Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράλυτος

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –5 («Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τῶν Ἰουδαίων».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Ε´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/


Δ´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

Θαῦμα τοῦ Παραλυτ.               «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἴνα μὴ χεῖρον σοὶ τί γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαίρα, στὴν πνευματική του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ πάψει ν’ ἁμαρτάνει, «ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
.               Δὲν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Γνωρίζουμε πς κάθε μαρτία, γι τν ποία δν χουμε μετανοήσει, ργ γρήγορα θ προκαλέσει πόνο, θ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μὴν ἐξακολουθεῖς νὰ πειράζεις τὸν Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντὶ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τὴ δικαιοκρισία Του. Ἂν κατόρθωσες νὰ δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκῆ γνώση γιὰ τὴν δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δικαιολογία.
.               Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας, πὼς ἂν γιὰ μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας, δὲν πρέπει νὰ ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.
.               «Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν. ε´ 15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στοὺς Ἰουδαίους πὼς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ρωτήσανε γιὰ τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πὼς ἦταν καλὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς τὸ ὄφειλε αὐτὸ στὸν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νὰ γνωρίσει τὸ ὄνομά του στοὺς ἄλλους, νὰ τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τὸ μόνο, ποὺ σκεφτόταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἦταν οἱ πόνοι του. Οὔτε νὰ φανταστεῖ δὲν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων ποὺ ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποψιαστεῖ πὼς ἐκεῖνοι δὲν ρωτοῦσαν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δὲν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
.               Πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ποὺ τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου. Σ’ αὐτὲς τὶς περίεργες στιγμές, ἐκεῖνος ἴσως δὲν καταλάβαινε τὴν διαφορὰ τοῦ τρόπου ποὺ σκέφτονταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς μεταδίδει τὴν δική του ἐκδοχή, τὶς μεγάλες καὶ εὐχαριστήριες σκέψεις γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατηρήσει τὴν στενομυαλιὰ καὶ τὶς πονηρὲς διαθέσεις τους, ποὺ κρύβονταν ὅπως τὰ φίδια κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεσή του ἦταν νὰ δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νὰ τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. ε´ 16). Γιατί θελαν ν τν σκοτώσουν; Μήπως πειδ ταν μοναδικς νθρωπος πο πρόσεξε τὸν δυστυχ παράλυτο τ τριάντα κτ ατ χρόνια; Μάλιστα, γι’ ατό. λλ κα γι ναν λλο λόγο. πειδ Κύριος ταν μοναδικς νθρωπος πο δωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζω νς νθρώπου, π τν τυπολατρία το σαββατισμο τν ουδαίων.
.               Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὣς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιὰ νὰ δείξει τὴν μεγαλωσύνη Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νὰ νικήσει τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατό Του. Αὐτῷ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοῦς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –4 («Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μιὰ ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θεᾶς ποὺ ὀνομάζεται “Σάββατο”».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Δ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

.              Ἴσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔκανε στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο τὴν συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δὲν ἐρεύνησε νὰ δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μ πίστη το νθρώπου ατο δν ταν λοφάνερη; Τριάντα κτ χρόνια κειτόταν πομονετικ σ’ να συγκεκριμένο τόπο, μ τν λπίδα πς θ λάβει βοήθεια π τν ορανό. Δὲν πιστεύει μόνο στὴν θαυματουργικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ. Κατὰ κάποιο τρόπο πιστεύει καὶ στὸν Κύριο Ἰησοῦ, μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο. Δὲν εἶπε, «Ναί, Κύριε, θέλω νὰ γίνω καλά, μὰ ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Θὰ πρέπει μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ νὰ θυμηθοῦμε πὼς ὁ Κύριος θεράπευσε πολλοὺς δαιμονισμένους καὶ κωφαλάλους, χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσει γιὰ τὴν πίστη τους. Τοὺς θεράπευσε ἁπλὰ ἀπὸ ἀγάπη. Ἔτσι καὶ στὴν Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπέφερε γιὰ τόσο μακρὺ διάστημα, σ’ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό· γι ν καταδείξει τν λλειψη γάπης χι μόνο τν κατοίκων τς ερουσαλήμ, λλ λων τν νθρώπων τς ποχς, πο βλεπαν τν συνάνθρωπό τους ν ποφέρει κα δν κουνάγανε τ δαχτυλάκι τους γι ν βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τ κανε ατ γι ν καταγγείλει τν εδωλολατρικ προσκύνηση τν ουδαίων στν μέρα το Σαββάτου. Ν δείξει πς νθρωπος ξίζει περισσότερο π τ Σάββατο, πς γάπη ξίζει περισσότερο π ποιοδήποτε εδος νομικς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴ μοναδικὴ σφραγίδα τοῦ τρόπου ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νὰ στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.
.              «Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε´ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νὰ χαροῦν ποὺ ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανά ’γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ τὸν συγχαροῦν ποὺ ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νὰ ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νὰ τοὺς καλέσουν ὅλους γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στοὺς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στὸ σπίτι του. Ἂν μπροστὰ στὰ μάτια τους εἶχε ἀναστηθεῖ κάποιος νεκρὸς ἄνθρωπος ἡμέρα Σάββατο, δὲν θὰ εἶχαν θαυμάσει γιὰ τὴν ἀνάστασή του ἀλλὰ θὰ τὸν ρωτοῦσαν: «Γιατί εἶσαι σκονισμένος καὶ λερωμένος σήμερα, που εἶναι Σάββατο;»
.              «Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» (Ἰωάν. ζ´ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ Σάββατο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορὰ γιὰ τὴν θεραπεία του, τὴν ὁμολογεῖ ὡς τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα, καὶ δεύτερο γιὰ τὸ κρεβάτι ποὺ κουβαλάει στοὺς ὤμους του. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται καθόλου γιὰ τὴν θεραπεία του, γιὰ τὴν ἴδια τὴν ζωή του, ποὺ ἄλλαξε. Ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν ἀπάντησή του, θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν ρωτήσουν μετά: «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε;». Μὰ ὄχι. κενο πο ρωτον εναι τ λλο, τ δευτερεον κα συμπτωματικό: Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
.              Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δεῖτε τί καρποὶ βλάστησαν στὴ γῆ ποὺ ἐξέθρεψε τὸν Μωυσῆ, τὸν Ἠσαΐα, τὸν Δαβίδ! λλοτε γνωστ ελάβεια τν σραηλιτν ξελίχθηκε σ μία σαββατολατρία. ερατικ πηρεσία το Ζντος Θεο γινε μιὰ στυνομικ γρήγορση κα παρακολούθηση τς τάξεως τς θες πο νομάζεται «Σάββατο»!
.              «Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ἤδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ» (Ἰωάν. ε´ 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τὴν ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τὴν θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτῆ του ἢ νὰ τοὺς πεῖ ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τὸ ποὺ πραγματοποίησε τὴν θεραπεία χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νὰ ἐξελιχθοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νὰ καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ γλιτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε´ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει μως γι ν δώσει παράδειγμα κα σ’ λους μς πο λεγόμαστε χριστιανοί. Τ καλ ργο τελειοποιεται κα δικαιώνεται, ταν γίνεται μόνο π γάπη γι τν νθρωπο κα γι τὴν δόξα το Θεο. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδεικνύει τὰ καλά του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στοὺς λύκους. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ προσέχουμε πολὺ τὰ καλά μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νὰ προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἢ τὸν φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλό του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δύο κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸν φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/26/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-5/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –3 («Ἦρθε, ὥστε μὲ τὰ ἔργα Του, κι ὄχι μὲ λόγια, νὰ καταγγείλει τὴν φοβερὴ ἔλλειψη ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ ποὺ τὰ αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἦρθε γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου.»)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

.                  Τί ἀξία ἔχει ἡ ὑγεία γιὰ σᾶς; θὰ τοὺς ρωτοῦσε κανείς. Μήπως γιὰ χάρη τῆς παγκόσμιας αὐτῆς κωμωδίας, ψυχικῆς καὶ σωματικῆς, ποὺ παίζεται γύρω σας; Δὲν εἶναι ἀρκετὴ αὐτὴ ποὺ παίζεται παντοῦ, χωρὶς τὴν δική σας συμμετοχή; Ἢ μήπως γιὰ νὰ ὑπηρετήσετε τὸν Θεό; Μὰ δὲν ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ ἐκεῖνοι ποὺ ὑπομένουν τὰ πάντα γιὰ χάρη Του μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα; Ἢ μήπως ἀναζητεῖτε τὴν ὑγεία μόνο γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ζωὴ μόνο γιὰ τὴν ζωή; Μὰ ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει τὰ μέσα. Ὅταν ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε στὸν κόσμο αὐτόν, τό ’κανε γιὰ κάποιο σκοπό. Ὅταν σᾶς ἔδωσε τὴν ὑγεία, εἶχε κάποιο σκοπό. Λέει ὁ Ἰώβ: «Οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ;» (Ἰὼβ ζ´ 1). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπηρετεῖ στὸν στρατὸ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται γιὰ νὰ μάχεται καὶ νὰ νικᾶ. Ἂν εἶναι μισθοφόρος, περιμένει τὴν ἀμοιβή του, ὅταν τελειώσει ἡ ὑπηρεσία του. Ζω μως γι χάρη τς ζως, πίγεια ζω γι χάρη τς πίγειας ζως κα γεία γι χάρη τς γείας, σημαίνουν ζω σκοπη κα γεία σκοπη. Στν οσία μιλμε γι ζω κα γεία γι χάρη τς κωμωδίας τς μαρτίας. Κι ατ εναι σν δίκοπο μαχαίρι πο μπήγεται στ στομάχι.
.                  Πέντε στοὲς γεμάτες μὲ ἀνάπηρους· τί περίεργος χῶρος γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανὴ εἰκόνα! Τί παράδοξη καὶ ψηλαφητὴ ἀπεικόνιση τῆς κατάστασης, ὅπου δαπανοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καὶ γιὰ ποιό σκοπό; Γιὰ ν’ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νὰ μαζέψουν ἁμαρτία.
.                  Οἱ πέντε στοὲς στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καὶ πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια. Μὴ νομίζετε ὅμως πὼς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης θλίψης καὶ τῆς φτώχειας ποὺ κείτεται θαμμένη στὰ ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μὴ νομίζετε πὼς αὐτὴ εἶναι μία μεμονωμένη ἱστορία, πὼς βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ σᾶς καὶ πὼς δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τὴν δική σας ζωή. Δὲν ἔχει ὑποπέσει στὶς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καὶ θλίψη, δάκρυα καὶ στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρὲς καὶ κακὲς σκέψεις, τυφλὲς ἐπιθυμίες καὶ ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καὶ φροῦδες ἐλπίδες; Ἂχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἶσαι! Σὲ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ λειτουργοῦσε σὰν τὸν ποιμένα ποὺ σώζει ἕνα ἕνα τὰ χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμὴν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἕνας σιωπηλὸς ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τὸ νερὸ γιὰ νὰ πλύνει τὸ ἄρρωστο πρόβατο ἀπὸ τὴ μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σὲ σένα ὁ καλὸς Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν δημιουργικὸ λόγο Του ἀπομάκρυνε τὴν ἁμαρτωλὴ μόλυνση καὶ σὲ ἄδειασε. Αὐτὸς ἦταν ὁ Καλὸς Ποιμένας. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ προφητικὰ εἶχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά… καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι´ 3, 4). Τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τὴν φωνὴ τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.

 .                «Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωάν. ε´ 5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶχε δεῖ ἀπὸ πρὶν κι ἀπὸ μακριὰ ποιὸς τὸν ζητοῦσε, ποιὸς τὸν εἶχε ἀνάγκη. Δὲν πέρασε τυχαία ἀπὸ τὴ λίμνη, γιὰ νὰ πάει στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, γιὰ παράδειγμα, ὅπως ἴσως νόμιζαν οἱ σύντροφοί Του. Ἐκεῖνος γνώριζε πὼς ἐκεῖ βρίσκονταν δύο ἄνθρωποι δαιμονισμένοι ποὺ ἔπρεπε νὰ τοὺς θεραπεύσει. Οὔτε βρέθηκε τυχαία στὴν πόλη τῆς Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μετέφεραν τὸν νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας. Ἐκεῖνος προγνώριζε πὼς ἐκεῖ τὸν περίμενε ἕνα μεγάλο ἔργο, σ’ ἐκεῖνον τὸν τόπο κι ἐκείνη τὴν ὥρα. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν βρέθηκε τυχαία στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή, ὅποια κι ἂν ἦταν αὐτή, οὔτε καὶ βρέθηκε πάλι ἀπὸ τύχη ἢ ἀπὸ περιέργεια στὸν χῶρο τῶν πέντε στοῶν, στὸν χῶρο τοῦ πόνου καὶ τῆς θλίψεως. Ὅλα ἔγιναν σύμφωνα μὲ τὴν ἀκριβῆ προόρασή Του γιὰ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο. Εἶναι φανερὸ πὼς στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦρθε γιὰ τὴν γιορτή, ὅπως νόμιζαν οἱ μαθητές Του, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ ποὺ ἔμελλε νὰ τοῦ προσφέρει.
.              Ὁ συγκεκριμένος παράλυτος ἄνθρωπος ἦταν πολὺ-πολὺ ἄρρωστος. Μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ μέρες, στοὺς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ χρόνια; Τὸ πόσο γρήγορα ἢ ἀργὰ περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δική μας στάση, ἀπὸ τὴν δική μας διάθεση. Οἱ χαρούμενες ὧρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὧρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνὰ δὲν ἔχουν οὔτε πόδια καὶ περνᾶνε πολὺ ἀργά. Γιὰ ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ᾽χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιὰ ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος. Ἂν τὸν χρόνο αὐτὸ τῶν τριάντα ὀκτὼ ἐτῶν τὸν πολλαπλασιάσεις τουλάχιστον μὲ τὸ τρία, θὰ πλησιάσεις περίπου τὸν χρόνο τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ὑγιής, κινητικός, δημιουργικὸς καὶ χαρούμενος. Ὁ παραλυτικὸς εἶχε ζήσει τόσο ὅσο ζεῖ ὁ ὑγιὴς ἄνθρωπος, γιὰ ἕναν αἰώνα, καὶ μάλιστα κατάκοιτος, στὸ κρεβάτι του. Ἀντὶ νὰ τὸν κυνηγάει ὁ χρόνος, τὸν κυνηγοῦσε αὐτός, τὸν ἔσπρωχνε.
.              Τί ἡρωικὴ ὑπομονὴ εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τί ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θὰ κατέβαλε γιὰ νὰ συρθεῖ ὣς τὴν κολυμβήθρα τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τὸ νερό! Τί σταθερὴ ἐλπίδα εἶχε στὴν θεραπεία του ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπὸ δεκαετία σὲ δεκαετία! Μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπέφερε τόσο πολὺ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ τὸν θαυμάζουμε. Ὅταν τὸν φέρνουμε στὸν νοῦ μας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες -ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέους καὶ νέες- στὶς μέρες μας πού, ἂν καὶ ὑφίστανται πολὺ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τὰ χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπὸ τὴν ζωὴ κι ἀναχωροῦν γιὰ τὴν ἄλλη αὐτόχειρες.
.              «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;», τὸν ρώτησε μοναδικς φίλος πο σκυψε ποτ κοντά του, στὸ κρεβάτι του, τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλὸς ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανέναν στὸν κόσμο ὁλόκληρο νὰ μὲ λυπηθεῖ καὶ νὰ μὲ βάλει στὸ νερὸ τὴν στιγμὴ ποὺ παίρνει τὴν θεραπευτικὴ δύναμη. Τὴν ὥρα ποὺ προσπαθῶ νὰ συρθῶ στὸ νερό, ἄλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρῶτος καὶ θεραπεύεται κι ἐγὼ πρέπει νὰ ξανακάνω τὴν ἴδια ἐπώδυνη προσπάθεια γιὰ νὰ γυρίσω στὸ κρεβάτι μου. Κι αὐτὸ γίνεται γιὰ τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. Δὲν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.
.              Ἀνάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τοὺς ἄνεργους ὣς τοὺς πλούσιους καὶ δυνατούς, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καὶ μοναδικὸς γιὰ ν’ ἁπλώσει τὸ χέρι του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει γιὰ χάρη τῆς ψυχῆς του; Δὲν μποροῦσε τουλάχιστο νὰ στείλει τὸν ὑπηρέτη του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει; Ὄχι, οτε νας. πρεπε νά ᾽ρθει κάποιος νθρωπος π τὴν Γαλιλαία, ν κάνει να τριήμερο κα κουραστικ ταξίδι, τν ρα πο πολλο νεργοι κα χασομέρηδες γυρνον νέμελα στν πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακρι π τ κρεβάτι σου; Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοὶ περπατοῦν κοντά μου, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοὶ ἱερεῖς! Δὲς τὸ ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ δίνουν ἐλεημοσύνες. Καὶ δὲν βρέθηκε κανένας τους νὰ ἔρθει ἢ ἔστω νὰ στείλει κάποιον γιὰ νὰ σὲ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στὸν ναὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς. Ἐγὼ ὅμως «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὑπάρχουν πολλοὶ Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, ποὺ συνάχτηκαν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή. Κανένας τους μως δν νδιαφέρεται γι ναν πονεμένο κα συχο νθρωπο. νδιαφέρονται γι τ Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων ἀπ’ αὐτοὺς ἦρθαν μόνο γιὰ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Σάββατο, ὅπως οἱ πατέρες τους προσκύνησαν τὴν χρυσὴ ἀγελάδα στὴν ἔρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ἰουδαῖοι, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».
.              δ βρέθηκε νας νθρωπος, μοναδικς νθρωπος! δ εναι Κύριος, πο γαπ περισσότερο π τὸν συγγεν κα τὸν φίλο, πο πηρετε πι πιστ π τν πηρέτη. Δὲν ἔκανε τὸ μακρὺ καὶ κουραστικὸ ταξίδι ἀπὸ τὴν Γαλιλαία ὣς τὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὸ Σάββατο καὶ τὴν γιορτή, ἀλλὰ γιὰ χάρη ἑνὸς πονεμένου ἄνθρωπου. ρθε, στε μ τ ργα του, κι χι μ λόγια, ν καταγγείλει τὴν φοβερ λλειψη γάπης νς λαο πο τ ασθητήριά του χουν μβλυνθε. νθρωπος ρθε γι χάρη το νθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει, καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ᾖρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει» (Ἰωάν. ε´ 8-9). Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ καὶ προφανῶς γιὰ πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νὰ ἔρχεται καὶ νὰ ταράζει τὸ νερὸ στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα, ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, ποὺ θεραπεύει χωρὶς μεσάζοντες. Ἐν ὅσῳ οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸν Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τοὺς δούλους του. Τώρα ποὺ ἦρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. διος, μ τ δια του τ χέρια, τος προσφέρει τς δωρεές του.

ΣYNEXIZETAI: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –2 («Ἀπὸ τὴ μιὰ κωμωδία κι ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἀγωνία θανάτου»)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Β´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

.                  Ἴσως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸν θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸν θάνατο;» Τί εἶναι αὐτὸ ποῦ ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στὸν θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δὲν εἶναι τὰ βάσανα ποὺ ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στὸν θάνατο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν θάνατο στὴν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φρικτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δὲν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δὲν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.
.                  Εἶναι σαφὲς λοιπὸν πὼς τὸν πόνο πρέπει νὰ τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στὸν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς, λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στὸν Θεό, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἣν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο´ 20-23). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α´ Πέτρ. δ´ 13). Αὐτὸ σημαίνει πὼς πρέπει νὰ χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ καινὴ ζωή, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στὴν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». (Σημείωση “ΑΛΛΗΣ ΟΨΕΩΣ”: Ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου σχετικὰ μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν σχέση τῶν βασάνων καὶ τῆς θεραπευτικῆς τους ἐπιδράσεως στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, συμφωνεῖ μὲ τὸ πνεῦμα πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ ἔχουν γράψει σχετικά. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ «Περὶ ἀκουσίων θλίψεων» τοῦ Ἄγ. Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ ἀπὸ κάθε πιστὸ ΕΔΩ)

* * *

.                  Ἡ Ἁγία Γραφὴ κι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μᾶς προσφέρουν τὰ μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σὲ βάσανα πρωτάκουστα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καὶ μακρόχρονης ὑπομονῆς στὸν πόνο. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τὴν περιγραφὴ τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου, ποὺ ἦταν παράλυτος γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια, μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, τὸ εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἢ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιὰ δύο μεγάλα μυστήρια. Τὸ πρῶτο εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στὸν ἴδιο, στὴν ἁμαρτία του. Τὸ δεύτερο εἶναι πὼς ὁ παντοδύναμος Κύριος Ἰησοῦς θεράπευσε τὸν ἄρρωστο μὲ τὴν θεϊκή του δύναμη, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει» (Ἰωάν. ε´ 8). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀποκαλύφθηκαν γιὰ μία ἀκόμα φορὰ ἡ θεϊκὴ ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος κι ἡ θεϊκή Του δύναμη, ποὺ ἐπιφανειακὰ καλύπτονταν μὲ τὸ παραπέτασμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας.
.                  Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ «ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγόμενη Ἐβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα» (Ἰωάν. ε´ 1,2). Πρὶν πάει στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Κύριος βρισκόταν στὴ Γαλιλαία. Στὴν ἁγία πόλη πῆγε γιὰ τὴν γιορτή. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ συμπεράνουμε ποιὰ ἦταν ἡ γιορτὴ αὐτή. Ἦταν τὸ Πάσχα, ἡ Πεντηκοστὴ ἢ ἡ γιορτὴ τοῦ Καθαρισμοῦ; Δὲν μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο ὅμως νὰ γνωρίζουμε. Ἂν ἦταν κάτι οὐσιαστικό, ὁ εὐαγγελιστὴς θὰ τὸ εἶχε ξεκαθαρίσει.
.                  Ἡ Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἢ Βηθεσδά, πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὴν γειτονικὴ Προβατικὴ Πύλη (βλ. Νεεμ. α´ 1, 32), ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα ποὺ προορίζονταν γιὰ θυσία, γιὰ νὰ τὰ πλύνουν πρῶτα στὴν κολυμβήθρα. Ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ ὑπάρχει ἀκόμα στὴν Ἱερουσαλήμ, ἂν καὶ ἐρειπωμένη καὶ δὲν χρησιμοποιεῖται πιά. Τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ ὅμως ἡ κολυμβήθρα ἦταν σὲ χρήση, γι’ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖ ἐνεστώτα χρόνο: ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ.
.                  Γύρω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ὑπῆρχαν πέντε στεγασμένοι χῶροι, γιὰ νὰ φιλοξενοῦν τοὺς πολλοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους ποὺ κατέφευγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ θεραπευτοῦν. «Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ἰωάν. ε´ 3-4). Σ’ αὐτὸν τὸν περίεργο τόπο μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες, γιὰ νὰ βροῦν τὴν θεραπεία, ποὺ μάταια εἶχαν ἀναζητήσει ἀπὸ ἀνθρώπους σὲ ἄλλους τόπους. Τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν εἶχε ἀπὸ μόνο του θεραπευτικὲς ἰδιότητες. Ἦταν ἁπλὸ φυσικὸ νερὸ μὲ μίγματα μεταλλικά. Ἡ θεραπευτικὴ ἰδιότητά του ἦταν θεϊκή, προερχόταν ἀπὸ οὐράνιες δυνάμεις. Κι αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὶς θεραπευτικὲς αὐτὲς ἰδιότητες τὶς ἀποκτοῦσε ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, μόνο ὅταν μὲ τὴν θεία πρόνοια ἄγγελος τοῦ Θεοῦ κατέβαινε καὶ τάραζε τὸ νερό.
.                  Τί περίεργη, τί δραματικὴ σκηνή! Φανταστεῖτε τοὺς χώρους στὶς πέντε στοὲς νὰ κατακλύζονται ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀπελπισμένους καὶ πονεμένους ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ παντοῦ! Φανταστεῖτε πέντε χώρους γεμάτους πόνο, θλίψη, δάκρυα καὶ διαγκωνισμούς. Γύρω τους ὑπῆρχε μία πόλη γεμάτη κόσμο ποὺ ἀναζητοῦσε τὴν ἄνεση, κυνηγοῦσε τὸν πλοῦτο κι ἀγωνιζόταν ν’ ἀποκτήσει δόξα, τιμὲς κι ἐξουσία, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ τόσο μὲ τὸ σῶμα ὅσο καὶ μὲ τὴν ψυχὴ τοὺς ἦταν σὰ νά ’παιζαν κωμωδία. δ μως πρχε γωνία το θανάτου πο ταν κοντ κι μοναδικς τόπος που ταν λα τ μάτια γυρισμένα: τ νερό. Κι μοναδικς πο περίμεναν: γγελος. Μία κα μοναδικ πιθυμία τους: ν θεραπευτον.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΛΛΑΣ ΑΡΑΓΕ ΘΕΛΕΙ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ;

.        «Ὑποθέσεις, προβλέψεις, ἐκτιμήσεις, δημοσκοπήσεις – τέλος! Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σιωπήσουν ὅλοι καὶ νὰ ἀκούσουν τὴν ἐτυμηγορία τῶν πολιτῶν. Κυριακή, 6 Μαΐου 2012, εἶναι πλέον ἡ ὥρα τοῦ λαοῦ νὰ μιλήσει ψηφίζοντας καὶ ἀποφασίζοντας γιὰ τὸ μέλλον τὸ δικό του καὶ τῆς χώρας μας. Πολιτικοί, μέσα ἐνημέρωσης, δημοσκόποι, ἀναλυτὲς ὁλοκλήρωσαν τὴν προσπάθεια ἐπηρεασμοῦ τῶν ψηφοφόρων.
.        Τώρα θὰ κάνουν μία μικρὴ παύση γιὰ νὰ δοῦν τὰ ἀποτελέσματα τῆς δραστηριότητάς τους καὶ ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα περίπου τῆς Κυριακῆς πρὸς Δευτέρα θὰ ἀρχίσουν πάλι ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἀναλύουν, νὰ διαστρεβλώνουν ἢ νὰ προσαρμόζουν τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα στὰ συμφέροντά τους. Ἀπὸ τὴ Δευτέρα, πάντως, ἡ συζήτηση θὰ γίνεται σὲ ἐντελῶς νέα βάση οὕτως ἢ ἄλλως. Μία βάση τὴν ὁποία θὰ καθορίσουν οἱ κάλπες καὶ κανένας ἄλλος. Ἐξαιρετικὰ σημαντικὲς εἶναι οἱ ἐκλογὲς αὐτές […]» (Γ. Δελαστίκ)
.       Τεράστια σημασία τοὺς ἀποδίδουν καὶ τὰ ξένα δημοσιογραφικὰ πρακτορεῖα καὶ δίκτυα, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη μέχρι …καὶ τὴν Κίνα. Πάντως τὸ αἴνιγμα ποὺ θὰ λυθεῖ σὲ λίγες ὧρες εἶναι ἂν ὁ Παράλυτος, δηλ. ἡ Ἑλλάς, ποὺ κατάκειται τριάντα πέντε χρόνια στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας καὶ τῆς Ἀλλοτριώσεως, θέλει ὑγιὴς γενέσθαι.…!

 

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [2] «Ἡ ἁμαρτία, ὅταν γίνη συνήθεια, δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας». (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/05/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου/

.            Ἕνας διδάσκαλος παρομοιάζει κείνους ο ποοι εναι κυριευμένοι π συνήθεια μίας μαρτίας, μ να παιγνίδι πο παίζουν τ παιδιά. Πιάνουν πολλς φορς κανένα γριον πουλ κα τ δένουν π τ πόδι μ κλωστήν. Τ φήνουν ν πετάξη, κα ατ πετ στ ψος γι ν φύγη, λλ κενα τ σύρουν πάλι χαμηλά. Τ διο παιγνίδι φαίνεται πς κάμνει κα διάβολος μ κείνους πο χει δεμένους μ τ σχοιν τς συνηθείας. Πολλς φορς τος φήνει ν πετάξουν στ ψος τς ρετς, κα βλέπεις τι, ν ερίσκονται κόμη μέσα στ πάθη, στ δεσμ τν προηγουμένων μαρτιν, ρχίζουν ν γκρατεύωνται, ν νηστεύουν, ν κατηγορον τν ζω πο καμαν, ν ψέγουν τν δουλεία τς μαρτίας, ν παινον τν λευθερία τς ρετς. μως, ν κάμνουν ατ τ καλν προοίμιον τς ρετς, τος βλέπεις πάλι ν κρημνίζωνται στ βάραθρον τς κακίας, ἐπειδὴ ὁ διάβολος τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν λίγο μόνον στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, πρὸς αἰσχύνην καὶ ὄνειδός τους, καὶ πρὸς ἡδονὴν καὶ χαρὰν ἰδικήν του, διότι ποτ δν γνώρισεν λλην πόλαυσιν, λλην δονν π τότε πο ξωρίσθη π τ κάλλη το ορανο, π τ ν μπαίζη τν ταλαίπωρον νθρωπον μ τν συνήθειαν τς μαρτίας.
.            Γράφουν οἱ Ἱστορικοὶ γιὰ τὸν Μιθριδάτην, ἐκεῖνον τὸν περιβόητον τύραννον, ὅτι μεταχειριζόμενος συχνὰ γιὰ τροφὴν τὸ δηλητήριο ποὺ λέγεται κώνειον, ἔφθασε σὲ τοιαύτην ἕξιν, ὥστε καὶ ἀναγκαζόμενος κάποτε νὰ θανατωθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην του δυστυχίαν, ἐζήτησε αὐτὸ τὸ δηλητήριο καὶ ἔφαγε πολύ. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἐνήργησε, δὲν τοῦ ἐπέφερε ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, δηλαδὴ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦσε προτιμότερον ἀπὸ τὸ νὰ πέση στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ νὰ γίνη παιγνίδι ἰδικό τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν. πειδ καθημεριν μεταχείρισις τς μαρτίας γίνεται γι’ ατν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρς ρεξη κα πόθο στ Μυστήρια. μως μ τν συχν καταφρόνηση πο κάμνει σ’ ατά, παρακινημένος π τν συνήθεια, τελικ τ ερίσκει νενέργητα. Τοῦ συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθὼς σὲ ἕναν διαβάτην, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος νὰ περάση ἕνα ποταμόν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴ μία μικρὴ ξύλινη γέφυρα, ἀλλὰ τὴν καταφρονεῖ καὶ προχωρεῖ νομίζοντας ὅτι θὰ εὕρη ἄλλην μεγαλύτερη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει ὅμως πολὺ καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ γυρίση πίσω, γιὰ νὰ τὸν περάση τάχα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξύλινη. Ὅμως μέχρι νὰ ἔλθη αὐτός, ὁ ποταμὸς αὐξάνει ἀπὸ τὴν βροχή, κατεβαίνει ρεῦμα πολύ, σκεπάζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη ἡ ξύλινη, ὁπότε ὁ διαβάτης ἀπομένει στὴν ἐρημία καὶ ἀκολούθως στὸν θάνατο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸν δυστυχισμένον ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος δεμένος μὲ τὴν συνήθεια στὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴν εὔκολο νὰ λυθῆ μὲ τὴν οὐράνιο γέφυρα τῆς μετανοίας. Ἐπειδὴ ὅμως στὴν ἀρχὴ τὴν καταφρονεῖ, παρακινεῖται ὕστερα νὰ τὴν ζητήση, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἐπειδὴ ἡ συνήθεια ἔχει κατεβάσει πολλὰ ρεύματα παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν, καὶ σκεπάζει τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, παχύνει τὸν νοῦ, ψυχραίνει τὴν θείαν ἀγάπην, ὁπότε δὲν ἀπομένει ἄλλο στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τοῦ νὰ κρημνίζεται ἀπὸ τὸ μικρότερο βάραθρο τῆς ἁμαρτίας στὸ μεγαλύτερο, καὶ τελικῶς στὰ τάρταρα τοῦ ἅδου. Γιὰ νὰ πληροφορηθῆς αὐτὸ ποὺ σοῦ λέγω, γύρισε μίαν φορὰ τὸ βλέμμα σου στὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Θὰ ἰδῆς ἐκεῖ τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἠρωτήθη στὴν ἀρχὴ ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», καὶ πάλιν, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγην ὥραν ἠρωτήθη γιὰ δευτέρα φορά, κάμνει καὶ ὅρκον ὅτι δὲν γνωρίζει. Τὴν δὲ τρίτην φορὰ ποὺ ἠρωτήθη, προσθέτει καὶ ἀνάθεμα. «Τότε ἤρξατο καταναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Ὦ κατηραμένη συνήθεια, καὶ τί δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμης; Ποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρημνίσης; Ἂς ἀποφύγωμε λοιπόν, ὦ ἀγαπημένοι μου, τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ς μν καταφρονήσωμε τν μικρ συνήθεια, γι ν μν κυριευθομε π τν μεγάλη. Ὁ Πέτρος, ἂν δὲν ἄφηνε νὰ χωρέση στὴν ψυχή του αὐτὴ ἡ παραμικρὴ πρότασις «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», δὲν θὰ ἔφθανε σὲ τόσην ἀνάγκη, ὥστε σ’ ἐκεῖνο τὸ «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», νὰ προσθέση ὅρκον καὶ ἀνάθεμα. Εἶναι ἀξιέπαινον, ἂν καὶ φαίνεται ἀξιοκατάκριτον, τὸ ἔργον ποὺ ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παίρνοντας οἱ δήμιοι γιὰ νὰ τὸν κρεμάσουν, ἐπειδὴ ἦταν κλέπτης, παρεκάλεσε τοὺς δημίους νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πλησιάση τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔκλαιε. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄσπλαχνοι στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων, ὅμως τότε δὲν γνωρίζω πῶς, ἐφάνησαν συμπαθητικοὶ καὶ ἔδωσαν ἄδεια στὸν καταδικασμένον ἐκεῖνον νέο νὰ πάει κοντὰ στὴν μητέρα του, νομίζοντας ὅτι θέλει ἴσως νὰ τὴν ἀσπασθῆ καὶ νὰ τῆς εἰπῆ τὸ τελευταῖον «ὑγίαινε», ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθοῦν μὲ τοιοῦτον χωρισμόν. Ἄφησαν λοιπὸν οἱ δήμιοι τὸν νέον, ἂν καὶ δεμένον, καὶ ἐπλησίασε τὴν μητέρα του, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε πὼς θέλει νὰ τῆς εἰπῆ ἕνα λόγον κρυφόν, αὐτὸς ἁρπάζει μὲ τὰ δόντια τὸ αὐτὶ τῆς μητέρας καὶ τὸ κόπτει. Αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς ἔργον ἐτάραξε πολὺ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἦταν ἄδικος ὄχι μόνον στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν μητέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀποκρίνεται «αὐτὴ εἶναι αἴτιος τούτου τοῦ θανάτου μου καὶ ὅλης τῆς ἄλλης μου κακίας. Διότι ἐὰν μοῦ ἔκοπτε τὴν συνήθεια ποὺ εἶχα στὴν νεότητά μου νὰ κλέπτω τὶς πλάκες ποὺ εἶχαν, γιὰ νὰ γράφουν, οἱ συμμαθηταί μου, δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ κλέψω καὶ τὴν Ὀκτώηχο ἐκείνη, καὶ ἀκολούθως τὰ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι νὰ ἔλθω σὲ αὐτὴν τὴν συμφορά.»

.            Βλέπει ὁ Πλάτων ἕνα φίλον του ποὺ ἔπαιζε κύβους, καὶ ἀρχίζει εὐθὺς νὰ τὸν κατηγορῆ δριμύτατα καὶ νὰ τὸν ὑβρίζη χωρὶς ἔλεος. Καὶ ἐκεῖνος ὁ φίλος τοῦ Πλάτωνος, ἀπορώντας γιὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἀντίδρασή του, τὸ μόνο ποὺ ἀπήντησε ἦταν: «ὡς ἐπὶ μικροῖς» σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «ὦ σοφώτατε Πλάτων, γιὰ ἕνα τόσο μικρὸν ἁμάρτημά μου κάμεις τόσες ὕβρεις; Γιὰ τόσην ὀλίγην ἄνεσιν, ποὺ δίδω στὸ σῶμα μου μὲ τὸ ἀθῶον αὐτὸ παιγνίδι, μοῦ πλέκεις τόσους ὀνειδισμούς; Μοῦ δίδεις τόσες ὕβρεις; Τόσες πολλὲς κατηγορίες; Καὶ μάλιστα ἐμπρὸς σὲ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους; Μεγάλη ἀντίδρασις, γιὰ μικρὰ πράγματα. Μὲ ὑβρίζεις γιὰ τόσο μικρὸν πράγμα». Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὅταν ὅμως θὰ γίνη συνήθεια, δὲν θὰ εἶναι μικρόν». Ἀκούεις λόγον ἀπὸ στόμα ἕλληνος, ἀκούεις διδασκαλίαν χρυσὴν εὐαγγελικήν; Μικρν εναι τ μάρτημα πο κάμεις, φίλε μου, μως συνήθεια τς μαρτίας δν εναι μικρν πράγμα, λλ θανατηφόρον, τὸ ὁποῖο κάμνει πολλοὺς νὰ κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ μὴ ἰδοῦν τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸ ἔχει θανατώσει καὶ καθημερινῶς θανατώνει πολλοὺς καὶ μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, μαρτία, ταν γίνη συνήθεια, δν εναι μικρν πράγμα. Διότι ατ εναι παράλυσις τς ψυχς, εναι λυσίδα μ τν ποίαν διάβολος δένει τν νθρωπον πάνω στ κρεβάτι τς ναισθησίας. Δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα ἡ συνήθεια, ἀλλὰ μέγα καὶ φοβερόν, ἐπειδὴ προξενεῖ στὸν ἄνθρωπον τὴν φοβερὰν ἐκείνην καὶ ἀπαρηγόρητον κόλασιν. Δὲν εἶναι κάτι μικρὸν ἡ συνήθεια, διότι εἶναι ἀνίατος σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι:

.            Τ πρτον πο χρειάζεται γι ν κόψη τς ρίζες κα τ νερα μιᾶς πονηρς συνηθείας, δν εναι λλο π τν παντοδυναμίαν το Θεο. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀχρόνως καὶ ἀκόπως θεραπεύει αὐτὸ τὸ ἀνίατον πάθος, ὅπως κηρύττει ὁ σημερινὸς παράλυτος μὲ τὸν κράββατο στὸν ὦμο. Αὐτὴ ὅμως ἡ παντοδυναμία δὲν ἐνεργεῖ μόνη της. Ὄχι πὼς δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πὼς δὲν θέλει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀναιρέση ἐκεῖνο ποὺ ἐχάρισεν ἅπαξ διὰ παντὸς στὸν ἄνθρωπο, τὸ προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπὸν πολλὰ ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐνεργήση σ’ ἐμᾶς: τὴν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, τὸ μίσος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν συντριβὴν τῆς καρδίας, τὴν ἱκανοποίησιν, τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας καὶ ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ κλίνη τὸν αὐχένα, καὶ μὲ θερμὰ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέγω γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸν σημερινὸν παράλυτον. Ἐγνώριζεν ὁ καρδιογνώστης μας Χριστὸς καὶ τοὺς πολλοὺς χρόνους ποὺ τὸν εἶχεν ἡ ἀσθένεια δεμένον στὸν κράββατον ἐπάνω, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τὴν πολλὴν ποὺ ὑπέμεινε. Δὲν ἀγνοοῦσε οὔτε τὴν ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, οὔτε τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, οὔτε τὴν ἐρημία τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως τὸν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» γι ν το δώση φορμ ν τν μολογήση Κύριον κα Παντοδύναμον, κα μαζ μ τν μολογία ν ζητήση κα τν θεραπείαν του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει καὶ σ’ ἐσέ, ἄνθρωπε, νὰ καταλάβης πόσην δύναμη ἔχει ἡ πονηρὰ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ χρειάζεται τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὴν κόψη.
.            Δεύτερον θεραπευτικ μέσον εναι πιθυμία κα γάπη τν ντιθέτων τῆς μαρτίας, πράγμα ποὺ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸν ὁρισμὸν ποὺ δίδουν οἱ ἰατροί, «τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα». Θέλεις λοιπὸν νὰ κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς μέθης καὶ τῆς πολυφαγίας; Βάλε σὰν δραστικὸ βότανον ἐπάνω στὸ πάθος τὴν ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν τῆς νηστείας. Σὲ κυριεύει πάθος σαρκικόν, εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς κτηνώδους πορνείας καὶ μοιχείας; Ἀγάπησε, ζήτα νὰ ἀποκτήσης τὴν καθαρότητα καὶ τὴν παρθενίαν τῶν Ἀγγέλων, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαινετὴν καὶ ἁγίαν ὄρεξιν, κόπτεις τὴν πρώτην, τὴν βδελυκτὴν καὶ βρωμεράν. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς μνησικακίας καὶ ἔχθρας; Ἀγάπησε τὴν ἀμνησικακίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κόπτεις ἐκείνην τὴν συνήθεια. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἀσπλαχνίας; Ἀγάπησε τὴν Εὐαγγελικὴν αὐτάρκεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, καὶ τοιουτοτρόπως κόπτεις ἐκεῖνο τὸ πάθος τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀναισθησίας. Σὲ κυριεύει ἡ διαβολικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἀγάπησε τὴν ταπεινοφροσύνην τοῦ Δεσπότου σου, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἰατρεύεις τὰ πονηρὰ μαθήματα τοῦ ἑωσφόρου.
.            Τρίτον θεραπευτικ μέσον εναι πλήρης ποταγ το σώματος, τ ποον δν μπορες ν τ νικήσης μ λλον τρόπο π ατν ποὺ σοῦ δειξεν σταυρωμένος ησος πάνω στν Γολγοθά, καὶ μὲ ὅλον τὸ παράδειγμα τῆς παναγίας ζωῆς του. Καθώς, λοιπόν, ἐκεῖνος παρέδωσε τὴν παναγίαν του σάρκα στὸ πικρότατον ἐκεῖνο πέλαγος τῶν φρικτῶν παθῶν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπον καὶ σὺ μὴ λυπηθῆς τὴν σάρκα, γιὰ νὰ κερδίσης τὴν ψυχήν. Γνώρισε πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι δοῦλος, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι κύριός του. Μὴ λυπῆσαι τὸν δοῦλο μήπως πεινάση, μὴν ἱδρώση καὶ κοπιάσει, καὶ θὰ τιμηθῆ ἔτσι ὁ κύριός του. Μὴ λυπηθῆς τὸν δοῦλον, τὴν σάρκα σου, ἂν καταφρονηθῆ καὶ γυμνωθῆ προσκαίρως, διότι ἔτσι θὰ ἐνδυθῆ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθωότητος καὶ θὰ δοξασθῆ αἰωνίως ἡ ψυχή.
.            Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψη τὰ νεῦρα κάθε πονηρᾶς συνηθείας. Στοχάσου, ἄνθρωπε, καὶ τὴν εὐκολίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ποὺ ἔχουν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀποστραφῆς, γνώριζε ὅτι εἶσαι ἕνας παράλυτος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄνθρωπον ἔχει γιὰ νὰ τὸν βοηθήση νὰ εἰσέλθη στὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας, καὶ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀξιοδάκρυτον πάθος, καὶ μὲ τὸ ἰδικόν του θέλημα τὸν ἀποστρέφεται. Σὺ εἶσαι ποὺ μὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου ὑπογράφεις στὴν διαθήκην τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ εἶσαι ἀπόκληρος τῆς Βασιλείας Του.
.            Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «πολιτικά» του, πὼς στοὺς Σκύθες ὑπῆρχε νόμος ποὺ ὅριζε νὰ μὴν ἔχη δικαίωμα στὶς πανηγύρεις νὰ χρησιμοποιῆ τὸ ποτήρι μὲ τὸ ὁποῖον ἔπιναν ὅλοι ὅποιος δὲν ἔχει θανατώσει ἔστω ἕναν ἐχθρόν της πόλεως. Αὐτὸ γνώριζε, ἄνθρωπε, ὅτι θὰ συμβῆ καὶ σ’ ἐσέ, ἂν δὲν θανατώσης, ἂν δὲν κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι δεμένος ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ σου διαβόλου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀξιωθῆς ποτὲ νὰ πίης τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς οὐρανίου ζωῆς, τὴν κληρονομία τῆς ἄνω δόξης. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφοράν, ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῆ ἢ νὰ ἐννοηθῆ ἄλλη μεγαλυτέρα;

.            Λοιπόν, ἐσὺ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, τὸ ὑποφέρεις γιὰ μίαν κακὴν συνήθεια νὰ χάσης τὴν οὐράνιο Βασιλείαν; Εἶναι τοῦτο ἔργο ψυχῆς λογικῆς, νὰ πωλῆ γιὰ τόσο λίγο, γιὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν, τὴν δόξαν, τὴν παρρησίαν, τὴν ἀγάπην τῆς τρισυποστάτου Θεότητος; Εναι τοτο ργον φρονίμου νδρός, ν φήση τν συντροφίαν τν γγέλων, τν συνοδείαν τν ποστόλων, τν χαρν τν Προφητν, τς σκηνς τν δικαίων, γι μίαν συνήθειαν κακν κα διεστραμμένην; Μή, παρακαλῶ, ἂς μὴν εὑρεθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς τόσον ἀνόητος, ἀλλὰ ὅλοι, μὲ τὰ θεραπευτικὰ μέσα ποὺ εἶπα, ἂς κόψωμε κάθε πονηρὰν συνήθεια, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr (ἀπὸ orp.gr)

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [1] «Ὦ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη» (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

.            Ὁ ἄνθρωπος κλίνει φυσικὰ στὸ νὰ λυπῆται καὶ νὰ πονᾶ στὶς δυστυχίες καὶ συμφορὲς τῶν ἄλλων. Ἴσως ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς ἢ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα». Δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸν ἴδιον οἱ ἄκανθες τῶν πόνων, τὶς ὁποῖες βλέπει σὲ ἄλλους. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δικαίως σύρεται κανεὶς σὲ συμπαθῆ διάθεση, ὅταν θεωρῆ τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς πόνους τῶν συνανθρώπων του. Ποῖος, λοιπόν, θὰ ἦταν τόσο σκληρὸς στὴν καρδία, τόσο θηριογνώμων στὴν διάθεση, ὥστε νὰ μὴ συλλυπηθῆ καὶ νὰ μὴ συμπονέση σήμερα, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ἐπέρασεν ὁ σημερινὸς παράλυτος κατάκοιτος, σὰν ἀναίσθητος λίθος, ἐπάνω σὲ ἕνα κρεββάτι; Ποίου ἡ ψυχὴ δὲν θὰ πονοῦσε ἀκούγοντας πὼς αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος ἦταν ὄχι μόνον παράλυτος ἀλλὰ καὶ εὑρίσκετο σὲ ἐσχάτην πτωχεία, καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν ἔρημος ἀπὸ φίλους, γυμνὸς ἀπὸ συγγενεῖς; Ποῖος νὰ μὴ συλλυπηθῆ, ὅταν συλλογισθῆ ὄχι μόνον τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ βαρυτάτη ἀσθένεια τῆς παραλυσίας, ἀλλὰ ἀκόμη τὴν λύπη καὶ τὸ παράπονο ποὺ ἠσθάνετο, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἄγγελο νὰ ταράσση τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, νὰ ἰατρεύεται ἄλλος καὶ νὰ φεύγη, καὶ ὁ ἴδιος νὰ κείτεται πάντοτε ἐκεῖ; Μοῦ φαίνεται, λοιπόν, πὼς ὅσοι χρόνοι ἐπερνοῦσαν καὶ ὅσοι ἀσθενεῖς ἰατρεύοντο, τόσες πληγὲς ἐδέχετο ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς παράλυτος, συλλογιζόμενος πὼς οἱ ἄλλοι ὅλοι εἶχαν συγγενεῖς καὶ φίλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐβοηθοῦσαν στὴν θεραπείαν τους, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν εὑρέθη ποτὲ σὲ τόσους χρόνους οὔτε φίλος οὔτε συγγενὴς νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ ἰατρευθῆ. Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ποὺ θὰ συλλογισθῆ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πτωχεία τοῦ παραλύτου καὶ δὲν θὰ λυπηθῆ μαζί του; Καὶ καθὼς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν παρακινηθῆ σὲ συμπάθεια ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη δυστυχία τοῦ παραλύτου, ὁμοίως δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἀγανακτήση καὶ νὰ μὴν παρασυρθῆ σὲ θυμὸν καὶ ὀργήν, ὅταν ἰδῆ ὅτι κάποιος ἄλλος παρόμοιος παράλυτος, ἔχοντας ἄνθρωπον ποὺ στέκεται πάντοτε πρόθυμος, ἕτοιμος νὰ τοῦ δώση τὴν θεραπείαν, αὐτὸς παρακινημένος ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἐθελοκακίαν καὶ ἀγνωσίαν, ἀναβάλλει τὸν χρόνον τῆς θεραπείας του, ἠμπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ σηκωθεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τάφον ἐκεῖνον τῆς ἀσθενείας; Τοιοῦτον παράλυτον, τοιοῦτον ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀκούση καὶ δὲν θὰ ἀγανακτήση; Ποῖος θὰ τὸν ἰδῆ καὶ δὲν θὰ ὀργισθῆ ἐναντίον του; Ἀλλὰ εναι δυνατν ν ερεθ, θ μο επ κάποιος, τοιοτος νόητος σθενής, τοιοτος ναίσθητος παράλυτος, πο ν ποστρέφεται τν ατρόν του; Ν μ θέλη τν γείαν του, λλ ν προτιμ ν εναι λεπρωμένος παρ καθαρός, ν εναι συζώντανος νταφιασμένος μέσα στος πόνους, μέσα στν δυσωδία τς σθενείας; Ναί, εναι πολλοί. Τόσοι, σοι κα ο μετανόητοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ἀκίνητοι στὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅλους αὐτοὺς εἰκονίζει ὁ παράλυτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἄνθρωπον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἰατρεύση σὲ μία στιγμή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄγγελο νὰ ταράξη τὸ ὕδωρ μίαν φορὰ τὸν χρόνο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», καὶ μάλιστα ἔχει στήσει πολλὲς φορὲς κολυμβῆθρες ἐμπρὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅσα μυστήρια, ὅσοι σταλαγμοὶ δακρύων τῆς μετανοίας, τόσες καὶ οἱ θεραπευτικὲς ἀναταραχές. Ὅσες στιγμὲς ἔχει ἡ ὥρα, τόσες φορὲς καὶ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος εἶναι ἕτοιμος νὰ δώση τὴν συγχώρηση γιὰ νὰ ἰατρεύση τὴν λέπραν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, ὁ πνευματικῶς παράλυτος, σφαλίζει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ μὴν ἰδῆ τὸν ἰατρόν, προτιμᾶ νὰ εἶναι νεκρός, κατάκοιτος στὴν ἁμαρτία παρὰ ζωντανὸς στὴν ἀρετή.
.            Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἐσχάτη ἀναισθησία; Ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ ἀξιοδάκρυτος καταδίκη στὸν ἁμαρτωλόν; Ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχει δεμένον τὸν ἁμαρτωλὸ στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν παρακινεῖ νὰ προτιμήση τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν ζωήν. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθῆς πὼς εἶναι τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ συνήθεια, πρόσεχε: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὲς τὶς ἀκοές του στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δέχεται μὲ τόσην προθυμία τὰ κηρυττόμενα, ὡσὰν ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ στέλλει ὁ Οὐράνιός του Πατήρ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πὼς ὁ σημερινὸς παράλυτος παριστάνει μίαν εἰκόνα ἐκείνου ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Διότι καθὼς ἡ παράλυσις, ἐπειδὴ διαλύει τὰ νεῦρα τοῦ σώματος, κάμνει τὸ σῶμα νεκρὸν καὶ ἀκίνητον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κάμνει ἀκίνητον σὲ κάθε ἐργασία τῆς ἀρετῆς, στὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δύναμιν ἡ ψυχὴ νὰ ἀνεβῆ, ἐπειδὴ σύρεται πάντοτε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅθεν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφει: «ἡ συνήθεια ποὺ ἐπαγιώθη, μὲ τὴν πάροδο μακροῦ χρόνου, λαμβάνει ἰσχὺν φύσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν συνήθεια». ς κοπιάση σον θέλει, ς προσπαθήση ποιος θέλει μ ,τι τρόπον μπορε ν κόψη να φυσικν δίωμα το νθρωπίνου σώματος, ς επομεν τ γελαστικν τ πιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατ τν διον τρόπον κα συνήθεια τς μαρτίας, ταν γηράση, μεταβάλλεται σ φύσιν, ποκτ διότητες φυσικς δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, ὁ μέγας Πατὴρ ποὺ ἀναφέραμε δικαίως λέγει ὅτι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν παλαιὰν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπν κα ξιος πολλν γκωμίων ποιος, πρν ν γηράση μαρτία, τς κόπτει τ νερα κα πρν τν νεκρώση ατή, τν θανατώνει. Καθὼς σὲ ἕνα καινούργιον ἀγγεῖον, ὅ,τι βάλεις στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ πολυκαιρίση, παίρνει ἐκείνου τὴν ὀσμή, εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή, καὶ ὕστερα ὅσον καὶ ἂν πλύνης ἐκεῖνο τὸ ἀγγεῖον, δὲν ἠμπορεῖς μὲ τίποτε νὰ ἀφαιρέσης ἐκείνην τὴν εὐωδίαν ἢ δυσωδίαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν πολυκαιρίση στὴν καρδία, ὅταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ἢ παντελῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὅθεν ἐπαινῶ ἐκεῖνον τὸν σοφόν, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ φανερώση τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς πονηρᾶς συνηθείας, τῆς ἔδιδε τοιοῦτον σύμβολον. Ἐζωγράφιζεν ὡς ἱερογλυφικὸν ἕνα σπήλαιον ὑπόγειον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «τὸ εὖρος τόσον, ὅσον καὶ τὸ βάθος». Θέλοντας μὲ τοῦτο νὰ φανερώση ὅτι ἡ πονηρὰ συνήθεια αὐξάνοντας κάθε ἡμέρα μὲ τὸ γάλα τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας, ὅσον πολυχρόνιον πάθος εἶναι, τόσο εἶναι καὶ χειρότερον. Διότι καθὼς καὶ τὰ ἄλλα πράγματα ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ καὶ αὐξάνουν μὲ τὴν πολυκαιρίαν, μὲ ἀνάλογον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας φθάνει μὲ τὴν πολυκαιρία σὲ τόσην αὔξηση, ὥστε γίνεται ἀκατανίκητος. Γράφει μὲ πολὺν πόνο στὸ χρυσὸν βιβλίον τῶν Ἐξομολογήσεών του ὁ μέγας Αὐγουστίνος: ἀνεστέναζα δεμένος. Ἀπὸ ποῖον ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ὄχι ἀπὸ ἄλλον, λέγει, ὄχι ἀπὸ ξένην ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν μου σιδηρὰν συνήθεια, ἡ ἰδική μου θέλησις ἦταν ὁ τύραννος. Ἡ ἄρρηκτος ἅλυσις ἦταν ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία μὲ ἔδεσε τόσον ποὺ μὲ ἔφερε σὲ ἀκολασίαν, πράγμα τὸ ὁποῖο, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀποκόψω, ἔγινεν ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη κατέληξε νὰ γίνη φύσις. Ὅθεν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ φωνάζει: κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβη πόσην δυσκολίαν ἔχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, τὸ νὰ ἀποκόψη κάποιος μίαν παλαιὰν συνήθεια, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγωνισθῆ. Γιὰ ποῖον λόγον ὅμως, ἐξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε τῆς οἰκουμένης; Διότι, λέγει, ὁ πονηρὸς λογισμὸς γεννᾶ ἡδονήν, ἀπὸ αὐτὴν πάλι γεννᾶται ἡ συγκατάθεσις, καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν ἡ πράξις, καὶ ἀπὸ τὴν πράξιν ἡ συνήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν συνήθεια γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ θάνατος. Ὅθεν δὲν σφάλλεις, ἂν παρομοιάσης τὸν ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνον ποὺ ἄφησε τὴν ἁμαρτία νὰ γίνη στὴν ψυχή του συνήθεια, δὲν σφάλλεις λέγω, ἐὰν τὸν παρομοιάσης μὲ κάποιον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια ἑνὸς ἀσπλάχνου καὶ ἀνελεήμονος τυράννου, τὸν ὁποῖον, θέλοντας ἐκεῖνος ὁ τύραννος νὰ θανατώση, τὸν ἔκλεισε σὲ μία σκοτεινὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ τὸν κλειδώση. Πλὴν ὅμως ἔχασε τὴν πόρτα καὶ δὲν εὑρίσκει ἀπὸ ποῦ νὰ ἐξέλθη. Ὅθεν τριγυρίζοντας ἀποθνήσκει ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει συνήθεια. Αἰσθάνεται πὼς εὑρίσκεται σὲ μία σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ τριγυρίζει νὰ εὔρη τὴν πόρταν, πλὴν ὅμως τὴν ἔχει κλεισμένην ἡ πονηρὰ συνήθεια. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀναβάλλει συνεχῶς νὰ εὕρη τὴν πόρτα τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκει τὸν θάνατον τῆς παντελοῦς ἀπωλείας, καθὼς ἔχει γραφή: «συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία, ἕλκει εἰς παντελῆ ἀπώλειαν». Ἦλθε σὲ μεγάλην ἀνάγκην ὁ βασιλεὺς Σαούλ, στὸν πόλεμον ἐκεῖνον ποὺ ἐκήρυξεν ἐναντίον του ὁ ὑπερήφανος Γολιάθ, γι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδύση μὲ τὰ ἰδικά του βασιλικὰ ἅρματα τὸν Δαβίδ. Ἐκεῖνος τὰ ἐφόρεσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε νὰ σαλεύση γιὰ νὰ ὑπάγη ἐναντίον τοῦ Γολιάθ, βλέπει ὅτι ἀπὸ τὰ ἅρματα ἐκεῖνα περισσότερον ἐμποδίζεται παρὰ βοηθεῖται. Ἐνθυμούμενος λοιπὸν ὁ Δαβὶδ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσυνήθιζε ποτὲ νὰ νικᾶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ὄπλα, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰδικἠν του ποιμαντικὴν σφενδόνα, λέγει στὸν βασιλέα: «Ὑψηλότατε βασιλεῦ, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν τιμὴν ποὺ μοῦ ἔκαμες. Λαμπρὰ καὶ πολύτιμα εἶναι τὰ ἅρματά σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμένα, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ νικῶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ἅρματα».
.            Βλέπεις πόσην δύναμιν ἔχει ἡ συνήθεια, ὥστε νὰ ὑπερβαίνη καὶ τὴν δύναμη τῶν βασιλικῶν ἁρμάτων; Πόσοι εγενες, πόσοι βασιλικο αματος, πόσοι βασιλικο νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Κα μως δν μπορον ν ντιπαλαίσουν ναν Γολιάθ, να πάθος, ναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενν δόξαν; Ἀλλὰ ἁρματωμένοι μὲ βασιλικὰ καὶ λαμπρὰ ὄπλα σύρονται στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῶν καταφρονεμένων ἐκείνων παθῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἐπονείδιστα, πὼς εἶναι θανατηφόρα. Ἀναστενάζουν αὐτοὶ οἱ βασιλικοὶ ἄνδρες, οἱ λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς ὑβριστοῦ καὶ βλασφήμου Γολιάθ, ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία μιᾶς πολυκεφάλου Ὕδρας, τὴν ὁποίαν ὁ νέος Ἡρακλῆς Δαβὶδ θανατώνει εὐκολότατα μὲ μίαν σφενδόνα, μὲ μίαν φυγήν, μὲ μίαν γρήγορον ἀποκοπὴν τῆς ἁμαρτίας. κατηραμένη συνήθεια τς μαρτίας, ποος θ ναλογισθ τν δύναμη πο χεις κα δν θ ναστενάξη; Ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν καταφρόνηση καὶ τὸ ὄνειδος ποὺ προξενεῖς στοὺς βασιλικοὺς καὶ εὐγενικοὺς ἄνδρες, καὶ δὲν θὰ εἰπῆ μὲ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἠσαΐαν «Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ὡς σχοινίῳ μακρῷ»’;
.            Ἂς σᾶς ἀπαριθμήσω ὅμως μὲ συντομίαν τὰ ἄλλα ὅσα προξενεῖ στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια: Πρτον, κάμνει τὰ ἁμαρτήματα βαρύτερα, ἐπειδὴ οἱ ρίζες τους, τὰ πάθη, προχωροῦν ὅλο καὶ βαθύτερα. Εἶναι φανερὸν γιὰ κάθε σκεπτόμενον ἄνθρωπον αὐτὸ ποὺ λέγω, ὅτι δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία, ὅσον ἀργοπορεῖ στὸν ἄνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αὐξάνει ἡ κακία της. Δεύτερον, ἡ πονηρὰ συνήθεια σμικρύνει τὰ ἔμφυτα ἀγαθά, καὶ τούτη ἡ ζημία δὲν χρειάζεται ἀπόδειξιν σὲ κάποιον ποὺ στοχάζεται τὴν εὐλάβειαν, τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν κάθε ψυχὴ πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ κάποιο θανάσιμον πάθος, ἢ καὶ τὴν κλίσιν ποὺ εἶχε στὸ νὰ ἐλεῆ καὶ νὰ σπλαχνίζεται τοὺς ἄλλους πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, πρὶν νὰ πέση στὶς ἀντίθετες αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἁμαρτίες, ἐὰν τὶς μετρήσης ὕστερα, εὑρίσκεις ὅτι ἐξέπεσαν πολὺ ἀπὸ τὸν πρῶτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει ἡ συνήθεια τὸν ἄνθρωπον εὐάλωτον στὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἀνοίγει δρόμον ἡ μία ἁμαρτία στὴν ἄλλη, τὸ ἕνα βοηθᾶ τὸ ἄλλο. Τέταρτον, μὲ τὸ βάρος ποὺ δίδει στὴν ψυχὴν ἡ συνήθεια, δὲν παρακινεῖ πλέον ὅπως στὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, πολλὲς φορές, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, νὰ ἁμαρτάνη. Πέμπτον ἀποτέλεσμα τῆς συνηθείας εἶναι ἡ ἀπελπισία, καὶ τελευταῖον ἡ αἰώνιος κόλασις. Ὅθεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος παρομοιάζει τὴν κακὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἕναν ὕπνο βαθύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὅταν ξυπνήση ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ περιπατήση, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ, ἐπειδὴ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ὕπνου. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολυκαιρινὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ λέγει: «ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ, καὶ ἐπιστράφητε πρός με, καὶ ἐλεήσω ὑμᾶς, καὶ ἀφήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν». Θέλει νὰ ἐπιστρέψη στὸν Θεόν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήση τὶς ἁμαρτίες, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, ἐμποδιζόμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν. Καὶ ἐὰν καμμίαν φορὰν φαίνεται πὼς ἐπιστρέφει πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ἐπιστροφή του δὲν εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ ἐπίπλαστος. Καὶ καθώς, ὅταν πέση ἡ βροχὴ στὴν γῆ, φαίνονται πὼς βρέχονται καὶ οἱ πέτρες, ἀλλὰ ἀπὸ ἔξω, καὶ ἐὰν τὶς ἰδῆς στὸ ἐσωτερικόν τους εἶναι κατάξηροι καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς βροχῆς, τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ καρδία τους ἐσκληρύνθη ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν. Ἐξωτερικῶς φαίνονται πὼς ἐδέχθησαν τὴν θείαν δρόσον τῆς μετανοίας, ὅθεν πολλὲς φορὲς καὶ ἀναστενάζουν καὶ κλαίουν, ὅμως ἀπὸ μέσα ἡ καρδία τους εἶναι ξηρὰ καὶ ἔρημος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς Θείας μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια δὲν ἐπιτρέπει στὴν δρόσον τοῦ Θείου λόγου νὰ φθάση μέχρι τὰ ἐνδότερα μέρη τῆς ψυχῆς.

ΣYNEXIZETAI: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου2/

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ. («φιλήκοοι καὶ φιλοθεάμονες, ὄχι ὅμως καὶ φιλάρετοι»)

 γιος Γρηγόριος  Παλαμς κα  Παραλυτικς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 55-58

 «καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες,
αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων…»

(Μάρκ. β´ 3)

.        Τὴν Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἡ Ἐκκλησία καθώρισε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, σὰν συνέχεια τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Πράγματι σήμερα ἀκούσαμε τὸν ἀπόηχο τῆς προηγούμενης Κυριακῆς, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἄξιο τέκνο τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συνετέλεσε στὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ μία δύσκολη ἐποχή.

.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μεγάλος ἡσυχαστής, καὶ ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἐκφράζοντας τὴν ἐμπειρία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, πολέμησε τὸν Ὀρθολογισμὸ τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ διεφύλαξε τὴν Ὀρθόδοξο Πίστιἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ ἀγνωστικισμοῦ καὶ τοῦ πανθεϊσμοῦ, ἀναπτύσσοντας τὴν θεμελιώδη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, γύρω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀδιαιρέτου διαιρέσεως τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐποχή μας, γιατί πολλοὶ ἔχουν προσωπικὴ ἄγνοια τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὴν συγχέουν μὲ τὰ κτίσματα, ἐνῶ ἄλλοι ὁμιλοῦν στοχαστικὰ γιὰ τὰ μεγάλα αὐτὰ θέματα τῆς πίστεως.
.        Τιμῶντας λοιπὸν τὴν μνήμη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας, θὰ παρουσιάσουμε τὴν ἑρμηνεία ποὺ κάνει δύο σημείων τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ περιγράφει τὴν θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ. Εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν ὁμιλία ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος τὴν ἡμέρα αὐτὴ στὸ Ποίμνιό του.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀλάνθαστοι ἑρμηνευταὶ τῶν Γραφῶν

.        Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴν μεγάλη σημασία τῆς πατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία ποκάλυψι δν ταυτίζεται μ τν γία Γραφή. Αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τοὺς Προτεστάντας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέφτουν σὲ πολλὲς αἱρέσεις. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Πεντηκοστὴ εἶναι οἱ ἅγιοι, ἐνῶ ὁ λόγος τῶν ἁγίων εἶναι λόγος περὶ τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔτσι ὅσοι ἔχουν μέσα τους τὴν ἁγιαστικὴ ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν τοὺς ἀποκαλυπτικοὺς λόγους τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ προγενεστέρων τους ἁγίων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀλάνθαστοι ἑρμηνευταὶ τῶν Ἁγίων Γραφῶν, γιατί ἔφθασαν στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ.
.        Ἔτσι ἡ καλύτερη «ἐπιστημονικὴ» προσέγγισι τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι διὰ τῶν ἁγίων. Κάθε ρῆμα τῆς Γραφῆς ἔχει «ἐγκεκρυμμένην ἐν ἑαυτῷ δύναμιν πνευματικήν», τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνεται αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς δὲν εἶναι ὑπόθεσι γραμματικῶν, φιλολογικῶν γνώσεων ἢ ἱστορικῶν μόνον, ἀλλὰ κυρίως θεωρίας Θεοῦ. Ὁ νοῦς τοῦ ἁγίου καθαρίζεται, φωτίζεται καὶ βλέπει καθαρὰ ὅλο τὸ βάθος κάθε ρητοῦ. Κατὰ τὸν ἅγιον Ἰσαὰκ ὅσοι, φωτιζόμενοι ἀπὸ τὴν θεία Χάρι, ὁδηγοῦνται στὴν τελειότητα τῆς ζωῆς, πάντοτε αἰσθάνονται σὰν νὰ προέρχεται μία νοητὴ ἀκτίνα μέσα ἀπὸ τοὺς στίχους τῶν γεγραμμένων καὶ ἡ ὁποία διαχωρίζει μὲ πνευματικὴ γνῶσι τὸ νόημα τῶν ψιλῶν λόγων ἀπὸ τὰ πράγματα τῶν λεγομένων. Γι’ αὐτὸ ἔχει εἰπωθῆ ὅτι καὶ ν κόμη χαθον λα τ βιβλία τς γίας Γραφς κα τ πατερικπάρχουν Πατέρες πο μπορον ν τφο ζω δν χάνεται.
.        Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπὸ μερικοὺς συγχρόνους του κατηγορήθηκε ὡς συντηρητικὸς θεολόγος καὶ ἀπὸ ἄλλους ὡς μοντέρνος. Αὐτὸ συνέβη, γιατί ἔχοντας Ἅγιον Πνεῦμα, ὄντας Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ἑπομένως συγγενὴς κατὰ τὸ πνεῦμα μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους Πατέρας ἐξέφραζε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν συγκεκριμένη ἐποχὴ ποὺ ζοῦσε.
.        Καιρὸς ὅμως νὰ δοῦμε τὰ δύο ἑρμηνευτικὰ σημεῖα τῆς σημερινῆς περικοπῆς ποὺ κάνει ὁ ἅγιος Πατήρ.

Λόγος καὶ πρᾶξι

.        Ὁ Εὐαγγελιστὴς μᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύρος βρισκόταν μέσα σὲ ἕνα σπίτι στὴν Καπερναούμ. Ἀμέσως «συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν τὰ πρὸς τὴν θύραν καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον». Ἑρμηνεύει λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅτι λοι κουγαν τν Χριστόν, λοι μως δν πήκουαν. τσι λοι εμαστε φιλήκοοι κα φιλοθεάμονες, χι μως κα φιλάρετοι. Ὅλοι μας ἐπιθυμοῦμε νὰ μάθουμε τὰ σωτήρια, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι ὄχι μόνον εὐχάριστα ἀκοῦν τὴν ἱερὰ διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ «φιλοκρινοῦσι τοὺς λόγους». Ἡ παρατήρηση αὐτὴ εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Πολλοὶ εἶναι οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀκρόασι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν γνῶσι τοῦ τρόπου τῆς σωτηρίας τους καὶ τὴν γνῶσι διαφόρων θεολογικῶν ἀληθειῶν, ἀλλὰ δὲν ἀγνωνίζονται γιὰ νὰ καρποφορήση μέσα τους ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
.        Στν ποχή μας πάρχει νοοτροπία ν κομε ναλύσεις πατερικν κειμένων κα ν μιλμε θεολογικά, λλ δυσκολευόμαστε συγχρόνως ν τηρήσουμε τν λόγο το Θεο, ν φυλάξουμε τς ντολές. Στὴν πρᾶξι ἀποδεικνυόμαστε ἐντελῶς ἀνίσχυροι νὰ ἀντιμετωπίσουμε μία δύσκολη κατάστασι. Ὁπότε τί σημασία ἔχει νὰ κατέχουμε γνώσεις γύρω ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ ζωή, ἐνῶ στὴν πρᾶξι εἴμαστε πολὺ πτωχοί; Ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι γνῶσι ποκεκομμένη π τν πρᾶξι εναι θεολογία δαιμόνων. Χρειάζεται ἀγώνας γιὰ νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολὲς καὶ ἔτσι νὰ προχωρήσουμε στὴν θεωρία τοῦ Λόγου καὶ ὄχι νὰ στεκόμαστε στὴν ἀκρόασι τοῦ λόγου. Νὰ εἴμαστε φιλάρετοι καὶ ὄχι ἁπλῶς φιλήκοοι καὶ φιλοθεάμονες.

Θεραπεία παραλύτου ψυχῆς

.        Ὁ παραλυτικὸς «αἰρόμενος ὑπὸ τεσσάρων» ἔφθασε στὴν οἰκία, ὅπου δίδασκε ὁ Χριστός. Ἐπειδὴ ὁ κόσμος ἦταν πολὺς τὸν ἀνέβασαν στὴν ὀροφή, «ἀπεστέγασαν τὴν στέγην» καὶ κατέβασαν τὸν παραλυτικὸ μαζὶ μὲ τὸ κρεββάτι μπροστὰ στὸν Χριστό, ποὺ τοῦ χάρισε τὴν ἴασι καὶ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσαρμόζει αὐτὴν τὴν πρᾶξι στὴν θεραπεία τῆς παραλύτου ψυχῆς. Κάθε ἕνας ποὺ πρόσκειται στὶς ἡδονὲς εἶναι παράλυτος στὴν ψυχὴ κείμενος ἐπάνω στὸ κρεββάτι τῆς ἡδυπαθείας καὶ τῆς σαρκικῆς ἀνέσεως. ψυχ εναι παράλυτη, καθηλωμένη σ να σμα πο πηρετε τς δονές. Χρειάζεται παράλυτη ψυχ ν πιστρέψει στν Χριστ γι ν θεραπευθε. Τν βοηθον τέσσερεις παράγοντες ἤτοι « οκεία κατάγνωσις» (αὐτομεμψία), ἡ «ξαγόρευσις τῶν προημαρτημένων» (ἐξομολόγησι), «ἡ πόσχεσις ἀποχῆς τῶν κακῶν» (ὑπόσχεσι γιὰ διόρθωσι) καὶ « δέησις πρὸς Θεὸν» (προσευχή). Ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ ἀποστεγάσουν τὴν στέγη, τὴν ὀροφή. Ὀροφὴ εἶναι τὸ λογιστικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι φορτωμένο ἀπὸ ὑλικά, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν σχέσι πρὸς τὰ γήϊνα καὶ τὰ πάθη καὶ χωρίζουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅταν καθαρισθῆ ὁ λογισμὸς τότε μποροῦμε νὰ ταπεινωθοῦμε, νὰ προσπέσουμε καὶ νὰ προσεγγίσουμε τὸν Χριστό. Ἀμέσως τότε παράλυτος νος κούει τν γλυκυτάτη λέξη «τέκνον» κα λαμβάνει φεση τν μαρτιν. Ἐπίσης λαμβάνει καὶ δύναμι γιὰ νὰ σηκώση τὸ κρεββάτι. Δηλαδὴ ὁ ὑγιὴς νοῦς ἄγει καὶ διευθύνει τὸ σῶμα στὰ ἔργα τῆς μετανοίας καὶ δὲν διευθύνεται ἀπὸ αὐτό, ὅπως γινόταν προηγουμένως. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀνασταίνεται καὶ ζῆ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
.        Αὐτὰ τὰ λίγα μᾶς φανερώνουν ὅτι γιὰ νὰ μελετοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ πρέπει ἀπαραίτητα νὰ ἔχουμε τὴν καθοδήγησι τῶν παλαιῶν καὶ συγχρόνων ἁγίων Πατέρων. Νὰ τὴν διαβάζουμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας. Τότε ἡ ἀνάγνωσι θὰ ἀνάπτει τὸν πόθο γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ θὰ ἀνασταίνεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν νέκρωσί της.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΟ ΚΑΛΟ (Κυρ. Β´ Νηστ.)

.       Ἡ κατάσταση τοῦ παραλύτου τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἦταν περισσότερο ἀπὸ δραματική. Ἦταν ἕνας ἄταφος νεκρός. […] Γιὰ νὰ μετακινηθῆ ἔπρεπε νὰ βρεθοῦν ἄνθρωποι μὲ ἀρετή.  Τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν δὲν τοὺς σταματοῦν μὲ τίποτε.…

,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

Κυριακή ϛ´ Ματθαίου
Ὁμιλία Ἰωάννου πατρ. Κων/πόλεως τοῦ Ξιφιλίνου
εἰς τὸν παραλυτικὸν τῆς Καπερναούμ,
τὸν ὁποῖον κατέβασαν ἀπὸ τὴν στέγη.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελίδες 183-191.

.     Οἱ ψυχὲς ὅσων μιμοῦνται θεοφιλῶς τὴν φιλοπονία καὶ ἐργατικότητα τῶν μελισσῶν, ἑλκύονται ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῶν θείων λόγων καὶ δρέπουν ἀπὸ αὐτοὺς χρήσιμα καὶ ὠφελιμότατα πράγματα, πετώντας ὅπως ἐκεῖνες ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λειμῶνες καὶ συλλέγοντας ἀπὸ ὅλα τὰ ἀμάραντα βότανα καὶ τὰ ἄνθη ὅ,τι χρησιμότερο ὑπάρχει ἐκεῖ. Καὶ ἀπὸ ἄλλους μὲν λόγους συλλέγουν τὸ ἄνθος τῆς σωφροσύνης, ἀπὸ ἄλλους τὸ τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ ἄλλους τὸ τῆς φρονήσεως, ἀπὸ ἄλλους τὸ τῆς ἀνδρείας. Ἀπὸ ἀλλοῦ τὸ ἄνθος τῆς συμπαθείας καὶ τῆς φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ὁμοδούλους. Τὸ τῆς πραότητος καὶ τῆς ἐπιεικείας ἀπὸ ἐδῶ, τὸ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς καρτερίας στὰ δεινὰ ἀπὸ ἐκεῖ.
.   Αὐτοὺς λοιπόν, ἂς μιμούμεθα καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, καὶ ὅταν προσερχόμεθα στὸν θεῖο καὶ περικαλλῆ αὐτὸν λειμώνα, τὴν Ἐκκλησία, ς μ χρησιμοποιομε τν δ προσέλευσή μας σν φορμ γι συζητήσεις μεταξύ μας, λλ ν περιεργαζόμεθα τς θεες Γραφές, ο ποες ναγιγνώσκονται γι τ σωτηρία μας, κα ν ζητομε τ ψυχικ φελος πο πηγάζει π ατές, πιμελς, μ μεγάλη προσοχ κα ξεταστικ διάθεση.
.   Ἡ ὑπόθεση σήμερα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τῷ καιρῶ ἐκείνῳ ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθε εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον».
.   Ἐξέρχεται λοιπὸν ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι τὸν παρεκάλεσαν. Ἐφοβήθησαν οἱ Γεργεσηνοί, ἀφοῦ ἔχασαν τοὺς χοίρους, μὴν πάθουν καὶ καμμίαν ἄλλην ζημία. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦν τὸν Χριστὸν καὶ ζητοῦν νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Ἄλλωστε, δὲν ἤσαν ἄξιοι τῆς Δεσποτικῆς διδασκαλίας. Ὁ δὲ Χριστὸς δὲν ἀντιστάθηκε, ἀλλὰ μὲ ἐπιείκεια καὶ πραότητα ἀνεχώρησε. Διότι ὅπου ὁ βίος εἶναι χοιρώδης καὶ ἀποξενωμένος ἀπὸ τὸ καλό, ὁ Χριστὸς δὲν παραμένει ἐκεῖ. Ἄφησε ὅμως αὐτοὺς ποὺ ἐλευθερώθησαν ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ ἐκείνους ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἀνακηρύττουν οἱ ἴδιοι τὰ θαυμαστὰ γεγονότα. «Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον». Ἐπειδὴ ἐθεωρήθη ἀνίκανος ἡ τέχνη τῶν ἰατρῶν νὰ θεραπεύσει τὴν παράλυση, μετέφεραν τὸν παράλυτο οἱ οἰκεῖοι του πρὸς τὸν ὑψηλὸν ἐπισκέπτη καὶ οὐράνιον ἰατρόν, τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ διαβάζουν ἁπλῶς καὶ ἀνεξετάστως τὶς Θεῖες Γραφές, νομίζουν ὅτι ὁ παράλυτος ποὺ ἀναφέρουν οἱ τέσσερις Εὐαγγελισταὶ εἶναι ἕνας καὶ ὁ αὐτός. Ὁρισμένοι μάλιστα ἐπικρίνουν τοὺς Εὐαγγελιστάς, ὅτι ἀντιμάχονται καὶ διαφωνοῦν μεταξύ τους. Δὲν συμβαίνει ὅμως αὐτό. Μὴ γένοιτο. Διότι μία εἶναι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνήργησε μέσα τους. Ὅπου δὲ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκεῖ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη. Καὶ ὅπου εἰρήνη, φυγαδεύεται ἀπὸ ἐκεῖ κάθε μάχη καὶ ἐναντίωση, καὶ ἐξαφανίζεται κάθε ἀμφιβολία καὶ διαφωνία. Πράγματι, καὶ ὁ τόπος, καὶ ὁ χρόνος καὶ ὁ καιρός, καὶ ἡ ἡμέρα, καὶ ὁ τρόπος τῆς θεραπείας καὶ ὁρισμένα ἄλλα δεικνύουν σὲ ἐκείνους ποὺ κάπως προσέχουν ὅτι ἄλλος εἶναι αὐτὸς ὁ παράλυτος καὶ ἄλλος ὁ ἀναφερόμενος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Εὐαγγελιστὴ καὶ Θεολόγο. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος μὲν θεραπεύεται στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ αὐτὸς στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος κοντὰ στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς σὲ κάποια μικρὴ οἰκία, ὅπως λέγουν ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Μάρκος. Καὶ ἐκεῖνος μὲν ὁ παράλυτος ἔλαβε τὴν ἴαση κατὰ τὴν διάρκεια ἑορτῆς, αὐτὸς ὅμως ὄχι σὲ ἑορτή, ἀλλὰ κάποια ἄλλη ἡμέρα. Ἐκεῖνος ὑπέφερε τριανταοκτὼ ἔτη ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἐνῶ γι’ αὐτὸν τίποτε παρόμοιο δὲν λέγει ὁ Εὐαγγελιστής. Καὶ ἐκεῖνος μὲν ἐθεραπεύθη τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἐνῶ αὐτὸς ἄλλην ἡμέρα. Αὐτὸς μὲν ὁ παράλυτος φέρεται στὸν Χριστὸ βασταζόμενος, ἐνῶ πρὸς ἐκεῖνον ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνος μὲν ὁ παράλυτος δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν βοηθήσει, διότι ἔλεγε, «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», ἐνῶ αὐτὸς εἶχε πολλοὺς γνωστούς. Οἱ ὁποῖοι τὸν σήκωσαν καὶ τὸν μετέφεραν. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς θεραπείας φαίνεται διαφορετικὸς στὸν καθένα. Ἐκείνου μὲν ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ψυχὴ θεράπευσε τὸ σῶμα, διότι ἀφοῦ πρῶτα θεράπευσε τὴν παράλυσή του, τότε εἶπε: «Ἴδε ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε». Δὲν συνέβη ὅμως τὸ ἴδιο καὶ ἐδῶ, ἀλλὰ πρῶτα τοῦ χάρισε τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, λέγοντας: «Ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου», καὶ τότε διόρθωσε τὴν σωματική του παράλυση. Καὶ σὲ αὐτὸν μὲν τὸν παράλυτο οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐσιώπησαν. Στὴν ἄλλη περίπτωση ὅμως ἀντέδρασαν, ἐκδιώκοντας καὶ γογγύζοντας καὶ κατηγορώντας. Ἄλλος λοιπὸν εἶναι ὁ παράλυτος αὐτός, καὶ ἄλλος ἐκεῖνος, ὅπως σαφῶς ἀπεδείχθη ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν.
.      «Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ». Ἔγινε ὄντως δεκτὴ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸν ἰατρὸν καὶ Σωτήρα μας ἡ πίστις ἐκείνων ποὺ ἔφεραν τὸν παράλυτο, ἐπειδὴ εἶναι γνώστης τῶν καρδιῶν. Λέγουν δὲ ὁρισμένοι ὅτι ὁ Κύριος εἶδε τὴν πίστη ὄχι τοῦ παραλύτου ἀλλὰ τῶν μεταφορέων του. Πράγματι, μερικὲς φορὲς θεραπεύονται κάποιοι ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ἄλλων, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ βάπτισμα ποὺ δίδεται στὰ παιδιά. Διότι ἐκεῖ ἐνεργεῖ ἡ πίστις τῶν γονέων ποὺ τὰ προσφέρουν. Ὅπως ἐπίσης ἔγινε καὶ μὲ τὴν Χαναναία. Ἐπειδὴ ἐπίστευσε αὐτή, ἐθεραπεύθη ἡ θυγατέρα της. Καὶ μὲ τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου ἀνέστη ὁ δοῦλος του. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, λοιπόν, λέγουν ὅτι ἐθεραπεύθη καὶ ἐδῶ ὁ παράλυτος, ἀπὸ τὴν πίστη αὐτῶν ποὺ τὸν πῆγαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ὄχι, δὲν συνέβη τὸ ἴδιο. Διότι λέγει: «Ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν», ὄχι μόνον τῶν μεταφορέων, ἀλλὰ καὶ τοῦ παραλύτου. Διότι δὲν σώζεται κάποιος μὲ τὴν πίστη ἄλλου, ἐκτὸς ἂν εὑρίσκεται σὲ πολὺ πρώιμη ἡλικία, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ παιδιά, ὅπως εἴπαμε, ἢ σὲ μία πολὺ προχωρημένη ἀσθένεια, ὅταν οἱ προσβεβλημένοι ἀπὸ αὐτὴν δὲν ἔχουν πλέον ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον, καὶ γι’ αὐτὸ ἀδυνατοῦν νὰ πιστεύσουν, ὅπως συνέβη μὲ τὴν θυγατέρα τῆς Χαναναίας. «Ἡ θυγάτηρ μου», ἔλεγε ἐκείνη, «κακῶς δαιμονίζεται», καὶ «πολλάκις μὲν πίπτει εἰς τὸ ὕδωρ, πολλάκις δὲ εἰς τὸ πῦρ».
.    Ἡ δαιμονιζομένη λοιπόν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἔχει τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ της, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πιστεύσει; Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο. Ὁ δοῦλος του εὑρίσκετο στὴν οἰκία κατάκοιτος, καὶ οὔτε κἂν ἐγνώριζε ποῖος ἐπὶ τέλους ἦταν ὁ Χριστός. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐπίστευε σὲ κάποιον ποὺ ἀγνοοῦσε; Σὲ τέτοιες λοιπὸν περιπτώσεις σώζεται κάποιος μὲ τὴν πίστη ἄλλου, ἐδῶ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὁ παράλυτος ἐπίστευσε ἀδιστάκτως, καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ πολλά.
.    Ἡ πίστη τοῦ παραλύτου φανερώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι, ταν τν πγαν στν Χριστό, κα το επε: «Τέκνον, φέωνταί σοι α μαρτίαι σου», δν γανάκτησε, δν δυσανασχέτησε καθόλου, δν επε πρς τν γαθ ατρό: «τί εναι ατό, Κύριε, π λλο πάθος λθα γ ν θεραπευθ, κα σ λλο θεραπεύεις. Ατ εναι πεκφυγ κα πρόφαση κα νδειξη δυναμίας, τν ποία προσπαθες ν ποκρύψεις μ ατ τν τρόπο. Συγχωρες μαρτίες πο δν φαίνονται;» Τίποτε παρόμοιο δν επε μως, οτε σκέφθηκε, λλ νέμενε πιστεύοντας τι συμπάθεια το γαθο ατρο θ τν θεραπεύσει κα λα θ τ διορθώσει. Δεικνύοντας ὁ Κύριος ὅτι ἡ πίστις εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀφανίζει τὴν ἁμαρτία, εἶπε στὸν παράλυτο: «Θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».
.    Ὅπως βλέπουμε, δν προχωρε μέσως Δεσπότης στν αση τς παραλύσεως, λλ θεραπεύει πρτα ατ πο δν φαίνεται, τν ψυχ δηλαδή, συγχωρώντας του τ μαρτήματα, πράγμα πο τν μν παράλυτον σωζε, ν στν Κύριο δν προξενοσε πολλν δόξαν. Διότι δὲν ἤθελε νὰ κάμει κάτι γιὰ ἐπίδειξη καὶ ἀνθρωπαρέσκεια. Καὶ πρτα μν συγχωρε στν ρρωστο τς μαρτίες του, μετ δ τὴν συγχώρηση θεραπεύει τ σμα, διδάσκοντας τσι τι τ περισσότερα νοσήματα προξενονται π τς μαρτίες κα πρέπει πρτα ν θεραπευθε τ ατιο.
.   Ὁ Χριστὸς λοιπὸν κόπτει πρτα τὴν ρίζα το σωματικο πάθους, δηλαδ τν μαρτία. Καὶ λέγοντας: «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ἐξυψώνει καὶ τὸ φρόνημα τοῦ παραλύτου καὶ διεγείρει τὴν καταβεβλημένη του ψυχή. Διότι ὁ λόγος ἔγινε ἔργο, καὶ εἰσερχόμενος στὴν συνείδησή του ἄγγιξε τὴν ἴδια τὴν ψυχή του καὶ ἐξέβαλε ἀπὸ αὐτὴν κάθε ἴχνος ἀγωνίας.
.     Ἀποστέλλει δὲ ὁ Κύριος τὸν παράλυτο στὸν οἶκο του, ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιὰ νὰ μὴν προξενήσει στὸν ἑαυτό του ἔπαινο μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴν θέα ἐκείνου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ γιὰ νὰ ἔχει αὐτόπτες μάρτυρες τῆς θεραπείας αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ποὺ ὑπῆρξαν καὶ ἀναντίρρητοι μάρτυρες τῆς ἀσθενείας, καὶ ἔτσι νὰ γίνει σ’ αὐτοὺς ἀφορμὴ πίστεως. «Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν, καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις». Ἐθαύμασαν μὲν οἱ ὄχλοι γιὰ τὸ ὅτι ἐθαυματούργησεν ὁ Θεός, ἐνόμιζαν ὅμως ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑπεράνθρωπη ἐξουσία.
.     Καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ποὺ εἴμεθα παράλυτοι καὶ ἔχουμε τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἀνενέργητες, ἔχουμε τὴν δυνατότητα νὰ θεραπευθοῦμε καὶ νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχουμε τὴν προαίρεση καὶ τὴν θέληση. Διότι καὶ τώρα εὑρίσκεται ὁ Χριστὸς στὴν δική του πόλη, τὴν Καπερναούμ, ἐννοῶ στὸν οἶκο τῆς παρακλήσεως (σημείωση: Καπερναοὺμ σημαίνει στὰ ἑβραϊκὰ χωρίον παρακλήσεως, δηλαδὴ παρηγορίας), ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, διότι οἶκος τοῦ Παρακλήτου εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Εἴμεθα δὲ καὶ ἐμεῖς παράλυτοι ψυχικῶς, ἀκίνητοι δηλαδὴ καὶ ἀνενέργητοι πρὸς τὸ καλό. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση μᾶς ἐγείρουν καὶ μᾶς ὁδηγήσουν στὸν Κύριο, τότε θὰ ἀκούσουμε τὴ γλυκιὰ καὶ παντοδύναμη φωνή του νὰ μᾶς λέγει: «Τέκνα, ἀφέωνται ὑμῖν αἱ ἁμαρτίαι». Ἐπειδὴ τότε γινόμεθα υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέψουμε πρὸς Αὐτὸν μὲ καθαρὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση. Τότε ἀκριβῶς θὰ θεραπευθοῦμε καὶ θὰ «ἄρωμεν τὸν κράββατόν μας», δηλαδὴ τὸ σῶμα, καὶ θὰ τὸ κινητοποιήσουμε πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν, τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς.

 ΠΗΓΗ: «Ὀρθόδοξη Πορεία»
(Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς)

, , , ,

Σχολιάστε