Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πηγή

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Οἱ δύο πορεῖες τῆς ζωῆς μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 

.                   Μὲ τὴ γέννησή μας ξεκινᾶμε δύο πορεῖες στὴ ζωή μας. Τὴ βιολογική μας πορεία στὴ γῆ καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὸν οὐρανό. Ξεκινᾶμε δυὸ πορεῖες σὲ παράλληλα μονοπάτια ποὺ θέλοντας καὶ μὴ τὶς ἀκολουθοῦμε, ἀφοῦ εἶναι πορεῖες πρὸς τὸ χρόνο. Ἡ πρώτη πορεία ἔχει ὁρισμένο τέλος σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουμε, ἀλλὰ μόνο ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης μας τὴ γνωρίζει. Ἡ δεύτερη εἶναι ἀτελεύτητη, ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη πορεία μας ἐφοδιαζόμαστε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια μὲ τὴ βοήθεια τῶν γονέων καὶ τῶν διδασκάλων μας, ὥστε νὰ τὴ διανύσουμε ὅσο γίνεται πιὸ ἀνώδυνα, μὲ περισσότερη γνώση, μὲ περισσότερα ἀγαθά, καὶ νὰ τὴν χαροῦμε μὲ τὶς ἐναλλαγές, τὶς περιπέτειες καὶ τὶς ἐμπειρίες ποὺ αὐτὴ μᾶς γεμίζει. Γιὰ τὴ δεύτερη, αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀτελεύτητη καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν θέσουμε σὲ προτεραιότητα ἐφοδιασμοῦ, δυστυχῶς, δὲν ἐνδιαφερόμαστε καὶ πολύ, νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμαστε καθόλου. Καὶ ὅμως ἡ ἐπιτυχὴς πρώτη πορεία προϋποθέτει καὶ τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴ δεύτερη.
.                   Βασικὸς ἐφοδιασμὸς γιὰ τὶς πορεῖες μας εἶναι τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ. Ἡ δίψα εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική. Ἔτσι, κάθε ὁδοιπόρος ἔχει πάντοτε μαζί του ἕνα παγούρι μὲ νερό, γιατὶ ὁ ἱδρώτας τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μᾶς κάνει νὰ διψοῦμε. Οἱ πορεῖες μας δὲν εἶναι ποτὲ σὲ δρόμο εὐθὺ καὶ ἐπίπεδο. Ἔχουν ἀνηφόρες καὶ κατηφόρες, ἔχουν κακοτράχαλα βουνά, ἔχουν ρεματιὲς καὶ χαράδρες, ἔχουν ἀμμουδερὲς καὶ ἄνυδρες ἐρήμους, ἔχουν σκαρφάλωμα σὲ πέτρες μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ βάτα καὶ τριβόλια. Σὲ κάθε στάση μας σηκώνουμε τὸ παγούρι μας καὶ πίνουμε νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε. Ὅμως τὸ περιεχόμενό του σύντομα ἐξαντλεῖται καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, γιὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας, νὰ ἀναζητήσουμε πηγὲς ὕδατος. Πορευόμαστε καὶ ψάχνουμε γιὰ γάργαρο, καθαρὸ νερό, νερὸ ἀνεφοδιασμοῦ μας, νερὸ ζωῆς, ἀφοῦ πάλι καὶ πάλι θὰ διψάσουμε καὶ δὲν θὰ πάψουμε νὰ πίνουμε μέρχι νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς πορείας μας.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη μας πορεία στὸ ταξίδι μας στὴ γῆ προσπαθοῦμε νὰ ἔχουμε πάντοτε ἢ νὰ βρίσκουμε στὸ δρόμο μας πηγὲς ὕδατος. Γιὰ τὸ δεύτερο, τὸ αἰώνιο τί κάνουμε; Γι’ αὐτὸ ἀδρανοῦμε; Δι’ αὐτὸ δὲν μεριμνοῦμε; Ἄλλοι ναί, ἄλλοι ὄχι! Ὅταν ὅμως ζητήσουμε τὸ νερὸ τῆς αἰωνιότητος, αὐτὸ θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴν ξαναδιψάσουμε ποτέ. Μὲ αὐτὸ ἡ πορεία τῆς ζωῆς θὰ γίνει πιὸ εὐχάριστη, δὲν θὰ νοιώθουμε μοναξιὰ στὸ ταξίδι μας καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε κάθε στιγμὴ μοναδικὴ μὲ τὸ μάτι ὄχι τῆς πρόσκαιρης πορείας μας, ἀλλὰ τῆς αἰώνιας. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐφοδιάσει μὲ αὐτὸ νερό; Μόνον ὁ Χριστός μας, ποὺ μᾶς λέει μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω». Μόνον αὐτὸς ποὺ μᾶς λέει: «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. δ´ 14).
.                   Τί ζητάει ὁ Χριστός μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὁδοιπόρους; Ζητάει νὰ τοῦ ποῦμε μαζὶ μὲ τὴ Σαμαρείτισσα: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ» (Ἰωάν. δ´ 15). Θὰ μᾶς πεῖ κάποιος: Θὰ τὸν βροῦμε τὸν Χριστό μας στὴν πορεία μας; Μά, βρίσκεται διαρκῶς δίπλα μας. Ἐμεῖς δὲν τὸν βλέπουμε, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀναζητοῦμε. Αὐτὸς γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τὴ Σαμαρείτισσα ἔκανε μακριὰ πορεία ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σὴ Σαμάρεια. Δὲν ὑπολόγιζε τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ οἱ σύγχρονοι κυβερνῆτες καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, οἱ πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ποὺ δὲν ὁδοιποροῦν, οὔτε ἀναζητοῦν τὸν πτωχὸ Ναζωραῖο, ἂν καὶ εἶναι δίπλα τους, γιὰ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Του! Ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα, ἀλλὰ ἔλεγε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η´ 20, Λουκ. θ´ 58). Ἐκεῖνον τὸν βλέπουμε νὰ πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο, νὰ βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, νὰ διασχίζει πεδιάδες καὶ βουνά, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Συχὲμ τῆς Σαμαρείας, νὰ δώσει νερὸ στὴ διψασμένη Σαμαρείτισσα. Γιὰ μία ψυχὴ σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια; Ναί, γιὰ μιὰ ψυχὴ ὁδοιπόρησε τόση ἀπόσταση, ἡ ὁποία, ὅμως, εἶναι πολὺ μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη, ἐκείνη τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνει ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β´ Βασ. 22, 10, Ψαλμ. 17, 10). Ἐνανθρώπησε ὁ Χριστός μας καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσει ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ διψασμένη, ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα, ὅπως τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωση, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ξεδιψάσει, νὰ τὴν ξεστρατίσει ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὴν σώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ σωτηρία, στὴν αἰώνια ἀπόλαυση.
.                   Τὸ νερὸ ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὴ δεύτερη πορεία μας, δὲν εἶναι ὑλικό. Εἶναι ἄϋλο. Καὶ μᾶς τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Χριστός μας, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εὐσπλαγχνίας Του, τῆς φιλανθρωπίας Του. Ὅταν ἐμεῖς τὸ ἀναζητήσουμε, τότε Ἐκεῖνος διανύει πρόθυμα καὶ χαρούμενα χιλιάδες χιλιάδων χιλιόμετρα, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ νᾶς ξεδιψάσει. Ἂς τοῦ τὸ ζητήσουμε, ὅπως ἡ Ἁγία Φωτεινή, ἡ Σαμαρείτισσα, λέγοντες: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, Κύριε»! Καὶ τότε θὰ συνεχίσουμε ἐπιτυχῶς τόσο τὴν πρόσκαιρη πορεία μας, ὅσο καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τὴ βεβαιοτητα ὅτι δὲν ὁδοιποροῦμε μόνοι μας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Καὶ ὄχι μόνο ἐμεῖς θὰ ξεδιψᾶμε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς Χάριτός Του θὰ ξεδιψάσουμε καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ δὲν γνωρίζουν τὴν ὕπαρξή Του. Θὰ γίνουμε Ἀπόστολοι, ὅπως ἡ Ἁγια Φωτεινή. Θὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο μας, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, στὰ σχολεῖα μας, στὴν πατρίδα μας, σὲ ἄλλα μέρη μακρινά, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὴν πορεία μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂν τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂν τὶς ἀνακουφίσουμε λέγοντάς τους, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ὅτι ἂν κάποιος πιεῖ ἀπὸ τὸ δικό Του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσει ποτέ, τότε στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα θὰ εἴμαστε εὐλογημένοι, χαρούμενοι, χωρὶς νὰ νοιώθουμε κόπωση καὶ θὰ ἔχουμε τὴν ἠθικὴ ἱκανοποίηση ὅτι μαζί μας συμπορεύονται καὶ ἄλλες ψυχὲς ξεδιψασμένες ἀπὸ τὸ «Ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 11).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΑΡΧΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ

«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΑΡΧΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ

Ἀπὸ τὸ τὸ βιβλίο τοῦ Παναγ. Τρεμπέλα:
«Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο»,
ἐκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 1990,
ἔκδ. τετάρτη, σελ. 145


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ἂν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας στὴν …θέση τῆς Σαμαρείτιδος «βάλουμε» τὴν Ἑλλάδα, εἶναι προφανέστατο τὸ νόημα…! Καὶ ἡ σειρά, ἡ τάξη τοῦ «πνευματικοῦ νόμου»!

.        Δὲν παρεκβαίνει τοῦ περὶ ὕδατος ζῶντος λόγου ὁ Κύριος ζητῶν ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα,ἵνα φωνήσῃ καὶ τὸν ἄνδρα αὐτῆς. Ὅ, τι εἶχεν εἴπει εἰς τὴν γυναῖκα περὶ ὕδατος ζῶντος, θὰ παρέμεινεν ἀκατανόητον εἰς αὐτήν, διότι δὲν εἶχε πεισθῆ αὕτη περὶ τοῦ ὅτι ἦτο ἔνοχος. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἀφυπνισθῇ ἡ συνείδησίς της, νὰ διανοιχθῇ τὸ ὑποκρυπτόμενον ἀπόστημα τῆς ἁμαρτίας καὶ τότε θὰ ἐγίνετο εὐκολώτερον ἀντιληπτὸν εἰς τὴν γυναῖκα τὸ φάρμακον τῆς χάριτος. Ὅσοι ζητοῦν τὰ ὕδατα τῆς χάριτος καὶ τῆς χαρᾶς, πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ᾽ ὄψει, ὅτι αἱ πρῶται σταγόνες τῶν ὑδάτων τούτων εἶναι τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. Ἡ γυνὴ ἐπεθύμει νὰ πίῃ ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ πίῃ ἀπὸ τὴν πηγὴν τῆς συντριβῆς, τὴν ὁποίαν ἦτο ἀπαραίτητο νὰ αἰσθανθῇ διὰ τὰς ἁμαρτίας της.

, ,

Σχολιάστε

70.000 ΙΤΑΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΙ ΣΤΟ ΙΣΛΑΜ!

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ κατωτέρω δημοσίευμα ἐπιβεβαιώνει ἄλλη μιὰ φορὰ ὄτι ὁ ἄνθρωπος δὲν χορταίνει εὔκολα καὶ ἀναζητᾶ, ἀκόμα κι ἀπὸ στραβομάρα, μόδα, οἶστρο, ἢ διαταραχή. Καὶ ἡ ἀναζήτηση αὐτή, ἀναζήτηση νοήματος ζωῆς μέσα ἀπὸ διαδρομὲς ἐπώδυνες ἀπελπισίας καὶ κρίσεως Ἀξιῶν δὲν κόβεται «σύρριζα», ὅσο κι ἂν οἰ Ἐργολάβοι τῆς Ἐγχώριας Ἀλλοτριώσεως προπαγανδίζουν τὸ ἀντίθετο.
.        Τὸ θέμα εἶναι νὰ ἐκπληρώνεται ἡ ἀναζήτηση καὶ νὰ ἀνευρίσκεται ἡ Πηγή (τὴν ὁποία τόσο βρώμισαν μὲ θεολογικὰ μπάζα οἱ χριστιανοὶ τῆς Δύσεως!). Καὶ αὐτὴ ἡ Πηγὴ τοῦ Ζῶντος Ὕδατος εἶναι ποὺ τοὺς ἐνοχλεῖ ὅλους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ λυσσαλέα τὴν πολεμοῦν. Ἀλλὰ τὴν ἀναζήτηση, ἔστω καὶ στὰ τυφλά, δὲν μποροῦν νὰ τὴν παρακάμψουν! Εἶναι ἀκατόρθωτο!

70.000 Ἰταλοὶ ἔχουν προσηλυτιστεῖ στὸ Ἰσλὰμ

.          Σύμφωνα μὲ τὴν Ucoi (ἡ Ἕνωση τῶν Ἰσλαμικῶν Κοινοτήτων στὴν Ἰταλία), περίπου 70.000 Ἰταλοὶ προσηλυτίστηκαν στὸ Ἰσλάμ, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ μία πραγματικὴ ἔκρηξη μεταστροφῶν ποὺ ὀφείλεται τόσο στὴν κρίση τῶν ἀξιῶν, ἀλλὰ καὶ στὴν οἰκονομικὴ κρίση στὴν Ἰταλία, ὅπως σχολίασε ὁ Elzir Izzedine κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκπομπῆς KlausCondicio στὸ Youtube, ἀπὸ τὸν Klaus Davi, ὁ ὁποῖος πραγματοποιεῖ μία ἔκθεση σχετικὰ μὲ τοὺς Ἰταλοὺς ποὺ ἐνστερνίζονται τὸ Ἰσλάμ. Ἡ Ucoi ἔκανε γνωστὰ μερικὰ δεδομένα: 70.000 Ἰταλοὶ προσηλυτίστηκαν στὸ Ἰσλὰμ καὶ αὐτὸ ποὺ φαίνεται περισσότερο εἶναι ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν Ἰταλῶν ποὺ ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τζαμιὰ γιὰ νὰ μελετήσουν τὸ Ἰσλάμ. «Εἶναι ἕνα ἀπολύτως θετικὸ γεγονός», σχολίασε ὁ Izzedine. «Ἂν σκεφτεῖτε ὅτι ὑπάρχουν ἤδη 150.000 μουσουλμάνοι μὲ ἰταλικὴ ὑπηκοότητα καὶ ἕνα ἑκατομμύριο μουσουλμάνοι κάτοικοι (μετανάστες), μπορεῖτε νὰ καταλάβετε ὅτι πρόκειται γιὰ μία ἄνευ προηγουμένου αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μουσουλμάνων».

ΠΗΓΗ: defencenet.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπαθανασίου,
ἱεροκήρυκος Μητροπολ. Ναοῦ Ἀθηνῶν 

.     Ὁ Ἰησοῦς κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθεται κοντὰ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ τῆς πόλης Συχάρ. Ἐκεῖ ἔρχεται ἡ Σαμαρείτιδα μὲ τὴν ὑδρία της, γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ νερό. Καί τότε διεξάγεται ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον καταπληκτικοὺς διαλόγους ποὺ ὑπάρχουν στὴ Καινὴ Διαθήκη. Ό Ἰησοῦς μιλάει μὲ τὴν Σαμαρείτιδα: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν, ὃς δ᾽ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 13). Καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη ἀκούει, ἐκπλήσσεται καὶ ζητᾶ: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰω. δ´ 15). Καὶ ὁ διάλογος συνεχίζεται.
.    Μπροστὰ ὅμως στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, στὸν Ζωοδότη Κύριο δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ὅπως ἦταν πρίν, ὅπως ἐρχόταν μὲ τὴν ὑδρία της στὸ φυσικὸ πηγάδι. Ἡ Σαμαρείτιδα φωτίζεται, μετανοεῖ καὶ σώζεται. Γίνεται φωτεινὴ στὴν καρδιὰ καὶ Φωτεινὴ στὸ ὄνομα. Εἶχε πλέον ξεδιψάσει ἡ ψυχή της στὴν Αἰώνια Πηγή. Ἂν ἡ Εὕα τὴν ἕκτη ὥρα «ἐξελήλυθεν ἐκ τοῦ Παραδείσου, ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως», τώρα, τὴν ἄλλη ἕκτη ὥρα, ἡ Σαμαρείτιδα «ἐπὶ τὴν πηγήν… ἤγγικεν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ἣν ἰδὼν ἔφη ὁ Σωτήρ· Δός μοι ὕδωρ πιεῖν, κἀγὼ ὕδατος ἁλλομένου ἐμπλήσω σε».
.   Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἄνθρωπος δὲν σταμάτησε νὰ ψάχνει γιὰ τὸ φρέαρ τοἸακώβ. Ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναζητᾶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητος, τὴν ἀέναο πηγή, τὴν αἰώνια πηγή. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος διψᾶ. Διψᾶ καὶ ξαναδιψᾶ. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Παράδεισο, τόσο ἡ δίψα του μεγαλώνει. –

-Διψᾶ ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ὅταν φιλοσοφεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Διψᾶ, ὅταν βουτηγμένος στὴν εἰδωλολατρία ἀναζητᾶ τὸν «ἄγνωστο Θεό».

-Διψᾶ ὁ διανοούμενος, ὅταν μελετᾶ καὶ ψάχνει στὰ βιβλία του νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν ὄντων, ὅταν προσπαθεῖ νὰ φτιάξει ἰδεολογίες, πολιτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές, ὅταν ἀναζητεῖ συνθήματα ζωῆς.

-Διψᾶ ὁ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, ὅταν γυρεύει ὅλο πιὸ ἐπίμονα νὰ βρεῖ τὸ καλλίτερο προϊόν, ἴσως τὸ ἀκριβότερο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν ξεραΐλα τῆς ψυχῆς του.

-Διψᾶ ὁ τραγουδιστὴς ἐκεῖνος, ὅταν τραγουδᾶ τὴν μελαγχολία του, τὴν ἀπογοήτευσή του, τοὺς καημούς του, ὅταν περιορίζεται στὸ αἰσθησιακό του τραγούδι.

-Διψᾶ ὁ νεολαῖος ἐκεῖνος, ὅταν «σπινιάρει» μὲ τὴν μηχανή του. Ὅταν ρουφᾶ τὸ ποτὸ καὶ ὅταν ἀκόμη λικνίζεται στὰ κλάμπ.

-Διψᾶ ὁ νεοέλληνας ἐκεῖνος, ὅταν ψάχνει ἕναν τρόπο ζωῆς, ὅταν τρέχει διαρκῶς μὲ τὸ ἄγχος χαραγμένο στὸ πρόσωπό του, ὅταν καταντάει δοῦλος στὸ μαγκανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς καὶ μόνο.

-Διψᾶ ὁ δυτικὸς ἀνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κὰντ καὶ τοῦ Χέγκελ μέχρι τοὺς καιροὺς τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Σάρτρ.

 – Διψᾶ καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ πρώην ἀνατολικοῦ μπλόκ, ὅταν τώρα εἶναι ἐλεύθερος ἐξωτερικὰ ἀλλὰ δεσμευμένος ἐσωτερικά. Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς μηδενισμὸς στὸ βάθος του κρύβει τὴν δίψα του γιὰ τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ αἰώνιο. Ὅσο προσπαθεῖ ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος νὰ κενώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσει στὴν θέση του εἴτε τὸν ἄνθρωπο, εἴτε τὴν φύση, εἴτε τὴν μηχανή, εἴτε τὸ χρῆμα, εἴτε τὶς ἰδέες του, τόσο ἠ τραγική του δίψα μεγαλώνει καὶ ἡ φθορὰ τοῦ κατατρώγει τὰ σωθικά. Τὸ ἀνικανοποίητο κενὸ τῆς ὕπαρξής του παραμένει.

.    Γι᾽ αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἀνήσυχη εἶναι ἡ ψυχή μας, ὦ Θεέ, μέχρις ὅτου Σὲ βρεῖ καὶ ἀναπαυθεῖ σὲ Σένα».
.   Δίψα, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὸ νόημα τῆς ὕπαρξης, γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνω, γιὰ τὸ αἰώνιο. Δίψα πνευματική, ποὺ ζητᾶ ὁ καθένας νὰ τὴν ὑπερβεῖ, νὰ τὴν καταλύσει, νὰ τὴν σβήσει. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι πληθωρικός, ἀνίσχυρος, ξηρὸς καὶ ἐφήμερος. Εἶναι λόγος ζωντανός, οὐσιαστικός, αἰώνιος, θεϊκός. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ὕδωρ ὅποιος πιεῖ, «οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 14). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλη καρποφορία. «Τὸ ὔδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. δ´ 14).
.  Τὸ ὁλόδροσο ὕδωρ τῆς Θείας Χάριτος τὸ ἔχει μόνον ὁ Χριστός. Τὰ φρυγμένα χείλη τοῦ τραγικὰ ἀποστασιοποιημένου συγχρόνου ἀνθρώπου μόνο σ᾽ αὐτὴν τὴν αἰώνια Πηγὴ μποροῦν νὰ δροσισθοῦν. Μέχρις ὅτου ὅμως γίνει αὐτό, ἡ περιπλάνηση στὴν ἔρημο θά ᾽ναι ὀδυνηρή.

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

1. ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

.     Εἶναι καταμεσήμερο καὶ λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Σαμάρειας Συχάρ, στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, ὁ Κύριος κάθεται νὰ ξεκουραστεῖ. Ὁ τόπος ἔρημος, μὰ κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει μὲ τὴν στάμνα της γιὰ νὰ πάρει νερό. Καθὼς τὴν βλέπει ὁ Κύριος, τῆς λέει: «Δῶσ᾽ μου νὰ πιῶ». Ἡ γυναίκα ἀπορεῖ: «Πῶς ἐσὺ τολμᾶς καὶ ζητᾶς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκρίνεται: «Ἐὰν γνώριζες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ποιὸς σοῦ ζητᾶ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ποὺ δὲν στερεύει ποτέ». Ἡ γυναίκα δὲν κατάλαβε καὶ ρωτᾶ: «Κύριε, οὔτε στάμνα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ ἀστείρευτο νερό;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾶ: «Καθένας ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τοῦ πηγαδιοῦ, θὰ διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν ψυχή του ἀστείρευτο νερὸ γιὰ νὰ τοῦ χαρίζει ζωὴ αἰώνια». –Κύριε, δῶσ᾽ μου τὸ νερὸ αὐτό, παρακαλεῖ ἔκπληκτη ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ μὴ διψῶ ποτέ. Ὁ Κύριος τότε τῆς λέει: «Πήγαινε καὶ φέρε ἐδῶ καὶ τὸν ἄνδρα σου». «Δὲν ἔχω ἄνδρα», ἀπαντᾶ ἐκείνη. Κι ὁ παντογνώστης Κύριος τῆς ἀποκαλύπτει ὅλη της τὴ ζωή: «Ἀλήθεια εἶπες. Πέντε ἄνδρες ἔχεις πάρει, κι αὐτὸς ποὺ τώρα ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου». Ἡ γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ὅτι εἶσαι προφήτης. Πές μου, ποῦ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὸν Θεό, στὸ βουνό μας Γαριζεὶν ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα;» Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «Σὲ λίγο καιρὸ οὔτε μόνο στὸ Γαριζεὶν οὔτε μόνο στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, κι ὅσοι Τὸν λατρεύουν, πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦν μὲ ἀφοσίωση καὶ ἐπίγνωση». Λέει σ᾽ αὐτὸν ἡ γυναίκα: «Γνωρίζω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα». –Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας! ἀπαντᾶ ὁ Κύριος. Ἡ γυναίκα τότε ἐνθουσιασμένη ἄφησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ, ἔφυγε στὴν πόλη καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;» Καὶ οἱ Σαμαρεῖτες ἄρχισαν νὰ ἔρχονται πρὸς τὸ πηγάδι, νὰ δοῦν τὸν Κύριο σὰν τὰ διψασμένα ἐλάφια πρὸς τὴν πηγή. Ποιὸ ὅμως εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα; Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος πῆρε ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ φυσικὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ καὶ τὴ φυσικὴ δίψα κάθε ἀνθρώπου γιὰ νὰ διδάξει τὸ μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ζέστη τοῦ μεσημεριοῦ, ὁ ἔρημος τόπος, τὸ πηγάδι, ἡ στάμνα, τὸ νερό, ἡ δίψα, ὅλα συνετέλεσαν ὡς εἰκόνες γιὰ νὰ περιγράψει ὁ Κύριος τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος, χωρὶς τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει. Καὶ ὀνομάζει ὁ Κύριος τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ κάθε μολυσμό, τὴν ξεκουράζει καὶ τὴ δροσίζει ἀπὸ τὸ λίβα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ τὴ ζωογονεῖ, ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς ἀνώτερους πόθους της, τὴ γεμίζει μὲ ὅλες τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μεταγγίζει ζωὴ αἰώνιο. Καὶ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς ζωῆς μᾶς τὸ παρέχει ὁ Κύριος ὄχι στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ ἀλλὰ στὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Ἐκεῖ μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια μᾶς μεταγγίζει ζωή, μᾶς παρέχει ἄφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μᾶς ἀναγεννᾶ σὲ νέα ζωή, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία ἔγινε στὸ ἑξῆς ἀφοσιωμένη μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ἰσαπόστολος, ἁγία, ἡ ἁγία Φωτεινή. Καὶ ἔτρεξε στὰ πέρατα τῆς γῆς γιὰ νὰ μεταδώσει τὸ μυστήριο ποὺ ἔζησε, τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος.

2. ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

.    Μόλις ἐπέστρεψαν οἱ μαθητὲς στὸ πηγάδι, παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φάει κάτι. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: «Δική μου τροφὴ εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, νὰ ἐργάζομαι τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σηκῶστε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε τὰ πλήθη τῶν Σαμαρειτῶν ποὺ ἔρχονται. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι πνευματικὰ χωράφια ἕτοιμα γιὰ θερισμό. Οἱ προφῆτες πρὶν ἀπὸ ἐμένα κι ἐγὼ κατόπιν ἔσπειρα σ᾽ αὐτὰ καὶ θὰ θερίσετε ἐσεῖς. Ὅπως καὶ στὸ μέλλον, θὰ σπείρετε ἐσεῖς καὶ θὰ θερίσουν οἱ διάδοχοί σας». Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἔφθασαν στὸ πηγάδι, ἄκουγαν μὲ πόθο τὰ λόγια τοῦ Μεσσία· καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει γιὰ πάντα μαζί τους. Καὶ ὁ Κύριος ἔμεινε στὴν πόλη τους δυὸ μέρες καὶ τοὺς δίδαξε μεγάλες ἀλήθειες. Καὶ πίστεψαν σ᾽ Αὐτὸν πολλοὶ καὶ ὁμολογοῦσαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός. Οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν ἕνα πνευματικὸ χωράφι ἕτοιμο γιὰ θερισμό. Πλῆθος ψυχῶν ποὺ ποθοῦσαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ σωθοῦν. Γι’ αὐτὸ παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ μείνει στὴν πόλη τους. Δὲν εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα. Ἕνα τοὺς συγκλόνισε, ἡ μεταστροφὴ τῆς συμπατριώτισσάς τους. Καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὴ χάρη του τοὺς βοήθησε νὰ πιστέψουν καὶ νὰ μετανοήσουν. Ἀλλὰ οἱ Σαμαρεῖτες ἐκεῖνοι ἀποτελοῦσαν μία προτύπωση, μιὰ εἰκόνα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Μιᾶς ἀνθρωπότητος, ποὺ χωρὶς συχνὰ νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ, διψᾶ νὰ ἀκούσει τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ ξεδιψάσει ἀπὸ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς. Πόσοι ἄνθρωποι καὶ σήμερα βρίσκονται στὴν ἄγνοια, στὴν πλάνη, στὸ σκοτάδι! Καὶ ζητοῦν λίγη χαρά, λίγη ἀνάπαυση. Ζητοῦν κάπου νὰ πιαστοῦν, κάπου νὰ βροῦν λίγη ἐλπίδα, λίγο φῶς. Κι ἔχουμε χρέος ὅλοι μας νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς Σαμαρείτιδος. Νὰ μιλήσουμε σ᾽ αὐτοὺς μὲ τὸ λόγο μας καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ ψυχὲς πολλὲς καὶ περιμένουν. Εἶναι ἕτοιμες γιὰ θερισμό. Κάποιος πρέπει νὰ τρέξει κοντά τους.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 1979, 15.05.2009

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε