Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παναγία

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ Παναγία διαχρονικὰ στὸν Ἑλληνισμὸ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Δεκαπενταύγουστος καὶ οἱ Ἕλληνες τιμᾶνε, μὲ τὴν καρδιά τους, τὴν Παναγία. Συνεχίζουν ἔτσι μία παράδοση εἴκοσι αἰώνων. Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου ἑορτάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὰ Ἱεροσόλυμα στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 350. Θεοτόκος ἡ Παναγία ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, τὸ 431. Οἱ πιστοὶ αἰσθάνονται οἰκεία τὴν Θεοτόκο καὶ ἐκφράζουν τὴν ἀγάπη τους πρὸς Αὐτὴν μὲ κάθε τρόπο: Κτίζοντας ναοὺς περικαλλεῖς, φιλοτεχνώντας περίπυστες εἰκόνες, ἐμπνεόμενοι ἀριστουργηματικοὺς ὕμνους.
.             Ἀπὸ τοὺς ὕμνους πρὸς τὴν Παναγία ὁ δημοφιλέστερος καὶ πιὸ γνωστός, εἶναι ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ποὺ γράφτηκε ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, τὸν 7ο αἰώνα. Πολὺ δημοφιλής, ποὺ ψάλλεται συχνά, εἶναι ὁ Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανόνας. Γράφτηκε τὸν 9ο αἰώνα ἀπὸ τὸν μοναχὸ Θεοστήρικτο, ἢ τὸν Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή, τὸν Γραπτό. Πολλοὶ λένε ὅτι οἱ δύο εἶναι ἕνα καὶ τὸ ἴδιο πρόσωπο. Βαθυστόχαστα καὶ πολὺ πνευματικὰ νοήματα ἔχει ὁ Μεγάλος Παρακλητικὸς Κανόνας, ποὺ ψάλλεται τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου γραμμένος ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη, μεταξύ τοῦ 1254 καὶ τοῦ 1258. Ἡ ἐξύμνησή Της συνεχίστηκε σὲ ὅλους τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, ἕως τὶς ἡμέρες μας.
.             Ναοὶ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας ἄρχισαν νὰ ἀνεγείρονται ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα. Ἐπίσης ἀρχαῖοι ναοὶ μετετράπησαν σὲ χριστιανικούς. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ Ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ μετονομάσθηκε σὲ Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα. Οἱ Ἕλληνες προχριστιανικὰ λάμπρυναν τὸν Παρθενώνα καὶ τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ οἱ ἀπόγονοί τους ἀγλάισαν καὶ ὕμνησαν τὴν Παναγία.
.             Οἱ μεταβολὲς ποὺ ἔκαμαν οἱ χριστιανοὶ στὸν Παρθενώνα, ὅπως ψηφιδωτὲς εἰκόνες, τοιχογραφίες καὶ μαρμαρογραφίες, ἦσαν ἐσωτερικὲς καὶ μὲ σεβασμὸ στὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ μνημεῖο. Ὁ Παρθενώνας παρέμεινε ἐπὶ 1687 χρόνια ἄθικτος καὶ στὴν πρώτη του ἀρχιτεκτονικὴ κατάσταση. Ὅσα ἄλλα προπαγανδίζονται, ἀκόμη καὶ στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης, εἶναι ἁπλῶς συκοφαντίες. Οἱ καταστροφεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀριστουργήματος ἦσαν πρῶτοι οἱ Ὀθωμανοί, ποὺ μετέτρεψαν τὸν ναὸ σὲ μπαρουταποθήκη καὶ πούλησαν στὸν Ἔλγιν περιουσία, ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκε, δεύτερος ὁ ἐν λόγῳ σκωτσέζος βάνδαλος «εὐγενής», ποὺ κατακρεούργησε τὸ μνημεῖο καὶ τρίτοι οἱ «πολιτισμένοι» Ἐνετοί, ποὺ δὲν τὸ σεβάσθηκαν καὶ τοῦ συμπεριφέρθηκαν ὡς νὰ ἦταν μία ὁποιαδήποτε ἀποθήκη πυρομαχικῶν. Σὲ ναὸ τῆς Παναγίας μετετράπη καὶ τὸ Ἐρέχθειο παραμένοντας ἀκέραιος ναός. Ὁ Ἔλγιν ἀφαίρεσε μίαν Καρυάτιδα, ποὺ βρίσκεται καὶ αὐτὴ στὸ Βρετανικὸ Μουσεῖο καὶ θρυμμάτισε μίαν ἀκόμη, οἱ δὲ Ὀθωμανοὶ βομβάρδισαν τὸν Ναό.
.             Γιὰ τὴν εἰκονογραφία τῆς Παναγίας ὑπάρχει ἡ παράδοση πὼς ὁ πρῶτος, ποὺ τὴν ἀπεικόνισε, ἦταν ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰατροῦ καὶ τὸ ταλέντο τοῦ συγγραφέα, διέθετε καὶ τὸ χάρισμα τοῦ εἰκονογράφου. Ἔκτοτε καὶ σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες χιλιάδες εἶναι οἱ ἀπεικονίσεις τῆς Παναγίας παγκοσμίως. Στὸν Ἑλληνισμὸ οἱ εἰκόνες παίρνουν καὶ ἐπίθετα, δηλωτικά τῆς οἰκειότητας, ποὺ νιώθει ὁ λαός μας πρὸς τὴν Παναγία καὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ κάθε τόπος καὶ τὸ κάθε μοναστήρι, θέλει νὰ Τὴν αἰσθάνεται δική του.-

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

4. Ὁ ἀναμάρτητος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ τὸν σώσῃ, νὰ τὸν ἑνώσῃ μὲ τὸν Ἑαυτόν του καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τὸν θεώσῃ: «Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 6). Ἡ «πρόσληψις» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν Ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου (ἡ ἀσύγχυτος – ἀδιαίρετος ἕνωσις καὶ ἐνυποστασίασις, Ἔκδ. ΙΙΙ, 2, 9, 22) ἐξασφαλίζει τὴν μόνιμον καὶ ἀδιάσπαστον «δευτέραν κοινωνίαν», περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ Δαμασκηνὸς ἀκολουθῶν Γρηγόριον τὸν Θεολόγον48. Ἡ «δευτέρα κοινωνία» ἦλθε μετὰ τὴν διάσπασιν τῆς «πρώτης πρὸς Θεὸν κοινωνίας» (Α´, 8) τοῦ πρώτου Ἀδάμ, καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς εὗρε τὸν ἄνθρωπον πεπτωκότα καὶ τὸν προσέλαβε ὅλον (διότι «τὸ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον», Β΄, 4), χωρὶς ὅμως τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε «ὅλον τὸν Ἀδάμ, τὸν πρὸ τῆς παραβάσεως, τὸν ἁμαρτίας ἐλεύθερον» (Β΄, 4), τὴν «πρώτην τοῦ Ἀδὰμ γένεσιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1), δηλαδὴ τὴν χωρὶς ἁμαρτίας φύσιν του49.
.               Ἐξ ἴσου ὅμως καὶ ὁ Δαμασκηνός, ἀκολουθῶν τοὺς Πατέρας καὶ κυρίως τὸν ἅγιον Μάξιμον50, ὁμιλεῖ διὰ τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» τοῦ Κυρίου: «Ὁμολογοῦμεν ὅτι (ὁ Κύριος) πάντα τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβεν· ὅλον γὰρ τὸν ἄρθρωπον καὶ πάντα τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβε, πλὴν τῆς ἁμαρτίας… Φυσικὰ δὲ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἰσὶ τὰ οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν, ὅσα ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ παραβάσει κατακρίσεως εἰς τὸν ἀνθρώπινον εἰσῆλθε βίον, οἷον πεῖνα, δίψα, κόπος, πόνος, τὸ δάκρυον, ἡ φθορά… Πάντα τοίνυν ἀνέλαβεν, ἵνα πάντα ἁγιάσῃ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 20). Αὐτὴν τὴν φύσιν, τὴν μετὰ τῶν ἀδυναμιῶν καὶ ἀσθενειῶν καὶ τῆς φθορᾶς51, χωρὶς ὅμως τῆς ἁμαρτίας –διότι ἡ ἁμαρτία ὡς «ἐν τῇ ἡμετέρᾳ αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 20) δὲν ἀνήκει εἰς τὴν φύσιν– προσέλαβεν ὁ Κύριος ἑκουσίως καὶ «οἰκονομίας λόγῳ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)52 ἀπὸ τὴν Παρθένον Μαρίαν, «ἣν τῇ φύσει δούλην ὑπάρχουσαν, φιλανθρωπίας ἀνεξιχνιάστοις πελάγεσιν οἰκονομικῶς μητέρα ἐποιήσατο, ἀληθείᾳ σαρκωθείς, οὐ φενακίσας τὴν ἀνθρώπησιν» (Β΄, 10). Ἑπομένως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἀναλαμβάνει ὅλον τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ τούτου κάλλιστον, ὑπὸ ἀρρωστίαν πεσόν, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 18· Β΄, 4)53. Ἡ ἀρρωστία αὐτή, αἱ ἀσθένειαι καὶ ἀδυναμίαι, τὰ «φυσικὰ πάθη καὶ ἀδιάβλητα τῆς ἐμῆς κράσεως» (Β΄, 4)54 δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μετὰ τὴν ἁμαρτίαν ὡς ἀποτελέσματά της, ὡς ἐπισυμβάντα τῇ φύσει κατόπιν τῆς ἁμαρτίας τῆς προαιρέσεως τοῦ Ἀδάμ55, διὰ τοῦτο λέγεται καὶ διὰ τὸν Κύριον ὅτι ἔγινε «ἁμαρτία» καὶ «κατάρα» δι᾽ ἡμᾶς (Ἔκδ. ΙΙΙ, 25· IV, 18· Α´ Κορ. ε´ 21· Γαλ. γ´ 13). Ὁ Χριστὸς εἶναι ἀναμάρτητος ἀλλὰ καὶ Σωτὴρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὡς Σωτήρ, «τὸ ἡμέτερον ἀναδεχόμενος καὶ οἰκειούμενος πρόσωπον» (αὐτ.), ἐδέχθη τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν κατάραν56 γενόμενος ἄνθρωπος καὶ «τὴν τοῦ θανάτου πεῖραν οὐκ ἀπηνῄνατο· θνήσκει γὰρ σαρκὶ καὶ θανάτῳ λύει τὸν θάνατον καὶ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν χαρίζεται καὶ τὴν νέκρωσιν ποιεῖ πηγὴν ἀναστάσεως» (Β΄, 10), οἰκονομῶν τοιουτοτρόπως τὴν ἡμῶν σωτηρίαν (Ἔκδ. IV, 18): «ἵνα τὸ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ἀνασώσηται» (Γ΄, 15· Ἔκδ. ΙΙΙ, 18). Ἡ ἐν τῇ Παναγίᾳ καὶ ἐξ αὐτῆς ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἴδιον Πατέρα, «διὰ τοῦτο γέγονεν, ἵνα αὐτὴ ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήσῃ τὸν ἀπατήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῇ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)57.
.               Ὁ ἀναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ὡς Σωτήρ, καὶ τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως, τὰ ὁποία δὲν εἶχεν ὁ Ἀδὰμ πρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ φιλάνθρωπος «συγκαταβατικὴ σάρκωσις» (Α´,2), «συγκαταβατικὴ ταπείνωσις» (Α´,3) καὶ «ὑψοποιὸς κένωσις» (Γ΄, 7) τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὡς «τὴν τοῦ κόσμου σωτηρίαν τὸν Χριστὸν κυήσασα» (Β΄, 9), ἔγινε τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἐργαστήριον: «Ἀμνὰς ἡ τεκοῦσα τὸν Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τὸ τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἐργαστήριον, ἀγγελικῶν ὑπερτέρων δυνάμεων, δούλη καὶ μήτηρ Θεοῦ» Σωτῆρος (Δ΄, 5).
.             Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ο ρθόδοξοι δν παραδεχόμεθα τν ρωμαϊκν δοξασίαν περ τς «σπίλου συλλήψεως» τς Θεοτόκου, περ τς ξαιρέσεώς της δηλαδ π τν κληρονομικότητα το προπατορικο μαρτήματος, πράγμα πού, πως επομεν, πονομεύει τν πραγματικότητα κα τ σωτήριον τς σαρκώσεως το Κυρίου. Ἄλλωστε, ἂν ἡ Παναγία δὲν εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, τίθεται τὸ ἐρώτημα πς τότε πέθανεν58, ἐφ᾽ ὅσον ὁ θάνατος ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος («εἴπερ διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν ὁ θάνατος», Ἔκδ. ΙΙΙ, 27· Ρώμ. 5, 12), ὁ δὲ Κύριος «ἀναμάρτητος ὤν» («οὐχ ὑπέκειτο θανάτῳ») θνήσκει ἑκουσίως ὡς Σωτὴρ καὶ Λυτρωτής59, «τὸν ὑπὲρ ἡμῶν θάνατον ἀναδεχόμενος» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 27). Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύομεν διὰ τὴν Θεοτόκον, ὅπως μᾶς παρέδωκαν οἱ Πατέρες καὶ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, ἡ δὲ ἐσφαλμένη «εὐσέβεια» τῶν Δυτικῶν περὶ τὸ πρόσωπον τῆς Παναγίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ μέτρον τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀληθείας. ρωμαιοκαθολικ «Μαριολογία» πάσχει π τν ποχωρισμόν της κα τν νεξαρτητοποίησιν π τν Χριστολογίαν κα τν Σωτηριολογίαν.

5. Παρ᾽ ὅλον ὅμως ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εὑρίσκετο, ὡς ἐκ τῆς συλλήψεώς της, ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα ὡς κληρονόμος τῆς ἀδαμιαίας φύσεως, δια προσωπικς, κατ τν γιον Δαμασκηνόν, δν εχε καμμίαν προσωπικν μαρτίαν. Τὴν προσωπικήν της ἁγιότητα ἐξαίρει καὶ τονίζει καὶ δοξάζει ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἱερὸς Πατήρ, καθὼς ἄλλωστε καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως ἁγία καὶ Παναγία, «ἀγγελικῶν ὑπερτέρα δυνάμεων» (Δ΄, 5), «ὑπεραναβᾶσα τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφὶμ ὑπεραρθεῖσα» (Α´, 9), «ἡ ὄντως ἁγνὴ μετὰ Θεὸν ὑπὲρ ἅπαντας» (Γ΄,16).
.           Ὅπως καὶ τῶν μεγάλων προφητῶν τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἱερεμίου καὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου, τῶν «ἐν κοιλίᾳ μητρὸς» ἡγιασμένων καὶ πεπληρωμένων Πνεύματος Ἁγίου (Ἱερεμ. Α´ 5· Λουκ. α´15), καὶ τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀρχίζει «ἐν κοιλίᾳ μητρός». Εἶναι ὅμως αὕτη ἀσφαλῶς ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα τῆς ἁγιότητος τῶν Προφητῶν, ἀποκορυφοῦται δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀσπόρου συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ φθαρτοποιεται ες τν Κοίμησιν κα Μετάστασίν της. Καὶ ἐὰν ἡ χάρις καὶ αἱ δωρεαὶ τοῦ Θεοῦ ἦσαν μεγάλαι εἰς τοὺς Προφήτας, οἱ ὁποῖοι προεφήτευσαν ἁπλῶς τὴν ἐνσάρκωσιν, πόσον μεγαλύτεραι ἦσαν εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔγινε Μητέρα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ; Ἐὰν δὲ πάλιν «κατὰ τὸ μέτρον τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης αἱ ἀντιδόσεις»60, πόσον μεγάλην ἀρετὴν καὶ ἁγιότητα εἶχεν ἡ Παναγία, διὰ νὰ λάβῃ τόσον μεγάλην χάριν; Τὸ ὅτι ἦτο «ἀξία τοῦ Κτίσαντος» (Α´, 2) μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα ὅλων τῶν αἰώνων μόνη αὐτὴ εἶχε τόσον μεγάλην ἁγιότητα, ὥστε νὰ ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ γίνῃ Μήτηρ τοῦ Ὑπεραγίου Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς «τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» μυστήριον (Α´, 2), τὴν σάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ ἁγιότης αὐτὴ στηρίζεται εἰς ὁλόκληρον τὴν τοῦ Θεοῦ οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσαμεν ἤδη προηγουμένως καὶ ἡ ὁποία προετοιμάζετο διὰ τῶν διαδοχικῶν «ἐκλογῶν» (Νῶε, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Δαβὶδ)61 καθ᾽ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Π. Διαθήκης.
.               Εἴδομεν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι «θυγάτηρ Ἀδὰμ» ὡς πρὸς τὴν φύσιν της. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν προαίρεσίν της καὶ τὴν προσωπικήν ἀρετήν της ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς ἀντιπαραβάλλει αὐτὴν πρὸς τοὺς προπάτορας καὶ δεικνύει τὴν ἀπόλυτον ὑπεροχὴν τῆς ἁγιότητός της (Α´,8· Γ΄, 2-3). Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἦτο ἀνενέργητος μέσα εἰς Αὐτήν, διότι ἡ θέλησίς της καὶ ὅλαι αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της ἦσαν «τῷ Δεσπότῃ Θεῷ προσαναθέμεναι»62. Ἡ Παναγία διὰ τὴν ἁγιότητά της ἦτο «ἐκ γενεῶν ἀρχαίων ἐκλελεγμένη» (Β΄, 3· Δ΄,5) καὶ ἐγεννήθη «ἐξ εὐγενεστάτης καὶ βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικῆς» (Α´, 6), τῆς «ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ» (Α´, 3), ἐκ τῆς ὁποίας κατάγονται οἱ ἅγιοι καὶ δίκαιοι γονεῖς της. Εἰς αὐτοὺς συνέτεινε καὶ συνεκεντρώθη ἡ ἁγιότης ὅλων τῶν ἁγίων προγόνων τῆς Παναγίας, τῶν «θεοπατόρων», διὰ τῆς «ἐκλογῆς» καὶ διὰ τῶν διαδοχικῶν καθαρισμῶν καὶ ἁγνισμῶν τοῦ «σπέρματος»63, τῶν ὁποίων προετοίμαζε ὁ Θεὸς τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία ὑπερεπολλαπλασίασε καὶ ἀπεκορύφωσε καὶ ἀνεκεφαλαίωσε μέσα της τὴν ἁγιότητα τῆς Π. Διαθήκης. Οἱ δίκαιοι καὶ θεάρεστοι γονεῖς της (Α´, 5) τὴν γεννοῦν ἐν σωφροσύνῃ καὶ ἐγκρατείᾳ, οὕτως ὥστε ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς νὰ ὀνομάζῃ τὸ «σπέρμα» τοῦ Ἰωακεὶμ «σπέρμα πανάμωμον» (Α´, 2).
.             Ὁ ἱερὸς Πατὴρ περιγράφει τὴν μεγάλην ἁγιότητα καὶ τὴν χάριν τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔδωσεν εἰς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄνναν (Β΄, 6)· πῶς «διὰ λιτῆς (προσευχς) καὶ ἐπαγγελίας πρὸς Θεοῦ τὴν Θεοτόκον κομίζονται» (Ἔκδ. IV, 14)· πῶς αὐτὴ ἤδη ἀπὸ μικρὰν ἡλικίαν «τῷ ἱερῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ προσάγεται καὶ ἀνατίθεται» (Β΄, 7· Ἔκδ. IV, 14). Ἐν συνεχείᾳ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ «οἵαν τὴν ἐν τῷδε τῷ βίῳ διατριβὴν πεποίηται» (Β΄, 50 ἡ Παρθένος καὶ οἵαν τὴν χάριν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔλαβεν. Ἡ «διατριβὴ» αὐτή, ὁ ἐνάρετος καὶ ἔνθεος βίος τῆς Παρθένου καὶ ἡ μεγάλη χάρις τοῦ Θεοῦ ἦσαν τόσον μεγάλοι, ὥστε ὁ Δαμασκηνὸς νὰ λέγη δι᾽ Αὐτὴν ὅτι ἦτο «οἵα οὐ πρότερον γέγονεν, οὐδ᾽ αὖ γενήσεται πάλιν» (Β΄, 6)· «αὕτη ἡ τῷ παρόντι χαρισθεῖσα βίῳ δῶρον ἁπάντων τῶν τοῦ Θεοῦ δωρημάτων ὑψηλότερον ἅμα καὶ προσφιλέστατον» (Β΄, 5). Ἀλλ᾽ ἂς τὸ ἴδωμεν αὐτὸ πιὸ συγκεκριμένα.
.               Κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας, ὄχι βεβαίως εἰς τὸν Παράδεισον ὅπως ἐκείνη, ἀλλ᾽ εἰς ἕνα κόσμον ὁ ὁποῖος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» («κρίνον ἀναμέσον τῶν ἀκανθῶν φυέν…, ρόδον ἐξ ἀκανθῶν τῶν Ἰουδαίων», Α΄, 6), ἀξιοῦται νὰ ἀκούσῃ δικαίως τὸ «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη» καὶ τὸ «Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ» (Β΄, 8· Λουκ. α´ 28). Ἑρμηνεύων τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Ἀρχαγγέλου πρὸς τὴν Παναγίαν ὁ θεῖος Δαμασκηνὸς λέγει: «Ὄντως εὗρες χάριν ἡ ἀξία τῆς χάριτος· εὗρες χάριν ἡ τοὺς πόνους τῆς χάριτος γεωργήσασα καὶ πολύχουν δρεψαμένη τὸν ἄσταχυν τῆς χάριτος· εὗρες χάριτος ἄβυσσον, ἡ σώαν τὴν ὀλκάδα τῆς διπλῆς παρθενίας τηρήσασα· καὶ τὴν ψυχὴν γὰρ παρθένον ἐτήρησεν, οὐ τοῦ σώματος ἔλαττον· ὅθεν καὶ ἡ τοῦ σώματος παρθενία τετήρητο» (Β΄, 8). Αὐτοὶ οἱ τόσον χαρακτηριστικοὶ λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ ποδίδουν κριβς κα ληθς τν σχέσιν τς θείας Χάριτος κα τς λευθερίας το νθρώπου, συγκεκριμένως δὲ ἐδῶ τῆς Παναγίας.
.             Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσφαλῶς δωρεά, δίδεται ὅμως εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δεικνύουν προαιρετικὴν σπουδὴν καὶ ἐπιτηδειότητα καὶ καθαρότητα. Ὁ ἄνθρωπος, λέγει ὁ Δαμασκηνός, «λογικὸς καὶ αὐτεξούσιος γενόμενος, ἐξουσίαν εἴληφεν ἀδιαλείπτως διὰ τῆς οἰκείας προαιρέσεως ἑνοῦσθαι τῷ Θεῷ («εἰ καὶ μὴ πάντες ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως» – Ἔκδ. IV, 13· III, 14). Ὁ Θεός, λέγει ἐπίσης, «πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν, φημὶ δὲ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα» (Ἔκδ. Ι, 13) καὶ «παντὶ τῷ προαιρουμένῳ τὸ ἀγαθὸν ὁ Θεὸς συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθὸν»64. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου φανερώνουν τὸ ἀναγκαῖον τῆς συνεργασίας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου («τὸν θεανθρώπινον συνεργισμόν»), πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, ἰσχύει δι᾽ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκονομίας καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὴν Παναγίαν. Εἰς τὴν «συνεργασίαν» αὐτὴν ὁ Θεὸς δίδει τὴν χάριν Του, τὸν Ἑαυτόν Του, καὶ ὁ ἄνθρωπος τὴν προαίρεσίν του, ὁλόκληρον τὸν ἑαυτόν του (πρβλ. Κολ. β´ 9-10· Α´ Κορ. ιε´ 10). Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ἡ χάρις δίδεται ἀναλόγως πρὸς τὸν ζῆλον καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην τοῦ ἀνθρώπου65, ποία τότε ἦτο ὄντως «ἡ σπουδὴ καὶ ἀναστροφὴ» τῆς θείας Παρθένου Μαρίας μέσα εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ (Β΄, 7), ὥστε νὰ ἀξιωθῆ τόσον μεγάλης χάριτος; Ἦτο «κρείττων καὶ καθαρωτέρα ἄλλων» (Β΄, 7· Γ΄, 16), λέγει ὁ Δαμασκηνός, καὶ συμπεριλαμβάνει εἰς τοὺς «ἄλλους» καὶ τοὺς Ἀγγέλους (Β΄, 8). Διότι μέσα εἰς τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἔδειξεν ἡ Παναγία μὲ τὴν «διπλῆν παρθενίαν» της66 –τὴν ὁποίαν διπλὴν παρθενίαν οἱ Ἄγγελοι λόγῳ τῆς φύσεώς των δὲν ἔχουν– ἁγιότητα ὑπεράνω τῶν Χερουβὶμ καὶ τῶν Σεραφὶμ (Α´, 9). Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἁγιότης της εἶναι ἀδιασπάστως συνδεδεμένη μὲ αὐτὴν τὴν πανάμωμον παρθενίαν της, τὴν ἀειπαρθενίαν της (Α´, 5-6).

 

ΣYNEXIZETAI: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρβλ. Λόγος 45, 9 (PG 36, 633-6). Πρβλ. καὶ ἁγίου Μαξίμου, πρὸς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 520). Ἡ «δευτέρα κοινωνία» αὕτη εἶναι ἡ καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ Χριστῷ, ἡ ὁποία παραμένουσα αἰώνιος ἀποτελεῖ τὴν πραγματοποίησιν τῆς προαιωνίου Μεγάλης Βουλῆς τοῦ Θεοῦ (Α´, 8-9. Ἔκδ. IV, 4). Πρβλ. Εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, 4 (96, 552).
  2. Τοῦτο κατὰ τὸν Δαμασκηνὸν ἔγινε διότι «ἔδει τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον, ἔτι δὲ νεκρωθῆναι καὶ ἀνακαινισθῆναι τὴν φύσιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1).
  3. Βλ. Πρὸς Θαλάσσιον 21 καὶ 42 (PG 90, 312-316 καὶ 405-8).
  4. Ὁ Δαμασκηνὸς διακρίνει μεταξὺ «φθορᾶς» καὶ «διαφθορᾶς». «Φθορὰ» σημαίνει τὰ «ἀνθρώπινα ταῦτα πάθη· πεῖναν, δίψαν, κόπον, τὴν τῶν ἥλων διάτρησιν, θάνατον, ἤτοι χωρισμὸν ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος, καὶ τὰ τοιαῦτα. Κατὰ τοῦτο τὸ σημαινόμενον φθαρτὸν τοῦ Κυρίου σῶμα φαμέν· πάντα γὰρ ταῦτα ἑκουσίως ἀνέλαβε». «Διαφθορὰ» δὲ σημαίνει «τὴν τελείαν τοῦ σώματος εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη στοιχεῖα διάλυσιν καὶ ἀφανισμόν. Ταύτης πεῖραν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα οὐκ ἔσχεν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 28). Ἐν συνεχείᾳ ὁ Δαμασκηνὸς ἐξηγεῖ: «Ἄφθαρτον μὲν οὖν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα λέγειν, κατὰ τὸν παράφρονα Ἰουλιανὸν καὶ Γαϊανὸν (τοὺς αἱρετικοὺς «ἀφθαρτοδοκήτας»), κατὰ τὸ πρῶτον τῆς φθορᾶς σημαινόμενον, πρὸ τῆς ἀναστάσεως, ἀσεβές· εἰ γὰρ ἄφθαρτον οὐχ ὁμοούσιον ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἃ γεγονέναι φησὶ τὸ Εὐαγγέλιον· τὴν πεῖναν, τὴν δίψαν, τοὺς ἥλους, τὴν τῆς πλευρᾶς νῦξιν, τὸν θάνατον. Εἰ δὲ δοκήσει γέγονε, φενακισμὸς καὶ σκηνὴ τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ σεσώσμεθα… Μετὰ μέντοι τὴν ἐκ νεκρῶν τοῦ Σωτῆρος ἀνάστασιν καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἄφθαρτον τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα φαμὲν» (αὐτόθι). Ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος, γράφων κατὰ τῶν ἀφθαρτοδοκητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι κατὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Χριστοῦ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἶχε «μεταστοιχειωθῆ» καὶ ἡ ἴδια ἔγινεν «ἄφθαρτος» ἐκ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λέγει: «Πλέον ἢ προσῆκε τὴν Παρθένον ἀποσεμνύνοντες, καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἀναφυομένην ἀτοπίαν οὐ προορώμενοι… Ἡ τοῦ Πνεύματος ἐνδημία οὐχὶ τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ γεννᾶν τὴν Παρθένον ἀφείλετο ἢ κεκώλυκεν. Τουναντίον μὲν οὖν ἐπὶ τὴν ἀσπόρως οἰκονομηθεῖσαν σύλληψιν ὑπερφυῶς αὐτὴν προσηγάγετο. Κἀκεῖνο δέ μοι σκοπεῖν ἔπεισιν, ὡς εἰ κατ᾽ ἐκείνους ἡ Παρθένος ἄφθαρτος τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Πνεύματος γέγονεν, ἐκείνη πάντως ἂν καὶ ῥίζα τῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀφθαρσίας ἐτύγχανεν, ἀλλ᾽ οὐχ ὁ ἐξ αὐτῆς προελθὼν θεῖος βλαστὸς» (PG 86, 1325Δ-28Α). –Ὅλα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ᾽ ὄψιν της ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία καὶ νὰ μὴ ἀνακηρύττῃ τοιαύτας καινοτομίας εἰς «δόγματα», τὰ ὁποῖα τὴν ἀπομακρύνουν ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἀπὸ τὴν θείαν Παράδοσιν τῆς Ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μόνου Σωτῆρος Χριστοῦ.
  5.  Αἱ ἐκφράσεις τοῦ Δαμασκηνοῦ «οἰκονομίας λόγῳ», «οἰκονομία», «οἰκονομικῶς» δὲν ἀποκρύπτουν καμμίαν ἀπολύτως ἀπόχρωσιν «δοκητισμοῦ». Τουναντίον αἱ ἐκφράσεις αὐταὶ σημαίνουν τὴν «οὐσιωδῶς» (Α´, 6) τὴν «ἀληθῆ» (Β΄, 10) σάρκωσιν καὶ γέννησιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἀναφέρονται εἰς τὴν «Οἰκονομίαν» καὶ ὄχι εἰς τὴν «Θεολογίαν», δηλαδὴ σημαίνουν τὴν «δευτέραν γέννησιν» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὴν γέννησίν Του κατὰ σάρκα: «δευτέραν δὲ καθομολογοῦμεν γέννησιν καθ᾽ ἑκούσιον σάρκωσιν» (Γ΄,15). Διὰ τοῦτο ἡ ἐκ μέρους τοῦ Δαμασκηνοῦ ταυτοχρόνως παράθεσις ἐκφράσεων, ὅπως: «Τὴν τοῦ οἰκείου Δεσπότου φύσει καὶ ἀληθεῖ οἰκονομίᾳ χρηματίσασαν μητέρα» (Β΄, 11), «οἰκονομικῶς μητέρα ἐποιήσατο ὁ ἀληθείᾳ σαρκωθείς, οὐ φενακίσας τὴν ἀνθρώπησιν» (Β΄, 10), «κατὰ φύσιν οἰκονομικῶς» (Ἔκδ. IV, 18) κλπ., ἀποκλείει κάθε «δοκητισμόν». Βλ. καὶ σημ. 18 τῆς Α΄ Ὁμιλίας.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

1. Ὅταν πρὸς τὸ τέλος τῆς ὁμολογητικῆς ζωῆς του ἔγραφεν ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς τὸ βασικὸν βιβλίον του «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», τὸ ἤρχισεν ὑπογραμμίζων τὴν θείαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι γράφει περὶ Θεοῦ, περὶ Ἁγίας Τριάδος, περὶ Χριστοῦ, καὶ περὶ Παναγίας Θεοτόκου, τὸ γράφει ἀντλῶν ἀπὸ τὴν θείαν Παράδοσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπεκάλυψε καὶ παρέδωκεν ὁ Θεὸς δι᾽ ὅλης τῆς σωτηρίου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. «Πάντα τοίνυν τὰ παραδεδομένα ἡμῖν διά τε Νόμου καὶ Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων καὶ Εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καὶ γινώσκομεν καὶ σέβομεν, οὐδὲν περαιτέρω τούτων ἐπιζητοῦντες… Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς μείνωμεν, μὴ μεταίροντες ὅρια, μηδὲ ὑπερβαίνοντες τὴν θείαν Παράδοσιν» (Ἔκδ. Ι, 1). Τὸ ἴδιον εἶχε γράψει ὁ ἱερὸς Πατὴρ καὶ προηγουμένως εἰς τοὺς Λόγους περὶ τῶν ἁγίων Εἰκόνων: «Διό, ἀδελφοί, στῶμεν ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς πίστεως καὶ τῇ παραδόσει τῆς Ἐκκλησίας, μὴ μεταίροντες ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν· μὴ διδόντες τόπον τοῖς βουλομένοις καινοτομεῖν καὶ καταλύειν τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»25. Ἡ θεία Παράδοσις διὰ τὸν Δαμασκηνὸν εἶναι ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα καὶ τὸ σῶμα τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας26, ἡ ὁποία ἔχει οἰκοδομηθῆ ἐπὶ τοῦ «θεμελίου Λίθου ἀκρογωνιαίου» τοῦ Παύλου (Α´ Κορ. γ´ 11· Ἐφ. β´ 20) καὶ «τῆς πέτρας τῆς θεολογίας» τοῦ Πέτρου (Ματθ. ιϛ´ 18), «ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. ι´ 4)27.
.                 Ἡ πιστότης τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται πρὸ παντὸς εἰς τὴν Χριστολογίαν του. Ὅπως ἡ Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες, οὕτω καὶ ὁ Δαμασκηνὸς βλέπει καὶ ἑρμηνεύει τὰ πάντα Χριστολογικῶς. Ὁ Σωτὴρ Χριστός, ὁ Εἷς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ἐκ Παρθένου σαρκωθεὶς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, εἶναι τὸ κεντρικὸν θέμα ὅλης τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Παραδόσεως28, ἑπομένως δὲ καὶ ὅλης τῆς θεολογίας τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ Χριστολογία καταλαμβάνει τὸ μεγαλύτερον μέρος ὅλων τῶν ἔργων του, ὄχι μόνον τῆς «Ἐκδόσεως Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἀπὸ τὰ τέσσαρα βιβλία τῆς ὁποίας τὰ δυόμισυ περιέχουν τὴν Χριστολογίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Θεομητορικάς του Ὁμιλίας κυριαρχεῖ ἡ Χριστολογία, ὅπως θὰ τὸ διαπιστώση καὶ ὁ ἀναγνώστης. Ἡ περὶ Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία διὰ τὸν Δαμασκηνὸν ὑπάρχει μόνον ἐντὸς τῆς Χριστολογίας καὶ ὄχι ὡς μία αὐτόνομος «Μαριολογία» ἢ ὡς μία «ἀνθρωπολογία» μὲ κέντρον τὴν ἁγίαν Παρθένον. ρθόδοξος θεολογία το Δαμασκηνο δν εναι νθρωπολογία οτε «Μαριολογία», λλ Χριστολογία ες τν ποίαν συμπεριλαμβάνεται κα νθρωπολογία κα περ Θεοτόκου διδασκαλία, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς καὶ τέλειος Θεὸς καὶ ὁ πρῶτος ἀληθινὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ὅμως Εἷς Χριστός29, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Παναγία, ἡ ὁποία Τὸν ἐγέννησε εἶναι ἀληθῶς Θεοτόκος. Μόνον τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ, «Θεὸς σεσαρκωμένος καὶ ἐνανθρωπήσας», προσδίδει εἰς τὴν κατὰ σάρκα Μητέρα Του τὸ ὄνομα Θεοτόκος· καὶ ἀντιστρόφως τὸ ὄνομα Θεοτόκος «ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας (τῆς ἐνανθρωπήσεως) συνίστησιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12), διότι ἐπιβεβαιώνει ὅτι Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ Αὐτῆς ἐγεννήθη, ἦτο Θεὸς καὶ ἄνθρωπος: «Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος» (αὐτόθι).
.                 Πιστὸς λοιπὸν εἰς τὴν Παράδοσιν τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπερμάχων τῆς ἁγίας Θεοτόκου, ὁ Δαμασκηνὸς κηρύττει ἀπεριφράστως τὴν Παναγίαν ὡς κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον καὶ μὲ τὸν «θεολογικώτατον πατέρα» του Γρηγόριον τὸν Θεολόγον ἐπαναλαμβάνει: «Εἴ τις οὐ Θεοτόκον ὁμολογεῖ τὴν Ἁγίαν Παρθένον, χωρίς ἐστι τῆς Θεότητος» (Α΄, 4). Παραμένων ὅμως πιστὸς εἰς τὴν ἰδίαν παράδοσιν τῶν ἰδίων αὐτῶν Πατέρων30, κηρύττει ἐπίσης: ἡμῖν «Θεός ἐστιν ἀληθὴς τὸ λατρευόμενον», τὴν δὲ «μητέρα Θεοῦ τιμῶμεν καὶ σέβομεν… Θεοῦ μητέρα τὴν Παρθένον ταύτην γινώσκοντες, οὐ θεὰν ταύτην φημίζομεν, ἄπαγε· τῆς ἑλληνικῆς τερθρείας τὰ τοιαῦτα μυθεύματα· ἐπεῖ καὶ θάνατον αὐτῆς καταγγέλλομεν· ἀλλὰ Θεοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ μητέρα γινώσκομεν» (Γ´,15). Διότι ἡ Παναγία Θεοτόκος δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, διὰ τοῦτο καὶ λέγει ὁ Δαμασκηνὸς εἰς αὐτήν: «Ἔζης γὰρ οὐ σεαυτῇ· οὐ γὰρ σεαυτῆς ἕνεκα γεγέννησαι· ὅθεν «ἔζης Θεῶ, δι᾽ ὃν εἰς τὸν βίον ἐλήλυθας· ὅπως τῇ παγκοσμίῳ ἐξυπηρετήσῃς σωτηρίᾳ, ὅπως ἡ ἀρχαία βουλὴ τοῦ Θεοῦ, τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καὶ τῆς ἡμῶν θεώσεως, διὰ σοῦ πληρωθῇ» (Α´,9)31.

2. Ἡ περὶ Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία τοῦ Δαμασκηνοῦ ἀναφέρεται ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν «ἀρχαίαν καὶ ἀληθινὴν» (Β΄, 1) τοῦ Θεοῦ Βουλὴν «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καὶ τῆς ἡμῶν θεώσεως». Εἰς τὰ «ἀνεξιχνίαστα πελάγη τῆς φιλανθρωπίας» Της (Β΄, 10) ἡ τῆς Ζωαρχικῆς Τριάδος ἑνότης, «πρὸς ἑαυτὴν ἐκκλησιάσασα τῷ ἑνιαίῳ τῆς γνώμης βουλήματι»32, ἔχει ἀποφασίσει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων τὴν σάρκωσιν καὶ ἐνανθρώπισιν τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προαιώνιος αὐτὴ «προωρισμένη βουλὴ» (Α´,7) τοῦ Θεοῦ φανερώνει εἰς ἡμᾶς «τὸ ἄπλετον καὶ ἀχανὲς τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος πέλαγος»33 καὶ ἡ φανέρωσις αὕτη γίνεται διὰ τῆς Παναγίας Θεοτόκου: «Αὕτη τὴν ἄφατον τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους ἀγάπης ἐδημοσίευσεν ἄβυσσον» (Γ΄, 16). Ὁ Θεὸς Πατήρ, λέγει ὁ Δαμασκηνός, «ὁ εὐδοκήσας» ἐν τῇ Παναγίᾳ καὶ ἐξ Αὐτῆς «τελεσθῆναι ὃ προώρισε πρὸ αἰώνων μυστήριον» (Α΄ 10), ἔχει προγνωστικῶς προορίσει αὐτὴν ὡς Μητέρα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του, ὁ ὁποῖος «σαρκοῦται, ὢν ἀνάρχως ἀσώματος, δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» (Γ΄, 15). Ὁ θεῖος αὐτὸς «προορισμὸς» τῆς Παναγίας εἶναι ἀσφαλῶς ἀκατανόητος δι᾽ ἡμᾶς, οὐχ ἧττον ὅμως συμπίπτει ἐν τῷ Θεῷ μὲ τὴν προαιώνιόν Του πρόγνωσιν τῆς ἐλευθέρας προαιρέσεως καὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς προσωπικῆς ἁγιότητος τῆς Παναγίας34: «Σὲ προγνοὺς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ἀξίαν ἠγάπησε, καὶ ἀγαπήσας προώρισε καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε, καὶ Θεοτόκον Μητέρα καὶ τιθηνὸν τοῦ οἰκείου Υἱοῦ καὶ Λόγου ἀνέδειξε» (Α´ ,7). Ἡ λέξις «παρήγαγε» (διὰ τῶν γονέων) σημαίνει ἐδῶ ὅτι προέγνωσεν ὁ Θεὸς ὄχι μόνον τῆς Παναγίας τὴν ἀξίαν (Α´,7) καὶ ἀρετὴν (Α´, 9) καὶ τὴν «ἄχραντον παρθενίαν» (Γ΄, 2· Α΄, 5), ἀλλὰ καὶ τὴν δικαιοσύνην (Α´, 9) καὶ σωφροσύνην καὶ θεάρεστον πολιτείαν (Α´, 5-6· Β΄, 6) τῶν γονέων της, διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἕνα τόσον μεγάλον δῶρον, τὴν Κόρην, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ τὸν Θεὸν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ γίνουν οἱ ἴδιοι θεοπάτορες. Ὁ Δαμασκηνὸς λέγει χαρακτηριστικῶς διὰ τὴν Παναγίαν: «Ὄντως εὗρες χάριν, ἡ ἀξία τῆς χάριτος» (Β΄, 8). Οἱ λόγοι αὐτοὶ καθιστοῦν αὐτόδηλον τὴν ἀρχὴν τῆς συνεργασίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς σωτηρίου οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
.               Ὅταν «τῆς ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Γ΄, 2) ἔπεσαν οἱ προπάτορές μας διὰ τῆς παρακοῆς (Γ΄, 3) καὶ τοὺς «δερματίνους χιτῶνας τῆς νεκρώσεως» (Α´,4· Γ΄, 2) καὶ τῆς θνητότητος καὶ παχύτητος ἐνεδύθησαν (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1)35 καὶ ὑπέπεσαν εἰς τὸν θάνατον καὶ τὴν φθορὰν (Ἔκδ. IV, 13), καὶ ἡμεῖς ὅλοι, οἱ ἀπόγονοί τους, «ὥσπερ γεννηθέντες ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ὡμοιώθημεν αὐτῷ κληρονομήσαντες τὴν κατάραν καὶ τὴν φθορὰν» (αὐτόθι) καὶ εὑρέθημεν ἔξω τοῦ Παραδείσου γυμνοὶ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος (Γ΄, 2), ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἤδη ἀπὸ τότε ἤρχισεν νὰ «οἰκονομῇ» καὶ «παιδαγωγῇ» τὴν οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας μας (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1). Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἔχομεν πέσει ἑκουσίως καὶ ἐλευθέρως καὶ «διὰ τὸ ἀβίαστον εἶναι τὸ καλὸν» (Ἔκδ. IV, 19) -«οὐκ ἀρετὴ γὰρ τὸ βίᾳ γινόμενον» (Ἔκδ. ΙΙ, 12)-, ἔπρεπε καὶ νὰ δεχθῶμεν ἐλευθέρως τὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ οἰκονομουμένην θεραπείαν καὶ σωτηρίαν καὶ νὰ συνεργασθῶμεν ἑκουσίως εἰς αὐτήν. Ἡ ἔκφρασις νὰ «συνεργασθῶμεν» σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ «ἐργασθοῦν» καὶ νὰ δημιουργήσουν μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι τὴν σωτηρίαν των, διότι «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν» (Ψαλμ. ΙΓ [13] 3· Ρωμ. γ´12· Β΄, 6). Τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐνεργήσῃ μόνον ὁ Θεός, ἡ «παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία» καὶ ὁ «ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι» (Ἔκδ. ΙΙ, 30· Α´ Κορ. ιβ´ 6). Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἔπρεπε νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν ἐργαζόμενον Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν του: «Βουλομένων γὰρ ἡ σωτηρία, οὐκ ἀναγκαζομένων», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Πατέρων»36. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ νόημα ὅλης τῆς διὰ τῆς ἱστορίας οἰκονομίας τῆς σωτηρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς καλεῖ. Εἰς τὴν κλῆσιν Του αὐτὴν ὑπακούουν καὶ ἀπαντοῦν ἐλευθέρως ὀλίγοι ἴσως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὅμως γίνονται τοιουτοτρόπως «ἐκλογὴ» τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προετοιμάζει ὁ Θεὸς καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν ἄλλων. Ἡ ἀκατάπαυστος σωστικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ ἀκούραστος σώζουσα χάρις Του εὕρισκε οὕτω πάντοτε εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπότητος «σημεῖα στηρίξεως» – «σκεύη ἐλέους», κατὰ τὸν Ἀπ. Παῦλον (Ρωμ. θ´ 23) – διὰ τῶν ὁποίων οἰκονομεῖτο, βάσει πάντοτε τῆς ἐλευθέρας συνεργασίας37, ἡ ἱερὰ ἱστορία τῆς σωτηρίας.
.               Ἡ οἰκονομία αὐτὴ ἀπεκορυφώθη καὶ συνετελέσθη εἰς τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία ὡς κατ᾽ ἐξοχὴν «ἐκλελεγμένη» (Β΄, 3) καὶ «ὑπήκοος» εἰς τὸν Θεὸν (Β΄, 8· Γ΄, 3), ὑπηρέτησε (Α´,7-9) καὶ «ἐλειτούργησε τῇ Τριάδι» (Δ΄,5) καὶ συνείργησε εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας ὡς οὐδεὶς ἄλλος ἀπ᾽ αἰῶνος. Κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον βλέπει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς καὶ γενικῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅλην τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὡς μίαν συνεχιζομένην διὰ τῶν γενεῶν προετοιμαστικὴν «κλῆσιν» καὶ «ἐκλογὴν» (Ρωμ. ια´ 7, 5) τοῦ Θεοῦ38, ὡς μίαν δηλαδὴ γενεαλογίαν τῆς Παναγίας, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ γεννηθῇ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου Χριστὸς (Ἔκδ. IV, 14· B´, 3), Σωτὴρ ἀσφαλῶς πρῶτον αὐτῶν τῶν «στελεχῶν» τῆς γενεαλογίας καὶ τῆς ἰδίας τῆς κορυφῆς της, τῆς Παναγίας39, καὶ δι᾽ αὐτῆς καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

3. Τοιουτοτρόπως ἡ Παναγία, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνὸν καὶ τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν, εἶναι ἡ κορυφὴ καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, καὶ εἰς αὐτὴν ἀναφέρονται ὄλαι αἱ προεικονίσεις καὶ προτυπώσεις καὶ προφητεῖαι τῆς Π. Διαθήκης (Β΄, 9-10). Εἶναι ἡ ἀποκορύφωσις καὶ ὁ καρπὸς ὅλης τῆς παλαιοδιαθηκικῆς «παιδαγωγικῆς» προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος διὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Σωτῆρος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ὁ χωρισμός της ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινον γένος τοῦ Ἀδάμ. Διὰ τοῦτο τὴν ὀνομάζει ὁ ἱερὸς Πατὴρ «θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ» (Γ΄, 2· Α΄, 6), ἐνῶ τὸν Δαβὶδ ὀνομάζει «προπάτορα καὶ θεοπάτορα» (Γ΄, 2), ἀπὸ τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου «κατ᾽ ἐπαγγελίαν» (Β΄, 7· Ἔκδ. IV, 14) ἐγεννήθη ἡ Παναγία, συνενοῦσα ἐν ἑαυτῇ τὴν ἱερατικὴν καὶ τὴν βασιλικὴν ρίζαν (Α´, 6).
.             Ἡ γέννησις αὐτὴ τῆς Παναγίας ἐκ τῆς «ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ» (Α´, 3) καὶ παρὰ τὴν θαυμαστὴν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ λύσιν τῆς στειρώσεως τῆς Ἄννης (Α´, 2· Β΄, 6-7)40, δὲν ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Δαμασκηνὸν μίαν ὑπερφυσικὴν ἐξαίρεσιν τῆς Παναγίας ἀπὸ τὸ γένος της, ἀπὸ τοὺς προπάτορας καὶ θεοπάτορας («θυγάτηρ τοῦ Δαβὶδ» Α´,9) καὶ ἀπὸ τὸν γενάρχην Ἀδὰμ («θυγάτηρ Ἀδὰμ» Α´, 6· Γ, 2). Ἡ Παναγία, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, εἶναι «θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ» καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ «τὰς πατρικὰς εὐθύνας» (Γ΄, 2) καὶ ὡς πρὸς τὴν σύλληψίν της καὶ γέννησιν ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ ὡς πρὸς τὸν θάνατόν της. Συνελήφθη ἐκ τοῦ σπέρματος τοῦ Ἰωακεὶμ (Α´, 2) ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Ἄννης, δηλαδὴ ἐκ τῆς φυσικῆς συναφείας τοῦ γάμου41 Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης (Α´, 2· Ἔκδ. IV, 14) καὶ «ἐκ γῆς ἔχει τὴν γένεσιν» (Α´, 3), «φθαρτὸν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ σῶμα κληρονομήσασα» (Γ΄, 8). Ἀπέθανεν ἐπίσης θάνατον ἀνθρώπινον (Γ΄, 15)42 καὶ ὡς «θυγάτηρ Ἀδάμ… δι᾽ Ἀδὰμ τὸ σῶμα παραπέμπει τῇ γῇ» (Δ΄, 4), καὶ «φυσικῶς χωρίζεται» ἡ πανίερος καὶ μακαρία της ψυχὴ τοῦ πανολβίου καὶ ἀκηράτου της σώματος καὶ τὸ σῶμα «τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται» (Β΄, 10). Ἑπομένως γία Παρθένος το, πως κα λοι ο νθρωποι, κληρονόμος το προπατορικο μαρτήματος το δάμ43, οὕτως ὥστε ὁ Δαμασκηνὸς νὰ ὁμιλῇ συγκεκριμένως περὶ καθάρσεως καὶ ἐξαγνισμοῦ καὶ ἐξαγιάσεώς της ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐν αὐτῇ συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου: «Ταύτην ὁ Πατὴρ μὲν προώρισε, προφῆται δὲ διὰ τοῦ Πνεύματος προεκήρυξαν, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος ἁγιαστικὴ δύναμις ἐπιφοιτήσασα ἐκάθηρέ τε καὶ ἡγίασε καὶ οἰονεὶ προήρδευσε» (Β΄, 4· Ἔκδ. ΙΙΙ, 2)44.
.               Αὐτὰ ὅλα ὅμως καθόλου δὲν σημαίνουν ὅτι ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς δὲν παραδέχεται καὶ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Τοὐναντίον μαζὶ μὲ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ αὐτὸς ἐξαίρει καὶ δοξάζει πολὺ τὴν προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἀλλὰ δεικνύουν μόνον τὸ πόσον μακρὰν εἶναι ὁ ὀρθόδοξος ἱερὸς Πατὴρ ἀπὸ τὴν νεωτέραν αἱρετικὴν δοξασίαν τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως» τῆς Παναγίας καὶ τῆς γεννήσεώς της ἄνευ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος45. Ἡ καινοτομία αὐτή, προϊὸν τοῦ «ἀλαθήτου» πάπα τοῦ Βατικανοῦ46, ὄχι μόνον ἀποχωρίζει τὴν Παναγίαν ἀπὸ τοὺς προγόνους της, τοὺς προπάτορας, καὶ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον ἀνθρωπότητα κατὰ τρόπον τόσον αὐθαίρετον, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὅλον τὸ νόημα τῆς προετοιμαστικῆς οἰκονομίας τῆς ἱστορίας τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ μειώνει τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Παρθένου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ «δόγμα» αὐτὸ ὑπονομεύει καὶ ὁλόκληρον τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς σωτηρίας μας, διότι ἀρνεῖται τὴν ἑνότητα τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν πραγματικῶς σωτήριον σάρκωσιν τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἕνα γνήσιον ἀντιπρόσωπον τῆς ἀνθρωπότητος47.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

————–
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας Εἰκόνας, 3, 41 (96, 1356).
  2. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ὀρθόδοξος περὶ Ἐκκλησίας ἀντίληψις τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ὁμολογίαν του τῆς πίστεως: «Καὶ ὄμνυμι… ὑποτάσσεσθαι τῇ ἁγιωτάτῃ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς φιλοχρίστου ἡμῶν μητροπόλεως Δαμασκοῦ» (Λίβελλος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος, 2, PG 94, 1432 C). Περὶ αὐτῆς τῆς ἀρχαιοτάτης παραδόσεως περὶ καθολικῆς Ἐκκλησίας πρβλ.τὸ ἐξαιρετικὸν βιβλίον τοῦ Ι. Ζηζιούλα: Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θ. Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι 1965, ἰδίως σελ. 95-148.
  3. Πρβλ. Εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, 6 (96 556). Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 30 (96, 632). Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας… Λόγ. 1 (96, 1284 Α). Κανόνες τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τοὺς Ἀποστόλους Πέτρον καὶ Παῦλον, 29 Ἰουνίου, ὠδὴ γ΄.
  4. Πρβλ. Μ. Ἀθανασίου: «Σκοπὸς οὗτος καὶ χαρακτὴρ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς πολλάκις εἴπομεν, διπλῆν εἶναι τὴν περὶ τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν ἐν αὐτῇ· ὅτι τε ἀεὶ Θεὸς ἦν καὶ Υἱός ἐστι Λόγος ὢν καὶ ἀπαύγασμα καὶ σοφία τοῦ Πατρός· καὶ ὅτι ὕστερον δι᾽ ἡμᾶς σάρκα λαβὼν ἐκ Παρθένου τῆς Θεοτόκου Μαρίας ἄνθρωπος γέγονε» (Κατὰ Ἀρειανῶν Γ΄, 29, PG 26, 385).
  5. Πρβλ. Ὁμιλ. Β΄, 4: «Εἷς Χριστός, εἶς Υἱός, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός, Θεός τε ὁμοῦ τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ὅλος Θεὸς καὶ ὅλος ἄνθρωπος, μία ὑπόστασις σύνθετος, ἐκ δύο φύσεων τελείων θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ ἐν δύο φύσεσιν τελείαις θεοτητί τε καὶ ἀνθρωπότητι· οὐ γυμνὸς Θεὸς οὐδὲ ψιλὸς ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ εἷς Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς σεσαρκωμένος, Θεὸς ὁμοῦ τε αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος». Πρβλ. καὶ τὸ δογματικὸν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνοῦ, ἦχος πλ. δ΄: «Εἷς ἐστιν Υἱός, διπλοῦς τὴν φύσιν, ἀλλ᾽ οὐ τὴν ὑπόστασιν· διὸ καὶ τέλειον αὐτὸν Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον ἀληθῶς κηρύττοντες, ὁμολογοῦμεν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν».
  6. Καὶ μάλιστα τοῦ ὑπερμάχου τῆς Παναγίας Θεοτόκου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου βλ. Κατὰ τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Ι, 10 (PG 76, 57B): «Τεθεοποιήκαμεν δὲ οὐδένα πώποτε τῶν τελούντων ἐν κτίσμασι· κατειθίσμεθα δὲ Θεὸν εἰδέναι, τὸν ἕνα καὶ φύσει ἀληθῶς· ἴσμεν δὲ ἄνθρωπον οὖσαν καθ᾽ ἡμᾶς τὴν μακαρίαν Παρθένον».
  7. Τὰ ἀνωτέρω ἐτονίσθησαν ὡς ἀναγκαῖα ἰδίως διὰ τὴν ἐποχήν μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφύονται πάλιν ὅλαι αἱ ἀρχαῖαι αἱρέσεις, μόνον ὑπὸ κάποιαν νέαν μορφήν. Οὕτως οἱ Προτεστάνται ἤδη ἀπὸ αἰῶνας ἔχουν ἀρνηθῆ τὴν Παναγίαν καὶ Ἀειπάρθενον Θεοτόκον, ἡ δὲ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, καινοτομοῦσα, ἐδημιούργησε μίαν ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον «Μαριολογίαν» στηριζομένην ἐπὶ νέων «δογμάτων», τὰ ὁποῖα παρήγαγε καὶ συνεχῶς παράγει ὁ «ἀλάθητος» πάπας εἰς τὴν Ρώμην. Καὶ ἡ «Μαριολογία» αὐτὴ παραμορφώνει τὸ ἀληθινὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Ἀλλὰ καὶ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ δεύτεροι ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν ὀρθόδοξον καθολικὴν πίστιν καὶ παράδοσιν τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Παναγία Μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος, εἶναι τὸ «σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας» (Κύριλλος Ἀλεξ., Ὁμιλ. εἰς τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, Mansi 4, 1253).
  8. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τοῦ ἁγίου Φωτίου, Ὁμιλία Θ΄ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, 9 (ἔκδ. Β. Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 96).
  9. Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 1 (96, 601). Πρβλ. Ὁμιλ. Γ΄. 7.
  10. Διότι, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, «τῆς θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμὸς» (Ἔκδ. ΙΙ, 30) καὶ ὁ Θεὸς «πάντα μὲν προγινώσκει, οὐ πάντα δὲ προορίζει» (αὐτόθι). Ἡ πρόγνωσις δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ ἀλλὰ προθεωρητική, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Πατέρων. «Οὐ θέλει ὁ Θεὸς μόνος εἶναι δίκαιος, ἀλλὰ πάντας ὁμοιοῦσθαι αὐτῷ κατὰ δύναμιν» (Ἔκδ. IV, 19).
  11. Πρβλ. καὶ Εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν συκῆν, 3 (96, 581)· Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 24 (96, 624).
  12. Βλ. ἁγίου Μαξίμου, Πρὸς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 528) κ.α.
  13. Διότι κατὰ τοὺς Πατέρας, «ταυτὸν ἔστιν εἰπεῖν ἀπολέσαι τὸ αὐτεξούσιον» (=τὴν ἐλευθερίαν) καὶ ἀπολέσαι τὸν ἄνθρωπον», Ν. Καβάσιλα, Βλ. Ἡ Θεομήτωρ – Τρεῖς θεομητορικὲς ὁμιλίες τοῦ Καβάσιλα, ἔκδ. Π. Νέλλα (Ἀθῆναι 1968), μὲ ἐνδιαφέροντα σχόλια ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος.
  14. Βάσει τοῦ χωρίου Ρωμ. ια´ 7, 5 ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος ἀναπτύσσει μίαν θαυμασίαν ἑρμηνείαν τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν «πλευρὰν» τοῦ πρώτου Ἀδὰμ καὶ συντελεῖται διὰ τῶν «ἐκλογῶν» καὶ τέλος τῆς Παναγίας εἰς τὸν «ἄνδρα Θεάνθρωπον», τὸν Δεύτερον Ἀδάμ, ὡς Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι «αὐτὸς ὁ Χριστός». (Λόγος Ἠθικός, ΙΙ, 2, S.C. 122, σ. 326-338).
  15. Ὅπως ταπεινὰ τὸ ὁμολόγησεν ἡ ἴδια ἡ Παναγία: «…Καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου» (Λουκ. α´ 47). Εἰς ἕνα Στιχηρὸν προεόρτιον τῶν Χριστουγέννων ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας: «…ὅτι ὤφθη Κύριος ἐκ Παρθένου Μητρός, ὅν περ καὶ κύψασα δουλικῶς ἡ Μήτηρ προσεκύνησε, καὶ προσεφθέγξατο τῷ ἐν ἀγκάλαις αὐτῆς· Πῶς ἐνεσπάρης μοι ἢ πῶς μοι ἐνεφύης, ὁ Λυτρωτής μου καὶ Θεός;» Ἐπίσης, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Χρύσιππος, πρεσβύτερος Ἱεροσολύμων (Ε΄αἰών), γράφει περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας τῆς Παναγίας «ἐκ τοῦ πτώματος, ἐν ᾧ κατέστησε καὶ αὐτὴν ἡ τῆς Εὔας συγγένεια» (δηλ. ἐκ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος). Λόγος εἰς τὴν Ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον, 2, P.O. XIX, 338.
  16. Παρόμοιον θαῦμα ἔκανε ὁ Θεὸς πολλάκις εἰς τὴν Π. Διαθήκην: εἰς τὴν Ἄνναν, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουὴλ (Α΄ Βασιλ. Α´ 19), εἰς τὴν Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου, τὸν ὁποῖον ὁ Θεός, ὅπως καὶ τὸν προφήτην Ἱερεμίαν, ἡγίασεν ἤδη εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του (Λουκ. α´ 15· Ἱερεμ. Α´ 5). Καὶ οἱ τρεῖς ὅμως αὐτοὶ Ἅγιοι τῆς Π. Διαθήκης ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα.
  17. Κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνὸν «γάμου ἔκγονα πάντες βροτοὶ μετὰ τοὺς τοῦ γένους ἀρχηγέτας» (Ἔκδ. IV, 24). Μόνον ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη «οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς» (Α´, 3), «οὐκ ἐκ συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς Παρθένου συλληφθεῖς, Ἀλλ᾽ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1). Ἐπίσης κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον: «Πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ γεννώμενοι ἐν ἀνομίαις συλλαμβάνονται (Ψαλ. Ν´[50] 7), ὑποπίπτοντες τῇ τοῦ προπάτορος καταδίκη… Ἀρχὴν ἔσχε μετὰ τὴν παράβασιν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις τῆς ἰδίας γενέσεως τὴν καθ᾽ ἡδονὴν ἐκ σπορᾶς σύλληψιν καὶ τὴν κατὰ ρεῦσιν γέννησιν, καὶ τέλος τὸν κατ᾽ ὀδύνην διὰ φθορᾶς θάνατον. Ὁ δὲ Κύριος ταύτην οὐκ ἔχων ἀρχὴν τῆς κατὰ σάρκας γεννήσεως, οὔτε τῷ τέλει, τουτέστι τῷ θανάτῳ, ὑπῆρχεν ἁλωτὸς» (PG 90, 788B, 1325B). Πρβλ. τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου: «Οὐ μὲν ἑτέρως γεγεννημένη (ἡ Ἁγία Παρθένος) παρὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν, ἀλλὰ καθὼς πάντες ἐκ σπέρματος ἀνδρὸς καὶ μήτρας γυναικὸς (PG 42, 748). Πρβλ. καὶ Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια (PG 98, 1485).
  18. Πρβλ. Ἀνδρέου Κρήτης: «Καὶ γὰρ εἰ χρῆ λέγειν τἀληθῆ, καὶ μέχρις αὐτῆς ὁ φυσικὸς τῶν ἀνθρώπων ἐχώρησεν θάνατος» (Εἰς τὴν Κοίμησιν, Α΄, PG 97, 1052).
  19. Πρβλ. Μ. Ἀθανασίου: «Ἀδελφὴ γὰρ ἡμῶν ἡ Μαρία, ἐπεὶ καὶ πάντες ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ἐσμὲν» (PG 26, 1061B).
  20. Πρβλ. καὶ Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 43 (95, 221-4) καὶ τὸν Κανόνα τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, ὠδὴ ζ΄ καὶ η΄, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα τροπάρια. Ἐπίσης Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 633· 37, 462), Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (PG 33, 976), Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (PG 87, 3245-8), Ἀνδρέου Κρήτης (PG 97, 817) κ.ἄ.
  21. Καὶ παρὰ ταῦτα ὁ Μ. Jugie (S. Jean Damascène), Orientalia Christiana Analecta, 109 [1936], σ. 140 ἑξ.) καὶ ὁ P. Voulet (Introduction εἰς τὴν πρόσφατον ἐπανέκδοσιν τῶν Ὁμιλιῶν ἐν S.C. No 80, σ. 20) θέλουν νὰ ἀποδώσουν τὴν κακοδοξίαν ταύτην καὶ εἰς τὸν Δαμασκηνόν. Πρβλ. Τοὐναντίον τοὺς ὀρθοδόξους μελετητάς: Β. Ἀναγνωστοπούλου. Ἡ περὶ τῆς Θεοτόκου διδασκαλία Ι. Δαμασκηνοῦ, ἐν «Ὀρθοδοξία» 31-32 (1956-7), καὶ A. Lebedev, Raznosti Cerkvej Vostocnoj i Zapadnoj v ucenii o Presv. Djevje Marii Bogorodice, Varsava 1881, καὶ S. Bulgakov, Kupina Neopalimaja, Paris 1927, κεφ. 1-3.
  22. Βούλλα «Ineffabilis Deus» τοῦ πάπα Πίου ΙΧ, 8 Δεκεμβρίου 1854.
  23. Πρβλ. L. Lossky, Le Dogme de l᾽ Immaculée Conception, «Messager de l᾽ Exarchat du Patriarche Russe en Europe Occidentale, 20 (1955), καὶ Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Popovic, Dogmatika Pravoslavne Crkve, II, 257-260 (Beograd 1935). Ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως εἶναι μία βασικὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας, ἐνῶ ἔχει παραμεληθῆ εἰς τὴν ρωμαιοκαθολικὴν θεολογίαν. Ὀρθῶς ὁ π. S. Bulgakov (Kupina Neopalimaja, σ. 23) παρατηρεῖ ὅτι εἰς τὴν ρωμαιοκαθολικὴν θεολογίαν «ἀπουσιάζει γενικῶς ἡ σαφὴς ἀνθρωπολογία», τοῦτο ὅμως, παρατηροῦμεν, ἔγινε λόγῳ τῆς ἀποχωρίσεώς της καὶ ἀνεξαρτητοποιήσεως ἀπὸ τὴν Χριστολογίαν καὶ ὄχι λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῆς «σοφιολογίας», ὅπως νομίζει ὁ π. Μπουλγκάκωφ.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ καὶ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορ.)

ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
καὶ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
«Ἀόρατος Πόλεμος»
Μέρος πρῶτον, Κεφάλαιον ΜΘ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι ἄ.χ., σελ. 164

.              Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.
.            Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.

, ,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ [Νέα ἔκδοση]

«Θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας στὴ Ρωσία»

ἐκδ. Ἱ . Μονῆς Παρακλήτου ,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς Ἰούλιος 2018,
σελ. 256

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Εἰσαγωγικὸ Σημείωμα

.                  Ἡ εἰκονογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς φανερώσεις τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεώς της, ὅπως εἶναι ἐπίσης ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοφόρων Πατέρων.
.                  Οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἑπομένως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων εἶναι ἰδιόμορφα βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα θεολογοῦν μὲ τὴν σιγή τους.
.                  Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, μὲ ἀπόφανση τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου παραγγέλλει νὰ τοποθετοῦμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες στοὺς ναούς, στὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στοὺς δρόμους, προκειμένου ν᾽ ἀντικρίζουμε τὰ πρότυπα τῆς Ἁγιότητος ἀλλὰ καὶ νὰ ἁγιαζόμαστε μὲ τὴν χάρη τους.
.                  Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀποστολικὴ παράδοση τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
.                  Ἂν σ᾽ ὅλους τοὺς Ἁγίους πρέπει τιμητικὴ προσκύνηση, πολὺ περισσότερο στὴν Θεομήτορα καὶ Παρθένο Μαρία. Αὐτὴ εἶναι ἁγιότερη ἀπὸ κάθε ἅγιο, εἶναι ἡ κορυφὴ καὶ ἡ τελείωση τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ καὶ ἡ μεγαλύτερη εὐεργέτιδα τῆς ἀνθρωπότητος, καθὼς ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ ἑπομένως τῆς σωτηρίας μας.
.                  Ἀναρίθμητες εἰκόνες τῆς Παναγίας ὑπάρχουν σ’ ὅλον τὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ πολλές ἀπ’ αὐτὲς ἔχουν τὴν χάρη τῆς θαυματουργίας. Στὴν Ρωσία, εἰδικότερα, μόνο οἱ ἐπώνυμες εἰκόνες της, μέ πολυάριθμα ἀντίγραφα ἡ καθεμιά, ὑπολογίζονται σὲ ἑπτακόσιες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, σύμφωνα μέ τό Ἡμερολόγιο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, διακόσιες ὀγδόντα περίπου εἶναι θαυματουργὲς καὶ ἑορτάζονται λειτουργικά.
.                  Ἀπέραντη εἶναι ἡ εὐλάβεια τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ πρὸς τὶς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου, ποὺ βρίσκονται διάσπαρτες στοὺς ναοὺς καὶ στὰ μοναστήρια τῆς ἀπέραντης χώρας του. Ὁρισμένες ἔπαιξαν σπουδαιότατο ρόλο στὸν ἐκκλησιαστικό, κοινωνικὸ καὶ ἐθνικὸ βίο τῶν Ρώσων. Μέσα ἀπὸ τὰ ἱστορικά τους συχνὰ παρελαύνουν γνωστά πρόσωπα καί σημαντικά γεγονότα τῆς ρωσικῆς ἱστορίας –ἡγεμόνες καί τσάροι, ἱεράρχες καί ἀσκητές, πολιορκίες καί μάχες, θεομηνίες καί καταστροφές. Σὲ κάθε περίπτωση, ὅλοι κινοῦνται καὶ ὅλα διαδραματίζονται γύρω ἀπό κάποιαν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία σὲ κρίσιμες στιγμές ἐπεμβαίνει γιὰ νὰ σώσει τὸν λαὸ τοῦ Υἱοῦ της.
.                 Στὸ μικρὸ τοῦτο βιβλίο, στό ὁποῖο παρουσιάζονται τριάντα τέσσερις θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας στὴν Ρωσία, διαπιστώνεται γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ ἡ χάρη, ἡ δύναμη καὶ ἡ εὐεργετικότητα τῆς πανάχραντης Μητέρας τοῦ Χριστοῦ καὶ δικῆς μας Μητέρας.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 135-137

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;

.         Ἡ παρθένος Μαρία ἦταν ὅ,τι ἐκλεκτότερο εἶχε νὰ παρουσιάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἑλκύση νὰ ἐνανθρωπήση. Ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῶν καθαρμῶν ὅλων τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἔκανε τὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ λάβη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ δείξη τὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας ἀναφέρεται διεξοδικῶς σὲ αὐτὸ τὸ γεγονός.
.           Γράφει ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν ξεχωρίσει τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ τὰ εἶχαν ἀφιερώσει στὸν Θεό, καὶ αὐτὸ τὸν χῶρο τὸν ἔδωσαν στὴν Παρθένο, γιατί ἔπρεπε αὐτὸς ὁ χῶρος νὰ εἶναι καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικία τῆς Παρθένου, ὥστε ἐκεῖ νὰ λατρεύεται ὁ Θεὸς καὶ νὰ τιμᾶται ἡ Παρθένος, μᾶλλον ὁ ἴδιος οἶκος ποὺ εἶχε τὴν Παρθένο νὰ εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ποὺ τὴν γνώρισε πολὺ καλά, ὡς καρδιογνώστης ποὺ ἦταν, τὴν κόσμησε μὲ ὅ,τι ἦταν ἄξιο γι᾽ αὐτήν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε στὴν σκηνή, ποὺ δὲν ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ τὴν νεφέλη καὶ τὰ ἀγγελικὰ καὶ ἀρχαγγελικὰ φτερά, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ποὺ εἶναι «ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», «ἡ τοῦ Ὑψίστου δύναμις», ἔγινε γιὰ τὴν Παρθένο σκηνή, δηλαδὴ ἔγινε ἡ ἄκτιστη σκηνὴ ποὺ τὴν ἐπισκίασε μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἔτσι αὐτὸς ὁ οἶκος, ποὺ εἶχε μέσα του τὴν Παρθένο, ἦταν ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.           Δὲν τιμᾶ ὁ χῶρος αὐτός –τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων– τὴν Παρθένο, ἀλλὰ ὁ ἄβατος αὐτὸς χῶρος σεμνύνεται γιὰ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου. Ὅπως τὸ παλαιὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων τιμᾶται ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου τιμᾶται ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τιμῶνται ἀπὸ τὴν Παρθένο, γιατί αὐτὰ ὁδηγοῦσαν στὴν πάναγνη Παρθένο καὶ προορίζονταν γιὰ αὐτήν. Ἡ εἴσοδος τοἀρχιερέως στἍγια τῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα μία φορὰ μόνο τὸν χρόνο, ἀφοῦ προηγουμένως ἴδιος εἶχε καθαρθεῖ, ὑποδήλωνε «τὴν ἀπόρρητον κυοφορίαν» τῆς Παρθένου, ὁποία ἔφερε μέσα της τὸν μόνον ἀναμάρτητον, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ μιὰ μόνη ἱερουργία καὶ μία φορὰ στοὺς αἰῶνες ἐξάλειψε ὅλη τὴν ἁμαρτία.
.               Ὁ Ναὸς καὶ ὁ ἄβατος χῶρος, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἦταν πολὺ σεβαστός, γιατί ἐπρόκειτο νὰ δεχθεῖ τὴν πάναγνη Παρθένο, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ δώσουν τὴν μεγαλειώδη σεμνότητα. Ὅλα, ὅσα βρίσκονταν μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι τὸ μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, μποροῦσαν νὰ τὰ πιάσουν μὲ τὰ χέρια τους καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τιμοῦσε τὸν χῶρο ἐκεῖνο ἦταν οἱ προεικονίσεις τῆς Παναχράντου, τὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶχαν τὴν ἀναφορά τους στὴν Παρθένο. Ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἦταν ἀπροσπέλαστος στοὺς ἀνθρώπους, γιατί περίμενε νὰ ἔρθει ἡ Παρθένος, καὶ μόλις ἐκείνη φάνηκε, τότε ἀμέσως καταργήθηκε ὁ νόμος ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἄνθρωπο νὰ εἰσέλθει κι ἔγινε ἡ κατοικία τῆς Παρθένου καὶ ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἡ πάναγνη Μαρία ἦταν ἡ πραγματικὴ στάμνα τοῦ μάννα, ἡ πραγματικὴ ράβδος, γιατί ἀπὸ αὐτὴν προῆλθε τὸ οὐράνιο μάννα, ὁ Χριστός,  ὁ ὁποῖος τρέφει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἦταν τὸ πραγματικὸ ἄνθος τῆς ζωῆς, ποὺ μοσχοβόλησε ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ πραγματικὲς πλάκες τῆς Διαθήκης, πάνω στὴν ὁποία μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γράφτηκε ὁ πραγματικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀληθινὴ σκηνὴ ποὺ διαφυλάσσει στοὺς αἰῶνες τῶν Θεάνθρωπο Χριστό, τὴν χαρὰ ὅλου τοῦ κόσμου.
.           Ἔτσι, τἍγια τῶν Ἁγίων ἦταν ἄδυτος χῶρος, γιατί περίμενε τὴν εἴσοδο τῆς παρθένου Μαρίας, ὁποία ἔγινε ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεο, καὶ τὸν τίμησε περισσότερο. Δὲν ἔλαβε τιμὴ ἡ Παρθένος ἀπὸ τὸν ἄδυτο ἐκεῖνο χῶρο, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ χῶρος τιμήθηκε μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου ποὺ θὰ γινόταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ «ΚΕΝΩΣΕΩΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 426-430

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου γίνεται λόγος γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ταπεινώθηκε μέχρι τὸν θάνατο καὶ μάλιστα θάνατο διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει «κένωσιν», τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Ἴδιος: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλ. β´ 7)
.                Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδιορίζοντας τὴν κένωση λέγει ὅτι, ἐνῶ εἶναι Θεός, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών», δηλαδὴ ἐνηνθρώπησε καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν θάνατο. Κένωση στὴν ἀκρίβεια σημαίνει ἄδειασμα, ταπείνωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν ὀνομάζει «ὕφεσιν τῆς Θεότητος».
.                 Οὐσιαστικά, κένωση εἶναι τὸ ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγία Τριάδος, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, προσέλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ μάλιστα προσέλαβε φύση ἄκρως καθαρή, ἀλλὰ παθητὴ καὶ θνητὴ γιὰ νὰ πεθάνη στὸν Σταυρὸ καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Κένωση εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ Λόγου σὲ μᾶς διὰ τῆς σαρκός. Ὁ Χριστὸς ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Του μέχρι σταυρικοῦ θανάτου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου ἔχει μεγάλη δόξα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὑψοποιός, ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι δόξα.
.                 Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε γιὰ μᾶς ἀνάβαση. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἐμεῖς ἀνεβήκαμε πρὸς τὸν Θεό. Ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ δόξασε τὴν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς Πατὴρ Τὸν ὑπερύψωσε καὶ Τοῦ χάρισε ὄνομα, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα θὰ προσκυνήσουν ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, καὶ ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                 Τὸ ὅτι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀναφέρεται στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ, διαβάζεται καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐξηγεῖται ἀπὸ τρεῖς λόγους.

.                 Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε διὰ τῆς Παναγίας μας. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση· μέσα στὴν κοιλία της πραγματοποιήθηκε ἡ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως –ἡ κένωση–, αὐτὴ δοκίμασε πρώτη καὶ τὴν δόξα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία τιμᾶται πολύ, γιατί ἔγινε Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, δοξάζεται γιὰ τὸν «καρπὸν τῆς κοιλίας» της. Ἡ κοιλία της γέμισε ἀπὸ τὴν θεία δόξα, ἔγινε παράδεισος ὁλοφώτεινος, κρατοῦσε τὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γής. Αὐτὸ εἶναι ἀσύλληπτο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς.

.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία συμμετεῖχε, σὲ ὅλη τὴν ζωή της, στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ. Καίτοι γνώριζε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ ὅτι Αὐτὸς ποὺ θὰ συλλαμβανόταν στὴν κοιλία της ἦταν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις Τὸν ἔβλεπε νὰ μεγαλώνη πτωχικὰ στὸ σπίτι της, Τὸν βοηθοῦσε καὶ Τὸν ἔτρεφε, ἀργότερα Τὸν ἀκολουθοῦσε στὴν δράση Του καὶ βέβαια κατὰ τὴν μεγάλη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε στὸν Σταυρό, παρευρέθηκε δίπλα Του, συμμετεῖχε καὶ στὴν ἀποκαθήλωσή Του. Ἔτσι, ἔζησε σὲ ὅλο τὸ βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γνώρισε καὶ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κανεὶς ἄλλος δὲν γνώρισε σὲ τέτοιο μεγάλο βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ ὅσο ἡ Παναγία μας, ἡ ἁγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ Παναγία μας ἔζησε τὴν κένωση στὴν ζωή της. Ὑπάκουσε στὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά της. Καίτοι ἦταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ προτίμησε νὰ ζῆ στὴν ἀφάνεια, στὴν ταπείνωση, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκη κάποιο ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ζητᾶ τιμὲς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὀλίγα γράφονται γι’ αὐτὴν μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, καίτοι δεχόταν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ ὅλων τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι ἔζησε καὶ ἡ ἴδια τὴν ἔνδοξη κένωση, παρόμοια μὲ τὸν Υἱό της, κατὰ τὸν χρόνο τῆς Κοιμήσεώς της.
.             Γνωρίζουμε ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ ἐκδηλώθηκε κυρίως στὸν ἑαυτό Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἔνδοξη κατάβαση τῆς ψυχῆς Του μαζὶ μὲ τὴν θεότητά Του στὸν Ἅδη, ὅπου καὶ συνέτριψε τὴν ἐξουσία του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, Ἐπίσκοπος Κρήτης, γράφει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν Χριστὸ γίνεται κατ᾽ ἀναλογίαν καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων διέρχονται μὲν τὸν «ἀειδῆ» ἐκεῖνο τόπο, δὲν κατέχονται ὅμως ἀπὸ αὐτόν, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ψυχῶν ποὺ ὑπέστησαν μὲ τὴν ραστώνη τους τὸν διὰ τῆς ἁμαρτίας θάνατο. Ἑπομένως, θὰ διέλθουν ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδου καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων, ὄχι γιὰ νὰ καταστραφοῦν ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ διερευνήσουν καὶ νὰ μυηθοῦν τὸ ξένο τῆς θείας οἰκονομίας μυστήριον, τὴν εἰς Ἅδου κάθοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διδαχθοῦν ὅσα ἔγιναν ἐκεῖ, δηλαδὴ τὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ Ἅδου. Οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ στὴν ζωή τους γνώρισαν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γνωρίσουν καὶ τὸ μυστήριο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Ἅδη. Ἔτσι, καὶ ἡ ψυχὴ τῆς Παναγίας, ὅταν κοιμήθηκε, κατέβηκε στὸν Ἅδη, ὅπου μυήθηκε στὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη, καὶ στὴν συνέχεια μυήθηκε καὶ στὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν μετάστασή της στὸν οὐρανό.

.               Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δόξα Του, ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ κένωση τῆς Παναγίας εἶναι δόξα της. Ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας μας συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, μιὰ ἐνάρετη γυναίκα, ὅπως ὑπῆρχαν πολλὲς ἐνάρετες γυναῖκες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἄλλωστε, αὐτὸ ψάλλουμε στὸν θεομητορικὸ ὕμνο: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολαμβάνει ἡ Παναγία ὀφείλεται στὸν «καρπὸ τῆς κοιλίας» της, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε τὸν Χριστό.
.               Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ μυστήριο τῆς κενώσεως-ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βίωσε καὶ ἡ Παναγία μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὴν δόξασε καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Χάρη καὶ τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχεται γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κύριος εἶναι ὁ Θεός, Κυρία καὶ ἡ Παναγία. Ὅπως ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ φάνηκε στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἔτσι καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας φάνηκε ἔντονα κατὰ τὴν Κοίμησή Της, ποὺ λέγεται ἔνδοξη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάληψη-μετάσταση τοῦ σώματός της στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ δόξα συνδέεται μὲ τὴν ταπείνωση καὶ ἡ τιμὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα ζητοῦν δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιδιώκουν νὰ ἀπολαύσουν τιμὲς μὲ ἀνθρώπινα μέσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι ἀνικανοποίητοι. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη δόξα λέγεται κενοδοξία, δηλαδὴ κενή, κούφια δόξα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζητᾶ κάτι αὐθεντικό, ὁλοκληρωμένο, αἰώνιο.

.                 Ἡ Παναγία μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν προσφορά, μετὰ τὸν Χριστό, εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας. Ὅσες δόξες καὶ τιμὲς καὶ νὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅσα ἀξιώματα καὶ ἐὰν ἀποκτήσουμε, ὅσες ὧρες καὶ ἂν διασκεδάσουμε, ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἐξανεμίζονται, ἀφανίζονται, ὅπως τὰ ὄνειρα τῆς νύκτας κι ὅπως ὁ καπνὸς διαλύεται στὴν ἀτμόσφαιρα. Μάλιστα πολλὲς φορὲς ἀφήνουν πίκρα, θλίψη καὶ πόνο. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ἤρεμη χριστιανικὴ ζωή.
.               Ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ πορευόμαστε τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν ὁδὸ τῶν παθημάτων τοῦ Σταυροῦ, τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας, ὁπότε πρέπει νὰ ζοῦμε τὴν κένωσή Του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Του, νὰ σηκώνουμε τὸν σταυρὸ τῶν πειρασμῶν, νὰ ὑπομένουμε τὶς συκοφαντίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ κατεβαίνουμε μὲ θάρρος καὶ πίστη σὲ κάθε προσωπικὸ ἅδη, σὲ κάθε πειρασμικὴ κόλαση, νὰ ἀντέχουμε τὶς πύρινες δοκιμασίες μὲ μετάνοια, νὰ μὴ φοβόμαστε τὸν θάνατο, δηλαδὴ νὰ συμμετέχουμε στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κένωση τῆς Παναγίας. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι σο μεγάλη εναι κένωσή μας μαζ μ τν Χριστό, τόσο νδοξη εναι θέωσή μας.
.                 Ἡ Παναγία τὰ ἔζησε ὅλα αὐτὰ στὴν ζωή της καὶ θὰ πρέπει νὰ ζητᾶμε τὶς πρεσβεῖες της. Ἔτσι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ Μητέρα μας, ἡ ἀναψυχή μας, ἡ παρηγοριά μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ θὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δόξα μας.

 

 

, , ,

Σχολιάστε