Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πίστη

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–2–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲν πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ» (Λουκ. η´ 45,46). Γιατί ρώτησε ὁ Κύριος, ἀφοῦ γνώριζε ποιὰ ἦταν αὐτὴ ποὺ τὸν ἄγγιξε, ἀλλὰ καὶ πῶς δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ρώτησε, ἀφοῦ δὲν ἤξεραν; Γιὰ νὰ φανερώσει τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ θεραπεύτηκε, νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσει μία καὶ καλὴ τόσο στὴν ἴδια ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ν’ ἀποκαλύψει τὴ θεϊκὴ δύναμή Του σὲ κείνους ποὺ ἦταν μπροστά, καθὼς καὶ σ’ ἐμᾶς.
.             Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δέχεται κάθε θεϊκὸ δῶρο μὲ εὐχαριστία κι εὐγνωμοσύνη. Ὁ Κύριος θέλησε νὰ δώσει ἔμφαση στὴν πίστη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς κάθε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἀλήθεια πὼς μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του ὁ Θεός, συχνὰ κάνει τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους χωρὶς προαπαιτούμενο τὴν πίστη τους. Ὅταν ὅμως ζητάει τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων, δίνει ἔμφαση στὴν ὀντότητά τους, ὡς ἐλευθέρων καὶ λογικῶν πλασμάτων. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ λογικὸς ὁ ἄνθρωπος ἄν, ἀπὸ τὴν πλευρά του, δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ τὴ σωτηρία του; Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἐλάχιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ζητήσει: πίστη στὸ ζωντανὸ Θεό, στὴν ἀγάπη Του, στὴ διαρκῆ ἑτοιμότητά Του νὰ δώσει καὶ νὰ κάνει στοὺς ἀνθρώπους ὅλα ὅσα συντελοῦν στὸ καλό του.
.             Μὲ τὴ διακήρυξη τῆς πίστης τῆς γυναίκας αὐτῆς ὅμως, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐνισχύσει καὶ τὴν πίστη τοῦ Ἰαείρου. Νὰ τοῦ δείξει πὼς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ πάει στὸ σπίτι του γιὰ ν’ ἀγγίξει μὲ τὸ χέρι Του τὸ νεκρὸ κορίτσι. Ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύσει μὲ πολλοὺς τρόπους κι ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χεριῶν. Μπορεῖ νὰ θεραπεύσει μὲ τὰ ροῦχα Του ὅπως καὶ μὲ τὰ χέρια Του, ἀπὸ ἀπόσταση σὰν νὰ βρίσκεται κοντά, ἀπὸ τὸ δρόμο ὅπως καὶ μέσα στὸ σπίτι.
.             Ὁ Κύριος θέλει νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὴ θεϊκή Του δύναμη, δὲν ἐπιδιώκει τὸν ἔπαινό τους. Οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἐντελῶς μάταιοι, ἕνα τίποτα. Ἤθελε ὅμως νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια οἱ ἄνθρωποι, νὰ κάνουν χρήση τῆς ἀλήθειας. Κι ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς κάθε ἀγαθό, ποὺ δέχονται οἱ ἄνθρωποι, ἔρχεται ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα χωρὶς τὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς τὴν ἄμεση δύναμη ποὺ πήγαζε ἀπ’ Αὐτόν. Εἶναι ἡ ἴδια ζωντανὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ θαυματουργεῖ στὸν πιστὸ ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ τὶς εἰκόνες. Ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν ἔχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δὲν μπορεῖ μὲ μόνη τὴ δύναμή του νὰ κάνει ὁποιοδήποτε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζει ὁ Θεὸς τὴ θεϊκὴ δύναμη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Ἴδιο.
.             Αὐτὸ γίνεται μὲ ὅλα τὰ ἐγκόσμια μέσα θεραπείας, αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὰ μεταλλικὰ νερά. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὰ γιατρικὰ καὶ τὰ μεταλλικὰ νερὰ περισσότερο, ἀπ’ ὅσο ἀπέχει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὰ ἱμάτιά Του. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ μὲ τέτοια πίστη καὶ τέτοια συστολή, φόβο καὶ σεβασμό, ποὺ εἶχε κι ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅταν ἄγγιζε τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ, θὰ θεραπευτεῖ. Ὅποιος ὅμως χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ χωρὶς Θεό, ἢ ἀκόμα περισσότερο ἀντίθετα στὸν Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Ἂν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς θεραπεύεται, δέχεται τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ γνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει κάποια στιγμὴ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Ὁ Χριστὸς θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα χωρὶς ἐκεῖνος νὰ διαθέτει τὴν πίστη αὐτή, χωρὶς νὰ τὴν ὁμολογεῖ. Γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο τὸν θεράπευσε ὅμως, τοῦ εἶπε: «ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀναγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σὲ» (Μάρκ. ε´ 19).
.             Πολλοὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ Χριστὸ τὸν ἄγγιζαν, δὲν ἔλαβαν ὅμως τὴ θεραπεία ποὺ δέχτηκε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, γιατί αὐτὴ τὸν ἄγγιξε μὲ πίστη καὶ φόβο. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα σὲ πολλοὺς ποὺ προσκυνοῦν χωρὶς πίστη καὶ φόβο τὶς εἰκόνες, τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως γινόταν καὶ μὲ τὸ μεγάλο πλῆθος μὲ τὰ περίεργα μυαλὰ καὶ τὶς παγωμένες καρδιὲς ποὺ ἄγγιζαν τὸν Χριστό. Μὲ τοὺς ἀληθινοὺς πιστοὺς ὅμως γίνεται αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ποὺ θεραπεύτηκε. Ὅποιος ἔχει μάτια, ἂς δεῖ. Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούσει!
.                 «Ἰδοῦσα δὲν ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. η´ 47,48). Ἡ γυναίκα ἔνιωσε ἀπὸ τὴ φωνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, πὼς Ἐκεῖνος γνώριζε τὸ μυστικό της, πὼς ἡ ἴδια δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ τὸ κρύψει. Ἔτρεμε ἀπὸ φόβο καὶ στάθηκε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μ’ Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὶς πιὸ καλοκρυμμένες πράξεις τῶν ἀνθρώπων, τὰ πιὸ μύχια μυστικὰ ποὺ κρύβουν στὴν καρδιά τους. Εἶχε νιώσει τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τὴ θαυματουργικὴ θεραπευτικὴ δύναμή Του, γι’ αὐτὸ κι ἔτρεμε ἀπὸ φόβο μπροστά Του. Τώρα ὅμως ποὺ ἄκουσε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς γνώριζε τὸ βαθὺ μυστικό της, ὁ φόβος μπροστὰ στὸν παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζὶ μὲ τὴν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τῆς φανερώθηκε κι ἡ πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστὰ καὶ τὰ ὁμολόγησε ὅλα. Ἡ ντροπή της μεταβλήθηκε σὲ φόβο. Ἡ ντροπὴ γιὰ τὴν ἀρρώστια της ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ θεραπεύτηκε. Στὴ θέση τῆς ντροπῆς ἦρθε τώρα ὁ φόβος μπροστὰ στὴν παντοδυναμία καὶ τὴν πανσοφία Του.
.               Τὴν εἶδε ἔτσι φοβισμένη ὁ στοργικὸς Κύριος καὶ τὴν παρηγόρησε μὲ τὰ πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Ὑπάρχει ἆραγε πιὸ γλυκιὰ παρηγοριὰ στὸν κόσμο, ἀπὸ τὸ ν’ ἀκούσει κανεὶς τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ τὸν ἀθάνατο Βασιλιὰ καὶ Κύριο; Τῆς δίνει θάρρος, τὴν ὀνομάζει «θυγατέρα» Του. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὸ καὶ διαρκὲς θάρρος, ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ ἀφοβία, ἂν δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ Θεό. δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ παρηγοριὰ καὶ συμπάθεια, ὡσότου γνωρίσει κι ὁμολογήσει τὸ Θεὸ ὡς Πατέρα του καὶ τὸν ἴδιο ὡς παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει τὰ λόγια αὐτὰ μέσα του, ὡσότου ἀνακαινιστεῖ κι ἀναγεννηθεῖ πνευματικά. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔδειξε πὼς ἀναγεννήθηκε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Σωματικά, ἐπειδὴ τὸ μισοπεθαμένο σῶμα της γιατρεύτηκε, ἀναζωογονήθηκε. Πνευματικά, ἐπειδὴ γνώρισε κι ἔνιωσε τὴν παντοδυναμία καὶ πανσοφία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.                 Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Αὐτὰ εἶναι λόγια διδαχῆς, ἀλλὰ καὶ θάρρους. Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε φανερώσει τὴν ταπείνωσή Του μὲ τὸ νὰ νηστέψει καὶ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του· ἂν τὴ δύναμή Του δὲν τὴν εἶχε ἀποδώσει στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του, κι ἂν τὴ δόξα Του δὲν τὴν εἶχε μοιραστεῖ μὲ ἀνθρώπους, ἀποδίδοντας τὰ δικά Του σ’ ἐκείνους, τότε σίγουρα ἡ γῆ θὰ ἔτρεμε συνέχεια σὲ κάθε βηματισμό Του· σὲ κάθε λόγο Τοῦ ὁ κόσμος ὁλόκληρος θὰ φλεγόταν. Ποιὸς θὰ τολμοῦσε νὰ τὸν κοιτάξει κατάματα; Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ καθήσει δίπλα Του καὶ νὰ τὸν ἀγγίξει; Ποιός θὰ μποροῦσε ν’ ἀκούσει τὸ λόγο Του καὶ νὰ μὴ διαλυθεῖ, νὰ ἐξαφανιστεῖ; Ὁ Κύριος ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀδελφὸς μὲ ἀδελφό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αὐτὸ ἔδινε κουράγιο στοὺς ἀνθρώπους σὲ κάθε τους βῆμα. Γι’ αὐτὸ κι ἀπέδιδε ὅλα τὰ ἔργα Του στὴν πίστη τους.
.             Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος τελείωνε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἡ κατάσταση τοῦ Ἰαείρου εἶχε χειροτερέψει. «Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται» (Λουκ. η´ 49, 50). Γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ πὼς ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου δὲν εἶχε πεθάνει, ὅταν ἐκεῖνος κάλεσε τὸν Χριστὸ στὸ σπίτι του. Βρισκόταν στὴ νεκρικὴ κλίνη της, ἔπνεε «τὰ λοίσθια», γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὀνομάσουν νεκρή.
.             Μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ Χριστὸς ἦταν γνωστὸς ὡς Διδάσκαλος. Τὸν ὀνόμαζαν ἔτσι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔνιωθαν τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του. Προσέξτε ὅμως πόσο πράος καὶ σπλαχνικὸς ἦταν ὁ Κύριος! Προτοῦ ὁ ἄρχοντας Ἰάειρος ξεσπάσει σὲ δάκρυα κι ἐκφράσει τὸν πατρικό του πόνο, Ἐκεῖνος τὸν στήριξε μὲ λόγια παρηγορητικὰ κι ἐνθαρρυντικά: Μὴ φοβοῦ! Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀλλάζει μὲ τίποτα τὴν κατάσταση. Μισοπεθαμένο ἢ πεθαμένο τὸ κορίτσι, δὲν ἔχει διαφορά. Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ πάρει ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε στὸ δύστυχο πατέρα ἦταν ν’ ἀκολουθήσει αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ Κύριος, τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ κάνει ἦταν τὸ μόνον πίστευε! Εἶδες πρίν, ἀπὸ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ μία μόνο σκέψη μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορραγία της, ποὺ τὴν ταλαιπωροῦσε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, μπορεῖ νὰ ἑνώσει ξανὰ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα τῆς κόρης σου. Ἐσὺ νὰ πιστεύεις μόνο καὶ σωθήσεται!
.             «Ἐλθὼν δὲν εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα» (Λουκ. η´ 51). Πέντε μάρτυρες εἶναι ἀρκετοί. Δύο μάρτυρες δὲν φτάνουν στὰ ἐγκόσμια δικαστήρια, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο; Πῆρε μαζί Του τρεῖς μαθητές Του, ἐκείνους ποὺ ἀργότερα θὰ μαρτυροῦσαν τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του στὸ Θαβὼρ καὶ τὴν προσευχὴ τῆς ἀγωνίας Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Πῆρε ἐκείνους ποὺ τότε ἦταν πιὸ ὥριμοι πνευματικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐννιά, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν τὸ βαθύτερο μυστήριο τῆς δύναμης καὶ τῆς ὕπαρξής Του. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μαθητὲς θὰ ἔβλεπαν τὴν πρώτη ἀνάσταση νεκροῦ ποὺ θὰ κατόρθωνε μὲ τὴ δύναμή Του ὁ Κύριος καὶ στὴ συνέχεια θὰ τὸ διηγοῦνταν στοὺς συντρόφους τους, διδάσκοντάς τους ἔτσι νά ᾽χουν καὶ κεῖνοι πίστη. Ἀργότερα ποὺ ὁ Κύριος θ’ ἀνάσταινε τὸ γιὸ τῆς χήρας στὴ Ναΐν καὶ τὸ Λάζαρο, θὰ παρευρίσκονταν ὅλοι οἱ μαθητές. Εἶναι προφανὲς γιατί πῆρε καὶ τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ μαζί Του. Ἡ νεκρὴ κόρη τους θὰ βοηθοῦσε στὴν ἀνάσταση τῶν ψυχῶν τους. Ποιὸς θά ᾽χε τὸ δικαίωμα νὰ βοηθηθεῖ ἀπὸ τὴν κόρη, περισσότερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς της;
.             Μπῆκε στὸ σπίτι ὁ Κύριος κι ἡ σκέψη Του ἦταν σὲ κείνους ποὺ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν τὸ νεκρὸ κορίτσι. «Ἔκλαιον δὲν πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν, ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει· καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν» (Λουκ. η´ 52, 53). Ὁ Ματθαῖος κι ὁ Μάρκος δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση στὴ σκηνὴ αὐτή. Γράφουν πὼς εἶχαν κληθεῖ ἀπὸ τὴ γειτονιὰ μουσικοὶ καὶ ἐπαγγελματίες θρηνωδοί. Αὐτὸ ἦταν ἔθιμο στοὺς πλούσιους Ἰουδαίους, ὅπως καὶ στοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκλαιγαν, θορυβοῦσαν καὶ μοιρολογοῦσαν (βλ. Μάρκ. ε´ 38). Ὁ Ἰάειρος ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ σπουδαίους, ἂν ὄχι ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος τοῦ τόπου. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μισθωμένους μουσικοὺς καὶ θρηνωδοῦς, πρέπει νὰ παρευρίσκονταν στὸ σπίτι του καὶ πολλοὶ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γείτονες, ποὺ ἔκλαιγαν πραγματικὰ τὸ κορίτσι ποὺ ἔφυγε πρόωρα.
.             Γιατί εἶπε στοὺς ἀνθρώπους ὁ Κύριος, πὼς οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει; Ἤξερε καλὰ πὼς εἶχε πεθάνει. Πρῶτα, λοιπόν, τὸ εἶπε γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅλοι οἱ παριστάμενοι πὼς τὸ κορίτσι ἦταν πραγματικὰ πεθαμένο. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ βεβαιώσουν καλύτερα αὐτό, παρὰ μὲ τὸν περιφρονητικὸ καγχασμό τους, ἐπειδὴ ὁ Κύριος δὲν ἤξερε πὼς τὸ κορίτσι ἦταν νεκρό. Δεύτερο, γιὰ νὰ φανερώσει πὼς μπροστά Του ὁ θάνατος εἶχε χάσει τὴν ὀσμὴ καὶ τὴ δύναμή του στοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἦταν παρὰ ἁπλὰ ἕνα ὄνειρο. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐκμηδένιση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως δὲν εἶναι κι ὁ ὕπνος. Θάνατος εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ἄλλη. Καὶ Κύριος τόσο αὐτῆς τῆς ζωῆς ὅσο καὶ τῆς ἄλλης εἶναι Ἕνας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι στηριγμένος στὴ σωματικὴ ζωή, ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτὴ σημαίνει ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ ζωὴ γενικά. Ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται στὸ δρόμο, μαζί του συντρίβονται κι οἱ ἐπιβάτες, δὲν γίνεται ἀλλιῶς, ὅπως σκέφτονται οἱ ἀνόητοι, οἱ αἰσθησιακοὶ ἄνθρωποι. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ὅμως βλέπουν πὼς ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται, οἱ ἐπιβάτες βγαίνουν ἀπὸ τὰ συντρίμμια, τ’ ἀφήνουν ἐκεῖ καὶ συνεχίζουν τὸ ταξίδι τοὺς χωρὶς τ’ αὐτοκίνητο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔφτιαξε τόσο τὸ αὐτοκίνητο ὅσο καὶ τοὺς ἐπιβάτες δὲν μπορεῖ νὰ ἐπισκευάσει τὸ αὐτοκίνητο καὶ νὰ πεῖ στοὺς ἐπιβάτες νὰ ξαναμποῦν μέσα; Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν: τὸ ἀβοήθητο σῶμα θεραπεύεται καὶ ἡ ψυχὴ ξαναγυρίζει μέσα του.
.             Ὁ Κύριος σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν χρησιμοποίησε ὑπερβολή, ὅταν παρομοίασε τὸ θάνατο μὲ ὕπνο. Τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ μὲ τὴν ἀνάστασή Του, μετὰ ἀπὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ τρεῖς μέρες στὸν τάφο, μὲ τὴν ἀνάσταση πολλῶν νεκρῶν τὴν ὥρα τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, ἀλλὰ κι ἀργότερα, σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ὅταν νεκροὶ ξαναγύρισαν στὴ ζωὴ μὲ τὶς προσευχὲς ἁγίων καὶ θεάρεστων ἀνθρώπων. Κι ἐδῶ τὸ φανέρωσε μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
.             Ὅταν λοιπὸν ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μία ἐπαρκῆ ὁμάδα μαρτύρων, τί ἔκανε μετά; «Αὐτὸς δὲν ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λουκ. η´ 54). Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν γεμίσει πρὶν τὸ δωμάτιο ὅπου κείτονταν ἡ κόρη, εἶχαν πειστεῖ γιὰ τὸ θάνατό της κι ἑπομένως δὲν χρειάζονταν ἐκεῖ. Θ’ ἄκουγαν ἀργότερα γιὰ τὸ θαῦμα καὶ θὰ τὴν ἔβλεπαν ζωντανή. Τώρα ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ στηρίξει τὸν ἄρχοντα τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς τρεῖς μαθητές Του στὴν πίστη τους. Σκοπός Του σὲ κάθε θαῦμα ἦταν νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀποκάλυψη καὶ στὴ χαρά, μὲ τὴ σοφὴ πρόνοια ποὺ ἦταν ὁλοφάνερη μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ἀρχικά τους ἔβγαλε ὅλους ἔξω κι ἔμειναν μέσα στὸ δωμάτιο οἱ ἑπτά: πέντε ζωντανοί, μία νεκρὴ κι ὁ Ζωοδότης. Δὲν εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο αὐτό, ποῦ φανερώνει τὴν κρυμμένη ἢ μᾶλλον τὴν ἀποκαλυμμένη ψυχή; Ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πεθαίνει, ἐκεῖνος συνεχίζει νὰ ζεῖ μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις του μία ζωὴ σαρκική, ἄδεια, σὲ ἀπόγνωση. Ἁπλώνει τὰ χέρια του πρὸς κάθε κατεύθυνση ζητώντας βοήθεια. Αὐτοὶ εἶναι οἱ σημερινοὶ «ὑλιστές». Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους – τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ. – προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους. Ὅταν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς ὅμως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γνωρίσει τὸ Χριστό, κράζει σ’ Ἐκεῖνον γιὰ βοήθεια. Ὁ Χριστὸς τότε προσεγγίζει τὴ νεκρὴ ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνει στὴ ζωή, πρὸς κατάπληξη καὶ θαυμασμὸ τοῦ ἐπιπόλαιου κι αἰσθησιακοῦ ἀνθρώπου. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀναφέρει τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἀραμαϊκή, καθὼς ἄγγιζε τὴν κόρη μὲ τὸ χέρι Του: «Ταβιθᾶ, κούμι!». Αὐτὸ σημαίνει τὸ ἴδιο ποὺ λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: ἡ παῖς, ἐγείρου!
.             Τί ἔγινε μὲ τὴ νεκρὴ κόρη, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε τὰ λόγια αὐτά; «Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν» (Λουκ. η´55). Νὰ λοιπὸν ποὺ ὁ θάνατος μοιάζει μὲ τὸν ὕπνο! Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς. Τὸ πνεῦμα της εἶχε ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶχε πάει στὸν τόπο τὸν προορισμένο γιὰ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν. Μὲ τὸ ἄγγιγμα καὶ τὰ λόγια Του ὁ Κύριος ἐδῶ ἔκανε δύο θαύματα: Πρῶτα θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ δεύτερο, ἔφερε ἀπὸ τὸ βασίλειο τῶν πνευμάτων τὸ πνεῦμα της καὶ τὸ ἔβαλε σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα. Ἂν δὲν εἶχε θεραπεύσει τὸ σῶμα, τί καλὸ θὰ εἶχε προκύψει γιὰ τὴν κόρη, ἂν ξαναγύριζε τὸ πνεῦμα της σ’ ἕνα ἄρρωστο κορμί; Θὰ εἶχε ξαναγυρίσει στὴ ζωὴ ἄρρωστη, γιὰ νὰ πεθάνει ξανά. Τέτοια μισο-ἀνάσταση δὲν θά ᾽ταν ἐπαναφορὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ στὰ βάσανα. Ὁ Κύριος δὲν δίνει μισὰ δῶρα, ἀλλ’ ὁλόκληρα. δὲν δίνει ἀτελῆ δῶρα, ἀλλὰ τέλεια. Δὲν ἔδωσε τὴν ὅραση στὸ ἕνα μάτι τοῦ τυφλοῦ, μὰ στὰ δύο. Δὲν ἔδωσε στὸ ἕνα αὐτὶ τὴν ἀκοὴ τοῦ κωφοῦ, ἀλλὰ καὶ στὰ δύο. Δὲν θεράπευσε τὸ ἕνα πόδι τοῦ παράλυτου, μὰ καὶ τὰ δύο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ἐδῶ. Ἀποκατέστησε τὸ πνεῦμα σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα, ὄχι σὲ ἄρρωστο, ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος νά ᾽ναι ὑγιής.
.             Μετὰ ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τῆς δώσουν νὰ φάει. Διέταξεν αὐτὴ δοθῆναι, φαγεῖν. Πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε ξανὰ πὼς τὸ κορίτσι δὲν ξαναγύρισε ἁπλὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ ἀπόλυτα ὑγιές. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος γράφει πὼς «καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει» (ε´ 42). Θά ᾽δινε ἔτσι τὴ μαρτυρία πὼς τὸ κορίτσι ἦταν ἐντελῶς καλὰ σωματικά. Τὸ ὅτι ἀναστήθηκε ἐντελῶς καλά, ἔπρεπε νὰ φανεῖ ὅσο πιὸ ξεκάθαρα γινόταν. Τὸ κορίτσι σηκώθηκε, περπάτησε κι ἔφαγε. Ὁ Κύριος γνώριζε μὲ τί ἄπιστο λαὸ εἶχε νὰ κάνει. Ἔτσι, μαζὶ μὲ τὰ θαύματα, φρόντιζε νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀποδείξεις, ὥστε νὰ φανερωθεῖ πὼς τὸ θαῦμα ἦταν ἀπαραίτητο καὶ ὠφέλιμο στοὺς ἀνθρώπους. Ἔπειτα, ἔπρεπε ν’ ἀποδειχτεῖ πὼς μόνο Αὐτὸς μποροῦσε νὰ θαυματουργεῖ. Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος. Καὶ τρίτο, ὥστε τὸ θαῦμα νὰ ἔχει ἐπαρκῆ μαρτυρία καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ὡς ἀναμφισβήτητο γεγονός. Ἀλήθεια, πόσο καλὰ γνώριζε ὁ Κύριος αὐτὸ τὸ πονηρὸ καὶ ἄπιστο γένος τῶν ἀνθρώπων!
.             «Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς, ὁ δὲν παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» (Λουκ. η´ 56). Μὲ τὴν ἐντολή Του αὐτὴ ὁ Κύριος ἤθελε νὰ διδάξει τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ ἀνάστησε, πὼς πρῶτο καὶ κύριο μέλημά τους ἦταν νὰ εὐχαριστήσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεό. Τὸ σπουδαῖο ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἦταν νὰ τρέξουν καὶ νὰ πληροφορήσουν τὸν κόσμο γιὰ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ νὰ γονατίσουν μπροστὰ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν τὶς θερμές τους εὐχαριστίες. Τὸ θαῦμα θὰ διαδοθεῖ μόνο του, χωρὶς τὴ βοήθειά σας. Μὴ νοιάζεστε γι’ αὐτό. Δὲν εἶναι δική σας δουλειὰ τὴν ἱερὴ καὶ φοβερὴ αὐτὴ στιγμὴ νὰ ἐπικεντρωθεῖτε στὸ πὼς θὰ ἱκανοποιήσετε τὴν περιέργεια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ ἐκτελέσετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό.

* * *

.             Μὲ τὴ θεραπεία τῆς αἱμορροούσας γυναίκας καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου, ὁ Κύριος συνέχισε τὸ ἔργο Του γιὰ τὴ θεραπεία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν κακὴ περιέργεια. Ἡ περιέργεια εἶναι πραγματικὰ ἕνα κακό. Χωρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴν πνίγει στὴ θάλασσα τῶν ἐφήμερων ὑποθέσεων καὶ τῶν κοσμικῶν πραγμάτων. Ἡ περιέργεια εἶναι ἕνα κακό, περισσότερο ἀπὸ κακό, γιατί πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖ στὸ σωματικὸ καὶ συχνὰ στὸν ψυχικὸ θάνατο. Πολλὲς ἁμαρτίες καὶ πάθη, σωματικὰ καὶ ψυχικά, ἔχουν τὶς ρίζες τους στὴν περιέργεια. Ὅπως μία ὄμορφη παπαρούνα κρύβει μέσα τῆς δηλητήριο, ἔτσι κι ἡ περιέργεια κρύβει μέσα τῆς ἕνα δυνατὸ δηλητήριο ποὺ καταστρέφει ψυχὴ καὶ σῶμα. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργεια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τὶς ψυχές τους. Λέει ὁ Ἐκκλησιαστής: «Οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως» (α´ 8).
.             Ὁ Κύριος δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα ἐπειδὴ ἄγγιξε τὰ ἱμάτιά Του ἀπὸ περιέργεια, ἀλλ’ ἐπειδή, στὸν πόνο καὶ τὴ δυστυχία της, ἔτρεξε νὰ τὸν ἀγγίξει μὲ πίστη. Μάταια οἱ περίεργοι περιμένουν θαῦμα ἀπὸ τὸν Θεό. δὲν θὰ τοὺς κάνει ποτὲ τὸ χατήρι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ θαύματα γίνονται γιὰ νὰ καλύψουν κάποια ἀνθρώπινη ἀνάγκη, οἱ περίεργοι δὲν ἔχουν καμιὰ βοήθεια ἀπ’ αὐτά. Περισσότερη βοήθεια θὰ περιμένουν οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, παρὰ οἱ περίεργοι. Μήπως ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς, ποὺ εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ δὲν τὸν καλοῦν;
.             Μήπως ὁ Κύριος εἶναι λιγότερο σοφὸς ἀπὸ τοὺς γιατρούς, γιὰ νὰ γυρίζει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῆς δύναμης καὶ τῶν ἱκανοτήτων Του; Γι’ αὐτό, ἄρχοντα Ἰάειρε, μὴ νοιάζεσαι ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης σου. Μὴ νοιάζεσαι ἀκόμα, ἁμαρτωλέ, ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς θεραπείας σου. Ὁ Θεὸς γνώριζε τὸ ἀσύρματο τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο, προτοῦ ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ χρησιμοποιήσουν τὴ γλῶσσα τους γιὰ νὰ πληροφορήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ τὶς νέες εἰδήσεις. Ὁ Κύριος γνωρίζει πιὸ ἀξιόπιστα καὶ τελειότερα μέσα γιὰ νὰ πληροφορήσει τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μάθουν ὅλα τὰ καλὰ νέα ποὺ μεταδίδονται ἀπὸ τὸ τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο. Ὁ Δημιουργός τοῦ λόγου, τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἀτμόσφαιρας ἔχει τὰ δικά Του μέσα ἐπικοινωνίας μὲ κάθε πλάσμα Του, τρόπους ποὺ πληρώνουν ὁλόκληρο τὸ διάστημα, κάθε χρονικὴ στιγμή.
.           Νὰ μνημονεύετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό, τὸ χορηγὸ κάθε «δόσης ἀγαθῆς». Μὴν ὀλιγωρήσετε νὰ προσφέρετε προσευχὲς εὐχαριστίας καὶ ὑπακοῆς στὸ θεϊκό Του θέλημα. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–1–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

.               Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πέφτουν σ’ ἕνα βράχο, τὸν κάνουν νὰ λάμπει. Ὅταν ἡ φλόγα ἀγγίξει ἕνα ἄκαφτο κερί, τὸ ἀνάβει. Ὅταν ὁ μαγνήτης ἀγγίξει ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο, τὸ μαγνητίζει. Ὅταν τὸ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ἀγγίξει ἕνα συνηθισμένο σύρμα, καὶ τὰ δύο τους ἠλεκτρίζονται.
.               Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς ἐνέργειες δὲν εἶναι παρὰ εἰκόνες ἢ πνευματικὰ φαινόμενα. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, εἶναι ἁπλὰ ἡ εἰκόνα ὅσων γίνονται στὸν ἐσωτερικό. Ὁλόκληρη ἡ ἐφήμερη φύση εἶναι σὰν ἕνα ὄνειρο, σὲ σχέση μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα, σὰν ἕνα παραμύθι, ὅταν μιλᾶμε μὲ ὅρους αἰώνιας ζωῆς.
.               Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ σώματος. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀγγίζει τὴν ψυχή, τὴν ζωοποιεῖ, τῆς μεταδίδει τὴν δράση. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀγγίζει τὸ σῶμα, κάνει τὸ ἴδιο. Τὸ σῶμα λαβαίνει φῶς, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὂλ’ αὐτὰ χάνονται, ἐξαφανίζονται. Ἡ ψυχὴ δέχεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἕναν εἰδικὸ φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση. Κι ὅλ’ αὐτὰ χάνονται, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ Θεό.
.               Ὑπάρχει ἆραγε ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο πού, ὅταν ἀγγίζει μία νεκρὴ ψυχή, τὴν ἐπαναφέρει στὴ ζωή, τῆς μεταδίδει φῶς καὶ θερμότητα, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει ἆραγε κάποιος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὅταν ἄγγιξε ἕνα νεκρὸ σῶμα τὸ ἔκανε νὰ σηκωθεῖ, νὰ μιλήσει καὶ νὰ περπατήσει; Σίγουρα πρέπει νά ᾽χει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνήτης κι ὁ ἠλεκτρισμὸς κι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, θὰ ἦταν ἡ φαντασία κάποιου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἡ σκιὰ κάποιου ἀνύπαρκτου ὄντος, ἕνα ὄνειρο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Πρέπει νὰ ἔχει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ. Ἐμφανίστηκε γιὰ νὰ παρουσιάσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν πραγματικότητα· πὼς ἡ φύση ὁλόκληρη, μὲ ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα της, δὲν εἶναι παρὰ μία εἰκόνα, ἕνα ὄνειρο, ἕνα παραμύθι. Ὁ Κύριος ἦρθε γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια ὅσων φανερώνουν ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνητισμὸς κι ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ φύση ὁλόκληρη. Ἡ φύση ποὺ δημιουργήθηκε καὶ τοποθετήθηκε μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν ἕνα ἀνοιχτὸ βιβλίο, ποὺ ὅμως αὐτὸς δὲν μπόρεσε ἀκόμα νὰ τὸ διαβάσει σωστά.
.               Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πύρινη στήλη στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἀπὸ Ἐκεῖνον οἱ νεκρὲς ψυχὲς παίρνουν ζωὴ καὶ θερμότητα, κίνηση καὶ ὀμορφιά. Εἶναι τὸ Δέντρο τῆς Ζωῆς, ποὺ ὅταν ἀγγίζει τὰ νεκρὰ σώματα τοὺς μεταδίδει ζωή, τ’ ἀνασταίνει, τοὺς δίνει κίνηση καὶ λόγο. Εἶναι τὸ ἁγνὸ καὶ εὐωδιαστὸ θεραπευτικὸ βάλσαμο, ποὺ ὅταν τὸ ἀγγίζουν οἱ τυφλοὶ ξαναβρίσκουν τὸ φῶς, οἱ κουφοὶ τὴν ἀκοή τους, οἱ παράλυτοι τὴν κίνηση, οἱ ἄλαλοι τὴ λαλιά τους, οἱ παράφρονες τὴ λογική τους, οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται.

* * *

.               Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει ἕνα ἀκόμα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβουμε πώς, ὅταν κάποιος ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἂν εἶναι ἄρρωστος, θεραπεύεται κι ἂν εἶναι νεκρός, ἀνασταίνεται. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ λοιπόν, «ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεςὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν» (Λουκ. η´ 41, 42). Γιὰ ποιόν καιρὸ μᾶς μιλάει ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστής; Πότε ἔγιναν αὐτά; Τότε ποὺ ὁ Κύριος διέσχισε τὴ λίμνη καὶ γύρισε μὲ τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, τότε ποὺ θεράπευσε τοὺς δύο δαιμονισμένους καὶ νωρίτερα εἶχε γαληνέψει τὴν καταιγίδα στὴ λίμνη. Ἀφοῦ εἶχε κάνει τὰ δύο μεγάλα αὐτὰ θαύματα, τὸν καλοῦν τώρα νὰ κάνει ἕνα τρίτο. Ν’ ἀναστήσει ἕνα νεκρό. Κι ὅλ’ αὐτὰ μέσα σὲ πολὺ περιορισμένο χρόνο, λὲς καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσα περισσότερα καλὰ μποροῦσε στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ζοῦσε στὴ γῆ, καὶ νὰ μᾶς δώσει ἔτσι παράδειγμα πὼς πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ κάνουμε τὸ καλό, πὼς πρέπει νὰ περπατᾶμε ὅσο ἔχουμε τὸ φῶς (πρβλ. Ἰωάν. ιβ´ 35).
.               Ἂν καὶ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα δὲν φαίνονται νὰ μοιάζουν μεταξύ τους, ὅλα ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό. Ὅλα ἀποκαλύπτουν τὴν κυριαρχικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ – τὴν κυριαρχία Του στὴ φύση, στοὺς δαίμονες καὶ στὸν θάνατο, στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι δύσκολο νὰ πεῖ κανεὶς ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα εἶναι πιὸ φοβερὸ καὶ πιὸ συγκλονιστικό. Τί εἶναι πιὸ δύσκολο: νὰ τιθασσεύσεις τὴν καταιγίδα σὲ θάλασσα καὶ ἀέρα, νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀνίατα δαιμονισμένους ἢ ν’ ἀναστήσεις νεκρό; γιὰ ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἐξ ἴσου δύσκολα. Γιὰ τὸν Χριστὸ ὅμως εἶναι καὶ τὰ τρία ἐξ ἴσου εὔκολα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμβαθύνει στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τρία θαύματα, ἡ ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τὴ μεγαλοσύνη καὶ τὴν παντοδυναμία τῆς πνοῆς, ποὺ ἐν ἀρχῇ, δημιούργησε τὸν κόσμο. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός…καὶ ἐγένετο οὕτως» (Γέν. α´ 11).
.             Ὁ Ματθαῖος ὀνομάζει ἄρχοντα τὸν Ἰάειρο. Τί εἴδους ἄρχοντας ἦταν τὸ ἐξηγοῦν ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς: Ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, ὅπου ρυθμίζονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐθνικὰ θέματα. Τὸ μονάκριβο παιδί του βρισκόταν στὸ νεκροκρέββατο. Αὐτὸ ἦταν κάτι τρομερὸ γι’ αὐτὸν πού, ὅπως κι οἱ ἄλλοι Ἰουδαῖοι, εἶχαν μία ἀμυδρὴ κι ἀκαθόριστη πίστη στὴ μετὰ θάνατον ζωή. Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐξουσίας αὐτὸ ἦταν διπλὸ χτύπημα: πρῶτο ἦταν ἡ θλίψη του ὡς γονιοῦ καὶ δεύτερο τὸ αἴσθημα ντροπῆς καὶ ταπείνωσης μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, καθὼς τέτοια φοβερὴ ἀπώλεια φαινόταν σὰν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀπόγνωσή του ἦρθε στὸ Χριστὸ «καὶ πεςὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ’ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρα σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ´ 18).
.             Γιατί γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πῶς ἡ κόρη τοῦ ἄρχοντα «ἀπέθνησκεν», ἐνῶ ὁ Ματθαῖος γράφει πὼς «ἄρτι ἐτελεύτησεν»; Ὁ Λουκᾶς περιγράφει τὸ περιστατικὸ ὅπως ἔγινε, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος μεταφέρει τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ἱκέτη. Δὲν συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑπερβάλουν τὴ δυστυχία τους; Ἡ ὑπερβολὴ προέρχεται πρῶτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν ἡ δυστυχία ἔρχεται ξαφνικά, ἀναπάντεχα, φαίνεται πολὺ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅ,τι πραγματικὰ εἶναι. Δεύτερο, ἐπειδὴ ἐκεῖνος, ποὺ ζητάει βοήθεια, γενικὰ παρουσιάζει τὸ πρόβλημά του μεγαλύτερο ἀπ’ ὅ,τι εἶναι πραγματικά, ὥστε νὰ λάβει τὴ βοήθεια ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα. Ὅταν καίγεται ἕνα σπίτι, δὲν ἀκοῦμε συχνά: «Τρέξτε, βοηθῆστε, τὸ σπίτι μου κατακάηκε»; Τὸ σπίτι βέβαια δὲν ἔχει κατακαεῖ, καίγεται. Τὸ ὅτι τὸ κορίτσι δὲν εἶχε πεθάνει ἀκόμα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ πατέρας του μιλοῦσε στὸν Κύριο, θὰ τ’ ἀκούσουμε λίγο ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Ἰάειρου.
.             Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰάειρος αὐτὸς εἶχε κάποια πίστη στὸν Χριστό, αὐτὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ κείνην τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ τελευταῖος ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μὴν πάει στὸ σπίτι του, ἐπειδὴ ἦταν ἁμαρτωλός, ἀρκοῦσε νὰ πεῖ ἕνα λόγο: «μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὁ Ἰάειρος κάλεσε τὸν Κύριο στὸ σπίτι του, γιὰ ν’ ἀκουμπήσει τὸ χέρι Του στὴ νεκρὴ θυγατέρα του. Ἡ πίστη του εἶχε καὶ κάτι ὑλικὸ μέσα της. Ἐπίθες τὴν χείρα σου ἐπ’ αὐτήν! Ὁ Ἰάειρος ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο ἕνα χειροπιαστὸ τρόπο θεραπείας. Λὲς κι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶχε λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸ χέρι Του! Λὲς κι ἡ φωνὴ ποὺ γαλήνευε τὰ κύματα καὶ τὴν καταιγίδα, ποὺ ἔβγαζε τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους κι ἀργότερα ἀνάστησε τὸ Λάζαρο, τέσσερις μέρες μετὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή του, δὲν μποροῦσε ν’ ἀναστήσει τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου! Ὁ Κύριος ἦταν πολὺ φιλεύσπλαχνος. Δὲν θ’ ἀρνιόταν τὴ βοήθειά Του πρὸς τὸ θλιμμένο πατέρα, ἐπειδὴ ἡ πίστη του δὲν ἦταν τέλεια. Ἔτσι ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ νὰ βοηθήσει.
.             Στὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου ἔγινε κι ἕνα θαῦμα σὲ μία γυναίκα ποὺ εἶχε πολὺ μεγαλύτερη πίστη ἀπὸ τὸν Ἰάειρο. Κι αὐτὸ βοήθησε τὸν Ἰάειρο, τὸν ἔπεισε πὼς ὁλόκληρος ὁ Χριστὸς ἔχει θαυματουργικὴ δύναμη, ὄχι μόνο τὰ χέρια Του. Μ’ ὁποιοδήποτε τρόπο κι ἂν ἔρθει κανεὶς σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται. Αὐτὸ εἶναι πηγὴ θάρρους σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἕνα τρόπο, μποροῦν ὅμως μὲ κάποιον ἄλλο. Ὁ Κύριος ἅπλωσε τὰ χέρια Του στὸ σταυρὸ γιὰ ν’ ἀγκαλιάσει ὅλους ἐκείνους ποὺ προστρέχουν κοντά Του, ἀπὸ ὅποια πλευρὰ κι ἂν ἔρχονται.
.             Προσέξτε τώρα τί ἔγινε ὅταν ὁ Χριστὸς πορεύτηκε μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου. «Ἐν δὲν τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν, καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἤψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» (Λουκ. η´ 42-44). Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς πάτησε τὸ πόδι Του στὴ στεριά, ἐρχόμενος ἀπὸ τὰ Γάδαρα, συνοδευόταν ἀπὸ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων. «Συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 21). Ὅλοι ἤθελαν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, ν’ ἀκούσουν τὰ σπάνια λόγια Του καὶ νὰ δοῦν τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του. Μερικοὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ πείνα καὶ δίψα πνευματικὴ κι ἄλλοι ἀπὸ περιέργεια. Μέσα στὸ πλῆθος βρισκόταν κι ἡ ἄρρωστη γυναίκα, ἄρρωστη ἀπὸ μία ἀκάθαρτη ἀρρώστια. Ἡ ρύση αἵματος σὲ μία γυναίκα, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι φυσιολογική, εἶναι ἕνα δύσκολο καὶ ταπεινωτικὸ πράγμα. Μία διαρκὴς ρύση αἵματος ὅμως, ποὺ διαρκεῖ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ἦταν σὰν μία ζωντανὴ κόλαση βασάνων, ντροπῆς κι ἀκαθαρσίας. Ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶχε ἀναζητήσει θεραπεία κι εἶχε δαπανήσει ὅλα ὅσα εἶχε σὲ γιατροὺς καὶ φάρμακα. Τίποτα ὅμως δὲν βοήθησε, κανένας γιατρὸς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν γιατρέψει. Φανταστεῖτε τὸ καθημερινὸ πλύσιμό της, τὸ καθάρισμά της, τὴ στενοχώρια καὶ τὴν ντροπή της. Ἔμοιαζε σὰ νὰ τὴ δημιούργησε ὁ Θεὸς γι’ αὐτὸ μόνο τὸν λόγο: γιὰ νὰ τρέχει τὸ αἷμα της καὶ κείνη νὰ περνᾶ τὶς μέρες της στὴ γῆ σὲ μία προσπάθεια νὰ σταματήσει τὴ ρύση, ποὺ δὲν σταματοῦσε, Μ’ ἕναν πόνο ποὺ δὲν γιατρευόταν καὶ μὲ μία ντροπὴ ἀνέκφραστη. Ἔτσι πιστεύουμε πὼς γίνεται μὲ κάθε χρόνια ἀσθένεια. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶχε προβλέψει γι’ αὐτήν, ὅπως προβλέπει καὶ γιὰ κάθε πλάσμα Του. Ἡ ἀρρώστια της συνετέλεσε στὴν ψυχική της σωτηρία καὶ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
.             «Ἐὰν μόνον ἄψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ´ 21), εἶπε μέσα της καὶ πίεζε τὸ πλῆθος, γιὰ νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς. Νωρίτερα εἶχε στηρίξει τὴν πίστη της στοὺς γιατροὺς ποὺ εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Ἡ πίστη της αὐτὴ ὅμως ἀποδείχτηκε ἄκαρπη. Ἀπὸ μόνη της ἡ πίστη δὲν εἶναι ἀρκετή, ἂν αὐτὸς ποὺ πιστεύεις δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ βοηθήσει. Γι’ αὐτὸ ἂς σιωπήσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται (εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ ἔλλειψη πίστης) πὼς τὰ θαύματα τοῦ εὐαγγελίου ἔγιναν ἀπὸ ὑποβολὴ ἢ αὐθυποβολή. Ἡ ταπεινὴ καὶ βασανισμένη αὐτὴ γυναίκα δὲν εἶχε οὔτε τὴν τόλμη οὔτε τὴν ἐλπίδα νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Χριστό, νὰ τοῦ ἐξηγήσει τὸ πρόβλημά της καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ μπροστὰ σ’ ἕνα τεράστιο πλῆθος, ὅταν μάλιστα ντρεπόταν γιὰ τὴν κατάστασή της; Ἡ φύση τῆς «ἀκάθαρτης» ἀρρώστιας της ἦταν τέτοια, ὥστε ἂν τὴν εἶχε δημοσιοποιήσει, θὰ εἰσέπραττε τὴ δημόσια ἀποστροφή, τὴν κατακραυγὴ καὶ τὴν καταδίκη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσέγγισε τὸν Κύριο κρυφά, ἀπὸ πίσω, καὶ ἄγγιξε τὸ ἱμάτιό Του.
.             Καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Πῶς κατάλαβε πὼς ἔπαψε ἡ ρύση τοῦ αἵματος; «Ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἰᾶται ἀπὸ τῆς μάστιγος», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 29). Ὅπως ἕνα ζωντανὸ σκουλήκι ποὺ σπαρταρᾶ ἀκατάπαυστα γύρω ἀπὸ μία διαπυημένη πληγή, ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ νιώθει κι ἡ δύστυχη αὐτὴ γυναίκα τὴν ἀσταμάτητη ρύση τοῦ αἵματος. Ὅταν ὅμως ἄγγιξε τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ, ἔνιωσε πὼς ἡ αἱμορραγία σταμάτησε. Δὲν ἔνιωθε τὴν αἱμορραγία μέσα της, ὅπως δὲν τὴ νιώθει καὶ κάθε ὑγιὴς ἄνθρωπος. Μέσα της μπῆκε ἡ ὑγεία, ὅπως ὁ μαγνητισμὸς σ’ ἕνα μαγνήτη ἢ τὸ φῶς σ’ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο.
.             Δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ μοναδικὸ περιστατικὸ ἀνθρώπου ποὺ γιατρεύτηκε μόνο μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν εὐαγγελίων διαβάζουμε πὼς πολλοὶ ἤθελαν ἁπλὰ ν’ ἀγγίξουν τὸ κράσπεδο τῶν ἱματίων Του «καὶ ὅσοι ἤψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ´ 36).
.             Πόσα τέτοια ἀνήκουστα θαύματα ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔμειναν ἀκαταχώρητα! Κι αὐτὸ ὄχι μόνο στὰ τριάντα χρόνια ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ κηρύξει τὸ σωστικό Του εὐαγγέλιο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἴδια μέρα καὶ ὥρα τῆς σύλληψής Του στὴν πάναγνη κοιλία τῆς Μητέρας Του. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὰ θαύματά Του εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς».
.             Πόσο ἄλλαξε μυστηριωδῶς ὅλη ἡ κτίση μὲ τὴν κατὰ σάρκα παρουσία Του στὴ γῆ! Πόσα θαύματα γίνονται καὶ σήμερα στοὺς πιστοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας! Εἶναι ἀμέτρητα κι ἀκατανόητα. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα δὲν ἄγγιξε τὸ σῶμα Του, ἀλλὰ τὸ ἱμάτιό Του μόνο. Κι ἀμέσως θεραπεύτηκε ἡ μακρόχρονη πάθησή της, ποὺ γιὰ χρόνια πολλὰ προσπαθοῦσαν οἱ γιατροὶ νὰ γιατρέψουν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὅλα ὅσα εἶχε τὰ σκόρπισε σὲ γιατροὺς καὶ σὲ φάρμακα, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ θεραπεία της. Νὰ ὅμως ποὺ μπροστά της βρέθηκε ὁ Κύριος, ὁ γιατρὸς ποὺ δὲν ἀποβλέπει σὲ χρήματα, ποὺ δὲν τῆς ζητάει τίποτα, ἀλλὰ τῆς δίνει ὅλα ὅσα ἐκείνη ἐπιθυμοῦσε. Κι αὐτὸ χωρὶς καμιὰ προσπάθεια, μόχθο ἢ καθυστέρηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληρότητα καὶ τελειότητα κάθε ἄνωθεν δωρεᾶς, ποὺ ἔρχεται «ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων» (Ἰακ. α´ 17).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους

πίστη μας στν Χριστ ς πυξίδα κοινωνίας
μ
τν Θε κα τος λλους μέσα στν κκλησία.

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Κοινωνία καὶ ἑτερότητα»
(Communion and Otherness),

τοῦ Μητροπολ. Περγάμου Ἰωάννου

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»
μετάφρ. Δ. Γοῦτσος-Θ. Παπαθανασίου,
περ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 76 / Ὀκτ.-Δεκ. 2000, σελ. 9-10

.               Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», εἴτε σὲ ἐκκλησιολογικὸ εἴτε σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο, ἂν δὲν εἴμαστε ἐνσωματωμένοι στὴν πρωτότυπη καὶ μόνη αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὸν ἔνσαρκο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει τὶς ἑξῆς συνέπειες:

α) Ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο ἀπαιτεῖ τὴν ἐμπειρία τοῦ σταυροῦ. Ἂν δὲν θυσιάσουμε τὸ θέλημά μας καὶ καὶ δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐπαναλαμβάνοντας οἱ ἴδιοι ὅ,τι ἔκανε ὁ Κύριός μας στὴ Γεθσημανὴ σὲ σχέση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικατοπτρίσουμε σωστὰ στὴν ἱστορία τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα ποὺ βλέπουμε στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἄλλο, τὴν κτίση Του, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» μὲ τὴν κένωση τῆς Σάρκωσης, ὁ «κενωτικὸς» τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστιανὸ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν ἄλλο –τὸν Θεὸ ἢ τὸν «πλησίον».

β) Σ’ αὐτὴ τὴν «κενωτικὴ» προσέγγιση ἡ κοινωνία δὲν προσδιορίζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδεχόμενος τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Χριστὸς ἐφάρμοσε στὴν κοινωνία τὸ Τριαδολογικὸ πρότυπο (ὅπως τὸ περιγράψαμε ἀνωτέρω)· ἡ ταυτότητα τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἑαυτός του. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Χριστολογικὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους.

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)« Ἆραγε δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν;»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος  Γ´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

.           Ὁ Κύριος δίδασκε προοδευτικὰ τοὺς μαθητές Του στὸ σχολεῖο τῆς πίστης. Μὲ τέτοια περιστατικὰ στοὺς χώρους τῶν εἰδωλολατρῶν, τοὺς παρεῖχε διδασκαλία σταθερὴ καὶ συμπλήρωνε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς, ποὺ ὅλα ὅσα εἶχε μάθει στὸ χῶρο ποὺ ζοῦσε γιὰ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ γιὰ τὴ ζωὴ ἦταν ὅλα πλανεμένα! Εἶχε μάθει πὼς ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι, τὰ ζῶα κι οἱ πέτρες, ἦταν θεοί. Εἶχε γεννηθεῖ κι εἶχε ζήσει στὸ σκοτάδι, στὴν ἄγνοια. Τέλος, ἀνῆκε στοὺς Χαναναίους, τὴν πονηρὴ αὐτὴ φυλὴ ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ἐκλεκτὸς λαός Του. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀρκετὴ διδαχή, μία μεγάλη αἰτία γιὰ νὰ στοχαστοῦμε τοὺς τρόπους τοῦ Θεοῦ, πολλοὶ λόγοι γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸ ἔθνος τους νὰ ντρέπονται καὶ νὰ μετανοοῦν. Οἱ ἀπόστολοι ἀντιλήφθηκαν τὴ διδασκαλία αὐτὴ καὶ τὴν ἔκαναν δική τους, ἂν ὄχι ἀμέσως, λίγο ἀργότερα. Βεβαιώθηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴ διέδωσαν σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν παντοδύναμη αὐτὴ πίστη καὶ τελικὰ δοξάστηκαν οἱ ἴδιοι. Ἐμεῖς κατανοήσαμε τὴν πίστη αὐτή, τὴν κάναμε δική μας; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἐκλεκτὸς Λαός Του σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἡ Νέα Βασιλεία καὶ τὸ Νέο Ἱερατεῖο.
.                 Προσέξτε ὅμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ στὸ Χριστό, πόσο τὸν περιφρονοῦν! Παρατηρῆστε πῶς, βαπτισμένοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὄχι μόνο ἔχουν γίνει ὀλιγόπιστοι, ἀλλὰ κατάντησαν ἕνας ἄπιστος καὶ διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ στὸν Χριστό. Ἀναζητοῦν βοήθεια καὶ στήριξη στὴ ζωή τους σὲ τυφλὰ καὶ κουφὰ στοιχεῖα γύρω τους, παρὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπέσυραν πάνω τους φοβερὲς τιμωρίες, ἔγιναν πονηροί, ἀδύναμοι καὶ ταλαίπωροι, ὅπως ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.

* * *

.               Οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ κρατοῦν τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς σήμερα ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἰσέρχονται στὴ βασιλεία αὐτή, μὰ δὲν ἀφήνουν νὰ μποῦν μέσα κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦν. Ἔτσι ἀποδείχνονται χειρότεροι, πιὸ ἰδιοτελεῖς καὶ γήινοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Κατορθώνουν ἔτσι ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ μὴ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ μποῦν στὴ Βασιλεία ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ στοὺς λαοὺς αὐτούς, κι αὐτοὶ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ τρῶνε. Πῶς μποροῦν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες αὐτοὶ νὰ χορτάσουν, ὅταν οἱ Εὐρωπαῖοι κι οἱ Ἀμερικανοί, ποὺ κάθονται σὰν κύριοι στὸ βασιλικὸ τραπέζι, μένουν πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ διψασμένοι; Δὲν θὰ φτάσει κάποια στιγμὴ στὸ τέλος της ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ; Δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν, ὅπως ἔχει κάνει ἤδη μὲ μερικούς, καὶ θὰ πεῖ πῶς οἱ κλητοὶ ἀποδοκιμάστηκαν, ἐνῶ οἱ μὴ κλητοὶ ἔγιναν ἀποδεκτοί, οἱ εὐλογημένοι ἔγιναν καταραμένοι κι οἱ καταραμένοι εὐλογήθηκαν;
.                   Τί ἀπομένει νὰ κάνουμε ἐμεῖς σ’ αὐτὴ τὴν ἄπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ἡ Χαναναία: νὰ προσευχηθοῦμε καρτερικὰ στὸν παντοδύναμο Χριστό, νὰ κραυγάσουμε μὲ πίστη: «Κύριε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς!» Ἂν εἶναι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ν’ ἀντικαταστήσει ἕναν ἐκλεκτὸ λαὸ μ’ ἕναν ἄλλο, ἂν εἶναι στὸ θέλημα Toυ νὰ πάρει τὴ βασιλεία Toυ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ νὰ τὴ δώσει σὲ ἄλλους, ἂν ἡ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας εἶναι κοντά, ἀκόμα καὶ τότε δὲν θ’ ἀποβληθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη, ὅπως δὲν ἀποβλήθηκαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ σώθηκαν, ὅπως σώθηκαν καὶ κεῖνοι ποὺ τὸν ὁμολόγησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ζοῦσε στὴ γῆ. Πολλοὶ Ἰουδαῖοι βαπτίστηκαν ἀργότερα καὶ ἀρκετοὶ ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προπάτορές τους, προτοῦ παύσουν νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαός. Ὁ Θεὸς ἐνδιαφερόταν πάντα περισσότερο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων παρὰ γιὰ τὰ κράτη καὶ τοὺς λαούς. Δὲν πρέπει νὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν νὰ διακηρύξουμε: «Τὰ ὑπάρχοντα χριστιανικὰ κράτη καὶ ἔθνη θὰ καταστραφοῦν, ὅλοι μας θὰ καταστραφοῦμε». Ἂς πάθουν λοιπὸν τὰ κράτη καὶ τὰ ἔθνη αὐτὸ ποὺ τοὺς ἀξίζει. Οὔτε ἕνας ἄντρας ἢ μία γυναίκα, ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, ὅμως δὲν πρόκειται νὰ καταστραφεῖ. Ὁ Θεὸς βρῆκε ἕναν μόνο πιστὸ στὰ Σόδομα -τὸ δίκαιο Λὼτ– κι ἔσωσε αὐτὸν μόνο, ἐνῶ κατέστρεψε τὰ Σόδομα.
.                 Ἂς μιμηθοῦμε τὴν ἐπίμονη προσευχὴ καὶ τὴ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας κι ἂς μὴν ὀλιγοπιστήσουμε οὔτε γιὰ μία στιγμή. Ἡ πίστη μᾶς πρέπει νὰ εἶναι δυνατή, ἐπίμονη. Ἂς προσπαθοῦμε διαρκῶς νὰ κρατοῦμε τὴ φλόγα τῆς πίστης μας δυνατή, νὰ μὴ σβήσει. Ἂς στέλνουμε διαρκῶς τὶς προσευχές μας στὸν Κύριο τόσο γιὰ μᾶς ὅσο καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη, μόνο αὐτή, θὰ δυναμώσει τὴν ψυχή μας καὶ θ’ ἀποβάλει κάθε φόβο κι ἀμφιβολία ἀπὸ μέσα μας. Ἡ προσευχὴ θὰ καθαρίσει τὴν ψυχή μας καὶ θὰ μᾶς γεμίσει μὲ χαρά, πίστη, καλοὺς λογισμοὺς καὶ φλογερὴ ἀγάπη.
.                 Εἴθε ὁ στοργικὸς κι ἐλεήμων Κύριος νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη μας καὶ ν’ ἀκούσει τὶς προσευχές μας. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Β´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.           «Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν, ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ιε´ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφὰ ἐνήργησε ὁ πάνσοφος Κύριος μὲ τὸ νὰ μὴ ἱκανοποιήσει ἀμέσως τὸ αἴτημα τῆς μητέρας, ἀλλὰ νὰ κρατήσει σιωπή. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν μαθητῶν εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ κάποια συμπάθεια γιὰ τὴ φτωχὴ γυναίκα, ποὺ τὸν παρακαλοῦσε. Ἀπόλυσον αὐτήν, σημαίνει εἴτε «ἀπαλλάξου ἀπ’ αὐτὴν» εἴτε «κάνε αὐτὸ ποὺ ζητάει», γιὰ νὰ σταματήσει νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ μὲ τὶς κραυγές της. Στὴν παράκληση αὐτὴ τῶν μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἀπάντησε: οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ, δηλαδὴ στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό.
.           Γιατί ἀπάντησε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ προωθήσει στοὺς μαθητές του τὴν ἰδέα πὼς κι οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη νὰ βοηθηθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν. Μὲ τὴ μεγάλη πίστη τῆς φτωχῆς αὐτῆς γυναίκας, ὁ Κύριος ἔδειξε στοὺς μαθητές Του τὸν τρόπο νὰ ἐπαναστατήσουν στὴ στενὴ ἄποψη ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μόνο αὐτούς, πὼς ἑπομένως ἦταν Θεὸς μόνο τῶν Ἰουδαίων. Σκόπιμα μίλησε ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως μιλοῦσαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε νὰ συλλογιστοῦν οἱ μαθητὲς καὶ νὰ πειστοῦν πὼς ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς τους ἦταν λαθεμένη, πὼς ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἦταν τόσο λαθεμένη ὅσο κι ἡ διαφθορὰ κι ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἔθνους τους, ἡ ἀποστασία τους ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς κι ἡ ἀπόρριψη κι ἡ περιφρόνηση ποὺ ἔδειξαν στὸν Χριστό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν ἤθελε νὰ διδάξει μόνο μὲ λόγια τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ μὲ ζωντανὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωή. Ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἄφησε τὴ συμπεριφορά Του πρὸς τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα νὰ μείνει ἕνα ἀλησμόνητο μάθημα στοὺς μαθητές Του. Γι’ ατ τ λόγο πέρασε τ σύνορα τῆς ουδαίας κα μπκε στν περιοχ τν εδωλολατρν, ὥστε ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς νὰ διδάξει τοὺς ἀκολούθους Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς ἐξέφρασε ἡ Χαναναία τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν Κύριο:
.           «Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε´ 25). Ἦταν σίγουρη πὼς ἂν δὲν τὴ βοηθοῦσε ὁ Χριστός, δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος στὸν κόσμο νὰ τὸ κάνει. Σίγουρα θὰ εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅλους τοὺς γιατροὺς καὶ θὰ εἶχε πάει σ’ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες μάγους, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἡ παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ Θεραπευτὴς κάθε βασάνου, κάθε ἀρρώστιας. Εἶχε ἀκούσει γι’ Αὐτὸν καὶ τὸν εἶχε πιστέψει προτοῦ ἀκόμα τὸν δεῖ. Καὶ τώρα ποὺ τὸν εἶδε, τὴν κάλυψε ὁλόκληρη μία πολὺ μεγαλύτερη πίστη γιὰ τὴ θεϊκή Του δύναμη. Ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μποροῦσε. Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα. Ἡ πίστη της ἦταν ἀκλόνητη πὼς Ἐκεῖνος μποροῦσε, γι’ αὐτὸ καὶ κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὸν πείσει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ Αὐτὸς -Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος στὴν οἰκουμένη- δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση στὸ πρῶτο αἴτημά της, ὅταν δὲν ἔδωσε καμιὰ σημασία ἀκόμα κι ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν οἱ σύντροφοί Του, ἔτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του καὶ ἔκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.
.           «Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις» (Ματθ. ιε´ 26). Φοβερὰ λόγια! Ὁ Κύριος ἐδῶ δὲν χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τὴ γλῶσσα τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων, ποὺ πίστευαν πὼς ἐκεῖνοι μόνο ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ ἦταν σκυλιά. Ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ προκαλέσει τὴ διαμαρτυρία τῶν μαθητῶν Του γι’ αὐτὴν τὴν κακὴ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἤθελε ὁ Κύριος μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἰσαγάγει στὰ μυαλὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ σκέψη, ποὺ ἀργότερα θὰ διατύπωνε στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχόμενους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κγ´ 14).
.           Προσέξτε τώρα. Ατο πο νομάζονταν τέκνα, γιναν σν τος σκύλους, ν ατο πο λογαριάζονταν σκύλοι, γιναν παιδι το Θεο. Οἱ τελευταῖοι ὀνομάστηκαν «σκυλιὰ» ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους κυρίως ἀπὸ κακία, ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάποια ἀλήθεια στὸ ὄνομα αὐτό. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδώνας, ὅπως κι ἐκεῖνοι τῆς Αἰγύπτου κι ἄλλων χωρῶν, εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια πολλὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στὴ λατρεία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τὰ σκυλιά. Ὁ Χριστὸς ἐδῶ δὲν ἐπιπλήττει προσωπικὰ τὴ Χαναναία ἀλλὰ τὸ λαό της, καθὼς κι ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς ποὺ λάτρευαν τοὺς δαίμονες μὲ ἀγάλματα καὶ ξόανα, μὲ διάφορα εἴδη μαγείας καὶ ἀκάθαρτες θυσίες.
.              Τότε ἡ σπουδαία αὐτὴ γυναίκα, ποὺ ἡ πίστη της ἦταν μεγαλύτερη τόσο ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ ὅσο κι ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους εἰδωλολάτρες, ἀπάντησε στὸν Κύριο: «Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματθ. ιε´ 27). Πόσο ὑπέροχη ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς ταπεινῆς αὐτῆς γυναίκας! Δὲν ἀρνήθηκε πὼς ἀνῆκε σ’ ἕνα λαὸ ποὺ ἀποκαλοῦνταν σκυλιά. Οὔτε ἀρνήθηκε ἐπίσης νὰ ὀνομάσει τοὺς Ἰουδαίους «κυρίους», μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἴδια ἦταν καλλίτερη ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν πρόθυμη νὰ κατανοήσει τὰ συμβολικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μεγάλη πίστη δημιουργεῖ μεγάλη σοφία. Ἡ μεγάλη πίστη βρίσκει τὰ σωστὰ λόγια. ταπείνωσή της μπροστ στν Κύριο ταν τόσο μεγάλη, πως κι γάπη της πρς τν ρρωστη κόρη της, πο δν τν πλήγωσε τ γεγονς τι τν ποκάλεσαν σκύλα. Μπροστὰ στὸν πάναγνο Κύριο ποιός ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος δὲν θά ᾽νιωθε τὸν ἑαυτό του σὰν ἀκάθαρτο σκυλί; Ὁπωσδήποτε ὄχι κάποιος ἄνθρωπος πού, ἂν καὶ ἁμαρτωλός, ἔχει κάποια σπίθα πίστης. «Οὐ γὰρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς» (Λουκ. ζ´ 6), εἶπε ὁ εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος στὸν Κύριο. Ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, δὲν ντράπηκε ποὺ τὴν ἀποκάλεσε σκύλα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν συναισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του, δὲν μπορεῖ οὔτε βῆμα νὰ κάνει πρὸς τὴ σωτηρία του. Πλῆθος ὁλόκληρο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν πιὸ ἁγνοὶ καὶ φωτισμένοι ἀπὸ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν ἔνιωθαν ντροπὴ νὰ τοὺς ἀποκαλοῦν σκυλιά. Ὅλοι οἱ ἄντρες κι οἱ γυναῖκες ποὺ εἶναι ἀφυπνισμένοι πραγματικά, ποὺ ἔχουν συνέλθει ἀπὸ τὴ μέθη τῶν σαρκικῶν παθῶν κι ἔχουν βεβαιωθεῖ γιὰ τὴ πτώση τους στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, τὸ γνωρίζουν καλὰ αὐτό. Ὡσότου συνέλθει ὁ ἄνθρωπος, βρίσκεται ἐγκλεισμένος στὴν παγερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ θανάτου. Δὲν ἔχει πίστη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ἀνάγκη γιὰ νὰ πιστέψει. Ὡσότου τὸ σκυλὶ νιώσει τὴν ντροπή του νὰ εἶναι σκυλί, δὲν θὰ εὐχηθεῖ ποτέ του νὰ γίνει λιοντάρι. Ὡσότου ὁ βάτραχος συνειδητοποιήσει πὼς βρίσκεται μέσα σὲ μία δυσώδη λάσπη, δὲν θὰ εὐχηθεῖ νὰ πηδήσει, ἔξω ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ πετάξει σὰν ἀητός.
.           Ἡ φτωχὴ γυναίκα τῆς σημερινῆς παραβολῆς εἶχε τὴν αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Γνώριζε τὴν κατωτερότητά του, τὴν κακία του καὶ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας του, τὴ δυσωδία ὅλης του τῆς ὕπαρξης. Νοσταλγοσε ν βρε κάτι πι δυνατό, πι φωτειν κα πι γνό. Κι ατ πο νοσταλγοσε βρέθηκε ξαφνικ μπροστά της, τς ποκαλύφτηκε στὸν Χριστό, μ τ μεγαλύτερη δυνατ πληρότητα κα δόξα. Γι’ ατ κα δν κανε πίσω, ταν Κύριος τν νόμασε παιδ σκύλων. χι μόνο τ νέχτηκε ατό, λλ τ μολόγησε κιόλας. Μ τν ποδοχ τς ναξιότητας τν προγόνων της μως ζήτησε στω κι να ψίχουλο π τ ζωοποι ψωμ πο στειλε Θες στν σραήλ. Τ ψωμ εναι Χριστός· ψίχουλα εναι στω κα ο λάχιστες τν δωρεν Του. Τὰ πεινασμένα σκυλιά, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ψίχουλα νὰ φᾶνε, θὰ ἱκανοποιηθοῦν ἔστω καὶ μ’ αὐτά.
.           «Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτή· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε´ 28). Ὁ Κύριος ἔφερε τὴ συζήτηση ἐκεῖ ποὺ ἤθελε καὶ μόνο τότε εἶπε τὰ λόγια αὐτά. Ἀκόμα κι ἂν ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν πίστη της μὲ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔκανε. Ὅποιος ἔχει μάτια βλέπει κι ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἀκούει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναλύσουμε περισσότερο τὸ περιστατικό. Ἀκόμα κι ὁ προδότης Ἰούδας θὰ μποροῦσε νὰ διαπιστώσει τὴ μεγάλη πίστη τῆς Χαναναίας. Ἀκόμα κι ὁ ὀλιγόπιστος Πέτρος, κι ὁ δύσπιστος Θωμᾶς. Ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἐγκωμιάσει τόσο πολὺ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Του. Σὲ ποιόν ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε ποτέ, μεγάλη σου ἡ πίστις; Σὲ ὅλους τους εἶπε, τουλάχιστον μία φορά: «Ὀλιγόπιστοι!» Καὶ σὲ μία περίπτωση τοὺς ἐπιτίμησε μὲ τὰ λόγια: «Ὦ, γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Αὐτὸς ἦταν κι ὁ λόγος ποὺ τοὺς πῆρε στὴν περιοχὴ Χαναάν: ὥστε μὲ τὴν πίστη τῆς εἰδωλολάτρισσας γυναίκας αὐτῆς, ποὺ δὲν γνώριζε οὔτε τὸ νόμο οὔτε τοὺς προφῆτες, νὰ τοὺς διδάξει τὴ μεγάλη πίστη, τὴ δύναμη τῆς πίστης.

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ «ΣΕΙΡΑ»

Ἀπόσπασμα ἄρθρου
τοῦ Ν. Ι.
ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
τῆς Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου
ἀρ. τ. 256, Νοέμβρ. 2017

[…]                Εἶναι μεγάλη εὐλογία καί θά ἔλεγα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ νά παραμένη κανείς πολλές ὧρες στήν «σειρά», γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα, ἕνα ἐκκλησιαστικό «θησαύρισμα». Αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξάσκηση στήν ὑπομονή, συγχρόνως γίνεται ἀφορμή γιά ἔκφραση τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης στόν Θεό, τῆς ἀγάπης στούς ἁγίους καί τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀφορμή προσευχῆς.
.           Αὐτό τό βλέπει κανείς στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας στόν Βορρᾶ, γιά παράδειγμα στήν Ρωσία, πού οἱ ἄνθρωποι πέρασαν ἀπό ἕναν σύγχρονο μεγάλο διωγμό, γιά 70 περίπου χρόνια, ὅταν οἱ τότε ἄρχοντες προσπάθησαν νά σβήσουν τήν πίστη τοῦ λαοῦ. Ὅμως, αὐτή ἡ πίστη εἶναι ἀκατάβλητη καί βλέπουμε σήμερα πῶς ἔχει φουντώσει.
.           Ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι πολύ βαθειά καί ὅσο τήν κτυποῦν, τόσο καί καρφώνεται βαθύτερα, στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Δέν μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς Θεό, πού εἶναι ὁ δημιουργός του, ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά του. Μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς ὑλικά ἀγαθά, ὄχι ὅμως χωρίς πίστη στόν Θεό.
.         Ἄν μποροῦσε κανείς νά συλλάβη τήν κατάσταση τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων πού παραμένουν στήν «σειρά», γιά νά κοινωνήσουν, γιά νά ἀσπασθοῦν ἕνα ἱερό λείψανο, μιά ἱερά εἰκόνα, θά ἔβλεπε ἕναν ἀστείρευτο πνευματικό κόσμο! Τί προσευχές δέν θά κάνη στόν Θεό! Πόσα αἰσθήματα βαθύτατα κατακλύζουν τήν καρδιά! Ἡ πολύωρη παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν «σειρά» γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα ἐμφανίζει ὅλο τόν πλοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. […]

 

,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε