Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Παλαιά Διαθήκη

«ΕΞΕΛΘΕ ΕΚ ΤΗΣ ΓΗΣ ΣΟΥ» (Ὁ λόγος φαίνεται πολὺ σκληρός: νὰ ἐγκαταλείψει τὴν γῆ του, τὸν τόπο του. Καὶ νὰ φύγει. Νὰ φύγει μακριά.) )

«Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου…»
(Γέν. ιβ΄ 1)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4270, Ἰούλ. –Αὔγ. 2013

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ὁ λόγος φαίνεται σκληρός. Πολὺ σκληρός. Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν γῆ του, τὸν τόπο του. Καὶ νὰ φύγει. Νὰ φύγει μακριά. Τοῦ ζητάει νὰ ἀφήσει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ γένους του. Νὰ φύγει ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι. «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου…» (Γένεσις ιβ΄ 1).
.           Δύσκολο, ἐξαιρετικὰ δύσκολο τὸ πρᾶγμα. Σωστὸς ξεριζωμός. Μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο του, ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γνωστούς! Μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τὸ πατρικό, τὸ γεμάτο μὲ τόσες ἀναμνήσεις. Καὶ ὁ Ἀβραάμ, στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ὁ Θεός, δὲν εἶναι ἕνας νέος, ποὺ τώρα ξεκινάει γιὰ τὴν ζωή. Δὲν εἶναι κἂν ἕνας ὥριμος ἄνδρας. Εἶναι πρεσβύτης. Εἶναι ἑβδομήντα πέντε χρονῶν!
.           Σὲ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τῶν ἑβδομήντα πέντε χρονῶν δίνει ὁ Θεὸς τὴν ἐντολὴ νὰ ἀφήσει καὶ τόπο καὶ φίλους καὶ σπίτι! Καὶ νὰ πάει ποῦ; «…Καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω» (Γέν. ιβ΄ 1). Ἔλα ἐκεῖ, ποὺ θὰ σοῦ ὑποδείξω…
.           Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὑπακούει. «Καὶ ἐπορεύθη, καθάπερ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος» (Γέν. ιβ΄ 4). Παίρνει τὴν οἰκογένειά του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του καὶ φεύγει. Πιστὸς στὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Πιστὸς στὸ θέλημα καὶ τὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου του.

*   *   *

.           Εἶναι βέβαιο ὅτι τὸ «ἔξελθε» ὁ Θεὸς δὲν τὸ εἶπε μόνο στὸν Ἀβραάμ. Τὸ ἐπανέλαβε ποιὸς ξέρει σὲ πόσες χιλιάδες ἀνθρώπων… Τὸ λέει ἴσως καὶ σὲ μᾶς σήμερα. Συχνά, μέσα στὴν ζωή μας, ὁ Κύριος ἀπευθύνει αὐτὸ τὸν λόγο, ποὺ φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως σκληρός: «Ἔξελθε…»
.           Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ζήτησε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο, τοὺς φίλους καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Δηλαδὴ κάτι ἀπέραντα ἀγαπημένο, κάτι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ πρεσβύτης πιὰ Ἀβραὰμ εἶχε ζυμώσει τὴν ζωή του. Ἀπὸ μᾶς συχνὰ ζητάει κάτι ἀντίστοιχο. Μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀφήσουμε κάτι ποὺ ἀγαπᾶμε, κάτι μὲ τὸ ὁποῖο ἔχουμε συνδέσει τὴν ζωή μας. Καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Θεὸ στὴν πραγματοποίηση τοῦ σχεδίου ποὺ ἔχει γιὰ μᾶς.

.           Τί μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ κάτι; Ὁ τόπος μας. Τὸ χωριὸ ἢ ἡ πόλη μας. Οἱ φίλοι μας καὶ οἱ γνωστοί μας, οἱ συγγενεῖς καὶ συνεργάτες μας. Ἕνα σπίτι ποὺ τὸ ἀγαπᾶμε. Μιὰ συντροφιὰ πολύτιμη. Ἴσως μιὰ καλὴ ἐργασία, ποὺ ἀποδίδει ἀρκετά. Ἡ ὑγεία μας. Κάποια συνήθειά μας. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ χίλια δυὸ ἄλλα πράγματα. Πράγματα ἴσως καλὰ καὶ ὄμορφα ποὺ ὅμως πρέπει νὰ ἀποχωριστοῦμε. Νὰ τὰ ἀποχωριστοῦμε γιὰ νὰ πορευθοῦμε ἀλλοῦ, νὰ κάνουμε κάτι ἄλλο, νὰ ζήσουμε κάτι ἄλλο. Αὐτὸ μᾶς ζητάει ὁ Θεός. «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω…». Ὁ Ἀβραὰμ ἄκουσε τὴν φωνή. Τὴν δέχθηκε. Εἶπε ναί! Ἐμεῖς ἴσως δὲν τὴν ἀκοῦμε. Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν ἀκούσαμε ποτέ! Νὰ μὴν καταλάβαμε ποτὲ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ζήτησε ἢ μᾶς ζητάει κάτι παρόμοιο!
.           Ὁ Θεὸς ὅμως ἤξερε, μέσα στὴν πανσοφία Του καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ μᾶς, ὅτι πρέπει νὰ γίνει αὐτὸς ὁ ἀποχωρισμός μας ἀπὸ πρόσωπα καὶ πράγματα ἀγαπημένα. Καὶ γιὰ νὰ μᾶς διευκολύνει, γιὰ νὰ διευκολύνει τὴν ἀδύνατη θέλησή μας, μᾶς τὰ πῆρε αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μᾶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ κοντά τους μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο.

.           Αὐτὸ ἔφερε, καὶ φέρνει ἴσως, πόνο. Μήπως ὅμως καὶ ὁ πιστὸς Ἀβραὰμ δὲν θὰ πονοῦσε ἀφήνοντας πίσω τὴ γῆ του, βλέποντας νὰ χάνεται στὸν ὁρίζοντα τὸ σπίτι του; Ποιός ξεριζωμὸς εἶναι ἀνώδυνος;
.           Πονᾶμε σὲ παρόμοιες περιπτώσεις. Ὅμως ἂς σκεπτόμαστε ὅτι τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ χάνουμε κάτι ἢ κάποιον, τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ στοργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κάτι καλύτερο καὶ ὡραιότερο. Ὁ Κύριος μᾶς λέει: «δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω». Ἔλα στὴν γῆ, ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Δὲν σοῦ ἀφαίρεσα κάτι γιὰ νὰ σὲ βυθίσω στὴν θλίψη. Σ᾽ τὸ πῆρα, γιὰ νὰ σοῦ δώσω κάτι ἀνώτερο. Θέλω νὰ σοῦ δώσω αὐτά, ποὺ ἡ ἀγάπη μου ἑτοίμασε γιὰ σένα. Τὰ χέρια μου εἶναι γεμάτα μὲ δῶρα. Σοῦ παίρνω τὰ φτωχὰ πράγματα ποὺ κρατᾶς, γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὰ πολύτιμα δῶρα μου ποὺ εἶναι γιὰ σένα. Δὲν εἶδες τί ἔκανα μὲ τὸν πιστό μου ἄνθρωπο, τὸν Ἀβραάμ; Τὸν ἔβγαλα ἀπὸ τὴν γῆ του καὶ τὸ σπίτι του καὶ τὸν ἔφερα στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ τὸν σκεπάσω μὲ τοὺς ποταμοὺς τῆς εὐλογίας μου. Γιὰ νὰ τὸν καταστήσω πατέρα πολλῶν ἐθνῶν. Γιὰ νὰ κάνω τοὺς ἀπογόνους του σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας.

*   *   *

.           Κύριε, πιστεύουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀφαιρεῖς κάτι προσφιλές, γιὰ νὰ μᾶς τὸ στερήσεις καὶ νὰ μᾶς βυθίσεις στὸν πόνο. Πιστεύουμε ὅτι τὸ κάνεις, γιὰ νὰ μᾶς δώσεις περισσότερα καὶ καλύτερα.
.           Αὐτὸ ὅμως, ξέρεις πόσο δύσκολα τὸ αἰσθανόμαστε. Συχώρεσέ μας, γιατί δὲν νιώθουμε καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τὸ σχέδιό σου γιὰ μᾶς. Ὅταν δηλαδή, μᾶς κλείνεις ἕνα δρόμο κάπου ἀλλοῦ μᾶς ἔχεις ἀνοίξει μιὰ λεωφόρο. Καὶ ὅμως. Πόσες φορὲς κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ σαράκι τῆς ὀλιγοπιστίας μας καὶ λησμονοῦμε, πὼς ἡ ἀγαθὴ πρόνοιά Σου «δύναται ἐξ ἀπόρων πόρον εὑρεῖν». Στὰ ἀδιέξοδά μας Ἐσὺ πάντοτε ἔχεις τὶς διεξόδους Σου. Σὲ ἱκετεύουμε, ἄνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας νὰ βλέπουμε στὴν ἔρημο μας τὶς ἀστείρευτες πηγὲς τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας Σου. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ “ΕΚΠΟΡΝΕΥΣΗ” ΤΟΥ ΛΑΟΥ καὶ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Oὗτος ὁ λαὸς ἐκπορνεύσει ὀπίσω θεῶν ἀλλοτρίων τῆς γῆς, εἰς ἣν οὗτος εἰσπορεύεται, καὶ καταλείψουσί με καὶ διασκεδάσουσι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην αὐτοῖς. καὶ ὀργισθήσομαι θυμῷ εἰς αὐτοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ καταλείψω αὐτοὺς καὶ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἔσται κατάβρωμα, καὶ εὑρήσουσιν αὐτὸν κακὰ πολλὰ καὶ θλίψεις, καὶ ἐρεῖ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· διότι οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός μου ἐν ἐμοί, εὕροσάν με τὰ κακὰ ταῦτα. ἐγὼ δὲ ἀποστροφῇ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ διὰ πάσας τὰς κακίας, ἃς ἐποίησαν, ὅτι ἀπέστρεψαν ἐπὶ θεοὺς ἀλλοτρίους. (Δευτερ. λα´ 16-19)

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μποροῦμε (ὡς λαός μὲ τοὺς …δημοκρατικὰ ἐκλεγμένους ἄρχοντές του -τρομάρα μας) νὰ συνεχίσουμε ὡραιότατα τὴν δουλειά μας: τὴν κατάργηση τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς. Κοντὰ σ᾽ ὅλες τὶς ἄλλες θεότητες τῆς ἀλλοτριώσεως, μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες ὑπεργολαβίες τριακονταετοῦς ἐκπορνεύσεως, δηλ. προδοσίας τῆς σχέσεως μὲ τὸν Θεό, ἂς προσθέσουμε κι αὐτήν, τὴν κατάργηση τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς, ὥστε ΘΕΣΜΙΚΑ καὶ πλέον ΣΥΜΒΟΛΙΚΑ νὰ διαχωρίσουμε τὴν θέση μας ἀπὸ τὸν Θεό καὶ τὴν διαθήκη του (καταλείψουσί με καὶ διασκεδάσουσι τὴν διαθήκην μου)
.            Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχουμε χορτάσει συμφορὲς καὶ θλίψεις.Ἔχουμε γίνει «κατάβρωμα», ἔχουμε κατασπαραχθεῖ ἀπὸ τὶς διεθνεῖς ὕαινες, μᾶς ἔχουν βρεῖ ἕνας σωρὸς κακά, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὰ συμβαίνουν, ἐπειδὴ «οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός μου ἐν ἐμοί».

, ,

Σχολιάστε

«ΚΑΪΝ ΚΑΙ ΑΒΕΛ»: ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑ

,

Σχολιάστε

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ-5 («Ὅταν ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ξεπεράσει κάθε ὅριο ἀνοχῆς, τότε Ἐκεῖνος μεταχειρίζεται φωτιά, ὄχι δροσιά»)

Νικόλαος Βασιλειάδης
Θεολόγος-συγγραφέας

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ

[Ε´]

ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος
“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”
(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»
,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/11/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-1/

Μέρος Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/12/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-2/

Μέρος Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/13/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-3/

Μέρος Δ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/15/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-4/

9. Τὸ θαῦμα τοῦ ἑνιαίου Παλαιᾶς καὶ Κ. Διαθήκης

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.

.           Τονίζω καὶ πάλι ὅτι ὁ Θεὸς τῆς Π.Δ. εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν Θεὸ τῆς Κ.Δ. Καὶ εἶναι μεγάλο θαῦμα τὸ ὅτι ἐνῶ ἡ Ἁγ. Γραφὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 76 βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔχουν γραφεῖ σὲ διαφορετικοὺς τόπους καὶ σὲ διαφορετικὲς γλῶσσες σὲ μιὰ χρονικὴ περίοδο περίπου 1.400 ἐτῶν καὶ ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ 37 συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορα κοινωνικὰ περιβάλλοντα, ὡστόσο παραμένει βιβλίο ἑνιαῖο, χωρὶς ἀντιθέσεις καὶ ἀντιπαραθέσεις!
.           Ἡ Π.Δ. δὲν εἶναι ἱστορία τῶν Ἑβραίων. Εἶναι προϊστορία τοῦ Κ.Η.Ι. Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8). Οἱ Χριστιανοὶ εἴμαστε ὁ κατὰ πνεῦμα Ἰσραήλ. Οἱ δίκαιοι τῆς Π.Δ. εἶναι κατὰ πνεῦμα δικοί μας πρόγονοι. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐδίδασκε στὸν λαό, ἀντλώντας ἢ παραπέμποντας στὴν Π.Δ. (Λουκ. δ´ 15-21· κδ΄ 25-29). Μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἦλθε νὰ συμπληρώσει καὶ ὄχι νὰ καταργήσει τὸ νόμο ἢ τοὺς προφῆτες τῆς Π.Δ. (Ματθ. ε´ 17). Ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνήθηκε τὴν Π.Δ. Ἡ Ἁγ. Γραφὴ εἶναι στὸ σύνολό της προοδευτικὴ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη εἶναι κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, «δύο παιδίσκαι καὶ δύο ἀδελφαὶ» ποὺ ἀκολουθοῦν ὡς δορυφόροι «τὸν ἕνα δεσπότην»[14].
.           Ἡ σταθερὴ θέση τῆς Π.Δ., ποὺ ἐκφράζεται, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, μὲ τὴν καταπληκτικὴ φράση τοῦ Ψαλμωδοῦ Δαβὶδ στὸν θαυμαστὸ Προοιμιακὸ Ψαλμὸ «ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτοὺς» (Ψαλμ. ργ´ 35) καὶ ἔτσι οἱ πάντες νὰ ὑποταχθοῦν στὸν Θεὸν καὶ μὲ ὅλη τὴν φύση νὰ ἀναπέμπουν σύμφωνον αἶνον σ’ Αὐτόν, εἶναι ὁ πόθος ὅλων τῶν δικαίων, τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἁγίων, ὅλης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ ὕπαρξη τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλῶν καὶ ἀνόμων ἀσχημίζει τὴν ὡραία δημιουργία τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης[15].

 10. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο

.           Τελειώνοντας ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ὀνόμασε τοὺς Ἰουδαίους λαὸ «σκληροτράχηλον καὶ ἀπερίτμητον τῇ καρδίᾳ» (Πράξ. ζ´ 51), δηλ. λαὸν ἀνυπότακτο, σκληρό, ἀπειθή, γογγυστή, φονευτὴ τῶν προφητῶν (βλ. Πράξ. ζ´ 52), λαὸ ποὺ ἦταν ἐκ φύσεως ἄξιος τῆς θείας ὀργῆς, κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο (βλ. Ἐφ. β´ 3). Ὅμως «ὁ πλούσιος ἐν ἐλέει Θεός, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ» μὲ τὴν ὁποία τοὺς ἀγάπησε καὶ ὅταν ἀκόμη ἦταν ἠθικῶς νεκροί, τοὺς ἔσωσε διὰ τῆς χάριτός του, ὅπως καὶ ὅλους ὅσοι ἤμασταν εἰδωλολάτρες καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς ἔβαλε νὰ καθήσουμε μαζί του στὰ ἐπουράνια (Ἐφ. 6´ 4-6). Ἡ ἔλευση τοῦ Κ.Η.Ι. Χριστοῦ στὴν γῆ μας, ποὺ θὰ παραμείνει αἰσθητὴ μέχρι τὰ τέλη τοῦ παρόντος αἰῶνος, σημαίνει γιὰ μᾶς ζωὴ στὴ θέση τοῦ θανάτου· δόξα στὴν θέση τῆς αἰσχύνης· εὐλογία ἀντὶ γιὰ κατάρα.
.           Ἐμεῖς ὅμως ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἀξίωσε νὰ ζοῦμε στὴν περίοδο τῆς χάριτος ἂς προσέξουμε αὐτὸ ποὺ γράφει ἕνας ἅγιος τῆς Κ. Διαθήκης, σύγχρονός μας, ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Ὅσα δῶρα ἀναμένουν τοὺς πιστούς, τόσες πολλὲς πληγὲς ὑφαίνονται γιὰ τοὺς πονηρούς. Τὰ λιβάδια τοῦ Ἀδὰμ ποτίζονται μὲ ἁπαλὲς δροσοσταλίδες, ἀλλὰ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα τὰ θέρισε μιὰ πύρινη ρομφαία. Πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ πλάσματά Του ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο– γι’αὐτὸ τὸν περιμένει πολύ! Ὅταν ὅμως ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ξεπεράσει κάθε ὅριο ἀνοχῆς, τότε Ἐκεῖνος μεταχειρίζεται φωτιά, ὄχι δροσιά»[16]!

1. Βλ. περισσότερα γιὰ τὴν μετάφραση αὐτὴ εἰς Νικ. Π. Βασιλειάδη, Ἀρχαιολογία καὶ Ἁγία Γραφή, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19993, σσ. 278-280.

 2. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθ., Ὁμ. 17, 5 καὶ 6, PG 57, 261- 262.

 3. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμ. 44, 4-5 PG 54, 411-413.

 4. Θεοδωρήτου Κύρου, Εἰς τὰ ἄπορα τῆς θείας Γραφῆς κατ’ ἐκλογὴν εἰς ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις, Εἰς τοὺς Κριτάς, Ἐρώτ. Z´, PG 80, 489C.

 5. M. Ἀθανασίου, Λόγ. κατὰ Ἑλλήνων, 7 PG 25, 16A.

6. Μ. Βασιλείου, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον Ὁμ. 2, ἔκδ. «Ὠφελίμου Βιβλίου», Ἀθῆναι 1980 (ἔκδ. Ἰω. Διώτη), Μ.Βασιλείου Ἅπαντα, Τόμ. 13, σελ. 46.

7. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Βιβλ. Β´, κεφ. Λ´ (ΜΔ´), Περὶ προγνώσεως PG 94, 972-973).

8. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Γεν. Ὁμ. 44 PG 54, 408.

9. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ρωμ. Ὁμ. 5, 2, PG 60,424.

10. Π.Ν.Τρεμπέλα, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμ. Α´ ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», σελ. 221.

11. Μ.Βασιλείου, Εἰς Ψαλμ. λζ´ 1 PG 30, 85Α. Περισσότερα περὶ ὀργῆς καὶ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς αὐτὰ συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἀγαθότητα, πραότητα καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ βλ. Νικ. Π. Βασιλειάδη, Ἡ Π.Διαθήκη στὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20032, σελ. 101-106, 112, 116, κ.α. Ἐπίσης τοῦ Ἰδίου, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20112, σελ. 499-500.

12. Πρβλ. Γρ. Νύσσης, Εἰς τὴν ἐπιγραφὴν τῶν Ψαλμ. PG 44, 557D.

13. Περισσότερα καὶ τὶς σχετικὲς Πατερικὲς παραπομπὲς βλ. εἰς Νικ. Π.Βασιλειάδη, ἡ Π.Διαθήκη στὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, σελ. 57-64.

14. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμ. εἰς τὸ «Ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου» – καὶ εἰς τὴν ἀπογραφὴν τῆς Θεοτόκου, 1 PG, 50, 796.

15. Γρ. Νύσσης, Λόγος εἰς τὴν Προσευχήν, PG 44, 1132ΑΒ.

 16. Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ὁ Πρόλογος τῆς Ἀχρίδος, Νοέμβριος, ἔκδ. «Ἄθως», σελ. 54-55.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ-4 (Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη ἑνιαία ἐπιστολὴ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ)

Νικόλαος Βασιλειάδης
Θεολόγος-συγγραφέας

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ

[Δ´]

ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος
“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”
(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»
,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/11/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-1/

Μέρος Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/12/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-2/

Μέρος Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/13/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-3/

7. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη ἑνιαία ἐπιστολὴ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ

.           Ἄλλωστε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε, Θεὸς ἀγάπης, ἐξεδήλωσε τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Τοὺς πρωτοπλάστους τοὺς τιμωρεῖ μὲν γιὰ τὸ βαρύτατο ἁμάρτημά τους,

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.

τοὺς δίνει ὅμως ἐλπίδες μὲ ὅσα εἶπε στὸν πειραστὴ γιὰ τὴν ἥττα του ἀπὸ τὸ σπέρμα τῆς γυναικός, δηλ. τὸν Χριστό. Αὐτὸ ἦταν τὸ λεγόμενο πρωτευαγγέλιο (Γέν. γ΄ 15). Ὅλες δὲ οἱ προτυπώσεις καὶ προφητεῖες τῆς Π.Δ. ἀφοροῦσαν, ὡς γνωστόν, τὸ πρόσωπο τοῦ Μεσσία, τοῦ λυτρωτοῦ Κ.Η.Ι. Χριστοῦ, τοῦ πληρώματος τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Στὴν Π.Δ. ὁ Θεὸς παρουσιάζεται ἐλεήμων, ὑπομονετικός, ἕτοιμος νὰ συγχωρήσει (Ἐξ. λδ΄ 6· Ἀρ. ιδ΄ 18· Δευτ. δ΄ 21· Ψαλμ. 86, 5 καὶ 15· 108, 4· 145, 8· Ἰωὴλ β΄ 13). Ἀντιμετωπίζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς σ’ ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς καταστάσεις. Ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ξένους (Δευτ. ι΄ 10-19· ιδ΄ 29· Λευϊτ. ιθ΄ 33-34), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν μετάνοια τῶν ἐθνικῶν Νινευϊτῶν. Ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθροὺς (Παροιμ. κε΄ 21-22) καὶ πρὸς αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἄλογα ζῶα (Δευτ. κε΄ 4). Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὄχι μόνο ἡ Καινή, ἀλλὰ καὶ ἡ Π. Διαθήκη εἶναι μιὰ ἐπιστολὴ ἀγάπης γραμμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καλεῖ τὰ λογικὰ δημιουργήματά του σὲ μιὰ προσωπική, ἀγαπητικὴ σχέση, ὄχι διότι τὸ ἀξίζουν, ἀλλὰ διότι ὁ ἴδιος εἶναι ἐλεήμων, γεμάτος χάρη, ὑπομονή, ἄπειρη καλωσύνη καὶ ἀλήθεια. Στὴν Π. Διαθήκη ἀνεχόταν τὶς θυσίες γιὰ ἐξιλέωση. Στὴν Κ. Διαθήκη προσφέρει ὁ ἴδιος θυσία τὸν Υἱὸ του τὸν ἀγαπητὸ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ὅλα αὐτὰ πρὸς τὰ δημιουργήματά του ποὺ τὸν ἀρνοῦνται καὶ λατρεύουν εἴδωλα, δηλ. τὸν διάβολο.

.           Ὅταν μελετοῦμε τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη μὲ πνεῦμα μαθητείας καὶ εὐλαβείας διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ἴδιος Θεὸς τῆς ἀγάπης ἐνεργεῖ καὶ στὶς δύο. Ἄλλωστε ὑπάρχουν στὴν Κ.Δ. 224 ἄμεσες ἀναφορὲς τῆς Π.Δ. Ἡ δὲ Κ.Δ. εἶναι οἰκοδομημένη στὴν Π.Δ.

 8. Αὐστηρὸς ὁ Θεὸς καὶ στὴν Κ. Διαθήκη

.           Ἂς μὴν φανεῖ ὅμως παράξενο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς παρουσιάζεται αὐστηρὸς καὶ στὴν Κ.Δ. Στὴν παραβολὴ τῶν 10 μνῶν ὁ Θεὸς λέγει: Τοὺς ἐχθρούς μου ποὺ δὲν θέλησαν νὰ γίνω βασιλιὰς τους φέρτε τους ἐδῶ καὶ κατασφάξτε τους μπροστά μου (Λουκ. ιθ΄ 21). Ἄλλοτε λέγει πρὸς τοὺς ἐργάτες τῆς ἀνομίας: «Ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν» (Ματθ. ζ΄ 23). Ἄλλοτε ἐκδιώκει μὲ αὐστηρότητα τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων (Ματθ. κα΄ 12-13). Στὴν Π.Δ. ἡ ἐντολὴ ὅριζε «οὐ μοιχεύσεις»· στὴν Κ.Δ. ὅμως ὁ Κύριος ὅρισε πολὺ αὐστηρότερο νόμο. Εἶπε: «Ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν (ἔχοντας πονηρὴ ἐπιθυμία νὰ ἁμαρτήσει μαζί της) ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ», ἤδη μὲ τὴν ἐμπαθῆ αὐτὴ ματιά του τὴν ἐμοίχευσε μέσα στὴν καρδιά του καὶ ἁμάρτησε μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ διάθεσή του (Ματθ. ε΄ 28). Ἐπίσης ὁ ἀπ. Παῦλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι «ἀποκαλύπτεται ὀργὴ Θεοῦ ἀπ’ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων», ποὺ καταπατοῦν καὶ ἀδικοῦν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴν αἰσχρὴ ζωή τους (Ρωμ. α΄ 18). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπ. Πέτρος τιμώρησε μὲ ἀκαριαῖο θάνατο τόσο τὸν Ἀνανία, ὅσο καὶ τὴ σύζυγό του Σαπφείραν ἐπειδὴ εἶπαν ψέματα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶναι Θεὸς (Πράξ. ε΄ 1-11).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/16/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-5/

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ-3 (Τί σημαίνουν «θυμὸς καὶ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ»)

Νικόλαος Βασιλειάδης
Θεολόγος-συγγραφέας

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ

[Γ´]

ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος
“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”
(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»
,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/11/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-1/

Μέρος Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/12/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-2/

5. Τί σημαίνουν «θυμὸς καὶ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ»

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.

.           Ὅταν ἀκοῦμε στὴν Παλαιά, ἀλλὰ καὶ στὴν Κ. Διαθήκη, περὶ θυμοῦ καὶ ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὲς εἶναι φράσεις καθαρὰ ἀνθρωποπαθεῖς. Οἱ φράσεις αὐτὲς ἀποκλείουν κάθε πάθος καὶ ταραχὴ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἀπαθής. Ὁ Θεὸς εἶναι μὲν ἀγάπη, ὅμως ἀγάπη ποὺ δὲν ἀγανακτεῖ ἐναντίον τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖο ἀτιμάζει καὶ παραμορφώνει τὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο, ἀλλὰ μένει ἀδιάφορη ἀπέναντί του, δὲν εἶναι ἀγάπη.
.           Ἑπομένως ὅσοι ἐπιμένουν ὅτι ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται ὡς Θεὸς δικαιοσύνης καὶ αὐστηρὸς ἐκδικητὴς στὴν Π.Δ., ἐνῶ στὴν Κ.Δ. ἐμφανίζεται ὡς Πατέρας στοργικός, ἂς γνωρίζουν ὅτι αὐτὸ «εἶναι ἂν μή τι ἄλλο τουλάχιστον μονομερές. Τοῦτο μόνο εἶναι ἐν προκειμένῳ ἀληθές», ὅτι εἰς μὲν τὴν Π.Δ. οἱ κατὰ τῶν ἀσεβῶν θεῖες ἐκδηλώσεις «ἐλάμβανον χώραν περισσότερον ἐν τῷ παρόντι βίῳ, ἐνῶ ἐν τῇ Κ.Δ. ἐπιφυλάσσονται περισσότερον ἐν τῇ πέραν τοῦ τάφου ζωῇ»[10].
.           Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ὅταν ἀναφέρονται στὴν ἁγ. Γραφὴ οἱ λέξεις «ὀργὴ καὶ θυμὸς» τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἐννοοῦνται ὡς ἀνθρώπινα πάθη, διότι τὸ θεῖον εἶναι ἀπαθές. Τὸν θυμὸ καὶ τὴν ὀργὴ ἡ ἁγία Γραφὴ τὰ ὀνομάζει ἔτσι μεταφορικῶς, ὅπως ὅταν λέγει «ὀφθαλμὸς Θεοῦ, καὶ ὦτα, καὶ χεῖρας, καὶ δακτύλους, καὶ πόδας καὶ τὰ λοιπὰ μέλη». Συγκαταβαίνει δηλ. ἡ Ἁγία Γραφὴ πρὸς τὴν ἀντιληπτικὴ ἑνότητα τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ θείου λόγου[11].
.           Ἄλλωστε ἐφ᾽ ὅσον, ὅπως εἴπαμε, τὸ κακὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσοι ἐπιμένουν αὐθαίρετα σὲ ἑρμηνεῖες ἔξω ἀπὸ τὴν ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ τῆς Ἐκκλησίας, στιγματίζονται ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Οἱ ἐκφράσεις καὶ οἱ εἰκόνες τῆς Ἁγ. Γραφῆς περὶ Θεοῦ φοβεροῦ καὶ τιμωροῦ εἶναι σωστές, ὄχι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς πράγματι ὀργίζεται, ἀλλὰ διότι ὁ ἔνοχος καὶ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος βλέπει τὸν Θεὸν ὡς τιμωρό[12].

6. Τὸ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ…» νόμος φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ

 .           Προσθέτω καὶ τοῦτο. Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν τὸν πολιτισμὸ τῶν χρόνων τῆς Π.Δ. καὶ συγκρίνοντας τὸ νόμο της πρὸς τοὺς τότε ἰσχύοντας νόμους, διαπιστώνουμε ὅτι αὐτὸ τὸ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος» (Ἐξ. κ΄, 24· Λευϊτ. κδ΄ 20) ἦταν νόμος φιλάνθρωπος. Διότι περιόριζε τὴν ἀχαλίνωτη ἀντεκδίκηση καὶ ὅριζε ὅτι ἡ ἐκδίκηση δὲν ἐπαφίεται στὶς διαθέσεις ἐκείνου ποὺ ἔχει ἀδικηθεῖ. Οὐσιαστικὰ δὲ ἡ ἀνταπόδοση ἐπιφυλασσόταν στὸν δικαιοκρίτη Θεὸ (Δευτ. λβ΄ 35· Ψαλμ. 93, 1). Ἔχουμε ὅμως καὶ ἄλλα χωρία τῆς Π.Δ. τὰ ὁποῖα μᾶς πληροφοροῦν ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ἐκδικήσεως ἀπαγορευόταν ἐντελῶς (Λευϊτ. ιθ΄ 18). Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ὁ νόμος αὐτός, ὁ νόμος τῆς ταυτοπαθείας, εἶχε δοθεῖ στὸν Ἰσραήλ, ὅταν ἦταν ἀκόμη νήπιος πνευματικά. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς τοὺς δόθηκε ὄχι γιὰ νὰ βγάζουν ὁ ἕνας τὰ μάτια τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ νὰ ἀναχαιτίζονται καὶ νὰ συγκρατοῦνται. Ἦταν δέ, ἐπιμένει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οὐσιαστικὰ νόμος ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ νομοθετήθηκε γιὰ σκοποὺς καθαρὰ φιλανθρωπικούς[13].
.           Μὲ τὸν νόμο αὐτὸ ὁ Θεὸς καὶ μὲ ἄλλους παρομοίους παιδαγωγοῦσε καὶ προετοίμαζε προοδευτικὰ τὸν Ἰσραὴλ νὰ δεχθεῖ σταδιακὰ τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/15/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-4/

, , ,

Σχολιάστε

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ-2

Νικόλαος Βασιλειάδης
Θεολόγος-συγγραφέας

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ

[Β´]

ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος
“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”
(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»
,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/11/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-1/

3. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐθνικὸς Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.

.           Ἐδῶ θά ᾽θελα νὰ τονίσω ὅτι ὁ Θεὸς οὔτε ἐθνικὸς Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι οὔτε βέβαια πολέμαρχος. Ὁ Μωυσῆς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἀνακήρυξε τὸν Θεὸ ἐθνικὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραὴλ γιὰ νὰ συνενώσει καὶ νὰ ἐμψυχώσει τοὺς Ἰσραηλίτες (Ἐξ. γ´ 6, 7· ι´ 4· κ´ 2 κ.λπ.). Ἡ πίστη ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἀοράτως καὶ τοὺς βοηθεῖ κατὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ κατὰ τὴ διάβαση μέσα ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, συνετέλεσε ὥστε ὁ κατὰ τὸν Μωυσῆ «ἐθνικὸς» Θεός, ποὺ τὸν ἐξελάμβαναν ὡς ἀόρατο ἀρχηγό τους (Ἐξ. ιδ´ 14), νὰ προσλάβει καὶ πολεμικὸ χαρακτήρα, κάτι ποὺ δὲν εἶχε κατὰ τὴν περίοδο τῶν Πατριαρχῶν Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Ἔτσι οἱ πόλεμοι τοῦ Ἰσραὴλ χαρακτηρίζονται ὡς πόλεμοι τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἀριθ. β´ καὶ Α´ Βασ. ιη´ 17) καὶ οἱ νίκες ἀποδίδονται στὸν Θεὸ (Κρ. ε´ 4). Oἱ δὲ ἐχθροὶ τοῦ Ἰσραὴλ χαρακτηρίζονται ὡς ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ (Α´ Βασ. λ´ 26). Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐθεωρεῖτο παρὼν στὸ στρατόπεδο ἀλλὰ καὶ στὶς μάχες, ἔπρεπε τὸ στρατόπεδο νὰ εἶναι καθαρὸ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ (βλ. Ἀρ. ε´ 1 ἑξ). Γι’ αὐτὸ οἱ πολεμιστὲς ἐξαγνίζονταν, τηροῦσαν νηστεία (Α´ Βασ. ιδ´ 24), καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου ἀπέφευγαν κάθε τί ποὺ θὰ τοὺς ἐμόλυνε (Β´ Βασ. ια´ 10-11). Ὑπῆρχε μάλιστα καὶ βιβλίο, ποὺ ὅμως ἔχει ἀπωλεσθεῖ, μὲ τὸν τίτλο «Βιβλίο τῶν πολέμων τοῦ Γιαχβέ».
.           Ἀλλὰ μήπως καὶ μεῖς γιὰ τοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες δὲν ὀνομάσαμε τὴν Παναγία «Ὑπέρμαχο στρατηγό»; Ὡστόσο οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ἡ Παναγία κάνουν πολέμους, οὔτε ἐχθρεύονται τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἀνεξάντλητοι ὠκεανοὶ ἀγάπης. Θέλουν μόνο τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὅταν κρίνουν, ἐπεμβαίνουν, γιὰ νὰ μὴ ἐπικρατήσει τὸ ἄδικο. Τὰ περὶ Θεοῦ πολεμιστοῦ λοιπὸν λέγονται ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἰσραὴλ γιὰ λόγους ἐθνικοῦ γοήτρου.
.           Ἄλλωστε «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν» (Α´ Ἰω. δ´ 8). «Τὸ κακὸν οὐ παρὰ Θεοῦ οὐδὲ ἐν Θεῷ οὔτε ἐξ ἀρχῆς γέγονεν, οὔτε οὐσία ἐστὶν αὐτοῦ» κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο[5]. Ὁ δὲ Μ. Βασίλειος παρατηρεῖ: «Δὲν εἶναι εὐσεβὲς νὰ λέγουν ὅτι τὸ κακὸ ἔγινε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπειδὴ κανένα ἐναντίον δὲν γίνεται ἀπὸ ἐναντίον, δηλ. οὔτε ἡ ζωὴ ποτὲ γεννᾶ θάνατον, οὔτε τὸ σκοτάδι γίνεται ἀρχὴ τοῦ φωτὸς οὔτε ἡ ἀσθένεια κάνει τὴν ὑγεία». Καὶ προσθέτει: «Ἂν τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀγέννητον, οὔτε ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔγινε, πόθεν ἔχει τὴν φύσιν; Ἐπειδή, ὅτι ὑπάρχουν κακὰ στὸν κόσμο, κανένας δὲν ἀντιλέγει. Τί εἶναι λοιπὸν τὸ κακόν; ἐμεῖς λέμε», ἀπαντᾶ, «ὅτι τὸ κακὸν δὲν εἶναι φύση ζῶσα καὶ ἔμψυχος, ἀλλὰ διάθεση τῆς ψυχῆς ποὺ ἐναντιώνεται στὴν ἀρετή, ἡ δὲ διάθεση αὐτὴ προξενεῖται ἀπὸ τοὺς ἀμελεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἀμέλειά τους στερήθηκαν τὸ ἀγαθὸν καὶ τὴν ἀρετήν[6]. Ὁ δὲ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βεβαιώνει: «Ἡ μὲν ἀρετὴ δόθηκε στὴ φύση μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ αἰτία κάθε ἀγαθοῦ καὶ εἶναι ἀδύνατο ἔξω ἀπὸ τὴ συνεργία καὶ τὴ βοήθειά του νὰ θελήσουμε ἢ νὰ πράξουμε κάποιο ἀγαθὸ (…). Ἡ κακία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ»[7].

 4. Oἱ πόλεμοι καὶ τὰ δεινὰ παιδαγωγικὲς ράβδοι τοῦ Θεοῦ

 .           Ἔχοντας λοιπὸν ὑπ᾽ ὄψιν ὅσα ἀναφέραμε ὣς τώρα, ὅπως ἐπίσης τὸν ὅλο πολιτισμὸ τῶν Χαναναίων καὶ γενικὰ τῶν τότε εἰδωλολατρικῶν λαῶν, πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τοὺς ὁλοκληρωτικοὺς πολέμους τοῦ Ἰσραὴλ ἐναντίον τους κάτω ἀπὸ ἄλλη σκοπιά. Oἱ λαοὶ ἐκεῖνοι εἶχαν θεοποιήσει τὴν ἀκολασία. Oἱ θυσίες παιδιῶν ἦταν καθημερινὴ πρακτική. Ἐπιπλέον οἱ Χαναναῖοι εἶχαν ἀπορρίψει τὶς εὐκαιρίες γιὰ ἔλεος, ποὺ τοὺς προσφέρθηκαν. Ἄλλωστε ὁ Θεὸς δὲν διέταξε ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐξολόθρευσή τους (βλ. Ἐξ. κγ´ 27-30). Διότι ὡς Θεὸς τῆς ἀνεξιχνίαστης ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης ἔχει βεβαιώσει: Δὲν θέλω νὰ ἀποθάνει ὁ ἀσεβὴς μὲ τὴν ἀσέβειά του, ἀλλὰ ποθῶ νὰ μετανοήσει, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ νὰ ζεῖ εὐτυχὴς μὲ τὸν νόμο μου (Ἰεζ. λγ´ 11). Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν καταστρέψει[8].
.           Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε τὴν ἐξολόθρευση τῶν ἐθνικῶν τῆς γῆς Χαναὰν κατὰ λόγο δικαιοσύνης. Διότι οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι εἶχαν διαφθαρεῖ τελείως καὶ τώρα ἐτιμωροῦντο δίκαια ἀπὸ τὸν Κύριο, τὸν ρυθμιστὴ τῆς Ἱστορίας, γιὰ τὶς παρανομίες τους, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τοὺς πρὶν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ (πρβλ. Γέν. ιη´-ιθ´). Κατ’ ἄλλους ἐτιμωροῦντο καὶ διότι οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι εἶχαν καταρασθεῖ τὴ γῆ, ποὺ ἐγκατέλειψε προσωρινὰ ὁ Ἰακώβ, ὅταν κατέφυγε λόγῳ τῆς πείνας στὴν Αἴγυπτο. Ἐξ ἄλλου οἱ Ἰσραηλίτες ἔπρεπε νὰ ἀποφύγουν τοὺς μικτοὺς γάμους μὲ τοὺς λαοὺς αὐτούς, διότι οἱ ἀπόγονοί τους θὰ ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ (Δευτ. ζ´ 2-4). Ἀλλὰ καὶ διότι οἱ λαοὶ αὐτοὶ κατὰ τὴ λατρεία τους ἔκαναν πράγματα βδελυκτὰ στὸν ἅγιο Θεό, ἀφοῦ θυσίαζαν στοὺς θεοὺς τους τοὺς υἱοὺς καὶ τὶς θυγατέρες τους (Δευτ. ιβ´ 30-31). Μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Θεὸς τιμωρεῖ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀσέβεια ὄχι μόνο τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἰσραήλ. Στοὺς στίχ. 1-14 τοῦ 7ου κεφ. τοῦ Ἰεζεκιὴλ ἀναφέρεται σχετικὰ μὲ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους τὸ 598 π.Χ. 5 φορὲς ἡ φράση «πέρας ἥκει», 2 φορὲς «ἥκει ὁ καιρὸς» καὶ 3 φορὲς «ἤγγικεν ἡ ἡμέρα» καὶ «ἰδοὺ ἡ ἡμέρα». Στὸ στίχο 6 τοῦ ἴδιου κεφαλαίου, ὁ Θεὸς λέγει πρὸς τὸν Ἰσραὴλ – δὲν θὰ σὲ λυπηθεῖ τὸ μάτι μου οὔτε θὰ σὲ εὐσπλαχνισθεῖ. Θὰ σὲ κρίνω μὲ δικαιοσύνη, ὅπως σοῦ ἀξίζει. Καὶ σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: Ὁ Θεὸς δείχνει τὴν ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαχνία του, γιὰ νὰ ἁπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, ὄχι γιὰ νὰ προσθέσουμε ἁμαρτίες. Ἂν λοιπὸν δὲν κάνεις αὐτό, ἡ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τιμωρία θὰ εἶναι φοβερότερη. Διότι εἶναι μακρόθυμος, ἀλλὰ καὶ τιμωρός[9].
.           Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἀπὸ πλευρᾶς θεολογικῆς οἱ τιμωρίες θεωροῦνται ὡς παιδαγωγικὴ ράβδος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του (Ἀμ. ε´ 4, 14-15). Εἶναι τὰ ἀγκάθια μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης φράσσει τὸ δρόμο τοῦ λαοῦ του, γιὰ νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ χειρότερη πτώση. Ὁ Ὠσηὲ θεωροῦσε τὴν εἰδωλολατρία ὡς πορνεία, διότι τὴ σχέση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰσραὴλ τὴν ἔβλεπε τόσο στενή, ὅσο στενὴ εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας στὸ γάμο (βλ. Ὠσ. θ´ 4-5 καὶ 8-9). Ἑπομένως ὁ σκοπὸς τῶν τιμωριῶν εἶναι παιδαγωγικός. Τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους λόγῳ τῆς ἀποστασίας του ἀπὸ τὸν Θεὸ (722 π.Χ.). Ἀλλὰ καὶ τὸ νότιο βασίλειο τοῦ Ἰούδα γι’ αὐτὸ ὁδηγήθηκε στὴ Βαβυλώνιο αἰχμαλωσία (6ος αἰ. π.Χ.).
.           Κατὰ τὴν Π.Δ., ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν ἁγία Γραφή, ἡ Ἱστορία δὲν εἶναι τυχαία πλοκὴ ἀνεξέλεγκτων γεγονότων. Εἶναι σταδιακὴ ἀποκάλυψη τῆς παιδαγωγικῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος παιδαγωγεῖ καὶ διὰ τῶν λυπηρῶν, πολέμων, ἀναστατώσεων, βιαίων φυσικῶν φαινομένων κ.λπ. μὲ σταθερὸ σκοπὸ τὴ σωτηρία ἑνὸς λαοῦ ἢ καὶ ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, διὰ τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ πόλεμοι, οἱ ἀνασταστώσεις καὶ τὰ δεινὰ εἶναι παραχωρήσεις καὶ κρίσεις τοῦ Θεοῦ, εἶναι προσωρινὴ ἄρση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ συνέλθει ὁ ἀποστάτης ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/13/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-3/


βλ. σχετ.:
 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/

, , ,

Σχολιάστε

Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ-1

Νικόλαος Βασιλειάδης
Θεολόγος-συγγραφέας

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.Η ΔΗΘΕΝ “ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ” ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Π. ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ
[Α]

ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος
“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”
(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς, 2012

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

καὶ https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/

ΕΠΙΣΗΣ:

 ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίου)
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/11/ἀπαντήσεις-στὶς-κατηγορίες-ἐναντιο/

ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ  (Ἱερομονάχου Ἀρτεμίου Γρηγοριάτη):
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/03/ἰουδαϊσμός-ἑλληνισμός-καὶ-ὀρθοδοξ4/

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ (Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου):
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/06/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ-4/

1. Κατήγοροι καὶ κατηγορίες

 .           Τὸν τελευταῖο καιρὸ στὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ χρησιμοποιεῖται ὡς ὅπλο καὶ ἡ… Π. Διαθήκη. Τὴν κατηγοροῦν ὡς Ἰουδαϊκὴ βίβλο, μὲ περιεχόμενο ποὺ δὲν οἰκοδομεῖ καὶ ὅτι προβάλλει ἕνα Θεὸ σκληρό, ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς Κ. Διαθήκης, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεὸς ἀγάπης καὶ ἐλέους. Καὶ γιὰ μὲν τὴν πρώτη κατηγορία, ποὺ σήμερα προέρχεται κυρίως ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκαλουμένους «ἐθνικοὺς Ἕλληνες» ἢ Ὀλυμπιστὲς ἢ νεοειδωλολάτρες –αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ὀνομασία ἡ ὁποία τοὺς ἁρμόζει–, ἀπαντοῦμε ἐπιγραμματικὰ τοῦτο: Ἡ Π.Διαθήκη δὲν εἶναι βίβλος Ἰουδαϊκή, ἀλλὰ Οἰκουμενική. Ἰδιαίτερα ἀπὸ τότε ποὺ μεταφράσθηκε στὴν τότε οἰκουμενικὴ γλώσσα, τὴν ἑλληνική, ἐπὶ Πτολεμαίου τοῦ Φιλαδέλφου (285-246 π.Χ.) ἀπὸ τοὺς 72 ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους καὶ ἱκανότατους γλωσσολόγους1. Oἱ δὲ Ἑβραῖοι πολὺ πλανῶνται θεωρώντας ὅτι εἶναι ἀποκλειστικὰ δική τους. Διότι εἶναι πασιφανὲς ὅτι ὁ Θεὸς στὶς σελίδες τῆς Π. Διαθήκης ἐμφανίζεται νὰ μὴ ἔχει προτιμήσεις ἢ προσωποληψίες. Ὁ Θεὸς φανερώνεται σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ ἐθνικότητος, σ’ ὅποιον τοῦ τὸ ζητήσει μὲ πόθο καὶ καθαρὴ καρδιὰ (Πράξ. β´ 9-21). Τὸν Ἀβραὰμ τὸν ἀγάπησε καὶ τὸν ξεχώρισε, διότι ἦταν ὁ μόνος δίκαιος στὴν ἐποχή του. Τὸν προφήτη Ἰωνὰ τὸν ἔστειλε νὰ κηρύξει μετάνοια στοὺς ἐθνικοὺς Νινευίτες. Ἐνῶ οἱ προφῆτες δὲν διστάζουν νὰ στραφοῦν μὲ βιαιότητα κατὰ τῶν ἀποστατῶν.
.           Ὁ Ἰσραὴλ ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς ὄχι γιὰ τὴν ἀξία ἢ τὴν δύναμή του. Αἰτία τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰσραὴλ ὡς περιουσίου λαοῦ εἶναι ἡ ἐλεύθερη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀξιοπιστία του. Ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ λάτρευαν τὰ εἴδωλα. Ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς λαός, ἀλλ’ ἡ ἀποστολή του ἦταν ἱεραποστολική. Μετὰ τὴν σταύρωση ὅμως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἔπαυσε νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαός.
.           Ἐξ ἄλλου ἡ Π. Διαθήκη εἶναι γεμάτη προτυπώσεις γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (Γέν. γ´ 15). Ὁ Ἰσαάκ, ὁ Μελχισεδέκ, ὁ Ἰωσὴφ εἶναι προτυπώσεις τοῦ Κυρίου (Γέν. κβ´· ιδ´ 17-24· λζ´ ἑξ.). Ἐπίσης ἡ φλεγομένη καὶ μὴ κατακαιομένη βάτος (Ἐξ. γ´ 16), ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης (Ἐξ. κε´ 10-22), ὁ πόκος τοῦ Γεδεὼν (Κρ. ϛ´ 37-40) εἶναι προτυπώσεις τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου. Ὁ «λίθος ὁ ἀχειρότμητος» στὸ βιβλίο τοῦ Δανιὴλ (Δαν. ε´) προτυπώνει τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰωνᾶς στὴν κοιλία τοῦ κήτους προτυπώνει τὴν τριήμερη ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (Ἰωνὰς β´ 1-11), ὁ χάλκινος ὄφις (Ἀρ. κα´ 4-29) τὴν διὰ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου λύτρωσή μας, τὰ νεκρὰ ὀστᾶ στὸν Ἰεζεκιὴλ (Ἰεζ. λζ´) τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων κ.λπ. Ἡ Π.Δ. μᾶς λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται, ἡ δὲ Κ.Δ. ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε.

 2. Πῶς ἑρμηνεύεται καὶ κατανοεῖται ἡ Π.Δ.

.           Ὅσοι κάνουν λόγο γιὰ «κακὸ» καὶ «σκληρὸ» Θεὸ τῆς Π. Διαθήκης θὰ πρέπει νὰ ξέρουν τοῦτο: Τὴν Π. Διαθήκη δὲν πρέπει νὰ τὴν ἑρμηνεύουμε καὶ νὰ τὴν κατανοοῦμε νομικίστικα καὶ ἠθικά. Ἀλλὰ πρέπει νὰ βλέπουμε τὸ βαθύτερο θεολογικὸ καὶ σωτηριολογικό της περιεχόμενο, διότι τὰ κείμενα τῆς Π.Δ. δὲν εἶναι ἱστορικοφιλολογικά, ἀλλὰ θεόπνευστα, θεολογικά. Oἱ συγγραφεῖς τῆς Π.Δ. μᾶς μεταφέρουν πὼς ὅ,τι ἀκριβῶς θέλει νὰ διδάξει ὁ Θεὸς στὴν ἀνθρωπότητα τὴ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμή, ἀλλὰ διαχρονικά, μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἑπομένως τὴν Π.Δ. πρέπει νὰ τὴν ἑρμηνεύουμε θεολογικὰ καὶ μάλιστα Χριστολογικά. Τὸ πρόβλημα λοιπὸν δὲν βρίσκεται στὴν Π.Δ., ἀλλὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν προσεγγίζουμε.
.           Ἐπίσης γιὰ τὴν κατανόηση καὶ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία της πρέπει νὰ λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν τὸν διαφορετικὸ πολιτισμὸ τῶν χρόνων ἐκείνων, τὰ διαφορετικὰ ἤθη καὶ ἀξίες. Καὶ ἀκόμη ὅτι οἱ συγγραφεῖς τῆς Π.Δ. δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ κάνουν ἱστορία ἢ ἐπιστήμη μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ἄλλα νὰ μεταδώσουν στὸν ἀναγνώστη τὶς αἰώνιες ἀλήθειες. Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶναι θεολογικὸ βιβλίο καὶ διαπραγματεύεται τὸ πῶς ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο, πῶς ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε καὶ πῶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐνηνθρώπησε, δίδαξε καὶ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
.           Ἐπὶ πλέον ὅταν μελετοῦμε τὴν Π.Δ., πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν τὸ δίκαιο τῶν χρόνων ἐκείνων καὶ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα στὴν ὁποία ζοῦσε τότε ὁ Ἰσραήλ. Ἀναφέρω στὴ συνέχεια κάποια παραδείγματα, γιὰ νὰ γίνουν κατανοητὰ τὰ ὅσα εἶπα. Γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὴν Π.Δ. καὶ τὸ περιεχόμενό τους δὲν εἶναι καθόλου ἀποδεκτὸ μέσα στὰ πλαίσια τοῦ δικοῦ μας πολιτισμοῦ, εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Ὁ Ἀβραὰμ τεκνοποιεῖ μὲ τὴν δούλη του Ἀγὰρ καθ’ ὑπόδειξη τῆς συζύγου του Σάρρας. Ὁ Λὼτ τεκνοποιεῖ μὲ τὶς δύο θυγατέρες του. Ὁ Ἰούδας τεκνοποιεῖ μὲ τὴ νύμφη του Θάμαρ. Παρουσιάζεται ὁ Θεὸς νὰ δέχεται τὴν κνίσσα τῶν θυσιῶν. Ὁ Φινεὲς διαπράττει φόνο καὶ ὅμως τιμᾶται μὲ ἱερωσύνη κ.λπ.
.           Σ’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Ἡ Π.Δ. μιλάει στὴν γλῶσσα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ἤ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσοστομος, οἱ ἐντολὲς τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἀνταποκρίνονταν στὴν ἀδυναμία ἐκείνων ποὺ δέχονταν τοὺς νόμους. Ἂν ἡ Π.Δ., λέγει ἡ χρυσὴ γλώσσα, ἦταν ἀπὸ τὸν διάβολο, δὲν θὰ μᾶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ἀντίθετα θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε καὶ θὰ μᾶς ἔριχνε σ’ αὐτήν, πράγμα ποὺ πολὺ τὸ ἤθελε ὁ διάβολος. Καὶ σχολιάζοντας τὸ ὅτι ὁ νόμος τῆς Π.Δ. ὑπῆρξε «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν», παρατηρεῖ: Δὲν ἐπέτυχε μικρὰ πράγματα ὁ μωσαϊκὸς νόμος, ἀλλὰ πολὺ μεγάλα. Τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔφθασαν στὴ στερεὰ τροφὴ εἶναι ἔργο τῆς φροντίδος τοῦ νόμου[2].
.           Τὴν αἱμομιξία τοῦ Λὼτ μὲ τὶς δύο θυγατέρες του ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὴν κρίνει ὡς ἑξῆς: Ἡ ἁγία Γραφὴ διηγουμένη μας τὰ πάντα μὲ σαφήνεια θέλει νὰ μᾶς πεῖ τοῦτο: Κανένας ἂς μὴ κατηγορεῖ τὸν δίκαιο Λὼτ καὶ τὶς θυγατέρες του. Ἐκεῖνες θεωροῦσαν τὴν οἰκογένεια ὡς ὕψιστο σκοπὸ τῆς γυναίκας. Γι’ αὐτὸ μέθυσαν τὸν πατέρα τους, γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τὴν εὐτυχία καὶ τὴν εὐλογία τῆς τεκνοποιίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διαδοχῆς τοῦ γένους. Ἄλλωστε ὁ Λὼτ δὲν ἀντιλήφθηκε λόγῳ τῆς μέθης καὶ τὶς δύο φορὲς τὶ ἔκανε – καὶ αὐτὸ ὀφειλόταν στὴν «ἄνωθεν οἰκονομίαν». Διότι τὰ ἁμαρτήματα ποὺ μᾶς κατακρίνουν καὶ μᾶς καταδικάζουν εἶναι ὅσα γίνονται ἐν γνώσει μας καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Ἐπὶ πλέον ὁ Λὼτ δὲν μέθυσε ἀπὸ ἀκράτεια, ἀλλὰ ἀπὸ λύπη καὶ στενοχωρία[3].
.           Ἐπίσης ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὴν πολυγαμία στὴν Π.Δ., συγκαταβαίνοντας στὴν τότε ἀντίληψη, ἐπειδὴ τότε ἴσχυε τὸ πολυγαμικὸ σύστημα. Ἐξ ἄλλου οἱ πολλοὶ νόμοι, ποὺ συναντοῦμε στὴν Π.Δ., ἰδιαίτερα στὸ Δευτερονόμιο, ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ βοηθήσουν τὸν πρὶν ἀπὸ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἦταν κατ᾽ ἐξοχὴν ἁμαρτωλὸς καὶ νὰ ἀναζητήσει τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν μεσίτη καὶ λυτρωτὴ Μεσσία, γιὰ τὸν ὁποῖο προφήτευε ἡ Π.Δ. Ἐπίσης ὅταν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔδινε διαταγή, κατ’ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ καταστραφεῖ μιὰ πόλη ἐκ θεμελίων καὶ νὰ φονευθοῦν ὅλοι οἱ κάτοικοί της (βλ. Δευτ. κ´ [20] 10-20- Ἰησ. Ν. θ´ 3-33- Κρ. α´), ἐφάρμοζε τὴν τακτικὴ πολέμου, ποὺ ἀκολουθεῖτο τότε στὸ χῶρο τῆς ἀρχαίας ἀνατολῆς. Ὅπως ἔλεγαν, ἡ πόλη ποὺ ἐκυριεύετο, ἀφιερωνόταν ὁλόκληρη μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους της στοὺς θεούς. Διηγούμενοι οἱ συγγραφεῖς τῆς Π.Δ. τὴν καταστροφὴ τῆς πόλεως ἤθελαν νὰ διακηρύξουν τὴν αἰώνια ἀλήθεια ὅτι οἱ θεοὶ τῶν εἰδωλολατρῶν εἶναι ψευδεῖς καὶ δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὸν μόνο ἀληθινὸ καὶ ζῶντα Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Ὅτι ὁ Θεὸς προστατεύει τοὺς ἀληθινοὺς προσκυνητές του καὶ ὄχι τὰ ἀνύπαρκτα εἴδωλα. Τὸ κάθε περιστατικὸ λοιπὸν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζουμε μὲ πολλὴ προσοχή. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα: Ὅταν ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα νίκησε τοὺς Χαναναίους καὶ τοὺς Φερεζαίους καὶ κατέλαβε τὴν πόλη Βεζέκ, ὁ Ἀδωνιβεζέκ, ὁ κύριος καὶ δεσπότης τῆς πόλεως ἐκείνης, ἐτράπη εἰς φυγήν· ἀλλὰ συνελήφθη. Οἱ Ἰσραηλίτες τοῦ φέρθηκαν μὲ ἀσυνήθιστη σκληρότητα. Τοῦ ἔκοψαν σύρριζα τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν του. Τοῦτο συνέβαινε συχνὰ στοὺς ἡττημένους τῶν πολέμων τῶν χρόνων ἐκείνων, διότι ἔτσι ὁ ἀντίπαλος ἀχρηστευόταν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀντιπαραταχθεῖ πλέον σὲ πόλεμο. Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ τῶν Ἰσραηλιτῶν θὰ ἦταν μεγάλο στίγμα, ἂν δὲν ἦταν, ὅπως ὁμολόγησε ὁ ἴδιος ὁ Ἀδωνιβεζέκ, κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν τύψεων τῆς συνειδήσεώς του, δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅπως εἶπε, ἔκαμε κι ἐκεῖνος τὸ ἴδιο προηγουμένως σὲ 70 βασιλεῖς καὶ δήλωσε: «Καθὼς οὖν ἐποίησα οὕτως ἀνταπέδωκέ μοι ὁ Θεός». Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη παράμετρος, ποὺ δὲν πρέπει νὰ παραθεωρηθεῖ. Ὁ Θεὸς παραχώρησε μὲν νὰ τιμωρηθεῖ δικαίως ὁ Ἀδωνιβεζέκ, τοῦ ἔδωσε ὅμως χρόνο νὰ μετανοήσει. Διότι τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅπου καὶ ἀπέθανε (Κρ. α´ 4-7).
.           Oἱ πόλεμοι τῶν Ἰσραηλιτῶν κατὰ τῶν ἐθνικῶν ἦσαν ὁλοκληρωτικοί, διότι οἱ Ἰσραηλίτες εἶχαν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐξαλείψουν ἐντελῶς τὸ μίασμα τῆς εἰδωλολατρίας ἀπὸ τὴ γῆ Χαναάν, ὅπου τοὺς ὁδήγησε ὁ Θεὸς νὰ ἐγκατασταθοῦν. Ὅμως παρόλον ὅτι ἦσαν δυνατοί, ἀφοῦ εἶχαν μὲ τὸ μέρος τους τὸν παντοδύναμο Κύριο καὶ ἄρα μποροῦσαν νὰ πραγματοποιήσουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν τὴν πραγματοποίησαν, ὅπως γράφει ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοδώρητος Κύρου «πρῶτον διὰ νωθείαν (λόγῳ ψυχικῆς καὶ σωματικῆς νωθρότητος)· ἔπειτα καὶ διὰ πλεονεξίαν», διότι ἔκαμαν τοὺς Χαναναίους μόνο φόρου ὑποτελεῖς χωρὶς νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσουν τελείως (Ἰησ. Ν. α´ 28). Δηλ. παρέβησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν θέλησαν νὰ κοπιάσουν καὶ διότι τοὺς μαγνήτισαν τὰ χρήματα, ποὺ λάμβαναν ὡς φόρο. Ἔτσι ἀφῆκαν τὸ φίδι (τοὺς εἰδωλολάτρες), ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀδύνατο καὶ ναρκωμένο, νὰ ζεσταίνεται στὸν κόλπο τους. Στὴ συνέχεια δὲ παρασύρθηκαν στὴν εἰδωλολατρία. Ἔτσι ἀφοῦ παρέβησαν τὸν θεῖο νόμο, στερήθηκαν τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ[4].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/12/ἡ-δῆθεν-σκληρότητα-τοῦ-θεοῦ-2/

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίου)

 Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως

Ἱερεμίου, ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος

“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”

(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

καὶ https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/

ΕΠΙΣΗΣ:

ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ  (Ἱερομονάχου Ἀρτεμίου Γρηγοριάτη):

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/03/ἰουδαϊσμός-ἑλληνισμός-καὶ-ὀρθοδοξ4/

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ (Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου):

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/06/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ-4/

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

.             Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή νά ὁμιλήσω στό θεολογικό αὐτό Συνέδριο τῆς Ἐνορίας Ἁγίας Παρασκευῆς ὁμωνύμου Δήμου, μέ τό γενικό της θέμα περί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό ἐπί μέρους θέμα, τό ὁποῖο μοῦ ἔδωσε ἡ Ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου νά ἀναπτύξω, εἶναι «Ἀπαντήσεις στίς κατηγορίες ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης». Λυπᾶμαι ὅμως, γιατί στό μικρό χρονικό διάστημα πού μοῦ παρέχει τό πρόγραμμα δέν θά μπορέσω νά ἀνταποκριθῶ, ὅπως θά ἤθελα, στήν ἀνάπτυξη τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ θέματος, γι᾽ αὐτό καί θά περιοριστῶ στά πλέον βασικά σημεῖα του. Στίς ἡμέρες μας, ἀγαπητοί μου, μαζί μέ τά ἄλλα, γίνεται καί αὐτό τό μεγάλο ἁμάρτημα, πού εἶναι προδοσία πίστεως: Περιφρονεῖται καί ὑβρίζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη. Τό ἁμάρτημα δέ αὐτό εἶναι μεγάλο, γιατί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ πρώτη θεία Ἀποκάλυψη. Καί ἡ περιφρόνησή της λοιπόν εἶναι ἁμάρτημα μεγάλο, εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τήν αἵρεση· γιατί, ἄν τό νά παρερμηνεύσουμε ἕνα χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί νά βγάλουμε ἀπό αὐτό ἐσφαλμένη διδασκαλία συνιστᾶ αἵρεση, ἄς φανταστοῦμε πόσο φοβερό εἶναι τό νά διαγράφουμε καί νά ἀπορίπτουμε ὁλόκληρο τό πρῶτο τμῆμα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἀσφαλῶς δέ δέν πρέπει νά εἴμαστε ἀδιάφοροι στά ἀκουόμενα καί σήμερα ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά, κατά τό παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων μας, νά ὁμιλοῦμε καί ἐμεῖς μέ προφορικό καί γραπτό λόγο γιά τήν ἱερότητά της, τήν ἀναγκαιότητά της στήν Ἐκκλησία μας καί τήν σπουδαιότητά της στήν πνευματική μας πορεία.

.             Ἄς πῶ προλογικά καί τό ἄλλο θλιβερό, ὅτι δηλαδή ὑπάρχουν καί ἐκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν καί αὐτοί σωστή ἔννοια γιά τήν Παλαιά Διαθήκη. Τό δέ ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅτι ὑπάρχουν καί κληρικοί ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά ἄλλο Θεό στήν Παλαιά Διαθήκη, Θεό ὀργιζόμενο καί κεραυνοβολοῦντα, καί ἄλλο Θεό στήν Καινή Διαθήκη. Ἔτσι ἡ Παλαιά Διαθήκη πολεμεῖται καί ἐκ τῶν ἔνδον διά τό ἀθεολόγητο μερικῶν ἱερωμένων. Στήν συνέχεια, μέ σύντομο ὅσο μπορῶ λόγο, θά ἀπαντήσω στίς σπουδαιότερες ἀπό τίς ἀκουόμενες κατηγορίες κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά διαλεχθοῦμε στήν συνέχεια καί γιά τίς σχετικές περί αὐτῆς ἄλλες ἀπορίες.

ΑΚΟΥΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 Α´

.             Ὡς πρῶτο λεγόμενο περιφρονητικῶς πρός τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι αὐτό πού λέγουν πολλοί, ὅτι δέν χρειάζεται νά τήν διαβάζουμε· μᾶς φτάνει ἡ Καινή Διαθήκη. Ἄς μάθουμε τήν Καινή Διαθήκη καί δέν μᾶς χρειάζεται ἡ Παλαιά.

(α) Τά λόγια αὐτά προδίδουν ἄγνοια ὄχι μόνο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά καί τῆς Καινῆς, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη χωρίς τήν Παλαιά. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση τῆς Καινῆς. «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή», λέγει κάπου ὁ Χρυσόστομος. Γι᾽ αὐτό ἐξ ἄλλου λέγεται Καινή Διαθήκη, ἐπειδή προϋποθέτει ὑπάρχουσα Παλαιά Διαθήκη.

.             (β) Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὅ,τι καί ἡ Καινή Διαθήκη. Τί εἶναι ἡ Καινή Διαθήκη; Εἶναι φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες εἶναι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἀλλά καί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι τό ἴδιο ἀκριβῶς. Εἶναι καί αὐτή φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες σ᾽ αὐτήν εἶναι οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τό θέμα καί τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέγει κάπου ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «προέλαβε τὴν Καινὴν ἡ Παλαιά καὶ ἡρμήνευσε τὴν Παλαιὰν ἡ Καινή. Καὶ πολλάκις εἶπον, ὅτι δύο Διαθῆκαι καὶ δύο παιδίσκαι καὶ δύο ἀδελφαὶ τὸν ἕνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρὰ προφήταις καταγγέλλεται, Χριστὸς ἐν Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινὰ τὰ καινά, προέλαβε γὰρ τὰ παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τὰ παλαιά, ἡρμηνεύθη γὰρ ἐν τῇ Καινῇ».1

.             γ) Πραγματικά, τό θέμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι βιβλίο θεοπτιῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀσάρκου ἔτι ὄντος. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐβιάζετο, τρόπον τινά, πότε νά σαρκωθεῖ καί ἐνεφανίζετο μέ μορφήν ἀγγέλου στούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε γιά τόν «Ἄγγελο τοῦ Κυρίου», Mal’ ak Jahve, ὅπως λέγεται στό Ἑβραϊκό, ἕνα μυστηριῶδες Πρόσωπο, τό ὁποῖο παρουσιάζεται ὡς Θεός καί ὀνομάζεται ρητῶς Γιαχβέ. Κατά τήν πατερική ἑρμηνεία ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἄσαρκος ἀκόμη καί ἐμφανιζόμενος μέ τήν μορφή τοῦ ἀγγέλου. Εἶναι αὐτός πού ὁ προφήτης Ἠσαΐας (9,6) καλεῖ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελον» ἤ ὁ προφήτης Μαλαχίας (3,1) καλεῖ «ἄγγελον τῆς διαθήκης». Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος ὀνομάζεται ἄγγελος, ἐπειδή «τὴν πατρικὴν ἡμῖν ἀνήγγειλε βουλήν, κατὰ τὴν αὐτοῦ φωνήν», ὅπως λέγει ὁ Θεοδώρητος.2 Ἐπειδή ὁ χρόνος δέν ἐπιτρέπει, λέγω μόνο συντόμως ὅτι σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔχουμε θεοφάνεια τοῦ θείου τούτου Ὄντος, τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου, τοῦ Mal’ ak Jahve.3

.             (δ) Πρέπει ὅμως νά ποῦμε ἐδῶ τήν μεγάλη μας διαφορά μεταξύ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Φραγκολατίνων Παπικῶν: Ὅτι δηλαδή, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀκολουθοῦντες τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἑρμηνεύουμε ὀρθῶς καί τό διακηρύσσουμε στήν θεία μας λατρεία, ὅτι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ ἀσάρκου ἀκόμη Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀκολουθοῦντες τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἑρμηνεύουν λανθασμένα ὅτι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Mal’ ak Jahve) δέν εἶναι ὁ ἄκτιστος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἕνας κτιστός ἄγγελος. Τήν αἱρετική αὐτή διδασκαλία τήν εἰσήγαγαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στήν θεολογία τους καί ἔτσι ὑποτιμήθηκε σ᾽ αὐτούς ἡ Παλαιά Διαθήκη. Γιατί μέ αὐτή τήν αἱρετική, ξαναλέγω, διδασκαλία τους καί μέ τήν ἄλλη αἱρετική πάλι διδασκαλία τους, τῆς μή διακρίσεως οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Θεό, ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν παρουσιάζεται ὡς βιβλίο θεοφανειῶν, ἀλλά ὡς βιβλίο ἐμφανίσεων ἑνός κτιστοῦ ἀγγέλου καί ἐμφανίσεων κτιστῶν συμβόλων. Ἡ ἐπικρατοῦσα στόν χῶρο μας περιφρόνηση πρός τήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει παπική προέλευση, εἶναι δυτικό φροῦτο! Ὡσάν παρέκβαση ὅμως θά ἤθελα νά πῶ περί τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι εἶναι ἅγιος, διότι ἔτσι τόν δέχεται ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδή ἔπλυνε τήν ψυχή του μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας του καί ἐπειδή ἦταν ταπεινός καί ἀσκητής. Ἡ μεγάλη ὅμως ἔλλειψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἦταν τό ὅτι δέν ἐγνώριζε τήν ἑλληνική γλώσσα, παρά μόνο τήν λατινική. Καί ἀφοῦ δέν ἐγνώριζε τήν ἑλληνική γλώσσα, δέν ἐγνώριζε τήν θεολογία τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Γνωρίζουμε δέ ὅτι ἡ σωστή ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται μέ βάση τήν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων.

Μέ τά ὅσα εἶπα παραπάνω, ὡς ἀπάντηση στό λεγόμενο ὅτι δέν χρειάζεται ἡ μελέτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρά μόνο τῆς Καινῆς, θέλω νά πῶ ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται χριστολογικά. Τήν ἑρμηνεία αὐτή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τήν ἔδωσε αὐτή ἡ Καινή Διαθήκη, ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Καί μέ βάση τήν ἑρμηνεία αὐτή ἐθεολόγησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες.

 Β´

.             Ὡς ἄλλη κατηγορία κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ λόγος πού ἀκούγεται γι᾽ αὐτήν ὅτι δέν εἶναι τάχα ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωσή της, γιά τό ὅτι περιέχει σκανδαλώδεις διηγήσεις: Γιά τήν διήγηση τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο (Γεν. 12,10-20) καί τοῦ Ἰσαάκ καί τῆς γυναίκας του στά Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26,1-14), ὅπως ἀκόμη περισσότερο, γιά τήν διήγηση τῆς αἱμομιξίας τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38) ἤ τοῦ αἴσχους τῶν Σοδομιτῶν (Γεν. 19,1 ἑξ.) καί γιά τήν σκανδαλώδη πράγματι ἱστορία τοῦ Ἰούδα καί τῆς Θάμαρ (Γεν. 38,1-30) κ.ἄ. Κατανοοῦμε τίς ἀντιρρήσεις αὐτές τῶν ἀντιφρονούντων καί ἡ ἀπάντηση σ᾽ αὐτές εἶναι μόνο θεολογική. Μέ τήν εὐκαιρία λέγω ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται θεολογικά καί εἰδικώτερα χριστολογικά, ὅπως ἀναπτύξαμε στήν προηγούμενη παράγραφο. Ἐάν τήν Παλαιά Διαθήκη δέν τήν ἑρμηνεύσουμε θεολογικά, συμφωνῶ κι ἐγώ ὅτι σκανδαλίζει ἡ ἀνάγνωσή της καί δέν πρέπει νά τήν διαβάζουμε. Ὡς θεολογική ἀπάντηση στήν παραπάνω ἀντίρρηση ἔχω νά πῶ τά ἑξῆς:

.             (α) Ἡ Παλαιά Διαθήκη παραλαμβάνει τόν ἄνθρωπο πεπτωκότα, πεσμένο δηλαδή στήν ἁμαρτία. Καί μέ τίς παραπάνω καί ἄλλες σκανδαλώδεις διηγήσεις, πού ἀναφέρει, τοῦ μιλάει στήν γλώσσα του, γιά νά τόν ἀνορθώσει σταδιακά. «Τῆς ἀσθενείας τῶν δεχομένων τοὺς νόμους ἦν τὰ λεγόμενα τότε», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος γιά τό θέμα πού μιλᾶμε. Καί συνεχίζει λέγοντας: «Βλέπουμε γιά παράδειγμα στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Θεό νά δέχεται λατρεία ἀπό κνίσσα θυσιῶν· αὐτό εἶναι πολύ ἀνάξιο γιά τόν Θεό, ἀλλά συγκατέβηκε στήν ἀτέλεια τῶν ἀνθρώπων τῶν χρόνων ἐκείνων…».4 Ἡ συμβᾶσα πτώση τῶν πρωτοπλάστων ἔφερε τόν ἄνθρωπο σέ μία παρά φύση κατάσταση· καί ἀπό αὐτή τήν παρά φύση κατάσταση ἡ Παλαιά Διαθήκη θέλει νά τόν φέρει στό κατά φύση, γιά νά τόν παραλάβει ἔπειτα ἀπό αὐτή τήν κατάσταση ἡ Καινή Διαθήκη καί νά τόν φέρει στήν ὑπέρ φύση κατάσταση. Ἔτσι στήν ἀρχή ἡ Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζει τόν Θεό νά ἐπιτρέπει τόν γάμο καί μεταξύ ἀδελφῶν, γιατί δέν μποροῦσε νά γίνει καί διαφορετικά. Ἀλλά στήν συνέχεια ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀπαγορεύει τήν ἀδελφομιξία, ἐπιτρέπει ὅμως τήν πολυγαμία μέ ξένες πρός τήν οἰκογένεια γυναῖκες. Καί ἔτσι βλέπουμε τόν Ἀβραάμ, κατά τά κρατοῦντα τότε, νά τεκνοποιεῖ ἀπό τήν Ἄγαρ, τήν δούλη τῆς γυναικός του Σάρρας (Γεν. 16,4), ἀλλά καί ἀργότερα νά παίρνει καί ἄλλη γυναίκα, τήν Χεττούρα, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα γεννάει ἕξι παιδιά (Γεν. 25,1-20). Ἀπό τήν πολυγαμία ὅμως ἔπειτα μεταβαίνει ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν μονογαμία καί ἀπ᾿ αὐτήν στήν ἐγκράτεια στόν γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6). Καί ὕστερα ἀπό τήν προηγηθεῖσα αὐτή προπαρασκευή στήν ἐγκράτεια μεταβαίνουμε στήν παρθενία, πού ἀποκαλύπτεται κυρίως στήν Καινή Διαθήκη. Καί ἡ παρθενία εἶναι πράγματι μία ὑπέρ φύσιν κατάσταση.5 Στό ἐρώτημα, λοιπόν, γιατί τά τόσα σκανδαλώδη στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαντοῦμε πρῶτον γενικά ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη μιλάει γιά τήν πτώση (βλ. Γεν. κεφ. 3) καί τά ὀδυνηρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσεως. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε πολύ ἁμαρτωλή, ἄς τό πῶ ἔτσι, ἔγινε «καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλός», ὅπως τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 7,13)· καί ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται στήν ἁμαρτωλή αὐτή κατάστασή του, γι᾿ αὐτό καί διαβάζουμε σ᾿ αὐτήν γιά πτωτικά καί σκανδαλώδη πράγματα. Σκοπεύει ὅμως ἡ Παλαιά Διαθήκη τήν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πεσμένη του στήν ἁμαρτία κατάσταση καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἀναφέρει τά πτωτικά καί σκανδαλώδη τῆς κατάστασής του αὐτῆς.

.             (β) Ὡς μιά ἄλλη, θεολογική πάλι ἀπάντηση, σχετικά μέ τά «σκανδαλώδη» τά ἀναφερόμενα στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε νά ποῦμε καί τό ἑξῆς: Στήν Παλαιά Διαθήκη διακρίνουμε δύο γραμμές, δύο γενεές ἀνθρώπων, τήν καλή καί τήν κακή γενεά. Ἀπό τήν ἀρχή βλέπουμε τήν διάκριση αὐτή: Τήν καλή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Ἄβελ καί τήν κακή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Κάϊν. Ἡ μία γενεά μάχεται τήν ἄλλη (βλ. Γεν. 3,15). Ὅταν ἐμίχθησαν οἱ δύο αὐτές γενεές (Γεν. κεφ. 6) ἔγινε ὁ φοβερός κατακλυσμός. Ὁ Θεός θέλει οἱ ἄνθρωποι τῆς καλῆς γενεᾶς νά διατηρηθοῦν καθαροί, νά μήν ἔχουν κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους τῆς κακῆς γενεᾶς. Θέλει τό κηπάριό Του νά παραμείνει καθαρό, γιατί ἀπ᾽ αὐτό τό κηπάριο θά βγεῖ ὁ ὡραῖος καρπός, ἡ Παναγία, ἀπό τήν Ὁποία θά προέλθει ὁ Μεσσίας. Μέ βάση αὐτό λέγουμε τώρα: Γι᾿ αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται οἱ θεωρούμενες ὡς σκανδαλώδεις διηγήσεις γιά τήν διάσωση τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο ἀπό τόν μιασμό ἤ τῆς Σάρρας πάλι καί τῆς Ρεβέκκας στά Γέραρρα: Γιά νά φανεῖ ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τήν διατήρηση τῆς καθαρότητας τῆς μητέρας τοῦ λαοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο θά προέλθει ὁ Μεσσίας. Γι᾿ αὐτό ἡ Χαναναία Θάμαρ τό διακινδύνευσε μέ πολλή θυσία νά συλλάβει ἀπό τόν Ἰούδα καί νά ἀποκτήσει παιδί ἀπ᾿ αὐτόν (Γεν. 38,1-30): Γιά νά ὑπαχθεῖ καί αὐτή στό εὐλογημένο γένος τοῦ Ἀβραάμ, στό ὁποῖο δόθηκαν οἱ ἐπαγγελίες περί γεννήσεως τοῦ Μεσσίου (Γεν. κεφ. 15. 17,19.21). Καί γιά νά στιγματισθεῖ ἡ κακή γενεά, γι᾿ αὐτό ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρει τίς σκανδαλώδεις πάλι διηγήσεις περί τῆς βδελυρῆς καταγωγῆς τῶν Μωαβιτῶν καί τῶν Ἀμμωνιτῶν ἀπό τήν αἱμομιξία τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38)· ἤ μνημονεύει ἄλλα κακόφημα περί τοῦ Ἡσαῦ (Γεν. 26,34-35. 25,29-34), γιά νά φανεῖ καί νά τονισθεῖ ὅτι δικαίως ἀποκόπτονται αὐτοί ἀπό τήν καλή γραμμή, ἀπό τήν ὁποία θά προέλθει ὁ Μεσσίας.

 Γ´

.             Ἄλλο, ἰδιαίτερα λεγόμενο ἀπό τούς ἀρχαιολάτρες Ἕλληνες ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶναι ὅτι αὐτή φαίνεται σάν μία ἱστορία τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ καί ὅτι ὁ Θεός ὡς νά ταυτίζεται μέ τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ καί νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τά ἄλλα ἔθνη. Καί εἶναι ἀνάξιο, λοιπόν, λέγουν αὐτοί, γιά τούς ἀπογόνους ἐνδόξων ἡρωικῶν προγόνων, εἶναι ἀνάξιο, λέγουν, νά θεωροῦν ὡς ἱερό τους κείμενο τήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία παρουσιάζει τόν Ἰσραήλ ὡς ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι ἀνάξιο, πάλι λέγουν αὐτοί, γιά τόν Ἕλληνα, τόν μαθητή τοῦ Πλάτωνα και τοῦ Ἀριστοτέλη, νά ὀνομάζει τούς Πατριάρχες Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ὡς «προπάτορές του»! Ἀπό ἐθνικιστικό, δηλαδή, κυρίως λόγο ἀπορρίπτεται ἡ Παλαιά Διαθήκη στόν χῶρο μας καί στίς ἡμέρες μας.

.             (α) Καί πάλι τό λάθος ἐδῶ, ὅπως στίς προηγούμενες δύο περιπτώσεις, εἶναι θεολογικό. Κατά πρῶτον ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι τό πᾶν εἶναι ἡ θέωση, τό νά βροῦμε δηλαδή στήν ζωή μας τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Καί ἡ θέωση ὑπερβαίνει τήν φύση καί δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ ἐθνικό σωβινισμό. Ὁ Θεός δέν κάνει γεωγραφία καί ἐπιφαίνεται σέ ὁποιονδήποτε τόν ζητήσει μέ καθαρή καρδιά (βλ. Πράξ. 2,9-21). Ἡ Παναγία ἦταν μία Ἑβραιοπούλα. Καί ὅμως γι᾿ Αὐτήν τήν Ἑβραιοπούλα ἐργαζόταν ὅλη ἡ πρό Χριστοῦ ἐποχή, γιά νά γεννηθεῖ δηλαδή ἡ κατάλληλη γυναίκα, πού θά γίνει Μητέρα τοῦ Μεσσίου. Αὐτήν ἐξέλεξε ὁ Θεός γιά Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ Του. Τί, λοιπόν; Δέν θά δεχθοῦμε τήν Παναγία μας, ἐπειδή δέν ἦταν Ἑλληνίδα, ἀλλά ἦταν Ἑβραία τήν καταγωγή; Καί ἄν ἦταν Ἑλληνίδα, δέν θά ἔπρεπε νά τήν δεχθεῖ τήν Παναγία ὁ Γάλλος ὀρθόδοξος, ἐπειδή ἦταν Ἑλληνίδα καί ὄχι Γαλλίδα; Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος πάλι ἦταν καί αὐτός Ἑβραῖος. Θά ἀπορρίψουμε, λοιπόν, καί τόν μέγα Ἀπόστολο, ἐπειδή δέν ἦταν Ἕλληνας;

.             (β) Κατά δεύτερον ὅμως ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι σ᾿ αὐτήν τήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός παρουσιάζεται ὡς παγκόσμιος καί προνοῶν ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου, χωρίς νά ἔχει καμμία ἰδιαίτερη προτίμηση πρός τόν ἑβραϊκό λαό. Ὁ προφήτης Ἀμώς ἀρνεῖται στόν Ἰσραήλ νά νομίσει ὅτι ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο προνόμιο ἀπό τόν Θεό, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ αὐτήν τήν ἔξοδό του ἀπό τήν Αἴγυπτο, γιά τήν ὁποία τόσο πολύ αὐτός ἐκαυχᾶτο, δέν τῆς δίνει ὁ προφήτης καμμία ἰδιαίτερη σημασία καί τήν θέτει παράλληλη πρός τήν ἔξοδο τῶν Φιλισταίων ἀπό τήν Κιαφθώρ καί τῶν Ἀραμαίων ἀπό τήν Κήρ. Ὁ προφήτης παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει στούς Ἰσραηλῖτες:

«Δέν μοῦ εἶστε ὡς οἱ Αἰθίοπες σεῖς, τέκνα τοῦ Ἰσραήλ;

Δέν ἐξήγαγα τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο

καί τούς Φιλισταίους ἀπό τήν Κιαφθώρ

καί τούς Ἀραμαίους ἀπό τήν Κήρ;» (Ἀμ. 9,7).

Καί τό προνόμιο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰσραήλ δέν σημαίνει ὅτι αὐτός ἔχει ἰδιαίτερα ὑπέρ τά ἄλλα ἔθνη δικαιώματα, ἀλλά σημαίνει τήν ἰδιαίτερη ὑποχρέωσή του νά τελεῖ τό ἀγαθό· καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, γι᾿ αὐτό θά τιμωρηθεῖ καί περισσότερο. Ὁ Θεός λέγει πάλι στούς Ἰσραηλῖτες:

«Μόνο σᾶς ἐξέλεξα ἀπό ὅλες τίς φυλές τῆς γῆς,

ἀλλά γι᾿ αὐτό θά τιμωρήσω ὅλες τίς ἁμαρτίες σας»

(Ἀμ. 3,2).

.             (γ) Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰσραήλ ἔπαθε τήν πλάνη νά ταυτίσει τόν Γιαχβέ μέ τό ἔθνος του, καί πίστευσε ὅτι ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται μόνο γι᾽ αὐτόν ἀδιαφορῶν γιά τά ἄλλα ἔθνη. Αὐτήν τήν πλάνη τήν ἐπολέμησαν σφοδρότατα οἱ Προφῆτες. Ἀλλά ἀπό ὅλους τούς γιά τήν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ προφητικούς λόγους, πιό ἰσχυρός καί δυνατός εἶναι ἐκείνη ἡ ὡραία διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ, γραμμένη ἀπό ἕναν ἄγνωστο συγγραφέα τῆς προφητικῆς σχολῆς. Στήν διήγησή του αὐτή ὁ ἱερός συγγραφεύς παρουσιάζει τόν Θεό νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία καί τῶν πολύ πέραν τῶν Ἰσραηλιτῶν καί ἐθνικῶν εὑρισκομένων Νινευϊτῶν. Καί μάλιστα ἡ διήγησή του παρουσιάζει καί αὐτόν τόν προφήτη Ἰωνᾶ νά εἶναι δέσμιος τῆς ἀντιλήψεως ὅτι τά ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ Ἰσραήλ, εἶναι βδελυκτά καί ὅτι ὁ Γιαχβέ εἶναι Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνο· γι᾿ αὐτό καί ἀντιλέγει στό θεῖο κέλευσμα καί ἀρνεῖται καί δέν θέλει νά πορευθεῖ στήν Νινευΐ. Ἀλλά ἡ διήγηση κατακλείεται μέ τό μάθημα ὅτι οἱ ἐθνικοί Νινευῖτες ἦταν καλύτεροι ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες καί ὑπήκουσαν στό κήρυγμα τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ καί ἐσώθησαν. Τόν δέ Μεσσία ἡ Παλαιά Διαθήκη τόν ἐμφανίζει καί αὐτόν ὡς παγκοσμία προσωπικότητα, γι᾿ αὐτό καί τόν παρουσιάζει ὡς προσδοκία ὅλων τῶν ἐθνῶν καί παριστᾶ νά ἀποτείνεται πρός ὁλόκληρο τόν κόσμο μέχρις αὐτῶν τῶν ἀπωτάτων νήσων (Γεν. 49,10. Ἠσ. 42,4. 49,1).

 Δ´

.             Ἄλλο λεγόμενο ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὅτι παρουσιάζει τόν Θεό ὡς ἀρχηγό πολέμου καί μάλιστα πολεμοῦντος ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ. Σ᾿ αὐτό ἀπαντοῦμε ὅτι τό πράγμα ἔχει αὐτή τήν ἁπλῆ καί φυσική του ἑρμηνεία: Μᾶς εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Μωυσῆς κλήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά ἀπελευθερώσει τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο. Τό ἔργο αὐτό, τό νά ἐμψυχώσει, δηλαδή, κανείς ἕναν τόσο ταλαιπωρηθέντα ἐπί αἰῶνες λαό καί νά τόν πείσει νά τολμήσει τήν φυγή του ἀπό τήν χώρα τῆς τυραννίας του καί νά ἀποφασίσει νά βαδίσει μακρά καί σκληρά ὁδό διά μέσου χωρῶν ἄλλων ἰσχυρῶν λαῶν, γιά νά ἐγκατασταθεῖ στήν δική του χώρα, τήν χώρα τῶν πατέρων του, τήν Χαναάν, αὐτό τό ἔργο, λέγω, δέν ἦταν καθόλου εὔκολο. Ἀλλά ὁ Μωυσῆς ἀποδείχθηκε εὐφυέστατος καί ἱκανώτατος ἡγέτης λαοῦ καί τόν ἔπεισε νά τό τολμήσει. Αὐτόν τόν ὑπόδουλο λαό, πού εἶχε μέν κοινή καταγωγή, ἀλλά ἀποτελεῖτο ἀπό διάφορες σκορπισμένες φυλές, πέτυχε ὁ Μωυσῆς νά τόν συνενώσει καί νά τοῦ δημιουργήσει τήν συν­είδηση τῆς ἐθνικῆς του ἑνότητος μέ τήν πίστη στόν ἴδιο Θεό, τόν Θεό τῶν πατέρων του (Ἐξ. 3,6.13.15-16) καί μέ τήν κοινή νομοθεσία. Μέ τήν θρησκεία, δηλαδή, ὁ Μωυσῆς πέτυχε τήν ἑνότητα τοῦ ὑποδούλου ἔθνους του καί τήν ἐξέγερσή του γιά ἀπελευθερωτικό ἀγώνα. Αὐτόν τόν Θεό ὁ Μωυσῆς, τόν Θεό Γιαχβέ (Ἐξ. 3,14), τόν Θεό τῶν πατέρων τους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ (Ἐξ. 3,6.13. 15-16), ἀπό αἴτημα τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀνάγκης, γιά τήν συνένωση, δηλαδή, τοῦ ὑποδούλου ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καί γιά τήν πίστη του στήν ἀπελευθέρωσή του, αὐτόν τόν Θεό, λέγω, ὁ Μωυσῆς τόν ἀνεκήρυξε σέ ἐθνικό Θεό τοῦ Ἰσραήλ. Καί ἀσφαλῶς ἀπό τώρα, μέ τήν ἀνακήρυξη αὐτή, ὁ μέν Γιαχβέ λέγεται καταχρηστικῶς ὅτι εἶναι «Θεός τοῦ Ἰσραήλ», ὁ δέ Ἰσραήλ λέγεται ὅτι εἶναι «λαός τοῦ Θεοῦ» (Ἐξ. 3,6-7.10. 5,1.3. 6,7. 8,12. 20,2 κ.ἄ.). Ἔτσι καί ἐμεῖς γιά τόν ἴδιο λόγο κατά τούς ἐθνικούς μας ἀγῶνες γιά τήν ἐλευθερία μας ὀνομάσαμε τήν Παναγία μας «Ὑπέρμαχο Στρατηγό»! Ἡ πίστη δέ αὐτή τοῦ Ἰσραήλ στόν ἐθνικό, ὅπως τόν θεωροῦσε, Θεό του τοῦ ἐνέπνεε τήν πεποίθηση γιά νικηφόρο ἔκβαση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ του ἀγώνα. Γιατί ὁ Θεός του εἶναι αὐτός πού εἶδε τήν κάκωσή του (Ἐξ. 3,7)·καί εἶναι Θεός πού τόν ἐξελάμβανε ὡς ἀόρατο ἀρχηγό του (Ἐξ. 14,14). Ἔτσι, κατά τήν Μωσαϊκή περίοδο, ὁ Θεός προσέλαβε πολεμικό χαρακτήρα, πού δέν εἶχε κατά τήν προηγούμενη πατριαρχική ἐποχή. Ἔτσι πάλι οἱ πόλεμοι τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται τώρα ὡς «πόλεμοι τοῦ Γιαχβέ» (Ἀριθμ. 2,14. Α΄ Βασ. 18,17)6 καί οἱ ἐχθροί τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται ἐχθροί τοῦ Γιαχβέ (Α΄ Βασ. 30,26). Ὄχι ὅτι πραγματικά ὁ Θεός κάνει πολέμους καί ἐχθρεύεται ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί δέν ἐχθρεύεται κανένα ἔθνος, ἀλλά λέγονται οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἔτσι ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἰσραήλ ἀπό ἐθνική ὑπερηφάνεια. Ὁ Θεός θεωρεῖται ἀπό τόν Ἰσραήλ νά παρευρίσκεται ἀοράτως στίς μάχες του, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ Αὐτόν ἀποδιδόταν ἡ νίκη (Κριτ. 5,4). Ἀκόμη περισσότερο τό χωρίο Ἐξ. 15,3 χαρακτηρίζει μέ ὑπερηφάνεια τόν Γιαχβέ «ἄνδρα πολέμου» (κατά τό Ἑβραϊκό), τό δέ Ἐξ. 7,4 χαρακτηρίζει τόν ἰσραηλιτικό στρατό «στρατό τοῦ Γιαχβέ» (κατά τό Ἑβραϊκό). Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεωρουμένης παρουσίας τοῦ Γιαχβέ στίς μάχες καί τό στρατόπεδο ἔπρεπε αὐτό νά εἶναι καθαρό ἀπό κάθε μολυσμό (βλ. Ἀριθμ. 5,1 ἑξ.)· ἀλλά καί οἱ πολεμιστές ὑπεβάλλοντο σέ ἐξαγνισμό (κατά τό Α΄ Βασ. 14,24 προηγεῖτο νηστεία) καί ὅλο τό διάστημα τοῦ πολέμου ἀπέφευγαν κάθε τι πού θά τούς ἐμόλυνε (βλ. Β΄ Βασ. 11,10-11).7

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

.             (α) Δέν θά μποροῦσαν νά περιφρονήσουν τήν Παλαιά Διαθήκη οἱ καταφρονητές της, ἄν ἐγνώριζαν τό ὡραῖο της καί βαθύ περιεχόμενο, τήν νόστιμη θεολογία της καί τά ὡραῖα της διδάγματα. Γι᾿ αὐτό ὅσοι ὁμιλοῦν περιφρονητικά γιά τήν Παλαιά Διαθήκη προδίδουν τήν ἄγνοιά τους ὡς πρός τό περιεχόμενό της, προδίδουν ὅτι δέν τήν ἔχουν διαβάσει ἤ, ἄν τήν διάβασαν, δέν τήν ἐννόησαν. Τέτοια ὑψηλή διδασκαλία, σάν κι αὐτή πού βρίσκουμε στίς ἱερές σελίδες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν θά βροῦμε σέ κανένα ἐξωβιβλικό κείμενο, οὔτε, ἐννοεῖται, καί στά κείμενα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Καί αὐτό βεβαίως ἔχει τήν ἑρμηνεία του: Τά κείμενα τῶν φιλοσόφων αὐτῶν εἶναι τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ δημιουργήματα, ἡ δέ διδασκαλία τῶν ἱερῶν συγγραφέων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ, εἶναι τό «Τάδε λέγει Κύριος»! Γιά παράδειγμα, πῶς νά ἐξηγήσουμε τήν ὑψηλή θεολογία τοῦ τσοπάνου προφήτου Ἀμώς; Ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο ἕνας Ἑβραῖος βοσκός νά παρουσιάζει τέτοια σοφία, σοφία πού δέν τήν ἔχει ὁ Σωκράτης καί ὁ Πλάτων,8 γιατί ὁ ἴδιος ὁ Ἀμώς ἦταν ἀγράμματος. Ἀπό τό περιβάλλον του πάλι δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν θεολογία τοῦ Ἀμώς, γιατί σέ κανένα ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ κείμενο τῆς τότε ἐποχῆς (8ος αἰών) δέν συναντοῦμε τέτοια διδασκαλία. Κατ᾿ ἀνάγκη θά πρέπει νά δεχθοῦμε ὅτι ἡ σοφία τοῦ προφήτου εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ.

.             (β) Θά μᾶς ἔφερε πολύ μακρυά ὁ λόγος, ἄν θά θέλαμε νά μιλήσουμε ἐδῶ, ἔστω καί μέ πολλή γενικότητα, γιά τήν ὡραία καί ὑψηλή θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἀγνοοῦν οἱ καταφρονητές της· ἄν παρουσιάζαμε μόνο ἀπό τήν θεολογία της τήν περί προόδου τῆς ἁμαρτίας διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου στό καταφρονούμενο αὐτό ἱερώτατο βιβλίο φαίνεται τό σωτηριολογικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία ὄχι τοῦ Ἰσραήλ μόνο, ἀλλά ὅλου τοῦ κόσμου, γιά νά νοήσουμε ἐκεῖνον τόν φοβερό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Συνέκλεισε ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τοὺς πάντας ἐλεήσῃ» (Ρωμ. 11,32).

.             Γενικῶς ἀναφερόμενοι στό περιεχόμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγομε ὅτι ἔχει αὐτά τά τρία: α) Τό ἐκπληρούμενον. Εἶναι οἱ τύποι της καί οἱ προφητεῖες της περί τοῦ Μεσσίου πού ἐκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν σάρκωσή του στόν κόσμο. β) Τό συμ­πληρούμενον. Εἶναι ἡ περί πίστεως καί ἠθικῆς διδασκαλία της, τήν ὁποίαν ὁ Χριστός ὄχι μόνον δέν κατήργησε, ἀλλά «καί σφόδρα ἐπέτεινε», (Χρυσόστομος)9 δηλαδή συνεπλήρωσε. γ) Τό καταργούμενον. Εἶναι οἱ αὐστηρές τελετουργικές διατάξεις τοῦ Νόμου, οἱ ὁποῖες δόθηκαν εἰδικά γιά τόν ἰουδαϊκό λαό γιά τήν σκληρότητά του καί παχυλότητά του, ὅπως εἴπαμε, γιά τίς ὁποῖες ὅμως πρέπει νά ἐπαινέσουμε τήν Παλαιά Διαθήκη, γιατί «τοὺς (Ἑβραίους) πρὸς τοσαύτην κατενεχθέντας κακίαν ἠδυνήθη διὰ τῆς οἰκείας σφοδρότητος ἀπαλλάξαι τῆς πονηρίας, μαλάξαι τε καὶ ποιῆσαι καταπειθεῖς τῇ χάριτι καὶ πρὸς τὴν τῆς Καινῆς ὁδηγῆσαι φιλοσοφίαν» (Χρυσόστομος, MPG. 51,287).

Ὡς συμπέρασμα τῆς παρούσης ταπεινῆς μου εἰσηγήσεως εἶναι αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Τὸ γὰρ αὐτὸ Πνεῦμα καὶ τὰ ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ τὰ ἐν τῇ Καινῇ πάντα ᾠκονόμει, εἰ καὶ διαφόρως. Διὰ τοῦτο καὶ Παῦλος ἔλεγεν· “Ἔχοντες τὸ αὐτὸ Πνεῦμα τῆς πίστεως”» (MPG. 51,287).

 Εὐχαριστῶ διότι μέ ἀκούσατε.

1. Ὁμιλία εἰς τό «Ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου» καί εἰς τήν ἀπογραφήν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, MPG 50,796.

2. MPG 81,296.

3. Βλ. Γεν. 22,11.12. 31,11. Ἐξ. 3,2-21. Ἰησ. Ν. 5,13-15. Κριτ. 2,1-5 κ.ἄ.

4. Εἰς τό κατά Ματθαῖον Ὁμιλία ΙΖ´, MPG 57,261.

5. Βλ. Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον ἤ περί ἁγνείας, Λόγος α΄ ΙΙ, ΒΕΠ 18,19.5 ἑξ.

6. Ὑπῆρχε καί βιβλίο ἀπωλεσθέν πού περιεῖχε αὐτούς τούς πολέμους καλούμενο «βιβλίον τῶν πολέμων τοῦ Γιαχβέ»· βλ. Ἀριθ. 21,14.

7. Βλ. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόμος Α΄ Ἀθῆναι 19683, σελ. 69. 70.79.

8. Μία λεπτή παρατήρηση: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τόν συμπλήρωσε στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του, λέγοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις…», «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν…». Καί ἔγινε αὐτό ἐπειδή «ταιριάζει» ἡ Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή, ἀφοῦ ἔχουν τόν ἴδιο νομοθέτη. Θά μποροῦσε ὁ Χριστός νά πάρει τά βιβλία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καί νά κάνει τό ἴδιο συμπληρώνοντάς τα; Ὄχι ἀσφαλῶς, γιά τό ἀταίριαστο! Ἡ παρατήρηση αὐτή εἶναι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Καί ὁ Χριστός δέ, εἰ πονηρά τις ἦν καί ἀλλοτρία (ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἔλεγαν οἱ κατήγοροί της) οὐκ ἄν αὐτήν ἐπλήρωσεν ἐλθών ἅπασαν… ὥστε δεῖξαι συγγενῆ ταύτην οὖσαν τῇ Καινῇ· τίνος ἕνεκεν οὐχί καί τῶν Ἑλλήνων ἐπλήρου νόμιμά τε καί ἔθη;» (Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία Ιϛ΄δ. MPG 57,244). Περί τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί περί τοῦ ὅτι δέν δύναται κἄν νά συγκριθεῖ πρός τό ὕψος τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, βλ. πατερικές περικοπές εἰς ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα, μελέται-ἐπιστολαί, τόμ. Α΄, σελ. 11-83

9. Εἰς τό κατά Ματθαῖον ὁμιλία ΛΘ΄, εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τόμ. 66, σελ. 267.

, ,

Σχολιάστε

«ΙΑΣΟΜΑΙ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΑΤΑ ΥΜΩΝ» (Παιδιά μου ἀγαπημένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίμματα τῆς ψυχῆς σας τῆς τσακισμένης ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα.)

«Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν»
 (Ἱερεµ. γ´ 22)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4261, Ὀκτώβριος 2012

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Πονεῖς. Πονεῖς καὶ βασανίζεσαι. Δὲν ξέρω ποῦ κάθεσαι τὴν στιγµὴ αὐτή. Ἂν εἶσαι σ᾽ ἕνα µικρὸ δωµάτιο, ἂν ἀναπαύεσαι σὲ µιὰ βεράντα, ἂν εἶσαι σὲ κάποια ἐξοχὴ ἢ ἂν κατοικῆς σὲ μιὰ πολυθόρυβη πόλη. Ἂν δίπλα σου ὑπάρχουν πολλοὶ ἢ λίγοι, ἂν φλυαροῦν ἢ γελοῦν, ἂν παίζουν ἢ κοιµοῦνται. Τὴν στιγµὴ αὐτὴ δὲν σκέπτοµαι τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ εἶναι γύρω σου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιβάλλον σου. Σκέπτοµαι ἐσένα τὸν ἴδιο, ἐσένα καὶ τὴν καρδιά σου. Τὴν καρδιά σου ποὺ θλίβεται τόσο …
.           Ὑποφέρεις ὄχι λίγο. Νιώθεις ὄχι ἁπλῶς πληγωµένος, ἀλλὰ τσακισµένος. Αἰσθάνεσαι τὴν καρδιά σου νὰ εἶναι συντρίµµια, κοµµατιασµένη, καταξεσχισµένη ἀπὸ τὸν πόνο. Καὶ αὐτὰ τὰ ζῆς ὄχι µόνο τώρα. Τὰ τελευταῖα χρόνια, τὸν πιὸ πολὺ ἴσως καιρό, πονᾶς. Αἱµορραγεῖ ἡ καρδιά σου.
.           Θὰ  ἤθελες νὰ ἀκούσης μιὰ λέξη ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν ψιθυρίζει κατ᾽ εὐθείαν στὴν ψυχή µας τὴν ὥρα τούτη: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22). Θὰ γιατρέψω τὰ τραύµατά σας. Θὰ θεραπεύσω τὴν καρδιά σας τὴν συντετριµµένη ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν τσακισµένη ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, λέει ὁ Θεός.

*  *  *

.           «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν», ὑπόσχεται ὁ Θεός. Καὶ ἡ ὑπόσχεσή του εἶναι αἰώνια, ὅπως αἰώνια εἶναι καὶ ἡ δύναµη καὶ ἡ ἀγάπη Του. Ἀλλὰ ἐµεῖς, ἂν καὶ πονᾶµε, εἴµαστε πολλὲς φορὲς τόσο δύσκολοι νὰ δεχθοῦµε τὴν ὑπόσχεση αὐτή! Γιὰ τὰ τραύµατα τῆς καρδιᾶς µας τρέχουµε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀναζητᾶµε τὴν θεραπεία καὶ τὴν ἀνόρθωση τῶν συντριµµάτων µας σὲ χίλιες µεριές, σὲ χίλιους τόπους, µἐ χίλιους τρόπους. Καὶ ξεχνᾶµε τὸν Ἕνα.
.           Δὲν βλέπετε τί κάνουν τόσοι καὶ τόσοι βασανισµένοι, πονεµένοι, πενθοῦντες ἄνθρωποι! Ὁ ἕνας ρίχνεται στὰ ταξίδια, ὁ ἄλλος στὸ πιοτό, ὁ τρίτος στὴν ἁµαρτία καὶ στὴν λάσπη, ὁ τέταρτος παραδίνεται στὴν ἀπελπισία καὶ στὴν ἀπόγνωση καὶ ὁ πέµπτος δὲν διστάζει νὰ κάνη τὰ µεγάλο ἔγκληµα καὶ νὰ τινάξη τὰ µυαλά του στὸν ἀέρα. Καὶ ἔτσι τὰ συντρίµµατα γίνονται ἐρείπια, οἱ πληγὲς µεγαλώνουν καὶ ὁ πόνος πληθαίνει πάνω στὴν γῆ.
.           Πληθαίνει, γιατί οἱ βασανισµένοι τρέχουν, γυρίζουν, χτυποῦν πολλὲς πόρτες, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὶς πόρτες αὐτὲς δὲν ὑπάρχει γιατρός, δὲν ὑπάρχει θεραπευτής, δὲν ὑπάρχει ἴαση. Τὰ βάσανα µένουν καὶ µεγαλώνουν, οἱ θλίψεις µένουν καὶ αὐξάνονται, ἡ ψυχὴ πιέζεται ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Ἂς ἦταν ὅλος αὐτὸς ὁ κόσµος νὰ ἄκoυγε, νὰ ἄκουγε προσεκτικὰ µέσα στοὺς θορύβους τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσµου τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἐπιστράφητε, υἱοί, καὶ ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν» (Ἱερεµ. γ´ 22).

*  *  *

.           Παιδιά µου, παιδιά µου ἀγαπηµένα, θὰ σᾶς γιατρέψω. Θὰ θεραπεύσω τὰ συντρίµµατα τῆς ψυχῆς σας Ἐγώ, ποὺ ἔπλασα τὴν ψυχὴ αὐτή. Μόνο γυρίστε κοντά µου. Ἐλᾶτε στὸν Πατέρα σας. Διότι µόνο Ἐγὼ µπορῶ νὰ ἀναστηλώσω τὴν γκρεµισµένη ψυχή σας. Μὲ ἕνα µου λόγο ἡ καρδιά σας θὰ γίνη καινούργια. Πνοὴ παρηγοριᾶς θὰ φυσήξη δροσερὴ µέσα σας καὶ ἀνακούφιση καὶ ἀναψυχὴ θὰ σᾶς πληµµυρίσουν. Ἀντὶ τοῦ πόνου θὰ σᾶς δώσω τὴν χαρά µου. Στὰ κουρασµένα στήθη σας θὰ φυτέψω τὴν εἰρήνη µου. Θὰ σηκώσω τὸ βάρος τῆς θλίψεως ἀπὸ τοὺς ὤµους σας.
.           «Ἐπιστράφητε, υἱοί. Ζητῆστε µε. Ζητῆστε τὸν Πατέρα καὶ Θεό σας. Σταµατῆστε πιὰ αὐτὸ τὸ µάταιο γύρισµα, αὐτὴ τὴν χωρὶς νόηµα περιπλάνηση. Πάψτε νὰ θρηνῆτε ἀπελπισµένα βλέποντας τὰ αἶµα ποὺ τρέχει καθηµερινὰ ἀπὸ τὴν πληγωµένη καρδιά σας. Σᾶς τὸ ὑποσχέθηκα καὶ ὁ λόγος µου µένει στὸν αἰῶνα: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Ὅσο καὶ ἂν πονᾶτε, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση καὶ ἂν εἴσαστε, θὰ σᾶς θεραπεύσω. Μόνο µὴ καθυστερῆτε. Τὸ σπίτι µου, τὸ σπίτι τοῦ Πατέρα σας, σᾶς περιµένει µἐ ὁλάνοιχτες πόρτες. Ἡ Ἐκκλησία µου ἔχει πάντοτε ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά. Ἐλᾶτε λοιπόν, σκουπίστε τὰ µάτια σας, σηκῶστε τὸ βλέµµα σας καὶ κοιτάξτε µε. Δὲν θὰ κουραστῶ νὰ σᾶς τὸ ξαναπῶ ἄλλη µιὰ φορά: «Ἰάσοµαι τὰ συντρίµµατα ὑµῶν». Παρηγορηθῆτε, παρηγορηθῆτε, παιδιά µου βασανισµένα …

*  *  *

.           Πόσες φορές, Κύριε, ζῶ καὶ γῶ στὴν ἴδια θλιβερὴ κατάσταση! Παρόµοια συναισθήµατα πόνου, ἀπελπισίας µὲ κυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ. Κρίνω τὰ πάντα µὲ τὴν ψυχρὴ ἀνθρώπινη λογική. Ἡ ὀλιγοπιστία µοῦ ψαλιδίζει τὰ φτερὰ τῆς ψυχῆς. Γιατὶ στὴν κοπιαστικὴ πορεία µου λησµονῶ τὴν ὑπόσχεσή Σου, πὼς θὰ εἶσαι γιὰ πάντα μαζί µου, Συνοδοιπόρος πιστός.

.           Παιδί µου, τὶς ἠµέρες ἰδιαίτερα αὐτές, θὰ σοῦ ὑπενθυµίσω αὐτὸ ποὺ ἔλαβε χώρα ἐκεῖ στοὺς Ἐµµαούς κατὰ τὴν εὐλογία καὶ κλάση τοῦ ἄρτου. Τότε ποὺ «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλµοὶ» τῶν δύο µαθητῶν. Μὴ τὸ ξεχνᾶς. Ὅταν θὰ προσέρχεσαι µἐ «καιοµένην καρδίαν» στὴν µυστικὴ Τράπεζα, τότε θὰ διανοίγωνται τὰ µάτια τῆς ψυχῆς σου καὶ θὰ βλέπης καθαρὰ τὶς θλίψεις, τὸν πόνο, ὅλες τὶς δυσκολίες. Θὰ τὶς βλέπεις σωστὰ καὶ θὰ τὶς ἀντιµετωπίζης «ἐν δυνάµει», ἐν τῇ δυνάµει «τῆς βρώσεως τοῦ ἄρτου». Καὶ θὰ συνεχίζης νικηφόρα τὴν πορεία τῆς ζωῆς σου, ἀφοῦ στὴν καρδιά σου θὰ ζῶ Ἐγὼ καὶ ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς µου.

, , , , , , ,

Σχολιάστε