Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράδοση

Η ΝΕΑ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

.             «Ἔχουμε φτάσει σὲ μία νέα μορφὴ ἐκκοσμίκευσης, τῆς ὁποίας ὁ μηχανισμὸς καὶ στρατηγικὴ δὲν βασίζονται πλέον στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Θείου, ἀλλὰ στὴν παραλλαγὴ καὶ παρεκτροπὴ τῆς θείας καὶ ἀληθινῆς Παρακαταθήκης».

 Ἐπίσκοπος Πατάρων Ἰωσήφ

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ! Τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας. «Ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ παραστάσεις μᾶς τέλειωσαν!
Ποτέ πάλι στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…
ἤ … τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας.

τοῦ Πρωτ. π. Ἰωάννου Φωτοπούλου.

.             Ὅσοι συχνάζουμε στήν ἐκκλησία μιμούμενοι τό κατά δύναμιν ὅλες τίς γενεές τῶν πρό ἡμῶν χριστιανῶν, πολιτευόμαστε «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων [καί τῶν ἁγίων Πατέρων] καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β´ 42). Εἴμαστε δοσμένοι, ἀφοσιωμένοι («προσκαρτεροῦντες») ὄχι σέ ὁποιεσδήποτε προσευχές, ἀλλά στίς προσευχές, στή λατρεία πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
.              Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος : «Οἱ ἅγιοι πού τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔρχονται ἀπό γενιά σέ γενιά  μετά τούς προηγουμένους ἁγίους, προσκολλῶνται σ΄αὐτούς καί ὅμοια μ΄αὐτούς ἐλλάμπονται, λαμβάνοντας κατά μέθεξιν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γίνονται σάν μιά χρυσῆ ἁλυσίδα.  Καθένας τους εἶναι ἕνας κρῖκος καί καθένας χωριστά μέ τόν προηγούμενό του συνδέεται μέ τήν πίστη, τά ἔργα καί τήν ἀγάπη, ὥστε νά ἀποτελοῦν μία σειρά  ἑνωμένη μέ τόν ἕνα Θεό πού δέν μπορεῖ εὔκολα νά σπάσει»[1].
.             Αὐτή εἶναι ἡ ζωή ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων. Λατρεύουμε τόν Χριστό μας, τιμοῦμε τήν Παναγία  καί τούς ἁγίους μας, ὅπως οἱ σαρκικοί καί οἱ πνευματικοί  Πατέρες μας.  Μιά ἀδιάσπαστη συνέχεια Χριστιανῶν, μιά χρυσῆ ἁλυσίδα Πατέρων, μία λατρεία παραδιδομένη ἀπό γενεά σέ γενεά σεβαστή ἀπό ὅλους. Ἔτσι ἦσαν γιά ὅλους τά πράγματα μέχρι πρίν 50 περίπου χρόνια, ὅταν κάποιοι θεολόγοι καί κληρικοί ἀμφισβήτησαν αὐτή τή συνέχεια καί ἀποφάσισαν νά ἀρχίσουν τίς «διορθώσεις», δηλ. ἐμβαλωματικές, κακάσχημες καί κακότροπες παρεμβάσεις στό σῶμα τῆς Θείας Λατρείας.  Ἄρχισαν μέ τήν προσπάθεια καταργήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς θείας λειτουργίας, τῆς ἐξωτερικῆς ἱερατικῆς ἐνδυμασίας συνέχισαν σέ προσπάθεια καταργήσεως τοῦ τέμπλου, στήν ἐπιβολή τῆς τετραφωνίας πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό τόν 19ο αἰῶνα, ἀλλά καί προχώρησαν σέ ἄξιες καγχασμοῦ καί γέλωτος μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τῶν λειτουργικῶν κειμένων.  Πάντοτε ὅμως ὑπάρχουν τά χειρότερα.  Ἐκθεμελίωση τῶν πάντων. Ἐκ βάθρων «ἀνανέωση».  Στό προηγούμενο ἐκκλησιαστικό καθεστώς ὑπῆρχε πρόθεση νά γραφοῦν ὕμνοι ἐκκλησιαστικοί στή δημοτική.  Νά καί ἀπόσπασμα σχετικῆς ἀνακοινώσεως πού ἀναγνώσθηκε στούς ναούς στίς 19 Σεπτεμβρίου 2004 : «Ἴσως ἡ μελλοντική παραγωγή νέων ὕμνων σέ προσιτότερο ἰδίωμα, χωρίς νά ἀντικατασταθοῦν οἱ ἐν χρήσει σήμερα, θά μποροῦσε νά ἐπιλύσει ἐν μέρει τό πρόβλημα τοῦτο [δηλ. τῆς κατανοήσεως τῶν ψαλλομένων].  Καί ἔχουν γίνει πρός τήν κατεύθυνση αὐτή σχετικοί πειραματισμοί ἀπό ἐγκρίτους κληρικούς καί λαϊκούς χωρίς νά ἔχουν τύχει τῆς ἐπίσημης ἔγκρισης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
.             Εὐτυχῶς ἀπό τέτοιες ἀθλιότητες μᾶς γλύτωσε ὁ Θεός διά εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας καί διά τῆς «ἐπιστυπτικῆς» ράβδου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Χρυσοστόμου. Μᾶς λύτρωσε ἀπό τούς πειραματισμούς τῶν εὐτελῶν μεταφράσεων τῆς Θ. Λειτουργίας, τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας καί τῶν Θεοφανείων καί τῶν λοιπῶν Ἀκολουθιῶν.

Τό …ἐνοχλητικό Βυζάντιο ὑπεύθυνο γιά μιά «προδομένη ἐκκλησιολογία».

.             Καί ὅμως τό ὄνειρο τῆς «ἀνανεώσεως» δέν ἔπαυσε νά κάνει ἀνήσυχο τόν ὕπνο τῶν ἐκσυγχρονιστῶν τῆς θείας λατρείας. «Οὐκ ἐᾶ με καθεύδειν τό τῆς Ἱ. Παραδόσεως τρόπαιον», λένε, κατά κάποιον τρόπο.
.             Ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ «Ἡ παράσταση τελείωσε! Τοῦ χρόνου πάλι!»  πού ἀναρτήθηκε στό Amen.gr στίς 28 Ὀκτωβρίου 2014.  Πρόκειται γιά μιά «Ἱερεμιάδα» θρήνων γιά τή…χαμένη ἀθωότητα τῆς λατρείας.  Μέ ἀφορμή τήν τελεσθεῖσα λίγες μέρες πρό τοῦ δημοσιεύματος τοῦ π. Βασιλείου, τήν 23η Ὀκτωβρίου, σέ κάποιους ναούς Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἐπιτίθεται στή σημερινή λατρεία. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, λέει, οἱ ἐπίσκοποι λειτουργοῦν μόνο «μέ φαιλόνιο καί μίτρα, χωρίς τόν ἀνιστόρητο σάκο καί τήν ἀντιαισθητική μίτρα» καί κατά τή διάρκειά της «ἀκοῦμε ἄφθονες ἱερατικές εὐχές καί λίγα σύντομα ψαλτικά».  Ὅλα αὐτά, κατά τόν π. Βασίλειο εἶναι «συνήθεια ἀναβίωσης αὐτοῦ τοῦ ἀρχαϊκοῦ λατρευτικοῦ τύπου [2] .
.             Μετά ὅμως τήν ἀπόλαυση πού ἔνιωσε μέ τήν «ἀναβίωση τοῦ ἀρχαϊκοῦ λειτουργικοῦ τύπου» μελαγχολεῖ καί θρηνεῖ γιατί πάλι, λέει, «ἀπό τήν ἑπομένη τά κεφάλια μέσα». Ὑποφέρει ἀπό «τήν αὐτοκρατορική ἔνδυση» τῶν ἐπισκόπων, τή μυστικότητα τῶν εὐχῶν καί τά ἀργά μέλη καί ἄλλες «ἀντιλειτουργικές καί ἀντιεκκλησιαστικές συνήθειες». Τόν καταπιέζει τό ἱερό εἰκονοστάσιο, τό τέμπλο, τό ὁποῖο, ἄν καί κοσμεῖται μέ τίς ἅγιες εἰκόνες τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, νιώθει πώς τόν χωρίζει ἀπό τόν λαό. Τόν ἐνοχλεῖ ἡ ἔλλειψη τῆς συμψαλμωδίας -συνήθως κυριῶν πού μέ τά…φρεναρίσματά τους σοῦ τρυποῦν τ’αὐτιά καί σοῦ χαλοῦν τήν ἀπαραίτητη γιά προσευχή ἡσυχία.  Ὅλα ἐνοχλοῦν τόν π. Βασίλειο καί προσπαθεῖ μέ συνεχεῖς παρεμβάσεις του νά πείσει ὅλους τούς πιστούς ὅτι πρέπει κι αὐτοί νά ἐνοχλοῦνται!
.              Τήν ἀποστροφή καί τήν περιφρόνησή του πρός τήν καθιερωμένη λατρεία μας ὁ π. Βασίλειος τήν ἐπιδεικνύει διαρκῶς μέ στόχο ἴσως νά κρατᾶ τίς καινοτόμες ἰδέες του στήν ἐπικαιρότητα ἐν ἀναμονῇ καταλλήλου κλίματος πού θά εὐνοήσει τήν ἀνατροπή τῆς παραδοσιακῆς ὀρθοδόξου λατρείας.  Ὅμως τό διαφορετικό πού κομίζει μέ τό κείμενο αὐτό εἶναι ἡ μομφή ὅτι ἡ Θεία λατρεία εἶναι ὑπεύθυνη γιά «μιά προδομένη ἐκκλησιολογία». Καί προσπαθεῖ νά τεκμηριώσει τή θεωρία του αὐτή γράφοντας ὅτι «οἱ ἐν χρήσει λειτουργίες (Χρυσοστόμου, Βασιλείου)… κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες [μετά τόν 7ο αἰῶνα] …ὑπέστησαν τέτοια παθήματα ὥστε μεταβλήθηκαν τελικά (στή συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἐννοῶ) σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων, τό ὁποῖο κάποια ἀπόμακρη σχέση μόνο διατηρεῖ μέ τό ἀρχικό  μεγαλειῶδες δημιούργημα».  Τί ἐννοεῖ μέ ὅσα λέγει ὁ π. Βασίλειος ;  Ἐννοεῖ ὅτι τελώντας σήμερα τή Θ. Λειτουργία εἴτε τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἴτε τοῦ Μ. Βασιλείου δέν καλλιεργοῦμε καί δέν κάνουμε συνειδητή  ἕνας ἕκαστος τήν θεόσδοτη ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ὅλοι μαζί  ἀποτελοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.  Καί γι᾽ αὐτό φταίει τό Τέμπλο, οἱ ἀρχαιοπαράδοτες μυστικές εὐχές, ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική γλῶσσα, ἡ βυζαντινή μουσική σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της ψαλλομένη ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν, ἀκόμη καί ὁ σάκκος καί ἡ μίτρα τῶν ἀρχιερέων! Ζητεῖ λοιπόν «μιά ἐμπράγματη ἐκκλησιολογία», τήν ὁποία, φρονῶ, θά ἔβρισκε ἀκόπως σέ μιά παρασυναγωγή προτεσταντῶν:  Ὄχι τέμπλα, ἀλλά γλῶσσα τῆς καθημερινότητος, μουσική εὔκολη, ὕμνοι ευχάριστοι πού τραγουδιοῦνται ἀπ΄ ὅλους μαζί τούς παρευρισκομένους. Ἀληθινή συμμετοχή! Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς «ἐμπράγματης ἐκκλησιολογίας» ὁ π. Βασίλειος  ὀνειρεύεται μιά ἄλλη, καινούργια λειτουργία.

Ἀπόπειρες γιά μιά ἐπιπόλαια  σκηνοθεσία.

.             Θά γυρίσω ἑνάμισυ χρόνο πίσω καί στό ὄργανο κάθε προτεινόμενης ἀνατροπῆς στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τής θεολογίας Της, τό περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ. Μᾶς πείθει γιά τόν ἀνατρεπτικό του χαρακτήρα ὁ ἀνεικονικός χαρακτήρας τοῦ περιοδικοῦ. Δεῖτε καί τό κουλτουριάρικο ἐξώφυλλο τοῦ τεύχους 126 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2013).  Μιά ἐκκλησία παραμορφωμένη, χωρίς σταυρούς καί μέ μιά οὐρά (;) πάνω στό καμπαναριό!

Sinaxi.             Στό τεῦχος αὐτό ὁ π. Βασίλειος δημοσιεύει μιά ἐπαινετική βιβλιοκρισία γιά μιά καινούργια (!) λειτουργία πού προτείνει ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς καί τήν ὀνομάζει «Ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία ὡς αἰτούμενο ἐπικαιρικῆς μεταγραφῆς» (Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2012). Πρόκειται γιά ἕνα αὐθαίρετο καί συγκεχυμένο κατασκεύασμα πού ἀποτελεῖ ἀπό πλευρᾶς γλώσσας μῖγμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς∙ ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου μῖγμα θεολογικοῦ καί φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ∙ ἀπό πλευρᾶς νοοτροπίας μῖγμα μανιακῆς πρωτοτυπίας καί ἀντορθοδόξου αὐθαιρεσίας. Πρίν ἀναφερθῶ λεπτομερέστερα σ’ αὐτή τήν…τερατουργία θά καταγράψω τίς κρίσεις τοῦ π. Βασιλείου γι’ αὐτήν:

«… ἡ προσπάθεια [αὐτή] παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, διότι κομίζει ἕναν “ἀέρα„ φρεσκάδας. Ὁ πονήσας δέν δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά λογοδοτεῖ σέ μιά “θεωρία σχηματισμοῦ τῆς λατρείας„ καί νά ἀναχαιτίζει  τό γοργό του βῆμα…..Προχωρεῖ ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς στήν ἑπικαιρική μεταγραφή».  Θά συμφωνήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀναμφίβολα τήν χρειαζόμαστε.  Καί ὄχι μόνο στή Λατρεία».  «Τά πρωτότυπα αὐτά διαβήματα προφανῶς ἐντάσσονται στή γενικώτερη ἀνανεωτική κίνηση πού παρατηρεῖται στή Λατρεία μας».
«Στή δομή καί στό περιεχόμενό τους διαφαίνεται ἡ λαχτάρα τοῦ συγγραφέα νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση καί νά ὑπηρετήσει τήν ἐξυγίανση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος»
«…φρονῶ πώς οἱ ἐν λόγῳ ἀκολουθίες»- ὁ π. Β. Θερμός ἀναφέρεται καί στήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος πού ἔχει συγγράψει ὁ κ. Γιανναρᾶς- «συνιστοῦν ἕνα μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας».

.             Τέλος γράφει ὅτι δέν θεωρεῖ «σκόπιμο νά τελεσθοῦν [οἱ ἀκολουθίες] ὡς ἔχουν» ἀλλά ἀποφαίνεται ὅτι «τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας…ἔχει χρέος νά ἀγκαλιάσει ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις πού κατά καιρούς κατατίθενται, χωρίς φόβο καί πάθος, νά τίς συζητήσει…νά τίς βελτιώσει καί νά τίς δοκιμάσει στήν πράξη…»
.             Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἀντιμετωπίζει τή Θ. Λατρεία μέ τρόπο ἐπιφανειακό καί συναισθηματικό.  Ζητεῖ μιά «ἀνανέωση» τῆς Λατρείας πού θά διαπνέεται ἀπό ἕνα «ἀέρα φρεσκάδας», ὅπου οἱ ἀνανεωτές χωρίς σεβασμό σέ κανόνες καί ἱστορία θά ἐνεργοῦν «ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς», καί θά διακατέχονται ἀπό μιά «λαχτάρα γιά νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση».
.             Ἡ θεία λειτουργία μετατρέπεται σύμφωνα μέ τή μονομανία τῆς «ἀνανεώσεως» σέ μιά παράσταση, ἡ ὁποία, ὑποτίθεται, σκοπεύει στό «νά ὑπηρετηθῆ ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο πού προσιδιάζει στό σύγχρονο ἄνθρωπο». Γιά νά εἶναι ὅμως ἐπιτυχημένη ἡ παράσταση αὐτή ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη σκηνοθεσία.  Καί ὅπως κάνει ἀκριβῶς ἕνας σωστός σκηνοθέτης ἔτσι πρέπει, σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ π. Βασιλείου, νά κάνει καί τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.  Θά πρέπει κληρικοί καί θεολόγοι νά ἀγκαλιάζουν ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις. Ἀνάμεσα σ’ αὐτές δέν εἶναι μόνο ἡ «στοχαστική» λειτουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Εἶναι καί ἡ ἀρχαιόπληκτη «λειτουργία» τοῦ, κατά δήλωσή του, παπα-Κώστα Μπέη πού τήν «ἔπαιξε» πρίν χρόνια στό Ἀρσάκειο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἀλλαλούμ δεήσεων καί εὐχῶν. Τό χειρότερο ἦταν ἡ παρεμβολή μέσα στήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς καί σέ ἄλλα σημεῖα ἀποσπασμάτων ἀπό τόν Ὅμηρο καί τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους!
.             Ὅλες αὐτές τίς προτάσεις, τίς «λειτουργίες» θά πρέπει, λέει ὁ π. Β. Θερμός, κληρικοί καί θεολόγοι νά τίς συζητοῦν, νά τίς βελτιώνουν καί «νά τίς δοκιμάζουν στήν πράξη» δηλ. νά τίς παίζουν  σάν θεατρικές παραστάσεις…(πῶς ἀλλιῶς θά γίνουν οἱ δοκιμές;) νά τίς κουβεντιάζουν, νά τίς κριτικάρουν, νά τίς διορθώνουν καί κάποτε νά καταλήγουν στήν καλλίτερη σκηνοθεσία!  Καί ὅλα αὐτά βέβαια στήν…καμπούρα μας.
.             Πρόκειται γιά τήν ἰδέα ἑνός ἀνοσίου πειραματισμοῦ, χωρίς αἴσθηση τῆς ἀξίας πού ἔχει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων, χωρίς συνείδηση τοῦ περιεχομένου καί τοῦ νοήματος τῆς Θ. Λειτουργίας, χωρίς τήν παραμικρή ὑποψία γιά τά τελούμενα Φρικτά Μυστήρια καί χωρίς σεβασμό στήν εὐσέβεια καί τή θέση τῶν προσευχομένων πιστῶν.

Ἡ ἀρχαία μορφή τῆς Λειτουργίας καί ἡ ἀτομοκεντρική ἀπόπειρα «διορθώσεώς» της.

.             Οἱ ἐπίδοξοι μεταρρυθμιστές τῆς ὀρθοδόξου λατρείας νομίζουν ὅτι μπορεῖ ὁ καθένας, ὅπως γίνεται στή Δύση μέ τίς μουσικές «λειτουργίες», νά συνθέτει καί μιά δική του λειτουργία κατά τήν ἔμπνευσή του. Ἐγώ πάλι νόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι εἴχαμε τή συνείδηση καί τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι τό ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ∙ τό κατ᾽ ἐξοχήν ἔργο του, διά τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται στόν Θεό καί ἀναφέρει καί ὅλη τή ζωή του μετ΄εὐχαριστίας προσδοκώντας «ὅπως Κύριος ὁ Θεός ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τήν θείαν Χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μοναδική ἔκφραση  τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι ἡ διαμορφωμένη ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ Θ. Λειτουργία στίς τρεῖς ἐκδοχές της, στίς θεῖες λειτουργίες τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
.            Ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ θεία Λειτουργία φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ πρώτη της μορφή καί ἡ ἐξέλιξή της μέχρι τήν τελική της διαμόρφωση χάνεται στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια. Πολλές ἀπό τίς εὐχές προέρχονται ἀπό τό χέρι τῶν ἀδελφοθέου Ἰακώβου καί τῶν Μ. Βασιλείου καί Ἰω. Χρυσοστόμου, ἀλλά πολλά ἄλλα στοιχεῖα βρίσκονται στήν τελούμενη θεία λατρεία τῶν δύο πρώτων αἰώνων. Ὁ Ἱππόλυτος (170-235 μ.Χ), ἀναφέρει καί τόν ἀρχαιότατο διάλογο μεταξύ τοῦ Ἱερέως καί τῶν πιστῶν , ὁ ὁποῖος καί σήμερα, μετά 18 (!) αἰῶνες, μέ μικρές παραλλαγές, λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ ἱερέως καί τῶν ψαλτῶν, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τούς ἱ. Κανόνες ἐκφράζουν τό πλήρωμα τῶν πιστῶν: «Ὁ Κύριος μεθ΄ ὑμῶν». – «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». – «Ἄνω τάς καρδίας». –  «Ἔχομεν πρός τόν Κύριον». – «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». – «Ἄξιον καί δίκαιον».
.           Ἔτσι, δέν γνωρίζουμε μέ ἀκρίβεια ποιά ἤ ποιές ἀποστολικές ἤ ἱερατικές  γραφίδες  συνέθεσαν τό πλαίσιο ἤ τό περιεχόμενο τῆς Θ. Λειτουργίας. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἀβιάστως διαμορφώθηκε καί ἔγινε ἀποδεκτή ἡ Θ. Λειτουργία ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἐπιμέρους, τοπικές λειτουργίες σιγά-σιγά «ἠπράκτησαν» καί στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κυριάρχησαν οἱ γνωστές μας Λειτουργίες.
.             Μέ τή φιλοδοξία νά συνθέσουμε μιά «καινούργια» Λειτουργία φανερώνουμε τήν ἐγωϊστική μας διάθεση.  Δείχνουμε πρός κάθε κατεύθυνση ὅτι ἔχουμε κάτι ἀνικανοποίητο. Δέν ἔχουμε ὅμως τό κουράγιο νά ρίξουμε στόν ἑαυτό μας τό βάρος γιά τίς ἐλλείψεις μας καί ταπεινά νά ζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Μεταθέτουμε ὅλα τά κακά στήν παραδεδομένη ἁγία Λατρεία μας. Τήν κατηγοροῦμε ὅτι εἶναι…μπαγιάτικη, ἀφοῦ ζητοῦμε «ἀέρα φρεσκάδας»,  τήν θεωροῦμε «συντηρητική», ὅτι ἔχει ὑποστεῖ πολλά «παθήματα». Τό χειρότερο εἶναι ὅτι διαχωρίζουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Τόν ἀναβιβάζουμε σέ ὑψηλότερη περιωπή, κρίνοντας καί κατακρίνοντας «ἀφ’ ὑψηλοῦ» ὅ,τι κάνει καί βιώνει ὥς τώρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Μιά πλήρης προτεσταντική ἀλλοίωση τοῦ φρονήματός μας εἶναι τό ἀποτέλεσμα.  Μετά ἀρχίζει τό γενικό «ξήλωμα».  Ὄχι ράσα ὄχι τέμπλα, ὄχι ἄσκηση. Ἐξομολόγηση μέ τή βοήθεια τῆς ἀντίχριστης «ψυχοθεραπείας» κ.ἄ.
.            Ἡ ἑωσφορική σκέψη καί μόνο («θήσω τόν θρόνον» τοῦ ἐπηρμένου νοῦ μου «ὑπεράνω τῶν νεφῶν» τῆς προχεομένης ἀπό τήν ἁγία Λατρεία χάριτος «ἔσομαι ὅμοιος» μέ τούς ἁγίους Πατέρες Βασίλειο καί Χρυσόστομο) πού χαρακτηρίζει τούς πειραματιστές τῶν λειτουργικῶν μας πραγμάτων θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποτρέψει νά εἰσέλθουμε στό περιεχόμενο τῆς μοντέρνας «Λειτουργίας» τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Ὅμως ἀξίζει ἡ προσπάθεια νά παρουσιάσουμε κάποια στοιχεῖα τοῦ θλιβεροῦ του πονήματος γιά νά δείξουμε σέ πόσο εὐτελῆ ἀποτελέσματα ὁδηγεῖ αὐτή ἡ ἀτομοκεντρική θεώρηση τῆς Θ. Λατρείας.

Ἡ  Βασιλεία.

.             Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἀρχίζει τή «Λειτουργία» του μέ τή φράση: «Εὐλογημένη ἡ Θεαρχική Τριάδα, ὁ Πατήρ, ὁ Ὑἱός καί τό Πνεῦμα, παρουσία καί προσδοκία, τώρα καί πάντοτε ἀχρόνως».
.             Παραλείπει τή λέξη «Βασιλεία».  Τί εἶναι ἡ Βασιλεία; Εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σ’ αὐτή τή Δόξα, τήν Βασιλεία, μετέχουν δυνάμει καί καλοῦνται καί ἐνεργείᾳ νά μετάσχουν οἱ βαπτισμένοι όρθόδοξοι χριστιανοί τώρα καί στή μέλλουσα ζωή.  Εἴμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ καί γι’αὐτό κληρονόμοι Του μαζί μέ τόν Χριστό «συγκληρονόμοι» (Ρωμ. η´, 17) ) τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή ἡ τιμή, αὐτή ἡ ἀπαντοχή πρέπει νά μᾶς συνέχει, νά μᾶς χαροποιεῖ, νά μᾶς ἐνθαρρύνει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἐξ ἄλλου σκοπός τῆς Θ. Λειτουργίας κατά τόν ἱερό Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν: «Τῆς ἁγίας τελετῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων…τέλος…τό τούς πιστούς ἁγιασθῆναι, δι’ αὐτῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν καί βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν καί τά τοιαῦτα λαβόντας»[3].
.                Στή λέξη καί τήν πραγματικότητα πού κρύβει ἡ λέξη Βασιλεία συγκλείεται ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς μας.  Τί κήρυττε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Τί κήρυττε ὁ Κύριος; «Ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»(Ματθ. γ´2, δ´17). Γιατί θά πρέπει νά τή διαγράψουμε;  Ἀναφέρει καί ὁ κ. Γιανναρᾶς σέ δύο σημεῖα τῆς ἰδιόρρυθμης «λειτουργίας» του τή λέξη Βασιλεία, ἐκεῖ πού ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου οὐδέν ἀναφέρει. Π.χ. μετά τήν μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας ἀντί τῆς ἐκφωνήσεως «Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου» γράφει ο κ. Γ. : «Σῶσε ὁ Θεός τόν λαό σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου»!
.          Ἡ ἐπιθυμία, ἡ προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐμφανής σέ ὁλόκληρη τή Θ. Λειτουργία. α) στή Β´ εὐχή τῶν πιστῶν : «καί τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας ἀξιωθῆναι».  β)  στήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς πρό τοῦ καθαγιασμοῦ : «ἕως οὗ εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν  Β α σ ι λ ε ί αν  Σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν».  γ) Κατά τόν καθαγιασμό ζητεῖ ὁ ἱερεύς τά Τίμια Δῶρα νά ἀποβοῦν «εἰς Β α σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν πλήρωμα».  δ) Μετά τόν καθαγιασμό πρό τοῦ «Πάτερ ἡμῶν»  πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως δέεται νά γίνει αὐτή «εἰς Βα σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν κληρονομίαν».
.             Θά πρέπει τάχα αὐτή τήν πρωτεύουσα θέση πού ἔχει ἡ φράση Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  στή Θεία Λειτουργία καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ὁποία ἐκφράζει ἁπλᾶ καί ἄμεσα τή θέση τῶν πιστῶν ὡς «βασιλείου ἱερατεύματος» καί διατρανώνει τά βασιλικά κληρονομικά προνόμιά τους, νά τήν ἀντικαταστήσουμε μέ ἄλλη φράση πού πρέπει νά ψάχνεις, νά…στοχάζεσαι τό περιεχόμενό της;

Ἡ Θεοτόκος καί ἀειπάρθενος Μαρία.

.             Μέ τό ἐπίθετο «ἀειπάρθενος» κοσμεῖται ἡ Θεοτόκος γενικά, ἀλλά καί στή Θ. Λειτουργία, συχνότατα. Ὁ ὅρος αὐτός σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος καί μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε Παρθένος. Ὅπου γίνεται στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ.  λόγος γιά τήν Παναγία ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται ὁ θεολογικός της χαρακτηρισμός «ἀειπάρθενος»… Γράφει π.χ. ὁ κ. Γιανναρᾶς : «Τῆς Παναγίας μητέρας σου, Χριστέ τήν κενωτική ἀγάπη μνημονεύοντας…» (σ. 10) ἤ «Ξεχωριστά καί πρώτιστα σέ κοινωνία καί ὁμοτροπία  μέ τήν Θεοτόκο Μαρία» ἤ «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Θεοτόκε ἁγνή… (σ. 27) κλπ. Νά μή θεωρηθεῖ αὐτή ἡ παράλειψη τυχαία. Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει διαφορετική πίστη ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας·  ἀποστρέφεται ἤ τουλάχιστον ὑποτιμᾶ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου.  Ἰδού τί γράφει σχετικῶς: Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότη­τας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνε­ται…καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτό­κος ἔμεινε καί μετά τόκον Παρθέ­νος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τό­κος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τάς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τη σωματική (ἀνατομική) της παρθενία. Ὁ ψυχολογικὰ ὑγιὴς Χριστιανὸς κατανοεῖ ὅτι ἡ σάρκωση-γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἀπὸ μητέρα παρθένο φανερώνει νίκη-ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσης ….. Ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὶ ἀκριβῶς προσθέτει σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα (…ὁ ἀχώρητος παντὶ νὰ χωρεῖται ἐν γαστρί)… τὶ μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καὶ μετὰ τὸν τοκετό» (Ἐνάντια στή Θρησκεία σ. 200).  Ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας του αὐτῆς ὁ κ. Γιανναρᾶς στή «Λειτουργία» του διορθώνει τίς «ἐπίμονες ἐπαναλήψεις» τῆς Ἐκκλησίας (Τῆς Παναγίας ἀχράντου ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης Ἡμῶν θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας…») ἀποφεύγοντας συστηματικά τήν τιμητική προσφώνηση «ἀειπάρθενος».

Ἡ ἄφεσις ἁμαρτιῶν.

.             Γνωρίζουμε πώς ὁ Χριστός «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»  γιά  νά μᾶς καθαρίσει ἀπό τόν μολυσμό «σαρκός καί πνεύματος» καί ἔτσι νά μᾶς ἐνώσει μαζί Του χορηγώντας μας Αὐτός ἡ Αὐτοζωή,  τήν αἰώνια Ζωή.  Μετά τό θεῖο Βάπτισμα, μετά τή μετάνοια καί ἐξομολόγηση ἡ ἄφεσις προσφέρεται ἐξαιρέτως μέ τή μετοχή στά Ἄχραντα Μυστήρια. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε : «Λάβετε φάγετε τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου…πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο γάρ ἐστί τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Καί μέσα στή Θ. Λειτουργία ἀκοῦμε συνεχεῖς αἰτήσεις γιά ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας: «Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον» (Εὐχή τοῦ τρισαγίου Ὕμνου). «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους ζωῆς εἰρήνης…συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν (μεγάλη Ἐκτενής)  «ὅπως…καθαρίσῃς ἡμῶν τάς ψυχάς καί τά σώματα ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος» (Εὐχή Β´ τῶν πιστῶν)  «καθάρισόν μου τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς» (Εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ), «Συγγνώμην καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (Πληρωτικά), «προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καί θυσίας ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Εὐχή τῆς προσκομιδῆς). Κατά τόν καθαγιασμό εὔχεται: ὥστε γενέσθαι …εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Πρό τῆς μεταλήψεως «Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς συγγώρησιν πλημμελημάτων».  Καί κατά τήν μετάληψιν «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
.          Ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν αἰτημάτων μόνο βιαστικά καί ἐν παρόδῳ  ὁ κ. Γιανναρᾶς γράφει σέ μιά αὐτοσχέδια αἴτησή του: «Χάρισέ μας Χριστέ Ἰησοῦ, εἰρήνη, ὑγεία, συγχώρηση ἁμαρτιῶν, παθῶν, ἐλαττωμάτων…». Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἀναφέρει αἰτήματα γιά συγχώρηση ἁμαρτιῶν. Ἔχει διορθώσει καί τόν Χριστό! Ἰδού: «Λάβετε, φάγετε∙ αὐτό εἶναι τό σῶμα μου, τό μελιζόμενο γιά σᾶς, δώρημα ζωῆς ἀπεριόριστης… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου, τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον, σφραγίδα διαθήκης καινῆς ἀνάμεσα στόν Πλάστη καί τά λογικά του πλάσματα»!  Ἀντί γιά ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔχει προβάλει τή δική του φιλοσοφία: «Παράβλεψε τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες διολισθήσεις μας στήν ὑπαρκτική ἀποτυχία» καί «Καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης ἐγωτικῆς ἀξιώσεως». Καταλαβαίνω ὅτι σ᾽ ὅλους μας, κατά τό δή λεγόμενον  «πέφτουν στενά τά μανίκια».  Εἶναι γεγονός ὅτι δυσκολευόμαστε νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἁμαρτίες μας,  ἀλλά δέν θά διορθώσουμε τό Εὐαγγέλιο μέ ἀνόητες ἀμπελοφιλοσοφίες γιά νά ἀρέσουμε στόν κόσμο πού δέν θέλει οὔτε κἄν νά ἀκούει τή λέξη «ἁμαρτία».

Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ.

.             Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τοῦ συσχηματισμοῦ μέ τόν κόσμο κινούμενος ὁ κ. Γιανναρᾶς «διορθώνει» τόν τιμητικό τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ» πού ἀπονέμει  ὁ ἱερεύς σέ κάθε προσερχόμενο στή Θεία Μετάληψη.  Ἀντί λοιπόν τοῦ «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (δεῖνα)» βάζει ὁ κ. Γ. στό στόμα τοῦ ἱερέως τά λόγια : «Μεταλαμβάνει ὁ ἠγαπημένος (ἡ ἠγαπημένη) τοῦ Θεοῦ (ὄνομα) σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.  Ἀμήν». Καί πρός Θεοῦ!  Ὄχι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»!
.             Ὁ π. Βασίλειος Θερμός στή βιβλιοκρισία του, τήν ἀνόητη ἰδέα τοῦ «ηγαπημένου» τήν συγκαταλέγει «στά σημαντικά θετικά ἐπιτεύγματα» τοῦ κ. Γιανναρᾶ γιατί αὐτή ἡ… διόρθωση εἶναι, λέει, «ἀπόρροια μιᾶς θεολογικῆς μετακίνησης πού μετρᾶ πλέον δύο γενιές» (περ. Σύναξη τευχ. 126 σ. 104). Δέν θέλω νά ἀσχοληθῶ μέ ἀνασκευή αὐτῆς τῆς ἀνοησίας. Παραθέτω ἁπλῶς ἁγιογραφικά χωρία πού δείχνουν πῶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τόν ἑαυτό τους ἀρχίζοντας τίς ἐπιστολές τους καί καυχώμενοι γιά τόν τίτλο  «δοῦλος»: «Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός Ἀπόστολος» (Ρωμ. α´ 1) «Παῦλος καί Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α´ 1). «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰακ. α´ 1). «Συμεών Πέτρος, δοῦλος καί ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´Πέτρ α´,1). «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰουδ. 1). «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός…ἀποστείλας διά τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ» (Ἀποκ. α´ 1).  Ἄν νιώθουμε ὅτι εἴμαστε κάτι …καλλίτερο ἤ ἀλλιώτικο ἀπό τούς ἀποστόλους ἴσως ἔχουμε κάποιο πρόβλημα!
.              Αὐτό τό…δημοκρατικό, ἐλεύθερο πνεῦμα πού διαπνέει τήν τερατουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ τόν παρασύρει καί σέ ἄλλο ἀτόπημα, ἐξ ἴσου ἄξιο κλαυσίγελου. Ὄχι «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ». Πολύ δουλικό καί ἀναξιοπρεπές μᾶς πέφτει! Ὁ κ. Γιανναρᾶς τό «διορθώνει» ἔτσι: «Δεῦτε ἀνυμνήσωμεν καί ἀναμέλψωμεν Χριστῷ»!  Κάθε ἀναφορά σέ προσκύνηση πού ὑπάρχει στή Θ. Λειτουργία (Π.χ. «Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις» (ἐκφώνηση) «…καί ὑπό πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος……καί τήν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν …προσάγειν» [Εὐχή τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου] παραλείπεται). Μά λησμονοῦμε ΠΟΙΟΝ προσκυνοῦμε;

Ὁ  Τρισάγιος  Ὕμνος.

.             Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος, πού ψάλλεται ἤδη στήν Ἐκκλησία ἀδιάκοπα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς της, στή «λειτουργία»τοῦ κ. Γιανναρᾶ ὑφίσταται σοβαρή κακοποίηση. Νά ἡ μοντέρνα ἐκδοχή του: « Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος φωτουργός, Ἅγιος ζωήδωρος(!), γενοῦ μεθ᾽ ἡμῶν».  Αὐτό τό «ζωήδωρος» δέν τό βρῆκα πουθενά σέ λεξικό.  Εἶναι… ποιητικό δημιούργημα τοῦ κ. Γιανναρᾶ!

Οἱ Ἄγγελοι.

.             Δέν θά βρεῖς στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ. ὅσο κι ἄν ψάξεις, τήν παρουσία καί τή συμμετοχή τῶν ἀσωμάτων, ἀγγελικῶν δυνάμεων στήν τέλεση τῆς φρικτῆς ἱερουργίας οὔτε αἴτημα γιά βοήθεια καί προστασία τῶν πιστῶν ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Τήν αἴτηση «Ἄγγελον εἰρηνικόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν» ἀντικαθιστᾶ ἔτσι: «Στεῖλε τήν ἀγάπη σου φύλακα τοῦ καθενός μας, ἀσπίδα ἀποτροπῆς παντός κακοῦ…». Οἱ ἄγγελοι ἀπουσιάζουν καί κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἰδιορρύθμων εὐχῶν πρό καί κατά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων.  Δέν θά τούς συναντήσουμε οὔτε στήν ἀπόλυση πού ἔφτιαξε ὁ κ. Γιανναρᾶς.

Ἡ «Ὕπαρξη»  καί τά παράγωγά της.

.             Στή «λειτουργία» τοῦ κ. Γιανναρᾶ πλεονάζει ἡ λέξη «ὕπαρξη» καί ποικίλα παραγωγά της: «Ὕπαρξη», «συνύπαρξη», «ἀνυπαρξία», «ἀνύπαρκτος», «ὑπαρκτός», «ὑπαρκτικός».
.            Αὐτά τά ὁποῖα γράφει στά βιβλία του, αὐτά πού λέει ὅταν μιλάει ὁ κ. Γιανναρᾶς τά ἔχει ἐντάξει σέ διάφορες «εὐχές», τίς ὁποῖες γιά νά καταλάβεις πρέπει νά μπεῖς στή στοχαστική λογική του.
.             Μποροῦν πολλά νά εἰπωθοῦν γιά τήν ἐκτροπή τῆς «λειτουργίας» αὐτῆς ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντικατάσταση τοῦ «Ἄξιον ἐστί», τοῦ Χερουβικοῦ ἀπό τό «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία» κι᾿ αὐτό διαφοροποιημένο κλπ.

Ἀσεβές, ἄκομψο καί εὐσεβιστικό ἐγχείρημα.

.             Γενικῶς τό περιεχόμενο τῆς «λειτουργίας» τοῦ κ. Γ. ἔχει σχέση μέ τόν παρωχημένο ὑπαρξισμό, τήν θεολογία τῶν Παρισίων καί τήν ἐπιλεκτική χρήση τῶν ἁγίων Πατέρων.  Ὅλη δέ ἡ ὁρολογία, ὁ τρόπος, τό πνεῦμα πού διακατέχει τή «λειτουργία» αὐτή, εἶναι ξένα πρός τό ἦθος, τό πνεῦμα, τό λεκτικό καί τό περιεχόμενο τῆς Θείας Λειτουργίας. Καί ὅμως ὅλο αὐτό τό παράδοξο ἄν μή τι ἄλλο συνονθύλευμα ὁ π. Β. Θερμός λέει ὅτι «συνιστᾶ  μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας»!  Φαίνεται ὅτι στίς μέρες μας οἱ λέξεις καί οἱ φράσεις ἔχουν χάσει τό νόημα τους. Ἡ Θεία Λειτουργία, αὐτό τό ἀριστούργημα ποιητικοῦ λόγου, μέ τίς καλοβαλμένες ψηφίδες τοῦ ἕλληνος λόγου, πού ρέει ἀπό τό στόμα τῶν λειτουργῶν τοῦ θυσιαστηρίου σάν ζωογόνο ποτάμι, («ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος») τό ἀπαύγασμα τῆς Θεολογίας, μέ τήν ἐκπληκτική λιτότητα καί πυκνότητα τῶν νοημάτων, τήν ἀπαράμιλλη μουσικότητα, ἀπό «ἀρχικό μεγαλειῶδες δημιούργημα» κατά τόν π. Θερμό,  μεταβλήθηκε τελικά «σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων». Ἐνῷ ἡ ἄμετρη θεολογοῦσα φλυαρία τοῦ κ. Γιανναρᾶ, χωρίς ἴχνος ἐπαφῆς μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα καί τήν αἰσθητική, εἶναι ἕνα «βῆμα μνημειῶδες» πού κάνει τομή στήν ἱστορία!  Ἄς εἶναι!
.             Δέν μπορῶ νά μπῶ στήν καρδιά τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί νά κρίνω τή διάθεσή του νά προσφέρει τό καλλίτερο πού ἔχει στό σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὅμως, θἐλοντας νά ἐξυγιάνει «τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα», ὅπως γράφει ὁ π. Β. Θερμός, σίγουρα διάλεξε τόν πιό ἄστοχο τρόπο. Προσπάθησε νά μπεῖ στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, στόν λεπτό καί μυστικό χῶρο τῆς Θείας ἱερουργίας, ὅπου «ἐπιθυμοῦσι ἄγγελοι παρακῦψαι», ἐκεῖ πού οἱ ἅγιοι Πατέρες παρέδωσαν μόνο σέ μᾶς τούς ἱερεῖς ἔστω καί ἀναξίους, νά εἰσερχόμεθα καί  νά ἀναπέμπουμε  ὑπέρ ἡμῶν καί τοῦ λαοῦ, μετά φόβου καί τρόμου, εὐχές καί δεήσεις, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι, πεπυρωμένοι ἀπό τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, συνέταξαν.
.             Παρακολουθώντας τήν ἀγωνία τοῦ π. Βασιλείου καί τοῦ κ. Γιανναρᾶ  γιά κατανόηση καί συμμετοχή,  θεωρῶ ὅτι εἶναι συνδεδεμένη μέ εὐσεβιστικές παραμέτρους.  Δέν ἐπιθυμῶ νά λυπήσω κανέναν, ἀλλά ὅλο αὐτό πού διάβασα μαζί μέ τήν κριτική του, μοῦ θυμίζουν τά παιδικά καί ἐφηβικά μου χρόνια: Τή «συμμετοχή» μας σάν παιδιῶν στή χριστιανική ζωή μέ τό «Κτίστες μπρός», τήν ἀφελῆ αὐτοσχέδια προσευχή, τήν «ὥρα εἰλικρινείας», τή συμψαλμωδία μέ τά μοτίβα τῆς χαζομουσικῆς τοῦ Σακελλαρίδη, καί τό σήκω-κάτσε μέσα στή Λειτουργία σύμφωνα μέ τό σύνθημα ἑνός ὑπευθύνου.  Τοὐλάχιστον ὅμως, καί αὐτό εἶναι σημαντικό, κανείς τότε δέν τολμοῦσε νά πειράξει τήν Θ. Λειτουργία.  Ἀλλά φαίνεται ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού ἐθεωρεῖτο καί θεωρεῖται ξεπερασμένη καί ἀλλοιωμένη.  Καί αὐτή ἡ μετάλλαξη τοῦ εὐσεβισμοῦ σέ «ἀνανέωση» εἶναι ἐπικίνδυνη γιατί ἔχει πολύ θράσος καί ἐπιθυμεῖ νά «βάλει χέρι» στήν ἐντελέχεια, στόν πυρῆνα τῆς Ὀρθοδοξίας, τή Θεία Λατρεία.   «Ἡ νύξ προέκοψε»….

Νά φυλάξουμε ἀκαινοτόμητη τήν Ὀρθόδοξη λατρεία.

.             Ἐκεῖνο νομίζω πού προέχει αὐτό τόν καιρό τῆς συγχύσεως πού προκαλεῖ ἡ μεταμοντέρνα Ν. Ἐποχή τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς ἄκρατης σαρκολατρείας καί τοῦ ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονή στήν Πίστη, στήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν ὀρθόδοξη λατρεία, σ᾽ αὐτά δηλαδή πού συνέχουν καί συγκροτοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾶ στή λατρεία, φρονῶ ὅτι κληρικοί καί λαϊκοί α) δέν πρέπει νά μπαίνουν στή λογική νά «συζητοῦν» τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βιώνεται διαχρονικά ἀπό τούς Ἁγίους ὣς τίς μέρες μας. β) δέν πρέπει νά συμμετέχουν σέ λειτουργικούς πειραματισμούς τῶν ἀνανεωτῶν, ἀπό περιέργεια, μοιάζοντας μέ τούς ἀρχαίους Ἀθηναίους οἱ ὁποῖοι «εἰς οὐδέν ἕτερον εὐκαίρουν ἤ λέγειν τι καί ἀκούειν καινότερον»(Πράξ. ιζ´, 21) Οἱ Ἀθηναῖοι μέ τίποτε ἄλλο δέν ἀσχολοῦνταν, λέει ὁ Ἀπόστολος, παρά μέ τό νά λένε καί νά ἀκοῦν ὁτιδήποτε καινούργιο. Ἕνα παράδειγμα ἐπιχειρούμενης στρεβλώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας εἶναι ἡ τέλεση, τώρα τελευταῖα, Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καί Θ. Λειτουργίας ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας. 5-7μ.μ., 6-8μ.μ., 7-9μ.μ. 8-10μ.μ. Μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς καινοτομίας τήν ὁποία ἀνέχονται ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καταστρέφουμε τόν ἡμερήσιο λατρευτικό κύκλο, δέν ξεχωρίζουμε τόν ὀρθό -ἔστω καί κατά προσέγγιση- χρόνο τελέσεως τῶν Ἀκολουθιῶν. Ὅλα γίνονται …ἀχταρμᾶς!
.             Ἡ μανία καί ἡ δίψα τοῦ ἀλλιώτικου καί τοῦ καινούργιου γιά ἕναν  χριστιανό σημαίνει, δείχνει, πώς δέν ἔχει καταλάβει ὅτι τό μόνο καινούργιο, τό μόνο πού ξεδιψᾶ καί ξανακαινουργώνει τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ αὐτοσχέδιο ἐγωϊστικό τρόπο, ἀλλά μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, δηλ. μέσῳ τοῦ ἐμπειρικοῦ τρόπου πού μᾶς δίδαξαν οἱ θεοφόροι Πατέρες.

Ἐπικίνδυνο  μονοπάτι.

.             Οἱ ἀνανεωτές ἄνοιξαν ἕνα ἐπικίνδυνο, στρεβλό μονοπάτι καί τό βαδίζουν ἀκατάβλητοι, βέβαιοι ὅτι ἐνεργοῦν σωστά. Ἄς προσέξουν, γιατί ἡ σύγχυση πού δημιουργοῦν μπορεῖ νά καταστρέψει τήν ὀρθόδοξη λατρευτική συνείδηση τῶν πιστῶν.  Καί ἄν τό ἀγνοοῦν ἄς τό καταλάβουν ὅτι ὁ στόχος τῶν κέντρων πού κατευθύνουν τή λεγόμενη «λειτουργική ἀνανέωση»  δέν εἶναι ἡ συνειδητή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή λατρεία τοῦ Θεοῦ μέ τή βοήθεια μοναδικῶν ἐγκεκριμένων μεταφράσεων.  Εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς πλήρους λειτουργικῆς ἀναρχίας, ὅπου κάθε κληρικός μέ τούς ἀκολούθους του θά ἐνεργεῖ αὐθαιρέτως καί κατά βούλησιν. Θά συγγράφει ὁ καθένας καί θά τελεῖ κάποια λειτουργία ὅπως τοῦ ἀρέσει. Τό ἴδιο θά κάνει καί μέ τήν τέλεση τῶν λοιπῶν Μυστηρίων καί τῶν ποικίλων λατρευτικῶν πράξεων.  Βαθύτερος σκοπός τῆς «ἀνανεώσεως» εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς Βαβέλ, πού θά πλουτισθεῖ μέ τά πιό μοντέρνα καί μεταμοντέρνα μοντέλα προσευχῆς, ὥστε ἄλλες ἰδέες π.χ. τῆς οἰκολογίας, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… νά ἐπιβληθοῦν στίς συνειδήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀλλοιώνοντας τό σκοπό τῆς Θείας Λατρείας καί κατ΄ἐπέκταση τῆς Πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
.             Ἄς προσέξουμε λοιπόν γιατί ὁ πόλεμος κατά τῆς Ὀρθοδόξου Λατρεία καλά κρατεῖ.  Καί ὅσο κρατεῖ, μά κι ὅταν παύσει ὁ πόλεμος, ἄς κρατοῦμε καλά κι᾿ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί  ἀνόθευτη ἀπό «βέβηλες κενοφωνίες» σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της τή λειτουργική μας Παράδοση, τρεφόμενοι καθημερινῶς ἀπό τούς ζωογόνους κεχαριτωμένους καρπούς της.

Καί κάτι τελευταῖο. Ἡ ἀπόφασις κατά τῶν μεταφράσεων τῆς λατρείας πού ἐξέδωσε ἡ Ἱ. Σύνοδος καί ἡ στάση τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Χρυσοστόμου ἔδωσαν τέλος στίς θεατρικές παραστάσεις τῶν «ἀνανεωτῶν».  Ποτέ πάλι στήν ἁγία μας Ἐκκλησία τέτοιο θέατρο ἀσεβῶν σκιῶν τῆς ἀληθινῆς λατρείας!  Καί ὅπου τυχόν παρατηροῦν ἀλλοίωση τῆς λειτουργικῆς μας παραδόσεως οἱ πιστοί ὀφείλουν νά διαμαρτύρονται. Καί νά ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε κληρικό ἤ λαϊκό πού στρεβλώνει ἔργω ἤ λόγῳ τήν τέλεση τῆς ὀρθοδόξου λατρείας.

«Οὐκ ἐκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος καί μετά παρανομούντων οὐ μή εἰσέλθω∙ ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ. κε´, 4-5).

[1] “Ἀπό γάρ τῶν προλαβόντων ἁγίων οἱ κατά γενεάν καί γενεάν διά τῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐργασίας ἐρχόμενοι ἅγιοι, τούτοις κολλώμενοι, ὁμοίως ἐκείνοις ἐλλάμπονται, τήν τοῦ Θεοῦ χάριν λαμβάνοντες κατά μέθεξιν, καί ὥσπερ τις γίνονται χρυσῆ ἅλυσις, καθείς τούτων ὄντες γονάτιον ἕν ἑκάτερος τῷ προλαβόντι τῇ πίστει καί τοῖς ἔργοις καί τῇ ἀγάπῃ συνδούμενος, ὡς εἶναι μίαν αὐτούς καί γίνεσθαι σειράν ἐν ἑνί τῷ Θεῷ μή δυναμένη ταχέως διαρραγῆναι»(ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια θεολογικά καί πρακτικά 4, Φιλοκαλία 19Α Συμεών Ν. Θεολόγος σ. 476)

[2] Kατά πόσον ἡ λεγομένη Θ. Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἀντιπροσωπεύει «ἀρχαϊκό λατρευτικό τύπο» ἤ ἀποτελεῖ ἐπιδεικτική καινοτομία τό ἐξετάζει ὁ π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος στό ἄρθρο του «Ἡ λεγομένη Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Δούρειος ἵππος τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως»(www.orthtros.org).

[3] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 22, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», σ. 32.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε

ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ-2 («Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται».)

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

 Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός [Β´]

Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη» τ. 19, (Σεπτ.- Ὀκτ. 2013)

Μέρος Α´: ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

.             α) Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται. Δέν εἶναι διανοητικός ἀλλά βιωματικός. Ξεκινώντας ἀπό τή μυθική σκέψη καί ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, συναντήθηκε γόνιμα μέ τό διαρκές παρόν τῆς ὀρθόδοξης λατρευτικῆς ζωῆς. Τά θεῖα πρόσωπα τοῦ εἶναι οἰκεῖα, φίλοι, γείτονες. Ὁ λαός νιώθει τό νεογέννητο Χριστό ὅπως τό δικό του βρέφος, πού γεννᾶται φτωχικά, νοηματοδοτώντας τή δόξα μέσ’ ἀπό τήν ταπείνωση. «Γεννᾶται» καί ὄχι γεννήθηκε, τώρα καί ὄχι κάποτε, κάθε χρόνο ξανά καί ξανά. Θρηνεῖ μαζί μέ τήν Παναγία, πονεμένη μάνα τόσο κοντινή, τό ἔαρ-σπλάχνο της, πού «σήμερον» κρεμᾶται ἐπί ξύλου, καί ἀγάλλεται λυτρωτικά στήν Ἀνάστασή του, στήν ἐτήσια ἀναγέννηση τῆς ἐαρινῆς γῆς, τοῦ Ἀδώνιδος, τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ ἀνθρώπου.
.             Οἱ ἅγιοι τοῦ λαοῦ μας δέν βρίσκονται κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι ἐδῶ, κατοικοῦν μέσα στίς ἐκκλησιές τους, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι θεοί στό σηκό τοῦ ναοῦ, καί ἀπό ἐκεῖ φανερώνονται, θαυματουργοῦν, στεφανώνουν τούς διά Χριστόν σαλούς, καταδιώκουν τίς προσωποποιημένες λοιμικές νόσους, συλλειτουργοῦν μέ ἀγγέλους σέ μυστικές λειτουργίες, ἀπαιτοῦν ἀλλά καί ἀναταποδίδουν τά ταξίματα, κάνουν συμφωνίες μέ τόν Μακρυγιάννη, συμψάλλουν μέ τόν Παπαδιαμάντη, ἀποκαλύπτουν τό φῶς τους στόν Κόντογλου.
.             Ὅπως οἱ ἅγιοι, τό ἴδιο καί οἱ νεκροί εἶναι παρόντες. Ζῶντες καί τεθνεῶτες συνυπάρχουν στό παρόν. Στά κοιμητήρια (εἶναι χαρακτηριστικός ὁ ὅρος) ἀλλά καί μέσα στίς ἐκκλησίες ὅπου γίνονταν παλαιότερα ταφές, ὁ νεκρός «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει». Συμμετέχει στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τίς ἑορτές, παρακολουθεῖ τόν ἐπιτάφιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νά ἁγιάζει τά μνήματα, φωτίζεται ἀπό τό ἀναστάσιμο φῶς στό καντήλι του, «συντρώγει» καί συνεορτάζει μέ τούς ζωντανούς στά πανηγύρια –ἐκκλησιά, ὀστεοφυλάκιο καί χοροστάσι κοντά κοντά. Ἡ στρατευομένη καί ἡ θριαμβεύουσα ἐκκλησία «ἐν ἑνί σώματι» στό χῶρο καί στό χρόνο.
.             Ὁ χρόνος γιά τόν παραδοσιακό ἄνθρωπο εἶναι κυκλικός. Ὁρίζει τίς ἀγροτικές ἐργασίες μέ χρονικά σημάδια τούς δυό καβαλάρηδες ἁγίους Δημήτριο καί Γεώργιο, ὑφαίνει τήν κοινωνική ζωή μέ τόν ἐθιμικό κύκλο τοῦ χρόνου καί τήν ἀνάπαυλα μέ τίς γιορτές καί τίς σκόλες. Ὁ ὀρθολογισμός τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης μετέτρεψαν τό βιωματικό ἄνθρωπο σέ σκεπτικιστή, τό θεόπτη σέ ἠθικολόγο. Ἀλλά τό ὀρθόδοξο, τό ρωμαίικο ἦθος δέν ἀνευρίσκεται στήν ὑποκατάσταση τῆς θείας ἐμπειρίας ἀπό τήν ἠθικολογία, τῆς νήψεως ἀπό τή μεταφυσική. Ἐκπορεύεται ὄχι ἀπό τούς νεμόμενους τήν πνευματική(;) ἐξουσία, «ὡς μιτροφοροῦντες Μῆδοι σατράπαι» κατά τόν Σκιαθίτη Ἀλέξανδρο, ἀλλά ἀπό τούς φιλοκαλικούς καί τούς «πτωχούς καί ταπεινούς τῇ καρδίᾳ». Καί οἱ «λαϊκές ρίζες μας» δέν ποτίζονται μέ ρετρό συναισθηματισμούς, οὔτε μέ τό φολκλορισμό τῶν νεόπλουτων ἀστῶν. Τό νά ὑψώνεις ἐπαύλεις στά νησιά, μέ πισίνες καί δρόμους πού τέμνουν τό τοπίο, δέν βαφτίζεται παράδοση, ἐπειδή τίς χτίζεις μέ καμάρες καί σαμαράκια, οὔτε βέβαια ἡ «ἀναβίωση» ἐθίμων μέ μορφή φιέστας καί τά ἀποκριάτικα ἅρματα ὑπό τούς ἤχους τῆς σάμπας. Ὅταν καί ὅπου ἀπουσιάζει τό βίωμα καί τό ἦθος, οἱ πανηγυρικοί περί ὀρθοδοξίας, ἐπιστροφῆς στίς ρίζες καί τά «ἄλλα ἠχηρά παρόμοια» δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, κενός λόγος.

.             β) Σέ ἄμεση συνάρτηση μέ τή βιωματικότητα, ἡ Ρωμιοσύνη ἐμπνεόταν πάντοτε ἀπό τό κοινοβιακό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν κοινοτική λαϊκή ὀργάνωση. Στήν οὐσία πρόκειται γιά τό ἴδιο ἦθος, στήν ἐκκλησιαστική καί τήν κοσμική του ἔκφραση. Ὁ ἄνθρωπος «φύσει κοινωνικόν ζῶον», δέν καταξιώνεται παρά σέ ἀναφορά μέ τό συνάνθρωπο, τόν πλησίον. Ἀλλά καί δέν σώζεται χωρίς αὐτόν, δηλαδή ἐκτός Ἐκκλησίας· δέν εἶναι ἄτομο ἀλλά πρόσωπο. Τό πρωτοχριστιανικό πνεῦμα, ὅπου ὅλοι «ἦσαν ὁμοθυμαδόν», ἔχοντες ἅπαντα κοινά, διασώθηκε στήν ὀρθόδοξη Ἀνατολή μέσα στά κοινόβια μοναστήρια ἀλλά καί μέσα στίς ἐνορίες καί τίς κοινότητες.
.             Γύρω ἀπό τήν ἐνορία ὀργανώνονται οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων πού τήν ἀποτελοῦν. Αὐτή εἶναι ὁ ὁριζόντιος ἄξονας πού τούς ἑνώνει μεταξύ τους καί ταυτόχρονα ὁ κατακόρυφος πού τούς ἑνώνει μέ τόν οὐρανό. Μέ τή δημιουργία ὅμως τοῦ μικροῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ μεγάλες δυνάμεις ἐπέβαλαν ἕνα εὐρωπαϊκό μοντέλο, ξένο πρός τήν ἑλληνική παράδοση. Τό μοναχικό ἰδεῶδες διώχτηκε, ἡ ἀναφορά πρός τή Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀποκόπηκε μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ αὐτοκέφαλου, ἐπιβλήθηκε ἡ δυτική θεολογική σκέψη καί ὁ προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμός. Ἡ κοινοτική παιδεία ἐξοβελίστηκε καί ἡ λαϊκή συλλογικότητα ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἕνα σύστημα συγκεντρωτικό. Τό ζητούμενο ἔκτοτε εἶναι ὁ ἐξευρωπαϊσμός, πού προσλαμβάνεται ὡς ἄκριτη μίμηση. Πλέον «ἀνήκομεν εἰς τήν Δύσιν» (μήπως στή δύση τοῦ ἱστορικοῦ προσώπου μας;). Ἡ μεγάλη ἰδέα ἀπό ρωμαίικη, πανορθόδοξη, ἔγινε ἐθνική καί ἐν τέλει ἐθνοφυλετική. Ἡ παράδοση ἐξέπεσε ἀπό λαϊκή αὐτοσυνειδησία σέ λαϊκιστική ἐξαγγελία. Στά δίσεχτα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, τό ὀρθόδοξο ἦθος ἦταν αὐτό πού διέσωσε τό Γένος. Στά δίσεχτα χρόνια τοῦ σημερινοῦ γραικυλισμοῦ, ἡ ἀποδόμηση αὐτοῦ τοῦ ἤθους ὁδηγεῖ σταθερά τόν Ἑλληνισμό στήν αὐτοκαταστροφή του.

.             γ) Ὁ παραδοσιακός ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης μέτρο. Ὄντας μέρος τῆς φύσης, δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια, τή σέβεται. Τό βλέπουμε καί σέ ἐπίπεδο νοοτροπίας, καθώς συνδέεται μέ τή γῆ καί τά πλάσματά της μέ μιά σχέση μυστική, ἐρωτικῆς ἀφοσίωσης, ἀλλά καί στήν κοινωνική ζωή, μέ κυρίαρχη τή συνεργατικότητα καί τήν ἀλληλοβοήθεια. Τό βλέπουμε ὅμως καί σέ ἐπίπεδο πρακτικό. Στήν παραδοσιακή ὀργάνωση τῆς οἰκονομίας, τήν οἰκιακή, τίποτε δέν ἐξωθεῖτο στήν ἐξάντληση ἤ στήν ἀπόρριψη. Ἡ ἀμειψισπορά ξεκούραζε τό χῶμα, ἡ πολυκαλλιέργεια ἐξασφάλιζε τήν αὐτάρκεια, ἡ ἐμπειρική γνώση ἀναπλήρωνε τίς ἐλλείψεις.
.             Τόσο τά φυσικά ὅσο καί τά χειροτεχνικά ὑλικά ἀξιοποιοῦνταν πολλαπλά, ἄλλαζαν μορφή καί χρήση, προσαρμόζονταν γιά νά θεραπεύσουν ἀνάγκες. Τό εὐλογημένο ἀμπέλι ἔδινε τό σταφύλι καί τό κρασί, τό ρακί καί τό πετιμέζι, ἀλλά καί οἱ κλαδεμένες βέργες χρησιμοποιοῦνταν γιά καύσιμη ὕλη ἤ, ἀφοῦ θρυμματίζονταν, γιά τόν ὀργανικό ἐμπλουτισμό τοῦ ἐδάφους, τά ἀμπελόφυλλα στή μαγειρική, οἱ βλαστοί ἀπό τά χλωρά κλαδέματα γιά ζωοτροφή, τά τσάμπουρα πού ἔμεναν στό πατητήρι γιά λίπασμα, τά κουκούτσια γιά λιπαντικό λάδι. Τά φορεμένα ροῦχα μπαλώνονταν, τά παλιά σκεύη ἐπισκευάζονταν, οἱ πρῶτες ὕλες (μέταλλα, μάρμαρο, ξύλο) ἀναχρησιμοποιοῦνταν, τό χαρτόνι τῶν κουτιῶν ἀξιοποιεῖτο σέ ποικίλες χρήσεις.
.             Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος καταναλωτικός ἄνθρωπος ὑπακούει στό λαϊκισμό μιᾶς ψευδεπίγραφης ἀφθονίας. Φτηνοπράματα ἑτοιματζίδικα μιᾶς χρήσης καί μετά πέταμα, ἀπληστία κατευθυνόμενη ἀπό τή διαφήμιση, συσσώρευση «ἀγαθῶν» ὄχι μόνο ἄχρηστων ἀλλά καί ἐπιζήμιων. «Πόσα πράγματα βλέπω στήν ἀγορά πού δέν τά ἔχω ἀνάγκη», ἔλεγε ὁ σοφός Σωκράτης, ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει: «Ἔχοντες τροφάς καί σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Φιλαλληλία καί λιτότητα ὑπῆρξαν πάντα ἑλληνικές καί χριστιανικές ἀρετές. Ἴσως ἡ σημερινή κρίση μᾶς ξαναθυμίσει τήν πρωταρχική σημασία τους: σμίξιμο καρδιᾶς καί ὄχι μωρία, ἐλευθερία καί ὄχι τιμωρία.

.             δ) Οἱ Ἕλληνες ὑπῆρξαν πάντοτε λαός οἰκουμενικός. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια θέλησαν νά γνωρίσουν «πολλῶν ἀνθρώπων ἄστεα καί νόον» σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο. Ἔφεραν τόν πολιτισμό ἕως τά βάθη τῆς Ἀσίας, δεχόμενοι ὡς Ἕλληνες πάντες τούς μετέχοντες «τῆς ἡμετέρας παιδεύσεως».
.             Ὁ Χριστιανισμός ἀξιοποίησε τόν πλοῦτο καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, οἰκουμενικῆς ἤδη, καί τό Βυζάντιο λειτούργησε ὡς κράτος πολυεθνικό, χωρίς διάκριση φυλῆς, πολιτισμικά ἑλληνικό καί θρησκευτικά ὀρθόδοξο. Αὐτό τό τελευταῖο ὑπῆρξε καί τό ἑνοποιό στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, τό συστατικό της γνώρισμα. Ἡ διάδοση τοῦ θείου λόγου στούς ἄλλους λαούς δέν ἔγινε μέ κονκισταδόρες καί μισιονάριους ἀλλά μέ σεβασμό στίς τοπικές παραδόσεις καί στίς ἐθνικές γλῶσσες, ἐπινοώντας ὅπου χρειάστηκε καί γραφή, ὅπως τό κυριλλικό ἀλφάβητο γιά τούς Σλάβους. Ἀλλά καί στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί μέχρι σήμερα οἱ Ἕλληνες ἁπλώθηκαν στά πέρατα τῆς γῆς, σέ ἀκμάζουσες παροικίες, μέ πατριωτικό καί θρησκευτικό φρόνημα καί πάντα ἐμφορούμενοι ἀπό κοινοτικό πνεῦμα.
.             Αὐτή ἡ οἰκουμενικότητα δέν ἔχει τίποτε τό κοινό μέ τήν προωθούμενη σήμερα παγκοσμιοποίηση. Ἡ τελευταία δέν εἶναι παρά ὑποταγή σέ μιά παγκόσμια οἰκονομική τάξη, κατευθυνόμενη ἀπό τά διεθνῆ συμφέροντα καί τίς ἀγορές, ἐθνικά ἀποχρωματισμένη καί πολιτισμικά ἀλλοτριωμένη. Εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ-χρήματος, πού ἐπιβάλλεται μέ ὅλα τά μέσα: ἀπληστία, κατανάλωση, λήθη τῆς ἱστορίας καί τῶν παραδόσεων, ἀπαξίωση τῆς οἰκογένειας, ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποψίλωση τῆς γλώσσας, πολιτισμική ἰσοπέδωση, πόλεμο.
.             Σήμερα ἡ σχέση κράτους-πολίτη δέν ἔχει οὐσιαστικά μεταβληθεῖ ἀπό τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅπως καί τότε, οἱ ρόλοι παραμένουν ἐγκλωβισμένοι στήν ἴδια ἀνεπάρκεια καί ἀντιπαλότητα. Τό κράτος εἶναι πάντα καταναγκαστικό, ληστρικό καί ἐν τέλει ἀνίκανο νά ἐμπνεύσει ἐμπιστοσύνη καί συνεργατικότητα γιά τό κοινό καλό καί ὁ πολίτης στέκεται ἀπέναντί του μέ στάση ἀμυντική, ἐνίοτε καί ἐπιθετική, προσπαθώντας νά τό ὑπερκεράσει. Ἀπό τή μιά ἐπαχθῆ βάρη, ἀναξιοκρατία, ἔλλειψη σχεδιασμοῦ, πολιτικός τυχοδιωκτισμός. Ἀπό τήν ἄλλη διαφθορά, φοροδιαφυγή, ἀπάτη. Μετά τή δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ Ὀθωμανοί πασάδες καί οἱ ἐγχώριοι κοτζαμπάσηδες ἔδωσαν τή θέση τους στούς Βαυαρούς τῆς Ἀντιβασιλείας καί ἐκεῖνοι στά ἀγγλόφιλα, γαλλόφιλα καί ρωσόφιλα κόμματα. Ἀντίστοιχα, οἱ κλέφτες πού μάχονταν τούς Τούρκους ἔγιναν ληστές στά βουνά καί μάχονταν τούς χωροφύλακες.
.             Σήμερα οἱ ληστές ὀνομάζονται οἰκονομικά συμφέροντα, διαπλοκή, διεθνεῖς ἀγορές. Συνεχίζουν βάσει σχεδίου τήν ἐπί δύο αἰῶνες ἀποδόμηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤγουν τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους. Διότι τό ἦθος εἶναι ἐν τέλει πού καθορίζει τίς πολιτισμικές μας συντεταγμένες. Ἦθος πού δέν ἀνευρίσκεται κατ’ ἀνάγκην στούς πεπαιδευμένους καί τούς ἰσχυρούς (γιά νά μήν πῶ ὅτι συχνά ἀπό ἐκεῖ ἀπουσιάζει) ἀλλά σέ ἁπλούς, καθημερινούς ἀνθρώπους. Βρίσκει κανείς μεγάλη σοφία ἀνάμεσα σέ ἀγρότες, τεχνίτες καί ψαράδες, χωρίς θύραθεν παιδεία ἀλλά μέ παιδαγωγία Χριστοῦ καί παραδοσιακό ἑρματισμό.

.             Συμπερασματικά, τό κύριο στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης, ὁ συνεκτικός της κρίκος, εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς της. Ὀφείλουμε νά τή διαφυλάξουμε καί νά τήν προβάλουμε στόν παραπαίοντα κόσμο μας. Αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ ρόλος μας στήν Εὐρώπη τῶν λαῶν. Ὅταν καί ὅπου ἡ αὐτοσυνειδησία εἶναι ζωντανή, τά σύνορα καταργοῦνται, οἱ ἀποστάσεις ἐκμηδενίζονται, τά διεστῶτα ἑνώνονται. Ὁ Ἑλληνισμός διασχίζει τό χῶρο καί τό χρόνο ὡς σπινθήρας καί ἰαχή. Ὑπάρχει καί ζεῖ πλησίον καί μακράν, σέ ἀλλότριους τόπους καί δύσμοιρους καιρούς, σέ στιγμές δόξας καί πίκρας.

.          «Ἀδελφοί, στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε» (Β´ Θεσ., β´ 15).

, ,

Σχολιάστε

ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

 Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός

Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη» τ. 19, (Σεπτ.- Ὀκτ. 2013)

.               «Ἔτσι τά βρήκαμε ἀπό τούς παλιούς». Ἡ κοινή αὐτή λαϊκή φράση ἐπιδέχεται διπλή ἀνάγνωση, ἀνάλογα μέ τή βιοθεωρία τοῦ ἀποδέκτη. Γιά ἄλλους καταφάσκει τή συμμετοχή σ’ ἕνα δοκιμασμένο σύστημα ἀξιῶν, πού ἐγγυᾶται τή συνοχή τῆς κοινότητας, γιά ἄλλους δηλώνει μιάν ἀντίληψη παρωχημένη, ἀνασχετική τῆς προόδου. Τίθεται ἔτσι τό ζήτημα τῆς ἀντίθεσης ἀνάμεσα στό παραδοσιακό καί τό νεωτεριστικό, τό «συντηρητικό» καί τό «προοδευτικό».
.               Τά εἰσαγωγικά ἐδῶ δέν μπῆκαν τυχαῖα. Ζοῦμε σέ ἐποχή σύγχυσης, παραπληροφόρησης καί σκοπιμοτήτων, ὅπου οἱ ἔννοιες προβάλλονται κατά τό δοκοῦν, εὐφημίζουν ἀλλότριες ἐπιδιώξεις. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή λαϊκή μας παράδοση, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀπαξιώθηκε ἐπί μακρόν ἀπό τό νεοελληνικό κράτος, σήμερα ὑμνολογεῖται. Ἁρμόδιοι καί ἀναρμόδιοι ἀναφέρονται σ’ αὐτήν κατά κόρον ὀργανώνουν ἐκδηλώσεις καί ἀναβιώσεις ἐθίμων, ἐκφωνοῦν λογύδρια γιά «ἐπιστροφή στίς ρίζες», χτίζουν «παραδοσιακές κατοικίες», παράγουν «προϊόντα παραδοσιακῆς διατροφῆς», πουλοῦν «ἔργα λαϊκῆς τέχνης».
.               Θά νόμιζε κανείς ὅτι ἕνας ἄνεμος αὐτογνωσίας ἔπνευσε αἴφνης στό λαό μας, πού ξαναβρῆκε τό πρόσωπό του στήν ἑλληνική παράδοση. Θά τό νόμιζε, ἄν τήν ἴδια στιγμή δέν ἔβλεπε τίς ἀξίες νά ποδοπατοῦνται, τήν πίστη νά χλευάζεται, τήν οἰκογένεια νά περιθωριοποιεῖται, τή γλώσσα νά συρρικνώνεται, τήν ἱστορία νά λησμονεῖται· ἄν δέν κατακλυζόταν ἀπό ρυθμούς μέταλ καί ράπ, ἀπό ξενόγλωσσες πινακίδες καί ξενόγλωσσους τίτλους ἐντύπων, ἀπό ἀτομισμό καί κακογουστιά, ἀπό τό δυτικότροπο «lifestyle». Τότε χάνεται μεμιᾶς κάθε ψευδαίσθηση καί τό λαϊκό ἀποδεικνύεται λαϊκιστικό, τό παραδοσιακό παραδίδεται ἄνευ ὅρων. Τή σύγχυση ἐπιτείνει ἡ (κατευθυνόμενη) ἄγνοια. Ὡς Ἕλληνες ἀγνοοῦμε τίς ἀφετηρίες μας, τά συστατικά στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας, καί ὅταν ἀγνοεῖς τήν ἀρχή ἀγνοεῖς καί τό τέλος, τό σκοπὸ δηλαδή τῆς διαδρομῆς σου.
.               Σέ τί συνίσταται ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός πολιτισμός; Πρόκειται γιά ἕνα ὁλικό πολιτισμικό σύστημα, ἀναγόμενο ἀφετηριακά στήν ὑστεροβυζαντινή περίοδο καί διαμορφωμένο στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁλικό σημαίνει ὅτι ἁπλώνεται σέ ὅλους τούς τομεῖς τοῦ ἀνθρώπινου βίου –ὑλικοτεχνικούς, κοινωνικούς, οἰκονομικούς, θρησκευτικούς, ἰδεολογικούς– καί σύστημα ὅτι οἱ τομεῖς αὐτοί λειτουργοῦν σέ ἀλληλεξάρτηση. Εἶναι ἡ ρωμαίικη παράδοση, ἡ «πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου, αὐτή πού διέσωσε τό ὑπόδουλο Γένος καί παιδαγώγησε τό λαό μας, σέ συνθῆκες ἐξαιρετικά δύσκολες, μέ τό ὀρθόδοξο ἑλληνικό ἦθος.
.               Ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση πηγαίνει πιό βαθιά στό χρόνο καί πιό πλατιά στό χῶρο. Παράδοση δέν σημαίνει στατικότητα, ἀκινησία· τό ἀντίθετο. Ἄν καί κινεῖται σέ ἀργό ρυθμό, μέ ἀντιστάσεις, ἔχει χαρακτήρα δυναμικό, ἐπιλέγει ποικίλα πολιτισμικά στοιχεῖα καί τά ἀφομοιώνει δημιουργικά. Κάθε παράδοση, λοιπόν, ἐμπεριέχει ἐπαναξιολογημένες προγενέστερες ἤ καί παράλληλες μ’ αὐτήν παραδόσεις. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση πέρασε στό Χριστιανισμό μεταφέροντας καί ἀρκετά ἐπιβιώματα τῶν πρό αὐτῆς πρωτογενῶν δοξασιῶν. Ἀφομοιώθηκε ὀργανικά, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑφίσταται πλέον ὡς αὐτοτελές ἀξιακό σύστημα, ἐπηρέασε ὅμως τή χριστιανική σκέψη. Τά ἔργα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ποιητῶν της διασώθηκαν ἀπό τούς ἀντιγραφεῖς καλόγερους τῶν μοναστηριῶν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στήριξαν καί ἐνσωμάτωσαν στό ἔργο τους τή φιλοσοφία, ὅπου αὐτή δέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τό χριστιανικό πνεῦμα. Ἡ βυζαντινή ἀνατολική παράδοση δέχτηκε κατά τή διαδρομή της ἐπιρροές ἀνατολικές, δυτικές, ἰσλαμικές. Σ’ αὐτές θά προστεθοῦν ἀργότερα νεότερες ἐπιδράσεις ἀπό τήν Ἀναγέννηση, τό Διαφωτισμό, τό Μπαρόκ, τό Νεοκλασικισμό, τόσο σέ ἐπίπεδο κοινωνικό καί τεχνολογικό ὅσο καί σέ ἐπίπεδο ἰδεολογίας. Εἶχε ὅμως τή δύναμη καί τό χρόνο νά τίς ἀφομοιώσει.
.               Ἐδῶ θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε τή διάκριση ἀνάμεσα στήν ἐπίσημη καί τή λαϊκή θρησκεία, ἀνάμεσα δηλαδή στήν ἐκκλησιαστική καί τή λαϊκή παράδοση. Ἡ πρώτη ἐκφράζει τή θέση τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικυρωμένη ἀπό τίς ἱερές συνόδους καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἡ δεύτερη εἰσάγει σ’ αὐτήν δοξασίες καί πρακτικές συχνά ἀναγόμενες σέ προϊστορικούς χρόνους ἤ δημιουργημένες ἀπό πρακτικές ἀνάγκες καί φόβους. Ὡστόσο δέν πρόκειται γιά δύο στεγανούς καί ἀσύμπτωτους χώρους ἀλλά γιά ἀλληλεπιχώρηση. Ἡ νεοελληνική λαϊκή παράδοση εἶναι σαφῶς χριστιανική, καταυγάζεται ἀπό τό ἦθος καί τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μόνο μέσα στό πνεῦμα αὐτό νοοῦνται ἀπό τό λαό οἱ «παγανιστικές» παρεμβολές, ὡς ἐθιμικές πράξεις σύμφυτες πάντως καί ἀναπόσπαστες. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία δέχτηκε ἀπό νωρίς «κατ’ οἰκονομίαν» πίστεις καί συμπεριφορές τῆς λαϊκῆς θρησκείας, προχωρώντας, ὅπου δέν μποροῦσε νά τίς ἐξαλείψει εἴτε σέ ἀντικατάσταση (ὅπως ἡ τοποθέτηση στίς 25 Δεκεμβρίου τῆς γεννήσεως τοῦ «ἡλίου τῆς δικαιοσύνης» Χριστοῦ, ἀντί ἐκείνης τοῦ «ἀηττήτου ἡλίου» Μίθρα), εἴτε σέ μετασήμανση (ὅπως ἡ ὑπό πνευματικό ἔνδυμα ἀποδοχή τῆς προχριστιανικῆς ἀφιερωτικῆς πρακτικῆς δοῦναι καί λαβεῖν).
.               Ἄν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπεμπόλησε τέτοιες ἐπιδράσεις ἀπό τή λαϊκή παράδοση, πῶς θά μποροῦσε σήμερα νά ἐξοβελιστεῖ κάθε λαϊκή ἐκδήλωση ἀπό τή νεοελληνική θρησκευτική συμπεριφορά, ὅπως ὁρισμένοι ζηλωτές ὑποστηρίζουν; Μιά τέτοια προτεσταντικοῦ τύπου «καθαρότητα» καταργεῖ ὄχι μόνο τήν πολιτισμική μας ταυτότητα ἀλλά καί τή δυνατότητα προσέγγισης τοῦ θείου γιά ὅσους δέν μποροῦν νά τραφοῦν μέ «στερεά τροφή», ὁδηγοῦνται ὅμως στήν ἀλήθεια μέσ’ ἀπό τή λαϊκή εὐλάβεια. Καί τό ἀντίστροφο: ἐπιδιώξεις τοῦ συρμοῦ νά ἀποκοπεῖ ἡ λαϊκή μας παράδοση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι ἀπό ἀφελεῖς ἕως ὕποπτες. Ἐπιλεκτική προβολή ἀποϊερωμένων ὄψεων πλήττουν τήν ἰδιοσυστασία της· δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, τουριστική φιέστα.
.               Ἡ λαϊκή παράδοση ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ νεοελληνικοῦ προσώπου, ὄχι ὅμως τό ὅλον. Συνυπάρχει καί συνεκφέρεται μέ ἄλλες ὄψεις πολιτισμοῦ, πού ἐπίσης συνιστοῦν ἐπιμέρους παραδόσεις: τήν ἐκκλησιαστική καί τή λόγια. Ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση ἔρχεται ἀπό τή μεσαιωνική ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία μας, τούς Πατέρες καί τούς μοναχούς, ἀπό τήν πονεμένη Ρωμιοσύνη τῆς Τουρκοκρατίας, τούς ἡσυχαστές, τούς φιλοκαλικούς (πού χλευαστικά τούς ὀνόμασαν «Κολλυβάδες»), τούς νεομάρτυρες, τόν Φλαμιάτο καί τόν Παπουλάκο. Ἡ λόγια παράδοση συνενώνει τούς ὁραματιστές διδασκάλους τοῦ Γένους, τό κρητικό θέατρο, τό νεοελληνικό Διαφωτισμό, τή νεοελληνική λογοτεχνία καί τέχνη. Ἀξίζει μάλιστα νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὁ Διαφωτισμός στήν Ἑλλάδα, παρά τό δυτικό προσανατολισμό του, δέν ἀπεκδύθηκε οὔτε τόν πατριωτικό οὔτε τό χριστιανικό χαρακτήρα του καί ἐν πολλοῖς ἀποδέχτηκε τή λαϊκή παράδοση, πλήν τῶν δεισιδαιμονιῶν, ὅπως ἔδειξε ὁ καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής.
.               Οἱ τρεῖς αὐτές παραδόσεις –ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ λαϊκή καί ἡ λόγια– διαμόρφωσαν τήν ἑλληνική παράδοση, πολυδιάστατη, μέ ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις καί ἀντιθέσεις, συνθεμένη ὅμως σέ ἑνιαῖο χαρακτήρα, αὐτόν τοῦ Ρωμιοῦ, τοῦ παραδοσιακοῦ ἀνθρώπου, μέ τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά: (α) τό βιωματικό στοιχεῖο, (β) τό κοινοβιακό-κοινοτικό πνεῦμα, (γ) τό σεβασμό τῆς κτίσεως καί (δ) τήν οἰκουμενικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ-2 («Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται».)

,

Σχολιάστε

Η ΚΑΚΟΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΜΑΧΙΑΣ (π. Διον. Τάτσης)

Τ δόγματα κα α παραδόσεις τς κκλησίας

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

.         Πολλὲς φορὲς παρατηροῦμε στὴν Ἐκκλησία φαινόμενα ἀποκαρδιωτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφεύγονταν ἐὰν οἱ πρωταγωνιστές τους (συνήθως μεγαλόσχημοι κληρικοί) σέβονταν τὶς παραδόσεις καὶ εἶχαν εὐαισθησία ἀπέναντι στὰ ἀπὸ αἰῶνες καθιερωμένα.
.         Δυστυχῶς, τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ ἡ ἀδιάκοπη τάση ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι οἱ κύριες αἰτίες τῆς κακοδαιμονίας. Κληρικοὶ ποὺ δὲν ἔζησαν μέσα στὴν παράδοση, ἀλλὰ μετὰ τὴ χειροτονία τους ἀναγκάστηκαν νὰ τὴν ἀκολουθήσουν, τηρώντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, νιώθουν ἄβολα καὶ ἐπιδιώκουν ἀλλαγές, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάτι καλύτερο θὰ προκύψει στοὺς ἴδιους καὶ στὸ ποίμνιό τους. Περιφρονώντας τὸ ζωογόνο πνεῦμα τῆς παράδοσης, προτείνουν ἀλλαγές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς συνέχειά της καὶ ἐμπλουτισμός της, ἀφοῦ στὴν πραγματικότητα ἀνατρέπουν τὰ πάντα καὶ κατεδαφίζουν ἐκεῖνα, ποὺ χτίστηκαν ἀπὸ ἐνάρετους κληρικοὺς καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους στραμμένα στὴν αἰώνια βασιλεία καὶ ὄχι στὴν παροῦσα ζωή.
.          Ἡ προσπάθεια τῶν ἀντιπαραδοσιακῶν κληρικῶν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν ἀνατροπέα τῶν πάντων διάβολο, ὁ ὁποῖος μὲ τρόπο ὕπουλο προσπαθεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθαρὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς διάφορες ἐφάμαρτες παραδόσεις τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ καὶ ταπείνωση.
.         Ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται στὴν ἄγνοια πολλῶν, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὴν παράδοση ἀποκομμένη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ταυτίζουν μὲ τὶς ἁπλὲς συνήθειες τῶν ἱερέων. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ἡ παράδοση δὲν εἶναι συνήθεια. Εἶναι κάτι πολὺ πιὸ σπουδαῖο καὶ πιὸ βαθύ. Κάτι ποὺ γιὰ νὰ τὸ κατανοήσεις χρειάζεται πίστη καὶ φόβος τοῦ Θεοῦ.
.         Ὁ γιος Νικόδημος γιορείτης ἀναφέρεται στὸ θέμα αὐτὸ μὲ σαφήνεια καὶ μακάρι ὅλοι νὰ ἀποδεχτοῦν τὸ διευκρινιστικό του λόγο: «Τὰ δόγματα καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους· διότι τὰ δόγματα τῆς Πίστεως συνιστοῦν τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνονται ἐπάνω στὰ δόγματα τῆς Πίστεως».
.         Στὴ συνεχῶς μεταβαλλόμενη ἐποχή μας οἱ κληρικοὶ πρέπει νὰ μένουν σταθεροὶ καὶ νὰ προβάλλουν τὴ διδασκαλία καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγοντας καθετὶ τὸ νεωτερικό. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν κάτι τέτοιο, εἶναι προτιμότερο νὰ πάρουν ἄλλες ἀποφάσεις γιὰ τὴ ζωή τους, γιὰ νὰ σταματήσει ὁ σκανδαλισμὸς καὶἡ φθορὰ τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν.

ΠΗΓΗ: dtatsis.blogspot.gr
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» 04.04.14

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) «Ἀντὶ νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη».

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2084, 01.03.14

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας ὅρισαν νὰ ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Κυριακὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία «ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὸ 843 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μιχαὴλ καὶ τῆς µητρός του Θεοδώρας.
.             Ἡ εἰκονοµαχία, ποὺ εἶχε προηγηθεῖ καὶ εἶχε ταλανίσει τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, δὲν προερχόταν ἁπλῶς ἀπὸ τὸ θηριῶδες µένος ὁρισµένων αὐτοκρατόρων ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν παραλλήλως ἀποκύηµα ἐπιδράσεων, ἀφ᾽ ἑνὸς µὲν ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύµατα, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσµὸς καὶ ὁ Ἰσλαµισµός, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ παλαιὲς αἱρέσεις, κυρίως τοῦ Μανιχαϊσµοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου Μονοφυσιτισµοῦ. Καὶ ὁ µὲν Ἰουδαϊσµὸς (ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξ ἄλλου ἄντλησε τὴν σχετικὴ ἐντολὴ καὶ ὁ Ἰσλαµισµὸς) ἀπαγόρευε τὴν χρήση εἰκονικῶν παραστάσεων, διότι καραδοκοῦσε ὁ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ δὲ Μανιχαϊσµὸς καὶ ὁ ἀκραῖος Μονοφυσιτισµὸς ἀπαγόρευαν τὴν χρήση εἰκόνων γιὰ λόγους ὑποστηρίξεως τῶν κακοδοξιῶν τους. Συγκεκριµένα, οἱ Μανιχαῖοι θεωροῦσαν τὴν ὕλη κακή, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες ὑπερτόνιζαν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία, κατ᾽ αὐτούς, ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦσαν λάθος τὸ νὰ εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἡ θεότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ καὶ νὰ εἰκονισθεῖ.
.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνῆλθαν στὴν Νίκαια τὸ 787 µ.χ. καὶ συνεκρότησαν τὴν Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο διεῖδαν τὶς σαθρὲς αὐτὲς ἐπιδράσεις καὶ ἀντιλήφθηκαν ὅτι τυχὸν ἐπικράτηση τῶν εἰκονοµαχικῶν θέσεων θὰ σήµαινε ἀνασύσταση τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρέσεων -σὲ νέα τώρα ἔκδοση- καὶ ἄρα ἄρνηση τοῦ ὅλου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ µὲ τὴν ἐνανθρώπησή του.
.             Τὸ πράγµα δὲν ἦταν καθόλου ἁπλό. Γι᾽ αὐτὸ οἱ θεοφόροι Πατέρες αὐτὸ ποὺ  ἔκαναν στὴν ἱστορικὴ ἐκείνη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἦταν νὰ καταφύγουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διακριβώσουν τὴν θέση της στὸ ζήτηµα τῶν εἰκόνων. Καὶ βέβαια οἱ µαρτυρίες Πατέρων καὶ Ἁγίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόµη ἀποστολικὴ ἐποχή, ἦταν πλῆθος γιὰ τὴν χρήση καὶ τὴν σωστὴ παραδοχὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ µαρτυρίες αὐτὲς ὑπῆρξαν καθοριστικὲς γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου.
.             Παραλλήλως ὅµως ἡ Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐξῆρε πρεπόντως τὴν σηµασία καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀξία ἀπόλυτη, ἀφοῦ ἔτσι µόνο θὰ µποροῦσε νὰ διαφυλαχθεῖ σώα καὶ ἀκέραιη καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ κρατυνθεῖ ἡ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ἀσυµβίβαστοι στὸ σηµεῖο αὐτό. «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαµεν», τονίζουν, «καὶ οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασµὸν ἐποιησάµεθα (=οὔτε ἀφαιρέσαµε οὔτε προσθέσαµε τίποτε), ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦµεν τὰς παραδόσεις ἃς παρελάβοµεν, πάντα ἀποδεχόµενοι καί ἀσπαζόµενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν ἐξ ὧν εἰσι καὶ αἱ ὑποτυπώσεις τῶν εἰκονικῶν ἀναζωγραφήσεων (=µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς Παραδόσεως εἶναι καὶ οἱ ζωγραφικὲς ἀναπαραστάσεις σὲ εἰκόνες)… Ἡµεῖς τοιγαροῦν πατρῴοις νόµοις ἑπόµενοι, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν ἀκαινοτοµήτως καὶ ἀµειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαµεν» (=Ἐµεῖς λοιπόν, ἀκολουθώντας τοὺς νόµους τῶν Πατέρων, µὲ τὴν χάρη τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύµατος, ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ διαφυλάξαµε χωρὶς ἀλλαγὴ ἢ ἀφαίρεση).
.             «Παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν». Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ ὅλου θέµατος. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας δὲν εἶναι µία ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παραδόσεις, ποὺ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὑφίστανται φθορά, ἀλλοίωση καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικὰ ἀντικατάσταση ἀπὸ ἄλλες νεώτερες καὶ ἀρτιότερες πρακτικές. Ὄχι. Ἡ Ἱερὰ Παράδοση νοεῖται ὡς ἡ διαρκὴς παρουσία µέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, τὸ Ὁποῖο ζωοποιεῖ καὶ ἀνακαινίζει µἐ τὴν πνοή Του ὅσους βρίσκονται µέσα στοὺς κόλπους της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν γηράσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐκσυγχρονισµούς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ποὺ  ἀναγεννᾶ καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσµο. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη, ὅπως αὐτὴ ἀποθησαυρίζεται µέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας.
.             Ἔτσι θὰ µποροῦµε νὰ εἴµαστε πάντα νέοι, θαλεροί, µἐ φρεσκάδα µόνιµη µέσα µας. Ὅσο περισσότερο ἀναβαπτιζόµαστε μὲς στὰ ζωήρρυτα νάµατα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας, τόσο καὶ ἡ ζωή µας θὰ γίνεται πιὸ φωτεινή, κρυστάλλινη. Καὶ µὄνο τότε θὰ κατορθώνουµε, µὲ λόγο καὶ ζωή, νὰ πείθουµε γιὰ τὴν σώζουσα ἀλήθεια τὸν κόσµο γύρω µας, ποὺ  ἐν πολλοῖς πάσχει φοβερὰ καὶ γηράσκει διαρκῶς µέσα στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἁµαρτίας.

, ,

Σχολιάστε

ΜΕ ΕΛΛΗΝΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! «Ὅσοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ διαγράψει τὴν παράδοσή της θέλουν μία Ἑλλάδα χωρὶς αὔριο». (Κ. Χολέβας)

Μὲ ἑλληνο-ὀρθόδοξη παιδεία στὴν Εὐρώπη! 

Κωνσταντῖνος Χολέβας

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 10.09.2013

.                Ἐνοχλημένος ὁ πρωθυπουργὸς Ἀντώνης Σαμαρᾶς ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις ἀριστερῶν βουλευτῶν ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, ἀφιέρωσε μία σχετικὴ παράγραφο κατὰ τὴν ὁμιλία του στὴ Διεθνῆ Ἔκθεση Θεσσαλονίκης (7/9/2013). Τόνισε ὅτι ὁρισμένοι, δῆθεν εὐρωπαϊστές, βάλλουν κατὰ τῆς Ἱστορίας ποὺ διδάσκεται στὰ σχολεῖα καὶ θέλουν νὰ τὴν ξαναγράψουν. Θύμισε ὅτι οἱ ἴδιοι κύκλοι ἀμφισβητοῦν τὴ θρησκευτική μας παράδοση. Διακήρυξε ὅτι, γιὰ νὰ εἶσαι καλὸς Εὐρωπαῖος, δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐγκαταλείψεις τὴν ἐθνικὴ καὶ τὴ θρησκευτικὴ κληρονομιά σου. Καὶ δείχνοντας τὴν ἀπόφασή του νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀλλοίωση τῆς παιδείας μας, ἐστράφη πρὸς τὸν μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμο λέγοντας: «Παναγιώτατε, αὐτὰ τελείωσαν». Πρόσθεσε δὲ ὅτι οἱ εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ σέβονται τὴν ἐθνική τους ταυτότητα, ἐνῶ, ὅποτε ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὶς ρίζες τους, δὲν ὠφελήθηκαν.
.                Πράγματι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, τοῦ ἀφελληνισμοῦ καὶ τῆς ἀποχριστιανοποιήσεως χρησιμοποιοῦν πολὺ συχνὰ τὴν Εὐρώπη ὡς πρόσχημα γιὰ τὸ γκρέμισμα τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων τοῦ ἔθνους μας. Ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουν ἄδικο. Ἡ Εὐρώπη οὐδέποτε ζήτησε νὰ σβήσουμε τὸ θρήσκευμα ἀπὸ τὰ δημόσια ἔγγραφα, οὔτε νὰ ξαναγράψουμε τὴν Ἱστορία μὲ φιλοτουρκικὸ πνεῦμα, οὔτε βεβαίως ζήτησε νὰ μετατρέψουμε τὰ Θρησκευτικὰ σὲ ἕνα ἀνούσιο πολυπολιτισμικὸ συνονθύλευμα θρησκειολογικῶν πληροφοριῶν. Στὴν Εὐρώπη ἐπικρατεῖ τὸ ὁμολογιακὸ καὶ ὄχι τὸ θρησκειολογικὸ μάθημα Θρησκευτικῶν. Στὰ σχολεῖα ποὺ ἡ ἴδια ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἱδρύει καὶ χρηματοδοτεῖ γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν ὑπαλλήλων της τὰ Ἑλληνόπουλα διδάσκονται ἀπὸ τὴν Α´ δημοτικοῦ τὰ ὀρθόδοξα Θρησκευτικὰ καὶ μὲ ὕλη πλουσιότερη ἀπὸ αὐτὴ τῶν δημοσίων σχολείων μας.
.                Μιλώντας γιὰ τὴν Εὐρώπη, κρίνω σκόπιμο νὰ μεταφέρω τὶς ἀπόψεις ἑνὸς σπουδαίου Ἕλληνα μελετητῆ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος. Ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, φιλόσοφος καὶ πολιτικός τοῦ προηγούμενου αἰῶνος, ὑπογράμμιζε ὅτι ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς ρίζες μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀκρότητες, βία καὶ ὁλοκληρωτισμούς. Ἔγραφε σχετικά: «Ἡ πιὸ προγραμματισμένη καὶ τραγικότερη ἄρνηση τῆς ἀνεκτικότητας σημειώθηκε στὶς ὧρες ἐκεῖνες τῆς Ἱστορίας τοῦ κόσμου ποὺ ἔκαναν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγνοήσει ἢ καὶ νὰ ἀρνηθεῖ, νὰ χλευάσει καὶ νὰ κατατρέξει τὴ θρησκεία… ἀντικαθιστώντας την εἴτε μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ δική του Λογική, ὅπως στὴ μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, εἴτε μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ δική του Διαλεκτική, ὅπως στὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, εἴτε μὲ τὸ ὑπερφυσικὸ ἐγκόσμιο Ἐγὼ ἑνὸς λαοῦ, ὅπως στὴ Γερμανία τοῦ Χίτλερ».
.                Ἡ συζήτηση περὶ παιδείας καὶ Εὐρώπης μᾶς μεταφέρει στὴ γειτονική μας Ἰταλία. Ὅταν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μία μητέρα ζήτησε νὰ κατέβει ὁ Ἐσταυρωμένος ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες, διότι ἐνοχλοῦνται τὰ ἄθεα παιδιά της, τότε σύσσωμες ἡ κοινωνία, ἡ διανόηση καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς Ἰταλίας διαμαρτυρήθηκαν καὶ ἀπαίτησαν τὴν παραμονὴ τοῦ χριστιανικοῦ συμβόλου στὶς σχολικὲς τάξεις. Ἀκόμη καὶ ἡ κομμουνίστρια βουλευτὴς Νατάλια Γκίνσμπουργκ συνυπέγραψε μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος ἐκφράζει τὴν ταυτότητα τοῦ ἰταλικοῦ λαοῦ. Μνημειώδης εἶναι ἡ ἀπόφαση τοῦ ἰταλικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας γιὰ τὸ ἴδιο θέμα (13/2/2006). Ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων:
.                «Σὲ ἕναν χῶρο μὴ θρησκευτικὸ ὅπως εἶναι τὸ σχολεῖο, ποὺ ἔχει στόχο τὴν ἐκπαίδευση τῶν νέων, ὁ Ἐσταυρωμένος μπορεῖ πάλι γιὰ τοὺς πιστοὺς νὰ παραμένει σύμβολο θρησκευτικῶν ἀξιῶν, ἀλλὰ γιὰ τοὺς μὴ πιστοὺς ἡ ἀνάρτησή του δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σύμβολο θρησκευτικῶν διακρίσεων. Σὲ ἕναν βαθμὸ ἀντιπροσωπεύει μὲ τρόπο συνθετικὸ καὶ εὐκόλως ἀντιληπτὸ καὶ διδακτικό, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο σύμβολο, ὁρισμένες ἀξίες τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖες ἐμπνέουν τὴ συνταγματική μας τάξη, ποὺ ἀποτελεῖ θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς συμβιώσεως. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ Ἐσταυρωμένος ἀποτελεῖ ἀκόμη καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ ἐκκοσμικευμένου μὴ θρησκευτικοῦ κράτους σύμβολο κατ᾽ ἐξοχὴν παιδαγωγικό, ἀσχέτως τῆς θρησκευτικῆς πίστης τῶν μαθητῶν».
.                Ὅσοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ διαγράψει τὴν παράδοσή της θέλουν μία Ἑλλάδα χωρὶς αὔριο.

, , , ,

Σχολιάστε