Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράκληση

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ποὺ μᾶς ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ στὴν ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Οἱ εὐεργεσίες ποὺ μᾶς παρέχουν
οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, τῆς μεγάλης μας μητέρας, τῆς ἄγρυπνης μεσίτριάς μας πρὸς τὸν γλυκύτατο Υἱό της καὶ Θεό μας, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴν Πρωταυγουστιὰ μέχρι τὸν Δεκαπενταύγουστο κάθε ἀπόγευμα ἐναλλὰξ ψάλλουμε τὸν Μικρὸ καὶ τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα μὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ μὲ μοναδικὴ προσέλευση πιστῶν. Οἱ Παρακλητικοὶ αὐτοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὶς προσφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Μικρὴ Παράκληση εἶναι σύνθεση ἀνωνύμου μοναχοῦ, ἴσως τοῦ Θεοστηρίκτου, ἴσως τοῦ Θεοφάνους. Πιθανὸν νὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου προσώπου μετονομασθένος κατὰ τὴν μοναχικὴ κουρά. Ἡ Μεγάλη Παράκληση ἀποτελεῖ ποίημα τοῦ Δούκα Θεοδώρου τοῦ Β΄ τοῦ Λασκάρεως, Βασιλέως τῆς Νικαίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό, μᾶς συγκινεῖ ἀφάνταστα, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς προτρέπει σὲ καθε δυσκολία τῆς ζωῆς μας νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγιά μας, γιὰ νὰ βρίσκουμε κοντά της παρηγοριὰ καὶ νὰ παίρνουμε δύναμη γιὰ τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις αὐτές. Εὐεργεσίες πνευματικὲς καὶ σωματικές. Διατηρούμαστε σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ προσπαθοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἰδίως αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου ὅλοι κάνουμε διακοπές, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν κάνει καὶ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, ἔχει τὴν φαρέτρα του γεμάτη γιὰ νὰ μᾶς τρώσει μὲ τὰ φαρμακερά του βέλη, καὶ νὰ μᾶς θανατώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παρακαλοῦμε τὴν Παναγιά μας μόνο γιὰ σωματικὴ ρώμη καὶ ὑγεία, ἀλλά, καὶ τὸ κυριότερο γιὰ ἀποφυγὴ πειρασμῶν, πτώσεων πνευματικῶν καὶ γιὰ ὑπόδειξη τοῦ δρόμου ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν σωτηρία. Καὶ ἡ παράκληση δὲν μένει χωρὶς εὐχαριστία. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18) μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἀχαριστία τὴν μισεῖ καὶ ὁ Θεός. Αὐτὴ μᾶς πληγώνει, ὅπως πλήγωσε καὶ τὸν θεραπευτὴ Κύριό μας ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε, γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ΄ 17).
.           Σὲ ἕνα ὄμορφο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος ψάλλουμε: «Τί σοὶ δῶρον προσάξω, τῆς εὐχαριστίας ἀνθ᾽ ὧνπερ ἀπήλαυσα, τῶν σῶν δωρημάτων, καί τῆς σῆς ἀμέτρητου χρηστότητος; Τοιγαροῦν δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, σοῦ τὴν ἄμετρον πρός με συμπάθειαν».
.           Ποιό δῶρο μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω, Παναγία μου, τῆς φωνάζει ὁ καθένας μας, ὡς εὐχαριστία γιὰ ἐκεῖνα ποὺ μοῦ χαρίζεις καθημερινὰ καὶ ἀπολαμβάνω, τόσο γιὰ τὰ δωρήματά σου πρὸς τὴν ἀναξιότητά μου ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἠθικότητά σου, ἡ ὁποία εἶναι πυξίδα στὴν ζωή μου, καὶ μὲ τὴν ὁποία γίνεσαι πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα ζωῆς; Γι’ αὐτὸ δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω τὴν ἀπερίγραπτη πρὸς ἐμένα συμπάθειά σου.
Ὁ ἑνικὸς δὲν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ προσωπικὴ ἱκεσία, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπειδὴ ἡ παράκληση βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε χριστιανοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικὴ παράκληση τοῦ καθενός μας πρὸς τὴν μεγάλη μητέρα μας, ἡ ὁποία, ὅπως κάθε μητέρα, ὅσες φορὲς καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσφώνησή μας «μάνα» θὰ συγκινηθεῖ καὶ δὲν θὰ πεῖ «τί μὲ φωνάζεις, βαρέθηκα νὰ σὲ ἀκούω»!
.           Ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα μας, δὲν μᾶς βοηθάει συμφεροντολογικά, ἐνεργεῖ πάντοτε ἀπὸ γνήσια ἀγάπη βλέποντας τὸ συμφέρον μας καὶ προφυλάσσοντάς μας ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ συμφέρον δὲν εἶναι μόνο ὑλικὸ εἶναι καὶ πνευματικό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ περισσότερα τροπάρια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τῆς ὑγείας, τῆς δυνάμεως, τῆς προκοπῆς, τῆς εὐτεκνίας, ζητοῦν πρώτιστα τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Τὸ συμφέρον τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ συμφέρον τὸ δικό μας, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ χειραγωγός μας πρὸς τὴν σωτηρία. Μᾶς βοηθάει ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὅπως ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός της βοηθάει ὅλους βρέχοντας ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἀνατέλλοντας τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45).
.           «Τί σοὶ δῶρον προσάξω», λοιπόν, τῆς λέμε. Δὲν μποροῦμε τίποτα νὰ σοῦ προσφέρουμε, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ καλά, τὶς εὐεργεσίες, ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει καὶ ποὺ μᾶς κάνεις καθημερινά. Τί μποροῦμε νὰ σοῦ προσφέρουμε ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ ὅτι ἤσουν τόσο καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη καὶ ἔφθασες σὲ τέτοιο πνευματικὸ ὕψος, ὥστε νὰ γίνεις ἡ Μητέρα Θεοῦ καὶ νὰ θεώσεις μὲ τὴν προσφορά σου αὐτὴ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τίποτα, ἀφοῦ, ὅπως λέμε καὶ στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας «ἰσαρίθμους τῆ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Κύριε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον». Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὴν Παναγία μας εἶναι νὰ τὴν δοξάζουμε, νὰ τὴν ὑμνολογοῦμε, καὶ νὰ τὴν μεγαλύνουμε.
.           Δὲν ἔχουν τοποθετηθεῖ τυχαία μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰ τὰ ρήματα, δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, οὔτε εἶναι ταυτόσημα. Στὸ τροπάριο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ρῆμα ἀργό, ἀφοῦ κάθε ἕνα ἔχει τὸ νόημά του καὶ δὲν μῆκε ἔτσι, γιὰ νὰ γεμίζει ὁ στίχος.
.           Ἡ ὑποχρέωση τοῦ καθενός μας, τοῦ κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς ἑαυτοῦ καὶ ἀλλήλων, ἡ φώτιση τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὴν κήρυξη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο καὶ νὰ τὴν μεγαλύνει, γι’ αὐτὸ ἔχουμε μετὰ τὸ δοξάζω, τὰ ρήματα ἀνυμνῶ καὶ μεγαλύνω, εἰδάλλως ἂν ὁ ἴδιος δὲν πράττω ὀρθά, τότε μὲ τὰ χείλη μόνο ὑμνῶ καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδιά, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὶς πράξεις καὶ τὴν ζωντανὴ πίστη, ἡ ὁποία φέρνει τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Λέγει ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε΄ 3)· ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἀλλὴ ἡ καρδιά του ἀπέχει μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Ἔτσι, στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει συνέπεια βίου, δὲν ἔχει ὀρθοπραξία γίνεται αἰτία σκανδαλισμοῦ καὶ βλασφημήσεως τοῦ Θεοῦ μας. Δὲν τοῦ λέμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ Προσευχή, «Κύριε, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»; Αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει τὴν μεγάλυνση καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὶς πράξεις μας.
.           Τὸ δοξάζω τοῦ τροπαρίου σημαίνει ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ κάνουμε ἔργο εὐαγγελισμοῦ, καὶ αὐτὸ ξεκινάει πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, καὶ ταυτόχρονα καὶ ἔπειτα συνεχίζει μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἄλλων. Στὴν φράση ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω ἡ λέξη ὑμνολογῶ κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ λέξη μεγαλύνω κάνει λόγο γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ καὶ τὸ κήρυγμα.
.           Ἡ λέξη «τοιγαροῦν» δηλώνει ταπείνωση στὴν Παναγία μας, ὅτι, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σὲ δοξάζω, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ προσφέρω κάτι. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ, ποὺ πρέπει, ποὺ ποθεῖς ὡς δῶρο, Παναγιά μου, εἶναι ὁ ἑαυτός μου.
.           Ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδει ὁ κάθε Χριστιανὸς στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ ἐκείνη μᾶς παρέχει δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ προσωπικὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας μὲ τὴν συνετή, τὴν ἁγία ζωή μας, μὲ τὴν μίμησή της, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐν τέλει στὸν Θεό μας, ὅπως ἡ μίμηση Παύλου ἀπέβαινε στὸν Θεό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. (Α Κορ. ια΄ 1).
.           Πνευματικὰ αἰτήματα ἀπευθύνουμε στὴν Παναγία μας καὶ μὲ τὸ παρακάτω τροπάριο μὲ τὴν ἀ­κρά­δαν­τη βεβαιότητα ὅτι «δὲν θὰ πα­ρί­δῃ τὴν πε­νι­χρὰν δέ­η­σίν μας, τὸν κλαυθ­μὸν καὶ τὰ δά­κρυ­α καὶ τοὺς στεναγμούς μας, ἀλ­λὰ θὰ ἐκπλη­ρώ­σει τὶς αἰ­τή­σεις μας», γιὰ νὰ τὴν δοξάζουμε με­τὰ πό­θου πάν­το­τε.
.           Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἐπίσκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω καὶ δεινῶν συμφορῶν καὶ βλάβης καὶ κινδύνων καὶ πειρασμῶν με λύτρωσαι, ἀμετρήτῳ σου ἐλέει.
.           Ἐδῶ ὁ Χριστιανὸς ἐκζητεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατὶ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τελειωθεῖ, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὸ παραμικρὸ σκουπιδάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὴν μολύνει. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνα μικρὸ ρῆγμα μπορεῖ νὰ βουλιάξει καὶ τὸ μεγαλύτερο καράβι. Ἂν δὲν ἐξαφανισθεῖ καὶ ἡ παραμικρὴ εἰσροὴ σὲ αὐτὸ ὑδάτων ἢ ἡ παραμικρὴ ὕπαρξη ὑδάτων, ποὺ ἐδῶ καταγράφεται μὲ τὴν φράση «κάκωσιν ἣν έχω», ὑδάτων προερχομένων ἀπὸ τὸ πέλαγος τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ναυάγιο, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθει πλήρης τελειότητα στὸν καθένα μας, ἂν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται, δὲν ὑπάρχει φυλακὴ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ ἰδίως ἂν ἡ ὅρασή μας δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ ὁ κοσμικὸς καταρράκτης τὴν ἔχει θολώσει.
.           Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποζητάει νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, τότε ἀπὸ τὴν μία κρατάει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι δεμένος σὰν μὲ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ πόδι, ἡ ὁποία εἶναι καρφωμένη στὴν Γῆ. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ παράκληση, ὥστε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν ἐλεήμονα ὀφθαλμό της, «ἱλέῳ ὄμματί σου», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φώτιση καὶ τὴν πληροφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ δεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ κάκωση ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τὴν κάκωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ὁποία βρισκόμαστε. Ζητάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, ὥστε νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, διότι ἂν ὑπάρχει κάτι στὴν καρδιά μας αὐτὸ γίνεται αἰτία, ὥστε νὰ ὑπάρξουν φοβερὲς συμφορές, νὰ ὑπάρξουν πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς νικήσουν ἂν χαλαρὰ ἀγωνιζόμαστε, ἀφοῦ ὁ Διάβολος ἔχει τὰ κατάλληλα σχέδια γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας, καὶ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ γιὰ τοὺς προχωρημένους.

Ἡ Παναγία καταφυγή μας

.           Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή μας στὶς δυσκολίες, τὸ ἐξιλαστήριό μας. Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ὅλοι μας καταφεύγουμε στὴν χάρη της μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ τὶς ἐπαναλαμβάνουμε ὁλόθερμα τὸ Τροπάριο τοῦ Παρακλητικοῦ της Κανόνος:
.           Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή, ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι, ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν,
ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον.
.           Στὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μας, συναντοῦμε δυὸ μοναδικὲς ὑπερβάσεις. Σ’ αὐτὲς βλέπουμε νὰ ξεπερνῶνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ νὰ λειτουργοῦν οἱ ἔκτακτοι νόμοι τοῦ θαύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκστατικὸς ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεταστάσεώς της γράφει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε». Αὐτὲς οἱ δύο ὑπερβάσεις ἀποτελοῦν καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Παναγίας μας, ἀποτελοῦν τὰ παράδοξα μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε ὁ Θεάνθρωπος Υἱός της τὴν ταπεινὴ καὶ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ.
.           Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας προαναφέραμε τοὺς πρώτους στίχους, συνοψίζονται καὶ οἱ δύο ὑπερβάσεις τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Λέει αὐτὸ:
.           Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ Τόκον παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε,τὴν κληρονομίαν σου,  δηλαδή, Παρθένε ἄχραντε, νικήθηκαν στὸ πρόσωπό σου οἱ φυσικοὶ νόμοι, γι’ αὐτό, ἐσύ, ποὺ μετὰ τὸν τοκετό του παρένειμες παρθένος καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου ζεῖς αἰώνια ἂς σώζεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὴν κληρονομία σου, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος μας.
.           Πῶς ὅμως ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ σώζει μὲ τὶς πρεσβεῖες της τὸ γένος μας; Ἀγαπητοί μου, ὅπως ὑπάρχουν στὰ Μοναστήρια μας ἀκοίμητες κανδῆλες, ἔτσι ὑπάρχει καὶ στὰ διαμερίσματα τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Θεοτόκου μας. Αὐτὴ δὲν κοιμᾶται· εἶναι ἀκοίμητη κανδήλα πρεσβειῶν πρὸς τὸ Μονογενῆ της. Μᾶς τὸ τονίζει ἄλλωστε καὶ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς της: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον». Ἡ Παναγία μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος. Περιμένει νὰ μεταφέρει τὶς ἱκεσίες μας στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας. Καὶ οἱ πρεσβεῖες της ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη προστασία μας.
.           Ἡ Παναγία μας εἶναι τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι μας αἰσθανόμαστε ἀδύνατοι. Προστασία ζητάει τὸ κράτος ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς γελιέται. Προστασία ζητάει ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ κράτος, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς μάταια. Προστασία ζητοῦν οἱ πολίτες ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ὅμως πολλὲς φορὲς μεροληπτοῦν. Προστασία ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ ἀπογοητεύεται. Προστασία ζητᾶμε ὅλοι μας ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ὅμως αὐτὰ ἀκολουθοῦν τὸν αἰώνιο νόμο τους ἀμίληκτα. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νὰ προστατεύσει ὅλους μας καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα, μὲ σιγουριά; Ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας, ἀφοῦ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς αἰσθανόμαστε ἀπροστάτευτοι. Ἀπροστάτευτοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ στὶς ἀρρώστιες μας, στοὺς σεισμούς, στοὺς κυκλῶνες, στοὺς κεραυνούς, στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Κινδυνεύουμε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Μοιάζουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου, ὅπου οἱ σφαῖρες πέφτουν βροχὴ γύρω μας καὶ ἐμεῖς παραμένουμε ἀκάλυπτοι. Θέλουμε κάλυψη, θέλουμε προστασία, θέλουμε σκέπη. Αὐτὴ τὴν κάλυψη μᾶς τὴν προσφέρει ἡ Παναγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ὑμνογράφος τὴν ὀνομάζει «Προστασίαν τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντον». Μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις ἡ Παναγία μας, μᾶς μετασχηματίζει τὸν πόνο σὲ χαρά, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, μᾶς διασφαλίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς σώσει: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων» τῆς λέμε. Μπορεῖ ἡ Παναγία μας νὰ μᾶς λυτρώσει. Ἔχει τὸν τρόπο της νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπάθεια. Ἔχει τὴν δύναμη μὲ τὴν μητρική της παρρησία νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὸ ἔλεός Του τὴν δίκαιη Κρίση Του. Ἄλλωστε «ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β΄ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4 ) εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἂν ἀγωνισθοῦμε νόμιμα καὶ ἀδιάκοπα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας θὰ μᾶς καλύπτει μέχρι ποὺ θὰ βρεθοῦμε κοντά της, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

Ὁ αὐτοκρατορικὸς Παρακλητικὸς Κανόνας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 

 .                 Τὶς μισὲς ἀπὸ τὶς δεκαπέντε ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ψάλλεται ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας. Πρόκειται γιὰ ἐξαιρετικῆς ἔμπνευσης ἐκκλησιαστικὸ ὕμνο τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λασκάρεως, υἱοῦ τοῦ μεγάλου πατέρα του, αὐτοκράτορα Ἁγίου Ἰωάννη Βατάτζη. Ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς θεωρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα λογοτεχνικὰ ἔργα τῆς ὕστερης Βυζαντινῆς περιόδου καὶ εἶναι γραμμένο σὲ πρῶτο ἑνικὸ πρόσωπο, κάτι ὄχι σύνηθες.
.                 Ὁ αὐτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρης ἀνῆλθε στὸν θρόνο τῆς Νικαίας τὸ 1254, σὲ ἡλικία 32 ἐτῶν καὶ ἀπεβίωσε τέσσερα χρόνια μετά. Ἡ αἰτία τοῦ θανάτου του δὲν ἔχει ἀπολύτως ἐξακριβωθεῖ. Λέγεται ὅτι ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια, ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸν τάφο, ὅμως δὲν ἦσαν λίγοι ὅσοι ἐπιδίωξαν τὸν θάνατό του, μεταξὺ τῶν ὁποίων πιθανολογεῖται ὅτι ἦταν καὶ ὁ Μιχαὴλ Παλαιολόγος. Ὁ ἱδρυτὴς τῆς δυναστείας τῶν Παλαιολόγων, γιὰ νὰ καταλάβει τὸν θρόνο, ἐτύφλωσε τὸν ἀνήλικο υἱὸ τοῦ Θεοδώρου, Ἰωάννη Δ΄ Λάσκαρη (1250-1305), ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του ὡς μοναχός. Σημειώνεται πὼς πρὶν τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ Ἰωάννη τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ υἱός του Μιχαὴλ Ἀνδρόνικος Παλαιολόγος καὶ τοῦ ζήτησε ταπεινὰ συγγνώμην γιὰ τὴν ἐνέργεια τοῦ πατέρα του. Ὁ Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρης  στὰ λίγα χρόνια της βασιλείας του, ὅπως γράφει ὁ μέγας βυζαντινολόγος Κρουμβάχερ, «δὲν ἀπομακρύνθηκε τῶν λαμπρῶν τοῦ πατρὸς του παραδόσεων εἰς τὴν διοίκηση τοῦ κράτους, ἰδίως δὲ ἀπέκτησε ἀνθηρὰ οἰκονομικὰ χωρὶς καταπιεστικὴ φορολογία, παράλληλα δὲ ἦταν φίλος τῆς Παιδείας. Ἂν καὶ φιλάσθενος, ἦταν ἐξαίρετος στρατιώτης».
.                 Μέσα σὲ μύριες δυσκολίες καὶ ὑπονομεύσεις στὸ ἐσωτερικὸ καὶ στὸ ἐξωτερικὸ τῆς αὐτοκρατορίας ὁ Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρης πέτυχε νὰ διατηρήσει ἰσχυρὴ τὴν σὲ ἐξορία Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Παράλληλα σπούδασε  μὲ πάθος τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς -φιλολογία, μαθηματικά, φυσικὴ καὶ φιλοσοφία-  κοντὰ στοὺς Νικηφόρο Βλεμμύδη καὶ Γεώργιο Ἀκροπολίτη καὶ συνέλεξε βιβλία πού, κατὰ τὸν Κων. Σάθα, ἦσαν τόσα «ὅσα οὔτε ὁ ὑπερηφανευόμενος γιὰ τὴν βιβλιοθήκη του στὴν Ἀλεξάνδρεια Πτολεμαῖος δὲν εἶχε συγκεντρώσει». Κοντὰ στοὺς πολέμους καὶ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν σὲ βάρος του δολοπλοκιῶν εὕρισκε χρόνο γιὰ νὰ ἀναπτύξει τὴν ἑλληνορθόδοξη Παιδεία στὴν αὐτοκρατορία. Ὁ ἴδιος παρομοίαζε τὴ χαρά του ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ ἔδειχναν γιὰ τὴν ἑλληνικὴ Παιδεία οἱ ὑπήκοοί του μὲ ἐκείνη τοῦ κηπουροῦ ποὺ βλέπει τὸν κῆπο του γεμάτο ἀπὸ καρπούς. Ὁ Βασίλιεφ, ἄλλος σπουδαῖος βυζαντινολόγος, περιγράφει τὸ πόση ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια ἔνιωσε ὁ αὐτοκράτορας, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Πέργαμο. Τότε βεβαίως οἱ Γερμανοὶ δὲν εἶχαν ἀφαιρέσει τὸν ἐπιβλητικὸ ναό, ποὺ πιστεύεται πὼς ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Δία καὶ βρίσκεται στὸ Μουσεῖο τοῦ Βερολίνου. Ἡ ὑπερηφάνεια αὐτὴ γιὰ τὴν καταγωγή του φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ γνωμικά του ποὺ διασώθηκαν, ὅπως: «Ἁπασῶν γλωσσῶν τὸ ἑλληνικὸν ὑπέρκειται γένος» καὶ «Πᾶσα τοίνυν φιλοσοφία καὶ γνῶσις Ἑλλήνων εὕρεμα…Σὺ δὲ ὦ Ἰταλέ, τίνος ἕνεκεν ἐγκαχαῦσαι;».
.                 Πέραν τοῦ ποιητικοῦ του ταλέντου ὁ Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρης ἦταν καὶ ἔγκριτος θεολόγος καὶ ἐν μέσῳ μυρίων δυσκολιῶν ὑπεράσπισε τὰ δίκαια τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῶν Λατίνων. Σὲ γράμμα του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Κορώνης γράφει, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «… Ἀπολογεῖται σοι ἡ βασιλεία μου ὅτι ἡ καθ᾽ ἡμᾶς ἁγιωτάτη τοῦ Θεοῦ μεγάλη Ἐκκλησία, καθὼς μέλλεις γνωρίσαι ἐκ τῶν κατωτέρω ρηθησομένων ἐγγράφων, μαρτυριῶν καὶ ρήσεων εὐαγγελικῶν, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ μόνου ἐκπορεύεσθαι δογματίζει, ἐκ τοῦ Υἱοῦ δὲ οὐκ ἐκπορεύεσθαι μὲν φαμέν, διὰ τοῦ Υἱοῦ δὲ χορηγεῖσθαι ἡμῖν  πρὸς κάθαρσιν καὶ ἁγιασμόν, καὶ πιστεύομεν καὶ δοξάζομεν…».  Λίγο πρὸ τοῦ θανάτου του καὶ ἔχοντας ἀντιληφθεῖ τὸ τέρμα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του ὁ Θεόδωρος ἀντάλλαξε τὸν αὐτοκρατορικὸ μανδύα μὲ τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ ἔνδυμα.
.                 Ὅπως γράψαμε ἤδη, στὴ βραχύχρονη βασιλεία του ὁ Θεόδωρος γνώρισε πολλὲς πίκρες, τὸν βρῆκαν συμφορὲς καὶ ἀσθένειες, ἀντιμετώπισε δολοπλοκίες, πολέμους καὶ προδοσίες. Καταφυγη του ἦταν ἡ Παναγία, ὅπως ἐκφράζεται καὶ μέσα ἀπὸ τὸν Μεγάλο Παρακλητικό του Κανόνα. Ἀναφέρουμε πέντε χαρακτηριστικοὺς ὕμνους:
.                 «Καταιγίς με χειμάζει, τῶν συμφορῶν Δέσποινα, καὶ τῶν λυπηρῶν τρικυμίαι καταποντίζουσιν, ἀλλὰ προφθάσασα, χεῖρά μοι δὸς βοηθείας, ἡ θερμὴ ἀντίληψις καὶ προστασία μου».
.                 «Οἱ μισοῦντές με μάτην, βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐτρέπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι, τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου καὶ καταβιβᾶσαι πρὸς γῆν, Ἁγνὴ ἐπιζητοῦσιν, ἀλλ᾽ ἐκ τούτων προφθάσασα, σῶσόν με».
.                 «Ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, θλίψεως καὶ νόσου καὶ βλάβης μὲ λύτρωσαι καὶ τῇ σῇ δυνάμει, ἐν τῇ σκέπῃ σου φύλαξον ἄτρωτον, ἐκ παντὸς κινδύνου καὶ ἐξ ἐχθρῶν τῶν πολεμούντων καὶ μισούντων με Κόρη πανύμνητε».
.                 «Τὰ νέφη τῶν λυπηρῶν ἐκάλυψαν, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν καὶ καρδίαν, καὶ σκοτασμὸν ἐμποιοῦσι μου Κόρη, ἀλλ᾽ ἡ γεννήσασα Φῶς τὸ ἀπρόσιτον, ἀπέλασον ταῦτα μακράν, τῇ ἐμπνεύσει τῆς θείας πρεσβείας σου».
.                 «Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχρὰν καὶ κλαυθμὸν μὴ παρίδῃς καὶ δάκρυα καὶ στεναγμόν, ἀλλ´ ἀντιλαβοῦ μου, ὡς ἀγαθή, καὶ τὰς αἰτήσεις πλήρωσον. Δύνασαι γὰρ πάντα ὡς πανσθενοῦς Δεσπότου Θεοῦ Μήτηρ, εἰ νεύσεις ἔτι μόνον πρὸς τὴν ἐμὴν οἰκτρὰν ταπείνωσιν».
.                 Εἶναι βέβαιο πὼς ὁ Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανόνας εἶναι δημοφιλέστερος τοῦ Μεγάλου καὶ ψάλλεται σὲ κάθε περίσταση. Ὅμως καὶ ὁ Μεγάλος ἀγγίζει τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ σπουδαῖος ποιητής του καὶ σημαντικὸς Ἕλληνας αὐτοκράτορας Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρης παραμένει γιὰ τοὺς πολλοὺς ἄγνωστος. Μακάρι νὰ ὑπάρξουν ἐρευνητὲς ποὺ νὰ τὸν μελετήσουν σὲ βάθος καὶ νὰ ἀναδείξουν τὸ ἦθος, τὶς ἱκανότητες καὶ τὸ ἔργο του.–

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ»

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

βλ. σχετ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ Ι. ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΣ (Ἀποστ. ἀνάγν. Κυρ. Σαμαρείτιδος)

,

Σχολιάστε

ΝΙΩΘΕΙΣ ΚΑΚΟΚΕΦΙΑ;

Νιώθεις κακοκεφιά;

.        Μιά ἀμερικανίδα συγγραφέας, ἡ Janet Graham, ἔγραφε πρό καιροῦ: «Ὅταν πήγαινα στό σχολεῖο, κατέφευγα καμιά φορά στήν ἀπελπισία μου –μέ τά δάκρυα στά μάτια καί μέ τό συναίσθημα πώς πάνω μου βάραινε ὁλόκληρος ὁ κόσμος– σ’ ἕναν καθηγητή μου πολύ σοφό ἄνθρωπο. Ἦταν χαρούμενος καί καλόκαρδος, ἄν καί ἀνάπηρος· εἶχε πάθει πολιομυελίτιδα, ὅταν ἦταν μικρός. Ὅταν μέ ἔβλεπε, ἔβγαζε ἕνα φύλλο χαρτί ἀπό τό συρτάρι του καί μέ ρωτοῦσε:
.        — Γιά πές μου, λοιπόν, τί ἀκριβῶς σοῦ συμβαίνει;
.        — Προχθές ἔγραψα χάλια στό διαγώνισμα τῆς ἱστορίας.
.        Σημείωνε αὐτή τήν πληροφορία.
.        — Τσακώθηκα μέ τήν καλύτερη φίλη μου.
.        Προσέθετε κι αὐτό τό γεγονός.
.        — Προαισθάνομαι ὅτι αὔριο θά ἔχω ἕνα τρομερό συνάχι!
.        Προσέθετε μέ ἠρεμία τίς λεπτομέρειες αὐτές στόν κατάλογο πού ἔμοιαζε πολύ μικρός πάνω στό τεράστιο φύλλο χαρτί. Δέν ἤξερα τί ἄλλο νά πῶ καί τότε ἐκεῖνος σήκωνε ἐπάνω μου μέ ἀπορία τό βλέμμα του.
.        — Τί ἄλλο;
.        Ὅσο κι ἄν σκάλιζα τό μυαλό μου, ἀδύνατον νά βρῶ τίποτε ἄλλο. Ἀπό τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου του ἦταν φανερό ὅτι, παρ’ ὅλη του τήν καλωσύνη, δέν ἔβρισκε κανένα λόγο σ’ αὐτόν τόν ἀξιοθρήνητο κατάλογο ἀπό ἐγωιστικά παράπονα, κανένα λόγο στεναχώριας. Χαμογελοῦσε καί μοῦ ἔτεινε τόν κατάλογο μέ τίς δυστυχίες μου. Ὅταν γύριζα νά φύγω μέ τήν καρδιά ξαλαφρωμένη, ἀντίκριζα τίς πατερίτσες του ἀκουμπισμένες σέ μιά γωνιά καί θυμόμουν πώς ὑπάρχουν καί δυστυχίες χειρότερες ἀπό τά συνάχια καί τά διαγωνίσματα ἱστορίας».

.        Ἡ ἀπογοήτευση συχνά κυριεύει νέους καί μεγάλους χωρίς βασικούς λόγους. Εὔκολα νιώθουμε παγιδευμένοι ἀπό τίς περιστάσεις, πού δέν μποροῦμε νά ἐλέγξουμε. Εὔκολα μικρά ἐπεισόδια τῆς καθημερινῆς ζωῆς μᾶς δημιουργοῦν μιά συνεχῆ κακοκεφιά.
.        Τά ἀντίδοτα γιά τήν στενοχώρια εἶναι τόσα πολλά, ὅσα καί τά θύματά της. Ὅποιος νιώθει κακοκεφιά, μελαγχολία ἄς κινηθῆ, ἄς ἐνεργήση, ἄς καταπιασθῆ μέ κάποιο ἔργο. Ἀκόμα ἄς κάνη ἕνα μακρινό περίπατο, ἄς ἐπιδοθῆ σέ κάποια ἄθληση. Ὁ Μέγας Βασίλειος παρεπονεῖτο, διότι στήν ἐποχή του ἔμεναν κλειστά τά γυμναστήρια, διότι οἱ νέοι δέν εἶχαν ὄρεξη νά ἐπιδοθοῦν σέ διάφορες σωματικές ἀσκήσεις. Καί στήν ἐποχή μας ἡ ἄσκηση μπορεῖ νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο. Μή μένετε μόνοι. Ἡ καλή παρέα εἶναι θαυμάσιο γιατρικό γιά τέτοιες ψυχικές καταστάσεις.
.        Ὑπάρχουν ὅμως καί πιό βασικά καί πιό πνευματικά ἀντίδοτα:

.        Τό πρῶτο εἶναι αὐτό πού εἴδαμε στήν ἀρχή: ἡ μέθοδος τῶν συγκρίσεων. Ὅταν γιά καθημερινά μικροπράγματα, γιά καθημερινές μικρές θλίψεις στενοχωριέσαι, μελαγχολεῖς, πές: «Τουλάχιστον τό παιδί μου δέν βρίσκεται στό νοσοκομεῖο, δέν μᾶς ἔχουν θυροκολλήσει ἀγωγή ἐξώσεως» καί τόσα ἄλλα πού θά μποροῦσαν νά μᾶς ἔχουν συμβῆ. Οἱ ἰδέες αὐτές δέν δίνουν μεγάλη χαρά, ἀλλά ἡ μέθοδος ἀποδίδει λαμπρά ἀποτελέσματα. Γιατί βοηθάει τόν ἄνθρωπο νά δῆ ὅτι ὑπάρχουν καί πιό δύσκολες καταστάσεις καί νά εὐχαριστήση τόν Θεό, πού δέν βρίσκεται σ’ αὐτές.

.        Τό δεύτερο ἀντίδοτο ὑπάρχει στήν προσφορά ὑπηρεσίας σέ ἕνα ἄλλο ἄτομο. Ἡ ἀπόφαση νά δώσης χαρά σ’ ἕναν ἄλλον, εἶναι ἕνας ἀπό τούς πιό ἀποτελεσματικούς τρόπους γιά τήν καταπολέμηση τῆς κακοκεφιᾶς. Μήν σκέπτεσαι τά μικροθέματά σου. Στρέψε τόν προβολέα τῆς ἀγάπης σου στόν ἀδελφό σου. Πήγαινε στό κρεβάτι τοῦ πόνου, στόν φτωχό τῆς γειτονιᾶς καί ἐκεῖ προσφέροντας στοργή θά νιώσης ἡ κακοκεφιά σου νά φεύγη. Κι ὅταν δέν μπορῆς νά βγῆς ἀπό τό σπίτι σου, τηλεφώνησε σέ κάποιο ἀπομονωμένο πρόσωπο, στεῖλε ἕνα βιβλίο σ’ ἕναν ἄρρωστο, κάλεσε κοντά σου κάποιον γνωστό σου.

.        Τό πιό βασικόμως, ἀπό τά φάρμακα γιά τήν ἀκαθόριστη καί ἀδικαιολόγητη συχνά θλίψη, πού μᾶς κυριεύει εἶναι ἡ προσευχή. Ἄνοιξε τήν καρδιά σου στόν Θεό καί Πατέρα μας. Ζήτησέ του παρηγοριά καί ἐνίσχυση. Παρακάλεσέ Τον νά σοῦ δίνη θάρρος καί ὑπομονή καί θά δῆς πόσο θά γαληνέψη ἡ ψυχή σου. Χαμόγελο καί λάμψη χαρᾶς θά λάμψουν στά μάτια σου.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «ΖΩΗ», ἀρ. τ. 4241/2011

ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ἡ Παράκληση καὶ οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας εἶναι ἕνα ἀποδεδειγμένα ἀποτελεσματικό,
θαυμάσιο καὶ πνευματικὸ φάρμακο. 


, , ,

Σχολιάστε

«ΑΣ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΑΓΥΡΙΣΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ», ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Ἄφετε τὰ παιδία…
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ,
Δασκάλου (Κιλκίς)

«Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ Ἑλλάδα
στοὺς καιροὺς τοὺς ὕστατους
θέλει ἕνα Καιάδα
γκρεμοτσακίστε τους»

 (Ν. Γκάτσος)

.        «Ἔτσι γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες. Περάσανε ἀπὸ τὴν πλάτη μας ἄγριες ἀνεμοζάλες κάθε λογῆς, ἀγριάνθρωποι σκληροί, φονιάδες μὲ σπαθιὰ μὲ κοντάρια καὶ μὲ ἅρματα κάθε λογῆς, Πέρσες, Ἀλαμάνοι, Φράγκοι, Ἀραπάδες, Τοῦρκοι κι ἄλλοι. Μᾶς σφάζανε, μᾶς κομματιάζανε, μᾶς κρεμάζανε, μᾶς σουβλίζανε, μὰ δὲν πεθάναμε, γιατί μᾶς ἀτσάλωνε ὁ ἀγώνας, δίναμε φωτιὰ στὴ φωτιά…». (Φ. Κόντογλου, «Μυστικὰ Ἄνθη», σελ. 12, ἔκδ. «Ἀστὴρ»)
.        Πρέπει, ἐμεῖς οἱ Ρωμηοί, νὰ ξαναβροῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὰ καίρια καὶ τὰ οὐσιώδη του βίου. Εἴμαστε «καταδικασμένοι» ὡς ἔθνος ἱστορικὸ νὰ στραφοῦμε πίσω «ὅλα τὰ ἔθνη, γιὰ νὰ προοδεύσουν, πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω», γράφει ὁ σοφὸς ἀθηναιογράφος Δημ. Καμπούρογλου. Νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ πάλι «τὸ ἄριστον ἐκεῖνο, Ἑλληνικὸς/ ἰδιότητα δὲν ἒχ’ ἡ ἀνθρωπότης τιμιωτέραν» (Καβάφης).
.        «Ν σωθε τ κράτος», ψελλίζουν τ ψοφίμια τς πολιτικς κα ννοον τν διαιώνιση τς λεεινς βιοτς τους, τὴν ἐξαπάτηση ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ, τὸν ἐκφυλισμό του. Ἂς μὴν ἀποροῦμε γιὰ τὸ κατάντημά μας. Εἶναι ἱστορικὸ ἀξίωμα. Πρὶν φτάσεις στὴν ὑλικὴ κατάρρευση, προηγεῖται μία πνευματικὴ ἥττα. Ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης συνοψίζει σὲ μία φράση τὴν ἥττα. «Χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκεία τους ἔθνη δὲν ὑπάρχουν». Τρία πράγματα ἐχάλασαν τὴν Ρωμανία κατὰ τὸν πατριδοφύλακα ἀγωνιστή: ἡ ἀπιστία, ἡ ἀφιλοπατρία (ὁ πόνος γιὰ τὴν πατρίδα) καὶ ἡ ἔλλειψη ἀρετῆς (καὶ ἐξυπονοεῖ προφανῶς τὴν ἀνηθικότητα). Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ μυστικὸ ὑφάδι, ὁ μίτος ποὺ θὰ μᾶς ἐπανενώσει μὲ τοὺς κεκοιμημένους μας, τὰ εὐκλεῆ λείψανα τοῦ Γένους ποὺ ἐβαρέθηκαν στὸ μνῆμα ἐκαρτερώντας. Καὶ ὀφείλουμε, ὅσοι γράφουμε, ψευτογράφουμε πέντε ἀράδες νὰ ἀνασύρουμε ἀπὸ τὶς πνευματικές μας σιταποθῆκες κείμενα πίστης, φιλοπατρίας καὶ ἀρετῆς, γιὰ νὰ ἀναθαρρήσουμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, σὲ τούτους τοὺς καιροὺς τοὺς ὕστατους. «Ὁ φόβος κερδίζει ὁλοένα ἔδαφος μέσα τους σὰν γάγγραινα», μονολογεῖ μὲ θλίψη ὁ Σεφέρης γιὰ τὰ χρόνια τὰ κατοχικά. Καὶ δὲν μιλῶ γιὰ χαζοαισιοδοξίες καὶ παρηγοριὲς τῆς μίας πεντάρας. Οἱ Φράγκοι τοκογλύφοι καὶ τὰ ἐντόπια ἄταφα πτώματα, δὲν θὰ μᾶς σώσουν, ἔστω καὶ οἰκονομικὰ («παλιοφράγκοι ποὺ πέφτετε/ σὰν ὄρνια στὰ ψοφίμια/ ἐσεῖς πάντοτε κυνηγοὶ/ καὶ πάντα ἐμεῖς ἀγρίμια»). Τὰ δυτικὰ «ὄρνια» θὰ μᾶς «σώσουν», ἂν ὑποκύψουμε στοὺς ἐκβιασμοὺς τῆς Τουρκίας καὶ παραδώσουμε τὸ Αἰγαῖο καὶ ὅταν προδώσουμε τὴν ἱστορία τῆς Μακεδονίας. Τότε θὰ βρεθοῦν τὰ δισεκαταμμύρια ἐν μιᾷ νυκτί).
.       Θέλω νὰ πῶ κάτι, δίκην ἐξομολογήσεως, γιὰ νὰ καταλάβουμε πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ ἀγωνίζεσαι, ἐν μέσῳ ἀνείπωτης λύπης, ἐν μέσῳ φόβου καὶ τρόμου, νὰ ἀρθρώσεις μία λέξη, στηριγμοῦ, ἕναν καλὸ λόγο, ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν» τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου. Χάρις καὶ στὶς τηλεοπτικς κκενώσεις, σὲ κάθε γωνιὰ τῆς πατρίδας, ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅλοι μας τονθορύζουμε (σημαίνει ψιθυρίζω μετὰ γογγυσμοῦ ) περὶ τῶν μέτρων, τῶν συνεπειῶν, γιὰ τὸ μέλλον, τὰ ἀποφώλια τέρατα τῆς ἀνεργίας, τὴν ἀναξιοπρέπεια καὶ τὴν ὀδύνη τῆς φτώχειας. Τὸ μαράζι μπῆκε στὰ σπίτια, κατατρώει τὰ σωθικὰ τῶν οἰκογενειῶν. Τὰ παιδιὰ εἶναι μπροστά, βιώνουν (βλέπουν, ἀκοῦν, αἰσθάνονται) τραγωδίες. Μία «παράπλευρη ἀπώλεια», ὅπως θὰ ὑποστήριζαν τὰ σαπρόφυτα τῆς Νέας Τάξης, εἶναι τὰ παιδιά. Τὰ παιδιὰ σιγὰ-σιγὰ δὲν παίζουν, τὰ παιδιά, τὰ Ἑλληνάκια, θὰ χάσουν, θὰ μᾶς στερήσουν ἕνα ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα πράγματα ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου, τὴν μεγαλοπρεπῆ ἁπλότητα τοῦ παραδείσου: τὸ γέλιο τους. Πρῶτες μέρες στὸ σχολεῖο, χωρὶς βιβλία (μία παραίτηση γιὰ λόγους εὐθιξίας. Εὐθιξία; τί εἶναι αὐτό; τρώγεται, ἀναρωτιοῦνται οἱ ἐθνομητριὲς τοῦ ὑπουργείου διὰ βίου ἀμάθειας καὶ βλακείας), χωρὶς ἐπιχορηγήσεις, δάσκαλοι τετρομαγμένοι, διότι τὸ φάσγανο τῆς «ἐφεδρείας» διαπερνᾶ καὶ τὸν στενὸ τομέα καί ….στὴ μέση τὰ παιδιά. (Θὰ γράψει ὁ Ντοστογιέφσκι. «Οἱ τρεῖς θησαυροὶ ποὺ μᾶς μένουν ἀπὸ τὸν χαμένο παράδεισο:
-τὰ γέλια τῶν παιδιῶν
-τὰ χρώματα τῶν λουλουδιῶν
-τὸ κελάηδημα τῶν πουλιῶν).

.        Κανόνας ἀναντίρρητος τῆς τέχνης τοῦ δασκάλου εἶναι ὅτι αὐτὸς διδάσκει μὲ τὴν ζωή του. Αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, αὐτὸ εἰσπράττουν καὶ ἀφομοιώνουν οἱ μαθητές. «Ἀρχέτυπον βίου, νόμος ἔμψυχος, κανὼν καὶ ὅρος εὐζωίας. Τὸν γὰρ διδάσκοντα τοιοῦτον εἶναι χρή», ὁ δάσκαλος εἶναι πρότυπο καὶ διαπαιδαγωγεῖ μὲ τὸ παράδειγμά του, γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος («Εἰς Α´ Τιμ. Ὁμιλ ΙΓ´, 1 , ΕΠΕ 23, 330). ς ναλογιστομε τς τρομερς ναθυμιάσεις, τν καταθλιπτικ τμόσφαιρα, πο εσπνέουν τ παιδιά, π δ κα πέρα, φεξς σ σπίτι κα σχολεο. Ἤδη κάτι συμβαίνει μὲς στὶς τάξεις μας. (Μιλάω γιὰ παιδιὰ τῆς Ε΄Δημοτικοῦ). Πλανᾶται ὁ φόβος. Τὰ καημένα τὰ σακατεύουμε μὲ τὴν μαυρίλα καὶ τὶς περιρρέουσες φοβέρες ποὺ νυχθημερὸν ἐξαπολύει ἡ ὑβριδιοκαθεστωτικὴ μαγαρισιὰ καὶ ἀνικανότητα. Ὀφείλουμε ὅμως, ὅσοι ζωντανοί, νὰ βάλλουμε ὑποστυλώματα, νὰ ἁπλώσουμε, νὰ τείνουμε «χεῖρα βοηθείας καὶ συμπαθείας» στὰ θύματα, στὰ πραγματικὰ ἀθῶα θύματα τῆς κρίσης. Εἶναι ὥρα νὰ φανοῦμε Κυρηναῖοι, νὰ βαστάξουμε, ἐν ἱλαρότητι καρδίας, τὰ βάρη τῶν ἐμπερίστατων οἰκογενειῶν.
.        Καί, γιατί ὄχι, ὅσοι πιστοί, ἂς ἐπαναλάβουμε τοὺς στίχους ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὡραιότατο ποίημα τοῦ βασιλέως Θεοδώρου Δούκα τοῦ Λασκάρεως, ποὺ προφανῶς εὑρισκόμενος ἐν μέσῳ θλίψεων καὶ συμφορῶν τοῦ βίου προσφεύγει, ὁ  τάλας, ποῦ ἀλλοῦ, στὴν Θεοτόκο, τὴν χαρὰ τῶν θλιβομένων. Τώρα πο μς κύκλωσαν α ζάλαι το βίου, σπερ μέλισσαι κηρίον, ς σηκώσουμε τ γύριστα κεφάλια μας, τ βλέμμα μας στν ορανό. Ἐκεῖ θὰ βροῦμε σκέπη, προστασία καὶ γαλήνη. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, οἱ Ρωμηοί, ὅταν κινδυνεύουμε δὲν παρακαλᾶμε τὰ ὄρνια τῆς Δύσης καὶ τῆς Ἀνατολῆς – «τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθοῦμε» θὰ ἔλεγε σ’αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ ποιητὴς – ἀλλὰ ψάλλουμε παρακλητικοὺς κανόνες, φωνάζουμε τὴν Παναγία μὲ τὸν τρόπο τοῦ Κολοκοτρώνη.
.        «Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεηζαντές, Μπούρας πᾶνε στὸ Λεοντάρι ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτσι, γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ λέγει ἑνὸς παιδιοῦ: “Μεῖνε μαζί του μὴν τὸν φάνε τίποτες λύκοι”. Ἔκατσα ἕως ποὺ ἐσκαπέτισαν μὲ τὰ μπαϊράκια τους, ἀπὲ ἐκατέβηκα κάτου· ἦτον μία ἐκκλησία εἰς τὸν δρόμον (ἡ Παναγία στὸ Χρυσοβίτσι) καὶ τὸ καθισιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάς: “Παναγία μου, βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν”. Καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα. Εἰς τὸν δρόμον ἀπάντησα τὸν ξαδελφόν μου Ἀντώνιον, τοῦ Ἀναστάση Κολοκοτρώνη, μὲ ἑφτὰ ἀνηψίδιά μου, ἐγινήκαμεν ἐννιά, καὶ τὸ ἄλογό μου δέκα ἐγὼ ἤμουν καὶ χωρὶς τουφέκι». («Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς»). «Τοῦ λοιποῦ μὴ φοβοῦ», θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος.

, , , , ,

Σχολιάστε