Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παν. Σκαλτσῆς

ΤΟ ΕΥΧΕΛΑΙΟ στὴν ἀποστολικὴ ἐποχή

Τὸ Εὐχέλαιο στὴν Ἀποστολικὴ ἐποχή

Παναγ. Σκαλτσῆ,
Καθηγ. τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης,

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν μελέτη:
«Ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Εὐχελαίου»
(Πρακτικά Ι΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου
Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Βόλος, 20-22 Ὀκτωβρίου 2008)
σειρὰ “Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη-21”,
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 2009, σελ. 208-219.

.             Ἡ πιὸ παλαιὰ μαρτυρία τοῦ εὐχελαίου εἶναι αὐτὴ τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου: «Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; Προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ἦ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ».

1. Τὸ κείμενο αὐτὸ μᾶς ἐπισημαίνει τρία σημεῖα βασικὰ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς χριστιανικῆς λατρείας καὶ σημαντικὰ γιὰ τὴν μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ μυστηρίου τοῦ εὐχελαίου. α) Γίνεται λόγος γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ προσέλευση τῶν πρεσβυτέρων τῆς Ἐκκλησίας στὰ σπίτια τῶν ἀσθενῶν. β) Μαρτυρεῖται ἄλειψη μὲ ἔλαιο στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Στὸ τρίτο (γ) σημεῖο ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας θεραπεύει τόσο τὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος, ὅσο καὶ τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς, τὴν ἁμαρτία, δεδομένου ὅτι «τὸ τε σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ λαμβάνονται ὡς μία νοσοῦσα ὑπόστασις… ἡ δὲ νόσος ὡς μία σωματική τε καὶ ψυχικὴ συνάμα νόσος».
.             Φαίνεται ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε στενὴ σχέση μεταξὺ σωματικῆς καὶ πνευματικῆς θεραπείας, καὶ ἄρα ἀλληλοπεριχώρηση μεταξὺ τῶν μυστηρίων μετανοίας καὶ εὐχελαίου. Ὁ σύνδεσμος μάλιστα αὐτὸς εἶναι ἐμφανὴς στὴ λειτουργικὴ πράξη μέχρι καὶ σήμερα, μολονότι τὰ δύο αὐτὰ μυστήρια μετὰ τὸν 8ο κυρίως αἰώνα μορφολογικὰ διαφοροποιοῦνται καὶ διακρίνονται σημαντικὰ μεταξύ τους.
.             Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος στὰ πλαίσια τῶν παραινέσεων ποὺ κάνει πρὸς τοὺς ἀποδέκτες τῆς ἐπιστολῆς του λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη του καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀσθένειας, κάτι ποὺ ἀφορᾶ κάθε ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἀντιμετώπιση αὐτοῦ τοῦ θέματος γίνεται στὰ πλαίσια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πλήρους ἑνότητας ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν μὲ αὐτὴν οἱ πιστοί. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀσθένεια ἑνὸς μέλους γίνεται ὑπόθεση ὅλου τοῦ σώματος. Ὁ ἀσθενὴς δέ, χάρη στὴ δύναμη τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ ποὺ δρᾶ στὴν Ἐκκλησία, ἀποκαθίσταται πλήρως ὡς ψυχοσωματικὴ ὀντότητα.
.             Στὴν ἐκκλησιολογικὴ αὐτὴ βάση κατανοεῖται καὶ ἡ σύσταση τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου ἡ ἀσθένεια κάποιου μέλους τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀντιμετωπίζεται μὲ τὴν προσευχὴ τῶν πρεσβυτέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι πρέπει ἀκριβῶς νὰ προσκαλοῦνται στὸ σπίτι τοῦ ἀσθενοῦς. Μὲ τὸν ὅρο «πρεσβύτεροι» ἐδῶ ἐννοοῦνται ἀκριβῶς ὄχι ἁπλῶς οἱ γεροντότεροι, ἀλλὰ οἱ λειτουργοὶ καὶ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἰάκωβος ἐννοεῖ ἐπίσης ὅτι ὁ ἀσθενὴς πρέπει νὰ καλέσει ὅλο τὸ πρεσβυτέριο τῆς Ἐκκλησίας στὴν ὁποίαν ἀνήκει. Τονίζεται ἔτσι περισσότερο ἡ ἐκκλησιοποίηση τοῦ γεγονότος τῆς ἀσθένειας καὶ ἡ ἔνταξη τοῦ ζητήματος τῆς ὑγείας τῶν πιστῶν στὴν κοινὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας.
.             Μὲ τὸ «προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν» ὁ ἀπόστολος ἐννοεῖ νὰ προσευχηθοῦν εἰδικὰ γιὰ τὸν ἀσθενῆ. Τὸ χαρακτηριστικὸ δὲ αὐτῆς τῆς προσευχῆς, σ’ ἀντίθεση μὲ ἄλλες ποὺ γίνονται γιὰ πολλοὺς καὶ ἔχουν πολλὰ αἰτήματα, εἶναι ὅτι ἀφορᾶ ἕνα ἢ ὡρισμένους καὶ ἔχει ἕνα μόνο καὶ ὡρισμένο αἴτημα. Δὲν ἀποκλείεται μάλιστα ἡ προσευχὴ αὐτὴ νὰ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπὶ τὸν «κάμνοντα» ἐπίθεση τῶν χειρῶν τῶν πρεσβυτέρων. Ἀνάλογη πράξη μᾶς παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιὰ θεραπεία ἀσθενῶν μετὰ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων· «ἐπί ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν». Ἔτσι ἐπιβεβαιώνεται περισσότερο ὁ λειτουργικὸς χαρακτήρας τῆς παρουσίας τῶν πρεσβυτέρων στὸν ἀσθενῆ, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴ σύσταση τοῦ Ἰακώβου, δὲν κάμουν μίαν ἐπίσκεψη ἰατρικοῦ χαρακτήρα, ἀλλὰ βρίσκονται ἐκεῖ «διὰ νὰ τελέσουν λειτουργικὴν πρᾶξιν».
.             Ἡ λειτουργικὴ αὐτὴ διάσταση τῆς παρουσίας τῶν πρεσβυτέρων στὸν ἀσθενὴ καὶ ἡ θεώρηση τῆς ἀσθένειας ὡς γεγονότος ποὺ ἀφορᾶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία συνέβαλε ὥστε ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους τὸ εὐχέλαιο νὰ τελεῖται στὰ πλαίσια τῆς θείας Εὐχαριστίας, καθ’ ὅσον «οὐκ ἔνεστι σχεδόν τινα τελεσθῆναι τελετὴν ἱεραρχικήν, μὴ τῆς θειοτάτης εὐχαριστίας». Ἡ κατὰ γράμμα δὲ ἑρμηνεία τῆς παρουσίας πολλῶν πρεσβυτέρων κατὰ τὴν τέλεση τοῦ εὐχελαίου ὁδήγησε ἀργότερα στὴν ἀνάπτυξη μιᾶς περίπλοκης ἑπταδικῆς ἀκολουθίας.

2.Τὸ δεύτερο βασικὸ στοιχεῖο ποὺ ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος γιὰ τὸ εὐχέλαιο εἶναι ἡ ἄλειψη τῶν ἀσθενῶν μὲ ἔλαιο «ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου». Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ χρίση ἢ ἡ ἄλειψη τῶν ἀσθενῶν μὲ ἔλαιο γιὰ θεραπευτικοὺς ἢ ἄλλους σκοποὺς ἦταν συνήθειες γνωστὲς τόσο στὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἐποχή, ὅσο καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁ Ὅμηρος π.χ. κάνει λόγο γιὰ τὸ ἔλαιο, μὲ τὸ ὁποῖο χρίονταν μετὰ τὸ λουτρὸ οἱ ἥρωές του. Ἐθεωρεῖτο ἐπίσης τὸ ἔλαιο ὡς «πόνων ἀρωγή», καὶ συνιστᾶτο ὡς μέσον ἐκγύμνασης τῶν σωμάτων.
.             Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπῆρχε ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ ἔλαιο εἰσχωρεῖ βαθιὰ στὸ σῶμα, δίδοντάς του σφρίγος, ὑγεία, εὐχαρίστηση κι ὀμορφιά. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ἄσχετη μὲ τὴν πεποίθηση αὐτὴ καὶ ἡ κατὰ τὸ ἅγιο χρίσμα χρίση στὰ πέντε ἀντιπροσωπευτικὰ μέρη τῶν αἰσθήσεων γιὰ ἀντίστοιχη ἀφύπνιση τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων.
.             Ἔχουμε ἐπίσης στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διάφορες χρίσεις τοῦ ἐλαίου, ὅπως χρίση ἱερέων, βασιλέων, καὶ λατρευτικῶν τόπων. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας θεωρεῖ τὸ ἔλαιο θεραπευτικὸ μέσο γιὰ τὴν ἐπούλωση τραυμάτων, πληγῶν καὶ μωλώπων. Ἡ ἄλειψη τοῦ λεπροῦ εἶναι ἐνδεικτικὴ γιὰ τὴν θεραπευτικὴ καὶ καθαρτικὴ σημασία τοῦ ἐλαίου, ἐντελῶς βεβαίως διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴ ποὺ μᾶς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος. Γιὰ ἀλείψεις ἀρρώστων μὲ ἔλαιο κάνει λόγο καὶ τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Ταλμούδ, ὅταν ἀναφέρεται «στὴν προσπάθεια τῶν Ραββίνων νὰ καθορίσουν τὶς περιπτώσεις ποὺ θὰ ἐπετρέπετο ἄλειψη μὲ ἔλαιο καὶ οἶνο τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Τὴν ἰατρικὴ αὐτὴ καὶ θεραπευτικὴ ἰδιότητα τοῦ ἐλαίου τὴν ἀξιοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή. Οἱ ἰάσεις καὶ οἱ θεραπεῖες κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο καὶ μὲ ἐπίθεση τῶν χειρῶν στὸν ἀσθενοῦντα ἐγκαινιάσθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο τόσο κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ δημόσιου ἔργου του, ὅσο καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν», ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι «πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
.             Κατ’ ἐντολὴν δὲ τοῦ Κυρίου οἱ ἀπόστολοι ἐστάλησαν στὸν κόσμο μὲ σκοπὸ νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ νὰ θεραπεύσουν ἀσθενεῖς, νὰ ἀναστήσουν νεκροὺς καὶ νὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια, συνεχίζοντες ἔτσι τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.
.             Κατὰ τὴ διαδικασία αὐτῶν τῶν θεραπειῶν οἱ ἀπόστολοι, γνωρίζοντες τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς νὰ ἀξιοποιεῖται τὸ ἔλαιο ὡς φάρμακο, ὅπως ἄλλωστε φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, ἄλειφαν τοὺς ἀσθενεῖς των μὲ ἔλαιο. «Καί ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι. Καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον». Ἀπὸ τὰ παραδείγματα θεραπείας ἀσθενειῶν, ποὺ μᾶς ἀναφέρουν οἱ εὐαγγελιστές, εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία ἡ θεραπεία αὐτὴ γίνεται μὲ ἄλειψη τῶν σωμάτων τῶν ἀσθενῶν. Τὸ ἔλαιο ἐδῶ μάλιστα δὲν χρησιμοποιεῖται ἁπλῶς ὡς φάρμακο, ἀλλ’ ὡς «μέσο μετάδοσης θείας δύναμης», ποὺ ἔχει «μυστηριακὴ σημασία».

3. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ πληροφορία τοῦ Μάρκου ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ μυστηρίου τοῦ εὐχελαίου, διότι ἔχουμε τὴν πρώτη μαρτυρία βιβλικῆς θεμελίωσής του. Εὐκρινέστερα αὐτὸ φαίνεται στὴν περιγραφὴ γιὰ τὴν ἄλειψη τῶν ἀσθενῶν μὲ ἔλαιο ποὺ κάνει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος. Ἤδη ἀναφερθήκαμε στὴν ἔννοια τῆς παρουσίας πολλῶν πρεσβυτέρων καὶ στὴ σημασία τῆς φράσης «προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν».
.             Ὁ ἀπόστολος ἐκκλησιοποιεῖ τὸ γεγονὸς τοῦ εὐχελαίου καὶ τοῦ δίδει τὶς πνευματικὲς διαστάσεις ποὺ πρέπει. Προφανῶς γνωρίζει τὴ θεραπευτικὴ ἀξία τοῦ ἐλαίου καὶ τὴν ἀνάλογη χρήση κατὰ τὴν ἐποχή του. Δὲν ἀποκλείεται μάλιστα, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι θεράπευαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ ὁ Ἰάκωβος νὰ παροτρύνει, κατόπιν συστάσεως τοῦ Σωτῆρος, τοὺς ἀδελφούς του νὰ προσκαλοῦν γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τοὺς ἀλείφουν μὲ ἔλαιο, «ὑπογράφων, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τὴν τοῦ ἐλαίου μυστηριακὴν τελετήν».
.             Ἐὰν μάλιστα συγκρίνουμε τὴν πολὺ σημαντικὴ αὐτὴ μαρτυρία τοῦ Ἰακώβου μὲ τὰ ἄλλα παραδείγματα θεραπειῶν ἀσθενειῶν ποὺ ἀναφέραμε, καὶ κυρίως τὸ παράδειγμα τοῦ Μάρκ. ϛ´ 12-13, μπορεῖ ὁ Ἰάκωβος νὰ μὴν πρωτοτυπεῖ ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς δι’ ἀλείψεως μὲ ἔλαιο θεραπείας τῶν ἀσθενῶν. Μᾶς δίδει ὅμως κάποιες πληροφορίες, οἱ ὁποῖες ἐνισχύουν περισσότερο τὴ βιβλικὴ θεμελίωση τοῦ εὐχελαίου καὶ θέτουν σὲ μὶα ἄλλη διάσταση τὸ ρόλο τοῦ ἐλαίου.
.             Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν πρεσβυτέρων προσευχομένων συλλογικὰ γιὰ τὸν ἀσθενῆ, χρειάζεται καὶ ἡ ἄλειψη τοῦ σώματός του, μιὰ πράξη ποὺ γίνεται σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν προσευχή. Ἡ ἄλειψη προηγεῖται τῆς προσευχῆς, ὅπως δηλώνει ἄλλωστε ἡ μετοχὴ ἀορίστου «ἀλείψαντες». Αὐτὸ ὁδήγησε καὶ ὁρισμένους ἐρευνητὲς στὸ συμπέρασμα ὅτι στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπως βεβαίως καὶ στὴν Παλαιά, δὲν ἔχουμε εὐλογία ἢ ἁγιασμὸ τοῦ ἐλαίου πρὶν ἀπὸ τὴν ἄλειψη τῶν ἀσθενῶν. Σαφεῖς βεβαίως μαρτυρίες γιὰ κάτι τέτοιο δὲν ὑπάρχουν. Ἡ ὅλη ὅμως περιγραφὴ ποὺ κάνει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος καὶ ἡ λειτουργικὴ παρουσία τῶν ἱερέων δὲν ἀποκλείει αὐτὸ τὸ στοιχεῖο. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἡ ἱερολογία καὶ ὁ δι’ ἐπικλήσεως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καθαγιασμός του θεμελιώνονται στὴν Καινὴ Διαθήκη μόνο ἔμμεσα. Ἄλλωστε σὲ μία τόσο πρώϊμη γιὰ τὴν ἱστορία τῆς λατρείας ἐποχή, ὅπου ἡ τάξη τῶν μυστηρίων καὶ ἄλλων λειτουργικῶν μορφῶν εἶναι ἀνύπαρκτη ἢ στὰ «σπάργανά» της, δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ διακρίνουμε ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς λειτουργικῆς πράξης, ὅσο σπουδαῖες κι ἂν εἶναι αὐτές.
.             Τὸ σημαντικὸ ὅμως γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ εὐχελαίου εἶναι ὅτι ἡ κατὰ τὸν ἀπόστολο Ἰάκωβο συνδυασμένη πράξη ἄλειψη-προσευχὴ γίνεται «ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου». Ὁ λειτουργικὸς αὐτὸς τύπος ἀντιδιαστέλλει τὸ εὐχέλαιο μὲ ὁποιαδήποτε μαγικὴ πράξη καὶ διαδικασία. Ταυτόχρονα τονίζει τὸ μυστηριακό του χαρακτήρα, ἐφ᾽ ὅσον γίνεται ἐξ ὀνόματος τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκφράζεται ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος, ποὺ συνέστησε αὐτὴ τὴν πράξη, θ’ ἀνταποκριθεῖ στὸ αἴτημα καὶ θὰ θεραπεύσει τὸν ἀσθενῆ. Ἡ ὅλη δηλαδὴ διαδικασία γίνεται ἐν μυστηρίῳ καὶ τὸ ἔλαιο ξεπερνᾶ τὸ χαρακτήρα τοῦ ἁπλοῦ ἰαματικοῦ φαρμάκου. Γίνεται μεταδοτικὸ τῆς θείας χάρης καὶ μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς ἰατρικῆς δύναμης τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐκφράζεται στὸ συγκεκριμένο τελετουργικὸ τύπο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ἁγίου ὀνόματός του.
.             «Καί ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἐγγύηση γιὰ τὴν ἴαση τοῦ ἀσθενοῦς. «Τὰ αἰτήματα τῶν ἄλλων προσευχῶν ἴσως δὲν τὰ ἐκπληροῖ ὁ Κύριος, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ δεόμενος εἶναι ὁ Παῦλος. Τὰ αἰτήματα ὅμως τῆς Ἐκκλησίας ἐν τοῖς μυστηρίοις δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴ εἰσακουσθοῦν, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι ἀνάξιοι οἱ δεόμενοι, διότι ἐκεῖ δέεται ἡ πίστις, ἡ Ἐκκλησία, ὁ μεσίτης Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὡς ἐκ τούτου τὸ χωρίον εἶναι μαρτυρία κλασσικὴ ὄχι μόνο διὰ τὸ μυστήριον τοῦ εὐχελαίου ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλα τὰ μυστήρια, διότι ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται ὁ ἰδιάζον χαρακτὴρ πάσης μυστηριακῆς προσευχῆς».
.             Στὴν ἀποστολική, λοιπόν, ἐποχὴ ἡ Ἐκκλησία ἀξιοποιεῖ τὴ θεραπευτικὴ ἰδιότητα τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖο μὲ τὴν παρουσία τῶν πρεσβυτέρων, τὴν ἄλειψη καὶ τὴν προσευχὴ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου θεραπεύει τὸν πιστὸ ἀσθενή, καταξιώνεται σὲ μυστηριακὴ πράξη καὶ ἀναγάγει τὴν ἀσθένεια σὲ ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ εὐχέλαιο θεραπεύει ψυχοσωματικὰ τὸν ἀσθενῆ, καὶ μεταδίδοντάς του τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου τὸν κάνει πιὸ ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία.

,

Σχολιάστε

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ Β´ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΗ «ΔΙΑΘΛΑΣΗ» (Ἀνάγκη ἐμμονῆς στὴν παράδοση τοῦ “ἀπορρήτου” τῶν Εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας)

.      ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ σύγχρονη νοοτροπία τῆς «διαθλάσεως» τῶν πραγμάτων ἔχει πλήξει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν θεολογία. [Μήπως δὲν εἶναι «συνταγματικὴ ΔΙΑΘΛΑΣΗ» αὐτὸ ποὺ ἐπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν στὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ ΤΡΟΠΟΣ μὲ τὸν ὁποῖο ἐπεβλήθη;]  Παραμορφωτικοὶ φακοὶ λοιπὸν χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν «ἀνάγνωση» τῶν Πηγῶν καὶ τὴν «ἔρευνα» τῆς …Παραδόσεως. Ἀποτέλεσμα ἡ παραμόρφωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.      Εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη νησίδες πνευματικῆς καὶ θεολογικῆς σοβαρότητος, ὥστε νὰ μελετῶνται μερικὰ θέματα καὶ νὰ χαρίζονται στὴν Ἐκκλησία πολύτιμες μελέτες.

Βλ. σχετ.:
.       1.
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/,
.      2
https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/20/ἐξηγήσεις-περὶ-μυστικῆς-λατρείας/

(Ἀξιότιμε κ. Διευθυντά,)

.         Δίχως νὰ προτίθεμαι νὰ καταχρασθῶ τὴν φιλοξενίαν τοῦ «Ἐφημερίου», ζητῶ τὴν ἀνοχήν σας ὅπως δευτερολογήσω ἅπαξ, μετὰ τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς συντομίας, διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου ἔναντι τοῦ σεβαστοῦ καὶ διακεκριμένου συνομιλητοῦ μου, Καθηγητοῦ κ. Παναγιώτου Σκαλτσῆ, τὸν ὁποῖον εὐχαριστῶ εἰλικρινῶς, διότι ἐδέχθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἀντιρρήσεις μου.
.         Ἡ διατύπωσίς μου θὰ εἶναι σχολαστική, ὄχι ἐπειδὴ ὑπερεκτιμῶ τὸν σχολαστικισμόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησίς μας ἀφορᾶ εἰς τὴν λειτουργικὴν στοιχείωσιν, ἡ ὁποία μόνον σχολαστικῶς προσεγγίζεται. Ἡ προσέγγισις δὲ αὐτή –συνήθης καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους– εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένης ἑρμηνευτικῆς αὐθαιρεσίας, κατὰ τὴν μετασχολαστικὴν ἀνάπτυξιν τῆς λειτουργικῆς θεολογίας.

.         α´) Καίτοι τὸ θέμα μας δὲν εἶναι ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς Ἰ. Φουντούλης ἀλλὰ αἱ εὐχαί, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ὅτι οὐδεμία πρόθεσις διαστρεβλώσεως τῆς λειτουργικῆς σκέψεως τοῦ Καθηγητοῦ ἐνυπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον μου. Μελετῶν κανείς, ἐν τῷ συνόλῳ του, τὸ ἐπίμαχον παράθεμά του εὐκόλως διαπιστώνει ὅτι ὁ Καθηγητὴς δὲν περιορίζεται εἰς μίαν «ἱστορικὴ καταγραφή», ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς μίαν θεολογικὴν καὶ πνευματικὴν ἀξιολόγησιν τῶν προϋποθέσεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ σύγχρονος ἀπαίτησις τῆς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν1. Ἐὰν ἡ ἀξιολόγησις αὐτὴ θεωρῆται ἀσύμβατος πρὸς ἄλλας ἀπόψεις του, προγενεστέρας ἢ μεταγενεστέρας, τοῦτο ὑποδηλώνει μᾶλλον μίαν ἰδικήν του ἀνακολουθίαν, ὀφειλομένην ὄχι βεβαίως εἰς ἔλλειμμα γνώσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν προσπάθειάν του νὰ συγκεράσῃ «οἰκονομικῶς» τὸ λειτουργικὸν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς κατὰ τὸ «νέον πνεῦμα» τοῦ συγχρόνου κόσμου ἐπιχειρουμένης λειτουργικῆς μεταρρυθμίσεως.

.         β´) Τὸ κατὰ πόσον θὰ ἦταν «ἀδιανόητο» νὰ ἀναγινώσκεται ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς μυστικῶς κατὰ τὸν Δ´ αἰῶνα, δὲν κρίνεται βάσει ὑποκειμενικῶν θεολογικῶν στοχασμῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς «δεκαπέντε αἰῶνας μυστικῆς ἀναγνώσεως τῆς Ἀναφορᾶς»2, κατὰ τοὺς ὁποίους οὐδὲν τὸ «ἀδιανόητον» ἐπεσήμανε ἡ Ἐκκλησία.

.         γ´) Τὸ «κοινόν», ἀπὸ τοῦ ὁποίου κρύπτει ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν εὐχὴν τῆς Ἀναφορᾶς, δὲν περιορίζεται εἰς μόνους τοὺς ἀπίστους καὶ κατηχουμένουςοἱ ὁποῖοι ἔχοντες οτως ἢ ἄλλως ἐξέλθει τοῦ ναοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦσαν ἡ αἰτία τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν– ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει ἔν τινι μέτρῳ καὶ τὰς ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος ἱσταμένας τάξεις τῶν πιστῶν. Ἄλλωστε, ἀποδέκται τῆς ἀποσιωπώσης τὰ «ἀπόρρητα» «Μυσταγωγίας» δὲν ἦσαν οἱ ἀμύητοι, ἀλλὰ οἱ μοναχοί3. Ὅπως παρατηρεῖ δὲ καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, «οἱ τὰ περὶ τὰς Ἐκκλησίας ἐξ ἀρχῆς διαθεσμοθετήσαντες Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες, ἐν τῷ κεκρυμμένῳ κα ἀφθέγκτῳ τὸ σεμνὸν τοῖς μυστηρίοις ἐφύλασσον. Οὐδὲ γὰρ λως μυστήριον, τὸ εἰς τὴν δημώδη καὶ εἰκαίαν ἀκοὴν ἔκφορον». Πρότυπον δὲ τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς θεσμοθετήσεως τοῦ «ἀθεάτου» καὶ «ἀνηκούστου» –ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται καὶ εἰς «τὰ τῆς ἐπικλήσεως ρήματα»– ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον, τὸ παράδειγμα τῆς ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως σοφῶς θεσμοθετηθείσης ἀποκρύψεως τῶν τελουμένων κατὰ τὴν Λατρείαν, ὄχι μόνον ἔναντι τῶν βεβήλων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τοῦ πιστοῦ λαοῦ, κατ’ ἀναλογίαν τῶν τάξεων τῆς θεόθεν καθωρισμένης ἱεραρχήσεώς του4. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ἐμφαίνει ἐναργέστερα ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης5, ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι ἡ τέλεσις τοῦ μυστηρίου διαφυλάσσεται «κεκρυμμένη» καὶ «ἄφθεγκτος» καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν πιστὸν «ἱερὸν λαὸν» τοῦ Κυρίου, ἔτι δὲ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη «τάξεως πασῶν ὑψηλοτέρας»· ἐξ οὗ καὶ ἐλέγχει τὸν μοναχὸν Δημόφιλον ὅτι, ἐνῷ «οὔτε εἶδεν οὔτε ἤκουσεν οὔτε ἔχει τι τῶν προσηκόντων τοῖς ἱερεῦσιν», ἀπετόλμησε νὰ εἰσέλθῃ «ἐπὶ τὰ ἔσω τῶν θείων παραπετασμάτων», (ὅπου μόνοι «οἱ περὶ τὸ θεῖον … ἑστηκότες θυσιαστήριον ὁρῶσι καὶ ἀκούουσι τὰ θεῖα τηλαυγῶς αὐτοῖς ἀνακαλυπτόμενα»), μὲ ἀποτέλεσμα «ἐκπομπευθῆναι τὰ ἅγια»6.

.         δ´) Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμμερισθῶ ὅτι «τὸ κείμενο (Νεαρὰ) τοῦ Ἰουστινιανοῦ πολὺ σοφὰ … χαρακτηρίζεται ρωμαλέο», διότι: 1) Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς του ἕως σήμερον, ἂν καὶ συνεκροτήθησαν τόσες Σύνοδοι, «οὐδεὶς ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ σημασίαν» εἰς τὴν προβληματικὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ7, 2) «Μόνον προσωρινὸν ἀποτέλεσμα εἶχεν, ἐὰν εἶχεν»8, 3) Ἡ θεολογικὴ θεμελίωσίς του περιορίζεται εἰς τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ἀσχέτου χωρίου: Α´ Κορ. ιδ´ 16-17, δηλαδὴ εἰς μίαν ἁπλῆν ἐκφορὰν «ἀναλογικοῦ» συλλογισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ τὸ «ἀσθενέστερο ὡς πρὸς τὸν βαθμὸ πιθανότητος εἶδος ἀτελοῦς ἐπαγωγῆς», καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχει μόνον πιθανολογικὴν ἰσχύν9. Ἐρείδεται, ἐν ὀλίγοις, ἡ Νεαρὰ εἰς μίαν πιθανολογίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐγκυρότητα ἑνὸς ἀποδεικτικοῦ ἐπιχειρήματος, ἐλλείψει, προφανῶς, ἰσχυρῶν πατερικῶν ἐρεισμάτων, καὶ 4) Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, διὰ θαυμαστῶν σημείων, ἀκύρωσεν εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν Νεαράν10.

.         ε´) Συμφωνῶ ὅτι «ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης … συνδέει τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴ θεία Εὐχαριστία μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν», ἀλλὰ ποίων εὐχῶν; Ὁ Ἅγιος ὁρίζει εὐκρινῶς ποίας εὐχὰς ἐννοεῖ: «τὸν Ἀρχιερέα ὁποὺ λέγει … “Εἰρήνη ὑμῖν” … τὸν Ἱερέα ὁποὺ λέγει, “Εἰρήνη πᾶσι” … τὸν διάκονον ὁποὺ αἰτεῖ νὰ μᾶς δοθῇ ἄγγελος εἰρήνης»11. Καί, βεβαίως, δὲν ἐννοεῖ τὰς τελεστικὰς εὐχάς, αἱ ὁποῖαι «ἀείποτε μυστικῶς καὶ οὐχὶ ἐκφώνως» ἀναγινώσκονται12.

.         ς ´) Οἱ Βυζαντινοὶ ὑπομνηματισταὶ διὰ τοῦ «μυστικῶς» ἐννοοῦν σαφῶς τὴν μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωσιν τῶν ἱερῶν εὐχῶν, κάτι ποὺ ἀντελήφθησαν ἅπαντες οἱ νεώτεροι μεταφρασταὶ τῶν ἱερῶν αὐτῶν κειμένων, διὸ καὶ ἀπέδωσαν τὸ «μυστικῶς» (καὶ τὸ παράλληλον τοῦ «ἡσύχως») διὰ τῶν: «secreto» (PG 154, 754A), «submissa voce» (PG 150, 399D), «σιωπηρῶς» (Π. ΧΡΗΣΤΟΥ: «Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἔργα», ΕΠΕΦ 22, σσ. 93, 133), «μὲ χαμηλὴ φωνή», «σιωπηλὰ» (Α. ΓΑΛΙΤΗΣ: «Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 61, 120), «en secret» (R. BORNET, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 166), «silencieusement», «à voix basse» (S. SALAVILLE: “Nicolas Cabasilas, Explication de la divine Liturgie”, SC 4bis, σσ. 122, 221), κ.ἄ. Οὐδεὶς ποτὲ τὸ «μυστικῶς» μετέφρασε διὰ τοῦ «μυσταγωγικῶς», διότι ἀντελαμβάνοντο ὅτι ὁ ἱερεὺς «μυσταγωγεῖται … καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια», καλῶν τὸν λαὸν διὰ τῶν ἐκφωνήσεων νὰ μεθέξῃ αὐτῆς τῆς μυσταγωγίας (PG 98, 429BC, 436D437C), οτε πάλιν διὰ τοῦ «κατανυκτικῶς», διότι ἔβλεπαν ὅτι, ὁσάκις ἐπιθυμοῦν οἱ ὑπομνηματισταὶ νὰ δηλώσουν τὴν (οὕτως ἢ ἄλλως) ὀφειλομένην κατανυκτικὴν συστολήν, γράφουν: «μυστικῶς μετ’ εὐλαβείας» (PG 155, 684CD).

.         ζ´) Τὸ «μυστικῶς» τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας δὲν μαρτυροῦν μόνον «οἱ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ἔντυπες ἐκδόσεις» ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα εὐχολόγια τῶν Θ´, Ι´ καὶ ΙΑ´ αἰώνων, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν περίφημον Βαρβερινὸν Κώδικα13.

.         η´) Ὁ Εὐστράτιος Ἀργέντης, κάθε ἄλλο παρὰ ὑπαινισσόμενος ὅτι ἡ μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν μεταβάλλει τὴν θείαν Λειτουργίαν εἰς μίαν λατινικοῦ τύπου «ἰδιωτικὴ ὑπόθεση», διευκρινίζει σαφῶς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχὴ καθ’ ὃν χρόνον «ὁ διδάσκαλος διδάσκει, ὁ ἀναγνώστης ἀναγινώσκει, ὁ ψάλτης ψάλλει». Συνεπῶς, «ἔγκλημα ἁμαρτίας» θεωρεῖ τὸ νὰ καταφρονοῦνται «αἱ προσευχαὶ καὶ αἱ θεῖαι Γραφαὶ καὶ τὰ λοιπὰ ἀναγνώσματα … (τὰ ὁποῖα) ἐκφώνως καὶ τρανῶς ἀναγινώσκονται», καὶ ὄχι βεβαίως τὸ νὰ μὴν ἀκούωνται αἱ ἱερατικαὶ εὐχαί, τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὁποίων σταθερῶς ὑπερασπίζεται, ὡς ἐξ ἀρχῆς θεσμοθετηθεῖσαν καὶ διαχρονικῶς ἰσχύουσαν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν14.

.         θ´) Συμφωνῶ ἀπολύτως μετὰ τοῦ σεβαστοῦ Καθηγητοῦ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς «urbi et orbi» μεταδόσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία, χάριν μιᾶς «κοντόφθαλμης» ποιμαντικῆς οἰκονομίας, καταστρατηγεῖ ὁλόκληρον τὴν λειτουργικὴν θεολογίαν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο καὶ θεωρῶ ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην ἐμμονῆς εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ ἀπορρήτου, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἱερότητα τῶν μυστηρίων της ἀπὸ κάθε μορφῆς ἐκπόμπευσιν.

Μετὰ τιμῆς,
ἀρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης,
Ἱ. Μονὴ Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Τὸ πνεῦμα τῆς θείας Λατρείας», Λειτουργικὰ Θέματα, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 20-36.

2 R. TAFT, “Was the Eucharistic Anaphora Recited Secretly or Aloud? The Ancient Tradition and What Became of It”, Worship Traditions in Armenia and the Neighboring Christian East, [Avant Series 3], Crestwood, New York, 2006, σ. 56, σημ. 141, (παρ’ ὅτι δὲν εἶναι καὶ θιασώτης τοῦ «μυστικῶς»).

3. R. BORNET, Les commentaires byzantins de la divine liturgie, [Archives de l’ Orient Chretien 9], éd. Institut Français d’ Études Byzantines, Paris 1966, σ. 101.

4. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κζ´ (ΒΕΠΕΣ 52, 287-288).

5. Πρβλ. Ἁγίου ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Β´ 1 (PG 3, 392C).

6. Ἁγίου ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Ἐπιστολὴ Η´, 1 (PG 3, 1089A). Πρβλ. Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Δ´ 3, 2, όπου σαφῶς δηλώνεται ὅτι καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καθαγιασμὸς τοῦ Μύρου, κρύπτεται ἀπὸ τοὺς πιστούς (PG 3, 476BC).

7. TAFT, ένθ’ ἀνωτ., σσ. 39, 45, 56 (σημ. 141). 8 ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, ένθ’ ανωτ., σ. 26. 9 Πρβλ. ΕΥ. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ, Λογική, ἐκδ. «Νόηση», Ἀθήνα 2008, σ. 198-199 || Θ. ΒΟΡΕΑ, Λογική, ἐκδ. ΟΕΔΒ, Ἀθῆναι 1972, τ. Α´, σ. 162-163.

10. PG 87, 2869-2871. Πρβλ. Γ. ΦΙΛΙΑΣ, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθήνα 1997, σ. 57.

11. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. «Β.

Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 311-312.

12. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1976, σ. 645.

13. BORNET, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 166 || TAFT, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 44 || Δ. ΜΩΡΑΪΤΗΣ, Ἐπίτομος Λειτουργική, μέρος Α´, Γενικόν, Ἀθῆναι 1966, σ. 54.

14. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΑΡΓΕΝΤΗ, Σύνταγμα κατὰ ἀζύμων, ἐν Ναυπλίῳ1845, σσ. 78-79, 82, 87-88, 92, 98, 115, 126-127, 132, 135, 163, 164.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ἐφημέριος», Σεπτέμβριος 2011
Διαδίκτυο: alopsis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»:Παρ᾽ ὅτι ἡ κατωτέρω ἀκαδημαϊκὴ ἐπιστολὴ (πρὸς τὸ περιοδικὸ «Ἐφημέριος) ἐπιδιώκει καλοπροαίρετα νὰ ἀπαντήσει στοὺς θεμελιωμένους ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση (ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»:  βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/.), ἐν τούτοις τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι νὰ ἀραδιάσει τοὺς γνωστοὺς καλοὺς μὲν «στοχασμοὺς» περὶ τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας, δυστυχῶς δὲ μόνον στοχασμοὺς καὶ εὐσεβεῖς ἰδέες καὶ ὄχι ἱστορικοθεολογικὲς «ἀποδείξεις».

 (Κύριε Διευθυντά),

.        Στὶς πολὺ φιλόξενες καὶ ἐποικoδoμητικὲς ἀναντίρρητα γιὰ τοὺς ἱερεῖς σελίδες τοῦ «Ἐφηµερίου» καὶ συγκεκριμένα στὸ τεῦχος τοῦ Φεβρουαρίου 2011 εἶχα παρoυσιάσει τὶς θέσεις τοῦ μακαριστoῦ καθηγητοῦ καὶ λειτoυργιoλόγου τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννου Φουντούλη περὶ μυστικῆς Λατρείας. Τὶς ἀντιρρήσεις του γιὰ τὸ κείμενο αὐτὸ ἐξέφρασε μὲ ἐπιστoλή του, ποὺ δημoσιεύθηκε στὸ τεῦχος τοῦ μηνὸς Μαΐου (ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»:  βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/., ὁ κατὰ πάντα σεβαστὸς λόγιος ἱερομόναχος π. Νικόδημoς Μπαρούσης.
.        Ἐπειδὴ ὁ π. Νικόδημoς μοῦ χρεώνει κάποιες «ἀνακρίβειες» ὅσον ἀφορᾶ στὶς περὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἐπιστημoνικὲς κρίσεις καὶ τoπoθετήσεις τοῦ Ἰωάννου Φουντούλη, ὀφείλω, διαλεγόμενoς ἐν ἀγάπῃ, νὰ δώσω ὁρισμένες ἐξηγήσεις ὄχι γιὰ νὰ πείσω τὸν συνoμιλητή μου, ἀλλὰ γιὰ νὰ διασκεδάσω τὶς «λανθασμένες ἀντιλήψεις» ποὺ μοῦ ἀποδίδονται, τοὺς ὅποιους λoγισμoὺς περὶ παραπλάνησης τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ «Ἐφημερίου», καὶ κυρίως γιὰ νὰ μὴν ἀδικεῖται, ἔμμεσα ἔστω, ὡς «ἀνακριβὴς» ὁ δάσκαλός μου.

.        α) Τὰ ὅσα μὲ ἐπιστημoνικὴ εὐθύνη καὶ πολὺ σεβασμὸ στὴν παράδοση ἔχει διατυπώσει ὁ Ἰωάννης Φουντούλης περὶ μυστικῆς Λατρείας εἶναι καταγεγραμμένα στὰ λειτoυργικά του ἔργα. Ἑπομένως ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενoς μπορεῖ νὰ καταφύγει ἐκεῖ καὶ νὰ βγάλει μόνος τὰ συμπεράσματά του. Ἀρκεῖ νὰ μὴν ἀκρωτηριάζει τὰ γραφόμενα. Φτάνει νὰ μὴν «τραβᾶ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ» τὴν λειτoυργική του σκέψη.
.       Πρoσωπικά, μαθητεύοντας οὐκ ὀλίγα χρόνια τόσο στὸν πρoφoρικό, ὅσο καὶ στὸν γραπτό του λόγο, διαπίστωσα τὴν μὲ ἱστoρικές, θεoλoγικὲς καὶ πoιμαντικὲς πρoϋπoθέσεις πρoσέγγιση τῶν ποικίλων περὶ τὴν θεία Λατρεία ζητημάτων, ἄρα καὶ περὶ τοῦ τρόπου ἀπόδοσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας, τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῶν ἄλλων μυστηρίων. Στὴ βάση αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων καὶ μὲ τὴν βoήθεια τῶν πηγῶν ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς ἐρευνᾶ, ἀξιολογεῖ, διαπιστώνει, κρίνει καὶ πρoτείνει τὴν τήρηση τῆς τάξης στὰ λειτoυργικὰ δρώμενα, τὴν εὐπρέπεια στὸν ναὸ καὶ τὴν συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὰ τελούμενα.
.        Ὅπως δὲ ὅλα στὴν θεία Λατρεία, ἔτσι καὶ τὰ ἀφορῶντα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων καὶ μάλιστα τῆς θείας Λειτoυργίας ἔχουν ἱστoρικὴ ἀφετηρία, θεoλoγικὸ ἐνδιαφέρoν, ἐξελικτικὴ δυναμικὴ καὶ ποιμαντικὴ διάσταση. Δὲν μποροῦμε π .χ. νὰ ἀγνοήσουμε –θὰ ἤμασταν ἀνιστόρητοι, ἂν τὸ κάναμε– ὅτι τὸν 4ο αἰ., ποὺ ἄρχισε ἡ καταγραφὴ τῶν λειτoυργικῶν κειμένων, ἡ θεία Λειτoυργία ἀπαρτιζόταν ἀπὸ ἐλάχιστες εὐχὲς μὲ δεσπόζουσα αὐτὴν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἦταν ἀδιανόητo, καθ᾽ ὅσον συνιστoῦσε αἰτία σχίσματος τοῦ ἐκκλησιαστικoῦ σώματος, νὰ μὴ διαβάζεται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδεχόμενος τὰ ὅσα ἄκουγε ἀπαντοῦσε μὲ τὸ Ἀμήν. Σιγὰ-σιγὰ προστίθενται καὶ οἱ ἄλλες εὐχὲς (τῶν ἀντιφώνων π.χ. μᾶς εἶναι γνωστὲς ἀπὸ τὸν 8ο αἰ.), διαμoρφώνoνται νέα δεδομένα μὲ τὴν περὶ ἀπόκρυψης τῶν μυστηρίων διδασκαλία ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀμυήτων καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκoμένων (3ο-5ο αἰ.), ἀναπτύσσεται ἡ περὶ τὴν ἐπίκληση θεολογία, καὶ ὅπως ἤδη ἐπισημάναμε στὸ σχετικὸ μὲ τὸν Ἰωάννη Φουντούλη κείμενό μας, τότε εἰσήχθη γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὅρος “μυστικὸς” στὴν θεία Εὐχαριστία, τὸν ὁποῖον εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἑρμηνεύσουμε στὶς σωστὲς ἱστoρικές, θεoλoγικὲς καὶ πoιμαντικὲς διαστάσεις.
.        Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ περὶ μυστικῆς ἐπίκλησης κυρίως καὶ εὐρύτερα μυστικῆς θείας Λειτoυργίας κλίμα ἐντάσσεται καὶ τὸ «μὴ κατὰ τὸ σεσιωπημένoν, ἀλλὰ μετὰ φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τὴν θείαν πρoσκoμιδὴν καὶ τὴν ἐπὶ τῷ ἁγίῳ βαπτίσματι προσευχὴν» κείμενο (Νεαρά) τοῦ Ἰoυστινιανoῦ, τὸ ὁποῖο πολὺ σοφὰ ὁ Ἰωάννης Φουντούλης χαρακτηρίζει «ρωμαλέο». Καὶ εἶναι σημαντικὴ ἡ παρέμβαση αὐτὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ καὶ ποιητὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ ὡς ἅγιος μνημονεύεται σὲ λειτoυργικὰ τυπικά. Ὁ Ἰoυστινιανός ἦλθε σ᾽ ἀντίθεση μὲ τοὺς Νεστoριανoὺς ποὺ διάβαζαν τὴν Ἀναφορὰ «κατὰ τὸ σεσιωπημένoν» καὶ «κατ᾽ ἰδίαν μὲ τὸν Θεόν», ἀνέδειξε τὰ δεδομένα τῆς ἐμπνευσμένης ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λειτoυργικῆς πράξης τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμoῦ, στήριξε τὸ καθoλικὸ νόημα τῶν σὲ πληθυντικὸ ἀριθμὸ διατυπoυμένων εὐχῶν τῶν ἱερῶν μυστηρίων, μίλησε γιὰ τὴν κοινὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, μὲ τρόπο προφανῶς ἤρεμο, διαμόρφωση κατανυκτικῶν βιωμάτων στὶς ψυχὲς τῶν ἀκουόντων. Ποῦ λοιπὸν τὸ λάθος του;
.        Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι ἡ παρέμβαση αὐτὴ τοῦ βυζαντινoῦ αὐτοκράτορα «μόνον προσωρινὸν ἀποτέλεσμα εἶχεν, ἐὰν εἶχεν», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὡς ἱστoρικὸς τῆς Λατρείας καταγράφει μίαν ἐξέλιξη καὶ μία πραγματικότητα ποὺ κατὰ ἐποχὲς ἑρμηνεύθηκε μὲ διαφόρoυς τρόπους καὶ μέχρι σήμερα δημιουργεῖ ἐνδιαφέρoυσες συζητήσεις. Ἄλλο λοιπὸν ἡ ἱστoρικὴ καταγραφὴ καὶ ἄλλο ἡ παρερμηνεία ἀπὸ τὸν π. Νικόδημo τῶν λόγων τοῦ Ἰωάννου Φουντούλη ὅτι γράφει δῆθεν «διὰ τὴν ἀπαξίωσιν τοῦ πoλιτειακoῦ αὐτοῦ νόμου ἐκ μέρους τῆς θεoλoγικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ σύγχρονη τoυλάχιστoν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔρευνα ἀπὸ ἔγκριτoυς λειτoυργιολόγους (Π. Τρεμπέλα, Ι. Φουντούλη, Γ. Φίλια) δὲν τεκμηριώνει κάτι τέτοιο. Ἀντιθέτως, στὸ κείμενο τοῦ Ἰoυστινιανοῦ ἀναζητᾶ τὰ πρότυπα μιᾶς Λατρείας μυστικῆς μέν, ἀλλὰ ὄχι ἀφώνου καὶ ἐγκλωβισμένης στὸν φόβο μήπως χάσει τὴν ἱερότητά της, ἐὰν ὁ πιστὸς καὶ συνευχόμενος κατὰ τὴν Ἴδια τὴν θεία Λειτουργία λαὸς ἀκoύσει τὰ λεγόμενα.
.        β) Ποιός, λήθεια, φόβος δικαιoλoγεται (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ὅλη αὐτὴ ἡ παράγραφος εἶναι δομημένη πάνω σὲ ἰδεολογικοποιημένες καὶ μεταχρονολογημένες –ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἱστορικὴ πατερικὴ ἀντίληψη– καὶ τετριμμένες ἐρωτήσεις κενὲς περιεχομένου μόνο πρὸς ἀνακούφιση τοῦ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ ἀδιεξόδου ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν) στὴν κοινὴ λειτoυργικὴ ἐμπειρία τοῦ φωτὸς καὶ τῆς εἰρήνης ἀπὸ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν, τὴν στιγμὴ ποῦ ἀκοῦμε τὰ ἀναγνώσματα, παρὰ πάντων κατὰ τοὺς Πατέρες λέγεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὁ χερoυβικὸς ὕμνος παρ᾽ ὅτι μυστικὸς ψάλλεται μεγαλόπρεπα καὶ οἱ ἐκφωνήσεις τῶν εὐχῶν μὲ τριαδoλoγικὸ περιεχόμενo ἀκούγονται εἰς ἐπήκοον πάντων ξεκομμένες ὅμως ἀπὸ τὴν συνάφειά των; Ποιός μιλᾶ στοὺς ἀνθρώπους ἢ ἀκόμη καὶ στὸν Θεὸ μὲ διακoπὲς στὸν λόγο του; Ποιός ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ποὺ ἔγραψαν θεῖες Λειτoυργίες, ὴ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῶν «μετέπειτα αἰώνων» θὰ ἤθελε μιὰ Λειτoυργία παντομίμα (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: !!!!!) καὶ τὶς εὐχές, ποὺ μὲ σοφία καὶ κόπο συνέταξαν, νὰ προσπερνῶνται “μὲ τὸ μάτι”; Ποιό θεoλoγικ ρεισμα πάρχει (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἀκριβῶς ἐδῶ δίδεται, μέσα στὴν έρώτηση, μιὰ προκαταβολικὴ καὶ παραπλανητικὴ ἀπάντηση ὠς λήψη τοῦ ζητουμένου, ἐνῶ τὸ ζητούμενο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ εὕρεση τοῦ θεολογικοῦ ἐρείσματος!!!, στὴν ἀναζήτηση τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα ἀπάντηση πολὺ ὀλίγα πράγματα εἰσφέρει) γιὰ τὴν ἀναξιότητα δῆθεν τῶν πιστῶν νὰ συμμερίζονται τὸν ἱερουργημένο λόγο, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή του, τῆς ὁποίας προέκταση εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, ἔσκισε τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὴν γῆ, σκήνωσε ἀνάμεσά μας καὶ μίλησε στὴν γλώσσα μας, φανέρωσε «τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια» τῆς σοφίας του, καὶ «τὰ ἀνήκουστα ἠκούσθη» κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή του; Στὴν θεία Λειτoυργία εἶναι ἀοράτως, δηλαδή, μυστικῶς παρών. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ αἴσθηση τῆς ἀκοῆς ἀδρανοποιεῖται, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα ἁπτόμεθα τῶν δώρων, γευόμεθα τῶν μυστηρίων καὶ ὁρῶμεν τὰ τελούμενα, κοινῶς συμμετέχουμε καὶ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ψυχῇ τε καὶ σώματι.
.        Καὶ γιὰ νὰ μείνουμε λίγο περισσότερo στοὺς «μετέπειτα αἰῶνες», θέτουμε τὸ ἐρώτημα· βάσει ποίων ἱστoρικῶν καὶ λειτoυργικῶν δεδομένων μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τοὺς βαπτισμένoυς χριστιανoὺς ὡς «κοινὸν» ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀκoύσει τὴν θεία Λειτoυργία; Ὅταν βεβαίως κάνει λόγο γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπικαλεῖται ὁ π. Νικόδημoς, ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν του τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὶς τελεστικὲς εὐχές, δηλαδὴ τὴν ἐπίκληση, ποὺ δὲν ἐπιτρεπόταν «ἐκ τοῦ κρυφίου πρὸς τὸ κοινὸν ἐξάγειν». «Κοινὸν» ἐδῶ, ὅπως καὶ στὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ στὸν Μέγα Βασίλειο, δὲν εἶναι οἱ πιστoί, ἀλλὰ οἱ ἀμύητοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἴσχυε τότε καὶ ισχύει καὶ τώρα ἡ ἀδημοσίευτος καὶ ἀπόρρητος διδασκαλία. Γιὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο ἰδιαίτερα οἱ πιστoὶ λέγονται «ἱερὸς λαὸς» μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κατὰ τὸ βάπτισμα ἐντάσσονται στὴν τάξη τῶν δεκτῶν τοῦ ἀρχικoῦ φωτισμoῦ καὶ μὲ ὁδηγὸ τοὺς ἱερεῖς συνεχίζουν τὴν πορεία τους ὡς «πανίεροι τῶν πανιέρων ἱερουργοὶ καὶ φιλoθεάμoνες, τὴν ἁγιώτατην τελετὴν ἁγιοπρεπῶς ἐποπτεύοντες, ὑμνoῦσιν ὑμνολογίαν καθoλικὴν τὴν ἀγαθουργὸν καὶ ἀγαθoδότιν ἀρχήν, ὑφ᾽ ἧς αἱ σωτηριώδεις ἡμῖν ἀνεδείχθησαν τελεταί, τὴν ἱερὰν τῶν τελουμένων θέωσιν ἱερουργοῦσαι».
.        Ὅταν λοιπὸν ὁ ἅγιος Διονύσιος βάζει τόσο ψηλὰ τὸν πιστὸ λαὸ μὲ τὴν δυνατότητα νὰ ἔχει δύναμη θεωρίας καὶ κοινωνίας τῶν μυστηρίων, πῶς ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τὸν καταδικάσoυμε σὲ μία συμβατικὴ παρουσία στὸ ναὸ κινδυνεύoντας, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημoς ὁ Ἁγιορείτης, νὰ εἶναι μὲ τὸ σῶμα μὲν στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὸ νοῦ εἰς τὸ παζάρι; Ὅταν ὁ τελευταῖος στηριζόμενoς στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο συνδέει τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν θεία Εὐχαριστία μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν καὶ τῶν Ψαλμωδιῶν, ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέρχεται ὄχι μόνο στὰ μυστήρια, ἀλλὰ καὶ στὰ ἀναγινωσκόμενα καὶ ψαλλόμενα, μὲ ποιό δικαίωμα ἐμεῖς θὰ στερήσουμε ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ εἶναι ἐνεργὸ μέλος αὐτῆς τῆς κοινωνίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν σύναξη τῆς Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἱερουργία τῶν μυστηρίων;
.        γ) Ὄντως οἱ «μετέπειτα αἰῶνες» μᾶς προσφέρουν πλούσιο ὑλικὸ γιὰ μία σωστὴ ἱστoρικὰ καὶ θεoλoγικὰ ἀποτίμηση τῆς μυστικῆς Λατρείας καὶ τοῦ τρόπου ἀπόδοσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας. Σὲ κάθε περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμήσουμε τὴν σημασία ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἡ ἔλλειψη κάποια στιγμὴ τοῦ Διακόνoυ, ἡ περὶ τῆς ἐπικλήσεως θεολογία, ἡ βιασύνη ἢ ἡ ἀγραμματωσύνη παλαιότερα πολλῶν κληρικῶν, ἡ μεταγενέστερη ἐξέλιξη τοῦ τέμπλου καὶ οἱ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ἔντυπες ἐκδόσεις, ποὺ σ᾽ ἀντίθεση μὲ τὰ χειρόγραφα ἐπέβαλαν ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ὀπισθάμβωνo εὐχὴ τὸ «μυστικῶς», τὸ ὁποῖο δυστυχῶς ἀπὸ πολλοὺς ἑρμηνεύθηκε ὡς «ἀφώνως», μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θεία Λειτoυργία νὰ γίνει, ὅπως παλαιότερα στὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία, ἰδιωτικὴ ὑπόθεση. «Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς -ἔγραφε τότε ὁ Εὐστράτιος Ἀργέντης ἀντιδρώντας σὲ μία τέτοια ἐξέλιξη χωρὶς ἔγκλημα ἁμαρτίας νὰ ἀφήση τὰ κοινῶς λεγόμενα καὶ νὰ εὔχεται ἢ νὰ ἀναγινώσκη κατ᾽ ἰδίαν».
.       Οἱ ὑπoμνηματιστὲς (Γερμανὸς Κωνσταντινoυπόλεως, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἱερὸς Καβάσιλας κ.α.) ἀναμφίβολα ὑπερασπίζονται τὴν μυστικὴ Λατρεία, τὴν σιγὴ καὶ τὴν θεολογία τοῦ ἀποκεκρυμμένου μυστηρίου ὅσον ἀφορᾶ στὴν θεία Λειτoυργία. Τὸ πρόβλημα ὅμως δὲν εἶναι ἂν μιλoῦν γιὰ τὸν «ὑπoψιθυρισμὸ» τῶν εὐχῶν, τὴν μὲ ὑψηλότερο ἢ χαμηλότερο τόνο τῆς φωνῆς ἀπόδοση τῶν εὐχῶν, σὰν νὰ εἶναι τὸ θέμα τεχνικό. Τὸ ζητούμενο εἶναι ἂν τὸ «μυστικῶς» τὸ συνδέουν μὲ τὴν μυσταγωγία τῆς Εὐχαριστίας, μὲ τὸ βαθύτερο καὶ ἀνερμήνευτο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστoῦ δίνοντας προτεραιότητα στὴν ἑνότητα τοῦ σώματος τῶν πιστῶν. Ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Ἰωάννης Φουντούλης πιστεύει τὸ δεύτερο· «Μυστήριο γιὰ τοὺς πιστoὺς -γράφει-, κλῆρο καὶ λαό, δὲν σημαίνει τὸ ἀπόρρητο, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ  ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν χωρεῖ». Τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν «ἡσύχως» καὶ μὲ ἠρεμία, ἀθόρυβα καὶ μὲ ἱερoπρέπεια δὲν θίγει τὴν μυστικότητα, ἀλλὰ τὴν ἀναδεικνύει, διασφαλίζει τὸ ἑνιαῖoν τοῦ λειτoυργικoῦ κειμένου καὶ βοηθᾶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ προετοιμασθεῖ, ὅπως πρέπει, γιὰ τὴν συμμετοχή του στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς.
.        Κι ἐμεῖς ὅταν γράψαμε ὅτι τὸ «μυστικῶς» τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα ὅταν τὸ δοῦμε παράλληλα μὲ τὴν ἔννοια τῶν ὅρων «μυστικὸς ὕμνος», «μυστικὸν ὕδωρ», «μυστικὸν Πάσχα» κ.ἄ. δὲν τὸ κάναμε μὲ σκωπτικὸ τρόπο, ὅπως μᾶς μέμφεται ὁ π. Νικόδημoς, παίζοντας δηλαδὴ μὲ τὶς λέξεις καὶ τὰ κείμενα, ἀλλὰ γιατί πιστεύoυμε ὅτι, γιὰ νὰ μὴν αὐθαιρετοῦμε, πρέπει νὰ δοῦμε συνoλικὰ καὶ θεoλoγικὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἡ μυστικὴ εὐχὴ δὲν εἶναι κάτι μακρινὸ ἀπὸ τὴν μυστικὴ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, τὴν τράπεζα δηλαδὴ τῆς εἰρήνης κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, καὶ τὸν τύπο τῶν μελλόντων. Ἡ μυστικὴ εὐχὴ μᾶς πρoετoιμάζει γιὰ τὴν μετοχή μας ἀπὸ τώρα στὰ μέλλοντα καὶ μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μὲ μυστικὸ τρόπο. Αὐτὸ κάνει μὲ πληρέστερο βεβαίως τρόπο καὶ ἡ «μυστικὴ μετάληψη», ἡ ὁποία «ὥσπερ τινὰ φυσικὴν συνάφειαν ποιεῖ τὸν πιστὸν μετὰ τοῦ Χριστoῦ ἀνακιρνῶσα».

.        Σὲ κάθε περίπτωση δὲν ἀρνούμεθα ὅτι οἱ εὐχὲς εἶναι μυστικές, ὅπως καὶ οἱ κινήσεις τοῦ ἱερέα στὴν Λειτoυργία εἶναι μυστικές, δηλαδὴ εὐπρεπεῖς καὶ εἰρηνικές, ὅπως καὶ ἡ ψαλμωδία εἶναι μυστική, διότι ψάλλουμε ὄχι «βοαῖς ἀτάκτοις», ἀλλὰ ἐν εἰρήνῃ Χριστoῦ καὶ συνετῶς. Εἶναι ὄμως τoυλάχιστoν ὑπoκριτικὸ νὰ ὑπερασπιζόμαστε τὴν μυστικὴ λατρεία, ὡς μία διαδικασία ἀφωνίας καὶ μυστικoπάθειας, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐπιτρέπoυμε ἢ ἀνεχόμαστε τὴν urbi et orbi μετάδοση τῆς Λειτoυργίας ἀπὸ τὰ κανάλια (προσωπικὰ δὲν διαφωνῶ μ᾽ αὐτὸ ἀφοῦ γίνεται γιὰ πoιμαντικoὺς λόγους) ἢ ἀφήνουμε τὰ μικρόφωνα-μεγάφωνα νὰ μετατρέπουν, ἀκόμη καὶ σὲ ἡσυχαστικὰ κέντρα, ὅπως εἶναι τὰ Moναστήρια, τὸ μυστήριο σὲ ἑστία θορύβου καὶ γεγονὸς κoσμικῆς ἐκδήλωσης.
.        Τὸ πρόβλημα πάντως δὲν λύνεται μὲ σχoλαστικὲς πρoσεγγίσεις. Oὐσιαστικὰ μαχόμεθα γιὰ ἕνα θέμα ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε, γιατί εἶναι λυμένο ἀπὸ τὴν παράδοσή μας. Ἀρκεῖ νὰ δεχθοῦμε ὅτι οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτoυργίας ὑπηρετοῦν τὸ ὅλο μυστήριο καὶ τὴν ἑνότητα καὶ οἰκοδομὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ εὐχὲς μὲ κορυφαία τὴν Ἀναφορὰ εἶναι μυστικές, διότι ἀκριβῶς δὲν ἀποδεσμεύονται ἀπὸ «τὴν τῶν μυστικῶν τελετήν». Ὁ λόγος των ἀκούγεται ἥσυχα καὶ εἰρηνικά. Ἀκουόμενες μᾶς κάνουν κοινωνοὺς τῶν ἀρρήτων, μετόχους τοῦ μυστικoῦ σώματος τοῦ Χριστoῦ. Ἀναπτερώνουν τὸν νοῦ μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἐκφράζουν ἐν λόγῳ αὐτὰ ποὺ κατὰ τὴν θυσία «ἀφανῶς ἡ χάρις ἐργάζεται».

 Μὲ τιμή,
Παναγιώτης Ἰ. Σκαλτσῆς, Ἀναπλ. Καθηγητὴς Α.Π.Θ.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ἐφημέριος», Ἰούλιος – Αὔγουστος 2011
Διαδίκτυο: alopsis.gr

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Αἱ τρεῖς θεῖαι Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀθῆναι 1982, σσ.98-125.

2. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὸν Βίον Κωνσταvτίνoυ  4,45 καὶ 71, PG 20, 1196Β καὶ 1225-1227 Α.

3. Α´ Κορ. 14,16-17.

4. Λειτουργικὰ Θέματα: Α´, θεσσαλονίκη 1977, σ. 26.

5. 7,10, PG 3, 565C.

6. Βλ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Sources Chretiennes 17bis 482 (29-32) = PG 32, 188C-189AB.

7. 3, 7, PG 3, 436C· 532C.

8. Βλ. π. D. ΡΥΡΑΖΑ, Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ στὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη. Διατριβὴ ἐπὶ Διδακτορίᾳ, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 284-286.

9. Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, Θεσσαλονίκη 1991,σ.311.

10. Ὁμιλία γ´, εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, PG 62,29-30.

11. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ AΓΙOPEITOY, Βιβλίον ψυχωφελέστατον περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἐν Βόλῳ 1971, σ. 53.

12. Βλ Γ. ΦΙΛΙΑ, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στὴ Λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὰ χειρόγραφα Εὐχολόγια Η’-ΙΔ’ αἰώνων, Ἀθήνα 1977.

13. Σύvταγμα κατὰ Ἀζύμων, ἐν Λειψίᾳ τῆς Σαξωνίας, αψξ´ (176Ο, σσ. 279-280.

14. Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τόμος Ε´, σ.197.

15. Λόγος περὶ μετανοίας 9, PG 49,3 43-346.

16. PG 49, 388.

17. ΑΜΜΩΝΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ὑπομνήματα (Ἀποσπάσματα) εἰς Ἰωάννην, PG 85, 1440Β.


, , , , , , , ,

Σχολιάστε