Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πατρίδα

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ «ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» ΜΑΣ; (Δ. Νατσιός)

Ποιές εναι ο «κόκκινες γραμμές» μας;

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                   «Ὅ,τι κάμομε, θὰ τὸ κάμομε μοναχοὶ καὶ δὲν ἔχουμε καμμιὰ ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς ξένους», ἔλεγε ὁΚολοκοτρώνης. Ἔτσι καὶ τότε, πρὶν ἀπὸ τὴν «ἁγιασμένη Ἐπανάσταση», ἐλπίζαμε στοὺς ξένους νὰ μᾶς βοηθήσουν γιὰνὰ ἀποτινάξουμε τὸν ζυγό. Γιὰ ἀντιπερισπασμὸ οἱ λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις, ὄταν  ἀντιμάχονταν τοὺς Τούρκους, μᾶς ξεσήκωναν. Καὶ πάντα εὐκολόπιστοι, κατασκοτωνόμασταν καὶ ὀνειρευόμασταν. Ἐλπίζαμε σὲ ξανθὰ ἢ μελαχροινὰγένη νὰ μᾶς ἐλευθερώσουν. Ὁ ἐπίλογος ἦταν ἐρείπια καὶ σφαγές, οἱ θηριωδίες τῶν Τούρκων κατὰ ἀνυπεράσπιστων γυναικῶν καὶ παιδιῶν. Ἀλλὰ «οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ». Συνειδητοποίησαν οἱ πρόγονοί μας ὅτι ἡ λευτεριὰ εἶναι κάστρο καὶ τὸ παίρνεις μὲ τὸ σπαθί σου.
«Ἄλλος σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
Ἀλλ’ ἀνάσασιν καμμιὰ
Ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
Καὶ σὲ γέλασε φρικτά», θρηνεῖ καὶ ὁ ἐθνικός μας ποιητής, γιὰ τὴν ἀδιαφορία καὶ ἀπονιὰ τῶν ξένων. Καὶ συμπληρώνει στὴν ἑπόμενη στροφὴ
«Σύρε νά ᾽βρης τὰ παιδιά σου
Σύρε, ἔλεγαν πολλοί». Ναί, μόνο μὲ τὰ παιδιά της, καὶ ἂς ἔχει ἄλλο νόημα ὁ στίχος, ἡ πατρίδα μπορεῖ νὰ ὑπερασπιστεῖτὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά της.
.                   Δὲν περνᾶ ἡμέρα ποὺ δὲν ἐξεμοῦν οἱ Τοῦρκοι τὶς παρανοϊκὲς ἀπειλές τους. Μόνο ἡμερομηνία κηρύξεως τοῦ πολέμου δὲν προσδιορίζουν. Κακῶς ἀπαντοῦμε μέσῳ πολιτικῶν ἀνακοινώσεων. Ἕνας ψυχίατρος θὰ ἦταν καταλληλότερος. Μᾶς κατηγοροῦν γιὰ θηριωδίες!! Ποιοί; Ἡ ἐγκληματικότερη φυλὴ τῆς ἱστορίας…
.                   Καὶ ἂς σταματήσει ἐπιτέλους ἡ ἀποκοίμιση τοῦ λαοῦ μὲ τὸ ἠττοπαθὲς καὶ ἀνεπέρειστο ἐπιχείρημα πὼς ὅλα γίνονται γιὰ «ἐσωτερικὴ κατανάλωση». Δικτάτορας εἶναι, «ἀνὴρ λοιμός», ποὺ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι καὶ ὅπως ὅλες οἱ μεγαλαυχεῖς καὶ πολεμοχαρεῖς «κουτσουλιὲς» τῆς ἱστορίας, θέλει νὰ τὴν κηλιδώσει, αἱματοκυλώντας λαοὺς καὶπρωτίστως τὸν δικό του, ποὺ εἶναι σίγουρο ὅτι κάποια στιγμὴ θὰ τὸν κρεμάσει ἀνάποδα.
.                   Τὸ λεξιλόγιό του, ἡ κατασυκοφάντηση τοῦ λαοῦ μας, παραπέμπει σὲ ἐποχὲς ποὺ κάποιος στρατὸς παρήλαυνε μὲ τὸ «βάδισμα τῆς χήνας». (Ἔχουμε προσέξει τί βῆμα χρησιμοποιοῦν οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες στὶς παρελάσεις τους καὶ τί σκηνικὰ τὶς περιβάλλουν; Παντοῦ σημαῖες, ἀκόμη καὶ στὰ κοτέτσια, καὶ ὄρθιος, ὁ Μπενίτο τῆς Ἄγκυρας, στὴν ἐξέδρα, νὰ ὀνειροφαντάζεται ὀθωμανικὲς αὐτοκρατορίες καὶ ζωτικοὺς χώρους. Ἂν στὴν θέση τοῦ«μισοφέγγαρου» βάλεις τὴν «σβάστικα», μεταφέρεσαι στὸ Βερολίνο τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽30)
.                    Ἐθελοτυφλοῦν ὅσοι δὲν βλέπουν τὸν κίνδυνο ἤ, χειρότερα, περιμένουν ὅτι θὰ μᾶς σώσουν οἱ ξένοι. Τὸκρίσιμο ἐρώτημα εἶναι ποιὰ εἶναι ἡ «κόκκινη γραμμή» μας. Ποιὰ ἐνέργεια τῶν Τούρκων θὰ προκαλέσει τὴν ἀπὸμέρους μας συντριπτικὴ στρατιωτικὴ ἀπάντηση; Θυμίζω πὼς τὸ θλιβερὸ βράδυ τῶν Ὑμίων ὁ Σημίτης καὶ τὸτετρομαγμένο καὶ ψοφοδεὲς ἐκσυγχρονιστικὸ κηφηναριό, ἐκλιπαροῦσε τοὺς Ἀμερικανοὺς γιὰ μεσολάβηση. Ποιός ξεχνᾶ τὸ ἀτιμωτικὸ «εὐχαριστῶ τοὺς Ἀμερικανούς», ποὺ ψέλλισε ὁ Νενέκος ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς;
.                   Αὐτὸ δὲν τὸν ξεχνοῦν καὶ οἱ Τοῦρκοι. Μία ἀπόβαση τῶν Τούρκων σὲ βραχονησίδα ἑλληνικὴ εἶναι αἰτία πολέμου γιὰ μᾶς; Ἐπαναλαμβάνω ποιές εἶναι «οἱ κόκκινες γραμμές»; Ξεκαθάρισε ποτὲ Ἕλληνας πρωθυπουργὸς τὰὅρια τοῦ κατευνασμοῦ μας; (Τὸ ρῆμα κατευνάζω παράγεται ἀπὸ τὸ κατὰ +εὐνή. Εὐνὴ σημαίνει κρεβάτι. Συνευνος εἶναι ὁ σύζυγος. Κατευνάζω σημαίνει βάζω κάποιον στὸ κρεβάτι γιὰ ὕπνο, καθησυχάζω. Εἴμαστε σίγουροι ὅτι κοιμᾶται ἤρεμος, ὁ λυσσασμένος… Ἐρντογρούλ, μετὰ ἀπὸ τόσο κατευνασμό;).
.                   Ἂν οἱ Τοῦρκοι καταρρίψουν ἑλληνικὸ πολεμικὸ ἀεροπλάνο ἢ χτυπήσουν ἕνα πλοῖο τοῦ Λιμενικοῦ, θὰἀνταποδώσουμε; Σὲ περίπτωση ποὺ ἐνσωματώσουν τὰ Κατεχόμενα, πῶς θὰ ἀντιδράσουμε; Ἂν στείλουν κάποιο ἐρευνητικὸ σκάφος, τὸ «Ὀροὺτς Ρέις» γιὰ παράδειγμα στὰ ἡμέτερα χωρικὰ ὕδατα (τῶν 6 ναυτικῶν μιλίων), τί πράττουμε; Τὸ βυθίζουμε ἢ σπεύδουμε, γιὰ παρηγορία,  μυξοκλαίγοντας στὸν ἀνεύθυνο ΟΗΕ ἢ στὸ ΝΑΤΟ τοῦτουρκόδουλου Στόλτενμπεργκ; Ἂν οἱ Τοῦρκοι ἀποστείλουν τηλεσίγραφο, ποὺ θὰ χρήζει ψυχιατρικῆς, ὅπως προεῖπα, ἀναλύσεως, γιὰ ἀποστρατιωτικοποίηση τῶν νησιῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνός, γιὰ παράδειγμα, τί ἀποκρινόμαστε; Καὶ τί θὰγίνει μὲ τοὺς χιλιάδες λαθρόβιους Μωαμεθανούς, κυρίως Πακιστανούς, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ κράτος ἐμφανῶς ἐχθρό τῆς Ἑλλάδας; Οἱ Ἀμερικανοί, ὅταν βομβάρδισαν οἱ Ἰάπωνες τὸν στόλο τους στὴν Χαβάη, στὸ Πὲρλ Χάρμπορ, στὶς 7 Δεκεμβρίου τοῦ 1941, συνέλαβαν ὅλους τοὺς ἰαπωνικῆς καταγωγῆς πολίτες τους, δικαίους καὶ ἀδίκους, καὶ τοὺς ἔκλεισαν σὲ στρατόπεδα, γιὰ νὰ ἀποφύγουν δολιοφθορὲς ἀπὸ τὴν Πέμπτη Φάλαγγα. Ὑπάρχει κάποια πρόβλεψη γι’ αὐτὸ τὸ κρισιμότατο θέμα;
.                   Εἶναι γνωστὸ πὼς σὲ περίπτωση πολεμικῆς συρράξεως δὲν πολεμοῦν μόνο οἱ ἔνοπλες δυνάμεις,  ἀλλὰ καὶὁ ἀπόλεμος λαός. Ἂν ὑπάρχει ἀνασφάλεια στὰ μετόπισθεν, μεταφέρεται καὶ στὴν γραμμὴ πυρός, στὸ πεδίο, πράγμα καταστροφικὸ γιὰ τοὺς μάχιμους.
.                    Στὴν γιγαντομαχία τοῦ ’40, συμμετεῖχε, κυρίως μὲ τὸ σθένος, τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ τὴν πίστη στὴν νίκη, ἑνωμένο ὁλόκληρο τὸ ἔθνος, πράγμα ποὺ εἶχε θετικότατο ἀντίκτυπο στὸ μέτωπο καὶ ἀναπτέρωνε τὸ ἠθικό.  Τὸἔχω ξαναγράψει, ἀλλὰ τὸ μεταφέρω καὶ πάλι. Εἶναι ἀπὸ τὸ πιὸ ἡρωικὰ γεγονότα, ποὺ ἔχω διαβάσει τῆς ἱστορίας μας. Γιὰ νὰ ἀνασάνουμε λίγο…
.                   Στὸν πανηγυρικὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στὶς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960, ὁ μεγάλος μας λογοτέχνης Στρατὴς Μυριβήλης, μεταξὺ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀνέφερε καὶ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός.

«Εἶχε ὀργανωθεῖ, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγώνα ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπ’ τὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα καὶ ἕνα φίλο γιατρό, σ’ αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία, λοιπὸν πήγαινα κάπου-κάπου νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ τὰ ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρὰ κάθε μέρα, γιὰ νὰ δώσει τὸ αἷμα του γιὰ τοὺς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιὰ ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. Μία μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπὶ τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στὴν σειρὰτῶν αἱμοδοτῶν ποὺ περίμεναν, νὰ στέκεται καὶ ἕνα γεροντάκι.
-Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νὰ δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρὸς τὸν κοίταξε αὐστηρὰ μὲ ἀπορία καὶ συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τὸ δισταγμό του. Ἡ φωνή του ἔγινε πιὸ ζωηρή.
-Μὴ μὲ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τὸ αἷμα μου εἶναι καθαρό, καὶ ἀκόμα ποτές μου δὲν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πὼς οἱ δύο πῆγαν ἀπὸαἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στὴ γυναίκα μου, θά ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, ποὺ μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ παλληκάρια τους, γιατί δὲ θά ᾽χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νὰ τοὺς δώσουν. Νὰ πάω νὰ δώσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου. Ἄιντε, πήγαινε, γέρο μου, μοῦ εἶπε, κι ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγὼ σηκώθηκα κι ἦρθα». («Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940», πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐπιμέλεια Πέτρος Χάρης, Ἀθήνα 1978, σ. 322).
.             Καὶ ἕνα τελευταῖο ἐρώτημα: Εἴμαστε σήμερα τέτοιος λαός;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Διαφήμιση

, ,

Σχολιάστε

ΟΤΑΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙΣ, ΣΥΝΤΗΡΕΙΣ καὶ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΕΡΑΣΤΟΥΣ ΔΕΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (Δ. Νατσιός)

Ὅταν κινδυνεύεις, συντηρεῖς καὶ δὲν καταργεῖς τοὺς ἀγέραστους δεσμοὺς τοῦ Ἔθνους

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Μὴ Θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶἝλληνες εἶναι κατ’ εὐθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐκπολιτίσθησαν, ἐπροόδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη». (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Λαμπριάτικος ψάλτης»).

.                   Συνόψισε, ὁ μεγάλος μας διηγηματογράφος, σὲ λίγες ἀράδες, τὸ συνομήλικο μὲ τὸνεοελληνικὸ κράτος πρόβλημα: εἴμαστε ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὸ ὑποτιμητικῶς λεγόμενο Βυζάντιο, δὲν εἶναι ἑλληνικὸ κατόρθωμα. Ἐξ ἄλλου ἔτσι πρόκρινε ἡ κοραϊκὴ πεφωτισμένη διανόησις. Ὁ Κοραὴς ἐπιδαψιλεύτηκε μὲ τὸν ὑπέροχο τίτλο «Δάσκαλος τοῦ Γένους», ἀλλὰ στὴν οὐσία ὑπῆρξεἁπλῶς ἕνας «σοφὸς» ἄνθρωπος, μὲ ἔντονα ἀντικληρικαλιστικὰ στοιχεῖα. Ἄγευστος τοῦ μεγαλείου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ θεωρεῖ σκλαβιὰ τῶν Ἑλλήνων τὴν μακεδονικὴ καὶβυζαντινὴ αὐτοκρατορία.
.                   Γράφει: «Ἡ κατάρατος αὕτη φιλαρχία ἐγέννησε τὴν διχόνοια, διήγειρε τὰς πόλεις καὶτοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων, ἄναψε τῶν ἐμφυλίων πολέμων τὴν πυρκαϊὰν καὶ ὑπέταξε τοὺς Ἕλληνας πρῶτον εἰς τοὺς Μακεδόνας, ἔπειτα εἰς ξένον ἔθνος, τοὺς Ρωμαίους, καὶ τελευταῖον εἰς τὸβαρβαρώτερον καὶ ἀγριώτατον ὅλων τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου, τοὺς Τούρκους». («Ἅπαντα», ἐκδόσεις Μπίρη, σελ. 100).
.                  Γιὰ τὸν Κοραή, ἡ χιλιόχρονη ἑλληνικὴ αὐτοκρατορία, ἡ Ρωμανία, ἦταν ξενικὴ κατοχή. Καὶ ἐπειδή, οἱ ἐκ Παρισίων ἀπανταχοῦσες τοῦ Κοραῆ, εἶχαν ἰσχὺ νόμου, τὸ ἑλλαδικὸ κράτος ξεκίνησε ἀπορρίπτοντας τὴν ἐξοχότερη κληρονομιά του, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐμφανῆ ἐχθρότητα πρὸς τὴν πάτριο πίστη μας. Καὶ αὐτὸτὸ μένος δυστυχῶς συνεχίζεται ὣς τὶς μέρες μας.
.                Ἡ πρόσφατη, ὕπουλη ἐπίθεση κατὰ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, μὲ τὴν ἀντισυνταγματικὴ δυνατότητα ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτὸ καὶ τῶν ὀρθόδοξων μαθητῶν, τὸ ἐπιβεβαιώνει.
.                  Ἔχω σημειώσει ἕνα προφητικὸ κείμενο τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, ἔτους 1984. Τὸ παραθέτω. «Ἀπὸπολλὰ χρόνια τώρα γίνεται συστηματικὴ προσπάθεια, διαρκῶς αὐξανομένη, νὰ πολεμηθεῖ ἡ πίστη. Νὰβγεῖ ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ὁ Χριστός. Νὰ διαστρεβλωθεῖ ἡ ἱστορία μας. Νὰ εὐτελισθεῖ ἡ σημασία τῶν μεγάλων ἑορτῶν ποὺ τόσο ζεῖ ὁ λαός μας. Νὰ παύσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦΓένους μας». Καὶ ὅταν βγαίνει ἀπὸ τὸ σχολεῖο ὁ Χριστός, τὸ σχολεῖο αὐτὸ καταντᾶ ἄχρηστο. Δὲν μορφώνει τὸν χρηστὸ πολίτη, ἀλλὰ τὸ νευρόσπαστο ποὺ ξέρει μόνο νὰ διεκδικεῖ καὶ νὰ ἐκλιπαρεῖ, αὔριο – μεθαύριο, στοὺς βουλευτικοὺς προθαλάμους γιὰ μία ἀργομισθία.
.                   Καὶ ὅλα ἐνορχηστρωμένα καὶ σχεδιασμένα μὲ ἄφθαστη μαεστρία. Τὸ ἑλκυστικὸ καὶ ἀπoενοχοποιητικὸ κέλυφος, γιὰ νὰ παρεισφρήσει ἡ ἀνομία, λέγεται συμμόρφωση μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰδεδομένα, κατοχύρωση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, κατάργηση τῆς ὑποχρεωτικότητας, διαπολιτισμικὴ ἐκπαίδευση καὶ λοιπὲς ἠχηρὲς σαπουνόφουσκες.
.                   Στόχος, πρὸς τὸ παρὸν ἀνομολόγητος, ἡ σταδιακὴ κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασή του μ’ ἕνα ὀμιχλῶδες «τίποτε», ποὺ θὰ ὀνομαστεῖ θρησκειολογία, μάθημα προαιρετικό, «μὲ δυνατότητα ἀπαλλαγῆς γιὰ λόγους συνειδήσεως», ὑποβαθμισμένο, κακόμοιρο, ἀπαξιωμένο. Καὶ τότε θὰ βγαίνουν σωρηδὸν ἀπὸ τὰ σχολεῖα οἱ ἀγελαῖοι καταναλωτές, οἱἄκρατοι ἡδονοθῆρες, διότι «χωρὶς Θεὸ ὅλα ἐπιτρέπονται» ἢ χειρότερα, ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ Ἔλιοτ, «ἂν δὲν θέλεις νὰ ἔχεις τὸν Θεό, πρέπει νὰ ὑποκλιθεῖς στὸν Χίτλερ ἢ στὸν Στάλιν».
.                   Ἀλλὰ πόσο μετράει ἡ γνώμη τῶν σοφῶν ἀνθρώπων, μπροστὰ στὰ σπιθαμιαῖα ἀναστήματα, ποὺ διαβουκολοῦν τὴν παιδεία μας; Ἄνθρωποι ἀλιβάνιστοι καὶ ἀλειτούργητοι «ἔπιασαν ἕδρες καὶ πόστα» σ’ ὅλες τὶς σχολές, ποὺ προετοιμάζουν τοὺς αὐριανοὺς διακόνους τῆς Ἐκπαίδευσης – δασκάλους καὶ καθηγητὲς – ὁπότε τὰ χειρότερα ἕπονται. Ἀνέξοδο διαπιστευτήριο ἀναρρίχησης σήμερα στὶς ἐκπαιδευτικὲς βαθμίδες τῶν πανεπιστημίων εἶναι ἡ ἀφιλοπατρία, τὸ μένος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                   Καὶ πόση ζημιὰ γίνεται μ’ αὐτὲς τὶς ἀθλιότητες! Νὰ ἔβλεπε ὅλη αὐτὴ ἡ  κρατικοδίαιτη ψευτοπροοδευτικότητα, πόσο λάμπουν, φέγγουν, ἀστράφτουν τὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν μας, ὅταν τοὺς μιλᾶς γιὰ ἥρωες, γιὰ ἁγίους, γιὰ τὸν Χριστό; Μισὴ ὥρα σπουδὴ στὸ «Μανιάκι» ἢ στὴν «Ἔξοδο τοῦΜεσολογγίου» ἀρκεῖ γιὰ νὰ ψηλώσει ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν. Ἄλλη τόση γιὰ νὰ τοὺς διαβάσεις τὸν «Ἄσωτο Υἱὸ» καὶ ἀντικρίζεις τὴν χαρά, τὸν γλυκασμὸ στὰ πρόσωπά τους. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸςἡμῶν». Μία ἐπίκαιρη μνεία στὸν Ἄη – Δημήτρη, τὸ παλληκάρι τῆς πίστης μας, καὶ νὰ ἡ φιλοτιμία καὶ ἡκαύχηση γιατί «καὶ αὐτὸς ἦταν Ρωμιός, σὰν ἐσᾶς, ἀθλοφόρος». «Τί σημαίνει, κύριε, ἀθλοφόρος»; Ξεκρεμᾶς ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι τῆς ρωμαίικης παιδείας τὴν ἐτυμολογία, μιλᾶς γιὰ τὴν γλῶσσα μας, τὸἕτερον φυλακτήριο καὶ προσάναμμα τῆς ἐθνικῆς μας συνείδησης.
.                   Ὡραῖα μαθήματα. Μὲ πίστη καὶ πατρίδα. Πέτυχες. Ἔκανες τὸ χρέος σου.
.                   Μία παρένθεση. Δεχόμαστε συνεχεῖς ἀπειλὲς ἀπὸ τὰ ἀφιονισμένα μεμέτια τῆς Ἄγκυρας, μόνο ἡμερομηνία ποὺ θὰ μᾶς κηρύξουν τὸν πόλεμο δὲν λένε. Γονατισμένος ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ φρίκη καὶ τὴν διεθνῆ παράνοια, μὲ τὰ σύνορα νὰ πολιορκοῦνται ἀπὸ χιλιάδες μωαμεθανοὺς λαθρομετανάστες καὶ ἀντὶ νὰ καλλιεργεῖς καὶ νὰ προβάλλεις τοὺς ἀγέραστους δεσμοὺς τοῦ Ἔθνους μας, αὐτοὺς ποὺ γεννοῦν γενιὲς ἡρώων καὶ πνεῦμα ἀντίστασης – «κατακλίθημεν ἄνθρωποι καὶ ξυπνήσαμε ἔθνος» ἔγραφε σοφός τῆς ἐποχῆς γιὰ τὴν νύχτα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου – καὶ ἐννοῶ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν φιλοπατρία, ἐδῶ, οἱ ἀμνήμονες καὶ ἀφοσιωμένοι ὀπαδοὶ τῆς «ἀψόγου στάσεως», ὑπονομεύουν, πολεμοῦν τὴν πνευματική μας ἐθνοφυλακή. Εἶναι κατάλληλη ὥρα, γιὰ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ καρυκευμένη πονηρῶς κατάργησή του; Θὰ τὸγράφω καὶ θὰ τὸ ξαναγράφω: Δὲν προασπίζουν τὴν ἐθνική μας ἀνεξαρτησία καὶ τὴν ἐδαφική μας ἀκεραιότητα, μόνον οἱ πανάξιες ἔνοπλες δυνάμεις. Ὄχι. Τὶς προασπίζει ὁ λαός, ὁ ψυχικὰ καὶπνευματικὰ ἁρματωμένος. Οἱ ἐλεύθεροι πολίτες πού, ἂν χρειαστεῖ, γίνονται καὶ ὁπλίτες.
.                   Πολλοί, καλοπροαίρετοι, ἐρωτοῦν. Γιατί αὐτὴ ἡ θεομαχία καὶ τὸ μένος κατὰ τοῦμαθήματος; Γιατί, ἀντὶ γιὰ «σκολειὰ γιὰ νὰ γιομίζη ὁ μαθητὴς προκοπὴ καὶ ἀρετή», ὁδεύουμε στὰ σχολειὰ τῆς «ἀπιστίας καὶ τῆς παραλυσίας»; (Μακρυγιάννης). Ἡ ἀπάντηση εἶναι τοῦ Παπαδιαμάντη. Προτάσσει στὸ ἀπόσπασμα τὴν ἀχώνευτη γιὰ τοὺς «Γραικύλους τῆς σήμερον», ἀλήθεια: «Ὁ δὲΧριστιανισμὸς ἔμεινε καὶ θὰ μείνη». Καὶ συνεχίζει: «Ὁ πόθος τῆς μωρᾶς ἐπιδείξεως, ἡ μανία τοῦ κενὰ ἑκάστοτε λέγειν, ἡ δοκησισοφία, ὁ τύφος καὶ ἡ οἴησις ἄγουσιν εἰς τὰς συγχρόνους ἀθεϊστικὰς θεωρίας».
.                  Προσέξτε λέξεις!! Ἐπίδειξη, κενότητα, δοκησισοφία, τύφος, οἴηση, αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν σημερινὴ ἄρχουσα, τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τάξη. Ἦρθε ὁ ἅγιος τῆς πολιτικῆς, ὁ Καποδίστριας, νὰκυβερνήσει τὸν αἱματοβαμμένο τόπο ἑδραζόμενος στὰ δύο «ριζιμιὰ λιθάρια»: πίστη καὶ πατρίδα. Δολοφονήθηκε. Πρόλαβε καὶ μᾶς ἄφησε τιμαλφῆ κληροδοτήματα. Ἕνα ἐξ αὐτῶν: «Ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατος».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , ,

Σχολιάστε

ΒΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΛΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ (Δ. Νατσιός)

Βλογημένη πλάση το Θεο. γαπημένο καταφύγιο…

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                     Παραπέμπω, ἐν πρώτοις, στὸ ἔξοχο κείμενο τοῦ τροπαιούχου νομπελίστα μας ποιητῆ Γιώργου Σεφέρη.
.                     Ἔλεγε τὸ 1936: «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα, πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσο σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μὲ μία πολὺ βαριὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό».
.                     Κι ἂν αὐτὰ λέγονται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ ἔνδοξο ’40, ὅπου οἱ Ἕλληνες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ «μεθύσουν» ἀπὸ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα», τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ σήμερα;
.                     Σήμερα ἡ νοσταλγία ἔγινε θλίψη ἀνείπωτη, θρηνωδία ἀσίγαστη γιὰ τὸν ξεσπεσμὸ τῆς Πατρίδας μας.
.                     Ὅμως «τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι, εἶναι λίγο πρὶν ξημερώσει ὁ Θεός», ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης. «Τὸ Γένος μας καὶ ἄλλες φορὲς σταυρώθηκε, ἀλλὰ ἰδοὺ ζῶμεν».
.                     Ὅταν ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα Πόλη,  «ἡ χαρὰ καὶ ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων», ὁ λαός μας δὲν ζητεῖ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴν Θεομάνα μας, τὴν Παναγία, ἀλλὰ σπεύδει καὶ τὴν παρηγορεῖ, ρίχνοντας συγχρόνως καὶ τὸν σπόρον τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους. «Σώπασε κυρὰ-Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά σου θά ’ναι».
.                     Καὶ σήμερα αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε τὴν στενωπὸ τῆς πολυώδυνης κρίσης, νὰ στραφοῦμε πίσω. «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω», ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος Δημήτρης Καμπούρογλου (1852-1942).
.                     Πόλεμοι, ἀστυφιλία, φτώχεια, μανιώδες  κυνήγι τοῦ εὔκολου καὶ ἄκοπου πλουτισμοῦ ἀπομάκρυναν τὸν λαό μας ἀπὸ τὰεὐλογημένα χωριά μας. Συνωστιζόμαστε στὶς τσιμεντουπόλεις, τὶς ἀπρόσωπες καὶ ἀπάνθρωπες, γεγονὸς μὲ τραγικὲς συνέπειες στὸἦθος καὶ τὸν χαρακτήρα μας.
.                     Μακριὰ ἀπὸ τὴν φύση, τὴν γῆ, τὸ «λίαν καλὸ» ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, θαμπωθήκαμε ἀπὸ τὰ προσκαιρα  καὶ μηδαμινὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας, τὶς πολύχρωμες βιτρίνες καὶ ξεχάσαμε τὸν Κτίστη, πέσαμε σὲ ἀπιστία. Μὰ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ», εἶναι ἕνα ἄλλο εὐαγγέλιο.
.                     Κλείσαμε, κλειδώσαμε καὶ τὰ παιδιά μας στὰ πανέμορφα παιδικὰ δωμάτιά τους, στερώντας τὰ ἀπὸ τὸ σημαντικότερο πράγμα γιὰ τὴν ὑγιῆ ἀνατροφή τους, τὸ παιχνίδι. («Τὸ σπουδαιότερο πράγμα ποὺ κάνει ἕνα παιδὶ εἶναι τὸ παιχνίδι, ἔλεγε ὁ Ἐλύτης). Ἀντὶνὰ ἀνατρέφουμε αὐτούς, ποὺ θὰ πετοῦν ψηλὰ καὶ θὰ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος, φυλακίσαμε τὰ παιδιὰ σὲ «χρυσὰ κλουβιά».
.                     Τὰ παιδιά, ὅμως γιὰ νὰ «ἀνθίσουν», θέλουν γῆ, χῶμα, νὰ ἀπολαύσουν καὶ νὰ χαροῦν τὸ ἀτίμητο δῶρο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλευθερία. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας. Ἂς μὴν μᾶς διαφεύγει τὸ γεγονὸς πὼς ἡ κατοχὴ γῆς -ἰδιοκτησίας τονώνει ἀκόμη ἀκόμη τὸ ἐθνικὸαἴσθημα λόγῳ προσωπικοῦ γοήτρου καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν Πατρίδα. Τροφοδοτεῖ δεσμούς, ποὺ κινοῦν τὰ ζωτικὰ νεῦρα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «πολυκατοικημένη» συνοίκηση, ὅπου ἀνθεῖ ἡ δυσαρέσκεια, ἡ νευρικότητα, μειώνεται, ἐν τέλει, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ἀκόμη «αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἔδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, δὲν ἔχει μήτε Θεό, κι ὅποιος ἀρνεῖται τὴν Πατρίδα του, ἀρνεῖται τὸν Θεὸ» γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι.
.                     Καὶ αὐτὸ ἰσχύει περισσότερο γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοῦτο τὸ «ἔνδοξο καλυβάκι», ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεός. Ἡσυχνότατη ἐπωδὸς τοῦ Μακρυγιάννη: «Πίστη καὶ Πατρίδα μου», ἦταν  γιὰ ὅλους ἐκείνους, ποῦ μᾶς παρέδωσαν αὐτὸ τὸν τόπο, ὡς «τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο» ἕνα δίδυμο, ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως.
.                     Ἡ κρίση, ποὺ ταλανίζει τοὺς λαούς, εἶναι ἀπότοκος καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὴν πατρώα γῆ. Διασώζει ἡ ἑλληνικὴμυθολογία μιᾶς βαθιᾶς ἔννοιας καὶ λεπτότητας ἀλληγορία: Τὸν γιὸ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς, τὸν τρομερὸ καὶ δυσπολέμητο γίγαντα Ἀνταῖο, ποὺ ἀντλοῦσε τὴν δύναμή του ἀπὸ τὴν γῆ.
.                     Ὄσο  τὴν πατοῦσε, ἦταν ἀνίκητος. Τὸν φόνευσε ὁ Ἡρακλῆς ἀνασηκώνοντάς τον ἀπὸ τὸ χῶμα. «Πάρτε μαζί σας νερό, τὸμέλλον θὰ ἔχει  πολλὴ ξηρασία», μᾶς προτρέπει ὁ ποιητὴς Μ. Κατσαρός. Καὶ αὐτὸ τὸ νερὸ εἶναι ἡ παράδοση. Οἱ νέοι πρέπει νὰ μάθουν, ὅτι δὲν εἴμαστε χθεσινοί, ὅτι ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ ἔχουμε χρέος νὰ πᾶμε πιὸ μακριά. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ αὐτογνωσία γίνεται μὲτὴν ἐπιστροφὴ στὸ  γενοτόπι μας.

 «Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,
γράφει ὡραιότατα ὁ Παλαμᾶς.

.                     Οἱ μπαζωμένες πόλεις κουράστηκαν. Τὰ «ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Πατρίδας μας», τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ  βουνοῦ καὶτοῦ λόγγου» περιμένουν τοὺς ἀνθρώπους τους. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὰ ποτίζει μὲ τὸν τίμιο ἰδρώτα  του, τὰ ἡμερώνει. Ἔγραφε μὲ πίκρα ὁΦώτης Κόντογλου γιὰ «τὴ ζάλη καὶ τὴν ἀηδία», ποῦ τὸν ἐπίανε στὶς γυάλινες πολιτεῖες μὲ τοὺς γυάλινους ἀνθρώπους: «Θαρρῶ πὼς βρίσκομαι σὲ καμμιὰ βρώμικη φυλακή, χάνω τὸ κέφι μου καὶ θέλω γρήγορα νὰ φύγω μακρυά, ν’ ἀπομείνω μὲ τὸν ἑαυτό μου. Συζητήσεις ἀτελείωτες καὶ μπερδεμένες, δουλειές, ἐπιχειρήσεις, θέατρα, βιβλία, πολιτικὴ ἀγωνία, ἀδιαντροπιά, λεφτά, λεφτά… Ὁἱδρώτας τρέχει ἀπὸ πάνω μου. Μηχανὲς λογῆς-λογῆς μουγκρίζουνε γύρω μου. Οἱ ἄνθρωποι τρέχουνε σὰν νά ’ναι στὸ φρενοκομεῖο. Φεύγω μακριά. Τρέχω, σὰν νὰ ξέφυγα ἀπὸ ληστές. Δὲν πιστεύω τὰ μάτια μου πῶς βρίσκουμαι μακρυὰ ἀπὸ τὴν κόλαση! Ἡσυχία! Κάθομαι σὲ μία πέτρα. Κοιτάζω τὰ βουνά, τὰ δέντρα, τὸ χῶμα, τὰ σύννεφα, κι ἀναστενάζω. Βλογημένη πλάση τοῦ Θεοῦ. Ἀγαπημένο καταφύγιο…» (Μυστικὰ Ἄνθη, σέλ. 223).
.                     Αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καταφύγιο, τὴν γῆ μας, τὴν ἰθαγένειά μας, νὰ ξαναβροῦμε. Τὴν ταπεινὴ ὀμορφιὰ τοῦ τόπου μας, τὰπρόσωπα τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας, τὰ ἀρώματα, τὶς γνώσεις τῆς Πατρίδας μας, νὰ ζεσταθεῖ πάλι ἡ καρδιά μας, ποὺ εἶναι ξυλιασμένη ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τῆς «μεθυσμένης» πολιτείας.
.                     Καὶ ἂς ἀνοίξουμε τὸ στόμα μας γιὰ νὰ ἱκετέψουμε ὅπως οἱ παλιοί, οἱ Ρωμιοί,  τὴν Παναγία μας, ὅταν τοὺς εὕρισκαν «περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ συμφοραὶ τοῦ βίου». «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπη σου».

, ,

Σχολιάστε

Ο «ΜΠΕΝΙΤΟ ΤΗΣ AΓΚΥΡΑΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΒΟΜΑΡΕΣ ΤΟΥ (Δ. Νατσιός) «Ἡ μόνη γαλάζια πατρίδα, ποὺ θὰ δοῦν οἱ Τοῦρκοι, θὰ εἶναι ὁ πάτος τοῦ Αἰγαίου, ποὺ θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία τους κατοικία».

«Μπενίτο τς γκυρας» κα ο παλαβομάρες του

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                  Ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος, στοὺς «Παράλληλους Βίους» του καὶ εἰδικότερα στὸν «Θεμιστοκλῆ» πώς, ὅταν ὁ Ξερξης ἀπέστειλε ἀντιπροσωπεία, γιὰ νὰ ζητήσει «γῆ καὶ ὕδωρ» (χῶμα καὶ νερό, σημεῖα ὑποταγῆς), ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους, ὁ Θεμιστοκλῆς, παρὰ τὰ καθιερωμένα, διέταξε νὰ συλληφθεῖ ὁ διερμηνέας καὶ μὲ ψήφισμα τὸν θανάτωσε μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι «φωνὴν ἑλληνίδα, βαρβάροις προστάγμασιν ἐτόλμησε χρῆσαι», δηλαδή, τόλμησε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σὲ βαρβαρικὰ προστάγματα. (κεφ. 6,4,2). Τὸ θυμήθηκα διαβάζοντας τὶς βάρβαρες προσταγὲς καὶ ἀπειλὲς τοῦ ἀνισόρροπου Τούρκου, ποὺτόλμησε νὰ τὶς ἀπευθύνει χρησιμοποιώντας «φωνὴν ἑλληνίδα». Ἔχει ἀποτρελαθεῖ πλήρως ὁ «Μπενίτο» τῆς Ἄγκυρας. Τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἀπομένει εἶναι νὰ στείλει τὸν «Γκράτσι» του, τὸν πρεσβευτή του στὴν Ἑλλάδα καὶνὰ ζητήσει νὰ τοῦ παραχωρήσουμε γῆ καὶ ὕδωρ, τὴν Θράκη καὶ τὰ νησιά μας. Καὶ τὸ ζητούμενο εἶναι ἂν θὰἔχει ἀπέναντί του τὸν «Μεταξᾶ» ἢ κάποιον δοσίλογο τύπου Λογοθετόπουλο. Τὸ ΟΧΙ ἢ τὸ ΝΑΙ. Μὲ τὸ πρῶτο δοξαστήκαμε καὶ «ἰδοὺ ζῶμεν». Μὲ τὸ δεύτερο, τύπου προδοσία τῶν Πρεσπῶν, μᾶς βγάζουν τὴ γλῶσσα ἀκόμη καὶ τὰ μηδενικὰ τῶν Βαλκανίων… Κανεὶς δὲν τὸ ἀναφέρει, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς Πρέσπες καὶ ἐντεῦθεν ἀποθρασύνθηκαν οἱ Τοῦρκοι. Τὸ μήνυμα, ποὺ ἐστάλη, ἦταν πώς, ἀφοῦ παραδίδουν ὅσια καὶ ἱερά, ὅπως τὸἱστορικὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας εἶναι ἱκανοί, οἱ ἡμέτεροι πολιτικοὶ «νάνοι καὶ ἀρλεκίνοι», γιὰ κάθε ἀτιμία καὶἐθνικὴ μειοδοσία.
.                    Ὁ ἀείμνηστος Νεοκλῆς Σαρρῆς, ὁ θαυμάσιος αὐτὸς ἄνθρωπος, εἶχε πεῖ τὴν ἀνεπανάληπτη καὶ πάντοτε ἐπίκαιρη φράση πὼς «ἡ Τουρκία δὲν ἔχει ἱστορία, ἀλλὰ ποινικὸ μητρῶο». Δὲν περνᾶ μέρα ποὺ δὲν λερώνει, μὲ νέες παλιανθρωπιές, τὸ μητρῶο της. Κράτος-συμμορία, ἀγέλη ὑαινῶν, ποὺ ἀναζητᾶ μὲ πρόδηλη παράνοια ἀφορμὴ γιὰ πόλεμο. Δὲν ὑπάρχουν πιὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ ἀντικρούσεις τὴν κρανιοκενῆ στάση τους.  Παραπέμπω στὸν γνωστὸ μύθο τοῦ Αἰσώπου, «λύκος καὶ ἀρνί», ὁ ὁποῖος διαδραματίζεται μάλιστα σὲ ὑδάτινο περιβάλλον.
.                     «Ἕνας λύκος βλέποντας ἕνα ἀρνὶ νὰ πίνει νερὸ σὲ ποτάμι, ζητοῦσε νὰ βρεῖ εὔλογη αἰτία νὰ τὸφάει. Γι’ αὐτὸ στάθηκε λίγο παραπάνω στὸ ποτάμι καὶ κατηγόρησε τὸ ἀρνὶ ὅτι θόλωνε τὸ νερὸ καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ πιεῖ καθαρὸ νερό. Τὸ ἀρνὶ ἀπάντησε ὅτι πίνει μὲ τὴν ἄκρη τῶν χειλέων του καὶ πὼς ἐξ ἄλλου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ θολώνει τὸ νερό, ἀφοῦ στεκόταν πιὸ χαμηλὰ . (Ἐπίκληση τῆς διεθνοῦς νομιμότητας καὶτῶν κειμένων συνθηκῶν). Μετὰ ἀπὸ τὴν «ἀποστομωτικὴ» ἀπάντηση, ὁ λύκος καταφεύγει σὲ παλαιές… συμβάσεις, ἑρμηνεύοντάς τες αὐθαίρετα καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν. Πέρυσι ἔβρισες τὸν πατέρα μου… καταπατεῖς, γιὰ παράδειγμα τὴν συνθήκη τῆς Λωζάνης, (τὴν ὁποία ὑπέγραψε ὁ πατέρας τους, ὁ γενοκτόνος μας, ἐγκληματίας, Μουσταφὰ Κεμάλ), πρέπει νὰ ἀπογυμνώσεις τὰ νησιὰ ἀπὸ τὴν ἄμυνά τους, γιὰ νὰ  ὀρμήξω κατόπιν χωρὶς ἀντίσταση, ὅπως στὴν Κύπρο, ποὺ οἱ ἐθνοσωτῆρες χουντικοὶ ἀπέσυραν τὴν μεραρχία, ἀφήνοντας τὸ νησὶ ἀνυπεράσπιστο στοὺς αἱμοβόρους λύκους, στὴν μάστιγα  τῆς Ἀσίας. Μὰ ἐγὼ δὲν εἶχα γεννηθεῖ ἀκόμη, ἀπάντησε τὸ εἰρηνόφιλο καὶ ἄκακον ἀρνίον. Καὶ ἀποκαλύπτοντας τὴν ἐπαίσχυντα ἁρπακτική του φύση καὶ τὶς ἔμβοθρες διαθέσεις του, καταλήγει ὁ λύκος: Ἐπειδὴ ἐσὺ ἔχεις καλὲς δικαιολογίες, ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σὲ φάω; Καὶ στὸ ἐπιμύθιο θὰ γράψει ὁ Αἴσωπος αὐτὸ ποὺ βιώνουμε «ἂν θέλει κάποιος νὰ σὲἀδικήσει, τίποτε, οὔτε τὸ δίκαιο τὸν συγκρατεῖ». Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ ἀπὸ ὅλους μας. Νὰ περιφράξουμε τ μυαλό μας μ μία κρούστα τρέλας, γι ν μπορέσουμε ν ρμηνεύσουμε κα νὰ ντέξουμε τν παλαβομάρα τν μεμέτηδων τῆς Ἄγκυρας. Γι᾽αὐτὸ καὶ ὁ Κολοκοτρώνης ἔλεγε πὼς «ὁκόσμος μᾶς ἔλεγε τρελούς, ἡμεῖς ἂν δὲν εἴμεθα τρελοί, δὲν ἐκάναμεν τὴν ἐπανάστασιν». Ἤξερε πὼς ἀπέναντί τους ὑπάρχει ἕνας λαὸς «ποὺ γέμισε πληγὲς τὸ χῶμα… Ἕνας λαὸς ποὺ χαλᾶ, γιατί δὲν μπορεῖ νὰχτίσει. Ποὺ ἱεροσυλεῖ (Ἁγιὰ Σοφιά), γιατί δὲν μπορεῖ νὰ σεβαστεῖ. Καὶ καταστρέφει, γιατί δὲν μπορεῖ νὰδημιουργήσει». Ἕνας λαὸς βαμπίρ, νυχτερίδα ποὺ πίνει αἷμα. (Ἄνθος Λυκαύγης, «Ἀπ’ ἐδῶ πέρασαν ἐκεῖνοι», «Κυπριακὸ ἀνθολόγιο γιὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ», Λευκωσία 1994).
.             Καὶ ἡ Ἑλλάδα, ναὶ τὴν πατρίδα μας, τὴν μάνα μας τὴν ἀγαπᾶμε, ἀκόμη καὶ πεσμένη, μὰ ποτὲξεπεσμένη. «Ἀκόμα καὶ στὸ γέρμα σου/στὸ κατρακύλισμά σου/ τῆς Ἱστορίας εἶσαι τὸ Φῶς», θὰ γράψει ὁΠαλαμᾶς. Ἂς μὴν τοὺς φοβόμαστε τοὺς νέους Μπραΐμηδες καὶ Κιουταχῆδες. Οὐδέποτε πολέμησαν μὲὀργανωμένο κράτος, μὲ ἰσχυρὸ στρατό. Πάντοτε ἐπήλυδες, λεηλάτες καὶ πρόστυχοι βιαστὲς καὶ σφαγεῖς στάθηκαν στὴν μισοφέγγαρη, σκοτεινὴ ἱστορία τους. Καὶ ὁ παλιὸς Μπενίτο τὰ ἴδια ἔκανε καὶ ἔλεγε. Περιστοιχισμένος ἀπὸ γλοιώδεις αὐλοκόλακες, βαυκαλιζόταν μὲ μεγαλεῖα καὶ ἀναβιώσεις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ὀνειροφανταζόταν ὅτι εἶναι ὁ νέος Καίσαρας Αὔγουστος. Μεταφέρω κάτι.
.                 Ἡ ἰταλικὴ ἐφημερίδα « Il Tempo» στὶς 13 Ἰουλίου 1944, δημοσίευσε τὰ πρακτικὰ τῆς περίφημης σύσκεψης τοῦ Ἀνωτάτου Φασιστικοῦ Συμβουλίου ποὺ ἔγινε στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1940, στὸ Παλάτσο Βενέτσια καὶ στὸὁποῖο καθορίστηκαν οἱ γενικὲς γραμμὲς τῆς εἰσβολῆς στὴν Ἑλλάδα. Μετέχουν: ὁ Μουσολίνι, ὁ Τσιάνο, γαμπρός του καὶ ΥΠΕΞ, ὁ Πράσκα, ὁ Σοντού, ὁ Μπαντόλιο, ὁ Ροάτα (ὅλοι στρατηγοὶ) καὶ ὁ Τζακομόνι, τοποτηρητὴς τοῦ καθεστῶτος στὴν Ἀλβανία. Ἀπὸ τὶς συζητήσεις διαφαίνεται ἡ κουφότητα, ἡ ἀλαζονεία, ἡἀσυνειδησία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Μεταφέρω κάποιους διαλόγους:

«Μουσολίνι: Ποιά εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἠθικοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ;

Τζακομόνι: Φαίνεται ὅτι εἶναι σὲ πολὺ χαμηλὸ ἐπίπεδο.

Τσιάνο: Παρουσιάζεται μία σαφής, διαίρεση μεταξύ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ μίας ἡγετικῆς τάξεως πολιτικῶν καὶπλουτοκρατῶν. Ἡ τελευταία διατηρεῖ ζωντανὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιστάσεως καὶ τὴν ἀγγλοφιλία στὴ χώρα. Αὐτὴ εἶναι μία ἐλάχιστη τάξη ἀνθρώπων πολὺ πλουσίων, ἐνῶ ἡ ἄλλη (ὁ λαὸς) εἶναι ἀδιάφορη γιὰ ὅλα τὰσυμβαίνοντα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς εἰσβολῆς μας….

Μουσολίνι: Ποιό εἶναι τὸ ἠθικὸ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν;

Πράσκα: Δὲν εἶναι ἄνθρωποι, ποὺ θὰ τοὺς ἄρεσε νὰ πολεμήσουν.

Μουσολίνι: Θὰ πρέπει νὰ δοῦμε πῶς θὰ παρουσιάσουμε τὰ προσχήματα γι’ αὐτὴν τὴν ἐπιχείρηση… νὰσκηνοθετήσουμε ἕνα ἐπεισόδιο.

Τζακομόνι: Ἐγὼ μπορῶ νὰ κάνω κάτι στὰ σύνορα, ὅπως ἐπεισόδια μεταξὺ κατοίκων τῆς Τσαμουριᾶς καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν. (Ἐμφανέστατος ὁ ἀείδουλος καὶ προδοτικὸς ρόλων τῶν Τσάμηδων. Αὐτὸ πρέπει νὰπροβληθεῖ, γιὰ νὰ κατανοήσουν ὅλοι τὴν  ἀθλιότητα τῶν Ἀλβανῶν, ὅταν μιλοῦν γιὰ Τσαμουριές).

.              Ἔχω τὴ ἐντύπωση πὼς ὁ «Μπενίτο τῆς Ἄγκυρας» καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ πολεμοχαρὲς σκουπιδαριὸ ποὺτὸν λιβανίζει παρόμοια συζητοῦν.
.               Τὴν συνέχεια τὴν γνωρίζουμε. Εἶμαι σίγουρος ὅτι τν μόνη γαλάζια πατρίδα πο θ δον οΤορκοι, θ εναι πάτος το Αγαίου, πο θ εναι κα τελευταία τους κατοικία. Ὁ δὲ νέος Μπενίτο, θὰἔχει μᾶλλον τὴν τύχη τοῦ αὐθεντικοῦ. Κρεμασμένος νάποδα π τος ταλούς, μ τν γλῶσσα νκρέμεται σν ψόφιο σκυλί…

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

, , ,

Σχολιάστε

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΡΟΜΟΣ, ΩΡΕ! Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!» (Δ. Νατσιός)

«πάρχει δρόμος ὠρέ! δρόμος το Θεο»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὄταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Την σιωπή τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡβροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παρισταμενοι.
—Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει». (Το κείμενο εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).
.                     Μεσολόγγι εἶναι καὶ σήμερα ἡ πατρίδα. «Κλεισμένο» ἀπὸ ἐχθροὺς προαιώνιους, ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχουμε ἀρχηγοὺς «τρανοδύναμους», νὰ ἀποφασίζουν γιὰ τὴν τύχη του, προκρίνοντας τὸν «δρόμο τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι σταυρικός, εἶναι Γολγοθάς, εἶναι μαρτυρικός, ἀλλὰ ἔτσι φτάνεις στὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι «ἔξοδος» ἀπὸ τὴν κακοήθεια, τὴν ἀφιλοπατρία, τὸν δολερὴ διχόνοια, τὴν ἀπιστία.
.                     Ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ σημαίνει νὰ ἔχουμε πολιτικούς, ὄχι ἀνάξια λόγου  περιτρίμματα τοῦ κομματισμοῦ, ἀλλὰ ἀναστήματα ποὺ θὰ ζοῦν καὶ θὰ πολιτεύονται σὰν τὸν Καποδίστρια, ποὺ ὅταν τὸν συμβούλευσε ὁ γιατρός του νὰ βελτιώσει τὴν διατροφή του, γιατί ἦταν κάτισχνος ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐργασία, ἀπάντησε: «Τότε μονάχα θὰβελτιώσω τὴν διατροφή μου, ὅταν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα Ἑλληνόπουλο ποὺ νὰ πεινάει..».
.                     Ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ σημαίνει κληρικοὺς ποὺ θὰ «τήκονται», θὰ λιώνουν γιὰ τὸν πλησίον καὶ θὰπαρηγοροῦν τοὺς ταπεινοὺς καὶ καταφρονεμένους, σὰν τὸν ἀληθινὸ κληρικὸ τοῦ Μεσολογγίου.
.                     Ὅταν πῆγε ὁ Ὄθων τὸ 1837 στὸ Μεσολόγγι, γνώρισε καὶ τὸν παπα-Παναγιώτη Μπουγάτσα. Ὁπαριστάμενος καπετάνιος Δ. Μακρής, ὅταν ὁ βασιλιὰς ζήτησε πληροφορίες γιὰ τὸν ἱερέα, τοῦ εἶπε: «Αὐτὸν νὰ τὸν προσκυνοῦμε ὡς ἅγιο, μεγαλειότατε, γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του στὴν πατρίδα. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ στὸΜεσολόγγι, ἡ μόνη δουλειὰ ποὺ ἔκανε ὁ παπὰς αὐτός, ἅμα ἄρχιζε τὸ ντουφέκι-καὶ αὐτὸ ἦταν καθημερινό, νύχτα καὶμέρα- νὰ τρέχει στὴν ἐκκλησιά. Ἔπαιρνε τὸ δισκοπότηρο στὰ χέρια καὶ μὲ τὸ φανάρι του πήγαινε ἀπὸ ἔπαλξη σὲ ἔπαλξη καὶ μεταλάβαινε τοὺς βαριὰ πληγωμένους καὶ τοὺς παρηγοροῦσε μὲ καλὰ λόγια. Καὶ ἐγκαρδίωνε τοὺς ἄλλους νὰ πολεμοῦν μὲ ὄρεξη καὶ μὲ ψυχή, γιὰ νὰ ἔχουν τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Σοῦ ὁρκίζομαι στὴν πίστη μου βασιλιὰ ὅτι δὲν πέρασε μέρα ἢ νύχτα, ποὺ νὰ μὴν τὸν δῶ γύρω σὲ ὅλες τὶς πολεμίστρες καὶ μέσα στὴν χώρα ἀπὸσπίτι σὲ σπίτι. Καὶ στὴν Ἔξοδο ἦταν μαζί μας καὶ βόλι δὲν τὸν πείραξε. Λοιπόν, δὲν εἶναι ἅγιος ὁ παπὰς αὐτός…». (Ἀπὸ Ἀναγνωστικὸ τοῦ 1952).
.                     Τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ βαδίσουν καὶ οἱ δάσκαλοι, ὅλων τῶν βαθμίδων, ἂν θέλουμε προκοπὴκαὶ μέλλον στὴν πατρίδα. Τὸ ὑπουργεῖο, κάποτε Ἐθνικῆς Παιδείας, εἶναι αἰχμάλωτο στὰ χέρια ἀνθρώπων ἐκκλησιομάχων καὶ προσκυνημένων στὰ νεοταξικὰ κελεύσματα. Νὰ μιμηθοῦν τοὺς Φωτιστὲς τοῦ Γένους, τοὺς δασκάλους τῆς Τουρκοκρατίας σὰν τὸν «πατέρα τῆς πατρίδος», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσε ὁ Κολοκοτρώνης, Γεώργιο Γεννάδιο.
.                     Τὸ 1826 τὸν βρίσκουμε στὸ Ναύπλιο, λίγο μετὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Γράφει ὁ Φωτάκος: «Κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός, ἐγίνετο καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν ξηρὰν καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσαν…». Η Ἐπανάσταση κινδύνευε. Τὴν 8η Ἰουνίου ὁ Γεννάδιος καλεῖ στὸ Ναύπλιο τὸν λαὸ «εἰς ὑπέρτατον ἀγῶνα ὑπὲρ σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος». Ὁ αὐτήκοος καὶ αὐτόπτης Ἀλ. Ραγκαβὴς στὰ Ἀπομνημονεύματά του, μεταφέρει τὴν σκηνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Δασκάλου τοῦ Γένους. «Ἡ πατρὶς καταστρέφεται, ὁ ἀγὼν ματαιοῦται, ἡ ἐλευθερία ἐκπνέει. Ἀπαιτεῖται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οἱ ἀνδρεῖοι οὗτοι, οἵτινες ἔφαγον πυρῖτιν καὶ ἀνέπνευσαν φλόγας καὶ ἤδη ἀργοὶ καὶ λιμώττοντες μᾶς περιστοιχίζουν, νὰ σπεύσωσιν ὅπου νέος κίνδυνος τοὺς καλεῖ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται πόροι καὶ πόροι ἐλλείπουσιν. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πατρίδα, ἂν εἴμεθα ἄξιοι νὰ ζῶμεν ἄνδρες ἐλεύθεροι, πόρους εὑρίσκομεν. Ἂς δώσῃ ἕκαστος ὅ,τι ἔχει καὶ δύναται. Ἰδοὺ ἡ πενιχρὰ προσφορά μου. Ἂς μὲ μιμηθεῖ ὅστις θέλει. Καὶ ἐπικροτοῦντος τοῦ πλήθους ἐκένωσε κατὰ γῆς τὸ ἰσχνὸν διδασκαλικὸν βαλάντιόν του… Ἀλλά ὄχι, ἐπανέλαβε μετ’ ὀλίγον, ἠ συνεισφορά αὕτη εἶναι οὐτιδανή. Ὀβολόν ἄλλον δὲν ἔχω να δώσω, ἀλλ’ ἔχω ἐμαυτὸν καὶ ἰδοὺ τὸν πωλῶ. Τίς θέλει διδάσκαλον ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διὰ τὰ παιδιά του; Ἂς καταβάλῃ ἐνταῦθα τὸ τίμημα». Τί μεγαλεῖο! Τέσσερα χρόνια «ἰδιαίτερα» μαθήματα καὶ τὸ ἀντίτιμο γιὰ τὴν πατρίδα. Μπῆκαν στὸ φιλότιμο οἱ φτωχοὶ Ἕλληνες, πρόσφεραν ὅ,τι εἶχαν, ἀκόμη καὶ τοὺς «νυφικοὺς δακτυλίους» οἱ γυναῖκες, καὶ σώθηκε ἡ Ἐπανάσταση, γιατί μὲ τὰ χρήματα καὶ τὰ τιμαλφῆ ἐξοπλίστηκε ὁ στρατὸς τοῦ Καραϊσκάκη.
.                     Τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ νὰ πάρει καὶ ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια. Νὰ κλείσει τὰ αὐτιὰ καὶ τὰ μάτια της στὶς βρομιὲς τῶν διαφθορέων τῆς σήμερον, νὰ προστατεύσει τὰ παιδιά της ἀπὸ τὶς σειρῆνες κὰ τὰ τέρατα ποὺμαγαρίζουν τὸ Γένος μας, μὲ τὶς προστυχιὲς τοῦ κάθε ἀνισόρροπου ἡδονοθήρα. Νὰ βάλει στὸ κέντρο τοῦἀρχοντικοῦ της ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια ἀρχόντισσα καὶ νοικοκυρὰ τὴν Παναγία μας καὶ τὸ καντήλι νὰ καίει ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα της. Ἡ Θεομάνα μας μᾶς ἔσωσε, αὐτὴ κρατᾶ στὴ ἀγκαλιά της καὶ τὰ παιδιά μας. Ἔτσι ἔκαναν οἱ Ρωμιοί, ὅταν πλάκωνε τὸν τόπο ἡ ἀνείπωτη σκλαβιὰ τῶν ἀντίχριστων μωχαμετάνων. Στὴν Μῆλο βρέθηκαν κάποιοι Φράγκοι τὰ χρόνια ἐκεῖνα. Συναντοῦν μία μάνα μὲ τρία παιδιά. Ἦταν ἀρχόντισσα, ἀλλὰ τὰ ἔχασε ὅλα στὸν Ἀγώνα. Τὴν ρώτησαν ἂν νοσταλγοῦσε τὶς χωρὶς στενοχώριες ἡμέρες, ποὺ περνοῦσαν τὸν καιρὸ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Δεν περίμεναν ποτέ, ὄτι τὰ λογια τους θὰ ἔφερναν τέτοιο ἀποτέλεσμα: Ἡ Ἑλληνίδα τῆς Μήλου σηκώθηκε ἀπότομα, ἅρπαξε στὰ χέρια της τὸ φασκιωμένο μωρό, καὶ ρίχνοντάς τους ἕνα βλέμμα γεμάτο μίσος καὶπεριφρόνηση, εἶπε: «Νὰ ποθοῦμε τὴν ἐποχὴ ποὺ ἤμαστε σκλάβοι, στὸ ἔλεος ἑνὸς βάρβαρου, ποὺ μποροῦσε νὰμᾶς ἁρπάξει τοὺς ἄντρες μας, τ’ ἀδέλφια μας, τὰ παιδιά μας, ἐμᾶς τὶς ἴδιες; Ὄχι! Χίλιες φορὲς καλύτερα νὰ ζῶ μὲ ψωμὶ κι ἐλιὲς καὶ νὰ νιώθω πὼς εἶμαι λεύτερη καὶ μάνα ἐλεύθερων παιδιῶν»!!

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΛΥΚΥΤΕΡΟ ΠΡΑΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ γλυκύτερο πράμα στὸν κόσμο

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                    Γλυκύτερο πράμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὴ θρησκεία. Ὅταν δι’ αὐτὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν τὸν τύπτει ἡ συνείδησή του, ἀλλὰ τὰ δουλεύει ὡς τίμιος καὶ τὰ προσκυνεῖ, εἶναι ὁ πλέον εὐτυχὴς καὶ ὁ πλέον πλούσιος. Αὐτὰ γράφει ὁ Μακρυγιάννης στὰ Ἀπομνημονεύματά του. Διακόσια χρόνια πέρασαν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ἐλευθερία μας. Καὶ σήμερα οἱ πολλοὶ Ἕλληνες ἀγαλλιάζουμε καὶ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ ποὺ γεννηθήκαμε καὶ ζοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν γλυκιὰ καὶ φωτεινὴ Πατρίδα καὶ ποὺ συνεχίζουμε μία παράδοση 3000 ἐτῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 2000 ὡς Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι.
.                    Ὁ κ. Ἠλίας Οἰκονόμου, ὁμ. Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στὴνἐμπεριστατωμένη μελέτη – βιβλίο του «Ὁ Θεὸς καὶ τὸ 1821 – Τὸ θεῖον εἰς τὸν λόγον καὶ τὴν πράξιν τῶν πρωτουργῶν καὶ τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν Ἐθνεγερσίαν» ἀποδεικνύει ὅτι τὸ σύνολο τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τοῦ λαοῦ εἶχαν βαθιὰ πίστη στὸν Θεό. Καὶ στὸν τόμο, ποὺ ἐξέδωσε ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὶς «Σημαῖες τῆς Ἐλευθερίας» ἀποδεικνύεται ὅτι ὅλα τὰ μπαϊράκια, τὰ λάβαρα καὶ τὰ φλάμπουρα τῶν Ἀρματολῶν καὶ τῶν Κλεφτῶν ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ ὅλες οἱ Σημαῖες τῆς Ἐπανάστασης ἔφεραν ἐπάνω τὸν Σταυρό, ἢ Εἰκόνες, συνήθως τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ στρατιωτικῶν Ἁγίων, κυρίως τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
.                    25 Μαρτίου 1846. Πανηγυρικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο στὸ ἀναγνωστήριο τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Παρόντες οἱ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἄλλοι ἐπίσημοι καὶ πλῆθος κόσμου. Ὁμιλητὴς ὁ Γεώργιος Τερτσέτης. Μὲ τὴν εὐκαιρία παρουσιάζει τὸ βιβλίο μὲ τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ποὺ ἐκεῖνος τὰ ἔγραψε, ὅπως τοῦ τὰ ὑπαγόρευσε ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ.  Ἂν καὶ δεκαπέντε μόλις χρόνια εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας σημειώνει πὼς «ἀδυνάτισε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἔλειψε ὁ ἔρως τῆς Πατρίδος καὶ μὲ τὴφυγὴ τῶν δύο στοιχείων λείπει καὶ ἡ συνοδεία τους, ἡ καλὴ ὁμόνοια, τὸ φιλότιμο, ἀλήθεια καὶμεγαλεῖο».
.                    Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, λέγει ὁ Τερτσέτης, ποὺ νυχτώνει σὲ κοινωνία ἁμαρτωλή, ποὺχάνομε τὴν εἴδηση δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς καὶ ποὺ μελανιάζει ὁ κόσμος τῶν ψυχῶν, θεραπεία θὰ βροῦμε στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ γέρου στρατηγοῦ Κολοκοτρώνη. Οἱ γέροντες θὰ θυμηθοῦν καὶ ἡ νέα γενιὰ θὰ δεῖ ὡς εἰς καθρέφτη τὰ ἱερὰ ἔργα τοῦ Ἀγώνα. Καὶ ἐκεῖ «ἂν καὶ δὲν λείπουν καὶ μαυράδια ἀπὸ τὸν καθρέφτη, κοντὰ στοὺς μαύρους ἴσκιους φεγγοβολεῖ καὶ κάλλος ἀδιήγητο θεοσεβείας καὶ πατριωτισμοῦ».
.                    Ἡ 25η Μαρτίου 2021 βρίσκει τοὺς Ἕλληνες σὲ κατάσταση κρίσεως, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἐθνικῆς, ἠθικῆς, πολιτικῆς, ἐκκλησιαστικῆς. Σὲ κάποια σημεῖα μοιάζει μὲ ἐκείνην τοῦ1846. Ὁ Τερτσέτης μᾶς προτείνει λύση. Εἶναι ναβάπτισή μας στ δεώδη τν γωνιστν τς πανάστασης. Προχωρᾶμε μπροστὰ βλέποντας πάντα πίσω, ἀπὸ τὸν καθρέφτη. Ἔτσι ἐξασφαλίζουμε ἀσφαλῆ πορεία, ὅπως ἔλεγε ἡ ἀείμνηστη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη. Καὶ δὲν κόβουμε τὶς ρίζες μας. Ἂν τὶς κόψουμε θὰ ξεραθοῦμε καὶ θὰ πεταχτοῦμε στὴν ἀνυπαρξία τῆςἹστορίας.-

, , , , ,

Σχολιάστε

EΧΟΥΜΕ ἆραγε ΟΙ ΤΩΡΙΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΕΤΟΙΑ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ; (Δ. Νατσιός)

Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες,
τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. – – – – . Πρῶτον: Κάποτε ἡ Διοίκηση διορίζει τὸν Μακρυγιάννη “ἀρχηγὸ τῶν Ἀθηναίων”. Τὸν πλησιάζει ὁ Γρόπιος (Gropius), πρόξενος τῆς Ἀούστριας καὶ τοῦ λέει νὰ δεχτεῖ τὸν “Γκόρδον”, τὸν Ἄγγλο, ὡς ἀρχηγό, διότι θὰ βάλει τὰ χρήματα. Ἀπαντᾶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός: “Σύρε πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁπού θὰ βάλει τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι (= δέχομαι νὰ γίνει), διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγει νὰ μοῦ δίνει νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτουρο. Τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐγγράφως”. (Ἀπομνημονεύματα, ἐκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 483). Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Δεύτερον: Ἀποσπῶ ἀπὸ τὸ “Συναξάρι” τῶν ἡρώων τοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου μας, τὸ 1955, ἀπὸ τὸ πολυτίμητο βιβλίο τοῦ Σπύρου Παπαγεωργίου «Διὰ χειρὸς ἡρώων», μίαν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου Πατάτσου. Διαβάζω καὶ «προσκυνῶ» τὰ πάθη τοῦ λαοῦ μας. Γράμμα στὴν μάνα του, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ 1956: «Χαῖρε. Εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τοὺς κόπους μου. Τὸ πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Θέλω νὰ χαρεῖς, ὅπως κι ἐγώ. Ἂν κλαῖς, θὰ λυποῦμαι. Τὸ ὄνομά σου θὰ γραφεῖ στὴν ἱστορία, γιατί ἐδέχθης νὰ θυσιασθεῖ τὸ παιδί σου γιὰ τὴν Πατρίδα. Εἶναι καιρὸς τώρα νὰ καμαρώσεις τὸ παιδί σου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλὰ ὅπου ψάλλουν οἱ ἀγγέλοι. Χαῖρε ἀγαπημένη μου μητέρα. Μὴ κλαῖς γιὰ νὰ ἀκούσεις τὴν ἀγγελικὴ φωνή μου ποὺ ψάλλει: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καὶ σὺ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τὸν Θεὸν σ’ ὅλη σου τὴν ζωήν». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιστολή, εἶναι δοξαστικὸ ἀθλητοῦ τοῦ Ἔθνους μας. Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Τρίτον: Ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὁ ἀητὸς τῆς Μακεδονίας μας, ψυχορραγοῦσε λέγοντας: «Τὸν σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴν γυναίκα μου καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα». Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. Τέταρτον: Μάχη τοῦ Κιλκίς. 20 Ἰουνίου 1913. Στρατιώτης τοῦ 22ου Σ.Π. τραυματίζεται στὸ χέρι. Τοῦ λένε νὰ φύγει γιὰ τὸ χειρουργεῖο. «-Τί ἔκανε, λέει; Γιὰ μία τσουγκρανιὰ νὰ φύγω; Τὸ παλιοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμη. Καὶ συνεχίζει τὸν ἀγώνα. Παίρνει δεύτερο βόλι καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μάχεται καὶ τὸ δεύτερο τραῦμα γίνεται τρίτο καὶ ἕπεται συνέχεια. Ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα, λέει:
«-Μωρὲ δὲν μποροῦσα νὰ εἶχα κι ἄλλο παλιοτόμαρο, νὰ βγάλω αὐτὸ τὸ τρυπημένο καὶ νὰ βάλω τὸ καινούργιο;». (σελ. 76). Μὲ ἐκεῖνα τὰ ἡρωικά… παλιοτόμαρα εἶναι ραμμένη ἡ γαλανόλευκη. Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Πέμπτον: Διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Τὸ περιβόλι τῶν θεῶν», σ. 135, ἕνα… ἀξιοπερίεγο ἐπεισόδιο: Περιγράφει τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμὸς» καὶ τὴν στιχομυθία μὲ πληγωμένο στρατιώτη:
«-Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου; -Στὸ Ἰβάν! -Ἔ, τὸ Ἰβάν τὸ τιμωρήσαμε! Ἔπεσε χθὲς τὸ βράδυ.
-Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ εἶχε πέσει ἐδῶ καὶ πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τὴν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νὰ μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θὰ τὸ παίρναμε ἀπὸ τότε». Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Ἕκτον: Στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο τοῦ Χρήστου Ἀγγελομάτη «Χρονικὸν Μεγάλης Τραγωδίας», στὶς σελίδες 183-184, περιέχεται μία ἐπιστολὴ τοῦ Θεοδ. Μουτσούλα, ὑποναυάρχου τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος ἐ.ἀ., ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὸν πατέρα του, ταγματάρχη πεζικοῦ Κωνσταντῖνο Μουτσούλα.
Διαβάζω: «Ἦτο, τότε, ἡ μοιραία ἡμέρα τῆς 26ης Αὐγούστου 1922, ὄτε τὰ πάντα εἶχον διαλυθῆ. Ὅλως τυχαίως, ὅμως, συνήντησε τὸν ταγματάρχην Μουτσούλαν ὁ ὑπολιμενάρχης Σμύρνης Ἀντώνιος Μπαχᾶς καὶ τὸν ἐπιβίβασε βιαίως ἐπὶ τοῦ ἀποπλεύσαντος τὴν ἡμέραν ἐκείνην τελευταίου ἐπιτάκτου ἀτμοπλοίου “Νάξος”. Ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς “Νάξος” εἰς τὸν λιμένα τῆς Χίου, ὁ ταγματάρχης Μουτσούλας, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον ἦτο κατάμεστον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ ὀπλίτας, ἀνεφώνησεν: “Ἔπειτα ἀπὸ τὸ αἶσχος αὐτό, τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν συμφοράν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ πατήσωμεν χῶμα ἑλληνικόν!. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ πᾶμε νὰ πνιγοῦμε! Καί, πρῶτος, δίδω τὸ παράδειγμα ἐγώ!!”. Καὶ πράγματι ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐπνίγη. Οἱ Χιῶτες ἐνεταφίασαν αὐτὸν ἐκβρασθέντα μετὰ τριήμερον, εἰς τὴν ἐκκλησίαν Ἅγιος Ἰωάννης καὶ ἐπὶ μαρμαρίνης στήλης ἄγνωστος μοὶ μέχρι τοῦδε, ἐχάραξε: «Ἢ καλῶς ζῆν ἢ καλῶς τεθνάναι τὸν εὐγενῆ χρή».
Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
(Κάποιοι θὰ σκεφτοῦν ὅτι αὐτοκτόνησε. Δὲν ξέρω, ὅμως ἐγὼ διαβάζω φιλότιμο καὶ μία εὐαίσθητη καρδιὰ ποὺ παλλόταν ἀπὸ φιλοπατρία).
. – – – – . Ἕβδομον: Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1804 στὸ Μοναστήρι τοῦ Σέλτσου, ἔγινε ὁ ξακουσμένος «χαλασμὸς τῶν Μποτσαραίων». Σκοτώθηκαν πολλοί, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ περίφημη κόρη τοῦ Νότη, Λένω (Ἑλένη) Μπότσαρη. Διαβάζω: «Ὁ Νότης κείτεται στὸ πεδίο τῆς μάχης, διάτρητος ἀπὸ τὶς πληγὲς πνιγμένος στὸ αἷμα κατάμαυρος ἀπὸ τὸ μπαρούτι. Ἑφτὰ πληγὲς εἶχε καὶ τὴν σοβαρότερη στὸ δεξὶ μάτι. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ κόρη του Ἑλένη, λεβεντοκόριτσο 22 χρονῶν, λυγερή, ξανθή, ἦρθε μετὰ τὸν ἡρωικὸ θάνατο τοῦ θείου της Νίκηζα, μὲ τὸν ὁποῖο συμπολεμοῦσε, καὶ βρῆκε τὸν πατέρα της μισοπεθαμένο. Μὲ τὸ ματωμένο γιαταγάνι στὸ χέρι, ἔσκυψε καὶ τὸν ρώτησε:
-Τί νὰ κάνω πατέρα;
-Παιδί μου, ἦρθε ἡ ὥρα σου. Σκοτώσου! Τῆς ἀποκρίθηκε ψιθυριστά. Χίμηξε ἡ Ἑλένη μὲ τὸ γιαταγάνι, ἀναμέρισε τοὺς ἐχθροὺς καὶ πνίγηκε στὸν Ἀχελῶο», γιὰ νὰ μὴν τὴν μαγαρίσουν, τὴν κόρη, τὴν ἀτρόμητη Σουλιωτοπούλα. («Μνήμη Σουλίου», συλλογικὸ ἔργο τοῦ 1971).
Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα;
. – – – – . Ὄγδοον: Γεώργιος Γεννάδιος, Δάσκαλος τοῦ Γένους. Πέθανε πάμφτωχος. Λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μεσολογγίου, στὸ Ναύπλιο, προσπαθεῖ νὰ ἀναπτερώσει τὸ ἠθικό. Ὁ αὐτήκοος καὶ αὐτόπτης Ἀλ. Ραγκαβής, στὰ ἀπομνημονεύματά του, μεταφέρει τὴν σκηνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Δασκάλου τοῦ Γένους. «Ἡ πατρὶς καταστρέφεται, ὁ ἀγὼν ματαιοῦται, ἡ ἐλευθερία ἐκπνέει. Ἀπαιτεῖται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οἱ ἀνδρεῖοι οὗτοι, οἵτινες ἔφαγον πυρῖτιν καὶ ἀνέπνευσαν φλόγας καὶ ἤδη ἀργοὶ καὶ λιμώττοντες μᾶς περιστοιχίζουν, νὰ σπεύσωσιν ὅπου νέος κίνδυνος τοὺς καλεῖ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται πόροι καὶ πόροι ἐλλείπουσιν. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πατρίδα, ἂν εἴμεθα ἄξιοι νὰ ζῶμεν ἄνδρες ἐλεύθεροι, πόρους εὑρίσκομεν. Ἂς δώση ἕκαστος ὅ,τι ἔχει καὶ δύναται. Ἰδοὺ ἡ πενιχρὰ προσφορά μου. Ἂς μὲ μιμηθῆ ὅστις θέλει. Καὶ ἐπικροτοῦντος τοῦ πλήθους ἐκένωσε κατὰ γῆς τὸ ἰσχνὸν διδασκαλικὸν βαλάντιόν του… Ἀλλὰ ὄχι, ἐπανέλαβε μετ’ ὀλίγον, ἡ συνεισφορὰ αὕτη εἶναι οὐτιδανή. Ὀβολόν ἄλλον δὲν ἔχω νὰ δώσω, ἀλλ’ ἔχω ἐμαυτὸν καὶ ἰδοὺ τὸν πωλῶ. Τίς θέλει διδάσκαλον ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διὰ τὰ παιδιά του; Ἂς καταβάλη ἐνταῦθα τὸ τίμημα». Τέσσερα χρόνια «ἰδιαίτερα» καὶ τὸ ἀντίτιμο γιὰ τὴν πατρίδα.
. – – – – . Ἔχουμε, οἱ τωρινοὶ Ἕλληνες, τέτοια ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα; Ὄχι, δὲν ἔχουμε, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρουμε καὶ ἐπιπλέουν τὰ σκουπίδια καὶ εἴμαστε γεμάτοι φόβο. Ἡ Πίστη καὶ ἡ Φιλοπατρία ἦταν τὰ δύο φτερά, μὲ τὰ ὁποῖα πετοῦσε ὁ Ἑλληνισμός. Τσακίστηκαν τὰ φτερά μας καὶ σερνόμαστε….

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ: ΣΧΟΛΕΙΑ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ-ΕΝΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΝΟΡΙΑ (Δ. Νατσιός)

Γι ν σωθε Πατρίδα: Σχολεα πατριδογνωσίας.
Ἕνα σὲ κάθε ἐνορία.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκίς 

.                          “Ἔσκασε σὰν βόμβα στὴν γειτονιά”. “Ἔπεσαν ἀπὸ τὰ σύννεφα οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς”. “Δὲν ἔδωσε ποτὲ δικαιώματα”. Εἶναι οἱ γνωστὲς ἀφόρητες κοινοτοπίες ποὺ ἐκτοξεύουν οἱ… δαιμόνιοι ἀπεσταλμένοι τῶν καναλιῶν, ὅταν καλύπτουν ἕνα ἀποτρόπαιο, εἰδεχθὲς ἔγκλημα καὶ μάλιστα ὅταν σχετίζεται μὲ παιδιά.
.                          Ξεβράστηκαν τελευταῖα δύο ὑποθέσεις παιδεραστίας. Θύματα μικρά, ἀνήλικα κορίτσια. Στὸ ἄκουσμα τέτοιων φρικτῶν πράγματι εἰδήσεων, ἡ ὀργισμένη ἀντίδραση τοῦ κόσμου συνοδεύεται μὲ προτροπὲς ποινῶν ὅπως: κρέμασμα, ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα, εὐνουχισμὸς καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ καταγραφοῦν…
.                          Ὅμως, γιατί δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίδραση, ὅταν σὲ σχολικὰ βιβλία προωθεῖται καὶ διαφημίζεται, αὐτὸ ποὺ ὅλοι μετὰ βδελυγμίας καταδικάζουν; Διαβάζω ὅτι τὸ ὑπουργεῖο “Παιδείας” παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὶς ὑποθέσεις, γιατί ἐμπλέκονται ἐκπαιδευτικοὶ – τί νὰ πεῖ κανείς; – καὶ σίγουρα θὰ λάβει αὐστηρότατα μέτρα. Γιατί δὲν ἐπιδεικνύει τὴν ἴδια στάση καὶ στὸ θέμα τῶν βιβλίων; Γιατί ἀνέχεται σὲ σχολικὰ βιβλία νὰ ὑπάρχουν κείμενα, ποὺ περιγράφουν μὲ ἐντελῶς ἀθῶο, σχεδὸν παροτρυντικὸ τρόπο, τὸ ἔγκλημα τῆς παιδεραστίας; (Καὶ ποιός δὲν σκέφτεται ὅτι ἴσως τὰ παιδιὰ “ἐμπνεύστηκαν” ἀπὸ τὰ σχολικὰ κείμενα; “Ἀφοῦ τὸ γράφουν τὰ βιβλία Γλώσσας καὶ τὸ ἐπαινοῦν, γιατί νὰ μὴν τὸ δοκιμάσω”; (Τὸ ἔχω ξαναγράψει καὶ ξανατονίσει ὅτι ὅλοι οἱ εἰδικοὶ καὶ ἐπιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν γλώσσα καὶ τὴν διδακτική της, γνωρίζουν πὼς δὲν ὑπάρχουν ἀθῶα παραμυθάκια καὶ ὅτι κάθε γλωσσικὸ κείμενο -κυρίως αὐτὰ ποὺ ἀπευθύνονται σὲ ἀνώριμα καὶ ἀθώα παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ- ἀκόμα καὶ ἕνα πρόβλημα μαθηματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καὶ στάσεις ζωῆς). Μήπως αὐτὸ ὀνομάζεται, δὲν εἶμαι νομικός, ἠθικὴ αὐτουργία; Ἄρα, “διὰ νὰ δικαιοῦται νὰ ὁμιλεῖ”, πρῶτα νὰ καθαρίσει τὸ ὑπουργεῖο τὴν “κόπρο” τῶν βιβλίων ποὺ φέρουν τὴν ὑπογραφή του καὶ κατόπιν νὰ τιμωρήσει.
.                          Συγκεκριμένα, γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, παραθέτω κείμενο, τὸ ὁποῖο περιέχεται στὸ «τετράδιο ἐργασιῶν» τοῦ μαθήματος «Νεοελληνικὴ Γλώσσα», Α´ Γυμνασίου (σελ. 16). Δηλαδὴ ἀπευθύνεται σὲ παιδιὰ 12-13 ἐτῶν, ποὺ μόλις ἐγκατέλειψαν τὸ δημοτικὸ σχολεῖο. Τίτλος του «Ὁσάκις». Ὑποτίθεται ὅτι ἀποσκοπεῖ στὴν γλωσσικὴ καὶ πνευματικὴ καλλιέργεια μαθητῶν τῆς Α´ Γυμνασίου: «Ὁ καθηγητὴς τῆς φιλολογίας ἔριχνε κάθε μέρα τὸ μπαλάκι. Ὅλη ἡ τάξη τὸ ἔπιανε σὰν ἕνα γαργαλιστικὸ μήνυμα. Τὸ πετοῦσε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Χαρᾶς εὐαγγέλια. «Ὁσάκις…» ἄρχισε τὴ φράση του ὀ φιλόλογος. «Ναί. Ναί. Ὁ Σάκης! Ὁ Σάκης!» φώναζαν ὅλες μαζὶ οἱ μαθήτριες γελώντας. Κι ὁ καθηγητὴς τρελαινόταν. «Ὁσάκις…» ἐπαναλάμβανε τονίζοντας τὴ λέξη σὰν νὰ ἔλεγε «σκάστε». «Ὁ Σάκης! Ὁ Σάκης!» ἀκουγόταν πάλι ἀπὸ κάτω καὶ τὸ γέλιο ἔδινε κι ἔπαιρνε.
.                          Ὁ καθηγητὴς δὲν μποροῦσε νὰ ξεχωρίσει ποιὲς ἀπὸ τὶς μαθήτριες ἦταν οἱ δράστες. Ἡ λέξη – μπαλάκι κυλοῦσε ἀκαριαῖα σὲ κλάσμα δευτερολέπτου μέσα ἀπὸ τὰ χείλια τους ποὺ ἦταν κρυμμένα στὸ κάτω μέρος τοῦ σκυμμένου τους κεφαλιοῦ. Νόμιζε πὼς ἁπλῶς ἐπαναλάμβαναν τὴ λέξη. Πῶς τὶς ἐρέθιζε αὐτὴ ἡ λέξη. Δὲν ἦταν ὅμως ἔτσι. Ἄλλο πράγμα τὸ «Ὁσάκις» κι ἄλλος ἄνθρωπος «Ὁ Σάκης». Ὁ Σάκης ἦταν ἠλεκτρολόγος μὲ μαγαζί. Μεγαλύτερός τους, 20 μὲ 25 ἐτῶν. Τὰ εἶχε φτιάξει μὲ τὴν Ἀλέκα. Μία ἀπὸ τὶς μαθήτριες τῆς τάξης. Ψηλὴ κι ἀδύνατη, μὲ κοντὰ ξανθὰ μαλλιὰ καὶ μεγάλα καστανὰ μάτια, μακρὺ λαιμὸ καὶ μακριὰ χέρια καὶ πόδια, κάπως ξερακιανή, ἀλλὰ ζόρικη. Στὰ 15-16, ὅπως ὅλες τους. Ἡ πρώτη ποὺ ἔβγαινε ραντεβοὺ μῆνες τώρα. Ὁ Σάκης τὴν περίμενε τὸ μεσημέρι στὴν ἄλλη γωνία κι οἱ ἄλλες μαθήτριες ἔτρεχαν ἀπὸ πίσω της νὰ τὸν δοῦνε. Τὰ σχόλια ἔδιναν κι ἔπαιρναν. Ἦταν ὁ πρῶτος ἔρωτας τῆς τάξης. Ὁ καθηγητής φωναξε τὴν πρώτη μαθήτρια, τὴ Μαρία, στὸ γραφεῖο του καὶ τὴ ρώτησε. «Τί συμβαίνει μὲ τὸ «Ὁσάκις»; Γιατί αὐτὴ ἡ ἀντίδραση;» «Δὲν ξέρω, κύριε. Στὸ δικό μου θρανίο δὲν ξέρουμε τίποτα. Τὸ πῆραν ἔτσι φαίνεται καὶ τὸ διασκεδάζουν», τοῦ ἀπάντησε. Ρώτησε κι ἄλλες μαθήτριες. Μερικὲς δὲν κρατήθηκαν καὶ γελοῦσαν. Ὁ καθηγητὴς προσπάθησε νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό του τὴ λέξη «Ὁσάκις». Αὐτὴ ὅμως ἀντιστεκόταν. Τοῦ ἔβγαινε αὐθόρμητα, ἔστω καὶ μὲ κάποια καθυστέρηση. Τότε, ὅμως, γινόταν πανζουρλισμός. Σὰν νὰ τὴν εἶχε στερηθεῖ ἡ τάξη καὶ ξεσποῦσε «Ὁ Σάκης! Ὁ Σάκης!», φώναζαν ἀκόμα πιὸ δυνατὰ καὶ γελοῦσαν μὲ τὴν καρδιά τους. Γιατί ἦταν ὑπόθεση καρδιᾶς καὶ ὄχι γραμματικῆς».
.                          Ἐρωτῶ: Τί διαβάζουμε ἐδῶ; Περιγράφει ἢ δὲν περιγράφει τὸ κείμενο ἀποπλάνηση ἀνηλίκου; Ἐρωτῶ: Ὅπως παρουσιάζει τὸ κείμενο αὐτὴν τὴν σχέση, σὰν κάτι τὸ φυσιολογικό, τὸ ἀκίνδυνο, δὲν ἀποτελεῖ ἔμμεση παρότρυνση γιὰ ἐπιδίωξη τέτοιων καταστρεπτικῶν σχέσεων; Μπορεῖς νὰ περιγράφεις μὲ χαζοχαρούμενο τρόπο μία τέτοια κατάσταση; Ποιός γονέας θὰ ἀνεχόταν ἡ κόρη του «νὰ βγαίνει ραντεβοὺ» μὲ εἰκοσιπεντάχρονο; Δὲν πρόκειται γιὰ ἐξύμνηση τῆς παιδεραστίας, τοῦ σιχαμεροῦ αὐτοῦ ἐγκλήματος, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀνατριχιάζουμε ὅλοι καὶ στὸ ἄκουσμά του μόνον; Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ κείμενο «καμαρώνει», γιὰ ἐμπέδωση προφανῶς, ἡ ἑξῆς κρανιοκενὴς ἐρώτηση: «γιατί γελοῦσε ἡ τάξη, ὅταν ἀκουγόταν ἡ λέξη Ὁσάκις στὸ κείμενο». Τί θὰ ἀπαντήσει τὸ παιδὶ σὲ μία τέτοια «παραλυμένη» ἐρώτηση;
.                          Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ὑπουργεῖο εἰσάγει τὴν σεξουαλικὴ ἀγωγὴ ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο ἀκόμη. Ἀπὸ τὴν μία αἰχμάλωτα, ἐξαρτημένα τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὶς νέες τεχνολογίες καὶ τὸ διαδίκτυο, στὰ ὁποῖες ἔχουν δοθεῖ μεσιανικὲς διαστάσεις. Ἀπὸ τὴν ἄλλη σεξουαλικὲς ἀγωγές, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι πυρήνας ἀποαθωοποιήσεως καὶ πρόωρης ἐνηλικίωσης, πράγμα καταστρεπτικὸ γιὰ τὴν ψυχικὴ ὑγεία τους. Χῶρος γιὰ τὴν χαρὰ τῆς μελέτης, τοῦ εὐλογημένου κόπου ποὺ προσφέρει ἡ ἡλιόλουστη ἑλληνικὴ Παιδεία, δὲν ἀπομένει.
.                          Τί κάνουμε;  Υπάρχει ἐλπίδα ἀλλά, πρῶτον, «θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στὴν Τῆνο, ποὺ νά ᾽ρθει μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας νὰ καθαρίσει τὸν τόπο ἀπ’ ὅλων τῶν λογιῶ τῆς Τουρκιᾶς καὶ τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τὰ ἀπομεινάρια», (Ἐλύτης), καί, δεύτερον, «ἀπ’ ἔξω μαυροφόρ’ ἀπελπισιὰ καὶ χειροπιαστὸ σκοτάδι»: Σχολεῖα πατριδογνωσίας. Ἕνα σὲ κάθε ἐνορία -ὅπου ὑπάρχει φιλότιμος ἱερέας- στὰ ὁποῖα θὰ διδάσκουν δάσκαλοι μὲ ψυχὴ καὶ Χριστό.  Ἡ Ἐκκλησία πάντα στάθηκε ἑλληνοσώτειρα. Οἱ καιροὶ ἀπαιτοῦν Πατροκοσμάδες καὶ δασκάλους, δασκάλες σὰν αὐτὲς ποὺ κράτησαν ὄρθια τὴν Μακεδονία στὰ χρόνια του Ἀγώνα, ποὺ ἔγραφαν στοὺς μαυροπίνακες, ὄχι μὲ κιμωλίες, ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τους. Τὴν πατρίδα τὸ ’21, τὴν Μακεδονία, τὴν Κρήτη, τὰ νησιά μας, τὴν Θράκη κατοπινά, δὲν τὰ ἐλευθέρωσε ἡ Εὐρώπη καὶ καμμιὰ συμμορία τύπου Τρόικας. Τὴν ἀνέστησε ἡ μαγιά, τὰ πνευματικοπαίδια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Δασκαλογιάννη καὶ τοῦ Παύλου Μελᾶ.

, , , ,

Σχολιάστε

H ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΙΣ … «ΚΛΟΥΒΕΣ» (Δ. Νατσιός)

λλάδα στς … «κλοβες»

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος- Κιλκὶς

.                   Τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, οἱ Γερμανοί, τὰ ναζιστικὰ κτήνη, σατανικὰ εὑρηματικοὶ στὰ μαρτύρια καὶ τοὺς βασανισμούς, γιὰ νὰ ἀποφεύγουν καὶ νὰ ἀποτρέπουν τὶς δολιοφθορὲς – ὅπως στὸν Γοργοπόταμο – στὰ τρένα ποὺ μετέφεραν πολεμοφόδια, ἐφηῦραν τὸ ἑξῆς ἀπάνθρωπο καὶ ἐγκληματικὸ ἐπινόημα. Ἔβαζαν μπροστὰ ἀπὸ τὴν μηχανὴ τοῦ τρένου μία κλούβα, ἕνα σιδερένιο κλουβί, καὶ μέσα σ’ αὐτὸ στρίμωχναν ὁμήρους, Ἕλληνες πολίτες, τοὺς ὁποίους ἅρπαζαν στὰ διαβόητα «μπλόκα». Τὸ μακάβριο αὐτὸ βαγόνι-«κλούβα», τὸ περίζωναν καὶ μὲ ἐκρηκτικά. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουν ἀνατινάξεις συρμῶν, γιατί, οἱ πρῶτοι ποὺ θὰ κομματιάζονταν, θὰ ἦταν οἱ ὅμηροι τῆς «κλούβας». Δὲν ἦταν σπάνιο μὲς στὶς «κλοῦβες» νὰ ὑπάρχουν γυναῖκες.
.                   Ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα τοῦ Ζήση Σκάρου μὲ τίτλο «Οἱ κλοῦβες», ἐκδόσεις «ΕΣΤΙΑΣ» τοῦ 1978.  Στὴν σελίδα 89, διαβάζω γιὰ τὸ «βαγόνι τῶν αἰχμαλώτων», ὅπως ὀνόμαζαν οἱ γουρνόλυκοι Γερμανοί, τὶς «κλοῦβες τοῦ θανάτου». Διηγεῖται ἕνας μελλοθάνατος ὅμηρος: «Ἡ ζωὴ στὴν κλούβα πῆρε τὸ δρόμο της. Τὸν θάνατο δὲν τὸν ἔβλεπες νὰ τρέχει πίσω ἀπὸ τὰ ἐκτελεστικὰ ἀποσπάσματα. Ἂν ἐρχόταν, θὰ ἐρχόταν ἀπροειδοποίητα, μὲ τὴ μορφὴ ἀνατίναξης. Ἡ σκέψη πὼς παραμόνευε κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες μας – ὑπῆρχαν δυναμίτες-προσαρμοζόταν σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν καινούργια πραγματικότητα κι ἔπαψε νὰ ἐξουσιάζεται ἀποκλειστικὰ ἀπ’ τὸ φόβο, ὅπως τὶς πρῶτες μέρες. Τὴν ἀπειλή, ποὺ συνεχιζόταν πάντα ἡ ἴδια, τὴ νόθευε ὁ χρόνος μὲ τὴ συνήθεια».
.                   Διαβάζοντας στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα τὴν φράση «Τὸ θάνατο… μὲ τὴ μορφὴ ἀνατίναξης», θυμήθηκα κάτι ποὺ εἶχα διαβάσει γιὰ ἕναν ἄλλο λαό, ποὺ διέπρεψε σὲ θηριωδίες, σὲ πολυώδυνα μαρτύρια καὶ βασανιστήρια, σὲ ἀνθρωποφάγα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σὲ κράτος-συμμορία ποὺ παρουσίαζε τὸν θάνατο μὲ χίλια ἀποτρόπαια πρόσωπα. Ἦταν οἱ δάσκαλοι τῶν Γερμανῶν, οἱ Τοῦρκοι.  Ἐρανίζομαι ἀπὸ τὸ πολύκροτο βιβλίο τοῦ Πολυχρόνη Ἐνεπεκίδη: «Γενοκτονία στὸν Εὔξεινο Πόντο» μία γνωστὴ ἴσως σὲ πολλοὺς παραπομπή. (Σελ. 21, ἔκδ. «Εὔξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης»).
.                   «Ἡ Γενοκτονία ἀλὰ τούρκα εἶναι βουβή, πονηρή, ἀνατολίτικη… Οἱ καλούμενες ἐκτοπίσεις, ἐξορίες τῶν κατοίκων ὁλόκληρων χωριῶν, οἱ ἐξοντωτικὲς ἐκεῖνες ὁδοιπορίες μέσα στὸ χιόνι τῶν γυναικόπαιδων καὶ τῶν γερόντων -οἱ ἄνδρες βρίσκονται ἤδη στὰ τάγματα ἐργασίας ἢ στὸ στρατὸ- δὲν ὁδηγοῦν φυσικὰ σὲ κανένα Ἄουσβιτς μὲ τοὺς διαβολικὰ ὀργανωμένους μηχανισμοὺς τῆς φυσικῆς ἐξόντωσης τοῦ ἀνθρώπου-ὄχι!  Ἦταν ὅμως ἕνα Ἄουσβιτς ἐν ροῇ, οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν καθ’ ὁδόν, δὲν περπατοῦσαν γιὰ νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὶς κακουχίες, τὴν παγωνιά, τὴν πείνα, τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἦταν τὸ διαβολικὸ σύστημα, πονηρὰ ὀργανωμένο. Δὲν ὑπῆρχε στὸ τέρμα κανένα Ἄουσβιτς, γιατί γιὰ τοὺς περισσότερους, δὲν ὑπῆρχε τέρμα. Τὸ ταξίδι πρὸς τὸν θάνατο ἦταν ὁ θάνατος, ὄχι τὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ»
.                    Ἔβλεπα τὶς προάλλες τὴν Μέρκελ νὰ χαχανίζει χαζοχαρούμενα κοιτώντας τὸ καθρέπτη ποὺ τῆς χάρισε ὁ Ἐρντογάν.  Φιλίες καὶ κοινὲς συνήθειες, προαιώνιες. Τοὺς ἐνώνουν πολλά. Ἡ φρικώδης βαρβαρότητα τῶν μωχαμετάνων τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἡ παγερὴ ἀσυνειδησία  τῶν Οὕννων τοῦ Βορρᾶ. Ἔξοχος ὁ συμβολισμὸς τοῦ δώρου.  Ἕνας καθρέπτης.  Ἡ φράγκικη θηριωδία «καθρεφτίζεται» στὴν τουρκικὴ ὠμότητα. Βλέπει τὸ εἴδωλό της. Ἀπὸ τὴν μία μεριὰ «οἱ Κλοῦβες» ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ «Ἀμελὲ Ταμπουροῦ».  Συνάντηση σὲ ὑψηλότατο ἐπίπεδο, ὄντως ἱστορική.
.                   Καὶ ἐρωτῶ: τί ἄλλαξε ἀπὸ τότε ποὺ τὴν «γείτονα» καὶ τὴν «ἑταῖρο» κυβερνοῦσαν ὁ Μουσταφὰ Κεμὰλ καὶ ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ ἀντίστοιχα; Οἱ σημερινοὶ βασανιστὲς καὶ γενοκτόνοι δὲν εἶναι ἔνστολοι ἐπαγγελματίες σαδιστές, ποὺ ποδοπατοῦν καὶ κατασπαράζουν κορμιά, ἀλλὰ ὑπερειδικοὶ στὸ νὰ ἐξουθενώνουν καὶ νὰ ὑποτάσσουν ψυχές.  Οἱ νέες κατοχὲς δὲν δροῦν μὲ τὰ … κλασσικὰ ἐργαλεῖα βασανισμοῦ-ρόπαλα καὶ κνοῦτα, πυρωμένα σίδερα, βούνευρα καὶ ἠλεκτρόδια. Ὄχι πιὰ οὐρλιαχτὰ καὶ αἵματα καὶ δυσώδη δεσμωτήρια μὲ λάσπη καὶ περιττώματα, ἀλλὰ ἐπεμβάσεις ἀπὸ ἀπόσταση γιὰ ἀλλαγὴ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν πολιτῶν, γιὰ τὴν πειθήνια ὑπακοὴ σὲ διαταγές, σὲ μνημόνια, γιὰ τὴν διάβρωση τοῦ πνεύματος, γιὰ ἁλυσόδεμα τῆς σκέψης, γιὰ τὴν κατάλυση τοῦ ἀντίλογου. Γιὰ ἁρπαγὴ τῆς ψυχῆς καὶ συναίνεση μέσῳ τοῦ φόβου, τοῦ τρόμου γιὰ τὸ αὔριο. Οἱ Τσέτες καὶ οἱ Ἀξιωματικοὶ τῶν Ἒς-Ἒς εἶναι πιὰ μέσα στὰ σπίτια μας, νυχθημερόν… Καὶ ἐπιβάλλουν ἀμαχητὶ προδοσίες τῆς Μακεδονίας καὶ λεηλασία τῶν τιμαλφῶν τοῦ λαοῦ καὶ συνεκμεταλλεύσεις καὶ μοίρασμα τοῦ Αἰγαίου καὶ ὑποδοχὴ τῶν ἀφιονισμένων ἐποίκων τοῦ Ἰσλάμ.  λα εκολα, ντουφέκιστα μαζὶ μὲ τοὺς χαμογελαστοὺς Κουίσλιγκ τῆς ἡμεδαπῆς.  λη πατρίδα μεταβλήθηκε σ «κλούβα», σ βαγόνι μήρων νας λόκληρος λαός, φοβισμένος.
.                   Τὸ χειρότερο ποὺ συνέβη τὰ χρόνια τὰ μνημονιακά, ποὺ ἀρχίζουν, ὄχι ἀπὸ τὸ 2009, ἀλλὰ ἀπὸ τότε ποὺ προσχωρήσαμε στὴν «εὐρωπαϊκὴ οἰκογένεια», εἶναι ὅτι συνηθίσαμε τὴν ὑπακοή, ἀνεπαισθήτως ὑποδουλωθήκαμε, γίναμε πλαδαροί, εὐρωπαειδεῖς -ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ὁ νεολογισμός. (Κάθε νέος πρωθυπουργός, ἀφοῦ ἐκτοξεύσει προεκλογικῶς κάποια -προθέσεις πάντοτε – ἀερόπλαστα ἀνδραγαθήματα καὶ παλληκαριὲς τῆς δεκάρας -σχίζω μνημόνια- σπεύδει στὴν Καγκελαρία καὶ ἐπιστρέφει ἄκακος ὡς ἀρνίον, ἰματισμένος καὶ σωφρωνῶν παρὰ τοὺς πόδας τῆς Μέρκελ. Ἡ γνωστὴ τακτικὴ ποὺ μᾶς ἔχουν συνηθίσει οἱ ἡμέτεροι ταρτοῦφοι τῆς πολιτικῆς. Μέσα λεονταρισμο κα ξω δαφιαες μετάνοιες στος αθέντες τους).
.                   Θυμήθηκα ἕνα περιστατικὸ ποὺ συνέβη κατὰ τὶς πρῶτες μέρες τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21. Τὸ περιγράφει ὁ Φωτάκος στὰ ἀπομνημονεύματά του. Ἐξηγεῖ τὶς αἰτίες ποὺ «ἐγαυρίασαν» οἱ ἐχθροὶ καὶ ἐμεῖς ὑπομένουμε ἀμαχητὶ τὶς κακουργίες τους.
.                   «Ὅταν δὲ οἱ Τοῦρκοι τοῦ Νιοκάστρου, πολιορκούμενοι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, ἀπεφάσισαν νὰ παραδοθοῦν, συνέβη τὸ ἑξῆς: οἱ Τοῦρκοι ἐζήτησαν νὰ ἔλθουν εἰς ὁμιλίαν μὲ τοὺς Ἕλληνας, καὶ ὤρισαν τὸν τόπον καὶ τὴν ἡμέραν διὰ νὰ ἀνταμώσουν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ τῶν δύο μερῶν. Ἀνυπόμονοι δὲ καὶ ἀπειθεῖς ὄντες οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἔβγαιναν διὰ νὰ ὁμιλήσουν, ἤρχοντο καὶ αὐτοὶ σωρηδὸν διὰ νὰ ἴδουν, νὰ ἀκούσουν καὶ νὰ μάθουν πῶς ἤθελε παραδοθοῦν· ἀλλὰ τοῦτο ἐφόβιζε τοὺς Τούρκους καὶ οὕτως ἔφυγαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ φρούριον. Ἀφοῦ δὲ πλέον εἶδαν οἱ Τοῦρκοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἀκούουν τοὺς καπεταναίους των, μίαν ἡμέρα ὁ Τσιντάραγας, κλειδοῦχος τοῦ φρουρίου, ἔχασε τὴν ὑπομονὴν καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς στρατιώτας ἐφώναξεν οὕτως· “σοὺτ βρὲ Ρωμηοί”. Ἡ φωνὴ αὕτη ἀμέσως ἔφερε σιωπήν. Ἐδῶ δὲ ἐφαρμόζεται τὸ ρητόν· “Εἶδεν ὁ δοῦλος τὸν δεσπότην καὶ ἐφηβήθη”. Κατ᾽ οὐδένα ἄλλον τρόπο ἐδύναντο οἱ καπεταναῖοι νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς στρατιώτας των διὰ νὰ σταθοῦν οἱ Τοῦρκοι εἰς ὁμιλίαν, ἡ δὲ φωνὴ τοῦ ἀγὰ μόνη τοὺς ἡσύχασε. Πόσον ὁ φόβος εἶναι δυνατὸς καὶ ἀνεξάλειπτος, ὅταν εἶναι παιδιόθεν ριζωμένος εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, καθὼς τότε ἦτο εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τοὺς Τούρκους.» (ἐκδ.  «Βεργίνα», σελ. 87-88)
.                   Τὸ πολιτικὸ τετρομαγμένο ἀσκέρι ποὺ μᾶς κυβερνᾶ ἐμπίπτει στὴν φράση: «Εἶδεν ὁ δοῦλος τὸν δεσπότην καὶ ἐφοβήθη». Παιδιόθεν…

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος- Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΣΤΑΥΡOΣ καὶ ΝΤΟΥΦΕΚΙ. ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΕΙΝΑΙ ἡ ΕΛΛΑΔΑ (Δημ. Νατσιός) «Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιστολή, εἶναι δοξαστικὸ ἀθλητοῦ τοῦ Ἔθνους μας»

Σταυρς κα ντουφέκι.
Α
τ τ δύο εναι λλάδα

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος–Κιλκὶς

.                     Τὸν  Ὀκτώβριο τοῦ 1964, ὁ Ἠλίας Βενέζης, ὁ σπουδαῖος λογοτέχνης μας καὶ ἀκαδημαϊκός, ἐκφώνησε λόγο στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν μὲ τίτλο «τὸ πάθος τῶν Φιλικῶν». Στὸν ἐπίλογο τῆς ὁμιλίας του ἀναφέρθηκε στὸν θάνατο ἤ, καλύτερα, στὴν «ὁσιακὴ κοίμηση» τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη, τοῦ ἀθάνατου ἀρχηγοῦ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας.
.                     Διαβάζω: «Ὅταν οἱ Αὐστριακοὶ ἀποφυλάκισαν τὸν πρίγκηπα, ἦταν πιὰ ἀργά. Λίγες μέρες μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης πέθανε στὴν Βιέννη, στὶς 9 Ἰανουαρίου τοῦ 1828.  Ἑτοιμοθάνατο τὸν βρῆκε ὁ συμπολεμιστὴς τοῦ τοῦ Ἱεροῦ Λόχου, ὁ Λασάνης. Τοῦ ἔφερε τὴν ἐφημερίδα τοῦ τόπου, τὸν “Αὐστριακὸν Παρατηρητήν”.
–   Τί νέα γράφουν; ρώτησε ἀργὰ τὸν Λασάνη ὁ πρίγκηψ.
–   Ὁ Καποδίστριας ἔφθασε στὴν Μάλτα. Μία φρεγάδα ἀγγλικὴ τὸν περιμένει νὰ τὸν μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα, τοῦ ἀποκρίθηκε.
–    Ἂς ἔχει δόξαν ὁ Θεός, μουρμούρισε ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης.
.                     Ἄρχισε νὰ ψελλίζει τὸ Πάτερ ἡμῶν.  Ἀλλὰ πρὶν τελειώσει τὴν προσευχή του, εἶχε ξεψυχήσει». (Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Πανηγυρικοὶ Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν γιὰ τὴν 28η Ὀκτ. 1940, σελ. 399).
.                     Τί διαβάζουμε ἐδῶ; Τὸ ὁσιακὸ τέλος ἑνὸς πραγματικοῦ Ἕλληνα, ἑνὸς ἀληθινοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ. Τὸ διαβάζεις καὶ μουρμουρίζεις «τὴν εὐχή σου νὰ ἔχουμε, ἀρχηγέ», ὅπως αὐθόρμητα λέμε, ὅταν ἀναχωροῦν, γιὰ τὴν αἰωνιότητα περιώνυμοι γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητά τους Γέροντες, ὅπως πρόσφατα ὁ ὁσιακῆς μνήμης Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης.
.                     Δοξάζει τὸν Θεό, ὅταν ἀκούει πὼς ὁ Καποδίστριας, ἄλλος φιλόθεος καὶ φιλόπατρις Ἕλληνας, κατέρχεται νὰ τὴν κυβερνήσει. Συγκινεῖται. Ἡ εὔθραυστη καρδιά του – 7 χρόνια σάπιζε στὴν φυλακή, στὴν ὑγρὴ καὶ φρικτὴ εἱρκτὴ τοῦ κάστρου Μούνκατς τῆς Αὐστροουγγαρίας – δὲν ἀντέχει. Αἰσθάνεται τὸ τέλος.  Δὲν κλαίει, δὲν ὀδύρεται,  δὲν καταριέται.  Ὄχι.  Εἶναι ἀητὸς ὑψιπέτης, ἡ γενιὰ τοῦ Εἰκοσιένα.  «Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Ἁγιασμένη Ἐπανάσταση, ἁγιασμένοι καὶ οἱ πολεμιστές της. Ἔκλεισε τὰ μάτια του, ψιθυρίζοντας τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Δοξολογώντας τὸν Θεὸ γιὰ τὶς εὐεργεσίες του στὴν αἱματοκυλισμένη Πατρίδα, παρακαλώντας τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν βασανισμένη ψυχή του.  Οἱ σπουδαῖοι, οἱ γενναῖοι, οἱ ὑψηλόφρονες, δείχνουν τὴν λεβεντιά τους ἐνώπιον τοῦ θανάτου, ὅταν τὸν ἀντικρίζουν. Τότε ἀποκαλύπτεται ἡ μεγαλοσύνη τους, ἡ παλληκαριά, ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν δικαιοκρίτη Σωτήρα τοῦ κόσμου.  (Ὑπάρχουν καὶ σήμερα κάποιοι «μεγαλομάρτυρες» μὲ ἀνίατες, βαριὲς καὶ ἐπώδυνες ἀσθένειες ποὺ “φεύγουν” ἀλύγιστοι, ὄρθιοι, ἀγογγύστως. «Ὁ ὑπομείνας χρόνιον ἀσθένειαν ἀγογγύστως ὡς μάρτυς παραληφθήσεται», λέει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς). Αὐτὴν τὴν ἀγέρωχη καὶ ἡρωικὴ στάση μπροστὰ στὸν θάνατο, διαβάζουμε στοὺς βίους πολλῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Γένους.
.                     Στὸ βιβλίο «Τελευταῖες ὧρες, τελευταῖα λόγια τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ᾽21», τοῦ Κ. Παπαδημητρίου, διαβάζουμε γιὰ κάποιους ἐπιφανεῖς τῆς Ἱστορίας μας. Ὁ Ρήγας Φερραῖος, πρὶν ἐκπνεύσει, ἀπὸ τὶς σφαῖρες τῶν Τούρκων, εἶπε τὰ ἑξῆς:  «Ἔτσι πεθαίνουν τὰ παλληκάρια.  Ἀρκετὸ σπόρο ἔσπειρα καὶ θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ ἄλλοι θὰ θερίσουν». (Τὸ διηγήθηκε Τοῦρκος στὸ Βελιγράδι, ποὺ ὑπῆρξε δήμιος τοῦ Ρήγα, στὸν γλύπτη Ἰω. Κόσσο ποὺ ἔφτιαξε τὸν ἀνδριάντα τοῦ ἥρωα ποὺ κοσμεῖ τὸν προαύλιο χῶρο τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν).
.                 Οἱ τρομεροὶ Κατσαντωναῖοι, ποὺ μαρτύρησαν στὰ χέρια τοῦ κτηνώδους Ἀλῆ πασᾶ, πέθαναν, ἔχοντας τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στὰ χείλη τους.  (Ἦταν πνευματικοπαίδια του).
.                 Ὁ Ἐμμανουὴλ Ξάνθος, ποὺ τὸν ποδοπάτησαν στὴν Βουλή, τὸ 1852, καὶ τραυματίστηκε, πέθανε στὸ νοσοκομεῖο «δεόμενος τοῦ Ὑψίστου νὰ δικάσει εὐμενῶς τὰ παραπτώματα αὐτοῦ».
.                 Ὁ Παπαφλέσσας, στὸ Μανιάκι, θὰ πεῖ σὲ ὅσους δειλόψυχους τὸν προτρέπουν νὰ κρυφτεῖ στὰ βουνά: «Καθίστε ἐδῶ νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες». Καὶ πέθανε, ὁ νέος Λεωνίδας, μὲ σπασμένο τὸ γιαταγάνι του….
.                 Ὁ Καραϊσκάκης, ὁ φόβος καὶ τρόμος τῆς Τουρκιᾶς, «ἔσβησε», παρακαλώντας τοὺς ἀγωνιστὲς «νὰ γλιτώσουν τὴν Ἀθήνα», δηλαδὴ τὴν Πατρίδα.
.                 Ὁ Δημ. Μακρῆς, ὁ ἁρματωλὸς τοῦ Ζυγοῦ, ὁ ἥρωας τῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου, ἔβαλε τὴν γερόντισσα γυναίκα του, λίγο πρὶν «κοιμηθεῖ», νὰ τοῦ τραγουδήσει τὸ ἀναστάσιμο, κλέφτικο μοιρολόι:
«Νά ᾽μουν πουλὶ νὰ πέταγα, νὰ πήγαινα τ’ ἀψήλου,
ν’ ἀγνάντευα τὴ Ρούμελη, τὸ ἔρμο Μεσολόγγι
πῶς πολεμᾶ μὲ τὴν Τουρκιὰ μὲ τέσσερις πασάδες.
Πέφτουν κανόνια στὴ στεριὰ καὶ μπόμπες τοῦ πελάγου
πέφτουν τὰ λιανοντούφεκα σὰν ἄμμος, σὰ χαλάζι.
Καὶ ὁ Μακρὴς τοὺς φώναζε καὶ ὁ Μακρὴς φωνάζει:
Παιδιὰ βαστᾶτε τ’ ἅρματα καὶ τὰ βαριὰ ντουφέκια….».
Τὸ ἄκουσεε καὶ βασίλεψαν τὰ μάτια του.  Αὐτός, ποὺ ὅταν ὁ Ὄθων τὸν ζήτησε γιὰ ὑπασπιστή του, τοῦ ἀπάντησε:  «Δὲν ἔμαθα ἐγὼ νὰ τσακάω τ’ μέση μ’».
.                 Ὁ Κανάρης, ὁ μπουρλοτιέρης τῶν Ἀγαρηνῶν, γέροντας πιά, ἐκοιμήθη λέγοντας σὲ μία τελευταία συνομιλία, μὲ ξένο ἱστορικό, ποὺ τὸν ρώτησε, ποῦ ὀφείλονται τὰ κατορθώματα τοῦ ᾽21. Ἀπάντησε ὁ ἥρωας ἀπεικονίζοντας τὴν γενιά μας, τοῦ «φάγωμεν, πίωμεν». «Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τὰ χρήματα».
.                 Κατεβάζω ἀπὸ τὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους καὶ ἄλλους.
.                 Ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὁ ἀητὸς τῆς Μακεδονίας μας, ψυχορραγοῦσε λέγοντας: «Τὸν σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴν γυναίκα μου καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα».
.                 Σταυρὸς καὶ ντουφέκι. Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἡ Ἑλλάδα. Πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Θεομάνα μας καὶ .. ντουφέκια στοὺς ἀντίχριστους Κιουταχῆδες, τοὺς Ἐρντογάνηδες ποὺ ἀπειλοῦν, ὅπως ἔκαναν οἱ πρόγονοί του, μὲ αἱματοχυσίες καὶ δηώσεις.  (Καὶ ὁ Δράμαλης ἀπειλοῦσε, ὥσπου γνώρισε τὸ κολοκοτρωναίικο ντουφέκι).
.                 Καὶ σπεύδω στοὺς ἥρωες τῆς Κύπρου, τὰ λιοντάρια τῆς ΕΟΚΑ, τοὺς ἀθλητὲς τῆς ἀγχόνης.  Ἀποσπῶ ἀπὸ τὸ “Συναξάρί”  τους, τὸ πολυτίμητο βιβλίο τοῦ Σπύρου Παπαγεωργίου «Διὰ χειρὸς ἡρώων», μίαν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου Πατάτσου.  (Τὸν κρέμασαν οἱ τρισάθλιοι Ἄγγλοι, ὅταν ἦταν βασίλισσα ἡ ἐσχατόγρια Ἐλισσάβετ).
.                 Διαβάζω καὶ «προσκυνῶ» τὰ πάθη τοῦ λαοῦ μας.  Γράμμα στὴν μάνα του, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ 1956: «Χαῖρε. Εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τοὺς κόπους μου. Τὸ πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Θέλω νὰ χαρεῖς, ὅπως κι ἐγώ.  Ἂν κλαῖς, θὰ λυποῦμαι. Τὸ ὄνομά σου θὰ γραφεῖ στὴν ἱστορία, γιατί ἐδέχθης νὰ θυσιασθεῖ τὸ παιδί σου γιὰ τὴν Πατρίδα. Εἶναι καιρὸς τώρα νὰ καμαρώσεις τὸ παιδί σου.  Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλὰ ὅπου ψάλλουν οἱ ἀγγέλοι. Χαῖρε ἀγαπημένη μου μητέρα.  Μὴ κλαῖς γιὰ νὰ ἀκούσεις τὴν ἀγγελικὴ φωνή μου ποὺ ψάλλει:  Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καὶ σὺ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τὸν Θεὸν σ’ ὅλη σου τὴν ζωήν».
.                 Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιστολή, εἶναι δοξαστικὸ ἀθλητοῦ τοῦ Ἔθνους μας. Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου, ὁ ἐλεύθερος πολιορκημένος τοῦ Μαχαιρά, βροντοφώναζε «μολὼν λαβέ».
.                 Τοῦτος ὁ λαός, στὶς μεγάλες του ὧρες, εἶχε παλληκαρίσια ψυχή. Καὶ σήμερα κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα ποὺ μᾶς ἔριξαν ὁ καντιποτένιοι, ἴσως σιγοκαίει ἡ φλόγα, τὸ πύρωμα τῆς καρδιᾶς…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος–Κιλκὶς

, , , ,

Σχολιάστε