Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παράδοση

«ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ καὶ ΠΑΡΑΔΟΣΗ»

«Σύγχρονη Παιδεία καὶ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Μὲ τὸν τίτλο αὐτὸν διοργανώθηκε ἐπιτυ­χῶς ἀπὸ τὰ Ὀρθόδοξα Χριστιανικὰ Σωματεῖα Ἀθηνῶν ἡμερίδα τὴν Κυριακὴ 9 Φεβρουαρίου στὸ ξενοδοχεῖο τῶν Ἀθηνῶν Caravel. Μιὰ ἡμερίδα ποὺ κυριολεκτικὰ συν­τάραξε καὶ ἀφύπνισε συνειδήσεις ὡς πρὸς τὸ ἐπιχειρούμενο στὶς ἡμέρες μας ἔγκλημα ἀπὸ τοὺς ἐπιτελεῖς τῆς διεθνοῦς «Νέας Τάξης Πραγμάτων» κατὰ τῆς νεολαίας αὐτοῦ τοῦ τόπου, καθὼς καὶ αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἔθνους μας, μὲ τὴν ὅλως ἰδιαίτερη φυσιογνωμία του, τὶς ἄσειστες κληρονομικές του καταβολὲς καὶ τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά του.
.             Ἡ ἡμερίδα περιλάμβανε ἕξι εἰσηγήσεις, μὲ εἰσηγητὲς ἀπὸ τὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἐτέθησαν ὅλα τὰ θέματα ποὺ βρίσκονται τὴ στιγμὴ αὐτὴ στὴν αἰχμὴ τῶν ἐκπονουμένων ἀπὸ τὴν Πολιτεία ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων: α) Οἰκογένεια καὶ τὰ νέα σχήματα ποὺ τείνουν νὰ ἐπιβληθοῦν, β) Σεξουαλικὴ διαπαιδαγώγηση στὰ σχολεῖα τῆς πρωτοβάθμιας καὶ δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, γ) Γλωσσικὴ στρέβλωση: αἴτια καὶ προοπτικές, δ) Τὸ φλέγον θέμα τῆς διδασκαλίας τῶν Θρησκευτικῶν, ε) Ἡ διαστρέβλωση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας στὴ σύγχρονη Παιδεία. Τέλος, στ) ζητήθηκε ἡ χαμένη μας ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα στὸ νέο σχολεῖο καὶ προτάθηκαν τρόποι δράσεως ἐνάντια στὴν προσπάθεια ἀποδομήσεως ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων ποὺ συναποτελοῦν τὴν ἐθνικὴ ἰδιοπροσωπία μας.
.             Οἱ ἀξιόλογοι εἰσηγητές, μὲ τὶς ἐμπεριστα­τωμένες μὲ ἀδιάσειστα τεκμήρια εἰσηγήσεις τους (παρουσίαση προγραμμάτων σπου­δῶν, ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας κ.ο.κ.), ἔκρουσαν ἐπιτακτικὰ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ ὅλους μας. Μέσα σὲ παμ­πληθὲς ἀκροατήριο κάλεσαν ἐθνικὸ συναγερμό. Οἱ καιροὶ δὲν ἐπιτρέπουν πλέον οὔτε στιγμὴ τὸν ἐφησυχασμό. Καθίσταται ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἡ συστράτευση ὅλων μας στὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς ἱστορικῆς συνέχειας αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τῆς νέας γενιᾶς. Ἡ ἐπίθεση εἶναι ἐνορχηστρωμένη καὶ προέρχεται ἀπὸ ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Χτυπιοῦνται σύρριζα τὰ τιμιότερα τῆς φυλῆς μας, ὅ,τι μᾶς καθιστᾶ ἔθνος: ἡ γλώσσα μας, ἡ ἱστορία, ἡ πίστη, οἱ παραδεδομένες ἀπὸ αἰώνων ἀξίες, τὰ ἰδανικά μας, ἡ ἠθική, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ οἰκογένεια, τὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας. Ἐπιπλέον ἡ ἀθρόα εἰσροὴ μεταναστῶν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς χώρας, μουσουλμάνων στὴ συντριπτική τους πλειοψηφία, μὲ τὴν πολυτεκνία ποὺ τοὺς χαρακτηρίζει, παράλληλα μὲ τὴ δική μας ὑπογεννητικότητα καὶ τή μετανάστευση στὸ ἐξωτερικό, θὰ σημάνουν σὲ πολὺ λίγα χρόνια τὴ «διπολιτισμικότητα» σ᾿ αὐτὴ τὴ χώρα, χριστιανικὴ καί μουσουλμανική, καὶ τελικὰ θὰ μᾶς καταστήσουν μειονότητα στὴν ἴδια τὴν πατρίδα μας.
.             Ἡ εὐθύνη τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας γιὰ ὅλα αὐτά, καθὼς καὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τεράστια. Ὅμως καθόλου μικρότερη καὶ τοῦ καθενός μας, ἂν μάλιστα δείξουμε ἐπικίνδυνη νωθρότητα καὶ ἐφησυχασμό. Ὥρα κρίσεως γιὰ ὅλους. Οἱ στιγμὲς εἶναι κατεξοχὴν κρίσιμες γιὰ τὴν ἐθνική μας ὑπόσταση. Ἂς τὸ καταλάβουμε πρὶν εἶναι ἀργά: Ἔχουμε πολυμέτωπο πόλεμο. Ἂς βρεθοῦμε στό μετερίζι τῆς συνειδήσεώς μας ἕτοιμοι γιὰ νέους ἀγῶνες. Ἡ Πατρίδα τὸ καλεῖ!

,

Σχολιάστε

Η ΝΕΑ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

.             «Ἔχουμε φτάσει σὲ μία νέα μορφὴ ἐκκοσμίκευσης, τῆς ὁποίας ὁ μηχανισμὸς καὶ στρατηγικὴ δὲν βασίζονται πλέον στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Θείου, ἀλλὰ στὴν παραλλαγὴ καὶ παρεκτροπὴ τῆς θείας καὶ ἀληθινῆς Παρακαταθήκης».

 Ἐπίσκοπος Πατάρων Ἰωσήφ

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ! Τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας. «Ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ παραστάσεις μᾶς τέλειωσαν!
Ποτέ πάλι στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…
ἤ … τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας.

τοῦ Πρωτ. π. Ἰωάννου Φωτοπούλου.

.             Ὅσοι συχνάζουμε στήν ἐκκλησία μιμούμενοι τό κατά δύναμιν ὅλες τίς γενεές τῶν πρό ἡμῶν χριστιανῶν, πολιτευόμαστε «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων [καί τῶν ἁγίων Πατέρων] καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β´ 42). Εἴμαστε δοσμένοι, ἀφοσιωμένοι («προσκαρτεροῦντες») ὄχι σέ ὁποιεσδήποτε προσευχές, ἀλλά στίς προσευχές, στή λατρεία πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
.              Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος : «Οἱ ἅγιοι πού τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔρχονται ἀπό γενιά σέ γενιά  μετά τούς προηγουμένους ἁγίους, προσκολλῶνται σ΄αὐτούς καί ὅμοια μ΄αὐτούς ἐλλάμπονται, λαμβάνοντας κατά μέθεξιν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γίνονται σάν μιά χρυσῆ ἁλυσίδα.  Καθένας τους εἶναι ἕνας κρῖκος καί καθένας χωριστά μέ τόν προηγούμενό του συνδέεται μέ τήν πίστη, τά ἔργα καί τήν ἀγάπη, ὥστε νά ἀποτελοῦν μία σειρά  ἑνωμένη μέ τόν ἕνα Θεό πού δέν μπορεῖ εὔκολα νά σπάσει»[1].
.             Αὐτή εἶναι ἡ ζωή ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων. Λατρεύουμε τόν Χριστό μας, τιμοῦμε τήν Παναγία  καί τούς ἁγίους μας, ὅπως οἱ σαρκικοί καί οἱ πνευματικοί  Πατέρες μας.  Μιά ἀδιάσπαστη συνέχεια Χριστιανῶν, μιά χρυσῆ ἁλυσίδα Πατέρων, μία λατρεία παραδιδομένη ἀπό γενεά σέ γενεά σεβαστή ἀπό ὅλους. Ἔτσι ἦσαν γιά ὅλους τά πράγματα μέχρι πρίν 50 περίπου χρόνια, ὅταν κάποιοι θεολόγοι καί κληρικοί ἀμφισβήτησαν αὐτή τή συνέχεια καί ἀποφάσισαν νά ἀρχίσουν τίς «διορθώσεις», δηλ. ἐμβαλωματικές, κακάσχημες καί κακότροπες παρεμβάσεις στό σῶμα τῆς Θείας Λατρείας.  Ἄρχισαν μέ τήν προσπάθεια καταργήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς θείας λειτουργίας, τῆς ἐξωτερικῆς ἱερατικῆς ἐνδυμασίας συνέχισαν σέ προσπάθεια καταργήσεως τοῦ τέμπλου, στήν ἐπιβολή τῆς τετραφωνίας πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό τόν 19ο αἰῶνα, ἀλλά καί προχώρησαν σέ ἄξιες καγχασμοῦ καί γέλωτος μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τῶν λειτουργικῶν κειμένων.  Πάντοτε ὅμως ὑπάρχουν τά χειρότερα.  Ἐκθεμελίωση τῶν πάντων. Ἐκ βάθρων «ἀνανέωση».  Στό προηγούμενο ἐκκλησιαστικό καθεστώς ὑπῆρχε πρόθεση νά γραφοῦν ὕμνοι ἐκκλησιαστικοί στή δημοτική.  Νά καί ἀπόσπασμα σχετικῆς ἀνακοινώσεως πού ἀναγνώσθηκε στούς ναούς στίς 19 Σεπτεμβρίου 2004 : «Ἴσως ἡ μελλοντική παραγωγή νέων ὕμνων σέ προσιτότερο ἰδίωμα, χωρίς νά ἀντικατασταθοῦν οἱ ἐν χρήσει σήμερα, θά μποροῦσε νά ἐπιλύσει ἐν μέρει τό πρόβλημα τοῦτο [δηλ. τῆς κατανοήσεως τῶν ψαλλομένων].  Καί ἔχουν γίνει πρός τήν κατεύθυνση αὐτή σχετικοί πειραματισμοί ἀπό ἐγκρίτους κληρικούς καί λαϊκούς χωρίς νά ἔχουν τύχει τῆς ἐπίσημης ἔγκρισης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
.             Εὐτυχῶς ἀπό τέτοιες ἀθλιότητες μᾶς γλύτωσε ὁ Θεός διά εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας καί διά τῆς «ἐπιστυπτικῆς» ράβδου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Χρυσοστόμου. Μᾶς λύτρωσε ἀπό τούς πειραματισμούς τῶν εὐτελῶν μεταφράσεων τῆς Θ. Λειτουργίας, τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας καί τῶν Θεοφανείων καί τῶν λοιπῶν Ἀκολουθιῶν.

Τό …ἐνοχλητικό Βυζάντιο ὑπεύθυνο γιά μιά «προδομένη ἐκκλησιολογία».

.             Καί ὅμως τό ὄνειρο τῆς «ἀνανεώσεως» δέν ἔπαυσε νά κάνει ἀνήσυχο τόν ὕπνο τῶν ἐκσυγχρονιστῶν τῆς θείας λατρείας. «Οὐκ ἐᾶ με καθεύδειν τό τῆς Ἱ. Παραδόσεως τρόπαιον», λένε, κατά κάποιον τρόπο.
.             Ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ «Ἡ παράσταση τελείωσε! Τοῦ χρόνου πάλι!»  πού ἀναρτήθηκε στό Amen.gr στίς 28 Ὀκτωβρίου 2014.  Πρόκειται γιά μιά «Ἱερεμιάδα» θρήνων γιά τή…χαμένη ἀθωότητα τῆς λατρείας.  Μέ ἀφορμή τήν τελεσθεῖσα λίγες μέρες πρό τοῦ δημοσιεύματος τοῦ π. Βασιλείου, τήν 23η Ὀκτωβρίου, σέ κάποιους ναούς Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἐπιτίθεται στή σημερινή λατρεία. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, λέει, οἱ ἐπίσκοποι λειτουργοῦν μόνο «μέ φαιλόνιο καί μίτρα, χωρίς τόν ἀνιστόρητο σάκο καί τήν ἀντιαισθητική μίτρα» καί κατά τή διάρκειά της «ἀκοῦμε ἄφθονες ἱερατικές εὐχές καί λίγα σύντομα ψαλτικά».  Ὅλα αὐτά, κατά τόν π. Βασίλειο εἶναι «συνήθεια ἀναβίωσης αὐτοῦ τοῦ ἀρχαϊκοῦ λατρευτικοῦ τύπου [2] .
.             Μετά ὅμως τήν ἀπόλαυση πού ἔνιωσε μέ τήν «ἀναβίωση τοῦ ἀρχαϊκοῦ λειτουργικοῦ τύπου» μελαγχολεῖ καί θρηνεῖ γιατί πάλι, λέει, «ἀπό τήν ἑπομένη τά κεφάλια μέσα». Ὑποφέρει ἀπό «τήν αὐτοκρατορική ἔνδυση» τῶν ἐπισκόπων, τή μυστικότητα τῶν εὐχῶν καί τά ἀργά μέλη καί ἄλλες «ἀντιλειτουργικές καί ἀντιεκκλησιαστικές συνήθειες». Τόν καταπιέζει τό ἱερό εἰκονοστάσιο, τό τέμπλο, τό ὁποῖο, ἄν καί κοσμεῖται μέ τίς ἅγιες εἰκόνες τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, νιώθει πώς τόν χωρίζει ἀπό τόν λαό. Τόν ἐνοχλεῖ ἡ ἔλλειψη τῆς συμψαλμωδίας -συνήθως κυριῶν πού μέ τά…φρεναρίσματά τους σοῦ τρυποῦν τ’αὐτιά καί σοῦ χαλοῦν τήν ἀπαραίτητη γιά προσευχή ἡσυχία.  Ὅλα ἐνοχλοῦν τόν π. Βασίλειο καί προσπαθεῖ μέ συνεχεῖς παρεμβάσεις του νά πείσει ὅλους τούς πιστούς ὅτι πρέπει κι αὐτοί νά ἐνοχλοῦνται!
.              Τήν ἀποστροφή καί τήν περιφρόνησή του πρός τήν καθιερωμένη λατρεία μας ὁ π. Βασίλειος τήν ἐπιδεικνύει διαρκῶς μέ στόχο ἴσως νά κρατᾶ τίς καινοτόμες ἰδέες του στήν ἐπικαιρότητα ἐν ἀναμονῇ καταλλήλου κλίματος πού θά εὐνοήσει τήν ἀνατροπή τῆς παραδοσιακῆς ὀρθοδόξου λατρείας.  Ὅμως τό διαφορετικό πού κομίζει μέ τό κείμενο αὐτό εἶναι ἡ μομφή ὅτι ἡ Θεία λατρεία εἶναι ὑπεύθυνη γιά «μιά προδομένη ἐκκλησιολογία». Καί προσπαθεῖ νά τεκμηριώσει τή θεωρία του αὐτή γράφοντας ὅτι «οἱ ἐν χρήσει λειτουργίες (Χρυσοστόμου, Βασιλείου)… κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες [μετά τόν 7ο αἰῶνα] …ὑπέστησαν τέτοια παθήματα ὥστε μεταβλήθηκαν τελικά (στή συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἐννοῶ) σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων, τό ὁποῖο κάποια ἀπόμακρη σχέση μόνο διατηρεῖ μέ τό ἀρχικό  μεγαλειῶδες δημιούργημα».  Τί ἐννοεῖ μέ ὅσα λέγει ὁ π. Βασίλειος ;  Ἐννοεῖ ὅτι τελώντας σήμερα τή Θ. Λειτουργία εἴτε τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἴτε τοῦ Μ. Βασιλείου δέν καλλιεργοῦμε καί δέν κάνουμε συνειδητή  ἕνας ἕκαστος τήν θεόσδοτη ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ὅλοι μαζί  ἀποτελοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.  Καί γι᾽ αὐτό φταίει τό Τέμπλο, οἱ ἀρχαιοπαράδοτες μυστικές εὐχές, ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική γλῶσσα, ἡ βυζαντινή μουσική σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της ψαλλομένη ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν, ἀκόμη καί ὁ σάκκος καί ἡ μίτρα τῶν ἀρχιερέων! Ζητεῖ λοιπόν «μιά ἐμπράγματη ἐκκλησιολογία», τήν ὁποία, φρονῶ, θά ἔβρισκε ἀκόπως σέ μιά παρασυναγωγή προτεσταντῶν:  Ὄχι τέμπλα, ἀλλά γλῶσσα τῆς καθημερινότητος, μουσική εὔκολη, ὕμνοι ευχάριστοι πού τραγουδιοῦνται ἀπ΄ ὅλους μαζί τούς παρευρισκομένους. Ἀληθινή συμμετοχή! Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς «ἐμπράγματης ἐκκλησιολογίας» ὁ π. Βασίλειος  ὀνειρεύεται μιά ἄλλη, καινούργια λειτουργία.

Ἀπόπειρες γιά μιά ἐπιπόλαια  σκηνοθεσία.

.             Θά γυρίσω ἑνάμισυ χρόνο πίσω καί στό ὄργανο κάθε προτεινόμενης ἀνατροπῆς στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τής θεολογίας Της, τό περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ. Μᾶς πείθει γιά τόν ἀνατρεπτικό του χαρακτήρα ὁ ἀνεικονικός χαρακτήρας τοῦ περιοδικοῦ. Δεῖτε καί τό κουλτουριάρικο ἐξώφυλλο τοῦ τεύχους 126 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2013).  Μιά ἐκκλησία παραμορφωμένη, χωρίς σταυρούς καί μέ μιά οὐρά (;) πάνω στό καμπαναριό!

Sinaxi.             Στό τεῦχος αὐτό ὁ π. Βασίλειος δημοσιεύει μιά ἐπαινετική βιβλιοκρισία γιά μιά καινούργια (!) λειτουργία πού προτείνει ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς καί τήν ὀνομάζει «Ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία ὡς αἰτούμενο ἐπικαιρικῆς μεταγραφῆς» (Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2012). Πρόκειται γιά ἕνα αὐθαίρετο καί συγκεχυμένο κατασκεύασμα πού ἀποτελεῖ ἀπό πλευρᾶς γλώσσας μῖγμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς∙ ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου μῖγμα θεολογικοῦ καί φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ∙ ἀπό πλευρᾶς νοοτροπίας μῖγμα μανιακῆς πρωτοτυπίας καί ἀντορθοδόξου αὐθαιρεσίας. Πρίν ἀναφερθῶ λεπτομερέστερα σ’ αὐτή τήν…τερατουργία θά καταγράψω τίς κρίσεις τοῦ π. Βασιλείου γι’ αὐτήν:

«… ἡ προσπάθεια [αὐτή] παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, διότι κομίζει ἕναν “ἀέρα„ φρεσκάδας. Ὁ πονήσας δέν δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά λογοδοτεῖ σέ μιά “θεωρία σχηματισμοῦ τῆς λατρείας„ καί νά ἀναχαιτίζει  τό γοργό του βῆμα…..Προχωρεῖ ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς στήν ἑπικαιρική μεταγραφή».  Θά συμφωνήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀναμφίβολα τήν χρειαζόμαστε.  Καί ὄχι μόνο στή Λατρεία».  «Τά πρωτότυπα αὐτά διαβήματα προφανῶς ἐντάσσονται στή γενικώτερη ἀνανεωτική κίνηση πού παρατηρεῖται στή Λατρεία μας».
«Στή δομή καί στό περιεχόμενό τους διαφαίνεται ἡ λαχτάρα τοῦ συγγραφέα νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση καί νά ὑπηρετήσει τήν ἐξυγίανση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος»
«…φρονῶ πώς οἱ ἐν λόγῳ ἀκολουθίες»- ὁ π. Β. Θερμός ἀναφέρεται καί στήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος πού ἔχει συγγράψει ὁ κ. Γιανναρᾶς- «συνιστοῦν ἕνα μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας».

.             Τέλος γράφει ὅτι δέν θεωρεῖ «σκόπιμο νά τελεσθοῦν [οἱ ἀκολουθίες] ὡς ἔχουν» ἀλλά ἀποφαίνεται ὅτι «τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας…ἔχει χρέος νά ἀγκαλιάσει ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις πού κατά καιρούς κατατίθενται, χωρίς φόβο καί πάθος, νά τίς συζητήσει…νά τίς βελτιώσει καί νά τίς δοκιμάσει στήν πράξη…»
.             Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἀντιμετωπίζει τή Θ. Λατρεία μέ τρόπο ἐπιφανειακό καί συναισθηματικό.  Ζητεῖ μιά «ἀνανέωση» τῆς Λατρείας πού θά διαπνέεται ἀπό ἕνα «ἀέρα φρεσκάδας», ὅπου οἱ ἀνανεωτές χωρίς σεβασμό σέ κανόνες καί ἱστορία θά ἐνεργοῦν «ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς», καί θά διακατέχονται ἀπό μιά «λαχτάρα γιά νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση».
.             Ἡ θεία λειτουργία μετατρέπεται σύμφωνα μέ τή μονομανία τῆς «ἀνανεώσεως» σέ μιά παράσταση, ἡ ὁποία, ὑποτίθεται, σκοπεύει στό «νά ὑπηρετηθῆ ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο πού προσιδιάζει στό σύγχρονο ἄνθρωπο». Γιά νά εἶναι ὅμως ἐπιτυχημένη ἡ παράσταση αὐτή ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη σκηνοθεσία.  Καί ὅπως κάνει ἀκριβῶς ἕνας σωστός σκηνοθέτης ἔτσι πρέπει, σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ π. Βασιλείου, νά κάνει καί τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.  Θά πρέπει κληρικοί καί θεολόγοι νά ἀγκαλιάζουν ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις. Ἀνάμεσα σ’ αὐτές δέν εἶναι μόνο ἡ «στοχαστική» λειτουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Εἶναι καί ἡ ἀρχαιόπληκτη «λειτουργία» τοῦ, κατά δήλωσή του, παπα-Κώστα Μπέη πού τήν «ἔπαιξε» πρίν χρόνια στό Ἀρσάκειο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἀλλαλούμ δεήσεων καί εὐχῶν. Τό χειρότερο ἦταν ἡ παρεμβολή μέσα στήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς καί σέ ἄλλα σημεῖα ἀποσπασμάτων ἀπό τόν Ὅμηρο καί τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους!
.             Ὅλες αὐτές τίς προτάσεις, τίς «λειτουργίες» θά πρέπει, λέει ὁ π. Β. Θερμός, κληρικοί καί θεολόγοι νά τίς συζητοῦν, νά τίς βελτιώνουν καί «νά τίς δοκιμάζουν στήν πράξη» δηλ. νά τίς παίζουν  σάν θεατρικές παραστάσεις…(πῶς ἀλλιῶς θά γίνουν οἱ δοκιμές;) νά τίς κουβεντιάζουν, νά τίς κριτικάρουν, νά τίς διορθώνουν καί κάποτε νά καταλήγουν στήν καλλίτερη σκηνοθεσία!  Καί ὅλα αὐτά βέβαια στήν…καμπούρα μας.
.             Πρόκειται γιά τήν ἰδέα ἑνός ἀνοσίου πειραματισμοῦ, χωρίς αἴσθηση τῆς ἀξίας πού ἔχει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων, χωρίς συνείδηση τοῦ περιεχομένου καί τοῦ νοήματος τῆς Θ. Λειτουργίας, χωρίς τήν παραμικρή ὑποψία γιά τά τελούμενα Φρικτά Μυστήρια καί χωρίς σεβασμό στήν εὐσέβεια καί τή θέση τῶν προσευχομένων πιστῶν.

Ἡ ἀρχαία μορφή τῆς Λειτουργίας καί ἡ ἀτομοκεντρική ἀπόπειρα «διορθώσεώς» της.

.             Οἱ ἐπίδοξοι μεταρρυθμιστές τῆς ὀρθοδόξου λατρείας νομίζουν ὅτι μπορεῖ ὁ καθένας, ὅπως γίνεται στή Δύση μέ τίς μουσικές «λειτουργίες», νά συνθέτει καί μιά δική του λειτουργία κατά τήν ἔμπνευσή του. Ἐγώ πάλι νόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι εἴχαμε τή συνείδηση καί τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι τό ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ∙ τό κατ᾽ ἐξοχήν ἔργο του, διά τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται στόν Θεό καί ἀναφέρει καί ὅλη τή ζωή του μετ΄εὐχαριστίας προσδοκώντας «ὅπως Κύριος ὁ Θεός ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τήν θείαν Χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μοναδική ἔκφραση  τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι ἡ διαμορφωμένη ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ Θ. Λειτουργία στίς τρεῖς ἐκδοχές της, στίς θεῖες λειτουργίες τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
.            Ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ θεία Λειτουργία φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ πρώτη της μορφή καί ἡ ἐξέλιξή της μέχρι τήν τελική της διαμόρφωση χάνεται στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια. Πολλές ἀπό τίς εὐχές προέρχονται ἀπό τό χέρι τῶν ἀδελφοθέου Ἰακώβου καί τῶν Μ. Βασιλείου καί Ἰω. Χρυσοστόμου, ἀλλά πολλά ἄλλα στοιχεῖα βρίσκονται στήν τελούμενη θεία λατρεία τῶν δύο πρώτων αἰώνων. Ὁ Ἱππόλυτος (170-235 μ.Χ), ἀναφέρει καί τόν ἀρχαιότατο διάλογο μεταξύ τοῦ Ἱερέως καί τῶν πιστῶν , ὁ ὁποῖος καί σήμερα, μετά 18 (!) αἰῶνες, μέ μικρές παραλλαγές, λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ ἱερέως καί τῶν ψαλτῶν, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τούς ἱ. Κανόνες ἐκφράζουν τό πλήρωμα τῶν πιστῶν: «Ὁ Κύριος μεθ΄ ὑμῶν». – «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». – «Ἄνω τάς καρδίας». –  «Ἔχομεν πρός τόν Κύριον». – «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». – «Ἄξιον καί δίκαιον».
.           Ἔτσι, δέν γνωρίζουμε μέ ἀκρίβεια ποιά ἤ ποιές ἀποστολικές ἤ ἱερατικές  γραφίδες  συνέθεσαν τό πλαίσιο ἤ τό περιεχόμενο τῆς Θ. Λειτουργίας. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἀβιάστως διαμορφώθηκε καί ἔγινε ἀποδεκτή ἡ Θ. Λειτουργία ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἐπιμέρους, τοπικές λειτουργίες σιγά-σιγά «ἠπράκτησαν» καί στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κυριάρχησαν οἱ γνωστές μας Λειτουργίες.
.             Μέ τή φιλοδοξία νά συνθέσουμε μιά «καινούργια» Λειτουργία φανερώνουμε τήν ἐγωϊστική μας διάθεση.  Δείχνουμε πρός κάθε κατεύθυνση ὅτι ἔχουμε κάτι ἀνικανοποίητο. Δέν ἔχουμε ὅμως τό κουράγιο νά ρίξουμε στόν ἑαυτό μας τό βάρος γιά τίς ἐλλείψεις μας καί ταπεινά νά ζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Μεταθέτουμε ὅλα τά κακά στήν παραδεδομένη ἁγία Λατρεία μας. Τήν κατηγοροῦμε ὅτι εἶναι…μπαγιάτικη, ἀφοῦ ζητοῦμε «ἀέρα φρεσκάδας»,  τήν θεωροῦμε «συντηρητική», ὅτι ἔχει ὑποστεῖ πολλά «παθήματα». Τό χειρότερο εἶναι ὅτι διαχωρίζουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Τόν ἀναβιβάζουμε σέ ὑψηλότερη περιωπή, κρίνοντας καί κατακρίνοντας «ἀφ’ ὑψηλοῦ» ὅ,τι κάνει καί βιώνει ὥς τώρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Μιά πλήρης προτεσταντική ἀλλοίωση τοῦ φρονήματός μας εἶναι τό ἀποτέλεσμα.  Μετά ἀρχίζει τό γενικό «ξήλωμα».  Ὄχι ράσα ὄχι τέμπλα, ὄχι ἄσκηση. Ἐξομολόγηση μέ τή βοήθεια τῆς ἀντίχριστης «ψυχοθεραπείας» κ.ἄ.
.            Ἡ ἑωσφορική σκέψη καί μόνο («θήσω τόν θρόνον» τοῦ ἐπηρμένου νοῦ μου «ὑπεράνω τῶν νεφῶν» τῆς προχεομένης ἀπό τήν ἁγία Λατρεία χάριτος «ἔσομαι ὅμοιος» μέ τούς ἁγίους Πατέρες Βασίλειο καί Χρυσόστομο) πού χαρακτηρίζει τούς πειραματιστές τῶν λειτουργικῶν μας πραγμάτων θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποτρέψει νά εἰσέλθουμε στό περιεχόμενο τῆς μοντέρνας «Λειτουργίας» τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Ὅμως ἀξίζει ἡ προσπάθεια νά παρουσιάσουμε κάποια στοιχεῖα τοῦ θλιβεροῦ του πονήματος γιά νά δείξουμε σέ πόσο εὐτελῆ ἀποτελέσματα ὁδηγεῖ αὐτή ἡ ἀτομοκεντρική θεώρηση τῆς Θ. Λατρείας.

Ἡ  Βασιλεία.

.             Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἀρχίζει τή «Λειτουργία» του μέ τή φράση: «Εὐλογημένη ἡ Θεαρχική Τριάδα, ὁ Πατήρ, ὁ Ὑἱός καί τό Πνεῦμα, παρουσία καί προσδοκία, τώρα καί πάντοτε ἀχρόνως».
.             Παραλείπει τή λέξη «Βασιλεία».  Τί εἶναι ἡ Βασιλεία; Εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σ’ αὐτή τή Δόξα, τήν Βασιλεία, μετέχουν δυνάμει καί καλοῦνται καί ἐνεργείᾳ νά μετάσχουν οἱ βαπτισμένοι όρθόδοξοι χριστιανοί τώρα καί στή μέλλουσα ζωή.  Εἴμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ καί γι’αὐτό κληρονόμοι Του μαζί μέ τόν Χριστό «συγκληρονόμοι» (Ρωμ. η´, 17) ) τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή ἡ τιμή, αὐτή ἡ ἀπαντοχή πρέπει νά μᾶς συνέχει, νά μᾶς χαροποιεῖ, νά μᾶς ἐνθαρρύνει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἐξ ἄλλου σκοπός τῆς Θ. Λειτουργίας κατά τόν ἱερό Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν: «Τῆς ἁγίας τελετῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων…τέλος…τό τούς πιστούς ἁγιασθῆναι, δι’ αὐτῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν καί βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν καί τά τοιαῦτα λαβόντας»[3].
.                Στή λέξη καί τήν πραγματικότητα πού κρύβει ἡ λέξη Βασιλεία συγκλείεται ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς μας.  Τί κήρυττε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Τί κήρυττε ὁ Κύριος; «Ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»(Ματθ. γ´2, δ´17). Γιατί θά πρέπει νά τή διαγράψουμε;  Ἀναφέρει καί ὁ κ. Γιανναρᾶς σέ δύο σημεῖα τῆς ἰδιόρρυθμης «λειτουργίας» του τή λέξη Βασιλεία, ἐκεῖ πού ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου οὐδέν ἀναφέρει. Π.χ. μετά τήν μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας ἀντί τῆς ἐκφωνήσεως «Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου» γράφει ο κ. Γ. : «Σῶσε ὁ Θεός τόν λαό σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου»!
.          Ἡ ἐπιθυμία, ἡ προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐμφανής σέ ὁλόκληρη τή Θ. Λειτουργία. α) στή Β´ εὐχή τῶν πιστῶν : «καί τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας ἀξιωθῆναι».  β)  στήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς πρό τοῦ καθαγιασμοῦ : «ἕως οὗ εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν  Β α σ ι λ ε ί αν  Σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν».  γ) Κατά τόν καθαγιασμό ζητεῖ ὁ ἱερεύς τά Τίμια Δῶρα νά ἀποβοῦν «εἰς Β α σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν πλήρωμα».  δ) Μετά τόν καθαγιασμό πρό τοῦ «Πάτερ ἡμῶν»  πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως δέεται νά γίνει αὐτή «εἰς Βα σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν κληρονομίαν».
.             Θά πρέπει τάχα αὐτή τήν πρωτεύουσα θέση πού ἔχει ἡ φράση Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  στή Θεία Λειτουργία καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ὁποία ἐκφράζει ἁπλᾶ καί ἄμεσα τή θέση τῶν πιστῶν ὡς «βασιλείου ἱερατεύματος» καί διατρανώνει τά βασιλικά κληρονομικά προνόμιά τους, νά τήν ἀντικαταστήσουμε μέ ἄλλη φράση πού πρέπει νά ψάχνεις, νά…στοχάζεσαι τό περιεχόμενό της;

Ἡ Θεοτόκος καί ἀειπάρθενος Μαρία.

.             Μέ τό ἐπίθετο «ἀειπάρθενος» κοσμεῖται ἡ Θεοτόκος γενικά, ἀλλά καί στή Θ. Λειτουργία, συχνότατα. Ὁ ὅρος αὐτός σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος καί μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε Παρθένος. Ὅπου γίνεται στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ.  λόγος γιά τήν Παναγία ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται ὁ θεολογικός της χαρακτηρισμός «ἀειπάρθενος»… Γράφει π.χ. ὁ κ. Γιανναρᾶς : «Τῆς Παναγίας μητέρας σου, Χριστέ τήν κενωτική ἀγάπη μνημονεύοντας…» (σ. 10) ἤ «Ξεχωριστά καί πρώτιστα σέ κοινωνία καί ὁμοτροπία  μέ τήν Θεοτόκο Μαρία» ἤ «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Θεοτόκε ἁγνή… (σ. 27) κλπ. Νά μή θεωρηθεῖ αὐτή ἡ παράλειψη τυχαία. Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει διαφορετική πίστη ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας·  ἀποστρέφεται ἤ τουλάχιστον ὑποτιμᾶ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου.  Ἰδού τί γράφει σχετικῶς: Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότη­τας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνε­ται…καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτό­κος ἔμεινε καί μετά τόκον Παρθέ­νος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τό­κος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τάς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τη σωματική (ἀνατομική) της παρθενία. Ὁ ψυχολογικὰ ὑγιὴς Χριστιανὸς κατανοεῖ ὅτι ἡ σάρκωση-γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἀπὸ μητέρα παρθένο φανερώνει νίκη-ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσης ….. Ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὶ ἀκριβῶς προσθέτει σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα (…ὁ ἀχώρητος παντὶ νὰ χωρεῖται ἐν γαστρί)… τὶ μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καὶ μετὰ τὸν τοκετό» (Ἐνάντια στή Θρησκεία σ. 200).  Ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας του αὐτῆς ὁ κ. Γιανναρᾶς στή «Λειτουργία» του διορθώνει τίς «ἐπίμονες ἐπαναλήψεις» τῆς Ἐκκλησίας (Τῆς Παναγίας ἀχράντου ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης Ἡμῶν θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας…») ἀποφεύγοντας συστηματικά τήν τιμητική προσφώνηση «ἀειπάρθενος».

Ἡ ἄφεσις ἁμαρτιῶν.

.             Γνωρίζουμε πώς ὁ Χριστός «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»  γιά  νά μᾶς καθαρίσει ἀπό τόν μολυσμό «σαρκός καί πνεύματος» καί ἔτσι νά μᾶς ἐνώσει μαζί Του χορηγώντας μας Αὐτός ἡ Αὐτοζωή,  τήν αἰώνια Ζωή.  Μετά τό θεῖο Βάπτισμα, μετά τή μετάνοια καί ἐξομολόγηση ἡ ἄφεσις προσφέρεται ἐξαιρέτως μέ τή μετοχή στά Ἄχραντα Μυστήρια. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε : «Λάβετε φάγετε τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου…πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο γάρ ἐστί τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Καί μέσα στή Θ. Λειτουργία ἀκοῦμε συνεχεῖς αἰτήσεις γιά ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας: «Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον» (Εὐχή τοῦ τρισαγίου Ὕμνου). «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους ζωῆς εἰρήνης…συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν (μεγάλη Ἐκτενής)  «ὅπως…καθαρίσῃς ἡμῶν τάς ψυχάς καί τά σώματα ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος» (Εὐχή Β´ τῶν πιστῶν)  «καθάρισόν μου τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς» (Εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ), «Συγγνώμην καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (Πληρωτικά), «προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καί θυσίας ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Εὐχή τῆς προσκομιδῆς). Κατά τόν καθαγιασμό εὔχεται: ὥστε γενέσθαι …εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Πρό τῆς μεταλήψεως «Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς συγγώρησιν πλημμελημάτων».  Καί κατά τήν μετάληψιν «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
.          Ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν αἰτημάτων μόνο βιαστικά καί ἐν παρόδῳ  ὁ κ. Γιανναρᾶς γράφει σέ μιά αὐτοσχέδια αἴτησή του: «Χάρισέ μας Χριστέ Ἰησοῦ, εἰρήνη, ὑγεία, συγχώρηση ἁμαρτιῶν, παθῶν, ἐλαττωμάτων…». Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἀναφέρει αἰτήματα γιά συγχώρηση ἁμαρτιῶν. Ἔχει διορθώσει καί τόν Χριστό! Ἰδού: «Λάβετε, φάγετε∙ αὐτό εἶναι τό σῶμα μου, τό μελιζόμενο γιά σᾶς, δώρημα ζωῆς ἀπεριόριστης… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου, τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον, σφραγίδα διαθήκης καινῆς ἀνάμεσα στόν Πλάστη καί τά λογικά του πλάσματα»!  Ἀντί γιά ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔχει προβάλει τή δική του φιλοσοφία: «Παράβλεψε τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες διολισθήσεις μας στήν ὑπαρκτική ἀποτυχία» καί «Καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης ἐγωτικῆς ἀξιώσεως». Καταλαβαίνω ὅτι σ᾽ ὅλους μας, κατά τό δή λεγόμενον  «πέφτουν στενά τά μανίκια».  Εἶναι γεγονός ὅτι δυσκολευόμαστε νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἁμαρτίες μας,  ἀλλά δέν θά διορθώσουμε τό Εὐαγγέλιο μέ ἀνόητες ἀμπελοφιλοσοφίες γιά νά ἀρέσουμε στόν κόσμο πού δέν θέλει οὔτε κἄν νά ἀκούει τή λέξη «ἁμαρτία».

Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ.

.             Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τοῦ συσχηματισμοῦ μέ τόν κόσμο κινούμενος ὁ κ. Γιανναρᾶς «διορθώνει» τόν τιμητικό τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ» πού ἀπονέμει  ὁ ἱερεύς σέ κάθε προσερχόμενο στή Θεία Μετάληψη.  Ἀντί λοιπόν τοῦ «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (δεῖνα)» βάζει ὁ κ. Γ. στό στόμα τοῦ ἱερέως τά λόγια : «Μεταλαμβάνει ὁ ἠγαπημένος (ἡ ἠγαπημένη) τοῦ Θεοῦ (ὄνομα) σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.  Ἀμήν». Καί πρός Θεοῦ!  Ὄχι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»!
.             Ὁ π. Βασίλειος Θερμός στή βιβλιοκρισία του, τήν ἀνόητη ἰδέα τοῦ «ηγαπημένου» τήν συγκαταλέγει «στά σημαντικά θετικά ἐπιτεύγματα» τοῦ κ. Γιανναρᾶ γιατί αὐτή ἡ… διόρθωση εἶναι, λέει, «ἀπόρροια μιᾶς θεολογικῆς μετακίνησης πού μετρᾶ πλέον δύο γενιές» (περ. Σύναξη τευχ. 126 σ. 104). Δέν θέλω νά ἀσχοληθῶ μέ ἀνασκευή αὐτῆς τῆς ἀνοησίας. Παραθέτω ἁπλῶς ἁγιογραφικά χωρία πού δείχνουν πῶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τόν ἑαυτό τους ἀρχίζοντας τίς ἐπιστολές τους καί καυχώμενοι γιά τόν τίτλο  «δοῦλος»: «Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός Ἀπόστολος» (Ρωμ. α´ 1) «Παῦλος καί Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α´ 1). «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰακ. α´ 1). «Συμεών Πέτρος, δοῦλος καί ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´Πέτρ α´,1). «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰουδ. 1). «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός…ἀποστείλας διά τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ» (Ἀποκ. α´ 1).  Ἄν νιώθουμε ὅτι εἴμαστε κάτι …καλλίτερο ἤ ἀλλιώτικο ἀπό τούς ἀποστόλους ἴσως ἔχουμε κάποιο πρόβλημα!
.              Αὐτό τό…δημοκρατικό, ἐλεύθερο πνεῦμα πού διαπνέει τήν τερατουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ τόν παρασύρει καί σέ ἄλλο ἀτόπημα, ἐξ ἴσου ἄξιο κλαυσίγελου. Ὄχι «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ». Πολύ δουλικό καί ἀναξιοπρεπές μᾶς πέφτει! Ὁ κ. Γιανναρᾶς τό «διορθώνει» ἔτσι: «Δεῦτε ἀνυμνήσωμεν καί ἀναμέλψωμεν Χριστῷ»!  Κάθε ἀναφορά σέ προσκύνηση πού ὑπάρχει στή Θ. Λειτουργία (Π.χ. «Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις» (ἐκφώνηση) «…καί ὑπό πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος……καί τήν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν …προσάγειν» [Εὐχή τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου] παραλείπεται). Μά λησμονοῦμε ΠΟΙΟΝ προσκυνοῦμε;

Ὁ  Τρισάγιος  Ὕμνος.

.             Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος, πού ψάλλεται ἤδη στήν Ἐκκλησία ἀδιάκοπα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς της, στή «λειτουργία»τοῦ κ. Γιανναρᾶ ὑφίσταται σοβαρή κακοποίηση. Νά ἡ μοντέρνα ἐκδοχή του: « Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος φωτουργός, Ἅγιος ζωήδωρος(!), γενοῦ μεθ᾽ ἡμῶν».  Αὐτό τό «ζωήδωρος» δέν τό βρῆκα πουθενά σέ λεξικό.  Εἶναι… ποιητικό δημιούργημα τοῦ κ. Γιανναρᾶ!

Οἱ Ἄγγελοι.

.             Δέν θά βρεῖς στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ. ὅσο κι ἄν ψάξεις, τήν παρουσία καί τή συμμετοχή τῶν ἀσωμάτων, ἀγγελικῶν δυνάμεων στήν τέλεση τῆς φρικτῆς ἱερουργίας οὔτε αἴτημα γιά βοήθεια καί προστασία τῶν πιστῶν ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Τήν αἴτηση «Ἄγγελον εἰρηνικόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν» ἀντικαθιστᾶ ἔτσι: «Στεῖλε τήν ἀγάπη σου φύλακα τοῦ καθενός μας, ἀσπίδα ἀποτροπῆς παντός κακοῦ…». Οἱ ἄγγελοι ἀπουσιάζουν καί κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἰδιορρύθμων εὐχῶν πρό καί κατά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων.  Δέν θά τούς συναντήσουμε οὔτε στήν ἀπόλυση πού ἔφτιαξε ὁ κ. Γιανναρᾶς.

Ἡ «Ὕπαρξη»  καί τά παράγωγά της.

.             Στή «λειτουργία» τοῦ κ. Γιανναρᾶ πλεονάζει ἡ λέξη «ὕπαρξη» καί ποικίλα παραγωγά της: «Ὕπαρξη», «συνύπαρξη», «ἀνυπαρξία», «ἀνύπαρκτος», «ὑπαρκτός», «ὑπαρκτικός».
.            Αὐτά τά ὁποῖα γράφει στά βιβλία του, αὐτά πού λέει ὅταν μιλάει ὁ κ. Γιανναρᾶς τά ἔχει ἐντάξει σέ διάφορες «εὐχές», τίς ὁποῖες γιά νά καταλάβεις πρέπει νά μπεῖς στή στοχαστική λογική του.
.             Μποροῦν πολλά νά εἰπωθοῦν γιά τήν ἐκτροπή τῆς «λειτουργίας» αὐτῆς ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντικατάσταση τοῦ «Ἄξιον ἐστί», τοῦ Χερουβικοῦ ἀπό τό «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία» κι᾿ αὐτό διαφοροποιημένο κλπ.

Ἀσεβές, ἄκομψο καί εὐσεβιστικό ἐγχείρημα.

.             Γενικῶς τό περιεχόμενο τῆς «λειτουργίας» τοῦ κ. Γ. ἔχει σχέση μέ τόν παρωχημένο ὑπαρξισμό, τήν θεολογία τῶν Παρισίων καί τήν ἐπιλεκτική χρήση τῶν ἁγίων Πατέρων.  Ὅλη δέ ἡ ὁρολογία, ὁ τρόπος, τό πνεῦμα πού διακατέχει τή «λειτουργία» αὐτή, εἶναι ξένα πρός τό ἦθος, τό πνεῦμα, τό λεκτικό καί τό περιεχόμενο τῆς Θείας Λειτουργίας. Καί ὅμως ὅλο αὐτό τό παράδοξο ἄν μή τι ἄλλο συνονθύλευμα ὁ π. Β. Θερμός λέει ὅτι «συνιστᾶ  μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας»!  Φαίνεται ὅτι στίς μέρες μας οἱ λέξεις καί οἱ φράσεις ἔχουν χάσει τό νόημα τους. Ἡ Θεία Λειτουργία, αὐτό τό ἀριστούργημα ποιητικοῦ λόγου, μέ τίς καλοβαλμένες ψηφίδες τοῦ ἕλληνος λόγου, πού ρέει ἀπό τό στόμα τῶν λειτουργῶν τοῦ θυσιαστηρίου σάν ζωογόνο ποτάμι, («ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος») τό ἀπαύγασμα τῆς Θεολογίας, μέ τήν ἐκπληκτική λιτότητα καί πυκνότητα τῶν νοημάτων, τήν ἀπαράμιλλη μουσικότητα, ἀπό «ἀρχικό μεγαλειῶδες δημιούργημα» κατά τόν π. Θερμό,  μεταβλήθηκε τελικά «σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων». Ἐνῷ ἡ ἄμετρη θεολογοῦσα φλυαρία τοῦ κ. Γιανναρᾶ, χωρίς ἴχνος ἐπαφῆς μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα καί τήν αἰσθητική, εἶναι ἕνα «βῆμα μνημειῶδες» πού κάνει τομή στήν ἱστορία!  Ἄς εἶναι!
.             Δέν μπορῶ νά μπῶ στήν καρδιά τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί νά κρίνω τή διάθεσή του νά προσφέρει τό καλλίτερο πού ἔχει στό σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὅμως, θἐλοντας νά ἐξυγιάνει «τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα», ὅπως γράφει ὁ π. Β. Θερμός, σίγουρα διάλεξε τόν πιό ἄστοχο τρόπο. Προσπάθησε νά μπεῖ στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, στόν λεπτό καί μυστικό χῶρο τῆς Θείας ἱερουργίας, ὅπου «ἐπιθυμοῦσι ἄγγελοι παρακῦψαι», ἐκεῖ πού οἱ ἅγιοι Πατέρες παρέδωσαν μόνο σέ μᾶς τούς ἱερεῖς ἔστω καί ἀναξίους, νά εἰσερχόμεθα καί  νά ἀναπέμπουμε  ὑπέρ ἡμῶν καί τοῦ λαοῦ, μετά φόβου καί τρόμου, εὐχές καί δεήσεις, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι, πεπυρωμένοι ἀπό τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, συνέταξαν.
.             Παρακολουθώντας τήν ἀγωνία τοῦ π. Βασιλείου καί τοῦ κ. Γιανναρᾶ  γιά κατανόηση καί συμμετοχή,  θεωρῶ ὅτι εἶναι συνδεδεμένη μέ εὐσεβιστικές παραμέτρους.  Δέν ἐπιθυμῶ νά λυπήσω κανέναν, ἀλλά ὅλο αὐτό πού διάβασα μαζί μέ τήν κριτική του, μοῦ θυμίζουν τά παιδικά καί ἐφηβικά μου χρόνια: Τή «συμμετοχή» μας σάν παιδιῶν στή χριστιανική ζωή μέ τό «Κτίστες μπρός», τήν ἀφελῆ αὐτοσχέδια προσευχή, τήν «ὥρα εἰλικρινείας», τή συμψαλμωδία μέ τά μοτίβα τῆς χαζομουσικῆς τοῦ Σακελλαρίδη, καί τό σήκω-κάτσε μέσα στή Λειτουργία σύμφωνα μέ τό σύνθημα ἑνός ὑπευθύνου.  Τοὐλάχιστον ὅμως, καί αὐτό εἶναι σημαντικό, κανείς τότε δέν τολμοῦσε νά πειράξει τήν Θ. Λειτουργία.  Ἀλλά φαίνεται ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού ἐθεωρεῖτο καί θεωρεῖται ξεπερασμένη καί ἀλλοιωμένη.  Καί αὐτή ἡ μετάλλαξη τοῦ εὐσεβισμοῦ σέ «ἀνανέωση» εἶναι ἐπικίνδυνη γιατί ἔχει πολύ θράσος καί ἐπιθυμεῖ νά «βάλει χέρι» στήν ἐντελέχεια, στόν πυρῆνα τῆς Ὀρθοδοξίας, τή Θεία Λατρεία.   «Ἡ νύξ προέκοψε»….

Νά φυλάξουμε ἀκαινοτόμητη τήν Ὀρθόδοξη λατρεία.

.             Ἐκεῖνο νομίζω πού προέχει αὐτό τόν καιρό τῆς συγχύσεως πού προκαλεῖ ἡ μεταμοντέρνα Ν. Ἐποχή τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς ἄκρατης σαρκολατρείας καί τοῦ ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονή στήν Πίστη, στήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν ὀρθόδοξη λατρεία, σ᾽ αὐτά δηλαδή πού συνέχουν καί συγκροτοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾶ στή λατρεία, φρονῶ ὅτι κληρικοί καί λαϊκοί α) δέν πρέπει νά μπαίνουν στή λογική νά «συζητοῦν» τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βιώνεται διαχρονικά ἀπό τούς Ἁγίους ὣς τίς μέρες μας. β) δέν πρέπει νά συμμετέχουν σέ λειτουργικούς πειραματισμούς τῶν ἀνανεωτῶν, ἀπό περιέργεια, μοιάζοντας μέ τούς ἀρχαίους Ἀθηναίους οἱ ὁποῖοι «εἰς οὐδέν ἕτερον εὐκαίρουν ἤ λέγειν τι καί ἀκούειν καινότερον»(Πράξ. ιζ´, 21) Οἱ Ἀθηναῖοι μέ τίποτε ἄλλο δέν ἀσχολοῦνταν, λέει ὁ Ἀπόστολος, παρά μέ τό νά λένε καί νά ἀκοῦν ὁτιδήποτε καινούργιο. Ἕνα παράδειγμα ἐπιχειρούμενης στρεβλώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας εἶναι ἡ τέλεση, τώρα τελευταῖα, Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καί Θ. Λειτουργίας ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας. 5-7μ.μ., 6-8μ.μ., 7-9μ.μ. 8-10μ.μ. Μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς καινοτομίας τήν ὁποία ἀνέχονται ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καταστρέφουμε τόν ἡμερήσιο λατρευτικό κύκλο, δέν ξεχωρίζουμε τόν ὀρθό -ἔστω καί κατά προσέγγιση- χρόνο τελέσεως τῶν Ἀκολουθιῶν. Ὅλα γίνονται …ἀχταρμᾶς!
.             Ἡ μανία καί ἡ δίψα τοῦ ἀλλιώτικου καί τοῦ καινούργιου γιά ἕναν  χριστιανό σημαίνει, δείχνει, πώς δέν ἔχει καταλάβει ὅτι τό μόνο καινούργιο, τό μόνο πού ξεδιψᾶ καί ξανακαινουργώνει τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ αὐτοσχέδιο ἐγωϊστικό τρόπο, ἀλλά μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, δηλ. μέσῳ τοῦ ἐμπειρικοῦ τρόπου πού μᾶς δίδαξαν οἱ θεοφόροι Πατέρες.

Ἐπικίνδυνο  μονοπάτι.

.             Οἱ ἀνανεωτές ἄνοιξαν ἕνα ἐπικίνδυνο, στρεβλό μονοπάτι καί τό βαδίζουν ἀκατάβλητοι, βέβαιοι ὅτι ἐνεργοῦν σωστά. Ἄς προσέξουν, γιατί ἡ σύγχυση πού δημιουργοῦν μπορεῖ νά καταστρέψει τήν ὀρθόδοξη λατρευτική συνείδηση τῶν πιστῶν.  Καί ἄν τό ἀγνοοῦν ἄς τό καταλάβουν ὅτι ὁ στόχος τῶν κέντρων πού κατευθύνουν τή λεγόμενη «λειτουργική ἀνανέωση»  δέν εἶναι ἡ συνειδητή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή λατρεία τοῦ Θεοῦ μέ τή βοήθεια μοναδικῶν ἐγκεκριμένων μεταφράσεων.  Εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς πλήρους λειτουργικῆς ἀναρχίας, ὅπου κάθε κληρικός μέ τούς ἀκολούθους του θά ἐνεργεῖ αὐθαιρέτως καί κατά βούλησιν. Θά συγγράφει ὁ καθένας καί θά τελεῖ κάποια λειτουργία ὅπως τοῦ ἀρέσει. Τό ἴδιο θά κάνει καί μέ τήν τέλεση τῶν λοιπῶν Μυστηρίων καί τῶν ποικίλων λατρευτικῶν πράξεων.  Βαθύτερος σκοπός τῆς «ἀνανεώσεως» εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς Βαβέλ, πού θά πλουτισθεῖ μέ τά πιό μοντέρνα καί μεταμοντέρνα μοντέλα προσευχῆς, ὥστε ἄλλες ἰδέες π.χ. τῆς οἰκολογίας, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… νά ἐπιβληθοῦν στίς συνειδήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀλλοιώνοντας τό σκοπό τῆς Θείας Λατρείας καί κατ΄ἐπέκταση τῆς Πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
.             Ἄς προσέξουμε λοιπόν γιατί ὁ πόλεμος κατά τῆς Ὀρθοδόξου Λατρεία καλά κρατεῖ.  Καί ὅσο κρατεῖ, μά κι ὅταν παύσει ὁ πόλεμος, ἄς κρατοῦμε καλά κι᾿ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί  ἀνόθευτη ἀπό «βέβηλες κενοφωνίες» σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της τή λειτουργική μας Παράδοση, τρεφόμενοι καθημερινῶς ἀπό τούς ζωογόνους κεχαριτωμένους καρπούς της.

Καί κάτι τελευταῖο. Ἡ ἀπόφασις κατά τῶν μεταφράσεων τῆς λατρείας πού ἐξέδωσε ἡ Ἱ. Σύνοδος καί ἡ στάση τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Χρυσοστόμου ἔδωσαν τέλος στίς θεατρικές παραστάσεις τῶν «ἀνανεωτῶν».  Ποτέ πάλι στήν ἁγία μας Ἐκκλησία τέτοιο θέατρο ἀσεβῶν σκιῶν τῆς ἀληθινῆς λατρείας!  Καί ὅπου τυχόν παρατηροῦν ἀλλοίωση τῆς λειτουργικῆς μας παραδόσεως οἱ πιστοί ὀφείλουν νά διαμαρτύρονται. Καί νά ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε κληρικό ἤ λαϊκό πού στρεβλώνει ἔργω ἤ λόγῳ τήν τέλεση τῆς ὀρθοδόξου λατρείας.

«Οὐκ ἐκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος καί μετά παρανομούντων οὐ μή εἰσέλθω∙ ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ. κε´, 4-5).

[1] “Ἀπό γάρ τῶν προλαβόντων ἁγίων οἱ κατά γενεάν καί γενεάν διά τῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐργασίας ἐρχόμενοι ἅγιοι, τούτοις κολλώμενοι, ὁμοίως ἐκείνοις ἐλλάμπονται, τήν τοῦ Θεοῦ χάριν λαμβάνοντες κατά μέθεξιν, καί ὥσπερ τις γίνονται χρυσῆ ἅλυσις, καθείς τούτων ὄντες γονάτιον ἕν ἑκάτερος τῷ προλαβόντι τῇ πίστει καί τοῖς ἔργοις καί τῇ ἀγάπῃ συνδούμενος, ὡς εἶναι μίαν αὐτούς καί γίνεσθαι σειράν ἐν ἑνί τῷ Θεῷ μή δυναμένη ταχέως διαρραγῆναι»(ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια θεολογικά καί πρακτικά 4, Φιλοκαλία 19Α Συμεών Ν. Θεολόγος σ. 476)

[2] Kατά πόσον ἡ λεγομένη Θ. Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἀντιπροσωπεύει «ἀρχαϊκό λατρευτικό τύπο» ἤ ἀποτελεῖ ἐπιδεικτική καινοτομία τό ἐξετάζει ὁ π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος στό ἄρθρο του «Ἡ λεγομένη Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Δούρειος ἵππος τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως»(www.orthtros.org).

[3] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 22, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», σ. 32.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε

ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ-2 («Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται».)

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

 Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός [Β´]

Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη» τ. 19, (Σεπτ.- Ὀκτ. 2013)

Μέρος Α´: ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

.             α) Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται. Δέν εἶναι διανοητικός ἀλλά βιωματικός. Ξεκινώντας ἀπό τή μυθική σκέψη καί ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, συναντήθηκε γόνιμα μέ τό διαρκές παρόν τῆς ὀρθόδοξης λατρευτικῆς ζωῆς. Τά θεῖα πρόσωπα τοῦ εἶναι οἰκεῖα, φίλοι, γείτονες. Ὁ λαός νιώθει τό νεογέννητο Χριστό ὅπως τό δικό του βρέφος, πού γεννᾶται φτωχικά, νοηματοδοτώντας τή δόξα μέσ’ ἀπό τήν ταπείνωση. «Γεννᾶται» καί ὄχι γεννήθηκε, τώρα καί ὄχι κάποτε, κάθε χρόνο ξανά καί ξανά. Θρηνεῖ μαζί μέ τήν Παναγία, πονεμένη μάνα τόσο κοντινή, τό ἔαρ-σπλάχνο της, πού «σήμερον» κρεμᾶται ἐπί ξύλου, καί ἀγάλλεται λυτρωτικά στήν Ἀνάστασή του, στήν ἐτήσια ἀναγέννηση τῆς ἐαρινῆς γῆς, τοῦ Ἀδώνιδος, τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ ἀνθρώπου.
.             Οἱ ἅγιοι τοῦ λαοῦ μας δέν βρίσκονται κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι ἐδῶ, κατοικοῦν μέσα στίς ἐκκλησιές τους, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι θεοί στό σηκό τοῦ ναοῦ, καί ἀπό ἐκεῖ φανερώνονται, θαυματουργοῦν, στεφανώνουν τούς διά Χριστόν σαλούς, καταδιώκουν τίς προσωποποιημένες λοιμικές νόσους, συλλειτουργοῦν μέ ἀγγέλους σέ μυστικές λειτουργίες, ἀπαιτοῦν ἀλλά καί ἀναταποδίδουν τά ταξίματα, κάνουν συμφωνίες μέ τόν Μακρυγιάννη, συμψάλλουν μέ τόν Παπαδιαμάντη, ἀποκαλύπτουν τό φῶς τους στόν Κόντογλου.
.             Ὅπως οἱ ἅγιοι, τό ἴδιο καί οἱ νεκροί εἶναι παρόντες. Ζῶντες καί τεθνεῶτες συνυπάρχουν στό παρόν. Στά κοιμητήρια (εἶναι χαρακτηριστικός ὁ ὅρος) ἀλλά καί μέσα στίς ἐκκλησίες ὅπου γίνονταν παλαιότερα ταφές, ὁ νεκρός «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει». Συμμετέχει στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τίς ἑορτές, παρακολουθεῖ τόν ἐπιτάφιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νά ἁγιάζει τά μνήματα, φωτίζεται ἀπό τό ἀναστάσιμο φῶς στό καντήλι του, «συντρώγει» καί συνεορτάζει μέ τούς ζωντανούς στά πανηγύρια –ἐκκλησιά, ὀστεοφυλάκιο καί χοροστάσι κοντά κοντά. Ἡ στρατευομένη καί ἡ θριαμβεύουσα ἐκκλησία «ἐν ἑνί σώματι» στό χῶρο καί στό χρόνο.
.             Ὁ χρόνος γιά τόν παραδοσιακό ἄνθρωπο εἶναι κυκλικός. Ὁρίζει τίς ἀγροτικές ἐργασίες μέ χρονικά σημάδια τούς δυό καβαλάρηδες ἁγίους Δημήτριο καί Γεώργιο, ὑφαίνει τήν κοινωνική ζωή μέ τόν ἐθιμικό κύκλο τοῦ χρόνου καί τήν ἀνάπαυλα μέ τίς γιορτές καί τίς σκόλες. Ὁ ὀρθολογισμός τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης μετέτρεψαν τό βιωματικό ἄνθρωπο σέ σκεπτικιστή, τό θεόπτη σέ ἠθικολόγο. Ἀλλά τό ὀρθόδοξο, τό ρωμαίικο ἦθος δέν ἀνευρίσκεται στήν ὑποκατάσταση τῆς θείας ἐμπειρίας ἀπό τήν ἠθικολογία, τῆς νήψεως ἀπό τή μεταφυσική. Ἐκπορεύεται ὄχι ἀπό τούς νεμόμενους τήν πνευματική(;) ἐξουσία, «ὡς μιτροφοροῦντες Μῆδοι σατράπαι» κατά τόν Σκιαθίτη Ἀλέξανδρο, ἀλλά ἀπό τούς φιλοκαλικούς καί τούς «πτωχούς καί ταπεινούς τῇ καρδίᾳ». Καί οἱ «λαϊκές ρίζες μας» δέν ποτίζονται μέ ρετρό συναισθηματισμούς, οὔτε μέ τό φολκλορισμό τῶν νεόπλουτων ἀστῶν. Τό νά ὑψώνεις ἐπαύλεις στά νησιά, μέ πισίνες καί δρόμους πού τέμνουν τό τοπίο, δέν βαφτίζεται παράδοση, ἐπειδή τίς χτίζεις μέ καμάρες καί σαμαράκια, οὔτε βέβαια ἡ «ἀναβίωση» ἐθίμων μέ μορφή φιέστας καί τά ἀποκριάτικα ἅρματα ὑπό τούς ἤχους τῆς σάμπας. Ὅταν καί ὅπου ἀπουσιάζει τό βίωμα καί τό ἦθος, οἱ πανηγυρικοί περί ὀρθοδοξίας, ἐπιστροφῆς στίς ρίζες καί τά «ἄλλα ἠχηρά παρόμοια» δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, κενός λόγος.

.             β) Σέ ἄμεση συνάρτηση μέ τή βιωματικότητα, ἡ Ρωμιοσύνη ἐμπνεόταν πάντοτε ἀπό τό κοινοβιακό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν κοινοτική λαϊκή ὀργάνωση. Στήν οὐσία πρόκειται γιά τό ἴδιο ἦθος, στήν ἐκκλησιαστική καί τήν κοσμική του ἔκφραση. Ὁ ἄνθρωπος «φύσει κοινωνικόν ζῶον», δέν καταξιώνεται παρά σέ ἀναφορά μέ τό συνάνθρωπο, τόν πλησίον. Ἀλλά καί δέν σώζεται χωρίς αὐτόν, δηλαδή ἐκτός Ἐκκλησίας· δέν εἶναι ἄτομο ἀλλά πρόσωπο. Τό πρωτοχριστιανικό πνεῦμα, ὅπου ὅλοι «ἦσαν ὁμοθυμαδόν», ἔχοντες ἅπαντα κοινά, διασώθηκε στήν ὀρθόδοξη Ἀνατολή μέσα στά κοινόβια μοναστήρια ἀλλά καί μέσα στίς ἐνορίες καί τίς κοινότητες.
.             Γύρω ἀπό τήν ἐνορία ὀργανώνονται οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων πού τήν ἀποτελοῦν. Αὐτή εἶναι ὁ ὁριζόντιος ἄξονας πού τούς ἑνώνει μεταξύ τους καί ταυτόχρονα ὁ κατακόρυφος πού τούς ἑνώνει μέ τόν οὐρανό. Μέ τή δημιουργία ὅμως τοῦ μικροῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ μεγάλες δυνάμεις ἐπέβαλαν ἕνα εὐρωπαϊκό μοντέλο, ξένο πρός τήν ἑλληνική παράδοση. Τό μοναχικό ἰδεῶδες διώχτηκε, ἡ ἀναφορά πρός τή Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀποκόπηκε μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ αὐτοκέφαλου, ἐπιβλήθηκε ἡ δυτική θεολογική σκέψη καί ὁ προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμός. Ἡ κοινοτική παιδεία ἐξοβελίστηκε καί ἡ λαϊκή συλλογικότητα ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἕνα σύστημα συγκεντρωτικό. Τό ζητούμενο ἔκτοτε εἶναι ὁ ἐξευρωπαϊσμός, πού προσλαμβάνεται ὡς ἄκριτη μίμηση. Πλέον «ἀνήκομεν εἰς τήν Δύσιν» (μήπως στή δύση τοῦ ἱστορικοῦ προσώπου μας;). Ἡ μεγάλη ἰδέα ἀπό ρωμαίικη, πανορθόδοξη, ἔγινε ἐθνική καί ἐν τέλει ἐθνοφυλετική. Ἡ παράδοση ἐξέπεσε ἀπό λαϊκή αὐτοσυνειδησία σέ λαϊκιστική ἐξαγγελία. Στά δίσεχτα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, τό ὀρθόδοξο ἦθος ἦταν αὐτό πού διέσωσε τό Γένος. Στά δίσεχτα χρόνια τοῦ σημερινοῦ γραικυλισμοῦ, ἡ ἀποδόμηση αὐτοῦ τοῦ ἤθους ὁδηγεῖ σταθερά τόν Ἑλληνισμό στήν αὐτοκαταστροφή του.

.             γ) Ὁ παραδοσιακός ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης μέτρο. Ὄντας μέρος τῆς φύσης, δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια, τή σέβεται. Τό βλέπουμε καί σέ ἐπίπεδο νοοτροπίας, καθώς συνδέεται μέ τή γῆ καί τά πλάσματά της μέ μιά σχέση μυστική, ἐρωτικῆς ἀφοσίωσης, ἀλλά καί στήν κοινωνική ζωή, μέ κυρίαρχη τή συνεργατικότητα καί τήν ἀλληλοβοήθεια. Τό βλέπουμε ὅμως καί σέ ἐπίπεδο πρακτικό. Στήν παραδοσιακή ὀργάνωση τῆς οἰκονομίας, τήν οἰκιακή, τίποτε δέν ἐξωθεῖτο στήν ἐξάντληση ἤ στήν ἀπόρριψη. Ἡ ἀμειψισπορά ξεκούραζε τό χῶμα, ἡ πολυκαλλιέργεια ἐξασφάλιζε τήν αὐτάρκεια, ἡ ἐμπειρική γνώση ἀναπλήρωνε τίς ἐλλείψεις.
.             Τόσο τά φυσικά ὅσο καί τά χειροτεχνικά ὑλικά ἀξιοποιοῦνταν πολλαπλά, ἄλλαζαν μορφή καί χρήση, προσαρμόζονταν γιά νά θεραπεύσουν ἀνάγκες. Τό εὐλογημένο ἀμπέλι ἔδινε τό σταφύλι καί τό κρασί, τό ρακί καί τό πετιμέζι, ἀλλά καί οἱ κλαδεμένες βέργες χρησιμοποιοῦνταν γιά καύσιμη ὕλη ἤ, ἀφοῦ θρυμματίζονταν, γιά τόν ὀργανικό ἐμπλουτισμό τοῦ ἐδάφους, τά ἀμπελόφυλλα στή μαγειρική, οἱ βλαστοί ἀπό τά χλωρά κλαδέματα γιά ζωοτροφή, τά τσάμπουρα πού ἔμεναν στό πατητήρι γιά λίπασμα, τά κουκούτσια γιά λιπαντικό λάδι. Τά φορεμένα ροῦχα μπαλώνονταν, τά παλιά σκεύη ἐπισκευάζονταν, οἱ πρῶτες ὕλες (μέταλλα, μάρμαρο, ξύλο) ἀναχρησιμοποιοῦνταν, τό χαρτόνι τῶν κουτιῶν ἀξιοποιεῖτο σέ ποικίλες χρήσεις.
.             Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος καταναλωτικός ἄνθρωπος ὑπακούει στό λαϊκισμό μιᾶς ψευδεπίγραφης ἀφθονίας. Φτηνοπράματα ἑτοιματζίδικα μιᾶς χρήσης καί μετά πέταμα, ἀπληστία κατευθυνόμενη ἀπό τή διαφήμιση, συσσώρευση «ἀγαθῶν» ὄχι μόνο ἄχρηστων ἀλλά καί ἐπιζήμιων. «Πόσα πράγματα βλέπω στήν ἀγορά πού δέν τά ἔχω ἀνάγκη», ἔλεγε ὁ σοφός Σωκράτης, ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει: «Ἔχοντες τροφάς καί σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Φιλαλληλία καί λιτότητα ὑπῆρξαν πάντα ἑλληνικές καί χριστιανικές ἀρετές. Ἴσως ἡ σημερινή κρίση μᾶς ξαναθυμίσει τήν πρωταρχική σημασία τους: σμίξιμο καρδιᾶς καί ὄχι μωρία, ἐλευθερία καί ὄχι τιμωρία.

.             δ) Οἱ Ἕλληνες ὑπῆρξαν πάντοτε λαός οἰκουμενικός. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια θέλησαν νά γνωρίσουν «πολλῶν ἀνθρώπων ἄστεα καί νόον» σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο. Ἔφεραν τόν πολιτισμό ἕως τά βάθη τῆς Ἀσίας, δεχόμενοι ὡς Ἕλληνες πάντες τούς μετέχοντες «τῆς ἡμετέρας παιδεύσεως».
.             Ὁ Χριστιανισμός ἀξιοποίησε τόν πλοῦτο καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, οἰκουμενικῆς ἤδη, καί τό Βυζάντιο λειτούργησε ὡς κράτος πολυεθνικό, χωρίς διάκριση φυλῆς, πολιτισμικά ἑλληνικό καί θρησκευτικά ὀρθόδοξο. Αὐτό τό τελευταῖο ὑπῆρξε καί τό ἑνοποιό στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, τό συστατικό της γνώρισμα. Ἡ διάδοση τοῦ θείου λόγου στούς ἄλλους λαούς δέν ἔγινε μέ κονκισταδόρες καί μισιονάριους ἀλλά μέ σεβασμό στίς τοπικές παραδόσεις καί στίς ἐθνικές γλῶσσες, ἐπινοώντας ὅπου χρειάστηκε καί γραφή, ὅπως τό κυριλλικό ἀλφάβητο γιά τούς Σλάβους. Ἀλλά καί στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί μέχρι σήμερα οἱ Ἕλληνες ἁπλώθηκαν στά πέρατα τῆς γῆς, σέ ἀκμάζουσες παροικίες, μέ πατριωτικό καί θρησκευτικό φρόνημα καί πάντα ἐμφορούμενοι ἀπό κοινοτικό πνεῦμα.
.             Αὐτή ἡ οἰκουμενικότητα δέν ἔχει τίποτε τό κοινό μέ τήν προωθούμενη σήμερα παγκοσμιοποίηση. Ἡ τελευταία δέν εἶναι παρά ὑποταγή σέ μιά παγκόσμια οἰκονομική τάξη, κατευθυνόμενη ἀπό τά διεθνῆ συμφέροντα καί τίς ἀγορές, ἐθνικά ἀποχρωματισμένη καί πολιτισμικά ἀλλοτριωμένη. Εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ-χρήματος, πού ἐπιβάλλεται μέ ὅλα τά μέσα: ἀπληστία, κατανάλωση, λήθη τῆς ἱστορίας καί τῶν παραδόσεων, ἀπαξίωση τῆς οἰκογένειας, ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποψίλωση τῆς γλώσσας, πολιτισμική ἰσοπέδωση, πόλεμο.
.             Σήμερα ἡ σχέση κράτους-πολίτη δέν ἔχει οὐσιαστικά μεταβληθεῖ ἀπό τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅπως καί τότε, οἱ ρόλοι παραμένουν ἐγκλωβισμένοι στήν ἴδια ἀνεπάρκεια καί ἀντιπαλότητα. Τό κράτος εἶναι πάντα καταναγκαστικό, ληστρικό καί ἐν τέλει ἀνίκανο νά ἐμπνεύσει ἐμπιστοσύνη καί συνεργατικότητα γιά τό κοινό καλό καί ὁ πολίτης στέκεται ἀπέναντί του μέ στάση ἀμυντική, ἐνίοτε καί ἐπιθετική, προσπαθώντας νά τό ὑπερκεράσει. Ἀπό τή μιά ἐπαχθῆ βάρη, ἀναξιοκρατία, ἔλλειψη σχεδιασμοῦ, πολιτικός τυχοδιωκτισμός. Ἀπό τήν ἄλλη διαφθορά, φοροδιαφυγή, ἀπάτη. Μετά τή δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ Ὀθωμανοί πασάδες καί οἱ ἐγχώριοι κοτζαμπάσηδες ἔδωσαν τή θέση τους στούς Βαυαρούς τῆς Ἀντιβασιλείας καί ἐκεῖνοι στά ἀγγλόφιλα, γαλλόφιλα καί ρωσόφιλα κόμματα. Ἀντίστοιχα, οἱ κλέφτες πού μάχονταν τούς Τούρκους ἔγιναν ληστές στά βουνά καί μάχονταν τούς χωροφύλακες.
.             Σήμερα οἱ ληστές ὀνομάζονται οἰκονομικά συμφέροντα, διαπλοκή, διεθνεῖς ἀγορές. Συνεχίζουν βάσει σχεδίου τήν ἐπί δύο αἰῶνες ἀποδόμηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤγουν τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους. Διότι τό ἦθος εἶναι ἐν τέλει πού καθορίζει τίς πολιτισμικές μας συντεταγμένες. Ἦθος πού δέν ἀνευρίσκεται κατ’ ἀνάγκην στούς πεπαιδευμένους καί τούς ἰσχυρούς (γιά νά μήν πῶ ὅτι συχνά ἀπό ἐκεῖ ἀπουσιάζει) ἀλλά σέ ἁπλούς, καθημερινούς ἀνθρώπους. Βρίσκει κανείς μεγάλη σοφία ἀνάμεσα σέ ἀγρότες, τεχνίτες καί ψαράδες, χωρίς θύραθεν παιδεία ἀλλά μέ παιδαγωγία Χριστοῦ καί παραδοσιακό ἑρματισμό.

.             Συμπερασματικά, τό κύριο στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης, ὁ συνεκτικός της κρίκος, εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς της. Ὀφείλουμε νά τή διαφυλάξουμε καί νά τήν προβάλουμε στόν παραπαίοντα κόσμο μας. Αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ ρόλος μας στήν Εὐρώπη τῶν λαῶν. Ὅταν καί ὅπου ἡ αὐτοσυνειδησία εἶναι ζωντανή, τά σύνορα καταργοῦνται, οἱ ἀποστάσεις ἐκμηδενίζονται, τά διεστῶτα ἑνώνονται. Ὁ Ἑλληνισμός διασχίζει τό χῶρο καί τό χρόνο ὡς σπινθήρας καί ἰαχή. Ὑπάρχει καί ζεῖ πλησίον καί μακράν, σέ ἀλλότριους τόπους καί δύσμοιρους καιρούς, σέ στιγμές δόξας καί πίκρας.

.          «Ἀδελφοί, στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε» (Β´ Θεσ., β´ 15).

, ,

Σχολιάστε

ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

 Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός

Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη» τ. 19, (Σεπτ.- Ὀκτ. 2013)

.               «Ἔτσι τά βρήκαμε ἀπό τούς παλιούς». Ἡ κοινή αὐτή λαϊκή φράση ἐπιδέχεται διπλή ἀνάγνωση, ἀνάλογα μέ τή βιοθεωρία τοῦ ἀποδέκτη. Γιά ἄλλους καταφάσκει τή συμμετοχή σ’ ἕνα δοκιμασμένο σύστημα ἀξιῶν, πού ἐγγυᾶται τή συνοχή τῆς κοινότητας, γιά ἄλλους δηλώνει μιάν ἀντίληψη παρωχημένη, ἀνασχετική τῆς προόδου. Τίθεται ἔτσι τό ζήτημα τῆς ἀντίθεσης ἀνάμεσα στό παραδοσιακό καί τό νεωτεριστικό, τό «συντηρητικό» καί τό «προοδευτικό».
.               Τά εἰσαγωγικά ἐδῶ δέν μπῆκαν τυχαῖα. Ζοῦμε σέ ἐποχή σύγχυσης, παραπληροφόρησης καί σκοπιμοτήτων, ὅπου οἱ ἔννοιες προβάλλονται κατά τό δοκοῦν, εὐφημίζουν ἀλλότριες ἐπιδιώξεις. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή λαϊκή μας παράδοση, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀπαξιώθηκε ἐπί μακρόν ἀπό τό νεοελληνικό κράτος, σήμερα ὑμνολογεῖται. Ἁρμόδιοι καί ἀναρμόδιοι ἀναφέρονται σ’ αὐτήν κατά κόρον ὀργανώνουν ἐκδηλώσεις καί ἀναβιώσεις ἐθίμων, ἐκφωνοῦν λογύδρια γιά «ἐπιστροφή στίς ρίζες», χτίζουν «παραδοσιακές κατοικίες», παράγουν «προϊόντα παραδοσιακῆς διατροφῆς», πουλοῦν «ἔργα λαϊκῆς τέχνης».
.               Θά νόμιζε κανείς ὅτι ἕνας ἄνεμος αὐτογνωσίας ἔπνευσε αἴφνης στό λαό μας, πού ξαναβρῆκε τό πρόσωπό του στήν ἑλληνική παράδοση. Θά τό νόμιζε, ἄν τήν ἴδια στιγμή δέν ἔβλεπε τίς ἀξίες νά ποδοπατοῦνται, τήν πίστη νά χλευάζεται, τήν οἰκογένεια νά περιθωριοποιεῖται, τή γλώσσα νά συρρικνώνεται, τήν ἱστορία νά λησμονεῖται· ἄν δέν κατακλυζόταν ἀπό ρυθμούς μέταλ καί ράπ, ἀπό ξενόγλωσσες πινακίδες καί ξενόγλωσσους τίτλους ἐντύπων, ἀπό ἀτομισμό καί κακογουστιά, ἀπό τό δυτικότροπο «lifestyle». Τότε χάνεται μεμιᾶς κάθε ψευδαίσθηση καί τό λαϊκό ἀποδεικνύεται λαϊκιστικό, τό παραδοσιακό παραδίδεται ἄνευ ὅρων. Τή σύγχυση ἐπιτείνει ἡ (κατευθυνόμενη) ἄγνοια. Ὡς Ἕλληνες ἀγνοοῦμε τίς ἀφετηρίες μας, τά συστατικά στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας, καί ὅταν ἀγνοεῖς τήν ἀρχή ἀγνοεῖς καί τό τέλος, τό σκοπὸ δηλαδή τῆς διαδρομῆς σου.
.               Σέ τί συνίσταται ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός πολιτισμός; Πρόκειται γιά ἕνα ὁλικό πολιτισμικό σύστημα, ἀναγόμενο ἀφετηριακά στήν ὑστεροβυζαντινή περίοδο καί διαμορφωμένο στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁλικό σημαίνει ὅτι ἁπλώνεται σέ ὅλους τούς τομεῖς τοῦ ἀνθρώπινου βίου –ὑλικοτεχνικούς, κοινωνικούς, οἰκονομικούς, θρησκευτικούς, ἰδεολογικούς– καί σύστημα ὅτι οἱ τομεῖς αὐτοί λειτουργοῦν σέ ἀλληλεξάρτηση. Εἶναι ἡ ρωμαίικη παράδοση, ἡ «πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου, αὐτή πού διέσωσε τό ὑπόδουλο Γένος καί παιδαγώγησε τό λαό μας, σέ συνθῆκες ἐξαιρετικά δύσκολες, μέ τό ὀρθόδοξο ἑλληνικό ἦθος.
.               Ὅμως ἡ λαϊκή παράδοση πηγαίνει πιό βαθιά στό χρόνο καί πιό πλατιά στό χῶρο. Παράδοση δέν σημαίνει στατικότητα, ἀκινησία· τό ἀντίθετο. Ἄν καί κινεῖται σέ ἀργό ρυθμό, μέ ἀντιστάσεις, ἔχει χαρακτήρα δυναμικό, ἐπιλέγει ποικίλα πολιτισμικά στοιχεῖα καί τά ἀφομοιώνει δημιουργικά. Κάθε παράδοση, λοιπόν, ἐμπεριέχει ἐπαναξιολογημένες προγενέστερες ἤ καί παράλληλες μ’ αὐτήν παραδόσεις. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση πέρασε στό Χριστιανισμό μεταφέροντας καί ἀρκετά ἐπιβιώματα τῶν πρό αὐτῆς πρωτογενῶν δοξασιῶν. Ἀφομοιώθηκε ὀργανικά, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑφίσταται πλέον ὡς αὐτοτελές ἀξιακό σύστημα, ἐπηρέασε ὅμως τή χριστιανική σκέψη. Τά ἔργα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ποιητῶν της διασώθηκαν ἀπό τούς ἀντιγραφεῖς καλόγερους τῶν μοναστηριῶν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στήριξαν καί ἐνσωμάτωσαν στό ἔργο τους τή φιλοσοφία, ὅπου αὐτή δέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τό χριστιανικό πνεῦμα. Ἡ βυζαντινή ἀνατολική παράδοση δέχτηκε κατά τή διαδρομή της ἐπιρροές ἀνατολικές, δυτικές, ἰσλαμικές. Σ’ αὐτές θά προστεθοῦν ἀργότερα νεότερες ἐπιδράσεις ἀπό τήν Ἀναγέννηση, τό Διαφωτισμό, τό Μπαρόκ, τό Νεοκλασικισμό, τόσο σέ ἐπίπεδο κοινωνικό καί τεχνολογικό ὅσο καί σέ ἐπίπεδο ἰδεολογίας. Εἶχε ὅμως τή δύναμη καί τό χρόνο νά τίς ἀφομοιώσει.
.               Ἐδῶ θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε τή διάκριση ἀνάμεσα στήν ἐπίσημη καί τή λαϊκή θρησκεία, ἀνάμεσα δηλαδή στήν ἐκκλησιαστική καί τή λαϊκή παράδοση. Ἡ πρώτη ἐκφράζει τή θέση τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικυρωμένη ἀπό τίς ἱερές συνόδους καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἡ δεύτερη εἰσάγει σ’ αὐτήν δοξασίες καί πρακτικές συχνά ἀναγόμενες σέ προϊστορικούς χρόνους ἤ δημιουργημένες ἀπό πρακτικές ἀνάγκες καί φόβους. Ὡστόσο δέν πρόκειται γιά δύο στεγανούς καί ἀσύμπτωτους χώρους ἀλλά γιά ἀλληλεπιχώρηση. Ἡ νεοελληνική λαϊκή παράδοση εἶναι σαφῶς χριστιανική, καταυγάζεται ἀπό τό ἦθος καί τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μόνο μέσα στό πνεῦμα αὐτό νοοῦνται ἀπό τό λαό οἱ «παγανιστικές» παρεμβολές, ὡς ἐθιμικές πράξεις σύμφυτες πάντως καί ἀναπόσπαστες. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία δέχτηκε ἀπό νωρίς «κατ’ οἰκονομίαν» πίστεις καί συμπεριφορές τῆς λαϊκῆς θρησκείας, προχωρώντας, ὅπου δέν μποροῦσε νά τίς ἐξαλείψει εἴτε σέ ἀντικατάσταση (ὅπως ἡ τοποθέτηση στίς 25 Δεκεμβρίου τῆς γεννήσεως τοῦ «ἡλίου τῆς δικαιοσύνης» Χριστοῦ, ἀντί ἐκείνης τοῦ «ἀηττήτου ἡλίου» Μίθρα), εἴτε σέ μετασήμανση (ὅπως ἡ ὑπό πνευματικό ἔνδυμα ἀποδοχή τῆς προχριστιανικῆς ἀφιερωτικῆς πρακτικῆς δοῦναι καί λαβεῖν).
.               Ἄν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπεμπόλησε τέτοιες ἐπιδράσεις ἀπό τή λαϊκή παράδοση, πῶς θά μποροῦσε σήμερα νά ἐξοβελιστεῖ κάθε λαϊκή ἐκδήλωση ἀπό τή νεοελληνική θρησκευτική συμπεριφορά, ὅπως ὁρισμένοι ζηλωτές ὑποστηρίζουν; Μιά τέτοια προτεσταντικοῦ τύπου «καθαρότητα» καταργεῖ ὄχι μόνο τήν πολιτισμική μας ταυτότητα ἀλλά καί τή δυνατότητα προσέγγισης τοῦ θείου γιά ὅσους δέν μποροῦν νά τραφοῦν μέ «στερεά τροφή», ὁδηγοῦνται ὅμως στήν ἀλήθεια μέσ’ ἀπό τή λαϊκή εὐλάβεια. Καί τό ἀντίστροφο: ἐπιδιώξεις τοῦ συρμοῦ νά ἀποκοπεῖ ἡ λαϊκή μας παράδοση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι ἀπό ἀφελεῖς ἕως ὕποπτες. Ἐπιλεκτική προβολή ἀποϊερωμένων ὄψεων πλήττουν τήν ἰδιοσυστασία της· δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, τουριστική φιέστα.
.               Ἡ λαϊκή παράδοση ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ νεοελληνικοῦ προσώπου, ὄχι ὅμως τό ὅλον. Συνυπάρχει καί συνεκφέρεται μέ ἄλλες ὄψεις πολιτισμοῦ, πού ἐπίσης συνιστοῦν ἐπιμέρους παραδόσεις: τήν ἐκκλησιαστική καί τή λόγια. Ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση ἔρχεται ἀπό τή μεσαιωνική ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία μας, τούς Πατέρες καί τούς μοναχούς, ἀπό τήν πονεμένη Ρωμιοσύνη τῆς Τουρκοκρατίας, τούς ἡσυχαστές, τούς φιλοκαλικούς (πού χλευαστικά τούς ὀνόμασαν «Κολλυβάδες»), τούς νεομάρτυρες, τόν Φλαμιάτο καί τόν Παπουλάκο. Ἡ λόγια παράδοση συνενώνει τούς ὁραματιστές διδασκάλους τοῦ Γένους, τό κρητικό θέατρο, τό νεοελληνικό Διαφωτισμό, τή νεοελληνική λογοτεχνία καί τέχνη. Ἀξίζει μάλιστα νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὁ Διαφωτισμός στήν Ἑλλάδα, παρά τό δυτικό προσανατολισμό του, δέν ἀπεκδύθηκε οὔτε τόν πατριωτικό οὔτε τό χριστιανικό χαρακτήρα του καί ἐν πολλοῖς ἀποδέχτηκε τή λαϊκή παράδοση, πλήν τῶν δεισιδαιμονιῶν, ὅπως ἔδειξε ὁ καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής.
.               Οἱ τρεῖς αὐτές παραδόσεις –ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ λαϊκή καί ἡ λόγια– διαμόρφωσαν τήν ἑλληνική παράδοση, πολυδιάστατη, μέ ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις καί ἀντιθέσεις, συνθεμένη ὅμως σέ ἑνιαῖο χαρακτήρα, αὐτόν τοῦ Ρωμιοῦ, τοῦ παραδοσιακοῦ ἀνθρώπου, μέ τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά: (α) τό βιωματικό στοιχεῖο, (β) τό κοινοβιακό-κοινοτικό πνεῦμα, (γ) τό σεβασμό τῆς κτίσεως καί (δ) τήν οἰκουμενικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ-2 («Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται».)

,

Σχολιάστε

Η ΚΑΚΟΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΜΑΧΙΑΣ (π. Διον. Τάτσης)

Τ δόγματα κα α παραδόσεις τς κκλησίας

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

.         Πολλὲς φορὲς παρατηροῦμε στὴν Ἐκκλησία φαινόμενα ἀποκαρδιωτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφεύγονταν ἐὰν οἱ πρωταγωνιστές τους (συνήθως μεγαλόσχημοι κληρικοί) σέβονταν τὶς παραδόσεις καὶ εἶχαν εὐαισθησία ἀπέναντι στὰ ἀπὸ αἰῶνες καθιερωμένα.
.         Δυστυχῶς, τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ ἡ ἀδιάκοπη τάση ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι οἱ κύριες αἰτίες τῆς κακοδαιμονίας. Κληρικοὶ ποὺ δὲν ἔζησαν μέσα στὴν παράδοση, ἀλλὰ μετὰ τὴ χειροτονία τους ἀναγκάστηκαν νὰ τὴν ἀκολουθήσουν, τηρώντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, νιώθουν ἄβολα καὶ ἐπιδιώκουν ἀλλαγές, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάτι καλύτερο θὰ προκύψει στοὺς ἴδιους καὶ στὸ ποίμνιό τους. Περιφρονώντας τὸ ζωογόνο πνεῦμα τῆς παράδοσης, προτείνουν ἀλλαγές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς συνέχειά της καὶ ἐμπλουτισμός της, ἀφοῦ στὴν πραγματικότητα ἀνατρέπουν τὰ πάντα καὶ κατεδαφίζουν ἐκεῖνα, ποὺ χτίστηκαν ἀπὸ ἐνάρετους κληρικοὺς καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους στραμμένα στὴν αἰώνια βασιλεία καὶ ὄχι στὴν παροῦσα ζωή.
.          Ἡ προσπάθεια τῶν ἀντιπαραδοσιακῶν κληρικῶν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν ἀνατροπέα τῶν πάντων διάβολο, ὁ ὁποῖος μὲ τρόπο ὕπουλο προσπαθεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθαρὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς διάφορες ἐφάμαρτες παραδόσεις τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ καὶ ταπείνωση.
.         Ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται στὴν ἄγνοια πολλῶν, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὴν παράδοση ἀποκομμένη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ταυτίζουν μὲ τὶς ἁπλὲς συνήθειες τῶν ἱερέων. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ἡ παράδοση δὲν εἶναι συνήθεια. Εἶναι κάτι πολὺ πιὸ σπουδαῖο καὶ πιὸ βαθύ. Κάτι ποὺ γιὰ νὰ τὸ κατανοήσεις χρειάζεται πίστη καὶ φόβος τοῦ Θεοῦ.
.         Ὁ γιος Νικόδημος γιορείτης ἀναφέρεται στὸ θέμα αὐτὸ μὲ σαφήνεια καὶ μακάρι ὅλοι νὰ ἀποδεχτοῦν τὸ διευκρινιστικό του λόγο: «Τὰ δόγματα καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους· διότι τὰ δόγματα τῆς Πίστεως συνιστοῦν τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνονται ἐπάνω στὰ δόγματα τῆς Πίστεως».
.         Στὴ συνεχῶς μεταβαλλόμενη ἐποχή μας οἱ κληρικοὶ πρέπει νὰ μένουν σταθεροὶ καὶ νὰ προβάλλουν τὴ διδασκαλία καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγοντας καθετὶ τὸ νεωτερικό. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν κάτι τέτοιο, εἶναι προτιμότερο νὰ πάρουν ἄλλες ἀποφάσεις γιὰ τὴ ζωή τους, γιὰ νὰ σταματήσει ὁ σκανδαλισμὸς καὶἡ φθορὰ τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν.

ΠΗΓΗ: dtatsis.blogspot.gr
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» 04.04.14

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) «Ἀντὶ νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη».

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2084, 01.03.14

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας ὅρισαν νὰ ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Κυριακὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία «ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὸ 843 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μιχαὴλ καὶ τῆς µητρός του Θεοδώρας.
.             Ἡ εἰκονοµαχία, ποὺ εἶχε προηγηθεῖ καὶ εἶχε ταλανίσει τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, δὲν προερχόταν ἁπλῶς ἀπὸ τὸ θηριῶδες µένος ὁρισµένων αὐτοκρατόρων ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν παραλλήλως ἀποκύηµα ἐπιδράσεων, ἀφ᾽ ἑνὸς µὲν ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύµατα, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσµὸς καὶ ὁ Ἰσλαµισµός, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ παλαιὲς αἱρέσεις, κυρίως τοῦ Μανιχαϊσµοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου Μονοφυσιτισµοῦ. Καὶ ὁ µὲν Ἰουδαϊσµὸς (ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξ ἄλλου ἄντλησε τὴν σχετικὴ ἐντολὴ καὶ ὁ Ἰσλαµισµὸς) ἀπαγόρευε τὴν χρήση εἰκονικῶν παραστάσεων, διότι καραδοκοῦσε ὁ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ δὲ Μανιχαϊσµὸς καὶ ὁ ἀκραῖος Μονοφυσιτισµὸς ἀπαγόρευαν τὴν χρήση εἰκόνων γιὰ λόγους ὑποστηρίξεως τῶν κακοδοξιῶν τους. Συγκεκριµένα, οἱ Μανιχαῖοι θεωροῦσαν τὴν ὕλη κακή, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες ὑπερτόνιζαν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία, κατ᾽ αὐτούς, ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦσαν λάθος τὸ νὰ εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἡ θεότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ καὶ νὰ εἰκονισθεῖ.
.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνῆλθαν στὴν Νίκαια τὸ 787 µ.χ. καὶ συνεκρότησαν τὴν Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο διεῖδαν τὶς σαθρὲς αὐτὲς ἐπιδράσεις καὶ ἀντιλήφθηκαν ὅτι τυχὸν ἐπικράτηση τῶν εἰκονοµαχικῶν θέσεων θὰ σήµαινε ἀνασύσταση τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρέσεων -σὲ νέα τώρα ἔκδοση- καὶ ἄρα ἄρνηση τοῦ ὅλου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ µὲ τὴν ἐνανθρώπησή του.
.             Τὸ πράγµα δὲν ἦταν καθόλου ἁπλό. Γι᾽ αὐτὸ οἱ θεοφόροι Πατέρες αὐτὸ ποὺ  ἔκαναν στὴν ἱστορικὴ ἐκείνη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἦταν νὰ καταφύγουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διακριβώσουν τὴν θέση της στὸ ζήτηµα τῶν εἰκόνων. Καὶ βέβαια οἱ µαρτυρίες Πατέρων καὶ Ἁγίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόµη ἀποστολικὴ ἐποχή, ἦταν πλῆθος γιὰ τὴν χρήση καὶ τὴν σωστὴ παραδοχὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ µαρτυρίες αὐτὲς ὑπῆρξαν καθοριστικὲς γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου.
.             Παραλλήλως ὅµως ἡ Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐξῆρε πρεπόντως τὴν σηµασία καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀξία ἀπόλυτη, ἀφοῦ ἔτσι µόνο θὰ µποροῦσε νὰ διαφυλαχθεῖ σώα καὶ ἀκέραιη καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ κρατυνθεῖ ἡ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ἀσυµβίβαστοι στὸ σηµεῖο αὐτό. «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαµεν», τονίζουν, «καὶ οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασµὸν ἐποιησάµεθα (=οὔτε ἀφαιρέσαµε οὔτε προσθέσαµε τίποτε), ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦµεν τὰς παραδόσεις ἃς παρελάβοµεν, πάντα ἀποδεχόµενοι καί ἀσπαζόµενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν ἐξ ὧν εἰσι καὶ αἱ ὑποτυπώσεις τῶν εἰκονικῶν ἀναζωγραφήσεων (=µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς Παραδόσεως εἶναι καὶ οἱ ζωγραφικὲς ἀναπαραστάσεις σὲ εἰκόνες)… Ἡµεῖς τοιγαροῦν πατρῴοις νόµοις ἑπόµενοι, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν ἀκαινοτοµήτως καὶ ἀµειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαµεν» (=Ἐµεῖς λοιπόν, ἀκολουθώντας τοὺς νόµους τῶν Πατέρων, µὲ τὴν χάρη τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύµατος, ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ διαφυλάξαµε χωρὶς ἀλλαγὴ ἢ ἀφαίρεση).
.             «Παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν». Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ ὅλου θέµατος. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας δὲν εἶναι µία ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παραδόσεις, ποὺ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὑφίστανται φθορά, ἀλλοίωση καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικὰ ἀντικατάσταση ἀπὸ ἄλλες νεώτερες καὶ ἀρτιότερες πρακτικές. Ὄχι. Ἡ Ἱερὰ Παράδοση νοεῖται ὡς ἡ διαρκὴς παρουσία µέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, τὸ Ὁποῖο ζωοποιεῖ καὶ ἀνακαινίζει µἐ τὴν πνοή Του ὅσους βρίσκονται µέσα στοὺς κόλπους της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν γηράσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐκσυγχρονισµούς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ποὺ  ἀναγεννᾶ καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσµο. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη, ὅπως αὐτὴ ἀποθησαυρίζεται µέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας.
.             Ἔτσι θὰ µποροῦµε νὰ εἴµαστε πάντα νέοι, θαλεροί, µἐ φρεσκάδα µόνιµη µέσα µας. Ὅσο περισσότερο ἀναβαπτιζόµαστε μὲς στὰ ζωήρρυτα νάµατα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας, τόσο καὶ ἡ ζωή µας θὰ γίνεται πιὸ φωτεινή, κρυστάλλινη. Καὶ µὄνο τότε θὰ κατορθώνουµε, µὲ λόγο καὶ ζωή, νὰ πείθουµε γιὰ τὴν σώζουσα ἀλήθεια τὸν κόσµο γύρω µας, ποὺ  ἐν πολλοῖς πάσχει φοβερὰ καὶ γηράσκει διαρκῶς µέσα στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἁµαρτίας.

, ,

Σχολιάστε

ΜΕ ΕΛΛΗΝΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! «Ὅσοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ διαγράψει τὴν παράδοσή της θέλουν μία Ἑλλάδα χωρὶς αὔριο». (Κ. Χολέβας)

Μὲ ἑλληνο-ὀρθόδοξη παιδεία στὴν Εὐρώπη! 

Κωνσταντῖνος Χολέβας

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 10.09.2013

.                Ἐνοχλημένος ὁ πρωθυπουργὸς Ἀντώνης Σαμαρᾶς ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις ἀριστερῶν βουλευτῶν ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, ἀφιέρωσε μία σχετικὴ παράγραφο κατὰ τὴν ὁμιλία του στὴ Διεθνῆ Ἔκθεση Θεσσαλονίκης (7/9/2013). Τόνισε ὅτι ὁρισμένοι, δῆθεν εὐρωπαϊστές, βάλλουν κατὰ τῆς Ἱστορίας ποὺ διδάσκεται στὰ σχολεῖα καὶ θέλουν νὰ τὴν ξαναγράψουν. Θύμισε ὅτι οἱ ἴδιοι κύκλοι ἀμφισβητοῦν τὴ θρησκευτική μας παράδοση. Διακήρυξε ὅτι, γιὰ νὰ εἶσαι καλὸς Εὐρωπαῖος, δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐγκαταλείψεις τὴν ἐθνικὴ καὶ τὴ θρησκευτικὴ κληρονομιά σου. Καὶ δείχνοντας τὴν ἀπόφασή του νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀλλοίωση τῆς παιδείας μας, ἐστράφη πρὸς τὸν μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμο λέγοντας: «Παναγιώτατε, αὐτὰ τελείωσαν». Πρόσθεσε δὲ ὅτι οἱ εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ σέβονται τὴν ἐθνική τους ταυτότητα, ἐνῶ, ὅποτε ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὶς ρίζες τους, δὲν ὠφελήθηκαν.
.                Πράγματι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, τοῦ ἀφελληνισμοῦ καὶ τῆς ἀποχριστιανοποιήσεως χρησιμοποιοῦν πολὺ συχνὰ τὴν Εὐρώπη ὡς πρόσχημα γιὰ τὸ γκρέμισμα τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων τοῦ ἔθνους μας. Ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουν ἄδικο. Ἡ Εὐρώπη οὐδέποτε ζήτησε νὰ σβήσουμε τὸ θρήσκευμα ἀπὸ τὰ δημόσια ἔγγραφα, οὔτε νὰ ξαναγράψουμε τὴν Ἱστορία μὲ φιλοτουρκικὸ πνεῦμα, οὔτε βεβαίως ζήτησε νὰ μετατρέψουμε τὰ Θρησκευτικὰ σὲ ἕνα ἀνούσιο πολυπολιτισμικὸ συνονθύλευμα θρησκειολογικῶν πληροφοριῶν. Στὴν Εὐρώπη ἐπικρατεῖ τὸ ὁμολογιακὸ καὶ ὄχι τὸ θρησκειολογικὸ μάθημα Θρησκευτικῶν. Στὰ σχολεῖα ποὺ ἡ ἴδια ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἱδρύει καὶ χρηματοδοτεῖ γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν ὑπαλλήλων της τὰ Ἑλληνόπουλα διδάσκονται ἀπὸ τὴν Α´ δημοτικοῦ τὰ ὀρθόδοξα Θρησκευτικὰ καὶ μὲ ὕλη πλουσιότερη ἀπὸ αὐτὴ τῶν δημοσίων σχολείων μας.
.                Μιλώντας γιὰ τὴν Εὐρώπη, κρίνω σκόπιμο νὰ μεταφέρω τὶς ἀπόψεις ἑνὸς σπουδαίου Ἕλληνα μελετητῆ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος. Ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, φιλόσοφος καὶ πολιτικός τοῦ προηγούμενου αἰῶνος, ὑπογράμμιζε ὅτι ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς ρίζες μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀκρότητες, βία καὶ ὁλοκληρωτισμούς. Ἔγραφε σχετικά: «Ἡ πιὸ προγραμματισμένη καὶ τραγικότερη ἄρνηση τῆς ἀνεκτικότητας σημειώθηκε στὶς ὧρες ἐκεῖνες τῆς Ἱστορίας τοῦ κόσμου ποὺ ἔκαναν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγνοήσει ἢ καὶ νὰ ἀρνηθεῖ, νὰ χλευάσει καὶ νὰ κατατρέξει τὴ θρησκεία… ἀντικαθιστώντας την εἴτε μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ δική του Λογική, ὅπως στὴ μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, εἴτε μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ δική του Διαλεκτική, ὅπως στὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, εἴτε μὲ τὸ ὑπερφυσικὸ ἐγκόσμιο Ἐγὼ ἑνὸς λαοῦ, ὅπως στὴ Γερμανία τοῦ Χίτλερ».
.                Ἡ συζήτηση περὶ παιδείας καὶ Εὐρώπης μᾶς μεταφέρει στὴ γειτονική μας Ἰταλία. Ὅταν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μία μητέρα ζήτησε νὰ κατέβει ὁ Ἐσταυρωμένος ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες, διότι ἐνοχλοῦνται τὰ ἄθεα παιδιά της, τότε σύσσωμες ἡ κοινωνία, ἡ διανόηση καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς Ἰταλίας διαμαρτυρήθηκαν καὶ ἀπαίτησαν τὴν παραμονὴ τοῦ χριστιανικοῦ συμβόλου στὶς σχολικὲς τάξεις. Ἀκόμη καὶ ἡ κομμουνίστρια βουλευτὴς Νατάλια Γκίνσμπουργκ συνυπέγραψε μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος ἐκφράζει τὴν ταυτότητα τοῦ ἰταλικοῦ λαοῦ. Μνημειώδης εἶναι ἡ ἀπόφαση τοῦ ἰταλικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας γιὰ τὸ ἴδιο θέμα (13/2/2006). Ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων:
.                «Σὲ ἕναν χῶρο μὴ θρησκευτικὸ ὅπως εἶναι τὸ σχολεῖο, ποὺ ἔχει στόχο τὴν ἐκπαίδευση τῶν νέων, ὁ Ἐσταυρωμένος μπορεῖ πάλι γιὰ τοὺς πιστοὺς νὰ παραμένει σύμβολο θρησκευτικῶν ἀξιῶν, ἀλλὰ γιὰ τοὺς μὴ πιστοὺς ἡ ἀνάρτησή του δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σύμβολο θρησκευτικῶν διακρίσεων. Σὲ ἕναν βαθμὸ ἀντιπροσωπεύει μὲ τρόπο συνθετικὸ καὶ εὐκόλως ἀντιληπτὸ καὶ διδακτικό, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο σύμβολο, ὁρισμένες ἀξίες τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖες ἐμπνέουν τὴ συνταγματική μας τάξη, ποὺ ἀποτελεῖ θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς συμβιώσεως. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ Ἐσταυρωμένος ἀποτελεῖ ἀκόμη καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ ἐκκοσμικευμένου μὴ θρησκευτικοῦ κράτους σύμβολο κατ᾽ ἐξοχὴν παιδαγωγικό, ἀσχέτως τῆς θρησκευτικῆς πίστης τῶν μαθητῶν».
.                Ὅσοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ διαγράψει τὴν παράδοσή της θέλουν μία Ἑλλάδα χωρὶς αὔριο.

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ “ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ” ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥΣ!

 

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΩΣ
ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» 05.07.2013

 EIΣ. ΣΧ. ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ ἀντίληψη πολὺ συχνὰ τῶν ἀρχαιολόγων γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ μνημεῖα [«στὸ ὄνομα τῆς προστασίας τῶν μνημείων, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα διευκολύνει τὴν κατάρρευσή τους»μοιάζει μὲ τὴν …«φορμόλη» (βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/31/παράδοση-βεβαιότητα-ἤ-αὐτοσχεδιασμ/) τῶν εἰδημόνων τῆς … “παραδόσεως”, ἐκείνων ποὺ γνωρίζουν… πολὺ καλὰ καὶ κατέχουν …“αὐθεντικὰ” καὶ κατ᾽ ἀποκλειστικότητα τὴν παράδοση! Ἐν ὀνόματι τῆς «ἀναγεννήσεως» τῆς Ἱ. Παραδόσεως διευκολύνουν τὴν ἀποδόμηση καὶ τὸν “ἐνταφιασμό” της μὲ «σάβανα».

.         Πρόσφατα διάβασα μία εἴδηση, ποὺ μὲ προκάλεσε. Ἀθωώθηκε Μητροπολίτης στὸ Ἐφετεῖο γιὰ ἐργασίες, ποὺ εἶχε κάνει σὲ μοναστήρι τῆς περιφέρειάς του, χωρὶς τὴν ἄδεια τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Πρωτοδίκως εἶχε καταδικαστεῖ σὲ φυλάκιση ὀκτὼ μηνῶν. Ἡ τελικὴ ἀπόφαση ἐκδόθηκε μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια!
.         Ἀπὸ τὴν ἱστορία αὐτὴ -ἡ ὁποία δὲν εἶναι μοναδική- ἀναδεικνύεται ὅτι καὶ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία δημιουργεῖ προβλήματα, στὸ ὄνομα τῆς προστασίας τῶν μνημείων, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα διευκολύνει τὴν κατάρρευσή τους, ἀφοῦ δὲν διαθέτει ἡ ἴδια τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ καὶ ἐμποδίζει τοὺς Μητροπολίτες, τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς μοναχοὺς νὰ προβαίνουν σὲ διάφορες ἐργασίες.
.         Ὑπάρχουν πολλὰ σημεῖα ἀσυνεννοησίας μὲ τοὺς ἀρχαιολόγους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ δικά τους κριτήρια καὶ εἶναι προσκολλημένοι στὸ παρελθόν. Πιστεύουν ὅτι μόνο αὐτοὶ προστατεύουν τὰ μνημεῖα. Ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι διαφορετική. Οἱ προθέσεις τους δὲν εἶναι πάντα ἁγνές.
.         Βέβαια, ἔχουν τὸ νόμο μὲ τὸ μέρος τους καὶ μποροῦν νὰ ἐλέγχουν τὰ ἔργα, ποὺ κάνει ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖνο ποὺ τοὺς διακρίνει εἶναι ἡ βραδύτητα στὶς ἐνέργειες. Δὲν βιάζονται, γιὰ νὰ διασωθοῦν τὰ μνημεῖα, ποὺ κινδυνεύουν. Θεωροῦν ὅτι εἶναι καλύτερο νὰ καταρρεύσουν παρὰ νὰ παρέμβουν οἱ κληρικοί. Οἱ ὑποδείξεις τους εἶναι ὑπερβολικὲς καὶ στοιχίζουν δύο καὶ τρεῖς φορὲς περισσότερο. Εἶναι ἀδύνατο νὰ τὶς ἀκολουθήσουν οἱ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι συγκεντρώνουν τὰ χρήματα μὲ πολλὴ δυσκολία.
.         Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ κληρικοὶ γνωρίζουν καλύτερα μερικὰ πράγματα ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ ἀρχαιολόγοι, κυρίως σὲ θέματα λειτουργικότητας τῶν Ἱ. Ναῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν συντηροῦνται ἁπλῶς, γιὰ νὰ τοὺς ἐπισκέπτονται οἱ περίεργοι τουρίστες, ἀλλὰ γιὰ νὰ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία καὶ νὰ ἐξυπηρετοῦνται οἱ πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἀρχαιολόγους. Γι᾽ αὐτοὺς μέγιστη ἀξία ἔχει ἡ συντήρηση τοῦ παλαιοῦ μνημείου, ἀλλὰ καὶ τῶν κακοτεχνιῶν, ποὺ ἐνδεχομένως ἔχει.
.         Ὅσες φορὲς τοὺς μιλᾶνε οἱ κληρικοὶ γιὰ τὴ λειτουργικότητα τῶν Ἱ. Ναῶν, αὐτοὶ δὲν ἀκοῦν καὶ μιλοῦν ἀπαξιωτικά. Εἶναι φυσιωμένοι καὶ ὡς «εἰδήμονες» δὲν μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν μὲ τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου. Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἀρχαιολόγοι εἶναι ἄσχετοι περὶ τὴ θρησκεία, ἂν ὄχι καὶ ἐχθρικοί. Ἄλλοι πάλι εἶναι ἰδιοτελεῖς καὶ θέλουν τὰ ἱερὰ χρήματα τῆς Ἐκκλησίας νὰ πηγαίνουν στὰ δικά τους συνεργεῖα…
.         Ὁ ρυθμὸς μὲ τὸν ὁποῖο κινοῦνται οἱ ἀρχαιολογικὲς ὑπηρεσίες καὶ ἡ πτωχεία, ποὺ συνήθως τὶς διακρίνει, συμβάλλουν στὴ γρηγορότερη καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μνημείων. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα πρόβλημα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀγνοεῖ ἡ Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δὲ κληρικοὶ ποὺ ὁδηγοῦνται στὴ δικαιοσύνη γιὰ «παραβάσεις» τοῦ νόμου περὶ προστασίας τῶν μνημείων δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχοῦν. Τέτοιες διώξεις εἶναι πρὸς ἔπαινόν τους. Ὁ Θεὸς θὰ ἀναγνωρίσει τὸ ἔργο τους καὶ θὰ τοὺς ἀμείψει ἀνάλογα. Ἀλλὰ καὶ ὁ πιστὸς λαὸς δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει μόνους. Θὰ ἐκδηλώσει μὲ πολλοὺς τρόπους τὴν ἀγάπη του στὸ πρόσωπό τους, προσφέροντας συγχρόνως καὶ τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸ θεοφιλὲς ἔργο τους.

 ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: thriskeftika.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ἢ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ; Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ”-“Σάβανα” καὶ “φορμόλες”! ! ! («Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας», πρωτ. Ἰω. Φωτόπουλος)

Παράδοση: βεβαιότητα ἤ αὐτοσχεδιασμός;
Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ

Πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου

.           Ὁ λόγος γιά τήν Ἐκδήλωση – συζήτηση στό Μέγαρο Μουσικῆς πού προκάλεσε ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ Θανάσης Παπαθανασίου τή Δευτέρα 1η Ἀπριλίου 2013 μέ θέμα: «Παράδοση: κίνδυνος ἤ ἐλπίδα;». Τρεῖς οἱ ὁμιλητές. Ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ἱβήρων, ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολ. Σχολῆς κ. Μάριος Μπέγζος καί ὁ κ. Θ. Παπαθανασίου. Ὁ κ. Παπαθανασίου μίλησε τελευταῖος γιά 19 λεπτά καί, νομίζω, ἦταν ἐκεῖνος πού ἔδωσε τό στίγμα τῆς ἐκδηλώσεως στέλνοντας συγκεκριμένα μηνύματα στούς συγκεντρωμένους.
.            Τό περιοδικό «Σύναξη» ἔχει ὡς ὑπότιτλο τή φράση «Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία». Ἔτσι κάθε ἔκφραση τοῦ περιοδικοῦ προφορική ἤ γραπτή θά ἔπρεπε νά ἀπηχεῖ καί νά σπουδάζει αὐτό τό στόχο, τήν Ὀρθοδοξία. Κατ᾽ ἀρχάς δέν ἔχω ἀκόμη καταλάβει ποιά ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τό θέμα τῆς ἐκδηλώσεως, τήν ἀξιολόγηση τῆς Παραδόσεως. Τί εἶναι αὐτό πού ἀπασχολεῖ τούς ἀνθρώπους τῆς «Συνάξεως»; Ἴσως βασανίζονται ἀπό τήν ἀποτυχία «ἀναγεννήσεως» τῆς Παραδόσεως μέ τήν ἀναπάντεχη διακοπή τῆς προηγουμένης ἀρχιεπισκοπίας καί τήν ἀνακοπή τῶν θεσμικῶν ἀλλαγῶν πού ἐπεδίωκαν σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Καί ἴσως γι΄ αὐτό προσπαθοῦν νά κρατοῦν τό θέμα «Παράδοση» στήν ἐπικαιρότητα προσδοκώντας καλλίτερες μέρες γιά τήν ἐπιτυχία τῶν σκοπῶν τους.

.                  Παρακολουθώντας μέ ἰδιαίτερη προσοχή τήν εἰσήγηση τοῦ κ. Παπαθανασίου ἐντόπισα κάποια σημεῖα, τά ὁποῖα θά ἤθελα νά σχολιάσω.

α) Ὅρισε τήν παράδοση ὡς «ρεῦμα συνέχειας ζωῆς, ἐννόησης καί βίωσης τῆς ζωῆς», ὡς κάτι πού «δέν εἶναι ἕνα πρᾶγμα, μιά συμπαγής μᾶζα, ἀλλά ρεύματα ζωντανά, φωτεινά καί σκοτεινά πού συχνά ἀνταμώνονται καί συγκρούονται» καί πρόσθεσε σέ δεύτερο πρόσωπο : «ἔχεις εὐθύνη νά διακρίνεις». Τώρα, ἐπειδή ἡ Θεολογία ἔχει ὅρους σαφεῖς, περιέχοντας σαφῆ νοήματα, πού μέ τή σειρά τους ἀνταποκρίνονται σέ ὀντολογικές ἀλήθειες, σωστικές γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, θά ἔπρεπε ὁ κ. Παπαθανασίου νά ἐξηγήσει τί ρεύματα εἶναι αὐτά. Ρεύματα ἰδεολογικά, θρησκευτικά, ρεύματα κάποιας ἐνέργειας, ἱστορικά μορφώματα πού πᾶνε κι ἔρχονται, φεύγουν καί ξανάρχονται. Καί μετά νά μᾶς ἐξηγήσει ποιά ἀπό αὐτά τά ρεύματα εἶναι «φωτεινά» καί ποιά εἶναι «σκοτεινά». Ποῦ, πῶς πότε συγκρούονται καί τέλος πῶς ἐγώ θά διακρίνω.

β) Μίλησε γιά παράδοση πού «κομίζει ἀνάσταση καί ἔχει νά ἀντιπαλαίψει τό θάνατο» καί γιά παράδοση πού «εἶναι φορμόλη σέ πτώματα πού δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα», γιά τήν «ἀνατριχιαστική ἰδέα μιᾶς ἀπολιθωμένης παράδοσης ἑνός κειμένου κλεισμένου» καί γιά «παράδοση μιᾶς ζωντανῆς Ἐκκλησίας» πού «εἶναι ἕνα κείμενο πού… συνεχίζεται καί φτιάχνεται καί θά φτιάχνεται μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας». Καί ἐδῶ δέν μᾶς ἐξήγησε πῶς ἐννοεῖ τήν παράδοση.

γ) Ὁ κ. Παπαθανασίου πρόβαλε μιά παράδοση ἑνός, ὅπως λέει «ζωντανοῦ Θεοῦ», τό ὁποῖο προτείνει νά ἀκολουθήσουμε, ἑνός -ἄλλος χαρακτηρισμός- «ἀνυπότακτου», ἑνός Θεοῦ «ἐλεύθερου». Καί ἐδῶ δυσκολεύτηκα νά καταλάβω περί τίνος μιλοῦσε.

δ) Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ λόγου του ὁ κ. Π. ἔκανε ἀναφορά στόν κανόνα τῆς λατρείας δηλ. στήν παράδοση τῆς λατρείας καί στόν κανόνα τῆς πίστεως δηλ. στά δόγματα τῆς πίστεως. Εἶπε πώς αὐτά εἶναι πολυτιμότατα, ἀλλά ἐμεῖς συχνά «τά πολύτιμα τά μετατρέπουμε σέ ἀντίσκηνα καί σέ σάβανα». Σιγά-σιγά ἀρχίζω νά καταλαβαίνω. Καί θά ἤθελα ἐδῶ νά συσκεφθῶ ἐξ ἀποστάσεως μέ τόν κ. Παπαθανασίου, δηλ. νά διαλεχθῶ μέ τίς ἐκπεφρασμένες σκέψεις του καί νά καταλάβω καλά-καλά ποιά εἶναι γι᾽ αὐτόν ἡ ἀπολιθωμένη» ἤ ἀλλιῶς «ἐκπνευματισμένη» παράδοση τήν ὁποία ὁ κ. Π. ἀποστρέφεται διά τῶν χαρακτηρισμῶν του αὐτῶν, ποιά εἶναι ἡ «φορμόλη» καί τά «πτώματα» πού φέρουν στό νοῦ μας ἀτμόσφαιρα νεκροτομείου μιά καθολική νέκρωση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ποιά ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ζωντανοῦ» Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως λέει, «φτιάχνεται».

.             Μᾶς λέει ὁ κ. Π., ἀναφερόμενος στό παραδεδομένο δόγμα καί τήν παραδοθεῖσα Θεία Λατρεία, ὅτι κάποιοι – ὄχι ἐκεῖνος βέβαια – ἀλλά ἡ πλειονότητα ἡμῶν τῶν κληρικῶν, τήν τέλεση τῆς διαμορφωμένης ἐν φόβῳ Θεοῦ Λατρείας, ὅλες τίς Ἀκολουθίες (τό Μεσονυκτικό, τόν Ὄρθρο, τίς Ὧρες, τόν Ἑσπερινό, τό Ἀπόδειπνο) καί αὐτή τή Θ. Λειτουργία καί τά Μυστήρια, τά μετατρέπουμε σέ «σάβανα». Μέ τά σάβανα ἀσφαλῶς τυλίγουμε τά πτώματα. Πῶς μετατρέπουμε τή Θ. λατρεία σέ σάβανα; Μᾶς τό λέει ἀλλοῦ, δανειζόμενος τή γλῶσσα τῶν ὑπολογιστῶν. Κάνοντας «ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση». Καί ἐννοεῖ μ᾽ αὐτό τήν τέλεση τῆς Θ. ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παραδἰδεται καί παραλαμβάνεται ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων ἀπό γενιά καί γενιά! Δι᾽ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης, δοκιμασμένης λατρείας ὄχι μιᾶς αὐτοσχέδιας ἤ ἐπιστημονικῶν προδιαγραφῶν προσευχητικῆς διαδικασίας, οἱ ἱερεῖς ὡς «οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ» καί οἱ λαϊκοί μετέχουμε στή Θεία Χάρη καί συγκροτοῦμε ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ τό Σῶμα τῆς Έκκλησίας. Αὐτή ἡ παράδοση κατά τόν κ. Θ. Π γίνεται σάβανο πού τυλίγει πτώματα ἤ «φορμόλη» πού συντηρεῖ πτώματα. Τί ἐννοεῖ; Ἐννοεῖ τή λειτουργική χρήση τῶν κειμένων τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν πρωτότυπη γλῶσσα, τά ἱερά Κείμενα τῆς Λατρείας, τούς ὑμνους, τίς εὐχές τίς ἐκφωνήσεις τῶν κληρικῶν, τή θεσπέσια καί κατανυκτική μουσική καί τήν τάξη πού τελοῦνται. Ὁ ζῆλος μας καί ἡ ἐπιμονή μας λοιπόν εἶναι τἀ σάβανα καί ἡ φορμόλη καί τό ὅλον τῆς Θ. Λατρείας, τά πτώματα πού «δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα».
.                  Ἄς δοῦμε τώρα ποιά εἶναι ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ἐλεύθερου» Θεοῦ τοῦ κ. Παπαθανασίου. Γιά νά ἀκυρώσει στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν του τήν ἀξία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως εἶπε ὅτι «στόν παλιό κόσμο τόν Θεό ὅριζε τό ἱερό, ἕνας ἱερός ναός, ἤ ἕνα ἱερό ὄρος, πού σημαίνει ὅτι ἡ παράδοση ὅριζε τό Θεό. Ὁ Χριστός τό ἀντέστρεψε. Ὁ Θεός ὁρίζει τήν παράδοση».
.            Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Πράγματι ὁ Θεός πάντοτε ὅριζε καί ὁρίζει τήν Παράδοση καί στόν παλιό καί τό νέο κόσμο. Γιατί δηλαδή; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Μωϋσῆ νά κατασκευάσει τήν σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ὑποδεικνύοντάς του καί τόν τρόπο; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Σολομῶντα νά χτίσει τόν Ναό; Δέν ἦταν ὁ Χριστός πού ἐξέβαλε τούς ἐμπόρους μέ τή βία ἀπό τόν «Οἶκο τοῦ Πατρός» Του; Καί ἐπειδή ὁ κ. Π. ἐπικαλεῖται τό διάλογο μἐ τἠ Σαμαρείτιδα χρειάζεται νά θυμηθεῖ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός καί νομοθέτης εἶναι καί πάλι ἐκεῖνος πού καθορίζει τήν ὑπέρβαση τῆς παλαιᾶς λατρείας διά τῆς Θ. Λατρείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί καθόλου δέν ἦταν ἀνυπότακτος ὁ Χριστός, τηρώντας τὀν Νόμο, συμπληρώνοντάς τον καί ὑπερβαίνοντάς τον ὅπου ἔκρινε χάριν τῆς σωτηρίας μας. Καθόρισε δή τή νέα Λατρεία παραδίδοντας τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων τοῦ Θείου Βαπτίσματος καί Χρίσματος τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τοῦ Εὐχελαίου τοῦ Γάμου καί τῆς Ἱερωσύνης στούς ἁγίους Ἀποστόλους. Οἱ ἀπόστολοι μέ τους μαθητές τους σύχναζαν γιά προσευχή στό Ναό (σ᾽ αὐτό τό ἱερό τοῦ «παλαιοῦ κόσμου» κατά τόν κ. Παπαθανασίου) καί στή συνέχεια κατ᾽ οἶκον τελοῦσαν τή Θεία Εὐχαριστία. Τέλος οἰκοδομήθηκαν ναοί γιά τή Λατρεία καί σταδιακά διαμορφώθηκε ἡ τωρινή λατρεία.
.           Ὅλα αὐτά μυρίζουν φορμόλη στόν κ. Παπαθανασίου, ἴσως καί σέ κάποιους ἄλλους πού συμμερίζονται τίς ἰδέες του. Θέλει «καινούργιες σελίδες» Ἡ τελουμένη κατά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας λατρεία, ἡ ἀνέκαθεν καί τώρα καί πάντοτε παρέχουσα εἰρήνη καί εὐφροσύνη, κοινωνία μέ τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό καί τούς ἀδελφούς, ἡ ζωογονοῦσα καί τρέφουσα τήν ψυχή μας τοῦ μυρίζει νέκρα. Ἐξ αἰτίας της νιώθει σαβανωμένος, τήν αἰσθάνεται σάν ἕνα σκοτεινό ρεῦμα πού τόν βασανίζει. Τελικά πάσχει ἀπό πλήξη! Γι᾽ αὐτό ψάχνει γιά νά ἀκολουθήσει τόν «ζωντανό Κύριο τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν». Τῶν ἐκ-πλήξεων, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν βασανιστική πλήξη. Βέβαια τέτοιος Κύριος δέν εἶναι ὁ Χριστός. Ἴσως…κάποιος Ἄλλος!
.             Ὁ Χριστός ἀνέτρεψε τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο, τή φθορά καί τόν Θάνατο. Ἀντεισήγαγε τή ζωή τῆς Θείας Χάριτος. Ἀνέτρεψε καί τήν ἀπολυτότητα τοῦ παλαιοῦ Νόμου, τόν συμπλήρωσε καί τοῦ ἔδωσε τό ἀληθινό του νόημα καί ἔδωσε τόν δικό Του νόμο, πνευματικώτερο καί ἀπαιτητικώτερο. Παρέδωσε τά ἱερά Μυστήρια στούς Οἰκονόμους τῶν μυστηρίων Του, τούς ἁγίους Ἀποστόλους, καί ἐκεῖνοι ἀρχικά καί οἱ διάδοχοί τους ἅγιοι Πατέρες διαμόρφωσαν ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀβίαστα τή Θ. Λατρεία.
.             Μήπως καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀθετοῦν τόν «ἀνυπότακτο» Χριστό «τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν», ὅταν παρακινοῦν τούς χριστιανούς μέ τά λόγια «στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β´ Θεσ. β´15) ἤ ὅταν τούς ἐπαινοῦν μέ τά λόγια «ἐπαινῶ δέ ὑμᾶς ἀδελφοί, ὅτι…καθώς παρέδωκα ὑμῖν τάς παραδόσεις κατέχετε» (Α´ Κορ. ια´ 2). Μήπως μυρίζουν φορμόλη τά λόγια τοῦ Μ. Βασιλείου: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας πού φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία ἄλλα μέν τά ἔχομεν πάρει ἀπό τήν γραπτήν διδασκαλίαν, ἀλλά δέ, πού μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν, ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν Ἀποστόλων, τά ἐκάμαμεν δεκτά….ἄν ἐπιχειρούσαμεν νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβουμε θἀ ἐζημιώναμεν τόΕὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του…( Περί Ἁγίου Πνεύματος); Μήπως νοιώθει ἀνατριχιαστικά καί ἀπολιθωμένα τά λόγια τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας : Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν…οὕτω πιστεύομεν…»;
.               Τά ἰδεολογήματα τοῦ κ. Παπαθανασίου μοῦ θυμίζουν κάποια πλουσιόπαιδα, πού χωρίς νόημα στή ζωή τους καταφεύγουν δικαιολογημένα στίς «ἀνατροπές» στόν «κόπο» καί τή «διακινδύνευση» κάνοντας ἐπικίνδυνα σπόρ ὀρειβασίας, rafting, surfing, BASE jumping κλπ. γιά νά ἀποφύγουν μέ τίς «ἐκπλήξεις» τήν θανατερή τους πλήξη. Παρόμοια μοῦ φαίνεται, σκέφτεται καί ὁ κ. Παπαθανασίου, ὁ ὁποῖος ὄχι ἀπό ἔλλειψη νοήματος ζωῆς, ἀλλά ἀπό κάποια παράδοξη ἀγωνία ἀντιτάσσει στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τὁ «γράψιμό» του, τή «σύνθεσή» του τό «φτιάξιμό» του καί τή «διακινδύνευσή» του. Ζητάει νά φτιάχνεται ἡ παράδοση «μέ νέες σελίδες», ὄχι μέ ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση.
.              Τό βασικό του, κατά τήν ἐκτίμησή μας, σφάλμα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι παρομοιάζει τήν ἐκκλησιαστική Παράδοση μέ κάποιο «κείμενο πού φτιάχνεται». Ἅμα δέν φτιάχνεται, εἶναι νεκρή. Μά, ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι γραμμένα χαρτιά καί βιβλία. Εἶναι ὁ Ζῶν Χριστός μεταδιδόμενος εἰς ἕκαστον πιστόν καί σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος. Ὅμως τήν Ἐκκλησία Του δέν τήν ἄφησε χωρίς ὅρια καί Κανόνες. «Καί φραγμόν αὑτῇ περιέθηκεν…». Διά νά μετάσχει κάποιος τῆς ἀκενώτου ἀκτίστου Χάριτος, ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν ἀκριβῆ πίστη σ’ Αὐτόν καί τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Καί ἐκεῖ προκύπτουν τά κείμενα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτά παρέχουν ἀσφάλεια καί βεβαιότητα στήν πορεία μας, στήν ἐν Χριστῷ ζωή.
.               Ὁ κ. Παπαθανασίου μοιάζει νά ἀπεχθάνεται τίς βεβαιότητες. Ὑποτιμώντας ὅσους ἀκολουθοῦμε κατά δύναμη τήν Παράδοση εἶπε: «Ἡ μαγεία καί ὁ φανατισμός εἶναι εὔκολες παραδόσεις μέ βεβαιότητες πού δέν ἔχουνε ἐκπλήξεις». Ποιά εἶναι ἡ «μαγεία»; Ἡ πίστις ὅτι τελουμένης τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀκριβῶς ὅπως μᾶς παρεδόθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, μεταλαμβάνουμε αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ἤ ἡ βεβαιότητα ὅτι στερούμεθα τῆς Χάριτος, ὅταν τελεῖται ἡ παραμορφωμένη Λειτουργία τοῦ π. Μπέη, πού μέσα στήν ἀρχαιοτάτη εὐχή τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς παρενέβαλε ἀτιμωρητί λόγια τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Πλάτωνος; ἤ ὅτι εἶναι ἀμφίβολο, ἄν λαμβάνουμε τή Χάρη τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ, ὅταν στή θἐση τῶν καθιερωμένων εὐχῶν τῶν Θεοφανείων διαβάζονται τά φαιδρά καί βλάσφημα τερατουργήματα τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου;
.               Καί τί εἶναι «φανατισμός»; Τό ὅτι δέν δεχόμαστε τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, ὅπως ἐπιτάσσει ὁ Ευαγγελιστής Ἰωάννης καί οἱ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
.            Μάλιστα σέ μιά ἔξαρση ἀγάπης (;) πρός τούς αἱρετικούς εἶπε ὁ κ. Παπαθανασίου ὅτι «στόν 21ο αἰῶνα ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες θά ὀνειρεύονταν κατάβαση φωτιᾶς ἀπό τόν οὐρανό κατά μίμηση τοῦ Προφήτη Ἠλία (sic) κατά τῶν ἑτεροδόξων». Θά ἦταν ἴσως καλό πρίν ἐκδηλώσει τή συμπάθειά του πρός τούς αἱρετικούς νά ἰδεῖ τούς ἐν Χριστῷ ὀρθοδόξους ἀδελφούς του μέ ἀγάπη, στίς πραγματικές τους διαστάσεις καί προθέσεις καί ὄχι σάν ἐπικίνδυνα καταστροφικά ὄντα.
.         Ἄς εἶναι. Μόνο πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κ. Θ.Π. ὅτι ἡ ὑπό τῆς Παραδόσεως παρεχομένη βεβαιότητα δέν σημαίνει γιά τόν Χριστιανό ἐπανάπαυση. Ὄχι, ὁ κάθε Χριστιανός «δέν βάζει τό Θεό στό τσεπάκι», ὅπως εἶπε. Πατᾶ σταθερά στή βεβαιότητα τῆς πίστεως καί τῆς Παραδόσεως γιά νά ἀγωνισθεῖ τόν καλόν ἀγῶνα. Καί διατρέχει πολλούς κινδύνους στόν ἀγῶνα αὐτό, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας. Τέλος δέν λείπει ἡ «ἔκπληξη» στούς ἐν Κυρίῳ ἀσκουμένους ἀδελφούς, ὅταν ὁ Κύριος τούς ἐπισκέπτεται διά τῆς Χάριτος καί τούς προσφέρει τά οὐράνια δῶρα Του…
.           Μπορεῖ νά ὑπάρξουν καί Χριστιανοί πού ἀρκοῦνται στήν τήρηση κάποιας νηστείας στήν παρακολούθηση τῆς Θ. Λειτουργίας καί σέ κάποιες ἐλεημοσύνες νομίζοντας ὅτι αὐτά εἶναι ἀρκετά καί παρέχουν βέβαιη σωτηρία. Ἀσφαλῶς εἶναι σέ λάθος δρόμο, ἀλλά γιά ὅλους ἔχει ὁ Θεός.
.                 Ἤθελα τώρα νά ἐπιστρέψω στόν τελικό στόχο τῆς ἐκδηλώσεως, δηλαδή στό «γράψιμο» τῆς παραδόσεως «μέ νέες σελίδες», πού μέ ἀγωνία ἐπιθυμεῖ ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ κ. Θανάσης Παπαθανασίου. Ὁ λόγος μου θά φανεῖ σκληρός, ἀλλά ὅσα ἀναφέρονται στή συνέχεια δέν εἶναι ἄλλο ἀπό ἀκριβῆ παραθέματα καθηγητῶν καί συγγραφέων πού σχετίζονται μέ τή ΣΥΝΑΞΗ, ὡς στενοί συνεργάτες της. Τά παραθέματα αὐτά εἶναι οἱ «νέες σελίδες» πού «φτιάχνονται» καί πού κατά τόν κ. Παπαθανασίου, θά ἀφαιρέσουν τά «σάβανα»τῆς Παραδόσεως, θά ζωογονήσουν τήν «ἀπολιθωμένη παράδοση», καί θά νεκραναστήσουν «τά πτώματα» τῆς Παραδόσεως πού συντηρεῖ ἡ «φορμόλη» τοῦ φανατισμοῦ μας.

1) Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Μ. Μπέγζος, ὁ ἕνας ἐκ τῶν τριῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐκδηλώσεως «Παράδοση : Κἰνδυνος ἤ ἐλπίδα;» καί τακτικός συνεργάτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι «δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» (Φρόντισε ὅμως νά ἐξαφανίσει τό σχετικό video..)

2) Ὁ καθηγητής τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Παν. /θες/νικης κ. Π. Βασιλειάδης, στενός συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ἔγραψε : «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της καί τήν ὑπόστασή της…ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀ κ ό μ η  κ α ί  ἀ π ό  τ ό  γ ε γ ο ν ό ς  Χ ρ ι σ τ ό ς) ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά …ἀπό τά ἔσχατα. (Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τόμ. 11, σελ. 25-32).

3) Ὁ καθηγητής κ. Χ. Γιανναρᾶς στό βιβλίο του ”Ἐνάντια στή θρησκεία” ἐκφράζοντας τόν παλαιό πόθο του γιά σεξουαλική ἀπελευθέρωση τῶν χριστιανῶν χλευάζει τήν ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας γράφοντας : «Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνεται ὄχι μόνο μέ τίς εὐχές πού διαβάζονται στή λεχώ, ὄχι μόνο μέ τήν ἀπαγόρευση μετοχῆς στήν Εὐχαριστία (ἤ καί εἰσόδου στό ναό) τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῶν ἐμμήνων. Βεβαιώνεται καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος ἔμεινε καί μετὰ τόκον Παρθένος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τόκος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τή σωματική (ἀνατομική) της παρθενία» (σ. 200, 2001).

.         Μέ τά τρία παραπάνω παραθέματα καθίσταται σαφές ὅτι ἡ ΣΥΝΑΞΗ φτιάχνοντας διά τῶν συνεργατῶν της «νέες σελίδες» στό κείμενο τῆς Παραδόσεως ἔχει ξεσχίσει τίς σελίδες τῆς ἀληθινῆς Παραδόσεως, ἔχει διαγράψει τόν Χριστό καί τήν Παναγία. Δέν ἀφαιρεῖ «σάβανα», ἀλλά σαβανώνει τόν Χριστό καί τόν πετᾶ στό χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας.
.         Ἄς συνεχίσουμε παραθέτοντας ἀποσπάσματα ὅσων εἶπε ὁ μόνιμος συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ π. Βασίλειος Θερμός κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ π. Γεωργίου Μπασιούδη «Ἡ δύναμη τῆς λατρείας. Ἡ συμβολή τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν στή λειτουργική θεολογία» πού ἔγινε στή «Στοά τοῦ Βιβλίου», καί κατά τήν ὁποία μίλησαν ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ π. Βασίλειος Θερμός καί ὁ κ. Θανάσης Παπαθανασίου.
.           Μέ τίς μηδενιστικές του τοποθετήσεις στήν ὁμιλία του ὁ π. Β. Θερμός, άκυρώνει τήν καθιερωμένη Θεία Λειτουργία, θεωρεῖ αἴτιο τό Βυζάντιο γιά τή «φθορά»(;;;) τῆς λατρείας, πετάει στά σκουπίδια τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, τή λειτουργική θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καί προτείνει γενικό ξεκαθάρισμα ἀκόμα καί στή Λατρεία τῶν 3 πρώτων αἰώνων. «Φτιάχνει» κι αὐτός τίς ρυπαρές του σελίδες γιά τήν… παράδοση, ἀκολουθώντας τόν ὑποτιθέμενο «ἀνυπότακτο Χριστό τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν».

.           Προσεκτική ἀνάγνωση τῶν παρακάτω παραθεμάτων ἀπό τήν ὁμιλία του θά πείσει τόν καλοπροαίρετο ἀναγνώστη γιά τήν ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν μας.

α) «…μέσα στή Λειτουργία, ἀλλά καί στίς ἄλλες ἀκολουθίες ἔχουν εἰσβάλει ἔνθετα τά ὁποῖα ἐκφράζουν τό βυζαντινό παλάτι. Καμμία σχέση· ἡμέρα μέ τή νύκτα· “μίξις ἄμικτος καί τέρας ἀλλόκοτον’”.

β) .. Ἠ μεγάλη φθορά στή λατρεία ἔγινε στά βυζαντινά χρόνια, ἐπειδή τό Βυζάντιο κράτησε πάρα πολύ-1100 χρόνια- καί προσφερόταν γιά νά γίνουν πάρα πολλές ἀλλοιώσεις καί φθορές. Καί ὑπ᾽ αὐτήν τήν ἔννοια συμμερίζομαι τίς ἐπικριτικές τοποθετήσεις τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ Βυζαντίου…Νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἄρχισε ἡ φθορά καί ὁ ἐκφυλισμός πού δέν εἶναι ὁρατός λόγῳ τῆς μεγάλης ἄνθισης τῆς Ὑμνογραφίας, τῆς θεολογικῆς γραμματείας, τῶν Ὑπομνημάτων πάνω στή λατρεία. Ἐπεκράτησε πλέον τό φαινόμενο τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία ἐπεκάλυψε τίς παραφθορές…Ὁ π. Σμέμαν φθάνει στό σημεῖο νά πεῖ ὅτι ἡ λειτουργική εὐσέβεια εἶναι ὁ κυριώτερος ἀντίπαλός μας…Ἐπίσης πρέπει νά ποῦμε ὅτι αὐτά [ἐννοεῖ ὁ π. Βασίλειος τίς ἀλλοιώσεις στή λατρεία] ὀφείλονταν στό γεγονός ὅτι… σέ ἀντίθεση μέ τούς βυζαντινολιγούρηδες πού εὐδοκιμοῦν πάρα πολύ στήν Ἐκκλησία μας, τό Βυζάντιο δέν ἦταν μιά κοινωνία ἁγίων. Ἦταν ἕνας πολιτισμός πού ἤθελε νά ἐμπνέεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τόν Χριστό, ἕνας πολιτισμός ὅπως ὅλοι μέ τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων καί γι᾽ αὐτό ἔσβησε».

γ) «Ἡ βασική φθορά πού συνέβη ἐδῶ, καί ὁ μοναχισμός ὑπῆρξε ὁ βασικός μοχλός γι᾽ αὐτήν- πού τοῦ χρωστᾶμε τόσα τοῦ μοναχισμοῦ καί τώρα καί τότε ἐννοεῖται- ἦταν ἡ εἰσαγωγή τῆς θεραπευτικῆς πνευματικότητος ἀντί τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος πού ὑπῆρχε προηγουμένως μέ ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ ἀτομισμοῦ τοῦ αἰσθητισμοῦ…».

δ) «Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν. Δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες».

ε) «Παρατηροῦμε μιά πολύ μεγάλη ἀτολμία γύρω ἀπό τή διόρθωσή τους [τῶν ἀλλοιώσεων], πού ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη νά γίνει καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ λατρεία, ὄχι σ’ αὐτό πού ἦταν πρίν εἰσέλθουν τά ἄλλα στρώματα. Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν, δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες. Χρειάζονται κριτήρια μέ τά ὁποῖα θά ξεκαθαρίσουμε τί θά μείνει. Τί ἀπό τά παλιά τί ἀπ’ τά νεώτερα…».

.           Στή συνέχεια παραθέτουμε ἰδέες καί τοποθετήσεις συνεργατῶν τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, ὅπως τίς ἐκθέτουν σ’αὐτό τό ἴδιο τό περιοδικό. Δέν λέω, καί τό τονίζω αὐτό, ὅτι ὅλοι οἱ συνεργάτες ἐκφράζουν αἱρετικές ἤ λανθασμένες ἀπόψεις καί θεωρίες. Ὅμως ἡ διαρκής ἀνάμιξη ἀληθείας καί πλάνης καί τό διαρκές καί ἔμμονο πρόταγμα τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά στοχαστική θεολογία δημιουργεῖ σύγχυση στούς ἀναγνῶστες πού ἐμπιστεύονται τό περιοδικό. Ἐξ ἄλλου καί ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν τό χαρακτηριστικό νά παρεμβάλουν στή διδασκαλία τους τό δηλητήριο τοῦ ψεύδους.

.          Τό τεῦχος 71 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ σηματοδότησε μιά μανιώδη καμπάνια κατά τῆς παραδεδομένης λατρείας. Τούς συνεργάτες τοῦ τεύχους αὐτοῦ ἐνοχλεῖ ὅλη ἡ τάξη τῆς Θ. Λειτουργίας. Γιατί ἡ προετοιμασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας λέγεται «Πρόθεση» ἤ «Προσκομιδή», γιατί γίνεται ἡ Μικρά Εἰσοδος, γιατί ὑπάρχουν αὐτοί καί αὐτοί οἱ συμβολισμοί, γιατί ὑπάρχουν τά Εἰρηνικά καί τά Πληρωτικά, γιατί ἀναγινώσκονται μυστικῶς οἱ εὐχές, γιατί διαβάζουμε τίς εὐχές τῆς Θείας μεταλήψεως κλπ, κλπ.(σ. 22-37) . Κάποιον ἐνοχλεῖ ὁ ἀσπασμός τοῦ χεριοῦ τῶν κληρικῶν (σ. 41), ἄλλον ὁ θυσιαστικός χαρακτήρας τῆς θείας Λειτουργίας (σ. 41). Τό θέμα τῆς λειτουργικῆς γλώσσας εἶναι ἐπίσης σέ πρώτη διάταξη, δηλ. οἱ μεταφράσεις τῶν λειτ. κειμένων στή δημοτική καί ἡ συγγραφή νέων τροπαρίων στή Δημοτική (σ. 52) ὅπως καί ἡ ἀλλαγή τοῦ Τυπικοῦ (σ. 48-54). Προτείνεται μιά καινούργια Ἀκολουθία γάμου, ὅπου μαζί μέ ἄλλες αὐθαίρετες καινοτομίες δἐν διαβάζεται ἡ εὐαγγελική περικοπή περί τοῦ ἐν Κανᾷ γάμου, ἀλλά περικοπή ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου!(72-81). Ἀλλος πάλι συνεργάτης γιά τό γάμο ἰσχυρίζεται ὅτι δέν χρειάζεται ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀρραβῶνος, ὅτι οἱ δύο μεγάλες εὐχές τοῦ γάμου πρέπει νά γίνουν μία, ὅτι καποιες εὐχές καί δεήσεις δέν χρειάζονται καί πρέπει νά καταργηθοῦν, ἐνῶ μέ τό ζόρι δέχεται νά διατηρηθεῖ στήν Ἀκολουθία τό «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως λέει «γιατί εἶναι μιά πολύ γνωστή καί ἀγαπητή προσευχή», ἐνῷ καταλήγει ὅτι ἡ Ἀκολουθία τοῦ γάμου «θά μποροῦσε νά τελεῖται στή Δημοτική»(σ. 86) Ἀκολουθεῖ καί ἄλλη πρόταση ἄλλης πάλι Ἀκολουθίας Γάμου (σ. 87). Ἀκόμη καί ὁ πολιτικός γάμος προτείνεται ὡς ὑποχρεωτικός ἀπό στέλεχος τῆς Ἀκαδημίας Θεολ. Σπουδῶν τοῦ Βόλου! (σ. 92). Ὅλο τό τεῦχος παρουσιάζει θεολόγους πού ἔχουν τή μανία τῆς ἀναμορφώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότεροι μιλοῦν μέ τέτοια ἄνεση σάν νά τούς δόθηκε ἐξουσία νά γκρεμίσουν ὅ, τι ὑπάρχει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κατά τίς ἀπόψεις τους, τίς σπουδές τους καί τήν ὄρεξή τους. Ἀπουσιάζει ὁ στοιχειώδης σεβασμός πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στό τεῦχος 72 (σσ. 38-41) ὁ προμνημονευθείς κ. Πέτρος Βασιλειάδης διακηρύσσει ὃτι μετά τή χρυσῆ περίοδο τοὺ Χριστιανισμοῦ τῶν 8 πρώτων αἰώνων ὑπάρχει «ἔλλειψη ὑ γ ι ο ῦ ς θεολογικοῦ προβληματισμοῦ» καί ζητεῖ «τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου στή σημερινή του μορφή». Ζητεῖ ἡ λατρεία «νά πραγματοποιεῖται στήν καθομιλουμένη γλῶσσα». Προτείνει «ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχιτεκτονική καί διαρρύθμιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου». Ἀμφισβητεῖ τό ρόλο τῶν ψαλτῶν καί τῶν χορῶν στή διευκόλυνση τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐκκλησιάσματος καί ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν «τό εἶδος τῆς μουσικῆς πού χρησιμοποιεῖται εἶναι τό καταλληλότερο γιά νά ἀποδώσει τά νοήματα τοῦ κειμένου». Τό χειρότερο -γιατί ὑπάρχει καί χειρότερο- μᾶς…προειδοποιεῖ ὅτι ἄν δέν ὑλοποιηθοῦν οἱ προτεινόμενες αὐτές μεταρρυθμίσεις του, ἡ λειτουργία «μπορεῖ πολύ εὔκολα νά ἐκτραπεῖ στήν καλύτερη περίπτωση σέ μιά ἄχρηστη καί περιττή τυπολατρία καί στή χειρότερη σέ μαγική, σακραμενταλιστική (ἀκόμη καί δαιμονική) εκδήλωση, πού ἀντί νά κατευθύνει τή χριστιανική κοινότητα πρός τό ὅραμα τῆς Βασιλείας, νά τήν ἀποπροσανατολίζει ὁδηγώντας την σέ ἀτομιστικές μυστικῆς ὑφῆς ἀτραπούς….καί τελικά στό θάνατο, στήν κόλαση.»(σ.40- 41).
.          Πᾶμε στό τεῦχος 112 τῆς ΣΥΝΑΞΗΣ. Ἐκεῖ διαβάζουμε στό ἄρθρο «Περί μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων» τά λόγια τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου : «Προτιμῶ νά ἀκολουθῶ τόν ἀντίθετο δρόμο ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό! Ἐκεῖνοι λόγιοι κολοσσοί, γιά ἕνα πεῖσμα, νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες λόγιους καί σέ κάποιους νοσηρά ἑλληνολάτρες βυζαντινούς, ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά, ἔφτιαξαν τά περίφημα ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου ποιήματα καί ἄσματά τους» (σ. 101). Νά μιά… ὡραία σελίδα, τῆς παραδόσεως, ἀπ᾽ αὐτές πού ὀρέγεται ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, στήν ὁποία οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό πεῖσμα καί κόμπλεξ («γιά νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά») συνέθεσαν τά θεόπνευστα ὑμνογραφήματα πού τά ἔχει ἡ Ἐκκλησία πάνω ἀπό χίλια χρόνια στή λατρεία Της.
.          Κάνουμε ἕνα μεγάλο ἅλμα καί πᾶμε στά τεύχη 121 καί 122 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, πού εἶναι ἀφιερωμένα στήν «Κόλαση καί αἰωνιότητα». Σκοπός τους ἡ σὐγχυση καί ἀβεβαιότητα γιά τήν ὕπαρξη καί αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Ἐνδεικτικά σταχυολογοῦμε ἀπό τό τεῦχος 121: ὁ κ. Γιανναρᾶς φοβούμενος τόν «κλαυθμό καί βρυγμό τῶν ὁδόντων» τῆς Καινῆς Διαθήκης διερωτᾶται «ἄν τά περί θεοπνευστίας τῆς Βίβλου, ἐφεύρημα τῶν προτεσταντῶν …ὁρίζουν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία» καί μετά ἕνα ἀκροβατικό στοχασμό μέ τά ἀναμασήματα περί «σχέσεως» καταλήγει στήν πλάνη περί ἀνυπαρξίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου μετά θάνατον, ἀφοῦ «καμιά λογική…δέν μπορεῖ νά συμβιβάσει τή μαρτυρία «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» μέ τό ἐνδεχόμενο αὐτός ὁ Θεός ἀγάπη νά παγιδεύει στήν ὕπαρξη τόν ἀρνητή τῆς σχέσης μαζί του, μόνο γιά νά τόν βασανίζει σαδιστικά καί ἀτελεύτητα»( σ. 81, 83-84). Ἡ κ. Αἰκ. Τσαλαμπούνη ἀναμιγνύει τή διδασκαλία τῆς Βίβλου περί Κολάσεως μέ ἀπόκρυφα ἐξωβιβλικά κείμενα, γιά νά πεῖ ὅτι «ἡ κόλαση καί τό πρόβλημα τῆς Θεοδικίας πού συνδέεται μέ αὐτήν ἐξακολουθοῦν νά ἀπασχολοῦν τόν σύγχρονο ἄνθρωπο καί νά ἀπαιτοῦν μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο τήν ἐπίλυσή του» καί νά καταλήξει στήν πρόταση γιά ἀτομική τοποθέτηση στό θέμα: «Ἐναπόκειται λοιπόν στή διακριτική εὐχέρεια τοῦ κάθε ἀναγνώστη νά δώσει τή δική του ἀπάντηση…» (σ. 8- 19). Ὁ κ. Ἰω. Πλεξίδας ἐπικαλεῖται τίς ἀνοησίες περί γονιδίων τῆς βίας, τήν κληρονομικότητα καί τό περιβάλλον ὡς αἴτια τῆς ἐγκληματικῆς συμπεριφορᾶς, γιά νά δείξει τό ἀνεύθυνο τοῦ ἁμαρτάνοντος καί νά καταλήξει στήν «ἀδυνατότητα (sic) τῆς Κόλασης» ἐπικαλούμενος καί τόν ἀμφιβόλου ὀρθοδοξίας Berdyaev πού γράφει : «…ἡ ἰδέα περί τῆς αἰωνίου κολάσεως εἶναι ἀκατανόητος, μοχθηρά καί κακόβουλος» (σ.88-89).
.          Ἀπό τό τεῦχος 122: ἡ κ. Βάσω Κουντουμᾶ βρίσκει «πολλαπλές ἀντιφάσεις, παραλλαγές, διανοητικές περιπλανήσεις καί ἐνοράσεις τῆς βυζαντινῆς σκέψης σχετικά μέ τό ἐπέκεινα». Μέ βάση τούς λόγους τοῦ Κυρίου πρός τόν ληστή «Ἀμήν σοι λέγω, σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ», βρίσκει «ἑρωτήματα…ἀπό δογματική ἄποψη ἀναπάντητα» (σ.44-45). Γράφει ὅτι «στή λαϊκή φαντασία, οἱ θεοί αὐτοί» -τῶν εἰδώλων- ἦταν δαίμονες» καί στήν ὑποσημείωση 22 γράφει ὅτι αὐτό ἰσχυρίζεται καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (σ. 48), ὑποχείριος ἴσως καί αὐτός τῆς λαϊκῆς φαντασίας! Γράφει ὅτι «οἱ Διάλογοι» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου «βρίθουν ἀνεκδοτολογικῶν περιστατικῶν μέ πρωταγωνιστές φαντάσματα» καί συνεχίζει λέγοντας ὅτι «ὁ Μ. Φώτιος τούς γνωρίζει [τούς Διαλόγους] καί τούς ἐγκωμιάζει στή Μυριόβιβλο» (σ. 50) .Ἴσως κι αὐτός νά ἦταν ὑποχείριος παραμυθιῶν καί φαντασμάτων! Χαρακτηριστικό τῆς κυρίας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀρνητική καί περιφρονητική ἀναφορά στούς ἁγίους Πατέρες καί ἡ ὑποταγή της στίς γνῶμες τοῦ τελευταίου δυτικοῦ «στοχαστῆ» καί ἑρευνητῆ» στίς ὁποῖες παραπέμπει.
.            Τά τεύχη 122(σσ. 67-81) καί 123 (σσ. 33-48) δημοσιεύοντας ὁ κ. Παπαθανασίου δύο κείμενα γιά τήν Ἱεραποστολή κάνει λόγο γιά τή δράση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἔξω ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δηλ. στούς ἀθέους, τούς ἀβαπτίστους καί παντός εἴδους αἱρετικούς. Στό 123 δημοσιεύει θετικῶς ἀποσπάσματα κειμένων διαφόρων «ὀρθοδόξων» θεολόγων σύμφωνα μέ τούς ὁποίους «ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδιοκτήτης τῆς σωτηρίας, ἀλλά ὁ διάκονος τοῦ Θεοῦ…καί ὀ μάρτυρας τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου…».
.           Ίδού μερικά ἀποσπάσματα : «Εἶναι δυνατόν οἱ Χριστιανοί νά βλέπουν τίς παραδόσεις, τίς γραφές καί τίς πρακτικές τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὑπό ἕνα πολύ θετικό φῶς, πού ἀντανακλᾶ τήν πανανθρώπινη ἀναζήτηση γιά τό (καί τήν ἀνταπόκριση στό) Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (τεῦχ. 122 σ. 42 ). «Ὅσοι βρίσκονται ἔξω ἀπό τή χριστιανική πίστη…δέν παύουν νά κινοῦνται μέσα στή μυστική ἀκτινοβολία τῆς δόξας του» (σ. 43). «μικρές ὁμάδες ἡμι-εὐαγγελικῶν ψυχῶν πού σέ κάποιο βαθμό ἀκολουθοῦν τά ἠθικά πρότυπα τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας συγκροτοῦν ἕνα εἶδος Ἐκκλησίας extra muros, ἔξω ἀπό τή θεσμική ἱστορική Ἐκκλησία [….] Τό «κατ᾽ εἰκόνα» μπορεῖ νά δουλέψει πολύ δυναμικά σέ ἕνα μή Χριστιανό. Ὁ κοσμικός (συμπαντικός) Χριστός, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά μετέχει κάποιος χωρίς νά τόν κατονομάζει, εἶναι πολύ ἀληθινός» (σ. 44).

.            Παρατείναμε τήν παράθεση ἀποσπασμάτων ἀπό τεύχη τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά νά φανεῖ τό πνεῦμα τοῦ περιοδικοῦ, πού δέν εἶναι καθόλου Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία, νά κατανοηθοῦν οἱ…συνθετικές γιά τήν Παράδοση ἱκανότητες τῶν Συναξιτῶν καί οἱ στόχοι τους στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
.           Καταλαβαίνω τήν ἀγωνία τους καί τήν ἀνάγκη τους γιά δημιουργία, γιά «σύνθεση», γιά «φτιάξιμο», γιά «κόπο» καί ἀκροβατικές «διακινδυνεύσεις». Ἀλλά δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ἁγία Της Παράδοση ὀ κατάλληλος χῶρος γιά τή δράση τους. Θά μποροῦσαν νά ἀσχοληθοῦν μέ τή φιλοσοφία, τήν ποίηση τή λογοτεχνία καί τίς εἰκαστικές τέχνες. Καί δέν τό λέω εἰρωνικά. Ἐξ ἄλλου, τό λιγώτερο ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, βαριοῦνται τήν Παράδοση στό σύνολό της καί τό περισσότερο τήν περιφρονοῦν τήν ἀπεχθάνονται ἤ καί τήν μισοῦν. Καί αὐτό νομίζω ἔγινε φανερό ἀπό τά προαναφερθέντα παραθέματα.
.               Ἄν παρά ταῦτα ἐπιμένουν στίς ἰδεοληψίες τους- μιλῶ γιά ἰδεοληψίες ἐπειδή ὅσα γράφουν καί λένε πηγάζουν ἀπό τό μυαλό τους, τίς συζητήσεις καί τά ξενόγλωσσα διαβάσματά τους καί τίς ἀτέλειωτες παραπομπές τους στούς ξένους συγγραφεῖς πού τίς καταπίνουν ἀμάσητες- πρέπει νά κατανοήσουν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους καί οἱ θεωρίες τους, τά ὄνειρά τους γιά ἀλλαγές δέν γίνονται δεκτά ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Παράδοση εἶναι Ζωή καί μεταγγίζει Ζωή. Ἡ Θεία Λατρεία εἶναιἡ ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅπως δέν ἀλλάζει ἡ διαδικασία ἀναπνοῆς πού ζωογονεῖ τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ἔτσι δέν ἀλλάζει ἡ τἀξη, ἡ γλῶσσα, ἡ ποίηση καί τά νοήματα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας. Τή γλεντᾶμε καί τή χαιρόμαστε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν διαβάζουμε τίς «καινούργιες σελίδες» πού προτείνουν οἱ Συναξίτες ὡς συμπλήρωση τῆς Παραδόσεως μᾶς πνίγει ἡ φορμόλη καί ἡ πτωμαΐνη πού ἀποπνέει ἡ σκέψη τους, σκέψη οὐσιαστικά τοῦ ταλαίπωρου δυτικοῦ ἀνθρώπου πού ψάχνει ἀκόμη 2000 καί πλέον χρόνια μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά βρεῖ τό δρόμο του. «Πηγαίνω στήν Εὐρώπη» ἔγραφε ὁ Ντοστογιέφσκυ «καί ξέρω πώς πηγαίνω σέ νεκροταφεῖο».

.        Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων προτείνουμε στό κατεστημένο τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ νά ἀκολουθήσει τό δικό του δρόμο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἀπόψεις τῶν περισσοτέρων συνεργατῶν τοῦ περιοδικοῦ ἔχουν χαρακτηριστικά σέκτας. Ἔχουν μιά δική τους ἰδέα περί Ἐκκλησίας, πού ἐκτείνεται ἔξω ἀπό τά κανονικά της ὅρια. Ἄς διαλεχθοῦν λοιπόν μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις, ἄς συμπροσεύχονται μαζί τους, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἀλλόθρησκοι «κινοῦνται μέσα στήν ἀκτινοβολία τῆς δόξας» τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀγκαλιάσουν ἕνα «συμπαντικό Χριστό» πού μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει κιόλας! Ἔχουν τούς δικούς τους «Πατέρες», ὅλους τούς ξένους στοχαστές. Ἔχουν στό νοῦ τους μιά ἄλλη λατρεία, μέ διαφορετικούς ναούς χωρίς τέμπλα, μέ ἄλλα τροπάρια στή δημοτική γλώσσα, μέ ἄλλη μουσική, μέ ἀράσωτους παπάδες, μέ ψυχοθεραπευτές στή θέση τῶν πνευματικῶν. Ἔχουν καί τή δική τους θεολογία πού ἀμφισβητεῖ τή θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού διαθέτει μιά περίεργη ἐσχατολογία καί Βασιλεία πού ἔχει εἰσβάλει στό ἐνθάδε, μέ ἀμφίβολη τήν ὕπαρξή μας μετά θάνατο καί μέ ἀμφιλεγόμενο Παράδεισο καί «ἁδυνατότητα» Κολάσεως. Τούς φαίνεται πολύ ἀληθινός καί σοβαρός ὁ Τέρυ Ἤγκλετον -πού κανείς δέν τόν ξέρει- καί τό ἔργο του «Πίστη λογική καί ἐπανάσταση» (τευχ. 123) καί πολύ παραμυθᾶς καί φαντασιόπληκτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος! Ἄς φτιάξουν λοιπόν τή δική τους «ἐκκλησία».
.          Στήν Ἐκκλησία μας ἀρκεῖ ἡ ἁγιωτάτη Πίστη καί Παράδοσή Της. Ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί Παράδοση μᾶς εἶναι ἀρκετά. Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας. Μᾶς ἀρέσουν, μᾶς τέρπουν καί μᾶς ὁδηγοῦν πρός τόν Κύριό μας οἱ ναοί μας μέ τά ἱερά τέμπλα, τήν τέλεια ὑμνογραφία καί τήν ἀσύλληπτα κατανυκτική μουσική. Μᾶς χαροποιεῖ οἱ ἱερεῖς νά εἶναι ἐνδεδυμένοι ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ὁ π. Παΐσιος καί ὁ π. Πορφύριος. Τά θεολογικά καί ἀσκητικά συγγράματα τῶν ἁγίων Πατέρων παρέχουν σέ ὅλους ἀσφαλῆ τήν ὁδό τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Σεβόμεθα τούς ἱερούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων πού ρυθμίζουν ὅλη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποστρεφόμεθα τίς καταστροφικές καινοτομίες πού ἔχουν κυριολεκτικά διαλύσει καί τά τελευταία ὑπολείμματα ἐκκλησιαστικότητος στή Δύση. Δέν μεταίρουμε «ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

.      Ἀγαπητοί ἀδελφοί συνεργάτες, φανατικοί φίλοι καί ὁμοϊδεάτες τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ” εἶστε ἐλεύθεροι νά ἀκολουθήσετε τόν δρόμο σας!

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε