Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πίστη

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)« Ἆραγε δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν;»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος  Γ´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

.           Ὁ Κύριος δίδασκε προοδευτικὰ τοὺς μαθητές Του στὸ σχολεῖο τῆς πίστης. Μὲ τέτοια περιστατικὰ στοὺς χώρους τῶν εἰδωλολατρῶν, τοὺς παρεῖχε διδασκαλία σταθερὴ καὶ συμπλήρωνε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς, ποὺ ὅλα ὅσα εἶχε μάθει στὸ χῶρο ποὺ ζοῦσε γιὰ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ γιὰ τὴ ζωὴ ἦταν ὅλα πλανεμένα! Εἶχε μάθει πὼς ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι, τὰ ζῶα κι οἱ πέτρες, ἦταν θεοί. Εἶχε γεννηθεῖ κι εἶχε ζήσει στὸ σκοτάδι, στὴν ἄγνοια. Τέλος, ἀνῆκε στοὺς Χαναναίους, τὴν πονηρὴ αὐτὴ φυλὴ ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ἐκλεκτὸς λαός Του. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀρκετὴ διδαχή, μία μεγάλη αἰτία γιὰ νὰ στοχαστοῦμε τοὺς τρόπους τοῦ Θεοῦ, πολλοὶ λόγοι γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸ ἔθνος τους νὰ ντρέπονται καὶ νὰ μετανοοῦν. Οἱ ἀπόστολοι ἀντιλήφθηκαν τὴ διδασκαλία αὐτὴ καὶ τὴν ἔκαναν δική τους, ἂν ὄχι ἀμέσως, λίγο ἀργότερα. Βεβαιώθηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴ διέδωσαν σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν παντοδύναμη αὐτὴ πίστη καὶ τελικὰ δοξάστηκαν οἱ ἴδιοι. Ἐμεῖς κατανοήσαμε τὴν πίστη αὐτή, τὴν κάναμε δική μας; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἐκλεκτὸς Λαός Του σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἡ Νέα Βασιλεία καὶ τὸ Νέο Ἱερατεῖο.
.                 Προσέξτε ὅμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ στὸ Χριστό, πόσο τὸν περιφρονοῦν! Παρατηρῆστε πῶς, βαπτισμένοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὄχι μόνο ἔχουν γίνει ὀλιγόπιστοι, ἀλλὰ κατάντησαν ἕνας ἄπιστος καὶ διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ στὸν Χριστό. Ἀναζητοῦν βοήθεια καὶ στήριξη στὴ ζωή τους σὲ τυφλὰ καὶ κουφὰ στοιχεῖα γύρω τους, παρὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπέσυραν πάνω τους φοβερὲς τιμωρίες, ἔγιναν πονηροί, ἀδύναμοι καὶ ταλαίπωροι, ὅπως ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.

* * *

.               Οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ κρατοῦν τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς σήμερα ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἰσέρχονται στὴ βασιλεία αὐτή, μὰ δὲν ἀφήνουν νὰ μποῦν μέσα κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦν. Ἔτσι ἀποδείχνονται χειρότεροι, πιὸ ἰδιοτελεῖς καὶ γήινοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Κατορθώνουν ἔτσι ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ μὴ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ μποῦν στὴ Βασιλεία ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ στοὺς λαοὺς αὐτούς, κι αὐτοὶ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ τρῶνε. Πῶς μποροῦν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες αὐτοὶ νὰ χορτάσουν, ὅταν οἱ Εὐρωπαῖοι κι οἱ Ἀμερικανοί, ποὺ κάθονται σὰν κύριοι στὸ βασιλικὸ τραπέζι, μένουν πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ διψασμένοι; Δὲν θὰ φτάσει κάποια στιγμὴ στὸ τέλος της ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ; Δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν, ὅπως ἔχει κάνει ἤδη μὲ μερικούς, καὶ θὰ πεῖ πῶς οἱ κλητοὶ ἀποδοκιμάστηκαν, ἐνῶ οἱ μὴ κλητοὶ ἔγιναν ἀποδεκτοί, οἱ εὐλογημένοι ἔγιναν καταραμένοι κι οἱ καταραμένοι εὐλογήθηκαν;
.                   Τί ἀπομένει νὰ κάνουμε ἐμεῖς σ’ αὐτὴ τὴν ἄπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ἡ Χαναναία: νὰ προσευχηθοῦμε καρτερικὰ στὸν παντοδύναμο Χριστό, νὰ κραυγάσουμε μὲ πίστη: «Κύριε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς!» Ἂν εἶναι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ν’ ἀντικαταστήσει ἕναν ἐκλεκτὸ λαὸ μ’ ἕναν ἄλλο, ἂν εἶναι στὸ θέλημα Toυ νὰ πάρει τὴ βασιλεία Toυ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ νὰ τὴ δώσει σὲ ἄλλους, ἂν ἡ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας εἶναι κοντά, ἀκόμα καὶ τότε δὲν θ’ ἀποβληθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη, ὅπως δὲν ἀποβλήθηκαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ σώθηκαν, ὅπως σώθηκαν καὶ κεῖνοι ποὺ τὸν ὁμολόγησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ζοῦσε στὴ γῆ. Πολλοὶ Ἰουδαῖοι βαπτίστηκαν ἀργότερα καὶ ἀρκετοὶ ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προπάτορές τους, προτοῦ παύσουν νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαός. Ὁ Θεὸς ἐνδιαφερόταν πάντα περισσότερο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων παρὰ γιὰ τὰ κράτη καὶ τοὺς λαούς. Δὲν πρέπει νὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν νὰ διακηρύξουμε: «Τὰ ὑπάρχοντα χριστιανικὰ κράτη καὶ ἔθνη θὰ καταστραφοῦν, ὅλοι μας θὰ καταστραφοῦμε». Ἂς πάθουν λοιπὸν τὰ κράτη καὶ τὰ ἔθνη αὐτὸ ποὺ τοὺς ἀξίζει. Οὔτε ἕνας ἄντρας ἢ μία γυναίκα, ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, ὅμως δὲν πρόκειται νὰ καταστραφεῖ. Ὁ Θεὸς βρῆκε ἕναν μόνο πιστὸ στὰ Σόδομα -τὸ δίκαιο Λὼτ– κι ἔσωσε αὐτὸν μόνο, ἐνῶ κατέστρεψε τὰ Σόδομα.
.                 Ἂς μιμηθοῦμε τὴν ἐπίμονη προσευχὴ καὶ τὴ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας κι ἂς μὴν ὀλιγοπιστήσουμε οὔτε γιὰ μία στιγμή. Ἡ πίστη μᾶς πρέπει νὰ εἶναι δυνατή, ἐπίμονη. Ἂς προσπαθοῦμε διαρκῶς νὰ κρατοῦμε τὴ φλόγα τῆς πίστης μας δυνατή, νὰ μὴ σβήσει. Ἂς στέλνουμε διαρκῶς τὶς προσευχές μας στὸν Κύριο τόσο γιὰ μᾶς ὅσο καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη, μόνο αὐτή, θὰ δυναμώσει τὴν ψυχή μας καὶ θ’ ἀποβάλει κάθε φόβο κι ἀμφιβολία ἀπὸ μέσα μας. Ἡ προσευχὴ θὰ καθαρίσει τὴν ψυχή μας καὶ θὰ μᾶς γεμίσει μὲ χαρά, πίστη, καλοὺς λογισμοὺς καὶ φλογερὴ ἀγάπη.
.                 Εἴθε ὁ στοργικὸς κι ἐλεήμων Κύριος νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη μας καὶ ν’ ἀκούσει τὶς προσευχές μας. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Β´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.           «Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν, ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ιε´ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφὰ ἐνήργησε ὁ πάνσοφος Κύριος μὲ τὸ νὰ μὴ ἱκανοποιήσει ἀμέσως τὸ αἴτημα τῆς μητέρας, ἀλλὰ νὰ κρατήσει σιωπή. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν μαθητῶν εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ κάποια συμπάθεια γιὰ τὴ φτωχὴ γυναίκα, ποὺ τὸν παρακαλοῦσε. Ἀπόλυσον αὐτήν, σημαίνει εἴτε «ἀπαλλάξου ἀπ’ αὐτὴν» εἴτε «κάνε αὐτὸ ποὺ ζητάει», γιὰ νὰ σταματήσει νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ μὲ τὶς κραυγές της. Στὴν παράκληση αὐτὴ τῶν μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἀπάντησε: οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ, δηλαδὴ στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό.
.           Γιατί ἀπάντησε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ προωθήσει στοὺς μαθητές του τὴν ἰδέα πὼς κι οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη νὰ βοηθηθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν. Μὲ τὴ μεγάλη πίστη τῆς φτωχῆς αὐτῆς γυναίκας, ὁ Κύριος ἔδειξε στοὺς μαθητές Του τὸν τρόπο νὰ ἐπαναστατήσουν στὴ στενὴ ἄποψη ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μόνο αὐτούς, πὼς ἑπομένως ἦταν Θεὸς μόνο τῶν Ἰουδαίων. Σκόπιμα μίλησε ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως μιλοῦσαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε νὰ συλλογιστοῦν οἱ μαθητὲς καὶ νὰ πειστοῦν πὼς ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς τους ἦταν λαθεμένη, πὼς ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἦταν τόσο λαθεμένη ὅσο κι ἡ διαφθορὰ κι ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἔθνους τους, ἡ ἀποστασία τους ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς κι ἡ ἀπόρριψη κι ἡ περιφρόνηση ποὺ ἔδειξαν στὸν Χριστό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν ἤθελε νὰ διδάξει μόνο μὲ λόγια τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ μὲ ζωντανὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωή. Ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἄφησε τὴ συμπεριφορά Του πρὸς τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα νὰ μείνει ἕνα ἀλησμόνητο μάθημα στοὺς μαθητές Του. Γι’ ατ τ λόγο πέρασε τ σύνορα τῆς ουδαίας κα μπκε στν περιοχ τν εδωλολατρν, ὥστε ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς νὰ διδάξει τοὺς ἀκολούθους Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς ἐξέφρασε ἡ Χαναναία τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν Κύριο:
.           «Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε´ 25). Ἦταν σίγουρη πὼς ἂν δὲν τὴ βοηθοῦσε ὁ Χριστός, δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος στὸν κόσμο νὰ τὸ κάνει. Σίγουρα θὰ εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅλους τοὺς γιατροὺς καὶ θὰ εἶχε πάει σ’ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες μάγους, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἡ παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ Θεραπευτὴς κάθε βασάνου, κάθε ἀρρώστιας. Εἶχε ἀκούσει γι’ Αὐτὸν καὶ τὸν εἶχε πιστέψει προτοῦ ἀκόμα τὸν δεῖ. Καὶ τώρα ποὺ τὸν εἶδε, τὴν κάλυψε ὁλόκληρη μία πολὺ μεγαλύτερη πίστη γιὰ τὴ θεϊκή Του δύναμη. Ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μποροῦσε. Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα. Ἡ πίστη της ἦταν ἀκλόνητη πὼς Ἐκεῖνος μποροῦσε, γι’ αὐτὸ καὶ κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὸν πείσει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ Αὐτὸς -Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος στὴν οἰκουμένη- δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση στὸ πρῶτο αἴτημά της, ὅταν δὲν ἔδωσε καμιὰ σημασία ἀκόμα κι ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν οἱ σύντροφοί Του, ἔτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του καὶ ἔκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.
.           «Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις» (Ματθ. ιε´ 26). Φοβερὰ λόγια! Ὁ Κύριος ἐδῶ δὲν χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τὴ γλῶσσα τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων, ποὺ πίστευαν πὼς ἐκεῖνοι μόνο ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ ἦταν σκυλιά. Ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ προκαλέσει τὴ διαμαρτυρία τῶν μαθητῶν Του γι’ αὐτὴν τὴν κακὴ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἤθελε ὁ Κύριος μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἰσαγάγει στὰ μυαλὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ σκέψη, ποὺ ἀργότερα θὰ διατύπωνε στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχόμενους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κγ´ 14).
.           Προσέξτε τώρα. Ατο πο νομάζονταν τέκνα, γιναν σν τος σκύλους, ν ατο πο λογαριάζονταν σκύλοι, γιναν παιδι το Θεο. Οἱ τελευταῖοι ὀνομάστηκαν «σκυλιὰ» ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους κυρίως ἀπὸ κακία, ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάποια ἀλήθεια στὸ ὄνομα αὐτό. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδώνας, ὅπως κι ἐκεῖνοι τῆς Αἰγύπτου κι ἄλλων χωρῶν, εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια πολλὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στὴ λατρεία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τὰ σκυλιά. Ὁ Χριστὸς ἐδῶ δὲν ἐπιπλήττει προσωπικὰ τὴ Χαναναία ἀλλὰ τὸ λαό της, καθὼς κι ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς ποὺ λάτρευαν τοὺς δαίμονες μὲ ἀγάλματα καὶ ξόανα, μὲ διάφορα εἴδη μαγείας καὶ ἀκάθαρτες θυσίες.
.              Τότε ἡ σπουδαία αὐτὴ γυναίκα, ποὺ ἡ πίστη της ἦταν μεγαλύτερη τόσο ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ ὅσο κι ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους εἰδωλολάτρες, ἀπάντησε στὸν Κύριο: «Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματθ. ιε´ 27). Πόσο ὑπέροχη ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς ταπεινῆς αὐτῆς γυναίκας! Δὲν ἀρνήθηκε πὼς ἀνῆκε σ’ ἕνα λαὸ ποὺ ἀποκαλοῦνταν σκυλιά. Οὔτε ἀρνήθηκε ἐπίσης νὰ ὀνομάσει τοὺς Ἰουδαίους «κυρίους», μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἴδια ἦταν καλλίτερη ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν πρόθυμη νὰ κατανοήσει τὰ συμβολικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μεγάλη πίστη δημιουργεῖ μεγάλη σοφία. Ἡ μεγάλη πίστη βρίσκει τὰ σωστὰ λόγια. ταπείνωσή της μπροστ στν Κύριο ταν τόσο μεγάλη, πως κι γάπη της πρς τν ρρωστη κόρη της, πο δν τν πλήγωσε τ γεγονς τι τν ποκάλεσαν σκύλα. Μπροστὰ στὸν πάναγνο Κύριο ποιός ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος δὲν θά ᾽νιωθε τὸν ἑαυτό του σὰν ἀκάθαρτο σκυλί; Ὁπωσδήποτε ὄχι κάποιος ἄνθρωπος πού, ἂν καὶ ἁμαρτωλός, ἔχει κάποια σπίθα πίστης. «Οὐ γὰρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς» (Λουκ. ζ´ 6), εἶπε ὁ εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος στὸν Κύριο. Ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, δὲν ντράπηκε ποὺ τὴν ἀποκάλεσε σκύλα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν συναισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του, δὲν μπορεῖ οὔτε βῆμα νὰ κάνει πρὸς τὴ σωτηρία του. Πλῆθος ὁλόκληρο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν πιὸ ἁγνοὶ καὶ φωτισμένοι ἀπὸ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν ἔνιωθαν ντροπὴ νὰ τοὺς ἀποκαλοῦν σκυλιά. Ὅλοι οἱ ἄντρες κι οἱ γυναῖκες ποὺ εἶναι ἀφυπνισμένοι πραγματικά, ποὺ ἔχουν συνέλθει ἀπὸ τὴ μέθη τῶν σαρκικῶν παθῶν κι ἔχουν βεβαιωθεῖ γιὰ τὴ πτώση τους στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, τὸ γνωρίζουν καλὰ αὐτό. Ὡσότου συνέλθει ὁ ἄνθρωπος, βρίσκεται ἐγκλεισμένος στὴν παγερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ θανάτου. Δὲν ἔχει πίστη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ἀνάγκη γιὰ νὰ πιστέψει. Ὡσότου τὸ σκυλὶ νιώσει τὴν ντροπή του νὰ εἶναι σκυλί, δὲν θὰ εὐχηθεῖ ποτέ του νὰ γίνει λιοντάρι. Ὡσότου ὁ βάτραχος συνειδητοποιήσει πὼς βρίσκεται μέσα σὲ μία δυσώδη λάσπη, δὲν θὰ εὐχηθεῖ νὰ πηδήσει, ἔξω ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ πετάξει σὰν ἀητός.
.           Ἡ φτωχὴ γυναίκα τῆς σημερινῆς παραβολῆς εἶχε τὴν αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Γνώριζε τὴν κατωτερότητά του, τὴν κακία του καὶ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας του, τὴ δυσωδία ὅλης του τῆς ὕπαρξης. Νοσταλγοσε ν βρε κάτι πι δυνατό, πι φωτειν κα πι γνό. Κι ατ πο νοσταλγοσε βρέθηκε ξαφνικ μπροστά της, τς ποκαλύφτηκε στὸν Χριστό, μ τ μεγαλύτερη δυνατ πληρότητα κα δόξα. Γι’ ατ κα δν κανε πίσω, ταν Κύριος τν νόμασε παιδ σκύλων. χι μόνο τ νέχτηκε ατό, λλ τ μολόγησε κιόλας. Μ τν ποδοχ τς ναξιότητας τν προγόνων της μως ζήτησε στω κι να ψίχουλο π τ ζωοποι ψωμ πο στειλε Θες στν σραήλ. Τ ψωμ εναι Χριστός· ψίχουλα εναι στω κα ο λάχιστες τν δωρεν Του. Τὰ πεινασμένα σκυλιά, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ψίχουλα νὰ φᾶνε, θὰ ἱκανοποιηθοῦν ἔστω καὶ μ’ αὐτά.
.           «Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτή· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε´ 28). Ὁ Κύριος ἔφερε τὴ συζήτηση ἐκεῖ ποὺ ἤθελε καὶ μόνο τότε εἶπε τὰ λόγια αὐτά. Ἀκόμα κι ἂν ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν πίστη της μὲ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔκανε. Ὅποιος ἔχει μάτια βλέπει κι ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἀκούει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναλύσουμε περισσότερο τὸ περιστατικό. Ἀκόμα κι ὁ προδότης Ἰούδας θὰ μποροῦσε νὰ διαπιστώσει τὴ μεγάλη πίστη τῆς Χαναναίας. Ἀκόμα κι ὁ ὀλιγόπιστος Πέτρος, κι ὁ δύσπιστος Θωμᾶς. Ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἐγκωμιάσει τόσο πολὺ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Του. Σὲ ποιόν ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε ποτέ, μεγάλη σου ἡ πίστις; Σὲ ὅλους τους εἶπε, τουλάχιστον μία φορά: «Ὀλιγόπιστοι!» Καὶ σὲ μία περίπτωση τοὺς ἐπιτίμησε μὲ τὰ λόγια: «Ὦ, γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Αὐτὸς ἦταν κι ὁ λόγος ποὺ τοὺς πῆρε στὴν περιοχὴ Χαναάν: ὥστε μὲ τὴν πίστη τῆς εἰδωλολάτρισσας γυναίκας αὐτῆς, ποὺ δὲν γνώριζε οὔτε τὸ νόμο οὔτε τοὺς προφῆτες, νὰ τοὺς διδάξει τὴ μεγάλη πίστη, τὴ δύναμη τῆς πίστης.

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ «ΣΕΙΡΑ»

Ἀπόσπασμα ἄρθρου
τοῦ Ν. Ι.
ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
τῆς Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου
ἀρ. τ. 256, Νοέμβρ. 2017

[…]                Εἶναι μεγάλη εὐλογία καί θά ἔλεγα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ νά παραμένη κανείς πολλές ὧρες στήν «σειρά», γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα, ἕνα ἐκκλησιαστικό «θησαύρισμα». Αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξάσκηση στήν ὑπομονή, συγχρόνως γίνεται ἀφορμή γιά ἔκφραση τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης στόν Θεό, τῆς ἀγάπης στούς ἁγίους καί τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀφορμή προσευχῆς.
.           Αὐτό τό βλέπει κανείς στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας στόν Βορρᾶ, γιά παράδειγμα στήν Ρωσία, πού οἱ ἄνθρωποι πέρασαν ἀπό ἕναν σύγχρονο μεγάλο διωγμό, γιά 70 περίπου χρόνια, ὅταν οἱ τότε ἄρχοντες προσπάθησαν νά σβήσουν τήν πίστη τοῦ λαοῦ. Ὅμως, αὐτή ἡ πίστη εἶναι ἀκατάβλητη καί βλέπουμε σήμερα πῶς ἔχει φουντώσει.
.           Ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι πολύ βαθειά καί ὅσο τήν κτυποῦν, τόσο καί καρφώνεται βαθύτερα, στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Δέν μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς Θεό, πού εἶναι ὁ δημιουργός του, ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά του. Μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς ὑλικά ἀγαθά, ὄχι ὅμως χωρίς πίστη στόν Θεό.
.         Ἄν μποροῦσε κανείς νά συλλάβη τήν κατάσταση τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων πού παραμένουν στήν «σειρά», γιά νά κοινωνήσουν, γιά νά ἀσπασθοῦν ἕνα ἱερό λείψανο, μιά ἱερά εἰκόνα, θά ἔβλεπε ἕναν ἀστείρευτο πνευματικό κόσμο! Τί προσευχές δέν θά κάνη στόν Θεό! Πόσα αἰσθήματα βαθύτατα κατακλύζουν τήν καρδιά! Ἡ πολύωρη παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν «σειρά» γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα ἐμφανίζει ὅλο τόν πλοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. […]

 

,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΜE ΠIΣΤΗ, ΠΡΟΣΕΥΧH καὶ ΑΓΙΟΤΗΤΑ «Ἐπικρατεῖ στὶς καρδιὲς ὁ φόβος, ἡ ἀ­γωνία, τὸ ἄγχος, ἡ ἀπαισιοδοξία, ἡ μελαγχολία, ἡ κατάθλιψη».

Μὲ πίστη, προσευχὴ καὶ ἁγιότητα

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.            Τὸ μεταναστευτικό, τὸ προσφυγικό, τὸ ἀσφαλιστικό, τὸ φορολογικό, οἱ διαρκῶς μειούμενες οἰκονομικὲς ἀντοχές μας, ἡ ἐπαπειλούμενη γενικὴ πτώ­χευση, ἡ ἀπογοήτευση τῶν νέων καὶ ἡ φυγή τους στὸ ἐξωτερικό, ἡ ἐξαθλίωση στὰ Νοσοκομεῖα μας, οἱ ἐπιπόλαιοι πειραματισμοὶ στὸν εὐαίσθητο χῶρο τῆς Παιδείας, τὰ ἐπικίνδυνα παιγνίδια πολέμου στὸ Αἰγαῖο, ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια, ἡ πνευματικὴ καθίζηση, ἡ ἠθικὴ παραλυσία, ἡ αὐξανόμενη ἐγκληματικότητα καὶ τόσα, τόσα ἄλλα…
.            Αὐτὴ εἶναι, δυστυχῶς, ἡ ἀποκαρδιωτικὴ καθημερινὴ πραγματικότητα ποὺ ζοῦ­­με, ἡ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἀναπνέουμε.
.            Ποιός τὰ ἔφερε ὅλα αὐτά; Ποιὸς ἔχει τὸ κύριο βάρος τῆς εὐθύνης; Ἀσφαλῶς ὄχι αὐτοὶ ποὺ φαίνονται, αὐτοὶ ποὺ θεωροῦμε ὅτι κυβερνοῦν τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαούς. Ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ κινοῦν τὰ νήματα, ἄλλα κέντρα ποὺ ἀποφασίζουν, ἄλλες δυνάμεις ποὺ ἐνεργοῦν. Καὶ ἐμεῖς παρακολουθοῦμε ἀνήμποροι νὰ ἀντιδράσουμε.
.            Καὶ οἱ προοπτικές; Ἡ κατάσταση εἶναι τόσο συγκεχυμένη, ἀδιευκρίνιστη καὶ ρευ­­στή, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζει τί θὰ μᾶς φέρει τὸ αὔριο. Ὅλα φαίνον­ται ἀβέβαια, δυσάρεστα καὶ σκοτεινά. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπικρατεῖ στὶς καρδιὲς ὁ φόβος, ἡ ἀ­γωνία, τὸ ἄγχος, ἡ ἀπαισιοδοξία, ἡ μελαγχολία, ἡ κατάθλιψη.
.            Ὑπάρχει κάτι ἐντυπωσιακὸ σ’ ὅλη αὐτὴ τὴ δύσκολη κατάσταση: Τὴν ἀντιμετωπίζουμε χωρὶς καμιὰ ἀναφορὰ στὸν Θεό. Καὶ ἄλλοτε περάσαμε δοκιμασίες, φθάσαμε σὲ ἀδιέξοδα βασανιστικά. Καταφεύγαμε ὅμως ὡς ἔθνος στὸν Θεό. Ζητούσαμε τὴ βοήθειά Του, τὴ δραστική Του παρέμβαση. Καὶ βλέπαμε θαύματα τότε. Τώρα ὅλα τὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ μόνες τὶς δικές μας δυνάμεις, μὲ δεδηλωμένη καὶ ὑπερήφανη τὴν προκλητικὴ ἀθεΐα μας! Μὲ αὐ­τοπεποίθηση, μὲ μεγαλόστομες διακηρύξεις. Χωρὶς ὅμως τόλμη, χωρὶς τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴ δύναμη τῆς πίστεως, χωρὶς ἐλπίδα. Καὶ προχωροῦμε ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», ἔχει πεῖ ὁ Κύριος (Ἰω. ιε´ [15] 5). Σήμερα φθάσαμε στὸ «οὐδέν», ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντες δὲν σκέπτεται ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι βαδίζουμε χωρὶς τὸν Θεό.
.            Ὅσοι θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴν ἀναφορὰ τῆς ζωῆς μας στὸν Θεό, ὅσοι κρατοῦμε ἀ­κόμη τὴν πίστη στὴν καρδιά μας, ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φαίνονται ὅτι κυβερνοῦν τὸν κόσμο, πίσω καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους πού, ἄγνωστοι στοὺς πολλούς, κινοῦν τὰ νήματα, ὑπάρχει κάποιος Ἄλλος. Αὐτός, ὁ ἀόρατος Κυβερνήτης τοῦ παντός, εἶναι ὁ παντοδύναμος Θεός, ὁ παντοκράτωρ Κύριος, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος κόσμου. Εἶ­ναι Αὐτὸς ποὺ ὄχι μόνο ἔφερε στὴν ὕ­παρ­ξη μὲ τὸν παντοδύναμο λόγο Του τὰ πάντα, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συντηρεῖ τὰ πάντα καὶ νὰ τὰ κυβερνᾶ, γιὰ νὰ τὰ ὁδηγεῖ, μὲ ἄπειρη δύναμη καὶ σοφία, στὸν ἔσχατο σκοπὸ ποὺ ὁ Ἴδιος ἔχει ὁρίσει. Αὐτὸς εἶναι «ὁ ἡνιοχεῖν τὰ πάντα δυνάμενος», ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 53, 36). Κρατεῖ στὰ παντοδύναμα χέ­ρια Του τὰ ἡνία στὸ ἅρμα τοῦ κόσμου καὶ τὸ κατευθύνει μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια στὴν πορεία ποὺ ὁ Ἴδιος ἔχει χαράξει, γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθεῖ τὸ δικό Του σχέδιο καὶ νὰ γίνει τελικὰ τὸ δικό Του ἅγιο καὶ σωτήριο θέλημα.
.             Ὅλα εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Του, ὅλα εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό Του, ὅλα, καὶ αὐτὰ ἀκόμη ποὺ οἱ ἐχθροί Του ἐνεργοῦν εἰς βάρος Του, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν σκοπό Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσύλληπτη δύναμη καὶ σοφία Του!
.            Ἂς μὴν ἀνησυχοῦμε λοιπόν. Ἂς μὴ μᾶς πιάνει πανικός. Ἂς μὴ φοβούμεθα. Ἡ πίστη μᾶς εἰρηνεύει καὶ γεννᾶ τὴν προσευχή. Ἡ καταφυγὴ στὸν Θεὸ δυναμώνει τὴν ψυχή, τῆς χαρίζει στὰ δυσάρεστα ἀντοχὴ καὶ ἐλπίδα. Γι’ αὐτὸ νὰ προσευχόμαστε πάντοτε, ἰδιαίτερα στὶς δύσκολες περιόδους τῆς ζωῆς μας νὰ ἀναθέτουμε «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ». Τὸν ἑαυτό μας, τοὺς δικούς μας, ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ζωῆς μας νὰ τὰ ἐμπιστευόμαστε στὴν πανάγαθη καὶ παντοδύναμη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
.            Ἡ προσευχὴ δὲν ὠφελεῖ μόνο ἐμᾶς ποὺ προσευχόμαστε. Ὠφελεῖ καὶ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους προσευχόμαστε. Ὠφελεῖ τοὺς συνανθρώπους μας, τὸ ἔθνος μας καὶ ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ προσφορὰ στὸν κόσμο.
.            Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἀκόμη· ἡ ἀνάγκη νὰ ζήσουμε βαθύτερα καὶ οὐσιαστικότερα τὴν πνευματικὴ ζωή, νὰ βαδίσουμε μὲ συν­έπεια τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ μας.
.            Ὁ Θεὸς γιὰ χάρη τῶν λίγων θὰ σώσει τοὺς πολλούς. Ἂν βρίσκονταν δέκα δίκαιοι στὰ Σόδομα, δὲν θὰ γινόταν ἡ καταστροφή. Καὶ γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ εἶπε ὁ Κύριος ὅτι «διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐ­κεῖναι», γιὰ χάρη τῶν ἐκλεκτῶν θὰ λιγοστέψουν οἱ μέρες ἐκείνης τῆς μεγάλης θλίψεως (Ματθ. κδ´ [24] 22).
Λείπουν σήμερα οἱ μεγάλοι ἄνδρες, ποὺ θὰ πᾶνε μπροστὰ καὶ θὰ σηκώσουν τὰ μεγάλα βάρη. Ποὺ θὰ ἀναλάβουν μὲ συνέπεια τὶς μεγάλες εὐθύνες. Ποὺ θὰ θυσιασθοῦν οἱ ἴδιοι γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ὑ­πόλοιποι. Ἀλλὰ δὲν λείπουν τόσο αὐτοί, οἱ τολμηροὶ καὶ ἱκανοὶ πολιτικοὶ καὶ οἱ εὐ­φυεῖς οἰκονομολόγοι. Λείπουν οἱ Ἅγιοι.
.            Ὅποιος ἐργάζεται γιὰ τὸν προσωπικό του ἁγιασμό, αὐτὸς εἶναι ψύχραιμος καὶ εἰρηνικὸς στὶς δυσκολίες καὶ ὅλα τὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ἤρεμη βεβαιότητα. Αὐτὸς βο­η­θεῖ οὐσιαστικὰ καὶ στὴν ἐπίλυση τῶν γενικότερων προβλημάτων. Οἱ Ἅγιοι σώζουν τὸν κόσμο.

 

, ,

Σχολιάστε

ΚAΠΟΤΕ EΝΑΣ ΧΩΡΙΚOΣ ΕΨΑΧΝΕ ΤΟΝ ΘΕΟ…

.               Κάποτε ἕνας χωρικὸς ἄκουσε στὴν Ἐκκλησία ὅτι ἂν δώσεις ἐλεημοσύνη, θὰ λάβεις ἑκατονταπλάσια ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶπε λοιπὸν στὴν γυναίκα του νὰ δώσουν ὡς ἐλεημοσύνη τὸ μοναδικὸ βόδι, ποὺ εἶχαν, καὶ ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἐπέστρεφε 100 βόδια γιὰ τὴν καλή τους πράξη. Δὲν δίστασε δὲ καθόλου νὰ δώσει τὸ βόδι του, ἔχοντας πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο. Ἔδωσε λοιπὸν τὸ βόδι καὶ περίμενε τὴν ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό. Περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ τὰ 100 βόδια δὲν ἔρχονταν. Ἕνα πρωὶ λοιπὸν ἀποφάσισε νὰ ἀνέβει στὸ γειτονικὸ βουνό, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ρωτήσει πότε θὰ τοῦ ἔδινε τὰ 100 βόδια, ποὺ ἄκουσε στὸ κήρυγμα τοῦ ἱερέα. Ἀνεβαίνοντας στὸ βουνὸ συνάντησε ἕναν ἀσκητή. «Ποῦ πηγαίνεις;», ρώτησε ὁ ἀσκητής. «Πάω νὰ βρῶ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ρωτήσω πότε θὰ μοῦ στείλει τὰ ἑκατὸ βόδια, γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, ποὺ ἔκανα». «Ὅταν Τὸν συναντήσεις», εἶπε ὁ ἀσκητής, «ρώτησέ Τον καὶ γιὰ μένα. Εἶμαι στὸ βουνὸ καὶ ζῶ ἀσκητικὰ ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;». «Εὐχαρίστως νὰ Τὸν ρωτήσω», ἀποκρίθηκε ὁ χωρικὸς καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του. Λίγο πιὸ πάνω συνάντησε ἕνα γέρο ἄντρα μὲ λευκὴ γενειάδα. «Ποιόν ψάχνεις;», ρώτησε ὁ γέροντας. «Ἄκουσα στὴν Ἐκκλησία ὅτι ἂν κάνω ἐλεημοσύνη, θὰ πάρω ἑκατονταπλάσια ἀπὸ τὸν Θεό. Ψάχνω λοιπὸν τὸν Θεὸ νὰ μοῦ πεῖ πότε θὰ μὲ ἀνταμείψει γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη μου». «Γύρνα στὸ σπίτι σου καὶ σκάψε κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο στὴν αὐλή σου. Θὰ βρεῖς ἕνα τσουκάλι μὲ λίρες. Μὴ τὸ πεῖς πουθενά, μόνο συνέχισε νὰ βοηθᾶς τὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ στερηθεῖς τίποτα στὴ ζωή σου». «Σὲ εὐχαριστῶ γέροντα. Καὶ κάτι ἀκόμα. Ἐρχόμενος νὰ σὲ βρῶ, συνάντησα ἕναν ἀσκητὴ καὶ μοῦ ζήτησε νὰ σὲ ρωτήσω ἂν μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια πνευματικῶν ἀγώνων καὶ ἄσκησης, κέρδισε τελικὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». «Νὰ πεῖς σὲ αὐτὸν τὸν ἀσκητὴ ὅτι κι ἄλλα σαράντα χρόνια νὰ κάτσει στὸ βουνὸ δὲν θὰ κερδίσει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Στὸν ἀσκητὴ αὐτὸν δίνω κάθε μέρα ἕνα παξιμάδι ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Σήμερα, ξέροντας ὅτι θὰ ἔρθεις, τοῦ ἔδωσα δύο παξιμάδια, ἕνα γιὰ αὐτὸν καὶ ἕνα γιὰ σένα. Αὐτὸς ὅμως ἀντὶ νὰ σοῦ δώσει τὸ ἕνα, τὰ κράτησε καὶ τὰ δύο γιὰ τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη σὲ μένα. Ἐσὺ ὅμως χωρὶς δισταγμὸ ἔδωσες τὸ βόδι σου πιστεύοντας σὲ αὐτὸ ποὺ ἄκουσες στὴν Ἐκκλησία».

 

ΠΗΓΗ: agiameteora.net

,

Σχολιάστε

ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΕΙΣ καὶ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΗΣΕΙΣ… ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ!

«Ἀφῆκαν οἱ ἄνθρωποι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν
καὶ περὶ τῶν οὐρανίων ἐρευνῶσιν»

Γράφει ὁ Ἠλιάδης Σάββας,
Δάσκαλος – Κιλκίς

.               Τὸ ἀνωτέρω πατερικὸ ἀπόφθεγμα εἶναι εἰλημμένο ἀπὸ τὸν Εὐεργετινό, Ὑπόθεσις ΙΖ´: «Ὅτι δὲν πρέπει κινούμενοι ἀπὸ ὑπερηφάνεια νὰ πολυπραγμονοῦμε περὶ τὰ ὑψηλὰ νοήματα τῆς Γραφῆς καὶ περὶ τὰ δογματικὰ καὶ ὑπέρτερα τῆς λογικῆς ἢ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐννοήσουμε τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ».
Κάποτε ἐπισκέφτηκαν τὸν Ἀββᾶ Ζήνωνα μερικοὶ ἀδελφοὶ καὶ τοῦ ὑπέβαλαν τὴν ἑξῆς ἐρώτηση:
–Τί σημαίνει, Ἀββᾶ, αὐτὸ ποὺ γράφεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ: «οὐρανὸς δὲ οὐ καθαρὸς ἐναντίον αὐτοῦ»; (Ἰὼβ ιε,15)
Ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
–Οἱ ἄνθρωποι ἔπαυσαν νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἔρευνα τῶν οὐρανῶν. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ρητοῦ ποὺ ζητήσατε εἶναι: «μόνο ὁ Θεὸς εἶναι καθαρός». Γι᾽ αὐτὸ εἶπε ἡ Γραφὴ ὅτι ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι καθαρὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. (Εὐεργετινός, ἔκδ. Ματθαίου Λαγγῆ, τόμος Δ´)

.               Μὲ ἀφορμὴ τὸ ὡς ἄνω πατερικὸ ἀπόφθεγμα ὁ νοῦς μας τρέχει ἀβίαστα καὶ στὸν ἀξιοσέβαστο ἐπιστημονικὸ κόσμο, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται νυχθημερόν, ἀγωνιωδῶς καὶ πεισματωδῶς… στὸ χῶρο τοῦ μακρόκοσμου καὶ τοῦ μικρόκοσμου, νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὰ τοῦ ἐπιστητοῦ γιὰ τὸ καλό τῆς ἀνθρωπότητας. Οἱ ἐπιστήμονες εἶναι εὐεργέτες τῆς ἀνθρωπότητας καὶ ὀφείλουμε νὰ τοὺς εὐγνωμονοῦμε, ὅσο παραμένουν πιστοὶ στὴν ἀποστολή τους. Ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ καταστοῦν μέγιστοι καταστροφεῖς, ἂν ἀθετήσουν τὸν ὅρκο τους. Καὶ βέβαια, δὲν ἀναφέρεται σ` αὐτοὺς τὸ ἀπόφθεγμα σὲ καμιὰ περίπτωση, διότι ἡ διακονία τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἱερή.
.               Δύναται ὅμως νὰ ληφθεῖ ὡς ἀπάντηση στὴν ἀφελῆ ἐλπίδα ποὺ τρέφει πολλὲς φορὲς ὁ ἄνθρωπος ὅτι, χωρὶς πνευματικὴ ἐργασία, θὰ μπορέσει, μόνο μὲ τὴν ἐπιστήμη, νὰ λύσει θέματα ποὺ ἅπτονται τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Ὅτι, χωρὶς τὸ «ἔνδον σκάπτε» καὶ τῆ συνεργείᾳ τῆς θείας Χάριτος, θὰ τακτοποιήσει τὴ συνείδησή του. Ὅτι ἔτσι θὰ χορτάσει, καὶ τὸ χειρότερο, θὰ ξεριζώσει καὶ θὰ καταργήσει τὴν ἐκ Θεοῦ φυτεμένη στὸ εἶναι του ἐπιθυμία τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶναι μία προειδοποίηση, ποὺ θέλει νὰ προλάβει τὴ θεοποίηση τῆς ἐπιστήμης.
.              Οἱ ἐπιστήμονες, σὰν ἄνθρωποι κι αὐτοί, γνωρίζουν πὼς κατὰ τὴν ἔρευνα, τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ θὰ προκύψει, θὰ ἀγγίξει καὶ τὸ δικό τους ἐσωτερικὸ κόσμο. Δηλαδὴ τὴν πίστη τους. Δηλαδὴ τὶς πέραν τοῦ ἐπιστητοῦ ἀνησυχίες καὶ ἀναζητήσεις τους. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦν τὴν ἀλήθεια τῆς ἐπιστήμης καὶ μάλιστα, ἂν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πιστεύω τους; Διότι ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ καθ᾽ ἐαυτὴν εἶναι ἀντικειμενική. Ἡ ἀλλοίωση ἐπέρχεται ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν ὑπηρετοῦν.
.               Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν διαθέτουν σήμερα αὐτὴ τὴ λεβεντιὰ καὶ τὸ ἦθος, τὸ θάρρος καὶ τὴ συνέπεια γιὰ τὴ μεγάλη εὐθύνη τους ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Νὰ ὁμολογήσουν καὶ νὰ ἀποκαλύψουν τὸ ἀληθινό. Διότι ὁ κάθε ἐπιστήμονας εἶναι ὑποψήφιος ἥρωας καὶ ἅγιος. Ἀφοῦ εἶναι ἐρευνητὴς τῆς ἀλήθειας μέσα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα: «τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἢ τὲ ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» (Ρωμ. α´ 20) Μετάφραση: «Διότι οἱ ἀόρατες ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ αἰώνια δύναμή του καὶ ἡ Θεότητά του, βλέπονται καθαρά, ἀφ᾽ ὅτου δημιουργήθηκε ὁ κόσμος καὶ γίνονται νοητὲς μέσω τῶν δημιουργημάτων του».
.               Πέρα ὅμως ἀπὸ  τὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο, σ᾽ ὅ,τι ἀφορᾶ  τὴ μεταφορὰ τῆς εἴδησης  τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἀποτελέσματος, παρεμβάλλονται ἄλλοι παράγοντες, ποὺ ρυθμίζουν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο  θὰ δημοσιοποιηθεῖ.  Αὐτοὶ εἶναι ἡ μεγάλη πληγὴ κυρίως, οἱ ἔχοντες τὰ μέσα, ποὺ ἐνημερώνουν τὰ πλήθη καὶ τὰ ἐπηρεάζουν, ἀνάλογα μὲ τὸ σκοπὸ ποὺ κρύβουν τὰ συμφέροντά τους.
.               Δυστυχῶς, σήμερα μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ἐπιστημονισμοῦ, τῆς ἄθεης καὶ ἀντίχριστης κοσμοθεωρίας καὶ βιοθεωρίας, πλασάρονται μὲ τέτοιο τρόπο οἱ ἀμέτρητες ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις, ὥστε νὰ δίνουν ἐλπίδα στὸν κόσμο, χωρὶς ἔρεισμα γιὰ τὸ ἐπέκεινα, γιὰ τὸ αἰώνιο. Μίαν ἐλπίδα καταισχύνουσα, δηλαδὴ ποὺ καταντροπιάζει καὶ ἀφήνει συνεχῶς ἔκθετη καὶ καταπληγωμένη τὴν ψυχή. Παραπέμπουν στὴ θεὰ ἐπιστήμη καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, θεοποιώντας τους. Ἔξω ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ παρόντα. Θεὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὄντας δὲ ὁ πολὺς κόσμος ἀκατήχητος καὶ ἐν πολλοῖς ἐπαναπαυμένος στὶς ἐπιτυχίες τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, ἐλπίζει σὲ πιθανολογίες καὶ ὑποσχέσεις ἀνθρώπινες, βάζοντας τὸν Θεὸ στὴν ἄκρη.
.               Μετατρέπεται σκόπιμα ἡ ἐπιστήμη σὲ μυστήριο καὶ φαντασία. Καὶ περνάει ἡ ζωὴ μὲ τὴν ψευδαίσθηση μίας ἀόριστης προσμονῆς, ἐπενδεδυμένης μὲ τὴν λαχτάρα τοῦ ἀνύπαρκτου μυστηρίου, κρατώντας σκλαβωμένο κυριολεκτικὰ τὸν ἄνθρωπο σ` αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ νοοτροπία. Ἀποκοιμίζει τὴ συνείδηση μὲ «σεσοφισμένους μύθους» καὶ τὸν κρατάει δέσμιο νὰ συνεχίζει «τὸ ταξίδι στὸ ἄπειρο μὲ βάρκα τὴν ἐλπίδα», κατὰ τὴν παιγνιώδη λαϊκὴ φράση. Προσπαθοῦν, διεφθαρμένες ψυχὲς μὲ διεφθαρμένα συστήματα, νὰ ὑποτάξουν τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοῦ στερήσουν τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία, νὰ τὸν κάνουν ἐξάρτημα στὶς ἐπιθυμίες τους καὶ στὶς πονηρὲς ἐπινοήσεις τους. Γνωρίζουν πολὺ καλά, πὼς εἶναι φυτεμένη μέσα του ἡ λαχτάρα τοῦ «ἀεὶ εἶναι» καὶ θέλουν νὰ τὴν ἁρπάξουν, νὰ τὴν κλέψουν καὶ νὰ βάλουν στὴ θέση της τὴν ψεύτικη, γιὰ  νὰ τὸν κάνουν ἐργαλεῖο δικό τους.
.               Μὴ μένουμε λοιπὸν ἀποχαυνωμένοι περιμένοντας ἐλπίδα σωτηρίας ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσδοκᾶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη ἀπαντήσεις ὑπερφυσικοῦ καὶ ἄρα ὑπαρξιακοῦ καὶ ὀντολογικοῦ περιεχομένου, τότε αὐτὴ ἡ προσδοκία καθίσταται τυραννικὴ οὐτοπία. Ὅλες οἱ τοιαῦτες ὑποσχέσεις, ἀπ᾽ ὅπου κι ἂν προέρχονται, ἂν δὲν ἔχουν πηγὴ καὶ ἀρχὴ τὴν πίστη στὸ Θεάνθρωπο Χριστό, εἶναι ἀπάτη καὶ ψέμα.
.               Ὀφείλουμε νὰ στρέψουμε τὸ εἶναι μας στοὺς ἁγίους μας καὶ νὰ διδαχθοῦμε τὴν καθαρὴ ἀλήθεια καὶ ἐλπίδα καὶ γιὰ τὸ παρὸν καὶ γιὰ τὸ μέλλον. Μὲ τὸ πολίτευμα καὶ τὴ βιωτὴ τους μᾶς διδάσκουν τὴ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια καὶ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Μιμούμενοι τοὺς ἁγίους, βιώνουμε τὴν «ὑπόσταση τῶν ἐλπιζομένων», τὴ «ζῶσα ἐλπίδα», ἀναλόγως ὁ καθένας, δηλαδὴ τὴν ἐμπειρία τῆς ἀδιάλειπτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας.
.           Ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ εἰπωθοῦν μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε». (Ἰωάν. α´ 47) Ἄρα λοιπόν: «Ὥρα ἠμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι». (Ρωμ. ιγ´ 11) Γιὰ νὰ μὴν παλεύουμε μὲ τὰ ἀδιέξοδα, τὰ ὁποία στὴ γνήσια  πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἀνύπαρκτα καὶ στὴν ὁποία ὅλα τὰ ἐρωτήματα, σὲ ὅλα τὰ θέματα, κατὰ ἕνα μυστήριο καὶ μυστικὸ συνάμα τρόπο, παίρνουν τὴν ἀπάντησή τους καὶ ἀναπαύουν καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.

ΠΗΓΗ: amethystosbooks.blogspot.gr (ἀπὸ orthodoxia-ellhnismos)

,

Σχολιάστε