Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΚΑΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙKO ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ «Τό Ἑλληνικό αὐτοκέφαλο εἶναι μιά χαρακτηριστική περίπτωση, πού διακρίνεται διά τήν πιστότητά της στήν ἐκκλησιαστικοκανονική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί γι’ αὐτό μπορεῖ -καί πρέπει- νά λειτουργήσει ὡς πρότυπο καί στήν ἐποχή μας». (π. Γ. Μεταλληνός)

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΚΑΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙKO ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Πνευματικό Κέντρο Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος.
Εἰσήγηση στή «Σύναξη γιά τήν Ὀρθοδοξία»

.              Στά τελευταῖα χρόνια προέκυψαν δύο διεκδικήσεις αὐτοκεφαλίας ἀπό Ἐκκλησίες, πού ἐνδιαφέρουν ἄμεσα ἤ ἔμμεσα τήν Ἑλληνική ἤ καί τήν Ἑλληνόφωνη Ὀρθοδοξία. Πρόκειται γιά τήν Ἑλληνική Ἐκκλησία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, πού ἀνήκει στήν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, πού περιέχεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως δηλώνεται στά ἐν χρήσει «Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» (2018). Ὅπως ἡ πρώτη περίπτωση εἶναι ἐσωτερική ὑπόθεση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔτσι καί ἡ δεύτερη ἀφορᾶ ἄμεσα τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Καί γιά τίς δύο αὐτές περιπτώσεις, καί ἰδιαίτερα γιά τή δεύτερη, γράφονται πολλά καί διατυπώνονται διάφορες ἀπόψεις ἀπό πολλές πλευρές. Δέν θέλουμε νά προσθέσουμε μία ἀκόμη ἄποψη, πόσῳ μᾶλλον πού τά ἀφορῶντα καί τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο, καί μάλιστα τόν ὀρθόδοξο, ἐμπλέκονται στή διεθνῆ πολιτική καί τούς ἀνταγωνισμούς τῶν Ἰσχυρῶν τῆς ἐποχῆς μας, καί στούς σχεδιασμούς τῆς «Νέας Τάξης» για παγκόσμια ἐπιβολή καί κυριαρχία. Πρόκειται δηλαδή γιά πολιτικό θέμα μέ ἔνδυμα θρησκευτικό. Θά ἐπιχειρήσουμε ὅμως νά δώσουμε μέσῳ τοῦ Ἑλλαδικοῦ Αὐτοκεφάλου (1850) μίαν ἔμμεση ἀπάντηση στό πρόβλημα, ἡ ὁποία ὅμως προσδιορίζει τίς ἐκκλησιαστικοκανονικές συνιστῶσες τῆς αὐτοκεφαλίας, καθορίζοντας συνάμα, μέ τρόπο αὐθεντικό, τή διαδικασία γιά τή χορήγησή της, ὅπως τή βιώνει στούς αἰῶνες τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

1. Ὁ ἐκκλησιαστικοκανονικός ὅρος «αὐτοκέφαλο», πού ἀπαντᾶ σπανιότερα καί ὡς «αὐτοκεφαλία», ἐμφανίζεται τόν 4ο-5ο αἰ. Σημαίνει τήν κανονική (σύμφωνη δηλαδή μέ τούς ἱ. Κανόνες) ὕπαρξη μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας (ἐπαρχιακῆς), μέ λειτουργία ἀνεξάρτητη ἀπό κάθε ἄλλη διοίκηση, μέσα στό πνεῦμα τῆς ἑνὀτητας σύνολης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Αὐτοκέφαλη (μέ δική της κεφαλή) εἶναι μία τοπική Σύνοδος Ἐπισκόπων μιᾶς περιοχῆς, πού καθορίζει ἀνεπηρέαστα τήν ἐσωτερική λειτουργία της, μέ βάση τόν συνοδικό θεσμό. Ὁ σκοπός τῆς χορηγήσεως αὐτοκεφάλου εἶναι ἡ διευκόλυνση μιᾶς ἐπαρχιακῆς Ἐκκλησίας νά ἀσκεῖ ἀπρόσκοπτα καί ἀνεπηρέαστα τό ἔργο της. Τό πρῶτο ἱστορικά αὐτοκέφαλο χορηγήθηκε σ’ αὐτό τό πλαίσιο ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (Ἔφεσος, 431) στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Τό 1589 ἡ ἐμπερίστατη, λόγῳ τῆς δουλείας Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἀναγνώρισε τήν αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Συγκεκριμένα: Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄, ὁ Τρανός (1586-1595, γ΄Πατριαρχία), εὑρισκόμενος τό 1586 στή Ρωσία, δέχθηκε τό αἴτημα τοῦ τσάρου γιά τήν ἵδρυση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, καί τό 1589 ἐχειροτόνησε τόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰώβ πρῶτο Πατριάρχη Ρωσίας. Τό πρᾶγμα ὅμως ἔπρεπε νά κυρωθεῖ συνοδικά. Αὐτό ἔγινε μέ τήν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο τοῦ 1593, πού ἐπιβεβαιώνει ἱστορικά τήν χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου μόνο ἀπό τή Σύνοδο καί ὄχι αὐθαίρετα ἀπό ἕνα Πατριάρχη, ἔστω καί ἄν εἶναι τοῦ ὕψους τοῦ Ἱερεμίου Β΄. Τά αὐτοκέφαλα ὅμως δέν πρέπει ποτέ νά διασποῦν τήν ἑνότητα τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πού διακρατεῖται μέ τήν μία Πίστη, τήν ἴδια Λατρεία καί τήν ἴδια Κανονική Τάξη.

2. Χαρακτηριστική περίπτωση αὐτοκεφαλίας στά νεώτερα χρόνια, ἀλλά καί διδακτική γιά τήν ἐποχή μας, εἶναι τό Ἑλλαδικό αὐτοκέφαλο τοῦ 1850, μετά μάλιστα τήν πραξικοπηματική αὐτονόμηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τό 1833, πού ἦταν ἔργο τῆς Βαυαροκρατίας καί τῆς παράταξης τῶν Ἑλλήνων Διαφωτιστῶν, μέ πρωτεργάτες τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ (1748-1833) καί τόν ὁμόψυχό του Ἀρχιμ. Θεόκληρο Φαρμακίδη (1784-1860) καί πραγματοποιήθηκε μέ τήν ἔναρξη τῆς Βαυαροκρατίας (1833). Δύο φορές (1821 καί 1831) ὁ Κοραῆς ἔθεσε τό αἴτημα γιά μιά αὐτόνομη Ἑλλαδική Ἐκκλησία, ἀνεξάρτητη ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν μέχρι τότε «Μητέρα Ἐκκλησία», μέ τήν δικαιολογία, ὅτι «δέν εἶναι περί δόγματος ὁ λόγος, ἀλλά περί τύπου». Μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως, διεκόπη ἡ ἐπικοινωνία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, οἱ δέ ἐπίσκοποί της ἐμνημόνευαν «πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων». Παρ’ ὅλα αὐτά, μέχρι τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα δέν ἐπιχειρήθηκε ἡ πραξικοπηματική, μονομερής δηλαδή, ἀνεξαρτητοποίηση τῆς Ἑλλαδικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας.
.              Ἀντίθετα ὁ Καποδίστριας προσπάθησε νά ἀποκαταστήσει τίς κανονικές σχέσεις μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία. Προετοίμασε, λοιπόν, τόν ἀπό Ρέοντος καἰ Πραστοῦ καί κατόπιν Κυνουρίας Διονύσιο νά μεταβεῖ στήν Κωνσταντινούπολη γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Αὐτό ἔγινε τό 1831 ἐπί Πατριάρχου Κωνσταντίου Α΄ τοῦ ἀπό Σιναίου (1830-1834). Στό μεταξύ ὅμως ἔλαβε χώρα ἡ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια (27.9.1831), κάτι πού κατά τήν δική μου ταπεινή ἐκτίμηση δέν εἶναι ἄσχετη μέ τήν φιλορθόδοξη πολιτική τοῦ πρώτου μας Κυβερνήτου καί μόνου πατερικά ὀρθοδόξου Ἕλληνα Ἡγέτη ὥς σήμερα. Ἀλλά καί στά αὐτοκέφαλα τῶν βαλκανικῶν Ἐκκλησιῶν τόν 19ον αἰώνα παρεμβάλλονταν οἱ Μεγάλες Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης, καί ἰδιαίτερα ἡ Βρετανία, στήν ἐπιδίωξή της νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό ἀντίπαλο δέος, τήν ὀρθόδοξη Ρωσία καί τήν ἐπιρροή της στά Βαλκάνια. Τήν θέση τῆς Βρετανίας ἔχουν σήμερα οἱ Η.Π.Α.
.             Ἄς προσεχθοῦν οἱ ἀναλογίες τοῦ τότε μέ τό σήμερα.
.            Τό πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐντάχθηκε στό «ἀνατολικό ζήτημα» καί τήν μόνιμη ἐπιθυμία τῆς Εὐρώπης γιά τήν διάλυση τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, κάτι πού συνδυαζόταν μέ τήν διάλυση τῆς Ρωμαίικης Ἐθναρχίας καί τή συρρίκνωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ διάλυση τῆς Ἐθναρχίας σήμαινε στήν πράξη καί θάνατο τοῦ Βυζαντίου/Ρωμανίας, πού συνεχιζόταν στά ὅρια τῆς ἐθναρχικῆς δικαιοδοσίας μέ κέντρο τό πρῶτο Πατριαρχεῖο τῆς Ρωμηοσύνης, τό Οἰκουμενικό.

3. Δέν ἔλειψαν, βέβαια, οἱ προσπάθειες ἐπικοινωνίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στἀ δεκαεπτά χρόνια, πού διήρκεσε τό ἑλλαδικό «σχίσμα» τοῦ 1833. Ἀπό τό 1834, μάλιστα, ἄρχισε μία σειρά ἀποτυχημένων προσπαθειῶν γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν κανονικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία της. Σοβαρότερες προσπάθειες θά ἀρχίσουν τό 1840, ἀλλά νέα σημαντική ἀφορμή ἔδωσε ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1843, ἡ ὁποία κατάργησε συνταγματικά τήν βαυαρική ἀπολυταρχία.
.                Ἡ ὑπόθεση ὅμως ἔφθασε σέ μεγάλη ὀξύτητα τό 1849, ὅταν κορυφώθηκε ἡ ἀνάγκη πληρώσεως τῶν κενῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, πρόβλημα πιεστικό τόσο γιά τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία, ὅσο καί γι’ αὐτή τήν Πολιτεία. Ἔτσι, ἐντάθηκε ἡ προσπάθεια γιά συνεννόηση μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία, ὥστε νά φθάσουμε στόν Συνοδικό Τόμο τῆς 29ης Ἰουνίου 1850. Ἄλλωστε τό μή κανονικό «αὐτοκέφαλο» τοῦ 1833 εἶχε ἀπομονώσει τήν ‘Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνο ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες τοπικές Ἐκκλησίες.

4. Αὐτό ὅμως, πού παρουσιάζει τό μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον, εἶναι ὁ τρόπος χορηγήσεως τοῦ κανονικοῦ αὐτοκεφάλου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καί ὅλες οἱ σχετικές μέ αὐτό διαδικασίες. Γι’ αὐτά μᾶς πληροφορεῖ ὁ «Κώδηξ Ἱερός», πού τυπώθηκε στό «Πατριαρχικό Τυπογραφεῖο» τόν Ἰούνιο τοῦ 1850, καί περιέχει ὅλα τά σχετικά ἔγγραφα καί τά «Πρακτικά» τῆς Συνόδου, πού ἐψήφισε τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἑλλάδος. Ὁ τίτλος: «ΚΩΔΗΞ ΙΕΡΟΣ, περιέχων τά ΠΡΑΚΤΙΚΑ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς συγκροτηθείσης ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπί τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Ἀνθίμου τοῦ Βυζαντίου, Περί τῆς ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ,α ω ν´, Ἰνδικτιῶνος η΄, Κατά μῆνα Ἰούνιον» (σελ. 4 χ. ἀρ. καί σελ. α΄-ε΄+ 84).
.             Γιά τήν ἐπίτευξη τῆς τελικῆς λύσεως θεωρήθηκε ἀπό τήν Σύνοδο ἀναγκαία ἡ «κοινή σύσκεψις τοῦ ἱ. Κλήρου τῆς Ἑλλάδος καί ἡ συνευδόκησις τῆς Κυβερνήσεως». (Κ. Οἰκονόμος). Ἄρα τό αὐτοκέφαλό μας ζητήθηκε ἀπό τόν ἑλλαδικό Κλῆρο (πού ἐξέφραζε καί τόν Λαό) καί τήν Ἑλληνική Πολιτεία. Αὐτή εἶναι ἡ σύμφωνη μέ τούς ἱερούς Κανόνες πορεία. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία χαρακτηρίζεται συχνά στόν Πρόλογο τοῦ Πατριάρχου καί σέ ἄλλα ἔγγραφα, «κέντρον ἁπασῶν τῶν ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν», κάτι πού σχετίζεται μέ τά ἀπό αἰώνων «πρεσβεῖα τιμῆς» τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἰδιαίτερα τονίζεται, ὅτι «ἡ ἐνέργεια τῆς Συνόδου ἦταν μία οἰκονομία, δικαία τε κατά πάντα καί εὔλογος, καί σύμμορφος ὅλοις τοῖς ἀνέκαθεν νενομισμένοις τε καί παραδεδομένοις ἡμῖν, καί τῇ ἑκάστοτε παραδειγματικῇ καί κανονιστικῇ πράξει τῆς Ἐκκλησίας». Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διά τοῦ Πατριάρχου του ὁμολογεῖ ὅτι ἐνεργεῖ μέ βάση τά «πρεσβεῖα τιμῆς» στήν Ὀρθοδοξία.
.                Ὅ,τι ἔγινε συνεπῶς στή Σύνοδο δέν ἔγινε αὐθαίρετα, ἀλλά συνοδικά, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, μολονότι τό αὐτοκέφαλο σχετιζόταν μέ περιοχή, πού ἀνῆκε δικαιοδοσιακά στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τά πάντα ἀποφασίσθησαν ἀπό τήν συγκροτηθεῖσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ὑπό τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τονίζεται, μάλιστα, ὅτι «ἡ αὐτοκεφαλία» ἦταν «εὐσεβής καί φιλόθεος ἀξίωσις … τοῦ (ἐν Ἑλλάδι) Ὀρθοδόξου Πληρώματος» (ὅλου δηλαδή τοῦ Ἔθνους), ἔγινε δέ κατά τό παράδειγμα καί ἄλλων Ὀρθοδόξων Λαῶν. Ὁ λόγος αὐτός ὑπονοεῖ τά λοιπά αὐτοκέφαλα, ὅπως λ.χ. ἐκεῖνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας (1589), τό ὁποῖο ἔγινε μέν δεκτό ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄, πού τό 1589 ἦταν στή Ρωσία, ἐγκρίθηκε ὅμως τό 1593 ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ Πατριάρχη στήν ἕδρα του. Ὅλα στήν Ὀρθοδοξία (πρέπει νά) λύνονται συνοδικά καί ὄχι «παπικά» καί αὐθαίρετα. Ὑπενθυμίζεται δέ ὅτι μέ τό ἀντικανονικό «αὐτοκέφαλο» τοῦ 1833 ἐπῆλθε ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπί δεκαεπτά χρόνια καί ἡ «ἀπομόνωσή» της ἀπό τήν ὀρθόδοξη κοινωνία.
.                Ἔτσι συγκροτήθηκε «Σύνοδος Ἁγία καί Μεγάλη», στήν ὁποία συμμετεῖχαν: Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἄνθιμος Δ΄, ὡς «προϊστάμενος», ὁ πρ. Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κωνστάντιος ὁ ἀπό Σιναίου, ὁ πρ. Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γερμανός Δ΄, ὁ πρ. Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἄνθιμος ὁ ἀπό Ἐφέσου, ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κύριλλος ϛ΄, καί οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολίται τοῦ «Οἰκουμενικοῦ Θρόνου» Καισαρείας Παΐσιος , Ἐφέσου Ἄνθιμος, Ἡρακλείας Πανάρετος, Νικομηδείας Διονύσιος, Χαλκηδόνος Ἱερόθεος, Δέρκων Νεόφυτος, Πρόεδρος Διδυμοτείχου Μελέτιος, Νεοκαισαρείας Λεόντιος, Κρήτης Χρύσανθος, Σερρῶν Ἰάκωβος, Βιζύης Γρηγόριος, Σωζουαγαθουπόλεως Προκόπιος. Συμμετεῖχαν ἐπίσης οἱ Μητροπολῖται καί Διδάσκαλοι τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὁ πρώην Μεσημβρίας Σαμουήλ καί ὁ Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνος (Τυπάλδος), Σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης καί Γραμματεύς τῆς Συνόδου. Ἐπιδιώχθηκε δηλαδή ἡ κατά τό δυνατόν εὐρύτερη συμμετοχή στή Σύνοδο αὐτή, γιά νά ἔχει μεγαλύτερη ἐγκυρότητα, ἐφόσον τό Αὐτοκέφαλο δέν τό χορηγεῖ ἀτομικά ὁ Πατριάρχης, ἀλλά ὅλη ἡ Σύνοδος, μέ «πρῶτον τῇ τάξει» τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Αὐτή τήν ὁδό, ὅπως ἐλέχθη, ἀκολούθησε καί ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας τό 1589/1593.
.                  Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις ἀπεφασίσθη καί χορηγήθηκε τό Αὐτοκέφαλο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί οἱ παραπάνω Ἱεράρχες ὑπογράφουν τόν Συνοδικό Τόμο τῆς 29ης Ἰουνίου 1850, πού ἀνεκήρυττε αὐτοκέφαλη τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Κατά τόν Συνοδικό Τόμο «ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θά ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος», μέ ὑπέρτατη ἐκκλησιαστική Ἀρχή «Σύνοδον διαρκῆ» καί Πρόεδρο «τόν κατά καιρόν … Μητροπολίτην (Ἀρχιεπίσκοπον) Ἀθηνῶν, διοικουμένη ἐλευθέρως καί ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως». «Ἐπιγινώσκεται δέ καί ἀνακηρύσσεται» «πνευματική ἀ δ ε λ φ ή» τῆς πρώην Μητρός Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν θά χαρακτηρίζεται πλέον «Μητέρα», ἀλλά «Ἀδελφή Ἐκκλησία». Ἔτσι «ἀναγορεύεται καί κηρύττεται ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία αὐτοκέφαλος» καί ἡ Σύνοδός της «ἀδελφή ἐν Πνεύματι» μέ κάθε ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

5. Ἡ χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου ἔγινε μέ βάση συγκεκριμένους ὅρους (σ. 23-26), στούς ὁποίους μεταξύ ἄλλων ὁρίζεται, ὅτι ἀνωτάτη ἐκκλησιαστική ἀρχή εἶναι ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ πρόεδρον τόν κατά καιρόν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν. Δέν γίνεται ὅμως λόγος περί «Πρώτου». Ἡ Σύνοδος θά διοικεῖ «τά τῆς Ἐκκλησίας κατά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, ἐλευθέρως καί ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως» (Ὅρος Α΄) γιά τήν ἀποφυγή τῆς πολιτειοκρατίας. Γιά τήν διατήρηση δέ τῆς πνευματικῆς σχέσης μέ τήν ὥς τότε Μητέρα Ἐκκλησία ὁρίζεται (ὅρος Ε΄) ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά παραλαμβάνει τό ἅγιο Μύρον ἀπό τήν Ἐκκλησία Κων/λεως. Δέν πρέπει δέ νά λησμονεῖται, ὅτι μετά τήν ἀπόκτηση τῆς αὐτοκεφαλίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γίνεται πλέον «’Αδελφή» ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί αὐτῆς τῆς πρώην «Μητρός Ἐκκλησίας». Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Ἄν μία ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος, π.χ. ἡ Πελοπόννησος, διεκδικήσει αὐτοκεφαλία, ἔχει ἤ δέν ἔχει λόγο ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ μέχρι τότε δηλαδή Μητέρα Ἐκκλησία; Αὐτό παραπέμπει σήμερα στήν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας.
.                Τό Ἑλληνικό αὐτοκέφαλο εἶναι μιά χαρακτηριστική περίπτωση, πού διακρίνεται διά τήν πιστότητά της στήν ἐκκλησιαστικοκανονική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί γι’ αὐτό μπορεῖ -καί πρέπει- νά λειτουργήσει ὡς πρότυπο καί στήν ἐποχή μας.

ΠΗΓΗ: «ΟΡΘΡΟΣ»

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

SINE IRA ET STUDIO. ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΙΚΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Sine ira et studio
Ἐν ὄψει τῶν τραγικῶν ἐξελίξεων
στὴν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος ἔγραψε ὅτι ἡ πρόθεσή του ἦταν νὰ γράψει ἱστορία sine ira et studio, δηλαδὴ χωρὶς ἐμπάθεια καὶ θυμό, ἀλλὰ καὶ χωρὶς εὔνοια. Ὁ ἴδιος δὲν ὑλοποίησε τὴν πρόθεσή του, ὅμως ἔμεινε στὴν ἱστορία ὁ λόγος του γιὰ τὸ πῶς ἕνας ἱστορικὸς ὀφείλει νὰ βλέπει τὴν Ἱστορία. Αὐτὸν τὸν καιρὸ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμβαίνουν δραματικὰ γεγονότα. Ἡ ἑνότητά Της βρίσκεται σὲ ἄμεσο κίνδυνο. Στὸν τρέχοντα μήνα καὶ συγκεκριμένα στὶς 15 Δεκεμβρίου 2018 ἡ κρίση θὰ κορυφωθεῖ μὲ τὴν σύγκληση στὸ Κίεβο τῆς «Ἑνωτικῆς Συνόδου». Σὲ αὐτὴν ἔχουν προσκληθεῖ ὅλοι οἱ Ἱεράρχες τῆς Οὐκρανίας, κανονικοὶ καὶ σχισματικοὶ καὶ ὅσοι παραστοῦν θὰ ἐκλέξουν Προκαθήμενο, στὸν ὁποῖο θὰ δοθεῖ ὁ Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο θὰ τὴν προσθέσει στὶς 14 Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες…
.           Τὸ θέμα σήμερα δὲν εἶναι τὰ προβλήματα ποὺ θὰ προκύψουν ἀπὸ τὴν ἐπισημοποίηση τῆς ἐνεργείας τοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὰ θὰ εἶναι πολλὰ καὶ τραγικὰ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἕπονται. Τὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔγκριτος καθηγητὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, καὶ σύμβουλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, χειρίστηκε τὸ ἱστορικὸ θέμα τῆς κρίσης Φαναρίου καὶ Μόσχας, ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας. Ἔγραψε ἄρθρο μὲ πολλοὺς χαρακτηρισμοὺς σὲ βάρος «τῶν συμβούλων τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας» καὶ μὲ λίγα καὶ συζητήσιμα ἐπιχειρήματα.
.       Ἔχουν γράψει πολλοί, ποὺ στηρίζουν τὴν ἐνέργεια τοῦ κ. Βαρθολομαίου στὴν κρίση τῆς Οὐκρανίας. Αὐτοὶ δικαιολογοῦνται. Ὀφείλουν νὰ ὑποστηρίξουν τὶς θέσεις καὶ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου. Ὅμως ἀπὸ ἕναν πολιό, ἔμπειρο καὶ ἱκανὸ καθηγητὴ θὰ ἀνέμενε κανεὶς νὰ ἐκφράζεται μόνο μὲ ἐπιχειρήματα. Γιὰ λόγους ἱστορικοὺς ἀναφέρονται οἱ χαρακτηρισμοὶ ποὺ ἔγραψε στὶς δέκα ἑπτὰ πρῶτες σελίδες τοῦ ἄρθρου του. Οἱ περισσότεροι ἐπαναλαμβάνονται πλειστάκις.

Στὴν πρώτη σελίδα:
– Πλασματικὸ ἔρεισμα
– Αὐθαίρετη ἑρμηνεία τῶν ἐπισήμων κειμένων.
– Ἑρμηνεύουν ἀκρίτως μὲ ἐσφαλμένη μέθοδο.
– Δῆθεν…
Στὴν τρίτη σελίδα:
– Μὲ τὶς ἀβάσιμες καὶ ἄκριτες ἀμφισβητήσεις.
– Λίγο πιὸ κάτω: Μὲ ἀβάσιμα καὶ πλασματικὰ ἐπιχειρήματα.
Στὴν τετάρτη σελίδα:
– Παντελῶς ἀβάσιμα καὶ προφανῶς πλασματικὰ τὰ ἐπιχειρήματα.
– Τὰ προβάλλουν ἀφελῶς.
Στὴν πέμπτη σελίδα:
– Ἑρμηνεύουν αὐθαιρέτως καὶ ἐσφαλμένως ἐξ ἀγνοίας ἢ σκοπίμως.
– Ὑποστηρίζουν ἕνα πλασματικὸ καὶ παντελῶς ἀβάσιμο συμπέρασμα.
– Δῆθεν…
– Ἀγνοοῦν ἢ ἐπιθυμοῦν νὰ ἀγνοοῦν σκοπίμως.
Στὴν ἕκτη σελίδα:
– Ὑποστηρίζουν ἀφελῶς ἢ σκοπίμως.
– Δῆθεν… (Δύο φορὲς)
– Ἀποσυνδέουν αὐθαιρέτως.
– Προέβαλαν ἀφελῶς τὸν πλασματικὸ καὶ ἀβάσιμο συλλογισμό.
Στὴν ἑβδόμη σελίδα:
– Παντελῶς ἀβάσιμη καὶ σαφῶς πλασματική.
– Δῆθεν… (Δύο φορές).
– Προβάλλουν ἀφελῶς ὡς ἀναγκαῖα πλασματικὰ ἐπιχειρήματα.
– Τὸν αὐθαίρετο καὶ ἀδιανόητο χαρακτηρισμό.
Στὴν ὀγδήη σελίδα:
– Τὸ ἐπίσης ἀβάσιμο καὶ προφανῶς πλασματικὸ συμπέρασμα.
– Δῆθεν…
– Προφανῶς ἐσφαλμένο τὸ αὐθαίρετο καὶ πλασματικὸ συμπέρασμα.
– Προβάλλουν τὴν αὐθαίρετη, πλασματικὴ καὶ παντελῶς ἀβάσιμη ἑρμηνεία…
Στὴν ἐνάτη σελίδα:
– Ἀναζήτησαν ἄλλα πλασματικὰ ἢ καὶ οὐτοπικὰ ἐπιχειρήματα…
– Σὲ μία προφανῶς πλασματικὴ καὶ σαφῶς ἐσφαλμένη ἑρμηνεία…
Στὴν δεκάτη σελίδα:
– Ἰσχυρίζονται ἀφελῶς.
– Χρησιμοποιήθηκε σκοπίμως γιὰ νὰ ὑποστηριχθῆ ἡ δική τους σαφῶς πλασματικὴ καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη ἑρμηνεία.
– Ὑποστηρίχθηκε αὐθαιρέτως.
Στὴν ἑνδεκάτη σελίδα:
– Ὑποστηρίχθηκε ἀφελῶς.
– Σαφῶς αὐθαίρετη.
– Ἐσφαλμένη ταύτιση.
– Ἰσχυρίζονται ἐξ ἀγνοίας ἢ σκοπίμως.
– Ἀγνοοῦν ἀφελῶς ἢ ἐπιλέγουν σκοπίμως νὰ ἀγνοοῦν.
.                 Στὶς ἑπόμενες σελίδες παρατίθενται συζητήσιμα ἱστορικὰ γεγονότα καὶ στὴν δεκάτη ἑβδόμη σελίδα ἐπαναλαμβάνονται οἱ χαρακτηρισμοί:
– Αὐθαιρέτως καὶ μὲ προφανῶς πλασματικὰ προσχήματα…
– Ἡ αὐθαίρετη ἀβάσιμη καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη ἀμφισβήτηση .
– Ὑποστηρίζεται αὐθαιρέτως ἢ ἀκρίτως …
.           Διαβάζοντας τὸ ἄρθρο τοῦ ὑποστηρικτοῦ τῶν θέσεων τοῦ Φαναρίου καθηγητοῦ, ἐκ τῶν στενῶν συνεργατῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καὶ τοὺς χαρακτηρισμούς του σὲ βάρος τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν ἀπόψεων τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας διερωτᾶται κανεὶς γιὰ ποιὰν εἰρηνικὴ λύση μιλάει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Τὸ ἄρθρο ἐμφανίζει μίσος ἔναντι τῆς ρωσικῆς πλευρᾶς. Ἔτσι οὔτε συζήτηση γίνεται οὔτε εἰρήνη ἐπέρχεται.
.             Ἐπὶ τῶν πραγματικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται στὸ ἄρθρο τοῦ κ. καθηγητοῦ σημειώνονται τὰ ἀκόλουθα:
.       Πέντε φορὲς ἀναφέρει ὅτι ἡ χειροτονία καὶ ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου ἐδόθη «κατ’ οἰκονομίαν» στὸν Πατριάρχη Μόσχας. Ἡ ἔκφραση στὸ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν σχετικὸ κείμενο ποὺ παραθέτει πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται τὸ «κατ’ οἰκονομίαν»…
.       Εἶναι φυσιολογικὸ ὁ κ. καθηγητὴς νὰ ἀναφέρει ἐκκλησιαστικὲς πληροφορίες, τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύει ὑποστηρίζοντας τὶς ἀπόψεις τοῦ Φαναρίου. Δὲν ἀναφέρει ὅμως ἄλλα σημεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀντικειμενικὴ κρίση. Στὴν περίοδο τοῦ 16ου καὶ μέρους τοῦ 17ου αἰώνα οἱ Ὀρθόδοξοι Ρῶσοι τῆς Οὐκρανίας ἦσαν ὑπὸ τὸν ζυγὸ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν Πολωνῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν Λιθουανῶν.
.       Στὴν περίοδο ἐκείνη γίνεται ἡ μεγάλη ἐπίθεση ἀπὸ τὸ Βατικανό, κυρίως διὰ τῶν ἰησουιτῶν, νὰ ἀπομακρύνει τοὺς Ρώσους τῆς Οὐκρανίας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη τους καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφικό, ἐξ αἵματος, δεσμό τους μὲ τοὺς ἄλλους Ρώσους. Ἀποκορύφωμα ἡ «Σύνοδος» τῆς Βρέστης, τὸ 1596 καὶ ἡ καθιέρωση τῆς Οὐνίας, ὡς δουρείου ἵππου στοὺς Ὀρθοδόξους. Τότε δὲν εἶχαν προτεραιότητα τὰ πρωτεῖα καὶ οἱ δικαιοδοσίες. Τότε ἦταν ἡ ἐποχὴ τῶν Ὀρθοδόξων – Οὐκρανῶν Νεομαρτύρων, τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.       Μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου νὰ δώσει τὴν αὐτοκεφαλία στὴν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας πολλὰ ἄρθρα γράφτηκαν ὑποστηρίζοντας τὶς θέσεις τοῦ Φαναρίου ἢ τῆς Μόσχας. Σημασία ὅμως ἔχει τί ἔχει γραφεῖ σχετικὰ μὲ τὴν Οὐκρανία σὲ ἀνύποπτο χρόνο, πρὶν ἀπὸ τὴν κρίση μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Μόσχας.
.        Στὴν ἰστοσελίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὸν Πατριάρχη Παρθένιο Α΄ ἀναφέρονται, μεταξὺ ἄλλων, τὰ ἀκόλουθα: «Τὸ 1642 ἔστειλε τὸν Μελέτιο Συρίγο στὸ Ἰάσιο, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε (sic) στὶς ἐργασίες τῆς π τν Μητροπολίτη Κιέβου Πέτρο Μογίλα Συνόδου. Ἡ Σύνοδος κατέληξε στὴν λεγομένη Ὀρθόδοξο Ὁμολογία, κείμενο τὸ ὁποῖο Πέτρος Μογίλας θελε χρησιμοποιήσει γι ν προφυλάξει τος Ρώσους ἀπὸ τὶς καλβινιστικὲς κυρίως θέσεις, ποὺ προωθοῦσε τότε ἡ ψευδολουκάρειος ὁμολογία ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ρωμαιοκαθολικὲς κακοδοξίες». (Σημ. Οἱ ὑπογραμμίσεις τοῦ γράφοντος). Μητροπολίτης Κιέβου γι ν προφυλάξει τος Ρώσους π τς κακοδοξίες. Δν ναφέρονται Οκρανοί…
.         Στὸ πόνημά του «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» (Σημ. Τὸ 1993 πρῶτον κυκλοφορήθηκε στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Penguin καὶ τὸ 1996 στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἀκρίτας) ὁ Μητροπολίτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Διοκλείας Κάλλιστος (Γουέαρ) γράφει ὅτι «ἡ μόνη μακροπρόθεσμη λύση θὰ ἦταν ἡ δημιουργία μίας ἐντελῶς ἀνεξάρτητης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας στὴν Οὐκρανία». Ὅμως προσθέτει: «Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀπαιτεῖ τ συναίνεση το Πατριαρχείου Μόσχας καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στ δικαιοδοσία το ποίου νκε Οκρανία πρν τ 1686» (Σελ. 267 στὴν ἑλλ. Ἔκδ.). Ὑπογραμμίζονται ἀπὸ τὸν γράφοντα τὰ σημεῖα τοῦ Σεβ. Διοκλείας ὅτι ατοκεφαλία παιτε τ συναίνεση το Πατριαρχείου τς Μόσχας, στο ποίου τ δικαιοδοσία νήκει Οκρανία μετ τ 1686.
.           Ὁ Σεβ. Κάλλιστος σημειώνει γιὰ τὸ θέμα τῆς Οὐκρανίας ὅτι «ἡ ἐποχὴ (τοῦ 1990) ἦταν ἐποχὴ μεγάλης ἐλπίδας ἀλλὰ καὶ βαθιᾶς ἀνησυχίας γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς πρώην Σοβιετικῆς Ἑνώσεως». Στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 2010 ἡ ἐλπίδα λογικὰ ἐκλείπει. Μένει στὸν Κύριο μόνο… Ἀνθρωπίνως μένει ἡ βαθιὰ ἀνησυχία. Καὶ αὐτὴ δὲν περιορίζεται στὴν πρώην Σοβιετικὴ Ἕνωση, ἐκτείνεται σὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.-

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ

Τ Πατριαρχεο στόχος τς ναθεώρησης!

Τί κρύβει ἡ κυβερνητικὴ σπουδὴ στὴν πρόταση γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3 στὸ Σύνταγμα

Ρεπορτὰζ
Ἀντώνης Τριανταφύλλου
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 27.11.2018

.             Ὅταν ἡ κυβέρνηση στὶς ἀρχὲς τοῦ μήνα ἔδωσε στὴ δημοσιότητα τὴν πρότασή της γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ δημόσια συζήτηση ἑστίασαν στὴν ἑρμηνευτικὴ δήλωση περὶ οὐδετερόθρησκου κράτους καὶ τὴν ἐπικοινωνιακὴ σπουδὴ τῆς κυβέρνησης νὰ πείσει ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν προσθήκη ἑδραιώνει τὴν οὐδετερότητα τοῦ κράτους ἀπέναντι σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες.
.             Μία προσεκτικὴ ἀνάγνωση καὶ ἀντιπαραβολὴ τοῦ ὑφισταμένου ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν κυβερνητικὴ πρόταση, ὅμως, φανερώνει τὸν πραγματικὸ λόγο ποὺ «κόπηκε καὶ ράφτηκε» μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο. Οἱ διατυπώσεις στὴν πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ ἔμπειρους νομικοὺς ἑρμηνευτές, εἶναι τόσο εὔστοχες, ποὺ ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ καλόπιστος ἀναγνώστης δὲν μπορεῖ νὰ παραγνωρίσει ὅτι στόχος δὲν εἶναι γενικὰ καὶ ἀόριστα ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἰδικὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Αὐτὸ γίνεται εὐκολότερα ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ Φανάρι οὐδέποτε ἐνημερώθηκε, ὅπως ὄφειλε νὰ κάνει ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση, γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς συνταγματικῆς ἀναθεώρησης, παρὰ τὸ ζωτικὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ αὐτὴ τὴ διαδικασία.
.             Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ προτείνει ὁ ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα μὲ νομικοὺς κύκλους, μόνο πρόχειρη δὲν εἶναι. Ἁπλοποιεῖ ἐπικίνδυνα τὴ διατύπωση ποὺ περιγράφει τὸ πλέγμα τῶν σχέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τὶς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίες του, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνπάγεται.
.             Ἡ ἐπιλεκτικὴ διόρθωση συγκεκριμένων σημείων, πολὺ περισσότερο ἡ σπουδὴ γιὰ τὴν πλήρη διαγραφὴ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3, ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἴδιοι νομικοὶ κύκλοι, ὁδηγεῖ κάπου συγκεκριμένα καὶ ἐπικίνδυνα. Παύει ἡ γενικὴ ἀναφορὰ στὶς Νέες Χῶρες, κάτι ποὺ δυνητικὰ μπορεῖ νὰ ἀποδυναμώσει νομικὰ τὸν δεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὶς ἐπαρχίες του στὴ βόρεια Ἑλλάδα καὶ στὰ νησιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου, καθὼς καὶ τὸ ἰδιαίτερο νομικὸ καθεστὼς τῶν Πατριαρχικῶν Σταυροπηγίων τῆς Μονῆς Βλατάδων στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολύτριας στὴ Χαλκιδική.
.             Μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 2017, ποὺ ἔφερε στὴ δημοσιότητα ἡ ἰστοσελίδα orthodoxia.info, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε φροντίσει νὰ θέσει τὸν πρωθυπουργὸ τῆς Ἑλλάδας ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν του, καθιστώντας σαφὲς πὼς τὸ Φανάρι δὲν ἦταν σὲ καμία περίπτωση διατεθειμένο νὰ δεχτεῖ νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα οἱ ἀναφορὲς σὲ αὐτό, στὶς δικαιοδοσίες τοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928.
.             Οἱ ἐξελίξεις καὶ κυρίως ὁ τρόπος ποὺ διατυπώθηκε ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος φανερώνουν ὅτι τὸ αἴτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ μὴ θιγεῖ καθόλου τὸ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ποτὲ δὲν ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψη.
.             Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ σημερινὴ παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐξηγήσεις ποὺ θὰ δώσει -ἢ μᾶλλον οἱ δικαιολογίες ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρατεύσει- ἔχουν ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον.

Ἆρον ἆρον στὸ Φανάρι ὁ Γαβρόγλου

.             Δεύτερη φορὰ μέσα σὲ διάστημα δύο ἑβδομάδων ὁ Κώστας Γαβρόγλου ταξιδεύει στὴν Κωνσταντινούπολη, σὲ ρόλο πυροσβέστη τῆς δυσφορίας τοῦ Φαναρίου. Ὁ ὑπουργὸς Παιδείας, ὡς ἁρμόδιος γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, θὰ σταθεῖ ἐνώπιόν της Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου καὶ θὰ κληθεῖ νὰ δώσει πειστικὲς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν περιθωριοποίηση τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας ἀπὸ πολὺ σημαντικὲς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση καὶ γιὰ τὴ συμφωνία Τσίπρα – Ἱερωνύμου. Μπορεῖ ὁ Κώστας Γαβρόγλου νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ συμφωνία ποὺ ἀνακοίνωσε στὶς 6 Νοεμβρίου ὁ Ἀλέξης Τσίπρας ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τὸ Φανάρι, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές.
.             Τόσο ἡ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση ὅσο καὶ οἱ προτεινόμενες δομικὲς ἀνατροπὲς ποὺ θὰ ἐπιφέρει πιθανὴ ἀλλαγὴ στὸ μισθολογικὸ καθεστὼς τῶν κληρικῶν στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῶν ἀποσπάσεων κληρικῶν στὸ ἐξωτερικὸ ἀφοροῦν ἄμεσα καὶ τὴν πρωτόθρονη Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον μέσα στὴ διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται καὶ οἱ Νέες Χῶρες ποὺ ἀνήκουν πνευματικὰ στὸ Φανάρι, ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων ποὺ ὑπάγονται ἀπευθείας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

 

 

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΤΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 

 

Ἡ Ἔκκλητος πρὸς τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως

τοῦ ἐπισκόπου Ἀβύδου Κυρίλλου 

.             Ἡ Ἔκκλητος πρός τήν πρωτόθρονο Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀφορᾶ τό προνόμιο τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀσχολεῖται, νά κρίνει καί νά ἐπιλύει, αὐτός καί μόνον αὐτός, ἐπίδικες διαφορές σέ θέματα πού ἀναφύονται ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς δικῆς του ἐδαφικῆς δικαιοδοσίας. Τό προνόμιο αὐτό θεμελιώνεται στούς Ἱερούς Κανόνες, ἀλλά καί στή δισχιλιετή κανονική μας παράδοση, ἡ ὁποία ἀδιαμφισβήτητα ἐπιβεβαιώνει καί ἑρμηνεύει αὐθεντικά τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Μαρτυρεῖται ἐπιπλέον καί ἀπό κείμενα τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας καί ἀπό περιωνύμους ἑρμηνευτές καί σχολιαστές τῶν Ἱερῶν κανόνων. Ἐκτός ὅμως ὅλων τούτων καταδεικνύεται ἀδιαμφισβήτητα καί διαχρονικά ἀπό τήν κανονική πράξη, ὅπως αὐτή παραδίδεται στίς πηγές. Ἡ διαχρονική μαρτυρία τῆς κανονικῆς πράξεως καθιστᾶ τό προνόμιο τῆς Ἐκκλήτου ἀδιαμφισβήτητο.
.               Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος[1] στόν 6ο καί στόν 7ο κανόνα της ξεχώρισε ἀπό ὅλους τούς ἐκκλησιαστικούς θρόνους, τούς θρόνους τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἀντιόχειας, τῆς Ρώμης καί τῶν Ἱεροσολύμων καί τούς ἀπέδωσε τά πρεσβεῖα, ἀναγνωρίζοντας τήν πνευματική τους ἀκτινοβολία καί θεωρώντας αὐτούς αὐθεντικούς φορεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Τό ἴδιο ἔπραξε στή συνέχεια καί ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος[2] μέ τόν 3ο κανόνα της γιά τό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τά πρεσβεῖα αὐτά δέν ἦταν ἁπλᾶ μιά ἀπόδοση τιμῆς, ἀλλά ἦταν συνδεδεμένα μέ τήν ἄσκηση ἐξουσίας – δικαιοδοσίας σέ συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές πού καθορίστηκαν μέ ἀκρίβεια στή διάρκεια τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Δ´Οἰκουμενική Σύνοδος ἔπραξε ὅμως καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό: Ἀπέδωσε στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἴσα πρεσβεῖα[3] μέ αὐτά τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης. Ὁ θρόνος τῆς Ρώμης ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων θρόνων, γιατί μέ βάση τούς κανόνες 3, 4, 5 τῆς Συνόδου στή Σαρδική[4] εἶχε τό δικαίωμα νά δέχεται Ἐκκλήτους γιά διαφορές πού ἀνέκυπταν ἔξω ἀπό τή δική του γεωγραφική δικαιοδοσία. Μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως αὐτονόητα ἀπέκτησε ἕνα ἀνάλογο προνόμιο. Ἐκτός ὅμως τούτου τό προνόμιο αὐτό εἶχε μέ σαφήνεια ἀποδοθεῖ στό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέ τούς κανόνες 9 καί 17 τῆς Συνόδου στή Χαλκηδόνα[5]. Ἡ εὐχέρεια ἀσκήσεως Ἐκκλήτου εἴτε στή Ρώμη εἴτε στήν Κωνσταντινούπολη ἴσχυσε μέχρι τόν 9ο αἰῶνα, εἰδικώτερα μέχρι τή Σύνοδο τοῦ 879/80 ἐπί Ἰ. Φωτίου[6] μέ τό ὁποῖο ὁ θρόνος τῆς Ρώμης κατέστη ἁρμόδιος μόνο γιά ὑποθέσεις πού ἀναφύονταν στήν Δύση, ἐνῶ ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ἁρμόδιος γιά διαφορές ἀναφυόμενες στήν Ἀνατολή.
.             Ἐνῶ ὁ Ζωναρᾶς[7] μιλώντας γιά τά πρεσβεῖα κάνει λόγο γιά τά «πρωτεῖα ἤ τό ἐξαίρετον», ὁ Βαλσαμών[8] ἑρμηνεύοντας τόν 5ο κανόνα τῆς Σαρδικῆς τονίζει, ὅτι δικαίωμα ἀποδοχῆς Ἐκκλήτου δέν εἶχε μόνον ὁ Ρώμης, ἀλλά καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἀριστηνός[9] κάνει λόγο γιά ἕνα ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως πού δέν ἐδόθη σέ κανένα ἄλλο Πατριάρχη, ὥστε νά ἐκδικάζει ὑποθέσεις – διαφορές ἀναφυόμενες σέ ἄλλα Πατριαρχεῖα. Ὁ Ζωναρᾶς[10] στό σχόλιο του στό 17ο κανόνα τῆς Χαλκηδόνας ἐπισημαίνει, ὅτι Μητροπολίτης ἄλλης δικαιοδοσίας δέ θά μποροῦσε νά ὑπαχθεῖ χωρίς τή θέλησή του στή δικαστική δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτό αὐτονόητα σημαίνει ἀσφαλῶς, ὅτι θά μποροῦσε νά ὑπαχθεῖ στήν κρίση τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ἐάν τό ἐπιθυμοῦσε. Αὐτό ἄλλωστε καταδεικνύει καί ἡ κανονική πρακτική.

Ἐκτός ἀπό τά κείμενα τῶν βυζαντινῶν κανονολόγων ἀξίζει νά μνημονευθοῦν καί τά ἑξῆς κείμενα: 

.             Ἡ ἐπαναγωγή τοῦ Νόμου[11] (9ος αἰ.) ρητῶς ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀποδέχεται Ἐκκλήτους. Τό ἴδιο πράττει καί ὁ Ματθαῖος Βλάσταρης[12] (14ος αἰ.) στό περισπούδαστο ἔργο του «Σύνταγμα κατά Στοιχεῖον».
.             Ἡ Συνοδική Ἐπιστολή[13] τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848. Οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς δέν θεμελιώνουν μόνο τό προνόμιο ἀποδοχῆς Ἐκκλήτου στό γεγονός, ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ἕδρα αὐτοκρατορική, ἀλλά καί στό συνοδικό της «Πρεσβεῖον», δηλ. στό Πρωτεῖο της.
Πέρα ἀπό τήν ἀνωτέρω συνοπτική καταγραφή τοῦ προνομίου τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀποδέχεται Ἐκκλήτους ἀπό ἐπίσημα κείμενα καί ἑρμηνευτές τῶν Κανόνων, ἡ διαχρονική κανονική πρακτική μαρτυρεῖ καί ἐπιβεβαιώνει ἀδιάψευστα τό ἴδιο, ἀκόμα καί ὡς ἐθιμική πρακτική πρίν ἀπό τή Χαλκηδόνα (451). 

Ἐνδεικτικά παραδείγματα: 

.             Τό 394 κρίνεται στήν Κωνσταντινούπολη ἡ καθαίρεση τοῦ Ἐπισκόπου Βόστρων Βαγαδίου ὑπαγομένου στή δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας παρόντων καί τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων[14].
.             Ὁ Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως (434-446) κρίνει ὡς κανονική τήν ἐκλογή τοῦ Ἀλεξάνδρου ὡς ἐπισκόπου Ἀνταράδου [15]. Ἡ ὑπόθεση εἶχε προσαχθεῖ στό Θρόνο Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀλέξανδρο.
.             Ὁ Νομοκάνων τοῦ Ἱ. Φωτίου 9ος αἰ. ἀναγνωρίζει τήν Κωνσταντινούπολη ὡς κεφαλή ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς [16].
.             Ὁ Πατριάρχης Λουκᾶς Χρυσοβέργης (1157—1170) ἀκυρώνει τήν καθαίρεση στήν Κύπρο τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος πού κατέφυγε στήν Κωνσταντινούπολη [17].
.             Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος Α´ (1355) ἐπισημαίνει στόν Ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου τό δικαίωμα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως νά κρίνει ὑποθέσεις ἄλλων Πατριαρχείων [18]. Τό ἴδιο πράττει καί ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος (1356) σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἀντιοχείας ἐπικαλούμενος τούς ἱερούς Κανόνες [19].
.             Ὁ Πατριάρχης Νεῖλος (1382) σέ ἐπιστολή του [20] πρός τόν Θεσσαλονίκης ἐπικαλεῖται τόν 9ο καί 7ο κανόνα τῆς Χαλκηδόνας.
.             Στή Σύνοδο τοῦ 1663 ἐπί Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ Γ´ οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων συνομολογοῦν τό δικαίωμα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως νά δέχεται Ἐκκλήτους [21].
.             Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος (1672) καθαιρεῖ τόν Ἀντιοχείας Κύριλλο μετά ἀπό αἴτημα Μητροπολιτῶν τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας [22].
.             Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἀθωώνει τόν ὑπόδικο Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Νικηφόρο μετά τήν ἀπολογία του ἐνώπιον τοῦ «Οἰκουμενικοῦ κριτηρίου», δηλ. τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως [23].
.             Ὁ Πατριάρχης Παΐσιος Β´ ἐπικυρώνει τήν καθαίρεση [24] τοῦ Μητροπολίτου Χαλεπίου Γερασίμου κατόπιν αἰτήματος καί παρόντος τοῦ Ἀντιοχείας Σιλβέστρου (1746).
.             Σειρά Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 18ου αἰώνα καταδικάζουν μετά ἀπό προσφυγή Πατριαρχῶν τῶν Ἱεροσολύμων τήν προσπάθεια ἀρχιεπισκόπων τῆς Ἱ. Μονῆς Σινᾶ νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν κανονική καί πνευματική ἐποπτεία τοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων [25] .
.             Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος (1872) κατόπιν αἰτήματος τῆς ἁγιοταφικῆς ἀδελφότητος ἐπικυρώνει τήν ἔκπτωση [26] τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Κυρίλλου ἀπό τό θρόνο.
.             Ὅταν τό Πατριαρχεῖο Μόσχας παρεχώρησε αὐτοκεφαλία στήν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας (1949), ἐνῶ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶχε ἤδη παραχωρήσει σ᾽ αὐτήν τήν αὐτοκεφαλία (1924), ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐπισημαίνει μέ ἐπιστολή [27] του στόν Πατριάρχη Μόσχας, ὅτι ἀποτελεῖ ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἐπιλαμβάνεται θεμάτων ἔξω ἀπό τή δική του δικαιοδοσία. Ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ προνομίου εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας (καί ἀργότερα, τό 1990, στήν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας).
.             Ὁ Πατριάρχης Μάξιμος τῆς Βουλγαρίας ἀπευθύνθηκε [28] στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο ἐξ αἰτίας σχίσματος πού εἶχε δημιουργηθεῖ τότε στή Βουλγαρία. Συνεκλήθη ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου Μείζων Σύνοδος στη Σόφια γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος.
.             Ὅταν ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἐκήρυξε ἔκπτωτο τόν Πατριάρχη Εἰρηναῖο (2005), ἡ ἁγιοταφική ἀδελφότητα ζήτησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τήν ἐπικύρωση τῆς ἀπόφασης ἀπό τό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος συνεκάλεσε Σύνοδο τῶν Προακαθημένων, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση [29].
.             Ὅλα τά ἀνωτέρω καταδεικνύουν ἀδιαμφισβήτητα, ὅτι ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποτελεῖ στό χῶρο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τό ὕψιστο, «τό Οἰκουμενικόν Κριτήριον», γιά τήν ἐπίλυση διαφορῶν πού κατά καιρούς ἐνσκήπτουν καί ταλανίζουν τίς κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως δέν ἀντελήφθη ποτέ τό προνόμιό του νά δέχεται Ἐκκλήτους ὡς δυνατότητα κυριαρχικοῦ Πρωτείου, ἀλλά ὡς χρέος συναντίληψης σοβαρῶν θεμάτων μέ ἀποκλειστικό σκοπό τή θεραπεία τραυμάτων στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης καί τῆς κανονικῆς τάξεως. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια ἡ Ἔκκλητος δέν εἶναι παρά μιά ἀσφαλιστική δικλείδα πού σοφά κατά θεία Πρόνοια ἐτέθη ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιά τή διασφάλιση τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. 

 

1. Ρ.Π. Β’, 128,132.

2. Ρ.Π. Β’, 173

3. Ρ.Π. Β’, 280-281.

4. Ρ.Π. Γ’, 233-234, 238, 239-240.

5. Ρ.Π. Β’, 237, 258-259.

6 Mansi, ACO 17A, 497.

7 Ρ.Π. B’, 173.

8 Ρ.Π. Γ’, 242.

9 Ρ.Π. B’, 240.

10 Ρ.Π. B’, 260

11I. Zepos – P. Zepos, Jus Graecoromanum II, 242-243.

12Ρ.Π. ΣΤ’, 429.

13 Ι. Καρμίρης, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Β’, Ἀθῆναι 1953, 916.

14V. Grumel, Les Regestes des Actes du Patriarchat de Constantinople, Vol. I, Fasc. I. Paris 1972, N. 10.

15V. Grumel, Les Regestes, N. 88.

16Ρ.Π. A’, 42.

17V. Grumel, Les Regestes, N. 1097.

18F. Miklosich – I. Müller, Acta et diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, Tom. I, Vienne 1860, 438.

19F. Miklosich – I. Müller, Acta, I, 380.

20F. Miklosich – I. Müller, Acta, I, vol. 2, 40.

21Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Γ’, 102-103.

22Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 59-164.

23Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 557-559.

24Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 190.

25Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β’, 377-381,387, 410-422, 455.

26Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, Θεσσαλονίκη 2010, 837 ἑξ.

27Βλ. Ὀρθοδοξία 25 (1950) 129-130.

28 Βλ. Ὀρθοδοξία 5 (1998) 620-621.

29Βλ. Ἐκκλησία 82 (2005) 556-557.

 

ΠΗΓΗ: fanarion.blogspot.com

 

, , ,

Σχολιάστε

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο

 τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

βλ. σχετ.́ O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

.             Ὅταν ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀμέσως ἐκδηλώνονται τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τά ὁποῖα ἔχουν διαμορφωθῆ ἀπό ἀλλότριες παραδόσεις. Αὐτό παρατηροῦμε καί στό οὐκρανικό πρόβλημα πού ἐκδηλώθηκε στήν ἐποχή μας καί ἔδωσε ἀφορμή νά ἀποκαλύπτονται «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί», ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ἄλλοτε προτάσσεται ἡ ἀγάπη ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὡσάν οἱ Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες νά μήν εἶχαν ἀγάπη, καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες καταστρατηγοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡσάν οἱ Πατέρες νά ἦταν νομικιστές καί νά μή ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐκδηλώνεται τό προτεσταντικό πνεῦμα τοῦ ἀντι-νομισμοῦ, ὅπως ἐπίσης ἐκδηλώνεται καί τό πνεῦμα τῆς ἐκνομίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.             Μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια θά γίνω σαφέστερος, γιατί τά πράγματα δέν εἶναι διαζευκτικά: κανόνες ἤ ἀγάπη.

1. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα

.             Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά Ἔθνη χρειάσθηκε σταδιακά νά συγκροτηθῆ αὐτός ὁ «ἱερός θεσμός» τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἔργο ἄρχισε κυρίως μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου-Λυῶνος. Στήν συνέχεια οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι διοργάνωσαν τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τίς βάσεις γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ἑνότητά της.
.             Στήν ἀρχή συγκροτεῖτο κατά τόπους ἡ Ἐκκλησία ὑπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, καί ἀπό τό μισό τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ. παρατηρεῖται ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἐπαρχιακῶν Συνόδων, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Τό ἀρχαιότερο σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν τό Μητροπολιτικό σύστημα, στό ὁποῖο ὁ Μητροπολίτης ἦταν πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐπαρχίας του. Ἀργότερα δημιουργήθηκε τό ὑπερ-Μητροπολιτικό σύστημα, γιά νά καταλήξη στό Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἐκκλησιαστικά αὐτά συστήματα πάντοτε ὑπάρχει «ὁ Πρῶτος» πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητά τους. Τό θέμα αὐτό δέν ἦταν θέμα κοσμικῆς νοοτροπίας καί ἐξουσίας, ἀλλά ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Αὐτή ἡ συνοδική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγινε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀγάπη, ἀλλά ἀπό ἁγίους καί θεόπνευστους Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖοι Πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέσπισαν Κανόνες γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. καθιέρωσε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, καί οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, κυρίως ἡ Β΄ (381) καί ἡ Δ΄ (451) Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τό ὑπερ-Μητροπολιτικό καί τελικά τό Πατριαρχικό σύστημα.
.             Αὐτές οἱ βασικές ἐκκλησιολογικές γνώσεις εἶναι ἀπαραίτητες, γιατί οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε καί νά σεβόμαστε τήν κανονική αὐτή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν τήν ἀμφισβητοῦμε οὔτε νά τήν ὑπονομεύουμε μέσα ἀπό συναισθηματικούς λόγους καί μάλιστα μέ λαϊκιστικά συνθήματα, τύπου κοινωνικῆς ἀναρχίας.
.             Μάλιστα, λίγο πρίν χειροτονηθοῦμε Ἐπίσκοποι δώσαμε ὑπόσχεση ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ, καί βασικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά διαφυλάξουμε τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἀφοῦ ὁμολογήσουμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔπειτα δίνουμε τήν ἑξῆς ὁμολογία:
.             «Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τούς ἱερούς κανόνας, οὕς οἱ Μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ᾽ αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ᾽ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον Ἱερόν κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου».
.             Ἀπό αὐτό τό ἀπόσπασμα – ὁμολογία πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον φαίνονται δύο σημαντικές ἀλήθειες.
.             Ἡ πρώτη ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πεντηκοστῆς καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Προτεστάντες καί ὅσοι διακρίνονται ἀπό τήν νοοτροπία τους κάνουν διάκριση μεταξύ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί μεταξύ Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί προτιμοῦν τούς μέν ἔναντι τῶν δέ. Μέ τέτοια ἐπιχειρήματα ἐπαγγέλλονται νά ἐπαναφέρουν δῆθεν τήν Ἐκκλησία στήν ἀρχαία ἀποστολική ζωή, παρακάμπτοντας τήν ὅλη κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας πού τήν θεωροῦν ὡς διαστρεβλωτική τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων.
.             Μιά τέτοια θεωρία εἶναι βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες ἐν Συνόδῳ νά θεσπίσουν τού ὅρους καί τούς ἱερούς Κανόνες.
.             Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη σχέση μεταξύ τῶν ὅρων-δογμάτων καί τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ὅροι-δόγματα καθορίζουν τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης στό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό θέμα, ἐνῶ οἱ Κανόνες εἶναι οἱ ἐφαρμογές τῶν ὅρων στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.
.             Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλές φορές κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ἑορτάζουμε τήν σύγκληση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός χάριν μιᾶς νεφελώδους καί συναισθηματικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνατροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης) στό ἄριστο ἐπιστημονικό του ἔργο μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνες» ἀναλύει δεξοδικά αὐτό τό σημαντικό θέμα.
.             Ἰδίως τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου μέ τίτλους: «Ἡ θέσπισις τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς ποιμαντικῆς», «Ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν Κανόνων προϋπόθεσις τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εὐταξίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», «Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπό τῶν Ποιμένων συνοδική διαχείρισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων», «Ἡ αἵρεσις, τό σχίσμα καί ἡ ἐνδεικνυομένη πρός τούς αἱρετικούς καί σχισμαστικούς ποιμαντική στάσις», εἶναι ὑποδείγματα ἐπιστημονικοῦ λόγου καί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
.             Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ μακαριστός Ἡγούμενος χρησιμοποιώντας παραδείγματα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα, γράφει: «Οἱ Πατέρες βιοῦν τούς Κανόνες ὡς “μαρτύρια” Θεοῦ αἰσθανόμενοι δι᾽ αὐτούς χαράν ὡς ᾐσθάνοντο οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν συνείδησιν τῶν Πατέρων οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποτελοῦν οὐχί τι τό διάφορον πρός τάς θείας ἐντολάς, ἀλλά συνέχισιν αὐτῶν. Ὅ,τι λέγεται, λοιπόν, περί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τῇ Καινῇ Διαθήκῃ εἶναι δυνατόν νά λέγεται καί περί τῶν ἱερῶν Κανόνων».
.             Αὐτός ὁ λόγος εἶναι πολύ σημαντικός καί δείχνει τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι᾽ αὐτό κανείς μάλιστα ἀπό μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς δέν πρέπει νά ἀμφισβητῆ τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων.

2. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

.             Στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε οἱ θεόπνευστοι Πατέρες, ὅπως προαναφέρθηκε, νά θεσπίσουν τούς ἱερούς Κανόνες, γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης «Πενταρχίας», καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.

Μερικά παραδείγματα.

.             Ὁ ϛ΄ Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, νά ἐξακολουθήση νά ἔχη τήν τιμή στήν Μητρόπολη, διατηρώντας τό κύρος της.
.             Μέ τόν β΄ καί γ΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.), συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ΄ Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κείμενο: «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην». Μετάφραση (Προδρόμου Ἀκανθοπούλου): «Ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια νά ἔχη τά πρεσβεῖα τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ νέα Ρώμη».
.             Μέ τόν η΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.) ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Κείμενο: «…ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται». Μετάφραση: «…οἱ ἐπίσκοποι τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου, πού προσῆλθαν στήν ἁγία σύνοδο, νά ἔχουν τό ἀνεπηρέαστο καί ἀβίαστο σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῶν ὁσίων Πατέρων καί τήν παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τίς χειροτονίες τῶν εὐσεβεστάτων ἐπισκόπων∙ τό ἴδιο νά τηρηθῆ καί στίς ἄλλες διοικήσεις καί σέ ὅλες γενικά τίς ἐπαρχίες».
.             Μέ τόν κη΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης μέ τόν θρόνο τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: Κείμενο: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». Μετάφραση: «Ἔχοντας λοιπόν τόν ἴδιο σκοπό οἱ ἑκατό πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τά ἴσα πρεσβεῖα στόν ἁγιότατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη πού τιμήθηκε μέ βασιλεία καί σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καί τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τήν πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, νά μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καί στά ἐκκλησιαστικά πράγματα, καθώς εἶναι δεύτερη (στήν τάξη) ὕστερα ἀπό ἐκείνη».
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λϛ´ Κανόνα της. Κείμενο: «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἶτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως». Μετάφραση: «Ἀνανεώνοντας ὅσα νομοθετήθηκαν ἀπό τούς ἑκατόν πενήντα ἁγίους Πατέρες πού συνῆλθαν σ᾽ αὐτήν τή θεοφύλαχτη καί βασιλική πόλη καί ἀπό τούς ἑξακοσίους τριάντα πού συνῆλθαν στή Χαλκηδόνα, ὁρίζουμε νά ἀπολαμβάνη ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τό θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης καί νά μεγαλύνεται, ὅπως ἐκεῖνος, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά εἶναι δεύτερος μετά ἀπό ἐκεῖνον, καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν νά ἀριθμῆται ὁ θρόνος τῆς μεγαλούπολης Ἀλεξάνδρειας, ἔπειτα ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας καί ὕστερα ἀπ᾽ αὐτόν ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων».
.             Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Αὐτό λέγεται «Πενταρχία».
.             Ἀργότερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἡ Πρεσβυτέρα Ρώμη, παρεχώρησε μέ κενωτική-θυσιαστική ἀγάπη τμήματα τοῦ ποιμνίου του γιά τήν δημιουργία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνήθως τά ἄλλα Πατριαρχεῖα δέν προχώρησαν σέ δημιουργία νέων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ποίμνιά τους.

3. Ἡ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας

.             Τά νεώτερα χρόνια παρουσιάσθηκε μιά ἄποψη, θά ἔλεγα ἀντινομιστική, πού εἶναι ἀντίθετη μέ αὐτήν τήν παράδοση, πού ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Πρόκειται γιά μιά θεωρία πού ἐκπόνησαν διάφοροι Ρῶσοι θεολόγοι, ἀναφερόμενοι στό ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πού δείχνει τήν ἐλευθερία, παραθεωρώντας συγχρόνως τούς Κανόνες καί τήν κανονική συγκρότηση τῶν Ἐκκλησιῶν.
.             Βασικό σημεῖο αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὄχι ὡς ἕνας κανονικός ὀργανισμός, ἀλλά μέ βάση τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ θεωρία αὐτή διατυπώθηκε ἀπό τόν Νικολάϊ Ἀφανάσιεφ (1893-1966), ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τίς ἀπόψεις τῶν Σλαυοφίλων θεολόγων, ἰδιαιτέρως τοῦ Χομιακώφ καί τοῦ Μπουλγκάκωφ.
.             Οἱ Σλαυόφιλοι πιστεύουν ὅτι ἡ ρωσική κουλτούρα ἦταν ἕνα προϊόν τοῦ ἰουδαιο-χριστιανισμοῦ καί τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τόν Χριστιανισμό, καί δέν προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο. Ἔτσι, ἡ ἔλλειψη στήν ρωσική κοινωνία τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ φαίνεται ὡς ἀρνητική, ἐν τούτοις γι᾽ αὐτό θεωρεῖται θετική, γιατί ἡ ρωσική κουλτούρα ἀποτελεῖτο ἀπό χριστιανικές πηγές καθαρές, χωρίς τίς μή χριστιανικές ἐπιρροές.
.             Τέτοιες ἀπόψεις ἐκφράσθηκαν ἀπό τόν Ἀλέξη Χομιακώφ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως καθόριζε ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀγάπης «ἔχει τίς ρίζες του σέ ἕνα συστηματικό Τριαδικό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας». Σέ αὐτήν τήν προοπτική παρουσιάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς θεϊκό πρόσωπο πού ἐσωτερικεύει τήν ἐξωτερική ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα ἀπό τόν Χριστό. Αὐτό ἐκδηλώνεται μέσα στήν θεία Εὐχαριστία, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ Aidan Nichols.
.             Συγκεκριμένα, ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἑνότητα τῆς Χάριτος πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα στά Μυστήρια, ἐνῶ αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τόν Παπισμό, στόν ὁποῖο ἔβλεπε ὅτι ὑπάρχει μιά ἐξουσία πάνω σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, γιατί, κατ᾽ αὐτόν, μέσα ἀπό τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καμμιά σχέση ἐξουσίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει ἱεραρχία μεταξύ τους, καμμιά κατάταξη σέ μεγαλύτερο ἤ μικρότερο, μέσα στήν χριστιανική κοινοπολιτεία».
.             Ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς μιά ἀόρατη πραγματικότητα, μιά ἕνωση προσώπων μέ βάση τήν κοινή πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Χριστιανικό Θεό, καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία -Κληρικοί καί λαϊκοί- κληρονομοῦν τό χάρισμα τῶν Ἀποστόλων.
.             Κριτική στήν θεωρία αὐτή τοῦ Χομιακώφ ἔγινε ἀπό τόν Μπουλγκάκωφ πού ὑποστήριζε ὅτι μιά τέτοια ἑρμηνεία προέρχεται ἀπό τήν ταύτιση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, πού συνέβαινε στήν Τσαρική Ρωσία, καί γι’ αὐτό ὁ Χομιακώφ προσπάθησε νά δῆ τήν ἐσωτερική χαρισματική της ζωή. Ὅμως, οἱ δύο ἐπαναστάσεις τοῦ 1917 ἀπελευθέρωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν κρατικό ἔλεγχο καί ἀπεκάλυψαν ὅτι εἶναι μία κοινωνία ἀπό μόνη της, μέ δικά της ὄργανα διακυβερνήσεως καί ἑπομένως δέν εἶναι μόνον ἕνα θεϊκό μυστήριο ἤ μιά πνευματική κοινωνία.
.             Ὅμως, ὁ Μπουλγκάκωφ, παρά τήν κριτική του, κράτησε τρία σημεῖα ἀπό τόν Χομιακώφ, ὅτι ἡ ἀθέατη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πιό σημαντική ἀπό τήν ὁρατή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἑνιαία ἕνωση κοινοτήτων, χωρίς νά ὑπάρχη ἕνας παγκόσμιος θεσμός, καί ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἐξουσία, ἐξαναγκασμός, νομικός περιορισμός, ποινή, ὁπότε ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνότητα μεταξύ ἐλευθερίας καί ἀγάπης.
.              Στήν συνέχεια ὁ Ἀφανάσιεφ εἶδε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι σέ ἕνα ἀνθρώπινο στοιχεῖο, ἀλλά στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη θεμελιώνεται στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά ἐπέκταση καί ἐκ νέου ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ ὅρους τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐσχατολογική, βασική της μορφή εἶναι ἡ Τοπική Ἐκκλησία, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη νόμος ἤ ἐξουσία ἤ σχέσεις ὑποταγῆς καί ἐπιβολῆς.
.             Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἱερωσύνη, ὅπως φαίνεται στήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι διακονική προσφορά, καί ὅταν μιά Τοπική Ἐκκλησία λαθεύει, τότε διακόπτεται ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τά μέλη της καί αὐτό δέν εἶναι μιά πράξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, μιά πράξη σχέσεων ἐξουσίας, ἀλλά μιά πράξη ὁμολογίας πίστεως καί ἀγάπης διορθωτικῆς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού ἔκανε λάθη εἶναι ἐλεύθερη νά τά λάβη ὑπ᾽ ὄψη της ἤ ὄχι.
.             Ἀπό αὐτήν τήν μικρή ἀνάλυση τῆς θεωρίας τῶν σλαυόφιλων θεολόγων φαίνεται καθαρά ἡ ὑποτίμηση καί ἡ παραθεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἦταν ἐπίδραση τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Βέβαια, οἱ σλαυόφιλοι θεολόγοι εἶχαν δικά τους προβλήματα, κατά τήν τσαρική περίοδο καί τήν μεταεπανασταστική περίοδο, καί γι᾽ αὐτό ἔφθασαν σέ αὐτήν τήν θεωρία ἐξάρσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας σέ βάρος τῆς κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
.             Δυστυχῶς ὅμως αὐτές οἱ θεωρίες ἐπηρέασαν καί πολλούς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὥστε στήν συνέχεια καί αὐτοί νά παραθεωροῦν τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁμιλοῦν γιά μιά σύνδεση ἀγάπης καί ἐλευθερίας μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μελετώντας τά Πρακτικά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, παρατηρεῖ κανείς τά ἀκόλουθα:
.             Πρῶτον, οἱ Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητάς της, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Δεύτερον, οἱ ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα πού καταργοῦν τήν ἀγάπη καί ἀντιπαλεύουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά εἶναι «μαρτύρια» τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.
.             Τρίτον, ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἔχει ὡς Πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης.
.             Τέταρτον, ἡ παραθεώρηση τοῦ κανονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀγάπης καί ἐλευθερίας συνιστᾶ ὑπονόμευση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ὁμολογήσαμε πρίν τήν χειροτονία μας ὅτι θά τηροῦμε καί δέν πρέπει νά τούς ἀπαξιώνουμε μέ περίεργους συλλογισμούς.
.             Πέμπτον, ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν ἱστορία τῆς Αὐτοκεφαλίας μας. Γιατί, ὅπως ἔγραφε παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, εἴμαστε «οἱ πρῶτοι διδάξαντες» τούς Βαλκανικούς λαούς γιά τήν ἀποσκίρτησή τους μέ ἐπαναστατικό τρόπο ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση ξένων δυνάμεων, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἦταν ἀπόρροια τοῦ Διαφωτισμοῦ.
.             Ἕκτον, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «πρωτότοκη θυγατέρα» καί ἀδελφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει τήν τιμή νά συνοικῆ μέ τήν Μητέρα – Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γι᾽ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στούς λόγους μας, ὥστε νά μή συμμετέχουμε σέ πράξεις ὑπονομεύσεώς του. Ἄν γίνη κάτι τέτοιο, εἶναι στήν πραγματικότητα παράβαση τῆς ὁμολογίας πού δώσαμε ὅτι θά τηροῦμε τά δόγματα, τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὅλα ὅσα ἀναφέρθησαν προηγουμένως εἶναι ἀπαραίτητα νά ὑπενθυμίζονται, γιατί δυστυχῶς παραθεωρεῖται τό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς δῆθεν νομικισμός. Μέ τόν τρόπο αὐτό βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες νά ρυθμίσουν τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Συγχρόνως δείχνουν καί τήν βασική αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς μας.
.             Τά θέματα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι σοβαρότατα καί δέν προσφέρονται γιά ἐκκλησιαστικούς λαϊκισμούς.

 

, ,

Σχολιάστε

«ΜΑΥΡΗ ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ» [«Δὲν ἀνέχονται οἱ ἀδερφοί μας οἱ Σλάβοι τὸ προβάδισμα ποὺ ἔχει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸ Γένος μας, μέσα στὴν Ὀρθοδοξία»]

 

Οἰκουμεν. Πατριάρχης Βαρθολομαῖος:
Μαύρη καλοπληρωμένη προπαγάνδα τῶν Ρώσων γιὰ Οὐκρανικὸ

  22.10.2018

.                 Σαφὲς μήνυμα πρὸς τὴ Ρωσία πὼς δὲν πρόκειται νὰ ὀπισθοχωρήσει ἀπέναντι στὶς πιέσεις γιὰ τὸ οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα ἔστειλε χθὲς τὸ ἀπόγευμα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος.
.               Μιλώντας σὲ ἐκδήλωση τῆς Ὁμογένειας τῆς Πόλης γιὰ τὴν συμπλήρωση 150 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Κοινότητας Φερικόϊ ξεκαθάρισε πὼς τὰ προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἑδράζονται σὲ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεσμευτικὰ γιὰ ὅλους στὴν Ὀρθοδοξία.
.               «Εἴτε ἀρέσει στοὺς ἀδελφούς μας τοὺς Ρώσους εἴτε δὲν ἀρέσει, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀκολουθήσουν τὴν λύση ποὺ θὰ δώσει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, διότι δὲν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογὴ» εἶπε μὲ νόημα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ὁποῖος δὲν παρέλειψε νὰ πεῖ πρὸς τοὺς Ρωμιοὺς τῆς Πόλης πὼς εἶναι ἐνήμερος γιὰ τὰ «καλοπληρωμένα ἄρθρα» καὶ τὴν «μαύρη προπαγάνδα» ἀπὸ τὴν ρωσικὴ πλευρά, τὰ ὁποῖα χτυποῦν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ὅπως ὅμως σημείωσε χαμογελώντας: «Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε δύο αὐτιά, τὸ ἕνα ἀπὸ ἐδῶ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖ…».
.               Εἶναι ἴσως ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης «σηκώνει τὸ γάντι» ποὺ ἔριξε ἡ Μόσχα μὲ ἀφορμὴ τὸ οὐκρανικὸ ζήτημα λέγοντας πὼς «Δὲν ἀνέχονται οἱ ἀδερφοί μας οἱ Σλάβοι τὸ προβάδισμα ποὺ ἔχει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸ Γένος μας, μέσα στὴν Ὀρθοδοξία».

ΠΗΓΗ: Free Sunday

 

Σχολιάστε

ΑΠΟΦΑΣΗ τῆς Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ γιὰ τὴν Οὐκρανία: ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ καὶ ΑΡΣΗ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 1686

Ἀνακοινωθὲν Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (11 Ὀκτ. 2018)

.             Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τάς τακτικάς αὐτῆς συνεδρίας κατά τάς ἡμέρας 9-11 τ.μ. Ὀκτωβρίου 2018. Κατ᾿ αὐτήν ἐξητάσθησαν καί συνεζητήθησαν τά ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει περιλαμβανόμενα θέματα.

.             Τό ἱερόν σῶμα ἠσχολήθη ἰδιαιτέρως καί διά μακρῶν μέ τό ἐκκλησιαστικόν θέμα τῆς Οὐκρανίας, παρόντων καί τῶν Ἐξάρχων τῶν ἀποσταλέντων εἰς Οὐκρανίαν, ἤτοι τοῦ Πανιερ. Ἀρχιεπισκόπου Παμφίλου κ. Δανιήλ καί τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Edmonton κ. Ἱλαρίωνος, καί, κατόπιν διεξοδικῶν συζητήσεων, ἀπεφάσισε:

1) Νά ἀνανεώσῃ τήν ἤδη εἰλημμένην ἀπόφασιν ὅπως τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον χωρήσῃ εἰς τήν χορήγησιν αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας.

2) Νά ἀνασυστήσῃ τό ἐν Κιέβῳ τό γε νῦν Σταυροπήγιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἕν ἐκ τῶν πολλῶν ἐν Οὐκρανίᾳ Σταυροπηγίων Αὐτοῦ ἐκ τῶν παρελθόντων αἰώνων.

3) Κατά τάς κανονικάς προνομίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅπως δέχηται ἐκκλήτους προσφυγάς ἀρχιερέων καί ἄλλων κληρικῶν ἐκ πασῶν τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, νά δεχθῇ τάς σχετικάς αἰτήσεις τοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο καί τοῦ Μακαρίου Μαλετίτς καί τῶν σύν αὐτοῖς, οἵτινες εὑρέθησαν ἐν σχίσματι ὄχι διά δογματικούς λόγους, καί νά ἀποκαταστήσῃ αὐτούς μέν εἰς τόν ἀρχιερατικόν ἤ ἱερατικόν αὐτῶν βαθμόν, τούς δέ πιστούς αὐτῶν εἰς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν.

4) Νά ἄρῃ τήν ἰσχύν τοῦ Συνοδικοῦ Γράμματος Ἐκδόσεως τοῦ ἔτους 1686, τοῦ ἐκδοθέντος διά τάς τότε περιστάσεις, διά τοῦ ὁποίου ἐδίδετο, κατ᾿ οἰκονομίαν, τό δικαίωμα εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας νά χειροτονῇ τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτην Κιέβου, ἐκλεγόμενον ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς Συνελεύσεως τῆς Ἐπαρχίας αὐτοῦ καί ὀφείλοντα νά μνημονεύῃ “ἐν πρώτοις” τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς ἔνδειξιν κανονικῆς ἐξαρτήσεως.

5) Νά κάμῃ ἔκκλησιν πρός πάσας τάς ἐμπλεκομένας πλευράς νά ἀποφεύγουν καταλήψεις Ναῶν, Μονῶν καί ἄλλων περιουσιακῶν στοιχείων, ὡς καί πᾶσαν πρᾶξιν βίας καί ἐκδικητικότητος, εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

 

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 11ῃ Ὀκτωβρίου 2018

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

,

Σχολιάστε