Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο

ΑΠΟΦΑΣΗ τῆς Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ γιὰ τὴν Οὐκρανία: ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ καὶ ΑΡΣΗ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 1686

Ἀνακοινωθὲν Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (11 Ὀκτ. 2018)

.             Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τάς τακτικάς αὐτῆς συνεδρίας κατά τάς ἡμέρας 9-11 τ.μ. Ὀκτωβρίου 2018. Κατ᾿ αὐτήν ἐξητάσθησαν καί συνεζητήθησαν τά ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει περιλαμβανόμενα θέματα.

.             Τό ἱερόν σῶμα ἠσχολήθη ἰδιαιτέρως καί διά μακρῶν μέ τό ἐκκλησιαστικόν θέμα τῆς Οὐκρανίας, παρόντων καί τῶν Ἐξάρχων τῶν ἀποσταλέντων εἰς Οὐκρανίαν, ἤτοι τοῦ Πανιερ. Ἀρχιεπισκόπου Παμφίλου κ. Δανιήλ καί τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Edmonton κ. Ἱλαρίωνος, καί, κατόπιν διεξοδικῶν συζητήσεων, ἀπεφάσισε:

1) Νά ἀνανεώσῃ τήν ἤδη εἰλημμένην ἀπόφασιν ὅπως τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον χωρήσῃ εἰς τήν χορήγησιν αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας.

2) Νά ἀνασυστήσῃ τό ἐν Κιέβῳ τό γε νῦν Σταυροπήγιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἕν ἐκ τῶν πολλῶν ἐν Οὐκρανίᾳ Σταυροπηγίων Αὐτοῦ ἐκ τῶν παρελθόντων αἰώνων.

3) Κατά τάς κανονικάς προνομίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅπως δέχηται ἐκκλήτους προσφυγάς ἀρχιερέων καί ἄλλων κληρικῶν ἐκ πασῶν τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, νά δεχθῇ τάς σχετικάς αἰτήσεις τοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο καί τοῦ Μακαρίου Μαλετίτς καί τῶν σύν αὐτοῖς, οἵτινες εὑρέθησαν ἐν σχίσματι ὄχι διά δογματικούς λόγους, καί νά ἀποκαταστήσῃ αὐτούς μέν εἰς τόν ἀρχιερατικόν ἤ ἱερατικόν αὐτῶν βαθμόν, τούς δέ πιστούς αὐτῶν εἰς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν.

4) Νά ἄρῃ τήν ἰσχύν τοῦ Συνοδικοῦ Γράμματος Ἐκδόσεως τοῦ ἔτους 1686, τοῦ ἐκδοθέντος διά τάς τότε περιστάσεις, διά τοῦ ὁποίου ἐδίδετο, κατ᾿ οἰκονομίαν, τό δικαίωμα εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας νά χειροτονῇ τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου, ἐκλεγόμενον ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐπαρχίας αὐτοῦ καί ὀφείλοντα νά μνημονεύῃ “ἐν πρώτοις” τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς ἔνδειξιν κανονικῆς ἐξαρτήσεως.

5) Νά κάμῃ ἔκκλησιν πρός πάσας τάς ἐμπλεκομένας πλευράς νά ἀποφεύγουν καταλήψεις Ναῶν, Μονῶν καί ἄλλων περιουσιακῶν στοιχείων, ὡς καί πᾶσαν πρᾶξιν βίας καί ἐκδικητικότητος, εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

 

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 11ῃ Ὀκτωβρίου 2018

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

Advertisements

,

Σχολιάστε

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ καὶ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ – ΟΜΙΛΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
– ΟΜΙΛΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

.             Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μελέτης χορηγήσεως αὐτοκεφάλου ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος στήν Οὐκρανία, διατυπώθηκαν ἀπόψεις, ἀκόμη καί ἀπό ἐκπροσώπους θεσμικῶν φορέων, διά τῶν ὁποίων ἀμφισβητεῖται τό κανονικόν δικαίωμα τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως νά προβῇ σέ μία τέτοια ἐνέργεια. Ὡς κύριον ἐπιχείρημα προβάλλεται τό ὅτι ἡ Οὐκρανία «ἀποτελεῖ κανονικόν ἔδαφος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας» καί, κατά συνέπειαν, μία τέτοια ἐνέργεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου θά ἀποτελοῦσεν «εἰσπήδησιν» εἰς ξένην ἐκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν.
.             Κατόπιν τούτου, κρίνεται ἀναγκαῖον ὅπως τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπενθυμίσῃ πρός πάντας τήν ἱστορικήν καί κανονικήν ἀλήθειαν ὡς πρός τήν σχέσιν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως πρός τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας, ὅπως αὐτή προκύπτει ἀπό τά σωζόμενα ἐπίσημα ἔγγραφα, τά ὁποῖα, δυστυχῶς, εἴτε ἀγνοοῦνται εἴτε σκοπίμως ἀποκρύπτονται γιά εὐνοήτους λόγους. [Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ]

Ἡ σχέσις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως πρός τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας. Σύντομος ἱστορική ἀναδρομή

.             Ὅπως εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, οἱ Οὐκρανοί, καθώς καί ὅλοι οἱ λαοί, οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν ἀρχαίων Ρώς, ὀφείλουν τήν χριστιανικήν πίστιν καί τήν Ὀρθοδοξίαν των εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Περιττεύει νά γίνῃ ἐδῶ λόγος διά τά γνωστά εἰς ὅλους ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα ὡδήγησαν εἰς τόν βαπτισμόν τῶν κατοίκων τοῦ περί τό Κίεβον κράτους τοῦ Βλαδιμήρου τόν δέκατον αἰῶνα καί τήν μετά ταῦτα ἐξάπλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὁλόκληρον τήν περιοχήν τῆς Κιεβινῆς Ρωσσίας. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀποτελεῖ τήν μητέρα Ἐκκλησίαν ὁλοκλήρου τοῦ Οὐκρανικοῦ λαοῦ, ὅπως καί ὅλων τῶν Ρώσσων, Λευκορρώσων καί ἄλλων λαῶν τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς.
.             Ἡ Μητρόπολις Ρωσσίας ἀναγράφεται εἰς τά ἀρχαῖα ἐπίσημα συνταγμάτια τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως, παραδείγματος χάριν εἰς τήν Διατύπωσιν τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ (11ος αἰ.) (παραπομπή1) , ὡς ἑξηκοστή ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἦταν ἀρχικῶς ἑνιαία ὑπό τόν τίτλον «Κιέβου καί πάσης Ρωσσίας» μέ ἕδραν τό Κίεβον. Ἔπειτα οἱ μητροπολῖται Κιέβου μετέφεραν τήν κατοικίαν των εἰς Βλαδίμηρον καί τέλος εἰς Μόσχαν, εἶχαν ὅμως πάντοτε ὡς κανονικήν ἕδραν των τήν πόλιν τοῦ Κιέβου. Περί τά μέσα τοῦ 15ου αἰῶνος, ἡ Μητρόπολις Κιέβου διεσπάσθη εἰς δύο κατόπιν ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Ἰωνᾶ ἐν Μόσχᾳ (1448) καί τοῦ Γρηγορίου, ὑπό τόν ἑνωτικόν Πατριάρχην Γρηγόριον Μάμμαν (1458). Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος ἐπέστρεψεν ἀργότερον εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Διονύσιον Α’ (1470), ἐνῷ εἰς τήν Μόσχαν τό 1561 ἐγκατεστάθη νέος Μητροπολίτης, ὁ Θεοδόσιος, χωρίς συνεννόησιν μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
.              Μετά τήν ἀνύψωσιν τῆς Μητροπόλεως Μόσχας εἰς Πατριαρχεῖον ἐπί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β’ (1589), ἡ Μητρόπολις Κιέβου ἐξακολουθοῦσε νά τελῇ ὑπό τούς Οἰκουμενικούς Πατριάρχας, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσαν ἐποπτείαν εἴτε διά μέσου πληρεξουσίων Ἐξάρχων εἴτε αὐτοπροσώπως, ὅπως συνέβη τό 1589, ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ ἐπεσκέφθη τό Κίεβον καί καθήρεσε τόν Κιέβου Ὀνησιφόρον, ὡς δίγαμον, καθώς καί ἄλλους ἐνόχους κληρικούς, ἐχειροτόνησε δέ Κιέβου τόν Μιχαήλ (Ραγόζα). Ἐπί πλέον, ἐκύρωσε καί εὐλόγησε τήν Ἀδελφότητα τῶν Θεοφανείων (Βογοιαβλένσκη), ἡ ὁποία μετετράπη μετά ταῦτα εἰς Ἀκαδημίαν, καί διέταξε τήν σύγκλησιν ἐπαρχιακῆς Συνόδου Οὐκρανίας.
.             Ἀλλά ἡ πλέον, ἴσως, σημαντική προσφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας ὑπῆρξεν ὅταν ἡ Ἐκκλησία αὐτή εἶχε πλήρως ἐκλατινισθῆ καί προσχωρήσει μετά τῶν ἐπισκόπων της εἰς τήν Οὐνίαν. Τότε (1620) ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξουσιοδότησε τόν Ἱεροσολύμων Θεοφάνη νά μεταβῇ εἰς τήν Οὐκρανίαν, ὅπου καί ἐχειροτόνησεν Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ἀνασυνέστησε τήν ἐπαρχιακήν Σύνοδον τῆς Οὐκρανίας καί ἐξέλεξε τόν οἰκεῖον Μητροπολίτην μέ τήν ἐπικύρωσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἡ χειροτονία τῶν ἱεραρχῶν τῆς μητροπόλεως Κιέβου ἀπό τόν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων δέν ἐσήμαινε, βεβαίως, ὅτι ἡ μητρόπολις ὑπετάχθη εἰς τό Πατριαρχεῖον του.
.             Ὅταν τό 1654 ἡ Οὐκρανία ἑνώθηκε πολιτικῶς με τήν Ρωσσίαν, ἄρχισε νά ὑποκινεῖται ζήτημα καί ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως τῆς περιοχῆς αὐτῆς μέ τό Πατριαρχεῖον Μόσχας. Οἱ μητροπολῖται, ὅμως, οἱ ἐπίσκοποι, ὁ κλῆρος, οἱ εὐγενεῖς καί ὅλος ὁ λαός τῆς Οὐκρανίας ἀπέκρουαν ἐντόνως τήν ἕνωσιν. Μάταιες ἦταν καί οἱ προσπάθειες τῆς Ρωσσίας νά ἀποκτήσει τήν μητρόπολιν Κιέβου τό 1684 ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἰάκωβο. Ὁ Κιέβου Σίλβεστρος καί οἱ διάδοχοί του Διονύσιος, Ἰωσήφ καί Ἀντώνιος, παρά τάς πιέσεις, δέν ἐδέχθησαν νά χειροτονηθοῦν ἀπό τόν Πατριάρχην Μόσχας. Μόνον ὁ διάδοχος αὐτῶν Γεδεών, τό 1685, παρεπείσθη νά δεχθῇ τήν χειροτονίαν του ἀπό τόν Πατριάρχην Μόσχας Ἰωακείμ, ἀλλά καί τότε πολυπληθής Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς τό Κίεβον, ἐκήρυξεν ἄκυρον τήν ἐκλογήν καί παράνομον τήν χειροτονίαν, διότι ἔγινεν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ πατριάρχου Μόσχας συνιστοῦσε σοβαρὸν κανονικὸν ἀδίκημα. Προαγωγή ἐπισκόπου ξένης ἐπαρχίας εἰς μητροπολίτην ἄνευ συναινέσεως τοῦ οἰκείου Πατριάρχου ἀπετέλει παραβίασιν ἱερῶν κανόνων, ὅπως: ΛΕ´ τῶν Ἀποστόλων, Ϛ´ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς, ΙΓ´ καί ΚΒ´ ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ΙΕ´ ἐν Σαρδικῇ Συνόδου. Παραλλήλως, ἡ πρᾶξις αὕτη ἐσήμαινε διείσδυσιν εἰς ξένην ἐπαρχίαν, καταδικαστέαν συμφώνως πρός τούς κανόνας: Β´ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ΙΓ´ καί ΚΒ´ ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, Γ´ ἐν Σαρδικῇ. Ἡ ἁρπαγὴ ξένης ἐπαρχίας καταδικάζεται ρητῶς ὡς παραβίασις τῶν παλαιῶν δικαίων τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό κανόνας ὅπως οἱ: Η´ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ΛΘ´ τῆς ἐν Τρούλλῳ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου.
.             Κατόπιν τούτων, ὁ Γεδεών καί οἱ ἐν Μόσχᾳ κατενόησαν ὅτι τίποτε δέν ἦτο δυνατόν νά γίνῃ χωρίς τήν ἔγκρισιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἔστρεψαν ὅλην τήν προσπάθειάν των εἰς τό νά πεισθῇ (ἤ ἐξαναγκασθῇ) ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ’ νά ἀναγνωρίσῃ τήν χειροτονίαν τοῦ Γεδεών. Τήν ὅλην προσπάθειαν πρός τόν σκοπόν αὐτόν ἀνέλαβεν ἐκ μέρους τῶν βασιλέων καί τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ρωσσίας ὁ πρέσβης Νικήτας Ἀλεξέγιεφ, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τήν Ἀδριανούπολιν, ὅπου παρεπιδημοῦσεν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ¨. Τά τῶν διαπραγματεύσεων καί τῶν παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν ἐξιστορεῖ εἰς τήν Δωδεκάβιβλόν του ὁ ἐκεῖ ἐπίσης τότε παρεπιδημῶν Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, ὁ ὁποῖος, λόγῳ τῶν προσωπικῶν του σχέσεων με τήν βασιλικήν οἰκογένειαν, διεδραμάτισεν οὐσιαστικόν ρόλον εἰς τάς συνομιλίας.
.             Τό ἀποτέλεσμα τῶν συνομιλιῶν καί διαπραγματεύσεων αὐτῶν ἀποτυπώνεται εἰς τήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν «Πρᾶξιν» ἤ «Γράμμα ἐκδόσεως» τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1686, τήν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ’ καί ἡ περί αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος, καθώς καί ἄλλοι Μητροπολῖται τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τό ἀρχικόν πρωτότυπον τῆς «Πράξεως» αὐτῆς ἔχει καταστραφῆ, σώζονται ὅμως, ἐκτός τῶν ρωσσικῶν μεταφράσεων, καί ἑλληνικά αὐθεντικά ἀντίγραφα τῆς ἐποχῆς Πατριαρχίας Καλλινίκου Β’, (1688, 1689-1693, 1694-1702), ἀπό τά ὁποῖα τό ἀρχικόν ἑλληνικόν κείμενον ἔχει μέ ἀσφάλειαν ἀποκατασταθῆ (παραπομπή2) .
.                Σώζεται ἐπίσης τό ἑλληνικόν πρωτότυπον τοῦ Γράμματος πού ἀπέστειλεν εἰς τούς βασιλεῖς τῆς Ρωσσίας Ἰωάννην καί Πέτρον καί τήν Πριγκίπησαν Σοφίαν ὁ Πατριάρχης Διονύσιος Δ’, δημοσιευμένον εἰς τήν Συλλογήν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως τό 1826 (παραπομπή3).
.             Τά δύο αὐτά κρίσιμα κείμενα, δηλαδή ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική «Πρᾶξις» τοῦ 1686, ὅπως ἀποκαταστάθηκε σήμερα ἀπό ρώσσους ἱστορικούς στήν ἀρχική της μορφή, καί τό πρωτότυπον Γράμμα τοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Δ΄πρός τούς ρώσσους βασιλεῖς, παρατίθενται αὐτούσια εἰς τό Παράρτημα τοῦ παρόντος. Σώζονται, βεβαίως, καί ἄλλα ἐπίσημα ἔγγραφα διά τό θέμα τοῦτο, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον ἕνα εἰς ἑλληνικόν ἀντίγραφον καί τά λοιπά εἰς ρωσσικάς μεταφράσεις τῆς ἐποχῆς, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐπίσημες μεταφράσεις τοῦ ρωσσικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, πού διατηροῦνται εἰς τά ἀρχεῖα του, καθώς καί ἄλλα, προφανῶς καὶ αὐτά σέ ἐπίσημες μεταφράσεις, σέ χειρόγραφα τῆς συλλογῆς «Ἰκόνα», πού περιέχει διάφορα κείμενα ἀφορῶντα τό Πατριαρχεῖον Μόσχας (παραπομπή4) .
.,                Περιττόν νά τονισθῇ ὅτι τό πρῶτον ἀπό τά κείμενα αὐτά, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ ὄχι μόνον Πατριαρχικόν, ἀλλά καί Συνοδικόν ἔγγραφον, ὑπερτερεῖ εἰς κανονικήν καί νομικήν ἀξίαν, καί πρέπει νά προτιμᾶται κάθε ἄλλου ὡς ἡ γνησία ἔκφρασις τῆς βουλήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅπου, τυχόν, ὑπάρχουν διαφοραί.

Τί προκύπτει ἀπό τήν μελέτην τῶν Κειμένων;

.                Ἀπό τήν μελέτην τῶν δύο αὐτῶν θεμελιωδῶν κειμένων, καί κυρίως τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς «Πράξεως» ἤ, ἀκριβέστερον, «Γράμματος Ἐκδόσεως» προκύπτουν τά ἑξῆς:

1. Ἡ ὑπαγωγή τῆς Μητροπόλεως Κιέβου ἔγινε «τρόπῳ συγκαταβατικῷ» καί «οἰκονομικῶς», λόγῳ τῶν συγκεκριμένων ἱστορικῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, «διά τε τό τοῦ τόπου ὑπερβάλλον διάστημα καί διά τάς συμβαινούσας ἀναμεταξύ τῶν δύο βασιλειῶν μάχας», ἕνεκα τῶν ὁποίων «ὁ ἐχθρός τῆς ὀρθῆς καί ἀληθοῦς καί ἁγίας καί ἀμωμήτου πίστεως τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν ζιζάνια καί ἀκάνθας ἐγκατέσπειρε μεταξύ τοῦ σίτου, ἤτοι τῆς ὀρθοδοξίας, καί κινδυνεύει ταύτην ὑποχείριον ἕξειν τοῖς ἀλλοτρίοις καί ἐναντίοις φρονήμασι». Τόν προσωρινόν χαρακτῆρα τῆς κατ’ οἰκονομίαν καί συγκατάβασιν διευθετήσεως, τήν ὁποίαν προβλέπει ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική «Πρᾶξις» τοῦ 1686, μαρτυρεῖ ρητῶς καί ὁ λόγιος διαπρεπής Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, τοῦ ὁποίου ὁ ρόλος εἰς τάς σχετικάς διαπραγματεύσεις ὑπῆρξεν, ὡς ἐλέχθη, καίριος, ὅταν γράφῃ ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τόν μεσολαβητήν πρέσβην Νικήταν Ἀλεξιοβίτσην: «νά δοθῇ … τό Κίεβον ἐπιτροπικῶς τῷ Μοσχοβίας διά τήν κατέχουσαν τυραννίδα, ἕως ἡμέρας ἐπισκέψεως θείας» (παραπομπή5) .

2. Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν «Πρᾶξιν» τοῦ 1686, τό νόημα τῆς «ὑπαγωγῆς» τῆς Μητροπόλεως Κιέβου εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας συνίστατο, κατ΄ οὐσίαν, μόνον εἰς τήν ἄδειαν τῆς χειροτονίας τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου: «ἵνα ἡ ἁγιωτάτη ἐπαρχία Κιέβου εἴη ὑποκειμένη ὑπό τοῦ ἁγιωτάτου πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς μεγάλης καί θεοσώστου πόλεως Μοσχοβίας, χειροτονεῖσθαι δηλαδή μητροπολίτην Κιέβου ἐν αὐτῇ ἡνίκα παρεμπέσῃ χρεία». Ἡ ἐπεξήγησις («δηλαδή») ἐξηγεῖ τό νόημα τοῦ «ὑποκειμένη». Ἡ πρᾶξις λέγει ρητῶς : « ἡ ὑποταγὴ τῆς μ(ητ)ροπόλ(εως) ταύτης Κιόβου ἀνετέθη ὑπὸ τὸν ἁγιώτατον π(ατ)ριαρχικὸν τῆς Μοσχοβίας θρόνον », δηλαδή ὁ Πατριάρχης Μόσχας μπορεῖ νά χειροτονεῖ τόν μητροπολίτην Κιέβου ἐξ ὁνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καί μόνον. Τὰ σωζόμενα σέ ἑλληνικά ἀντίγραφα ἔγγραφα λέγουν : «δοθῆναι ἄδειαν … χειροτονεῖν », «… κ(αὶ) διδόντος οἰκονομικῶς ἐκείνῳ τὴν τοιαύτην ἄδειαν ». Τό μόνον σωζόμενον εἰς πρωτότυπον ἔγγραφον (Γράμμα πρός τούς βασιλεῖς) λέγει ρητῶς : « ὁ μακαριώτατος Πατριάρχης Μοσχοβίας … ἔχῃ ἐπ᾽ ἀδείας χειροτονεῖν Κιόβου Μητροπολίτην», δηλαδή ὁ Πατριάρχης Μόσχας μπορεῖ νά προβαίνει εἰς χειροτονίαν μητροπολίτου Κιέβου μέ ἄδεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τό ὅτι δέν πρόκειται περί πλήρους ἐκχωρήσεως τῆς ἐπαρχίας Κιέβου εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας εἶναι ἐμφανές ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ «Πρᾶξις» (α) στερεῖ ἀπό τόν ἐν λόγῳ Πατριάρχην τό δικαίωμα νά ἐκλέγῃ τόν Μητροπολίτην Κίεβου, καί (β) ὑποχρεώνει τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου νά μνημονεύῃ τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως «ἐν πρώτοις» κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν. Ἡ σημασία τῶν δύο αὐτῶν ὅρων εἶναι ἀνάγκη νά τονισθῇ.

3. Ἡ δοθεῖσα εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας ἄδεια νά χειροτονῇ Μητροπολίτην Κιέβου καί μόνον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκλέγεται ἀπό τόν κλῆρον καί τόν λαόν τῆς ἐπαρχίας Κιέβου, ὑποδηλώνει σημαντικόν βαθμόν αὐτονομίας καί αὐτοτελείας τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, τήν ὁποίαν αὐτονομίαν δέν παραχωρεῖ ὁ Πατριάρχης Μόσχας ὡς οἱονεί κυριάρχης τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς, ἀλλά ὑποχρεοῦται νά ἀποδεχθῇ ὡς ὅρον, τόν ὁποῖον θέτει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί τόν ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος νά τηρήσῃ. Ὁ Πατριάρχης Μόσχας, κατά τόν ὅρον τοῦτον, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά προβῇ εἰς συγχώνευσιν ἤ διαμελισμόν ἤ κατάργησιν τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς. Ἀποκλείεται δηλαδή ἡ διοικητική ἀπορρόφησίς της ἀπό τό Πατριαρχεῖον Μόσχας.

4. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἑκάστοτε Μητροπολίτου Κιέβου νά μνημονεύῃ «ἐν πρώτοις» κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἀποτελεῖ τήν πλέον σαφῆ ἀπόδειξιν ὅτι ἡ ἐπαρχία Κιέβου δέν ἐδόθη εἰς τό Πατριαρχεῖον Μόσχας ὡς κανονικόν ἔδαφός του. Ἡ κατά τό «ἐν πρώτοις» τῆς Θείας Λειτουργίας μνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου δηλώνει τήν κανονικήν ἐξάρτησιν τοῦ μνημονεύοντος καί δέν ἀποτελεῖ ἁπλῆν εὐχητικήν ἔκφρασιν ἤ φιλοφρόνησιν. Εἰς τήν συγκεκριμένην μάλιστα Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν «Πρᾶξιν», αἰτιολογεῖται ρητῶς ὁ ὅρος τῆς μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς «πηγῆς καί ἀρχῆς» τῶν ὑποκειμένων εἰς αὐτόν ἀρχιερέων. Ἐνῶ τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου Μόσχας, μετά ἀπό ἐκείνο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ἀποδίδεται εἰς τήν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς «γέροντος καί προεστῶτος», δηλαδή εἰς τήν πνευματικήν σχέσιν τοῦ χειροτονουμένου πρός τόν χειροτονήσαντα αὐτόν (παραπομπή6) . Πρέπει νά ἐπισημανθῇ ὅτι ἡ Πρᾶξις περί τοῦ ἐν Βενετίᾳ μητροπολίτου Φιλαδελφείας, ἡ ὁποία τοῦ παραχωρεῖ ἄδειαν χειροτονίας τῶν ἀρχιερέων Κεφαλληνίας καί Κυθήρων, ὁρίζει καί τήν μνημόνευσιν τοῦ Φιλαδελφείας ὑπό τῶν χειροτονουμένων ἀπό αὐτόν ἀρχιερέων, χωρίς νά ὑποδηλοῖ τοῦτο ὅτι ὁ Φιλαδελφείας γίνεται κυρίαρχος αὐτῶν. Κατ΄ ἀναλογίαν καί ἡ μνημόνευσις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας ὑπό τοῦ Κιέβου μετά τόν Κωνσταντινουπόλεως δέν ὑποδηλοῖ καμίαν παραχώρησιν δικαιοδοσίας εἰς αὐτόν. Διά τούς λόγους αὐτούς ὁ ρῶσσος ἐρευνητής Vadim Mironovich Lurie (παραπομπή7), ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τά σχετικά πρός τήν Μητρόπολιν Κιέβου συνοδικά ἔγγραφα τοῦ 1686, καθώς καί ἄλλοι ρῶσσοι ἱστορικοί, κατέληξαν εἰς τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ὅροι αὐτοί ἔχουν σαφῶς ὡς σκοπόν τήν διατήρησιν τῆς κανονικῆς ἐξουσίας τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπί τῆς ἐπαρχίας τοῦ Κιέβου (παραπομπή8).

5. Τό δικαίωμα, τό ὁποῖον δίδεται ἀπό τόν κυριάρχην ἀρχιερέα εἰς ξένους ἀρχιερεῖς νά χειροτονοῦν κληρικούς εἰς τήν ἐπαρχίαν του, εἶναι κανονικόν καί συνηθέστατον ἀκόμη καί σήμερον, ὅταν αὐτό γίνεται με τήν ρητήν ἄδειαν τοῦ οἰκείου ποιμενάρχου, χωρίς τοῦτο νά σημαίνῃ ἐκχώρησιν κανονικοῦ ἐδάφους. Αὐτό ἀκριβῶς ὑποδηλώνει καί ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική «Πρᾶξις» τοῦ 1686, ὅταν προβλέπῃ, ὅπως κληρικοί καί λαϊκοί τῆς ἐπαρχίας Κιέβου «ἔχωσιν ἄδειαν, ὡς καλή καί κατά τούς κανόνας ἐπικρατήσασα συνήθεια», νά ἀποστέλλουν τόν ἐκλεγέντα ἀπό αὐτούς ὑποψήφιον Μητροπολίτην Κιέβου εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας πρός χειροτονίαν. Πρόκειται, δηλαδή, περί ἐπ’ ἀδείᾳ τοῦ κυριάρχου ἀρχιερέως παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς χειροτονίας ἀρχιερέως ὑπαγομένου εἰς τήν δικαιοδοσίαν του πρός ἄλλον ἀρχιερέα (παραπομπή9).

6. Ἡ ἐκχώρησις ἀπό τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Διονύσιον Δ΄ πρός τόν Πατριάρχην Μόσχας τῆς ἀδείας νά χειροτονῇ τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου ἔγινε διά συνοδικοῦ «Γράμματος Ἐκδόσεως», τίτλου, τόν ὁποῖον ἔχουν ὅλα τά σχετικά ἔγγραφα, καί τόν ὁποῖον φέρει καί τό κυριώτερον ἐξ αὐτῶν. Ὁ ὅρος «ἔκδοσις» εἶναι τεχνικός καί σημαίνει κατά τήν ἐποχήν ἐκείνην ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ «ἄδειαν», καί εἰς τήν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἄδειαν χειροτονίας ἤ μεταθέσεως. Δέν πρόκειται, συνεπῶς, περί «Πράξεως» ἤ «Τόμου» ἐκχωρήσεως κανονικοῦ ἐδάφους εἰς ἄλλην αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν ἀπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὅπως συνέβη εἰς περιπτώσεις χορηγήσεως αὐτοκεφαλίας (π.χ. πρός τάς Ἐκκλησίας Ἑλλάδος, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Ἀλβανίας, Τσεχίας καί Σλοβακίας), καθώς καί ἐκχωρήσεως συγκεκριμένων περιοχῶν εἰς ἄλλην αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν (βλ. π.χ. τήν ἐκχώρησιν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τῶν Ἰονίων νήσων, τῆς Θεσσαλίας, ἤ τῆς Διασπορᾶς τό 1908 καί τήν ἐπαναφοράν της εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τό 1922). Οὐδέποτε ἐδόθη τμῆμα κανονικοῦ ἐδάφους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς ἄλλην αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν διά «Γράμματος ἐκδόσεως». Καί ἡ ἀνύψωσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας εἰς Πατριαρχεῖον, με τήν ὁποίαν καθορίζονται καί τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του, διά τῆς ἐκδόσεως Τόμου ἔγινε (παραπομπή10). Ἐάν ἤθελε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον νά ἐκχωρήσῃ κανονικόν ἔδαφός του (τήν Οὐκρανίαν) εἰς τό Πατριαρχεῖον Μόσχας, θά ἐχρησιμοποίει ἔγγραφον ἀνάλογον ἐκείνου τό ὁποῖον ἐξέδωσεν εἰς ὅλας τάς ἄλλας περιπτώσεις.

.               Πάντα ταῦτα μαρτυροῦν ὅτι ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική «Πρᾶξις» τοῦ 1686 εἶχε τό νόημα, τό ὁποῖον περιγράφει ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, ὁ ὁποῖος καί ἐγνώριζε τά πράγματα ἐκ πρώτης χειρός ὡς μέτοχος τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων: «νά εἶναι ἐπαρχία μέν τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπιτροπευομένη     δέ παρά τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Μοσχοβίας» (παραπομπή11) , καί τοῦτο, κατά τόν ἴδιον Πατριάρχην, «διά τήν κατέχουσαν τυραννίδα, ἕως ἡμέρας ἐπισκέψεως θείας», δηλαδή ἄχρι καιροῦ.

Ἡ μέχρι σήμερον κατάστασις

.              Τό τί συνέβη μετά τό 1686 εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν. Τό Πατριαρχεῖον Μόσχας οὐδέποτε ἐτήρησε τούς ὅρους τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς «Πράξεως» τόσον ὡς πρός τόν τρόπον ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου (ἀπό τόν κλῆρον καί τόν λαόν τῆς περιοχῆς του), ὅσον καί ὡς πρός τήν μνημόνευσιν «ἐν πρώτοις» τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἀπό τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν. Διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ, καί κυρίως τῆς πραξικοπηματικῆς καταργήσεως τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἀπό τόν ἑκάστοτε Κιέβου, ἡ de jure ἐξάρτησις τῆς Μητροπόλεως Κιέβου (καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας) ἀπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον κατέστη αὐθαιρέτως προσάρτησις καί συγχώνευσις τῆς Οὐκρανίας με τό Πατριαρχεῖον Μόσχας.
.            Ὅλα αὐτά συνέβησαν εἰς μίαν χρονικήν περίοδον κατά τήν ὁποίαν ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος, δεινῶς δοκιμαζόμενος, ἀδυνατοῦσε «ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων νά ἄρῃ τήν φωνήν αὐτοῦ κατά τῶν τοιούτων αὐτοβούλων ἐνεργειῶν» (παραπομπή12). Ἀλλά «τό ἐξ ἀρχῆς ἀνυπόστατον οὐ βεβαιοῦται τῇ χρονίᾳ παραδρομῇ», κατά γενικόν ἀξίωμα τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου, ἀναγνωριζόμενον καί ἀπό τούς ἱερούς κανόνας (παραπομπή13). Ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας δέν ἔπαυσε νά ἀποτελῇ de jure κανονικόν ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
.               Ἡ μετά 30 ἔτη παραγραφή, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπό τούς κανόνας 17 τῆς Δ΄ καί 25 Στ΄ (Πενθέκτης) Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν δύναται νά ἐφαρμοσθῇ εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν, διότι οἱ κανόνες αὐτοί ὁμιλοῦν περί τῶν «ἀγροικικῶν» ἢ «ἐγχωρίων» παροικιῶν καί ὄχι περί ἐπισκοπῶν ἢ μητροπόλεων. Ἐπ’ αὐτοῦ συμφωνοῦν ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι ἑρμηνευταί τῶν κανόνων τούτων (παραπομπή14) .
.             Τοῦτο ἐγνώριζε πάντοτε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, παρά τήν «ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων» ἐπιδειχθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἀνοχήν τῶν αὐθαιρέτως τετελεσμένων ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Αὐτό ἀπεδείχθη εἰς τήν περίπτωσιν χορηγήσεως ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Πολωνίας κατά τό ἔτος 1924. Εἰς τόν σχετικόν Τόμον ρητῶς ἀναφέρεται ὅτι ἡ περιοχή τοῦ Κιέβου, εἰς τήν ὁποίαν ὑπήγετο καί ἡ Πολωνία, οὐδέποτε ἔπαυσε νά ἀνήκῃ εἰς τήν κανονικήν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καθώς καί ὅτι οἱ ὅροι τῆς Πράξεως τοῦ 1686 οὐδέποτε ἐτηρήθησαν ἀπό τό Πατριαρχεῖον Μόσχας.

 Συμπεράσματα

.              Ἀπό τήν μελέτην τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅπως αὐτά διεσώθησαν ἤ ἀποκατεστάθησαν ἀπό τήν ἱστορικήν ἔρευναν, ὄχι μόνον Ἑλλήνων ἀλλά καί Ρώσσων ἐρευνητῶν, προκύπτει ὅτι:

1.Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον οὐδέποτε παρεχώρησε τήν Μητρόπολιν Κιέβου, διά νά ἀποτελῇ κανονικόν ἔδαφος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας καθωρίσθησαν, ὅταν ἡ Ἐκκλησία αὐτή ἀνυψώθη εἰς Πατριαρχεῖον τό 1589, καί οὐδέποτε μεταβλήθηκαν διά Πατριαρχικοῦ ἤ Συνοδικοῦ Τόμου. Ἡ Μητρόπολις Κιέβου δέν περιλαμβάνεται μέσα εἰς τά ὅρια αὐτά. Κάθε γεωγραφική περιοχή ἐκτός τῶν ὁρίων, τά ὁποῖα διαγράφονται ἀπό τόν Τόμον τῆς αὐτοκεφαλίας οἰασδήποτε Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εὑρίσκεται ἐκτός τοῦ κανονικοῦ ἐδάφους της, ὅπως ἀκριβῶς προβλέπεται διά κάθε αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν

2. Ἡ Μητρόπολις Κιέβου (καί ὅλη ἡ σημερινή Οὐκρανία) ὑπῆρξεν ἀπό τήν ἵδρυσίν της ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κατέχουσα ἀρχικῶς τήν προσήκουσαν θέσιν εἰς τό Συνταγμάτιον, ἐνῶ ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης ἐλάμβανε τήν χειροτονίαν του ἀπό τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ἀδιακόπως μέχρι τόν 17ον αἰῶνα. Ὁ δεσμός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας μέ τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἦταν τόσον ἰσχυρός ὥστε, καί μετά τήν πολιτικήν ἕνωσιν τῆς περιοχῆς μέ τήν Μόσχαν τό 1654, κάθε προσπάθεια τοῦ Πατριάρχου Μόσχας νά χειροτονήσῃ τόν Μητροπολίτην Κιέβου νά συναντᾷ τήν σφοδράν ἀντίδρασιν τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Οὐκρανίας. Ἡ πραξικοπηματική χειροτονία τοῦ Γεδεών ὡς Μητροπολίτου Κιέβου ἀπό τόν Πατριάρχην Μόσχας Ἰωακείμ τό 1685 συνήντησε καί πάλιν τήν ἀντίδρασιν τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Μητροπόλεως. Μόνον ὅταν ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ’ ὑπό ἰσχυράν πίεσιν παρεχώρησε τό ἔτος 1686 τήν ἄδειαν εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας νά χειροτονῇ τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου, ὁ κλῆρος καί ὁ λαός τῆς περιοχῆς αὐτῆς ἀπεδέχθη τήν χειροτονίαν τοῦ Γεδεών καί τῶν μετέπειτα διαδόχων του ἀπό τόν Πατριάρχην Μόσχας.

3. Τά ἐπίσημα ἔγγραφα, ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐδόθη αὐτή ἡ ἄδεια πρός τόν Πατριάρχην Μόσχας, εἶναι ἤδη γνωστά, καί ἀποκαλύπτουν ὅτι:

         α) Τό ἔγγραφον, διά τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἡ ἄδεια αὐτή εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας χαρακτηρίζεται καί ὀνομάζεται εἰς ὅλα τά ὑπάρχοντα ἐπίσημα κείμενα ὡς «Γράμμα ἐκδόσεως» («ἐκδόσεώς φημί γράμματος»), τό ὁποῖον, εἰς τήν τεχνικήν ὁρολογίαν τῆς ἐποχῆς ἀλλά καί σήμερον, δηλώνει χορήγησιν ἀδείας πρός τέλεσιν χειροτονίας ἤ ἄλλης κανονικῆς πράξεως, οὐδέποτε δέ χρησιμοποιεῖται κατά τήν πλήρη ἐνσωμάτωσιν κανονικοῦ ἐδάφους εἰς ἄλλην αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν.

         β) Συμφώνως πρός ὅλα τά ὑπάρχοντα ἔγγραφα, ἡ ἄδεια χειροτονίας τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου ἀπό τόν Πατριάρχην Μοσχοβίας ἐδόθη «οἰκονομικῶς», «διά τήν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην», ἤτοι «τό ὑπερβάλλον τοῦ τόπου διάστημα καί τάς ὁσημέραι ἐπισυμβαινούσας μεταξύ τῶν δύο βασιλειῶν μάχας». Ἐνεῖχε, δηλαδή, ἡ ἄδεια αὐτή προσωρινόν χαρακτῆρα καί ἴσχυεν, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχαν οἱ λόγοι, διά τούς ὁποίους ἐδόθη.

       γ) Ὁ χαρακτηρισμός τῆς Μητροπόλεως Κιέβου ὡς «ὑποκειμένης» ὑπό τόν Πατριάρχην Μόσχας, ἡ ὁποία ἀπαντᾶ εἰς τό κείμενον τῆς «Πράξεως», ἐπεξηγεῖται ἀμέσως ἀπό τό ἴδιον τό Κείμενον, ὅτι σημαίνει δηλαδή «χειροτονεῖσθαι μητροπολίτην ἐν αὐτῇ (τῇ Μητροπόλει Κιέβου)» ὑπό τοῦ Πατριάρχου Μόσχας. Ὁ σκοπός καί τό νόημα τῆς Πράξεως συνίστανται εἰς τήν «ἄδειαν» τελέσεως τῆς χειροτονίας τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου ἀπό τόν Πατριάρχην Μόσχας, καί ὄχι εἰς τήν ἐκχώρησιν κανονικοῦ ἐδάφους εἰς αὐτόν. Αὐτό καί μόνον ἦτο, ἄλλωστε, τό αἴτημα πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, ὅπως τό κατανοεῖ καί τό καταγράφει ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική «Πρᾶξις»: «δοθῆναι ἄδειαν τῷ μακαριωτάτῳ Πατριάρχῃ Μοσχοβίας χειροτονεῖν μητροπολίτην Κιέβου, ἡνίκα ἐμμένῃ ὑστερουμένη γνησίου ἀρχιερέως ἡ μητρόπολις αὕτη». Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ’ καί ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου δέν εἶχαν λόγον νά παραχωρήσουν «ὑπερεκπερισσοῦ» ἐκείνου, τό ὁποῖον ἐζητήθη.

       δ) Οἱ ὅροι, τούς ὁποίους θέτει ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Πρᾶξις, ἐπιβεβαιώνουν πέρα πάσης ἀμφιβολίας τό ὅτι δέν παρεχωρήθη τό κανονικόν ἔδαφος τῆς Μητροπόλεως Κιέβου εἰς τό Πατριαρχεῖον Μόσχας. Οὐδέποτε συνέβη νά παραχωρηθῇ κανονικόν ἔδαφος εἰς ἄλλην αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, ὑπό τόν ὅρον ὅτι δέν θά ἔχῃ τό δικαίωμα νά διοικῇ αὐτή πλήρως τά τῆς περιοχῆς αὐτῆς, περιλαμβανομένου καί τοῦ τρόπου ἐκλογῆς ἀρχιερέων της, καί, τό σπουδαιότερον, μέ τήν ὑποχρέωσιν νά μνημονεύεται εἰς τό «ἐν πρώτοις» τῆς Θείας Λειτουργίας ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποίαν προῆλθε.

.                Ταῦτα ἐγνώριζε βεβαίως, τό Πατριαρχεῖον Μόσχας, καί διά τοῦτο αὐθαιρέτως παρεβίασε τούς ὅρους αὐτούς καί οὐδέποτε τούς ἐτήρησε, ἀκριβῶς διότι ἐπεδίωκε νά ἐνσωματώσῃ αὐτοβούλως τήν Μητρόπολιν Κιέβου (καί τήν Οὐκρανίαν) εἰς τήν κανονικήν δικαιοδοσίαν του. Ἀλλά αὐτό ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς καί παραβίασιν τῶν ἱερῶν Κανόνων (παραπομπή15) καί τῆς Πράξεως, εἰς τήν ὁποίαν στηρίζεται ἡ ὅλη σχέσις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας πρός τήν περιοχήν αὐτήν. Ἡ μή τήρησις τῶν ὅρων μιᾶς Πράξεως καθιστᾶ ἄκυρον τήν Πρᾶξιν εἰς τό σύνολόν της. Καί ἐπειδή δέν πρόκειται περί κοινοῦ ἤ κοσμικοῦ, ἀλλά περί ἐκκλησιαστικοῦ, δηλαδή ἱεροῦ, κειμένου, ἄς ὑπομνησθοῦν πρός τούς παραβάτας τῶν ὅρων τά λόγια, μέ τά ὁποῖα καταλήγει ἡ Πρᾶξις: «ὁ δέ παρά τά γεγραμμένα διανοηθείς ἤ ἄλλως πως βουληθείς ἀπείθειαν ἤ ἐναντιότητα ἐνδείξασθαι, τῇ τοῦ Κυρίου διαταγῇ ἀντιστήσεται καί παρ΄ ἐκείνου τάς ἀντιμισθίας ἕξει ὡς καταφρονητής τῶν πατριαρχῶν, ὄντων εἰκόνων τοῦ Θεοῦ ἐμψύχων τε καί ζωσῶν».

4. Τήν ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας παραβίασιν καί μή τήρησιν τῶν ὅρων τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ 1686 τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, λόγῳ τῶν δυσμενῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν, ὑπό τάς ὁποίας διετέλει, ἀνέχθηκε καί ἀπεσιώπησεν, ἀλλ’ οὐδέποτε διέγραψεν ἤ ἐλησμόνησεν. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ ἡ χορήγησις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Πολωνίας τό 1924 διά τῆς ἐκδόσεως Τόμου, εἰς τόν ὁποῖον ἀναφέρεται ρητῶς ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή στηρίζεται εἰς τό γεγονός ὅτι ἡ Πολωνία ἀνῆκεν ἐκκλησιαστικῶς εἰς τόν ὑπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον Μητροπολίτην Κιέβου, καί ὅτι δέν ἐτηρήθησαν ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας οἱ προβλεπόμενοι ὅροι. Ἡ χορήγησις τῆς αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Πολωνίας ἔγινε δεκτή ἀπό ὅλας τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, πλήν ἐκείνης τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία ἐχορήγησεν ἴδιον αὐτοκέφαλον εἰς τήν Ἐκκλησίαν αὐτήν τό 1949. Διά τοῦ τρόπου τούτου ἐμμέσως ἔγινε δεκτόν ἀπό ὅλας τάς ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, πλήν ἐκείνης τῆς Ρωσσίας, καί τό κυριαρχικόν δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐπί τῆς μητροπόλεως τοῦ Κιέβου καί τῆς Οὐκρανίας.

                                                                             * * *

.           Ὅταν τό 1757 ἡ Μητρόπολις Χαλεπίου ἐδόθη εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον, λόγῳ δυσκολιῶν διοικήσεώς της ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ἀντιοχείας, εἰς τό ὁποῖον κανονικῶς ἀνῆκεν, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος Ζ’ ἐτόνιζεν εἰς τήν σχετικήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν Πρᾶξιν ἐπιστροφῆς τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἀντιοχείας τό 1792 τά ἀκόλουθα: «τό ἀντιλαμβάνεσθαι μέν καί ἐκ τῶν ἐνόντων βοηθεῖν πρός τάς χρείας καί τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις Πατριαρχικοῖς καί Ἀποστολικοῖς Θρόνοις, πάνυ προσῆκον ἐκ παλαιοῦ ἡγεῖται ὁ καθ’ ἡμᾶς οὑτωσί ἁγιώτατος Πατριαρχικός, Ἀποστολικός καί Οἰκουμενικός Θρόνος, ἀφαιρεῖσθαι γε μήν ἐκείνων τά δίκαια καί πλεονεκτεῖν ἀδικοῦντα, οὐχ ὅπως πράττειν, ἀλλ’ οὐδέ ἀκούειν ἀνέχεται. Ἐκεῖνο μέν γάρ δίκαιον καί ἄξιον ἑαυτοῦ, τοῦτο δέ τοὐναντίον ἄδικόν τε καί ἀπρεπές τῷ Πατριρχικῷ ἀξιώματι» (παραπομπή16).
.         Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον πάντοτε προσέτρεξεν εἰς βοήθειαν καί συναντίληψιν τῶν δοκιμαζομένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Οὐδέ ὅμως «ἀκούειν ἀνέχεται» τόν σφετερισμόν τῶν κανονικῶν δικαίων μιᾶς Ἐκκλησίας ἀπό ἄλλην. Ὅλα τά ὑπάρχοντα σχετικά ἐπίσημα ἔγγραφα προβλέπουν ὅτι ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης Κιέβου θά ὤφειλε νά ἐκλέγεται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας καί νά μνημονεύῃ ὡς κανονικήν «ἀρχήν» του «ἐν πρώτοις» τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν. Ἡ μή τήρησις τῶν θεμελιωδῶν αὐτῶν ὅρων ἀποτελεῖ σφετερισμόν ξένης δικαιοδοσίας. Ἡ δέ ὕπαρξις τῶν ὅρων αὐτῶν εἰς ὅλα τά ὑπάρχοντα ἐπίσημα κείμενα μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως οὐδέποτε ἀπεμπόλησε de jure τά κανονικά δικαιώματά της εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας.
.            Πρέπει ἐπίσης, νά ἐπισημανθῇ καί ἕνα ἐκ τῶν βασικῶν ἀξιωμάτων τοῦ δικαίου: ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐξέδωσε μίαν Πρᾶξιν ἔχει ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τήν ἑρμηνείαν της. Συνεπῶς, εἰς τήν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἡ ἑρμηνεία τῶν Πατριαρχικῶν καί Συνοδικῶν Πράξεων ἀνήκει πρωταρχικῶς εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον.
.              Δικαιοῦται,   συνεπῶς,   καί ὑποχρεοῦται   τό   Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον νά λαμβάνῃ τήν προσήκουσαν μητρικήν μέριμναν περί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας εἰς κάθε περίπτωσιν, κατά τήν ὁποίαν κρίνεται τοῦτο ἀναγκαῖον.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 J. Darrouzès, Notitiae episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, Paris, 1981, σ. 388.

2 В. Г. Ченцова (V. G. Tchentsova), Синодальное решение 1686 г. о Киевской митрополии, Древняя Русь. Вопросы медиевистики 2 [68] (2017) 100-102.

3 Собранiе государственныхъ грамотъ и договоровъ, хранящихся въ государственной коллегiи иностранныхъ дѣлъ, Часть четвертая, Москва, 1826, σ. 514-517.

4 Архив Юго-Западной России, Часть 1, Том V, Киев, 1859, σ. 166-193.

5 Δοσιθέου, Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, Ἱστορία περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων, Βιβλ. 11, § 28, ΤΟΜΟΣ ΣΤ’, (ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου), 1983, σ. 240

6 Οἱ ὅροι «γέρων» καί «προεστώς» προέρχονται ἀπό τήν μοναστηριακήν ὁρολογίαν καί δηλώνουν πνευματικήν σχέσιν. Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Κλείς Ὀρθοδόξων Κανονικῶν Διατάξεων, 1979, σ. 298-299.

7 Лурье, В., Русское православие между Киевом и Москвой очерк истории русской православной традиции между XV и XX веками, Москва, 2009.

8 Βλ. K. Vetochnikov, «La “concession” de la métropole de Kiev au patriarche de Moscou en 1686: Analyse canonique», Proceedings of the 23rd International Congress of Byzantine studies, Belgrade, 22–27 August 2016 : Round Tables, Editors Bojana Krsmanović, Ljubomir Milanović, Belgrade 2016, p. 780-784.

9 Ὁ Πατριάρχης Δοσίθεος προέτεινε κατά τάς διαπραγματεύσεις ὡς πρότυπον τούς κανόνας Ἀγκύρας 13, Ἀντιοχείας 10 καί Ζ’ Οἰκ. 14. Πλησιέστερον χρονικῶς πρός τήν «Πρᾶξιν» τοῦ 1686 παράδειγμα χορηγήσεως ἀδείας πρός χειροτονίαν εἶναι τό χρυσόβουλον τοῦ 1651, μέ τό ὁποῖον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δίδει ἄδειαν εἰς τόν Μητροπολίτην Φιλαδελφείας Ἀθανάσιον Βαλεριανόν, διαμένοντα εἰς τήν Βενετίαν, νά χειροτονῇ τόν Κεφαλληνίας καί τῶν Κυθήρων λόγῳ τῶν ἐχθροπραξιῶν μεταξύ Βενετίας καί Ὀθωμανῶν, αἱ ὁποῖαι δέν ἐπέτρεπαν τήν χειροτονίαν αὐτήν ἀπό τόν Μονεμβασίας (περίπτωσις ἀνάλογος πρός ἐκείνην τοῦ Κιέβου τό 1686). Τό χρυσόβουλον αὐτό ἔχει, κατά τούς ἐρευνητάς, πολλάς ὁμοιότητας πρός τήν «Πρᾶξιν» τοῦ 1686 καί, ἴσως, ἀπετέλεσε τό πρότυπον διά τήν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου περί τῆς μητροπόλεως Κιέβου. Βλ. V. G. Tchentsova, σ. 94 ἑξ.

10 Βλ. Καλλινίκου Δεληκάνη, Ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά ἔγγραφα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Τομ. Γ’, 1905, σ. 24: «Συνοδικόν Χρυσόβουλον ἤ Τόμος …»

11 Βλ. V. G. Tchentsova (ἀνωτ. σημ. 2), σ. 98.

12 Βλ. Κυζίκου Καλλινίκου (Δεληκάνη), «Ἡ αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία Πολωνίας», Ἐκκλησία, 1924, σ. 6

13 Αὐτόθι.

14 Βλ. Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, ΙΙ, 1852, σ. 259 ἑξ. καί 361.

15 Οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι παραβιάζονται εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν εἶναι πολλοί, ὅπως οἱ 35 τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 13 καί 22 τῆς Ἀντιοχείας, 15 τῆς Σαρδικῆς, 2 τῆς Β’ Οἰκ. κ.ἄ.

16 Καλλινίκου Δεληκάνη, Ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά ἔγγραφα, Τομ. Β’, 1904, σ. 217

ΠΗΓΗ: ecpatr.org

,

Σχολιάστε

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: ΡΩΣΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

ποκάλυψη “AP”: Ρσοι χάκερς πιτέθηκαν στ Φανάρι
γι
τν Οκρανικ ᾽Εκκλησία

Σὲ ἐκτενὲς ρεπορτάζ του, τὸ Associated Press φέρνει στὸ φῶς τῆς δημοσιότητας μία ἱστορία ἠλεκτρονικῆς κατασκοπίας ποὺ ὅμοιά της δὲν ἔχει ξαναγίνει γνωστὴ στὸ εὐρὺ κοινό.

.                 Σύμφωνα μὲ τὸ ρεπορτάζ, μία ἀπὸ τὶς πλέον δραστήριες ὁμάδες χάκερς τῆς Ρωσίας ἡ «Fancy Bear» ἐπιχείρησε καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς δημοσιογράφους συνεχίζει νὰ ἐπιχειρεῖ ἐδῶ καὶ μεγάλο χρονικὸ διάστημα νὰ ὑποκλέψει ἀρχεῖα καὶ δεδομένα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Στόχος τῆς συγκεκριμένης ἐνέργειας εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ ρεπορτὰζ νὰ ὑπάρξει ἔλεγχος καὶ τελικῶς νὰ ἀποτραπεῖ ἡ ἀνεξαρτητοποίηση τῆς ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας ἀπὸ αὐτὴ τῆς Ρωσίας.
.                 Σύμφωνα μὲ στοιχεῖα τοῦ Associated Press ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐνέργειες οἱ Ρῶσοι χάκερς δημιούργησαν ἕναν λογαριασμὸ email μὲ τὰ στοιχεῖα στελέχους τοῦ Πατριαρχείου, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιχείρησαν νὰ ἀποσπάσουν πρόσβαση σὲ μέλη τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τελικῶς νὰ ἀποκτήσουν πρόσβαση σὲ δεδομένα τοῦ ἴδιου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
.                 Οἱ χάκερς παρὰ τὴν πιστὴ ἀναπαραγωγὴ τῶν στοιχείων τοῦ στελέχους τοῦ Πατριαρχείου ἔκαναν λάθος στὴν ὑπογραφὴ τοῦ email καὶ τελικῶς ἡ συγκεκριμένη προσπάθειά τους ἔπεσε στὸ κενὸ ἀλλὰ παραμένει μία «ἐνεργὴ» ἀπειλὴ σύμφωνα μὲ ἀνθρώπους ποὺ μίλησαν στοὺς δημοσιογράφους τοῦ AP.
.                 Σημειώνεται πὼς τὸ «παιχνίδι» γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας εἶναι σὲ πλήρη ἐξέλιξη μὲ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο νὰ εἶναι τὸ πρόσωπο κλειδὶ στὴν συγκεκριμένη ὑπόθεση. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι ὁ μοναδικὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκχωρήσει ἐπίσημα στὴν Οὐκρανικὴ ἐκκλησία τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσής της κάτι τὸ ὁποῖο, ὅπως σημειώνουν εἰδικοί, κάθε ἄλλο παρὰ θετικὸ θὰ εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καὶ τὸν Πατριάρχη Κύριλλο.
.                 Ὑπογραμμίζεται πὼς μὲ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο στὴν Κωνσταντινούπολη ἔχει ἤδη συναντηθεῖ γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα ὁ Πρόεδρος τῆς Οὐκρανίας Πέτρο Ποροσένκο, ὁ ὁποῖος τόνισε πὼς τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζήτημα ὕψιστης σημασίας γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἀσφάλεια τῆς χώρας. Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἀναμένεται στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὸ ἴδιο ζήτημα τὸ ἀμέσως ἑπόμενο χρονικὸ διάστημα μὲ ἐκπροσώπους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναφέρουν πὼς σὲ περίπτωση ἐκχώρησης αὐτοκεφάλου στὴν Οὐκρανικὴ Ἐκκλησία θὰ ὑπάρξει σχίσμα μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὸ τοῦ 1054, ὅταν χώρισαν οἱ δρόμοι ὀρθοδόξων καὶ καθολικῶν.
.                 Ὑπογραμμίζεται πὼς τὸ Ρωσικὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχουν κάνει κάποιο σχόλιο στὸ Associated Press ἀναφορικὰ μὲ τὶς ἀποκαλύψεις γιὰ τοὺς Ρώσους χάκερς.

 

ΠΗΓΗ: skai.gr

 

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018 «Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ βεβαιότης ὅτι τὴν ἱστορίαν, ὡς πορείαν πρὸς τὴν Βασιλείαν τῶν Ἐσχάτων, κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός».

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ πεφιλημένα τέκνα,

.               Χάριτι Θεοῦ ἠξιώθημεν νὰ φθάσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῆς κατὰ σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θείου Λόγου, τοῦ ἐλθόντος εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃ τὸ «εὖ εἶναι»{1}, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν δουλείαν εἰς τὰ ἔργα τοῦ νόμου καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον, νὰ μᾶς δωρήσῃ δὲ τὴν κατ᾿ ἀλήθειαν ζωὴν καὶ τὴν χαρὰν τὴν μεγάλην, ἣν «οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ἡμῶν»{2}.
.               Ὑποδεχόμεθα τὸν «παντέλειον Θεόν»{3}, τὸν ὁποῖον «ἀγάπη κεκόμικεν εἰς τὴν γῆν»{4}, ὁ ὁποῖος καθίσταται ἡμῖν «καὶ ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»{5}. Ὁ κενωθεὶς Θεὸς Λόγος συγκαταβαίνει εἰς τὸ πλανηθὲν πλάσμα αὐτοῦ «συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον»{6}. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» χωρεῖται ἐν τῇ γαστρὶ τῆς Παρθένου, ὁ μέγας ὑπάρχει ἐν σμικροῖς. Τὸ μέγα τοῦτο κεφάλαιον τῆς πίστεώς μας, τὸ πῶς ὁ ὑπερούσιος Θεὸς «ὑπὲρ ἄνθρωπον γέγονεν ἄνθρωπος»{7}, παραμένει «ἀνέκφαντον» μυστήριον. «Τὸ μέγα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μυστήριον, ἀεὶ μένει μυστήριον»{8}.
.               Αὐτὸ τὸ ξένον καὶ παράδοξον γεγονὸς «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν»{9}, εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία∙ οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς»{10}.
.               Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑψίστη σωτηριώδης ἀλήθεια διὰ τὸν ἄνθρωπον. Ἀνήκομεν εἰς τὸν Χριστόν. Τὰ πάντα εἶναι ἡνωμένα ἐν Χριστῷ. Ἐν Χριστῷ ἀναπλάθεται ἡ φθαρεῖσα φύσις μας, ἀποκαθίσταται τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ ἀνοίγεται εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἡ ὁδὸς τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Διὰ τῆς προσλήψεως ὑπὸ τοῦ Θείου Λόγου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, διὰ τοῦ κοινοῦ θείου προορισμοῦ καὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας θεμελιοῦται ἡ ἑνότης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν σώζεται ὅμως μόνον ἡ ἀνθρωπότης, ἀλλὰ σύμπασα ἡ κτῖσις. Ὡς ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων συμπαρασύρει ὅλην τὴν πλᾶσιν, οὕτω καὶ ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὴν δημιουργίαν. «Ἐλευθέρα μὲν ἡ κτῖσις γνωρίζεται, υἱοὶ δὲ φωτὸς οἱ πρὶν ἐσκοτισμένοι»{11}. Ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς καλεῖ νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν ὡς τὴν «κοινὴν ἑορτὴν πάσης τῆς κτίσεως», ὡς « τὰ σωτήρια τοῦ κόσμου, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος»{12}.
.               Τὸ «Χριστὸς γεννᾶται» ἀκούεται, δυστυχῶς, καὶ πάλιν εἰς ἕνα κόσμον πλήρη βιαιοτήτων, ἐπικινδύνων ἀνταγωνισμῶν, κοινωνικῆς ἀνισότητος καὶ καταπατήσεως τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Τὸ 2018 συμπληροῦνται ἑβδομήκοντα ἔτη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία, μετὰ ἀπὸ τὰς φοβερὰς ἐμπειρίας καὶ καταστροφὰς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ἀνέδειξε τὰ κοινὰ ὑψηλὰ ἰδανικά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ σέβωνται ἀπαρεγκλίτως ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ κράτη. Ὅμως, ἡ ἀθέτησις τῆς Διακηρύξεως αὐτῆς συνεχίζεται, ποικίλαι δὲ καταχρήσεις καὶ σκόπιμοι παρερμηνεῖαι τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑποσκάπτουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν πραγμάτωσίν των. Συνεχίζομεν νὰ μὴ διδασκώμεθα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ἢ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ διδαχθῶμεν. Οὔτε αἱ τραγικαὶ ἐμπειρίαι βίας καὶ ἡ καταρράκωσις τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὔτε ἡ διακήρυξις ὑψηλῶν ἰδανικῶν, ἀπέτρεψε τὴν συνέχισιν τῆς βίας καὶ τῶν πολέμων, τὴν ἀποθέωσιν τῆς ἰσχύος καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Οὔτε, βεβαίως, ἡ ἰσχὺς τῶν τεχνικῶν μέσων καὶ αἱ ἐκπληκτικαὶ κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης, οὔτε ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος, ἔφερον κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν πολυπόθητον εἰρήνην. Τοὐναντίον, εἰς τὴν ἐποχὴν μας ὁ εὐδαιμονισμὸς τῶν κατεχόντων αὐξάνεται καὶ ἡ παγκοσμιοποίησις καταστρέφει τοὺς ὅρους τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ εἰρήνης.
.               Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοήσῃ αὐτὰς τὰς ἀπειλὰς κατὰ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. «Οὐδὲν γὰρ ὅσον ἄνθρωπος ἱερόν, ᾧ καὶ φύσεως ἐκοινώνησεν ὁ Θεός»{13}. Ἀγωνιζόμεθα διὰ τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι «ἡ ὄντως εἰρήνη παρὰ Θεοῦ»{14}, ὅτι τὸ ὑπέρλογον μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ θείου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
.               Ζῶμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ τὴν ἐλευθερίαν, ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καὶ εἰς Χριστόν. Εἰς τὸν πυρῆνα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ἀνήκει ἡ ἀγάπη, ἥτις «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»{15}, ἡ ἀγάπη «ἐκ καθαρᾶς καρδίας»{16}. Ἐνῶ ὁ αὐτόνομος, ὁ αὐτογνώμων καὶ αὐτάρκης, ὁ αὐτοθεούμενος καὶ αὐτομακαριζόμενος ἄνθρωπος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν ἀτομικήν του αὐτάρεσκον εὐδαιμονίαν καὶ βλέπει τὸν συνάνθρωπον ὡς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας του, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία ἔχει κατεύθυνσιν πρὸς τὸν ἀδελφόν, κινεῖται πρὸς τὸν πλησίον, ἀληθεύει ἐν ἀγάπῃ. Τὸ μέλημα τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἡ διεκδίκησις δικαιωμάτων, ἀλλὰ τὸ «ποιεῖν τε καὶ πράττειν τὰ δικαιώματα Χριστοῦ»{17}, ἐν ταπεινώσει καὶ εὐχαριστίᾳ.
.               Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ τῆς ἀγάπης ὡς ἐλευθερίας, εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος καί ἡ ἐγγύησις διὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Στηριζόμενοι ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἐνθέου ἤθους δυνάμεθα νά ἀντιμετωπίσωμεν τὰς μεγάλας προκλήσεις τοῦ παρόντος, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν ὄχι μόνον τὸ εὖ ζῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ζῆν τῆς ἀνθρωπότητος.
.               Τὴν ἀλήθειαν τοῦ «Θεανθρώπου» ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν σύγχρονον «ἀνθρωποθεὸν» καὶ πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ αἰωνίου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐξῇρε καὶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ὡς ἔσχατον μέτρον τῶν πάντων: «Οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα»{18}. Ἀναδεικνύει δὲ τὴν σωτηριώδη ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς τόπον καὶ τρόπον τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ ζωῆς, ὡς “ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ”{19} καὶ ὡς μετοχήν, ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ»{20}.
.               Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ βεβαιότης ὅτι τὴν ἱστορίαν, ὡς πορείαν πρὸς τὴν Βασιλείαν τῶν Ἐσχάτων, κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Βεβαίως, ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖται μακρὰν ἤ ἀνεξαρτήτως τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν περιπετειῶν αὐτῆς, ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄνευ δυσκολιῶν. Ἐν μέσῳ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία μαρτυρεῖ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπιτελεῖ τὸ ἁγιαστικὸν, ποιμαντικὸν καὶ μεταμορφωτικὸν ἔργον αὐτῆς. «Ἡ γὰρ ἀλήθειά ἐστι τῆς Ἐκκλησίας καὶ στῦλος καὶ ἑδραίωμα…Στῦλός ἐστι τῆς οἰκουμένης ἡ Ἐκκλησία…καὶ μυστήριόν ἐστι, καὶ μέγα, καὶ εὐσεβείας μυστήριον»{21}.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

.               Ἂς συνεορτάσωμεν, εὐδοκίᾳ τοῦ σκηνώσαντος ἐν ἡμῖν Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρᾷ πεπληρωμένῃ, τὰς ἑορτὰς τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου. Εὐχόμεθα ἐκ Φαναρίου, ὅπως ὁ σαρκωθεὶς καὶ συγκαταβὰς τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν, χαρίζηται εἰς ὅλους κατὰ τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς χρηστότητος Αὐτοῦ, ὑγιείαν κατ᾿ ἄμφω, εἰρήνην καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, διαφυλάττῃ δὲ καλῶς τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν καὶ εὐλογῇ τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς, ἵνα δοξάζηται τὸ ὑπεράγιον καὶ ὑπερύμνητον ὄνομα Αὐτοῦ.

Χριστούγεννα ‚βιζ´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

———————————————-

{1} Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΗ´, εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν τὰ Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Γ’, PG 36, 313.
{2} Ἰωάν. ι´, 18.
{3} Δοξαστικὸν Ἀποστίχων Μεγάλου Ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων.
{4} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ´, PG 150, 657.
{5} Ὅ. π. , Ϛ´, PG 150, 660.
{6} Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Γ´, α´ PG 94, 984.
{7} Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε καὶ Οἰκονομικὰ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, ἑκατοντὰς πρώτη, ιβ´, PG 90, 1184.
{8} Ὅ. π.
{9} Κολ. α´, 26.
{10} Πράξ. δ´,12.
{11} Ἰαμβικὴ Καταβασία τῶν Θεοφανείων, ὠδὴ Η´.
{12} Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ὁμιλία εἰς τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1472-73.
{13} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Ϛ´, PG 150, 649.
{14} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Κορινθίους Α´, Ὁμιλία Α´, α´, PG 61, 14.
{15} Α´ Κορ. ιγ´, 5.
{16} Α´ Τιμ. α´, 5.
{17} Θεοτοκίον τῶν Ἀποστίχων τῶν Αἴνων 12ης Ὀκτωβρίου.
{18} Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», Γ’, β’. PG 94, 988.
{19} πρβλ. Ἐφεσ. δ´, 15.
{20} Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, § 10.
{21} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον Α´, Ὁμιλία ΙΑ´, PG 62, 554.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΣΚΟΠΗ ΣΠΑΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἄσκοπη σπατάλη ἀπὸ τὸ Φανάρι

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ἄσκοπη σπατάλη ἀπὸ τὸ Φανάρι, σὲ περίοδο μάλιστα οἰκονομικῆς κρίσεως. Σύμφωνα μὲ τὸ πληροφοριακὸ δελτίο ποὺ κυκλοφορεῖται ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνιακὴ καὶ Μορφωτικὴ Ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διοργάνωσε διήμερη συνάντηση στὴν Κωνσταντινούπολη, 4-5 Ἰανουαρίου 2016, μὲ θέμα τὴν προετοιμασία τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. Σ’ αὐτὴν δὲν ὑπῆρξε καμία τέτοια προετοιμασία καὶ κανένας ἐκπρόσωπος Ἐκκλησίας… Μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Φαναρίου συμμετέσχον κυρίως θεολόγοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, καθὼς καὶ ἄλλοι προσκεκλημένοι, τριάντα πέντε συνολικά. Μὲ τὸν μετριότερο ὑπολογισμό, ἂν ἡ δαπάνη γιὰ καθέναν ἦταν 500 Εὐρώ, ἡ συνάντηση κόστισε ἄνω τῶν 15.000 Εὐρώ!
.             Τὸ ξόδεμα τόσων χρημάτων ἦταν ἀπολύτως περιττή. Ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν προσκληθέντων στὴ συνάντηση εἶναι σαφὲς ὅτι οὐδεὶς συμμετέσχε στὴ διαδικασία τῆς προετοιμασίας τῆς Πανορθοδόξου, ὅλοι ἔχουν ἀπὸ μικρὴ ἕως ἐλάχιστη ἐπιρροὴ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐξαρτᾶται ἡ πραγματοποίησή της καὶ ὅλοι ἔχουν ἕναν πολὺ μικρὸ κύκλο ἐπιρροῆς στὶς χῶρες τους. Ἐπειδὴ ὅλοι οἱ προσκεκλημένοι ἦσαν φίλα προσκείμενοι στὸ Φανάρι, μόνο ὡς εὐκαιρία νὰ περάσουν εὐχάριστα λίγες ἡμέρες στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ συμμετάσχουν, τὴν ἡμέρα τῶν Ἐπιφανίων, στὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὴν τελετὴ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων στὸν Βόσπορο μπορεῖ λογικὰ νὰ δικαιολογηθεῖ. Ὅμως στὴν περίοδο αὐτή, ποὺ οἱ Ἕλληνες ὑποφέρουν, τέτοιες προσκλήσεις εἶναι προκλητικὲς καὶ σκανδαλώδεις γι’ αὐτούς, ὅταν μάλιστα γίνονται μὲ χρήματά τους.
.             Στὴ συνάντηση ἀπὸ τὴν θεολογικὴ ἐπιστημονικὴ κοινότητα τῆς Ἑλλάδος προσεκλήθησαν καὶ συμμετέσχον μόνον ὁ π. Χρυσόστομος Νάσσης, τοῦ ΑΠΘ, ὁ κ. Κων. Δεληκωνσταντής, τοῦ ΕΚΠΑ, οἱ κ.κ. Νικ. Ἀσπρούλης καὶ Παντ. Καλαϊτζίδης τῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου», καὶ οἱ κ.κ. Θαν. Παπαθανασίου καὶ Στ. Γιαγκάζογλου τοῦ «Ἑλληνικοῦ Ἀνοικτοῦ Πανεπιστημίου». Σημειώνεται ὅτι οἱ περισσότεροι, ἂν ὄχι ὅλοι, ἀπὸ τοὺς προσκληθέντες ἐξ Ἑλλάδος ἀνήκουν στὸν Πανελλήνιο Θεολογικὸ Σύνδεσμο «Ὁ Καιρός», ἰδεολογικὰ στὴ μετανεωτερικὴ θεολογία καὶ εἶναι ὑπὲρ τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογικό. Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι τὸ Φανάρι δὲν προσκάλεσε καθόλου μέλη τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Θεολόγων καὶ ἐπίσης καθόλου ἐπώνυμους καὶ γνωστοὺς καθηγητὲς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ τῶν Ἀνωτάτων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀκαδημιῶν τῆς Ἑλλάδος.
.             Στὴ συνάντηση τοὺς προσκληθέντες προσφώνησε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος. Στὴν ὁμιλία του διατύπωσε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος θὰ διεξαχθεῖ φέτος, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ὅπου ἔλαβε χώρα ἡ 2η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Σημειώνεται ὅτι μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα καὶ λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἐξελίξεων, ποὺ δὲν ἐλέγχονται ἀπὸ τὸ Φανάρι, εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ Πανορθόδοξη δὲν μπορεῖ νὰ διεξαχθεῖ στὴν Βασιλεύουσα, ἀφοῦ ἔχουν δηλώσει ὅτι δὲν θὰ συμμετάσχουν οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ρωσίας καὶ τῆς Τσεχίας – Σλοβακίας καὶ πιθανόν τῆς Σερβίας. Εἶναι ἄγνωστο καὶ ἂν ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν ἄδεια τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν γιὰ τὴ χρήση τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης…-

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ

.           Συνῆλθε, τῇ προσκλήσει καί ὑπό τήν προεδρείαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἀπό 29ης Αὐγούστου μέχρι καί τῆς 2ας Σεπτεμβρίου 2015, ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίας Τριάδος Σταυροδρομίου Κωνσταντινουπόλεως, εἰς Σύναξιν ἡ σεβασμία Ἱεραρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μετά καί τῶν Ἱεραρχῶν τῶν ὑπό τήν κανονικήν αὐτοῦ προστασίαν Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν Φιλλανδίας καί Ἐσθονίας καί τῶν ὑπ᾿ αὐτόν Οὐκρανῶν καί Καρπαθορρώσσων.
.        Κατ᾿ αὐτήν συνεζητήθησαν, κατόπιν ἐμπεριστατωμένων εἰσηγήσεων, μέ πρώτην αὐτήν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τά θέματα τῆς πορείας πρός τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον, τῶν Διαλόγων μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, τῆς Βιοηθικῆς, τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος κ.ἄ. .
.           Μετ᾿ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος συνεζητήθη τό μεταναστευτικόν πρόβλημα μέ τήν ποιμαντικήν, ἀνθρωπιστικήν καί τάς ἄλλας διαστάσεις αὐτοῦ.
.           Συναφῶς, ἡ Σύναξις τῆς ἀνά τήν οἰκουμένην Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξ ἀφορμῆς τῶν τελευταίων γεγονότων ἀπευθύνει πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν ἔκκλησιν πρός σεβασμόν τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τοῦ καί ἱερέως τῆς κτίσεως καί ἔχοντος ἀπό Θεοῦ τήν ἐντολήν διαφυλάξεως αὐτῆς. Συναφῶς, ἡ Σύναξις ἀποκηρύσσει πᾶσαν μορφήν βίας, φανατισμοῦ, ἀποϊεροποιήσεως, ἥτις καθιστᾷ τόν ἄνθρωπον ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως.
.           Ἡ Ἱεραρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὑπό τάς παρούσας περιστάσεις, μετά πολλοῦ προβληματισμοῦ καί βαθείας θλίψεως, διαπιστώνει ὅτι ἀκόμη καί σήμερον σταυρώνεται ὁ Χριστός καί χριστιανικοί πληθυσμοί αὐτόχθονες ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ καί ἐν Ἀφρικῇ μέ πλουσίαν πολιτιστικήν κληρονομίαν καί προσφοράν, ἀναγκάζονται ὑπό τήν πίεσιν καί τήν βίαν τῶν θρησκευτικῶν φονταμενταλιστῶν νά ἐγκαταλείψουν τάς πατρογονικάς των ἑστίας καί πρόσφυγες, ὅπως ἄλλοτε ὁ Χριστός, διωκόμενος ὑπό τοῦ Ἠρώδου ἔφυγεν εἰς Αἴγυπτον, νά ζητήσουν τήν φιλόξενον ἀσφάλειαν τῆς Δύσεως, ἀφέντες εἰς ἐρείπια τά μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ των, τά ὁποῖα ἐσεβάσθησαν οἱ αἰῶνες.
.           Ἐνώπιον τῆς τραγικῆς αὐτῆς πραγματικότητος, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἀναμιμνησκομένη τῶν ἰδικῶν της δεινῶν, ἵσταται ἀλληλέγγυος πρός τάς χριστιανικάς ταύτας κοινότητας καί στηρίζει ἐνώπιον τῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν τό δικαίωμα παντός λαοῦ νά λατρεύῃ ἐλευθέρως τόν Θεόν αὐτοῦ καί νά διακηρύσσῃ ὅτι ἡ θρησκεία πρέπει νά ἑνώνῃ τούς λαούς καί τούς πολιτισμούς καί νά καθίσταται θεμέλιον πολιτισμοῦ καί ἀνθρωπιᾶς.
.           Ὡσαύτως, οἱ Ἱεράρχαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στρέφουν τήν σκέψιν καί τήν προσευχήν των πρός τάς χιλιάδας τῶν ἐν Οὐκρανίᾳ ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν μας καί εὔχονται διά τήν παῦσιν τῶν διαιρέσεων καί τήν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος τοῦ εὐσεβοῦς οὐκρανικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τήν πίστιν καί τό βάπτισμα παρά τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
.           Οἱ συναχθέντες Ἱεράρχαι ἀπευθύνουν τήν εὐλογίαν αὐτῶν εἰς τούς πιστούς τῶν ἑκασταχοῦ θεοσώστων ἐπαρχιῶν τῆς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας, ὡς καί πρός «πᾶσαν ψυχήν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων», ὁμοῦ μέ τήν ἔκφρασιν τοῦ σεβασμοῦ των πρός τούς Μακ. Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τήν εὐχήν νά ἴδουν πραγματοποιουμένην κατά τό προσεχές ἔτος τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 2ᾳ Σεπτεμβρίου 2015

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

Σχολιάστε

ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΝΑΞΙΝ ΤΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Εἰσήγησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
πρός τήν Σύναξιν τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου
(29 Αὐγούστου 2015)

Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

.             «Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνὸν ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;» (Ψαλμ. 132). Ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ ἔρχεται εἰς τὴν σκέψιν μας καθὼς ἀτενίζομεν τὰ προσφιλῆ πρόσωπά σας κατὰ τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἡμῶν τῶν ἐχόντων τὸ μέγα προνόμιον καὶ τὴν ὑψίστην καὶ πολυεύθυνον τιμὴν νὰ διακονῶμεν τὸν πανίερον, ἱστορικὸν καὶ μαρτυρικὸν τοῦτον Θρόνον ὡς ἀρχιερεῖς αὐτοῦ, διαδεχθέντες εἰς τὸν κλῆρον τῆς ἐπισκοπῆς σειρὰν μακρὰν προκατόχων, ἐν οἷς πλῆθος ὅλον ἁγίων ἀνδρῶν στερεωσάντων τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ κόπου, τῶν ἱδρώτων καὶ ἐνίοτε τοῦ αἵματος αὐτῶν. Κύριος ὁ Θεὸς δῴη αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ζωὴν αἰώνιον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων Του.
.             Δόξαν καὶ αἶνον ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ἡμῶν, διότι ἠξίωσεν ἡμᾶς τῆς μεγάλης δωρεᾶς ὅπως συνέλθωμεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου, ἔχοντες Αὐτόν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἰδίου (Ματθ. ιη´ 20), παρόντα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ συνέχουσαν ἡμᾶς (Β´ Κορ. ε´ 14), «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμω τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ´ 3), μαρτυροῦντες καὶ ἐπιβεβαιοῦντες ὅτι «ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν» (Α´ Κορ. ι´ 17), μία Ἐκκλησία, «καίπερ καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἕως περάτων τῆς γῆς διεσπαρμένη» (Εἰρηναίου, Ἔλεγχος Ψευδωνύμου Γνώσεως Α´, 10, 1). Εὐχαριστοῦμεν ἀπὸ καρδίας πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, διότι προθύμως ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ἡμετέραν πρόσκλησιν ἐσπεύσατε νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα ἀπὸ ἐγγὺς καὶ ἀπὸ μακρὰν διαδηλοῦντες οὕτω τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν ὑμῶν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Θρόνον τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὸν σταυρόν, ὡς ἄλλοι συν-Κυρηναῖοι μετὰ τοῦ Πατριάρχου αἴρετε, ἐφ᾿ ᾧ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐτάχθη. Πλήρεις χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὑποδεχόμεθα ὑμᾶς εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας εὐχόμενοι αἰσίαν καὶ ἐν παντὶ εὐχάριστον τὴν παραμονὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἱστορικὴν Πόλιν ταύτην, τὴν μεγάλην πνευματικὴν τροφὸν τοῦ Γένους μας καὶ τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ.
.             Εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἐκλήθησαν νὰ συμμετάσχουν πάντες οἱ φέροντες τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα Ἱεράρχαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς συναποτελοῦντες τὸ ἱερὸν σῶμα τῆς Ἱεραρχίας αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν διοικητικῶν διαβαθμίσεων ἐν τῇ κανονικῇ διαρθρώσει του. Ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, πάντες οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι ἐξ ἐπόψεως μυστηριακῆς χάριτος, ἡ δὲ διάκρισις καὶ διαβάθμισις αὐτῶν κατὰ τὴν διοίκησιν οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἰσότητα ταύτην. Ἡ παροῦσα Σύναξις, μὴ ἔχουσα διοικητικὸν χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ τὸν φυσικὸν χῶρον πάντων τῶν ἐπισκόπων τοῦ Θρόνου, τοὺς ὁποίους καὶ ὑποδεχόμεθα μετὰ πλείστης χαρᾶς.
.             Μετὰ πολλῆς χαρᾶς ὡσαύτως ὑποδεχόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς τοὺς διαποιμαίνοντας τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὐχαριστοῦντες αὐτοὺς διὰ τὴν πρόθυμον ἀνταπόκρισίν των εἰς τὴν πρόσκλησιν ἡμῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἱεράρχαι οὗτοι διὰ τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 ἔχουν διοικητικῶς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας καὶ ἀποτελοῦν ἰσότιμα μέλη, καθ᾿ ὅσον αἱ ἐπαρχίαι τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τὰς ὁποίας οὗτοι διαποιμαίνουν, διοικοῦνται ἐπιτροπικῶς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης βάσει τῆς ἐν λόγῳ Πράξεως. Ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν οὐδόλως προσκρούει εἰς τὰς προβλέψεις τῆς μνημονευθείσης Πράξεως, δοθέντος ὅτι ἡ Σύναξις αὕτη, ὡς ἤδη ἐσημειώθη, δὲν ἔχει διοικητικὸν χαρακτῆρα, οὔτε καλεῖται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις διοικητικῆς φύσεως, ἐνῷ οἱ ἐν λόγῳ Μητροπολῖται οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέλη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς διαποιμαίνοντες ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου τούτου.
.             Ὑποδεχόμενοι καὶ τούτους τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς ἐν πολλῇ ἀγάπῃ καὶ τιμῇ δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ὅπως ἀποστείλωμεν δι᾿ αὐτῶν πρὸς τὸν εὐσεβῆ καὶ πιστὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν των ὁλόθυμον τὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐλογίαν εὐχαριστοῦντες αὐτὸν διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἀφοσίωσιν καὶ ἐπιδεικνύουν ἐνθέρμως κατὰ τὰς ἐκεῖ κατὰ καιροὺς ἐπισκέψεις ἡμῶν. Εἴη Κύριος ὁ Θεὸς βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς αὐτῶν ἐν πᾶσιν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

.             Τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, συνοδικῇ διαγνώμῃ ληφθεῖσαν, ὅπως συγκαλέσωμεν τήν παροῦσαν Σύναξιν ὑπηγόρευσαν πολλοὶ καὶ ἐπιτακτικοὶ λόγοι. Καὶ πρώτιστα πάντων τὸ ὅτι «ἀπορφανισθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ» (Α´ Θεσ. β´ 17). Εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν περισσεύει ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐπικοινωνία διὰ τοῦ διαδικτύου καὶ ἄλλων μέσων τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία τῶν ἀνθρώπων τείνει νὰ ἀτροφήσῃ. Εἶναι δὲ αὕτη ὅ,τι πολυτιμότερον καὶ ἱερώτερον διαθέτομεν ὡς κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πλασθέντες, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ζωὴ ἡμῶν καθίσταται κόλασις. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἅγιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον διήγησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρωτήσας ὁ ἅγιος εὑρεθὲν καθ᾿ ὁδὸν κρανίον ἀνῆκον εἰς ἀρχιερέα τῶν εἰδώλων πῶς εἶναι ἡ ἐν τῇ κολάσει κατάστασις ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν: «οὐκ ἔστι πρόσωπον πρὸς πρόσωπον θεάσασθαί τινα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον ἑκάστου πρὸς τὸν ἑτέρου νῶτον κεκόλληται˙ ὡς οὖν εὔχῃ ὑπὲρ ἡμῶν, ἐκ μέρους τις θεωρεῖ τὸ πρόσωπον τοῦ ἑτέρου» (Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ἀποφθέγματα P.G. 34, 257).
.             Οὐδέν, συνεπῶς, δύναται νά ὑποκαταστήσῃ τὴν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνίαν, οὔτε ἡ δι᾿ ἀλληλογραφίας οὔτε ἡ διὰ τηλεφώνου ἤ ἄλλου μέσου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ τείνουσα σήμερον νὰ ὑποκαταστήσῃ τὰ πάντα ψηφιακὴ λεγομένη διὰ τοῦ διαδικτύου ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ψευδαίσθησιν μόνον προσωπικῆς κοινωνίας παρέχει ἐπιτείνουσα ἐν πολλοῖς τὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀπόστασιν καὶ ἀποξένωσιν. Δὲν εἶναι τυχαῖον οὔτε ἀσήμαντον τὸ ὅτι καὶ ἡ μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία συμπληροῦται μόνον ὅταν λάβῃ τὴν προσωπικὴν αὐτῆς μορφὴν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ: «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12).
.             Ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον αὕτη κοινωνία ὑπῆρξε τὸ πρῶτον κίνητρον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δεύτερος καὶ ἐξ ἴσου σημαντικὸς λόγος τῆς συγκλήσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ἐνημερώσεως ὑμῶν περὶ τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου ἐν τῷ Κέντρῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπάρχει βεβαίως πληθὺς μέσων ἐνημερώσεως εἰς τὰς ἡμέρας μας, ἀλλ᾿ αὕτη ἐνίοτε, ἵνα μὴ εἴπωμεν ἐν πολλοῖς, ἀποτελεῖ ἐν τῇ οὐσίᾳ παραπληροφόρησιν, ὑποκινουμένη ὑπὸ πολλῶν ἐμφανῶν καὶ ἀφανῶν σκοπιμοτήτων, οὐχὶ σπανίως ἐχθρικῶν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ τοιαύτη παραπληροφόρησις ἀπαντᾷ κυρίως ἐν τῷ διαδικτύῳ καὶ προξενεῖ σύγχυσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ σκανδαλισμόν, εἰς τοὺς ἀποδέκτας αὐτῆς, τόσον ἐκ τοῦ ποιμνίου ὑμῶν ὅσον καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτούς, τοὺς ὑπευθύνους ποιμένας. Ἀποτελεῖ, συνεπῶς, ἀνάγκην ἡ ὑπεύθυνος ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας ἐνημέρωσις ὑμῶν, διὰ νὰ ἐνημερωθῇ ἐν συνεχείᾳ καὶ δι᾿ ὑμῶν ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὥστε μετ᾿ ἐμπιστοσύνης νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τοὺς κοπιῶντας καὶ μοχθοῦντας πνευματικοὺς αὐτοῦ ταγούς, τοὺς ἀόκνως ἐργαζομένους διὰ τὴν πλοήγησιν τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας ἐν μέσῳ πολλάκις ἀντιξόων καιρικῶν συνθηκῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς αὐτοῦ ἀποστολῆς ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.
.             Αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ καὶ δρᾷ ὁ ἱερὸς οὗτος θεσμός, εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς γνωσταί. Ἡ συρρίκνωσις τῆς ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πατριαρχείου ὁμογενείας, ὀφειλομένη εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικὰς συγκυρίας, προβληματίζει, ὡς εἶναι φυσικόν, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀλλ᾿ ἡ ἀθρόα προσέλευσις προσκυνητῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, μαρτυροῦσα τὴν πρὸς τὸν ἱερὸν θεσμὸν ἀφοσίωσιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέκνων αὐτοῦ, ἀναπληροῖ τὰ ἐλλείποντα καὶ ζωογονεῖ ἐκ νέου τοὺς ἄλλοτε σφύζοντας ὑπὸ λαοῦ ἱερούς του χώρους. Δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχαριστήσωμεν καὶ συγχαρῶμεν πάντας τοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀδελφοὺς ἱεράρχας, οἵτινες ἐνθαρρύνουν ἢ ὀργανώνουν τὰς προσκυνηματικὰς ταύτας ἐπισκέψεις, οὐχὶ σπανίως ἡγούμενοι οἱ ἴδιοι τούτων, καλλιεργοῦντες οὕτω καὶ ἀναδεικνύοντες τὴν ἔμφυτον εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ ποιμνίου των ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν.
.             Λίαν εὐχάριστον καὶ σημαντικὸν διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ δυνατότης οὐχὶ μόνον ἐπισκέψεως, ἀλλὰ καὶ τελέσεως τῆς θείας λατρείας καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰς χώρους, ἔνθα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐλάτρευον τὸν Θεόν, ἐν Καππαδοκίᾳ, Πόντῳ, Ἀνατολικῇ Θρᾴκῃ καὶ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀδείᾳ τῶν ἑκασταχοῦ τοπικῶν ἀρχῶν. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἐπισκέπτεται καὶ τελεῖ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τακτικῶς εἰς τὰς περιοχὰς αὐτάς, μόλις δὲ προσφάτως εἴχομεν τὴν συγκινητικὴν ἐμπειρίαν νὰ τελέσωμεν καὶ πάλιν τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν μαρτυρικὸν χῶρον τῆς Τραπεζοῦντος τῇ συμμετοχῇ πολλῶν πιστῶν ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὄχι μόνον, ἐπὶ δὲ τῇ ἀποδόσει τῆς ἑορτῆς ταύτης καὶ ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Παναγίας Φανερωμένης ἐν τῇ Κυζικηνῇ Χερσονήσῳ, ἡ ἐφέστιος εἰκὼν τῆς ὁποίας μετὰ τὴν καταστροφὴν τεθησαύρισται ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ ἡμῶν Ναῷ. Τὸ αὐτὸ πράττουν καὶ ἄλλοι ἐμπερίστατοι ἀδελφοὶ ἱεράρχαι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῶν περιοχῶν αὐτῶν.
.             Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ χρέος αὐτοῦ, ὅπως διατηρῇ ζῶσαν τὴν ἣν παρέλαβε παρὰ τῶν πατέρων ἁγιαστικὴν καὶ ποιμαντικὴν παρουσίαν του ἐν τῷ κανονικῷ αὐτοῦ κλίματι. Ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἡ Ἱστορία ἐπέθηκαν ἐπὶ τῶν ὤμων του τὴν μείζονα εὐθύνην ὅπως διασφαλίζῃ τὴν ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μεταφέρῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν νοοτροπίαν αὐτῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον κάθε ἐποχῆς. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πάντοτε φορεὺς καὶ διαμορφωτὴς πνευματικῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀξιῶν, καὶ ἡ φωνή του ἐξακολουθεῖ νὰ ἀκούηται μετὰ προσοχῆς εὐρύτερον καὶ ἐκτὸς τοῦ στενοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ χώρου.
.             Πιστὸν εἰς τὸ χρέος του τοῦτο ἔναντι συνόλου τῆς ἀνθρωπότητος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέλαβε πρωτοβουλίας μείζονος καὶ εὐρυτέρας σημασίας διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς εἶναι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον σήμερον διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀλογίστου καὶ ἐγωϊστικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Οὕτω, ἐν ἔτει ἤδη 1989, πρῶτον παγκοσμίως μεταξὺ ὅλων τῶν θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δι᾿ ἐγκυκλίου τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ἐπεσήμανε τὴν κρισιμότητα τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ Ἐκκλησία συμβάλῃ διὰ τῶν πνευματικῶν καὶ θεολογικῶν αὐτῆς δυνάμεων εἰς τὴν διαμόρφωσιν συνειδήσεως καὶ συμπεριφορᾶς σεβασμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἄνθρωπον «ἐργάζεσθαι αὐτὴν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. Β´ 15), καθιέρωσε δὲ διὰ Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὡς ἡμέραν προσευχῶν διὰ τὴν προστασίαν τῆς δημιουργίας.
.             Τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Δημητρίου ἐσυνέχισε καὶ ἀνέπτυξε περαιτέρω ἡ ἡμετέρα Μετριότης διὰ σειρᾶς ὅλης ἐνεργειῶν, ὡς ἡ ὀργάνωσις διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συμποσίων μεταξὺ θρησκευτικῶν ἡγετῶν καὶ εἰδικῶν ἐπιστημόνων πρὸς ἐπίλυσιν συγκεκριμένων οἰκολογικῶν προβλημάτων, ὡς καὶ δι᾿ ἄλλων δραστηριοτήτων, ὅπερ ἀνέδειξε τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον πρωτοπόρον παγκοσμίως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναγνωρίζεται ὡς τὸ πλέον, ἴσως, σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος, ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς ἀνθρωπότητος ἀναπτύσσει σήμερον πρωτοβουλίας ἐπειγούσης ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλίας διοργανουμένη κατὰ τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον διεθνὴς Διάσκεψις ἐν Παρισίοις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθη ἵνα μετάσχῃ καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης. Σημειωτέον ὅτι καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα ἤδη τὴν κρισιμότητα τοῦ ζητήματος συμμετέχει εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκδόσεως προσφάτως εἰδικῆς Παπικῆς ἐγκυκλίου, κατὰ τὴν ἐπίσημον παρουσίασιν τῆς ὁποίας ἐκλήθη διὰ πρώτην φορὰν ὡς μόνος θεολογικὸς σχολιαστὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.
.             Οὕτω, διὰ τῶν ταπεινῶν καὶ περιωρισμένων αὐτοῦ δυνάμεων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀναδεικνύεται καὶ σήμερον πρωτοπόρον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν κρισίμων προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνουν ἀδιάφορον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου διὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν διεθνῆ ἀναγνώρισιν τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ. Δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ καὶ τούτου ἕνεκα!
.             Ἕτερος τομεύς, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέπτυξε πρωτοβουλίας καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαδραματίζῃ ἡγετικὸν ρόλον εἶναι ἐκεῖνος τῆς καταλλαγῆς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν θρησκειῶν. Ὁ τομεὺς οὗτος τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑφίσταται ὑπό τινων κύκλων ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκστρατείαν διαβολῆς καὶ κατασυκοφαντήσεως ὡς δῆθεν προδοτικὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀλλ᾿ ἡ καταλλαγὴ τῶν ἀνθρώπων μετ᾿ ἀλλήλων καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου καὶ τῆς σταυρικῆς Αὐτοῦ θυσίας (Ρωμ. ε´ 10, Β´ Κορ. ε´ 19), ἡ δὲ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐ παύεται δεομένη «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πρωτοπόρον εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς συγχρόνου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως διὰ τῶν Ἐγκυκλίων Ἰωακεὶμ τοῦ Γ´ τὸ 1902 καὶ τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τὸ 1920 καὶ οὐδένα λόγον ἔχει νὰ λυπῆται δι᾿ αὐτό. Ἡ συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν θεολογικῶν διαλόγων, εἴτε διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς διαχριστιανικοὺς ὀργανισμούς, κατ᾿ οὐδένα λόγον προσκρούει εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦμεν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἡμῶν, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ὑποδηλοῖ ἢ συνεπάγεται ἀπάρνησιν ἢ νόθευσιν τῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἡμῶν ἤ, ὡς κακοβούλως διαδίδουν τινές, εἰς «συγκρητισμόν» καὶ δημιουργίαν ὑπερ-εκκλησίας. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων δίδεται ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ καταδεικνύεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐμφανῶς αὐξηθῆ εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐν τῇ Δύσει ἀκριβῶς λόγῳ τῆς προβολῆς αὐτῆς διὰ τῆς συμμετοχῆς ταύτης. «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν προτροπήν (Ἐφ. δ´ 15), οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν.
.             Ἡ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν καταλλαγὴ ἡμῶν καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπιτακτικὴ ἐν τῷ χώρῳ τῆς λεγομένης Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἔνθα διαβιοῖ μέγα μέρος τοῦ ποιμνίου τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου. Εἰς πλείστας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνουν ἁρμονικαί, ὀφείλομεν δὲ νὰ συγχαρῶμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἱεράρχας τῶν περιοχῶν τούτων διὰ τὴν συμβολήν των εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ προαγωγὴν τῶν καλῶν τούτων σχέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ὠφελεῖται τὸ ποίμνιον αὐτῶν. Χάρις εἰς τὰς σχέσεις ταύτας ἐξασφαλίζονται διὰ τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον οἱ ἀπαραίτητοι χῶροι λατρείας καὶ ἐξυπηρετοῦνται ζωτικαὶ ἀνάγκαι διαβιώσεως αὐτοῦ. Θὰ ἀπετέλει ἔνδειξιν ἀχαριστίας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀνυπόκριτον ἀγάπην, μετὰ τῶν ὁποίων περιβάλλουν τὸ ποίμνιον ἡμῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας καὶ Ὁμολογίας ἀδελφοὶ χριστιανοὶ καὶ ἂν δὲν ἀνταπεδίδομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ τὴν αὐτὴν συμπεριφοράν.
.             Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀμιγῶν θρησκευτικῶς κοινωνιῶν καὶ ἐθνῶν παρέρχεται ἤδη, καὶ οἱ λαοὶ καλοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν ἑτερότητα ὡς συστατικὸν στοιχεῖον τῶν κοινωνιῶν των, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς συγκρούσεις καὶ ἀναταραχάς. Ἡ συνύπαρξις καὶ συμβίωσις τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ἀποτελεῖ ἤδη ἀναπότρεπτον πραγματικότητα εἰς τὸν χῶρον τῆς Διασπορᾶς ἐξαπλουμένη ταχέως καὶ ἐντὸς τῶν ἄλλοτε ἀμιγῶς Ὀρθοδόξων ἐθνῶν καὶ κοινωνιῶν καὶ ὑποχρεοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν νὰ προσαρμόσῃ διὰ τῆς οἰκονομίας τὴν ὅλην ποιμαντικὴν αὐτῆς ζωήν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεικτῶν γάμων ἀποτελεῖ πλέον πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κοινὴν προσευχὴν καὶ λατρείαν, ὅπερ καὶ ἐφαρμόζει ἤδη εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Τοῦτο οὐδόλως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ θεμελιώδους στοιχείου διαχωρισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν, συνισταμένου εἰς τὴν ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν, ἥτις προϋποθέτει πλήρη συμφωνίαν ἐν τῇ πίστει τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία οἰκονομία χωρεῖ.
.             Πάντων τούτων θεωρουμένων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καλλιεργεῖ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ ἐπίπεδα ἀπὸ τῆς μικροτέρας ἐνορίας καὶ ἐπισκοπῆς μέχρι καὶ τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας αὐτοῦ. Οὕτως, ἡ ἡμετέρα Μετριότης ὑποδέχεται μετὰ χαρᾶς, ἀγάπης καὶ τιμῆς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ καὶ ἀρχηγοὺς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν καὶ ἀνταποδίδει αὐτὰς φιλοφρόνως, ὡς ἁρμόζει εἰς πεπολιτισμένην καὶ δὴ καὶ χριστιανικὴν συμπεριφοράν. Τοῦτο ἰσχύει ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν χριστιανικὴν κοινότητα καὶ οἱ μετὰ τῆς ὁποίας ἱστορικοὶ δεσμοὶ πλήρους κοινωνίας ἐν τῇ πίστει καὶ τοῖς Μυστηρίοις ἐπὶ μίαν ὅλην χιλιετίαν δὲν παύουν νὰ ἀποτελοῦν κοινὸν κτῆμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐπανεύρωμεν καὶ ἀνοικοδομήσωμεν τήν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀπολεσθεῖσαν πλήρη κοινωνίαν. Ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ διεξάγεται ὁ πανορθοδόξως ἀποφασισθεὶς ἐπίσημος θεολογικὸς διάλογος, περὶ τῆς πορείας τοῦ ὁποίου θὰ ἐνημερώσῃ τὸ ἱερὸν σῶμα ὁ Ὀρθόδοξος συμπρόεδρος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀνταλλάσσονται ἐπισκέψεις ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐπιπέδου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβεβαιοῦται ἡ θέλησις ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, ὅπως ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ χωρήσουν εἰς τὴν πλήρη μετ᾿ ἀλλήλων κοινωνίαν. Οὕτως, ἐκτὸς τῆς εἰθισμένης ἀνταλλαγῆς ἐπισκέψεων ἐπισήμων Ἀντιπροσωπειῶν κατὰ τὰς Θρονικὰς Ἑορτὰς ἑκατέρας τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρέστη προσωπικῶς εἰς τὴν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου ἐν Ρώμῃ πρὸ διετίας, συνηντήθη μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς συναντήσεως ἐκεῖ τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Ἀθηναγόρου μετὰ τοῦ Πάπα Παύλου Ϛ´, ἐδέχθημεν δὲ τὴν ἐπίσημον ἐπίσκεψιν τοῦ νῦν Πάπα εἰς τὴν ἕδραν ἡμῶν κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου τὸν παρελθόντα Νοέμβριον. Αἱ συναντήσεις αὗται καὶ αἱ ὑπογραφεῖσαι κατ᾿ αὐτὰς Κοιναὶ Δηλώσεις, εὗρον εὐρεῖαν ἀπήχησιν ἀνὰ τὸν κόσμον καὶ ἀνέδειξαν τὴν παρουσίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διεθνῶς. Οὕτω, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ ἀπομονοῦνται προβάλλονται καὶ γίνονται γνωστὰ ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπ᾿ ὠφελείᾳ ἑαυτῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν.
.             Τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς καταλλαγῆς καὶ συμβολῆς εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὡδήγησε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνῃ πέραν τοῦ χριστιανικοῦ χώρου τὴν προσπάθειαν τοῦ διαλόγου. Οὕτως, ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἡγεῖται τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου μεταξὺ Χριστιανῶν, Ἰουδαίων καὶ τοῦ Ἰσλάμ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται οὐχὶ τόσον ἡ ἐξέτασις τῶν θεολογικῶν διαφορῶν, ὅσον ἡ καλλιέργεια καὶ προώθησις τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν προσωπικῶς ἐτονίσαμεν πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ πλαίσια τῆς διαθρησκειακῆς συναντήσεως τοῦ Βοσπόρου, ὅτι «ὁ πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ πόλεμον κατὰ τῆς θρησκείας». Καὶ ἓν μόνον βλέμμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ σήμερον κατάστασιν ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ πόσον ἀληθὴς καὶ πόσον ἐπίκαιρος εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δίδει καὶ ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ τὴν μαρτυρίαν του.
.             Ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ὑπῃνίχθημεν, ἡ θεία Πρόνοια ἐπέθεσεν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἱεροῦ τούτου θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον χάριτι Θεοῦ πάντες ἡμεῖς διακονοῦμεν, καὶ μίαν ἄλλην βαρεῖαν εὐθύνην, ἐκείνην τῆς διασφαλίσεως τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ πρωτεῖον τιμῆς, τὸ ὁποῖον οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνεγνώρισαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑποχρεοῦται καὶ σήμερον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπ᾿ ἀγαθῷ συνόλου τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ διὰ τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γίνεται ἀποδέκτης προσφυγῶν πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἀναφυομένων εἰς τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἀλλήλων ἢ ἐνίοτε καὶ ἐντός τινων ἐξ αὐτῶν, τὰς ὁποίας καὶ διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐπιλύει, ὡς συνέβη πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Βουλγαρίας, ἐν τῷ Πατριαρχείῳ Ἱεροσολύμων καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Κύπρου, ἢ προσφάτως κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καὶ Ρουμανίας διένεξιν. Ἀτυχῶς καὶ ὡς μὴ ὤφελε τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν παύουν διαρκῶς νὰ ἀναφύωνται, καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου προσπαθεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὰς καταλλήλους λύσεις. Ὡς ἔχετε ἀσφαλῶς πληροφορηθῆ, ἀνεφύη κατ᾿ αὐτὰς σοβαρὰ διένεξις μεταξὺ τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν δικαιοδοσίαν ἐν τῷ ἐμιράτῳ τοῦ Κατάρ, πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ὁποίας ἐργαζόμεθα ἐντόνως, παραμένει δὲ ἀνοικτὸν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας Τσεχίας καὶ Σλοβακίας, τῆς ὁποίας ἡ κανονικότης ἀμφισβητεῖται τόσον ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.             Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παρόμοια ζητήματα, ὡς ἡ ἐν Οὐκρανίᾳ κρατοῦσα διαίρεσις τοῦ ἐκεῖ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δέχεται προσφυγὰς καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἐπίλυσίν των. Ἐκ παραλλήλου ἀναπτύσσει πρωτοβουλίας πρὸς στενοτέραν συνεργασίαν καὶ σύσφιγξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ ἀποκτήσῃ ἑνιαίαν φωνὴν καὶ νὰ καλλιεργηθῇ ἐν αὐτῇ ἡ συνείδησις ὅτι παρὰ τὸ ὅτι κατὰ τὴν κανονικὴν αὐτῆς διάρθρωσιν συνίσταται ἐκ πολλῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν δὲν παύει νὰ εἶναι μία Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη “ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ”.
.             Οὕτως, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἤδη ἔτους τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν προέβημεν εἰς τὴν σύγκλησιν διὰ πρώτην φορὰν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων ἐπὶ τρεχόντων ἐν τῷ κόσμῳ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀρθρώσῃ ἑνιαῖον λόγον. Μέχρι στιγμῆς ἐπραγματοποιήθησαν πέντε τοιαῦται Συνάξεις, ἅπασαι ἐνταῦθα ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ πλὴν τῆς ἐν Πάτμῳ καὶ τῆς ἐν ἔτει 2000, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐκεῖ ἑορτασμῶν ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὴν νέαν χιλιετίαν. Ἅπασαι αἱ Συνάξεις αὗται ἐπραγματοποιήθησαν εἰς λίαν ἀδελφικὸν κλῖμα ἐξαπολύσασαι Κοινὰ Μηνύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εὐρεῖαν ἀπήχησιν.
.             Κατὰ τὴν τελευταίαν τοιαύτην Σύναξιν τῶν Προκαθημένων, τὴν ὁποίαν συνεκαλέσαμεν ἐνταῦθα κατὰ μῆνα Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους 2014, ἐλήφθη τῇ προτάσει ἡμῶν μία ὄντως ἱστορικὴ ἀπόφασις: ἡ σύγκλησις ἐνταῦθα κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016 τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ σημασία καὶ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμισθῇ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1923 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐμελέτα τὴν σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου ἐν ἔτει 1925 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπέτειον τῆς μνήμης τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὴ δυνηθὲν νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ ἔνεκα τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν. Τὴν προσπάθειαν ἐπανέλαβε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν ἔτει 1930, ὅτε καὶ συνῆλθε πρὸς τοῦτο ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Πανορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Τὸ θέμα ἐπανῆλθε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὅτε καί ἀπεφασίσθη πανορθοδόξως ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὡρίσθη ὁ τρόπος προπαρασκευῆς αὐτῆς. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ προπαρασκευὴ αὕτη ἐξεκίνησεν ἀμέσως, ἡ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς διὰ διαφόρους λόγους καθυστέρησεν ἀνεπιτρέπτως ἐπὶ πέντε περίπου δεκαετίας λόγῳ ἐνδορθοδόξων προβλημάτων.
.             Περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θέλει ἐνημερώσει τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ πρόεδρος τῶν Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Ἡμεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος.
.             Ἐν πρώτοις ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Ἡ μακρὰ καθυστέρησις τῆς πραγματοποιήσεώς της ἔχει ἤδη ἐκθέσει σοβαρῶς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἔναντι τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ πέραν τούτου, μέχρι σημείου νὰ ἐντρεπώμεθα κυριολεκτικῶς, ὅταν ἐρωτώμεθα πότε ἐπὶ τέλους θὰ συνέλθῃ ἡ ἐξαγγελθεῖσα Σύνοδος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τονίζει καὶ διδάσκει εἰς τὴν Ἐκκλησιολογίαν της τὴν συνοδικότητα, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζει αὐτὴν εἰς οἰκουμενικὸν ἐπίπεδον παρέχουσα τὴν εἰκόνα συνομοσπονδίας Ἐκκλησιῶν ἀντὶ ἐκείνης τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐκθέτει τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ ὄμματα τῶν μὴ Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐκκλησιολογικῶν ἀρχῶν καὶ πιστευμάτων. Εἰς τὸν καλοπροαίρετον ἀντίλογον, ὁ ὁποῖος ἀκούεται, ὅτι ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου θὰ ἔδει νὰ εἶναι πληρεστέρα καὶ νὰ περιλαμβάνῃ θέματα περισσότερον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τὸ μεῖζον καὶ προέχον εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν καὶ ἄλλων Συνόδων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετασθοῦν τὰ πλέον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα ζητήματα. Τὸ καλλίτερον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, κατὰ τὴν γνωστὴν ρῆσιν, καὶ θὰ ἦτο κρῖμα ἐπιζητοῦντες τὸ τέλειον νὰ ἀπολέσωμεν τὸ ἀναγκαῖον.
.             Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ αὐθεντία τῆς Συνόδου ταύτης ἐκτείνεται, συνεπῶς, μόνον εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὕτη ἀποφάσεις ἀναφερομένας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὀροδοξίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικόν κόσμον.
.             Τέλος, θὰ ἦτο παράλειψις ἐὰν δὲν ἐπεσημαίνομεν πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ ὅλον ἐγχείρημα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αἱ πλεῖσται καὶ σοβαρώτεραι ἐκ τῶν δυσκολιῶν τούτων προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς πολλὰς ἒκ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔχει, ἀτυχῶς, διεισδύσει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ καταδικασθέντος ὡς αἱρέσεως ἐθνοφυλετισμοῦ, τό ὁποῖον μετατρέπει τὴν Ἐκκλησίαν εἰς θεραπαινίδα κρατικῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων. Οὕτω, τινὲς τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τελοῦσαι ἐν στενῇ συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ τόπου των καὶ ἀπολαμβάνουσαι ἄφθονον τὴν οἰκονομικήν των ὑποστήριξιν, προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου, περιλαμβανομένης καὶ τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, νὰ προωθήσουν πολιτικῆς φύσεως συμφέροντα καὶ σχεδιασμούς, ἐπιφέρουσαι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ρήγματα εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὡς ὑπερεθνικὴ Ἐκκλησία ἀντιπαλεύει πρὸς τὰς τοιαύτας τάσεις, διότι θέτει ὑπεράνω ὅλων τὴν ἑνότητα καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζον ἐν τῇ διακονίᾳ ταύτῃ οὐχὶ σπανίως προσπαθείας, φανερὰς ἠ ἀφανεῖς, ὑπονομεύσεως τοῦ ρόλου του ὡς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας καί ἐγγυητοῦ τῆς ἑνότητος αὐτῆς.

Ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί,

.             Διὰ τῶν ἀνωτέρω ἠθελήσαμεν νὰ λάβητε γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς, τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖται ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν Πρωτόθρονον ταύτην Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὸ μέγα προνόμιον νὰ διακονῶμεν. Τὸ πολυεύθυνον καὶ πολυεπίπεδον τοῦτο ἔργον διεξάγεται ἐπιτυχῶς παρὰ τὰ περιωρισμένα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα καὶ τὸν συρρικνωθέντα μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἀριθμὸν τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, χάρις εἰς τὴν ἐργατικότητα καὶ ἀφοσίωσιν τοῦ διοικητικοῦ καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Πατριαρχείων, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκφράζομεν καὶ αὖθις τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡμῶν προσωπικῶς.
.             Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμοῦμεν νὰ μνημονεύσωμεν τὴν συμβολὴν τῶν ἁγίων ἀδελφῶν τῶν ἑκάστοτε συγκροτούντων τὴν περὶ ἡμᾶς Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις μετὰ τοῦ Πατριάρχου ἐποπτεύει τὴν ὅλην πορείαν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας λαμβάνουσα τὰς ἀπαραιτήτους καὶ οὐχὶ πάντοτε εὐχερεῖς ἀποφάσεις. Αἰσθανόμεθα ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν καὶ δοξάζομεν τὸν δωρεοδότην Κύριον, διότι ἐπὶ τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν ἐπανῆλθε τὸ καθεστὼς τῆς ἐκ περιτροπῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολιτῶν τοῦ Θρόνου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπορρέον δικαίωμα καὶ χρέος των, καὶ σφυρηλατεῖ ἔτι μᾶλλον τοὺς μεταξὺ τοῦ ἱεροῦ Κέντρου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου δεσμούς.
.             Πάντα ταῦτα καὶ ὅσα εἰσέτι παρελείφθησαν, ἵνα μὴ μακρηγορήσωμεν ὑπερβαλλόντως, μαρτυροῦν ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, “ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα”, δὲν ἔπαυσε σκέπουσα καὶ κατευθύνουσα τὸν ἱερὸν τοῦτον θεσμὸν εἰς ἐπιτέλεσιν τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, παρέχουσα ἡμῖν τὴν βεβαίαν ἐλπίδα ὅτι οὐδεμία ἀντίξοος δύναμις ἢ ἀνθρωπίνως τυχὸν δυσοίωνος πρόβλεψις δὲν θὰ ἰσχύσῃ νὰ ἀνακόψῃ ἢ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς ταύτης. Διότι ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία, κατὰ τὸ Παύλειον, “οἶδε καὶ ταπεινοῦσθαι, οἶδε καί περισσεύειν∙ ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύηται καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν, καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι” (πρβλ. Φιλ. δ´, 12-13). Πορευομένη διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὡς ὁ Ἀπόστολος, “διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας” (Β´ Κορ. ς´, 8-9) γνωρίζει, ὡς ἐκεῖνος, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ “ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται” (Β´ Κορ. ιβ´, 9). Οἱ δέκα ἑπτὰ περίπου αἰῶνες τοῦ ἱστορικοῦ βίου της μαρτυροῦν καὶ ἐπιβεβαιοῦν τὸ τοῦ ψαλμῳδοῦ “Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος” (Ψαλμ. 117, 6).

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

.             Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ζῇ ἐν τῷ κόσμῳ (πρβλ. Ἰω. ιζ´, 6). Τὰ προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου ἀποτελοῦν καὶ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἀποτελοῦν προβλήματα τοῦ ποιμνίου της. Τὸ γνωρίζετε αὐτὸ ὅλως ἰδιαιτέρως ὅσοι ἐξ ὑμῶν ποιμαίνετε λαὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Τὰ προβλήματα ταῦτα διαφέρουν ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχήν, ἀλλὰ καθίστανται διαρκῶς καὶ περισσότερον κοινά. Αἱ παραδοσιακῶς χριστιανικαὶ κοινωνίαι ἐκκοσμικεύονται ραγδαίως, καὶ τοῦτο καθιστᾶ ἀναγκαίαν τὴν προσαρμογὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς νέας κοινωνικὰς συνθήκας χωρὶς νὰ ἀλλοιωθῇ ὁ πυρὴν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως (πρβλ. Ἰούδα 3-4).
.             Ἡ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διακρίνεται διὰ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῆς εἰς τὴν Παράδοσιν. Διὰ μέσου ὅμως τῶν αἰώνων ἀσκοῦσα τὴν καλῶς νοουμένην οἰκονομίαν ἐπέτυχε τὴν προσαρμογὴν εἰς τὰς ἑκάστοτε συνθήκας χωρὶς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ πυρῆνος τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ ὁδηγὸν τὸ Κυριακόν “τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον” (πρβλ. Μάρκ. β´, 27) καὶ ἐφαρμόζουσα τὸν ὄντως χρυσοῦν ἀκροτελεύτιον Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [κανὼν 102] ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔθεσε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον, τὴν εἰκόνα ταύτην τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὡς ὕψιστον κριτήριον εἰς τὰς ἑκάστοτε ἀποφάσεις της. Τοῦτο βεβαίως προϋποθέτει πνευματικὴν διάκρισιν καὶ διασφαλίζεται μόνον διὰ συνοδικῶν ἀποφάσεων. Διὸ καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ γνωμῶν μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοιούτων θεμάτων κρίνεται λίαν χρήσιμος καὶ ἀναγκαία. Ἡ παροῦσα Σύναξις ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ προσφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν δυνατότητα ταύτην.
.             Τέλος, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι πέραν τῶν ἐκ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῶν κοινωνιῶν κινδύνων ἡ Ἐκκλησία σήμερον εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος πρὸς γενικωτέρας ἀναταραχάς, αἱ ὁποῖαι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἀπειλοῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν της. Τοῦτο ἰσχύει ἰδιαιτέρως εἰς περιοχάς, ὅπου διαβιοῦν ἀπὸ αἰώνων καί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχομεν διαρκῶς ἐστραμμένην τὴν σκέψιν καὶ τὰς προσευχάς μας. Πρὸ τοῦ κινδύνου τούτου ἓν μόνον ἀντίδοτον διαθέτομεν: τὸ κήρυγμα καὶ τὴν προσπάθειαν τῆς εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς. Ὁ διάλογος τῆς καταλλαγῆς δὲν εἶναι σήμερον πολυτέλεια, εἶναι ζωτικὴ ἀνάγκη πρώτιστα δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δι᾿ ὅλων τῶν δυνάμεών του ἡγεῖται κάθε προσπαθείας καταλλαγῆς. Οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι καὶ ἡ εὐθύνη καὶ τὸ χρέος ἡμῶν ὡς Ἐκκλησίας τοῦ παθόντος ὑπὲρ τοῦ κόσμου Κυρίου καλοῦν πάντας ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσίν του.
.             Ταύτας τὰς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν ἀγάπην σας ὡς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δι᾿ αὐτῶν ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ὑμᾶς κοινωνούς “τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος” (Α´ Θεσ. α´, 3) τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐνεπιστεύθη εἰς ἕνα ἑκαστον ἐξ ἡμῶν τὴν ὑψίστην τιμὴν καὶ εὐθύνην τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Προσβλέποντες μετὰ πολλῆς χαρᾶς εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν μεθ᾿ ὑμῶν τῶν ἀπασχολούντων πάντας ἡμᾶς προβληματισμῶν καὶ σκέψεων περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς εὐθύνης ταύτης, κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνάξεως ἐναποθέτοντες αὐτὴν εἰς τὴν πνοὴν τοῦ Παρακλήτου.

 “Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε. Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν” (Β´ Κορ. ιγ´, 11-12).

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, ,

Σχολιάστε