Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Νοερὰ Προσευχή

«ΚΑΘΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΘΑ ΤΗΝ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΝ, ΟΣΟΙ ΛΕΝΕ ΤΗΝ “ΕΥΧΗ”» (γ. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)

Γέροντας Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης:
«Ὅσοι λένε τὴν “εὐχὴ”
θὰ ξεπεράσουν κάθε δυσκολία ποὺ ἔρχεται».

.         Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης, ποὺ τώρα βρίσκεται στὴν Ἀριζόνα Ἀμερικῆς, σὲ Ἁγιορείτη ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκε μαζὶ μὲ μία ὁμάδα λαϊκῶν, ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὰ μέλλοντα ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν, ἔδειξε τὴν γροθιά του καὶ εἶπε: «Ὅσοι λένε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ (Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με), αὐτοὶ θὰ ξεπεράσουν ὅσα ἔρχονται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ».

ΠΗΓΗ: theomitoros.blogspot.gr (ἀπὸ apantaortodoxias)

Advertisements

, ,

1 Σχόλιο

H ΠΕΡI ΚΑΡΔΊΑΣ AΝΤIΛΗΨΗ ΣΤHΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝH ΠΝΕΥΜΑΤΙΚOΤΗΤΑ

Ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν βυζαντινή πνευματικότητα

 τοῦ Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, Ὁμ. καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
– ἀντεπιστέλλοντος μέλους Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 220, Νοέμβριος 2014

[…]

.               Φαίνεται ὅτι πολύ νωρίς ὁ πρωτόγονος homo erectus συνειδητοποίησε μέσα του τήν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καί τήν ταύτισε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ φαινομένου τῆς ζωῆς, ἐκτιμώντας ἔτσι στή σωστή της διάσταση τήν ὑπαρξιακή ἀξία της. Ἐπειδή ὅμως στούς πρωτογόνους τοῦ Mεξικοῦ ὁ ἥλιος θεωρεῖτο ἡ πηγή τῆς ζωῆς, προσφέρονταν σ’ αὐτόν ὡς θυσία, ὄχι θρησκευτικῆς ἀλλά μαγικῆς σκοπιμότητας, αἱμάσσουσες καρδιές ἀνθρώπων καί ζώων. M’ αὐτόν τόν τρόπο ἤθελαν νά προκαλέσουν τή συνέχεια τῆς παρεχόμενης ἀπό τόν ἥλιο ζωῆς. Ἐπειδή ἡ καρδιά θεωρεῖτο ἡ ἕδρα τῆς ζωῆς, τῶν συναισθημάτων καί τῆς σκέψης ἀκόμη, κάποιοι πρωτόγονοι τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, ὡς τίς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας ἀκόμη, ὅταν πέθαινε ὁ βασιλιάς τους, συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν καρδιά του ὡς βρώση στόν διάδοχό του, ὥστε μέ τόν τρόπο αὐτόν νά περάση σ’ αὐτόν ἡ βασιλική ἐξουσία, καί νά κατασταθῆ γνήσιος συνεχιστής τῆς βασιλείας.
.               Ἐπίσης σέ ἄλλους πρωτογόνους ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά δίνουν στά παιδιά τους νά τρῶνε τήν καρδιά τοῦ τσακαλιοῦ γιά νά μή γίνουν δειλά σάν κι αὐτό, ἐνῶ ἀντίθετα τούς ἔδιναν τήν καρδιά τῆς λεοπάρδαλης γιά νά γίνουν γενναῖα ὅπως αὐτή. Στούς Ἀζντέκους τοῦ Mεξικοῦ συναντοῦμε τήν θυσία ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ξεριζώνεται ἡ καρδιά καί προσφέρεται στή θεότητα. Ἡ σημασία τῆς καρδιᾶς, σάν ὄργανο μεταβίβασης δύναμης καί ἐξουσίας ἐπιβίωσε καί στίς πιό προηγμένες θρησκεῖες, ὅπως αὐτή τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἐξελιγμένη ἐμφανίζεται ἡ θρησκεία, τόσο περισσότερο ἡ καρδιά ἀποκτᾶ μέσα σ’ αὐτήν ἕνα ἄλλο νόημα καί συνδέεται κυρίως μέ τά συναισθήματα καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου· Στήν καρδιά ὁ ἄνθρωπος βιώνει τή χαρά καί τή θλίψη, ἐδῶ εἶναι ἡ ἕδρα καί τό ὄργανο ἔκφρασης τῶν εὐαισθησιῶν του, τελικά ἐδῶ ἐντοπίζεται τό σημεῖο συνάντησής του μέ τόν Θεό.
.               Mιά τέτοια θεώρηση τῆς καρδιᾶς εἶναι διάχυτη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Kαινή Διαθήκη. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ φαίνεται καί ἀπό τήν ἱκανότητά του νά διεισδύη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά τήν ἐρευνᾶ («ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς»), ἀφοῦ αὐτή θεωρεῖται τό φυλακτήριο τῶν ἀπορρήτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός ζητάει στήν προσευχή του: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Σήμερα ἀκόμη λέμε «ἄνθρωπος μέ καλή καρδιά», «καλόκαρδος» ἤ «κακόκαρδος». Ἐδῶ, βεβαίως, λησμονιέται ἐντελῶς ἡ φυσιολογική λειτουργία καί ὁ ρόλος τῆς καρδιᾶς ὡς τό βασικότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καί ἐξαίρεται μόνο τό συναισθηματικό καί ἠθικό στοιχεῖο πού αὐτή συμβολίζει καί ἀντιπροσωπεύει μέσα στήν ψυχική ἰδιοσυστασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Xριστός ἔχει πῆ ὅτι εἶναι μακάριοι αὐτοί πού ἔχουν καθαρή καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Αὐτή ἡ ρήση τοῦ Ἰησοῦ θά ἀποκτήση στή συνέχεια ἕνα ἰδιαίτερο νόημα μέσα στόν ὀρθόδοξο μυστικισμό.
.               Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀνθρώπινη ὀντότητα, ἡ καρδιά ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπό τή στιγμή πού τό νοητικόν, ὁ λόγος, δέν ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες κεφάλαιο στίς βαθύτερες καί ὑπαρξιακές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ πίστη, ὡς ἀποδοχή πραγμάτων μή βλεπομένων καί ἐλεγχόμενων μέ τόν λόγο καί τή νόηση, ἐκφεύγει ἀπό τόν χῶρο αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, καί συνδέεται περισσότερο μέ τή βιωματική λειτουργία τοῦ συναισθήματος, δηλαδή τῆς ψυχικῆς εὐαισθησίας καί δεκτικότητας. Οἱ αἰσθήσεις καί τό νοητικόν καθοδηγοῦν καί ἐλέγχουν τή γνώση, ἐνῶ τό συναίσθημα εἶναι αὐτό πού ἀγγίζει ἄμεσα τήν ψυχή, δηλαδή τή συγκίνηση, καί συνδέεται μ’ αὐτό πού ἁπλοϊκότερα ὀνομάζουμε «καρδιά». Αὐτή ἡ «καρδιά» ὑπαγορεύει καί τήν ἀγάπη, πού εἶναι ἡ βασικότερη χριστιανική ἀρετή. Ἔτσι δημιουργοῦνται δύο διαφορετικοί κόσμοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν διαύλους ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, ἀλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
.               Tό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμός ἐπιδιώκει τόν τελικό του σκοπό, δηλαδή τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ὑπάρχει βέβαια στήν κοινή λατρεία τῶν πιστῶν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ὅμως καί ἡ προσωπική προσευχή, καί ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης στάδια ἐξέλιξής της μέσα στούς αἰῶνες, ὅπως συνέβη καί μέ τή συλλογική προσευχή. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιωτική προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ σέ μυστικιστικές ἐμπειρίες, καί αὐτή ἔχει ἀπασχολήσει τούς μυστικούς διδασκάλους καί συγγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου. Tό πρῶτο πού πρέπει νά σημειώσουμε εἶναι ἡ διαμόρφωση τοῦ τύπου αὐτῆς τῆς προσευχῆς, καί τό δεύτερο, πῶς αὐτή συνδέεται μέ τό ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Οἱ μεγάλοι ἀσκητές Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων ἔκριναν ὅτι ἡ ἰδιωτική προσευχή δέν θά πρέπει νά ἐπεκτείνεται σέ μία προσωπική φλυαρία, ἀλλά νά εἶναι σύντομη καί οὐσιώδης. Γι’ αὐτό, λοιπόν, τήν περιόρισαν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, διατηρώντας μέσα σ’ αὐτήν δύο βασικά πράγματα. Tό πρῶτο εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Tό ὄνομα αὐτό περικλείει μέσα του μία τεράστια δύναμη, γιατί εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀντίθετα μέ τούς Ἑβραίους, πού μέχρι σήμερα ἀκόμη δέν προφέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ὑποκαθιστοῦν μέ κάποιο ἄλλο κλητικό, οἱ Χριστιανοί ἐξονομάζουν εὐθέως τό θεῖο ὄνομα, ἐπικαλούμενοι τή βοήθειά του. Tό δεύτερο στοιχεῖο τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι αὐτή εἶναι «μονολόγιστος», δηλαδή σύντομη καί περιεκτική, πού συνοψίζεται στό: «Kύριε Ἰησοῦ Xριστέ, Yἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὁ ἡσυχαστής μοναχός, καί κάθε ἕνας πού ἀκολουθεῖ τήν πνευματικότητά του, ἐπαναλαμβάνει ἀδιακόπως αὐτή τήν εὐχή, προσπαθώντας νά βιώση ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα καί βαθύτερα τό νόημά της.
.               Ἡ προσευχή αὐτή καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα. Αὐτός λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὕπαρξης. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.
.               Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.
.               Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
.               Εἶναι φανερό ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή εἰσάγεται μία ψυχοφυσιολογική διαδικασία προσευχῆς, ἡ ὁποία ἔχει πολλές ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῆς ἰνδουϊστικῆς γιόγκα, διαφέρει ὅμως ἀπό αὐτήν ἀπόλυτα στήν οὐσία, γιατί ἐνῶ ἡ γιόγκα ἀποσκοπεῖ μέσῳ τῆς ἀπάθειας στήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σύμπαν ἤ τήν τελείωση γιά τίς μελλοντικές μετενσαρκώσεις του, στόν βυζαντινό μυστικισμό ὁ τελικός σκοπός τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν προσωπικό Θεό, τόν Ἰησοῦ Xριστό. Ἐπίσης ἡ ὀμφαλοσκοπία στούς Βυζαντινούς ἡσυχαστές δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχει νομισθῆ, ἀλλ’ ἐνδεικτική κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κεντρικό θέμα. Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
.               Ἡ ψυχοφυσιολογική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς συστηματοποιήθηκε περισσότερο στή διάρκεια τοῦ 14ου αἰώνα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἦρθε ἐδῶ ὁ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Πιθανότατα τότε εἰσήχθη καί ἡ χρήση τοῦ κομποσκοινιοῦ, τό ὁποῖο βοηθᾶ τούς ἀρχαρίους κυρίως στό νά ἐξασκοῦνται χωρίς περισπασμούς σ’ αὐτήν τήν προσευχή. Οἱ ἡσυχαστές κωδικοποίησαν κατά κάποιον τρόπο τή σχετική μέ τή θέα τοῦ θείου φωτός διδασκαλία τῶν παλαιοτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δοθέντος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος, ἡ μόνη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γίνη μέτοχος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό τό κατορθώνει μέ τή νοερά προσευχή καί τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι ἡ θεολογία γίνεται ὄχι νοητική, ἀλλά ἐμπειρική ἐπιστήμη, καί ἡ ἐμπειρική γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν πού ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶναι π. χ. τό δόγμα τῆς Ἁγίας Tριάδος, πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.               Στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα πραγματοποιήθηκε μία ἔκδοση πού ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στήν ἡσυχαστική πνευματικότητα καί τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Στά 1782 ἐκδόθηκε στή Βενετία ἕνα ὀγκωδέστατο Ἑλληνικό βιβλίο πού ὀνομαζόταν Φιλοκαλία, καί περιεῖχε τά συγγράμματα τῶν νηπτικῶν καί μυστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Tό ἴδιο βιβλίο ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα ἐκδόθηκε σέ σλαβονική μετάφραση στή Mόσχα. Mέ τίς ἐκδόσεις αὐτές ἐγκαινιάστηκε ἡ λεγόμενη Φιλοκαλική Ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀναζωογόνηση τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί τῶν Σλάβων καί τῶν Pουμάνων. Tό 1801, καί πάλι στή Βενετία, ἐκδόθηκε ἀπό τόν μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, τόν Ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἕνα πνευματικό ἐγχειρίδιο, τό ὁποῖο ἔφερε τόν τίτλο «Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας, τοῦ νοός καί τῆς καρδίας», τό ὁποῖο μάλιστα μεταφράστηκε ἀμέσως καί στά ρουμανικά. Tό ἀξιοσημείωτο στό βιβλίο αὐτό δέν εἶναι μόνο τό ἐκτενές κεφάλαιο, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὡς κέντρο φυσικό, παραφυσικό καί ὑπερφυσικό, ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πιό κατανοητά, ὑπάρχει στό τέλος τοῦ βιβλίου κεφάλαιο μέ τίτλο: «Ποῖον σχῆμα ἔχει ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς ἀνατόμους τῶν νεωτέρων». Tό κεφάλαιο αὐτό εἶχε γραφῆ εἰδικῶς γιά τό βιβλίο τοῦ Nικοδήμου ἀπό τόν περίφημο λόγιο Ἄνθιμο Γαζῆ, ὁ ὁποῖος καί μετέφερε ἐδῶ τίς ἀνατομικές γνώσεις γιά τήν καρδιά πού καθιέρωσε τό 1628 ὁ Ἄγγλος γιατρός William Harvey μέ τό βιβλίο του Exercitatio anatomica de motu cordis et sanguinis circulatione. Tό κεφάλαιο αὐτό τοῦ Γαζῆ περιλαμβάνει μάλιστα καί σχήματα μέ τίς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καί τίς ἀρτηρίες. Ἀνατομία τῆς καρδιᾶς, λοιπόν, σέ ἕνα βιβλίο βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ!
.               Ὁ 19ος αἰώνας ὑπῆρξε ἐποχή ἀναβίωσης τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο στόν Ἑλληνικό, ἀλλά καί στόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο. Ἡ νοερά ἤ καρδιακή προσευχή ἀπέκτησε νέους ὀπαδούς ἀνάμεσα σέ μοναχούς καί κοσμικούς, καί γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν ἀχανῆ Pωσία. Στά μέσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα ἔκανε στή Pωσία τήν ἐμφάνισή του ἕνα βιβλίο ἀνώνυμου συγγραφέα, πού εἶχε τόν τίτλο «Εἰλικρινεῖς διηγήσεις προσκυνητῆ πρός τόν πνευματικό του πατέρα», καί γνώρισε πολλές ἐκδόσεις. Στό βιβλίο αὐτό ἐξιστορεῖται πῶς ἕνας «ἄστεγος προσκυνητής» ἱερῶν τόπων διηγεῖται τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς καί τίς μυστικές ἐμπειρίες πού εἶχε μέσα ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ προσευχή αὐτή ἐκλαϊκεύθηκε, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού μπορεῖ νά ἔχη μιά τέτοια ἐκδοχή, ἀφοῦ οἱ Βυζαντινοί Πατέρες μιλοῦν γιά σαφεῖς πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς κινδύνους στήν χωρίς ὑπεύθυνο πνευματικό ὁδηγό ἄσκηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Γιατί αὐτή ἡ κατάβαση τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὅπως λένε, καί ἡ ἕνωσή του μέ αὐτήν, εἶναι τό τέλος μιᾶς μακρᾶς διαδικασίας ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἄσκηση στήν ὑπακοή καί προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν χειραγώγηση ἀπό πολύ ἔμπειρο καί ὅσιο πνευματικό ὁδηγό.

.            Οἱ μυστικές ἐμπειρίες πού δοκιμάζει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς αὐτῆς προσευχῆς δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μύστες αὐτῆς τῆς πρακτικῆς. Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν. Ὅ, τι λέμε ἐμεῖς εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή περιγραφή, τό πραγματικό βάθος τῆς μεταφυσικῆς καρδιᾶς παραμένει κλειστό στούς ἀμύητους.–

parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Γ´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Mέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Mέρος Β´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

.           Τρίτον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε πρῶτα νοητῶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔπειτα πραγματικῶς, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ὅταν ἀπομακρύνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔπειτα εἶναι ζήτημα χρόνου νὰ προσχωρήση σὲ ἄλλη χριστιανικὴ-αἱρετικὴ παράδοση.
.           Ὁ Βαρλαὰμ ἦταν ἕνας οὐνίτης μοναχὸς ποὺ ἦλθε στὴν ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία χωρὶς νὰ γνωρίζη τὸν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, ἀφοῦ γνώριζε τὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε ὀξύτατα μόλις πληροφορήθηκε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον προσεύχονταν οἱ ἁγιορεῖτες μοναχοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐντόπισε ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μάλιστα ἑρμήνευσε καὶ τὸ πῶς ξεκίνησε καὶ πῶς τελείωσε τὴν ζωή του ὁ Βαρλαάμ.
.           Ἀναιρώντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὶς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ἡ τελειότης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν γνώση τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων καὶ τῆς φιλοσοφίας, γράφει ὅτι θὰ προσπαθήση νὰ ἐκθέση «τὴν αἰτίαν τῆς νόσου» καὶ νὰ συνθέση «τὸ φάρμακον σὺν Θεῷ». Ἐκφράζει δὲ τὸν πόνο του γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀσθένεια τοῦ Βαρλαάμ, γράφοντας: «Τί γὰρ οὐκ ἂν πάθοι τὴν ψυχήν, οὕτω καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας νοητῶς ὁρῶν ταύτης ἀπορρηγνύμενον;». Μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ «καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας» ὁ ἁγιορείτης Ἅγιος ἐπιδιώκει νὰ διατηρήση μερικὲς γέφυρες μὲ τὸν Βαρλαάμ, γιὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῆ τελείως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Πάντως, ἐπισημαίνει ὅτι ἤδη ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», διότι δὲν δέχεται τὴν διδασκαλία της, ἀφοῦ ὑποτιμᾶ τὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν ἐξαίροντας τὴν διδασκαλία τῶν φιλοσόφων.
.           Ὅμως, πιὸ κάτω ἀντιμετωπίζοντας τὴν ἄποψη τοῦ Βαρλαὰμ ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι κτιστὴ –προφανῶς ἐδῶ κρύπτεται ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων περὶ actus purus– γράφει ὅτι μὲ αὐτὸ ὁ Βαρλαὰμ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήση «δολίως» καὶ «βιαίως» στὸ φρόνημα τῶν Λατίνων. «Τοῖς ὁμοφύλοις Λατίνοις ᾗ δυνάμεως ἔχει χαρίζεται, πρὸς τὸ ἐκείνων φρόνημα δολίως ἅμα καὶ βιαίως ἡμᾶς ὑφελκόμενος».
.           Στὴν συνέχεια γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὁ Βαρλαὰμ τελικὰ προσχώρησε στὸν Πάπα, τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ δώση τὶς σωτήριες εὐχές, ἀσπάσθηκε μὲ ἡδονὴ καὶ σεβασμὸ τὸ γόνατό του, ἀπέθεσε τὴν κεφαλή του στὰ χέρια τοῦ Πάπα καὶ δέχθηκε «τὴν ἐκεῖθεν σφραγίδα χαίρων».
.           Ἐπισημαίνει ἀκόμη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἡ ὅλη παρουσία τοῦ Βαρλαὰμ στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἦταν μιὰ σκηνοθεσία, ἀφοῦ διακωμώδησε καὶ περιέπαιξε τὰ ἰδικά μας. Μάλιστα, ὅπως γράφει, δὲν δέχθηκε κανέναν ἁγιασμὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, κανεὶς δὲν τὸν εἶδε νὰ κοινωνῆ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, οὔτε δέχθηκε μοναχικὴ κουρά, κατὰ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἦταν «αὐτόπλαστος μοναχὸς» καὶ «ἐπίπλαστος».
.           Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅτι πρῶτα ἀποχωρεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», ἀφοῦ δὲν ἀποδέχεται ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις της, ἔπειτα προσπαθεῖ «δολίως» καὶ «βιαίως» νὰ κάνη τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς λατινικὲς παραδόσεις καὶ ἀκόμη ἀποδέχεται ἢ ἐπιδιώκει νὰ δεχθῆ τὶς «εὐχὲς» τοῦ Πάπα, ὁπότε καὶ προσχωρεῖ ὁλοκληρωτικῶς στὴν αἵρεση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων, ἀφοῦ πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΚΤΟΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ» (Μὲ τὸν καθηγούμενο τῆς Μονῆς Καρακάλλου Ἀρχιμ. Φιλόθεο, γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὶς δεισιδαιμονίες)

«Τὴ νύκτα ὁ προσευχόμενος νιώθει ἀκόμη πιὸ καθαρὰ
τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ»

Συνομιλία μὲ τὸν καθηγούμενο τῆς Μονῆς Καρακάλλου
Ἀρχιμανδρίτη Φιλόθεο.

Τοῦ Μανώλη Μελινοῦ
Θεολόγου συγγραφέως,
Διευθυντοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἱ. Συνόδου

 ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 12.10.2013

–Μ. Μ.: Γέροντα, ἀναφέρομαι στὸν κανόνα τοῦ μοναχοῦ στὸ κελὶ καὶ στὴν ἀκολουθία ποὺ τελεῖται στὸ καθολικὸ τὴ νύκτα. Γιατί σηκώνεσθε «ἄγρια μεσάνυκτα», ὅπως λένε; Θὰ μπορούσατε νὰ σηκώνεσθε -συγχωρῆστε μου τὴ θέση, τὸ λέγω ἔτσι γιὰ νὰ βοηθήσω τὴ συζήτηση, εἶναι προφανῶς ρητορικὸ τὸ ἐρώτημα- στὶς 7 τὸ πρωὶ νὰ πᾶτε στὴ Λειτουργία, νὰ κάνετε τὴν ἀκολουθία σας ἢ στὸ κελί σας κατὰ μόνας· ὅμως τὴν ἡμέρα. Αὐτό, γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ φυσιολογικῶς τὸ σαρκίον τὴ νύκτα. Γιατί ὅμως ὅλη τὴ νύκτα οἱ Ἁγιορεῖται συνεχῶς παιδεύετε τὸ σαρκίον σας μέσα στὸ σκάμμα σας τὸ προσωπικό, στὸ κελί σας, μὲ τὸν κανόνα σας, μὲ τὸ κομποσχοίνι σας, μὲ τὴν ἀδιάλειπτη εὐχή, μὲ τὶς ἀκολουθίες σας ἐν συναχείᾳ στὸ καθολικό, μὲ τὶς ἀγρυπνίες, αὐτὲς τὶς περίφημες ὁλονυκτίες τὶς ἁγιορειτικές, ποὺ διαρκοῦν 16 ὁλόκληρες ὧρες κ.λπ. Γιατί ὅλη τὴ νύκτα, Γέροντα; Τί διαφορετικὸ ἔχει ἡ νύκτα; Τί παραπάνω ἔχει ἡ νύκτα, ποὺ προσφέρεται γιὰ τὴν προσευχή;

 – Ἀρχιμ. Φ. Κς: Μοῦ θέτουν πολλοὶ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὅταν συζητοῦμε ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἔξω ποὺ ἐξομολογῶ. Καλά, λένε, χάθηκε ἡ μέρα νὰ τὸ κάνετε αὐτό; Πρέπει νὰ εἶναι νύκτα; Χμ, καὶ ὅμως, ἡ νύκτα εἶναι ἀναντικατάστατη. Ἡ κατάνυξη τῆς νύκτας, τὸ σκοτάδι, ἡ κατανυκτικὴ αὐτὴ ἀτμόσφαιρα!.. Τὰ μεσάνυκτα ἰδιαίτερα εἶναι ὥρα τόσο ὡραία, τόσο κατανυκτική! Αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι ἀναντικατάστατη. Εἶναι τέτοια, ποὺ δημιουργεῖ διάθεση προσευχῆς· κατανύσσει τὴν ψυχή. Τὴν ἔφεση, ποὺ δίνει στὴν ψυχὴ ἐκείνη ἡ ὥρα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δώσει ἡ μέρα.
.               Βέβαια, μὴν παρεξηγηθῶ: Πάντοτε, κάθε ὥρα μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ προσεύχεται κανείς, ὅλη τὴν ἡμέρα. Ὅλες οἱ ὧρες εἶναι καλὲς καὶ δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ προσευχηθεῖ. Πολὺ περισσότερον ὅμως τὴ νύκτα.

 – Μ. Μ.: Τὴ νύκτα εἶναι «ἀνοικτὸς ὁ οὐρανὸς», ποὺ λένε;

 – Ἀρχιμ. Φ. Κς: Βεβαίως, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε κι ἔτσι. Εἶναι ὄμορφη ἡ ἔκφραση αὐτή. Τὴ νύκτα ὁ προσευχόμενος νιώθει πιὸ καθαρὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ ἀνάταση ἐπιτυγχάνεται τὴ νύκτα πιὸ εὔκολα. Ὅμως, καὶ τὸ ὅτι ὁ μοναχὸς ἀγρυπνεῖ καὶ θυσιάζει τὸ βόλεμα τοῦ σώματος, τὴ φυσικὴν ἀνάπαυσή του στερούμενος τὸν ὕπνο του, εἶναι πολὺ σημαντικό. Καταθέτει στ πόδια το Χριστο κάτι π τν αυτό του.

 –Μ. Μ.: Δίνει αἷμα καὶ λαμβάνει πνεῦμα, Γέροντα.

– Ἀρχιμ. Φ. Κς: Ναί, μάλιστα· ὄντως. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι κοιμοῦνται καὶ ἀναπαύονται, ἐκεῖνος προσπαθεῖ μὲ βία νὰ συγκρατήσει τὸν ἑαυτό του -τὸν νοῦ, τὴ σκέψη, τὴ διάθεσή του- καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσει πρὸς τὸν Θεόν. Ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια εἶν’ εὐάρεστη τῷ Κυρίῳ· ἀσφαλῶς, ἐπιβραβεύεται κι ἐπαινεῖται…
.           Σᾶς εἶπα προηγουμένως ὅτι ἐκτὸς τῶν μοναχῶν καὶ λαϊκοὶ ἀδελφοὶ ἔχουν τὴν εὐλογημένη συνήθεια νὰ κάνουν νυκτερινὴ προσευχήν. Ἐπίσης, ἐξαιρετικὲς εὐκαιρίες εἶναι οἱ μικρὲς ἀγρυπνίες ποὺ κάνουν οἱ ἐνοριακοὶ ναοί. Ἡ ἀγρυπνία στὸν κόσμον εἶναι πολὺ καρποφόρα κι εὐεργετική. Καμαρώνω καὶ θαυμάζω τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ εὑρισκομένους ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι δὲν χάνουν τέτοιες εὐλογημένες εὐκαιρίες. Τὸν δὲ ὑπόλοιπο χρόνον ἀγρυπνοῦν προσευχόμενοι -ὅσο τοὺς τὸ ἐπιτρέπουν οἱ συνθῆκες ζωῆς- μερικὲς ὧρες κάθε νύκτα.

 – Μ. Μ.: Γέροντα, ἀπ’ ὅσο ἔχω πληροφορηθεῖ, οἱ πατέρες τοῦ κοινοβίου σας ἐργάζονται ὅλως ἰδιαιτέρως τὴ νοερὰ προσευχή…

– Ἀρχιμ. Φ. Κς: Σὲ ὅλα τὰ μοναστικὰ καθιδρύματα τοῦ Ὄρους, ὅπως ἐπίσης καὶ στὶς ἐν τῷ κόσμῳ μονές, τὸ ἴδιο γίνεται· γίνεται μεγάλη προσπάθεια. Κυρίως στὴν ἐποχή μας, ποὺ οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ξεδιψοῦν διαβάζοντας πνευματικὰ βιβλία, βίους ἁγίων, πατερικά, ὁ ζῆλος καὶ οἱ γνώσεις ἔχουν αὐξηθεῖ. Οἱ μοναχοὶ εἶναι πιὸ συνειδητοποιημένοι, πιὸ εὐαισθητοποιημένοι. Προσπαθοῦν φιλοπόνως νὰ κάνουν τὸν ἀγώνα τους μέρα καὶ νύκτα, εἴτε κατὰ μόνας εἴτε στὴν κοινὴ προσευχὴ στὸ πλαίσιο τῶν ἀκολουθιῶν. Γιὰ σκεφθεῖτε, βέβαια, ὅτι ἰσοβίως ὁ μοναχὸς σηκώνεται κάθε νύκτα, κάθε βράδυ γιὰ νὰ κάνει τὸ ἱερὸ καθῆκον του, νὰ δώσει τὸ προσευχητικὸ «παρών», ν’ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ πολεμήσει… Κι ἂν ἀκόμα εἶναι ἀδιάθετος, δὲν τοῦ πάει ἡ καρδιά του νὰ μὴν ἀγρυπνήσει!.. Ἔστω καὶ μὲ κόπο θὰ κάνει τὸν κανόνα του. Βοηθεῖ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

 – Μ. Μ.: Γέροντα, σήμερα ὑπάρχουν μοναχοὶ ποὺ φθάνουν στὰ βαθιὰ νερὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς μὲ τὴν ἀναπνοήν; Ὑπάρχουν σήμερα μοναχοὶ ποὺ προσεύχονται μὲ τὴν καρδιά, μὲ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς τους;

 – Ἀρχιμ. Φ. Κς: Δὲν εἶναι δυνατὸν -ἀπὸ καμίαν ἐποχὴ- νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ χαρίσματα, μάλιστα· ὑπάρχουν καὶ στὶς ἡμέρες μας πατέρες ποὺ βρίσκονται σὲ αὐτὰ τὰ μέτρα. Ἀκόμη καὶ τὸν ἐλάχιστο χρόνο, ποὺ κοιμοῦνται, τὴν προσευχητικὴ σκυτάλη παίρνει ἡ καρδιὰ μὲ τοὺς παλμούς της! Δὲν θὰ λείψουν ποτὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Μπορεῖ νὰ εἶναι λιγότεροι στὴν ἐποχή μας· δὲν θὰ λείψουν ὅμως ποτέ. Ὅλων βέβαια τῶν πατέρων ὁ ἀγώνας εἶναι ἀξιόλογος καὶ θαυμαστός. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς -ἡ θεία χάρις γνωρίζει τοὺς βαθύτερους λόγους- ἔχουν μίαν ἔφεση, μία δυνατότητα μεγαλύτερη καὶ φθάνουν σὲ αὐτὰ τὰ μέτρα. Αὐτό, βεβαίως, δὲν εἶναι γιὰ ὅλους· εἶναι γι’ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζει ὁ Κύριος… Ὅλοι ὅμως προσπαθοῦν καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ ἔχει σημασίαν. Ὁ Θεὸς βλέπει τὴν προσπάθειαν ὅλων, τὴν πρόθεσή τους, καὶ τοὺς κατατάσσει καὶ αὐτοὺς κοντὰ στοὺς ἀριστεῖς. Ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς Κύριος γνωρίζει τὸν πόθο, τὸν ἀγώνα καὶ τὴν προσπάθειά τους καὶ τοὺς τὸ ἀναγνωρίζει.

 –Μ. Μ.: Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπικοινωνίας μας, ἅγιε καθηγούμενε, ἐδῶ στ’ ὄμορφο ἀρχονταρίκι τοῦ μοναστηριοῦ σας ποὺ βλέπει πρὸς τὴ θάλασσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, παρατηρῶ ὅτι τὸ κομποσχοίνι δὲν ἔχει λείψει ἀπὸ τὰ χέρια σας. Οἱ κόμποι ἀδιακόπως «τρέχουν». Σεῖς ὁμιλεῖτε καὶ τὰ δάκτυλά σας «καταπίνουν» χιλιάδες κόμπους…

– Ἀρχιμ. Φ. Κς: Εἶναι ἀπό… συνήθειαν, εὐλογημένε… Μακάρι καὶ ὁ νοῦς μου νὰ εἶν’ ἐκεῖ. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὰ κάνει ὅλα. Διαβάζουμε ὅτι τὸν παλαιὸν καιρὸν οἱ μοναχοὶ χρησιμοποιοῦσαν πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ «κρατοῦν» τὸν νοῦ τους· ἄλλοι μὲ πετραδάκια, ἄλλοι μὲ ἀριθμητήρια, ἄλλοι εἶχαν ἐφεύρει σκοινιὰ μὲ κόμπους ἁπλούς. Ἐννοῶ ὅτι οἱ ἀρχικοὶ κόμποι δὲν ἦσαν φτιαγμένοι ἀπὸ σταυρούς. Ὁ διάβολος λοιπόν… ἔλυνε τοὺς κόμπους, τοὺς μπέρδευε γιὰ νὰ μὴν μποροῦν οἱ πατέρες νὰ προσευχηθοῦν… Κάποτε ἄγγελος Κυρίου ἔδειξε στὸν ἅγιο Παχώμιο πῶς νὰ πλέκει κομποσχοίνι μ’ ἐννέα σταυροὺς ὁ κάθε κόμπος, γιὰ νὰ συμβολίζονται τὰ ἐννέα ἀγγελικὰ τάγματα, ὥστε νὰ μὴν τοὺς λύνει ὁ Σατανᾶς! Ἐννέα σταυροὶ στὸν κάθε κόμπο καί, ὅπως εἶναι λογικό, καίγεται ὁ πονηρός· ποῦ ν’ ἀκουμπήσει!..
.            Σήμερα βλέπω ποὺ τὰ φοροῦν πολλοί, μερικοὶ καὶ «γιὰ τὴ μόδα»· δὲν πειράζει. Καλύτερα νὰ φοροῦν κομποσχοίνι γιὰ τὴ μόδα -καὶ νὰ εὐλογοῦνται ἀπὸ τόσους σταυροὺς- παρὰ νὰ φοροῦν ὁτιδήποτε ἄλλο. Στὸ κάτω κάτω πολλοὶ σὺν τῷ χρόνῳ τὸ χρησιμοποιοῦν συνειδητά, σὰν μέσο διευκολύνσεως τῆς προσευχῆς. Βεβαίως, ὑπάρχει καὶ μία μερίδα ἀνθρώπων ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ δεισιδαιμονικά, γιὰ «γούρι»!

– Μ. Μ.: Οἱ δεισιδαιμονίες στὴν ἐποχή μας δίνουν καὶ παίρνουν, Γέροντα. Κάποιοι κτυποῦν ξύλο, ὅταν ἀκούσουν ἢ ποῦν κάτι κακό. Ἄλλοι ὠχριοῦν ἅμα δοῦν μαύρη γάτα ἢ νεκροφόρα πρωὶ Δευτέρας καὶ φτύνουν στὸν κόρφο τους ἢ κουνιοῦνται ἀπὸ τὴ θέση τους…

– Ἀρχιμ. Φ. Κς: Μᾶς κοροϊδεύει ὁ πονηρός… Ἀπὸ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας προσπαθεῖ νὰ βγάλει τὰ δικά του «κέρδη». Προσπαθεῖ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ φοβᾶται τὸν ἴσκιο του, γιὰ νὰ πάψει νὰ νιώθει ἐλεύθερος. Ἀντὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ καταφεύγει στὴν Ἐκκλησία -ὅπου καὶ ὅπως πρέπει-, τρέχει στὶς καφετζοῦδες, στὶς χαρτορίχτρες, στὰ μέντιουμ, στὶς ξεματιάστρες γιὰ νὰ χάσει τὴν ψυχή του. Μᾶς γελοιοποιεῖ ὁ Σατανᾶς μὲ ὅλ’ αὐτά. Γιὰ ποιὸν λόγο νὰ εἴμαστ’ ἐξαρτημένοι ἀπὸ αὐτὲς τὶς γελοιότητες; Πρέπει νὰ γίνουμε -ὅπως μᾶς ἐδημιούργησε καὶ μᾶς θέλει ὁ Θεὸς- ἐλεύθεροι. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου. Πότε θὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ θὰ τὸ χαροῦμε; Δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπουμε, μὲ τὸν τρόπο μας, στὸν πονηρὸ νὰ μᾶς ἔχει δεμένους μὲ αὐτὰ τὰ δεσμά, νὰ μᾶς ἄγει καὶ νὰ μᾶς φέρει… Μπορεῖ ὅλ’ αὐτὰ σὲ πρώτη φάση νὰ προξενοῦν θυμηδίαν· ἀπὸ ἕνα σημεῖον ὅμως κι ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος παθαίνει ἕνα σωρὸ ψυχικὲς ἀνωμαλίες… Λυπᾶμαι, πονᾶ ἡ καρδιά μου βλέποντας ἀνθρώπους -μάλιστα μορφωμένους, ἐπιστήμονας- οἱ ὁποῖοι ἔχουν τέτοιες ἐξαρτήσεις καὶ φοβίες…

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΞΑΣΤΕΡΩΝΕΙ Ο ΝΟΥΣ» μὲ τὴν “εὐχή”

Ἀπόσπασμα συνομιλίας τοῦ συγγραφέως Ἐμμ. Μελινοῦ
μὲ τὸν καθηγούμενο τῆς Μονῆς Καρακάλλου Ἁγ. Ὄρους
Ἀρχιμανδρίτη π. Φιλόθεο.

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» (dimokratianews.gr)

24f098_21.             […] Ὅπως μᾶς λέγει ὁ θεῖος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «Ἰησοῦ ὀνόματι, μάστιζε πολεμίους». Αὐτὸ τὸ ὄνομα ἔχει πολλὴ δύναμη. Ἀπὸ τὰ παλαιότερα χρόνια καὶ ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας -ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε συνήθως θολωμένο νοῦ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συγκρατοῦμε πολλὰ λόγια- αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι στὰ μέτρα ὅλων. Μᾶς τὴν ἔχει δώσει ὁ Θεὸς σὰν ἕνα μεγάλο δῶρο, νὰ μποροῦμε νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε. Ἔχει τέτοια δύναμη αὐτὴ ἡ προσευχὴ -αὐτὰ τὰ λίγα λόγια μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ τὸ παντοδύναμο- ποὺ τρέμει ὁ πονηρός. Ἡ εὐχὴ βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν ξεθολώνει ἀπὸ τὴ ζάλη τῶν λογισμῶν, τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν πάλη μὲ τὸν πονηρό. Πρέπει νὰ καταβάλλουμε ἐπίμονη προσπάθεια, γιὰ νὰ συγκεντρώνουμε τὸν νοῦ μας στὴν προσευχὴν αὐτή. Σιγὰ σιγά, μὲ τὴν ἐπανάληψή της, ἀρχίζει νὰ ἐλευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία ποὺ τοῦ δημιουργεῖ ὁ πονηρὸς στοὺς λογισμούς του, ποὺ τὸν μπλέκει μὲ τὴν πανουργία του. Σιγὰ σιγὰ ξεθολώνει, ἀρχίζει νὰ ἐνθαρρύνεται, μέσα τοῦ νιώθει μία παρηγοριά, μίαν αἴσθηση χαρᾶς, μίαν αἴσθηση εἰρήνης, μίαν αἴσθηση πίστεως, ὑπομονῆς, καρτερίας. Δημιουργοῦνται μέσα του -μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ- κάποια βιώματα ἐνθαρρυντικά, καθὼς ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει νὰ τὸν παρηγορεῖ. […] Σιγά- σιγὰ ἐλευθερώνεται ὁ νοῦς, ξαστερώνει! Ἡ ψυχὴ γεμίζει θάρρος κι ἐλπίδα. Ξεκαθαρίζει τὸ τοπίο τῆς καρδιᾶς τοῦ προσευχομένου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνδυναμώνεται, χαριτώνεται. Ὅσο, μάλιστα, περισσότερο ἐργάζεται τὴν εὐχή, γίνεται πιὸ ἐλεύθερος, νιώθει καλύτερα τοὺς ἐμπεριστάτους συνανθρώπους. Εἶναι φάρμακον ἡ εὐχή, δραστικὸ καὶ σωτήριο! Τὸ συνιστῶ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μου. Εἶν’ ἐξυγιαντικό, θεραπευτικόν… Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν εὐχὴ σιγὰ σιγὰ ἐλευθερώνεται, σὺν τῷ χρόνῳ ἀποθεραπεύεται. Ἡ εὐχὴ εἶναι πνευματικὴ ὑγεία, δύναμη, θεία βοήθεια, ἐλευθερία, ὅλα τὰ καλά!

 – Μ.Μ.: Γέροντα, κι ἂν ἀκόμη ὁ νοῦς δὲν εἶναι συγκεντρωμένος -καθὼς λέγεται ἡ εὐχὴ- πάλι ὑπάρχει εὐλογία· ἔτσι δὲν εἶναι;

– Ἀρχιμ. Φ.Κς: Ἀκριβῶς ὅπως τὸ εἴπατε· ἄν, παρ’ ἐλπίδα, ὁ νοῦς δὲν εἶναι συγκεντρωμένος, ἡ συνοπτικὴ αὐτὴ προσευχὴ ἔχει τὴν αὐτενέργειά της καὶ δυναμώνει τὸν προσευχόμενον. Ἂς τὸ δοῦμε κάπως πρακτικά: Σ’ ἐμπόλεμη περίοδο, νύκτα, ὁ σκοπὸς ἀκούει ἀπὸ ἀπέναντί του νὰ ἔρχονται οἱ ἐχθροί. Δὲν τοὺς βλέπει· ὅμως, πυροβολώντας πρὸς τὴν πλευρά τους, τοὺς αἰφνιδιάζει καὶ τοὺς πανικοβάλλει. Σταματοῦν, κάπως φοβοῦνται νὰ προχωρήσουν. Εἴδατε ποὺ ὑπάρχει ἀποτέλεσμα, ἀκόμη καὶ ἂν τὰ πυρὰ δὲν βρίσκουν στόχο; Πολὺ περισσότερο, βέβαια, ὅταν πηγαίνουν στὸν στόχο τους. Γιὰ νὰ τὸ μεταφέρουμε στὴν ὁρολογία τῆς μονολόγιστης εὐχῆς, ἐὰν κατὰ τὴν ἐπίκληση τοῦ θείου ἐλέους ὁ νοῦς εἶναι ἀπολύτως εὐθυγραμμισμένος, τότε τ’ ἀποτελέσματα εἶναι ἄριστα. Ἀξίζει ὁ «κόπος» νὰ προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δίνεται ψυχῇ καὶ σώματι στὴν προσευχὴν αὐτήν. Ἄλλωστε τὰ καλὰ κόποις κτῶνται καὶ πόνοις κατορθοῦνται. Μᾶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες νὰ κοπιάζουμε γι’ αὐτό· ἀξίζει πέρα γιὰ πέρα… Ἄλλος δρόμος ἀπὸ τὴν προσευχὴ δὲν ὑπάρχει. Αὐτὴ μᾶς ἐξασφαλίζει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο καὶ Θεό μας καὶ δι’ αὐτῆς μπαίνουμε καλύτερα στὸ νόημα τῆς μυστηριακῆς ζωῆς.
.            Βέβαια, ἐδῶ πρέπει νὰ γενικεύσω. Μιλήσαμε γιὰ τὴ μονολόγιστη προσευχή. Ὅμως ὅλα τὰ εἴδη τῆς προσευχῆς ἔχουν τὴν ἀξία καὶ τὴ σημασία τους. Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ «Πάτερ ἠμῶν…» μέχρι τὶς διάφορες ἀκολουθίες, τὸ Ἀπόδειπνο, τὴν Παράκληση καὶ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, τὸ Μεσονυκτικό, τὸ Ψαλτήρι -τόσα καὶ τόσα- ὑπάρχει μεγάλη ποικιλία καὶ δυνατότητα. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι πολλοὶ μὴ ρασοφόροι ἀδελφοὶ -ἔγγαμοι, μὲ τὶς ὑποχρεώσεις τοὺς κ.λπ.- συναγωνίζονται τοὺς μοναχοὺς στὴ νυκτερινὴ προσευχή! Ὅπως μὲ πληροφοροῦν στὴν ἐξομολόγηση, ἀρχίζουν τὰ μεσάνυκτα κανόνα καὶ κοιμοῦνται τὶς πρωινὲς ὧρες! Περίπου ὅπως οἱ μοναχοί… Θαυμάζω ποὺ ὑπάρχουν τέτοιοι ἀγωνισταὶ στὸν κόσμο. Ὅσοι προσεύχονται τὴ νύκτα βρίσκουν μεγάλην ὠφέλεια, διότι τὰ πονηρὰ πνεύματα νύκτα κυρίως δουλεύουν καὶ αὐτά. Οἱ μάγοι, οἱ σατανισταί, νύκτα δροῦν. Τότε πρέπει πολὺ περισσότερο ν’ ἀγωνίζεται ὁ πιστός. Βέβαια, ὁ πονηρὸς δὲν κάθεται μὲ δεμένα χέρια. Στὸν ἀγρυπνοῦντα προσπαθεῖ νὰ φέρει ὑπνηλία, ραθυμία, σκοτισμὸ τοῦ νοός, χίλια δύο ἐμπόδια. Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας καὶ πολλὴ προσπάθεια.

, ,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ (καὶ συγκλονιστικὴ μαρτυρία) ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ «Ὁ πόνος ὁ βαθὺς εἶναι λυτρωτικός. Σὰν καυτὸ σίδερο στὰ σωθικά σου, λιώνει τὸν ἐγωϊσμό σου. Ἀποτεφρώνει ἐπιθυμίες καὶ κοσμικὰ θέλω».

Μιὰ λυτρωτικὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τοῦ καρκίνου
Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                    Πρόσφατα διάβασα ἕνα συγκλονιστικὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Ὑπόσχεση». Εἶναι γραμμένο ἀπὸ μιὰ μάνα (Μαρίνα Λασηθιωτάκη) ποὺ ἔζησε τὴν πενταετῆ περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική του γιοῦ της ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ἀπὸ καρκίνο περίπου σὲ ἡλικία δεκαoκτῶ ἐτῶν. Εἶχε ὡριμάσει μαζὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸν πόνο καὶ ἀπὸ τὸν πόνο ἔζησαν τὴν πίστη, τὴν προσευχή, τὴν ἡσυχία, τὴν ἀγάπη, τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.                    Διάβασα τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀπνευστὶ καὶ ἔμεινα ἄφωνος. Μοῦ τὸ ἔδωσε ἡ ἴδια ἡ μάνα-συγγραφεὺς μὲ ἀγάπη, γιατί, ὅπως μοῦ εἶπε καὶ ὅπως φαίνεται στὸ βιβλίο, βοηθήθηκε ἀπὸ τὰ βιβλία μου –καὶ κυρίως ἐκεῖνα ποὺ κάνουν λόγο γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία– γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὶς δυσκολίες. Ἦταν μιὰ ἄγνωστη σὲ μένα μέχρι τώρα ἀναγνώστρια τῶν βιβλίων μου, ποὺ ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀπαντήση στὰ ἐρωτήματα, ὅπως γράφει: «Γιατί ὑπάρχουμε; Γιατί ζοῦμε, ἀφοῦ θὰ πεθάνουμε; Ποιό εἶναι τὸ νόημα τῆς ὕπαρξής μας; Ὑπάρχει Θεός; Εἶναι δεδομένη ἡ ὕπαρξή μας; Ἂν εἶναι δεδομένη, ἔχουμε ἐλευθερία βουλήσεως ἢ εἴμαστε περιορισμένοι; Πῶς συνδυάζεται ἡ ἐλευθερία μὲ τὴν ἀγάπη; Πῶς συνδέεται ἡ ἀτομικότητά μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους;».
.                    Ἡ μάνα-συγγραφεύς, ὅπως γράφεται στὸ σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, πῆρε μέρος στὸν ἀντιδικτατορικὸ ἀγώνα τῆς ἐποχῆς, ἐνῶ μετὰ τὴν μεταπολίτευση ἐντάχθηκε σὲ κόμμα τῆς ἀριστερᾶς». Κυρίως ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ὅτι πέρασε μὲ τὸν γιό της Βανῆ-Μίνω μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς σταθμοὺς ὡρίμανσης ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς.
.                    Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου παρουσιάζεται μιὰ συνοπτικὴ περιγραφὴ τῆς πνευματικῆς ὡρίμανσης τοῦ γιοῦ καὶ τῆς μάνας καὶ ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Στὰ δὲ κεφάλαια ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν κοίμηση τοῦ Βανῆ, γίνεται ἀνάλυση τῶν ἐπὶ μέρους καταστάσεων ποὺ βίωσαν μάνα καὶ γιός, ὅπως «ἡσυχία», «ἀγάπη, ἐλευθερία», «ὁ πόνος», «γιατί νὰ ὑπάρχουμε», «ἡ ταπείνωση». Μὲ πολὺ ὡραῖο τρόπο, κυρίως ἐμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, ὑπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Ὅλα αὐτὰ γράφονται μὲ ἕναν φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ λόγο. Ἡ στενότητα τοῦ ἐρωτήματος ποὺ βασάνιζε τὴν μάνα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ παιδιοῦ της «ἀνυπαρξία ἢ ὕπαρξη;», «νὰ ζῆ κανεὶς ἢ νὰ μὴ ζῆ;», τελικὰ ἀνοίχτηκε στὴν θεολογία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας.

.                    Πάντως μάνα καὶ γιὸς πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸν σωματικό, ψυχολογικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πόνο, μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία τοῦ φθαρτοῦ σώματος στὸ νοσοκομεῖο, ἀπὸ τὴν ποτυχία τς ψυχολογίας κα τς ομανιστικς ψυχοθεραπείας ν ντιμετωπίσουν ναν τοιμοθάνατο, φο «δν μπορον ν καταλάβουν τί χει νάγκη τοιμοθάνατος», μέσα ἀπὸ τὴν φιλοστοργία, ἀλλὰ πέρασαν καὶ μέσα ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή, τὴν ἐνεργοποίηση τῆς νοερᾶς ἐνεργείας, τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη ἡσυχία, τὴν ἀνάγνωση ἡσυχαστῶν Πατέρων, τὴν παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ τους στὸν Θεό, τὴν μετάνοια, τὴν μεταποίηση τοῦ πόνου σὲ ἀγάπη, ταπείνωση, ἐλευθερία καὶ πολλὰ ἄλλα.
.                    Τὸ ἐκπληκτικὸ αὐτὸ δίδυμο μάνας – παιδιοῦ μὲ τὴν εὐγενική, εὐαίσθητη καὶ νηφάλια παρουσία τοῦ πατέρα, ἔζησε σημαντικὲς ἐσωτερικὲς καταστάσεις, ὅπως περιγράφονται στὸ βιβλίο.
.                    Τὸ παιδὶ εἶχε ἔντονα ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα, ὅταν ἦταν ἀκόμη 10 χρονῶν –πρὶν ἀρρωστήσει. Καθὼς ἦταν ἀνάσκελα ξαπλωμένο στὸ γρασίδι, μεσάνυκτα μὲ ἀστροφεγγιὰ εἶπε: «Ἐγὼ ἐκεῖ ψηλὰ θὰ πάω νὰ ζήσω». Σὲ διάλογο μὲ τὴν μάνα του εἶπε: «Ὄχι, ρὲ μαμά, ἐκεῖ εἶναι τὸ σπίτι μου». Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, μόλις ἔμαθε ὅτι ἔχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετὰ τὸν θάνατο; ἡ ζωὴ σταματᾶ ἐδῶ;». Ἄλλοτε: «Μαμά, παρακάλα τὴν Παναγία». Σὲ δύσκολη στιγμὴ τῆς ἀρρώστιας ἔγινε ὁ διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Καὶ σημειώνει ἡ μάνα: «Ὁ Μίνως ἀκολούθησε τὶς ὁδηγίες τῆς μάνας του, ἀλλὰ πῆγε πιὸ μακριά. Ἀνακάλυψε τὸν ἐσωτερικὸ ὑπερβατικὸ ἄνθρωπο μέσα του».

 .                    Εἶναι καὶ μιὰ μαρτυρία γιὰ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται στὴν πράξη ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὑπομονή, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ λεγομένη «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σὲ δύσκολες καταστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ καρκίνου, ἡ προθανάτια αὐτὴ ἐμπειρία.
.                    Σὲ ἕναν ἄλλο συγκλονιστικὸ διάλογο ὁ Βανῆς-Μίνως εἶπε, ὅπως τὸ κατάλαβε ἡ μητρικὴ καρδιά: «Ἐγὼ σὲ αὐτὸν τὸν πλανήτη… δὲν ἔχω θέση πιά. Πάω γιὰ ἄλλο». Καὶ ὅταν στὴν τελευταία τάξη τοῦ Λυκείου μιὰ καθηγήτρια ρωτοῦσε τὰ παιδιά: «Τί ἐπιθυμεῖτε τώρα μὲ τὴν ἀποφοίτησή σας; Ποιὰ τὰ σχέδιά σας;», καὶ τὰ παιδιὰ ἔδιναν τὶς ἀπαντήσεις τους, ὁ Μίνως ἀπάντησε λιτά: «Ἕναν ἀνώδυνο θάνατο», καὶ «ἡ τάξη ἔμεινε ἄναυδη». Τότε βρισκόταν στὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ἀσθενείας του καὶ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν.
.                    Τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ τὴν δοκιμασία τοῦ καρκίνου δὲν ἦταν εὔκολο. Ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶχε ἕνα ἠρωϊκὸ πνεῦμα. Ἀντιμετώπιζε τὶς δυσκολίες μὲ χιοῦμορ, συμμετεῖχε στὶς ἐξετάσεις τοῦ Σχολείου καὶ μετὰ ἀπὸ ἀκτινοθεραπεῖες, ἔγραφε στὸ laptop, ἄκουγε μουσική, ἔστησε μὲ φίλο του ἐρασιτεχνικὸ radio καὶ ἔκαναν ἐκπομπές, ἔγραψε σενάρια καὶ γύριζε ἐρασιτεχνικὰ φιλμάκια, συμμετεῖχε στὴν ἐκδρομὴ τῆς Γ´ Λυκείου στὴν Σαντορίνη ἕνα μήνα πρὶν φύγει ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτόν, ἔψαχνε περιβαλλοντικὰ θέματα, ἔπαιζε bowling στὴν Γλυφάδα. Γενικά, ἦταν δημιουργικὸς ἄνθρωπος, δὲν διακρινόταν ἀπὸ ἀδράνεια. Ὑπῆρχε περίπτωση ποὺ λύγιζε, «πάλευε μὲ τὸν πόνο του καὶ ἦταν οἱ ὧρες ποὺ δὲν ἤθελε οὔτε τὴν μάνα του νὰ βλέπει καὶ αὐτὴ τρελαινόταν. Ἀνησυχοῦσε, δὲν καταλάβαινε, δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζοῦσε μὲ ἡσυχία καὶ προσευχή.

.                    Ἡ προτελευταία καὶ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του διακρινόταν ἀπὸ τὴν λιτότητα, τὴν ἁπλότητα, τὴν πίστη καὶ τὸν συγκλονισμό. Τὸ παιδὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία: «Γίνεται νὰ μᾶς φέρουνε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος λίγο κρασὶ καὶ λίγο ψωμί;». Ὅταν τὸ διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία του, εἶπε: «Νὰ δεῖς ποὺ ὅλα θὰ τελειώσουν ὄμορφα, μαμά». Ἔπειτα, ὁ πατέρας του διάβαζε τὸν βίο τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, ὅπως ἐκεῖνος τὸ εἶχε ζητήσει.

.           Μέσα στοὺς πόνους τοῦ Μίνου ἔγινε ὁ ἑξῆς διάλογος:

«–Μαμά τί ἄλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά ἀπ’ ὅλες;
–Ὅποια θές. Πὲς τὸ Πάτερ ἡμῶν ἢ ἁπλῶς τὸ Κύριε ἐλέησόν με.
Κείτονταν ἡμέρες χωρὶς μορφασμοὺς ἀπὸ τοὺς πόνους μὲ κλειστὰ μάτια. Ἡ μάνα τοῦ κράτησε τὸ χέρι του καὶ προσευχόταν κι αὐτή».
.                    Μέσα σὲ μιὰ τέτοια συγκινητική, ἤρεμη καὶ βαθειὰ χριστιανικὴ οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα, σὲ νοσοκομεῖο τῆς Γερμανίας ὁ Βανῆς-Μίνως ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ πορεύθηκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ ποθοῦσε ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία.
.                    Ἔμεινα ἄφωνος διαβάζοντας αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα τὴν ἀνάγνωση, τηλεφώνησα σὲ αὐτὴν τὴν μάνα καὶ τῆς εἶπα: «Εἶσαι ἠρωΐδα μάνα. Ἦταν τυχερὸς ὁ Βανῆς ποὺ εἶχε μιὰ τέτοια μάνα». Καὶ ἐκείνη μὲ ταπείνωση ἀπάντησε ἀφοπλιστικά: «Ἐγὼ εἶμαι τυχερὴ ποὺ εἶχα τέτοιο γιό».
.                    Ἡ ἴδια γράφει στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Ἄθελά μου, ἐντελῶς μηχανιστικὰ ἀπὸ τὴν δική μου πλευρά, τοῦ ἔστρεψα τὴν προσοχὴ στὴν προσευχή. Ἔτσι, ὅπως θὰ ἔκανε ἡ μάνα μου. Προσευχὴ γιὰ νὰ τιθασσεύσει θεραπευτικὰ τὸν ἀβάσταχτο πόνο. Καὶ τότε ὁ πόνος ἄρχισε νὰ δουλεύει θεραπευτικὰ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Βανῆ, ἐνῶ ἐμένα ἀπειλοῦσε νὰ μὲ συνθλίψει. Ὁ πόνος, ἂν δὲν σὲ καταστρέψει, θὰ σὲ ἀναστήσει». Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν ἡρωΐδα μάνα, ὁ πόνος θεράπευσε τὸν γιό της, ἀνέστησε καὶ τὴν ἴδια. Ἐκείνη ἔχει τὸ θάρρος νὰ γράψη στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Γιέ μου, σ᾽ εὐχαριστῶ». Καὶ ἐκεῖνος θὰ προσεύχεται γιὰ τὴν μάνα του ποὺ τὸν εὐεργέτησε.
.                    Ἐνῶ τὸ παρελθὸν τῆς μάνας αὐτῆς ἦταν ἀριστερό, τὴν διακατεῖχε ἡ ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ ὅσα γράφει συνοπτικὰ γιὰ τὸν Camus μὲ τὸν φιλελεύθερο οὐμανισμό του: «Ἐξεγείρομαι, ἄρα ὑπάρχω», γιὰ τὸν Sartre ποὺ εἶναι διχασμένος «πάντα ἀνάμεσα στὸν ὑπαρξισμὸ καὶ τὸν Μαρξισμό, καταλήγει σὲ μιὰ παραδοχὴ τῆς ἐλευθερίας, ὅπως τὴν ἐννοοῦσε ὁ ἴδιος» γιὰ τοὺς ὑπαρξιστές, Μαρξιστὲς φιλοσόφους, ἀγνωστικιστὲς ἢ ἀθέους ποὺ «ξέκοψαν τὸν νοῦ ἀπὸ τὴν καρδιὰ» γιὰ τὸν Hussel, Hegel, Marx κλπ.
.                    Μὲ τὴν ἀσθένεια τοῦ γιοῦ τῆς γνώρισε τοὺς ψυχολόγους καὶ ψυχαναλυτές, τὰ ψυχοφάρμακα καὶ τὴν ψυχανάλυση ποὺ προτείνουν: «Γίνε φυτό. Νὰ μὴν αἰσθάνεσαι. Νὰ μὴ αὐτοκτονήσεις. Ἢ σὲ καλοῦν σὲ ἀτέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. πως δυνατον ν διαχειριστον τν θάνατο, δυνατον ν διαχειριστον κα τ παρξιακ κενὸ τῆς μάνας ποὺ πενθεῖ τὸ παιδί της. στιάζουν σ προβλήματα τομικ-ψυχολογικ κα χαπακώνουν τν σθεν. Κύριο μέλημά τους εναι ν ξαφανίσουν τ συμπτώματα τς λεγόμενης κατάθλιψης».
.                    Ἔμεινα ἄφωνος διαβάζοντας αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Καὶ μέσα σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περιπέτεια ἡ ἠρωΐδα μάνα βρῆκε τὴν «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καὶ τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι «ἡ λογικὴ καὶ ὁ νοῦς εἶναι δύο παράλληλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς», ὅτι ἔχουμε μάθει νὰ χρησιμοποιοῦμε μόνο τὴν λογικὴ ἐνέργεια καὶ «ἔχουμε παραμελήσει τὴν ἄλλη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, τὸ νοῦ, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου». Ἀλλὰ θὰ πρέπει ν συνδέσουμε «τν νο μ τν Θεό, μέσῳ τς νοερς προσευχς».
.                    Μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας ὁ Βανῆς ὑπῆρξε γενναῖος. «Ἡ στάση του ἀπέναντι στὸν καρκίνο ἦταν ἡρωϊκή. Πάλη ἄνιση, ἀγώνας μέχρι τὸ τέλος, ἀγόγγυστος καὶ ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Ἡ ὑπομονή του δὲν εἶχε κανένα στοιχεῖο ἡττοπάθειας ἢ παραίτησης. Ἦταν σκληρὴ ἀποδοχὴ τῆς πραγματικότητας. Ἡ ὑπομονή του τοῦ ἔδωσε χρόνο καὶ γαλήνη νὰ στραφῆ στὸ πνεῦμα του. Ἀνακάλυψε τὴν προσευχὴ σιωπηλά. Αὐτὴ τὸν ἀπογείωσε, τὸν ἔκανε νὰ ξεπεράση τὸν ἑαυτό του, νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μεταμόρφωσε τὸν χαρακτήρα του, τὴν ἐγωπάθειά του. Τὸν ὁδήγησε ν’ ἀγαπήσει δυνατά. Ἔφυγε σὰν ἀετός, ἐλεύθερος».

.                    Ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας βοήθησε καὶ τὴν μάνα νὰ ἐλευθερωθῆ μέσα ἀπὸ τὸν «ἅγιο πόνο», γι᾽ αὐτὸ γράφει: « πόνος βαθς εναι λυτρωτικός. Σν καυτ σίδερο στ σωθικά σου, λιώνει τν γωϊσμό σου. ποτεφρώνει πιθυμίες κα κοσμικ θέλω». «Ὁ ἀνείπωτος πόνος σὰν ὀξὺ μυτερὸ λεπίδι, ξύνει τὴν ψυχή της (τῆς μάνας) καὶ βγαίνουν ἀλήθειες. Γονατίζει ἀπὸ τὶς ἀποκαλύψεις… Τώρα καλαβαίνω ὅτι αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ μετάνοια».

.                    Τὸ βιβλίο αὐτὸ μὲ τίτλο «ὑπόσχεση» ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γρηγόρη, εἶναι μιὰ «μαρτυρία καὶ ὀφείλεται στὴν ὑπόσχεση ποὺ δόθηκε ἀνάμεσα σ᾽ ἐμένα (τὴν μάνα) καὶ τὸν γιό μου Βανῆ», ὁ ὁποῖος εἶχε σκοπό, ἂν ζοῦσε «νὰ γράψη γιὰ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἔζησε μὲ τὸν καρκίνο». Ἀλλὰ εἶναι καὶ μιὰ μαρτυρία γιὰ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται στὴν πράξη ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὑπομονή, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ λεγομένη «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σὲ δύσκολες καταστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ καρκίνου, ἡ προθανάτια αὐτὴ ἐμπειρία.

.                    Εὐλογημένο παιδί, ἡρωΐδα μάνα, εὐαίσθητος καὶ νηφάλιος πατέρας. Δόξα τῷ Θεῶ.–

ΠΗΓΗ: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε