Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πεντηκοστή

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

.              Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία δὲν «ἱδρύθηκε», ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ ἔγινε Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων, κτισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν Του προϋπῆρχε στὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ (Ἐκκλησία τῶν «πρωτοτόκων», Ἑβρ. ιβ´ 22-23), ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ὁρατοῦ καὶ ὑλικοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει μὲ τὴν δημιουργία τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἀγγέλων.
.           Ὡς θεολογικὴ διευκρίνηση παρατίθεται τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα

Νίκου Ματσούκα,
Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´,
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985,
σελ. 367-368.
Ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.             «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ ἱστορική της πραγμάτωση εἶναι προορισμένη πρὸ καταβολῆς κόσμου. Μετὰ ἀπὸ διαδοχικὲς φάσεις (Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων, Ἐκκλησία τῶν Πρωτοπλάστων, Ἐκκλησία τοῦ περιουσίου Λαοῦ) ἡ ἱστορικὴ πραγμάτωση γίνεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου).
.             Μιὰ νέα φάση τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιφοίτητση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, ὁ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, «ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἠμέραν» αὐτή, «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἐδῶ ἔχουμε τὴν τελειότερη φανέρωση μιᾶς φάσης τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς μὲ τὴν φάση αὐτὴ ἀποσοβεῖται ἡ ἐκθεμελίωση ἢ μᾶλλον ὁ κίνδυνος τῆς ἐκθεμελιώσεως τοῦ κόσμου, μὲ τὴν κατασκευὴ «καινῶν θεμελίων», «καινῆς κτίσεως». Ἡ ἐνσαρκος πολιτεία τοῦ Λόγου ἔχει συντελέσει ἐν τῷ μεταξὺ στὴ στερέωση τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴν τελικὴ εἴσοδο στὴ δόξα τῆς θείας βασιλείας. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν φανέρωση τούτης τῆς δόξας καὶ τὴν τρανότερη ἐλπίδα, καὶ ὁ ἱστορικὸς καὶ οἰκουμενικὸς παράγοντας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πῆρε θεμελιακὲς καὶ εὐρύτερες διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου σημαδεύει πιὰ τὸ κέντρο τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας, καὶ τὸ μήνυμα τῆς οἰκουμενικότητας, ἀκόμα καὶ τῆς ἴδιας τῆς συμπαντικότητας, γίνεται περισσότερο ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο. Ὁ ἑνοποιητικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Παρακλήτου στὴν προκειμένη περίπτωση παίρνει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὶς καθολικὲς διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κηρύττει πιὰ ἔντονα καὶ ἀνοιχτὰ τοῦτο τὸν ἑνοποιητικὸ ρόλο, ὅπως ἀκριβῶς ἐπισημαίνει τὸ στόμα τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ ἡ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ορτ τς γίας Τριάδος ἡ Πεντηκοστή

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 336-338,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ μ τν κάθοδο το γίου Πνεύματος μαθαίνουμε τι Θες εναι Τριαδικός. Καὶ προηγουμένως τόσο στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, σκιωδῶς, ὅσο καὶ στὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι μάθαιναν τὸ Τριαδικὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπέκτησαν ἐμπειρικὴ πείρα τῆς τριαδικῆς ὑποστάσεώς του κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Ἔτσι, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἑορτὴ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας.
.                 Κάνοντας λόγο γιὰ ὀρθόδοξη θεολογία λέμε ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ λόγος περὶ τοῦ Θεοῦ (θεολογία) καὶ ἄλλος ὁ λόγος περὶ τῆς ἐνσαρκώσεως (οἰκονομία). Ἑπομένως, τν μέρα τς Πεντηκοστς θεολογομε ρθόδοξα, γιατί μαθαίνουμε τι Θες εναι Τριαδικός, Πατήρ, Υἱὸς κα γιον Πνεμα. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ διδασκαλία ὁ Πατὴρ εἶναι ἄναρχος, ἀναίτιος καὶ ἀγέννητος, δηλαδὴ δὲν ἔχει ἀπὸ κανέναν τὴν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς Του. Ὁ Υἱὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς, τὸ δὲ Ἅγιον Πνεῦμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐκπορευτῶς. Αὐτοὶ οἱ ὅροι, ἀγεννησία, γέννηση καὶ ἐκπόρευση, μᾶς ἀποκαλύφθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς κατανοήσουμε λογικά, γι’ αὐτὸ καὶ πάλι παραμένουν μυστήριο. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ διαφορετικὸ τρόπο, δηλαδὴ ἔχουν ἰδιαίτερο ὑποστατικὸ ἰδίωμα, τρόπο ὑπάρξεως, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία μὲ Αὐτόν.
.                 Παρὰ τὸ ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι προβολεύς, ὁ Υἱὸς γέννημα τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πρόβλημα, δηλαδὴ ἐκπόρευμα, ἐν τούτοις ἔχουν τὴν ἴδια φύση-οὐσία καὶ δόξα-ἐνέργεια. Καὶ τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁμοούσια, ὁμόδοξα, ὁμοδύναμα, καὶ κανένα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Δηλαδή, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι μικρότερης ἀξίας ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ Πρῶτο, Δεύτερο καὶ Τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν τὰ ἀξιολογοῦμε κατὰ τὴν ἀξία, τὴν ἀνωτερότητα καὶ τὴν δύναμη, ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς τους (Μ. Βασίλειος). Τελικά, ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνθρώπινες ἔννοιες καὶ λέξεις εἶναι ἀδύνατες νὰ διατυπώσουν τὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.                   Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔζησαν αὐτὸ τὸ μυστήριο, ὅσο ἦταν δυνατόν, κατὰ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει λόγο γιὰ τρία φῶτα, τὰ ὁποῖα τὸν περιέλαμψαν κατὰ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ εἶχε. Γράφει: «Οὐ φθάνω τὸ ἓν νοῆσαι, καὶ τοῖς τρισὶ περιλάμπομαι, οὐ φθάνω τὰ τρία διελεῖν καὶ εἰς τὸ ἓν ἀναφέρομαι».
.                Τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μιλώντας στοὺς Μαθητάς Του εἶπε ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ πέμπεται ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο (Ἰω. ιε´, 26). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν συμμετέχει στὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ συμμετέχει στὴν πέμψη καὶ ἀποστολή του στὸν κόσμο, καὶ αὐτὴ ἡ πέμψη εἶναι ἡ κατ’ ἐνέργειαν φανέρωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι πέμπεται δι κα κ το Υο, μόνον κατ τν νέργεια κα φανέρωσή Του στν κόσμο, κα χι κατ τν κατ’ οσίαν παρξή Του. λλο παρξη το γίου Πνεύματος κα λλο κατνέργειαν φανέρωσή Του.
.                 Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀπροσδεὴς καὶ γεννᾶ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, ἀϊδίως, ἴσον μὲ τὸν ἑαυτό Του Θεό, τὸν Υἱό, καὶ ἴσον ἐκπορεύει Θεό, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἡ θεότητα μὲ τὴν διαίρεση τῶν Προσώπων, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένη ἀσυγχύτως μὲ τὴν ἀπαρίθμηση τῆς Τριάδος. Τὸ ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι νεώτερα ἀπὸ Αὐτόν, ἀφοῦ δὲν παρεμβάλλεται χρόνος μεταξύ τῆς ἀγεννησίας τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ, ὅπως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀΐδια, συνάναρχα, ὁμοταγῆ καὶ ὁμότιμα.

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΥΡΙΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΟΙ ΠΥΡΙΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2156, 01.06.17

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Τὸ περίμεναν ὅλοι μαζὶ οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Δὲν ἠξεραν ὅμως τὴν ἡμέρα ἄλλὰ οὔτε καὶ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἔκανε αἴσθητὴ τὴν παρουσία Του. Καὶ ἦρθε ξαφνικά, τὴν πεντηκοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀκούστηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φοβερὴ βοἠ, δυνατή, σὰν νὰ ἦταν ἰσχυρὸς καὶ ὁρμητικὸς ἄνεμος. καὶ μετὰ εἶδαν μπροστά τους οἱ ἄγιοι Ἀπόστολοι παράδοξο θέαμα: Μιὰ γλῶσσα πύρινη κάθισε στὴν κεφαλὴ κάθε Ἀποστόλου ξεχωριστά (βλ. Πράξ. β´ 3). Ὅλο αὐτὸ δὲν ἦταν μόνον μιὰ ἁπλὴ ἐξωτερικὴ εἰκόνα. Ἀλλὰ καὶ μιὰ βεβαίωση. ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι δραστικὸ σὰν τὴν φλόγα τῆς δυνατῆς φωτιᾶς.
.            Καὶ πρῶτα ἔνιωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴν φωτιστικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ξαφνικὰ ἔφυγαν τὰ σκοτεινὰ νέφη, ποὺ ἔπνιγαν τὸν νοῦ τους καὶ ἁπλώθηκε ἕνα οὐράνιο γαλήνιο φῶς, ποὺ ἔφερε τέτοια διαύγεια κρυστάλλινη στὴν ἀδύνατη καὶ πτωχὴ μνήμη τους, ὥστε θυμήθηκαν μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια ὅλα ὅσα εἶχαν ζήσει καὶ ἀκούσει κοντὰ στὸν θεῖο Διδάσκαλο. Καὶ ὅσα ἀπὸ αὐτὰ τοὺς ἦταν ἀκατάληπτα ἢ αἰνιγματικά, τώρα γίνονταν μέσα τους σαφὴ καὶ κατανοητά. Τώρα ἀντιλήφθηκαν τὸ βάθος καὶ τὴ λυτρωτικὴ σημασία τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας. Τώρα ἐκπληρωνόταν ἡ μεγάλη ὑπόσχεση, ποὺ εἶχαν ἀκούσει ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο θὰ τοὺς «ὑπομνήσει», θὰ τοὺς θυμίσει καὶ θὰ τοὺς «διδάξει» τὰ πάντα (Ἰω. ιδ΄ [14] 26).
.             Πόσο εὐτυχισμένη κατάσταση βιώνουν τώρα οἱ Μαθητές! Δὲν φοβοῦνται νὰ μὴ λαθεύσουν ἢ ἀστοχήσουν στὰ θεῖα τους σωτήρια κηρύγματα. Σὲ λίγο θὰ ἀρχίσουν νὰ μιλοῦν χαρισματικὰ καὶ νὰ σαγηνεύουν καὶ νὰ φωτίζουν τὸν κόσμο μὲ τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας τοῦ Χριστοῦ. Θὰ προχωροῦν μὲ χαρά, διότι ἔχουν πλέον ὁδηγό – φῶς τὸ ἀλάνθαστο Πανάγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ εἰς «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ις΄ [16] 13)· καὶ θὰ τοὺς ἀσφαλίζει ἀπὸ κάθε πλάνη ἢ αἵρεση καὶ θὰ τοὺς ὑπαγορεύει μυστικὰ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ θὰ ἔδιναν στοὺς πολέμιους διῶκτες τους.
.            Τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου γεύθηκαν καὶ τὴν καθαρτικὴ ἐμπειρία τῆς φλόγας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ φωτιὰ ἔχει δύναμη καθαρτική. Ἀπ’ ὅπου περάσει, καθαρίζει, ἐξαγνίζει καὶ ἀπολυμαίνει τὰ πάντα. Τὴ γῆ τὴν κάνει καινούργια, ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ τὴ σπορά. Τὰ μέταλλα τὰ κάνει νὰ λάμπουν καὶ τὸ νερὸ νὰ πίνεται ἄφοβα, διότι τὸ καθαρίζει ἀπὸ τὰ μικρόβια.
.             Μιὰ τέτοια καθαρτικὴ φωτιά, πνευματικὴ στὴ φύση της, ἄγγιξε τὶς καρδιὲς τῶν Μαθητῶν τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Καὶ ὅ­λα τὰ παλαιὰ τὸ «πῦρ» τῆς Πεντηκο­στῆς τὰ ἔκαψε, τὰ ἐξαφάνισε. Ἐπέφερε ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγή. Καὶ ἀφοῦ καθάρισε τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, τοὺς ἀ­νέδειξε νέες ὑπάρξεις, «καινοὺς» ἀν­θρώπους, ἀναγεννημένους. Καὶ τοὺς πα­ρέ­δωσε στὴν Ἐκκλησία ἐξαγνισμένους, «λάμποντας, ἀστράπτοντας, ἠλ­λοι­ωμένους».
.             Μὲ νέα φρονήματα οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ξεκινοῦν πλέον τὸ μεγάλο τους ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν μέχρι τὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς. Ζοῦν τὴ νέα ζωὴ τοῦ Πνεύματος μὲ αὐστηρὴ συνέπεια. Ζοῦν μὲ καθαρότητα καὶ ἁγιότητα, μὲ ὁ­λοκληρωτικὴ αὐταπάρνηση καὶ βαθιὰ ταπεινοφροσύνη. Γίνονται ἐκπληκτικὰ ἀντίγραφα τοῦ θείου Διδασκάλου, αὐθεντικὰ πρότυπα ἀρετῆς. Ὁδηγοὶ ποὺ ζοῦν μέσα στὴν ἔνθεη Χάρι τῆς «ἄλλης βιοτῆς».
.            Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο! Θεῖο ζωοποιὸ δῶρο στὴ βασανισμένη γῆ μας. Δὲν συγκροτεῖ μόνο τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συγκροτεῖ καὶ συγ­κρατεῖ καὶ τὴν πνευματικὴ ὕπαρξη καθενὸς Χριστιανοῦ ξεχωριστά. Αὐτὴ τὴ θεϊκὴ πύρινη φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κρύβεται στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ ποὺ μᾶς δόθηκε δωρεὰν ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Κύριο τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε καὶ χρισθήκαμε μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα, ἂς μὴν τὴν σβήνουμε ποτέ. «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19), μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Σβήνει καὶ ἀδυνατίζει ἡ φλόγα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παραδίδει τὸν ἑαυτό του ἑκούσια στοὺς ἀνέμους τῶν πειρασμῶν καὶ ἀφήνεται νὰ ἁλυσοδένεται μὲ τοὺς κρίκους τῶν παθῶν.
.           Ἂς δεχθοῦμε λοιπὸν μὲ εὐγνωμοσύνη τὸ θεῖο δῶρο τῆς πύρινης φλόγας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἂς τὴν ἀφήσουμε νὰ ἐνεργεῖ τὰ δραστικά της θαύματα μὲ τὴν φωτιστικὴ καὶ καθαρτική της δύναμη. Καὶ πορευόμενοι πάντοτε «τῷ πνεύματι ζέοντες» (Ρωμ. ιβ΄ [12] 11), νὰ ἀποδεικνυόμαστε καθημερινὰ ἄξιοι πιστοὶ δοῦλοι Του.

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ καὶ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚῼ ΝΑῼ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚῼ ΝΑῼ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ
ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ
ΕΝ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΙᾼ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ
ΤΩΝ ΑΓΙΩΤΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

(Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, 19 Ἰουνίου 2016)

* * *

.            Μακαριώτατοι καὶ Ἁγιώτατοι ἀδελφοὶ Προκαθήμενοι τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρε, Ἀντιοχείας κ. Ἰωάννη, Ἱεροσολύμων κ. Θεόφιλε, Μόσχας κ. Κύριλλε, Βελιγραδίου κ. Εἰρηναῖε, Βουκουρεστίου κ. Δανιήλ, Σόφιας κ. Νεόφυτε, Γεωργίας κ. Ἠλία, Κύπρου κ. Χρυσόστομε, Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμε, Βαρσοβίας κ. Σάββα, Τιράνων κ. Ἀναστάσιε καὶ Πρέσωβ κ. Ρωστισλάβε μετὰ τῶν τιμίων συνοδειῶν Ὑμῶν,
.            Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
.            Ἱερώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Κρήτης κύριε Εἰρηναῖε μετὰ τῶν περὶ ὑμᾶς Ἱερωτάτων καὶ προσφιλεστάτων ἀδελφῶν, τῶν συγκροτούντων τὴν Ἱερὰν Ἐπαρχιακὴν Σύνοδον τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας,
.            Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
.            Εὐλογημένε ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης Ὀρθόδοξε Κλῆρε καὶ Λαέ,
.            Ἡμέρα χαρμόσυνος ἀνέτειλε σήμερον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑορτά-ζομεν τὴν ἱστορικὴν φανέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖον συγκροτεῖ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, καὶ συναντώμεθα πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί, ἐκπρόσωποι πασῶν τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἐν λειτουργικῇ συνάξει καὶ ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ χρέος καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμον καὶ πρὸς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, συγκαλοῦντες τὴν ἡμετέραν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον.
.            Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἡμέρα ἑνότητος, καθὼς εἴμεθα ὅλοι ἡνωμένοι ἐν τῇ πίστει καὶ ἐν τοῖς μυστηρίοις, διὰ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ λειτουργικῆς συνάξεως πάντων ἡμῶν καὶ τῆς συναντήσεως «ἐν τῇ κλάσει τοῦ Ἄρτου». Ἡ Θεία Εὐχαριστία ἀληθῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἑνότητα καὶ καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.
.            Τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη ἐν Ἱεροσολύμοις, ἐσηματοδότησε τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθεσε τὰς βάσεις διὰ τὸν ἁγιασμὸν ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας. Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ βαπτισθέντες τότε ὑπ᾿αὐτῶν τρεῖς χιλιάδες χριστιανοὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρώτην Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία εἶναι μία θεανθρωπίνη πραγματικότης τοῦ Χριστοῦ, παροῦσα εἰς πάντα τὰ μέλη αὐτῆς. Σήμερον πληρούμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐμπνεύσεως τῶν πυρίνων γλωσσῶν, ὑπὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καὶ εἴμεθα μία Ἐκκλησία, ἓν σῶμα, καίτοι προερχόμεθα ἐκ διαφορετικῶν ἐθνικῶν, γλωσσικῶν καὶ πολιτιστικῶν παραδόσεων. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (πρβλ. Ρωμ. η΄, 29), εἶναι παρὼν ἐν τοῖς μέλεσιν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν.
.            Σήμερον λαμβάνει ἐκπλήρωσιν ὁλόκληρος ὁ σκοπὸς τῆς Θείας Οἰκονομίας. Διότι, ἐν τῇ Πεντηκοστῇ καὶ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν «ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου» (Ρωμ. ε΄, 5). Εἷς εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πάντες ἡμεῖς εἴμεθα αἱ ἀρθρώσεις καὶ τὰ μέλη Αὐτοῦ: «πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 11).
.            Ἐντὸς τῆς διαφορετικότητός μας, ἑκάστη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἕκαστος ὀρθόδοξος πιστός, εἴμεθα ἡνωμένοι εἰς ἓν σῶμα, ἕκαστος μὲ τὰ ἰδικά του χαρίσματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ὑποβλέπωμεν τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ χαιρώμεθα ὡς νὰ εἶναι ἰδικά μας: «Ὅν ὁ ἀδελφός μου κτᾶται θησαυρόν … κἀγώ ἔχω», ἀποφαίνε-ται Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (Πνευματικαὶ Ὁμιλίαι 3, 2, ΒΕΠΕΣ, 41, σελ. 156).
.            Κάθε Ὀρθόδοξος τοπικὴ Ἐκκλησία ἔχει τὸν ἰδικόν της θησαυρὸν καὶ αὐτὸν προσφέρει εἰς τὸν Χριστόν. Οἱ ὀφθαλμοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ εἴπουν εἰς τὰς χεῖρας «δὲν σᾶς ἔχομεν ἀνάγκην», οὔτε ἡ κεφαλὴ εἰς τοὺς πόδας. Δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας κάποια τοπικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν σημασίαν της, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τὴν ἀνάγκην ἑκάστου μέλους αὐτῆς καὶ οὔτε ἓν μέλος νὰ ὑπάρχῃ αὐτοτελῶς καὶ αὐτοδέσποτον, ὡς ἐπιχειρεῖται ὑπὸ τῶν ἐκτὸς αὐτῆς κατὰ τοὺς ἀποκαλυπτικοὺς τούτους ἰδίᾳ χρόνους. Ἡ στρατευομένη ἐν τῷ κόσμῳ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συνεχίζει ἀεννάως τὸ ὑπερῶον τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι μας, τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦμεν σήμερον πάντες ἡμεῖς, ἀδελφοὶ τιμιώτατοι. Ἀποτελοῦμεν τὸ μυστικὸν σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενον εἰς τὸν αὶῶνα καὶ ἀπαλλάσσον τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὰς ποικίλας βασάνους καὶ τὰ ἀδιέξοδα, καὶ ἑνούμεθα μετὰ τῆς ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησίας, πληροῦντες τὴν οἰκονομίαν Θεοῦ καὶ ἑνοῦντες τὰ ἐπὶ γῆς τοῖς οὐρανίοις (βλ. Κοντάκιον ἑορτῆς Ἀναλήψεως). Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
.            Συγχρόνως, ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἡμέρα κραυγῆς πρὸς τὸν ἀγαθὸν Παράκλητον, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ σκηνώσῃ ἐν ἡμῖν καὶ νὰ μᾶς τηρῇ ἐν τῇ Αὐτοῦ Ἀληθείᾳ καὶ ἐν τῷ Ἑαυτοῦ ἁγιασμῷ, κατὰ τὴν ἐναγώνιον προσευχὴν τοῦ Κυρίου μας εἰς τὸν κῆπον τῆς Γεθσημανῆ. Τὸ Κυριακὸν τοῦτο αἴτημα, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῦται κατὰ τὴν μεγάλην ταύτην ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ἐνταῦθα, εἶναι καὶ παραμένει τὸ πρώτιστον πανανθρώπινον αἴτημα ἐντὸς ἑνὸς διῃρημένου καὶ ἀλληλοσπαρασσομένου κόσμου, διψῶντος τὴν ἑνότητα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ παρέδωκεν Ἑαυτὸν ἵνα πάντες ζωὴν ἔχωμεν καὶ περισσὸν ἔχωμεν.
.            Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ἔχουσα τὴν μεγίστην δωρεὰν καὶ εὐλογίαν νὰ κατέχῃ τὸν θησαυρὸν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ διαφυλάττῃ ἀκεραίαν τὴν δωρεὰν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖον «πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην» (Σοφ. Σολ. α΄, 7), ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον μαρτυρίαν ἀγάπης καὶ ἑνότητος καὶ νὰ ἀποκαλύψῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἐν αὐτῇ κεκρυμμένην ἐλπίδα. Βεβαίως, δὲν ἐπαιρόμεθα διὰ τὴν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Αἰσθανόμεθα τὸ μοναδικὸν μεγαλεῖον της, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπικὴν ἀδυναμίαν καὶ ἀναξιότητά μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐπαρκεῖ ὅταν παραμένῃ εἰς θεωρητικὸν ἐπίπεδον. Ἐπιβάλλει ἀνταπόκρισιν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς ζωῆς, εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς πολὺ ὑστεροῦμεν.
.            Ὁ Κύριος ἤρχισε τὸ κήρυγμά Του εἰς τὸν κόσμον προσκαλῶν τοὺς ἀνθρώπους εἰς μετάνοιαν. Καὶ ἔργον τοῦ χριστιανοῦ καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς του εἶναι ἡ μετάνοια. Ἰδιαιτέρως ἡμεῖς, οἱ ταγοὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν τὸ καλὸν παράδειγμα καὶ νὰ ἐνστερνισθῶμεν ἀκεραίαν τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν παρελάβομεν. Διότι ὁ ἀντίδικος ἡμῶν προσπαθεῖ νὰ ἐνσπείρῃ εἰς τὰς καρδίας μας ἐσφαλμένας ἀντιλήψεις ἀναιρούσας τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεώς μας. Αὐτὰς τὰς ἐσφαλμένας ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται ὡς νεωτερικαὶ καὶ ἄξιαι προσοχῆς, διαδίδουν μεταξὺ τῶν πιστῶν μετὰ πολλοῦ ζήλου οἱ πλανώμενοι περὶ τὴν ἀλήθειαν συνάνθρωποί μας καὶ πολλάκις κατορθώνουν διὰ τῆς ἐπανειλημμέ-νης ἐντέχνου προβολῆς αὐτῶν νὰ παρασύρουν ἱκανὸν ἀριθμὸν ἐκ τῶν πιστῶν. Ἕνεκα τούτου οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλομεν νὰ συνερχώμεθα διὰ νὰ συζητῶμεν τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἑκάστοτε καὶ ἑκασταχοῦ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὥστε νὰ λαμβάνωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῶν πιστῶν ἀπὸ τὰς ἐπικρατούσας πλάνας. Εἶναι δέ, ἰδιαιτέρως εἰς τὰς ἡμέρας μας, πολὺ μεγάλος ὁ ἀριθμὸς τῶν κυκλοφορουσῶν πλανῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐξεζητημένη ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν πλανώντων, ὥστε χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια τῶν ποιμένων τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας διὰ τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Εἰς ἑκατοντάδας ἀνέρχονται αἱ παραθρησκεῖαι καὶ παραθρησκευτικαὶ ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦν νὰ παρασύρουν τοὺς ὀρθοδόξους πιστούς. Αἱ ἐν Συνόδῳ συζητήσεις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ σχετικῆς πείρας περὶ τοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τῶν μεθόδων τῶν ἐν λόγῳ ὀργανώσεων πολλὰ θὰ προσφέρουν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
.            Ὁ «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τὸν αἰῶνα» Κύριος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνήργησεν ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σημερινὴν ἱστορικὴν στιγμὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ τῆς  λειτουργικῆς ταύτης Συνάξεως καὶ κοινωνίας ἐκ τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Ποτηρίου. Ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεών μας, οἱ Ὀρθόδοξοι ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν ὅτι μοναδικὴ ὁδὸς τῆς πορείας ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἡ ἑνότης. Βεβαίως, ἡ ὁδὸς αὕτη ἀπαιτεῖ θυσίαν ζῶσαν, πολὺν κόπον, καὶ κατορθοῦται κατόπιν σκληροῦ ἀγῶνος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Σύνοδος ἡμῶν αὕτη θὰ συμβάλῃ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, δημιουργοῦσα, διὰ τῆς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ διασκέψεως καὶ διὰ τοῦ ἐποικοδομητικοῦ καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ διαλόγου, ἀτμόσφαιραν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καὶ κατανοήσεως.
.            Ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν της ἀποτελεῖ τὴν ἀποστολήν μας. Ἀκολουθεῖ ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥστε ὁ κόσμος νὰ ἴδῃ λάμποντα τὰ «καλὰ ἔργα της», τὰ ἰδικά μας ἔργα, νὰ ἀναπαυθῇ καὶ νὰ δοξάζῃ «τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης μας δὲν ἀποτελεῖ ὁμοσπονδια-κήν τινα μορφήν, οὔτε πηγάζει ἀπὸ τὴν συσπείρωσιν πέριξ κάποιου ἀνθρωπίνου προσώπου. Πηγάζει καὶ ὁλοκληροῦται ἀπὸ τὴν κοινὴν πίστιν μας, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν σωτηρίαν, μὲ τὴν αἰώνιον ζωήν. «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή», νὰ γινώσκωμεν τὸν Πατέρα καὶ Ὃν ἀπέστειλεν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριον τῶν κυριευόντων, ὅπως ἀπεικονίζεται καὶ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Εἰκονογραφίαν μας.

Μακαριώτατοι καὶ Ἁγιώτατοι ἀδελφοί,
Ἐξοχώτατε κ. Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Εὐλογημένοι Ὀρθόδοξοι, κλῆρος, μοναχικὰ τάγματα καὶ λαὸς ἁπανταχοῦ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν,

   .             Εἴμεθα πεπεισμένοι -καὶ τὸ διαδηλοῦμεν κατὰ τὴν ἱστορικὴν ταύτην στιγμὴν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῆς μεγαλονήσου Κρήτης, τὸ ὁποῖον εἶναι προέκτασις αὐτοῦ τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ Εἰρήνης καὶ Δυνάμεως, ἤτοι τοῦ Ἱεροῦ Συνθρόνου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου, τοῦ Μεγάλου, ὅτι μόνον ἡνωμένοι καὶ βιοῦντες τὴν Ὀρθοδοξίαν μας ὡς ἐμπειρίαν πίστεως καὶ ζωῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ διαπλεύσωμεν τὴν δραματικὴν ἱστορίαν τοῦ συγχρόνου κόσμου καὶ νὰ δώσωμεν σωτήριον μαρτυρίαν εἰς τοὺς μακρὰν καὶ εἰς τοὺς ἐγγύς.
.              Παραμερίζοντες τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς διαφορετικῆς ἐθνικῆς ἡμῶν προελεύσεως, ἱκετεύομεν διὰ τὴν κάθοδον τοῦ Παρακλήτου καὶ ἐφ᾿ ἡμᾶς πάντας, ὥστε καταυγαζόμε-νοι ὑπ᾿  Αὐτοῦ, δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ «Φωτὸς καὶ τῆς Ζωῆς καὶ τῆς ζώσης νοερᾶς Πηγῆς∙ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τῆς σοφίας καὶ τῆς συνέσεως… τοῦ ἡγεμονεύοντος καὶ καθαίροντος τὰ πταίσματα∙ τοῦ θεοποιοῦντος Θεοῦ» (πρβλ. στιχηρὸν ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς), νὰ δώσωμεν μήνυμα ἀληθείας, γνησιότητος καὶ ἐλπίδος πρὸς σύνολον τὸν διψῶντα σύγχρονον κόσμον καὶ νὰ διατρανώσωμεν αἱ Ἐκκλησίαι ἡμῶν ὡς θεσμὸς καὶ ἡμεῖς ὡς πρόσωπα ὅτι εἴμεθα σκεύη τίμια.
.            Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἑνώνει ἡμᾶς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διὰ τοῦ «συνδέσμου τῆς τελειότητος», τῆς ἀγάπης, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουν καὶ μαρτυροῦν τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία εἶναι μία κατὰ τὴν φύσιν, ἀποκαλύπτεται δὲ ἐν τρισὶ προσώποις. Ὅπως, κατ᾿ ἀναλογίαν, Μία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀποκαλύπτεται ὅμως εἰς τὸν κόσμον διὰ τῶν ἐπὶ μέρους τοπικῶν ἀναδενδράδων αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι συνάπτονται ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως εἰς ἕν, εἰς μίαν Ἐκκλησίαν, εἰς ἓν σῶμα.
.             Ἀδελφοί, πατέρες καὶ τέκνα, σήμερον ἐν Κρήτῃ σύνολος ἡ ἐκπροσωπουμένη ἐνταῦθα Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία: «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες, αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν». Εὐλογοῦμεν, λοιπόν, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ τὸν Κύριον τοῦ Ἐλέους καὶ τῶν Οἰκτιρμῶν καὶ πάσης παρακλήσεως, ὅτι ἐξ Αὐτοῦ «ἐστιν ἡμῖν πᾶσι τὸ εἶναι, τὸ ἀναπνεῖν, τὸ φρονεῖν, τὸ γινώσκειν Θεὸν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ τὸν ἄναρχον Πατέρα καὶ τὸν μονογενῆ τούτου Υἱόν… κατανοεῖν κάλλος οὐρανοῦ, ἡλίου δρόμον, σελήνης κύκλον, ἀστέρων εὐκοσμίαν, καὶ τὴν ἐν τούτοις πᾶσιν εὐαρμοστίαν τε καὶ διάφορον κίνησιν… κατανοεῖν ὡρῶν ἐναλλαγήν, μεταβολὰς καιρῶν, ἀνέμων, ἐνιαυτῶν περιόδους… βασιλείαν οὐρανῶν ἐλπίζειν, ἀγγέλων ἰσοτιμίαν, δόξης θεωρίαν».
.             Αὐτῷ γάρ, τῷ Παναγίῳ Πνεύματι, ἡ τελεσιουργία πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς σημερινῆς συλλειτουργίας καὶ τῆς ἐν τῇ καὶ διὰ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης ἡμῶν Συνόδου μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας τῷ σύμπαντι κόσμῳ, καὶ Αὐτῷ τὸν ὕμνον, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, κατὰ χρέος προσάγομεν, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: holycouncil.org

 

,

Σχολιάστε

ΖΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΧΑΡΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ζοῦμε μέσα στὴ χάρη.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Μόλις συμπληρώθηκαν πενήντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἐνῶ οἱ μαθητές του ἦταν μαζεμένοι στὸ φιλόξενο σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, στὸ γνώριμο σπίτι μὲ τὸ Ὑπερῶο, ὅπου ἔγινε ὁ «Μυστικὸς Δεῖπνος», δηλαδὴ ἡ παράδοση σὲ ἐμᾶς τῶν φρικτῶν Μυστηρίων, στὶς ἐννιὰ τὸ πρωΐ, ­ἀκούσθηκε ἕνας θόρυβος σὰν βοὴ σφοδροῦ ἀνέμου, ποὺ γέμισε ὅλον τὸν περιβάλλοντα χῶρο. Ὅλοι τότε οἰ μαθητὲς εἶδαν νὰ τοὺς διαμοιράζονται γλῶσσες παρόμοι­ες μὲ γλῶσσες φωτιᾶς καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν οἱ ἴδιοι, οἱ ἀγράμματοι ἁλιεῖς τῆς Γαλιλαίας, ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν ξένες γλῶσσες. «Πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι, ξένοις ῥήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι, τῆς Ἁγίας Τριάδος», θὰ μᾶς πεῖ τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἑορτῆς. Κατέβηκε μὲ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν τὸ Πανάγιο Πνεῦμα στοὺς μαθητὲς καὶ ὅλοι ἔγιναν πνευματοφόροι, μὲ μιὰ δύναμη γνώσεων ἀσύλληπτη στὸ ἀνθρώπινο μυαλό. Μὲ αὐτὴ τὴ δύναμη ἱ­­δρ­ύ­θηκε ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας στὴ γῆ, αὐτὴ ποὺ εἶναι καὶ παραμένει διηνεκῶς ἡ ταμιοῦχος τῆς Χάριτος.
.             Οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τότε ἐὰν ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία, ζοῦμε μέσα στὴ χάρη. Ἔπαψε ἡ περίοδος τοῦ νόμου καὶ ἀπολαμβάνουμε τὴν περίοδο τῆς χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς μας, ὁ ὁποῖος γιὰ ἐμᾶς σταυρώθηκε καὶ χύνοντας τὸ πανάχραντο αἷμα Του πάνω στὸ Σταυρὸ ἄνοιξε τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ μᾶς ποτίσει μὲ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰω. δ´ 10). Καὶ καθὼς μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι «ἄλλον Παράκλητον» (Ἰωάν. ιδ´ 16) θὰ μᾶς στείλει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἔστειλε νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἀναγεννητική, ἡ ἁγιαστική, ἡ φωτιστική, ἡ εἰρηνοποιὸς καὶ παρακλητική.
.             Πάντοτε ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐνεργοῦσε, καὶ πρὸ ­Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἡ ­ἀ­­­δια­ί­­­­ρετη Ἁγία Τριάς, καὶ ­εὐεργετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τώρα, μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ­ἐκχύνεται πλουσιοπάροχα, δαψιλέστατα «ἐπὶ πᾶσαν σάρκα» (Πράξ. β´ 17, Ἰωὴλ γ´ 1) μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ χαρίζει ὄχι ἁπλῶς κάποιες παροδικὲς ἐλλάμψεις ἢ ἐνισχύσεις, ἀλλὰ προκαλεῖ μόνιμα καὶ ριζικὰ τὴν καλὴν ἀλλοίωση σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς δύσμορφους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μᾶς μεταμορφώνει , ὥστε νὰ ἀποτελοῦμε τὴν «καινὴ κτίσιν» (Β΄ Κορ. ε΄ 17), τὴ νέα ­δημιουργία, ἀφοῦ γινόμαστε υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάριν. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ καινὰ γέγονε τὰ πάντα» (Β´ Κορ. ε´ 17) συνεχίζει πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Πέρασαν τὰ παλαιά, ἡ παλαιὰ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου αὐτὸς ἦταν ὑποχείριος τῶν παθῶν του καὶ παίγνιο τῶν δαιμόνων ξεπεράσθηκε. Ἰσχύει νέα πραγματικότητα, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ βασιλεία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ ποὺ ζοῦν μέσα στὸ φῶς τῆς μεγαλωσύνης Του. Αὐτὴ τὴ χάρη ζοῦμε ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ μας.
.             Σήμερα δὲν εἴμαστε «ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν» (Ρωμ. ϛ´ 14). Δὲν ἔχει πιὰ δύναμη ­ἐπάνω μας ἡ ἁμαρτία, ἂν καὶ δὲν τὴν ἀποχωριζόμαστε ὡς σαρκοφόροι ἄνθρωποι, γιατὶ βρισκόμαστε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Χάριτος. Ζεῖ μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Δὲν ὑπάρχει πάθος ἀνίατο οὔτε πειρασμὸς ἀνίκητος. ­Μποροῦμε νὰ νικήσουμε τὸ ­διάβολο, ­μποροῦμε νὰ νικήσουμε τὸν κακὸ ἑαυτό μας, νὰ τὸν νεκρώσουμε τελείως. Ὄχι, ὅμως, μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις ἀλλὰ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι μαζί μας. Μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε, νὰ ἀγαπήσουμε, νὰ ­καλλιεργήσουμε τὴν ἀρετή, νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό.
.             Ὅταν καθημερινῶς ἐπικαλούμαστε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λέγοντας στὴν προσευχή μας: «Βασιλεῦ ουράνιε, Παράκλητε… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν» σκιρτοῦμε ἀπὸ ἀγαλλίαση, γιατὶ Αὐτὸ μᾶς βοηθεῖ, μᾶς συμπαρίσταται στὶς φυσικὲς καὶ ἠθικὲς ἀδυναμίες μας, ἀναπληρώνει τὶς ἐλλείψεις μας καὶ μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ τὶς ὑπερβοῦμε. Στὸ πολυκύμαντο ταξίδι τῆς ζωῆς μας μέχρι τὸ γαλήνιο λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἂν κατορθώσουμε νὰ ἀγκυροβολήσουμε, δὲν πλέουμε πλέον μόνοι. Εἶναι μαζί μας ὡς ἀνύστακτος κυβερνήτης, ὡς πολύτιμος συναυτίλος, ­στοργικὸς φίλος καὶ ἀρωγὸς ἑτοιμότατος ὄχι ἕνας ἐκλεκτὸς ἀπεσταλμένος τοῦ οὐράνιου Βασιλιᾶ, ἀλ­λὰ ὁ ἴδιος ὁ Βασιλιᾶς! Ὄχι ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὸ ἐφ’ ὅσον ζητήσουμε μόνιμα νὰ μένει στὶς καρδιές μας εἶναι ὁ ἀκούραστος σύντροφος τῆς ζωῆς μας. Μᾶς ἐμπνέει μετάνοια, σκύβει πάνω ἀπὸ τὶς φλεγμονώδεις πληγὲς τῆς ψυχῆς μας καὶ μὲ διάκριση τὶς περιποιεῖται καὶ τὶς θεραπεύει. Αὐτὸ μᾶς ­ἀνορθώνει ἀπὸ τὶς καθημερινές μας πτώσεις, μᾶς παρηγορεῖ ὅταν ­θλιβόμαστε, συμπολεμεῖ μαζί μας στὸ νυχθήμερο ἀγώνα μας κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, πρὸς τοὺς «κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφεσ. ϛ´ 12). Αὐτὸ δυναμώνει τὴν ­ἐλπί­δα μας καὶ κραταιώνει τὴν πίστη μας. ­Αὐτὸ φτερώνει τὸ νοῦ σὲ οὐράνιες ἀναβάσεις, γεννᾶ πό­θους ἱερούς, ἐνισχύει τὴ θέληση, ­διανοίγει τὰ πνευματικά μας αἰσθητήρια, γιὰ νὰ ­ἀντιλαμβανόμαστε τὶς θεῖες ­ἀλήθειες καὶ τὰ οὐράνια μυστήρια. Αὐτὸ μᾶς φωτίζει στὸ διάβασμα καὶ στὴν πνευματικὴ μελέτη. Γι’ αὐτὸ λέμε ὅτι ζοῦμε μέσα στὴ χάρη, ἀφοῦ ἔχουμε τὸ Παράκλητο Πνεῦμα μονίμως νὰ μᾶς συνοδεύει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ πρόοδο σὲ πρόοδο, σὲ πνευματικὲς ἀνατάσεις.
.             Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ συγκροτεῖ ὅλο τὸν θεσµὸ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτῆς ποὺ εἶναι τὸ πνευµατικό μας θεραπευτήριο, μέσα στὸ ὁποῖο θεραπευόμαστε ὅλοι οἱ τραυµατισµένοι ἀπὸ τὴν ἁµαρτία ἄνθρωποι. Αὐτὸ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία μας «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. ιϛ´ 13), μᾶς ἁγιάζει μὲ τὰ Ἱερά της Μυστήρια καὶ μᾶς συγχωρεῖ μέσα ἀπὸ τοὺς πνευματικούς της πατέρες τὰ ἀνομήματα καὶ τὰ ἐγκλήματα ποὺ μᾶς βαραίνουν.
.             Ὁ ἀνέμος τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔγινε «βιαία πνοή», ἡ ὁποία φούσκωσε τὰ πανιὰ στὸ ἰστιοφόρο πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ ξεκινήσει τὸ ἀτέλειωτο ταξίδι της, τὸ ζωογόνο ταξίδι της στοὺς αἰῶνες καὶ νὰ σώσει τὶς ψυχές, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ «Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν τελείωση χωρὶς ποτὲ νὰ τελειώνει, μᾶς παρέχει πνευματικὴ πλήρωση χωρὶς νὰ ἔχει ἀνάγκη πληρώσεως, μᾶς θεώνει, ἀφοῦ εἶναι Θεός, μᾶς φωτίζει ἀφοῦ εἶναι φῶς, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ψάλλουμε: «Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα». Αὐτὸ μᾶς παρηγορεῖ στὶς θλίψεις μας, ἀφοῦ εἶναι ὁ παρηγορητής μας, ὅπως σημαίνει καὶ τὸ ὄνομά Του «Παράκλητος». Μᾶς παρηγορεῖ «οὐχ ὡς δεύτερον Θεοῦ πρόσωπον, ἀλλ’ ὡς Θεός», γιατὶ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ παρηγορεῖ.
.             Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς προτρέπει νὰ βαδίζουμε τὴν ὁδὸ τῆς κατὰ Χριστὸν ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐνισχύει στὴ δύσκολη αὐτὴ πορεία τῆς ἀγιότητος, γιατὶ χωρίς τὴ ζωοποιὸ δύναμή του δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πνευματικὴ ζωή. Ὅταν σκηνώσει στὴν ψυχή μας, τὴν καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτωλὸ μολυσμό, τὴ λαμπρύνει καὶ τὴν ἀναπαύει ἀπὸ τοὺς βασανιστικοὺς ἐλέγχους τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς παρηγορεῖ, γιατὶ μᾶς ἐνισχύει καὶ μᾶς στηρίζει στὴν ὥρα τῶν φυσικῶν καὶ ἠθικῶν ἀδυναμιῶν μας. Μᾶς διδάσκει ἀκόμη καὶ πῶς πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ τὶ πρέπει νὰ ζητοῦμε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς μας (Ῥωμ. η´ 26), ὥστε νὰ ἀντλοῦμε παράκληση ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Χάριτος.
.             Ὅταν τὸ Παράκλητο Πνεῦμα γίνεται «βιαία πνοή», τότε μᾶς καθαρίζει ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ξεκινάει τὸ πλοῖο τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν ἀφθαρσία, πρὸς τὴν αἰωνιότητα, πρὸς τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπου μᾶς περιμένουν ἀγαθά «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9). Ὅταν ἡ βίαιη αὐτὴ πνοὴ γίνεται ἐντονότερη, γίνεται θύελλα, γίνεται ἀνεμοστρόβιλος, τότε παρασύρει βαθιὰ ριζωμένα πάθη στὶς καρδιές μας καὶ τὰ ξερριζώνει, ὅπως παρασύρει καὶ ξερριζώνει τὰ δένδρα. Πάθη ἐγωϊσμοῦ, πάθη, κακίας, πάθη αἱρετικῶν δοξασιῶν, πάθη πλάνης, πάθη φιληδονίας, πάθη ποὺ μολύνουν τὶς πέντε αἰσθήσεις μας καὶ νεκρώνουν τὴν ἔφεση γιὰ ἁγιασμό μας.
.             Τὸ Παράκλητο Πνεῦμα εἶναι ἀγάπη· ὄχι λίγες σταγόνες ἀγάπης, ἀλλὰ ποτάμι ἀστείρευτο ἀγάπης, συμπόνοιας, προσφορᾶς στὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας μέσα ἀπὸ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα περνάει καὶ στὶς καρδιές μας σὰν ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Μᾶς τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. ε´ 5). Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μᾶς ζωογονεῖ καὶ μᾶς ὀμορφαίνει τὶς ἡμέρες τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας μας. Ἀποτελεῖ τὸ ὀξυγόνο τῆς ζωῆς. Ἂς τὸ εἰσπνέουμε μέσα σὲ ἁγιοπνευματικὸ περιβάλλον, ὅπου πνέει καὶ μᾶς δροσίζει σὰν λεπτὴ αὔρα τὸ Παράκλητο Πνεῦμα καὶ ἂς χαροῦμε ποὺ ἀξιωνόμαστε νὰ ζοῦμε μέσα στὴ Χάρη.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΙΣΤΗ, Η ΣΥΝΟΔΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ («Διάπυρη προσευχὴ γιὰ μιὰ Πανορθόδοξη καταδίκη τῆς ἐκτροπῆς καὶ τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ».)

Η ΠΙΣΤΗ, Η ΣΥΝΟΔΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2135, 15.06.2016

ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

.                  Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ φωτιὰ ποὺ ἄναψε ὁ Χριστός μας στὸν κόσμο πῆρε νὰ ἁπλώνεται σὲ ὅλη τὴν γῆ. Ἦταν πρωί, γύρω στὶς 9:00, ὅταν παράδοξη βουή, σὰν νὰ φυσοῦσε βίαιος ἄνεμος, ξάφνιασε τὴν Ἱερουσαλήμ. Δὲν ἦταν ἄνεμος. Τί ἦταν;
.           Οἱ ἄνθρωποι ξαφνιασμένοι κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ σημεῖο, ὅπου ἐντοπίστηκε ἡ βουή, τὸ Ὑπερῶο, στὸ ὁποῖο βρίσκονταν οἱ Μαθητὲς καὶ οἱ λίγοι πιστοὶ μὲ κέντρο τὴν Παναγία μας. 120 ἄνθρωποι. Τοὺς νόμισαν μεθυσμένους.
.            Ἦταν μεθυσμένοι! Ὄχι μὲ οἰνόπνευμα. Μὲ τὸ Πνεῦμα.
.            Ὅταν ἦρθε ἡ βουὴ σὰν ἀπὸ βίαιο ἄνεμο, ἄναψε φλόγες σὰν φλόγες φωτιᾶς καὶ ἄλλαξε τὰ πάντα. Ἄλλαξε τὶς καρδιές τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν τότε πιστῶν. Ἄλλαξε τὴν σκέψη τους, Ἄνοιξε τοὺς ὁρίζοντές τους. Φώτισε τὸ μέλλον. Ἑρμήνευσε τὸ παρελθόν. Ἔκανε τὸ παρόν στάδιο ἀγώνα. Ἕκανε τοὺς ψαράδες θεολόγους, τοὺς ἀδύναμους ἀνίκητους, τοὺς βωβοὺς ρήτορες, τοὺς ἀγράμματους σοφούς.
.              Ἡ πρώτη Ἑκκλησία ἔπαθε, συγκλονίστηκε. Ὁ ἐρχομός Του τὴν μέθυσε! Ἡ παρουσία Του τῆς ἔδινε ἔμπνευση, νέα ὅραση τοῦ κόσμου, ὑπέροχο νόημα ζωῆς, ἀσύλληπτη προοπτική. Ἦταν μαζί της ὁ Θεός. Ὁ ἀγαθὸς Παράκλητος τὴν ὁδηγοῦσε, κατὰ τὴν διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου, «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν».
.               Μαζί Του ἔνιωθε πανίσχυρη. Οἱ φόβοι Της ἐξαφανίστηκαν. Τὸν κόσμο δὲν τὸν αἰσθανόταν πιὰ ὡς ἀπειλή ἀλλὰ ὡς χῶρο πρὸς κατάκτηση. Στάθηκε μπροστὰ στοὺς βασιλεῖς ἄφοβη. Περιγέλασε τὶς ἀπειλές τους, δέχθηκε μὰ χαρὰ τὰ βασανιστήριά τους, ἀγκάλιασε ἀτρόμητη τὰ λιοντάρια καὶ τὶς τίγρεις. Σὲ λίγο ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας οἱ φλόγες τοῦ Πνεύματος πυρπολοῦσαν τὶς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ παλαιὸς κόσμος κατέρρεε. Οἱ δαίμονες εἶχαν λυσσάξει. Ὁ σατανᾶς τους μανιασμένος ἔψηνε, τηγάνιζε, ἔπνιγε, κατασπάραζε, κομμάτιαζε, ἔγδερνε, ἔκαιγε, ξέσχιζε, ἀποκεφάλιζε τοὺς Μάρτυρες. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία δυνάμωνε, ἄλλαζε τὰ πάντα. Ἀτρόμητη!
.                      Περισσότερο τὴν ταλαιπώρησαν οἱ ὕπουλοι ἐχθροὶ ποὺ βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της, οἱ αἱρετικοί. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς μὲ τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος τοὺς κατέβαλε. Κατὰ τὶς ὑποδείξεις Του συγκρότησε Συνόδους τῶν Ἐπισκόπων Της, καὶ ἐκεῖνοι μὲ τὴν ἔμπνευσή Του διετύπωσαν μέχρι κεραίας ἀκρίβεια τὴν ἀλήθεια.
.                 Στοὺς 20 αἰῶνες ποὺ πέρασαν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μαζί Της στὰ στάδια, στὶς Κατακόμβες, στὴν στεριὰ καὶ στὴν θάλασσα, στὶς παγωμένες λίμνες καὶ στὰ ὁρμητικὰ ποτάμια, στὶς φυλακὲς καὶ στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως.
.               Ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί Της γιὰ πάντα. Μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη Της, τοὺς πιστοὺς κάθε τόπου καὶ κάθε ἐποχῆς. Στὸ μέτρο ποὺ ὁ καθένας τους Τοῦ παραδίδει τὸν ἑαυτό του, μένει μέσα του, καθαρίζει τὴν καρδιά του, φωτίζει τὴν σκέψη του, προσεύχεται μαζί του, ἁγιάζει τὴν ὅλη ὕπαρξή του.
.                        Στὶς μέρες τοῦτες ἀγωνία συνἐχει τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀγωνία γιὰ τὸν αὐτὴ θὰ στοιχίσει στὰ βήματα τῶν Μεγάλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ θὰ βεβαιώσει τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
.                   Καὶ δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητη αὐτὴ ἡ ἀγωνία. Ὄχι μόνο διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀρκετὲς Σύνοδοι ποὺ συγκλήθηκαν ὡς ἅγιες καὶ Οἰκουμενικές, κατέληξαν κακῶς καὶ ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἀπέρριψε ὡς παράνομες καὶ προδοτικές, ἀλλὰ καὶ διότι πολλὰ στοιχεῖα δείχνουν ἀνησυχητικά.
.                 Ὀφείλουμε νὰ μιλήσουμε μὲ γλῶσσα ἀληθείας. Τιμοῦμε τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῶν ποιμένων καὶ σεβόμαστε τοὺς θεσμούς. Ὅμως ἡ ἀλήθεια βρίσκεται πάνω ἀπὸ πρόσωπα καὶ θεσμούς. Καὶ ἐμᾶς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς γεμίζει ἀγωνία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ φοβερὴ ἐκτροπή, ποὺ ἀκολουθήθηκε κυρίως ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1960 καὶ μετά, τείνει νὰ καταστεῖ πλέον μόνιμη. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπαινεῖται ἀντὶ νὰ καταδικάζεται.
.                Γι᾽ αὐτὸ θερμὴ ἐπιθυμία μας ἀποτελεῖ ἡ προσδοκία νἀ ὁδηγηθοῦμε πρὸς μιὰ Πανορθόδοξη καταδίκη τῆς ἐκτροπῆς καὶ τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
.           Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ περισσότερο ἀπὸ ὁποτεδήποτε ἄλλοτε διάπυτη ἀνεβαίνει ἡ προσευή μας πρὸς τὸν ἀγαθὸ Παράκλητο, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», νὰ πνεύσει βίαια στὶς καρδιὲς τῶν Συνοδικῶν Ἐπισκόπων, νὰ ἀλλάξει τὶς τυχὸν ἄτοπες σκέψεις τους, νὰ τοὺς ἀναδείξει ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ κατατάξει τὴν Μεγάλη Σύνοδο μεταξὺ τῶν Ἁγίων Συνόδων τῆς Πίστεώς μας.

, , ,

Σχολιάστε