.          Εἶνε ὅμως ἀνόητος κι ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς. «Θὰ γκρεμίσω», λέει, «τὶς ἀποθῆκες μου, θὰ κάνω καινούργιες καὶ θὰ μαζέψω ἐκεῖ τὰ ἀγαθά μου». Ζητοῦσε ἀποθῆκες. Μὰ ὑπῆρχαν. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ποιές εἶνε οἱ ἀποθῆκες; Τὰ στομάχια τῶν πεινασμένων! Δὲν σκέφθηκε ὅτι δίνοντας στοὺς φτωχοὺς ἀποθηκεύει στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ εἶνε «ἄφρων».
.          Εἶνε ἀνόητος ἀκόμα, διότι ὑπολόγιζε πὼς θὰ ζήσῃ «ἔτη πολλά» (ἔ.ἀ. ιβ´,19). Ἔζησε; Οὔτε μιὰ νύχτα. Ἔκανε «λογαριασμὸ χωρὶς τὸν ξενοδόχο». Ποιός εἶνε ὁ «ξενοδόχος»; Ὁ χάρος! Ἐκεῖ ποὺ ἔκανε σχέδια, ἀκούει· Ἔλα ἐδῶ, κι οὔτε δευτερόλεπτο ἀναβολή!… Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Μιὰ σταγόνα αἷμα στὸν ἐγκέφαλο καὶ γίνεται φυτό. Ἀνόητε, «ἄφρον»!…
.          Ὥστε λοιπὸν ἡ πλεονεξία ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀναλύσει της εἶνε ἀφροσύνη. Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος δὲν συνετίζεται, δὲν λέει ποτέ «φτάνει». Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιὰ τὸ νερό σας», ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροὺς «Φτάνει πιά, χόρτασα ἀπὸ πτώματα»· ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν τὸ λέει. Ἔκανε ἕνα ἑκατομμύριο; ζητάει δύο· ἔκανε δύο; ζητάει τέσσερα, πέντε, δέκα, εἴκοσι ἑκατομμύρια… Φοβερὸ τὸ πάθος· «ῥίζα πάντων τῶν κακῶν εἶνε ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. ϛ´10). Κάνει δυστυχῆ τὸν ἑαυτό του. Ὑπενθυμίζει κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ποὺ παρακάλεσε, λένε, τοὺς θεούς, ὅ,τι ἀγγίζει νὰ γίνεται χρυσάφι, καὶ τὸν ἄκουσαν· ἄγγιξε πέτρες, δέντρα, λουλούδια…, ὅλα ἔγιναν χρυσᾶ. Ὅταν ὅμως στὸ σπίτι κάθησε στὸ τραπέζι, ἔγιναν χρυσᾶ καὶ τὸ πιάτο καὶ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ψωμί· ἔτσι δὲν εἶχε τί νὰ φάῃ, καὶ πέθανε ἀπὸ τὴν πεῖνα. Φάε, λοιπόν, χρυσάφι! Μῦθος εἶνε αὐτός, ἀλλὰ διδάσκει σὲ τί παγίδα πέφτει ὁ πλεονέκτης.
.          Ἡ πλεονεξία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄτομα, ἀπειλεῖ τὰ ἔθνη καὶ τὴν κοινωνία σήμερα. Καὶ ἡ μικρή μας πατρίδα κινδυνεύει. Τὸ ἔθνος μας ἦταν πτωχό, δὲν εἶχε ἐπάρκεια. Σιτάρι φέρναμε ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὴ ῾Ρωσία καὶ τὴν Ἀμερική. ῾Ρύζι –θυμοῦμαι στὰ χρόνια τὰ δικά μας– δὲν ὑπῆρχε οὔτε μιὰ φούχτα, οὔτε γιὰ φάρμακο. Τώρα, δόξα τῷ Θεῷ, ὄχι μόνο γίναμε αὐτάρκεις ἀλλὰ ἔχουμε καὶ πλεόνασμα. Ἂς εἶνε καλὰ οἱ γεωργοὶ τῆς ὑπαίθρου μας ἀλλὰ καὶ οἱ ἀδελφοί μας οἱ ἐργατικώτατοι πρόσφυγες, ποὺ ἔδιωξε ὁ Κεμὰλ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὅλοι αὐτοὶ δούλεψαν σὰν μιὰ οἰκογένεια, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα καλλιεργήθηκαν καὶ καρποφόρησαν. Τώρα ὅμως τί κάνουμε οἱ ἄφρονες· πετοῦμε ῥοδάκινα, μῆλα καὶ ἄλλους καρποὺς στὶς χωματερές. Θεέ μου, τί ἔγκλημα! Ἔχουμε τόσο ἐμπορικὸ στόλο· μπορούσαμε νὰ φορτώσουμε δέκα καράβια καὶ νὰ τὰ πᾶμε στὶς χῶρες ποὺ πεινᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν τὸ κάνουμε οἱ πλεονέκται καὶ ἄφρονες. Καὶ ἄφρων πλεονέκτης εἶνε ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη, αὐτὴ ἡ ΕΟΚ, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ξερριζωθοῦν ἀμπέλια καὶ ἐλαιοστάσια στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μποροῦν αὐτοὶ νὰ πωλοῦν σὲ μεγάλες τιμὲς τὰ προϊόντα τους. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Περιμένουν πολλὰ ὡρισμένοι ἀπὸ τὴν ΕΟΚ, ἐγὼ δὲν περιμένω. Εἶνε συνασπισμὸς συμφεροντολόγων, «ἑταιρεία λεόντων» ὅπως τὴν ὠνόμασε κάποιος πολιτικός. Καὶ ἂν μπῇ καὶ ἡ Τουρκία μέσα, ὤχ ὤχ, γράψε ἀλλοίμονο!…

 *  *  *

.          Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο, ἀγαπητοί μου. Ἰδού ἡ εἰκόνα τῆς πλεονεξίας ποὺ μᾶς δίδει. Καὶ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ποιό εἶνε; Τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε· Νὰ εἶσαι ὀλιγαρκής, ἐργατικός, δίκαιος, σπλαχνικός. Ἀρκέσου στὰ λίγα, τὰ ἀπαραίτητα, στὸν «ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. ϛ´ 11).

.          Οἱ ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε πολλές· πέντε – δέκα τὸ πολύ. Τώρα ὁ ἄφρων ἄνθρωπος τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ἐπλήθυνε τὶς ἀνάγκες του σὲ χιλιάδες. Οἱ περισσότερες εἶνε περιττὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ πράγματα, ὅπως λ.χ. τὸ τσιγάρο. Ἂν λείψουν τὰ περιττά, ὁ μικρὸς πλανήτης μας εἶνε ἐφωδιασμένος ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ μὲ τόσα πλούτη, ποὺ ἂν καλλιεργηθῇ σωστὰ μπορεῖ νὰ θρέψῃ πέντε φορὲς περισσότερο πληθυσμό. Πότε; ὅταν μαζὶ μὲ τὴν ὀλιγάρκεια ὑπάρχῃ ἀνιδιοτέλεια καὶ δικαιοσύνη, ὅταν πάψῃ τὸ «σὸν» καὶ τὸ «ἐμόν», ὅταν ἡ γῆ δὲν ἀνήκῃ πλέον στὸν ἄλφα καὶ στὸν βῆτα ἀλλὰ στὸ Θεὸ κατὰ τὸ «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς», ὅταν ὑπάρχῃ δικαία κατανομή, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς πηγαίνῃ στὸ ὑστέρημα τοῦ ἄλλου, ὅπως λέει ὁ ποιητής· «αὐτὸ ποὺ περισσεύει, εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε».
.          Κ’ ἐμεῖς νὰ πολεμήσουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν πλεονεξία. Ὁ σατανᾶς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλον. Ὁ Χριστὸς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἄλλον! Ἡ λύσις τῶν προβλημάτων ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα εἶνε μέσα στὴ Γραφή. Τὰ εἶπε ὁ Χριστός. Τὰ ἐφαρμόζουμε; παράδεισος θὰ γίνῃ ἡ γῆ! Δὲν τὰ ἐφαρμόζουμε; κόλασις θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ γίνεται κόλασις, ἀφοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο λύνονται τὰ ἀτομικά, τὰ οἰκογενειακά, τὰ ἐθνικά, τὰ παγκόσμια προβλήματα· ἀμήν.

 † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ «Νῦν ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι: τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων ποὺ ἔδωσαν στὴν γῆ, τόσο ὁ πλούσιος, ὅσο κι ὁ φτωχὸς Λάζαρος!» (Κυρ. Ε´ Λουκ., 04.11.12)

 ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

«Νῦν ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι»
(Λουκ. ιϛ´ 19-31)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

.          Ὁ πλούσιος ποὺ τόσο καλὰ πέρασε στὴν ζωή του, ποὺ τὰ πάντα ἀπήλαυσε, βρίσκεται τώρα, ὅταν «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη», στὴν ὀδύνη καὶ τὴν φρίκη τῆς αἰώνιας καταδίκης. Καὶ ὁ φτωχὸς Λάζαρος ποὺ ὑπέφερε στὴν ζωή του πολλά, τώρα ἀναπαύεται στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάµ. Αὐτὴ ἡ θέση τους, ἦταν τὸ ἀποτέλεσµα τῶν ἐξετάσεων ποὺ ἔδωσαν στὴν γῆ, τόσο ὁ πλούσιος, ὅσο κι ὁ φτωχὸς Λάζαρος!

Α) Ὁ πλούσιος.

.          Πρῶτος ἐξετάσθηκε ὁ πλούσιος. Ἔδωσε ἐξετάσεις γιὰ τὰ πλούτη του. Εἶχε χρήµατα, σπίτια, φίλους, σύνεχεις διασκεδάσεις, γλέντια. Ζοῦσε «μεγάλη ζωή». Ἀπέτυχε ὄµως στὴν χρήση τοῦ πλούτου του. Καὶ καταδικάσθηκε γιὰ τὴν ἐγωιστικὴ χρησιµοποίησή του. «Ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». Αὐτὰ τὰ δύο «σοῦ», ἦταν ἡ ἀποτυχία στὶς ἐξετάσεις του. Τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του δὲν τὸν ἐνδιέφερε. Γιὰ τίποτε ἄλλο καὶ γιὰ κανένα, δὲν ἤθελε νὰ διαθέση μιὰ στιγµή, μιὰ δραχµή. Ἀδιάφορος περνοῦσε µπροστὰ ἀπὸ τὶς κραυγαλέες ἀνάγκες τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου. Ἀνέβαινε καµαρωτὰ τὶς σκάλες τοῦ μεγάρου του με τὴν χρυσοποίκιλτη στολή του καὶ δὲν εἶχε τὴν ὥρα, καὶ περισσότερο τὴν διάθεση, νὰ τοῦ ρίξη ἕνα βλέµµα. Ὁ πλούσιος µποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας μεγάλος φιλάνθρωπος. Καὶ αὐτὸς ἔγινε ἕνας τροµερὸς ἀπάνθρωπος. Λάτρευε τὴν ὕλη κι ἀγνοοῦσε τὸ πνεῦµα. Κόλλησε στὴν γῆ. Δὲν πίστευε στὸν οὐρανό. Ἐξετάσθηκε ὁ πλούσιος στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ ἀπέτυχε στὶς ἐξετάσεις του. Ἔδειξε με τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαφορία του πὼς δὲν ἦταν ἄξιος νὰ κατοικήση στὰ σκηνώµατα τοῦ Θεοῦ.

 Β) Ὁ φτωχὸς Λάζαρος.

.          Ἐξετάσεις ὅµως ἔδωσε καὶ ὁ Λάζαρος. Δοκίµασε ὅλα τὰ δεινά: Φτώχεια, γύµνια, πείνα, δίψα, κρύο, πόνους, πληγές. Ἀνάπαυση δὲν εὕρισκε πουθενά. Ὕπνο δὲν ἔβλεπε ἀπὸ τοὺς πόνους. Κανεὶς δὲν τὸν πλησίαζε. Τὰ σκυλιὰ ἔγλυφαν τὶς πληγές του. Σκληρὰ δοκιµάσθηκε. Δύσκολες οἱ ἐξετάσεις ποὺ ἔδωσε. Ἄλλος στὴν θέση του θὰ γόγγυζε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, θὰ βλασφηµοῦσε. Ὁ Λάζαρος ὅµως δὲν ἔκανε κάτι τέτοιο. Φάνηκε βράχος ὑποµονῆς. Κανένα παράπονο δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸ στόµα του γιὰ τὶς δοκιµασίες καὶ τὶς συµφορές του. Ἀπὸ τὴν πίστη ἀντλοῦσε ὑποµονή. Ἐξετάσθηκε αὐτὸς σὲ ἄλλη ἀρετή, στὴν ὑποµονή, καὶ ἀρίστευσε. Καὶ σὰν ἄριστος ἀγωνιστὴς κέρδισε τὴν αἰωνιότητα. Πῆγε στὰ οὐράνια σκηνώµατα τοῦ Θεοῦ.

Γ) Οἱ δικές μας ἐξέτασεις.

.          Καὶ ἐµεῖς ὅµως δίνουµε καθηµερινὰ ἐξετάσεις. Ἐξετάσεις καὶ ὅσοι ἔχουµε ἄφθονα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὅσοι στεροῦνται. Καὶ ἄλλοτε ἀριστεύουµε καὶ ἄλλοτε πάλι ἀποτυγχάνουµε. Ἄλλοτε με τὴν συµπεριφορά µας, τὴν ἀγάπη μας στὸν πλησίον, τὴν ἀνοχή μας, τὴν ὑποµονὴ μας, ἑλκύουµε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἄλλοτε κολλᾶμε στὴν γῆ καὶ λατρεύουµε τὴν ὕλη. Φυσικά, εἶναι ἄλλο πράγµα ἡ χρήση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἄλλο ἡ ὑποδούλωση σ᾽ αὐτά. Στὴν πρώτη περίπτωση γίνονται στὴν ζωή μας βοηθός. Στὴν δεύτερη γίνονται τύρρανος.
.          Ἡ ἀποτυχία, στὶς ἐξετάσεις τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτυχία σ᾽ αὐτές, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν πίστη ἢ τὴν ἀπιστία μας στὴν αἰωνιότητα: Ὅ,τι κάνουµε σ᾽ αὐτὴ τὴν γῆ, θὰ ἔχη τὴν προέκτασή του στὴν ἄλλη. Καὶ θὰ εἶναι μιὰ καταδίκη ἢ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ὅταν µέσα μας ριζώσει ἡ πίστη ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ συνέχεια αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς, τότε θὰ ἀγωνιζώµασθε γιὰ νὰ ἐπιτύχουµε στὶς ἐδῶ ἐξετάσεις. Αὐτὴ ἡ πίστη μᾶς ἀποµακρύνει ἀπὸ τὴν ὑλιστικὴ νοοτροπία καὶ μᾶς βοηθάει νὰ ὑπερβαίνουµε τὴν φιλαυτία μας καὶ νὰ ἐµπιστευώµασθε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

, , ,

Σχολιάστε