Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ν. Καζαντζάκης

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Ὁ “γκρίζος λύκος” Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος»

Ἡ Ὀρθοδοξία, τὸ Φανάρι καὶ ὁ Καζαντζάκης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .           Ἀπὸ τὶς 8 ἕως τὶς 12 Μαΐου 2016 διεξήχθη στὰ κτίρια τῆς Ὀρθόδοξης Ἀκαδημίας Κρήτης (ΟΑΚ), ὅπου θὰ λάβει χώρα καὶ ἡ πολυσυζητημένη Πανορθόδοξη Σύνοδος, Συνέδριο, μὲ θέμα «Ὀρθοδοξία καὶ λογοτεχνία». Τὸ συνδιοργάνωσαν ἡ ΟΑΚ καὶ ἡ Τοπικὴ Ἐπιτροπὴ Χανίων τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Ἡ δεύτερη συνεδρία ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Νίκο Καζαντζάκη. Γιὰ τὸ συνέδριο καὶ τὸν Νίκο Καζαντζάκη μίλησε στὴν «Πεμπτουσία» καὶ στὴν Κατερίνα Χουζούρη ὁ Διευθυντὴς τῆς ΟΑΚ κ. Κων. Ζορμπᾶς.
.             Ὁ κ. Ζορμπᾶς εἶναι θερμὸς ὑποστηρικτὴς τοῦ Νίκ. Καζαντζάκη. Τὸν θεωρεῖ «ἔνθεο συγγραφέα», δηλαδή, κατὰ τὸ λεξικὸ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, «θεόπνευστο συγγραφέα». Ἀντίθετα, εἶναι ὑβριστικὸς κατὰ ὅσων δὲν ἔχουν τὴν ἴδια ἄποψη μὲ αὐτόν. Εἶπε: «Ἡ λάθος θεώρηση τοῦ Καζαντζάκη ὀφείλεται σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἄγνοια τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης καὶ κυρίως κινοῦνται ἀπὸ κακοπροαίρετα κίνητρα». Ὁ διευθυντὴς τῆς ΟΑΚ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Καζαντζάκης «ξεπέρασε κάθε εἴδους μανιχαϊστικὴ προσέγγιση, γιὰ νὰ φτάσει στὸ τέλειο τῆς σύνθεσης “ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως”», ποὺ εἶναι τὰ τέσσερα ἀρνητικὰ ἐπιρρήματα, τὰ χρησιμοποιούμενα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος κατὰ τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ τοῦ νεστοριανισμοῦ. «Πατερικὸς» ὁ Καζαντζάκης καὶ ἂς μὴν τὸ ὑποστήριξε ποτὲ ὁ ἴδιος…
.           Ὁ κ. Ζορμπᾶς ἀκολουθεῖ τὴ σκέψη τῆς συνεργάτιδας τῆς ΟΑΚ καὶ εἰσηγήτριας στὸ Συνέδριο γιὰ τὸν Καζαντζάκη Μαρίας Χατζηαποστόλου, ἡ ὁποία στὸ βιβλίο της «Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὸ Νίκο Καζαντζάκη» γράφει: «Ὁ Καζαντζάκης στὸ πνεῦμα καὶ στὴ σκέψη ἐκφράζεται ὡς χαλκηδόνιος, ὡς ἕνας κατ᾽ ἐξοχὴν ἔνθερμος ἐκφραστὴς τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνας, ἕνας ἀνθρωπιστής, ποὺ κυοφορεῖ μέσα του τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, καθὼς τὸ μήνυμά της, ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς, διακηρύσσεται μὲ πάθος ἀπὸ ἐκεῖνον μέσα ἀπὸ τὴν καταξίωση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καταξίωση ποὺ συναντοῦμε μονάχα μέσα στὴν καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, ἡ ὁποία μάχεται κατὰ τοῦ ἀπάνθρωπου μονοφυσιτισμοῦ» (σ. 167). Ἡ κα Χατζηαποστόλου στὸν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου της σημειώνει: «Ὁ Νίκος Καζαντζάκης, τοῦτος ὁ ἔνθεος συγγραφέας, εἶναι ἀληθινὸς χριστιανός, ἐπειδὴ εἶναι ποιητὴς μὲ λεπτὴ καὶ εὐαίσθητη ψυχή, κατὰ τὸν γέροντα Πορφύριο…». Στὴν παραπομπή, ποὺ τεχνηέντως ἐπικαλεῖται ἡ συγγραφέας, ὁ Ἅγιος Πορφύριος σημειώνει: «Γιὰ νὰ γίνει κανεὶς χριστιανὸς πρέπει νὰ ἔχει ποιητικὴ ψυχή, πρέπει νὰ γίνει ποιητής…». Ἡ ἀναφορὰ εἶναι τυμβωρυχία στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου. Οὐδέποτε ὁ Ἅγιος γέροντας μίλησε θετικὰ γιὰ τὸν Καζαντζάκη.
.           Στὸ διαδίκτυο παρουσιάζεται ἐπίσης ἀνακοίνωση τοῦ Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου Κρήτης κ. Ἀνδρέα Νανάκη, ποὺ ἔχει τίτλο «Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Νίκος Καζαντζάκης – Ὁ μύθος γιὰ τὸν ἀφορισμὸ καὶ τὴν κηδεία του». Στὴν ἀνακοίνωσή του ὁ Σεβ. χαρακτηρίζει «σημαντικότατο καὶ ἀναμφίβολα ὑποτιμητικὸ γεγονὸς γιὰ ἕνα διανοούμενο καὶ στοχαστὴ ποὺ σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ ἀναζητοῦσε τὸ Θεὸ» τὴν ἄρνηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεοκλήτου «νὰ εἰσέλθει ἡ σορὸς τοῦ Καζαντζάκη σὲ ναὸ τῶν Ἀθηνῶν» καὶ σημειώνει ὅτι αὐτὸ «ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὴν ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας τῶν βιβλίων του, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἔνθεν καὶ ἔνθεν οἱ φορεῖς τῆς ἐξουσίας στὸ Δυτικὸ κόσμο καὶ στὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη ἀπαγορεύουν τὴν κυκλοφορία πολλῶν στοχαστῶν καὶ διανοουμένων».
.           Σημειώνεται ὅτι οὐδέποτε καὶ πουθενὰ δὲν ἀπαγορεύθηκε ἡ κυκλοφορία τῶν βιβλίων τοῦ Καζαντζάκη. Γράφεται ὅτι στὴν Ἑλλάδα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸ 1955, ζήτησε ἀπὸ τὴν κυβέρνηση νὰ μὴν κυκλοφορηθοῦν στὴν Ἑλλάδα τὰ βιβλία «Ὁ Χριστὸς ξανασταυρώνεται» καὶ «Ὁ τελευταῖος πειρασμός», ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀπαγορεύθηκε ἡ κυκλοφορία τους. Τὸ Βατικανὸ περιέλαβε στὸν κατάλογο τῶν ἀπαγορευμένων βιβλίων τὸν «Τελευταῖο πειρασμό», ἀλλὰ οὐδεμία κυβέρνηση στὸν Δυτικὸ κόσμο ἀπαγόρευσε τὴν κυκλοφορία του. Γενικὰ στὴ Δύση κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ψυχροῦ πολέμου ποτὲ δὲν ἀπαγορεύθηκε κυκλοφορία βιβλίων. Ἀντίθετα στὰ ὁλοκληρωτικὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα ὅσοι διαφωνοῦσαν μὲ τὸ σύστημα διανοούμενοι, λογοτέχνες καὶ καλλιτέχνες, ὄχι μόνο δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ κυκλοφορηθοῦν τὰ βιβλία τους, ἀλλὰ διώκονταν ἀπηνῶς, μὲ ἀνακρίσεις, βασανιστήρια, ἐξορίες, ἕως καὶ φυσικὴ ἐξόντωση καὶ ἑκατομμύρια εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας στὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση. Εναι ντυπωσιακ τι Μητρ. ρκαλοχωρίου ξισώνει τν λοκληρωτισμ μ τ δημοκρατικ καθεσττα.
.           Ὁ κ. Ἀνδρέας παρατηρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παρέπεμψε τὸν φάκελο τοῦ Νίκου Καζαντζάκη στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο «φαινομενικῶς μὲν ἐπειδὴ αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρήτη», ποὺ ἀνήκει στὸ κλίμα τοῦ Πατριαρχείου, στὴν οὐσία ὅμως ἐπειδὴ «ἐπειδὴ δὲν ἦταν ὁμονοοῦσα». Καὶ προσθέτει: «Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐλεύθερο ἀπὸ τὶς σκοπιμότητες καὶ τὶς πιέσεις μίας ἐθνοκρατικῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Καζαντζάκη». Μάλιστα σημειώνει ὅτι ἐνῶ ἡ «ἐθνοκρατικὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» εἶχε ἀρνητικὴ ἄποψη γιὰ τὸν Καζαντζάκη ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Κρήτη «ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὸν Καζαντζάκη, ἀπήντησε ὅτι τὰ βιβλία του κοσμοῦν τὴν Πατριαρχικὴ βιβλιοθήκη»… Ἀπὸ τὴ μία δηλαδὴ εἶναι ἡ συντηρητικὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ «προοδευτικὸ Φανάρι»… Σημειώνεται ὅτι τὰ ἔργα «Ὁ Χριστὸς ξανασταυρώνεται» καὶ «Ἀλέξης Ζορμπᾶς» ἐκτυλίσσονται σὲ ἐδάφη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ σὲ βάρος του εἶναι οἱ ἐπικρίσεις γιὰ «καταπιεστικοὺς καὶ σταυρωτὲς τοῦ λαοῦ παπάδες»….
.           Ἂν ὁ Κρητικὸς Μητροπολίτης ἐννοεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑποταγμένη στὸ Κράτος, τότε στὸ ἴδιο «κρίμα» εἶναι καὶ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης… Ἐπὶ πλέον τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος ὑποστήριξε τὸν Καζαντζάκη… Σημειώνεται ὅτι σὲ ἰδιαίτερα καταθλιπτικὴ κατάσταση ὑπὸ τὴν ἑκάστοτε κρατικὴ ἐξουσία τῆς Τουρκίας εἶναι τὸ Φανάρι. Καὶ βεβαίως στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, κατὰ τὸ ὀθωμανικὸ σύστημα, δὲν ὑπάρχουν δικαιώματα, δὲν ὑπάρχουν κανόνες, δὲν ὑπάρχει καταστατικὸς χάρτης, ἀλλὰ μόνο «προνόμια», ποὺ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἀποσύρονται… Στ Φανάρι πάρχει μόνο Πατριάρχης κα αλή του. Ὅλοι οἱ Μητροπολίτες καὶ οἱ ὑπόλοιποι κληρικοὶ εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθεροι νὰ τὸν ὑμνοῦν καὶ νὰ τὸν κολακεύουν. Ἡ ὁποιαδήποτε κριτική τους σημαίνει τὴν ἐγγραφή τους στὸν μαυροπίνακα, τὴν ἀπόλυτη ἀπομόνωσή τους, ἕως καὶ τὴ δίωξή τους… Ἂν τέλος ἐννοεῖ ὅτι ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία αἰσθάνεται εὐθύνη ἔναντι τοῦ ποιμνίου της, πράγματι αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ καὶ παίζει ρόλο στὶς ἀποφάσεις της, ἔναντι αὐτῶν μίας Ἐκκλησίας, δυστυχέστατα, χωρὶς ποίμνιο.

Ὕβρεις κατὰ Καντιώτη

.           Ὁ Μητρ. Ἀρκαλοχωρίου παραθέτει στὴν ἀνακοίνωσή του κείμενο τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου (Καντιώτη), ποὺ ὡς ἀρχιμανδρίτης καταφέρθηκε σφοδρὰ ἐναντίον τοῦ Νίκου Καζαντζάκη καὶ τοῦ ἔργου του, καὶ σημειώνει: «Βέβαια γκρίζοι λύκοι, φανατικοὶ καὶ διχαστικοί, ὑπάρχουν παντοῦ καὶ πάντοτε». Πρόκειται γιὰ βαρύτατους χαρακτηρισμοὺς σὲ βάρος κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος προσέφερε πολλὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Ἔθνος. Ἀρνητικὰ γιὰ τὸν Καζαντζάκη δὲν μίλησε μόνον ὁ π. Αὐγουστίνος, ἀλλὰ οἱ πλεῖστοι τῶν κληρικῶν ποὺ ζοῦσαν στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ μακαριστὸς γέροντας, ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Στὸ φύλλο τοῦ Ἀπριλίου 1955 τοῦ περιοδικοῦ «Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι» χαρακτηρίζει τὸν Νίκο Καζαντζάκη «μιαρὸ καὶ ἀνόσιο ὑβριστὴ τοῦ Κυρίου»… Κατὰ τὸν κ. Ἀνδρέα καὶ μακαριστς γέροντας «γκρίζος λύκος»; Καὶ ὑπόδειγμα Ὀρθοδόξου ἤθους καὶ πρότυπο Πατερικῆς Θεολογίας ὁ Καζαντζάκης;….
.           Ὁ π. Εὐάγγελος Κ. Πριγκιπάκης, διδάκτορας Θεολογίας, σὲ ὁμιλία του στὴν Πάτρα τὴν 1η Φεβρουαρίου 2016, μὲ θέμα «Νίκος Καζαντζάκης καὶ ἡ σχέση του μὲ τὴν Ἐκκλησία», γράφει ὅτι στὴν «Ἀσκητική» του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεωρητικὸ ἐγχειρίδιο τῆς θρησκευτικῆς του κοσμοθεωρίας, καταδεικνύει τὴν ἀποστασιοποίηση καὶ τὴν προϊοῦσα ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, καθὼς «ἐμπεριέχει καὶ ἀναπτύσσει στοχαστικὰ τὶς μεταφυσικὲς θέσεις κυρίως τοῦ δασκάλου του Ἀνρὶ Μπερκσὸν καὶ τοῦ ἐμπνευστοῦ του Φρειδερίκου Νίτσε» καὶ δίνει τὴν ἐντύπωση θεολογικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου, μιλώντας καθαρὰ γιὰ σωτηρία ἀλλὰ μὲ ἀντίστροφο τρόπο, δηλαδὴ «σωτηρία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».
.           Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ π. Εὐάγγελος σημειώνει ὅτι ὁ Καζαντζάκης διαμόρφωσε τὸ ὅραμα «μίας νέας παγκόσμιας φυσικῆς θρησκείας, κάτι ποὺ προϋπέθετε περιθωριοποίηση καὶ ἀντικατάσταση ὅλων τῶν ὑφισταμένων θρησκειῶν, στὸ κέντρο τῆς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι πλέον ὁ Θεὸς ἀλλὰ ὁ ἀγωνιζόμενος ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ γίνει θεός». Καὶ προσθέτει: «Εἶναι σχεδὸν βέβαιο ὅτι ἐκείνη ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς προσωπικότητες ποὺ τὸν ἐνέπνεε περισσότερο καὶ ἦταν τὸ ἰδανικό του πρότυπο ἦταν πρωτίστως ὁ Σιντάρτα Γκαουντάμα ὡς “Βούδας”, δηλαδὴ ὡς ὁ φωτισμένος καὶ ἀπράγμων ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποθεώνεται μέσῳ ἑνὸς φωτισμοῦ…». Θεωρεῖ ἀκόμη ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι «στὸν καθολικῆς ἀποδοχῆς θεὸ καὶ στὴ νέα θρησκεία, ποὺ ὁραματίζεται, οἱ χριστιανικὲς ἰδέες ἔχουν κυρίαρχο ρόλο καὶ ἰδιαίτερη θέση, ὅμως ἔχει ριζικὰ διαφορετικὸ περιεχόμενο καὶ σημασία ἀπὸ αὐτὴν ποὺ τὶς ἑρμηνεύει καὶ τὶς κατανοεῖ ἡ Ἐκκλησία».

Ὁ Χρ. Γιανναρᾶς γιὰ τὸν Καζαντζάκη

.         Γιὰ τὸν Καζαντζάκη στὸ μηνιαῖο περιοδικὸ «Σκαπάνη» καὶ σὲ δύο συνέχειες (Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος τοῦ 1961) ἔγραψε ὁ Χρ. Γιανναρᾶς. Στὴν ἀρχὴ παίρνει ἀπόσταση ἀπὸ «τοὺς ἀπόλυτους θαυμαστὲς καὶ τοὺς ἀπόλυτους ἐπικριτές του» καὶ σημειώνει ὅτι κάθε ἀπροκατάληπτος ἄνθρωπος θὰ ἀναγνωρίσει στὸν Καζαντζάκη ὅτι ἦταν μεγάλος συγγραφέας καὶ μεγάλος σὰν ἄνθρωπος. Ὅμως προσθέτει: «Νομίζω πὼς ἀπὸ αὐτὸν τὸν μεγάλο ἄνθρωπο, τὸν Καζαντζάκη, πρέπει νὰ ἔχουμε ὅλοι μας ἕνα παράπονο τραγικό: Ἀδίκησε τὸν ἄνθρωπο πολύ. Τοῦ ψαλλίδισε τὰ φτερὰ τῆς μεταφυσικῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν κάρφωσε πάνω στὸ χῶμα τῆς γῆς, τὸν κατάντησε δεσμώτη μίας ἀλύτρωτης ἐγκοσμιότητας». Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Χρ. Γιανναρᾶς γράφει ὅτι μέσα ἀπὸ τὴ σκέψη τοῦ Καζαντζάκη «φτάνουμε στὸ γνήσιο μηδενισμό, ὕστερα ἀπὸ μία πορεία ποὺ περνάει πολὺ φανερὰ μεσ’ ἀπὸ τὶς περιοχὲς τοῦ Πανθεϊσμοῦ καὶ τοῦ Ὑλισμοῦ. “Δὲν ὑπάρχει τίποτα!”. Αὐτὸ θὰ πῆ ὁ Καζαντζάκης καὶ μὲ τὸ στόμα τοῦ Ζορμπᾶ καὶ μὲ τὸ στόμα τοῦ Καπετὰν Κατσιρμᾶ στὸν “Καπετὰν Μιχάλη”…Ὑπάρχει βέβαια μία κάποια παλληκαριὰ σ’ αὐτὰ τὰ λόγια, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ κρύψη τὴν σκοτεινὴ ἀπελπισία τοῦ ἀδιέξοδου».
.         Ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ πρώτη σύζυγος τοῦ Καζαντζάκη Γαλάτεια στὸ βιβλίο της «Ἄνθρωποι καὶ ὑπεράνθρωποι», ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 1953, εἶναι ἔναντί του αὐστηρότερη τῶν ἐκκλησιαστικῶν τῆς ἐποχῆς. Τὸν χαρακτηρίζει μικροπρεπῆ, ὑπερφίαλο, καὶ στοχαστὴ ποὺ περιφρονεῖ τὸ λαὸ καὶ πάσχει ἀπὸ μεταφυσικὲς συγχύσεις…
.         Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ξένο πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία τὸν Καζαντζάκη καὶ ὑβριστικὸ πρὸς τὸν Χριστὸ τὸ ἔργον του. Γενικὴ εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι εἶχε τὴ φιλοδοξία νὰ ἀντικαταστήσει τὴν Ἐκκλησία μὲ ἕνα δικό του συγκρητιστικὸ ἰδεολογικὸ κατασκεύασμα, ποὺ εἶναι ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὸν τεκτονισμό, τὸν πανθεϊσμό, τὸν βουδισμὸ καὶ τὸν ὑλισμὸ καὶ ποὺ ἀποτελεῖ πρόγευση τῆς μετανεωτερικῆς παγκοσμιοποίησης. Τὰ στελέχη τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου τὸν θεωροῦν «πατερικὸ καὶ παραδοσιακὸ ὀρθόδοξο συγγραφέα» καὶ φιλοδοξοῦν νὰ τὸν ἐπιβάλουν στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ ἔργο του νὰ ἀποτελέσει τὴ βάση τῆς σύγχρονης Ὀρθόδοξης σκέψης καὶ πορείας. Ἐπειδὴ στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου οὐδὲν τελεῖται, γράφεται ἢ λέγεται χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, εἶναι τεράστια ἡ προσωπική του ἱστορικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν προώθηση τῆς «καζαντζάκιας Ὀρθοδοξίας». Ἂν ἐπιχειρήσει νὰ τὴν προωθήσει νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ θὰ παραμείνουν πιστοὶ φύλακες ὅσων ἔμαθαν καὶ πιστώθηκαν.-

 

, , ,

2 Σχόλια

O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-4 «Αὐτοὺς ἐξιδανικεύει, τοὺς ἀνηλεεῖς, καταστροφεῖς, θύτες, ἅρπαγες καὶ ἀνθρωποκτόνους, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν προβάλλουν οἱ παγκοσμιοποιητές.

 

Ὁ «Θεὸς» τοῦ Καζαντζάκη καὶ τοῦ Νίτσε [Δ´]
Ἡ Συμβολή του στὴν Ἑδραίωση τῆς Παγκοσμιοποίησης 
καὶ γιατί ὁ «Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ  ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικὸς

Μέρος Α´: O ”ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-1 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

Β´ Μέρος: O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-2 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

Μέρος Γ´: O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-3 («Βούληση γιὰ κυριαρχία τῆς δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ, ἡ ὁποία βλέπει τὴν ἀνθρωπόμαζα σὰν “κρέας”»)

.                 Οἱ Ἀδίστακτοι Ἐφορμοῦν: Τὶς βάρβαρες αὐτὲς δυνάμεις, ὁ Καζαντζάκης ἐξυμνεῖ διθυραμβικά: «Οἱ ζωντανὲς αὐτὲς ψυχὲς ρίχνουνται στὴ δράση. Περιφρονοῦν τὸ πνέμα, εἶδαν τὴ χρεοκοπία τῆς παλιᾶς γενεᾶς. (…) Εἶδαν καὶ σιχάθηκαν, καὶ ρίχτηκαν νὰ γκρεμίσουν ἕνα τέτοιο συγκρότημα καμουφλαρισμένης σκλαβιᾶς, καλοπέρασης καὶ ψευτιᾶς. Κάνουν ἕφοδο. Οἱ καλύτεροι νέοι τοῦ κόσμου σήμερα δὲ γράφουν, ἐνεργοῦν. Ἀντικρύζουν ἡρωικὰ τὸν θάνατο, τοὺς κυριεύει ἔνθεη μανία, ἄνοιξε ἡ καταπαχτὴ καὶ τινάχτηκαν οἱ ὑποχθόνιες δύναμες ἀπὸ τὰ παμπάλαια ἱερὰ σκοτάδια τοῦ ὑποσυνείδητου καὶ κάνουν ἕφοδο».
.                 Τὸ γεγονός, ὅμως,  ὅτι, θεωρεῖ «νεκρούς» τοὺς «λυτρωμένους ἀπὸ κάθε κακία», ἐπιβεβαιώνει ὅτι: ὁ Καζαντζάκης θαυμάζει ὡς «ζωντανὲς ψυχὲς» τὶς δυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ, ἐπειδὴ τὶς ἀναγνωρίζει ὡς ψυχὲς ὑποδουλωμένες σὲ κάθε κακία· δηλαδή, τὶς θαυμάζει ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς Δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ ποὺ διέπει τὸ δικό του «συμπαντο».
.                 Οἱ Ἀδίστακτοι, Γεννήτορες Πολιτισμῶν: Ὁ Καζαντζάκης παραλλάσσει καὶ τὸν νιτσεϊκὸ «τροχὸ τοῦ καιροῦ» ὡς ἑξῆς: ἀποδέχεται μὲν ὡς ἀναπόδραστο τὸν «αἰώνιο Γυρισμὸ» στὴν ζωὴ τῆς κάστας τῶν ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν, ὄχι ὅμως ὡς μετενσάρκωση τῶν ἰδίων ἀνθρώπων στὶς ἴδιες συνθῆκες ζωῆς, ἀλλὰ ὡς φορεῖς τῶν συνεχῶν ἐπανεκδηλώσεων τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς «δύναμης ποὺ σκοτώνει». Μὲ τὴν παραλλαγὴ αὐτήν, οἱ ἀδίστακτοι ἐξουσιαστὲς δὲν νοοῦνται πλέον ὡς νιτσεϊκοὶ διονυσιακοὶ Ὑπεράνθρωποι-Λυτρωτές, ἀλλὰ ὡς ἀνηλεεῖς, καταστροφεῖς, θύτες, ἅρπαγες καὶ ἀνθρωποκτόνοι. Καὶ αὐτοὶ συνιστοῦν τὴν δική του ἐκδοχὴ τοῦ Ὑπεράνθρωπου. Ατος ξιδανικεύει, κα γιατ τν προβάλλουν ο παγκοσμιοποιητές.
.                 Μὲ τὸ σαθρὸ δὲ ἐπιχείρημα ὅτι, «μὰ ἔτσι ἀρχινοῦν πάντα οἱ πολιτισμοί», ὁ Καζαντζάκης προβάλλει ὡς νομοτελειακὰ ἐπιβαλλόμενες τὶς ἀενάως ἐπαναλαμβανόμενες (ἑκάστοτε διαφορετικὲς) ἐφορμήσεις τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς κάστας τῶν (ἑκάστοτε διαφορετικῶν) δικῶν του «ἐκλεχτῶν» Ὑπερανθρώπων –γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει «τὸ δίκαιο ἀνήκει στὴν δύναμη» καὶ «Τὸ “Θέλω” εἶναι ὁ Νόμος»–, ἐναντίον (τῆς ἑκάστοτε διαφορετικῆς ἀνθρωπόμαζας) τῶν ἀδυνάμων, χωρὶς κανένα ἔλεος ἔναντι αὐτῶν, καὶ μὲ μόνη σταθερὰ ὅτι: «οἱ σκλάβοι πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν».
.                 Φυσικὴ Νομοτέλεια, ἡ Εὐτυχία τῶν Ὀλίγων: Τὸ γεγονὸς ὅτι, τέτοιου εἴδους «πολιτισμοὶ» ἔχουν διαχρονικὰ ἀποδειχθεῖ «τραγικοί», ἀκριβῶς ἐπειδὴ -βασιζόμενοι σ’ αὐτὴ τὴ «φυσικὴ» ἠθικὴ- ἐκθέτουν τοὺς πολλοὺς στὴν τυραννία τῶν ὀλίγων, οὐδόλως ἐνοχλεῖ τὸν θαυμαστή του Τζένγκινς Χάν. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἴδιος –ἐπιλέγοντας νὰ ἀρνεῖται τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ Ὁποῖος κατέρριψε τὸ ἀναπόδραστό της φυσικῆς νομοτέλειας διὰ τῶν θαυμάτων Του, διὰ τοῦ σταυρικοῦ Του μαρτυρίου καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του –ὑποβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι: ὁ ἄνθρωπος «ἔπλασε ἰδανικὰ καθαρὰ ἀνθρώπινα, πλάσματα κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσή του–τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἰσότητα, τὴν εὐτυχία γιὰ ὅλους. Αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν πουθενὰ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ζούγκλα ποὺ ὀνομάζουμε οὐρανὸ καὶ γῆ ἔχει ἄλλους νόμους, ὁλότελα ἀντίθετους –τὴν ἀδικία, τὴν ἀνισότητα, τὴν εὐτυχία γιὰ λίγους, ποὺ κι αὐτὴ περνάει καὶ χάνεται σὰν ἀστραπή».

Σχολιάστε

O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-3 («Βούληση γιὰ κυριαρχία τῆς δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ, ἡ ὁποία βλέπει τὴν ἀνθρωπόμαζα σὰν “κρέας”»)

Ὁ «Θεὸς» τοῦ Καζαντζάκη καὶ τοῦ Νίτσε [Γ´]
Ἡ Συμβολή του στὴν Ἑδραίωση τῆς Παγκοσμιοποίησης 
καὶ γιατί ὁ «Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ  ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικὸς

Μέρος Α´: O ”ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-1 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

Β´ Μέρος: O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-2 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

.                 Τὸ Ἀπόλυτο Κακό, Μόνη Πηγὴ Ζωῆς: Ὁ Καζαντζάκης, δηλαδή, δὲν ἐπιλύει τὸ πρόβλημα τῆς λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν φρίκη τῆς ζωῆς, διότι θεωρεῖ τὸ Ἀπόλυτο Κακὸ ὡς τὴν μόνη πηγὴ ζωῆς, δημιουργίας καὶ ἐνέργειας καὶ ὡς τὴν μόνη κινητήριο δύναμη τῆς ἀνθρωπότητας: «Ἂν κόψεις ὅλα τὰ ἐλαττώματα ἀπὸ μία ψυχή, αὐτὴ παραμορφώνεται καὶ μαραίνεται. Γιατί χάνει μερικές, ἴσως τὶς πιὸ βαθιές, ρίζες της ποὺ τῆς φέρνουν θροφὴ ἀπὸ τὰ χώματα. Καὶ τῆς δίνουν δύναμη νὰ βαστάει καὶ ν’ ἀντέχει στὸ ἀποκρουστικὸ θέαμα τῆς καθημερινῆς φθορᾶς καὶ τοῦ καθημερινοῦ θανάτου, (…) «μονάχα οἱ ξεθυμασμένοι –καὶ πρὸ πάντων οἱ ἐντελῶς ξεθυμασμένοι, οἱ νεκροὶ– εἶναι λυτρωμένοι ἀπὸ κάθε κακία». (Κατατόν, δηλαδή, ο γιοί μας σαν ζωντανο-νεκροί.)
.                 Ἀφουγκραζόμενος τὸ Δικό του «Αἷμα»: τὴν παρουσία τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἄλογης, κακόβουλης καὶ ἀνθρωποκτόνου αὐτῆς -ἀόρατης, ἀλλὰ ὑπαρκτῆς- ὀντότητας ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει παντοῦ καὶ στὰ πάντα. Π.χ., τὴν βλέπει νὰ ἐκφράζεται στὴν γοτθικὴ θρησκευτικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ὡς «κάτι παράφορο κι ὁρμητικό, μία ἔνθεη ἀλλοφροσύνη ποὺ συνεπαίρνει ξάφνου τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει νὰ ἐξορμάει στὴν γαλάζιαν ἐρημιὰ καὶ νὰ ζητάει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸν μεγάλο ἀνθρωποφάγο κεραυνὸ ποὺ ὀνομάζουμε “Θεό”». Ἀκόμα καὶ στὶς «τίγρες» βλέπει «τὸ πιὸ ἀποκαλυπτικό, τὸ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὸ δημιούργημα τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ καθαρὴ οὐσία τῆς φοβερῆς δημιουργικῆς κίνησης, ἡ γυμνή, ἀχόρταγη, πονηρή, ἀνήλεη δύναμη, λυγερὴ πολὺ κι ὅλο ὕπουλη ἐπικίντυνη χάρη –ἀπαράλλαχτη σὰν τὸ Πνέμα. Ἂν τὸ Πνεῦμα ἦταν ὁρατό, ἔτσι σὰν τὸν τίγρη θὰ περπατοῦσε, καὶ θά ᾽τρωγε τὴν ἴδια τροφή: κοτρώνια κρέας. Κι ἔτσι, μὲ τὸ ἴδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αἷμα, θὰ κοίταζε τοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι σὰν ὀχτρός, οὔτε σὰ φίλος· σὰν κρέας».
.                 Τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῆς δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ –ἡ ὁποία βλέπει τὴν ἀνθρωπόμαζα σὰν «κρέας», δηλαδή, σὰν ἀπρόσωπη καὶ ἀναλώσιμη ὀργανικὴ ὕλη– ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει καὶ μέσα του. Ἐξ ἄλλου, τρόπος μ τν ποον τν περιγράφει, μαρτυράει ντονη μπειρία τς πενέργειάς της ντός του.
.                 Μεταγγίζοντας τὸ «Αἷμα» του: Αὐτὴν ἐνσταλάζει καὶ στοὺς ἀνυποψίαστους ἢ ἀποίμαντους ἢ ἄθεους ἀναγνῶστες του, διὰ τῆς ὑποβολῆς. Ἡ πιὸ συνήθης πρακτική του εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς συμπαρασύρει στὴν δίνη τῆς δικῆς του ἐμπειρίας, καὶ στὴν ἕνωσή τους μὲ τὸν δικό του «θεό». Ὅσοι παρασύρονται χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν, γίνονται μοιρολάτρες καὶ ὑποταγμένοι. Ὅμως, ὅσοι βρίσκουν, στὴν «Δύναμη» αὐτή, τὸ ἄλλοθι γιὰ τὴν ἀγριότητα τῆς δικῆς τους βούλησης γιὰ κυριαρχία, αὐτοὶ ἀποκτοῦν τὴν αὐτοσυνειδησία τῶν «ἐκλεχτῶν», στοὺς ὁποίους ὅλα ἐπιτρέπονται, καὶ μεταλλάσσονται σὲ συνειδητοὺς Θύτες (ὅπως οἱ παγκοσμιοποιητὲς καὶ οἱ ἀρωγοί τους)
.                 Ἡ Φωνὴ τοῦ Δαίμονα: Ἐπὶ παραδείγματι, μὲ ἀφορμὴ τὶς σαιξπηρικὲς τραγωδίες –καὶ ἐνῶ μαίνεται ὁ πόλεμος στὴν Εὐρώπη– ὁ Καζαντζάκης ὑποβάλλει στοὺς δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι, ὅλοι ἀντιλαμβανόμαστε, «μέσα μας», τὴν ὕπαρξη μίας «ἄλλης φωνῆς»: «Μέσα μας μία φωνή, ὁ “ἄνθρωπος”, εἶναι φυσικὸ νὰ πονάει τοὺς ἀνθρώπους καὶ ν’ ἀποτροπιάζεται τὸ αἷμα· μὰ μέσα μας ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη φωνή, ποὺ δὲ νοιάζεται γιὰ τὴν ἀσφάλεια, τὴν καλοπέραση καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ξέρει πώς, χωρὶς τὸν Πατέρα Πόλεμο, θὰ βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, ἡ ζωή. Ἡ ἀπάνθρωπη αὐτὴ φωνὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι δική μας· εἶναι κάποιου δαίμονα ποὺ ἐνεδρεύει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπάνθρωπη καὶ ὑπεράνθρωπη. Ἢ καλύτερα: Περάνθρωπη, ποὺ φωνάζει, καὶ μάχεται γιὰ σκοποὺς πέρα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Κι ἡ φωνὴ αὐτὴ “ἐλπίζει” πὼς ὁ πόλεμος δὲ θὰ πάψει ποτέ».
.                 Βέβαια, αὐτοὶ οἱ «σκοποὶ πέρα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο» θὰ μποροῦσαν νὰ παραπέμπουν στὶς νομοτελειακὲς «διαδοχικὲς φάσεις τῆς γενικῆς μεταβολῆς τῶν ὄντων» τοῦ Γὶν-Γιάνγκ. Ὅμως, τόσο ὁ ἀνθρωποκτόνος «δαίμονας ποὺ ἐνεδρεύει μέσα στὴν ψυχή μας», ὅσο καὶ ἡ ἀνηλεὴς πηγὴ ἐκπορεύσεώς του καὶ τὰ παρελκόμενά της, παραπέμπουν σαφῶς ἀλλοῦ, γεγονὸς ποὺ ὁ Καζαντζάκης ὄχι ἁπλῶς γνωρίζει –καὶ ὄχι μόνον ἀναγνωρίζει ἐντός του–, ἀλλὰ μεταλαμπαδεύει καὶ σὲ ἐμᾶς, μεταλλάσσοντάς μας, ἄλλους μὲν σὲ θύτες, ἄλλους δὲ σὲ θύματα.
.                 Ἡ «Δύναμη ποὺ Σκοτώνει» καὶ ἡ Ἀριστοκρατία της: Ἄλλο παράδειγμα ἀθέατης μύησής μας στὸν δικό του «θεὸ» εἶναι τὸ ἑξῆς: μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ὁ θάνατος τοῦ ἥρωα τῆς σαιξπηρικῆς τραγωδίας ἀφήνει πίσω του μία «μυστηριώδη οὐσία», ἡ ὁποία δίνει στὸν ἥρωα «ἀκατάλυτη ζωή», ὁ Καζαντζάκης μᾶς ὑποβάλλει ὅτι: «Γι’ αὐτὸ νιώθουμε ἀνεξήγητη ἀνακούφιση στὸ τέλος τῆς τραγωδίας. Μίαν παράξενη συμφιλίωση μὲ τὴν Δύναμη ποὺ σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα; Μπορεῖ, θαρρῶ, κι εὐγνωμοσύνη». «Γιατί ἡ Δύναμη αὐτὴ πρώτη φορὰ μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μαντέψουμε, βλέποντας τὸν ἥρωα νὰ συντρίβεται ὄρθιος κάτω ἀπὸ τὸ βάρος ἀλάκερου τοῦ Σύμπαντου, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά’ ναι κάτι φοβερό, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη δύναμη, πολὺ πιὸ φοβερὴ ἀκόμα, ὅλο ποιότητα, ποὺ καταφρονάει, καὶ πέρα ἀπὸ τὸ θάνατο, τὴν τυφλὴ ὅλο χτηνωδία ποσότητα».
.                 Μὲ πρόσχημα, δηλαδή, τὶς σαιξπηρικὲς τραγωδίες, ὁ Καζαντζάκης μᾶς μυεῖ στὸν πυρήνα τῆς –ἀπογυμνωμένης ἀπὸ μυθολογικὲς ἀλληγορίες– δικῆς του «ἀλήθειας», ἡ ὁποία εἶναι ὅτι: ὅποιος θέλει νὰ ἀνήκει –ἢ αἰσθάνεται ὅτι ἀνήκει– στὴν μεταφυσικὴ ἀριστοκρατία τῶν Ἀδίστακτων, ἀποδέχεται ὅτι, οἱ ποιοτικές, «ζωντανὲς» καὶ δυνατὲς ψυχὲς καταφρονοῦν τὴν ζωὴ τῆς «τυφλῆς ὅλο χτηνωδία ποσότητας», πού, γι’ αὐτές, εἶναι ἁπλὸ «κρέας». Ἀποκαλεῖ, μάλιστα, τὰ ἔργα τοῦ Σαίξπηρ τὴν «Βίβλο τοῦ ἐλεύτερου ἀνθρώπου», διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος τὰ ἑρμηνεύει, τὸν συμφιλιώνει μὲ τὴν δική του βούληση κυριαρχίας καὶ μὲ τὰ δικά του ἀνθρωποκτόνα ἔνστικτα, καὶ ἔτσι τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ κάθε τύψη καὶ ἐνοχή. Ἐξ οὗ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του πρὸς «τὴν Δύναμη ποὺ σκοτώνει».
.                 Τὸ Δίκαιο Ἀνήκει στὴν Δύναμη: Σημειωτέον ὅτι, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ δυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ ἐφορμοῦσαν κατὰ τῆς ὑπόλοιπης Εὐρώπης, ὁ Καζαντζάκης –πού, ὅπως ὁ Νίτσε, ἀπεχθανόταν τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ καὶ πίστευε ὅτι, «Ὁ νέος τραγικὸς πολιτισμὸς θ’ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴ Γερμανία»– ἔγραφε μὲ ἀγαλλίαση: «Ξεσκίσθηκαν οἱ μάσκες, γκρεμίστηκε ἡ πίστη, ἄνοιξαν οἱ καταπαχτὲς ποὺ κρατοῦσαν καταχωμένες τὶς μέσα μας ἀπάνθρωπες δυνάμεις». «Βρισκόμαστε πιά, μπαίνουμε πιά, στὴν ἀρχή. Δὲν εἶναι πιὰ παρακμὴ ἡ ἐποχή μας, ὅπως σοῦ ἀρέσει νὰ πιστεύεις, γιὰ νὰ δικαιολογήσεις τὴν ὕπαρξή σου· εἶναι ἀκμὴ ἀπὸ τεράστιες δυνάμες, βάρβαρες μπορεῖ, μὰ ἔτσι ἀρχινοῦν πάντα οἱ πολιτισμοί». Πρὸς ἐπίρρωση δὲ αὐτοῦ, προσέθετε: «Ὁ Τσιγκισχάνος φοροῦσε ἕνα σιδερένιο δακτυλίδι κι ἀπάνω ἦταν χαραγμένες δύο λέξες: “Ραστὶ-Ρουστί”, Δύναμη, Δίκιο. Ἡ ἐποχή μας φόρεσε τὸ σιδερένιο τοῦτο δαχτυλίδι». Μὲ γνώμονα, δηλαδή, ὅτι τὸ δίκαιο ἀνήκει στὴν δύναμη –ὅπως ἐπιτάσσουν καὶ τὰ ἀμφιλεγόμενης προέλευσης «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών»– ὁ Καζαντζάκης ἔβλεπε τὶς δυνάμεις τοῦ Τρίτου Ράιχ, ὄχι ὡς ἁπλοὺς φορεῖς τῆς ἀμέσως ἑπόμενης ἀπὸ τὶς «διαδοχικὲς φάσεις τῆς γενικῆς μεταβολῆς τῶν ὄντων» τοῦ Γὶν-Γιάνγκ, ἀλλὰ ὡς φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἀνηλεοῦς «Δύναμης ποὺ σκοτώνει». Καί, τὶς θαύμαζε ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Τὸν θαυμασμὸ δὲ αὐτὸν ἐπιβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους ἀναγνῶστες του διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἐκβιασμοῦ –δηλαδή, περιφρονώντας ὡς “κατώτερο” ὅποιον διαφωνεῖ.

, ,

Σχολιάστε

O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-2 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

Ὁ «Θεὸς» τοῦ Καζαντζάκη καὶ τοῦ Νίτσε [Β´]
Ἡ Συμβολή του στὴν Ἑδραίωση τῆς Παγκοσμιοποίησης 
καὶ γιατί ὁ «Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ  ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικὸς

Μέρος Α´: O ”ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-1 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

.               Ὁ «Τροχὸς τοῦ Καιροῦ»: Ἀκολούθησε τὸ νιτσεϊκὸ «ὅραμα τοῦ αἰωνίου Γυρισμοῦ» τοῦ ἀνθρώπου στὴν ζωή, τὸ ὁποῖο εἶναι μία παραλλαγὴ τῆς μετενσάρκωσης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, κατ’ αὐτήν, ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς, ἀναρίθμητες φορές, καί, ἑπομένως: «Καμμιὰ λοιπὸν ἐλπίδα τὸ μελλούμενο νά ᾽ναι καλύτερο, καμμιὰ σωτηρία, πάντα οἱ ἴδιοι, ἀπαράλλαχτοι, θὰ στρουφογυρίζουμε στὸν τροχὸ τοῦ καιροῦ». Παρακάτω, θὰ δοῦμε ποιὰ ἀλλαγὴ ἐπέφερε ὁ Καζαντζάκης στὸ «ὅραμα» αὐτό.
.               «Ἀνάξιες Παρηγοριὲς γιὰ Δειλούς»: Καταρρακωμένος, ὅμως, μετὰ ἀπὸ μία μεγάλη ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, ὁ Νίτσε δειλιάζει μπροστὰ στὸ «ὅραμα» τοῦ δικοῦ του «αἰώνιου Γυρισμοῦ» στὶς ἴδιες συνθῆκες: «Ὄχι, ποτὲ ποτὲ νὰ μὴν ξαναζήσω τὶς ὧρες τοῦτες! Πρέπει ν’ ἀνοίξω μία θύρα σωτηρίας στὸν κλειστὸ κύκλο τοῦ αἰώνιου Γυρισμοῦ!», τὸν φαντάζεται νὰ ἀναφωνεῖ ὁ Καζαντζάκης, ποὺ συνεχίζει: «Γράφει τὸν Ζαρατούστρα, καινούργια ἐλπίδα ἄστραψε στὸ νοῦ του, ὁ νέος σπόρος, ὁ Ὑπεράνθρωπος»· διευκρινίζει δὲ ὅτι, ὁ Νίτσε ἐπινόησε τὸν Ὑπεράνθρωπο, ἐπειδὴ «Ὁ αἰώνιος Γυρισμὸς εἶναι χωρὶς ἐλπίδα. Ὁ Ὑπεράνθρωπος εἶναι μιὰ μεγάλη ἐλπίδα».
.               Ὁ Ὑπεράνθρωπος ὡς «Λυτρωτής»: Ὁ Καζαντζάκης περιγράφει τὸ πῶς ὁ Νίτσε νοεῖ τὸν Ὑπεράνθρωπο ὡς ἐλπίδα: «Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς γῆς, αὐτὸς κρατάει τὴ λύτρωση. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀπόκριση στὸ παλιό του ἐρώτημα: Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξευγενιστεῖ; Ναὶ μπορεῖ! Κι ὄχι ἀπὸ τὸν Χριστό (…) παρὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὸν ἴδιο, ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τοὺς ἀγῶνες μίας καινούργιας ἀριστοκρατίας. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Ὑπεράνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῆς ἐνέργειας, ὁ Λυτρωτής (…) ἡ νέα χίμαιρα ποὺ θὰ ξορκίσει τὴ φρίκη τῆς ζωῆς». Γιατί, ὅμως, ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τὸν νιτσεϊκὸ Ὑπεράνθρωπο ὡς χίμαιρα, ἀφοῦ ἔτσι τὸν ἀκυρώνει ὡς Λυτρωτή; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἀπαντήσουμε πιὸ κάτω.
.               Μεταφυσικὴ Ἀριστοκρατία: Ὡς Ὑπεράνθρωπο-Λυτρωτή, ὁ Νίτσε  ἐννοεῖ ἕναν συγκεκριμένο τύπο ἀνθρώπου, ἀπόλυτα σύμφωνου πρὸς τὶς δικές του ψυχοπνευματικὲς ἀνάγκες, τὸν ὁποῖον καὶ ἐξιδανικεύει. Δηλαδή, χρίζει ὡς Λυτρωτὲς τῆς ἀνθρωπότητας τοὺς ὀλίγους καὶ «ἐκλεχτούς», ποὺ –ἀρνούμενοι, ἢ ἀγνοοῦντες, τοὺς περιορισμοὺς ποὺ θέτουν στὸν ἄνθρωπο οἱ δυτικογενεῖς ἠθικο-θρησκευτικὲς «ἀφηρημένες ἔννοιες»– διακατέχονται ἀπὸ τὴν «λαχτάρα ν’ ἁπλωθοῦν καὶ νὰ κυριαρχήσουν» καὶ ἀπὸ τὴν πεποίθηση «πὼς μονάχα ἡ δύναμη εἶναι ἄξια νά ᾽χει δικαιώματα». Στὴν οὐσία, ὁ Νίτσε χρίζει ὡς διαχρονικοὺς «Λυτρωτὲς» τῆς ἀνθρωπότητας τοὺς ἀδίστακτους δυναμολάγνους ἐξουσιαστές. Ἀλλά, μὲ τὸ νὰ τοὺς χρίζει καὶ ὡς τοὺς μόνους ἄξιους νὰ ἔχουν δικαιώματα στὴν ζωή, ὁ Νίτσε θεμελιώνει καὶ μεταφυσικὰ τὴν ἐπικράτηση μίας νέας κυρίαρχης τάξης “εὐγενῶν”, διὰ τῆς ὁποίας διαχωρίζει τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς “δυνατούς” –καὶ ὀλίγους– καὶ στοὺς πολλοὺς καὶ “ἀδύναμους”· στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὁ Καζαντζάκης μεγιστοποιεῖ στὰ ἔργα του.
.               Διόνυσος καὶ Ὑπεράνθρωπος: Γιὰ νὰ περιγράψει τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν του, ὁ Νίτσε ἀνατρέχει στὴν ἐποχὴ ποὺ «στὰ στήθη τῆς Ἑλλάδας βογκοῦσε τὸ χάος, ἡ μεγάλη πίκρα, ἡ ἀντικεια βουλή», ἐπειδὴ σ’ αὐτὰ κυριαρχοῦσε «Ἕνας ἀχαλίνωτος θεός, ὁ Διόνυσος», καὶ τοὺς ταυτοποιεῖ ὡς τοὺς φορεῖς τοῦ «διονυσιακοῦ πνέματος», τῆς «διονυσιακῆς μέθης» καὶ τῶν «ἀκράτητων διονυσιακῶν δυνάμεων».
.               Ὁ Διόνυσος, Λυτρωτὴς τῆς Εὐρώπης: Ἀπὸ τὸν Διόνυσο καὶ τοὺς φορεῖς τῆς μέθης του –δηλαδή, τοὺς φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία– προσμένει ὁ Νίτσε τὴν «λύτρωση» τῆς Εὐρώπης, διότι, κατ’ αὐτόν: «Ἡ Εὐρώπη χάνεται καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθεῖ στὴν αὐστηρὴ δίαιτα τῶν ἀρχηγῶν. Ἡ ἠθικὴ ποὺ σήμερα κυριαρχεῖ εἶναι ἔργο σκλάβων εἶναι συνωμοσία ποὺ ὀργάνωσαν οἱ ἀδύνατοι καὶ τὸ κοπάδι ἐνάντια στὸν δυνατὸ καὶ τὸν τσοπάνη. Οἱ σκλάβοι ἀναποδογύρισαν μὲ συφεροντολόγα πονηριὰ τὶς ἀξίες: κακὸς εἶναι, κήρυξαν, ὁ δυνατός, ὁ δημιουργός· καλὸς εἶναι ὁ ἄρρωστος κι ὁ ἠλίθιος· δὲν ἀντέχουν τὸ πόνο· κατάντησαν φιλάνθρωποι χριστιανοὶ καὶ σοσιαλιστές. Μονάχα ὁ Ὑπεράνθρωπος, σκληρὸς μὲ τὸν ἑαυτό του, μπορεῖ νὰ χαράξει καινούριες ἐντολὲς καὶ νὰ δώσει στὶς μάζες σκοποὺς καινούριους». Μ λλα λόγια, Νίτσε κα Καζαντζάκης νοον ς «λύτρωση» –τς Ερώπης, λλ κα ς δική τουςτν ποδέσμευση π τος θικος φραγμος κα π τος νόμους κα θεσμος πο πορρέουν ξ ατν, τοὺς ὁποίους θέτουν στοὺς ἀδίστακτους καὶ δυναμολάγνους ἐξουσιαστές, ὁ ἀρχαιοελληνικὸς ἀνθρωπισμὸς καὶ ὁ χριστιανικὸς θεανθρωπισμός.
.               Γερμανία καὶ «Τραγικὸς Πολιτισμός»: τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ «διονυσιακοῦ πνέματος» καὶ τῶν «ἀκράτητων διονυσιακῶν δυνάμεων» στὴν Γερμανία ὁ Νίτσε ἀνίχνευε στὴν ὁλοένα πιὸ ἔντονη βούληση γιὰ κυριαρχία ποὺ ἐξέπεμπε ἡ γερμανικὴ μουσική: «Ἡ γερμανικὴ μουσική, ἀπὸ τὸν Μπὰχ ἴσαμε τὸν Βάγκνερ, διαλαλεῖ τὸν ἐρχομό του» (σ.σ. τοῦ Διονύσου, δηλαδή, τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία). Καὶ ἤξερε ὅτι, ὅταν ὁ «ἀχαλίνωτος» αὐτὸς θεὸς καὶ οἱ ἀνεξέλεγκτες δυνάμεις τοῦ ἐπικρατήσουν στὴν Γερμανία, θὰ γεννήσουν ἕναν «Νέο “τραγικὸ πολιτισμό”». Ὁ Νίτσε, δηλαδή, ἤξερε ὅτι, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἄλογη καὶ τυφλὴ βούληση γιὰ δύναμη καὶ κυριαρχία, αὐτὴ «συντρίβει τὴν ἀτομικότητα», «ἄνθρωποι καὶ θεριὰ ἀδελφώνονται, ὁ θάνατος εἶναι κι αὐτὸς ἕνα ἀπὸ τὰ προσωπεῖα τῆς ζωῆς καὶ τὸ παρδαλὸ μαγνάδι τῆς πλάνης ξεσκίζεται κι’ ἀγγίζουμε στῆθος μὲ στῆθος τὴν ἀλήθεια: Ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Ὅλοι εἴμαστε Θεός». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Νίτσε ἤξερε τί τραγωδία μέλλει νὰ προκαλέσει ἡ «διονυσιακὴ μέθη» δυναμολαγνείας –ποὺ διέβλεπε ὅτι (ξανα)κυρίευε τὸν νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ τῶν Γερμανῶν, ἀπὸ τὰ τέλη ἤδη τοῦ 19ου αἰώνα: ὁ ἄνθρωπος θὰ μεταβληθεῖ σὲ ἁπλὸ ζωικὸ ὂν (ὁ δὲ δυνατός, σὲ θηρίο)· ὁ θάνατος τῶν ἀδυνάμων δὲν θὰ ἔχει σημασία, ἀφοῦ καὶ ἡ ζωή τους δὲν θὰ ἔχει πιὰ ἀξία· τὸ πλέγμα τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ὁρίων καὶ ἀξιῶν θὰ διαρρηχθεῖ· ὅλοι (ἰδίως οἱ δυνατοὶ) θὰ θεωροῦν ὅτι ὅλα τοὺς ἐπιτρέπονται· καὶ θὰ ἐπικρατήσει τὸ χάος, ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς καὶ ἡ ἀπόγνωση.
.               Προφήτης, ἢ Τροχιοδείκτης Τυραννίας; Τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλεῖ τὸν Νίτσε «προφήτη», ἀκριβῶς διότι ἐκεῖνος εἶχε προβλέψει –σχεδὸν τριάντα χρόνια πρὶν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν Α΄ παγκόσμιο πόλεμο– ὅτι: «Ὁ νέος τραγικὸς πολιτισμὸς θ’ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴ Γερμανία».
.               Τὸ γεγονὸς ὅτι, σήμερα, ὁ Νίτσε ἐπαληθεύεται γιὰ τρίτη φορὰ –ἀφοῦ πολλοὶ ἀναλυτὲς ἀναφέρονται πλέον σὲ μία «γερμανικὴ Εὐρώπη» καὶ σὲ ἕνα οἰκονομικὸ Δ΄ Ράιχ– ἀποδεικνύει ἁπλῶς τὰ ἑξῆς: α)  ὅτι, οἱ ἐξουσιαστὲς γνωρίζουν ὅτι, αὐτὸ ποὺ προστατεύει τὴν ἐλευθερία τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν ὀλίγων εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ἀξιῶν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ (ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀπέχθειά τους πρὸς τὸν ἀρχαιοελληνικὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸ μένος τους κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ θεανθρωπισμοῦ)· καὶ β) ὅτι, μελετώντας προσεκτικὰ τὸν Νίτσε (καί, ἀργότερα τὸ πνευματικοπαίδι του, τὸν Καζαντζάκη), οἱ ἐξουσιαστὲς ἀναγνώρισαν στὴν ἀναδυόμενη γερμανικὴ βούληση γιὰ κυριαρχία, τὴν ψυχοπνευματικὴ ἀχίλλειο πτέρνα τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἔδρασαν ἀναλόγως.
.               Ἡ Ἐκδίκηση τῆς Λογικῆς: Ὁ Νίτσε –πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χριστιανισμό, ἀπέρριπτε καὶ τὴν Λογικὴ (καὶ πέθανε διεγνωσμένα παράφρων)– οὐδέποτε ἀποτελείωσε τὸ «Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρας», διότι τὰ ἴδια τοῦ τὰ «ὁράματα» τὸν ἔθεταν ἐνώπιον τῶν ἑξῆς λογικῶν ἀδιεξόδων: «Ὁ αἰώνιος Γυρισμὸς εἶναι χωρὶς ἐλπίδα· ὁ Ὑπεράνθρωπος εἶναι μία μεγάλη ἐλπίδα· πῶς μποροῦν τὰ δύο αὐτὰ ἀντικρουόμενα ὁράματα ν’ ἁρμονιστοῦν;». Ἀφοῦ, δηλαδή, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι δεσμευμένη στὸν τροχὸ τοῦ «αἰώνιου Γυρισμοῦ» της πρὸς τὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς καὶ πρὸς τὴν ἴδια ἐπακριβῶς «φρίκη» της, πῶς καὶ ἀπὸ τί μέλλει νὰ τὴν «λυτρώσει» ἡ κάστα τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν;
.               «Ἡ ψυχὴ τοῦ Νίτσε ἀπὸ τότε πιὰ φτεροκοπάει στὸν γκρεμὸ τῆς παραφροσύνης», γράφει ὁ Καζαντζάκης· χωρὶς παρ’ ὅλα ταῦτα νὰ πάψει νὰ θαυμάζει τὸν μὲν Νίτσε ὡς «προφήτη» καὶ «Μεγαλομάρτυρα», τὸν δὲ Ὑπεράνθρωπο ὡς κάστα ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν· ἀλλὰ καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ ἐπιλύει τὸ πρόβλημα τῆς λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν «φρίκη τῆς ζωῆς».
.               Καζαντζάκης καὶ «Δύναμη»: Καί, δὲν ἐπιλύει τὸ πρόβλημα αὐτό, διότι, ἁπλά, δὲν τὸ θεωρεῖ πρόβλημα. Ὡς πιὸ “δυνατός” ἀπὸ τὸν Νίτσε, ὁ Καζαντζάκης ἀφαιρεῖ τὸ προσωπεῖο τοῦ Διονύσου, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει μία ἀόρατη μέν, ἀλλὰ ἀπόλυτα ὑπαρκτὴ ὀντότητα, τὴν ὁποίαν ἀρχικὰ ἀποκαλεῖ «μεγάλη μυστικὴ Δύναμη». Παραλλήλως, ἐγκαταλείπει καὶ τὰ ἀλληγορικὰ-μυθολογικὰ περὶ  τοῦ Ὑπερανθρώπου ὡς φορέα τῶν διονυσιακῶν δυνάμεων, γιὰ νὰ τὸν ταυτοποιήσει πλέον ὡς φορέα τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἀόρατης αὐτῆς ὀντότητας, στὴν ὁποίαν ἀποδίδει τὶς ἀκόλουθες ἰδιότητες: «Ὑπάρχει, φαίνεται, μία Δύναμη ἔξω καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ θαρρεῖς ἕνα καὶ μόνο σκοπὸ ἔχει: ν’ ἀνέβει». Ποῦ; σὲ ποιόν ἀνήφορο; Κανένας δὲν ξέρει· κάπου κάπου μονάχα μποροῦμε, ἀφουκραζόμενοι τὸ αἷμα μας, νὰ μαντέψουμε τὸ ρυθμό της. Κι ὅταν μία πράξη, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας στοχασμός, πεταχθοῦν στὸ δρόμο της, ἐμποδίζοντας τὸ ἀνέβασμά της, τὴν κυριεύει θυμός. Ὄχι θυμός· λύσσα. Χιμάει, χτυπάει τυφλά, ξεκάνει σωρὸ καλοὺς καὶ κακούς, ξεσκίζει ἡ ἴδια τὶς σάρκες της, σὰ νά ᾽ταν καὶ τὸ κακὸ τοῦτο, καὶ τὸ ἐμπόδιο τοῦτο, ποὺ μπῆκε στὸ ἀνηφόρισμά της, σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της· ρυθμὸς καὶ παράβαση ρυθμοῦ, σὰ νά ᾽ταν καὶ τὰ δύο μέσα στὴ φύση της. Γι᾽ αὐτὸ ἡ φοβερὴ αὐτὴ Δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ σκοτώσει τὴν ἀτιμία, τὸ ἔγκλημα, τὸ πάθος, τὴν προστυχιά, χωρὶς νὰ πληγώσει βαριὰ τὸν ἑαυτό της». (…) «Πότε χιμάει μανιασμένη νὰ πνίξει τὸ κακό, σὰ νά ᾽ταν  ὁ μεγαλύτερός της ὀχτρός, πότε χαίρεται νὰ συντρίβει ὅ,τι καλύτερο ἔχει ὁ κόσμος τοῦτος. Ἂν ἦταν χωρὶς ἠθικὲς λαχτάρες, γιατί τότε νὰ πολεμάει μὲ τόση λύσσα τὴν ἀδυναμία, τὴν ἀτιμία, τὴν ψευτιά; Κι ἂν εἶχε ἠθικὲς λαχτάρες, γιατί νὰ σκοτώνει μὲ τόση σιγουράδα καὶ κακεντρέχεια τὶς μεγάλες ψυχές;»
.                 Περιγράφοντας τὴν «Δύναμη» αὐτὴ ὡς διφυῆ, ὁ Καζαντζάκης προσεγγίζει τὸ ἀντιθετικὸ ζεῦγος δυνάμεων τοῦ Γὶν-Γιάνγκ. Χαρακτηρίζοντάς την, ὅμως, ὡς φοβερή, λυσσαλέα, ἄλογη, ἀμείλικτη, αὐθαίρετη, κακόβουλη, καταστροφικὴ καὶ ἀνθρωποκτόνο –καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο, ὡς «ἀχόρταγη, πονηρὴ καὶ ἀνήλεη»–, τὴν ταυτοποιεῖ σαφῶς ὡς τὸ Ἀπόλυτο Κακό, ἀποδεικνύοντας –ἂν ὄχι σὲ τί «θύει» τὰ ἔθνη– σὲ τί «θύει» ὁ ἴδιος.

, ,

Σχολιάστε

O ”ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-1 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

Ὁ «Θεὸς» τοῦ Καζαντζάκη καὶ τοῦ Νίτσε [Α´]
Ἡ Συμβολή του στὴν Ἑδραίωση τῆς Παγκοσμιοποίησης
καὶ γιατί ὁ «Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ  ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικὸς

.               Σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, μὲ τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης. Ἡ Συμβολὴ τῶν Ἰδεῶν του στὸ “Κοινωνικὸ Ὁλοκαύτωμα” ποὺ Συντελεῖται στὴν Σύγχρονη Ἑλλάδα», εἴχαμε ἐπικεντρωθεῖ στὰ περιεχόμενα τοῦ προλόγου τοῦ “ταξιδογραφήματός” του, «Ταξιδεύοντας-Ἀγγλία» (1940), τὸ ὁποῖο προσέφερε, σὲ κυριακάτικο φύλλο της, ἐφημερίδα πανελλαδικῆς ἐμβέλειας.
.               «Φυσικὴ» Ἠθικὴ καὶ Μετάλλαξη: Στὸ ἄρθρο αὐτό, εἴχαμε ἀναλύσει τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη τοῦ Καζαντζάκη ὁδηγεῖ τὸν ἀνυποψίαστο ἀναγνώστη στὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς κόσμου ἱερχαρχημένου βάσει τῆς «φυσικῆς» ἠθικῆς, ὅπου κυριαρχεῖ ὁ δυνατώτερος καὶ ἐπιζεῖ ὁ πλέον προσαρμοζόμενος, καὶ ὅπου δὲν ὑπεισέρχεται τὸ ἔλεος ἔναντι τῶν ἀδυνάμων, πόσον μᾶλλον θέμα ἐλευθερίας τους (ὅπως συμβαίνει καὶ στὸν σατανισμό, ὅπου, γιὰ τοὺς Δυνατούς, «Τὸ “Θέλω” εἶναι ὁ Νόμος», ἄρα «οἱ σκλάβοι πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν».
.               «Νὰ Ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό»: Στὴν συνέχεια, ἡ ἴδια ἐφημερίδα προσέφερε τὰ βιβλία «Ὁ Χριστὸς Ξανασταυρώνεται» καὶ «Ὁ Τελευταῖος Πειρασμὸς»- ποὺ εἶχαν, πρὸ πεντηκονταετίας, προκαλέσει σάλο καὶ τὸν παρ’ ὀλίγο ἀφορισμὸ τοῦ συγγραφέα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία- διαφημίζοντας τηλεοπτικῶς ἕνα ἐξ αὐτῶν ὡς λογοτεχνικὸ ἔργο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Καζαντζάκης μᾶς παροτρύνει «νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸ Θεό».
.               Αὐτὸ μᾶς προβλημάτισε ἰδιαίτερα, διότι, ἤδη ἀπὸ τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης χαρακτήριζε ὡς παρωχημένο τὸν Χριστό, καὶ ἐξωθοῦσε τοὺς ἀναγνῶστες του νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ κάποιον ἄλλον θεό, πιὸ σύγχρονο καὶ πιὸ ἀποτελεσματικό: «Γιατί γυρίζετε πίσω; (…) Ἔκαμε ὁ Χριστὸς τὸ χρέος του, ἔδωκε μίαν ἀπάντηση σὲ ἄλλες ἐποχές, σὲ ἄλλα προβλήματα (…) Τώρα ἄλλαξε τὸ πρόσωπο τῆς ἀγωνίας, γύρισε ὁ τροχός».
.               Ὁ «Μεγάλος Ἀνθρωποφάγος Κεραυνός»: Ἐξ ἄλλου, ὅταν ὁ Καζαντζάκης ἀναφέρεται στὸν «μεγάλο ἀνθρωποφάγο κεραυνὸ ποὺ ὀνομάζουμε “Θεό”», ὁπωσδήποτε δὲν ἐννοεῖ τὸν Ἐλεήμονα Τριαδικὸ Θεό· τὸν Ὁποῖον σαφῶς ἀπορρίπτει μὲ ρήσεις ὅπως, π.χ.: «Κι εἶναι μεγάλο ἀτύχημα ποὺ ἡ λέξη «Πνέμα» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι οὐδέτερου γένους· ἂν ἦταν θηλυκοῦ, θά ᾽χαμε τὴ σωστὴ πανανθρώπινη, βαθύτερη ἀπὸ κάθε θρησκευτικὸ δόγμα Ἅγια Τριάδα: Πατέρα, Μάνα, Γιό». Τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὡς δημιουργό τοῦ κόσμου ἐκ τοῦ μηδενός, ἀπορρίπτει ὁ Καζαντζάκης καὶ «ὅταν, τανύζοντας στὸ ἀκρότατο σημεῖο –ὅπου ἀρχίζει νὰ τρίζει ὁ ἐγκέφαλος– τὴν μνήμη, μάχεται νὰ θυμηθεῖ πῶς ἦταν τὸ πρωτόγονο Χάος, πρὶν νὰ ᾽ρθεῖ ὁ νοῦς νὰ τὸ στενέψει καὶ νὰ τὸ νοικοκυρέψει σὲ “κόσμο”, δηλαδή, σὲ ἀνθρώπινη τάξη».
.               Τὸν Προσωπικὸ Θεὸ καὶ τὴν μοναδικότητα τοῦ ἀνθρωπίνου Προσώπου καταργεῖ ὁ Καζαντζάκης σὲ ρήσεις ὅπως π.χ.: «Ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Ὅλοι εἴμαστε Θεός», ἢ «ὁ Θεὸς –θέλω νὰ πῶ: ἡ σημερινὴ ἀνώτατη λαχτάρα τοῦ ἀνθρώπου» κ.ἄ., ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἀποίμαντο ἀναγνώστη στὴν αὐτοθέωση, τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση ἀπορρίπτει ὡς ἑωσφορική, οἱ δὲ ὁμάδες τῆς «Νέας Ἐποχῆς» προωθοῦν στοὺς δυτικοὺς ὀπαδούς τους, ὥστε νὰ τοὺς μεταλλάξουν καταλλήλως, ἐν ὄψει τῆς παγκοσμιοποίησης.
.               Θεὸς καὶ Παγκοσμιοποίηση: Ἀπὸ τὴν πλευρά τους, οἱ ἐκδόσεις «Καζαντζάκη», στὶς ὁποῖες ἀνήκει τὸ σύνολο τῶν ἔργων του, ἔχουν ἐπιλέξει ὡς ἔμβλημά τους τὸ σύμβολο Γὶν-Γιὰνγκ τοῦ Ταοϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος «ὁδήγησε στὴν ἀνακάλυψη μιᾶς ἀνώνυμης κοσμικῆς ἀρχῆς», ἐνῶ ἀργότερα ἐνσωμάτωσε, μεταξὺ ἄλλων, τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης καὶ τὴν γιόγκα. Στὸν Ταοϊσμὸ –διευκρινίζουμε ἐμεῖς– δὲν ὑπεισέρχονται, οὔτε κἂν ὡς ἁπλὲς ἔννοιες, ὁ Προσωπικὸς Τριαδικὸς Θεός, τὸ Μέγα Ἔλεός Του καὶ ἡ «ἔνθεη λογικότητα τοῦ κόσμου», οὔτε ὑπεισέρχονται ὡς αὐταξίες, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ μία καὶ μόνη ζωή του, πόσῳ μᾶλλον ἡ κοινωνικὴ ἐλευθερία καὶ ἄλλες ἀνάλογης σημασίας δυτικογενεῖς ἠθικο-θρησκευτικὲς ἔννοιες. Δοθέντος, λοιπόν, ὅτι, ὁ θεὸς τοῦ Καζαντζάκη δὲν εἶναι ὁ Ἐλεήμων Τριαδικὸς Θεός, καὶ δοθέντος ὅτι «ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει» σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν Ταοϊσμό, ἐγείρεται τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: μὲ ποιὸν «θεὸ» καλούμεθα νὰ ἑνωθοῦμε, μέσῳ τοῦ Καζαντζάκη, στὴν ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ γιατί;
.               Ἀναζητώντας τὴν «Ἀλήθεια»: Πάντως, σὲ διάσπαρτες ἀναφορές του στὸ ἴδιο “ταξιδογράφημα” –καὶ ἰδίως στὸ ἐνδεκασέλιδο ἀφιέρωμά του στὸν πνευματικό του πατέρα, Φρειδερίκο Νίτσε (1844-1900)– ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλύπτει ἀρχικὰ ὅτι ἡ «ἀλήθεια» ἀμφοτέρων βασίσθηκε στὴν ἰνδουϊστικὴ μεταφυσικὴ ἀντίληψη πὼς ἡ ζωὴ εἶναι ψευδαίσθηση (μιὰ «Μάγια»): «Ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα δικό μου· ὅλα ὅσα ξεκρίνω, ὁρατὰ κι ἀόρατα, εἶναι ὄνειρο πλάνο. Μία θέληση μονάχα ὑπάρχει, τυφλή, χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος, χωρὶς σκοπό, ἀδιάφορη, μήτε λογικὴ μήτε παράλογη, ἄλογη, τεράστια. (…) Πρόοδο δὲν ὑπάρχει, λογικὸ δὲν κυβερνάει τὴ μοίρα, οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες, οἱ θρησκεῖες, οἱ ἠθικές, εἶναι ἀνάξιες παρηγοριὲς γιὰ τοὺς ἀνίδεους καὶ τοὺς δειλούς».
.               Σύμφωνα μὲ τὴν νιτσεϊκὴ ἐκδοχὴ τῆς «Μάγια» –ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης–, τὸ «συμπαντο» διέπει μία ἀνηλεὴς καὶ αὐθαίρετη Δύναμη, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει στὰ πάντα (καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ὡς ἐκ τούτου, τὰ πάντα εἶναι ἕνα, τὰ πάντα εἶναι “θεός”, καὶ ἑπομένως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνα, καὶ ἄρα, ὅλοι εἴμαστε “θεός”, καὶ ὅλοι εἴμαστε ἀνηλεεῖς καὶ αὐθαίρετοι. Συγχρόνως, ὅμως, τίποτα δὲν εἶναι πραγματικό, καὶ τίποτα –οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ πόνος, ἡ δυστυχία του καὶ ἡ ζωή του– ἔχει ἀξία ἢ σημασία.
.               Ἡ «Θέληση νὰ Κυριαρχεῖς»: Ὁ Νίτσε ἀποφάσισε νὰ βελτιώσει τὴν «Μάγια» του, προσθέτοντας ὅτι, «ἡ ζωὴ δὲν εἶναι μονάχα θέληση νὰ ζεῖς· εἶναι κάτι ἐντονότερο: θέληση νὰ κυριαρχεῖς! Δὲ χορταίνει ἡ ζωὴ νὰ συντηρεῖται μονάχα· θέλει ν’ ἁπλώνεται καὶ νὰ καταχτάει»· δηλαδή: «ἡ οὐσία τῆς ζωῆς εἶναι ἡ λαχτάρα ν’ ἁπλωθεῖ καὶ νὰ κυριαρχήσει καὶ μονάχα ἡ δύναμη εἶναι ἄξια νά ᾽χει δικαιώματα». Τὴν βελτίωση αὐτὴ –ποὺ ἴσως ἐκπήγαζε ἀπὸ μία ὑποσυνείδητη ἀνάγκη ἀντιστάθμισης καὶ ὑπέρβασης τῶν προσωπικῶν του ψυχοσωματικῶν ἀδυναμιῶν– υἱοθετεῖ μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Καζαντζάκης –ποὺ εἶχε, καὶ αὐτός, τὶς δικές του ψυχοσωματικὲς ἀδυναμίες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: O “ΘΕΟΣ” TOY KAZANTZAKH KAI TOY NIΤΣΕ-2 («Ὁ Νέος Τραγικὸς Πολιτισμὸς θὰ ἀναπηδήσει ἀπὸ τὴν Γερμανία»)

ΠΗΓΗ: hellas-orthodoxy.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε