Ἄρθρα σημειωμένα ὡς νεύρωση

«ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑ-ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΟΧΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

1. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον

.             Κάθε κοινωνία στηρίζεται σὲ μερικὲς ἀρχές, γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ὑπάρχη ἰσορροπία καὶ κοινωνικὴ συνοχή. Μιὰ βασικὴ ἀρχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε πάντοτε στὴν παράδοσή μας ἦταν ὅτι ἡ κοινωνία, γιὰ νὰ ἰσορροπῆ, πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ δύο βασικὰ θεμέλια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.
.             Πρόκειται γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ὑπῆρχε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὴν ἐπανέλαβε ὁ Χριστός: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Μάτθ. κβ´, 37-39). Πρόκειται γιὰ τὴν κατακόρυφη καὶ τὴν ὁριζόντια διάσταση κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας.
.             κατακόρυφη διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν Θεό. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Θεὸς ἦταν ἡ βάση τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι γνωστὴ ἡ φράση: «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι». Πράγματι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐκδήλωση ποὺ δὲν συνδεόταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν θεῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες ἄρχιζαν μὲ τὴν θυσία στοὺς θεούς. Παράλληλη ἔκφραση εἶναι τὸ «ἀφ᾽ Ἑστίας ἄρχου». Ἡ Ἑστία ἦταν μυθολογικὴ θεότητα, ἡ ὁποία ζήτησε νὰ λάβη τὸ προνόμιο ἀπὸ τὸν Δία νὰ ἀποδίδωνται σὲ αὐτὴν οἱ ἀπαρχὲς τῶν θυσιῶν. Ἐπίσης, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα «ἐλεγείων» τοῦ καταγομένου ἀπὸ τὴν Χίο Ἕλληνος ποιητοῦ Ἴωνος (5ος αἰ. π.Χ.) συναντᾶμε τὸν στίχο: «ἐκ Διὸς ἀρχόμενοι πίνωμεν». Ἐπίσης, ὁ Ξενοφὼν ἔχει γράψει τὴν ἄποψη τοῦ Σωκράτη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «πειρᾶσθαι σὺν τοῖς θεοῖς ἄρχεσθαι παντὸς ἔργου». Δηλαδή, θὰ πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε τὴν ἀρχὴ κάθε ἔργου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.             ριζόντια διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν συνάνθρωπό του, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πλησίον. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πλησίον λεγόταν αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο ποὺ βλέπουμε, ποὺ αἰσθανόμαστε ποὺ μποροῦμε νὰ ἀγγίξουμε. Ἡ λέξη πλησίον δηλώνει αὐτὸν ποὺ πλησιάζουμε ἢ μᾶς πλησιάζει, ὁπότε τὸ ρῆμα συνδέεται καὶ μὲ τὸ οὐσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.
.             Γιὰ τὸν Ἑβραῖο πλησίον ἦταν ὁ ὁμοεθνής του, ὁ ὁποῖος πίστευε στὸν ἴδιο Θεό. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλάξει, διότι πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζῆ στὸ πιὸ ἀπομονωμένο μέρος τῆς γῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, ἐθνικότητα, φύλο, ἐπάγγελμα κλπ. Θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Κάποιος πλησίασε τὸν Χριστὸ ζητώντας νὰ μάθη τί πρέπει νὰ κάνη γιὰ νὰ σωθῆ. Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἐκεῖνος ἐρώτησε: «καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι´, 29). Δηλαδή, ζητοῦσε νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ δείξη ἀγάπη. Ἀπαντώντας ὁ Χριστὸς σὲ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση εἶπε τὴν περίφημη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης δίπλα ἀπὸ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ δείξουν ἀγάπη, πράγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Σαμαρείτης ποὺ δὲν ἦταν Ἰουδαῖος. Ἔτσι, ἐκείνη τὴν στιγμὴ «πλησίον» γιὰ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο δὲν ἦταν ὁ ὁμοεθνής του καὶ ὁμόθρησκός του, ἀλλὰ ὁ ἀλλόθρησκος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ φροντίδα (Λουκ. ι´, 30-37).
.             Ἂν προσέξουμε ἰδιαιτέρως θὰ δοῦμε τν λλαγ τν ποία κανε Χριστς ς πρς τν ννοια το πλησίον. Ἡ πρώτη ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἐπεξέτεινε τὴν ἔννοια αὐτή, ὁπότε πλησίον δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, ὁ ὁμόθρησκος καὶ ὁ ὁμοεθνής, ὅπως ἑρμηνευόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλοεθνής. Ἡ δεύτερη οὐσιαστικὴ καὶ κυρία ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἄλλαξε οὐσιαστικὰ τὸ ἐρώτημα. Τὸ ἐρώτημα ἦταν, ὅπως προαναφέρθηκε, «τίς ἐστί μου πλησίον», «ποιός εἶναι γιὰ μένα ὁ πλησίον;».  Χριστς δν πάντησε στ ποις εναι πλησίον του, λλ τι ατς πρέπει ν γίνη πλησίον σ κάθε λλον: «τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾽  αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. ι´, 36-37)
.             Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό, διότι δείχνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκούμαστε στὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας, γιατί αὐτὸ κρύβει μία ἐγωϊστικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ στὸ ὅτι μες πρέπει ν κινηθομε πρς τν λλο καὶ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλησίον τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὸν βοηθήσουμε στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζει.
.             Ἑπομένως, ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον εἶναι ἡ βάση κάθε κοινωνικῆς ζωῆς, καὶ ἡ κατακόρυφη καὶ ὁριζόντια διάσταση δείχνει τὴν ὡριμότητα κάθε ἀνθρώπου.

2. Ἡ σύγχρονη κοινωνία

.             Ἐνῶ αὐτὴ ἡ βάση συνιστοῦσε τὴν διαχρονικὴ παράδοση τοῦ Γένους μας καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, σήμερα ἔχουν ἀλλάξει τὰ πράγματα καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ κοινωνία μας εἶναι ἀνισόρροπη καὶ δημιουργοῦνται τεράστια προβλήματα. Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στὴν κοινωνία νὰ ἐπικρατῆ ὁ θάνατος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ὁπότε καταργοῦνται ἢ διαταράσσονται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς ὁριζόντιας καὶ κατακόρυφης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία.
.             Παρατηροῦμε στὴν ἐποχή μας ὅτι ἐπικρατεῖ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, ἡ λεγομένη θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Ὁ 19ος αἰώνας, ἦταν ὁ αἰώνας τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Νίτσε εἶχε διακηρύξει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός. Εἶχε προηγηθῆ βέβαια ὁ 18ος αἰ. τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖο γκρεμίστηκε τὸ κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς. Βέβαια, πολλοὶ διαφωτιστὲς δὲν ἦταν ἄθεοι, ἀλλὰ δυϊστές, πίστευαν δηλαδὴ σὲ ἕναν θεό, σὲ μία δύναμη ἀόρατη ποὺ κυβερνᾶ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν πίστευαν στὸν προσωπικὸ Θεό.
.             Φαίνεται ὅτι ἡ μεταφυσική, ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ἠθικισμός, ποὺ συνδέονται καὶ μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ποὺ κατέληξαν σὲ διαμάχες καὶ θρησκευτικοὺς πολέμους, ὁδήγησαν στὸ σημεῖο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ. Γι τν δυτικ νθρωπο δν χρειαζόταν νας θες πο ταν κδικητικός, σπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., πως κφραζόταν στν Δύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀρνήθηκαν, ἀφοῦ δὲν τοὺς χρειαζόταν. Ἔτσι, δν πέθανε Θεός, λλ στν πραγματικότητα πέθανε νθρωπος γι τν Θεό.
.             Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπηρέασε πάρα πολὺ τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Τὸν τελευταῖο καιρὸ συζήτησα μὲ διαφόρους Εὐρωπαίους γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ διεπίστωσα ὅτι στὴν Εὐρώπη ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κύμα ἀθεΐας, ἀπιστίας καὶ γενικὰ ἀδιαφορίας γιὰ τὸ ἐὰν ὑπάρχη ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός.
.             Ἄλλωστε, ἡ εὐρωπαϊκὴ ἑνότητα στηρίζεται πάνω στὴν οἰκονομία, ὅπως τὸ ὁρίζουν καὶ διάφοροι ὄροι ποὺ ἐπικρατοῦν, ἤτοι «Οἰκονομικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Νομισματικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Εὐρωζώνη ἢ Ζώνη τοῦ εὐρὼ» κλπ. Πρόκειται γι μιὰ Ερώπη πο δν στηρίζεται στν πολιτισμό, ποος σαφς χει κα τ στοιχεο τ θρησκευτικό, λλ μόνον στ χρμα, γι᾽ ατ κα καταρρέει τ οκοδόμημα ατό.
.             Σήμερα στὴν Εὐρώπη παρατηρεῖται ἀδιαφορία γιὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅπως μου ἔλεγε κάποιος Γάλλος ὀρθόδοξος κληρικός, ἡ Εὐρώπη εἶναι πεθαμένη ὡς πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικῶν βιβλίων. Τ χριστιανικ βιβλία πο κδίδονται π Προτεστάντες, γγλικανος κλπ. ναφέρονται σ να χριστιανικ κα θρησκευτικ συγκρητισμό, δηλαδὴ κάνουν λόγο γιὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς χριστιανικῆς σκέψης, χωρὶς νὰ στηρίζονται στὴν πίστη καὶ στὶς διάφορες ὁμολογίες. Ἀκόμη καὶ τὰ ὀρθόδοξα βιβλία ἐκδίδονται στὴν Ἀμερικὴ καὶ μικρὸ ποσοστὸ αὐτῶν ἔρχονται στὴν Εὐρώπη.
.             Στὸ θέμα αὐτὸ μπορῶ νὰ καταθέσω καὶ μία προσωπικὴ μαρτυρία. Τὰ βιβλία μου, τὰ ὁποῖα μεταφράσθηκαν στὰ ἀγγλικά, κυκλοφοροῦν κυρίως στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐλάχιστος ἀριθμὸς κυκλοφορεῖ στὴν Εὐρώπη. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἔνδειξη ὅτι Ερωπαος νθρωπος δν νδιαφέρεται γι τν Θε κα ,τι χει σχέση μ τν πικοινωνία μαζί Του. Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, μὲ προφητικὴ ἐνάργεια εἶχε ἀναγγείλει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ὅτι ὁ κρυφὸς πόθος πολλῶν ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι «ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν».
.             Ἐρωτᾶ: Ἡ Εὐρώπη ἀφοῦ υἱοθέτησε τὴν ἀρχὴ τοῦ Νίτσε ὅτι ὁ Θεὸς «ἀπέθανε», τότε τί ἔμεινε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ σῶμα της; Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος: Ἔμεινε ἕνα «πτῶμα», ὅπως πτῶμα γίνεται τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν φεύγη ἡ ψυχή. Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶπε κάποτε: «Θέλω νὰ πάω εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ γνωρίζω ὅτι μεταβαίνω εἰς νεκροταφεῖον».
.             Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφονται στὸ βιβλίο τοῦ Lugi Zoja «ὁ θάνατος τοῦ πλησίον» γιὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν σύγχρονη κοινωνία.
.              Ἐὰν 19ος αώνας ταν αώνας το θανάτου το Θεο, 20ός κα 21ος α. εναι αώνας το θανάτου το πλησίον, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του, ζῆ σὲ ἕνα φίλαυτο ἐγωκεντρικὸ περιβάλλον, ὁ ἀτομισμὸς εἶναι κυρίαρχο στοιχεῖο στὴν ζωή μας, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἀδιαφορία, τὴν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν συνάνθρωπό του.
.             Δν εναι καθόλου τυχαο, τὸ τι κατ τν 19ο κα 20ό αἰ. κυριαρχεῖ  ψυχανάλυση, φο «ἡ πομόνωση κερδίζει δαφος», «τ πλέον εαίσθητα τομα σπαράσσονται π μία γωνία, στν ποία δίδεται τ νομα νεύρωση. Μέσῳ τῆς ψυχανάλυσης θὰ ἀναδομήσουν τὴν ἀνθρώπινη σχέση, ὄχι μὲ κάποιον πλησίον, ἀλλὰ μὲ ἕναν ἐπαγγελματία. Ἡ ἀνάγκη τους γιὰ ἐγγύτητα εἶναι τόσο βίαιη, ποὺ δημιουργεῖ ἕνα πλεόνασμα οἰκειότητος μὲ ἐκεῖνον: αὐτὸ καλεῖται μεταβίβαση καὶ μὲ τὴν σειρὰ της θεωρεῖται νευρωτική. Ὁ Φρόιντ ὑποδεικνύει τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν συγκρατήση καὶ νὰ τὴν ἐμπεριέσχει. Θέτει τὸν ἀσθενῆ στὸ ντιβάνι, γιὰ νὰ ἀπομακρύνει τὸ βλέμμα του».
.             Ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικὸ ὂν καὶ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ἔχουν κάποιον δίπλα τους. Σήμερα, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, κυρίως στὶς μεγαλουπόλεις, δὲν αἰσθάνονται δίπλα τους ἄλλους ἀνθρώπους, ζοῦν μόνοι τους, αἰσθάνονται μία μοναξιά, αἰσθάνονται τὸν πλησίον τους ὡς ἀπειλὴ τῆς ὕπαρξής τους. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντᾶ κάθε μέρα χιλιάδες ἀνθρώπους στὸν δρόμο, στὴν ἐργασία, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα πρόσωπα σ᾽ αὐτούς.
.             Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι στὴν ἀρχαιότητα μόνο ἡ Ρώμη ξεπερνοῦσε τὸ ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων καὶ τὸ 1820 μόνον τὸν Λονδίνο. Στὰ 1900 οἱ πόλεις ποὺ κατοικοῦνταν περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἑκατομ. κατοίκους ἦταν ἕνδεκα, τὸ 2000 ἦταν σχεδὸν 400 καὶ τὸ 2015 θὰ εἶναι 550. Αὐτὸ δείχνει ἕνα μεγάλο πρόβλημα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σὲ μεγαλουπόλεις. Στν πολυκοσμία μ τος μετανάστες κα τος ξένους νθρωπος ασθάνεται ντελς μόνοςὍταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του μετὰ τὴν καθημερινὴ ἐργασία, εἶναι «ἀποπροσανατολισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ ἄπειρα νέα πρόσωπα πού, ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι ἀναζητᾶ ἡ παρόρμηση, δὲν τοῦ προσφέρουν γνώση, διότι λείπει εἴτε ὁ χρόνος, εἴτε ἡ δυνατότητα γνώσεως». Ἀλλὰ καὶ «ὅταν ἀνοίγει τὴν τηλεόραση, μπορεῖ νὰ συναντήσει σὲ ἐλάχιστες στιγμές, χιλιάδες ἄλλα ἄτομα, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλάχιστα ὑπαρκτά». Ἔτσι, ἔχει χαθῆ ἡ ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ πλησίον.
.             Ἐπίσης παρατηροῦμε ὅτι κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος οἱ διπλανοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὶς μηχανές.
.             Ὁ Τζὼρτζ Ὄργουελ τὸ 1949 ἔκανε λόγο γιὰ τὸν μεγάλο ἀδελφό. Πρόκειται γιὰ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία, ἡ ὁποία εἰσχωροῦσε στὰ σπίτια.
.             Ὁ Ρέι Μπράντμπερι τὸ 1953 περιέγραψε μιὰ κοινωνία, στὴν ὁποία τὰ βιβλία ἦταν ἀπαγορευμένα καὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν περικυκλωμένοι ἀπὸ ὀθόνες, τὶς ὁποῖες ὀνόμαζε «ἡ οἰκογένειά μου». «Σὲ ἀμφότερα τὰ διηγήματα, ὁ πολίτης δὲν ἔβλεπε ὅτι ἡ ἐξουσία ἐξαφάνιζε τοὺς γείτονες: γείτονας ἦταν πλέον μόνο ἡ ὀθόνη».
.             Ἑπομένως, «στὸν προτεχνολογικὸ κόσμο, ἡ γειτνίαση τῶν ἀνθρώπων ἦταν οὐσιαστική, τώρα δεσπόζει ἡ ἀπόσταση, ἡ ἔμμεση σχέση καὶ ἡ σχέση διὰ τῶν μέσων ἐνημέρωσης. Ἡ ἐντολὴ (ἀγάπα τὸν πλησίον σου) κενώνεται. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχουμε πλέον κανένα νὰ ἀγαπήσουμε». Χάθηκε ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση γίνεται ἔμμεση, ὁπότε ἐπανεμφανίζεται μὲ διαστρεβλωμένη μορφή, ὅπως φαίνεται σὲ πολλὲς ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις.
.             Ὁπότε, σύγχρονος νθρωπος χει χάσει κα τν ασθηση το Θεο κα τν ασθηση το πλησίον, Θες πέθανε γι’ ατόν, ορανς κενώθηκε π τν Θεό, λλ πέθανε κα πλησίον γι᾽ ατόν, δηλαδ κενώθηκε κα γ, κα τ κυριότερο κα διος παυσε ν εναι πλησίον τοῦ Θεο κα το νθρώπου. Στὴν πραγματικότητα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ ἄνθρωπο. «Εἴτε ἀπὸ τὴν κατακόρυφη ὀπτική, –πέθανε ὁ Οὐράνιος Πατήρ του–, εἴτε ἀπὸ τὴν ὁριζόντια –πέθανε ἐκεῖνος ποὺ στεκόταν στὸ πλάι του. Συνεπῶς, ὅπου καὶ νὰ ρίξει τὸ βλέμμα, νιώθει ὀρφανός».
.             Ἔτσι, μετ τν θάνατο το Θεο το Νίτσε κολούθησε θάνατος το πλησίον μ τν μετ-τεχνολογικ κα μετ-θρησκευτικ ποχ κα μετ τν θάνατο το πλησίον κολουθε κα μετνθρώπινη ποχή.
.             Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα βλέπω τὴν κρίση τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Δν πρόκειται γι κρίση πλς οκονομική, λλ γι κρίση κοινωνική, νθρωπιστική, πολιτιστικ κα θεολογική.
.             Ἡ ὀρφάνεια μαστίζει τοὺς ἀνθρώπους, ὀρφάνεια ἀπὸ Θεὸ καὶ πλησίον. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλη νὰ στηριχθῆ πάνω σὲ οἰκονομικὰ μεγέθη, καὶ τότε αἰσθάνεται τὴν μοναξιά, ἀφοῦ δὲν ἱκανοποιοῦνται οἱ ὑπαρξιακές του ἀναζητήσεις.
.             Σὲ αὐτὴν τὴν δύσκολη ἐποχὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πλησίον. Τὸ Θεὸ πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας ὡς ἀγάπη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς Πατέρα, καὶ τὸν συνάνθρωπό μας πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ὡς ἀδελφό μας. Ἐμεῖς πρέπει νὰ πορευόμαστε πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης νὰ κινούμαστε καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο, νὰ γινόμαστε πλησίον τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ὑποφέρει καὶ πονᾶ.
.             Ἑπομένως, ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τιμοῦμε κάθε ἐθελούσια προσφορὰ καὶ κάθε κενωτικὴ-θυσιαστικὴ ἀγάπη.

.          [Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὡς ποιμενάρχης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου συγχαίρω τὴν ΟΣΥΝ καὶ τὴν ΕΝΑΜ, γιατί ἀποφάσισαν νὰ τιμήσουν τοὺς Πολιτιστικοὺς Συλλόγους καὶ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ προσφέρουν τὸν χρόνο καὶ τὰ χαρίσματά τους γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφούς, καθὼς ἐπίσης συγχαίρω καὶ τοὺς τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας μας.
.            Χαίρομαι γιὰ τὰ πνευματικά μου παιδιὰ ποὺ δραστηριοποιοῦνται στὸν χῶρο τῆς κοινωνίας καὶ εὔχομαι τούτη τὴν χρονιὰ νὰ βάλουμε ὡς θεμέλιό της ζωῆς μας τὸν βασικὸ αὐτὸ κανόνα: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλη τὴ καρδία σου καὶ ἐν ὅλη τὴ ψυχή σου καὶ ἐν ὅλη τὴ διανοία σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. κβ´, 37-39).]

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου

Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Δ´- τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Γ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/12/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-3/

.          Ἀλλ᾽ ἡ περιγραφὴ τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἰς τὸν Πατέρα συμπληροῦται διὰ τῆς ἀρνητικῆς εἰκόνος τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Προφανῶς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ὑπογραμμίση ζωηρῶς τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ φαινόμενης συμπεριφορᾶς καὶ μὴ φαινομένης ἐσωτερικῆς ψυχικῆς διαδικασίας ἢ μεταξὺ τυπικῆς θρησκευτικότητος καὶ γνήσιας πνευματικότητος.
.          Ἄλλωστε ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου προσφέρεται ὡς ἀπάντησις πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς, λέγοντας «ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς» (15,2). Τὸ πρῶτον δὲ μέρος τῆς παραβολῆς περιγράφει παραστατικῶς καὶ πλήρως τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνάνηψιν αὐτοῦ καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα. Ἐνῶ τὸ δεύτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, ὑπογραμμίζει τὰς ψυχολογικὰς καὶ πνευματικὰς συνεπείας τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς θρησκευτικότητος, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι ἐχαρακτήριζον τοὺς κατηγόρους καὶ ἐπικριτὰς τοῦ Κυρίου Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς.
.             Οὕτως ἡ ψυχολογικὴ ἀντίδρασις τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐμφανίζει τὰ κάτωθι κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα προδίδουν ζωηρῶς τὴν ποιότητα τῆς πνευματικότητος αὐτοῦ.

 α) Ψυχικὴν ἀντίστασιν καὶ ἐπιθετικότητα

.          Καθ᾽ ὃν χρόνον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλησιάζει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ ἀγροῦ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάτι ὅλως ἐξαιρετικὸν καὶ ἔκτακτον συμβαίνει ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἐρωτᾶ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τὸν πρῶτον ἴσως ὑπηρέτην, τὸν ὁποῖον συναντᾶ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εἰς αὐτὸν τὴν χαρμόσυνον πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πατρικὴν κρίσιν, «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.          Ἡ νεκρανάστασις ἢ παλιγγενεσία αὕτη, ὡς συγκινητικὸν καὶ δὴ συγκλονιστικὸν γεγονός, προκαλεῖ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην εἰς πάντας. Δία τοῦτο εὐλόγως ὁ ὑπηρέτης ἀναμένει τὴν εὐνόητον ἀντίδρασιν. Ἐν τούτοις ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ ὅλως ἀπροσδοκήτως. Εὐθὺς ὡς λαμβάνει τὴν πληροφορίαν ὅτι «ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸ σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν» (στχ. 27), ἀντιδρᾶ ἐπιθετικῶς. Δηλαδὴ «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν».
.             Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ σημαντικὸν καὶ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἡ ἔντονος αὕτη ἁψιθυμικὴ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία, ὡς ψυχικὴ ἀντίστασις, ὁλοκληροῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν ἑορτάζοντα πατρικὸν οἶκον, προδίδει ζωηρῶς ἀσυνείδητους διαδικασίας ἐν πλήρει δράσει. Ἑπομένως τὸ ἐρώτημα εἶναι εὔλογον, διατὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ οὕτω; Διατὶ ἐκδηλοῖ, οἰονεί αὐτόματον ἐπιθετικότητα; Ἴσως ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν, εἶναι ἡ ἰσχυρὰ ἀπώθησις αἰσθημάτων ἐνοχῆς.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο «ἄψογος» θρησκευτικὸς ἄνθρωπος. Ἦτο αὐστηρῶς προσηλωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ πατρός. Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὴν πλήρη ἀγανακτήσεως μομφὴν πρὸς τὸν πατέρα, τονίζει ἰδιαιτέρως. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» (στχ. 27). Ἡ ἐπίκλησις τῶν ὑπηρεσιῶν του αὐτῶν καὶ δὴ τῆς ἀπαραβάτου συνεποῦς ἐκτελέσεως τῶν πατρικῶν ἐντολῶν ὑπογραμμίζει ἐξ ἄλλου τὴν τυποκρατικὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀσώτου πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ.
.             Ἐξωτερικῶς καὶ «τυπικῶς» ἦτο ἀφωσιωμένος πρὸς τὸν πατέρα. Ἀλλ᾽ ἀκριβῶς ἡ «ἄψογος» αὕτη θρησκευτικότης καὶ ἀφοσίωσις καθιστᾶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνεξήγητον τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Ἡ θεώρησις ὅμως τῆς ἀρνητικῆς ταύτης ἀντιδράσεως ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν συνδέει τὴν ἐπιθετικότητα πρὸς ἀπωθούμενα αἰσθήματα ἐνοχῆς.
.             Οτως αστηρ κα τρόπον τιν πόλυτος προσκόλλησις ες τος θρησκευτικος τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικν καμψίαν, δηλαδὴ παγίωσιν (Fixierung) εἰς ὡρισμένον τρόπον συμπεριφορᾶς καὶ ψυχικῆς ἐνεργείας. Εἰς πολλὰς δὲ περιπτώσεις πόλυτος προσκόλλησις ατη χρησιμοποιεται ς μυντικς ψυχικς μηχανισμός, φειλομένη ες πώθησιν ασθημάτων νοχς. Δι το τρόπου τούτου μύνεται τ τομον συνειδήτως κατ τς συνειδητοποιήσεως τν ασθημάτων ατν.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀναγεγεννημένου ἀδελφοῦ του, ἠσφαλισμένος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀποκαλύψεως τῶν αἰσθημάτων ἐνοχῆς, τὰ ὁποῖα ἐπιμόνως ἀπωθοῦσε. Ἡ ἀπόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις ὑπερήσπιζεν αὐτὸν πλήρως. Ἀλλ᾽ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ, ὡς βιωθεῖσα καὶ συνειδητοποιηθεῖσα ἐνοχή, προκαλεῖ τὴν ἀσυνείδητον ἀντίδρασιν τῆς προσωπικῆς του ἐνοχῆς. Ἐντεῦθεν ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντίστασις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως διαμετρικῶς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν μακροχρόνιον («τοσαύτα ἔτη») συνεπῆ προσφορὰν ὑπηρεσίας πρὸς τὸν πατέρα.
.             Ἡ ἀπώθησις τῆς ἐνοχῆς δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν πνευματικὴν πρόοδον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐνῶ οὗτος ἀπὸ πλευρᾶς «τύπων» ἦτο ἄψογος, ἐσωτερικῶς παρέμενεν ἀκαλλιέργητος καὶ ἀνώριμος, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἐπιμόνως ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς.

 β) Προβολὴν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

 .             Εἶναι ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν ἐπιτίθεται κυρίως κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ πατρός. Διότι πράγματι ἡ ὅλη συμπεριφορὰ αὐτοῦ στρέφεται κατὰ τοῦ πατρός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπῆρξε «τοσοῦτον» ἀφωσιωμένος, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Πρὸς τὸν ἀδελφὸν προβάλλει κατ᾽ ἀρχὰς ἀρνητικὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν, μὴ θέλων νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν πατρικὸν οἶκον καὶ νὰ συνεορτάση διὰ τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς νεκραναστάσεως αὐτοῦ.
.             Ἔπειτα δὲ καὶ ἐπιτίθεται κατ᾽ αὐτοῦ διὰ τῆς περιφρονητικῆς ἀντωνυμίας «οὗτος». Ἀλλὰ κατὰ τοῦ πατρός του ἐκδηλοῖ ἄμεσον ἐπιθετικότητα καὶ κατηγορεῖ αὐτὸν ἐπὶ σκληρότητι καὶ στενοκαρδίᾳ. Οὕτως, ὅταν «ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» ὁ πατὴρ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν οἰκίαν, οὗτος ἐξαποστέλλει κατ᾽ αὐτοῦ μύδρους ἐνοχῆς. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (στχ. 29-30).
.             Οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφράζουν πράγματι ζωηρῶς τὰ ἐπιθετικὰ αἰσθήματα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Κυρίως δὲ αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῶν λόγων τούτων ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὑπογραμμίζουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐνοχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀντικειμενικῶς πραγματική. Αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ ἑπομένως συνιστοῦν προβολὴν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ πατρός. Ἡ πρὸς τὸν ἄσωτον ἄφεσις τοῦ πατρὸς προκαλεῖ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, τὰ ὁποία, ὡς καυστικὰ βέλη, κατευθύνονται πρὸς τὸν πανάγαθον «ἀφέτην», διότι ὁ πατὴρ εἶναι ὁ αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν δύναται νὰ γευθῆ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, ἐκ λόγων ἀλαζονείας, ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. Οὕτως ἡ πρὸς τὸν πατέρα ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ προβάλλει ὄντως τὴν προσωπικήν του ἐνοχήν.

 γ) Ἐπιθυμίαν ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

.             Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀρνητική, θεωρουμένη ὡς ἐπίθεσις κατὰ τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ἔχει αὕτη καὶ θετικὸν χαρακτήρα. Ἐκφράζει τὸν μύχιον πόθον τῆς ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ οὗτος νὰ τύχει τῆς ἀγαθῆς ἐμπειρίας, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐβίωσε. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ εἶναι μία ἀσυνείδητος διαμαρτυρία πρῶτον κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βιώσει μίαν τοιαύτην ἐμπειρίαν.
.             Ἡ ἐπιθετικότης, ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔνοχος, προβάλλεται δέ, λόγῳ τῆς ἀπωθήσεως, ἐπὶ τοῦ πατρός. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἡ ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀποτελεῖ διαμαρτυρίαν κατ᾽ αὐτοῦ, ὅστις ἀκριβῶς εἶναι ὁ μόνος αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος διακαῶς ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἀμφιδυναμικὴ ὄψις τῆς συμπεριφορᾶς ἢ ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ δικαιώνει ἀσφαλῶς τὴν ἄποψιν τοῦ Caruso, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ νευρωτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι μία ἀπόπειρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς «ὀρθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν».
.             Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχήν του καὶ ἀντιδρᾶ εἰς τὰς διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικῶς, ἐπιθυμεῖ κατ᾽ οὐσίαν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠθικῆς ὁλοκληρίας τῆς προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη νυπόφορος πώθησις τς νοχς ατο. πομένως ες τν σκοτεινν περιοχν τν συνειδήτων διαδικασιν τς προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υο πολανθάνει κα λειτουργία τς νοσταλγίας κα τς πιθυμίας τς θικς κεραιότητος κα θωότητος.
.             Ἡ θετικὴ αὔτη ὄψις τῆς ἐπιθετικῆς ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ σημειοῦται ἐνταῦθα μόνον ὡς δυνατότης πνευματικῆς ἀνανήψεως αὐτοῦ. Ἡ ποιμαντικὴ δὲ σημασία τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ὄντως αὐτονόητος. Ἀλλ᾽ ἡ παραβολὴ τερματίζεται οὕτως, ὥστε ὁ υἱὸς οὗτος νὰ παραμείνη παγιδευμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς νευρωτικῆς (ἁμαρτωλοῦ) ἀκαμψίας. Διότι ὁ πατὴρ «εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι . . .» (στχ. 31-32). Κατὰ ταῦτα ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ προβάλλει δύο θρησκευτικοὺς τύπους καὶ συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικῆς βιώσεως.
.          σωτος υἱὸς κα πρεσβύτερος δελφς ατο ποτελον δύο θρησκευτικ βιωματικ σύμβολα, τ ποα συγχρόνως κρύπτουν κα ποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν ὄψιν καὶ ὑποδηλοῦν μίαν ἀσυνείδητον διαδικασίαν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπογραμμίζουν τ οσιαστικν πρόβλημα το νθρώπου, περ εναι τ πρόβλημα τς νοχς κα ποδεικνύουν θετικς κα ρνητικς τν ρθν λύσιν ατο. Ατη εναι πάντοτε ναγνώρισις κα ποδοχ τς βιωματικς ποστάσεως ατς, ς κριβς μολογεται ες τν 18ον στίχον τς περικοπς.
.          Ἀλλ᾽ ἡ ἀνίχνευσις τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν καὶ ἡ χειραγώγησις τοῦ νευρωτικοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν βίωσιν τῆς τοιαύτης λύσεως ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τὸν κεντρικὸν στόχον τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Ἐν προκειμένῳ δὲ ἡ συμβολὴ τῶν ψυχολογικῶν σπουδῶν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τούτου εἶναι ἀσφαλῶς λίαν προφανής.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε