Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράκλητον Πνεῦμα

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

.              Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία δὲν «ἱδρύθηκε», ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ ἔγινε Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων, κτισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν Του προϋπῆρχε στὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ (Ἐκκλησία τῶν «πρωτοτόκων», Ἑβρ. ιβ´ 22-23), ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ὁρατοῦ καὶ ὑλικοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει μὲ τὴν δημιουργία τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἀγγέλων.
.           Ὡς θεολογικὴ διευκρίνηση παρατίθεται τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα

Νίκου Ματσούκα,
Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´,
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985,
σελ. 367-368.
Ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.             «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ ἱστορική της πραγμάτωση εἶναι προορισμένη πρὸ καταβολῆς κόσμου. Μετὰ ἀπὸ διαδοχικὲς φάσεις (Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων, Ἐκκλησία τῶν Πρωτοπλάστων, Ἐκκλησία τοῦ περιουσίου Λαοῦ) ἡ ἱστορικὴ πραγμάτωση γίνεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου).
.             Μιὰ νέα φάση τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιφοίτητση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, ὁ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, «ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἠμέραν» αὐτή, «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἐδῶ ἔχουμε τὴν τελειότερη φανέρωση μιᾶς φάσης τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς μὲ τὴν φάση αὐτὴ ἀποσοβεῖται ἡ ἐκθεμελίωση ἢ μᾶλλον ὁ κίνδυνος τῆς ἐκθεμελιώσεως τοῦ κόσμου, μὲ τὴν κατασκευὴ «καινῶν θεμελίων», «καινῆς κτίσεως». Ἡ ἐνσαρκος πολιτεία τοῦ Λόγου ἔχει συντελέσει ἐν τῷ μεταξὺ στὴ στερέωση τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴν τελικὴ εἴσοδο στὴ δόξα τῆς θείας βασιλείας. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν φανέρωση τούτης τῆς δόξας καὶ τὴν τρανότερη ἐλπίδα, καὶ ὁ ἱστορικὸς καὶ οἰκουμενικὸς παράγοντας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πῆρε θεμελιακὲς καὶ εὐρύτερες διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου σημαδεύει πιὰ τὸ κέντρο τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας, καὶ τὸ μήνυμα τῆς οἰκουμενικότητας, ἀκόμα καὶ τῆς ἴδιας τῆς συμπαντικότητας, γίνεται περισσότερο ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο. Ὁ ἑνοποιητικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Παρακλήτου στὴν προκειμένη περίπτωση παίρνει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὶς καθολικὲς διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κηρύττει πιὰ ἔντονα καὶ ἀνοιχτὰ τοῦτο τὸν ἑνοποιητικὸ ρόλο, ὅπως ἀκριβῶς ἐπισημαίνει τὸ στόμα τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ».

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ καὶ ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ

ΠΝΟΗ ΑΓ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

, ,

Σχολιάστε

«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»

«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»

ΛΑΜΠΡΟΣ  ΣΚΟΝΤΖΟΣ
Θεολόγος – Καθηγητής 

.         Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει λαμπρά, φέρνει στὴ σκέψη ὅλων ἡμῶν τῶν πιστῶν τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητας, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸν Παράκλητο κι αὐτὸ διότι, τὸ Θεῖο Αὐτὸ Πρόσωπο εἶναι ὁ πρωτοστάτης αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Ἡ κάθοδός Του στὸν κόσμο τὴν εὐλογημένη ἐκείνη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. β´ 1) σήμανε μία νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν πορεία τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.         Γιὰ τὸν πολὺ κόσμο καὶ  δυστυχῶς καὶ γιὰ πολλοὺς πιστοὺς ὁ Κύριος καὶ Θεός μας Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁ «μεγάλος ἄγνωστος» καὶ λίαν δυσχερὴς ἡ κατανόησή Του. Δὲν εἶναι ἄμοιρη εὐθυνῶν, βεβαίως, ἡ δυτικῆς ἐμπνεύσεως εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν Θεὸ Παράκλητο μὲ τὴν ἀπαράδεκτη πτηνομορφικὴ παράσταση, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται Αὐτός, ἀπὸ τοὺς μὴ ἔχοντας θεολογικὴ παιδεία καὶ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, ὡς θεῖον Πρόσωπο, ἀλλὰ ὡς μία ἁπλὴ συμβολικὴ παράσταση κάποιας ἀφηρημένης δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ εἶναι ἀνάγκη, ἡ ἐν λόγῳ εἰκονικὴ παράσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξο λατρεία καὶ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν συμβολικὴ παράσταση τῶν τριῶν ἀγγελικῶν μορφῶν, τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια ὀρθόδοξη εἰκονογράφηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.         Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι κάποια ἀπρόσωπη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅπως βλάσφημα δίδασκαν καὶ διδάσκουν οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πνευματομάχοι αἱρετικοί. Εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Θεὸς ἀληθινός, διότι μετέχει τῆς θείας οὐσίας ἰσότιμα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Εἶναι ἐπίσης πρόσωπο ἀληθινό, προσωπικότητα ἐνσυνείδητη, ἔχοντας τὴ δική Του ὑποστατικὴ ἰδιότητα, ἡ ὁποία Τὸν καθιστᾶ ξεχωριστὴ καὶ μοναδικὴ προσωπικότητα, χωρὶς νὰ συγχέεται μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Θεότητος. Σύμφωνα μὲ τὴν βιβλικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία κατανοήθηκε ὀρθῶς μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸ προσωπικὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ Κυρίου Παρακλήτου, τὸν Ὁποῖο τὸν καθιστᾶ μοναδικό, εἶναι ἡ ἀΐδια ἐκπόρευσή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα.
.         Ἡ αἱρετικὴ προσθήκη ἀπὸ τὴν παπικὴ ἑτεροδοξία τῆς βλάσφημης διδασκαλίας τῆς «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεώς» Του (Filioque), ἀποτελεῖ σοβαρὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν βιβλικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας καὶ ἀνατροπὴ τῆς χριστιανικῆς πίστεως περὶ ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων τῶν Θείων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ φράγκικη αὐτὴ σοβαρὴ κακοδοξία, ἡ ὁποία ἐνσωματώθηκε αὐθαίρετα στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ 1019, ἀπὸ τὴν παπικὴ ἐκκλησία καὶ ἔγινε πίστη της, ἀποτελεῖ τὴν κυριότερη αἰτία τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καὶ τὸ σοβαρότερο σημεῖο τριβῆς τῶν σχέσεων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ παπισμοῦ. Δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς οἱ Δυτικοὶ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους μᾶς θεωροῦν αἱρετικούς, διότι ἀπορρίπτουμε τὴν διδασκαλία τοῦ Filioque!
.            Οἱ μετὰ τὸ σχίσμα Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ προεξάρχοντες τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, τὸν Ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικό, τὸν Γεώργιο Σχολάριο καὶ ἄλλους πολλούς, ἔδωσαν τιτάνιους ἀγῶνες κατὰ αὐτῆς τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας, διότι θεωρήθηκε ὡς μία ἀκόμα σοβαρὴ τριαδολογικὴ κακοδοξία, ἡ ὁποία βεβηλώνει (τὸ σχετικῶς ἀποκεκαλυμμένο) μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐπιγραμματικὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ αἱρετικὴ πίστη τοῦ Filioque καταργεῖ τὴν μοναρχία τῆς Θεότητος καὶ δημιουργεῖ δύο ἀρχὲς στὴν Ἁγία Τριάδα. Συγχέει τὸ προσωπικὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ Πατρός, περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος, μὲ αὐτὸ τοῦ Υἱοῦ καὶ ὑποβιβάζει τὴν θέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς πρὸς τὴν ἰσότιμη ὕπαρξή Του στὴ Θεότητα, ὡς δῆθεν πρόσωπο ὑπηρετοῦντος τὴν θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ κακοδοξία αὐτή, ἡ ὁποία δυστυχῶς συντηρεῖται ἐπιδεικτικὰ ἀπὸ τοὺς παπικούς, ἔχει τεράστιες σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις στὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἀποτελεῖ τὸ σημαντικότερο ἐμπόδιο ἐπαναπροσέγγισης Ὀρθοδοξίας καὶ δυτικῶν ἑτεροδόξων.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν πάντοτε παρόν, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο Θεῖα Πρόσωπα τῆς Τριάδος, στὴν διαδικασία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπεργασία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. «Πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην» (Σοφ.Σολ. α´7). Εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ιη´ 28), τὸ Ὁποῖο ἐπισκιάζει, διαπερνᾶ καὶ ζωογονεῖ τὰ πάντα. Τακτοποιεῖ καὶ ὡραιοποιεῖ τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. «Ἑξαποστελεῖς τὸ πνεῦμα σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» ἀναφωνεῖ ὁ ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ργ´ 30). Τὸ «Πνεῦμα τοῦ Κυρίου» (Πράξ. ε´ 9) μεταμορφώνει ἀνθρώπινες προσωπικότητες τῆς προχριστιανικῆς ἀρχαιότητος, ὥστε νὰ γίνουν ὄργανα τῆς θείας βουλήσεως γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅπως οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν οἱ διαμηνυτὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο (Πράξ. κη´ 25, Ἑβρ. α´ 1).
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔγινε τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ. α´ 35) ἀνήγγειλε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὴν Θεοτόκο τὴ στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ Της καὶ «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ (τῇ Παρθένῳ) γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου» (Ματθ. α´ 20) διαβεβαίωσε ὁ ἄγγελος Κυρίου στὸν Ἰωσήφ. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀναπαύεται στὸ Χριστὸ (Ἡσ. ξα´ 1), παρίσταται στὴν Βάπτισή Του γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς μεσσιανικῆς Του ἰδιότητος (Ματθ. γ´15).  Τὸν στηρίζει ὡς ἄνθρωπο στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου (Ματθ. δ´ 1). Μέσῳ τοῦ Πνεύματος τοῦ Κυρίου εὐαγγελίζεται τοὺς πτωχούς, ἰατρεύει τοὺς ἀσθενεῖς, κηρύσσει τὴν ἐλευθερία στοὺς αἰχμαλώτους καὶ δίνει τὴν ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν (Λουκ. δ´ 18). «Ἐν Πνεύματι Θεοῦ» διώχνει τὰ δαιμόνια (Ματθ. ιβ´ 28). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ σύνδεσμός Του μὲ τὸν Πατέρα (Λουκ. ι´ 21).
.             Ὁ Παράκλητος, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», θὰ γίνει ὁ συνεχιστὴς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ «εἰς τὸν αἰώνα» (Ἰωάν. ιδ´15). Αὐτὸς θὰ πάρει τὴ θέση Του στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, «ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν (τὸν Παράκλητον) πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν.ιϛ´ 7,13) διαβεβαίωσε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητές Του, λίγο πρὶν τὸ ἑκούσιο πάθος Του. Σὲ ἐρώτηση τῶν μαθητῶν πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του: «Κύριε ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;», τοὺς ἀπάντησε πὼς «οὐχ ὑμῶν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἴδιᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α´ 6-8). Μὲ τὴν ἔμμεση αὐτὴ ἀπάντησή Του ὁ Κύριος δήλωνε πὼς ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μίας νέας ἐποχῆς, τῆς ἐσχατολογικῆς, ἡ ὁποία θὰ περατωθεῖ μὲ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
.             Ἡ εὐλογημένη ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιήθηκε τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα. Πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα κατῆλθε στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ» συνηγμένοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι (Πράξ. β´1). Ὁ ἐρχομός Του ἦταν κάτι σὰν «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας» καὶ ἡ ὁρατὴ παρουσία Του ἦταν ὡς «γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός», τὸ Ὁποῖον «ἐκάθισέ τε ἐφ᾽ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν (τῶν μαθητῶν)» (Πράξ. β´ 3-4). Σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο συγγραφέα τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τὸ «Εὐαγγέλιον τοῦ Πνεύματος», ὅπως ἀποκαλεῖται αὐτό, μεταμόρφωσε κυριολεκτικὰ τοὺς ἀγράμματους μαθητὲς σὲ νέες δυναμικὲς προσωπικότητες, μὲ πρῶτο ὁρατὸ σημεῖο τὸ φαινόμενο τοῦ «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» (Πράξ. β´ 4), ἐκπληρώνοντας τὴν θαυμαστὴ προφητεία τοῦ Ἰωήλ, πὼς στοὺς ἐσχάτους καιροὺς θὰ γίνει ἡ ἔκχυσις τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐπὶ πᾶσαν σάρκα» σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὑπερνικώντας τὸ ἐμπόδιο τῆς γλωσσικῆς καὶ ὁποιασδήποτε ἄλλης διαφορᾶς (Ἰωήλ, γ´1).  Ἕτερο ἁπτὸ φαινόμενο τῆς προσωπικῆς μεταμορφώσεως τῶν Ἀποστόλων ὑπῆρξε ἡ θαρραλέα ὁμιλία τοῦ Πέτρου πρὸς τοὺς ἐκστατικούς, μπροστὰ στὸ παράδοξο φαινόμενο, ὄχλους τῆς Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. β´14-36). Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν συγκλονιστικό. Ὁ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ λόγος τοῦ κορυφαίου ἀποστόλου «κατενύγησε τὴν καρδίαν» τῶν ὄχλων (Πράξ. β´ 37) μὲ ἀποτέλεσμα εὐθὺς ἀμέσως νὰ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους: «τί ποιήσομεν ἄνδρες ἀδελφοί;». Ὁ Πέτρος τοὺς προέτρεψε: «μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐκεῖνοι «ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι» (Πράξ. β 37-41). Ἔτσι γεννήθηκε τὸ ὁρατὸ ἐπὶ γῆς στρατευόμενο μέρος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁγία Πεντηκοστὴ θεωρεῖται ὡς ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας!
.            Ἡ  Ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν βιβλικὴ θεολογία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ Αὐτὸς ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος (Ἐφεσ. ε´ 23) Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ σώματος. Ὅπως στὸ φυσικὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἡ ψυχὴ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα, τὸ ἴδιο καὶ ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου ζωοποιεῖ τὴν Ἐκκλησία, κάνει τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα εὔρωστο, δυνατὸ καὶ ἀθάνατο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ μέλη τοῦ σώματος, οἱ πιστοὶ (Α´Κορ.ιβ´ 12), ζοῦμε, μέσα στὴν Ἐκκλησία, χάρις στὸ ἐνοικοῦν σὲ Αὐτὴ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὄντως ζωή. Μέσα σὲ αὐτὴ ὑπάρχουμε, τρεφόμαστε μὲ οὐράνια τροφή, κεχαριτωνόμαστε, ἁγιαζόμαστε, σωζόμαστε καὶ θεωνόμαστε. «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἠμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. ε´ 5) διακηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
.             Ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τονίζει ἐπίσης κατηγορηματικὰ πὼς «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´Κορ. ιβ´ 3). Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς Παράκλητος εἶναι πλέον ὁ κύριος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κόσμου, μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς μᾶς κάνει γνωστὸ τὸν Λυτρωτή μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἐνεργοποιεῖ τὸ σωτήριο ἔργο Του σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ. Κατὰ συνέπεια, ὄχι μόνο ἡ ἄρνηση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄρνηση τῆς συμμετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ λυτρωτικὴ διαδικασία τοῦ κόσμου, ἀποτελεῖ πρωταρχικὴ αἰτία ἀπώλειας τῆς σωτηρίας πολλῶν.
.             Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο ἐκδηλώνεται ποικιλότροπα, μὲ «διαιρέσεις χαρισμάτων», μὲ «διαιρέσεις διακονιῶν», μὲ «διαιρέσεις ἐνεργημάτων» (Α´ Κορ. ιβ´ 4-6), μὲ καρποφορία πνευματικῶν καρπῶν (Γαλ. ε´ 22). Κάθε ἀγαθὸ καὶ δωρεὰ ποὺ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους εἶναι προϊὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σὲ κάθε ἄνθρωπο «δίδεται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον» αὐτοῦ (Α´Κορ. ιβ´ 7)
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μοιράζει χαρίσματα στοὺς πιστούς, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα γιὰ τὴ σωτηρία τὴ δική τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ σωστικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄλλον «δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ προφητεία, ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων, ετέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν. Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται» (Α´ Κορ. ιβ´ 8-11).
.             Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιράζει διακονίες στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν γιὰ νὰ διακονοῦν καθολικὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ζεῖ ὁ πιστὸς ἀποκλειστικὰ μέσα στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ «σκύβαλα» τοῦ κόσμου (Φιλιπ. γ´ 8). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει γιὰ νὰ μεταλλάσσει ὁλοκληρωτικὰ καὶ καθολικὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς σὲ νέα ἀναγεννημένη καὶ χαριτωμένη ὕπαρξη. Πρῶτ᾽ ἀπ᾽ ὅλα τὸ «Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ» (Πραξ. κ´ 28). Ἀκολούθως ὅρισε «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Α´Κορ. ιβ´ 28). Ἐπίσης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 11-12).
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καρποφορεῖ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ὑπέροχους καὶ σπανίους πνευματικοὺς καρπούς, ὡς ἀποτέλεσμα ἐπίπονης καλλιέργειας. Ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος ἀφοῦ ἀναφέρει τὰ βδελυρὰ ἔργα τῆς σαρκός, τὰ ὁποῖα εἶναι οἱ καρποὶ τῆς ἁμαρτίας, παραθέτει στὴ συνέχεια τοῦ καρποὺς τοῦ Πνεύματος, οἱ ὁποῖοι εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε´ 22-23). Οἱ καρποὶ τῆς σαρκὸς καταδεικνύουν τὸν ἄνθρωπο τῆς πτώσεως, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς, οἱ δὲ καρποὶ τοῦ Πνεύματος φανερώνουν, «ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε´14), τὸν ἀναγεννημένο ἐν Χριστῷ ἄνθρωπο τῆς χάριτος καὶ τῆς σωτηρίας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς εἶχε πεῖ πὼς «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. ιβ´33), ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς ἀναγεννημένος ἄνθρωπος ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι στολισμένος.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνεχίζει τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας μετὰ τὴν εἰς Οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Αὐτὸς διαχέει τὶς ἄκτιστες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς τελετουργὸς τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ πιστοὶ ἁγιαζόμαστε καὶ σωζόμαστε. Αὐτὸς καθιστᾶ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας κεχαριτωμένα ὄργανά Του, γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ σωστικοῦ ἔργου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ἐμπνέει πνεύματα προφητείας καὶ σοφίας. Αὐτὸς διαφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ὀργάνων τῆς πλάνης καὶ τοῦ ψεύδους (Ἰωάν.ιϛ´13). Αὐτὸς μοιράζει χαρίσματα στοὺς πιστοὺς (Α´Κορ.ιβ´ 4) καὶ πραγματοποιεῖ τὴν υἱοθεσία μας στὸν Θεὸ (Γαλ. δ´ 6). Αὐτὸς συγκροτεῖ ὅλον τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας (Λουκ. κδ´ 49).
.             Ἡ παρουσία λοιπὸν τοῦ Κυρίου μας Παρακλήτου στὴν Ἐκκλησία εἶναι τόσο σημαντικὴ ὥστε «Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία», τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (Ε.Π.50,459). Χάρις στὴν παρουσία Ἐκείνου βιώνουμε τὸ μυστήριο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ γευόμαστε τὶς ἀκένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν». Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ κλείνουμε γόνυ λατρείας καὶ προσκυνήσεως πρὸς Αὐτὸν καὶ νὰ Τοῦ ζητήσουμε ἔτι φωτισμὸ γνώσεως καὶ ψυχοσωματικὴ κάθαρση ἀπὸ κάθε ρύπο ἁμαρτίας.

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Πεντηκοστῆς)

, ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

  • Ἐπειδὴ μὲ τὸ «λέγε-λέγε» κινδυνεύει πλέον ἡ διανοητικὴ εὐστάθεια τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὰ ἁπλᾶ καὶ αὐτονόητα κοντεύουν νὰ γίνουν σύνθετα καὶ δυσνόητα (ἀκόμη καὶ …«ἀδιανόητα») φανερώνονται καὶ φωνὲς εὔτολμες ποὺ σκορπίζουν καὶ διαλύουν τὴν κατευθυνομένη ἐκκλησιολογικὴ-ὁμολογιακὴ  αἰθαλομίχλη.

(…) Στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν Ἐκκλησίαν». Ἀπό τήν διατύπωση αὐτή τοῦ Συμβόλου προκύπτει ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας. Στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ’ αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς δογματική ἀλήθεια ἐκφράζει τόσο τήν αὐτοσυνειδησία της ὅσο καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες, ἀλλά οὔτε μητέρες, ἀδελφές, θυγατέρες καί ἐγγονές ἐκκλησίες. Ἡ ΜΙΑ καί μόνη –ἀδιαίρετη πάντοτε– Ἐκκλησία γεννᾶ μυστηριακῶς «δι’ ὕδατος καί Πνεύματος» τά μέλη της, δέν γεννᾶ ἄλλες ἐκκλησίες. Οἱ κατά τόπους (Ὀρθόδοξες) Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν φανέρωση ἐν τόπῳ καί χρόνῳ τῆς ΜΙΑΣ καί μόνης Ἐκκλησίας (βλ. ἐνδεικτικῶς, Α΄ Κορ. 1,2). Οὔτε βέβαια μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι ταυτόχρονα ΜΙΑ καί διηρημένη. Γιατί ἡ διαίρεση σημαίνει κατάτμηση ἑνός ὅλου σέ δύο ἤ περισσότερα μέρη (βλ. Λεξικό, Γ. Μπαμπινιώτη). Κατά συνέπεια, ἡ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς διηρημένης, σήμερα, ἀντίκειται σαφῶς στή ρητή διατύπωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως (…)

Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ,
καθηγ. Θεολ. Σχολῆς Πανεπ. Θεσσαλονίκης
(Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Μητρ. Μεσσηνίας μὲ Κοινοποίηση πρὸς τὸν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, τὴν Διαρκῆ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
καὶ τὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
)

, , , ,

Σχολιάστε