Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Πάσχα

«Ο ΠΥΡΗΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ» (Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα 2018)

Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα 2018

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.               Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς πανσωστικῆς νίκης τῆς Ζωῆς ἐπί τοῦ Θανάτου, εἶναι ὁ πυρήν τῆς πίστεως, τῆς θείας λατρείας, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ χριστεπωνύμου ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί τάς διαστάσεις αὐτῆς, διαποτίζεται καί τρέφεται ἀπό τήν πίστιν εἰς τήν Ἀνάστασιν, ἀποτελεῖ καθημερινόν Πάσχα. Τό πασχάλιον αὐτό βίωμα δέν εἶναι ἁπλῶς ἀνάμνησις τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλά βίωσις καί τῆς ἰδικῆς μας ἀνακαινίσεως καί ἀκλόνητος βεβαιότης περί τῆς ἐσχατολογικῆς τελειώσεως τῶν πάντων.
.             Κατ᾿ ἐξοχήν εἰς τήν εὐχαριστιακήν Λειτουργίαν, ἡ ὁποία συνδέεται ἀρρήκτως μέ τήν «κλητήν καί ἁγίαν ἡμέραν» τῆς Κυριακῆς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἑορτάζει αὐτήν τήν ὑπαρξιακήν μετοχήν εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρικήν πρόγευσιν τῶν εὐλογιῶν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐντυπωσιάζει ὁ ἀναστάσιμος καί εὐφρόσυνος χαρακτήρ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία τελεῖται πάντοτε ἐν ἀτμοσφαίρᾳ χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως καί εἰκονίζει τήν τελικήν καινοποίησιν τῶν ὄντων, τήν πεπληρωμένην χαράν, τήν πληρότητα τῆς ζωῆς, τήν μέλλουσαν ὑπέρχυσιν τῆς ἀγάπης καί τῆς γνώσεως.
.             Πρόκειται περί τῆς λυτρωτικῆς θεάσεως τοῦ παρόντος ὑπό τό φῶς τῶν Ἐσχάτων καί τῆς δυναμικῆς πορείας πρός τήν Βασιλείαν, περί τῆς ἀκαταλύτου σχέσεως καί συνυφάνσεως τῆς παρουσίας καί τοῦ ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία δίδει εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν μοναδικόν δυναμισμόν καί λειτουργεῖ διά τούς πιστούς ὡς ἔναυσμα καλῆς μαρτυρίας ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ Ὀρθόδοξος πιστός ἔχει ἰδιαίτερον λόγον καί ἰσχυρόν κίνητρον διά νά ἀγωνίζεται κατά τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ, διότι ζῇ ἐντόνως τήν ἀντίθεσιν μεταξύ τῶν Ἐσχάτων καί τῶν ἑκάστοτε ἱστορικῶν δεδομένων. Ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, ἡ φιλάνθρωπος διακονία, ἡ βοήθεια πρός τόν ἐμπερίστατον ἀδελφόν, κατά τό Κυριακόν «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´, 40), καί ἡ ἔμπρακτος ἀγάπη τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου (βλ. Λουκ. ι´, 30-37), συμφώνως καί πρός τό Πατερικόν «Ἐκεῖνον μάλιστα ἡγοῦ εἶναι πλησίον, τόν δεόμενον, καί αὐτεπάγγελτος ἐπί τήν βοήθειαν βάδιζε» (Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης), ἀποτελοῦν προέκτασιν καί ἔκφρασιν τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκάλυψιν ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ βιωματική πεμπτουσία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἔν τε τῷ παρόντι καί ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Ἐσχάτων.
.          Ἐν τῇ συναφείᾳ ταύτῃ κατανοεῖται καί τό γεγονός ὅτι ἡ λειτουργική ζωή εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δονεῖται ἀπό τήν βίωσιν τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς δωρεᾶς τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς «κοινῆς βασιλείας», καί ἀπό τήν προσδοκίαν τῆς «κοινῆς ἀναστάσεως». Κυριαρχοῦν τό «ἡμεῖς», ἡ κοινότης τῆς ζωῆς, ἡ συμ-μετοχή καί τό σύν-εἶναι, ἡ ἁγιαστική ταύτισις τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας μέ τήν θυσιαστικήν καί δοξολογικήν ἀγάπην. Αὐτό εἶναι καί τό συγκλονιστικόν μήνυμα τῆς ὁλολάμπρου εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως, τῆς Καθόδου τοῦ Χριστοῦ εἰς τόν Ἅδην. Ὁ Κύριος τῆς δόξης, κατελθών ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συντρίψας τάς πύλας τοῦ Ἅδου, ἀναδύεται νικηφόρος καί ὁλόφωτος ἐκ τοῦ τάφου, ὄχι μόνος καί φέρων τό λάβαρον τῆς νίκης, ἀλλά ὁμοῦ μετά τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, συνανιστῶν, συγκρατῶν καί κρατύνων αὐτούς καί, ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν, ἅπαν τό ἀνθρώπινον γένος καί ὁλόκληρον τήν κτίσιν.
.             Τό εὐαγγέλιον τῆς Ἀναστάσεως, τῆς «κοινῆς τῶν ὅλων πανηγύρεως», τῆς καταργησάσης τό κράτος τοῦ θανάτου πανσθενοῦς Ἀγάπης, ἠχεῖ σήμερον εἰς ἕνα κόσμον σοβούσης κοινωνικῆς ἀδικίας, φαλκιδεύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, εἰς μίαν οἰκουμένην – Γολγοθᾶν προσφύγων καί μυριάδων ἀθώων παιδίων. Ἀναγγέλλει ἐκ βαθέων ὅτι, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἀπόλυτον ἀξίαν. Διακηρύττει ὅτι τά παθήματα καί τά δεινά, ὁ σταυρός καί ὁ Γολγοθᾶς, δέν ἔχουν τόν τελευταῖον λόγον. Δέν εἶναι δυνατόν νά θριαμβεύσουν οἱ σταυρωταί ἐπί τῶν τραγικῶν θυμάτων των. Εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὁ Σταυρός εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς εὐσεβείας, δέν εἶναι ὅμως ἡ ἐσχάτη πραγματικότης, αὐτός πού ὁρίζει καί τό τελικόν σημεῖον προσανατολισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Τό οὐσιῶδες νόημα τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ ὁδόν πρός τήν Ἀνάστασιν, πρός τό πλήρωμα τῆς πίστεως ἡμῶν. Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναφωνοῦμεν: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, ἡ Ἀκολουθία τῶν Παθῶν δέν εἶναι καταθλιπτική, ἀλλά σταυροαναστάσιμος, ἀφοῦ τό Πάθος προσεγγίζεται καί βιοῦται διά μέσου τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία εἶναι «λύτρον λύπης». Διά τό Ὀρθόδοξον αἰσθητήριον, ἡ ἀμετάθετος σύνδεσις Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως εἶναι ἀσυβίβαστος μέ κάθε μορφῆς ἐσωτερικήν φυγήν εἰς μυστικισμούς ἤ εἰς ἕνα αὐτάρεσκον εὐσεβισμόν, οἱ ὁποῖοι συνήθως εἶναι ἀδιάφοροι διά τά παθήματα καί τάς περιπετείας τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἱστορίᾳ.
.             Τό κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως εὑρίσκεται, εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐπίσης ἀντιμέτωπον τόσον μέ τήν ἀλαζονικήν αὐτοαποθέωσιν τοῦ συγχρόνου ἐκκοσμικευμένου, λογοκρατουμένου, πεπεισμένου διά τήν παντοδυναμίαν τῆς ἐπιστήμης, ἑαυτοκεντρικοῦ καί προσκεκολλημένου εἰς τά γεώδη καί πρόσκαιρα ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου χωρίς πόθον τῆς αἰωνιότητος, ὅσον καί μέ τήν ἀπώθησιν συνόλου τῆς Ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας καί τοῦ «σκανδάλου» τοῦ Σταυροῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ἀπολύτου ὑπερβατικότητος τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀγεφυρώτου χάσματος οὐρανοῦ καί γῆς.
.             Ἐπί πᾶσι τούτοις, ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ, ἔμπλεοι τῆς πείρας τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως, λαβόντες φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, ἐν παντί εὐχαριστοῦντες, τά ἄνω φρονοῦντες, ἔχοντες δέ ἐντεῦθεν ἤδη τόν ἀρραβῶνα καί τά ἐνέχυρα τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀναβοῶμεν, ἐν Ἐκκλησίᾳ, τό «Χριστός Ἀνέστη!», δεόμενοι ὅπως ὁ παθών, ταφείς καί ἀναστάς Κύριος καταυγάζῃ τάς διανοίας, τάς καρδίας καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν, κατευθύνῃ δέ τά διαβήματα ἡμῶν πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί ἐνισχύῃ τόν λαόν Αὐτοῦ πρός μαρτυρίαν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α´, 8), εἰς δόξαν τοῦ «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» ὀνόματος Αὐτοῦ.

Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιη´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

,

Σχολιάστε

OΛΕΣ ΟΙ ΠIΣΤΕΙΣ ΕIΝΑΙ ΨΕYΤΙΚΕΣ… ΜOΝΗ Η ΠIΣΤΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔOΞΩΝ ΕIΝΑΙ ΚΑΛH ΚΑΙ ΑΓIΑ (Δ. Νατσιός) «Ὀρθοδοξία, Πάσχα ἀκοῦν καὶ γυαλίζει τὸ μάτι τους»

Ὅλες οἱ πίστεις εἶναι ψεύτικες…
μόνη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι καλὴ καὶ ἁγία

Δημήτριος Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

 «Χριστὸς Ἀνέστη ἀληθῶς
καὶ δίδαξε τσ᾽ ἀνθρώπους
πῶς ζοῦν ἐφήμερες χαρὲς
Σὲ δανεισμένους τόπους» 

.             «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω, ἰδίως κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστό μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἔθιμα…. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλώσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ». (Παπαδιαμάντης). «Τὸ μοσκοβόλημα ποὺ βγάζουνε τὰ ἄνθη καὶ τὰ βότανα, τὸ κελάηδισμα τῶν πουλιῶν, τὸ λεπτὸ τ’ ἀγέρι ποὺ σαλεύει χλωρὰ κλαριά, τ’ ἀλαφρὸ κύμα ποὺ γλυκομουρμουρίζει στὴν ἀκρογιαλιά, στοὺς κάβους, στὰ νησιά, στὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια, ὅλα τὰ νιώθεις νὰ πανηγυρίζουνε μαζὶ μὲ τὰ μακάρια πνεύματα τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ». (Κόντογλου).
.             Πάσχα μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπέλεξε ὁ γράφων. Κόντογλου καὶ Παπαδιαμάντης: οἱ πιὸ ἔντιμες καὶ ἁγνὲς μορφὲς τῶν γραμμάτων μας. «Ζωγραφοῦν» σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, «μετ’ ἔρωτος», τὴν γνησιότητα, ξεσκεπάζουν τὸ κίβδηλο, τὸ ψεύτικο, τοὺς «χαλασοχώρηδες». Ἐπιμένουν καὶ οἱ δύο στὴν τήρηση τῆς παράδοσης, ὄχι ὡς στείρα τυπολατρία καὶ ἀναιμικὴ μίμηση, ἀλλὰ ὡς πηγὴ ζῶσα ποὺ ἀρδεύει ἀδιαλείπτως «τὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας».
.             Ὁ Κόντογλου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔστρεψε ξανὰ τὴν ἁγιογραφία στὴν βυζαντινὴ παράδοση. Ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέει «δεῖξε μου τὶς εἰκόνες ποὺ προσκυνᾶς γιὰ νὰ σοῦ πῶ τί πίστη ἔχεις». Μέχρι τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κόντογλου εἶχε ἐπικρατήσει στοὺς ὀρθόδοξους ναοὺς ἡ δυτική, ἡ κοσμική, ἡ σαρκικὴ νοοτροπία, μὲ τὶς καταστολισμένες, γλυκανάλατες Μαντόνες, οἱ ὁποῖες κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ ξανθοὺς μπέμπηδες, ποὺ παριστάνουν τὸ «θεῖο βρέφος». (Τέτοιες ἔβαλαν καὶ στὰ βλάσφημα βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν οἱ τωρινοὶ σταυρωτῆδες τοῦ Γένους). Ὅμως, ὅπως λέει ὁ Κόντογλου, οἱ βυζαντινοὶ ἁγιογράφοι ζωγραφίζουν μὲ ταπείνωση, χωρὶς περιττὰ ψιμύθια καὶ στολίδια, δίχως καμμιὰ φιλοδοξία νὰ ξαφνιάσουνε καὶ νὰ κάνουν ἐντύπωση, ζωγραφίζανε σὰν νὰ προσεύχονται. Στὰ χρόνια, διηγεῖται, τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ κάποιος ζωγράφος θέλησε νὰ ἱστορήσει τὸν Σωτήρα Χριστό, ὥστε νὰ μοιάζει μὲ τὸν θεὸ Ἀπόλλωνα καὶ ἀμέσως παρέλυσε, «ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ».
.             Γιὰ τὴν βυζαντινὴ μουσική, σφοδρὸς ἐπικριτὴς τῶν καινοτομιῶν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης. Γινόταν θηρίο, ἂν μάθαινε πὼς κάποιος ἱερέας ἢ ψάλτης μετέφραζε τὰ ἱερὰ κείμενα στὴν «δημοτικιά». «Ὁ πόθος τῆς ἐπιδείξεως, ἡ δοκησισοφία, ἡ μανία τῆς καινοτομίας, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ὁ ἐγωισμὸς» ὁδηγοῦν  στὴν πλάνη. Τὸ «ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος» πῶς θὰ ἀποδοθεῖ: «θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει πνεῦμα καὶ θὰ βγάλω λόγο;». Τὰ τροπάρια, τονίζει, γίνονται νεκρὰ μέχρι νεκροφανείας. «Ποιός Ἕλληνας», γράφει ὁ Κόντογλου, «θὰ νιώσει κατάνυξη ἀπὸ τὰ μουσικὰ αὐτὰ μασκαριλίκια καὶ πῶς θὰ κάνει τὴν προσευχή του ἀκούγοντας τὰ λόγια τῶν ἁγίων μελωδῶν νὰ ἀλλοιώνονται καὶ νὰ γελοιοποιοῦνται ἀπὸ τὰ στόματα ψευτονεωτεριστῶν;» Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς τότε πολιτικῆς, διότι ἔβλεπε νὰ διαμορφώνεται ἕνας πολιτικὸς βίος ἔξω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ παράδοση της ἐκκλησίας, κάτι ποὺ ἐπιδεινώθηκε ἐντονότατα στὶς μέρες μας.
.             Ὁ Σπύρος Μελᾶς στὸν «Πρόλογο» τῶν «Ἁπάντων», ἀπὸ τὸν Γ. Βαλέτα (τόμ. Α, σελ. 18), παρατηρεῖ: «εἶναι ὁ μόνος ποὺ εἶδε ὅτι ἡ θρησκεία, μὲ ἄλλα λόγια ἡ Ὀρθοδοξία, ἦταν ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ ἐθνικοῦ σώματος». Ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πολιτικὴ παράδοση γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη σήμαινε καὶ σημαίνει πολιτικὸ θάνατο τοῦ Γένους. Καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν σφόδρα πολέμιος αὐτῶν ποὺ συκοφαντοῦσαν τὴν βυζαντινή μας παράδοση, ποὺ περισσότερο ἴσως κι ἀπὸ πνευματική, εἶναι παράδοση πολιτική, μέσα ἀπὸ τὴν θρησκευτική της ἔκφραση. Στὸ περίφημο διήγημά του «Λαμπριάτικος Ψάλτης», ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1893 στὴν «Ἀκρόπολη», γράφει τὰ ἀκόλουθα σαρκαστικά, γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν μυκτήριζαν γιὰ τὴν ἐμμονή του νὰ γράφει θρησκευτικὰ – ἑορταστικὰ διηγήματα: «Μὴ θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατευθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων….».
.             Ὁ Κόντογλου περισσότερο αἰχμηρός, καυτηριάζει τοὺς φθονεροὺς καὶ ἀνίκανους «ποὺ πιάνουν τὰ πόστα» καὶ κατατρέχουν τοῦ ἄξιους. Γράφει: «Καθαρίστε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴν δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευταράδες. Τὰ σκουλήκια, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ψυχὴ ἄξια νὰ ὀρθοποδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα. Καὶ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφᾶνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ ὁλόδροσο πνευματικὸ δέντρο τῆς φυλῆς μας».
.             Σὲ καιρούς, «σακάτικους» σὰν τοὺς δικούς μας, ὅπου νοθεύονται τὰ καίρια τοῦ βίου μας, ἔλειψαν καὶ οἱ γενναῖες φωνές, οἱ πολεμήτορες τοῦ πρόστυχου, τοῦ ἀνήθικου καὶ τοῦ ἄδικου. Στέρεψε αὐτὸς ὁ τόπος. Πάσχα ἔρχεται καὶ βουίζουν τὰ αὐτιά μας ἀπὸ τὶς τσιρίδες τῶν «γνωμηγητόρων»: «στὰ ὕψη οἱ τιμές», «ἀβοήθητοι οἱ καταναλωτές». Τὸ τηλεοπτικὸ «σπήλαιο ληστῶν» μαγαρίζει τὸ πανηγύρι τῆς Ὀρθοδοξίας. Προσκαλοῦν σὲ τραπέζια μὲ …εἰδωλόθυτα οἱ ἄθεοι, μαγαρίζουν οἱ καντιποτένιοι τὸ χαροποιὸν πένθος τῆς Ἐκκλησίας μας. Ξεθάβουν καὶ τὸν φραγκολεβαντίνο Κοραὴ γιὰ τὸ “Ἅγιο Φῶς”, λύσσαξαν τὰ ταγκαλάκια. Ὀρθοδοξία, Πάσχα ἀκοῦν καὶ γυαλίζει τὸ μάτι τους. Εἶναι οἱ σύγχρονοι Ἰοῦδες. Πάσχουν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε ὁ Ἰούδας. Δὲν μπόρεσαν νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστό. Ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ φυσικὸς πρόγονος ὅλων τῶν ματαιόδοξων διανοητῶν, ὅλων τῶν καιρῶν κι ὅλου τοῦ κόσμου. Ὑπάρχουν ὅμως οἱ δικοί μας, οἱ ἅγιοι, οἱ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, ποὺ χωρὶς πτωχοαλαζονεῖες καὶ μωρὲς ἐπιδείξεις κηρύσσουν καὶ διδάσκουν: «Ὅλες οἱ πίστεις εἶναι ψεύτικες…μόνη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι καλὴ καὶ ἁγία. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα. Νὰ εὐφραίνεσθε ὅπου εἶσθε Χριστιανοὶ», μᾶς κανοναρχεῖ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

Δημήτριος Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

«ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ; ΛΕΝΕ ΤΟ “ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ”!» [Τὸ τελευταῖο Πάσχα τοῦ Ἁγ. Παϊσίου]

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΑΣΧΑ (1994) ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ»

ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου,
«ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΣ»,
Ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2014)

[…] Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικὰ στὴν Σουρωτὴ καὶ ἔκανα ἀρκετές, τότε, ἀκολουθίες, Λειτουργίες, κλπ. Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν κάναμε ἕνα Εὐχέλαιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀναξιότης μου θὰ ἔχριε τὸν Γέροντα Παΐσιο, ἐκεῖνος, λόγῳ τῆς ἱερωσύνης μου καὶ τῆς ταπείνωσής του, βέβαια, ἔσκυψε καὶ φίλησε τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου. Ἐγὼ τότε, κοκκίνισα, τά ᾽χασα, καὶ ὁ μόνος τρόπος, ποὺ μποροῦσα νομίμως νὰ ἀντιδράσω, ἦταν κι ἐγώ, αὐθόρμητα, νὰ πάρω τὴν ἰδική του εὐχή, γιατί εἶχα μπροστά μου ἕναν Ἅγιο, καὶ νὰ ἀσπασθῶ κι ἐγώ, ταυτόχρονα, τὸ δικό του χέρι. Μὲ τὴν κίνηση, ὅμως, ποὺ ἔκανα γιὰ νὰ φθάσω καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὸ δικό του χέρι, ἔγινε μία σύγκρουση κεφαλιῶν…! Μόνο ποὺ τὸ ἕνα ἦταν γεμάτο μυαλό, ἢ μᾶλλον, γεμάτο θεία Χάρι, καὶ τὸ ἄλλο ἦταν κούφιο, καὶ ἀπὸ μυαλό, καὶ ἀπὸ Χάρι, καὶ αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸν χτύπο – σχῆμα ὑπερβολῆς, βέβαια. Ἀποκορύφωμα βέβαια ὅλης αὐτῆς τῆς συγκυρίας, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ π. Παΐσιος, ἦταν νὰ κληθῶ στὴν Μονὴ τῆς Σουρωτῆς, γιὰ νὰ κάνω τὶς ἀκολουθίες τοῦ Πάσχα, τὸ 1994, τὸ τελευταῖο Πάσχα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Γέροντα.
.             Τώρα, τὸ πῶς πῆρα ἄδεια ἀπὸ τὸν Δεσπότη μου, στὴν  Λαμία, καὶ πῶς ἕνας Δεσπότης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσει  ἕναν ἱερέα, νὰ πάρει ἄδεια τὸ Πάσχα, εἶναι μυστήριο, εἶναι ἀνεξήγητο, τὸ πῶς ἄνοιγαν οἱ πόρτες… Μάλιστα, μοῦ εἶπε ὁ τότε Σεβασμιώτατος, κυρὸς Δαμασκηνός: «Φύγε ἀμέσως, δὲν θέλω νὰ μοῦ ἐξηγήσης κανένα λόγο». Καί, τότε, τοῦ εἶπα, γιατί τοῦ ἄρεσαν τὰ ἀστεῖα: «Φεύγω πρὶν τὸ μετανιώσετε»…
.            Πράγματι, ἔφυγα γιατί φοβόμουν νὰ μὴ τὸ μετανοιώση καὶ νὰ μὴν ἐπηρεασθῆ… Εἶχα προετοιμασθῆ, νὰ τοῦ πῶ πολλὰ ἐπιχειρήματα, μήπως καὶ μὲ ἄφηνε νὰ πάω ἐκεῖ, στὴν Σουρωτή, ἀλλὰ δὲν χρειάσθηκε.
.             Καὶ θυμᾶμαι ὅλα, ὅσα ἔγιναν ἐκείνη τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴν Σουρωτὴ τὰ συγκινητικότατα, καὶ ἰδιαίτερα τὴν Μεγάλη Πέμπτη τὸ πρωί, στὴν Λειτουργία, στὴν ἀκολουθία, καὶ κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ αὐτὲς ἔγιναν χωρὶς κόσμο, ἐννοεῖται. Ἔγιναν παρουσίᾳ μόνον τοῦ Γέροντος καὶ τῆς ἀδελφότητος ἐκεῖ, στὸ παρεκκλήσι τῶν Ταξιαρχῶν, τῶν Ἀρχαγγέλων.
.             Τί νὰ πρωτοαναφέρω, ἀπὸ ὅσα ἐπιτρέπονται, βέβαια. ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ π. Παΐσιος ἔπαιρνε τὸ Ἅγιο Φῶς κι ἐνῶ ἔψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ὅτι βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο. Ὅπως τότε, ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Μωυσῆ «τί βοᾶς πρός με;» κι ὁ Μωυσῆς μιλοῦσε ἀπὸ μέσα του. Πῶς σιγόψελνε σὲ ὅλη τὴν ἀκολουθία… ὁ τρόπος ποὺ ἔλεγε τὰ «Ἀληθῶς Ἀνέστη!» Ἡ εὐλάβειά του. Οἱ σταυροί του. Τὸ ὕφος του, οἱ κινήσεις του, τὰ πάντα του. Τὸ πῶς κοινωνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀναξιότητά μου. Μᾶς ἔπιανε ἕνα τρέμουλο… Ἡ καρτερία του, ποὺ ἔδειχνε στοὺς πόνους. Ἡ ὅλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, εἶχαν ἀπομείνει μόνο 25-30 κιλὰ βάρος στὸ σῶμα του.
.             Φυσικά, μοῦ μένει ἀξέχαστη ἡ τελευταία συνάντησις ποὺ εἴχαμε μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης, ὅπου μεταξὺ τῶν ἄλλων, μοῦ ἔλεγε τί τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ  γιατροί. Οἱ γιατροὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ καρκίνος θὰ ἔκανε μετάστασι καὶ θὰ πήγαινε ἀπὸ τὸ Α´ ὄργανο, στὸ Β´ στὸ Γ´, στὸ Δ´… στὸ Ν, παντοῦ. Ἔτσι τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ γιατροί, γιατί ἤθελε νὰ μάθη καὶ τὴν ἀλήθεια. Καί, τότε ὁ π. Παΐσιος ἀπήντησε χαριτωμένα, ἀναστάσιμα, εὐχάριστα: «Ἂς πάει ὅπου θέλει ὁ καρκίνος, ἀρκεῖ ἐδῶ νὰ μὴ πάει», εἶπε δείχνωντας τὸ κεφάλι του. Δηλ., ἐννοοῦσε ἀρκεῖ νὰ μὴ πειραζόταν ὁ νοῦς του, γιὰ νὰ ἔχει καλὴ ἀπολογία. Γιατί, μοῦ ἔλεγε: «Δὲν ἔχει σημασία τὸ πότε θὰ φύγωμε. Σημασία ἔχει νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι».
.             Μετὰ ἀπ᾽ αὐτό, εἶπε στοὺς γιατρούς: «Μὲ κάνατε ἀστροναύτη, μὲ τὰ ὀξυγόνα, μὲ τὸ α´ καὶ μὲ τὸ β´… Τώρα, ὅμως, τελείωσε ἡ ἀποστολή σας. Τώρα ἀρχίζει ἡ δουλειὰ τοῦ Θεοῦ». Μοῦ εἶπε τότε καὶ διάφορα ἄλλα… Ἀλλά, καταλήγω ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησα. Ἐὰν δὲν ἔκανα παράλογη ὑπακοὴ νὰ πάω Θεολογικὴ Σχολή, προφανῶς, μᾶλλον, δὲν θὰ εἶχα αὐτὲς τὶς πολλὲς καὶ ἄλλες εὐλογίες καὶ πνευματικὲς παρηγοριές, ποὺ εἶχα -ἀναξίως πάντα-, γιὰ τὶς ὁποῖες, βέβαια, εἴμαστε ἀναπολόγητοι. Ἐλπίζομε ὅμως στὶς εὐχὲς τοῦ Γέροντα.
.             Ἀνάλογες, ἀνεξίτηλες παραστάσεις ἀπὸ τὸν παππούλη, ἔχομε, ἐννοεῖται, καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ζοῦσε ἐκεῖ σὰν καιομένη λαμπάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ, π.χ., ἔχω μία κασέτα, ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, στὸ Κελλὶ τοῦ π. Ἰσαάκ, ὅπου πάντα ἔκανε Πάσχα ὁ Γέροντας. Τότε, ἤμουν δόκιμος, ἀλλὰ καὶ ἄλλες φορές, ὡς φοιτητής, εἶχε τύχει νὰ κάνω ἐκεῖ Πάσχα. Ὅλοι ἤμασταν συγκινημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν ἀπὸ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ διηγιόταν εὐχάριστα, ὠφέλιμα περιστατικά. Ὁ Γέροντας, ὅταν ἔψελνε, ἔψελνε ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν μάλιστα κάποιοι τοῦ ἔλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι ἐσύ», ἔλεγε «ἄ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ψάλω κάτι, γιατί θέλω νὰ ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχῶς. Πράγματι, σιγόψελνε σ᾽ ὅλην τὴν ἀκολουθία ἐκεῖ στὴν Λιτὴ -ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι- τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Κελλιοῦ, τοῦ π. Ἰσαάκ.
.             Μάλιστα, ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Λιβανέζος, -γιατί ἤμαστε εἴκοσι πέντε περίπου ἄτομα ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἦσαν Λιβανέζοι- καὶ τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος «νὰ διαβάσετε τὶς Πράξεις καὶ στὰ Ἀραβικά». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Λιβανέζος: «μά, Γέροντα, δὲν εἶναι σωστό, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἶστε Ἕλληνες, δὲν θὰ καταλαβαίνετε τίποτε ἀπὸ τὰ Ἀραβικά». Καὶ λέει ὁ π. Παΐσιος: «Καλύτερα, γιὰ νὰ μὴν ἔχωμε καὶ εὐθύνη ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως»…. Ἔλεγε κι ἄλλα τέτοια χαριτωμένα.
.             Κάποια στιγμή, τοῦ εἶπε ἕνας Λιβανέζος: «Γέροντα, νὰ σὲ βγάλω “μία” φωτογραφία;». Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Πονηρούλη, “μία” στὰ Ἀραβικά σημαίνει 100»!
.             Ἦταν ἄνοιξη, ἄκουγε τὰ πουλιὰ ἔξω νὰ κελαϊδᾶνε καὶ μὲ ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τὰ πουλάκια;» «Ποῦ νὰ ξέρω Γέροντα;», τοῦ λέω. «Εὐλογημένε, λένε τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη!”».

 

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΠΟΒΑ «Ὅλη αὐτή ἡ τραγωδία τοῦ διώκοντος Φαραώ σ’ αὐτή τήν εἰδική κατάσταση γινόταν αἰσθητή στίς καρδιές μας μέ ὅσο ποτέ ἄλλοτε δριμύτητα» (Ἱερομάρτυς Ἀρχιεπ. Ἱλαρίων Τρόϊτσκυ)

«Πάσχα στό νησί Πόποβα»
– Ἀρχιεπίσκοπος Ἱλαρίων Τρόϊτσκυ.

Τοῦ Πρωτ. π. Ἰωάννου Φωτοπούλου.

.             Ἀπολαμβάνοντας ἐλεύθερα τίς ἐκκλησιαστικές μας ἑορτές, πανηγυρίζοντας μάλιστα ὅλο χαρά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δύσκολα θά ἔρθουμε στή θέση τῶν Ρώσων ἀδελφῶν μας, πού στά χρόνια τοῦ στυγνοῦ ἀθεϊσμοῦ στεροῦνταν αὐτῆς τῆς μεγάλης, εὒφρόσυνης καί λαμπροφόρου ἠμέρας, εἰδικά ὅσοι εὑρίσκονταν φυλακισμένοι στά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ἡ ἀκόλουθη διήγηση εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ἀρχιεπίσκοπος Ἱλαρίων Τρόϊτσκυ, ἱερομάρτυς καί πρόμαχος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» Ἔκδόσεις Ἄθως, Ἀθήνα 2012.
Βρισκόμαστε στά 1926.

Πάσχα στό νησί Πόποβα.

.             Τήν ἄνοιξη τοῦ 1926 ἀποφάσισαν νά τόν φέρουν [τόν ἐπίσκοπο Ἱλαρίωνα] πίσω στά Σολοφκύ. Στό στρατόπεδο μεταγωγῶν, στό νησί Πόποβα ἔφτασε λίγο πρίν τό Πάσχα. Τήν πασχαλινή ἀκολουθία ἐτέλεσε ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων μαζί μέ τόν ἐπίσκοπο Νεκτάριο Τρεζβίνσκυ καί τόν ἱερέα Παῦλο Τσεχράνωφ σέ ἕνα μισοτελειωμένο φοῦρνο παρά τήν αὐστηρή ἀπαγόρευση τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοπέδου. Νά πῶς περιγράφει αὐτό τό γεγονός ὁ π. Παῦλος Τσεχράνωφ :
.             «Πλησίαζε τό Πάσχα. Πῶς θά ἤθελα ἀκόμη καί σ’ αὐτές τίς συνθῆκες νά κάνουμε τήν Πασχαλινή ἀκολουθία ! “Πῶς θά γίνει αὐτό;” σκεπτόμουνα. Ἀκόμη καί τώρα, πού ἀκόμη καί γιά νά κουβεντιάσεις εἶναι δύσκολο καί πρέπει νά χωθεῖς ἀνάμεσα στό πλῆθος, πῶς νά μήν ψάλλουμε τό “Χριστός Ἀνέστη” τήν πασχαλινή νύχτα;. Ἀποφάσισα λοιπόν νά προετοιμάσω τους ἄλλους πατέρες. Ἔκαμα συζητήσεις μέ τόν καλοκάγαθο ἐπίσκοπο Νεκτάριο Τρεζβίνσκυ, τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱλαρίωνα, τόν ἐπίσκοπο Μητροφάνη, τόν ἐπίσκοπο Ραφαήλ καί τόν ἐπίσκοπο Γαβριήλ… Ὅμως μόνο ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱλαρίων καί ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος συμφώνησαν νά τελέσουμε τήν πασχαλινή ἀκολουθία στόν μισοτελειωμένο φοῦρνο, ὅπου ὑπῆρχαν μόνο ἀνοίγματα χωρίς πόρτες καί παράθυρα. Οἱ ὑπόλοιποι ἀποφάσισαν νά κάμουν τήν ἀκολουθία στήν παράγκα τους, στήν Τρίτη κουκέτα, κάτω ἀπό τήν ὀροφή ἔχοντας “παρέα” τόν κοιτῶνα τοῦ λόχου διοικήσεως. Ἀλλά ἐγώ ἀποφάσισα νά ψάλλω τήν ἀκολουθία ἔξω ἀπό τήν παράγκα, ὥστε, ἔστω κι αὐτές τίς στιγμές, νά μήν ἀκούω αἰσχρολογίες.
.             Συμφωνήσαμε. Ἔφτασε τό Μεγάλο Σάββατο. Ἡ αὐλή καί οἱ παράγκες ἦσαν γεμάτες σάν βαρέλια μέ σαρδέλλες ἀπό τούς κρατουμένους πού εἶχαν φθάσει ἀπό τή δουλειά τοῦ ἐφοδιασμοῦ ξυλείας. Ἀλλά μᾶς συνέβη τότε καινούργια δοκιμασία. Βγῆκε διαταγή τοῦ διοικητῆ πρός τούς ὑπευθύνους τῶν λόχων τῶν κρατουμένων μέ τήν ὁποία δέν ἐπιτρεπόταν οὔτε νύξη γιά πασχαλινή ἀκολουθία καί ἀπό τίς 8 τό βράδυ δόθηκε ἐντολή νά μήν ἀφήνουν νά μπεῖ κανένας ἀπό ἄλλους λόχους κρατουμένων σέ ἄλλη παράγκα. Μέ θλίψη μοῦ ἀνήγγειλαν τό νέο οἱ ἐπίσκοποι Μητροφάνης καί Γαβριήλ. Ὅμως ἐγώ συνέχιζα τόν… “Ἑξάψαλμο”: “Παρ’ ὅλα αὐτά θά προσπαθήσουμε νά κάνουμε ἀκολουθία στό φοῦρνο”. Ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος συμφώνησε ἀμέσως καθώς καί ὀ ἀρχιεπίσκοπος Ἱλαρίων, ὁ ὁποῖος ζήτησε νά ἐγερθοῦμε στίς 12 τά μεσάνυχτα.
.             Στίς 11μ.μ. κατευθύνθηκα στήν παράγκα, ὅπου ἔμενε ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος. Οἱ πόρτες ἦσαν ὀρθάνοιχτες, ἀλλά, καθώς μπῆκα μέσα γρήγορα, μοῦ ἔκλεισε τό δρόμο ὁ στρατιώτης ὑπηρεσίας.
– Δέν ἐπιτρέπεται σέ κανένα νά μπεῖ ἀπό ἄλλους λόχους.
Σταμάτησα ἀναποφάσιστος. Ὅμως ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος ἦταν ἕτοιμος.
– Τώρα, τώρα ! μοῦ εἶπε.
.             Τράβηξα γιά τόν ἐπίσκοπο Ἱλαρίωνα. Μπαίνοντας ὁρμητικά στήν παράγκα προχώρησα δίπλα ἀπό τό στρατιώτη ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος μοῦ φάνηκε γνωστός καί συμπαθής.
– Παρακαλῶ, κάνετε γρήγορα καί φύγετε. Δέν ἐπιτρέπεται…
Ἔγνεψα μέ τό κεφάλι μου, πλησίασα στόν ἐπίσκοπο Ἱλαρίωνα, ὁ ὁποῖος κοιμόταν. Τόν ἄγγιξα στήν μπότα του καί σηκώθηκε.
– Ἔφτασε ἡ ὥρα, τοῦ εἶπα ψυθυριστά.
.             Ὅλη ἡ παράγκα κοιμόταν. Βγῆκα ἔξω. Στό δρομάκι μέ περίμενε ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος. Γρήγορα ἦρθε κοντά μας ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων. Ἥσυχα, ὁ ἕνας πίσω ἀπό τόν ἄλλο, προχωρήσαμε πρός τό πίσω μέρος τῶν παραπηγμάτων. Πέρα ἀπό τό δρόμο βρισκόταν ὁ σκελετός τοῦ μισοφτιαγμένου φούρνου μέ ἀνοίγματα ἀντί γιά πόρτες καί παράθυρα. Γλυστρήσαμε μέσα ἕνας-ἕνας. Ὅταν βρεθήκαμε στό ἐσωτερικό τοῦ κτιρίου διαλέξαμε ἕνα τοῖχο, πού μᾶς ἔκρυβε καλλίτερα ἀπό τό βλέμμα ὅσων περνοῦσαν στό δρομάκι, καί “κολλήσαμε” σ’ αὐτόν. Ἀριστερά ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος, στή μέση ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων καί δεξιά, ἐγώ.
Ἀρχίστε, εἶπε ὁ ἐπίσκοπος Νεκτάριος.
Τόν Ὄρθρο; ρώτησε ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων.
Ὄχι, ὅλα κατά τάξιν, ἀπό τό Μεσονυκτικό.
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν…πρόφερε ἥσυχα ὁ ἐπίσκοπος Ἰλαρίων.
– Κύματι θαλάσσης…ἀρχίσαμε νά ψάλλουμε τόν Κανόνα τοῦ Μεσονυκτικοῦ. Καί μέ ἕνα παράδοξο τρόπο ἔβρισκαν μέσα στίς καρδιές μας ἀνταπόκριση αὐτά τά λόγια μέ τή συναρπαστική μελωδία. “διώκτην, τύραννον ὑπό γῆς ἔκρυψαν…”. Καί ὅλη αὐτή ἡ τραγωδία τοῦ διώκοντος Φαραώ σ’ αὐτή τήν εἰδική κατάσταση γινόταν αἰσθητή στίς καρδιές μας μέ ὅσο ποτέ ἄλλοτε δριμύτητα: Ἡ λευκή θάλασσα μέ τό λευκό παγωμένο κάλυμμα, τά δοκάρια τοῦ πατώματος, στά ὁποῖα στεκόμασταν λές καί ἦταν ὁ χῶρος τοῦ ἀναλογίου, ὁ φόβος νά μή μᾶς δοῦν σέ κάποιο ἔλεγχο. Ὅμως ἡ καρδιά μας ἦταν ὅλο χαρά πού τελούσαμε τήν πασχαλινή ἀκολουθία, παρά τήν αὐστηρή ἀπαγόρευση τοῦ διοικητοῦ.
.           Ψάλαμε τό Μεσονυκτικό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱλαρίων “ἔβαλε Εὐλογητό” γιά τόν Ὄρθρο.
– Ἀναστήτω ὁ Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ…, εἶπε ψιθυριστά, κοιτώντας προσεχτικά τή νυχτερινή καταχνιά, ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων.
.             Ἐμεῖς ψάλαμε τό “Χριστός Ἀνέστη”. Δέν ἤξερα τί νά κάνω. Νά κλάψω ἤ νά γελάσω ἀπό χαρά. Πόσο θά ἤθελα νά ψάλλουμε μέ δυνατή φωνή τά θαυμάσια τροπάρια μέ τούς εἱρμούς τους! Ὅμως μᾶς καθοδηγοῦσε ἡ περίσκεψη. Τελειώσαμε τόν Ὄρθρο.
– Χριστός Ἀνέστη! εἶπε ὁ ἐπίσκοπος Ἱλαρίων καί οἱ τρεῖς μας ἀσπαστήκαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
.             Ὁ ἐπίσκοπος ἔκαμε Ἀπόλυση καί ἔφυγε γιά τήν παράγκα του…
Αὐτή ἡ πασχαλινή ἀκολουθία ἔμεινε στή μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Ἱλαρίωνος. Τό Μαϊο τοῦ 1927 μοῦ ἔγραψε: «Θυμᾶμαι τό προηγούμενο Πάσχα. Πόσο ξεχώριζε ἀπό τό σημερινό! Πόσο πανηγυρικά τό γιορτάσαμε τότε!».

ΠΗΓΗ: orthros.eu

,

Σχολιάστε

«ΗΓΕΡΘΗ, ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΩΔΕ». Πάσχα! Μετάβαση ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή.

«ΗΓΕΡΘΗ, ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΩΔΕ».

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
ἀρ. τ. 2153/15.04.17

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

 .            Οἱ Μυροφόρες γυναῖκες, «λίαν πρωί», μὲ πόθο ἱερὸ κατευθύνθηκαν στὸν τάφο γιὰ νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ διδασκάλου τους. Ἐκεῖ ὅμως τὶς περίμενε μεγάλη ἔκπληξη: «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε» (Μάρκ. ιϛ´ [16] 6). Τὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου τὶς συγκλόνισε. Ὁ Κύριος, ὁ Διδάσκαλός τους δὲν εἶναι πλέον νεκρός, ἔχει ἀναστηθεῖ! Τὸ μυστήριο ἀδυνατοῦν αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ τὸ συλλάβουν. Τί εἶχε συμβεῖ;
.            Μετὰ τὸ «τετέλεσται» ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁ Κύριος «κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα». Ἀπέθανε, ὅμως ὁ θάνατός του δὲν εἶναι τὸ τέλος. Ὁ Κύριος δὲν εἶναι ἕνας συνηθισμένος νεκρός. Μὲ τὸ τεθεωμένο σῶμα Του, ποὺ παρέμεινε ἄφθαρτο στὸν τάφο, καταργεῖ τὴν σωματικὴ φθορά. Μὲ τὴν τεθεωμένη ψυχή Του καταργεῖ καὶ καταλύει τὸ κράτος τοῦ Ἅδη.
.             Μέχρι τότε ὁ θάνατος ἦταν ὁ κλῆρος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἅδης βασίλευε στὸ ἀνθρώπινο γένος ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, καταλύει πλέον τὴν βασιλεία τοῦ Ἅδη, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ πέθανε καὶ κατῆλθε στὸν Ἅδη. «Βασιλεύει, ἀλλ᾽ οὐκ αἰωνίζει ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, κραταιέ, ζωαρχικῇ παλάμῃ τὰ τοῦ θανάτου κλεῖθρα διεσπάραξας», ψάλλουμε θριαμβευτικά. Δηλαδή, ὁ Ἅδης βασιλεύει στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἐξ αἰτίας τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ δὲν εἶναι παντοτινὴ ἡ βασιλεία του, διότι, ὅταν Σύ, ὁ παντοδύναμος Κύριος, ἐτέθης σωματικῶς στὸν τάφο, τότε μὲ τὸ πανίσχυρο χέρι Σου, ποὺ ἔδωσε ζωὴ σὲ ὅλα τὰ ὄντα, συνέτριψες τὶς κλειδαριὲς τοῦ θανάτου.
.             Ὁ Κύριος δὲν εἶναι μόνο ὁ ἀπαράμιλλος θεῖος Διδάσκαλος, ποὺ χόρταινε τὶς ψυχὲς μὲ τὸν θεῖο Του λόγο. Δὲν εἶναι μόνο ὁ ἀναμάρτητος, ποὺ δίδασκε μὲ τὴν ἀνυπέρβλητη ἁγιότητά Του. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Ἐσταυρωμένος, ποὺ ὑπέγραψε μὲ τὸ πανάγιο αἷμα Του τὴν διδασκαλία Του καὶ σφράγισε μὲ τὴν ἀτίμητη θυσία τοῦ Σταυροῦ τὴν ἀνεπανάληπτη ζωή Του. Εἶναι καὶ ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Ἀναστήθηκε σωματικῶς. Καὶ ἔγινε πλέον ζωοδόχος ὁ Τάφος Του. Καὶ ὁ μέχρι πρότινος κλειστὸς οὐρανὸς τώρα πλέον ἀνοίγει, ὁ δρόμος πρὸς τὸν οὐρανὸ ἔγινε βατός.
.             Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τὴν ἐπιβεβαίωση καὶ τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι «σωτὴρ τοῦ κόσμου»· ὄχι μόνο διότι θυσιάστηκε στὸν Σταυρό, ἐξαλείφοντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ διότι «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐγγύηση καὶ προάγγελος καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως.
.             Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πανηγυρίζει τὸ Πάσχα μὲ μοναδικὴ λαμπρότητα: μὲ φωτοχυσία, μὲ δοξολογίες, μὲ ἀτελείωτα καὶ συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενα «Χριστὸς Ἀνέστη»! Πανηγυρίζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Πανηγυρίζει αὐτὴ τὴν ἡμέρα τὴν ἀνάσταση ὅλων μας, τὴ νέκρωση τοῦ θανάτου, τὴ συντριβὴ τοῦ Ἅδη, τὴν ἔναρξη τῆς νέας ζωῆς: «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν Πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον» (Ὠδὴ ζ´ Κανόνος τῆς Ἀναστάσεως).
.             Πάσχα! Ἀνάσταση! Πέρασμα ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση στὴν ἐλπίδα, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ἁγιότητα. Πάσχα! Διάβαση ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς!…
.             Πάσχα! Μετάβαση ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή, ἀπὸ τὴν προσωρινότητα στὴν αἰωνιότητα, ἀπὸ τὸν πόνο στὴ δόξα.
.             Πάσχα! Ἡ ὄντως ζωὴ τῶν πιστῶν.
.             Χριστὸς Ἀνέστη!

,

Σχολιάστε

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ «Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό».

ΠΤΩΣΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μελέτημα
«Τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση»
τοῦ Γ. Μαρτζέλου, καθηγ. Πανεπιστημίου
(Ἐπιστημ. Ἐπετηρίδα Τμήμ. Θεολογίας
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ., τ.16/ 2006)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Σ᾽ ὅλη τὴν ἱστορία ἡ ἀνθρωπότητα ἀπασχολήθηκε ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ὅλη ἡ παγκόσμια Φιλοσοφία, ὅλες οἱ θρησκεῖες, ὅλη ἡ Τέχνη, ὅλος ὁ Πολιτισμός, ὅλη ἡ τεχνολογία εἶναι μιὰ ἀνεπιτυχὴς μὲν ἀλλὰ πάντως προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτὸ τὸ Μέγα Ἐρώτημα, αὐτὸ τὸ Μέγα Αἴνιγμα, αὐτὴ ἡ Μεγίστη Πρόκληση στὴν αὐθάδεια τοῦ ἀνθρώπου.
.            Μέσα σὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες τῆς ἱστορίας φανερώθηκε καὶ μιὰ πρόταση ποὺ ποτὲ κανένας δὲν ἀποτόλμησε νὰ εἰσηγηθεῖ: τὴν πρόταση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου. Μιὰ πρόταση πού, κι ἂν ἀκόμα κανένας δὲν τὴν πιστεύει, κι ἂν ἀκόμα δὲν τὴν ἀποδέχεται, ἔχει τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ ἀποτόλμησε -στὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης πάντοτε ἐπινοητικότητος- νὰ ὑπερβεῖ τὸν κλειστὸ κύκλο τοῦ θανάτου (τῶν σωμάτων). Ὅλες οἱ ἄλλες προτάσεις πάντοτε τελοῦσαν ὑπὸ τὸ ἀξεπέραστο ὅριο τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ ἀποτελοῦσαν παραλλαγὲς μιᾶς ὑπεκφυγῆς ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, μιᾶς αἰωνιότητας ἢ ἀθανασίας τῶν «ψυχῶν» (π.χ. πλατωνισμὸς, ἰνδουισμός κ.λπ).
.             Ἡ χριστιανικὴ Πρόταση ἔχει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ θραύει -ἔστω ὡς πρόταση- τὴν παντοδυναμία τοῦ θανάτου καὶ νὰ δίνει μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση στὸ Μέγα Ἐρώτημα. «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν», ἐπειδὴ «Χριστὸς ἀνέστη καὶ ᾅδης ἐσκυλεύθη». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ «πρόταση» αὐτὴ εἶναι ἡ «πρόταση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας», ἐπειδὴ εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ στὸν ἐξουσιαστὴ τοῦ θανάτου, δηλ. στὸν διάβολο, γι᾽ αὐτὸ οἱ ἀνθρωποι προτιμοῦν ἀπὸ μίσος πρὸς τὸν Χριστό, νὰ εἶναι ὑποταγμένοι στὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ νὰ μὴ δέχονται κἂν νὰ ἀναρωτηθοῦν, νὰ μὴ θέλουν κἂν νὰ «φιλοσοφήσουν» τὴν πρόταση τῆς χριστιανικῆς Πίστεως. Προτιμοῦν τὸν θάνατο καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Προτιμοῦν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ζήσουν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐνδεικτικῶς γι᾽ αὐτὴ τὴν προτίμηση προσκομίζεται τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ «πασχαλινὲς» εὐχὲς τοῦ καιροῦ μας εἶναι νεκρές, ἄψυχες. Παρακάμπτουν πονηρὰ καὶ τεχνηέντως τὸ μέγιστο περιεχόμενο τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου, καὶ γεμάτες πανικὸ γαντζώνονται στὶς γνωστὲς κοινωνιολογικὲς φαιδρότητες ἢ λαογραφικὲς κενολογίες τῶν πολιτικῶν καὶ ἐπιχειρηματικῶν εὐχετηρίων καρτῶν!
.               «
Ὅ,τι καί νά κάνῃ ὁ ἀλύτρωτος ἀπό τόν θάνατο ἄνθρωπος, στό τέλος τόν περιμένει ἡ ἀπόγνωσις, γιατί ὅλα θάνατος διαδέχεται. Ὅλα ἐκμηδενίζονται καί ἀφανίζονται. Ὁ ἑνωμένος ὅμως μέ τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ ἄνθρωπος, ὅσα βάσανα, δοκιμασίες, ἀρρώστιες, κατατρεγμούς, θανάτους καί ἐάν περάσῃ, στό βάθος ἔχει χαρά, γιατί γνωρίζει ὅτι συμμετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου του, συμμετέχει στήν Ἀνάστασι καί τήν αἰώνιο ζωή Του. Τώρα ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἠμποροῦμε νά ἀγωνιζόμαστε, νά χαιρόμαστε, νά ἑορτάζουμε, νά ἐλπίζουμε. Ὁ Κύριός μας ἔλυσε τήν ἀπόγνωσι.
Χωρίς τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ, οἱ ἑορτές τῶν ἀνθρώπων εἶναι πένθιμες καί γι’ αὐτό κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἑορτές.  Εἶναι προσπάθειες φυγῆς ἀπό τήν μονοτονία, τήν πλῆξι, τήν μοναξιά.  Εἶναι θορυβώδεις ἐκδηλώσεις, γιά νά μή ἀκούεται ὁ τρομακτικός ἀπόηχος τοῦ μηδενός.» (Ἀρχιμ. Γεώργιος, καθηγ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου, «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», Μήνυμα Πάσχα 1984)

.            Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ στὴν ἁμαρτία, τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο ὁδήγησε κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος σ’ ἕνα φαῦλο κύκλο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ: Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐπέφερε στὴν ἀνθρωπότητα ὡς ἄμεση συνέπεια τὴ νοσηρὴ κατάσταση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ κατάσταση αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της γεννοῦσε καὶ πάλι τὴν ἁμαρτία, ποὺ εἶχε ὡς συνέπεια τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο κ.ο.κ. Σ’ αὐτὸ τὸν φαῦλο κύκλο συνίσταται κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ἡ οὐσία τῆς τραγωδίας τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου.
.           Ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ πετύχει μὲ τὶς δικές του δυνάμεις τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἠθικοπνευματική του τελείωση καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν Θεό, ὅσο βρισκόταν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἔπρεπε νὰ καταργηθεῖ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ὑπάρξει θεραπεία τῆς ἀρρωστημένης φύσεώς του. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅπως τονίζουν ὁμόφωνα οἱ Ἕλληνες Πατέρες, ἀνέλαβε μὲ τὸ σωτηριῶδες ἔργο του ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του νίκησε καὶ κατήργησε τὸν θάνατο, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου στὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ποὺ κρατοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ὑποδουλωμένους στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο χάνει, πλέον τὴ δύναμή του μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἀπελευθερώνεται καὶ σώζεται πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος, γιατί, ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «Ὁ τὸν θάνατον μὴ δεδοικὼς ἔξω τῆς τυραννίδος ἐστὶ τοῦ διαβόλου».
.             Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν σωτηριῶδες γεγονὸς στὴ ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ γιορτάζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα, ὡς γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μονοκρατορία τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς καινούργιας ζωῆς ἀπαλλαγμένης ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος», «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν», ψάλλουν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Πρόκειται δηλ. γιὰ ἕνα γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συν­τελεῖται ἐν Χριστῷ τὸ πέρασμα (ἑβραϊκά: πάσχα) τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Καὶ αὐτὸ τὸ πέρασμα ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν εἶναι ποὺ συνιστᾶ κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τὴν ἔννοια καὶ τὴν οὐσία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
.             Ἡ σωτηριώδης αὐτὴ σημασία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν περιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται διὰ μέσου αὐτοῦ σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκαθίσταται ἡ διασαλευθεῖσα μεταξύ τους σχέση. Ἄνθρωπος καὶ κτίση πλέον σχετίζονται μεταξύ τους καὶ λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴ φθοροποιὸ δύναμη τοῦ θανάτου μέσα στὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει μὲ πολὺ γλαφυρὸ τρόπο ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅταν διακηρύττει σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Κανόνα του στὸ Πάσχα: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». […] Ὁ Χριστὸς ὡς νέος Ἀδὰμ ἀνοίγει μὲ τὴν ἀνάστασή του νέες ὀντολογικὲς προοπτικὲς ὄχι μόνο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ γιὰ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου μπορεῖ πλέον ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχει τὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε, νὰ κερδίσει δηλ. τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία καὶ τὴ θέωση. Ἐκεῖνο μόνο ποὺ χρειάζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ εἶναι νὰ ἐπιδείξει πίστη καὶ ὑπακοὴ στὸν Χριστό, τηρώντας τὶς ἐντολές του καὶ μετέχοντας ὑπαρξιακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή του. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀναδεικνύεται ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.
.             Μὲ τὸ Βάπτισμα ὁ πιστὸς συνθάπτεται μὲ τὸν Χριστό, ἀπεκδυόμενος τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ συνανίσταται μαζί του, ἐνδυόμενος τὸ νέο ἄνθρωπο, «τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Συμμετέχοντας ἔτσι ὑπαρξιακὰ καὶ μυστηριακὰ στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ξαναγεννιέται πνευματικὰ σὲ μία καινούργια ζωὴ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας. Τὸ Βάπτισμα ἀποτελεῖ γιὰ τὸν χριστιανὸ τὴν ἀπαρχὴ τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ ὁποία αὐξάνεται καὶ συντηρεῖται μὲ τὰ ἄλλα δύο σημαντικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Χρίσμα καὶ τὴ Θεία Εὐχαριστία. […]
.             Τὸ Βάπτισμα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν ἀποσκοπεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο στὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παροχὴ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν οἱ Πατέρες ὁμόφωνα τονίζουν ὅτι μὲ τὸ Βάπτισμα ἀνακαινίζεται ὀντολογικὰ ἡ παλαιωθεῖσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ χριστιανὸς καθιστάμενος μέτοχος τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τὴ νέα ὑπόστασή του, γίνεται κοινωνὸς τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ κατὰ χάριν υἱὸς καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μόνο αἴρονται οἱ συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Μὲ ἄλλα λόγια τὸ ζήτημα γιὰ τὴν ἄρση τῶν συνεπειῶν τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἀνακαίνιση τῆς ἀρρωστημένης πεπτωκυίας φύσεώς του. Γενικότερα ἄλλωστε τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ δὲν κατανοεῖται στὴν ὀρθόδοξη παράδοση μὲ βάση τὸ δικανικὸ σχῆμα «ἁμαρτία – ἄφεση», ἀλλὰ μὲ βάση τὸ ὀντολογικὸ σχῆμα «θάνατος – ζωὴ» ἢ «ἀσθένεια – θεραπεία». Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια στὴ θεραπεία εἶναι ποὺ συντελεῖται μὲ τὸ Βάπτισμα.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ Τῼ ΑΓΙῼ ΠΑΣΧᾼ 2017 (Τὸ μήνυμα τοῦτο τῆς κατισχύσεως τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, τῆς νίκης τοῦ ἱλαροῦ φωτὸς τῆς πασχαλίου λαμπάδος ἐπὶ τοῦ σκότους τῆς ἀκαταστασίας, καὶ τῆς διαλύσεως)

† ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι καὶ τέκνα θεοφιλῆ ἐν τῷ Ἀναστάντι Κυρίῳ,

.                 “Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε˙ ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον” (Ἰωάν. ις΄, 33), διαβεβαιώνει ὁ θανάτῳ τὸν θάνατον μόνος πατήσας Κύριος τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων. Χριστὸς Ἀνέστη! ἀναφωνοῦμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς πάντας τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακρὰν ἀπὸ τῆς Ἱερᾶς ταύτης Αὐλῆς τοῦ βιωματικοῦ ἐν τῷ κόσμῳ σταυροῦ καὶ τῆς θλίψεως∙ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς Αὐλῆς τῆς Ἀναστάσεως∙ ἀπὸ τῆς κόγχης ταύτης τῆς γῆς, τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, ἀπὸ ὅπου διακηρύττεται ὅτι “ζωὴ πολιτεύεται”, διαλυομένης τῆς κάθε εἴδους φθορᾶς καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου.
.                 Ὁ Κύριος πολλάκις προειδοποίησε, κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς ἔνσαρκον παρουσίαν Του, τοὺς Μαθητάς Του περὶ τῆς θλίψεώς των ἐξ αἰτίας τῆς σταυρικῆς Του θυσίας ἐπὶ τοῦ Φρικτοῦ Γολγοθᾶ, ὡς καὶ ἕνεκα τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς πορείας των ἐντὸς τοῦ κόσμου τούτου –αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀλλὰ καὶ πάντων ὅσων θὰ ἐπίστευον εἰς τὸν Χριστόν-. Μὲ μίαν χαρακτηριστικὴν ὅμως λεπτομέρειαν: “ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται…καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία” (Ἰωάν ις΄, 20-22).
.                 Τὴν ἀναστάσιμον ταύτην καὶ ὑπερκόσμιον χαρὰν πρῶται ἐβίωσαν αἱ λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ζωοδότου Μυροφόροι Γυναῖκες διὰ τοῦ μονολεκτικοῦ Κυριακοῦ λόγου “Χαίρετε” (Ματθ. κη΄,9). Τὴν ἰδίαν ἀναστάσιμον χαρὰν βιοῦσα ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως διακηρύττει σήμερον στεντορίᾳ τῇ φωνῇ: “Αὕτη ἡ ἡμέρα Κυρίου, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ” (πρβλ. Ψαλμ. 117, 24). Ὁ ἔσχατος ἐχθρός, ὁ θάνατος, ἡ λύπη, τὰ προβλήματα, ἡ φθορά, ἡ θλῖψις, ἡ δοκιμασία, σκυλεύονται καὶ καταργοῦνται ὑπὸ τοῦ Νικητοῦ Θεανθρώπου Κυρίου.
.                 Ζῶμεν, ὅμως, ἐντὸς ἑνὸς κόσμου εἰς τὸν ὁποῖον τὰ μέσα γενικῆς ἐπικοινωνίας μεταδίδουν συνεχῶς δυσαρέστους πληροφορίας περὶ τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν, περὶ πολέμων κατὰ τόπους, περὶ καταστροφικῶν φυσικῶν φαινομένων, προβλημάτων λόγῳ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ, πείνης, προσφυγικοῦ προβλήματος, ἀνιάτων ἀσθενειῶν, πτωχείας, ψυχολογικῶν καταπιέσεων, αἰσθήματος ἀνασφαλείας καὶ λοιπῶν συμπαρομαρτουσῶν ἀνεπιθυμήτων καταστάσεων.
.                 Ἔναντι τῶν καθημερινῶν τούτων “σταυρῶν”, τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι αἴρομεν μὲ “γογγυσμούς”, ἔρχεται ἡ Μήτηρ μας Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ εἴμεθα χαρούμενοι, διότι ὁ ἀρχηγός μας Χριστὸς εἶναι ὁ νικητὴς αὐτῶν, εἶναι ὁ φορεὺς τῆς χαρᾶς, ὁ φαιδρύνας τὰ σύμπαντα. Ἡ χαρά μας στηρίζεται εἰς τὴν βεβαιότητα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν τὴν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι τὸ ἀγαθὸν εἶναι ὁ νικητής, διότι ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον “καὶ ἐξῆλθεν ἵνα νικήσῃ” (πρβλ. Ἀποκ. ϛ´, 2). Ὁ κόσμος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ζήσωμεν αἰωνίως εἶναι ὁ Χριστός: τὸ φῶς, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη.
.                 Ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, παρὰ τοὺς καθημερινοὺς σταυροὺς καὶ τὰς θλίψεις, ζῇ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τῆς χαρᾶς. Βιώνει ἐντεῦθεν, ἐν τῇ παρούσῃ καὶ ἀπὸ τῆς παρούσης ζωῆς, τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ τούτου Κέντρου τῆς Ὁρθοδοξίας, ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τοῦ μαρτυρικοῦ Φαναρίου, διακηρύττομεν “κατὰ τὴν φωταυγῆ ταύτην νύκτα”, ὅτι προέκτασις καὶ τέλος τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς θλίψεως καὶ διασκέδασις τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου πόνου καὶ τῆς κάθε δοκιμασίας, εἶναι ἡ Κυριακὴ διαβεβαίωσις: “Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς” (Ἰωάν. ιδ΄, 18-19). “Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος” (Ματθ. κη΄, 20). Αὐτὸ τὸ μήνυμα πρέπει νὰ ἀκούσωμεν ὅλοι, νὰ ἀκούσῃ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸν ἑαυτόν του νὰ ἴδῃ τὸν Χριστὸν συμπορευόμενον μαζί του. Ναί, νὰ Τὸν ἴδῃ δίπλα του. Καὶ θὰ Τὸν ἴδῃ, μόνον ἐὰν ἀκούῃ καὶ βιώνῃ τὸν λόγον Του εἰς τὴν ζωήν του.
.                 Τὸ μήνυμα τοῦτο τῆς κατισχύσεως τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, τῆς νίκης τοῦ ἱλαροῦ φωτὸς τῆς πασχαλίου λαμπάδος ἐπὶ τοῦ σκότους τῆς ἀκαταστασίας, καὶ τῆς διαλύσεως, διὰ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως, τῶν θλίψεων καὶ τῶν προβλημάτων εὐαγγελίζεται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ καλεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸ βιώσουν. Τοὺς καλεῖ νὰ σταθοῦν μὲ πίστιν καὶ ἐλπίδα ἐνώπιον τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς∙ τοὺς καλεῖ νὰ ἐμπιστευθοῦν τὸν κρατοῦντα τὰ ἡνία πάσης κτίσεως Ἀναστάντα Κύριον, τὸν Κύριον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐφροσύνης.
.                 Χριστὸς Ἀνέστη, λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα! Αὐτοῦ τοῦ δεσπόζοντος τῆς ζωῆς καὶ κυριεύοντος τοῦ θανάτου Κυρίου ἡμῶν ἡ Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος εἴησαν μετὰ πάντων.

Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιζ´
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

Σχολιάστε