Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Νοῦς

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ-2

Ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς

Μέρος Α´: Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ -1

.                  Εἴπαμε (στὸ προηγούμενο ἄρθρο) πὼς ἡ πίστη στὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἰσδύει καὶ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, μπορεῖ νὰ μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ ὀλισθήματα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ἡ σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς ὅλα τὰ γνωρίζει, καὶ αὐτὰ ποὺ σκεπτόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ αἰσθανόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, ὅσα δὲν φαίνονται πρὸς τὰ ἔξω καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν τὰ βλέπει, ἡ σκέψη αὐτὴ μᾶς βοηθεῖ πολὺ νὰ προσέχουμε.
.           Καὶ ὅταν προσέχουμε, εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα, ὥστε, μόλις μᾶς προσβάλει κάποιος λογισμὸς ἁμαρτίας, νὰ τὸν ἀποκρούσουμε. Νὰ μὴν τὸν κρατήσουμε οὔ­­τε γιὰ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα. Ἂν χρο­νίσει ὁ λογισμὸς στὸ νοῦ, μπορεῖ νὰ δελεάσει τὴν ψυχή, ὁ ἐχθρὸς νὰ ἀντιμετωπισθεῖ σὰν φίλος, καὶ τότε ἡ ζημιὰ θὰ εἶναι μεγαλύτερη, ὁ λογισμὸς θὰ κατέβει στὴν καρδιά, θὰ γεννήσει ἐπιθυμία ἁμαρτίας καὶ θὰ μολύνει τὸ ἐσωτερικό μας. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀντίδραση τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ εἶναι ἄμεση. Ὅσο πιὸ γρήγορα ἀντιμετωπίσουμε τὸν ἐχθρό, τόσο πιὸ εὔκολα θὰ τὸν ἀποκρούσουμε.
.           Ἀλλὰ ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅπως τὴν περιγράψαμε, εἶναι ἀμυντική. Ὅσο κι ἂν εἶναι ἀπαραίτητη, δὲν εἶναι ἡ πιὸ ἀποτελεσματική. Πολὺ πιὸ ἀποδοτικὸς γίνεται ὁ ἀγώνας μας, ὅταν περάσουμε στὴν ἐπίθεση.
.           Τί σημαίνει αὐτό; Νὰ μὴν ἀρκούμαστε στὸ νὰ ἀποκρούουμε τὸ κακό, ἀλλὰ νὰ προσπαθοῦμε νὰ καλλιεργοῦμε τὸ ἀγαθὸ στὴν ψυχή μας. Μποροῦμε νὰ καλλιεργοῦμε ἀγαθοὺς λογισμούς, νὰ ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μας μὲ καθαρὲς σκέψεις. Νὰ σκεφθοῦμε τὰ θέματα τῆς ἐργασίας μας, νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ ζητήματα τῆς οἰκογενείας μας. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ σκεφθοῦμε τοὺς βασανισμένους συνανθρώπους μας, ἀσθενεῖς, πτωχούς, ἐγκαταλελειμμένους, τὰ προβλήματά τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συγκινήσει τὴν ψυχή μας, νὰ αἰσθανθοῦμε συμ­πόνια γι’ αὐτούς, νὰ νιώσουμε τὴν ἀγάπη νὰ κυριαρχεῖ στὴν καρδιά μας. Νοῦς καὶ καρδιὰ καλλιεργοῦν τὸ ἀγαθό.
.           Πολὺ περισσότερο θὰ μᾶς βοηθήσει τὸ νὰ καλλιεργοῦμε καθαρὰ πνευματικὲς σκέψεις. Νὰ ἐπαναφέρουμε π.χ. στὸ νοῦ μας μιὰ πνευματικὴ συζήτηση ποὺ εἴχαμε μὲ κάποιους φίλους. Νὰ θυμηθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μας, τὸ κήρυγμα ποὺ ἀκούσαμε στὴν ἐκκλησία, τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ συγκίνησε τὴν ψυχή μας. Νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ σκεφθοῦμε τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ἀπαράμιλλη διδασκαλία Του, τὴν παναγία ζωή Του, τὴ δόξα καὶ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας Του. Ὅλα αὐτὰ θὰ συγκινήσουν τὴν ψυχή μας, θὰ τὴν ἐνθουσιάσουν, θὰ τὴν πλημμυρίσουν μὲ αἰσθήματα θαυμασμοῦ, εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Φω­τίζεται ὁ νοῦς μὲ τέτοιες σκέψεις καὶ συγκινεῖται ἡ καρδιὰ καθὼς κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀνώτερα, ἅγια αἰσθήματα.
.           Μποροῦμε αὐτὰ νὰ τὰ ἐνισχύουμε μὲ τὴ μελέτη, τὴ συστηματικὴ πνευματικὴ μελέτη. Ὅταν κάθε μέρα τηροῦμε ἕνα σταθερὸ πρόγραμμα πνευματικῆς τροφοδοσίας, ὅταν μελετοῦμε τοὺς θεό­πνευστους λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὰ θεοφώτιστα κείμενα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἄλλα πνευματικὰ βιβλία, ὁ νοῦς μας διαρκῶς τροφοδοτεῖται μὲ ἅγια νοήματα, καὶ ἡ καρδιὰ μένει προσ­ηλωμένη στὸ Θεὸ καὶ στὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀπασχολημένος μὲ τὰ θεῖα ὁ νοῦς, δὲν προλαβαίνει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ἄλλα. Συγχρόνως, ἐπειδὴ ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων συγκινεῖ τὴν ψυχή, εὔκολα τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τὰ ἁμαρτωλά, ποὺ σκοτίζουν καὶ μολύνουν τὸ ἐσωτερικό μας.
.           Ἀνυπολόγιστη βοήθεια στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ καθαρότητα μᾶς δίνει καὶ ἡ προσευχή. Ὅταν γίνεται μὲ πίστη καὶ μὲ ταπείνωση, ὅταν ἀπευθύνεται στὸ Θεὸ μὲ προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ μὲ θερμὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς, ἀποδεικνύεται σπουδαιότατο ὅπλο στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ὄχι μόνο διότι μποροῦμε νὰ ἀπευθύνουμε στὸ Θεὸ εἰδικὸ αἴτημα, ὥστε Ἐκεῖνος, «ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος», νὰ μᾶς καθαρίσει «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ», ἀλ­λὰ καὶ διότι στὴ διάρκειά της ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μὲ ὅ,τι ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο, μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Τρισάγιο Κύριο τοῦ παντός. Ἡ προσ­ευχὴ ἡ «μετ’ ἐ­κτενείας γινομένη, μετὰ ὀδυνωμένης ψυ­χῆς, μετὰ συντεταμένης διανοίας», δη­λαδὴ ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ ἐπίμονη καὶ ἐκτενὴ προσπάθεια, μὲ ψυχὴ ποὺ πονάει, μὲ τὴ διάνοια σταθερὴ καὶ μὲ ἔντονο ἀγώνα προσηλώσεως, καθαρίζει τὴν ψυχή. Διότι, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «αὕτη ἐστὶν ἡ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀναβαίνουσα» προσευχή (ΕΠΕ 35, 176). Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἀνεβάζει καὶ ὅλο τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, τὸν ἀναδεικνύει οὐράνιο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὰ ἐπίγεια, τὰ ὑλικὰ καὶ ἁμαρτωλά.
.           Καλλιέργεια ἀγαθῶν λογισμῶν, μελέτη, προσευχή. Μ’ αὐτὰ τὰ ὅπλα διατηρεῖ ἡ ψυχὴ τὴν καθαρότητά της.
.           Ὅταν ὁ κλέφτης πλησιάσει στὸ σπίτι καὶ ἀκούσει θόρυβο, φεύγει. Καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέσα καὶ δὲν ἦλθε στὴν κατάλληλη ὥρα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖ ἀγαθοὺς λογισμούς, ὅταν μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται, συγκινεῖται ἡ ψυχή του, μέσα του ὑπάρχει κίνηση καὶ ζωὴ πνευματική. Δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει κλέφτης. Δὲν μπορεῖ ὁ διάβολος νὰ σπείρει τοὺς δικούς του λογισμοὺς καὶ μὲ τὰ βέλη του τὰ πεπυρωμένα νὰ πυρπολήσει τὸν νοητὸ οἶκο τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸν ἔρχεται νὰ κατοικήσει ὁ Χριστός. Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ στὴν καρδιά μας, ὅλα μέσα μας γίνονται ἅγια καὶ φωτεινά, ὅλα καθαρὰ καὶ οὐράνια.

 ΠΗΓΗ: osotir.org

, , ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ -1

Ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς
Α´ 
 

.           Πόσα πράγματα περνοῦν ἀπὸ τὸν νοῦ μας κάθε στιγμή! Καὶ ὅταν κοιμᾶται ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ σκέπτεται. Πολὺ περισσότερο ὁ νοῦς του δουλεύει, ὅταν βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση. Ἀσχολεῖται μὲ προβλήματα πιεστικὰ ποὺ ζητοῦν τὴ λύση τους. Προγραμματίζει τὴ ζωὴ καὶ κάνει σχέδια. Σκέπτεται τὶς εἰδήσεις τοῦ κόσμου καὶ ἀναλύει τὰ γεγονότα. Θυμᾶται τὰ περασμένα καὶ ζωντανεύει ἀναμνήσεις, ποὺ τὸν χαροποιοῦν ἢ τὸν βασανίζουν. Μελετᾶ τὴν ἱστορία καὶ ἐμβαθύνει στὸ νόημά της. Ἀσχολεῖται μὲ ζητήματα τῆς ἐπιστήμης καὶ προωθεῖ τὴν ἔρευνά της.
.           Ναί! Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ νοῦς μας καὶ πολλὰ ἄλλα. Εἶναι στολίδι στὸν ἄνθρωπο ὁ νοῦς, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχουν νοῦ τὰ ἄλλα ὄντα πάνω στὴ γῆ. Εἶναι ἄλογα. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένος, ἔχει νοῦ καὶ σκέπτεται, μαθαίνει, συλλαμβάνει ἰδέες καὶ τὶς πραγματοποιεῖ, καλλιεργεῖ τὴν ἐπιστήμη καὶ προάγει τὸν πολιτισμό, σχεδιάζει τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐνθουσιάζεται ἀπὸ τὸ ὡραῖο. Εἶναι ζηλευτὸς γιὰ τὸ νοῦ του ὁ ἄνθρωπος.
.           Ὅμως ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἐπικίνδυνος, ἀκριβῶς διότι ἔχει νοῦ. Ὁ νοῦς του μπορεῖ νὰ γίνει ἐργαστήρι τῆς ἁμαρτίας. Μπορεῖ νὰ σκοτισθεῖ, νὰ σκέπτεται τὸ κακό, νὰ σχεδιάζει τὴν ἐκδίκηση, νὰ ὀργανώνει τὴν ἐκμετάλλευση, νὰ φαντάζεται τὴν ἁμαρτία, νὰ βυθίζεται στὴ λάσπη. Πόσο θλιβερὸ αὐτό! Ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα φῶς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ νὰ τὸν ἀνεβάζει ψηλά, μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖται στὸ σκοτάδι καὶ νὰ πέφτει χαμηλά.
.           Ὅλα ἀπὸ τὸ νοῦ μας ξεκινοῦν: οἱ καλὲς πράξεις ἀλλὰ καὶ ἡ ἁμαρτία. Ἢ μᾶλλον ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ πιὸ μέσα, ἀπὸ τὸ βαθὺ ἐσωτερικό μας, ἀπὸ τὴν καρδιά. «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχον­ται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι», ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ιε´ [15] 19). Τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς ἐπηρεάζει τὶς σκέψεις τοῦ νοῦ. Ἡ καρδιά, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι «ἡ ταμειοῦχος τῶν λογισμῶν». Εἶναι ἀγα­θὴ ἡ καρδιά, εἶναι καθαρὸ τὸ ἐσωτερικό μας; Τότε καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ νοῦ θὰ εἶναι καθαροί, φωτεινοί, ἅγιοι. Εἶναι ἡ καρδιὰ ἄρρωστη, κυριαρχεῖται ἀπὸ ἁμαρτωλὲς διαθέσεις καὶ πάθη, ἀπὸ τὴν κακία, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴ φιλαργυρία, τὴ σαρκικότητα; Τότε καὶ οἱ λογισμοὶ θὰ εἶναι ἁμαρτωλοί, ρυπαροί, ἄθλιοι. Θὰ ντρέπεται ὁ ἄνθρωπος νὰ τοὺς φανερώσει.
.           Πολλὲς φορὲς λυπόμαστε γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Λυπόμαστε γιὰ ὅ,τι κάνουμε. Στενοχώρια καὶ θλίψη ὅμως μᾶς καταλαμβάνει ἐξαιτίας ὄχι μόνο αὐτῶν ποὺ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ σκεπτόμαστε. Αἰσθανόμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ ἄθλιοι. Πῶς ἔγινα ἔτσι; Τί φουρτούνα στὸ μυαλό μου; Γιατί νὰ σκέπτομαι μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο; Πῶς νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸν βομβαρδισμὸ τῶν σκέψεων ποὺ μολύνουν τὸ νοῦ μου; Πῶς μπορῶ νὰ διορθωθῶ;
.           Κάποτε ὁ Κύριος ρώτησε τοὺς μαθητές Του: «τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι;…» (Ματθ. ιϛ´ [16] 8). Κατάλαβε τὴν ὀλιγοπιστία μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπισαν τὸν λόγο Του, κατάλαβε τοὺς διαλογισμούς τους. Καὶ ἄλλοτε, ὅταν κάποιοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς νόμισαν ὅτι εἶναι βλάσφημος ὁ λόγος Του, μὲ τὸν ὁποῖο συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες ἑνὸς παράλυτου ἀνθρώπου, ὁ Κύριος «εὐθέως ἐπιγνοὺς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» (Μάρκ. β´ 8). Διάβασε τὶς σκέψεις τους, κατάλαβε τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους ποὺ γεννοῦσε τέτοιες σκέψεις στὸ νοῦ τους.
.           Ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων» (Ἰὼβ ζ´ 20), γνωρίζει τὸ νοῦ καὶ τὰ ἀπόκρυφα τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζει τὶς σκέψεις ποὺ κάνουμε κάθε στιγμή, τὶς διαθέσεις τῶν καρδιῶν μας, τοὺς πόθους, τὰ αἰσθήματα, τὰ βαθύτερα κίνητρά μας, ὅλο τὸ βάθος τοῦ ἐσωτερικοῦ. «Ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός», ἐξετάζει μὲ ἀκρίβεια καὶ γνωρίζει μὲ λεπτομέρεια τὰ πάντα μέσα μας ὁ Θεός (Ψαλ. ζ΄ 10).
.           Σύ, Κύριε, λέει σὲ μία προσευχή του ὁ Σολομών, θὰ δώσεις στὸν καθένα ἄνθρωπο «κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, ὡς ἂν γνῷς τὴν καρδίαν αὐτοῦ», ἀνάλογα μὲ τὴν ὅλη διαγωγή του καὶ τὰ ἐλατήρια τῆς καρδιᾶς του, τὰ ὁποῖα γνωρίζεις. Διότι Σὺ «μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων» (Β´ Παραλ. ϛ´ 30). Ὡς παντογνώστης καὶ καρδιογνώστης, γνωρίζεις τὸ ἐσωτερικὸ τῆς καρδιᾶς ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἶσαι ὁ μόνος ποὺ τὸ γνωρίζεις. Οὔτε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οὔτε οἱ δαίμονες, οὔτε καὶ οἱ ἄγγελοι μποροῦν ἀπὸ μόνοι τους νὰ γνωρίζουν τί κρύβουμε μέσα μας. Μόνος ὁ Θεός.
.           Πόσο βαθὺς ὁ μυστικὸς κόσμος τῆς ψυχῆς μας! Οὔτε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦμε ἐπαρκῶς νὰ τὸν ἐξερευνήσουμε καὶ ἐπακριβῶς νὰ τὸν γνωρίσουμε. Μόνο ὁ Θεός. Ἐνώπιόν Του ὅλα εἶναι φανερὰ καὶ γνωστά.
.           Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μπορεῖ πολὺ νὰ μᾶς βοηθεῖ νὰ διατηροῦμε καὶ τὴν ἐσωτερική μας καθαρότητα. Ποτὲ δὲν θὰ θέλαμε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων νὰ κάνουμε κάτι κακό, ποὺ θὰ μᾶς ἐκθέσει. Πόσο προσεκτικότεροι πρέπει νὰ εἴμαστε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ!
.           Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακολουθεῖ. Ἡ σκέψη αὐτὴ μᾶς γεμίζει μὲ ἅγιο φόβο, ὁ ὁποῖος μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ τὴν ἐκτροπὴ στὸ κακὸ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἀμείψει τὸν ἀγώνα μας νὰ προσέχουμε ὄχι μόνο τὰ ἐξωτερικά μας ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐσωτερικὲς καταστάσεις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς.
.           Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ διατηροῦμε καθαρὸ τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς μας. Θὰ τοὺς δοῦμε σὲ ἑπόμενο ἄρθρο. Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ-2

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

,

Σχολιάστε

Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΝΟΥ-1 «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»! μία ὑπερβολὴ καταδικασμένη στὴν εὐγενῆ παραθεώρηση;

Ἡ ἀδιάλειπτη ἱερατικὴ Λειτουργία τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ

[Α´]

’Iω. Κορναράκη, «Ἡ Θεία Λειτουργία τῆς ὑπάρξεως»,
ἐκδ. Ἁφῶν Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, σ. 104-112

.          Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς λειτουργεῖ ἀδιάλειπτα! Αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ βασικότερο χαρακτηριστικό του. Μπορεῖ βέβαια, ὁρισμένες φορές, νὰ μὴ λειτουργεῖ σωστά. Οἱ παραισθήσεις καὶ οἱ ψευδαισθήσεις εἶναι στὸ … αἷμα του! Εἶναι τὰ ἀναπόφευκτα κάτοπτρα τῆς ὑπάρξεως ποὺ τοῦ θολώνουν τὸ ὀπτικὸ πεδίο καὶ τὸν παραπλανοῦν, ὄχι σπάνια, ἀθεράπευτα. Ὅμως λειτουργεῖ!
.          Ἂν σταματήσει ὁ νοῦς νὰ λειτουργεῖ, βρισκόμαστε σὲ περίπτωση ψυχικοῦ θανάτου ποὺ πλέον παραδίδει τὸ πρόβλημα αὐτό (τῆς μὴ λειτουργίας τοῦ νοῦ) στὴν ψυχιατρικὴ δεοντολογία. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἀντιμετωπίζουμε μία δυσάρεστη ἐξαίρεση.
.          Κατὰ κανόνα, λοιπόν, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς λειτουργεῖ ἀδιάλειπτα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς γιὰ τὴν χριστιανικὴ αὐτοσυνειδησία σημαίνει ἀδιάλειπτη νοητικὴ ἱερατικὴ λειτουργία!
.          Πράγματι! Ἂν θέσουμε τὴ σκοπιμότητα τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρίσμα τῶν προοπτικῶν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, θὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα, Ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τὸ ἐκφραστικότερο ὄργανο τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ἔχει λοιπὸν ἡ λειτουργία του θρησκευτικὴ ποιότητα. Λειτουργεῖ γιὰ νὰ πραγματοποιεῖ τὴν ὑπαρξιακὴ συνέπεια τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δηλ. τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν»! Γι’ αὐτό, ὅπως εἴπαμε, στὰ περισσότερα νηπτικὰ πατερικὰ κείμενα, ὁ νοῦς θεωρεῖται ὡς ὁ χῶρος τοῦ «ναοῦ τοῦ Θεοῦ» ἢ τὸ ὄργανο μιᾶς ἀδιάλειπτης ἱερατικῆς διακονίας.
.          Πρὶν ὅμως φθάσει κανεὶς στὸν νηπτικὸ πατερικὸ χῶρο, γιὰ νὰ δεῖ ἐκεῖ πιὸ διαυγεῖς διαφάνειες τῆς ἱερατικῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, ἀνακαλύπτει τὴν ἀφετηρία τοῦ προβλήματος τῆς θρησκευτικῆς ποιότητος τοῦ νοῦ στὸν εὐαγγελικὸ χῶρο. Ὁ λόγος τοῦ ἀπ. Παύλου εἶναι σαφὴς καὶ διαφανής: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε, τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ἡμᾶς… Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη» (Α΄ Θεσ. ε´ 17-18, 23). [«Ἀδιαλείπτως καὶ συνεχῶς νὰ ἐπικοινωνεῖτε μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν εὐλαβῆ διάθεση. Γιὰ κάθε τί νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεό. Διότι τοῦτο εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς τὸ δίδαξε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ σᾶς τὸ κηρύξουμε. Εἴθε δὲ αὐτὸς ὁ Θεός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πηγάζει ἡ πραγματικὴ εἰρήνη, νὰ σᾶς ἁγιάσει ὁλοκλήρους καὶ ὁλόκληρος ὁ νοῦς σας καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σας εἴθε νὰ διαφυλαχτοῦν ἄμεμπτα κατὰ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ»].
.          Τὸ Παύλειο αὐτὸ κείμενο εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ εὐαγγελικὰ κείμενα ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ προβληματική τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Στὴν συνείδηση τοῦ ἀποστόλου διάλειπτη προσευχ εναι πι μεση παρξιακ λειτουργικότητα το χριστιανο νθρώπου ποὺ διεργάζεται συνεχῶς τὴν καθολικὴ «καλὴν ἀλλοίωσίν» του, σύμφωνα μὲ τὸ «θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ὅμως εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἀποστολικὸς λόγος φαίνεται βαρὺς καὶ δύσκολος καὶ τελικὰ ἠχεῖ σὰν μία οὐτοπικὴ παιδαγωγικὴ προσταγὴ στὸν νοῦ τοῦ λογοκρατούμενου χριστιανοῦ.
.          «διαλείπτως προσεύχεσθε»! Δὲν συμφωνεῖτε (θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ χριστιανὸς αὐτὸς) ὅτι πρόκειται γιὰ μία περβολ πον τέτοια) εναι καταδικασμένη στν … εγεν παραθεώρηση;

.          Τί θὰ εἰπεῖ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»; Μία τέτοια προτροπὴ στὸν ἀνθρώπινο νοῦ δὲν εἶναι ἀνεδαφική, ἀφοῦ ὁ νοῦς αὐτὸς ἔχει μία μόνο δυνατότητα λειτουργικῆς προοπτικῆς; Μ’ ἄλλα λόγια, μπορεῖ ὁ νοῦς νὰ εἶναι τὸ κύριο καὶ ἄμεσο ὄργανο τῆς ἐπαφῆς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἄμεση πραγματικότητα καὶ συγχρόνως νὰ προσεύχεται; Δὲν ζητᾶμε μὲ τὴν παύλειο προτροπὴ δύο ποιοτικὰ ἀντίθετες λειτουργικὲς διακονίες τοῦ νοῦ; Μία μ’ ἕνα προσανατολισμὸ ὑπερβατικὸ («στὰ οὐράνια») καὶ μία μ’ ἕνα ἐνδοκοσμικὸ («στὰ γήινα»);
.          Ὁ λογοκρατούμενος χριστιανὸς ἄνθρωπος φρονεῖ, ὅπως εἶναι φυσικό, ὅτι ὁ νοῦς μία μόνο λειτουργικὴ ποιότητα μπορεῖ νὰ ἐκφράζει ἢ σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο (τόσο ἀντίθετους!) προσανατολισμοὺς νὰ ἀποβλέπει. Ἢ θὰ «ἐνδημεῖ» στὰ οὐράνια ἢ θὰ διαλέγεται μὲ τὰ ἐπίγεια. Πῶς λοιπὸν ὁ ἀπόστολος δίνει μία τέτοια προτροπὴ ποὺ ὁλοφάνερα ἔχει μέσα της τὸ δικαιολογητικὸ τῆς ἀθετήσεώς της; Ἁπλούστατα ὁ ἀπόστολος δὲν εἶναι … λογοκρατούμενος! Ὁ νοῦς του δὲν λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς κανόνες τῆς ἐγκόσμιας λογικῆς. Ὁ ἀπόστολος ἔχει «νοῦν Κυρίου» καὶ ἑπομένως ἡ προοπτικὴ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ποὺ ἔχει ἐνώπιόν του, εἶναι προοπτικὴ ὄχι τοῦ «νῦν αἰῶνος» ἀλλὰ ἑνὸς «ἄλλου αἰῶνος». Ὁ ἀπόστολος ὁμιλεῖ τὴν γλῶσσα τῆς ὑπαρξιακῆς προοπτικῆς ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο καθολικὰ δοσμένο στὸν Θεό. Ἡ εὐχή του «νὰ σᾶς ἁγιάσει ὁ Θεὸς ὁλοτελεῖς, καὶ ὁλόκληρος ὁ νοῦς σας καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σας νὰ διαφυλαχθοῦν ἄμεμπτα κατὰ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ», εἶναι εὐχὴ καθολικῆς καλῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἀδιάλειπτο λειτουργικὸ στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεως ζευγαρώνεται ἐδῶ ὑπαρξιακὰ μὲ τὴν καθολικὴ ἀνακαίνιση σὲ «καινὸν ἄνθρωπον», τὸν «κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφ. δ´ 24). Γιὰ τὸν ἀπόστολο χωρὶς τὴν ἀδιάλειπτη ἱερατικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε πνευματικὴ ὁλοκληρία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

Σχολιάστε

ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΡΑΣΕΩΣ (Κυρ. Ζ´ Ματθ.)

Ἀσθένειες τῆς ψυχικῆς ὁράσεως
Κυριακή Z´ Ματθαίου (22 Ἰουλίου 2012) 

τοῦ  Mητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.           Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα του ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἔχη πολλὲς δυνατότητες νὰ ἐπικοινωνῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν περιβάλλοντα κόσμο. Συγχρόνως ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὶς πολλὲς ἐνέργειές της, ἡ ὁποία διὰ τοῦ σώματος βλέπει, ἀκούει, αἰσθάνεται, σκέπτεται, ἀλλὰ κυρίως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό.
.           Μιὰ μεγάλη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ ὀφθαλμοί, μὲ τοὺς ὁποίους βλέπουμε τὴν κτίση, τοὺς ἀνθρώπους, θαυμάζουμε τὶς ὀμορφιὲς τῆς φύσεως καὶ μποροῦμε νὰ κινούμαστε ἄνετα. Οἱ ὀφθαλμοὶ ἔχουν σημαντικὸ ρόλο στὴν ζωή μας, καταλαβαίνουμε δὲ τὴν ἀξία τους, ὅταν συναντᾶμε ἀνθρώπους ποὺ στεροῦνται τὸ μεγάλο ἀγαθὸ τῆς ὁράσεως. Συγχρόνως, ἂν μελετήσουμε διάφορα συγγράμματα ποὺ περιγράφουν πῶς λειτουργοῦν τὰ μάτια, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν ἀξία τους, ἀφοῦ λειτουργοῦν πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὶς πιὸ τέλειες φωτογραφικὲς μηχανές.
.           Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται σὲ δύο τυφλούς, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς εὐσπλαχνισθῆ καὶ νὰ τοὺς δώση τὴν ὅραση τῶν ὀφθαλμῶν τους: «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ» (Ματθ. θ´ 27). Ὁ Χριστὸς βλέποντας τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τοὺς θεράπευσε.

.        Ὑπάρχουν πολλὲς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν, δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ τύφλωση. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ μυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν διακρίνη καθαρὰ τὰ ἀντικείμενα, ποὺ βρίσκονται σὲ σχετικὰ μακρινὴ ἀπόσταση. Εἶναι ἡ πρεσβυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν μπορεῖ νὰ δὴ μὲ ἀκρίβεια ἀντικείμενα σὲ κοντινὲς ἀποστάσεις. Ἀκόμη, εἶναι ἡ ἀχρωματοψία, δηλαδὴ ἡ ἀδυναμία νὰ διακρίνη κανεὶς ἕνα ἢ περισσότερα βασικὰ χρώματα. Ὑπάρχουν καὶ διάφορες ἄλλες ἀσθένειες. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται νὰ ἐπισκεφθοῦμε ἕναν ὀφθαλμίατρο, γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἢ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κάποια ἀσθένεια ἢ κάποια ἀνικανότητα τῶν ὀφθαλμῶν.
.           Ὅμως, πέραν ἀπὸ τὶς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ σώματος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν νοῦ, δὲν ἐννοοῦμε τὴν λογική, ἀλλὰ τὴν λεπτοτάτη προσοχή, δηλαδὴ κάποια ἄλλη ἐνέργεια ποὺ λέγεται νοερὰ καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐνέργεια. Συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ σώματος.
.           Κατ’ ἀρχὰς ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ τύφλωση, ὅταν ὁ νοῦς ἔχη ἀσθενήσει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ λέγεται σκοτασμὸς τοῦ νοῦ καὶ στὴν πραγματικότητα σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία συμπεριλαμβάνονται οἱ ἄθεοι ποῦ ἀρνοῦνται τὸν Θεό. Ἐπίσης, ὑπάρχουν ἄλλες πνευματικὲς ἀσθένειες, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀρνοῦνται μὲν τὸν Θεό, ἀλλὰ Τὸν παρερμηνεύουν, δὲν βλέπουν καθαρά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀλλάζη ὅλη ἡ ψυχικὴ κατάστασή τους, ἄλλοτε ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ μυωπία καὶ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὴν μεγάλη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλοτε ἡ πνευματικὴ πρεσβυωπία καὶ δὲν βλέπουν τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ εὐεργετεῖ ποικιλοτρόπως τοὺς ἀνθρώπους.
.          Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τὶς καταστάσεις τῆς ζωῆς μας. Ἄλλοτε ὑπερεκτιμοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ κρίνουμε αὐστηρὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ἄλλοτε κρίνουμε αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπογοητευόμαστε.
.                  Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐμφανισθῆ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν δόξα Του, ἀλλὰ θὰ Τὸν δοῦν μόνον ἐκεῖνοι ποῦ φρόντισαν νὰ ἀποκτήσουν ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ἑπομένως, ὁ σκοπὸς τῶν Χριστιανῶν εἶναι νὰ θεραπεύσουν τὸν πνευματικὸ ὀφθαλμό, τὸν νοῦ. Αὐτὸ γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἀγώνα μας, καί, μάλιστα, ὅσο βρισκόμαστε στὴν ζωὴ αὐτή. Ὁπότε, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικὰ ἀσθενεῖς, ὅτι ἔχουμε πνευματικὴ τύφλωση καὶ διάφορες ἄλλες παθήσεις στὸν νοῦ μας, καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν πραγματικὸ ὀφθαλμίατρο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύη διὰ τῶν Κληρικῶν Του. Αὐτὸς εἶναι τὸ Φῶς, Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς καὶ Αὐτὸς εἶναι ἡ ὀπτικὴ ἐνέργεια, μὲ τὴν ὁποία βλέπουμε. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ συμβῆ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Δαυΐδ: «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΑΣΩΤΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

Ἀσωτία καὶ ζωή

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 39-42

 «Οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε» 
(Λουκ. ιε´ 24)

.           Ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ δὲν θέλει νὰ περιγράψη τὴν ζωὴ τῆς ἀσωτίας ἁπλῶς, ἀφοῦ ἡ ἀναφορά της γίνεται μὲ δύο μόνον λέξεις («ζῶν ἀσώτως») ἐνῶ τὸ βάρος πέφτει στὴν ἐπιστροφή, ἀλλὰ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλει νὰ παρουσιάση τὶς συνέπειες ποὺ δημιούργησε στὸν νεώτερο υἱὸ ἡ ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν μεγάλη καὶ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη ποὺ ἔδειξε ὁ πατὴρ στὸν ἐπιστρέψαντα υἱό. Ἔτσι ἑρμήνευσαν τὴν σημερινὴ παραβολὴ οἱ θεοφόροι καὶ πνευματοφόροι Πατέρες, ἐν ἀντιθέσει μὲ ἄλλους σημερινοὺς ποὺ τὴν ἑρμηνεύουν λογοτεχνικὰ ἢ ἠθικολογικά. Γιὰ μᾶς καὶ γενικὰ γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους μεγάλη σημασία δὲν ἔχει τί λέγει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ τί λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες , ποὺ εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη στὴν ἱστορία, ποὺ ἔχουν φθάσει στὴν θεωρία. Διότι ἡ κατανόησι τῆς πραγματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἕνα εἶδος θεωρίας.
.           Μὲ τὶς λίγες σκέψεις ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν θὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε τρεῖς πατερικὲς ἑρμηνεῖες, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ εἰσέλθουμε στὸ βαθύτερο νόημα τῆς παραβολῆς καὶ νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό μας.

 Ἀσωτία καὶ νέκρωσι

.           Ὁ ἄσωτος υἱὸς ὅταν ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκία καὶ τὴν πατρικὴ ἀγάπη, ἦταν νεκρός. Ἀπήλαυσε τὴν ζωὴ μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὸν Πατέρα. Αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχουν οἱ λόγοι τοῦ εὐσπλάχνου πατρός: «οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε…». Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ ζωὴ ἔξω ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ Πατέρας μας εἶναι νέκρωση. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἐνυπόστατη Ζωή. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ Αὐτὸν εἶναι νεκρὸς κατὰ Χάριν, ἔστω κι ἂν ζῆ σωματικὰ καὶ κατέχει μεγάλη κοινωνικὴ θέσι. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης διδάσκει ὅτι «οὐ γὰρ ἀληθῶς ζῆ ὁ τὴν ἀληθῆ μὴ ἔχων ζωήν· τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ζωὴ οὐκ ἀληθῶς ἐστὶν ὃ λέγεται, ἀλλ’ ὀνομάζεται μόνον».
.           Γενικὰ οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν, ὅτι, ὅπως ὅταν φύγη ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, τὸ σῶμα  νεκρώνεται καὶ ἀναδίδεται δυσωσμία, δεῖγμα ὅτι στερεῖται τῆς ψυχῆς, ἔτσι καὶ ὅταν φύγη ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς ψυχῆς μας, ὁ νοῦς τοῦ νοός μας, ἡ ζωὴ τῆς ζωῆς μας, τότε ἡ ψυχὴ νεκρώνεται καὶ ἀναδίδει τὴν σαπίλα τοῦ θανάτου. Ἔτσι καταλαβαίνουμε πὼς ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος τῆς ἀθανάτου. Εἶναι ἕνα ὑπαρκτικὸ γεγονὸς καὶ ὄχι μία ἁπλῆ ψυχολογικὴ σύγκρουσι ἢ ἕνα ἠθικολογικὸ γεγονός. Ὅταν ὅμως ὁ νεκρὸς ἄνθρωπος ἐπιστρέψη στὸν Πατέρα, τότε ζῆ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ γεύεται τὴν πραγματικὴ εὐτυτχία καὶ μακαριότητα.

 Ἄσωτος ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο

.           Μὲ αὐτὸ τὸ πρῖσμα ἄσωτος ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ οἱ ἀπόγονοί του, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπέβαλαν μὲ τὴν ἁμαρτία τὸν χιτῶνα τῆς θείας Χάριτος καὶ φόρεσαν τὸν δερμάτινο χιτώνα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητος. Ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος τὴν δωρεὰ τῆς δυνατότητος τῆς θεώσεως καὶ προτίμησε τὴν ἄσωτη ζωή. Ἀπώλεσε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὅλη ἡ ζωὴ ἔξω ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἀσωτία.
.           Ἦλθε ὅμως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ μὲ τὴν ἐνανθρώπισί Του ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψη στὴν οἰκία, δηλ. στὸν Παράδεισο. Ὁ Πατὴρ γεμάτος ἀγάπη ἄνοιξε τὶς ἀγκάλες Του καὶ τοῦ δίδει τὸν ἀσπασμὸ τῆς εἰρήνης. τὸν εἰσάγει στὴν οἰκία, δηλ. στὴν Ἐκκλησία. Τοῦ δίδει τὸ δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας. τοῦ φορεῖ διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τὴν στολὴ τὴν πρώτη, τὴν στολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐνδυόμεθα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὄχι ὅπως ἐνδυόμεθα τὸ ἱμάτιο, ἀλλὰ ὅπως ὁ σίδηρος τὸ πῦρ «οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ’ ὅλως διόλου ἀνακιρνώμενος καὶ τὴν καρδίαν ἔχομεν πληροῦντα τὸν Παράκλητον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς φωτίζοντα, καὶ τὰς ἀκοὰς ἁγιάζοντα, καὶ λογισμοὺς καταστέλλοντα, καὶ νοήματα πηγάζοντα καὶ σοφίαν χορηγοῦντα, καὶ πρόσωπα Χάριτος πληροῦντα». Ἀκόμη ὁ Πατὴρ θύει μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία τὸν  μόσχο τὸν σιτευτό, τοῦ προσφέρει δηλ. τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, «τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Ζώντας δὲ στὴν ἁγία Ἐκκλησία, στὴν οἰκία τοῦ Πατρός, ὁ ἄνθρωπος πανηγυρίζει καὶ εὐφραίνεται, γιατί σ’ αὐτὴν «κοινὴ τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις, μία εὐχαριστία, ἓν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία». Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «τὸ τερπνὸν καὶ μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τὸ ἀγγελικὸν ἆσμα» (Ἰω. Χρυσόστομος).
.           Ἔτσι μέσα στὴν Ἐκκλησία αἰσθανόμαστε ἄνετα καὶ βιώνουμε τὴν πραγματικὴ καὶ φυσικὴ ζωή. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ὁμοούσιος καὶ ζωοποιὸς Ἁγία Τριὰς καλεῖ τὸν ἄσωτο καὶ τὸν ζωοποιεῖ. Στὴν Ἐκκλησία ζοῦμε τὴν ἀναξιότητά μας, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλόδωρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς καταδέχεται. Νοιώθουμε καλὰ ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταδίκης μας δὲν εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἡ ἄρνησι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἄθροισμα «ἐναρέτων», ἀλλὰ ἁμαρτωλῶν ποὺ μετανοοῦν καὶ βιώνουν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι στέρησι ζωῆς, ἀλλὰ πλησμονὴ ζωῆς. Δὲν εἶναι ἀπουσία ἀγάπης, ἀλλὰ περίσσεια ἀγάπης.

 Ἄσωτος καὶ διασκορπισμένος νοῦς

.           Ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς ἐκφράζει ἄριστα, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν ἄσωτο νοῦ. Δηλαδὴ ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ ἀπὸ τὴν διαρκῆ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στρέφεται ἁμαρτωλὰ καὶ αἰσθησιακὰ στὴν κτίση, ὅταν «σκορπίζεται σὲ ἐπιθυμία τροφῶν ὄχι ἀναγκαίων, σὲ ἐπιθυμία σωμάτων ὄχι σεμνῶν καὶ σὲ ἐπιθυμία χρημάτων ὄχι εὐχρήστων καὶ σὲ ἐπιθυμία κενῆς καὶ ἀδόξου δόξης», τότε εἶναι στὴν κυριολεξία ἄσωτος.
.           Ἡ καρδιά, κατὰ τὴν Βιβλικοπατερικὴ Παράδοσι, εἶναι ἡ οἰκία ὅπου ὁ νοῦς διαμένει μὲ τὸν Θεό. Ἐκεῖ γίνεται μία συνεχὴς «ἐσωτερικευμένη θεία λειτουργία». Φεύγοντας ὁ νοῦς σκορπᾶ ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας «νοῦς ἀποστὰς τοῦ Θεοῦ ἢ κτηνώδης γίνεται ἢ δαιμονιώδης». Γι’ αὐτὸ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ ἀπόκτησι τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ ζωοποιεῖ τὸν νεκρὸ νοῦ, ἀφοῦ φωτίζεται ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ζωὴ χωρὶς προσευχὴ εἶναι ἀσωτία καὶ ζωὴ μὲ προσευχὴ εἶναι ὄντως ΖΩΗ. Νοῦς ποὺ συνάπτεται μὲ τὸν Θεὸ «καὶ αὐτῷ ἐγχρονίζων διὰ προσευχῆς καὶ ἀγάπης σοφὸς γίνεται καὶ ἀγαθὸς καὶ δυνατὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων καὶ μακρόθυμος» (ἅγ. Μάξιμος).
.           Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν ὅτι ἡ φθορά, ὁ θάνατος, ἡ νέκρωσι εἶναι ἀσωτία, ἐνῶ ἡ ἀφθαρσία, ἡ ἀθανασία, ἡ ζωὴ εἶναι καρποὶ μετανοίας. Γι’ αὐτὸ ἂς μοιάσουμε, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μὲ τὸν ἄσωτο υἱό, ποὺ δὲν ἦταν ἄσωτος μόνον στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ στὴν μετάνοια, γιὰ νὰ ἀποκαταστήσουμε τὴν ὑπόστασί μας στὸ πρωτόκτιστο κάλλος μὲ τὸ ὁποῖο τὴν στόλισε ὁ δημιουργός.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙ ΘΥΡΑΙΣ Ο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ (e-) ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΣ… ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ!

Διαβάζοντας τὸν νοῦ!

ΕΙΣ. ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Νὰ τὰ καλὰ νέα. Μιὰ νέα πολλὰ ὑποσχομένη ἐπιστημονικὴ ἀνακάλυψη: «μιὰ μέρα θὰ μποροῦν οἱ “ἐπιστήμονες” νὰ “διαβάζουν” τὶς σκέψεις μας καὶ τὸ τί θέλουμε νὰ ποῦμε πρὶν κὰν τὸ ποῦμε». Πρόκειται γιὰ ἕνα κατόρθωμα. Ἐπὶ θύραις δηλ. ὁ Ἠλεκτρονικὸς (e–) Διορατικὸς Πνευματικός!
.    Τὸ πρῶτο κέρδος θὰ εἶναι ὅτι πλέον δὲν θὰ ὑπάρχουν κρυφὲς σκέψεις. Εἰδικὰ οἱ πονηρὲς καὶ μοχθηρές, οἱ συνομωτικὲς καὶ ἐκδικητικές, οἱ μηχανορραφικὲς καὶ ραδιουργικὲς θὰ φανερώνονται. Ἔτσι τὸ Κράτος θὰ μπορεῖ νὰ ἐλέγχει τὴν Ποιότητα (προφέρεται: “πχιότητα”!) τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν Ἀκεραιότητα τῶν Πολιτῶν. Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιο καλὸ πράγμα, γιατὶ ἔτσι αὐτομάτως θὰ ἐκλείψει ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐξαγορεύσεως τῶν Λογισμῶν καὶ ἡ χρεία Διορατικῶν Γερόντων, καθὼς θὰ εἶναι δυνατὴ ἀντὶ τῆς ἐξαγορεύσεως ἡ “Ἐξόρυξή” τους δι᾽ ἐπιστημονικῶν – τεχνικῶν μέσων. Ἔτσι θὰ γίνει ἐπὶ τέλους καὶ χωρὶς ἀντιρρήσεις (τὸ κυριότερο!) ἡ γῆ παράδεισος, ἀφοῦ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχουν κακοὶ λογισμοί. Ἂν μάλιστα συνδυασθεῖ καὶ μὲ τὴν Κάρτα τοῦ Πολίτου καὶ δημιουργηθεῖ ἕνα ἠλεκτρονικὸ -τεχνολογικὸ πρωτόκολλο συνεννοήσεως τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτου μὲ τὸν μηχανισμὸ ἐξορύξεως τῶν σκέψεων – λογισμῶν, τότε θὰ ἔχουμε πράγματι μιὰ τέλεια Ἠλεκτρονικὴ Διακυβέρνηση, μιὰ ὁλοκληρωμένη μεσσιανικὴ ἐφαρμογή.
.    Ἀλλὰ ὑπάρχει κι ἕνα δεύτερο καλὸ στὴν ὅλη ὑπόθεση. Ὅπως ἀναφέρεται στὸ δημοσίευμα ἕνας ἠλεκτρονικὸς ὑπολογιστὴς θὰ «“μεταφράζει” τὶς σκέψεις στὴν ὀθόνη». Τὸ καλὸ λοιπὸν εἶναι ὅτι τὸ ψυχικὸ ἄλγος γιὰ τὶς λειτουργικὲς μεταφράσεις θὰ βρεῖ τὸ βάλσαμό του, κι ἀκόμα περισσότερο, ὄχι μιὰ πρόσκαιρη παρηγοριά ἀλλὰ μιὰ ἀσυναγώνιστη διέξοδο, παρακάμπτοντας τὴν μεσαιωνικὴ ἀντιδραστικότητα ὑπὲρ τῆς παραδοσιακῆς λειτουργικῆς γλώσσης. Θὰ συγκομίζεται π.χ. μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ φορητὸς ὑπολογιστὴς (τῶν βουλομένων) μὲ προεγκατεστημένο τὸ σχετικὸ λογισμικὸ καὶ αὐτομάτως θὰ ἔχουν μετάφραση τῆς Θ. Λειτουργίας καὶ τῶν ἄλλων ἀκολουθιῶν, προτοῦ κὰν διαβασθοῦν. Μάλιστα θὰ μποροῦν νὰ ἐλέγχουν ἂν ὁ παπὰς εἶναι εὐσυνείδητος. Ἴσως δὲ μὲ πιὸ προχωρημένη τεχνολογία νὰ ἐπιτευχθεῖ καὶ ἡ ἀπ᾽ εὐθείας ἐξόρυξη καὶ μετάφραση… τοῦ θεϊκοῦ νοῦ!

.    Τὸ δικό του διακριτὸ ἐγκεφαλικὸ «σῆμα» ἔχει κάθε ἦχος ποὺ συμμετέχει στὸν σχηματισμὸ λέξεων στὸν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο. Ἐρευνητὲς ἀπὸ τὶς ΗΠΑ κατάφεραν γιὰ πρώτη φορὰ νὰ ἐντοπίσουν, χρησιμοποιώντας ἠλεκτρόδια, τὸ σῆμα αὐτό, μία ἀνακάλυψη ποὺ στὸ μέλλον μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἄτομα μὲ σοβαρὰ προβλήματα νὰ μιλήσουν μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστῆ.
.  Οἱ ἐπιστήμονες παρακολούθησαν γιὰ πρώτη φορὰ τὶς λέξεις τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἦχοι τους σχηματίζονται στὸν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο καὶ βρῆκαν ἐκείνη τὴν περιοχὴ τοῦ ἐγκεφάλου ποὺ ἐμπλέκεται στὴν δημιουργία ὅλων τῶν ἤχων ποὺ συμμετέχουν στὸν σχηματισμὸ τῶν λέξεων (περίπου 40 στὴν περίπτωση τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας).
.   Κάθε ἦχος ἔχει τὸ δικό του ἐγκεφαλικὸ «σῆμα», διαπίστωσαν κι ἐλπίζουν τώρα νὰ μπορέσουν νὰ δημιουργήσουν ἕνα πρόγραμμα ὑπολογιστῆ, τὸ ὁποῖο -συσχετίζοντας τοὺς ἤχους-σήματα μὲ τὶς ἀντίστοιχες λέξεις- θὰ μπορεῖ στὴν οὐσία νὰ ἀναπαράγει (νὰ «διαβάζει») τὶς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων χωρὶς κὰν αὐτὲς νὰ χρειάζεται νὰ γίνουν λέξεις καὶ νὰ ἐκφραστοῦν ἀνοιχτὰ μὲ τὸν λόγο.
.    Τὰ σχετικὰ πειράματα ἔγιναν μὲ τὴν βοήθεια τεσσάρων ἐθελοντῶν ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ σοβαρὴ ἐπιληψία καὶ στοὺς ὁποίους ἐμφυτεύτηκαν 64 ἠλεκτρόδια στὸ κεφάλι. Ἀρχικὰ οἱ ἐρευνητὲς ἀναζητοῦσαν τὴν αἰτία τῆς νόσου, ἀλλὰ στὴν πορεία ἑστίασαν στὶς ἐγκεφαλικὲς περιοχὲς ὅπου σχηματίζονται οἱ ἦχοι τῶν λέξεων καὶ «γεννιέται» ὁ λόγος.
.  Οἱ ἐθελοντὲς κλήθηκαν νὰ βγάζουν συνεχῶς τέσσερις ἐπαναλαμβανόμενους ἤχους (οο, αα, εε, ιι) καὶ οἱ ἐπιστήμονες ἀναζήτησαν στὸν ἐγκέφαλο τὰ σήματα ποὺ σχετίζονταν μὲ τὴν δημιουργία αὐτῶν τῶν ἤχων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν βασικὰ συστατικὰ τῶν λέξεων. Τελικά, οἱ ἐρευνητὲς ἐντόπισαν τὰ συγκεκριμένα ἠλεκτρικὰ σήματα ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἤχους.
.   Ἂν καὶ αὐτὰ τὰ ἁπλὰ φωνήματα δὲν εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν δημιουργία ὁλόκληρων λέξεων καὶ προτάσεων, οἱ νευροεπιστήμονες φιλοδοξοῦν, μὲ περαιτέρω ἔρευνα, νὰ ἀνακαλύψουν τὰ ἠλεκτρικὰ σήματα πιὸ πολύπλοκων ἤχων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀποτελοῦνται ὁλόκληρες οἱ σκέψεις καὶ τὰ λόγια. «Δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι εἶμαι σὲ θέση νὰ διαβάσω τὸ μυαλὸ κάποιου. Ὅμως ἔχω πλέον στοιχεῖα πὼς αὐτὸ εἶναι δυνατό», δήλωσε ὁ ἐπικεφαλῆς ἐρευνητής.
.     Ἡ ὁμάδα του διαπίστωσε ὅτι ὁ ἐγκέφαλος γεννάει ἕνα διαφορετικὸ ἠλεκτρικὸ σῆμα ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἁπλῶς σκέφτονται γιὰ τὶς λέξεις (μὲ τοὺς ἀντίστοιχους ἤχους) ἀπὸ ὅ,τι ὅταν μιλᾶνε καὶ ἐκφράζουν αὐτὲς τὶς σκέψεις. Γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο, οἱ ἐρευνητὲς εὐελπιστοῦν ὅτι μιὰ μέρα θὰ μποροῦν νὰ «διαβάζουν» τὶς σκέψεις μας καὶ τὸ τί θέλουμε νὰ ποῦμε πρὶν κὰν τὸ ποῦμε (ἢ θὰ ξέρουν τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σκεπτόμαστε, ἀλλὰ δὲν θέλουμε νὰ ποῦμε…).
.     Ἐνῶ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους μία τέτοια ἐπιστημονικὴ δυνατότητα, ἀκούγεται ἀπὸ ἐνοχλητικὴ ἕως σοβαρὰ ἀνησυχητική, γιὰ ἄλλους, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὅσους δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν, ἀνοίγει τὴν δυνατότητα νὰ «μιλήσουν» ἔμμεσα μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστῆ, ὁ ὁποῖος θὰ «μεταφράζει» τὶς σκέψεις τους στὴν ὀθόνη, ἔχοντας προηγουμένως «πιάσει» τὰ ἠλεκτρικὰ σήματα τῶν ἤχων τῶν σκέψεών τους.
.    Οἱ πιὸ τολμηροὶ ὀπαδοὶ τῆς ἐπιστημονικῆς φαντασίας ἤδη ὁραματίζονται μορφὲς λεκτρονικς-νοητικς πικοινωνίας μεταξ τν νθρώπων μόνο μέσῳ τς σκέψεως.

ΠΗΓΗ: medicalnews.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΔΙΣΚΙΟ ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΠΛΙΝΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΝΕΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ»

ΕΙΣΑΓ. ΣΧΟΛΙΟ  «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μαζὶ μὲ τὸ πλινθίο (τσιπάκι) προστίθεται τώρα καὶ τὸ δισκίο (χαπάκι) στὴν ὑπηρεσία τοῦ Παραδείσου τῶν Ἀνθρωποθεῶν. Μιὰ συνδυασμένη “θεραπευτικὴ ἀγωγὴ” πλήρους ἀλλοτριώσεως τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ ἐλευθερίας. Νομοταγεῖς καὶ Καλοὶ μὲ τὸ ζόρι (ὅπως λέμε δωρητὲς ὀργάνων μὲ τὸ ζόρι!). Εἶναι τὸ σημεῖο ποὺ καὶ ὁ Φρανκεστάϊν τρομάζει!

Οἱ ἐπιστήμονες προειδοποιοῦν:
Τὰ μελλοντικὰ φάρμακα θὰ εἶναι σχεδιασμένα γιὰ τὸν ἔλεγχο τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ

NaturalNews / μετάφρ. «ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ»

.          Ἕνα χάπι γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ ἠθικὴ συμπεριφορά σου. Μία θεραπεία γιὰ τὶς ρατσιστικές σου σκέψεις. Μία θεραπεία γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ἡ συμπάθειά σου γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἄλλες χῶρες. Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀκούγονται σὰν σενάριο ταινίας ἐπιστημονικῆς φαντασίας, ἀλλὰ ἐρευνητὲς ἀπὸ τὴν Ὀξφόρδη λένε ὅτι σύγχρονη συμβατικ ατρικ ξελίσσει σταδιακ τρόπους γι ν λλάξει τν θικ τν νθρώπων μέσα π φαρμακευτικ προϊόντα, κα τσι ν λέγχει τν τρόπο πο ο νθρωποι θ σκέφτονται κα θ νεργον σ διάφορες καταστάσεις τς ζως.
.       Αὐτὰ τὰ νέα φάρμακα θὰ ἔχουν κυριολεκτικὰ τὴν δυνατότητα νὰ διαταράξουν τὴν προσωπικὴ ἠθική του ἀτόμου, καὶ ἀντὶ αὐτῆς νὰ παναπρογραμματιστε [Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ὅπως ἀκριβῶς ἐπιδιώκεται ἀπὸ διαφόρους θεολογικοὺς κύκλους νὰ ἐπαναπροσδιορισθεῖ ἡ Θεολογία, ἡ Πίστη καὶ τὸ “γεγονὸς” (sic) Χριστός !] ἀπὸ  τὸ ἐν λόγῳ πρόσωπο νὰ πιστεύει καὶ νὰ κάνει ὅ,τι ὁ σχεδιαστὴς τῶν ναρκωτικῶν ἔχει δημιουργήσει αὐτὸ τὸ φάρμακο νὰ κάνει.
.          «Ἡ ἐπιστήμη ἔχει ἀγνοήσει τὸ ζήτημα τς θικς βελτίωσης [Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Αὐτὸ ποὺ δὲν “κατάφερε” ὀ Θεὸς νὰ κάνει θὰ τὸ κάνουν οἱ Ἀνθρωποθεοὶ τῆς Ἐπιστήμης: Νὰ γίνουμε “καλοὶ ” μὲ τὸ ζόρι! Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο: Ἀπὸ πότε ἡ Ἐπιστήμη ἄρχισε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν Ἠθική;] μέχρι τώρα, ἀλλὰ τώρα γίνεται (γιὰ αὐτὸ) μία μεγάλη συζήτηση», εἶπε ὁ Δρ Γκάι Καχάνε ἀπὸ τὸ Κέντρο Νευροηθικῆς στὴν Ὀξφόρδη τῆς Μ. Βρετανίας. «Ὑπάρχει ἤδη ἕνα αὐξανόμενο σῶμα ἔρευνας ποὺ μπορεῖτε νὰ περιγράψετε μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ο μελέτες δείχνουν τι συγκεκριμένα φάρμακα πηρεάζουν τος τρόπους πο ο νθρωποι νταποκρίνονται στ θικ διλήμματα, αξάνοντας τν ασθηση τς νσυναίσθησης (συναισθηματικῆς ταύτισης), μὲ τὴν ὑπαγωγὴ σὲ μία ὁμάδα καὶ μειώνοντας τὴν ἐπιθετικότητα”.
.        Ἐνῶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀκούγεται καλὸ στὴ θεωρία, λεγχος το νο [Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Στόχος ἀκριβῶς τὸ ὑπαρξιακὸ κέντρο τοῦ Ἀνθρώπου. Πόσο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ὁ ΑΓΙΟΣ ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ. Ὅσοι ἔχουν μάθει νὰ προσεύχονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι δὲν θὰ ὑφίστανται τὶς ὀλέθριες, ἐξοντωτικὲς συνέπειες τῶν διαφόρων τεχνασμάτων στὴν ὕπαρξή τους] εἶναι ἤδη μία πολὺ ἐπικίνδυνη παρενέργεια τῶν ὑπαρχόντων φαρμάκων. Πάρτε τὸ ἀντικαταθλιπτικὸ φάρμακο Prozac, γιὰ παράδειγμα, ποὺ εἶναι γνωστὸ ὅτι προκαλεῖ ἐκείνους ποὺ τὸ πῆραν νὰ καταφύγουν σὲ βίαιες ἐκρήξεις ὀργῆς. Ἕνα νεαρὸ ἀγόρι δολοφόνησε τὸν πατέρα του χτυπώντας τον καὶ μαχαιρώνοντάς τον στὸ κεφάλι, καὶ χτυπώντας τὴ μητέρα του μὲ ἕνα λοστὸ καὶ μαχαιρώνοντας την στὸ πρόσωπο, λίγο μετὰ ἀφ᾽ ὅτου ἄρχισε νὰ παίρνει τὸ Prozac.
.        Ὅμως, τὰ εἴδη τῶν ναρκωτικῶν, στὰ ὁποῖα ὁ Kahane καὶ οἱ συνάδελφοί του ἀναφέρονται, ὑπαινίσσονται ὅτι πρόκειται γιὰ φάρμακα εδικ σχεδιασμένα χι μόνο γι ν λλάξουν τν ψυχικ κατάσταση το τόμου, λλ κα γι ν λλάξουν τν τρόπο πο να πρόσωπο σκέφτεται συγκεκριμένες καταστάσεις π θικ σκοπιά. Τ τελικ ποτέλεσμα εναι κυριολεκτικ νας τύπος φαρμάκου πο προκαλε λεγχο το νο, ὅπου τὰ ἀνθρώπινα θέματα, θὰ ἐλέγχονται ἀπὸ κάποιον ἄλλο, χωρς ν μπορε να τομο ν εναι σ θέση ν παίρνει συνειδητς ποφάσεις γι τν αυτό του.
.        Ἡ ἔρευνα γιὰ τὸ θέμα, βεβαίως, προσπαθεῖ νὰ ζωγραφίσει τὴν ἰδέα τῶν ναρκωτικῶν ἐλέγχου τοῦ νοῦ μὲ ἕνα ‘θετικὸ πνεῦμα’, γεγονὸς ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ νὰ βοηθήσουν νὰ κάνουμε τὸν κόσμο ἕνα καλύτερο μέρος. Φανταστετε λιγότερη βία, περισσότερη μπιστοσύνη κα περισσότερη γάπη, λένε. Ατ ρητορική, μως, εναι πραγματικ κριβς να τέχνασμα γι περαιτέρω κατασκευ μαζν μ “μουδιασμένο μυαλ” πο θ εναι τοιμες ν δεχθον τν ποιαδήποτε δέα ς να καλ πράγμα.

 ΠΗΓΗ: «ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ»
 (ἀπὸ: http://www.naturalnews.com/032088_mind_control_drugs.html)a

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ “ΙΣΤΟΡΙΑ” ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ (τοῦ π. Γ. Μεταλληνοῦ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοΠρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν. Ἀθηνῶν

«Ἑλληνισμὸς Μαχόμενος»,
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ», Ἀθήνα 1995.

κεφάλαιο: «Ἡσυχαστὲς καὶ Ζηλωτὲς-
Πνευματικὴ ἀκμὴ καὶ κοινωνικὴ κρίση στὸν Βυζαντινὸ 14ο αἰώνα»,
σελ. 14-17

.              α. (…) Οἱ ἔρευνες ὅμως τῶν τελευταίων δεκαετιῶν [σημ. «Χρ. Βιβλιογρ.: περὶ τῆς θεολογικῆς ἔριδος τοῦ 14ου αἰ.] πείθουν, ὅτι πρόκειται σαφῶς γιὰ σύγκρουση ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς, ὀρθοδόξου δηλαδὴ καὶ φραγκολατινικῆς παραδόσεως, ποὺ ἔλαβε χώραν ἐπὶ «βυζαντινοῦ» ἐδάφους. Τὴν ἔριδα ὄχι μόνο τὴν προκάλεσε, ἀλλὰ ὑπῆρξε ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὴν ὀξύτητά της, ἕνας «μοιραῖος» ἄνθρωπος, ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ ἐπιβεβαίωσε τὴ ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τὰ ἀντίθετα, τοποθετούμενα τὸ ἕνα πλησίον τοῦ ἄλλου, φωτίζονται περισσότερο).
.      Ὁ Βαρλαὰμ (1290-1348), λόγιος μοναχὸς ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Ἑλλάδα», σπουδασμένος στὴ Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καὶ θεολογία) ἦταν ἐνθουσιώδης ὑποστηρικτὴς τῆς ἀναβιώσεως τῆς πλατωνικῆς καὶ ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας (οὐμανιστής). Ἀνταποκρινόταν, ἔτσι, στὸ ἰδανικὸ τῆς παλαιολόγειας ἐποχῆς καὶ γι’ αὐτό, ὅταν ἐπισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τὸν Ἰωάννη Ἰταλὸ- τὰ πάτρια ἐδάφη (Ἄρτα – Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη), ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμές. Διορίσθηκε καθηγητὴς στὴν Πόλη (ἐπὶ Ἀνδρονίκου Γ´ Παλαιολόγου) καὶ τοῦ ἀνατέθηκαν θεολογικὲς ἀποστολές, διότι δὲν ἐξετιμᾶτο μόνον ὡς λόγιος, ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο καὶ ὀρθόδοξος. Γρήγορα ὅμως θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία του περιοριζόταν στὰ λόγια, ἐνῶ ἀπουσίαζαν σ’αὐτὸν οἱ γνήσιες θεολογικὲς προϋποθέσεις. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἀντιορθόδοξου φρονήματός του ἔδωσε ἡ στάση του ἀπέναντι στὴν ἡσυχαστικὴ πρακτική, ἔστω καὶ μετὰ τὴν ἀτελῆ πληροφόρησή του γι’ αὐτήν. Ἡ μέθοδος καὶ κυρίως τὸ φρόνημα τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι γνωστὰ σ’ αὐτόν, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν ὀρθόδοξη πραγματικότητα καὶ μόνο ὁ ἡσυχαστὴς μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει. Ὁ Βαρλαάμ, ὅπως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα, δὲν εἶχε τὶς κατάλληλες γι’αὐτὸ προϋποθέσεις. Στὴν Ἀνατολὴ μετέφερε ἕνα διαφορετικὸ χριστιανισμό, δίνοντας ἔτσι τὴ δυνατότητα νὰ συνειδητοποιηθεῖ ἡ ἀλλοτρίωση καὶ ἀποστασιοποίηση τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς κοινωνίας μετὰ τὴν καθολικὴ ἐκφράγκευσή της (11ος αἰ. -σχίσμα). Ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ Βαρλαὰμ καὶ κυρίως ἡ ἔπαρση γιὰ τὴν παιδεία του τὸν ὁδήγησαν στὴν ἀπόφαση νὰ γελοιοποιήσει τοὺς Ἡσυχαστὲς καὶ τὴν ἀσκητικὴ μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους ὄχι μόνο «ὀμφαλοψύχους», ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὺς (μασσαλιανούς).[σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: σήμερα ἀπὸ θεολογικοὺς κύκλους ἐκτοξεύονται -πιθανὸν κατ᾽ ἀναλογίαν;- ἐναντίον τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν “παραδοσιακῶν” ἀντιλήψεων οἱ χαρακτηρισμοί «φοναταμενταλιστές, φανατικοί» κ.λπ. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται] Τὸ 1337 ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ προκαλέσει συνοδικὴ καταδίκη τῶν Ἡσυχαστῶν, θεωρώντας τὴν παράδοσή τους ξένη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ αὐτὸς δῆθεν ἐκπροσωποῦσε. Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀνοικτὴ πιὰ σύγκρουση.

.           β. Τὴν ὑπεράσπιση τῶν Ἡσυχαστῶν καὶ τῆς ἀσκητικῆς μεθόδου τους ἀνέλαβε ὁ ἁγιορείτης μοναχὸς Γρηγόριος Παλαμᾶς. Γιὸς συγκλητικοῦ, γεννήθηκε περὶ τὸ 1296 καὶ ἔκαμε σπουδαῖες φιλοσοφικὲς σπουδὲς κοντὰ στὸν μεγάλο οὐμανιστὴ Θεόδωρο Μετοχίτη. Δὲν τὸν κέρδισε ὅμως ἡ λογιοσύνη. Ἐνωρὶς στράφηκε στὴν ἄσκηση καὶ μυήθηκε στὴν αὐθεντικὴ ἀσκητικὴ παράδοση κοντὰ σὲ μεγάλους Γέροντες (Θεοληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Ἀθανάσιο καὶ Νεῖλο τὸν ἐξ Ἰταλῶν). Ὅταν ἄρχισε ὁ διάλογος μὲ τὸν Βαρλαάμ, εἶχε ἤδη μακρὰ ἀσκητικὴ ἐμπειρία, ἀποκτημένη στὸ Παπίκιον Ὄρος καὶ ἀπὸ τὸ 1331 -μονιμότερα- στὸν Ἄθωνα.
.        Ὁ Γρηγόριος πληροφορήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαὰμ στὸ ζήτημα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Filioque), ἔδειξε δὲ τὴν πατερικότητά του μὲ τὴν ἄμεση ἐπισήμανση τῆς ἀντιπατερικότητας τῶν θεολογικῶν προϋποθέσεων καὶ κριτηρίων τοῦ ἐκ Καλαβρίας Μοναχοῦ: ὑποκατάσταση τῆς πατερικῆς μεθόδου μὲ φιλοσοφικοὺς-διαλεκτικοὺς συλλογισμούς, χρήση δηλαδὴ τῆς διαλεκτικῆς (φιλοσοφικῆς) μεθόδου στὴν θεολόγηση. Στὰ ἀντιησυχαστικὰ κείμενα τοῦ Βαρλαὰμ ἀπάντησε ὁ Γρηγόριος μὲ τρεῖς «τριάδες» «πρ τν ερς συχαζόντων», ἀποδεικνύοντας ὄχι μόνο τὴν ἀντιπατερικότητα –καὶ συνεπῶς τὴν ἀντιεκκλησιαστικότητα– τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλὰ καὶ τὴ συνέχιση τῆς πατερικῆς παραδόσεως ἐκ μέρους τῶν Ἡσυχαστῶν. Ἡ συζήτηση, ποὺ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ εὐρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὴν καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Πόλη. Ἀπὸ τὴν χρήση διαλεκτικῶν συλλογισμῶν στὴ θεολόγηση (ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως) ὁ διάλογος προχώρησε στὴν ἡσυχαστικὴ ἀσκητικὴ μέθοδο καὶ τὰ ἀποτελέσματά της (θεοπτικὴ ἐμπειρία, ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅρος «θεολογία τῆς θεοπτίας»), τὴν σωτηριολογικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος καὶ κυρίως τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὡς καὶ τὴ δυνατότητα καὶ τὸν τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδὴ κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου.

.           γ. Ὁ Ἡσυχασμός, ὡς ζωὴ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, συνιστᾶ τὴν πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ταυτιζόμενος ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ ποὺ περικλείει καὶ ἐκφράζει ὁ ὅρος Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία ἔξω ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση εἶναι ἀδιανόητη καὶ ἀνύπαρκτη. Ἡ ἡσυχαστικὴ δὲ πρακτικὴ εἶναι ἡ «λυδία λίθος» γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας. Ὁ Ἡσυχασμός, ἀνταποκρινόμενος στὸν σκοπὸ τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ «ἀσκητικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ» (π. Ι. Ρωμανίδης) καὶ ἔγκειται στὴν προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς «νοερᾶς λειτουργίας» στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Προϋπόθεση τῆς ἡσυχαστικῆς πράξεως εἶναι ἡ ἁγιογραφικὴ διάκριση νοῦ («πνεύματος» τοῦ ἀνθρώπου) καὶ λόγου (διανοίας). Ὁ νοῦς ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ὁ «ὀφθαλμὸς» τῆς ψυχῆς καὶ ὄργανο θεογνωσίας. Στὴν κανονικὴ λειτουργία του ὁ νοῦς ἑδρεύει στὴν καρδιά. Ὅταν ἀδρανοποιηθεῖ ἡ λειτουργία του (=πτώση), συγχέεται μὲ τὴν διάνοια καὶ τοὺς λογισμούς της. Στὴ φυσική του λειτουργία ὁ νοῦς εἶναι ἔμπλεως χάριτος (ναὸς Θεοῦ) καὶ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Ἔχει δηλαδὴ τὴν «ἀέναη μνήμη» τοῦ Θεοῦ (νοερὰ εὐχὴ) καὶ ἑτοιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ (θέωση). Ἡ νοερὰ εὐχή, συνεπῶς, εἶναι ἡ φυσικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴn καρδία, ἡ ὁποία πέραν ἀπὸ τὴ βιολογική, ἔχει καὶ πνευματικὴ λειτουργία. Ἡ προσευχητικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδία εἶναι ἕνα μνημονικὸ σύστημα, παράλληλα μὲ τὸ κυτταρικὸ καὶ ἐγκεφαλικό, ἀλλὰ ἀσύλληπτο -καὶ γι’ αὐτὸ ἄγνωστο- στὴν ἐπιστήμη.
.        Σκοπὸς τοῦ Ἡσυχασμοῦ εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ, ἀντίστοιχα, ἀπὸ τὰ πάθη (μεταβολὴ τῶν διαβλητῶν παθῶν σὲ ἀδιάβλητα) καὶ ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς (ὅλους, καλοὺς καὶ κακούς). Ἡ διαδικασία αὐτὴ ὀνομάζεται πατερικὰ θεραπεία, διότι μέσῳ αὐτῆς θεραπεύεται ὁ νοῦς καὶ ἀνακτᾶ τὴ φυσικὴ λειτουργία του. Τότε τὸ ἅγιον Πνεῦμα προσεύχεται («ἐντυγχάνει», Ρωμ. η´24) σ’αὐτὸν «ἀδιαλείπτως» (Α´Θεσ. ε´17), ἐνῶ ἡ διάνοια συνεχίζει τὴν δική της φυσικὴ λειτουργία. Στὴ συνάφεια αὐτὴ πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι καὶ ὁ Ἰνδουισμὸς γνωρίζει τὴν ὕπαρξη τοῦ νοῦ καὶ μὲ τὶς μεθόδους του τὸν κενώνει ἀπὸ τοὺς λογισμούς. Λόγῳ ὅμως τῆς ἀγνοίας τοῦ Χριστοῦ ὡς καὶ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ προσανατολισμοῦ του, ἀδυνατεῖ νὰ τὸν πληρώσει μὲ (ἄκτιστη) χάρη. Ἔτσι, ἡ σκανδαλιστικὴ γιὰ πολλοὺς «σύμπτωση» Ὀρθοδοξίας καὶ Ἰνδουισμοῦ περιορίζεται στὰ φαινόμενα. Μὲ τὴν ἔλευση («ἐπίσκεψιν») τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ θεραπεία, ὁ νοῦς γίνεται «ναὸς» τοῦ (Α´Κορ. ϛ´ 19) καὶ ὁ ἄνθρωπος μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ.ιβ´ 27· Ρωμ. η´  9). Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ στάδιο ὀνομάζεται στὴ φιλοκαλικὴ γλώσσα «φωτισμὸς» καὶ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεώσεως, τοῦ δοξασμοῦ μέσα στὴν ἄκτιστη φυσικὴ Χάρη (ἐνέργεια) τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ἀποδεικνύεται ὁ Χριστιανισμός, ὡς Ὀρθοδοξία, ὑπέρβαση τῆς θρησκείας (ριτουαλισμοῦ, θρησκευτικῆς καθηκοντολογίας). Ἡ θρησκειοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ριζικὴ ἀλλοτρίωσή του.

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [Δ´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Γ´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´»
τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/
ΜΕΡΟΣ Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/12/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-β´/
ΜΕΡΟΣ Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/13/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-γ´/

ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τὴν ἀπορία μας μὲ τὸν  πιὸ ἱκανοποιητικὸ ὁρισμό. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τὸν  λόγο τοῦ Πνεύματος, τὸν  παρανόησαν μὲ τὸν σαρκικό τους λογισμὸ καὶ εἶπαν: «Σκληρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν  ἀκούει;» Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅποιος θελήσει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ τὴν χάσει· κι ὅποιος χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα, θὰ τὴν σώσει». «Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ζωή του, θὰ τὴν χάσει αὐτός, ὅμως, ποὺ δὲν λογαριάζει τὴν ζωή του στὸν  κόσμο αὐτό, θὰ τὴν φυλάξει γιὰ τὴν αἰώνια ζωή».
ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νὰ χάσω τὴν ζωή μου, ἂν τὸ προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλὰ πῶς νὰ πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; δὲν γνωρίζω κάτι ποὺ  θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ στερήσει τὴν ζωή.
ΝΟΥΣ: Μὴ νομίζεις, ψυχή, πὼς ὁ Χριστὸς παραγγέλλει νὰ πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νὰ τὸ μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγὴ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καὶ αἰώνιο. Ὁ θάνατος, ποὺ μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δν συνίσταται στν ξόντωση τς πάρξεώς μας, λλ στν ξόντωση το γωισμο, πο τν  ταυτίσαμε μ τὴν ζωή μας. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι στρεβλὴ ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν  ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμὸς θεοποιεῖ τὴν μεταπτωτικὴ ψευδώνυμη σοφία του καὶ προσπαθεῖ πάντοτε νὰ ἱκανοποιεῖ τὸ μεταπτωτικὸ θέλημά του, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Ὡς πρὸς τὴν σχέση του μὲ τὸν πλησίον, ὁ ἐγωισμὸς ἐκδηλώνεται εἴτε μὲ ἀvτιπάθεια εἴτε μὲ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδὴ μὲ κάποιο πάθος. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγκόσμια πράγματα τὰ κακομεταχειρίζεται, τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σὲ τέλειο σύνολο ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀποτελεῖ τὴν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμὸς δένει ὅλα τὰ πάθη καὶ ἀποτελεῖ τὴν τελεία ἐκπλήρωσή τους.
.      Γιὰ νὰ θανατώσω τὸν  ἐγωισμό μου, πρέπει ν’  ἀπαρνηθῶ ὅλους «τοὺς ἀπατηλοὺς καὶ κούφιους συλλογισμοὺς τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, ποὺ στηρίζονται σὲ ἀνθρώπινες παραδόσεις καὶ σὲ μία ἐσφαλμένη πίστη στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου». Πρέπει ν’  ἀποκτήσω βαθιὰ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνὸς μέσα σ’  αὐτὴ τὴ φτώχεια, λουσμένος στὰ δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μὲ τὴν πραότητα, τὴν καθαρότητα καὶ τὸ ἔλεος, νὰ δεχθῶ τὸν  τρόπο σκέψεως ποὺ εὐδόκησε νὰ χαράξει πάνω μου τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο.
.      Ὅσο γιὰ σένα, ψυχή, πρέπει ν’  ἀπαρνηθεῖς τὸ θέλημά σου, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάρνησή σου φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἂν στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δὲν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντὶ γιὰ τὸ δικό σου θέλημα, νὰ κάνεις τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, κι ἂς εἶναι αὐτὸ σκληρὸ γιὰ τὴν ἐγωιστική σου καρδιά!
.      Νά, λοιπόν, ποιὸ θάνατο ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νὰ θανατώσουμε ἑκούσια τὸν  θάνατο ποὺ ζεῖ μέσα μας, καὶ νὰ λάβουμε ὡς δῶρο τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ζωὴ ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὸν  Κύριο Ἰησοῦ.
ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν’  ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ λόγια σου γι’  αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νὰ αἰσθάνομαι χαρὰ καὶ παρηγοριά. Ἂς ἀφήσουμε τὴν ζωὴ ποὺ  γεννᾶ τὴν ἀπελπισία. Ἂς δεχθοῦμε τὸν  θάνατο ποὺ  ἐγγυᾶται τὴν σωτηρία. Ὁδήγησέ με, νοῦ, στὰ ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσὺ μεῖνε σταθερὰ προσκολλημένος στὸν Λόγο ἐκεῖνο ποὺ  εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγὼ μαζί του, αὐτὸς δίνει πολὺ καρπό, γιατί χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα». Ἀμήν.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [B´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Β´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´ https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/

ΝΟΥΣ: Ἡ ἀπάντησή μου δὲν θὰ σὲ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή, πολεμοῦμαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μου εἶναι γνωστά. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νὰ σὲ βοηθήσω, ὅταν καὶ σ’  ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμα χτυπήματα, ὅταν κι ἐγὼ ἔχω στερηθεῖ τὴ δύναμη νὰ ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατὰ τὴν ἀεικινησία μου, δηλαδὴ τὴν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς, ἡ ὁποία μου δόθηκε ἀπὸ τὸν  Πλάστη ὡς φυσικὸ ἰδίωμα (βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καωταφυγιώτου, Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ βίου θεωρnτικοῦ, γ’.), δέχομαι διαρκῶς τὴν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας, ποὺ  μὲ τραυματίζει καὶ μὲ συνταράζει. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν  Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα, μὲ τραβᾶ στὴν  ἀπάτη τοῦ μάταιου καὶ περαστικοῦ κόσμου, στὴν  ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στὴν  ἀπάτη σου, ψυχή, στὴν  ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στὴν  ἀπάτη τῶν δαιμόνων.
.      Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία ποὺ  ἀσκεῖ πάνω μου ὁ περισπασμός. Μόλις μὲ χτυπήσει, ἀρχίζω νὰ περιπλανιέμαι σ’  ὅλη τὴν οἰκουμένη, δίχως ἀνάγκη καὶ ὠφέλεια, σὰν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Θέλω νὰ σταματήσω, μὰ δὲν μπορῶ. Ὁ περισπασμὸς μὲ ἁρπάζει καὶ μὲ παρασύρει τόσο βίαια, ποὺ  δὲν δίνω προσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ’  ἐσένα, ψυχή, οὔτε στὸν ἑαυτό μου οὔτε στὸν  λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικὰ ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα, προσπαθώντας νὰ αὐτοσυγκεντρωθῶ, ἀθέλητα ξεφεύγω, παρασύρομαι πολὺ μακριὰ καὶ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἢ ἀνώφελα, ἀλλὰ καὶ βλαβερά. Ἔτσι, δὲν μπορῶ νὰ προσφέρω στὸν  Θεὸ προσευχὴ δυνατὴ καὶ ἀληθινή, προσευχὴ σφραγισμένη μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαφάνιζε τὸν  περισπασμὸ καὶ θὰ ἔκανε τοὺς λογισμούς μου νὰ ὑποταχθοῦν σ’  ἐμένα. Καὶ ὅταν οἱ λογισμοὶ ὑποτάσσονται στὸν  νοῦ μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ’  ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ἡ κατάνυξη. Ἐξ αἰτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσὺ σκληρὴ καὶ ἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τὸν  δικό μου περισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.
.      Ὁ περισπασμὸς εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στὸν  ἀγώνα ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μου φέρνει σκοτισμὸ καὶ βάρος. Ἔτσι, ὅταν μὲ πλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλὸς λογισμός, δὲν τὸν  ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἂν μάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπὸ κάποια δικαιολογία. Ἂν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος, ἀντιστέκομαι καὶ τὸν  ἀντιμάχομαι, ἀλλὰ δίχως ἀποφασιστικότητα καὶ ἀπέχθεια. Ἀρχίζω νὰ μιλῶ μ’  αὐτόν, τὸν  φονιά μου. Εὐφραίνομαι μὲ τὸ θανάσιμο δηλητήριο ποὺ  μὲ πονηριὰ ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁ νικημένος.
.      Ἀπὸ τὸν  συνεχῆ περισπασμό, μὲ κυριεύει ἡ λήθη. Λησμονῶ τὸν  Θεό. Λησμονῶ τὴν αἰωνιότητα. Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλὸς εἶναι ὁ κόσμος, καὶ ἑλκύομαι ἄπ’  αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα. Λησμονῶ τὰ ἁμαρτήματά μου. Λησμονῶ τὶς πτώσεις μου. Λησμονῶ τὴν οἰκτρὴ κατάστασή μου.
.       Μέσα στὸν  σκοτισμό μου καὶ τὴν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νὰ ἀποδίδω στὸν  ἑαυτό μου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νὰ ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπὸ τὸν  ψεύτικο κόσμο, τὸν  κόσμο ποὺ  εἶναι πρόθυμος νὰ συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαία, γιὰ νὰ μὲ χλευάσει ἔπειτα μὲ περισσὴ κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δὲν ὑπάρχει σὲ κανέναν μας. Ἡ ἀξία μᾶς ἑξανεμίστπκε μὲ τὴν προπατορικὴ πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θὰ ἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τὸν  ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ἀσκητής, τὸν  θεωρήσει ἕνα σίχαμα [Κάποιος γέροντας ρώτησε τὸν  ὅσιο Σισώη τὸν  Μέγα: “Πῶς λέει ἕνας ψαλμὸς ὅτι εἶναι τὰ εἴδωλα;”. Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε: “Ἡ Γραφὴ λέει γιὰ τὰ εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλὰ δὲν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλὰ δὲν βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν ἀλλὰ δὲν ἀκοῦνε (βλ. Ψάλμ. ρλδ´16-17). Ἔτσι ὀφείλει νὰ εἶναι καὶ ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφὴ ὅτι τὰ εἴδωλα εἶναι σιχαμερὰ (βλ. Δευτ. κζ´15). Ἔτσι καὶ ὁ μοναχὸς ἂς θεωρεῖ τὸν  ἑαυτὸ τοῦ ἕνα σίχαμα”. (Βλ. τὸ Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ’, κέφ. Ε’, 164)].
.    Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ ἀδύναμο καὶ ἀσήμαντο πλάσμα, πού, μολονότι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία τὸ ἔφερε στὴν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τὸν  παντοδύναμο Πλάστη του καὶ Δημιουργὸ ὅλου του κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποῦ, μολονότι δὲν εἶχε τίποτα δικό του, μολονότι ὅλα τὰ πῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποὺ  τόλμησε μέσα στὴν  παραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο v’  ἀκούσει πρόθυμα τὴν φοβερὴ καὶ βλάσφημη συκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ν’  ἀποδείξει χωρὶς χρονοτριβῆ τὴν συγκατάνευσή του στὴν  βλάσφημη συκοφαντία μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς ποὺ ἔγινε δοχεῖο καὶ γεννήτορας ἀλλεπαλλήλων κακῶν λογισμῶν, λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ μοχθηρῶν, λογισμῶν ἀντιθέων; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχὴ στὴν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καὶ τερατώδη πάθη σὰν φαρμακερὰ ἑρπετά, σὰν φίδια καὶ σκορπιοὶ σὲ βαθιὰ τάφρο; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα τὸ σῶμα ποῦ γεννήθηκε μέσα στὴν ἁμαρτία, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στὴ διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε πηγὴ τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στὸ τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;
.     Ἐσὺ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματικὴ ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως, ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτὴ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν διχοτόμησε σὲ μέρη αὐτόνομα, ποὺ  βρίσκονται σχεδὸν πάντοτε σὲ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καὶ ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μὰ χωριστήκαμε κι ἀπὸ τὸν  Θεό! Ἡ ἁμαρτία, ποὺ  ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν  ἴδιο τὸν  πανάγιο καὶ πανυπερτέλειο Θεό!

ΨΥΧΗ: Θλιβερὴ ἡ ἀπάντησή σου ἀλλὰ σωστή. Εἶναι, πάντως, καὶ μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τὴν πλήρη ὁμοιότητα καὶ τὴν κοινὴ αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε τὴ θλίψη μας ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τὰ δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στοὺς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ παλεύει γιὰ πολὺ μὲ τὸν  λογισμό. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ὑποτάσσεται σ’  αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιὰ φορᾶ, ἀλλὰ μόνο γιὰ λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγὸς στὴν  κοινή μας σωτηρία!

 


, , , , ,

Σχολιάστε