Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράδοση

TΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ «Ἡ τραγικότητά μας συνίσταται στὸ ὅτι ἀδυνατοῦμε σήμερα νὰ κατανοήσουμε τὶς μεταβολές, γιατί ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὲς καὶ συνυπάρχουμε μὲ ὅλες τὶς ἀδυσώπητες συνέπειές τους». (π. Γ. Δ. Μεταλληνός)

Τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ συνέχεια τῆς παραδόσεως

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ,
 «Ἡ Ἐκκλησία μέσα στὸν κόσμο»,
ἐκδ. Ἀποστ. Διακονίας,
Ἀθῆναι 1988, σελ. 231-243 

.            Εἶναι γεγονός, ὅτι στὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα ὑπῆρξαν διάφορα μεγάλα μοναστικὰ κέντρα, στὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Μικρασία, τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα. Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως παρήκμασαν. Ἀπὸ τὸν 10ο αἰώνα τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀναζωογόνησε τὸν μοναχικὸ βίο τῶν ἄλλων παρηκμασμένων κέντρων καὶ ἀπέβη αὐτὸ μοναστικὸς χῶρος πανορθόδοξος καὶ ἐπισημότατος, ποὺ ἐφείλκυε τὸ θαυμασμὸ ὄχι μόνο τῶν Ρωμηῶν, ἀλλὰ καὶ «τῶν γύρωθεν ἐθνῶν», ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἀλέξιος Α´ ὁ Κομνηνός, τὰ ὁποῖα «ἐσεμνύνοντο διὰ τὸ μοναδικὸν εἰς τὰ ὅρη τῆς οἰκουμένης ἅγιον Ὄρος». Δίκαια, ἔτσι, σημειώνει ὁ π. Γεώργιος Καψάνης: «Εἶναι μεγάλη εὐλογία, ὅτι ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Παντελεήμων Κύριος ἐφύτευσε τὸν παράδεισο τοῦ περιβολιοῦ τῆς Παναγίας, τὸ ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ ζωογονεῖ ὅλη τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ μυστικὴ ἀκτινοβολία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ σκηνώνει στοὺς παλαιοὺς καὶ νέους ἁγίους του, στὰ ἱερὰ θεομητοροβάδιστα σκηνώματά του, στὴν ἀδιάκοπο καὶ ζῶσα μέχρι σήμερα ἁγιοπατερικὴ παράδοσή του».
.            Ἔτσι συνδέθηκε στενότατα τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὴ ζωὴ καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ρωμανίας (Βυζαντίου) καὶ συνέχισε τὴν πνευματικὴ ἀκμή της. Γιατί ἰδανικὸ τῆς Ρωμηοσύνης δὲν εἶναι ἡ κατὰ κόσμον σοφία, ἀλλ’ ἡ θεία. Ὄχι ὁ κατὰ κόσμον σοφός, ἀλλὰ ὁ κατὰ Θεὸν σοφός, δηλαδὴ ὁ Ἅγιος. Δεῖγμα δὲ ἀκμῆς τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικότητός της, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοί της. Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔγινε τὸ θερμόμετρο τῆς πνευματικότητος τοῦ Γένους μας, ποὺ δὲν κυριεύθηκε ἀπὸ τὸ σκότος, οὔτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας, γιατί ποτὲ δὲν ἔλειψαν σ’ αὐτὸ οἱ θεούμενοι καὶ τὰ θαυματουργὸ λείψανα, δηλαδὴ οἱ φορεῖς τῆς Χάριτος.
.            Περαιτέρω ὁ κοινοβιακὸς μοναχισμὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους διέσωσε τὸ ὑπαρκτικὸ πλαίσιο καὶ πρότυπο (modellο) τῆς ἑλληνορθόδοξης κοινωνίας. Τόπος καταφυγῆς, ἀνανεώσεως καὶ ἀναγεννήσεως ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἀπέβη κανόνας στοιχήσεως τῶν ἐν κόσμῳ κοινοτήτων – ἐνοριῶν καὶ πνευματικὸς τροφοδότης τῆς ὅλης ζωῆς τους. Κι αὐτὸ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου.
.            Ὁ τρόπος αὐτὸς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατέστη δυνατός, διότι τὸ «Περιβόλι τῆς Παναγίας» διασώζει τὴν ἑνότητα καὶ ὀργανικὴ διασύνδεση πνευματικότητας καὶ κοινωνικότητας. Σ’ αὐτὸ ἡ πνευματικότητα δὲν ὁδηγεῖται ποτὲ σὲ ἄσαρκο σπιριτουαλισμό, οὔτε ἡ πράξη σὲ ἀπνευμάτιστο ἀκτιβισμό. Μέσα στὰ μοναστικὰ κοινόβιά του συνειδητοποιεῖται ἀπόλυτα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν καταργεῖ τὴ βιωτική μας διάσταση, ἀλλὰ τὴν ἁγιάζει καὶ τὴν καταξιώνει σὲ ζωὴ τοῦ Σώματός Του. πνευματικότητα διαφοροποιεται, τσι, π τν ξαΰλωση, τν δυαλισμ (τὴν «δαιμονοποίηση» τοῦ σώματος), τὴν ρεμβώδη ἀπραξία καὶ κάθε εἶδος «νιρβάνα». Ὁ Χριστὸς μᾶς ἕνωσε ὁλόκληρους στὸ Σῶμα Του, γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ «πνεῦμα»-προσευχὴ καὶ λατρεία ὅλη ἡ ζωή μας. Καὶ αὐτὸ γίνεται, ὅταν καὶ τὶς θεωρούμενες ὡς ὑλικὲς-βιωτικὲς πλευρὲς τῆς ζωῆς μας, ἐντάσσουμε μέσα στὴν ἀλήθειά Του, τὶς ἀπελευθερώνουμε δηλαδὴ μὲ τὴ Χάρη καὶ ἐνίσχυσή Του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. συχαστικ παράδοση τς ρθοδοξίας, πο εναι χριστιανικ πνευματικότητα στν αθεντικότητά της, εναι ατ πο διέσωσε κα διασώζει τ γιον ρος.
.            Ὅπως γράψαμε κάπου παλαιότερα, «ὁ ἡσυχασμὸς δὲν νοεῖται στὴν ὀρθοδοξία ὡς κατάσταση ἀνενεργοῦ ἀπραξίας. Οἱ ἡσυχαστὲς εἶναι κυριολεκτικὰ πνιγμένοι στὴ δράση. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχει τὴν ὑπέρβαση τῆς ἀναγκαιότητας καὶ τοῦ δαιμονικοῦ καὶ νὰ φθάσει στὴν ἐλευθερία τῆς Χάρης, μὲ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ μὲ τὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Ὁ κεκαθαρμένος ἡσυχαστὴς δὲν ζεῖ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλ’ εἶναι ὅλος ἀγάπη. Αὐτὸ φαίνεται στὴν δομὴ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναστηριοῦ. Μέσα σ’ αὐτὸ δὲν ἀποκλείονται οἱ καθαρὰ ὑλικοβιωτικὲς δραστηριότητες. Καὶ ἐκεῖ θὰ βροῦμε τὸν γιατρό, τὸν οἰκονόμο (τὸν διαχειριστὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν), τὸν τσαγκάρη, τὸν φούρναρη, τὸν ράφτη, τὸν μουλαρά. Στὴν μοναστικὴ ὅμως ἀδελφότητα ὅλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι κερδοσκοπικὰ ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ προσφορὰ διακονίας ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ ὅλες αὐτὲς οἱ «ἐργασίες» ὄχι μόνο δὲν γίνονται ἐμπόδιο στὴν «ἀδιάλειπτη» προσευχή, ἀλλὰ μετουσιώνονται καὶ αὐτὲς σὲ προσευχή, ἀφοῦ στοχεύουν στὴ λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, λειτουργοῦν τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης. Προσευχὴ κάνει ὁ μοναχὸς καὶ ὡς τσαγκάρης, φούρναρης ἢ μουλαράς. Ἡ βιωτικὴ ἀπασχόληση ἀλλοιώνεται πνευματικὰ σὲ «λογικὴ λατρεία», (Ρωμ. ιβ´ 1). Τὸ μοναστικὸ κοινόβιο δείχνει σὲ τελευταία ἀνάλυση πὼς εἶναι δυνατὸν ἡ κοινωνικοπολιτικὴ διακονία νὰ ἀναχθεῖ σὲ ἐκκλησιαστικὴ πράξη, λειτουργία».
.            Τὴν μεγαλύτερη μάλιστα κοινωνικὴ προσφορά, παρὰ τὰ ἀντιθέτως πιστευόμενα, δεχόμαστε ἐμεῖς οἱ ἐν τῷ κόσμῳ ἀπὸ τοὺς ἐρημίτες καὶ ἀσκητὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ἀγρυπνοῦν στὴν ἐρημιά τους, ἑνωμένοι πνευματικὰ μὲ τὸ κοινόβιό τους, καὶ προσεύχονται ἀδιάλειπτα καὶ γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
.            Ἡ Ρωμηοσύνη στὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς δουλείας εἶχε τὸ Ἅγιον Ὄρος ὡς πνευματική της κολυμβήθρα, στὴν ὁποία βαπτιζόταν ἀδιάκοπα ὅλη ἡ ζωή της. Μόνο μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (1828/ 1833) ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ δένεται ὅλο καὶ στενότερα μὲ τὴ Δύση – Εὐρώπη σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Στὸ σημεῖο δὲ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀναδύεται ἡ σημασία τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ τὴν ἐποχή μας.

 Τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ σύγχρονη ἀλλοτρίωση.

.            Ὁ μέγιστος κίνδυνος τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ταυτότητάς του, ἡ ἀλλοίωση δηλαδὴ τῆς οὐσίας του, ποὺ ἐπέρχεται μὲ τὴν ἀναίρεση τῆς ἰδιαιτερότητάς του. Καμμιὰ δὲ ἀπολύτως σημασία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ὕπαρξη Ἑλληνικοῦ Κράτους χωρὶς Ἕλληνες…
.            Ἡ ἀλλοτρίωση πραγματοποιεῖται ἐθνικὰ μὲ τὴν ἀποσύνθεση τοῦ πολιτισμοῦ μας καὶ τὴν ἀπορρόφησή του ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Σ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Ἀραβοκρατίας καὶ Τουρκοκρατίας ὁ ρωμαίικος πολιτισμὸς δὲν ἀλλοτριώθηκε. Ἀντίθετα, ἀνανεώθηκε καὶ ἀνασυντάχθηκε. Ὁ κίνδυνος παρουσιάσθηκε ἀδυσώπητος στὴν συνάντησή του μὲ τὸν φράγκικο πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης. Ἡ συνάντηση αὐτὴ ἄρχισε ἤδη τὸν 14ο αἰώνα νὰ λαμβάνει ἐπικίνδυνο χαρακτήρα. Εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα στοὺς δύο αὐτοὺς πολιτισμοὺς καμμιὰ σύμπτωση δὲν εἶναι δυνατή, παρὰ τὶς γνωστὲς θεωρίες περὶ «μετακενώσεως» καὶ «συγγενείας» ἑλληνικοῦ καὶ φράγκικου πολιτισμοῦ. Ἀνάμεσά τους ὑπάρχει διαμετρικὴ ἀντίθεση. Εἶναι «ἄλλο καὶ ἄλλο», γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε μία προσφιλῆ διατύπωση τοῦ Μεγάλου Ἁγιορείτη Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ πρῶτος εἶναι πολιτισμὸς θεοκεντρικὸς – θεόνομος, κοινοτικός, ἁρματοδρόμος, ἀφοῦ στοχεύει στὴ θέωση. δεύτερος ντίθετα εναι νθρωποκεντρικός, τομοκρατικς κα ρατσιστικός, ἐγκοσμιοκρατικὸς μὲ στόχο τὴν ἐγκόσμια ἐπιτυχία ὡς ἐνδοκοσμικὸ εὐδαιμονισμό.
.            Ἡ ἀνάμειξη τοῦ ἑλληνορθοδόξου μὲ τὸν φραγκικὸ πολιτισμό, ποὺ ἐπὶ αἰῶνες τώρα συνεχίζεται, ὁδηγεῖ ἁλματωδῶς στὴν ἀλλοίωση τοῦ πρώτου καὶ τὴν ἐκφράγκευσή του, κυρίως λόγ τν ασθημάτων μειονεξίας κείνων τν λλήνων, πο πρτοι ρχονται σ παφ μ τὸν δυτικ πολιτισμό, δηλαδ τν διανοουμένων, τν πολιτικν κα κπροσώπων τν οκονομικ ερωστοτέρων τάξεων. Ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς κατέχονται ἀπὸ αἰσθήματα κατωτερότητας λόγῳ ἄγνοιας τῆς πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς τοῦ Γένους, ὁδηγοῦνται στὴν «ξενομανία» καὶ «ξενοδουλεία», ποὺ τὴν μεταδίδουν σ’ ὅλους τοὺς χώρους τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, γιατί αὐτοὶ ὡς ἐθνικὴ ἡγεσία διαμορφώνουν τὴν κοινωνική μας πραγματικότητα.
.            ποδεικνυόμεθα δ τελείως οπλοι πέναντι στν εσβολ τν ξένων πολιτισμικν στοιχείων, γιατί μάθαμε ν δεχόμασθε ναντίρρητα τ κριτήρια τν ξένων γι τν ξιολόγηση το δικο μας πολιτισμο. Ἡ «γιββωνικὴ» θεώρηση τοῦ Βυζαντίου συνεχίζεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κοραῆ μέχρι σήμερα καὶ ἔπρεπε πρῶτοι οἱ Εὐρωπαῖοι (Κ. Krumbacher κ.λπ.), νὰ ἀποτιμήσουν θετικὰ τὸ Βυζάντιο, γιὰ νὰ ἀρχίσουμε καὶ μεῖς νὰ προσέχουμε τὰ δημιουργήματά του, μολονότι μέχρι σήμερα ὁ κοραϊκὸς ἀντιβυζαντινισμὸς ἐπηρεάζει τὴν λεγομένη «προοδευτικὴ» παράταξη σὲ σημεῖο, ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ Βυζάντιο / Ρωμανία περισσότερο ἀπὸ ἕνα μουσεῖο, ποὺ ἔχει κάποια ἀξία, ἀφοῦ τὸ θαυμάζουν οἱ ξένοι καὶ πληρώνουν, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ἐκθέματά του!
.            Ἡ ἀποσύνθεση τοῦ πολιτισμοῦ συντελεῖται μὲ τὴν ὑποκατάσταση τῶν ἐπὶ μέρους στοιχείων τοῦ (π.χ. ἐγκατάλειψη τοῦ παραδοσιακοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ ρυθμοῦ μὲ τὴ λύση τοῦ τσιμέντου καὶ τῆς τσιμεντούπολης). Ὑπάρχει δὲ ἕνα ἀξίωμα στὴ διαπάλη τῶν πολιτισμῶν: ταν πηλυς πολιτισμς καταπίνει κα φομοιώνει τν γχώριο, πώλεια τς ταυτότητος εναι πληρέστερη. Εἶναι δὲ γνωστὴ καὶ ἡ ἀποσυνθετικὴ διαδικασία. Ὁ πολιτισμός, ὡς πλαίσιο ζωῆς, εἶναι συνισταμένη πολλῶν παραμέτρων. Ὅλα δὲ τὰ συστατικὰ στοιχεῖα του συνδέονται μεταξύ τους καὶ συνιστοῦν μίαν ἁλυσίδα. Ἂν λοιπὸν χαθεῖ κάποιος κρίκος, διασπᾶται ἡ ἁλυσίδα καὶ χάνεται ἡ καθολικότητα. Ἕνας δὲ νοθευμένος πολιτισμὸς εἶναι νεκρός, γιατί χάνει πιὰ κάθε δυνατότητα αὐτοσυνειδησίας.
.            Ὑπάρχουν σημαντικὰ παραδείγματα μιᾶς τέτοιας διασπάσεως τῆς πολιτισμικῆς ἁλυσίδας στὸ δικό μας χῶρο, ποὺ τὰ ἀναλύει ὁ Arnold Toynbee. Π.χ. ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἀλφαβήτου σὲ λατινικό, ποὺ ἔκαμε ὁ Κεμὰλ Ἀτατούρκ, ἦταν τὸ ἀποφασιστικὸ βῆμα γιὰ τὸν ἐκδυτικισμὸ τῆς γείτονος Τουρκίας. Ἕνα Νοσοκομεῖο γιὰ τοὺς ξένους τεχνικοὺς στὴν Αἴγυπτο τοῦ 19ου αἰώνα ἔγινε ἡ εἴσοδος τῆς Δύσεως στὴν ἀνατολικὴ αὐτὴ Χώρα. Κατὰ τὸν Toynbee «Ὁ θρίαμβος τῆς δυτικοποιήσεως καὶ ὄχι ὁ θρίαμβος τοῦ βαρβαρισμοῦ καὶ τῆς θρησκείας ἦτο ἐκεῖνος, ποὺ τελικῶς ἐπεξειργάσθη τὴν κατάρρευσιν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας» Εἰδικότερα δὲ γιὰ τὴ δική μας κοινωνία θὰ δηλώσει· «Εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς κοινωνίας ἡ τελευταία πρᾶξις ὑπῆρξεν ὄχι ὁ θρίαμβος τοῦ βαρβαρισμοῦ καὶ τῆς θρησκείας, ὅπως διατεινόταν ὁ Γίββων, ἀλλὰ ὁ θρίαμβος τοῦ ξένου πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέπιε τὴν ἑτοιμοθάνατον κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ ἐνεσωμάτωσε τὴν ὑφήν της εἰς τοὺς ἰδικούς του κοινωνικοὺς ἱστούς». Αὐτὸ ποὺ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ἡ ἐπισήμανση τῆς ἀλλοτριωτικῆς διαδικασίας στὸν δικό μας χῶρο ἀπὸ ἕνα εἰδικὸ μελετητὴ τῶν πολιτισμῶν καὶ μάλιστα εὐρωπαῖο.
.            τραγικότητά μας συνίσταται στ τι δυνατομε σήμερα ν κατανοήσουμε τς μεταβολές, γιατί ζομε μέσα σ’ ατς κα συνυπάρχουμε μ λες τς δυσώπητες συνέπειές τους. Αἰσθητότερα ὅμως κατανοοῦσαν καὶ τὴν μικρότερη μεταβολὴ οἱ σύγχρονοι, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ σημερινοὶ Ἁγιορεῖτες, ὅταν μετὰ ἀπὸ μακρὰ ἐγκαταβίωση στὸ Ὄρος τους ἀναγκάζονται νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Ἀθήνα ἢ ἄλλα ἀστικὰ κέντρα.
.            Οἱ πατέρες μας ὅμως τοῦ 19ου αἰώνα ζοῦσαν τὴν ἀλλοτρίωση σὲ κάθε της βῆμα. Ὀπτικά, βλέποντας τὴ νέα ζωγραφικὴ καὶ «ἁγιογραφία» ἢ τὴ νέα Ἀρχιτεκτονικὴ τῶν πόλεών μας. Ἀκουστικά, ἀκούοντας τὴ νέα μουσική, ποὺ εἰσέδυε καὶ σ’ αὐτοὺς τοὺς Ναοὺς ὡς «κανταδιστικὴ τετραφωνία». (Ο Κ. Οἰκονόμος θὰ ὑπογραμμίσει ἐδῶ τὸ πρόβλημα τῶν τραγουδιῶν τῶν Μισσιοναρίων, ποὺ μὲ τὰ κατηχητικά τους μεταδίδονταν στὴν ἑλληνικὴ νεολαία). Ὑπαρξιακά, ζώντας καθημερινὰ τὴν ἐντεινόμενη ἀλλαγὴ σ’ ὅλο τὸ κλίμα τῆς κοινωνίας. Ἡ εἰσβολὴ τῆς Δύσεως στὴ Χώρα μας τὸν 19ο αἰώνα ἦταν καταλυτική, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν «κατ’ ἀνατολὰς Δύσιν».
.            ρισμένοι κοινωνικο χροι λειτούργησαν ς κέντρα ατς τς λλοτριώσεως, μὲ πρῶτο τὸ βασιλικὸ παλάτι. Τὸ ὀθωνικὸ παλάτι θὰ διαμορφώσει τὴ νέα ἑλληνικὴ κοινωνία στὰ πλαίσια τῆς ἀστικῆς τάξης. Οἱ θυγατέρες τοῦ βαυαροῦ πρωθυπουργοῦ Ἄρμανσπεργκ εἰσάγουν τὸ πρῶτο πιάνο στὴν μικρὴ ναυπλιώτικη καὶ ἀθηναϊκὴ κοινωνία καὶ μεταδίδουν στὴν δική μας «ἀριστοκρατία» τὴν ἐντύπωση ὅτι λίγο πιάνο καὶ λίγα γαλλικὰ στοιχειοθετοῦν τὰ προσόντα μίας κόρης καλῆς οἰκογενείας. Ἡ κ. Ἄρμανσπεργκ ἐξ ἄλλου πρωτοστατοῦσε στὴν δυτικοποίηση τῆς ὑψηλῆς κοινωνίας, μεταδίδοντας τὴν τάση γιὰ ἐπίδειξη καὶ πολυτέλεια. «Πάντα ταῦτα συμβαίνουν εἰς μίαν κοινωνίαν μὲ πλαίσιον δημοκρατικόν, ὡς εἶναι ἡ ἑλληνική», γράφει ὁ Σπ. Μαρκεζίνης. Οἱ δεξιώσεις τῶν Ἀνακτόρων μετέβαλαν σὲ Εὐρώπη τὴ μετεπαναστατικὴ ἑλληνικὴ κοινωνία, σὲ σημεῖο, ποὺ ὁ θρυλικὸς Γέρος τοῦ Μωριὰ νὰ πεῖ ἀγανακτισμένος, ὅταν εἶδε τὸ πρῶτο βὰλς νὰ χορεύεται στὴν καταφώτιστη αἴθουσα: «Αὐτὸ εἶναι μισὴ ἁμαρτία»… Ἔτσι ἄνοιξε ἡ νεογέννητη Ἑλλάδα τὶς πύλες της στὴν Εὐρώπη.

.            Τὸ Ἅγιον Ὄρος ὅμως ἀνθίσταται ρωμαλέα στὴν διείσδυση κάθε ξένου στοιχείου. Ὑψώνει τὸ τεῖχος τῆς δικῆς του παραδόσεως καὶ διασώζει τὶς προϋποθέσεις τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς  –ἀπέναντι στὴ Δύση– συνεχίζεται ἀδιάπτωτος ἀπ’ τὸν 12ο αἰώνα, γιὰ νὰ μὴ εἰσέλθουν στὴν ὀρθόδοξη ἀνατολὴ οἱ φραγκικὲς διαφοροποιήσεις στὸ χῶρο τῆς θεολογίας καὶ πνευματικότητας, οἱ ρίζες δηλαδὴ τοῦ νεωτέρου δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ Ἀγώνας θὰ κορυφωθεῖ τὸν 14ο αἰώνα, ὅταν ὁ Ἡσυχασμὸς μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ θὰ ἀποκρούσει γενναία τὴ Φραγκιὰ καὶ τὰ πνευματικὰ θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ της. Ἀντίβαρο στὸν δυτικότροπο διαφωτισμὸ θὰ ἀναδειχθεῖ ἡ νέα φιλοκαλικὴ ἀναγέννηση τῶν «Κολλυβάδων», τῶν Ἁγιορειτῶν δηλαδὴ Ἡσυχαστῶν Πατέρων τοῦ 18ου αἰώνα σὲ μία κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας μας.
.            Τὸ Ἅγιον Ὄρος προβάλλει ἀδιάκοπα τὴ σθεναρότερη ἀντίσταση στὴν προσπάθεια τῆς Δύσεως νὰ ὑποτάξει τὴν Ἀνατολή. Καὶ δὲν πρόκειται γιὰ κάποια ἀφελῆ ἐπιχείρηση τοῦ δυτικοῦ κόσμου χωρὶς συγκεκριμένη στοχοθεσία, ἀλλὰ γιὰ ἄρτια ὀργανωμένη –κάθε φορά– ἐκστρατεία στὰ πλαίσια τοῦ δυτικοῦ πολιτικοῦ ἐπεκτατισμοῦ. Ἡ μετάδοση τοῦ πολιτισμοῦ ὡς τρόπου ζωῆς εἶναι ἄλλωστε ἡ οὐσιαστικὴ προϋπόθεση τῆς πολιτικῆς ὑποδουλώσεως–ἐξαρτήσεως. Θὰ ἐπιτραπεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ μία σύντομη παρενθετικὴ διασάφηση.
.            ερωπαϊκ ποικιοκρατία πεδίωξε πάντα ν μεταβάλει τν ποικία σ πιστ εκόνα – ντίγραφο τς μητροπόλεως, γι ν μπορε ν φαρμόζει καθολικ ρχ «τν συγκοινωνούντων δοχείων» νάμεσά τους. Ὁ ἰμπεριαλισμός, ὡς διάδοχος κατάσταση τῆς ἀποικιοκρατίας, πάλι ἐπιδιώκει νὰ καταστήσει τὶς ἐξαρτώμενες χῶρες περιφέρεια τοῦ κέντρου ἐξαρτήσεως, δηλαδὴ μεταπρατικὸ χῶρο, ὄχι μόνο οἰκονομικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικό. Ἡ καθολικὴ ἐξομοίωση διευκολύνει τὴν ἐπέκταση τῆς μητροπόλεως στὴ μικρὴ χώρα καὶ τὴ δυνατότητα ἀπόλυτης ἐπιρροῆς. Ἡ οἰκονομικὴ ἅλωση εἶναι γι’ αὐτὸ ἀνάγκη νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὴν πνευματική. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί καὶ στὶς ἡμέρες μας μία οἰκονομικὴ ἕνωση κρατῶν ἀπαιτεῖ προσαρμογὴ σύνολης τῆς νομοθεσίας καὶ ζωῆς τῶν μικρότερων ἑταίρων στὰ πλαίσια τῶν ἰσχυροτέρων μελῶν της. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι τί θὰ προσφέρουν τὰ μικρὰ ἔθνη σὲ μία τέτοια ἕνωση, ἂν ἀφομοιωθοῦν πολιτιστικὰ- πνευματικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁλοτελῆ ὑποδούλωσή τους; Ἀλλὰ στὸ σημεῖο αὐτὸ χρειάζεται μία ἄλλου εἴδους ἐξήγηση.
.            «Ὁ φαινομενικὸς ἀντιδυτικισμὸς τοῦ συγγραφέα δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι καὶ πραγματικὴ ἀποστροφὴ ἀπέναντι στὴν (ὁποιαδήποτε) Δύση. Δὲν σημαίνει, περισσότερο, ἄρνηση καὶ ἀπόρριψη τῆς Εὐρώπης ‘ἄνευ ἑτέρου’, ἀφοῦ πιστεύει, πὼς ἡ συνάντηση λαῶν καὶ πολιτισμῶν καὶ ἡ διασταύρωσή τους εἶναι ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ συνάντηση καὶ συνεργασία μὲ τὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὸ πῶς, μ ποις δηλαδ σωτερικς προϋποθέσεις κα μ ποιος στόχους συναντόμασθε μ τν Ερώπη καὶ τὸν ὑπολοιπο κόσμο καὶ τί περιμένουμε ἀπὸ τὴ συνάντηση αὐτή. Ποιὰ δυνατότητα κριτικῆς ἐπιλογῆς ἔχουμε διασώσει μέσα μας, ποὺ σημαίνει πόσο εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὶς πνευματικὲς καὶ πολιτιστικές μας ρίζες».
.            Μετὰ τὰ παραπάνω μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε καὶ ἐνέργειες τῶν Ἁγιορειτῶν, οἱ ὁποῖες φαίνονται στοὺς ἀνυποψίαστους ὡς πεῖσμα καλογήρων καὶ σκοταδισμός. Π.χ. ἡ ἀντίδραση στὸ ἠλεκτρικὸ φῶς, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε ἀναπόφευκτα στὴν τηλεόραση, στὰ αὐτοκίνητα καὶ τὰ ἄλλα παράγωγα τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, ὅπως καὶ μμον στ φυσικ ζωή, πο διασώζει τς δυνατότητες ρθόδοξης μπειρίας, μ τν μεση σχέση κα νότητα νθρώπου κα κτίσεως, ς φυσικο περιβάλλοντος.
.            Ἔτσι καὶ μόνο μπορεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ κηρύττει προσφέροντας ὄχι λόγια, ἀλλὰ τὸν Θεῖο Λόγο ὡς ζωὴ καὶ ἐμπειρία. Νὰ μὴ λέγει ἁπλῶς «μετανοεῖτε», ἀλλὰ νὰ ὁδηγεῖ στὴν πράξη τῆς μετανοίας μὲ τὸν κατάλληλο ὁδηγό, τὸν Πνευματικὸ–Γέροντα. Ἡ ἴδια ἡ πράξη του γίνεται διδασκαλία. Καὶ πρέπει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ, ὅτι στὰ τελευταῖα χρόνια πολλοὶ κληρικοί, ποὺ κατηχοῦν ἑτεροδόξους ἢ ἀλλοθρήσκους, ποὺ θέλουν νὰ γίνουν ὀρθόδοξοι, τοὺς στέλνουν γιὰ ἕνα διάστημα σὲ κάποιο μοναστήρι κατὰ προτίμηση ἁγιορείτικο, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ζῶσα ὀρθοδοξία καὶ ὄχι ἁπλὰ σχολαστικὰ σκαριφήματα μιᾶς διανοητικῆς κατηχήσεως – διδασκαλίας.
.            Στὸ Ἅγιον Ὄρος ζεῖ κανεὶς τὴν ἑνότητα τῆς ζωῆς ὡς Χριστοζωῆς καὶ Θεοκοινωνίας. Καθολικὰ  τράπεζα – ἐργόχειρο – κανόνας στὸ κελλὶ γίνονται μία συνεχὴς προσευχὴ καὶ ζωή, στὴν ὁποία «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστὸς» (Κολ. γ´11) Ὁ θεολογικὸς λόγος, ποὺ εἶναι καὶ ἐκκλησιαστικός, διασώζει ἀκόμη στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀκέραιο καὶ ἀναλλοίωτο τὸ ἁγιοπατερικό του φορτίο. Δὲν ἔχει χάσει τὴ σωτηριολογικὴ σημαντική του. Π.χ. φῶς σημαίνει ἐκεῖ «ἄκτιστο φῶς» τῆς Χάριτος καὶ ὄχι τὴ γνώση ἢ τὴν κοσμικὴ παιδεία. Γέροντας εἶναι ὁ Πνευματοφόρος (Πνευματικὸς) καὶ ὄχι ὁ ἠθικολογῶν ἐξομολόγος. Π ν ευματικὸς εἶναι ὁ ἔχων Πνεῦμα Ἅγιον, «λαλοῦν καὶ ἐνεργοῦν» ἐν ἑαυτῷ καὶ ὄχι ὁ ἠθικὸς μὲ τὴν κοσμικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου. Κάθαρση εἶναι ἡ διὰ τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν χαρισματικὴ θεραπεία τῆς καρδίας καὶ ὄχι ἡ βελτίωση τῶν τρόπων συμπεριφορᾶς. Ἄσκηση, τέλος, εἶναι ἡ ἐν ταπεινώσει ἄρση τοῦ σταυροῦ τοῦ ἑκουσίου πάθους καὶ ὄχι ἡ διανοητικὴ ἐνασχόληση μὲ τὴν πίστη καὶ ἡ εὐσεβιστικὴ θεολόγηση. Ἔτσι, σημαῖνον καὶ σημαινόμενον στὴν ἁγιορείτικη γλώσσα ταυτίζονται σὲ μία σημαντική, ποὺ σώζει ἀκέραια τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους.

 

ΠΗΓΗ ἀνεπεξ. ἠλ. κειμ. «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ»

, , ,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ [Β´] (Δ. Νατσιός) «Ἂν δὲν ὑπάρχει σ᾽ ἐσᾶς ἀρετή, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέα. Ὅτι ἐκείνου ἡ δικαιοσύνη μᾶς ἔσωσε καὶ θέλει μᾶς σώσει· κι ὅλοι οἱ τίμιοι Ἕλληνες δὲν θέλει κανένας οὔτε νὰ σᾶς ἀκούσει οὔτε νὰ σᾶς ἰδεῖ, ὅτι μᾶς φαρμάκωσε ἡ κακία σας»

Β´ μέρος 

Παράδοση: τροφὸς τοῦ μέλλοντος

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ [Α´] (Δ. Νατσιός) «Βουλιάξαμε σ’ αὐτὸ τὸ ὕπουλο ποτάμι μὲ γλῶσσα ἀνάπηρη, ἀφιλόπατροι καί, κυρίως, χωρὶς τὴν ἀμώμητο πίστη μας, χωρὶς Χριστό»

.               «Ἤμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω ἀπὸ τὴν πιὸ φρικτὴ καὶ βάρβαρη δουλεία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος. Καὶ ὅμως «ἰδοὺ ζῶμεν» Ἀλλὰ πῶς; Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰ. ἕνας Γάλλος Ἰησουίτης ὀνόματι Ρισάρντ, περιηγεῖται τὴν σκλαβωμένη Ἑλλάδα. Ἐπιστρέφοντας στὴ χώρα του ἔγραψε ἕνα βιβλίο. Ἀποσπῶ μία ἐντύπωσή του.
.               «Πολλὲς φορὲς ἀπορῶ πῶς κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώση ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν Τουρκία καὶ πῶς ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα 1.200.000 Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ σκεφτῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία… Καὶ ὅμως οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐτυχισμένοι ποὺ παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πς ατ φείλεται στν λατρεία πο τρέφουν στν Παναγία… Σ λα τ σπίτια βλέπεις εκόνες τς Παναγίας. Εἶναι ὁ φρουρὸς ἢ καλύτερα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα στρέφουν τὸ βλέμμα, ὅταν τοὺς συμβῆ κάτι κακό, ἱκετεύοντας τὴν βοήθειά της. Σ’ αὐτὴν ἀπευθύνονται γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεό, ἂν μὲ τὴ δική της μεσολάβηση ἔλθη κάτι καλὸ στὸ σπιτικό τους…Ὁ ἴδιος διαπίστωσα μὲ πόση φυσικότητα, μὲ πόση εὐγλωττία καὶ συγκίνηση μιλοῦν στὶς οἰκογενειακές τους κουβέντες γι’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν».
.               Θαῦμα τῆς Θεομάνας μας ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ Γένους. Ταῖς πρεσβείας τῆς Θεοτόκου Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς, ἔψαλλαν οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες. Μόνο αὐτὸ τὸ ρουσφέτι μᾶς ἐπιτρέπεται. Ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους, στάθηκε ἑλληνοσώτειρα στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. «…Σωστὰ τόπανε, πὼς σὲ πολλὲς κρίσιμες ὧρες τὸ ράσο στάθηκε ἡ ἐθνικὴ σημαία τῆς Ἑλλάδας στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς. ν πάρχουμε σήμερα σν λληνικ φυλή, εναι γιατί κρατηθήκαμε π τ μφιο τς θρησκείας μας λα ατ τ χρόνια», διαλαλεῖ ὁ λογοτέχνης Στρατὴς Μυριβήλης. Καὶ στὰ σπίτια τῶν Ρωμηῶν ἔστεκαν ὁλόρθες οἱ μάνες. Ἀπ’ ὅλα τὰ λαλούμενα / κάλλιο λαλεῖ ἡ καμπάνα / κι ἀπὸ ὅλα τὰ μυρωδικὰ / κάλλιο μυρίζει ἡ μάνα», λέει ὁ λαός μας. Σήμερα στὰ βιβλία γλώσσας τοῦ Δημοτικοῦ – τὰ περιοδικὰ ποικίλης ὕλης, ὅπως ἀπροκάλυπτα τὰ ὀνομάζω – ζητοῦν ἀπὸ τὰ παιδιὰ νὰ γράψουν, νὰ βροῦν ἕνα νανούρισμα γιά… χταπόδια. Λέει ἕνας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας «ἕκαστος ἑρμηνεύει τὰ πράγματα κατὰ τὸ ἴδιον νόσημα». Ἡ παράδοσή μας δὲν περιέχει τέτοιες ἐξοργιστικὲς ἀνοησίες. Μεταφέρω ἕνα ὡραῖο νανούρισμα ἀπὸ τὰ χρόνια της Τουρκοκρατίας.
.               «Κάμε, Χριστὲ καὶ Παναγιὰ / καὶ θρέψε τὸ παιδί μου / νὰ μεγαλώση νὰ θραφῆ / καλὸ παιδὶ νὰ γίνη. / Τύχη χρυςῆ ἂς τοῦ δίνεται / καὶ φώτιση μεγάλη / νὰ μάθη γράμματα πολλὰ /καὶ φρόνιμο νὰ γίνη / γιὰ νὰ κερδίζη χρήματα / παντοῦ καλὰ νὰ κάμνη / ἕνα καὶ εἴκοσι σχολειὰ / μ’ ἀληθινοὺς δασκάλους / νὰ μάθουν γράμματα οἱ φτωχοὶ / ἀνθρῶποι νὰ γενοῦνε / νὰ μάθουν πὼς ὀρφανέψαμε / ἀπὸ τοὺς ἄρχοντάς μας / νὰ μάθουν πὼς ξεχάσαμεν τοῦ γένους μας τὰ φρένα / πὼς ὁ καθείς μας χρεωστεῖ / βοήθειαν νὰ δίνη / εἰς τὰ σχολειά, στὶς ἐκκλησιὲς / καὶ τὰ ὀρφανεμένα». Στ σπίτι παιρναν τ παιδι γωγ γιότητας. Εἶναι εὐαγγελικὴ ἐπιταγή: «Ἅγιοι γίνεσθε», λέει ὁ Κύριος. Καὶ μετὰ πηγαίνανε στὰ «Κρυφὰ Σχολειά», «ὅπου μέσα τους χιονισμένο, βρεγμένο συνάζονταν ὅλο τὸ Ἔθνος. Καὶ τὸ κιτρινισμένο ράσο τοῦ παπαδάσκαλου, μύριζε σμύρνα ἀπὸ κείνη ποὺ οἱ μάγοι ὁδοιποροῦντες ἐπῆγαν καὶ φιλέψανε τὸν Ἰησοῦ», γράφει ὄμορφα ὁ Νικηφ. Βρεττάκος. Κι ἂν πᾶμε σὲ ἐκείνη τὴν ἔσχατη γωνιὰ τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν Κύπρο, θὰ βροῦμε γύρω στὰ 1600 τὸν Νεόφυτο Ροδινὸ νὰ γράφει λόγια σπουδαῖα καὶ ἐπίκαιρα: «Δύο πράγματα ἀπὸ ὅλα περισσότερον μοῦ φαίνεται καὶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος χρεώστης εἰς τὴν ζωήν του, νὰ ἀγαπᾶ, νὰ τιμᾶ καὶ νὰ διαφενδεύει· ἤγουν τὴν πίστιν του καὶ τὴν πατρίδα του. Τὴν πίστιν του, διότι διὰ μέσου αὐτῆς τῆς πίστεως ὅπου κρατεῖ ἐβγαίνοντας ἀπὸ τούτην τὴν ζωήν, ἐλπίζει νὰ ἔχει ἀνταμοιβὴν καὶ πλερωμήν, καθότι ἔζησεν εἰς ἐκείνην. Τὴν πατρίδα χρεωστεῖ κάθε εἰς νὰ τὴν ἀγαπᾶ καὶ νὰ τὴν τιμᾶ καὶ νὰ πολεμᾶ διὰ ἐκείνην, διότι ἐβγάζοντας τὴν παλαιὰν παραγγελίαν ὅπου νουθετᾶ καὶ λέγει μάχου ὑπὲρ πατρίδος, πολέμα διὰ τὴν πατρίδα σου, εἶναι ἀκόμη καὶ ἠθικὸς μάλιστα φυσικὸς νόμος, κάθε ἕνας νὰ ἀντιστέκεται καὶ νὰ ὑπερμαχεῖ τῆς πατρίδος του, κἄν τε καλὴ καὶ ὀνομαστὴ εἶναι, κἄν τε ἀχαμνὴ (= ἀδύνατη) καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς ἀγνώριστη». Ἡ πατρίδα μας σήμερα εἶναι «ἀχαμνὴ καὶ ἀγνώριστη», ἀλλὰ τὴν ἀγαπᾶμε, ἂς φτώχυνε, δὲν φτύνουμε τὴ μάνα μας, ὅταν εἶναι ἀναγκεμένη. «Φίλει τὴν πατρίδα κἂν ἄδικος ᾖ», ἔλεγε ὁ Πλάτων. Καὶ ὁ πατριδοφύλακας στρατηγὸς Μακρυγιάννης, ποὺ ἔγραφε μὲ τὸ σπαθί του καὶ ὄχι μὲ τὸ κοντύλι, μᾶς κανοναρχεῖ ὅλους ἐμᾶς ποὺ λιποψυχήσαμε, γιατί ἔπεσε τὸ κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα: «Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ᾽νεργήσω κι ὅ,τι θέλουν ἄς μοῦ κάμουν».
.           Καὶ μιὰ καὶ εἴμαστε στὸ ’21, τὴν “ἁγιασμένη Ἐπανάσταση”, ποὺ ἔλεγε ὁ Κόντογλου, θὰ ἀναφερθῶ καὶ σ’ ἄλλο ἕνα λιοντάρι, στὸν θρυλικὸ «Γέρο τοῦ Μοριᾶ», τὸν Θοδωρῆ Κολοκοτρώνη. Τὸ 1838, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Δασκάλου τοῦ Γένους, Γ. Γεννάδιου, ἀνεβαίνει στὴν Πνύκα καὶ μιλᾶ στοὺς νέους τῶν Ἀθηνῶν, στοὺς νέους τῆς Ἑλλάδας καὶ τότε καὶ τώρα. Ἂς ἀκούσουμε τὸν γερο-καπετάνιο. Ἀφοῦ προτάσσει τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ χωνέψουν οἱ τωρινοὶ ἐκκλησιομάχοι, «πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστι σας, καὶ νὰ τὴν στερεώνετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τ’ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα, ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», λέει: «Παιδιά μου, νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ εἰς τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλό τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς ἀξίζει εἶναι στὰ γράμματα. Ἀλλὰ στὰ «γράμματα» ποὺ διαβάζουν οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε, στὰ γράμματα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν ἁγίων, τῶν ἡρώων. Ὁ ἀγράμματος, ἀλλὰ βαθιὰ μορφωμένος Κολοκοτρώνης, μὲ τὰ τελευταῖα του λόγια ἐπαναλαμβάνει ἕναν ἀπὸ τοὺς γοναίγους τῆς ἀνθρωπότης, τὸν Θουκυδίδη. Γράφει στὸ Β´, 60. «Καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ’ ἑαυτόν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος, οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχὼν δέ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασώζεται». Μεταφράζει ὁ Ἐλ. Βενιζέλος. «Διότι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εὐδοκιμεῖ εἰς τὰ ἰδιωτικάς του ὑποθέσεις, ἐὰν ἡ πατρίς του καταστραφεῖ, χάνεται κι αὐτὸς μαζί της, ἐνῶ εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θὰ σωθεῖ, ἐὰν κακοτυχεῖ μὲν ὁ ἴδιος, ἡ πατρίς του ὅμως εὐτυχεῖ». Μεγάλα λόγια. Τὸ «ἐμεῖς μᾶς σώζει», τὸ «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς. Ἔλεγε χαριτωμένα ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. «Κλείνουμε λάθος τὴν ἀντωνυμία. Λέμε ἐγώ, ἐσὺ αὐτός. Νὰ λέμε αὐτός, ἐσύ, ἐγώ». «Ξέρετε πότε νὰ λέμε “ἐγώ”;», λέει ἕνας ἄλλος γέροντας, «ὅταν ἐξομολογούμαστε τὴν ἁμαρτία, “ἐγὼ φταίω”, καὶ ὅταν ὁμολογοῦμε Χριστό, τὴν πίστι μας. «Χριστιανὸς εἰμί», ἔλεγαν οἱ Μάρτυρες. Καὶ πίστη εἶναι, λέει ἕνας ἄλλος ποιητής, ποὺ ὕμνησε τὸν Ποιητὴ τῶν ὅλων, ὁ Γεώργιος Δροσίνης, «Πίστη εἶναι ὅταν / ὅσο ἀλόγιστο καὶ πλάνο / ὁ νοῦς κι ἂν τὸ ξέρη. / Ἥλιο προσμένει τὰ μεσάνυχτα / κι ἀστροφεγγιὰ τὸ μεσημέρι». Ναί, νὰ ὁμολογοῦμε τὴν ἀμώμητο πίστη μας. Σήμερα ἡ πατρίδα, ἡ Ἐκκλησία δὲν θέλει δεινοὺς συζητητές, ἀλλὰ ἀτρόμητους ὁμολογητές. Νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας, νὰ ὁμολογοῦμε τὴν φιλοπατρία μας. Ἦταν νέο παιδί, 18 χρονῶν δροσιὰ ὁ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης, προτείνουν οἱ Ἄγγλοι στὴ μάνα του νὰ προδώσει νὰ τὸν πείσει. Ἀπαντᾶ ἡ ἀγέρωχη Ρωμηά. «Ἐγὼ δὲν ἐγέννησα παιδὶν νὰ τὸ λαλοῦν προδότην. Χαλάλι τῆς πατρίδας μου τὸ γαῖμαν τοῦ παιδιοῦ μου». Ἔτσι ἔγινε, πῆρε, ὁ ἀντρειωμένος Εὐαγόρας, τὴν ἀνηφοριά, τὰ σκαλοπάτια, ποὺ πᾶν στὴν λευτεριά. Σήμερα ποὺ φτώχυνε ἡ πατρίδα μας, ποὺ παρέπεσε ἡ μάνα μας, θέλει νὰ τὴν σηκώσουμε στὰ χέρια. Δὲν ἡττηθήκαμε. «Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων», λέει ὁ ἅγιος Ν. Καβάσιλας. Μᾶς ποδοπατοῦν οἱ Φράγκοι ἡγεμόνες μᾶς λοιδοροῦν, μᾶς πομπεύουν. Τὰ ἴδια ἔλεγαν καὶ γιὰ ἐκεῖνα τὰ λιοντάρια, μὲ τὰ λερὰ ροῦχα καὶ τὰ σκελετωμένα κορμιά, τοῦ Εἰκοσιένα. Καὶ τοὺς ἀπαντοῦσε ὁ γερο-Μακρυγιάννης «…τοῦ κάκου κοπιάζετε. Ἂν δὲν ὑπάρχει σ᾽ ἐσᾶς ἀρετή, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέα. Ὅτι ἐκείνου ἡ δικαιοσύνη μᾶς ἔσωσε καὶ θέλει μᾶς σώσει· κι ὅλοι οἱ τίμιοι Ἕλληνες δὲν θέλει κανένας οὔτε νὰ σᾶς ἀκούσει οὔτε νὰ σᾶς ἰδεῖ, ὅτι μᾶς φαρμάκωσε ἡ κακία σας».
.               Ὅταν ἐγίναμε κράτος, ὅταν ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ τὸ ἐπέτρεψε – ἡ οἰκονομία τῶν σημερινῶν χαλασοχώρηδων, πάει νὰ ἀκυρώσει τὸ ’21 – οἱ πατέρες μας ἀποφάνθηκαν, στὴν Γ´ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας: «Κάλλιον νὰ μὴν ὑπάρχει Ἕλλην εἰς τὸν κόσμον, παρὰ νὰ ἀτιμάζει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν». Τὸ πρόβλημά μας εἶναι ἀποκλειστικὰ πνευματικό. Δηλαδὴ πρόβλημα ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ στάση ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ κατὰ συνέπεια τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα. Δὲν ἔχει ἀπολύτως κανένα νόημα νὰ μιλῶ γιὰ ἐλευθερία, πατρίδα, πολιτισμό, ἂν δὲν ξεκαθαρίσω ἐπιτέλους ὡς ληστὴς ποὺ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς βιοτῆς του, τί θὰ πῶ στὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο, ποὺ ἑκουσίως μαρτυρεῖ δίπλα μου: Θὰ πῶ «μνήσθητί μου, Κύριε» ἢ «ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι». Μὲ τὸ «μνήσθητι» ὑπάρχω καὶ σώζομαι μὲ τὴν διαβολή, ἀτιμάζω τὸ κατ’ εἰκόνα.
.               Ἂς μὴν ἀκοῦμε τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο. Ὁ κόσμος σήμερα πλανᾶται. Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Γεροντάδες τοῦ Γένους, ὁ μακαριστὸς Ἰωσὴφ ὁ Βατοπαιδινὸς ἔλεγε ὅτι ἄκουσε μία μάνα νὰ λέει στὴν κόρη της: «Ἄκουσε, κόρη μου, ἐγὼ σὰν μεγαλύτερη θὰ πεθάνω, καὶ οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται εἶναι πολὺ δύσκολες. Μπορεῖ νὰ ἔρθει μία περίοδος ὅπως τότε στοὺς Ἑβραίους τῆς Π.Δ. καὶ νὰ χαθοῦν οἱ γραφὲς καὶ τὰ Εὐαγγέλια. Ὅπως καὶ ἦρθε αὐτὴ ἡ περίοδος ἐπὶ Ἰωσίου τοῦ εὐσεβοῦς Βασιλέως. Ἂν λοιπὸν ἔλθει μία περίοδος τέτοια, τῆς λέει, καὶ δεῖς ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἔτσι δὲν θὰ ξέρετε τί νὰ κάνετε, τότε νὰ κοιτᾶς τί κάνει ὁ κόσμος κι ἐσὺ νὰ κάνεις τὸ ἀντίθετο. Καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο». Μὲ ἄλλα λόγια αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐπανάσταση…

 

,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ [Α´] (Δ. Νατσιός) «Βουλιάξαμε σ’ αὐτὸ τὸ ὕπουλο ποτάμι μὲ γλῶσσα ἀνάπηρη, ἀφιλόπατροι καί, κυρίως, χωρὶς τὴν ἀμώμητο πίστη μας, χωρὶς Χριστό».

Α´ μέρος 

Παράδοση: τροφὸς τοῦ μέλλοντος

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.            Ἐν ἀρχῇ παραπομπὴ σ’ ἕναν μύθο τοῦ Αἰσώπου, ἂς ἔχουμε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ὅτι «μύθος ἐστὶ λόγος ψευδὴς εἰκονίζων τὴν ἀλήθειαν», ὁ μύθος ἐξεικονίζει, ὑποδηλώνει μία ἀληθινὴ κατάσταση.
.            Πρῶτα τὸ ἀρχαῖο κείμενο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀειφεγγῆ προγονικὴ γλῶσσα καὶ κατόπιν ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση: «Ὄνος ἅλας γέμων ποταμὸν διέβαινεν. Ὀλισθήσας δὲ ὡς κατέπεσεν εἰς τὸ ὕδωρ, ἐκτακέντος τοῦ ἁλός, κουφότερος ἐξανέστη. Ἠσθεὶς δὲ ἐπὶ τούτῳ, ἐπειδὴ ὕστερον σπόγγους ἐμπεφορτισμένος, κατά τινα ποταμὸν ἐγένετο, ὠήθη ὅτι, ἐὰν πάλιν πέση, ἐλαφρότερος διεγερθήσεται. Καὶ δὴ ἑκὼν ὠλίσθησε. Συνέβη δὲ αὐτὸν τῶν σπόγγων ἀνασπασάντων τὸ ὕδωρ, μὴ δυνάμενον ἐξανίστασθαι, ἐν τούτῳ ἀποπνιγῆναι». Δηλαδή: «Ἕνας γάϊδαρος φορτωμένος ἁλάτι περνοῦσε ἕνα ποτάμι, ἀλλὰ γλίστρησε κι ἔπεσε στὸ νερό. Ἐπειδὴ ἔλιωσε τὸ ἁλάτι σηκώθηκε ἐλαφρότερος. Χάρηκε μ’ αὐτὸ κι ἔτσι μία ἄλλη φορὰ ποὺ περνοῦσε φορτωμένος σφουγγάρια ἕνα ποτάμι, σκέφτηκε ὅτι, ἂν πέσει πάλι, θὰ σηκωθεῖ ἐλαφρότερος. Πράγματι γλίστρησε σκόπιμα. Τότε ὅμως τὰ σφουγγάρια ρούφηξαν τὸ νερό, βάρυναν καὶ ὁ γάϊδαρος πνίγηκε».
.            Τὸ πάθημα τοῦ γαϊδάρου, τὸ πάθαμε κι ἐμεῖς ὡς λαὸς καὶ δὲν ἐννοῶ ὅτι ἔχουμε κάποια σχέση μὲ τὸ ἄκακο ζῶο. Ἂν καὶ ὁ Γ. Σουρῆς, ποιητὴς κλαυσιγελώτων, ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν οἱ ἀρχαῖοι, λέει γιὰ τοὺς πολιτικούς: «Ὦ Ἑλλὰς ἡρώων χώρα/τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα».
.            Κουβαλούσαμε, λοιπόν, ὡς λαὸς στοὺς ὤμους μας ἁλάτι. Τὸ ἁλάτι ἦταν καὶ εἶναι πολύτιμο. Ὁ Ὅμηρος τὸ ἀποκαλεῖ «θεῖον» καὶ χαρακτηρίζει βαρβάρους τοὺς λαοὺς ποὺ δὲν τὸ χρησιμοποιοῦν. «Οὐδὲ θ’ ἅλασσι μεμιγμένον εἶδαν ἕδουσι». (Ὀδ. Λ, 123) «καὶ οὔτε κἂν ἁλατισμένο φαγητὸ τρῶνε». «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ ἅλας τῆς γῆς», ἐσεῖς εἶστε τὸ ἁλάτι τῆς γῆς, λέει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του, ὅλων τῶν αἰώνων. Τὸ ἁλάτι, παλιότερα, τὸ χρησιμοποιοῦσαν ὅπως σήμερα τὸ ψυγεῖο. Μὲς στὸ ἁλάτι ἡ τροφὴ δὲν σαπίζει. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ, συντηρεῖ τὸν κόσμο, τὸν σώζει καὶ νοστιμίζει τὴν ζωή, τῆς δίνει νόημα. Ἁλάτι εἶναι ἡ παράδοσή μας. Τί εἶναι παράδοση; Σύμφωνα μὲ τὴν ἐτυμολογία της, παράδοση δὲν εἶναι ὅ,τι παραλαμβάνει κανεὶς (ἀλλιῶς θὰ λεγόταν παραλαβὴ) ἀλλὰ ὅ,τι θὰ παραδώσει. (Ἀπὸ τὸ ρῆμα “παραδίδωμι”). Παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων. Δὲν εἶναι στροφὴ πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τροφὴ γιὰ τὸ μέλλον. «Ἑλλάδα εἶσαι γεννημένη ἀπὸ τοὺς πεθαμένους», λέει ὁ ποιητὴς Τ. Λειβαδίτης, Ποτάμι εἶναι οἱ σειρῆνες τῆς καλοπέρασης, τῆς ὑλοφροσύνης, τοῦ εὔκολου καὶ ἄκοπου πλουτισμοῦ, αὐτὸ ποὺ λέμε Νέα Ἐποχή, ποὺ θέλει τὴν ζωή μας νὰ μοιράζεται μεταξὺ δύο συσκευῶν: τῆς τηλεόρασης καὶ τοῦ ψυγείου. Νὰ βλέπουμε τί θὰ φᾶμε καὶ νὰ τρῶμε βλέποντας. Γι’ ατ κα μς νομάζουν “καταναλωτς” κα χι “πολίτες”. Καταναλωτς εναι τ ζα. Λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ἄνθρωπος γὰρ ἐστὶν οὐκ ὅστις χείρας καὶ πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ’ ὅστις ἐστὶ λογικὸς μόνον, ἀλλ’ ὅστις εὐσέβειαν καὶ ἀρετὴν μετὰ παρρησίας ἀσκεῖ». (Ε.Π. 49, 423).
.            Βουλιάξαμε σ’ αὐτὸ τὸ ὕπουλο ποτάμι, ἔλιωσε τὸ ἅλας, χάσαμε καὶ ξεχάσαμε τὴν παράδοσή μας καὶ νιώσαμε ἐλεύθεροι. Μ γλῶσσα νάπηρηλεγε σοφς Ρσος γλωσσολόγος, «ταν ο χθροί σου θ χουν ξεμάθει τν ρθογραφία τους, ν ξέρεις τι νίκη πλησιάζει»φιλόπατροι καί, κυρίως, χωρς τν μώμητο πίστη μας, χωρς Χριστ καὶ «χωρὶς Χριστό, ὅλα ἐπιτρέπονται», κατὰ τὴν ἀειθαλῆ ρήση τοῦ Ντοστογιέφσκι.
.            Φορτωθήκαμε σφουγγάρια, εἴχαμε τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο καὶ πήραμε ἀσκιὰ γιομάτ’ ἀγέρα καὶ κούφια καρύδια, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης.
.            Ὅμως, ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε. Ἕνας σύγχρονος γέροντας, ὁ πατὴρ Ἀνανίας Κουστένης, λέει: «Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει, μόνο λίγο καιρὸ ξαποσταίνει. Τώρα εἴμαστε στὸ ξαπόσταμα». Ποιὰ εἶναι ἡ λύση. Νὰ γυρίσουμε πίσω: «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν, πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω», ἔλεγε ὁ σοφὸς ἀθηναιογράφος Δημήτρης Καμπούρογλου. Σ’ αὐτὸ τὸ διαμαντένιο πέλαγος, τὴν παράδοσή μας, θὰ βουτήξω καὶ θὰ ἀνασύρω λίγα τιμαλφῆ καὶ πολύτιμα γιὰ νὰ δοῦμε τί μᾶς πρέπει. Τώρα εἴμαστε σὰν τὸν ἄρρωστο, ὅμως δὲν εἴμαστε μόνοι μας. «Ἰδού, ὁ Χριστὸς ποὺ γέρνοντας/ σ᾽τοῦ πόνου τὸ κρεββάτι / σοῦ σιάζει τὸ προσκέφαλο / καὶ σὲ παρηγορᾶ», γράφει ὁ Σολωμὸς σ’ ἕνα ἐξαιρετικό του ποίημα.
.            Κατὰ ἐποχὲς κάποιες λέξεις, καταλαμβάνουν πρωτεύουσα θέση στὸ λεξιλόγιό μας. Τώρα ἡ ἐπίζηλη λέξη εἶναι ἡ κρίση. Κατ’ ἐμὲ ἡ κρίση, γιὰ μᾶς τοὺς Ρωμηοὺς τουλάχιστον, εἶναι ἕνα προσωπεῖο πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο βρίσκεται ἕνα πρόσωπο, ὁ τωρινὸς Ἕλληνας, ἡ σημερινὴ Ἑλληνίδα, ποὺ νοσταλγοῦν. Ἡ κρίση γιὰ μᾶς εἶναι μία πολὺ ὀδυνηρὴ νοσταλγία. Ἡ λέξη νοσταλγία, δὲν εἶναι λέξη ἑλληνική, τὸ σωστότερο εἶναι νὰ ποῦμε ὅτι μιλάει ἑλληνικά. Ὅπως, ἔλεγε ὁ μεγάλο Εὐρωπαῖος φιλόσοφος, Χάιντεγγερ, «αὐτὸ ποὺ χωρίζει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη γλῶσσα, εἶναι ὅτι οἱ λέξεις δὲν παραπέμπουν στὰ πράγματα, ἀλλὰ εἰκονίζουν τὰ πράγματα. Ἀπαντᾶ ἡ κάθε λέξη στὸ ἐρώτημα «τί ἐστίν». Νόστος εἶναι ἡ ἐπάνοδος, ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα, ἡ παλιννόστηση. Ἄλγος εἶναι ὁ πόνος. Τὶς «παντρεύει» ὡραιότατα αὐτὲς τὶς δύο λέξεις ἡ γλῶσσα μας, καί… τί τίκτεται; Ἡ νοσταλγία, ὁ πόνος, ὁ πόθος τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα. Παραπέμπω σ’ ἕνα ἔξοχο κείμενο τοῦ τροπαιούχου νομπελίστα μας ποιητῆ Γιώργου Σεφέρη. «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρός», ἔλεγε τὸ 1936, «καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα· πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα ποὺ τόσο σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μὲ μία πολὺ βαριὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό…». Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ Ρωμηοί, οἱ Γραικοί, καὶ τὰ τρία δικά μας εἶναι –ἕνα μοιρολόι τῆς Ἅλωσης τῆς Πόλης, τοῦ Ματθαίου, Μυρέων, ἔγραφε: «Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον στὸ γένος τῶν Ρωμαίων / Ὤ! Πῶς ἐκαταστάθηκε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων / Σ’ ἐμᾶς εἰς ὅλους τοὺς Γραικοὺς / νὰ ἔλθη τούτ’ ἡ ὥρα»– τὴν πίκρα, τὴν ὀδύνη αὐτή, τὴν καταργοῦμε μὲ δύο δυνάμεις: τὴν πίστη καὶ τὴν μνήμη. Τὸ ἁγιασμένο πετραχήλι τοῦ Πατροκοσμᾶ δίδασκε ψυχὴ καὶ Χριστό. Τὸ ἴδιο πράγμα εἶναι. Πρέπει νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας – ἂν καὶ δὲν μοῦ ἀρέσουν τὰ «πρέπει», «νὰ γδάρω τὸ πρέπει ἀπὸ τὸ γιώτα καὶ νὰ τὸ φτάσω μέχρι τὸ πῖ» ἔλεγε ὁ Ἐλύτης – ἔχουμε χρέος νὰ ἀνακαλύψουμε πάλι τὸ χρυσοφόρο κοίτασμα τῆς Παράδοσής μας. Κυρίως οἱ νέοι.
.            «Νὰ μὴν βαριέστε τὸ ψάξιμο / καὶ νὰ μὴν κουράζεστε στὸ σκάψιμο». Ἔτσι ἀποκρίθηκε ὁ Παλαμᾶς σὲ φοιτητικὴ συντροφιὰ ποὺ τὸν ἐπισκέφτηκε τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940. Καὶ μέθυσαν ἐκεῖνα τὰ παιδιὰ μὲ τὸ «ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ᾽21».
.            Καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ διαμαντοφόρητο πέλαγος τῆς παράδοσής μας, ποὺ φιλοξενεῖ τὰ προσανάμματα ποὺ ἐφώτισαν ὅλη τὴν Οἰκουμένη θὰ βγάλω λίγα κοσμήματα ἀπὸ μία περίοδο τῆς ἱστορίας μας, ποὺ δὲν τὴν πολυτιμοῦμε. Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τότε ποὺ ἔλαμπε τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, ἡ Πονεμένη Ρωμηοσύνη. Σήμερα δὲν ζοῦμε μία νέα Τουρκοκρατία, ὕπουλη καὶ δολερή, ὅπως ἔλεγε ὁ Μάνος Χατζηδάκις; Ὅπως καὶ τότε ἔτσι καὶ τώρα οἱ φίλοι μας οἱ Εὐρωπαῖοι μᾶς μέμφονται ὅτι δὲν εἴμαστε ἀπόγονοι Ἑλλήνων. Ὅταν κάποτε ἕνας Φράγκος ρώτησε τὸν Σεφέρη, «μὰ πιστεύετε σοβαρὰ ὅτι εἶστε πραγματικὰ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ» ἀπάντησε: «Ὄχι, εἴμαστε ἀπόγονοι μονάχα τῆς μάνας μας, ποὺ μᾶς μίλησε ἑλληνικά, ποὺ προσευχήθηκε ἑλληνικά, ποὺ μᾶς νανούρισε μὲ παραμύθια γιὰ τὸν Ὀδυσσέα, τὸν Ἡρακλῆ, τὸν μαρμαρωμένο βασιλιὰ καὶ τὸν Παπαφλέσσα καὶ ἐνίωθε τὴν ψυχή της νὰ βουρκώνει τὴν Μεγάλη Παρασκευή, μπροστὰ στὸ ξόδι τοῦ Θεανθρώπου».
.            Καὶ νά ᾽ταν μονάχα οἱ ξένοι; Ἔχουμε καὶ τοὺς δικούς μας Γραικύλους τῆς σήμερον, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἕνας παλιὸς θυμόσοφος ἐπίσκοπος ἔλεγε γιὰ κάποιους μεταμοντέρνους ἐκκλησιομάχους «ἂν δώσεις μία ὀδοντογλυφίδα σὲ ἕναν Νεοέλληνα, ἰδίως ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ξεκινᾶ τὸ ἐπίθετό του μὲ τὸ “παπα” [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ……! ! !], τότε στὰ δόντια του θὰ ἀνακαλύψεις ψίχουλα ἀπὸ τὰ πρόσφορα, ποὺ ἔφαγε καὶ μεγάλωσε ἡ οἰκογένειά του»

,

Σχολιάστε

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ «Ὅσοι ἀρνοῦνται τήν παράδοση, ἀγνοοῦν τήν πνευματική της ἀξία καί ὁ ἐκκοσμικευμένος νοῦς τους δέν μπορεῖ νά κατανοήσει καί τά ἁπλούστερα τῆς κατά Θεόν ζωῆς.».

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

 ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 22.02.2013

.         Ὁ σεβασμὸς στήν ἐκκλησιαστική παράδοση εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται κατά Θεόν καί βρίσκει ἀνάπαυση στίς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀπό τήν ἱστορία γνωρίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι ἦταν φίλοι τῆς παράδοσης καί ἀπέφευγαν κάθε ἐκσυγχρονισμό καί ἀναθεώρηση. Ὅσοι ἀρνοῦνται τήν παράδοση, ἀγνοοῦν τήν πνευματική της ἀξία καί ὁ ἐκκοσμικευμένος νοῦς τους δέν μπορεῖ νά κατανοήσει καί τά ἁπλούστερα τῆς κατά Θεόν ζωῆς.
.         Ἐάν ζούσαμε στόν α´ μ. Χ. αἰώνα, δίκαια μερικοί θά ἀμφισβητοῦσαν κάποιες παραδόσεις, γιατί δέν θά ὑπῆρχαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι θά εἶχαν ζήσει σύμφωνα μέ αὐτές, γιά νά ἔδιναν σέ αὐτές τό ἀπαραίτητο κῦρος.
.         Οἱ εἴκοσι αἰῶνες ὅμως χριστιανικοῦ βίου, πού ἔχουν περάσει, διαμόρφωσαν τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι τήν ἔχουν ἀναγνωρίσει ὡς ἀναγκαία καί σωτηριώδη.
.         Ἡ παράδοση διαμορφώνει τό μοναδικό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας, πού στίς ἡμέρες μας εἶναι χαρακτηριστικό τῶν λίγων. Ἡ ἐποχή μας εἶναι δύσκολη καί οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό την Ἐκκλησία καί ζοῦν χωρίς τήν παράδοση.
.         Τήν ἀξία τῆς παράδοσης δέν ἔχουν ἐκτιμήσει κυρίως οἱ ἑτερόδοξοι, δηλαδή οἱ παπικοί καί οἱ προτεστάντες, γι᾽ αὐτό καί την ἀπέρριψαν, νομίζοντας ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαθαίρουν τήν πίστη ἀπό τά βλαπτικά στοιχεῖα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἀπογυμνώνουν τήν πίστη καί τήν ἐκθέτουν σέ πολλούς κινδύνους. Ἔτσι οἱ παπικοί θεοποίησαν τόν Πάπα, ἀναγνωρίζοντάς του ἰδιότητες, πού δέν συναντῶνται στούς κοινούς ἀνθρώπους, οἱ δέ προτεστάντες βασίστηκαν στίς προσωπικές τους ἐπιλογές, καί διαιρέθηκαν σέ ὁμάδες καί ὑποομάδες καί γίνανε ἀγνώριστοι. Οἱ ἑτερόδοξοι μοιάζουν μέ τά μισοξεραμένα δέντρα, πού ἔχουν ἐλάχιστα κλαδιά μέ φύλλα, ἐνῶ τά περισσότερα εἶναι ξερά καί μοιάζουν με τά κέρατα τοῦ διαβόλου. Ἔχουν φτάσει στήν ἔσχατη πτώση, ἀνατρέπουν τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀρνοῦνται τό ἦθος της, μέ ἀποτέλεσμα νά διαμορφωθεῖ ἕνας χριστιανισμός χωρίς ἠθική καί δίχως πνευματικότητα.
.         Ὁ Γέροντας Παΐσιος, γιά νά δείξει τή διαφορά πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στούς Ὀρθοδόξους καί τούς παπικούς καί προτεστάντες χρησιμοποιοῦσε τήν εἰκόνα τοῦ πετρόκτιστου κτηρίου.Ἔλεγε ὅτι ἄν βγάλουμε τή λάσπη ἀπό τόν τοῖχο, δέν θά στηρίζονται οἱ πέτρες μεταξύ τους. Οἱ παπικοί ἔβγαλαν τή λάσπη καί ἀποσταθεροποίησαν τό οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ προτεστάντες, ἀκόμα πιό ἔξυπνοι, ἔβγαλαν καί τά πετραδάκια, πού ὑπάρχουν ἀνάμεσα στίς μεγάλες πέτρες καί γι᾽ αὐτούς δέν ὑπάρχει κανένα οἰκοδόμημα.
.         Οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι ἄνθρωποι τῆς παράδοσης καί ἀρνοῦνται τούς ἐκσυγχρονισμούς καί τήν ἐκκοσμίκευση. Ἀκολουθοῦν τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων καί δέν ἀμφισβητοῦν τίς ἐμπειρίες τους. Ὅσοι διαφοροποιοῦνται, βαδίζουν τήν ὁδό τῆς ἀπωλείας, χωρίς νά τό πολυκαταλαβαίνουν. Τό κοσμικό τους φρόνημα δέν ἐπιτρέπει νά δοῦν ὅσα ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, γι᾽ αὐτό καί θά βρεθοῦν ἐκτός νυμφῶνος.

 ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: thriskeftika.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 5 – “ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ” ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥΣ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ EΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
στὴν Β´ΙΩΑΝΝΟΥ
(ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 646 ἑπ.)

Ε´

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ «ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 1 :
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/23/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ/

Μέρος Β´«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 2

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/04/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ2/

Μέρος Γ´«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 3

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/14/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ3/

MEΡΟΣ Δ΄: «ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 4 ΟΙ ΠΑΝΟΥΚΛΙΑΣΜΕΝΟΙ 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/19/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ4/

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» Ἂς γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙ· ἂς ἑρμηνεύει [ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πατερικῆς παραδόσεως] ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ΟΠΩΣ ΘΕΛΕΙ. ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ. Καὶ συνεπῶς ἔχουν κάθε δικαίωμα νὰ γράφουν στὰ παλιά τους ὑποδήματα ὅ,τι δὲν ἐναρμονίζεται μὲ τὴν προσκύνηση καὶ ἐξυπηρέτηση τῶν Δημοσίων Σχέσεων καὶ τοῦ ἐπικοινωνιακοῦ ἐντυπωσιασμοῦ. Οἱ Δημόσιες Σχέσεις εἶναι ἄλλωστε ἡ νεοφανὴς … “θεότητα” ποὺ προσκυνεῖται καὶ ἑορτάζεται καθημερινῶς ἀνὰ τὴν ὀρθόδοξο Οἰκουμένη. Μεγάλη ἡ χάρη της!
.             Ἡ εἰκόνα “ποὺ παίζει” (μέσῳ τῶν ἠλεκτρονικῶν μέσων ἐπικοινωνίας, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον) ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΕΙ καὶ ΕΝΤΥΠΩΝΕΤΑΙ περισσότερο ἀπὸ χίλια κηρύγματα καὶ διαμορφώνει ἀντιλήψεις καὶ νοοτροπίες ξένες πρὸς Πίστη καὶ τὴν Παράδοση. Ἐπὶ παραδείγματι, ὅταν ὁ πατέρας ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΕΙ ΑΓΑΠΗΤΙΚΑ καὶ «συνδυάζει μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν» τῆς νύχτας (“νονῶν”), πῶς μπορεῖ πειστικὰ νὰ νουθετήσει τὰ παιδιά του γιὰ τὴν …ἠθική; 

10. εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε˙

11. ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς.

.        Μὲ τὰ λόγια ταῦτα ἀσφαλίζεται ὁ Θεολόγος καὶ προφυλάττει τὴν θεοφιλῆ ἐκλεκτὴν καὶ ὅλην τὴν εὐλογημένην της φαμιλίαν, τὴν φιλόξενον καὶ φιλόφρονα. Συμβουλεύει γὰρ αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ δέχωνται τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀθέους εἰς τὸν οἶκον τους καὶ να τοὺς φιλοξενοῦν, ἵνα μὴ δεχόμενοι αὐτοὺς καὶ φιλοξενοῦντες μεθέξουν ἀπὸ τὴν αἵρεσιν καὶ ἀσέβειάν τους. Καὶ ὡσὰν νὰ τοὺς λέγῃ. Ἐξετάζετε πρότερον, ὦ ἀδελφοί, καὶ ἐρωτᾶτε ποῖον φρόνημα καὶ ποίαν πίστιν ὁμολογοῦν ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔρχονται εἰς τὸν οἶκον σας. Καὶ ἂν μὲν εὕρητε αὐτούς πὼς φρονοῦν τὰ ἐδικά μας δόγματα καὶ τὴν παρ’ ἡμῶν τῶν ἀποστόλων κηρυττομένην ἀλήθειαν καὶ διδασκαλίαν, να τοὺς δέχεσθε καὶ νὰ τοὺς περιποιῆσθε μὲ πολλὴν δεξίωσιν καὶ ἀγάπην. Ἂν δὲ εὕρητε αὐτοὺς ἐναντίους εἰς τὴν ἐδικὴν μας διδασκαλίαν καὶ μὴ φρονοῦντες κατὰ τὰ δόγματα καὶ τὴν πίστιν τῶν ἀποστόλων, διώχνετε αὐτοὺς καὶ τελείως να μὴν τοὺς δέχεσθε μέσα εἰς τὸν οἶκον σας. Ἀλλ’ οὐδὲ νὰ τοὺς προσφωνῆτε καὶ νὰ λέγετε εἰς αὐτοὺς τὸ συνειθισμένον “χαῖρε”, ἤτοι να μὴ τοὺς χαιρετᾶτε. Διατὶ ὁποῖος εὑρεθῇ καὶ εἴπῃ τοῦτον μόνον τὸν ψιλὸν λόγον τοῦ χαιρετισμοῦ εἰς αὐτούς, αὐτὸς εὑρίσκεται ἐναντίος καὶ τῶν ἀσεβῶν δογμάτων καὶ τῶν πονηρῶν αὐτῶν ἔργων συγκοινωνὸς καὶ συμμέτοχος. Ταύτην δὲ τὴν παραγγελίαν ἐρανίσθη ὁ Θεολόγος ἀπὸ τὸν προφήτην Ἡσαΐαν, ὅστις λέγει ταῦτα˙ «οὔκ ἐστι χαίρειν, λέγει Κύριος, τοῖς ἀσεβέσιν» (Ἡσ. μη´ 22). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ αὐτὸ σχεδὸν γράφει πρὸς τὸν Τιμόθεον λέγων˙ «τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο˙ (ἤτοι ἀπόφευγε καὶ ἀποστρέφου) ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας, καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει» (Β΄ Τιμ. β´ 16-17). Καὶ πάλιν λέγει εἰς τὸν αὐτόν˙ «Καὶ τούτους ἀποτρέπου» (Β΄ Τιμ. γ´ 5).

.            Διδασκόμεθα λοιπὸν ἀπὸ ὅλα τὰ λόγια ταῦτα, ὅτι πρέπει να ἀποστρεφώμεθα τοὺς κακοδόξους καὶ αἱρετικοὺς καὶ καμμίαν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν να μὴν ἔχωμεν μὲ αὐτούς, οὐδὲ τὸ χαῖρε νὰ προσφωνοῦμεν εἰς αὐτούς, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἔχωμεν μισητοὺς καὶ σιγχαμερούς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν ἀποστέλλων τοὺς μαθητάς του εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, παρήγγειλε μὲν εἰς αὐτοὺς νὰ δίδουν εἰρήνην εἰς τὰ ὀσπίτια, ὅπου ἤθελαν κονεύσουν˙ εἰ δὲ καὶ ἐκεῖνοι μένοντες σκληροὶ ἐκ πονηρᾶς διαθέσεως δὲν ἤθελαν δεχθοῦν τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπαρήγγειλεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποστραφῇ εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἡ εἰρήνη ὁποῦ ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς τοὺς δυσσεβεῖς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸν κονιορτὸν τῆς οἰκίας ἐκείνης ὁποῦ ἐκόλλησεν εἰς τὰ ποδάριά των προστάζει νὰ τὸν τινάζουν εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ τὸν παίρνουν μαζί των˙ «εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες˙ εἰρήνη ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ, καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν˙ ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν» (Ματ. ι´ 12-14). Προσθέτει δὲ ὁ Θεοφύλακτος, ὅτι εἰς τοὺς ὁμοπίστους καὶ ὁμοτρόπους πρέπει νὰ λέγωμεν τὸ «χαῖρε». Καὶ ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός, εἰς μόνους τοὺς ὁμοπίστους χρεωστεῖται νὰ λέγεται καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀσεβεῖς. Εἰς αὐτοὺς γὰρ πρέπει νὰ εὐχώμεθα νὰ χαίρουν. Ὅθεν ὁποῖος χριστιανὸς εἴπῃ εἰς τοὺς ἀσεβεῖς νὰ χαίρουν, αὐτὸς προσφέρεται εἰς αὐτούς, ὡσὰν νὰ ἦτον ὁμόπιστοι καὶ ὁμότροποί των, καὶ διὰ τοῦ χαιρετισμοῦ κοινωνὸς γίνεται τῆς ἀσεβείας καὶ κακίας των. Καὶ ἀντὶ νὰ τραβίξῃ αὐτὸς τοὺς ἀσεβεῖς εἰς εὐσέβειαν, ἐτραβίχθη (φεῦ!) αὐτὸς ὑπὸ τῶν ἀσεβῶν εἰς τὸ τῆς ἀσεβείας ἐκείνων βάραθρον.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 4- ΟΙ ΠΑΝΟΥΚΛΙΑΣΜΕΝΟΙ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ EΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
στὴν Β´ΙΩΑΝΝΟΥ
(ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 646 ἑπ.)

Δ´

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ «ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 1 :
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/23/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ/

Μέρος Β´«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 2

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/04/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ2/

Μέρος Γ´«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 3

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/14/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ3/

7. ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τὸν κόσμον, οἱ μὴ ὁμολογοῦντες Ἰησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί˙ οὗτός ἐστιν ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος.

.      Οἱ γὰρ ἀσεβεῖς ἐκεῖνοι αἱρεσιάρχαι, ὄχι μόνον ἀρνοῦντο τὴν πρώτην ἐν σαρκὶ παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν μέλλουσαν. Καθὼς καὶ ὁ Πέτρος περὶ τοῦτον εἶπεν˙ «ἐλεύσονται ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἐμπαῖκται, κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι καὶ λέγοντες ποῦ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία τῆς παρουσίας αὐτοῦ;» (Β´ Πέτρ. γ´ 3-4). Περιπαικτικῶς δηλαδὴ λέγοντες τοῦτο, ὡς μὴ πιστεύοντες ὅτι ἔχει δεύτερον νὰ ἔλθῃ ὁ Κύριος. Λέγει δὲ ὁ Θεολόγος ὅτι οἱ ταῦτα λέγοντες εἶναι πλάνοι καὶ ἔχουν τὸ πνεῦμα τοῦ καθ’ αὐτὸ ἐκείνου ἀντιχρίστου, καθὼς εἶπε καὶ ἐν τῇ προτέρᾳ του ἐπιστολῇ˙ «Πᾶν Πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι˙ καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται» (Α´ Ἰω. δ´3).

Ὅτι ὅσοι χριστιανοὶ φυλάττουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ καὶ πολιτεύονται κατὰ τὰς παραδοθείσας ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀρχαίας διδασκαλίας, αὐτοὶ δὲν φοβοῦνται νὰ πλανηθοῦν ἀπὸ τοὺς λαοπλάνους αἱρετικούς, τοὺς νεωτέρας αἱρέσεις καὶ παραδόσεις διδάσκοντας, διατὶ εἶναι καλὰ στερεωμένοι, τόσον εἰς τὰς παραδοθείσας ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀρχαίας ἀληθείας, ὅσον καὶ εἰς τήν τοῦ Θεοῦ ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἀπόκτησαν διὰ τῆς φυλακῆς τῶν ἁγίων του ἐντολῶν. Ὥστε ἐκ τούτου συμπεραίνεται, ὅτι καὶ ὅσοι χριστιανοὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου δὲν φυλάττουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ, οὔτε φυλάττουν τὰς παραδεδομένας ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν θείων Πατέρων διδασκαλίας, αὐτοὶ βέβαια πλανῶνται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ κρημνίζονται εἰς τὰ νεώτερα καὶ βλάσφημα αὐτῶν δόγματα καὶ δέχονται τὰς διεστραμμένας αὐτῶν παραδόσεις, τὰς ἐναντίας οὔσας τῷ Εὐαγγελίῳ καὶ τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς ἱεροῖς πατρᾶσι. […] Ὅθεν ταῦτα μὴ φυλάττων, παραβάτης εὑρίσκεται καὶ δὲν μένει ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δὲ ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ μὴ μένων ἄθεος εἶναι καὶ οὐκ ἔχει Θεόν. Παραβαίνοντα δὲ λέγει ἐδῶ ὁ Θεολόγος, ὄχι ἐκεῖνον ὁποῦ πέσῃ εἰς κανένα ἀκούσιον σφάλμα ἀπὸ ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ περίστασιν, οὔτε ἐκεῖνον ποὺ σηκώνεται ὀγλήγορα διὰ τῆς μετανοίας καὶ λαμβάνει πάλιν τὴν προτέραν κατάστασιν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἐκεῖνον ὁποῦ μίαν φορὰν κρημνίσῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν θεληματικῶς ἢ στανικῶς καὶ ἔπειτα δὲν μετανοεῖ, ἀλλὰ θέλει νὰ μεταδίδῃ καὶ εἰς ἄλλους τὴν κακίαν, καθὼς ἦτον οἱ αἱρεσιάρχαι, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἔγιναν ἀρχηγοὶ βλασφήμων δογμάτων καὶ αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους μετέδωκαν αὐτά. Ὅθεν καὶ λοιμοί, ἤτοι πανουκλιασμένοι οἱ τοιοῦτοι ὀνομάζονται ἀπὸ τὸν θεῖον Δαβὶδ λέγοντα˙ «Καὶ ἐπὶ καθέδρα λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν» (Ψαλμ. Α´ 1). Διατὶ καθὼς ὁ λοιμός, ἤτοι ἡ πανούκλα μεταδίδεται εἰς πολλούς, ἔτσι καὶ οἱ πονηροὶ ἄνθρωποι δὲν θανατώνουν μόνον τὸν ἑαυτόν τους μὲ τὴν κακίαν, ἀλλὰ θέλουν να θανατώνουν καὶ πολλοὺς ἄλλους μεταδίδοντες εἰς αὐτοὺς τὴν πονηρίαν τους.

, , , ,

Σχολιάστε

ANΘΟΛΟΓΙΑ ἢ ΠΑΝΕΡΙΑ ΜΕ ΟΧΙΕΣ (Δ. Νατσιός) Δὲν δέχομαι καμμιὰ ἀξιολόγηση, γιατί τώρα ἀξιολογῶ ἐγὼ -ὁ λαὸς- τὸ ὑπουργεῖο καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόλυση ὅλων τῶν ἀνίκανων ποὺ διέλυσαν τὰ σχολεῖα.

Ἀνθολόγια ἢ πανέρια μὲ ὀχιές;

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος – Κιλκίς

.            «Ἕνα βράδυ ἡ γιαγιά μου κάπνιζε τὸ μαῦρο της ποῦρο, ἐνῶ ἐγὼ μισοκοιμόμουν μακάρια στὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της». (Ἀνθολόγιο Ε´-ϛ´ Δημοτικοῦ, σελ. 85).

.            Βεβαίως, ὅσοι τουλάχιστον εἴμαστε πάνω ἀπὸ τὰ σαράντα καὶ «προλάβαμε» ἐκεῖνες τὶς ὁλοζωῆς μαυροντυμένες γριοῦλες, τὶς μανάδες ἢ τὶς κυροῦλες τῶν περισσοτέρων ἀπό μας, ποὺ ἀναβανε -ἀκούραστες- τὰ καντήλια στὰ ταπεινὰ ξωκλήσια καὶ στὰ ἐρημομονάστηρα τῆς Ἑλλάδας, αὐτὴν τὴν εἰκόνα φυλάξαμε στὴν μνήμη μας: Νὰ μᾶς νανουρίζουν, καπνίζοντας μαῦρα ποῦρα, ἀπὸ τὴν Κούβα, γιατί δὲν καταδέχονταν τὰ παρακατιανά…

« – Μπορεῖ ἡ γερόντισσα ποὺ πέθανε νὰ πῆγε στὴν Κόλαση.
– Λές; Ἡ Κλάρα ἔγνεψε μὲ τὸ κεφάλι της.
– Τὸ δίχως ἄλλο θὰ πῆγε στὴν Κόλαση, γιατί μάλωνε ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς πολυκατοικίας. Κι ἐπειδὴ πρέπει νὰ πάει στὴν Κόλαση, κλαῖνε ὅλες οἱ φίλες της. Ἔτσι θὰ εἶναι. Κι ἐγὼ αὐτὸ τὸ νομίζω πολὺ σωστό. Καὶ ὅταν ἔκανα νὰ ρωτήσω, ἂν οἱ διάβολοι θὰ ψήσουν στὴν Κόλαση τὴ γριά, μᾶς εἶπε χαμηλόφωνα ὁ πατέρας:
–Σιωπή! Πολλὰ λέτε!» (Ἀνθολόγιο, Ε´-ϛ´ Δημοτικοῦ, σελ. 134).

.         Οὔτε τὸ «φοβερὸν μυστήριον» τοῦ θανάτου δὲν σέβονται οἱ «καντιποτένιοι», ποὺ ἀποφασίζουν τὸ τί θὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ τοῦ προδομένου λαοῦ μας. Καὶ ὑποτίθεται ὅτι στὸ «Ἀνθολόγιο», τὸ λέει καὶ ἡ λέξη, βάζεις τὰ ἄνθη τῆς λογοτεχνίας, ὅ,τι καλύτερο ἱστόρησε ὁ κάλαμος τῶν μαϊστόρων τοῦ λόγου, τὸ ἀκροθίνιον.
.        Γιαγιάδες μὲ ποῦρα, ποὺ ψήνονται στὴν κόλαση, «διαβόλια καὶ τριβόλια», μαγαρισιὲς καὶ δαιμονολογίες, τί δουλειὰ ἔχουν μὲ 11χρονα παιδιά;
.        Στὸ παλιὸ «Ἀνθολόγιο-πρὸ τοῦ 2006-ἐξαιρετικὸ καὶ ὄντως ἀνθο-λογία (ἡ λέξη «λογία», στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα σημαίνει συλλογή, ἔρανο… «περὶ δὲ τῆς λογίας…», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Κορινθίους Α´ ἐπ., στὸ ιϛ´1), διδάσκαμε κείμενα μὲ ἰθαγένεια καὶ ὀσμὴν εὐωδίας πνευματική. Κόντογλου (Βασίλειος ὁ Μακεδών), Ναταλία Μελᾶ (γιὰ τὸν ἀετὸ τῆς Μακεδονίας, Παῦλο), Βενέζης, Πετσάλης (γιὰ τὸν Ρήγα), Βαλαωρίτης, Μόντης, Πηνελόπη Δέλτα («τὰ μυστικὰ τοῦ Βάλτου), Ἐλύτης, Μυριβήλης, Ψαθᾶς, «τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ», «ὁ Διγενής», «τῆς Ἄρτας τὸ γιοφύρι». Ὅλα τὰ πέταξαν, διότι τὰ κρυμμένα στὰ κελάρια τοῦ πατρογονικοῦ μας σπιτιοῦ, καλούδια τῆς ρωμαίικης παράδοσης, ἐξαίσια καὶ ἄφθονα, οἱ ἰθύνοντες τὰ βλέπουν μὲ φθόνο καὶ ὄχι «ἀ-φθόνως». (Νὰ προσεχθεῖ ἡ στάση τοῦ πατέρα στὸ προαναφερθὲν κείμενο). «Τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ ἦταν γλυκά. Τὰ μάτια τοῦ γατιοῦ ἦταν γλυκά. Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ δράκος». (σελ. 166). Ἕνα Κινεζάκι, ὁ Τὰ Κι Κό, «γιορτάζει» τὰ Χριστούγεννα στὴν Εὐρώπη (μᾶλλον στὴν Ἑλλάδα). Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς, ἐπειδὴ «ὁ ἀξιότιμος κύριος Χριστὸς δὲν φαινόταν πουθενά», τοῦ ἔδωσαν μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Τὴν πῆρε στὸ δωμάτιό του, ζωγράφισε ἕναν κινέζικο δράκο, μάζεψε κι ἕνα γατί, ποὺ ἦταν στὸ παράθυρό του καὶ ξεκινᾶ ἡ βλάσφημη σύγκριση. Τὰ μάτια «τοῦ ἀξιότιμου κυρίου Χριστοῦ» μὲ «τὰ μάτια τοῦ γατιοῦ». (Ὁ εἰσαγγελέας καλῶς ἄσκησε ποινικὴ δίωξη στὴν βλάσφημη συμμορία τοῦ «Coprus Christi». Μὲ τὴν κατ’ ἐξακολούθησιν ὅμως βλασφημία ποὺ «ἐγκαταβιώνει» στὰ σχολικὰ βιβλία καὶ δηλητηριάζει ἀθῶες παιδικὲς ψυχές, τί θὰ γίνει; Ὣς πότε θὰ ἀνεχόμαστε τὴν Πνευματικὴ Γενοκτονία»;).

.            «Συνθέστε καὶ σεῖς ἕνα νανούρισμα γιὰ χταπόδια» (Ἀνθολόγιο Γ´-Δ´ Δημοτικοῦ, σελ. 22). Ἐδῶ ξεπερνᾶμε τὴν ἀνοησία καὶ ἀγγίζουμε τὰ ὅρια τῆς σχιζοφρένειας. Στὴν παγκόσμιο λογοτεχνία οὐδεὶς νανούρισε χταπόδια, σουπιές, καλαμαράκια καὶ λοιπὰ μαλάκια.
.            Ἐρώτηση: Γιατί δὲν ζήτησαν, ἀπὸ τοὺς ἐμβρόντητους μαθητές, νὰ βροῦν ἕνα παραδοσιακὸ νανούρισμα, ἀπὸ τὰ ἐξοχότερα δείγματα τῆς δημοτικῆς μας ποίησης -«τὸ τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς Ἐθνικῆς ἀγωγῆς, ἡ ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα», ὅπως γράφει ὁ μεγάλος μας λαογράφος Νικόλαος Πολίτης στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου τοῦ «Δημοτικὰ Τραγούδια»;
.            Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: ἂν κόψεις τὶς ρίζες (τὴν Παράδοση) τὰ κλαδιὰ ξεραίνονται καὶ οἱ καρποὶ σαπίζουν καὶ γίνονται «οἱ πολιτεῖες λημέρια τῶν ἀκαθάρτων καὶ ταμπούρια τῶν κιοτήδων». (Παλαμᾶς).
.        Στὰ παλιὰ Ἀνθολόγια ὑπῆρχε ἕνα νανούρισμα, ποὺ ἔλεγαν οἱ γιαγιάδες μας, οἱ παλιές, «οἱ καθυστερημένες» καὶ ὄχι οἱ ψιμυθιωμένες, οἱ προοοδευμένες «ἐσχατόγριες» τῶν ἡμερῶν μας, ποὺ θέλουν νὰ τὶς προσφωνοῦν μὲ τὰ «μικρά» τους ὀνόματα -μὴν τὶς θυμηθεῖ ὁ Χάρος- καὶ «νανουρίζονται» μὲ τὸν Σουλεϊμάν…

«Κοιμήσου σύ, μωράκι μου, σὲ κούνια καρυδένια
Σὲ ρουχαλάκια κεντητὰ καὶ μαργαριταρένια
Ἔλα, Χριστὲ καὶ Παναγιά, καὶ παρ’ το στοὺς μπαξέδες
Καὶ γέμισε τοὺς κόρφους του λουλούδια μενεξέδες.
Κοιμήσου σύ, παιδάκι μου, κι ἡ μοίρα σου δουλεύει
Καὶ τὸ καλό σου ριζικό, σοῦ κουβαλεῖ καὶ φέρνει
Κοιμᾶται νιό, κοιμᾶται νιό, κοιμᾶται νιὸ φεγγάρι
Κοιμᾶται τὸ παιδάκι μου στ’ ἄσπρο τὸ μαξιλάρι.
Ὁ ὕπνος τρέφει τὰ παιδιὰ κι ἡ γειὰ τὰ μεγαλώνει
Καὶ ἡ Κυρὰ ἡ Παναγιὰ τὰ καλοξημερώνει».

.            Θὰ ἄφηναν οἱ «γραικύλοι τῆς σήμερον» τραγούδι-νανούρισμα ποὺ μιλᾶ γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά; Πλήττεται ἡ πολυπολιτισμικότητά τους καὶ δὲν προσιδιάζει μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ Ὀλυμπισμοῦ, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὴν ἀβάσταχτη θερινὴ ἐλαφρότητα.

.            Τέλος πάντων. Νὰ μὴν συνεχίσω, γιατί μαυρίζει ἡ ψυχή μας. Τὸ ἐρώτημα ποὺ συνεχῶς ἐγείρεται εἶναι «τί κάνετε ἐσεῖς οἱ δάσκαλοι;». Σωστό. Δάσκαλος μὲ στοιχειώδη πνευματικὴ ἐντιμότητα δὲν διδάσκει τέτοια ρυπαρογραφήματα. Φοβᾶμαι ὅμως, τώρα ποὺ ἔρχεται ἡ ἀξιολόγηση ἀπὸ διευθυντὴ καὶ σχολικὸ σύμβουλο -πλὴν λαμπρῶν ἐξαιρέσεων, οἱ περισσότεροι εἶναι φερέφωνα τῆς κυρίαρχης, νεοταξικῆς ἰδεολογίας- οἱ δάσκαλοι θὰ συμμορφώνονται μὲ τὶς ἄνωθεν ὁδηγίες καὶ ὑποδείξεις, θὰ αὐτολογοκρίνονται ἢ θὰ σιωποῦν. Θὰ δεχόμουν εὐχαρίστως τὴν ἀξιολόγηση, ἀλλὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἀξιολογηθεῖ καὶ νὰ κατεδαφιστεῖ τὸ κράτος τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀναξιοκρατίας ποὺ μολύνει καὶ τὴν Παιδεία. Δὲν δέχομαι καμμιὰ ἀξιολόγηση, γιατί τώρα ἀξιολογῶ ἐγὼ -ὁ λαὸς- τὸ ὑπουργεῖο καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόλυση ὅλων τῶν ἀνίκανων ποὺ διέλυσαν τὰ σχολεῖα.

.            Καὶ γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι τοῦ καινοῦ (ἢ κενοῦ) σχολείου, ποὺ εὐαγγελιζόταν ἡ πρώην «δελφίνα» τοῦ ΠΑΣΟΚ, τί σημαίνει δάσκαλος, μὲ τόλμη καὶ ἀρετή, ποὺ θυσίαζε, ὄχι μισθοὺς καὶ δῶρα, ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ζωὴ γιὰ τὴν πατρίδα, παραπέμπω σὲ μία «δασκαλίτσα» τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα: τὴν Ἀγγελικὴ Φιλιππίδου. Τὸ 1906 οἱ Κομιτατζῆδες ἐπιτίθενται στὸ χωριὸ Κλεπούσνα τῶν Σερρῶν, στὸ ὁποῖο ὑπηρετεῖ ἡ Ἀγγελικὴ καὶ ὁ σύζυγός της, ὡς δάσκαλοι. Πολιορκοῦν καὶ τὸ σπίτι τους. Οἱ δύο σύζυγοι ἀμύνονται. Ἡ Ἀγγελικὴ τραυματίζεται στὸ γόνατο. Ἀφήνω τὸν λόγο στὴν Ἀθηνᾶ Τζινίκου-Κακούλη, στὸ βιβλίο της «Ἡ Μακεδόνισσα στὸ θρύλο καὶ τὴν ἱστορία» (σελ. 336).

«Ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ μέρα κι οἱ Βούλγαροι ἐγκατέλειψαν τὴν Κλεπούσνα. Ὅταν ἔφτασε ὁ Πρόξενος Σερρῶν Σαχτούρης, ἡ Ἀγγελικὴ παρὰ τοὺς πόνους παρακάλεσε νὰ μὴ μεταφερθεῖ ἀπ’ εὐθείας στὸ νοσοκομεῖο Σερρῶν, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσουν σὲ φορεῖο καὶ νὰ σταματοῦν στὴν πλατεία κάθε χωριοῦ, νὰ συγκεντρώνονται οἱ κάτοικοι καὶ νὰ τοὺς μιλᾶ. Οἱ χωρικοὶ τὴ φορτώθηκαν καὶ κίνησαν νὰ τὴ σώσουν. Τὸ αἷμα της στὴν τραγικὴ ἐκείνη πορεία σταγόνα σταγόνα ἔβαφε τὴν μακεδονικὴ γῆ καὶ γίνονταν ἀρραβώνας μὲ τὴ λευτεριά… Πέρασαν ἔτσι πολλὰ χωριά. Οἱ ἄνθρωποι ξεμύτιζαν τρομαγμένοι ἀπὸ τὰ σπίτια τους νὰ δοῦνε τί συμβαίνει. Κι ἄκουγαν ἀπὸ τὸ στόμα τῆς ἡρωίδας νὰ τοὺς λέει μὲ ὅση δύναμη τῆς ἔμενε, πὼς αἰσθάνεται εὐτυχής, ποὺ προσφέρει τὸ αἷμα της γιὰ τὴν πατρίδα καὶ νὰ τοὺς καλεῖ ὅλους, ἄντρες, γυναῖκες, γέρους καὶ παιδιά, νὰ πάρουν ὄπλα, τσεκούρια καὶ πέτρες καὶ νὰ ἐγερθοῦν κατὰ τῶν Κομιτατζήδων.
.            Στὶς Σέρρες τὰ πλήθη συνέρρεαν στὸ νοσοκομεῖο καὶ μ’ εὐλάβεια τῆς ἀσπάζονταν τὸ χέρι, ποὺ ὅλο καὶ πάγωνε, καθὼς ὁ Ἀρχάγγελος κοντοζύγωνε. Ἔπειτα τὴ μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο Θεσσαλονίκης. Οἱ προσπάθειες τῶν γιατρῶν δὲν μπόρεσαν ν’ ἀποτρέψουν τὸ μοιραῖο. Ἐκεῖ ἡ ἡρωίδα ἄφησε τὴν τελευταία της πνοὴ μὲ τὸ ὅραμα τῆς λευτεριᾶς στὰ βασιλεμένα της μάτια».

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ
 -1 «Κι εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κατέβηκε στὸ κήρυγμα μιὰ στιγμὴ ποὺ ὅλος ὁ κόσμος εἶχε ἀπογοητευτῆ. Αὐτὸς ὁ ἕνας, ὁ μεγάλος, ὁ σίφουνας, ποὺ ἔσωσε τὸν Ἑλληνισμὸ ἐκείνη τὴν περίοδο τὴ δύσκολη, ξέρετε τί ἤτανε; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁπλός, ἀδύνατος, θὰ ἔλεγα δειλός, γι᾽ αὐτὸ ἤτανε πάντολμος». (Tοῦ Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου [Γοντικάκη])

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ

ὁμιλία εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998

Tοῦ Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου [Γοντικάκη],

Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

.      Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, αὐτὸ ποὺ μὲ εὐχαρίστησε στὴν προσφώνησι ἦταν ὁ αὐθορμητισμός. Ἐπίσης, τὸ ὅτι ἐλέχθη ὅτι εἶναι συζήτησι αὐτὴ ποὺ θὰ κάνουμε καὶ τὸ ὅτι ἔγινε ἕνας ὑπαινιγμὸς στὰ βάσανα ποὺ ἔχουμε. Ὅταν μὲ καλέσατε νὰ ἔρθω, σκέφτηκα καὶ τὰ δικά μου τὰ βάσανα, τὰ παλιά· καὶ ὄντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, σκεφτόμαστε καὶ σᾶς. Δηλαδή, σκέφτεται κανεὶς τὸν ἑαυτό του, πῶς πέρασε στὴν ἡλικία τὴ δική σας, σκέφτεται πῶς κάτι… παιδιά, τί κάνει ἡ πολιτική μας, τί κάνει ὅλος ὁ κόσμος καὶ τί ὑπάρχει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὴ συνέχεια νοιώθει κανεὶς ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἁπλωμένο σ᾽ ὅλη τὴν ῾Ελλάδα. 
Καὶ θέλω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, μιὰ στιγμή, ὄντας μόνος στὸ Ὄρος, δηλαδὴ ὄντας μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, λέει κανεὶς αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἄσωτος υἱός, ὅτι «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι». Πόσος πλοῦτος ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας, πόση ἐλευθερία, πόση δυνατότητα νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας! Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐμεῖς πεινᾶμε καὶ ὑποφέρουμε!
 Στὴ συνέχεια νοιώθω τὸ ἑξῆς, ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔρχονται πολλοὶ θρησκευόμενοι ποὺ δὲν νοιώθουν τίποτα, κι ἔρχονται πολλοὶ ἄσχετοι οἱ ὁποῖοι συγκλονίζονται, κι ἔρχονται πολλοὶ πολιτικοὶ… Πολλοὶ θρησκευόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν καταλαβαίνουν, πολλοὶ ἀνήσυχοι συγκλονίζονται· οἱ περισσότεροι πολιτικοὶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτα. Καὶ λές: «Τί γίνεται μὲ τὴν ῾Ελλάδα, καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Εὐρώπη;» Κι ἐγὼ τώρα αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω εἶναι μιὰ ἐξομολόγησι. Καὶ λέω ὅτι ἔχει ἕνα χρέος μεγάλο ὁ ῞Ελληνας φοιτητὴς σήμερα: νὰ εἶναι Ἕλληνας Ὀρθόδοξος φοιτητής. ᾿Εκεῖ ἔχουμε κάποιες δυνατότητες ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ παράδοσί μας.
.      Καὶ θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἶχα πάει στὴν Κρήτη σ᾽ ἕνα χωριό, στὰ ᾿Ανώγεια· καὶ εἶχαν ἔρθει κάτι γριὲς γιὰ ἐξομολόγησι. Κι ὅταν τέλειωσε, καὶ μοῦ λέει ἡ γριά, μιὰ γριά, μιὰ εὐχή: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», μετὰ ἦρθε μιὰ ἄλλη γριά: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Κι ἐγὼ παραξενεύτηκα, καὶ λέω: «Μά, τί εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή;» Καὶ μοῦ λένε: «Ἔτσι τὸ λέμε. Γιὰ κάποιο γονιό, μάνα ἢ πατέρα, λέμε: “Να χαίρεσαι τὰ παιδιά σου”, γιατὶ ἡ χαρὰ γιὰ τοὺς γονιοὺς εἶναι τὰ παιδιά τους. Κι ὅταν κανεὶς εἶναι παπάς, τοῦ λέμε: “Νὰ χαίρεσαι τὴν ἱερωσύνη σου”. Κι ὅταν κανεὶς εἶναι καλόγερος ἢ καλογριά, τοῦ λέμε: “Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Αὐτὴ ἡ εὐχή, «νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πράγμα τόσο μεγάλο καὶ τόσο βαθύ, ποὺ θυμίζει θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Καὶ λέω ἐγώ: «Μὰ πῶς, νὰ γεννηθῶ στὴν Κρήτη, καὶ νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω ἐρήμην τῆς Κρήτης καὶ ἐρήμην τῆς παραδόσεώς μας!  Γιατὶ μᾶς ἔχουμε νὰ εἴμαστε ἀλλοδαποὶ στὸν τόπο μας;»
.          Καὶ στὴ συνέχεια, ἐσεῖς εἶστε γείτονες σ᾽ αὐτὴν τὴν περιοχή, ποὺ εἶστε ἀπὸ ὅλη τὴν ῾Ελλάδα. Εἶστε γείτονες τῆς περιοχῆς ὅπου γεννήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Καὶ λέω: Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, μ᾽ αὐτὸν τὸν χαρακτήρα του, δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ -ἔτσι μοῦ φαίνεται- νὰ εἶναι ἕνας γερμανόφωνος Ρωμαιοκαθολικός. ᾿Αλλ᾽ εἶναι ἕνας Ρωμιός, καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι «τὸ κακὸ θὰ ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους». Δὲν εἶπε ὅτι θὰ ἔρθη ἀπὸ τοὺς μορφωμένους. Κι εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κατέβηκε στὸ κήρυγμα, μιὰ στιγμὴ ποὺ ὅλος ὁ κόσμος εἶχε ἀπογοητευτῆ, κι αὐτὸς ὁ ἕνας ἄνθρωπος εἶπε «σταματῆστε», καὶ σταμάτησαν. Ὅταν λέμε ὅτι εἶχαν ἀπογοητευτῆ, σημαίνει ὅτι ὁλόκληρες μητροπόλεις, μὲ τοὺς μητροπολίτες καὶ μὲ τοὺς παπάδες, γινότανε μουσουλμάνοι. Καὶ κατέβηκε ἕνας καλόγερος, καὶ ἔσωσε τὸν κόσμο. Γιατὶ δὲν ἦταν ἕνας καλόγερος, ἀλλ᾽ ἦταν ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος· καὶ δι᾽ αὐτοῦ εἶχε κατέβει ὅλη ἡ ᾿Εκκλησία, καὶ μιλοῦσε ὅλη ἡ ᾿Εκκλησία. Δὲν ἔκανε αὐτὸς νεωτερισμούς, αὐτὸς δὲν ἔκανε ἐξυπνάδες, ἀλλὰ δι᾽ αὐτοῦ μίλησε ὅλη ἡ παράδοσι. Κι ἔτσι, τί θέλω νὰ πῶ: ὅτι ἡ δικιά μας ἡ πίστι δίδει σημασία στὸν ἄνθρωπο, κι ὁ καθένας ἄνθρωπος δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ὁ καθένας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία. 
Κι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ συμφοιτητής σας, ὁ συσπουδαστής σας, στὴν ἀρχή, ὅτι «βασανιζόμαστε», τὸ καταλαβαίνω. Κι ὅταν λέμε «βασανίζεστε», σημαίνει ὅτι ἔχετε μιὰ ὑγεία μέσα σας, καὶ βασανίζεται ὅλος ὁ κόσμος, κι ἐλευθερώνεται μόνο ζώντας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία. Καὶ σᾶς φέρνω πάλι σὰν παράδειγμα τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Αὐτὸς ὁ ἕνας, ὁ μεγάλος, ὁ σίφουνας, ποὺ ἔσωσε τὸν Ἑλληνισμὸ ἐκείνη τὴν περίοδο τὴ δύσκολη, ξέρετε τί ἤτανε; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁπλός, ἀδύνατος, θὰ ἔλεγα δειλός, γι᾽ αὐτὸ ἤτανε πάντολμος. Κι ἔλεγε ὅτι «ἐγώ, ἀδελφοί μου, δὲν εἶμαι ἱκανός, ὄχι νὰ σᾶς μιλήσω, ἀλλ᾽ οὔτε νὰ προσκυνήσω τὰ ποδάρια σας, γιατὶ βλέπω ὅτι εἶστε βαπτισμένοι καὶ μυρωμένοι». Μετά, στὴ συνέχεια, λέει: «Ἀλλά, ἐπειδὴ ὅμως βρίσκεται τὸ γένος μας σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, γι᾽ αὐτό, εἶπα νὰ κατέβω κάτω, καὶ νὰ πῶ μερικὰ λόγια, ὅ,τι ξέρω». Στὴ συνέχεια τοὺς λέει: «Κοιτάξτε, δὲν ἔχω τίποτα δικό μου, ἕνα ράσο ἔχω, κι αὐτὸ τὸ ἔχω γιὰ σᾶς, ὅλα, ὅ,τι ἔχω, εἶναι γιὰ σᾶς· κι ἔχω ἕνα σκαμνὶ στὸ ὁποῖο πατῶ ἐπάνω· καὶ τὸ σκαμνὶ αὐτὸ τὸ λένε θρόνο· ἄλλοι τὸ λένε σκαμνί. Νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι; Δὲν εἶναι οὔτε σκαμνί, οὔτε θρόνος, ἀλλ᾽ εἶναι ὁ τάφος μου· καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν τάφο μιλάει ὁ νεκρὸς ὁ ἑαυτός μου. Κι ἂν ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς πῶ τίποτα, μὲ σώζει αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλη τὴν οἰκουμένη, ἀρχιερεῖς, βασιλεῖς, καὶ ὅλο τὸν κόσμο».

.      Ὁπότε, βλέπετε τὴν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς Ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησίας: «Εἶμαι ἀδύνατος καὶ ἀνίκανος νὰ φιλήσω τὰ ποδάρια σας». Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά: «ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο». Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας. 
Στὴ συνέχεια λέει τὸ ἑξῆς: «᾿Εὰν τυχὸν κανεὶς ἀδίκησε κάποιον, εἴτε αὐτὸς εἶναι Ρωμιός, Ἕλληνας,  εἴτε εἶναι Τοῦρκος, εἴτε εἶναι ῾Εβραῖος, εἴτε εἶναι Φράγκος, ὅ,τι πῆρε, ὅ,τι ἔδωσε, νὰ τὸ γυρίση πίσω, γιατὶ τὸ ἄδικο δὲν εὐλογεῖται». Βλέπετε ὅτι εἶναι ξεκάθαρος. Δὲν λέει ὅτι «κοιτάξτε, τώρα εἶναι μιὰ περίοδος δύσκολη, ὅλοι σᾶς κλέβουν, κλέψτε καὶ ἐσεῖς». Ὄχι. «Πρέπει νὰ τὸ γυρίσετε πίσω». Καὶ ἡ ἐντιμότης του εἶναι ποὺ σώζει τὴν ὅλη ὑπόθεσι. Κι εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Νὰ μὴν ἔχετε ὅπλα, νὰ τὰ δώσετε, καὶ νὰ κάνετε ὑπακοὴ στοὺς ζαπιτάδες (στοὺς χωροφύλακες)· καὶ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν τὰ δοσίματα, νὰ δίνετε τὰ δοσίματα». Κι ἔτσι, καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶπαν ὅτι αὐτὸς εἶναι καλός. ᾿Αλλ᾽ αὐτὸς ποὺ ἦταν καλὸς εἶναι ποὺ τοὺς ἔκλεισε τὸ σπίτι, ἀκριβῶς γιατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινός, -ξέρετε τί γίνεται;- δὲν  εἶχε βάσανα, ἀλλὰ χάρηκε τὴ ζωή του. Ὅπως εἶχε πῆ σ᾽ ἕνα χωριό: «῏Ηρθα ἐδῶ πέρα, καὶ σᾶς ἀπόλαυσα». Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει «σᾶς ἀπόλαυσα», μοῦ θυμίζει μιὰ εὐχὴ στὸ Εὐχέλαιο ποὺ λέει ὁ ἱερεὺς ὅτι «εὐχαριστῶ τὸν Θεό, ποὺ προχώρησα στὰ ἐνδότερα τοῦ Θυσιαστηρίου καὶ “ἀπολαῦσαι τῆς θείας Λειτουργίας”, καὶ ἀπήλαυσα τὴ θεία Λειτουργία». 
Ὁπότε, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ζώντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, νοιώθοντας τὴ δύναμι τῆς πίστεώς μας, μιὰ δύσκολη στιγμὴ βγῆκε ἔξω, καὶ ἔσωσε τὸ Γένος ὁλόκληρο. Κι ἐνῶ, βλέπετε, ἦταν τόσο ταπεινός, ἔνοιωθε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ φιλήση τὰ ποδάρια τοῦ ἄλλου, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔνοιωθε ὅτι «κοιτάξτε, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ· ἂν κατέβαινε ὁ Θεός, θὰ σᾶς ἔλεγε τὰ ἴδια». Καί: «ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο». Ὁπότε, ὅταν ἔφτασε στὸ τέλος ἡ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του, ὅταν τὸν πρόδωσαν οἱ Ἑβραῖοι, γιατὶ πολὺ τοὺς χτύπαγε, ἐπειδὴ χαλοῦσαν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἐκεῖνος εἶπε: «Μὴ μὲ δέσετε. Δὲν ἀντιστέκομαι. Ὁ θάνατός μου εἶναι μέσα στὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου». Καὶ ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα του, καὶ μπῆκε στὴν αἰωνιότητα, καὶ μένει μαζί μας. Καὶ βλέπετε ὅτι, ὅπου πέρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔχουν ὑψώσει ἕνα σταυρό, γιατὶ πέρασε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γιατὶ ἔπεσε ἕνα ἀστροπελέκι, καὶ ἔχει διαλύσει τὰ πάντα, καὶ ἔχει ἁγιάσει τὰ πάντα.
.         Κι ἐγὼ λέω τὸ ἑξῆς: τὸ ὅτι ἐσεῖς εἶστε νέα παιδιὰ καὶ εἶστε σήμερα στὴν Πάτρα σπουδαστὲς εἶναι μεγάλο πράγμα. Τὸ ὅτι βασανίζεστε εἶναι μεγάλο πράγμα. Τὸ ὅτι δυσκολεύεστε, ἐπίσης. ᾿Αλλ᾽ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι εἶναι μακάριοι καὶ εὐλογημένοι οἱ βασανισμένοι. Γιατὶ ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἀναπαυθοῦμε. Κι εἶναι μακάριοι οἱ διψασμένοι, γιατὶ μπορεῖ νὰ ξεδιψάσουνε. 
Νὰ σᾶς πῶ κάτι ἄλλο: Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ Ἅγιον Ὄρος -κι ὅταν λέω «Ὄρος» ἐννοῶ τὴν Ὀρθόδοξη ᾽Εκκλησία-, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ λογικὴ καὶ ἡ χάρις τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τῶν Ἁγίων μας, θὰ ἤμασταν καταδικασμένοι σ᾽ ἕνα βάσανο. Σᾶς λέω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἤμουνα στὴν ᾿Αμερική. Καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν νἆναι ζωγραφιὰ καὶ καρτ-ποστάλ: τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὸ δέντρο, τὰ αὐτοκίνητα. Καὶ στὴ συνέχεια, ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πὼς μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν τάξι, τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτα, λείπουν ὅλα, καὶ ὅλα μιὰ στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα. Καὶ μοῦ λέει κάποιος ὅτι, ἐνῶ τὰ εἶχε ὅλα, ὅτι «δὲν ἔχω διάθεσι γιὰ ζωή, καὶ θέλω νὰ τελειώσω». Καὶ βλέπω πάλι μιὰ ἄλλη, ἐκεῖ πέρα στὸ ξενοδοχεῖο, ποὺ ἦταν στὴ reception, καὶ πάλι εἶπε τὸ ἴδιο. 
Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογικὴ ποὺ ἔχουμε πολλὲς φορές, ποὺ λέμε νὰ ἀνεβάσουμε τὸ βιοτικὸ επίπεδο, νὰ τὸ ἀνεβάσουμε. «Νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη, γιὰ νὰ ἔχουμε ἕνα νόμισμα καὶ νὰ εἴμαστε πλούσιοι», νἄμαστε πλούσιοι. ᾿Αλλὰ ἐγὼ βλέπω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα ἢ νομίζη ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Κι ἐγὼ βλέπω ὅτι οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Καὶ μιὰ στιγμὴ βλέπεις ὅτι τὰ ἔχεις ὅλα, καὶ δὲν ἔχεις τίποτα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

Σχολιάστε

Η ΣΚΟΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ἢ Η ΟΞΕΙΔΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ ΕΞΟΡΙΣΕ ΑΡΑΓΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

.         Μέσα στὴν ψυχικὴ ὁμίχλη ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κατακρήμνιση καὶ τὴν πνευματικὴ ἀνεστιότητα ξετρύπωσαν πάλι οἱ μεγάλες προφητεῖες καὶ οἱ εὑρηματικὰ στυγνὲς ἀναλύσεις γύρω ἀπὸ τὴν ὑπόθεση τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
.         Τούτη τὴν φορὰ ὅμως τὰ πράγματα ἔχουν σοβαρέψει: Ἡ ἀνάγκη νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄθεσμη καὶ ΑΝΤΙΣΥΝΟΔΙΚΗ ἐμμονὴ (στὴν χρήση μεταφρασμένων) τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου ἀφήνει νὰ φανεῖ  ἀφτιασίδωτη ἡ ξαναζεσταμένη φρενῖτις κατὰ τῆς Παραδόσεως. Μιᾶς “δῆθεν” παραδόσεως (!) ἀπὸ σκουριασμένα πολιτισμικὰ ὑποπροϊόντα βυζαντινῆς προελεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξορίσει τὸν Χριστό ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δυὸ χιλιάδες μετὰ Χριστὸν ἡ ἔγκυρη ἐπιστήμη ἀπεφάνθη ὅτι Χριστὸς δὲν ὑπάρχει πλέον στὴν Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει φυσικὰ πιὰ οὔτε Ἐκκλησία. Μόνο σκουριά, ἐρείπια, ἄλλοθι τοῦ ἄλλοθι, αὐτοϊκανοποίηση μεθέξεων καὶ ἀτμοσφαιρικὴ Ὀρθοδοξία! Καὶ πουθενὰ ἀγάπη Χριστοῦ, αὐταπάρνηση, ὁμολογία, ἐγκαρτέρηση, πτωχεία, νηστεία, προσφορά, συγχωρητικότης, ἀδοξία, σιωπή. Εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ ὑπέροχες διαπιστώσεις ἀφοροῦν σχεδὸν πάντοτε στὰ θέσμια καὶ στὴν τάξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας. Ποτὲ δὲν ἀφοροῦν στὴν ἐκκοσμίκευση, στὸν ὁμολογιακὸ μινιμαλισμὸ καὶ στὴν θεατρικότητα ποὺ ἔχουν εἰσβάλει καταλυτικὰ στὴν ζωὴ τῶν τιμίων μελῶν (Κληρικῶν καὶ Λαϊκῶν) τῆς Ἐκκλησίας. Σημασία ἔχει ἡ σκουριὰ τῶν αἰώνων, ὄχι ἡ ὀξείδωση τῶν καρδιῶν!
.        Ἔστω κι ἔτσι. Αὐτὰ ὅμως τὰ γενικῶς καὶ ἀδιακρίτως ἐκτοξευόμενα καὶ πληκτικῶς ἀναμασώμενα δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὸ ὅτι μιὰ νέα “πριβὲ” νοοτροπία, μὲ ἐπικοινωνιακὸ προβάδισμα καὶ ἀντισκωριακὴ βαφή, διεκδικεῖ ἀποκλειστικὴ κυριότητα «στὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ Χριστοῦ» διακατέχοντας συγχρόνως μιὰν ἀταλάντευτη βεβαιότητα “πνευματικῆς” ὑπερβάσεως τῶν σχημάτων τοῦ αἰῶνος τούτου τοῦ καταργουμένου. (Σχημάτων ποὺ ἀδαῶς θεσμοθέτησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννόησαν… τὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ)

.         Βαρειὲς κουβέντες. Θεολογικὴ αὐθάδεια μαζὶ μὲ μιὰ εὐδιάκριτη αἴσθηση ἐπάρκειας καὶ ἀνωτερότητος ἔναντι τῶν κατωτέρων «εὐλαβῶν» ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ὁ Χριστὸς προτοῦ …ἐξορισθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸ Ἦθος ἡμῶν, τῶν “δῆθεν” Χριστιανῶν. Μᾶλλον ἐτράπη εἰς φυγήν!

, ,

1 Σχόλιο

ΟΤΑΝ Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΑΙ

ΟΤΑΝ Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΑΙ

Το Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

[ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 30.03.2012]

.        Συχνὰ ἐμφανίζονται στήν Ἐκκλησία μας προοδευτικοί Μητροπολίτες –κάποτε μέ παραδοσιακή ἐμφάνιση καί ἀσκητική ὄψη– οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν αὐθαίρετα, χωρίς τήν ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐφαρμόζοντας διάφορες τακτικές ποιμαντικῆς διακονίας, σαφῶς ἀντιπαραδοσιακές καί ἀμφίβολης ἀποτελεσματικότητας. Ἀναφέρω δύο θέματα, τά ὁποῖα ἔχουν ἄμεση καί ἀρνητική ἐπίδραση στό λαό.

α´. Μετάφραση ερν κειμένων τς λατρείας.

.        Προκλητική εἶναι ἡ καθιέρωση τῆς δημοτικῆς γλώσσας στή θεία Λειτουργία καί τά Μυστήρια, γιά νά γίνουν κατανοητά ἀπό τόν ἀπαίδευτο λαό, ὅπως ἐπιπόλαια τονίζουν οἱ νεωτεριστές. Τό ἐπιχείρημα δέν εἶναι σοβαρό, διότι ἡ κατανόηση τῶν νοημάτων δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μετάφρασης τῶν κειμένων…
.        Καί ὅμως αὐτοί ἐπιμένουν, ἀγνοώντας τήν Ἱερά Σύνοδο, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρός της δέν ἔχει τό θάρρος νά τούς ἐλέγξει.
.        Εὐτυχῶς πού τό φαινόμενο αὐτό παρατηρεῖται μόνο σέ τρεῖς Μητροπόλεις (Πρεβέζης, Δημητριάδος καί Σιατίστης) καί δέν βρίσκει ἄλλους μιμητές. Ἐλπίζουμε σύντομα νά ἐκλείψει, γιατί σκανδαλίζεται ὁ πιστός λαός.Οἱ νεωτερισμοί καί οἱ αὐθαιρεσίες στήν λατρεία δεν ἔχουν θετικά ἀποτελέσματα, κάτι πού πρέπει νά παραδεχτοῦν οἱ συγκεκριμένοι Μητροπολίτες, ἀλλά καί οἱ συνεργάτες τους, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται βασιλικότεροι τοῦ βασιλέως.
.        Σχετικά μέ τήν μετάφραση τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος ἔγραφε τά ἑξῆς: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς ὁ κόσμος καταλαβαίνει πολλά στην Ἐκκλησία. Γιατί ὅ,τι γίνεται στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ζήτημα τοῦ μυαλοῦ καί τῆς νοήσεως, ἀλλά τῆς πίστεως καί τῆς καρδίας. Φτάνει ὅσα γίνονται στήν Ἐκκλησία, νά γίνωνται καθώς πρέπει· ὅσο δέ για νά ἐννοῆ ὁ λαός περισσότερα, αὐτό δέν εἶναι ζήτημα μεταφράσεως τῶν Γραφῶν, ἀλλά διδαχῆς.
»Ὁ λαός ὅμως κ᾽ ἐκεῖνα πού δέν καταλαβαίνει μέ τό μυαλό, τά ζῆ καί τά αἰσθάνεται μέσα του. Καί τοῦτο εἶναι τό ζήτημα στήν πίστη και στήν λατρεία. Ὄχι νά νοοῦμε, ἀλλά νά ζοῦμε τήν πίστη -ὁπωσδήποτε ὅλο τό περιεχόμενο τῆς πίστεως δέν μποροῦμε νά τό νοήσουμε. Ὄχι νά κολλᾶμε στό γράμμα, ἀλλά νά αἰσθανώμαστε, νά πνέη μέσα μας ἡ αὔρα τοῦ πνεύματος. Κ᾽ ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς πάντα νοοῦμε τόσα, ὅσα φθάνουν, γιά νά αἰσθανώμαστε καί νά ζοῦμε περισσότερα».

β´. μφίεση τν κληρικν.

.        Ὑπάρχουν Μητροπολίτες πού ἀδιαφοροῦν γιά τήν ἐμφάνιση τῶν κληρικῶν τους. Μάλιστα κάποιοι τούς ἀπαγορεύουν νά ἔχουν γενειάδες, νά φοροῦν καλυμμαύχι καί ἐξωτερικό ράσο. Τούς θέλουν ἴδιους μέ τόν ἑαυτόν τους. Καί ἡ εἰκόνα εἶναι ἰδιαιτέρως προκλητική. Γένια μιᾶς ἑβδομάδας, περιποιημένα μαλλιά, κιτρινισμένα μουστάκια ἀπό τό κάπνισμα, κοσμικό φρόνημα καί γενικά συμπεριφορά ἀνάρμοστη. Δυστυχῶς, οἱ Μητροπολίτες αὐτοί ποτέ δέν ἀσχολήθηκαν σοβαρά μέ τά ὑψηλά τους καθήκοντα, γιατί ἁπλά δέν ἔχουν συναισθανθεῖ τό μεγάλο βάρος τῶν εὐθυνῶν τους ἀπέναντι στην Ἐκκλησία, πού τούς ἐμπιστεύθηκε καί στόn λαό, πού πρέπει νά διακονήσουν. Γι᾽ αὐτό καί περιφρονοῦν τό ράσο, πού ἀσκεῖ ἐπίδραση και στόν κληρικό καί στόn λαό. Πρόχειρα σταχυολογῶ δυό τρεῖς φράσεις ἀπό ἕνα ἄρθρο τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος πιφανίου Θεοδωροπούλου, πού ἀναφέρονται στό ράσο τῶν κληρικῶν καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά προσέξουν οἱ νεωτεριστές Μητροπολίτες καί κληρικοί.
.        «Καί ἄν τό ράσον δέν ὑπῆρχεν ὡς περιβολή τῶν Κληρικῶν, θα ἔπρεπε νά ἐπινοηθῇ καί νά τεθῇ εἰς χρῆσιν. Τό ράσον ἀσκεῖ ἀφάνταστον ἐπιβολήν. Εὐκταῖον θά ἦτο ὅπως καθιερωθῇ ὡς ὑποχρεωτική περιβολή τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου Κληρικῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄς μή ὑποτιμῶμεν τήν ἐξωτερικήν ἐμφάνισιν. Ἔχει μεγίστην σημασίαν αὕτη καί πολλάκις ρυθμίζει ἀναλόγως καί τάς ἐσωτερικάς ἡμῶν διαθέσεις».
.        «Ὁ Ἱερεύς εἶνε ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἀπολύτου, ἡ ἔκφρασις τοῦ μονίμου καί σταθεροῦ καί ἀταλαντεύτου, ἡ σάλπιγξ τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ εἰκών τῆς ἀφθαρσίας, ὁ ὁδοδείκτης τῆς Αἰωνιότητος. Ἄς μείνῃ ἀπαράλλακτος διά μέσου τῶν αἰώνων καί ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ ἐξωτερικῇ ἐμφανίσει, ὡς ὑπόμνησις καί ὡς συμβολισμός τῶν αἰωνίων καί ἀμεταβλήτων Ἀληθειῶν ἅς ἐκπροσωπεῖ, παρ᾽ αἷς “οὐκ ἔνι παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα”».
.        «Ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ἐτυποποίησεν εἰδικήν ἀμφίεσιν διά τους Κληρικούς: ΤΟ ΡΑΣΟΝ! (Λέγων ράσον, ἐννοῶ καί τό ἐσώτερον ἔνδυμα, τό καλούμενον ζωστικόν). Ἀναμφιβόλως δέ, ἡ τοιαύτη Κληρική ἐνδυμασία (μή διαφέρουσα, ἄλλωστε, οὐσιωδῶς πρός τήν ἐνδυμασίαν, ἥν διά μέσου τῶν αἰώνων ἔφερον οἱ Κληρικοί), εἶνε ἰδεώδης! Σοβαρά καί ἱεροπρεπής, προσδίδει ἰδιάζουσαν αἴγλην καί μυστικήν τινα μεγαλοπρέπειαν εἰς τόν Ἱερέα τοῦ Θεοῦ≫.
.        Εἶναι καιρός οἱ νεωτεριστές Μητροπολίτες καί οἱ ρέμπελοι και ἄσχετοι κληρικοί νά κατανοήσουν ὅτι ὁ πιστός λαός τούς βάζει στο περιθώριο, χωρίς νά τούς ἐμπιστεύεται στό παραμικρό. Ἐπειδή δεν μπορεῖ νά κάνει κάτι, γιά νά βελτιωθεῖ ἡ κατάσταση, τούς ἀνέχεται, ἀλλά τόν σεβασμό του τόν ἐκδηλώνει στούς παραδοσιακούς και συνεπεῖς στά καθήκοντά τους ἱερεῖς. Καί αὐτό εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἱκανοποίηση, γιά ἕνα κληρικό, πού βλέπει τήν ἱερωσύνη ὡς ὕψιστη ἀποστολή.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: thriskeftika.blogspot.com

, , , , ,

Σχολιάστε