Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παν. Νέλλας

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Γ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´:
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

.               Ὅπως ἡ ἀλήθεια καὶ αἱ δυνατότητες τῆς ὑλικῆς κτίσεως ἀποκαλύπτονται εἰς τὸν πνευματικὸν ἄνθρωπον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἀλήθεια τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ σωτηρία του, εὑρίσκονται εἰς τὸν ἄκτιστον Θεόν. Καθίσταται οὕτω φανερὸν ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος παραμένει καὶ θὰ παραμείνῃ διὰ τὴν ἐπιστήμην μονίμως μυστήριον, εἶναι τὸ ὅτι ἐκ φύσεως εὑρίσκεται οὗτος πέραν τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὅτι εἰς τὸν πυρῆνά του, ἐκ κατασκευῆς εἶναι ὂν θεολογικόν.

γ) Ἡ ἐν Χριστῷ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς ὑποχρεώνει δὲ νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι πλέον μόνον τὴν ἀναλογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα».
.                 Διὰ νὰ ὁμοιάζῃ, πράγματι, ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεὸν καὶ διὰ νὰ τείνῃ πρὸς αὐτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ μέσα του ἓν στοιχεῖον θεῖον. Ποῖον ὅμως καὶ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ στοιχεῖον τοῦτο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι βασικόν. Εἰς τὴν οὐσίαν πρόκειται διὰ τὸ μέγα ἐρώτημα ὅλων τῶν σοβαρῶν φιλοσοφιῶν καὶ θεολογιῶν, δηλαδὴ διὰ τὴν σχέσιν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, Κτίστου καὶ κτίσεως. Πρὸς λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι διετυπώθησαν ποικίλαι θεωρίαι: ἡ θεωρία π.χ. τῶν ἰδεῶν (Πλάτων), τοῦ Λόγου (Φίλων), τῆς ἀπορροῆς (Γνωστικοῦ), τῆς αὐτονομίας (ἄθεοι) κ.λπ.
.                 Ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνοψίζων ὅλην τὴν πρὸ αὐτοῦ πατερικὴν παράδοσιν, γράφει, ὅτι «πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει». Ὁ δὲ Φλωρόβσκυ, ἑρμηνεύων τὴν φράσιν αὐτήν, διατυπώνει τὴν βασικὴν θέσιν ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως «οὐδέποτε αἴρεται, ἀλλὰ μόνον οἱονεὶ καλύπτεται διὰ τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως εἶναι πράγματι ἀπόλυτος καὶ ἄπειρος. Ἡ ἐξ ἴσου ὅμως ἄπειρος ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἄρῃ τὴν διάκρισιν αὐτήν, ηὐδόκησε νὰ τὴν γεφυρώσῃ ἐξ ἀρχῆς κατὰ τρόπον πραγματικὸν διὰ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ «κατ’ εἰκόνα». Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξεν οὕτω τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς κτίσεως –«χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς»–, τὸ ὁποῖον συνεδέθη ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς διὰ τοῦ «κατ’ εἰκόνα» μὲ τὸν Θεόν, ἡ πρώτη μορφὴ βιολογικῆς ζωῆς –προφανῶς ἡ ἀνωτέρα ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν τῆς δημιουργίας–, ἡ ὁποία ὑψώθη διὰ τῆς πνοῆς τοῦ Πνεύματος εἰς ζωὴν πνευματικήν, δηλαδὴ ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς θεοκεντρικήν. Ἡ κτιστὴ ὕλη –ὁ «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς–, ὠργανώθη οὕτω διὰ πρώτην φορὰν θεολογικῶς, ἡ ζωὴ ἔγινε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἐνσυνείδητος καὶ προσωπική.
.               Παραλλήλως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀκολουθῶν τοὺς ἁγίους Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνὸν καὶ Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, διδάσκει ὅτι τρεῖς τρόποι ἑνώσεως καὶ κοινωνίας ὑπάρχουν παρὰ τῷ Θεῷ· ὁ κατ’ οὐσίαν, ὁ καθ’ ὑπόστασιν καὶ ὁ κατ’ ἐνέργειαν. Καὶ οὐσιαστικῶς μὲν εἶναι ἡνωμένα μόνον τὰ τρία πρόσωπα τῆς παναγίας Τριάδος· τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν ἐπραγματοποίησεν ὁ Λόγος, ὅταν προσέλαβε τὴν σάρκα· ἐνῷ, ὅσα εἴπομεν ἀνωτέρω, καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἕνωσις ἐχαρίσθη εἰς τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὴν κατ’ εἰκόνα δημιουργίαν του. Ἡ τρίτη ὅμως αὐτὴ ἕνωσις –καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι κεφαλαιῶδες διὰ τὸ θέμα μας– εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι πλήρης, διότι δὲν αἴρει τὴν διάστασιν μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως· ἁπλῶς τὴν ἐπικαλύπτει. Ὅλη ἡ σημασία της εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι προετοιμάζει καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι πλήρης καὶ τελική, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ θεία καὶ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἐν τῷ Χριστῷ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς χωρίζῃ οὐδεμία ἀπόστασις.
.                Σκοπὸς δὲ τῆς «κατ’ ἐνέργειαν», ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ἐν τῷ Ἀδάμ, ἦτο νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ τελικήν, τὴν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωσιν. Ὁ σκοπὸς οὗτος ἀπετέλεσε τὸν κατ’ ἀρχὴν προορισμὸν τοῦ Ἀδὰμ καί, μετὰ τὴν πτῶσιν, παρέμεινε πάντοτε ἀναλλοίωτος, –«ἀμετάθετοι γὰρ αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου»–, διότι ἐξηκολούθησε νὰ ἀποτελῇ τὴν οὐσίαν τῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ παιδαγωγίας τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, κεντρικὸν περιεχόμενον ὄχι μόνον τῶν προφητειῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.                 Καθίσταται διὰ τῶν ἀνωτέρω φανερὸν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ὕλην ἐκ τῆς ὁποίας ἐπλάσθη, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει. Αὐτὸς δὲ εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πατερικὴν θεώρησιν τοῦ θέματος τῆς καταγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως ἀποτελεῖ πρόβλημα δευτερεῦον καὶ ἐπουσιῶδες. Ἀποτελεῖ ψευδοπρόβλημα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ νὰ προσπαθῇ κανεὶς νὰ εὕρῃ τὴν λειτουργικὴν σημασίαν μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς εἰκόνος εἰς τὸ εἶδος τοῦ ξύλου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει κατασκευασθῆ. Ἡ ἀλήθεια τῆς εἰκόνος εὑρίσκεται, κατὰ τὴν ζ΄ οἰκουμενικὴν σύνοδον, εἰς τὸ εἰκονιζόμενον πρόσωπον. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται, κατὰ τοὺς πατέρας, εἰς τὸ ἀρχέτυπόν του. Ἀκριβῶς, διότι τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀργανώνει, σφραγίζει καὶ μορφοποιεῖ τὴν ὕλην καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἕλκει.
.             Τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἀποτελοῦν τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν καθ’ αὑτὸ πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὑπογραμμίζονται μὲ σαφήνεια εἰς ἓν χαρακτηριστικὸν κείμενον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Καθάπερ ὁ ὀφθαλμός, γράφει, διὰ τῆς ἐγκειμένης αὐτῷ φυσικῆς αὐγῆς ἐν κοινωνίᾳ τοῦ φωτὸς γίνεται, διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος, οὕτως ἀναγκαῖον ἦν ἐγκραθῆναί τι τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, συγγενὲς πρὸς τὸ θεῖον, ὡς ἂν διὰ τοῦ καταλλήλου πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἔφεσιν ἔχοι… Διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθῃ, ὡς ἂν δι’ ἑκάστου τούτων πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἐπιθυμίαν ἔχοι… Ταῦτα τῇ περιληπτικῇ φωνῇ δι’ ἑνὸς ῥήματος ὁ τῆς κοσμογονίας ἐνεδείξατο λόγος, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον γεγενῆσθαι λέγων».
.                 Εἰς τὸ κείμενον τοῦτο καθίσταται φανερὰ 1) ἡ θεολογικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου («διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθην») καὶ 2) ἡ «ἕλξις», τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐκ τῶν ἔνδον ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἀρχέτυπον («διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος»).
.                 Ποῖον ὅμως εἶναι, περισσότερον συγκεκριμένως, τὸ ἐν λόγῳ ἀρχέτυπον; Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)

Μέρος Β´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)

περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1

Ἀνθρωπολογικαὶ συνέπειαι

α) Ἡ χριστολογικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνωτέρω θεώρησις ἑνοποιεῖ κατ’ ἀρχὴν ὅλας τὰς κατὰ καιροὺς ποικίλας ἐφαρμογὰς τοῦ «κατ’ εἰκόνα», ἐπιτρέπει δὲ νὰ τὰς ἴδωμεν ὄχι ὡς ἀλληλοσυγκρουομένας ἀπόψεις, ἀλλ’ ὡς τὰς ἀλληλοσυμπληρουμένας γραμμὰς μιᾶς ὀρθοδόξου, δηλαδὴ ὑγιοῦς δομῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τὰς διαστάσεις μιᾶς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.           Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν μερικὰ παραδείγματα.
.               Συναντῶμεν συχνὰ εἰς τοὺς πατέρας τὴν ἔκφρασιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν λογικόν, διότι ἔχει δημιουργηθῆ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τὰ δογματικὰ ἐγχειρίδια, εἰς τὴν προσπάθειάν των νὰ ἐντοπίσουν τὸ «κατ’ εἰκόνα», διδάσκουν ὅτι τοῦτο ἑδράζεται εἰς τὸ λογικόν. Ὀρθότερον ὅμως θὰ ἦτο νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικός, διότι ἐδημιουργήθη κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑποστατικὸς Λόγος τοῦ Πατρός. Ὁ δὲ Μ. Ἀθανάσιος, ἐξετάζων εἰδικῶς τὸ θέμα, τὸ διατυπώνει μὲ σαφήνειαν.
.               Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργός, διότι εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ· εἶναι κυρίαρχος, διότι ὁ Χριστός, κατ’ εἰκόνα τοῦ ὁποίου ἐκτίσθη, εἶναι ὁ παντοκράτωρ Κύριος καὶ Βασιλεύς· εἶναι αὐτεξούσιος, διότι εἶναι εἰκὼν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας· εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν κτίσιν, συνείδησις, ἀκριβέστερον ἱερεὺς τῆς κτίσεως, διότι τὸ ἀρχέτυπόν του εἶναι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς· ἀποτελούμενος ἀπὸ ψυχὴν καὶ σῶμα, ἵσταται εἰς τὸ μεταίχμιον καὶ συνθέτει ἐντός του ὕλην καὶ πνεῦμα, διότι ὁ Χριστός, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ «εἰς τὸν ὁποῖον» «ἔκτισται», εἶναι ἡ ἀκατάληπτος, ὑποστατική, ἀδιαίρετος ἐν ταυτῷ καὶ ἀσύγχυτος ἕνωσις τῆς ἀοράτου θεότητος καὶ τῆς ὁρατῆς δημιουργίας· εἶναι ταυτοχρόνως φύσις καὶ πρόσωπον ἢ ἀκριβέστερον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κάμνει συγκεκριμένην καὶ ἀποκαλύπτει τὴν φύσιν, διότι εἶναι εἰκὼν τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ταυτοχρόνως εἷς καὶ τριαδικός.
.               Θὰ ἦτο ἴσως ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν προεκτείνωμεν. Διότι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα», τὰ ὁποῖα ἐνδεικτικῶς ἀνεφέραμεν μέχρις ἐδῶ, εἶναι φανερὸν ὅτι, ἐὰν συμπληρωθοῦν καὶ ἀναλυθοῦν, ἠμποροῦν νὰ ἀποτελέσουν τὰ κεφάλαια μιᾶς σαφοῦς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.               Τὰ ἐν λόγῳ στοιχεῖα πράγματι –ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὰ συνοψίσω: 1) Φύσις ἐν ταὐτῷ καὶ πρόσωπον ὁ ἄνθρωπος, χαρακτηριζόμενος ἀπὸ τὸ μυστήριον τῆς ἀγάπης, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ ἐσωτερικῶς τὰ πρόσωπα εἰς τὴν φυσικὴν κοινωνίαν· 2) ἐνσυνείδητος προσωπικὴ ὕπαρξις ἐν χρόνῳ· 3) ἑνότης ψυχοσωματικὴ ἀδιάσπαστος μὲ ἀπροσμέτρητον ψυχικὸν βάθος· 4) ἐλεύθερος· 5) κυρίαρχος· 6) δημιουργός· 7) λογικὸς ἐπιστήμων κ.λπ.–, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτουν κατὰ τρόπον ρεαλιστικὸν τὴν πραγματικὴν δομὴν τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι δὲ ἄξιον νὰ σημειωθῇ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἐνῷ ἀποτελοῦν, ὅπως εἴδομεν, τὰ κεντρικὰ δεδομένα τοῦ παραδοσιακοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν φαίνεται νὰ ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα συμπεράσματα τῶν συγχρόνων ἀνθρωπολογικῶν ἐρευνῶν.

β) Ὁ χριστολογικὸς προορισμὸς τῶν ἀνθρώπων. Πέραν ὅμως αὐτῆς τῆς στατικῆς ἢ ἀνατομικῆς ἀναλύσεως, ἡ ἔννοια τῆς «εἰκόνος» ἀποκαλύπτει καὶ τὴν δυναμικὴν φορὰν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὸν προορισμόν του. Πράγματι, πλασθεὶς κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ φύσεως –καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ «κατ’ εἰκόνα»– νὰ ὑπερβῇ τὰ πεπερασμένα ὅρια τῆς κτίσεως καὶ νὰ ἀπειροποιηθῇ. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπὸ τὰ πλέον περιφερειακὰ καὶ δευτερεύοντα μέχρις αὐτοῦ τοῦ κέντρου τῆς ὑπάρξεώς του. Θὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μερικὰ παραδείγματα.
.               Ἡ σοφία π.χ. τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς πανσοφίας τοῦ Δημιουργοῦ, ἔχει τὴν δυνατότητα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑψωθῇ καὶ αὐτὴ εἰς πανσοφίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι γεγονὸς αὐθαίρετον ἢ τυχαῖον· ἡ ἀνθρωπίνη γνῶσις ἀναπτύσσεται, διότι ἡ ἀνάπτυξις ἀποτελεῖ συστατικόν της στοιχεῖον. Ἡ ἀνθρωπίνη γνῶσις ὠθεῖται ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς φύσεως νὰ ὑψωθῇ εἰς παγγνωσίαν.
.               Τὸ αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες θεωροῦν τὸν ἄνθρωπον ἀληθῆ κυβερνήτην καὶ κύριον τοῦ σύμπαντος, ἐννοοῦν δὲ τὴν κυριαρχίαν του ὡς μίαν μορφὴν ἐξασκήσεως τῆς βασιλικῆς του ἰδιότητος. Οὕτω, διὰ τὸν πιστόν, ὁ ὁποῖος βλέπει θεολογικῶς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν κόσμον, οὐδεμία τεχνολογικὴ πρόοδος καὶ κατάκτησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ ἔκπληξιν. Ὁ ἄνθρωπος, ἀνακαλύπτων τὰ μυστικὰ τοῦ σύμπαντος καὶ κυριαρχῶν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν κάμνει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκπληρώνῃ ἓν ἀπὸ τὰ σημεῖα τοῦ προορισμοῦ του.
.               Ἡ θεώρησις αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὁλόκληρον τὴν κλίμακαν τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ δραστηριότητος. Ἡ ἀπαίτησις διὰ δικαιοσύνην, δι’ εἰρηνικὴν συνύπαρξιν, διὰ δικαίαν κατανομὴν τοῦ εἰσοδήματος εἰς τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ τοὺς λαούς, ἀποκαλύπτεται καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ὀρθόδοξον προοπτικὴν ὡς ὁ ἀντικατοπτρισμὸς καὶ ταυτοχρόνως ἡ νοσταλγική, συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητος, προσπάθεια νὰ φθάσῃ ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὸν θαυμαστὸν τρόπον ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ ἀρχετύπου της, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχει πλασθῆ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον μόνον ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἀνάπαυσίν της. Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος τείνει νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅριά του καὶ νὰ γίνῃ ἀπεριόριστος καὶ ἀθάνατος.
.               Τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ἡ διαπίστωσις τῆς ὁποίας καταπλήσσει μονίμως τοὺς ἐπιστήμονας, τὴν ἑρμηνεύει, ἀλλὰ καὶ ταυτοχρόνως τὴν ὁλοκληρώνει, τὸ «κατ’ εἰκόνα». Διότι τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἑνοποιεῖ καὶ ὁδηγεῖ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὸ «τέλος» των ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποσπασματικάς, τυφλὰς καθ’ ἑαυτὰς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πλήρεις ἀφελοῦς ἐπάρσεως, ἀνθρωπίνας προσπαθείας.
.               Οἱ πατέρες δὲν διστάζουν πράγματι, ὅπως βλέπομεν εἰς τὰ κείμενά των, νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν θαυμασμὸν τῶν Ἑλλήνων διὰ τὸν «μικρόκοσμον» ἄνθρωπον, διὰ τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀνακεφαλαιώνει ἐντός του ὁλόκληρον τὸ σύμπαν. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀνεπαρκές. Διότι μὲ τὸν ἄνθρωπον ἡ ὕλη συγκροτεῖται βεβαίως καὶ ἀνθρωποποιεῖται, ὅμως δὲν σῴζεται. Δι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες σπεύδουν νὰ συμπληρώσουν ὅτι τὸ ἀληθὲς μεγαλεῖον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὅτι εἶναι οὗτος «μικρόκοσμος», ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι εἶναι «θεὸς κεκελευσμένος» (Μ. Βασίλειος), προωρισμένος νὰ γίνῃ «ἐκκλησία μυστική» (Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής), μέγας καὶ καινὸς κόσμος ἐν τῷ μικρῷ καὶ παλαιῷ. Τὸ μεγαλεῖον δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται εἰς τὸν προορισμόν του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)

Μέρος Α´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)

περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.           Τὸ θέμα τῆς «εἰκόνος» ἔχει μακρὰν ἱστορίαν. Ἀποτελεῖ βασικὸν ὅρον εἰς τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν, τόσον εἰς τὸν Πλάτωνα, ὅσον καὶ εἰς τοὺς Στωϊκοὺς καὶ ἀργότερον εἰς τοὺς Νεοπλατωνικούς. Παραλλήλως ἀποτελεῖ τὸν κεντρικὸν ἄξονα τῆς παλαιοδιαθηκικῆς ἀνθρωπολογίας εἰς τὴν Γένεσιν καὶ τὴν Σοφίαν, ἐνῷ εἰς τὸ μεταίχμιον τῶν δύο τούτων παραδόσεων ὁ Φίλων χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρον, προσδίδων εἰς αὐτὸν ἴδιον περιεχόμενον. Εἰς τὸν Παῦλον, ἐξ ἄλλου, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ὅρος «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» ἔχει περιεχόμενον παραπλήσιον, ἂν μὴ ταυτόσημον πρὸς τὸν ἰωάννειον χριστολογικὸν ὅρον «Λόγος τοῦ Θεοῦ», ἐνῷ ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὴν πατερικὴν γραμματείαν, τὸ θέμα τῆς «εἰκόνος» χρησιμεύει ὡς ἄξων, περὶ τὸν ὁποῖον συγκροτεῖται τόσον ἡ ὀρθόδοξος κοσμολογία, ὅσον καὶ ἡ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία καὶ αὐτὴ ἡ θεολογία. Ἐκ τοῦ τεραστίου αὐτοῦ δογματικοῦ πλούτου ἡ παροῦσα μελέτη θὰ περιορισθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀνθρωπολογικὴν μόνον πλευρά, νὰ δείξῃ πῶς τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον μιᾶς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.               Ὁμιλῶν διὰ τὸν ἄνθρωπον ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, λέγει ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι ἀκατάληπτος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ εἰκών Του νὰ εἶναι ἀκατάληπτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ὁποίους τοποθετεῖται ἀπὸ πλευρᾶς μεθόδου ἡ παροῦσα ἔρευνα, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν τελικὴν διατύπωσιν ἢ ἕνα σαφῆ ὁρισμὸν τῆς «εἰκόνος». Εἶναι πάντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους προσπαθείας των νὰ εὕρουν μίαν ἱκανοποιητικὴν κατανόησιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου, οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν πάντοτε ὡς κεντρικὸν μοχλὸν ἐρεύνης τὸ «κατ’ εἰκόνα».
.           Ὁ ὅρος πλουτίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ τὰ πλέον ποικίλα περιεχόμενα, ἀναλόγως πρὸς τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἑκάστοτε ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπισθοῦν. Ἄλλοτε π.χ. τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀποδίδεται εἰς τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου ἢ εἰς τὸ λογικὸν ἢ τὸ κυριαρχικόν, ἄλλοτε εἰς τὴν ψυχὴν μαζὶ μὲ τὸ σῶμα, ἄλλοτε εἰς τὸ ἀνώτερον μέρος τῆς ψυχῆς, τὸν νοῦν, ἄλλοτε εἰς τὴν διάκρισιν φύσεως καὶ προσώπου κ.λπ.
.             Θὰ ἦτο ἐνδιαφέρον νὰ συλλέξῃ κανεὶς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐννοίας καὶ νὰ τὰς ἀναλύσῃ. Μία τοιαύτη ὅμως φαινομενολογικὴ ἔρευνα, εἰς τὰ πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου, ἐνέχει τὸν κίνδυνον νὰ κρατήσῃ τὸν ἐρευνητὴν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Διότι ἡ ἔλλειψις σαφῶν καὶ τελικῶν διατυπώσεων εἰς τοὺς πατέρας δὲν σημαίνει πράγματι καὶ ἔλλειψιν σαφοῦς κατευθύνσεως.
.             Ἡ πατερικὴ αὐτὴ κατεύθυνσις, κοινὴ εἰς τὰς πλέον ποικίλας ἐφαρμογὰς τοῦ ὅρου, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ φωτίσῃ ἐκ τῶν ἔνδον τὸν ὅρον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον: 1) νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν δομὴν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν προορισμὸν καὶ τὴν προέλευσίν του, φωτίζουσα ὅσον εἶναι δυνατὸν αὐτὴν ταύτην τὴν οὐσίαν του, καὶ 2) νὰ δώσῃ εἰς τὴν σύγχρονον θεολογίαν τὴν δυνατότητα, ἀφοῦ κατανοήσῃ καὶ κρίνῃ, νὰ ἀντιμετωπίσῃ δημιουργικῶς τὰ δύο μεγάλα ἀνθρωπολογικὰ ρεύματα καὶ προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας, τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν ἐκκοσμίκευσιν.
.             Ἡ διερεύνησις αὐτῶν τῶν δύο θέσεων θὰ ἀποτελέσῃ τὰ δύο μέρη τῆς μελέτης μας.

Α΄. Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ὁ ἄνθρωπος εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ· εἰκὼν Εἰκόνος

.             Κέντρον καὶ ἀφετηρία εἰς τὴν θεολογίαν τῆς «εἰκόνος» εἶναι διὰ τοὺς πατέρας ὁ Παῦλος. Ἀποτελεῖ δὲ δεδομένον ἑρμηνευτικὸν ὅτι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» εἶναι διὰ τὸν Παῦλον ὁ Χριστός. Ἡ σχετικὴ διδασκαλία συνοψίζεται εἰς τὸ α΄ κεφάλαιον τῆς Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολῆς, εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν ὅτι ἐκφράζεται ὄχι ὡς προσωπικὴ σκέψις τοῦ Παύλου, ἀλλ’ ὡς λειτουργικὸς ὕμνος τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινότητος: «Ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν, καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (α´ 1-15).
.           Τὸ σημαντικὸν εἰς τὸ κείμενον τοῦτο εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ διδασκαλίαν ὄχι τριαδολογικήν, ἀλλὰ σαφῶς κοσμολογικὴν καὶ ἀνθρωπολογικήν. Ὑπογραμμίζεται δηλαδὴ εἰς αὐτὸ ὄχι τόσον ἡ σχέσις τοῦ Λόγου πρὸς τὸν Πατέρα –σχέσις πάντως ἡ ὁποία προϋποτίθεται καὶ τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσει ὁ Παῦλος ἐκτενῶς ἀλλοῦ–, ὅσον ἡ σημασία τοῦ Χριστοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον. Τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο ἐνέχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι καθιστᾷ φανερὰν τὴν ἀνθρωπολογικὴν διάστασιν τῆς παυλείου χριστολογίας. Ἡ χριστολογικὴ αὐτὴ διάστασις τοῦ ὅρου «εἰκὼν» φανερώνεται ἐξ ἄλλου εἰς τὴν θεμελιώδη γραμμὴν τοῦ Παύλου ὅτι ὁ ἄνθρωπος διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ πρέπει νὰ φορέσῃ «τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» ἀνθρώπου, τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ. ιε´ 49), νὰ φθάσῃ «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»· καὶ αὐτὸ «ἵνα μηκέτι ᾖ νήπιος» (Ἐφ. δ´ 13-14). Ἡ ἐνηλικίωσις τοῦ ἀνθρώπου συμπίπτει εἰς τὸν Παῦλον μὲ τὴν χριστοποίησιν.
.         Ἡ σύγχρονος ἑρμηνευτικὴ θὰ κρίνῃ ἴσως ὡς αὐθαίρετον αὐτὴν τὴν προέκτασιν. Ἐὰν ὅμως θεωρήσωμεν τὸν Παῦλον διὰ τῶν πατέρων, δηλαδὴ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, θὰ κατανοήσωμεν ὄχι μόνον τὴν νομιμότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν βαθυτάτην σημασίαν τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς.
.           Οἱ πατέρες προεκτείνουν πράγματι τὴν ἀνωτέρω γραμμὴν τοῦ Παύλου καὶ πρὸ Χριστοῦ καὶ συνδέουν τὸ παύλειον θέμα «Χριστὸς εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» μὲ τὸ θέμα τῆς Γενέσεως «ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Ἤδη εἰς τοὺς Εἰρηναῖον, Κλήμεντα, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον, Γρηγόριον Νύσσης, κ.ἄ. –διὰ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς ἐκείνους περὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν εἰδικὰς μονογραφίας–, εἶναι σαφὴς ἡ διάκρισις ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκὼν Εἰκόνος.
.           Ἡ πατερικὴ αὐτὴ θεώρησις, ἂν καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς παραμένει ὑπὸ λανθάνουσαν μορφήν, εἶναι μόνιμος καὶ σαφής, ἔχει δὲ κεφαλαιώδη σημασίαν, διότι ἠμπορεῖ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὸ νὰ προσδιορισθοῦν τρία βασικὰ ἀνθρωπολογικὰ σημεῖα: ἡ δομή, ὁ προορισμὸς καὶ ἡ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΨΗΓΜΑ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

  • Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας (20 Ἰουνίου ἡ μνήμη του). Μιὰ ὑπέροχη μορφὴ ἀληθινοῦ θεολόγου καὶ ἡσυχαστικοῦ πατρός. Συνδυάζει τὴν ἁγιότητα, τὴν νηπτικὴ ζωή, τὴν δογματικὴ ἀκρίβεια καὶ τὴν θεολογικὴ ὀξύνοια.
«Ὁ Καβάσιλας ἔζησε ζωὴν οὐσιαστικῶς σεμνήν. Φύσις ἀριστοκρατικὴ μὲ μόρφωσιν ἐξαιρετικήν, μὲ σχέσεις ὑψηλάς, παρέμεινε πάντοτε ἐν τῷ μεγαλείῳ του ἁπλοῦς. Οὕτως, ἐνῷ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴν ἐποχήν του καὶ συνετέλεσεν ἀπoφασιστικῶς εἰς τὴν ἑδραίωσιν καὶ ἐξάπλωσιν τῆς νίκης τῶν ήσυχαστῶν, ἡ προσωπικὴ πορεία του ὑπῆρξε πάντοτε ἀθόρυβος. Ἐπραγμάτωσεν ὁ ἴδιος τὸ ἰδανικόν, τό ὁποῖον περιγράφει εἰς τὰ ἔργα του ὡς λειτoυργικὴν «ἡσυχίαν» καί «ἀδιάλειπτον προσευχήν». (Παναγιώτης Νέλλας, Προλεγόμενα εἰς τὴν μελέτην Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, Ἀθῆναι 1968).
Ἡ «µυστηριακὴ» ἐκκλησιολογία τὴν ὁποίαν, ἀκολουθῶν τοὺς µεγάλους Πατέρας, ἀναπτύσσει ὁ Καβάσιλας, ἀποδεικνύεται,οὕτω, σήµερον ὁ πυρὴν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας: «Σηµαίνεται ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς µυστηρίοις οὐκ ὡς ἐν συµβόλοις, ἀλλ᾽ ὡς ἐν καρδίᾳ µέλη, καὶ ὡς ἐν ρίζῃ τοῦ φυτοῦ κλάδοι, καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος, ὡς ἐν ἀµπέλῳ κλήµατα. Οὐ γὰρ ὀνόµατος ἐνταῦθα κοινωνία µόνον, ἢ ἀναλογία ὁµοιότητος, ἀλλὰ πράγµατος ταυτότης. Καὶ γὰρ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ τὰ µυστήρια· ἀλλὰ τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ ταῦτα βρῶσίς ἐστι καὶ πόσις αληθινή· καὶ τούτων µετέχουσα -οὐ πρὸς ἀνθρώπινον αὐτὰ µεταβάλλει σῶµα, καθάπερ ἄλλο τι σιτίον, ἀλλ᾽ αὐτὴ µεταβάλλεται εἰς ἐκεῖνα, τῶν κρειττόνων ὑπερνικώντων. Ἐπεὶ καὶ σίδηρος ὁµιλήσας πυρί, αὐτὸς γίνεται πῦρ, οὐ τῷ πυρὶ δίδωσιν εῖναι σίδηρον· καὶ καθάπερ τὸν πυρακτωθέντα σίδηρον .. , πῦρ ὁρῶµεν, οὕτω καὶ τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη … οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτό µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα» (ΛΗ’)!

, , ,

Σχολιάστε