Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παῦλος Μελᾶς

Ο AΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ καὶ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (Δ. Νατσιός) «Τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθεῖτε»!!!

γιος Νεκτάριος κα Παλος Μελς

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

.           Συνηθίζω, ὅταν ἀναζητῶ βιογραφικὰ στοιχεῖα καὶ πληροφορίες γιὰ κάποιον ἐπιφανῆ τοῦ Γένους μας, νὰ προσφεύγω στὸ παλιὸ καὶ λαμπρὸ ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ τοῦ «ΗΛΙΟΥ».  (Τοῦ “ἡλίου” καὶ ὄχι Ἡλιοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε παρεξηγήσεις). Τώρα μὲ τὰ κινητὰ διαδίκτυα, μοναδικὴ σχεδὸν πηγὴ πληροφοριῶν εἶναι ὁ ἱστότοπος μὲ τὸ περίεργο ὄνομα «ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ», ὁ ὁποῖος συνοδεύεται μὲ ἀρκετὰ νεοταξικὰ καρυκεύματα.
.           Παρένθεση. Τὸ διαδίκτυο μὲ τὴν τεράστια ἀποθήκευση πληροφοριῶν δημιουργεῖ στὸ χρήστη του, ἰδίως στὶς νεότερες ἡλικίες, τὴν ὀλέθρια ψευδαίσθηση ὅτι ὁ ἴδιος κατέχει καὶ ἔχει κατακτήσει αὐτὲς τὶς γνώσεις. Τὸ θεωρεῖ, τρόπον τινά, ὡς προέκταση, ἐξάρτημα τῆς μνήμης του. Γι’ αὐτὸ ἡ μελέτη θεωρεῖται πιὰ χάσιμο χρόνου, γίνεται ἀντικείμενο χλεύης, πράγμα καταστρεπτικότατο γιὰ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν σκέψη. Θύματα αὐτῆς τῆς ἀπώλειας εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἐκπαιδευτικοί. Κάποτε λέγαμε «ἔχει μεταδοτικότητα», ὅταν θέλαμε νὰ ἐπαινέσουμε τὸ δάσκαλο. Ἡ μεταδοτικότητα εἶναι «τέχνη τεχνῶν» ποὺ τὰ θεμέλιά της «τρέφονται» ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς μαθητὲς «οὐδὲν οὕτω πρὸς διδασκαλίαν ἐπαγωγὸν ὡς τὸ φιλεῖν καὶ φιλεῖσθαι» κατὰ τὸν Ἅγιο Χρυσόστομο – καὶ βέβαια, τὴν βαθιὰ γνώση τοῦ ἀντικειμένου, ἀποκύημα πολλῆς μελέτης. Σήμερα λέμε πὼς εἶναι ἐπικοινωνιακός. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ μετάδοσης καὶ ἐπικοινωνίας εἶναι τεράστια. Μετάδοση σημαίνει παιδεία. Ἐπικοινωνία σημαίνει ἐντυπωσιοθηρία, ἀμάθεια.
.           Προσέφυγα, λοιπόν, στὸ λεξικὸ τοῦ «ΗΛΙΟΥ» ἀναζητώντας τὸ γενεαλογικὸ δέντρο τοῦ Παύλου Μελᾶ. Διαβάζω στὸ λῆμμα «Μελᾶς» σὲ τοῦτα τὰ κομψὰ ἑλληνικά: «Μεγάλη ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῶν Ἰωαννίνων, τῆς ὁποίας πλεῖστα μέλη διεκρίθηααν εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας, εἰς τὸν στρατόν, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διπλωματίαν, σημαντικὰς δὲ ἐθνικὰς ὑπηρεσίας παρέσχον εἰς τὴν πατρίδα πολὺ πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, κατ’ αὐτόν, καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κράτους».
.           Ἀρχοντικὴ οἰκογένεια, ὄχι γιατί εἶχε μεγάλη οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια, ἀλλὰ διότι τὰ μέλη της «παρέσχον σημαντικὰς ἐθνικὰς ὑπηρεσίας». Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ οἱ παλιὲς ἀρχοντικὲς οἰκογένειες, ἁμιλλῶντο ποιὰ θὰ εὐεργετήσει περισσότερο τὴν πατρίδα. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ οἱ ἀρχοντοχωριάτες, οἱ νεόπλουτοι σαλταδόροι καὶ δανειοσυντήρητοι διαγωνίζονται γιὰ τὸ ποιὸς θὰ προξενήσει μεγαλύτερη ζημιὰ στὴν πατρίδα. Οἱ Μελάδες καὶ ὅλες οἱ οἰκογένειες τῶν ἐθνικῶν εὐεργετῶν ἦταν ἀρχοντάνθρωποι, ἔτσι ὀνομάζει ὁ λαός μας τοὺς γενναιόδωρους, τοὺς φιλότιμους. Ἀρχονταρίκι ὀνομάζεται στὰ μοναστήρια ἡ αἴθουσα ὑποδοχῆς καὶ φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, γιατί καὶ ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς θέλει ἀρχοντάνθρωπους καὶ ὄχι μίζερα, οἰκτρόβια καὶ ἀξιολύπητα ἀνθρωπάρια. (“Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε ταπείνωση – ἀγάπη – ἀρχοντιὰ χρειάζεται”, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης). Ὁ Παῦλος Μελᾶς ὀνομάστηκε Παῦλος, καὶ ὄχι Γεώργιος, ὅπως ἔλεγαν τὸν παππού του, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ παπποῦ του, Παύλου, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὰ τάγματα τῶν Σουλιωτῶν ὑπὸ τὸν Μάρκο Μπότσαρη καὶ «ἔπεσε» ἡρωικῶς μαχόμενος κατὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου.  Μὲ τέτοιο ὄνομα πῶς νὰ μὴν ἔχει ἡρωικό, λεβέντικο θάνατο ὁ ἀετὸς τῆς Μακεδονίας μας;  Ἂν πιάσουμε κάποια τωρινὴ «ἀρχοντικὴ» οἰκογένεια καὶ σκαλίσουμε τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία της, τί βρίσκουμε; Ἰδιοκτησίες καναλιῶν, δημόσια ἔργα, ἀπατεωνιές, τζιτζιφιόγκους καὶ ποὺ πολιτεύονται, κατάληψη πανεπιστημιακῶν θέσεων ἀναξιοκρατικῷ τῷ τρόπῳ, ἡμιμάθεια κρανιοκενής, θαλασσοδάνεια, καταθέσεις, ζωὴ χλιδάτη, βίλες, κότερα, ἰδιοτελεῖς ἔρωτες  καὶ … ξενέρωτες.
.             Πατέρας τοῦ Παύλου Μελᾶ ἦταν ὁ Μιχαὴλ (Μίκης) Μελᾶς, ἄνθρωπος καλλιεργημένος, μὲ φιλοπατρία, ποὺ διετέλεσε ἀπὸ τὸ 1891 ὣς τὸ 1894 καὶ δήμαρχος Ἀθηνῶν. (Ἀδελφός του ἦταν ὁ περίφημος Λέων Μελᾶς ποὺ ἔγραψε τὸν «Γεροστάθη», βιβλίο ποὺ γαλούχησε γενιὲς Ἑλληνοπαίδων, οἱ ὁποῖες ἀργότερα ἀπελευθέρωναν πατρίδες σκλαβωμένες. Τώρα ποὺ ἀφήσαμε ἐκεῖνα τὰ «σκοταδιστικὰ» κείμενα καὶ διδάσκουμε προοδευτικὲς μαγαρισιὲς γεμίσαμε συλλογικότητες…. κουκουλοφλώρων. Ἂν κάποτε ἡ παιδεία μας ἐπανέλθει, ὁ «Γεροστάθης» θὰ μποροῦσε, μὲ μία «λελογισμένη ἐπεξεργασία» κυρίως στὴ γλῶσσα, νὰ εἰσαχθεῖ στὰ σχολεῖα).
.           Ἦταν γύρω στὸ 1890 ποὺ ὁ κατασυκοφαντημένος στὴν Αἴγυπτο, Ἅγιος Νεκτάριος, ἔρχεται στὴν Ἀθήνα. Ζητᾶ θέση, ὄχι ἀρχιερέως, ἀλλὰ ἁπλοῦ ἱεροκήρυκος χωρὶς μισθό.  Συναντοῦσε –ποιός;-  πόρτες κλειστὲς καὶ ὑποσχέσεις. Ντρεπόταν ὁ ἅγιος, τὸν συντηροῦσε μία ἁπλὴ γριούλα.  “Ἀδερφέ μου”, γράφει στὸν ἀδερφό του Χαράλαμπο στὴ Χίο, “ἀναγκάζομαι μετὰ πόνου καὶ δακρύων νὰ σὲ ἐνοχλήσω εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς, περιφρονημένος καὶ ἐμπαιζόμενος παρὰ τῶν ἰσχυρῶν…». (Καὶ μὲς στοὺς ἰσχυροὺς ἦταν καὶ ἡ τότε ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία). Καταφεύγει στὸν Ὑπουργὸ -μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἀπόπειρες- Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Παιδείας.  Τοῦ ἀρνήθηκε τὴ θέση ἱεροκήρυκος, διότι “ἐτύγχανε ἀλλοδαπός” καὶ “ἐστερεῖτο τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος”.  “Απόμεινε πελιδνός” διαβάζουμε στὸ βιβλίο «Ὁ ἅγιος τοῦ αἰώνα μας» τοῦ μακαριστοῦ Σώτου Χονδρόπουλου.
.           Κατεβαίνοντας τὶς σκάλες τοῦ ὑπουργείου ὁ ἅγιος ἱεράρχης, μὲ μάτια βουρκωμένα, συναντᾶ ἕναν ὀνομαστὸ ἄρχοντα. Ἦταν ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς, ὁ πατέρας τοῦ Παύλου. Ὁ Μελᾶς βλέπει τὴν σεβάσμια μορφὴ τοῦ Ἁγίου, ἀντιλαμβάνεται τὴν λύπη του. Μαθαίνει τί συνέβη καὶ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸν Ὑπουργό.  Και σὲ λίγο ὁ ὑπουργὸς ὑπέγραφε τὸν διορισμὸ τοῦ Ἁγίου ὡς ἱεροκήρυκος στὸ νομὸ Εὐβοίας.  «Ἅγιο ρουσφέτι», ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λίγα χρόνια ὁ γιός του ἔγραψε τὸν πρόλογο στὸ ἀθάνατο βιβλίο «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα» γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς Μακεδονίας μας.
.           Ὡραία σκηνή. Μεγαλοπρεπής, νὰ κουβεντιάζουν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς. Τὸ Γένος καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τὸ αἷμα τοῦ Παύλου Μελᾶ σώθηκε ἡ Μακεδονία.  Στὰ σκαλιὰ τοῦ ὑπουργείου ἡ Πατρίδα, οἱ πραγματικοὶ ἄρχοντές του καὶ μέσα οἱ ἀναθυμιάσεις, ὁ τρωγλοδύτης πολιτικάντης νὰ μηχανορραφεῖ.
.     Θὰ περάσει ἀπὸ τὴν Βουλὴ ἡ προδοτικὴ συμφωνία, διατείνεται ὁ ἀγραβάτωτος μείραξ.  Μιλᾶ γιὰ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἀστεῖα πράγματα. Εἶναι ἐθνοπροδοτικὴ ἀντιπροσωπεία. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα θὰ τὴν ὀνομάζαμε “ληστρικὴ σύνοδο”. Ψέλλισε κάτι στίχους τοῦ Μπρέχτ. Ἔχουμε καλύτερους ποιητές.  Θὰ πρότεινα στίχους τοῦ Κ. Οὐράνη ἀπὸ τὸ ποίημα «πάψετε πιά».
«Πάψετε πιὰ νὰ ἐκπέμπετε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
τοὺς λόγους τῆς ὑστερικῆς σειρήνας σταματῆστε
καὶ ἀφῆστε τὸ πηδάλιο στῆς τρικυμίας τὰ χέρια
τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθεῖτε».

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΣΑΛΟΣ: ΕΞΟΒΕΛΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ἥρωα Π. ΜΕΛΑ καὶ τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΚΤΕΑ ΥΛΗ!

Ἰσμήνη Χαραλαμποπούλου

07.12.2018

.             Τὸ ὑπουργεῖο Παιδείας «κόβει» τὴν ὕλη γιὰ τοὺς μαθητὲς τῆς Γ΄ λυκείου απο την Ἱστορία τοῦ Παύλου Μελᾶ, τοῦ Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, τοῦ Ἴωνα Δραγούμη ἀλλὰ καὶ τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα «γιὰ νὰ μὴν κουραστοῦν οἱ μαθητὲς ἀπὸ τὶς ἐπαναλήψεις».
.             Τὸ ὑπουργεῖο Παιδείας ὑποστηρίζει ὅτι ἡ συγκεκριμένη μείωση «ἔγινε προκειμένου νὰ ἐλαφρυνθεῖ ἡ τσάντα τοῦ μαθητῆ καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἐκμάθησης τῶν συγκεκριμένων κεφαλαίων στὴν τρίτη γυμασίου». Ἔτσι κρίνουν ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἐπαναληφθεῖ στὴν Γ´ Λυκείου.
.             Σάλος ἔχει προκληθεῖ τὶς τελευταῖες ὧρες στὰ social media ἀπὸ τὴν πληροφορία πὼς ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας καὶ ἐμβληματικὲς μορφές του, ὅπως ὁ Παῦλος Μελὰς τίθενται ἐκτὸς διδακτέας ὕλης ἀπὸ τὴν Ἱστορία Γενικῆς Παιδείας Δ’ ἑσπερινοῦ Λυκείου.
.           Τὸ ὑπουργεῖο Παιδείας σὲ ἔγγραφό του παραθέτει ἀναλυτικὸ ὁδηγὸ σχετικὰ μὲ τὰ κεφάλαια τῆς Ἱστορίας ποὺ πρέπει νὰ διδαχθοῦν οἱ μαθητὲς τῆς Γ Λυκείου καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ μένουν ἐκτὸς ὕλης! Ἔτσι, ἐμβληματικὲς προσωπικότητες ὅπως ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὁ Γερμανὸς Καραβαγγέλης, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας μένουν ἐκτὸς διδακτέας ὕλης! Καὶ ὅλα αὐτὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ξεκαθαριστεῖ τὸ τοπίο σχετικὰ μὲ τὶς περιβόητες ἐπιτροπὲς ποὺ θὰ ἀφαιρέσουν τυχὸν ἀλυτρωτικὲς ἀναφορὲς στὰ βιβλία τῆς Ἱστορίας στὰ Σκόπια (καὶ ἴσως καὶ στὴν Ἑλλάδα). Ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ ἔγγραφο ποὺ ἀπευθύνει τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, Ἔρευνας καὶ Θρησκευμάτων πρὸς Περιφερειακὲς Διευθύνσεις Ἐκπαίδευσης, Συντονιστὲς Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου Δ.Ε. (μέσῳ τῶν Περιφερειακῶν Διευθύνσεων Ἐκπαίδευσης), Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης καὶ Γενικὰ Λύκεια (μέσῳ τῶν Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης).
.             Στὸ ἔγγραφο μὲ θέμα «Ὁδηγίες γιὰ τὴ διδασκαλία μαθημάτων Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν καὶ Φυσικῆς Ἀγωγῆς ἡμερησίου καὶ ἑσπερινοῦ Γενικοῦ Λυκείου γιὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 2018-2019» καὶ ἡμερομηνία 18-10-2018 σημειώνεται: «σᾶς ἀποστέλλουμε τὶς παρακάτω ὁδηγίες γιὰ τὴ διδασκαλία μαθημάτων Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν ἡμερησίου καὶ ἑσπερινοῦ Γενικοῦ Λυκείου (Ἱστορία, Θρησκευτικά, Πολιτικὴ Παιδεία, Σύγχρονος κόσμος: Πολίτης καὶ Δημοκρατία, Βασικὲς Ἀρχὲς Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν, Ἱστορία Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν, Κοινωνιολογία, Φυσικὴ Ἀγωγὴ) γιὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 2018-2019».

ΠΗΓΗ: protothema

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (Δ. Νατσιός) «Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 190»

Πατρίδα εναι Παλος Μελᾶς 

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς  

.             Νυχτώνοντας ἀκούστηκε ἕνας πυροβολισμὸς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου: «στὴ μέση μὲ πῆρε παιδιά». Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ φώναξε τὸν καπετὰν Πύρζα. Ὁ Νίκος Πύρζας ἔτρεξε κοντά του. Ὁ Παῦλος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ λαιμό του τὸν σταυρὸ ποὺ φοροῦσε πάντοτε καὶ τοῦ λέει: «τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου. Καὶ τὸ ντουφέκι τοῦ Μίκη. Καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκον μου…». Καὶ ζήτησε νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ παλικάρια του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦνε οἱ Τοῦρκοι ζωντανό. Σὲ λίγο ὅμως ξεψύχησε. Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1904.
.             «Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν γιὰ νὰ εἶναι μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους… Τέτοια σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ὅσοι συνηθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ τὴν ἀνάψει. Καὶ μὲ τὴν σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα, πολλοὶ ἦταν τυφλοί, ὡς τὸν εἶδαν. Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιππασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν νὰ τὸ διαλαλήσουν: Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ σκοτώθηκε γι’ αὐτή! Καὶ ἄλλοι συμπέραναν: Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα, μετὰ τὸ 1897, ἀξιωματικοὶ στὸ στρατὸ καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος!».
.             Σὲ καιροὺς σακάτικους σὰν τοὺς τωρινούς, ποὺ μᾶς περιζώνει ἡ χαμέρπεια καὶ πιάνουμε τὶς μύτες μας ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς ἀναθυμιάσεις, παρηγοριὰ μονάχη κάτι σὰν ὑποσυνείδητη ὤθηση, εἶναι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν ἐθνική μας ἱστορία. Ὅπως ἔλεγε θυμόσοφα κάποιος καθηγητής μου στὸ πανεπιστήμιο, «ἀφῆστε τὰ ὑποκείμενα καὶ καταπιαστεῖτε μὲ τὰ κείμενα», ἐννοώντας πὼς ἡ ἐντρύφηση μὲ τὴν ἱστορία προσφέρει τὸν ἀναζητούμενο ἀνασασμό. Ἂς μὴν λησμονοῦμε καὶ τὴν πασίγνωστη προγονικὴ ρήση «ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίας ἔσχεν μάθησιν», εὐτυχὴς ὁ γνώστης τῆς ἱστορίας. Ἡ ἱστορία δίνει στὸν ἄνθρωπο, ποὺ συνηθίζει νὰ σκέφτεται καὶ ὄχι νὰ σκέφτονται ἄλλοι γι’ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει στὰ κομματικὰ ποιμνιοστάσια, πολὺ βαθύτερη καὶ πιὸ πλούσια ἐμπειρία, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ κάθε γεγονὸς ἀτομικὸ ἢ καὶ γενικό (τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας) καὶ νὰ μὴν καταπλήσσεται γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Ὁ ἀνιστόρητος, ὁ ἀμύητος παρουσιάζει ἀντιδράσεις πρωτόγονου στὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ «πέφτει», ὅπως κοινότοπα λέγεται, «ἀπὸ τὰ σύννεφα». Ὁ ἱστορικὰ μορφωμένος, κατὰ τὸ δυνατόν, δὲν χάσκει ἐνώπιον τῶν «ραγδαίων ἐξελίξεων», ὅπως κάθε βράδυ «τσιρίζουν καὶ κοάζουν» οἱ ὅλο κόρδωμα καὶ ἔπαρση ἐπιβήτορες τῆς ἐξουσίας.
.             Ἀφιέρωμα, λοιπὸν τὸ σημερινὸ σημείωμα. Ὄχι, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἐπετειακό. Δὲν εἶναι χρέος μνήμης. Εἶναι ἐξαναγκασμὸς μνήμης. Ἀφιέρωμα στὸν ἀητὸ τῆς Μακεδονίας, ποὺ ἔφτασε στὰ «κρημνὰ τῆς ἀρετῆς» (Κάλβος). Ἀρχοντόπουλο ἦταν, μὲ γυναίκα σπουδαία, κόρη τοῦ Δραγούμη, μετέπειτα πρωθυπουργοῦ, μὲ παιδιὰ μικρά, μπροστά του καριέρα καὶ μεγαλεῖα, ὅμως τάραζε τὰ σπλάχνα του ἡ σωτηρία τῆς Μακεδονίας.

«Ὡς ἀπὸ ἕνα βουνὸν
ὁ ἀετὸς εἰς ἄλλο
πετάει, κι ἐγὼ τὰ δύσκολα
κρημνὰ τῆς ἀρετῆς
οὕτω ἐπιβαίνω»,

γράφει στὶς «Ὠδές» του ὁ ὑπέροχος ἐθνικὸς ποιητὴς Κάλβος. Αὐτὸς ἦταν ὁ Παῦλος, «ἀετός», ποὺ ἄφησε τὶς ἀθηναϊκὲς δυσωδίες καὶ τὶς «ἄψογες στάσεις» τοῦ παλαιοκοματισμοῦ καὶ θυσιάστηκε. Θυσία καὶ ὄχι λόγια. Αὐτὸ εἶναι Ὀρθόδοξος Ἕλληνας. Ἔλεγαν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν μία μάνα Ρωμηὰ γεννοῦσε ἀγόρι: «Νὰ σοῦ ζήσει, νὰ γίνει καπετάνιος, νὰ τοῦ γράψουν καὶ τραγούδι». «Μακαρία» ἡ μάνα του, τέτοιος ἦταν ὁ βλαστός της. Καπετάνιος, ὁ Μίκης Ζέζας καὶ τοῦ ἔγραψαν καὶ τραγούδια, ὁ λαὸς τὸν ἔκλαψε, «πάντα χλωρὸ νὰ σειέται τὸ χορτάρι». (Παλαμᾶς).
«Ἕνα πουλάκι ξέβγαινε ἀπ’ τὴ Μακεδονία./ Γιὰ τὴν Ἀθήνα διάβαινε γιὰ τοῦ Μελᾶ τὰ σπίτια./ Δὲν ἐλαλοῦσε σὰν πουλὶ οὐδὲ σὰν ἀηδόνι,/ παρὰ λαλοῦσε καὶ ἔλεγε ἀνθρώπινη κουβέντα:
– Τὸν Παῦλο τὸν ἐβάρεσαν».
Καὶ λαβωμένος «κράζει παλληκάρια» του καὶ τὰ γλυκομιλάει:/ Παιδιά μου, μὴ τρομάζετε, τὸ χάρο μὴ φοβάσθε/ τὰ παλληκάρια τὰ καλὰ /μόν’ τὸν Θεὸ φοβοῦνται».
.         Τὸ ἴδιο ἔλεγε καὶ ὁ Κανάρης: «μόνο τὸν Θεὸ φοβᾶμαι»! (Ὅποιο νεοπαγανιστικὸ ἀπολειφάδι δὲν κατανοεῖ τί σημαίνει «φόβος Θεοῦ», ἂς μελετήσει κάποιον ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς ἀθεόφοβους καὶ ὁ λαός μας τοὺς… φοβᾶται). Τοῦτες τὶς σάπιες, τῶν σάπιων, ἡμέρες, ἡ Μακεδονία, τὸ ὄνομά της, πάλι ξεβράζεται στὰ χείλη ἄνομων, παχυλῶν μετριοτήτων ποὺ –κακῇ  τῇ ὥρᾳ-κατέχουν τρανὰ πόστα. Πολὺ φοβᾶμαι, μήπως τώρα ποὺ ὁ λαὸς ἔχει πλήρως ἀποπροσανατολιστεῖ καὶ ἀποσβολωθεῖ μὲ τὴν φρικώδη κρίση καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα της, «περάσει στὰ μουλωχτὰ» καὶ κάποιο μνημόνιο προδοσίας, ὁ δυσώνυμος συμβιβασμός.
.             Ἡ ἔνδεια καὶ ὁ συνοδὸς πανικὸς ἀφοπλίζουν, καθηλώνουν ἀντανακλαστικά, ὁδηγοῦν σὲ παραίτηση καὶ ἀδιαφορία. Οἱ μεγάλες τραγωδίες τῆς ἱστορίας τότε συμβαίνουν: ὅταν ταυτίζεται τὸ κράτος μὲ τὴν πατρίδα. Κράτος εἶναι οἱ μνημονιακοὶ λακέδες καὶ οἱ ζητωκραυγαστές τους. Πατρίδα εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ ὅσοι ἀντρειωμένοι κοσμοῦν τὸ Συναξάρι τοῦ Γένους μας. Μᾶς ἐξευτελίζουν, μᾶς ποδοπατοῦν, ἔβαλαν νεοταξικὰ καθάρματα -τρόικες- νὰ μᾶς διαφεντεύουν καὶ ἡμέτερους προσκυνημένους νὰ τοὺς δορυφοροῦν. Μὴν χάσουμε ὅμως τὴ γῆ μας. Ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ ξεπουληθεῖ μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς. Στὴν Μακεδονία μας, εἶναι θαμμένα, τὰ κόκαλα τὰ ἱερὰ τοῦ Παύλου Μελᾶ, θησαυρὸς πολυτίμητος. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν προδώσουμε; Ἕλληνες εἴμαστε! Νὰ πάρει ἡ εὐχή! ρθρο γράφτηκε πρν π δύο χρόνια κα ο χειρότεροι φόβοι μας , καλύτερα φιάλτες μας, πιβεβαιώθηκαν).
.         «Κάποτε», γράφει ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, «μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι -δύο ψαράδες ἦταν- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: -Ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας!». (περ. «Γνώσεις», Φεβρουάριος 1959, τεῦχος 14, σελ. 4). Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη «ἰδεολογία» ποὺ μᾶς ἀξίζει: τὸ ἑλληνικό μας! Καὶ αὐτὴ δὲν περιέχει λόγια, μόνο θυσίες, καὶ ὀνομάζεται Μάρκος Μπότσαρης καὶ Παῦλος Μελᾶς καὶ Γρηγόρης Αὐξεντίου. Αὐτὸ τὸ «ἑλληνικό» μας εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν φροντίζει νὰ καλλιεργήσει συστηματικὰ τὸ κράτος στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροί της πατρίδας καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὰ ὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους. Οὔτε μία ἀναφορὰ στὰ βιβλία Γλώσσας Δημοτικοῦ καὶ Γυμνασίου στὸν Παῦλο Μελᾶ. Ἕνα ποίημα, ἕνα δημοτικό… τίποτε. Θὰ βρεῖς τὸν Λεφάκη, τὸν ἀστρολόγο, θὰ βρεῖς 35 συνταγὲς μαγειρικῆς, σκύβαλα καὶ περιτρίμματα, ἀλλὰ τὸν Παῦλο «ποῦχε ταράξει τὴν Τουρκιά», δὲν θὰ τὸν βρεῖς. Στὴν «σάπια πολιτεία» ἔχουν τὰ πρωτεῖα, οἱ… σκυφτοί, οἱ τετραποδίζοντες, κατὰ τὸ ὡραῖο τὸ ποίημα τοῦ Βάρναλη.
«Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
Κι ἀπ’ τὸν ἀφέντη πιάσου
Κι ἅμα σὲ φτύσει αὐτὸς
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
Καὶ θὰ ἔχεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία».
.             Ζητεῖται Παῦλος Μελᾶς καὶ σήμερα. Νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, νὰ μᾶς συγκλονίσει, νὰ διαλύσει τὰ σάβανα ποὺ μᾶς καταπλακώνουν.

 

Δημήτρης Νατσιός 
δάσκαλος-Κιλκίς  

, ,

Σχολιάστε

ΘA ΒΡΕΘΕI ΠΑYΛΟΣ ΜΕΛAΣ; ΘA ΒΡΕΘΕI ΓΕΡΜΑΝOΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓEΛΗΣ; (Δ. Νατσιός) [Ἀφιέρωμα στὸν Παλαμᾶ]

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

Θά βρεθεῖ Παῦλος Μελᾶς,
θά βρεθεῖ Γερμανός Καραβαγγέλης;

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

.               Μεγάλος, πολὺ μεγάλος ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Κωστὴς Παλαμᾶς. Ἔζησε ὅλες τὶς κρίσιμες στιγμὲς τοῦ Ἔθνους. Καὶ τὸ βοήθησε. Τὸ ὕμνησε, τὸ ἐνθάρρυνε, κατακεραύνωνε τοὺς «τροπαιούχους τοῦ ἄδειου λόγου», ποὺ ροκάνιζαν τὰ σωθικά του. Τὶς ἀνθρωποκάμπιες (Κόντογλου), τοὺς νάνους καὶ τοὺς ἀρλεκίνους τῆς κομματοκρατίας. Τὸν λησμονήσαμε ὅμως. Ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία εἶναι προγραμμένος. Ἔχει «κουσούρι» ἀσυγχώρητο: εἶναι ἐθνικὸς ποιητής. Σολωμός, Βαλαωρίτης, Κάλβος, Παλαμᾶς, οἱ ἐθνικοί μας ραψωδοί, περιφρονοῦνται ἀπὸ τὴν δημόσια διὰ βίου, ὅπως τήν ονόμαζε ὁ ΓΑΠ, καί… νυκτοβίου, ἐκπαίδευση. Ἐνῶ, ὅπως ἔχουμε ξαναγράψει, θὰ συναντήσεις κείμενα τοῦ γίγαντα τῆς λογοτεχνίας καὶ γνωστοῦ τηλεαστρολόγου – τηλεμπουρδολόγου Κώστα Λεφάκη (στὸ Τετράδιο Ἐργασιῶν τῆς «Νεοελληνικῆς Γλώσσας» Γ´ Γυμνασίου, σελ. 73), ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὴν «ἐνίσχυση τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων, διότι ὁ πλανήτης Ἄρης δεσπόζει στὸν Λέοντα», θὰ σκοντάψεις ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα «ἀπίστευτο» κείμενο τοῦ -γράφω τ’ ὄνομά του καὶ τὸ χέρι μου τρέμει ἀπὸ συγκίνηση- Κ. Σημίτη, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει στοὺς Ἑλληνόπαιδες «τὴν διαστρεβλωμένη καὶ γι’ αὐτὸ χωρὶς ἀπήχηση ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ παράδοση», («Νεοελληνικὴ Γλώσσα», Γ´ Γυμνασίου, σελ. 65). Θὰ συναντήσεις στὰ βιβλία πολλὰ κείμενα τοῦ βούρκου καὶ τῆς σάχλας, κατακάθια ποὺ ἔπνιξαν τὰ παιδιὰ μὲ τὶς δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις τους, Παλαμᾶ ὅμως δὲν θὰ βρεῖς.
Δὲν ἐμφορεῖται, θὰ ἔλεγε, ἡ «διὰ βίου» ἀνοησία, ἡ ποίησή του ἀπὸ «προοδευτικὲς ἀντιλήψεις». Ὁ ποιητὴς πέθανε ἐν μέσῳ γερμανικῆς Κατοχῆς, τὸν Φεβρουάριο τοῦ ’43. Ὁ λαὸς ἔψαλλε τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἤχησαν οἱ σάλπιγγες τῆς ἐλευθερίας. Γράφει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς, ποὺ βρίσκεται στὸ ξόδι τοῦ ποιητῆ: «Κατεβήκαμε πρὸς τὴ σκλαβωμένη Ἀθήνα μας, ποὺ τὴ σκίαζαν ἀπ’ τὴν Ἀκρόπολη οἱ σημαῖες τῶν κατακτητῶν, μὲ ψυχὴ περήφανη καὶ χαρούμενη. Νιώθαμε τὴν Ἑλλάδα ἐλεύθερη καὶ νικηφόρα, μέσα στὴ συμφορά της. Τέτοια ἦταν ἡ δύναμη τοῦ ποιητῆ ποὺ εἴχαμε κηδέψει καὶ ποὺ μᾶς φαινότανε τώρα περισσότερο ἀπὸ πάντα ζωντανός». («Πνευματικὴ Πορεία», ἐκδ. «Ἑστία», σελ. 202).
.                     Αὐτὲς τὶς ἀνήλιαγες ἡμέρες τῆς ἀσημαντότητας, τῆς προδοσίας καὶ τῆς ἀποπροβάτωσης τοῦ κυρίαρχου λαοῦ, μόνο ἂν ἀνέβουμε στὶς στέρεες πλάτες τῶν προγόνων, μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ ἡ ματιά μας πάνω ἀπὸ τὰ ἐθνικά μας σάβανα. Οἱ πρόγονοι εἶναι σὰν τὴ γῆ. Εἶναι γνωστό, ἡ διακονία τῆς γῆς δίνει χαρὰ στὸν ἄνθρωπο, αὐτὴ ἡ γεωχαρμοσύνη παραπέμπει σὲ ἀρχέγονες, γενέθλιες καταβολές του. «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου». (Γέν. Γ´ 19).
.              Ὁ ἀρχαῖος μύθος μιλᾶ γιὰ τὸν Ἀνταῖο, «γίγας δυσπολέμητος», γιὸς τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς. Ὅσο πατοῦσε τὸ χῶμα τῆς μητέρας του Γῆς, δυνάμωνε, γινόταν ἀκατανίκητος. Σαφὴς βαθιὰ καὶ λεπτὴ ἡ ἀλληγορία τοῦ μύθου. Ἡ πατρίδα, «τὸ χῶμα της τὸ γλυκὸ ποὺ νιώθει σὰν ἄνθρωπος», (Βρεττάκος), τὸ ἐθνικὸν καὶ ἀληθὲς τοῦ Σολωμοῦ, αὐτὴ εἶναι τὸ ἔσχατο καταφύγιο, εἶναι σὰν τὸ αἷμα ποὺ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα. «Τῆς πατρίδας μου πάλι ὁμοιώθηκα», τραγουδᾶ ὁ Ἐλύτης. Καὶ πιὰ δὲν τῆς μοιάζουμε, δὲν μᾶς ἀναγνωρίζει ἐμᾶς τὰ παιδιά της, γίναμε μασκαράδες. Μόνο ἂν γυρίσουμε πίσω στὴν ἀγαπημένη πατρώα γῆ, ἂν στραφοῦμε στοὺς μεγάλους λογοτέχνες καὶ τεχνίτες τοῦ Γένους, θὰ βροῦμε γιατρειά, θὰ θεραπευτοῦν τὰ ἕλκη τῆς ψυχῆς μας.
.                 Βουίζουν τὰ αὐτιά μας ἀπὸ τὶς τσιρίδες ὅσων θεωροῦν τὰ μνημόνια καὶ τὴν ξενικὴ ἐξάρτηση καὶ ὑποτέλεια ὡς περίπου εὐλογία γιὰ τὸν τόπο. Τί ἀπαντοῦν οἱ σπουδαῖοι, «οἱ πάνυ ἀκριβεῖς» τοῦ Γένους, σ’ αὐτοὺς τοὺς χαμαίζηλους τζιτζιφιόγκους;

Γράφει ὁ Ἀνδρέας Κάλβος στὸ ποίημα «Αἱ εὐχαί».
«Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες
παρὰ προστάτας νά ᾽χωμεν».

.               «Παρὰ προστάτας νά ᾽χωμεν» καὶ προστάτες (νταβατζῆδες ἐπὶ τὸ λαϊκότερον) ἔχουν μόνον ἡ Ἑλλὰς καὶ οἱ πόρνες, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ δηκτικὸς εὐφυολόγος, Ἐμ. Ροΐδης. Γράφει ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, ἕνα ὡραιότατο ποίημα, κατὰ τῶν ἐσαεὶ προσκυνημένων στὰ κελεύσματα τῶν ξένων, στοὺς τωρινοὺς ποὺ τὸ ἀγγελτήριο τῆς σκλαβιᾶς μας, τὸ προσκυνοχάρτι, τὸ βάπτισαν, μηχανισμὸ στήριξης καί, τὸ χειρότερο, «λύση» τοῦ σκοπιανοῦ. Τὸ τιτλοφορεῖ «οἱ λύκοι». Τὸ παραθέτω:
«Σὲ μοίρας ἀνελεήμονης τὰ πόδια /ἢ στοῦ θεοῦ μας τὸ ἔλεος γυρτοί;/ Τῶν ἐθνικῶν ἀπριλομάηδων ξόδια/ μᾶς δείχνουν γιὰ ποιᾶς λύτρωσης γιορτή./ Μὲς στὸ παλιόσπιτό σου ταμπουρώσου,/ Ζῆσε ὅπως-ὅπως· ὁ παθὸς-μαθός./ Κάλλιο γλύστρα στὸ δρόμο τὸ δικό σου /παρὰ στὸ δρόμο τοῦ ἄλλου νὰ εἶσαι ὀρθός./ Τοῦ ξένου τ’ ἄγγισμα, ὅποιο, δὲν ἀφήνει / τὰ σημάδια τοῦ σκλάβου στὸ κορμί;/ Δὲν εἶναι δανεικιὰ ἡ μεγαλοσύνη·/ λευτεριᾶς ψεύτρας, ψεύτρα καὶ ἡ τιμή. /Μὲ τ’ ἅρμυρά μου δάκρυα σ’ ἀνταμώνω,/ Ἐσὺ τῆς πείνας μου εἶσαι πλερωμὴ/ ντόπιο μαῦρο κριθάρι ποὺ ζυμώνω,/ Ὄχι τοῦ ξένου τὸ ἄσπρο τὸ ψωμί».
.              Ἡ μεγαλοσύνη δὲν χτίζεται μὲ δανεικὰ οὔτε εἶναι δανεικιά. Οἱ λύκοι, προβατόσχημοι καὶ μή, Εὐρωπαῖοι καί… ἀγοραῖοι εἶναι ἀνελεήμονες, τὸ ἄγγισμά τους, οἱ θεραπεῖες τους, θὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ θὰ μᾶς λερώσουν. (Τό κάθαρμα ἡ Μέρκελ τόν ἀποκαλεῖ  “Μακεδόνα” τόν Ζάεφ. Καί ὁ Κοτζιάς χαχανίζει…).
Ὅμως, ἐδῶ στὴν ἔρμη πατρίδα, «Ροπαλοφόροι καραδοκοῦν / χαγάνοι ὀρνεοκέφαλοι / βυσσοδομοῦν/ σκυλοκοῖτες, νεκρόσιτοι / καὶ ἐρεβομανεῖς / κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον», μᾶς γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης. Τὸ μέλλον μας, ὅσο θὰ τὸ κρατοῦν στὰ χέρια τους τὰ κοπρώδη ὑποκείμενα τῆς πολιτικῆς, θὰ κοπροκρατεῖται.
.            Στὴν τότε γερμανικὴ Κατοχὴ οἱ σκλαβωμένοι Ἕλληνες, ἀψηφώντας καὶ περιφρονώντας τὶς κάννες τῶν Γερμανῶν, συνάχτηκαν στὸ Α´ νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν, καὶ τραγουδώντας ὕμνους τῆς λευτεριᾶς, ἀποχαιρέτησαν τὸν μεγάλο νεκρό. Δὲν τόλμησαν τὰ ναζιστικὰ γουρούνια νὰ ματώσουν τὴν συγκέντρωση. Αὐτὸ τὸ ἀντιστασιακὸ ἦθος τοῦ λαοῦ μας, ποὺ πνίγηκε κάτω ἀπὸ τὴν πυώδη ἠδονοθηρία τῶν χρόνων τῆς λεγόμενης μεταπολίτευσης, πρέπει νὰ ξαναβροῦμε. Δὲν χάθηκε. Μπαζώθηκε ἀπὸ σκουπίδια καὶ ἀπορρίμματα, ποὺ ἔπεσαν σὲ σπίτια καὶ σχολεῖα, μέσῳ τῆς πορνοτηλεόρασης καὶ τῆς ἀνθελληνικῆς παιδείας. Λίγο σκάψιμο θέλει καὶ θὰ βροῦμε τὴν βασιλικὴ φλέβα, τὴν σωτήρια πηγή.
.            Κλείνοντας δημοσιεύομε ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ μεγάλου μας ποιητοῦ «Ἡ φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» τό παρακάτω ἀπόσπασμα, γιὰ νὰ μὴ ξεχνᾶμε τὶς ρίζες μας, τὴν ἱστορία μας, τὸ αἷμα καὶ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσαν ὅσοι ὑπερασπίστηκαν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τοῦ Γένους μας καί μάλιστα τή γῆ τῆς Μακεδονίας μας.

«…καί τῆς Θεσσαλονίκης
βλαστοί, πρωτοπαλλήκαρα καί πολεμάρχοι, μέσα
κι ἀπό τή γῆ πού ἱέρισσα καί καπετάνισσα εἶναι,
στὄνα της χέρι τό σπαθί καί στ ‘ ἄλλο το βαγγέλιο,
καί στοῦ πελάου καί στεριανή καί στό ρωμαίικο Γένος
ἀφρός ἀπό τή δόξα του κι ἀπό τή δύναμή του.
Μακεδονίτες ποταμοί, μακεδονίτες ἄντρες
ἀνταμωμένοι ἀπάνω της θεριεύουνε καί στέκουν…»

.           Τήν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ Αγώνα κάποιοι “ἀνυπάκουοι” ἀξιωματικοί καί πατριῶτες, ἔσωσαν τήν Ἑλλάδα καί τήν τιμή της, τώρα πού διατρέχουμε χειρότερο κίνδυνο θά βρεθεῖ Παῦλος Μελᾶς, θά βρεθεῖ Καραβαγγέλης;

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

, ,

Σχολιάστε

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: Ο,ΤΙ ΚΕΡΔΗΘΗΚΕ ΜΕ ΑΙΜΑ, ΔΕΝ ΞΕΠΟΥΛΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ ΜΙΑΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ (Δ. Νατσιός) «Κάτι “προοδευτικοὶ” “ἠλίθιοι καρνάβαλοι”».

Μακεδονία: ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα,
δὲν ξεπουλιέται μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς.

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Εἶδα τότε ὅτι ὅ,τι κάμομε θὰ τὸ κάμομε μοναχοὶ καὶ δὲν ἔχομε ἐλπίδα καμμιὰ ἀπὸ τοὺς ξένους». Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

.                 Νυχτώνοντας ἀκούστηκε ἕνας πυροβολισμὸς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου: «στὴ μέση μὲ πῆρε παιδιά». Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ φώναξε τὸν καπετὰν Πύρζα. Ὁ Νίκος Πύρζας ἔτρεξε κοντά του. Ὁ Παῦλος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ λαιμὸ του τὸν σταυρὸ ποὺ φοροῦσε πάντοτε καὶ τοῦ λέει: «τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου. Καὶ τὸ ντουφέκι τοῦ Μίκη. Καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκον μου…». Καὶ ζήτησε νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ παλικάρια του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦνε οἱ Τοῦρκοι ζωντανό. Σὲ λίγο ὅμως ξεψύχησε. Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1904. «Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν γιὰ νὰ εἶναι μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους… Τέτοια σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ὅσοι συνηθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι Παῦλος Μελᾶς, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ τὴν ἀνάψει. Καὶ μὲ τὴν σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα πολλοὶ ἦταν τυφλοὶ ὡς τὸν εἶδαν. Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιπασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν νὰ τὸ διαλαλήσουν: Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ σκοτώθηκε γι’ αὐτή! Καὶ ἄλλοι συμπέραναν: Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα, μετὰ τὸ 1897, ἀξιωματικοὶ στὸ στρατὸ καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος!» (Ἴων Δραγούμης)
.             Σὲ καιροὺς σακάτικους σὰν τοὺς τωρινούς, ποὺ μᾶς περιζώνει ἡ χαμέρπεια καὶ πιάνουμε τὶς μύτες μας ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς ἀναθυμιάσεις, παρηγοριὰ μονάχη, κάτι σὰν ὑποσυνείδητη ὤθηση, εἶναι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν ἐθνική μας ἱστορία. Ὅπως ἔλεγε θυμόσοφα κάποιος καθηγητής μου στὸ Πανεπιστήμιο, «ἀφῆστε τὰ ὑποκείμενα καὶ καταπιαστεῖτε μὲ τὰ κείμενα», ἐννοώντας πὼς ἡ ἐντρύφηση μὲ τὴν ἱστορία προσφέρει τὸν ἀναζητούμενο ἀνασασμό. Ἂς μὴν λησμονοῦμε καὶ τὴν πασίγνωστη προγονικὴ ρήση «ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν», εὐτυχὴς ὁ γνώστης τῆς ἱστορίας. Ἡ ἱστορία δίνει στὸν ἄνθρωπο ποὺ συνηθίζει νὰ σκέφτεται -καὶ ὄχι νὰ σκέφτονται ἄλλοι γι’ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει στὰ κομματικὰ ποιμνιοστάσια- πολὺ πιὸ βαθύτερη καὶ πλούσια ἐμπειρία, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ κάθε γεγονὸς ἀτομικὸ ἢ καὶ γενικό (τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας) καὶ νὰ μὴν καταπλήσσεται γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Ὁ ἀνιστόρητος, ὁ ἀμύητος παρουσιάζει ἀντιδράσεις πρωτόγονου στὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς. Ὁ ἱστορικὰ μορφωμένος -κατὰ τὸ δυνατὸν- δὲν χάσκει ἐνώπιον τῶν «ραγδαίων ἐξελίξεων», ὅπως κάθε βράδυ «τσιρίζουν καὶ κοάζουν» οἱ ὅλο κόρδωμα καὶ ἔπαρση ἐπιβήτορες τῆς ἐξουσίας.
.             Ἕνα μνημόσυνο γιὰ τὸν ἥρωα Παῦλο Μελᾶ δὲν εἶναι οὔτε ἀνεπίκαιρο οὔτε ἀναιτιολόγητο. Βεβαίως, νυχθημερὸν τὰ συφοριασμένα κοπροκάναλα μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπειλοῦν μὲ τὴν ἐπερχόμενη φοροδοτικὴ λαίλαπα -ἡ γνωστὴ τακτικὴ τοῦ πανικοῦ τῶν μαζῶν- ὅμως ὅλη αὐτὴ ἡ πλεκτάνη τῶν μνημονίων εὐνοεῖ αὐτοὺς ποὺ σκευωροῦν εἰς βάρος τῆς Πατρίδας μας.
.               Τὸ θέμα τῆς Μακεδονίας παραμένει πληγὴ πυορρέουσα καὶ πολὺ φοβᾶμαι μήπως τώρα ποὺ ὁ λαὸς ἔχει πλήρως ἀποπροσανατολιστεῖ καὶ ἀποσβολωθεῖ μὲ τὴν οἰκονομικὴ δυσωδία, «περάσει στὰ μουλωχτά», ὅπως λέγεται, καμμιὰ δυσώνυμη λύση. Ἡ φτώχεια καὶ ὁ συνοδὸς πανικός, ὅπως προεῖπα, ἀφοπλίζουν, καθηλώνουν ἀντανακλαστικά, ὁδηγοῦν σὲ αἴσθημα παραίτησης καὶ ἀδιαφορίας. Οἱ μεγάλες τραγωδίες τότε συμβαίνουν. Πάντοτε μιᾶς ἐθνικῆς κατάρρευσης προηγεῖται μία πνευματικὴ ἧττα. Τὸ 1897, τὸ 1922, τὸ 1974, ἔτη μεγάλων καταστροφῶν καὶ τραγωδιῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἦταν τὰ ἐπίχειρα ἄθλιων γεγονότων. Τὸ 1897 προηγήθηκε τὸ «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν», τὸ 1922 ὁ «ὀλέθριος διχασμός», τὸ 1974 «ὁ γύψος τῆς ἑπταετίας».
.               Ἐδῶ καὶ ἕξι χρόνια βιώνουμε τὴν «λέπρα» τῶν μνημονίων. Οἱ πολιτικοὶ νάνοι καὶ ἀρλεκίνοι ὑπογράφουν μὲ χέρια καὶ ποδάρια ὅ,τι τοὺς σερβίρει τὸ Βερολίνο. Θυσιάζουν τὴν πατρίδα γιὰ μία φωτογραφία στὰ ἕδρανα τῆς Βουλῆς. Τὸ καρκίνωμα τῆς πατρίδας μας τούτη τὴν ἐποχὴ εἶναι ὁ πολιτικὸς καὶ παραπολιτικὸς συρφετός. Αὐτοὶ δὲν ἐπιτρέπουν στὸν λαὸ νὰ ἀναπνεύσει. Αὐτοὶ καὶ οἱ θυμηδιογόνες κοκορομαχίες τους ἀποτρέπουν τὴν εὐλογημένη ὁμόνοια, τόσο ἀπαραίτητη στὶς μέρες μας «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας… χαλεποὺς εἶναι περιγίγνεσθαι», ἔγραφε ὁ Ἡρόδοτος (ἱστορία ΙΧ,2), εἶναι ἀνίκητοι ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες.
.               Διάβαζα πρόσφατα ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν Ἁγιὰ-Σοφιά. («Ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ στὴν ἱστορία καὶ τὸν θρύλο», τοῦ Παναγ. Σπυρόπουλου, ἔκδ. «Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1988). Σημείωσα κάτι. Τὸν Μάιο τοῦ 1346, καταστροφικὸς σεισμὸς κατακρημνίζει μέρος τοῦ ναοῦ, τὴν ἀνατολικὴ ἁψίδα. Διαβάζω: «Ὅταν πρωὶ-πρωὶ ἐκυκλοφόρησε στὴν Πόλη, ἡ θλιβερὰ εἴδησις», σημειώνει ὁ Γρηγορᾶς, «βοὴ καὶ θρῆνος ἠγείρετο μείζων». Ἄδειασαν ἀμέσως οἰκίες καὶ ἡ ἀγορὰ καὶ ὅλοι ἔτρεξαν νὰ ἰδοῦν τὸ θλιβερὸ συμβάν… ὅλοι ἐβάλθηκαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ συντρίμμια καὶ «οὐδ’ ἦν ἐκεῖ διακρίνειν πλούσιον ἐκ πενήτων, οὐδ’ ἀδόξων ἔνδοξον (δηλ. δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ ξεχωρίσει ἐπιφανεῖς πολίτες ἀπὸ τοὺς ἄσημους), οὐδ’ ἐκ δεσπότου δοῦλον…», ἀλλὰ ὅλοι εἶχαν ἕνα σκοπό… καί, καθὼς οἱ γυναῖκες εἶναι πιὸ ἐπιρρεπεῖς στὰ δάκρυα, «πλούσιοι, δάκρυσι ραίνουσι τάς τε πλίνθους καὶ πέτρας», τὶς ἔπαιρναν κατόπιν στοὺς ὤμους τους, χωρὶς νὰ νοιάζονται γιὰ τὰ τυχὸν πολυτελῆ φορέματά τους, ποὺ ἐσχίζοντο καὶ ἐσκονίζοντο… Αὐτὸ συνεχίστηκε ἐπὶ τριάντα ὁλόκληρα μερόνυχτα». (σελ. 40). Ὁ ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Ἁγίας Σοφίας ἀποκατεστάθη. Λέω πολλὲς φορὲς στοὺς μαθητές μου: Ὁ Ἰουστινιανὸς στοὺς 40 κίονες ποὺ στήριζαν τὸν ναὸ ἔβαλε λείψανα ἁγίων. «Ἐν παντὶ κιόνι τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω, ἓν ἕκαστον λείψανον ἔχει ἐνθρονισμένον». Στὴν Κωνσταντινούπολη συνέβησαν καταστρεπτικοὶ σεισμοὶ στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Ὅμως ὁ ναὸς ποτὲ δὲν καταστράφηκε ὁλοσχερῶς. Γιατί; Διότι στοὺς πανέμορφους κίονές του ὑπάρχουν «ἐνθρονισμένα» λείψανα ἁγίων. Ἔτσι εἶναι, τοὺς λέω, καὶ ἡ πατρίδα μας. Κατάσπαρτη ἀπὸ λείψανα καὶ ὀστᾶ ἁγίων. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ἁγιὰ-Σοφιὰ τῆς οἰκουμένης. Δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ πέσει καὶ νὰ χαθεῖ. «Ἡ Ρωμηοσύνη θὰ χαθεῖ, ὄντας ὁ κόσμος λείψει». Τώρα ποὺ κάποια κομμάτια της γκρεμίστηκαν καὶ «ἠκρωτηρίασται τὸ κάλλος της», ὅλοι μαζὶ -«εἴμαστε στὸ ἐμεῖς»- ἔνδοξοι καὶ ἄδοξοι νὰ σπεύσουμε νὰ τὴν ἀναστυλώσουμε, ὅπως ἔπραξαν τότε οἱ Ρωμηοὶ πρόγονοί μας.
.            Αὐτὸ δὲν ἔγινε καὶ στὴν Μακεδονία τὴν περίοδο τοῦ Ἀγώνα; Ἀπ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἔσπευσαν ἀγωνιστές, μαζί τους καὶ ὁ μεγαλομάρτυρας τοῦ Γένους Παῦλος Μελᾶς καὶ ἔσωσαν τὴν Μακεδονία. Καὶ τὰ λάβαρα τοῦ ἀγώνα τὰ κρατοῦσαν οἱ ἡρωικοὶ δεσποτάδες. Διαβάζω:
.                 «Στὶς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907 ὁ Μακεδονικὸς λαὸς ἀποχαιρετοῦσε τὸν ποιμενάρχη του στὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τῆς Δράμας. Χιλιάδες κόσμος εἶχε συνωστισθεῖ στὴν ἀποβάθρα τοῦ σταθμοῦ. Μπροστὰ ἀπ’ ὅλους εἶχαν παραταχθεῖ τὰ παιδιὰ κρατώντας λουλούδια. Ἦταν ἡ γενιά, ποὺ θὰ συνέχιζε αὔριο τὸ ἔργο του. Στάθηκε ὁ Ἱεράρχης, χάϊδεψε μὲ τὸ πατρικό του βλέμμα τὰ παιδιά, ἀγνάντεψε μὲ στοργὴ τὸ ποίμνιό του. Ἀναταράχτηκαν τὰ στήθη του. Ἔγινε σιωπή. Ὁ δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον μὲ ἀπερίγραπτη συγκίνηση, ὕψωσε κάποια στιγμὴ τὴ φωνή του, ὄρθωσε τὴ λεβέντικη κορμοστασιά του, ἀνέπνευσε βαθιά, κάρφωσε τὸ βλέμμα στὸν ἀπερχόμενο ποιμενάρχη καὶ τοῦ φώναξε: “Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγοὺς καὶ μᾶς ἔκαμες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος. Θὰ γίνει τὸ θέλημά σου”.
.                Κι ἔγινε!… Μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια ἐξορίας συναντοῦμε τὸ Χρυσόστομο Μητροπολίτη στὴ Σμύρνη, νὰ προσφέρει τὸν ἑαυτό του ἱερὸ σφάγιο στὸ βωμὸ τοῦ Ἔθνους. Ὅμως ἡ φωτιά ἔγινε πυρκαϊά. Ἡ Μακεδονία, χάρη στοὺς λιονταρόψυχους ἀγωνιστὲς της -παιδιὰ ἐκείνου τοῦ δεσπότη- ἀνέπνεε ἀνάπνεε κιόλας τὸ ζείδωρο ἀέρα τῆς ἐλευθερίας». (Μ.Βασιλειάδη, «γιὰ τὴν Ἐλευθερία», σελ. 265).
.               Ἂς τὸ χωνέψουν οἱ τωρινοὶ κρυφοδαγκανιάρηδες ἐκκλησιομάχοι, ποὺ προσπαθοῦν νὰ περιορίσουν τὴν Ἑκκλησία στὰ ὅρια ἑνὸς φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος. Ἡ Ἑκκλησία στάθηκε πάντοτε ἑλληνοσώτειρα.
.             Ὁ Παῦλος Μελᾶς, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι βαρύτερη ἀπὸ τοῦ κάθε γελοίου ὑμνητῆ τῆς πολυπολιτισμικότητας, ἔγραφε στὴν ἀγαπημένη του Ναταλία, περὶ τὸ 1904 ἀπὸ τὴ χειμαζόμενη Μακεδονία: «Καὶ τώρα ἔβλεπα ὅλας τὰς δυσκολίας ὀρθουμένας ἐμπρός μου. Οὔτε ἀνθρώπους εἶχα οὔτε χρήματα οὔτε συνεννόησιν… Τότε τοὺς εἶπα τὰ ἑξῆς: ἐπειδὴ πάντοτε κατὰ τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἔθνους μας προΐστατο ἡ Ἐκκλησία, ἔτσι τώρα πρὸ πάντων ὅτε κατ’ αὐτῆς στρέφονται αἱ ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν μας, πρέπει καὶ πάλιν ἡ Ἐκκλησία νὰ προστατεύσει τὸν ἀγώνα διὰ τὴν συνεννόησιν τῶν κοινοτήτων πρὸς ἀλλήλας καὶ τὴν ἀλληλοβοήθειαν». Θὰ ποῦν οἱ διάφοροι «ναιναῖκοι»: οἱ καιροὶ ἄλλαξαν, οἱ ἄνθρωποι ξύπνησαν, τὸ ράσο εἶναι σκοτάδι, οἱ καλόγεροι καλοπερνοῦν, οἱ λαοὶ δὲν ἔχουν νὰ χωρίσουν τίποτε καὶ λοιπὲς χαζοχαρούμενες ἀνοησίες. Αὐτὰ ἔλεγαν καὶ στὸν Παῦλο Μελᾶ οἱ παραλυμένοι τῆς ἐποχῆς του. Ἦταν ὅμως ἀπὸ ἐκείνους τοὺς «τρελούς», ὅπως ὀνόμαζε ὁ Κολοκοτρώνης τοὺς ἀγωνιστές, τοὺς «ὀπισθοδρομικούς», τοὺς «ἐθνικιστές». Δὲν τοὺς ἄκουσε. Θυσιάστηκε γιὰ τὴ γῆ μας ὁ ἀντρειωμένος. Μαζί του καὶ μία πλειάδα Μητροπολίτες τῆς Μακεδονίας. Πολιτικάντης κανείς. «Τὸ χάλκεον χέρι τοῦ φόβου» ἦταν βαρύτατο γι’ αὐτούς. Καὶ ὅλοι οἱ Μακεδονομάχοι ἦταν πιστοὶ χριστιανοί. Κάτι «προοδευτικοί» τῆς ἐποχῆς του «ἠλίθιοι καρνάβαλοι» (Κόντογλου) ἀσχολοῦνταν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου καὶ τὴν εὐρωπαϊκή μας προοπτική. Σὰν τοὺς σημερινοὺς καρνάβαλους.

, ,

Σχολιάστε

ΖΗΤΕΙΤΑΙ «ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ» (Δ. Νατσιός) «Κράτος εἶναι οἱ μνημονιακοὶ λακέδες καὶ οἱ ζητωκραυγαστές τους. Πατρίδα εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ ὅσοι ἀντρειωμένοι κοσμοῦν τὸ Συναξάρι τοῦ Γένους μας».

Ζητεῖται Παῦλος Μελᾶς

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.             Νυχτώνοντας ἀκούστηκε ἕνας πυροβολισμὸς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου: «στὴ μέση μὲ πῆρε παιδιά». Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ φώναξε τὸν καπετὰν Πύρζα. Ὁ Νίκος Πύρζας ἔτρεξε κοντά του. Ὁ Παῦλος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ λαιμό του τὸν σταυρὸ ποὺ φοροῦσε πάντοτε καὶ τοῦ λέει: «τὸν σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου. Καὶ τὸ ντουφέκι τοῦ Μίκη. Καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκον μου…». Καὶ ζήτησε νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ παλικάρια του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦνε οἱ Τοῦρκοι ζωντανό. Σὲ λίγο ὅμως ξεψύχησε. Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1904. «Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ οἄνθρωποι. Καὶ οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν γιὰ νὰ εἶναι μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους…Τέτοια σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ὅσοι συνηθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ τὴν ἀνάψει. Καὶ μὲ τὴν σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα, πολλοὶ ἦταν τυφλοί, ὡς τὸν εἶδαν. Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιπασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν νὰ τὸ διαλαλήσουν: Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ σκοτώθηκε γι’ αὐτή! Καὶ ἄλλοι συμπέραναν: Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα, μετὰ τὸ 1897, ἀξιωματικοὶ στὸ στρατὸ καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος!».
.             Σὲ καιροὺς σακάτικους σὰν τοὺς τωρινούς, ποὺ μᾶς περιζώνει ἡ χαμέρπεια καὶ πιάνουμε τὶς μύτες μας ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς ἀναθυμιάσεις, παρηγοριὰ μονάχη κάτι σὰν ὑποσυνείδητη ὤθηση, εἶναι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν ἐθνική μας ἱστορία. Ὅπως ἔλεγε θυμόσοφα κάποιος καθηγητής μου στὸ πανεπιστήμιο, «ἀφῆστε τὰ ὑποκείμενα καὶ καταπιαστεῖτε μὲ τὰ κείμενα», ἐννοώντας πὼς ἡ ἐντρύφηση μὲ τὴν ἱστορία προσφέρει τὸν ἀναζητούμενο ἀνασασμό. Ἂς μὴν λησμονοῦμε καὶ τὴν πασίγνωστη προγονικὴ ρήση «ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν», εὐτυχὴς ὁ γνώστης τῆς ἱστορίας. Ἡ ἱστορία δίνει στὸν ἄνθρωπο, ποὺ συνηθίζει νὰ σκέφτεται καὶ ὄχι νὰ σκέφτονται ἄλλοι γι’ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει στὰ κομματικὰ ποιμνιοστάσια, πολὺ βαθύτερη καὶ πιὸ πλούσια ἐμπειρία, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ κάθε γεγονὸς ἀτομικὸ ἢ καὶ γενικό (τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας) καὶ νὰ μὴν καταπλήσσεται γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Ὁ ἀνιστόρητος, ὁ ἀμύητος παρουσιάζει ἀντιδράσεις πρωτόγονου στὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ «πέφτει», ὅπως κοινότοπα λέγεται, «ἀπὸ τὰ σύννεφα». Ὁ ἱστορικὰ μορφωμένος, κατὰ τὸ δυνατόν, δὲν χάσκει ἐνώπιον τῶν «ραγδαίων ἐξελίξεων», ὅπως κάθε βράδυ «τσιρίζουν καὶ κοάζουν» οἱ ὅλο κόρδωμα καὶ ἔπαρση ἐπιβήτορες τῆς ἐξουσίας.
.             Ἀφιέρωμα, λοιπὸν τὸ σημερινὸ σημείωμα. Ὄχι, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἐπετειακό. Δὲν εἶναι χρέος μνήμης. Εἶναι ἐξαναγκασμὸς μνήμης. Ἀφιέρωμα στὸν ἀητὸ τῆς Μακεδονίας, ποὺ ἔφτασε στὰ «κρημνὰ τῆς ἀρετῆς» (Κάλβος). Ἀρχοντόπουλο ἦταν, μὲ γυναίκα σπουδαία, κόρη τοῦ Δραγούμη, μετέπειτα πρωθυπουργοῦ, μὲ παιδιὰ μικρά, μπροστά του καριέρα καὶ μεγαλεῖα, ὅμως τάραζε τὰ σπλάχνα του ἡ σωτηρία τῆς Μακεδονίας.

« Ὡς ἀπὸ ἕνα βουνὸν
ὁ ἀετὸς εἰς ἄλλο
πετάει, κι ἐγὼ τὰ δύσκολα
κρημνὰ τῆς ἀρετῆς
οὕτω ἐπιβαίνω»,
γράφει στὶς «Ὠδές» τοῦ ὁ ὑπέροχος ἐθνικὸς ποιητὴς Κάλβος. Αὐτὸς ἦταν ὁ Παῦλος, «ἀετός», ποὺ ἄφησε τὶς ἀθηναϊκὲς δυσωδίες καὶ τὶς «ἄψογες στάσεις» τοῦ παλαιοκοματισμοῦ καὶ θυσιάστηκε. Θυσία καὶ ὄχι λόγια. Αὐτὸ εἶναι Ὀρθόδοξος Ἕλληνας. Ἔλεγαν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν μία μάνα Ρωμηὰ γεννοῦσε ἀγόρι: «Νὰ σοῦ ζήσει, νὰ γίνει καπετάνιος, νὰ τοῦ γράψουν καὶ τραγούδι». «Μακαρία» ἡ μάνα του, τέτοιος ἦταν ὁ βλαστός της. Καπετάνιος, ὁ Μίκης Ζέζας καὶ τοῦ ἔγραψαν καὶ τραγούδια, ὁ λαὸς τὸν ἔκλαψε, «πάντα χλωρὸ νὰ σειέται τὸ χορτάρι». (Παλαμᾶς).
.             «Ἕνα πουλάκι ξέβγαινε ἀπ’ τὴ Μακεδονία./ Γιὰ τὴν Ἀθήνα διάβαινε γιὰ τοῦ Μελᾶ τὰ σπίτια./ Δὲν ἐλαλοῦσε σὰν πουλὶ οὐδὲ σὰν ἀηδόνι,/ παρὰ λαλοῦσε καὶ ἔλεγε ἀνθρώπινη κουβέντα: Τὸν Παῦλο τὸν ἐβάρεσαν».
.             Καὶ λαβωμένος «κράζει παλληκάρια» του καὶ τὰ γλυκομιλάει:/ Παιδιά μου, μὴ τρομάζετε, τὸ χάρο μὴ φοβᾶσθε/ τὰ παλληκάρια τὰ καλὰ /μον’ τὸν Θεὸ φοβοῦνται».
.             Τὸ ἴδιο ἔλεγε καὶ ὁ Κανάρης: «μόνο τὸν Θεὸ φοβᾶμαι»! (Ὅποιο νεοπαγανιστικὸ ἀπολειφάδι δὲν κατανοεῖ τί σημαίνει «φόβος Θεοῦ», ἂς μελετήσει κάποιον ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς ἀθεόφοβους καὶ ὁ λαός μας τοὺς…φοβᾶται). Τοῦτες τὶς σάπιες, τῶν σάπιων, ἡμέρες, ἡ Μακεδονία, τὸ ὄνομά της, πάλι ξεβράζεται στὰ χείλη ἄνομων, παχυλῶν μετριοτήτων ποὺ –κακῇ τῇ ὥρᾳ-κατέχουν τρανὰ πόστα. Πολὺ φοβᾶμαι, μήπως τώρα ποὺ ὁ λαὸς ἔχει πλήρως ἀποπροσανατολιστεῖ καὶ ἀποσβολωθεῖ μὲ τὴν φρικώδη κρίση καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα της, «περάσει στὰ μουλωχτὰ» καὶ κάποιο μνημόνιο προδοσίας, ὁ δυσώνυμος συμβιβασμός.
.             Ἡ ἔνδεια καὶ ὁ συνοδὸς πανικὸς ἀφοπλίζουν, καθηλώνουν ἀντανακλαστικά, ὁδηγοῦν σὲ παραίτηση καὶ ἀδιαφορία. Οἱ μεγάλες τραγωδίες τῆς ἱστορίας τότε συμβαίνουν: ὅταν ταυτίζεται τὸ κράτος μὲ τὴν πατρίδα. Κράτος εἶναι οἱ μνημονιακοὶ λακέδες καὶ οἱ ζητωκραυγαστές τους. Πατρίδα εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς καὅσοι ἀντρειωμένοι κοσμοῦν τὸ Συναξάρι τοῦ Γένους μας. Μᾶς ἐξευτελίζουν, μᾶς ποδοπατοῦν, ἔβαλαν νεοταξικὰ καθάρματα -τρόικες- νὰ μᾶς διαφεντεύουν καὶ ἡμέτερους προσκυνημένους νὰ τοὺς δορυφοροῦν. Μὴν χάσουμε ὅμως τὴ γῆ μας. Ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ ξεπουληθεῖ μὲ τὸ μελάνι μιᾶς ὑπογραφῆς. Στὴν Μακεδονία μας, εἶναι θαμμένα, τὰ κόκκαλα τὰ ἱερὰ τοῦ Παύλου Μελᾶ, θησαυρὸς πολυτίμητος. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν προδώσουμε; Ἕλληνες εἴμαστε! Νὰ πάρει ἡ εὐχή!
.             «Κάποτε», γράφει ὁ Στρατῆς Μυριβήλης, «μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωπο ι-δύο ψαράδες ἦταν- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: -Ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας!». (περ. «Γνώσεις», Φεβρουάριος 1959, τεῦχος 14, σελ. 4).
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη «ἰδεολογία» ποὺ μᾶς ἀξίζει: τἑλληνικό μας! Καὶ αὐτὴ δὲν περιέχει λόγια, μόνο θυσίες, καὶ ὀνομάζεται Μάρκος Μπότσαρης καὶ Παῦλος Μελᾶς καὶ Γρηγόρης Αὐξεντίου. Αὐτὸ τὸ «ἑλληνικό» μας εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν φροντίζει νὰ καλλιεργήσει συστηματικὰ τὸ κράτος στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἐχθροὶ τῆς πατρίδας καὶ αὐτὸ βάλθηκαν νὑπονομεύσουν μὲ χίλιους τρόπους. Οὔτε μία ἀναφορὰ στὰ βιβλία Γλώσσας Δημοτικοῦ καὶ Γυμνασίου στὸν Παῦλο Μελᾶ. Ἕνα ποίημα, ἕνα δημοτικό… τίποτε. Θὰ βρεῖς τὸν Λεφάκη, τὸν ἀστρολόγο, θὰ βρεῖς 35 συνταγὲς μαγειρικῆς, σκύβαλα καὶ περιτρίμματα, ἀλλὰ τὸν Παῦλο «ποῦχε ταράξει τὴν Τουρκιά», δὲν θὰ τὸν βρεῖς. Στὴν «σάπια πολιτεία» ἔχουν τὰ πρωτεῖα, οἱ…σκυφτοί, οἱ τετραποδίζοντες, κατὰ τὸ ὡραῖο τὸ ποίημα τοῦ Βάρναλη.

«Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
Κι ἀπ’ τὸν ἀφέντη πιάσου
Κι ἅμα σὲ φτύσει αὐτὸς
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
Καὶ θὰ ἔχεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία».

.              Ζητεῖται Παῦλος Μελᾶς καὶ σήμερα. Νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, νὰ μᾶς συγκλονίσει, νὰ διαλύσει τὰ σάβανα ποὺ μᾶς καταπλακώνουν.

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟY AΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛA O ΘΑΝΑΤΟΣ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΔEΝ ΛΟΓΙΕΤΑΙ… (Δ. Νατσιός) «Ὅλα αὐτὰ τὰ ψηλώματα καὶ τὶς ἀετοράχες τῆς ἱστορίας μας “φρόντισε” νὰ μπαζώσει ἡ ἱστοριογραφικὴ τσαρλατανιὰ καὶ “τὰ πολυχαϊδεμένα μᾶς ἀγόρια καὶ κορίτσια δὲν ἔμαθαν νὰ ξεχωρίζουν τὸ αἷμα ἀπὸ τὶς μπογιές”»

Τοῦ ἀντρειωμένου Παύλου Μελᾶ ὁ θάνατος,
θάνατος δὲν λογιέται…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κλικίς

«Τὸ χρέος τοῦ παλληκαριοῦ εἶναι νὰ λογίζεται σφαγάδι καὶ ὄχι ψοφίμι»

.                «Τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου· καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη· καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα». 13 Ὀκτωβρίου τοῦ 1904, ἡ γῆ τῆς Μακεδονίας ἀνοίγει τὴ στοργικὴ ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ δεχτεῖ τὸ κουρασμένο σῶμα τοῦ παλληκαριοῦ. Καὶ ὁ μεγάλος μας στιχοσμιλευτής, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, θρηνεῖ:
«Σὲ κλαίει λαός. Πάντα χλωρὸ νὰ σειέται τὸ χορτάρι
Στὸν τόπο ποὺ σὲ πλάγιασε τὸ βόλι, ὦ παλληκάρι».
.                Ὑπῆρχε στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο, Ε´ καὶ ϛ´Δημοτικοῦ, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀτίμητο βιβλίο, «Παῦλος Μελάς», τῆς γυναίκας του Ναταλίας, στὸ ὁποῖο περιγραφόταν ἡ ἔνδοξη θανὴ τοῦ ἥρωα. Στὰ νέα βιβλία, τὰ ὁποῖα παραλάβαμε τὸ 2006, τὸ κείμενο δὲν ὑπάρχει. ντιστόρητη αθάδεια τ λογόκρινε. Γιατί; Μ γι ν μν μαθαίνουν τ παιδι τι Μακεδονία πολέμησε σν λιοντάρι κα κέρδισε τν λευθερία της μ τ αμα της καὶ ὅ,τι κερδήθηκε μὲ αἷμα δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει μὲ τὸ μελάνι μίας ὑπογραφῆς.
.                Στὸ Κιλκὶς φέτος τιμοῦμε τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν τριήμερη ἐποποιΐα, 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913. Στὰ σιταροχώραφα τοῦ Κιλκὶς ἀκόμη καὶ σήμερα ξεθάβουν τὰ ἀλέτρια κόκκαλα ἱερὰ Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν. 8.500 ἄνδρες, ὁ ἀνθὸς τῆς πατρίδας, ἔπεσε στὸ πεδίο τῆς τιμῆς.
.                Συζητοῦν οἱ ἀνθυπομετριότητες τῆς πολιτικῆς γιὰ διπλὲς ὀνομασίες. Ἐρωτῶ: Πῶς θὰ σταθεῖ δάσκαλος μὲ στοιχειώδη πνευματικὴ ἐντιμότητα ἐνώπιον τῶν μαθητῶν του καὶ νὰ τοὺς πεῖ: Συγγνώμη τόσα χρόνια σᾶς λέγαμε ψέματα. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη Μακεδονία. Θὰ μᾶς δικάσουν οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί… Ὅποιο χέρι τολμήσει τὸ ἀνοσιούργημα νὰ γνωρίζει ὅτι ἰσχύει στὴν περίπτωσή του ὁ ἀείχλωρος λόγος τοῦ Ἰω. Καποδίστρια: «Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης». Καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου Μελᾶ, οἱ «φρόνιμοι», «οἱ σώφρονες» -τὸ σῶφρον τοῦ ἀνάνδρου πρόσχημα ἐστὶ- οἱ γλοιώδεις ὑμνητὲς τῆς «ἀψόγου στάσεως», ψέγουν τοὺς λίγους «τρελοὺς» ποὺ σπεύδουν στὴν Μακεδονία. «Βγῆκαν καὶ οἱ ἐφημερίδες γεμάτες λέξεις· Δημοκόποι, Μακεδονοκόποι, ἐκμεταλλευταὶ τῆς φιλοπατρίας, τσαρλατάνοι”, γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης στὸ «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα». Μ Παλος δν κουγε τος τρεμοπρετεντέρηδες τς ποχς του, φουγκραζόταν τος παλιούς, γερ ρματολούς.
.                «-Σκοτῶστε με παιδιά, πῶς θὰ μ’ ἀφήσετε στοὺς Τούρκους;». Κι ὁ Νίκος ὁ Πύρζας ποὺ δὲν ἀποχωρίστηκε οὔτε στιγμὴ τὸν ἀρχηγό του, τοῦ λέει: «-Καπετάνιε, δὲν σ’ ἀφήνουμε στοὺς Τούρκους». Ἡ ἐντολὴ τοῦ καπετάνιου «πῶς θὰ μ’ ἀφήσετε στοὺς Τούρκους» εἶναι προσταγὴ τοῦ Γένους, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων κι ὑπαγορεύει τὸ χρέος τῶν ζωντανῶν πρὸς αὐτοὺς ποὺ πέφτουν γιὰ τὴν Πατρίδα. «Τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια κοσμεῖν καὶ σώζειν», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. Ὁ νεκρὸς πολεμιστὴς μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, γιὰ νὰ μὴν γίνει καύχημά τους καὶ χλεύη γιὰ τὸν νεκρό. Γύρω ἀπὸ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Πάτροκλου γίνεται δεινὴ πάλη μεταξὺ Ἀχαιῶν καὶ Τρώων. Στὰ χρόνια της Τουρκοκρατίας, ὁ πληγωμένος καπετάνιος, προστάζει τὸ κλεφτόπουλο, νὰ κόψει τὸ κεφάλι του γιὰ «νὰ μὴ τὸ πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μοῦ τὸ μαγαρίσουν!». Αὐτὸ ζητᾶ κι ὁ Παῦλος Μελάς. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ ἄρματά του, πρόσταξε νὰ δοθοῦν στὸ γιό του…

«Τοῦ ἀντρειωμένου τ’ ἄρματα
δὲν πρέπει νὰ πουλιῶνται
μον’ πρέπει τους στὴν ἐκκλησιὰ
ἐκεῖ νὰ λειτουργῶνται»,

λέει τὸ δημοτικὸ τραγούδι.
.             Καὶ σύμφωνα μὲ τὸ κλέφτικο αὐτὸ ἔθιμο κι ὁ Κίτσος Τζαβέλας, τὸ ἄχρηστο πιὸ σπαθὶ ἐκεῖ τὸ ἀφιερώνει. Στὴ μάχη τῆς Κλείσοβας στὸ Μεσολόγγι -τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὰ 1826- ἐχθρικὸ βόλι σπάζει στὰ δύο τὸ σπαθὶ τοῦ Κίτσου Τζαβέλα, χωρὶς νὰ ἀγγίξει τὸν πολέμαρχο. Ὅλοι τότε εἶπαν πὼς ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας. Κι ὁ Τζαβέλας ἀφήνοντας γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴ μάχη, πηγαίνει στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Προσκυνᾶ εὐλαβικὰ τὸ εἰκόνισμα τῆς Εὐαγγελίστριας καὶ τῆς ἀφιερώνει τὰ κομμάτια ἀπ’ τὸ σπαθί του λέγοντας:

-Παναγιά μου, σήμερα ὅπου σὲ γιορτάζουμε, σοῦ ἀφιερώνω τοῦτο καὶ βόηθα τὰ παλληκάρια νὰ νικήσουμε τὸν ἐχθρό. Ἡ Θεοτόκος ἔστερξε στὴν παράκληση τοῦ Τζαβέλα καὶ τοῦ χάρισε δοξασμένη νίκη. (περ. «ΓΝΩΣΕΙΣ», τ.3, σελ. 81, Μάρτιος 1958). Οἱ ἀγωνιστὲς τιμοῦσαν τὰ ἄρματά τους. Ἦταν γιὰ ἐκείνους τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ξεχωριστὰ τὰ σπαθιά τους. Τὰ θεωροῦσαν ἄρματα τῆς παλληκαριᾶς. Τὸ κλεφτόπουλο ποὺ ξεψυχάει, γιὰ στερνὴ χάρη ζητᾶ ἀπ’ τὴ μάνα του. «Φέρε μου τὸ σπαθάκι μου, μάνα νὰ τὸ φιλήσω».

.                Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας ἦταν ἡ συνέχεια τοῦ Εἰκοσιένα. Ὁ Παῦλος Μελᾶς τὸ γνωρίζει αὐτό. (Τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς συνέχειας τοῦ ’21 εἶχαν καὶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια τῆς ΕΟΚΑ. Στὶς 22 Ὀκτωβρίου τοῦ 1958 πέφτει νεκρὸς ἀπὸ σφαῖρες τῶν Ἄγγλων ὁ 19χρονος Παναγιώτης Τουμάζος. Λίγους μῆνες πρὸ τοῦ θανάτου του, σὲ λόγο του, προτοῦ ἀνεβεῖ στὸ βουνό, στὰ Κάτω Βαρώσια, εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Αὐτὸ τὸ λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλο κανένα/ μεθύστε μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα”. Γιατί τὸ ’21 τὸ καθηγίασεν αἷμα ἡρώων… Ἡ ἐπαφή μας μὲ τὸ ’21 δὲν ἔπαυσε καὶ οἱ ἐπικοὶ αὐτοὶ ἀγῶνες τῆς 25ης Μαρτίου συνεχίζονται στὸ αἱματοβαμμένο νησί μας ἀπὸ ἰσάξιους τοῦ ’21 ἀγωνιστὰς καὶ πιστοὺς λάτρας τῆς θεᾶς Ἐλευθερίας»). («Διὰ χειρὸς Ἡρώων», Σπ. Παπαγεωργίου, Λευκωσία, σελ. 332). Εἶναι γεγονὸς ἀναμφίλεκτο, πὼς σ’ ὅλους τοὺς μεγάλους ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους μας, στὰ νεότερα χρόνια, οἱ μαχητὲς ἀγωνίζονται μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι εἶναι συνεχιστὲς τῶν ἡρώων τοῦ ’21. Ὁ ἥρωας Παν. Τουμάζος ἐπαναλαμβάνει στὸν λόγο του τοὺς στίχους ποὺ εἶπε ὁ Παλαμᾶς, στοὺς φοιτητὲς ποὺ τὸν ἐπισκέφτηκαν ἀνήμερα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. «Αὐτὸ τὸν λόγο θὰ σᾶς πῶ…».
.             Στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς ὁ στρατιωτικὸς ἱερέας π. Δημήτριος Καλλίμαχος, ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν 5η Μεραρχία, στὸ βιβλίο του «Ἀθάνατη Ἑλλάς», (1942) ὅπου ἀποτυπώνει τὶς ἐνθυμήσεις του, οἱ ὁποῖες «ἐγράφησαν εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπὸ τὴν βροντὴν τῶν τηλεβόλων, ὅταν οἱ θρυλικοὶ ἥρωες κατασυνέτριβον τὸν προδοτικὸν ἐχθρὸν καὶ τὸν κατεδίωκαν μὲ τὴν ξιφολόγχην ἕως τὰ παλαιά του σύνορα»- σύμφωνα μὲ τὸν πρόλογό του- στὴν σελίδα 83 διασώζει τὸ ἑξῆς περιστατικό. «Μετὰ τὴν μάχην ἐγύρισα νὰ μεταβῶ πρὸς τὰ χειρουργεῖα, νὰ παρακολουθήσω τὸν βουβὸν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νὰ ἐπισκοπήσω συγχρόνως τὴν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρὸ ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπὸ τὰς ἀγριωτέρας πολεμικὰς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων. Ἐνδιεφερόμην νὰ ὑπολογίσω τὸν ἀριθμὸ τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διὰ τοὺς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μεριμνήσω πρὸς ταφὴν καὶ τέλεσιν τῶν νομίμων. Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὡμοίαζε πρὸς μακελλεῖον. Καὶ ὅταν ἀντικρυσα τὴν φρικιαστικὴν εἰκόνα καμένων σπαρτῶν καὶ ψημένων σωμάτων καὶ εἶδα σκοτωμένους μὲ τὴν λόγχην στὰ χέρια καὶ μὲ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τὰ χείλη, ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ´ Μεραρχίας ἐστάθη καὶ ἤκουσα νὰ ἀπαγγέλλει:

Στοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη
Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη
Μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια
Καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ
Γινωμένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
Πού ᾽χαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ».

.                Τὸ Εἰκοσιένα, τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ τῶν ἄλλων ἀντρειωμένων, τοὺς ἐνδόξους Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 12-13, τὸ θαῦμα τοῦ ’40, τὸν ἡρωισμὸ τῆς ΕΟΚΑ, ὅλα αὐτὰ τὰ ψηλώματα καὶ τὶς ἀετοράχες τῆς ἱστορίας μας «φρόντισε» νὰ μπαζώσει ἡ ἱστοριογραφικὴ τσαρλατανιὰ καὶ «τὰ πολυχαϊδεμένα μᾶς ἀγόρια καὶ κορίτσια δὲν ἔμαθαν νὰ ξεχωρίζουν τὸ αἷμα ἀπὸ τὶς μπογιές».
.                Σὲ πόσες ἆραγε σχολικὲς τάξεις θὰ διδαχτεῖ τὸ ποίημα τοῦ Παλαμᾶ γιὰ τὸν Παῦλο Μελᾶ; Μακάρι, ὅπως ἔγραφε ὁ σπουδαῖος Ν. Τριανταφυλλόπουλος, “νὰ μὴν τὸν ξεχάσουν ὅλοι καὶ νὰ ἀνάψουν κανὰ καντήλι γιὰ τὴν ψυχή του -γιὰ τὴ δική μας ψυχή, διορθώνω”.

,

Σχολιάστε