Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Νατσιός Δημήτριος

ΤΟΜΑΡΙΑ ΚΑΙ… ΠΑΛΙΟΤΟΜΑΡΑ (Δ. Νατσιός)

Τομάρια καί… παλιοτόμαρα

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                           «Ἄλλο ὁ βυρσοδέψης, ἄλλο ὁ τσαγκάρης, ἄλλο ὁ δερματολόγος, ἄλλο ὁ βιβλιοδέτης καὶ ὁἄλλο ὁ δικαστὴς κακουργοδικείου. Βέβαια ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο: ὅλοι ἀσχολοῦνται μὲ“τομάρια”. Ἀλλὰ πάντως μὲ πολὺ διαφορετικὰ τομάρια ὁ καθένας». Ἐρανίζομαι τὸν πρόλογο ἀπὸ τὸ ἐξαιρετικὸβιβλίο τοῦ π. Ἰω. Κωστὼφ «Ἀθεϊσμός: οἶκος ἀνοχῆς».
.                           Κατ’ ἀρχάς, λόγῳ διδασκαλικῆς συνήθειας, ἀναζήτησα τὰ ἐτυμολογικά τῆς λέξης «τομάρι». Παράγεται ἀπὸ τὸ ὁμηρικὸ ρῆμα «τέμνω», κόβω. Ἀπὸ τὸ «τέμνω» ἔχουμε τὸν τόμο, (=τεμάχιο, τμῆμα), τὴν τομὴκαὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ ὑποκοριστικό, μεσαιωνικὸ «τομάριον» καὶ στὴν νεοελληνικὴ τομάρι, ποὺ σημαίνει δορά, δέρμα. Προφανῶς ἐπειδὴ τὰ δέρματα κατὰ τὴν ἐπεξεργασία τους, στὰ περίφημα γουναράδικα ἢ τουρκιστὶ ταμπάκικα, μύριζαν ἄσχημα -ἂν καὶ τὸ ἐπάγγελμα ἦταν ἐπικερδέστατο, «γουναράδες βρωμεροὶ καὶ στὴν τσέπη ὅλο φλουρί», γράφει ὁ λαογράφος Νίκ. Πολίτης- ἡ λέξη ταυτίστηκε μὲ τοὺς οὐτιδανούς, μὲ τοὺς παλιανθρώπους. Πιὸ συχνὰ ὁ ἁπλὸς λαὸς τὸ χρησιμοποιεῖ στὴν… ὑπερθετική του μορφή, μιλώντας γιὰ «παλιοτόμαρα». Τὸτομάρι, ἂν καὶ οὐδέτερο, γέννησε καὶ μία ἄλλη λέξη, ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀρχὴ καὶ ρίζα παντὸς ἀγαθοῦ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του, ὁ φιλοτομαριστής, ὁ ὑπέρμετρα ἐγωπαθής.
.                           Στὸ παρὸν ἄρθρο δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ τομάρια τοῦ βυρσοδέψη οὔτε τὰ πετσιὰ τοῦτσαγκάρη καὶ τοῦ δερματολόγου ἡ ἐπιστήμη. Θὰ καταπιαστοῦμε μὲ τὰ τομάρια, τὰ παλιοτόμαρα ποὺ λέει καὶ ὁλαός, ποὺ ἐνίοτε ἀπασχολοῦν καὶ τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Τὸ τομάρι, ὡς εἶδος ἀνθρωπολογικό, ἀνθεῖ σὲ τοῦτον τὸν τόπο, ὑπάρχει ἐν ἀφθονίᾳ. Λιπαίνεται βεβαίως καὶ εὐδοκιμεῖ λόγῳ καὶ τῆς περιρρέουσας ἀτιμωρησίας. Ἡτιμωρία καὶ ὡς λέξη ἔχει διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῶν γονέων καὶ διδασκάλων ἤ… διδασκλάβων ὅπως μᾶς κατήντησαν, οἱ δὲ τιμωρίες τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὶς ἄδειες καὶ τὰ πενταετοῦς διάρκειας «ἰσόβια» δεσμά, φαντάζουν στὰ μάτια τῶν τομαριῶν μὲ ὀλιγοήμερες διακοπὲς καὶ δωρεὰν σίτιση. Ἐξ ἄλλου τὰ ποικιλώνυμα τομάρια δὲν βασανίζονται ἀπὸ ἠθικὰ διλήμματα τοῦ τύπου «νὰ κλέψω ἢ νὰ μὴν κλέψω», ἀλλὰ ἀπὸ τὸ «θὰ μὲπιάσουν ἢ δὲν θὰ μὲ πιάσουν». Οἱ περισσότεροι «νονοὶ τῆς νύχτας» ἔχουν τὸ στρατηγεῖο τους στὶς φυλακές, ἐκεῖ νιώθουν ἀσφάλεια καὶ ἐξέρχονται ἀνὰ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσουν τὰ ἐργοτάξιά τους. Ἂν ἔβγαιναν, τὰ τομάρια,  ἀπὸ τὴν εἱρκτὴ μέσα σὲ φέρετρο, ὅπως γίνεται στὴν «βάρβαρη» Ἀμερική, τὸἔγκλημα θὰ περιοριζόταν σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό. Ἀλλὰ ἐδῶ εἶναι Εὐρώπη, θερμοκήπιο καὶ φυτώριο τομαριῶν.
.                           Ἡ πατρίδα μας ἰδίως εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους τόπους τοῦ κόσμου, ἴσως ὁ μοναδικός, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὄμβρια ὕδατα, βρέχει καί… ἀνθρώπους. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ «πέφτουν ἀπὸ τὰ σύννεφα», καταπῶς μὲπερισσὴ πρωτοτυπία ἀναμασοῦν τὰ ἡμιμαθῆ μειράκια τῶν καναλιῶν, ὅταν ἀποκαλυφθεῖ ἀνόμημα ἑνὸς ὑπεράνω πάσης ὑποψίας τομαριοῦ, ἐπωνύμου ἢ ἀνωνύμου.
.                           Δεῦτε ἴδωμεν τώρα ποιές εἶναι οἱ πιὸ συνηθισμένες καὶ διακριτὲς κατηγορίες τομαριῶν στὸν τόπο μας. Διευκρινίζω ὅτι δὲν θὰ ἀναφερθῶ μόνο στοὺς ἐγκληματίες τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ σὲ τομάρια τοῦ κοινοῦ «πνευματικοῦ» δικαίου. (Θυμήθηκα αὐτὸ τὸ βαθύτατα θεολογικὸ ποὺ ἔλεγε ὁ ὁσιακῆς μνήμης γέροντας π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος, «ὁ ἅγιος τῶν φυλακισμένων», πολὺ σπουδαία μορφή, στὶς ὁμιλίες του στοὺς φυλακισμένους. «Εἴμαστε ὅλοι ἐγκληματίες, ἁπλῶς ἐσᾶς σᾶς ἔπιασαν»).
.                           Πρῶτον: Τομάρια καὶ παλιοτόμαρα εἶναι ὅσοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ὅποια ἐπωνυμία ἀπέκτησαν, ἐξευτελίζουν πρόστυχα κυρίως νεαρὰ κορίτσια, ὄντας οἱ ἴδιοι περασμένης ἡλικίας. («Τρία δὲεἴδη ἐμίσησεν ἡ ψυχή μου…. πτωχὸν ὑπερήφανον, πλούσιον ψεύστην καὶ γέροντα μοιχόν…», γράφει ἡΣοφία τοῦ Θεοῦ). Τὸ γιατί περίσσεψαν τὰ βδελυρὰ αὐτὰ ἐγκλήματα – ὄχι μόνο σὲ ἐπώνυμα τομάρια, ἀλλὰ καὶσὲ ἀνθρώπους τῆς διπλανῆς πόρτας – καὶ καθημερινῶς ξεβράζονται τέτοια τομάρια ἡ ἀπάντηση εἶναι μία καὶἀνήκει στὸν Ντοστογιέφσκι: «Χωρὶς Θεὸ ὅλα ἐπιτρέπονται». Ἂς προστεθεῖ ἐδῶ καὶ ἡ ἔλλειψη ὑγιῶν παραδειγμάτων, μὲς στὴν οἰκογένεια ποὺ περιορίζεται στὰ «πρέπει» καὶ ὄχι στὸ «πρέπον» καὶ στὴν παρεχόμενη ἐκπαίδευση, ποὺ ἀντὶ νὰ ἀρωματίζεται ἀπὸ τὴν ὅλο εὐγένεια καὶ ἁγνότητα Παράδοσή μας, παραδόθηκε στὶς ἀκαθαρσίες Δύσης καὶ Ἀνατολῆς.
.                           Δεύτερον: Τομάρια εἶναι ὅσοι νυχθημερὸν ἀνεμίζουν τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου, μέσῳ τῶν διαύλων τῆς τηλοψίας, μὲς στὰ σπίτια μας, κατατρομοκρατώντας τὸν λαὸ καὶ ἰδίως τοὺς ἡλικιωμένους ποὺφοβοῦνται καὶ τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουν. Παρηγοριὰ καὶ ἐνθάρρυνση θέλει ὁ κόσμος καὶ ὄχι φέρετρα καὶνεκροταφεῖα.
.                           Τρίτον: Τὰ χειρότερα τομάρια εἶναι οἱ βλάσφημοι. «Κἂν ἀκούσῃς τινὸς ἐν ἀμφόδῳ ἢ ἐν ἀγορᾷ μέσῃ βλασφημοῦντος τὸν Θεόν, ἐπιτίμησον, κἂν πληγὰς ἐπιθεῖναι δέη, μὴ παραιτήσῃ, ῥάπισον αὐτοῦ τὴν ὄψιν, σύντριψον τὸ στόμα, ἁγίασόν σου τὴν χείρα διὰ τῆς πληγῆς, κἂν ἐγκαλῶσιν τινές, κἂν εἰς δικαστήριον  ἕλκωσιν, ἀκολούθησον, κἂν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ δικαστὴς ἀπαιτήσῃ, εἰπὲ μετὰ παρρησίας ὅτι τὸν βασιλέα τῶν ἀγγέλων ἐβλασφήμησεν…». (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, α’, Πρὸς Ἀνδριάντας. Και σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση. «Ἂν ἀκούσεις κάποιον σὲ δρόμo ἢ στὴν ἀγορὰ (ἢ σὲ ΜΜΕ, θὰ προσθέταμε), νὰ βλασφημεῖ τὸν Θεὸ (ἢ τὴν Θεοτόκο), ἔλεγξέ τον. Μὴν σταματήσεις ἀκόμη κι ἄν σοῦ ἐπιτεθεῖ. Χτύπησέ τον στὸ πρόσωπο, «σύντριψον τὸ στόμα» (σήμερα, σὲ πολὺ ἁπλὴ γλώσσα αὐτὸμεταφράζεται «σπάσ’ του τὰ μοῦτρα»), ἁγίασε τὸ χέρι σου ἀκόμη καὶ ἂν σὲ κατηγορήσουν κάποιοι ἢ σὲσύρουν σὲ δικαστήρια. Καὶ στὸ βῆμα τοῦ κριτηρίου, νὰ πεῖς μὲ θάρρος, ὅτι τὸ ἔπραξες γιατί βλαστήμησε (ὁραπισθεὶς) τὸν βασιλέα τῶν ἀγγέλων».
.                           Βαριά, σκληρὰ λόγια θὰ σκεφτεῖ κάποιος. Και μάλιστα ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο ἅγιο, ὁ ὁποῖος σὲ ἄλλη περίπτωση, γιὰ τὸ ἴδιο θέμα τοῦ ἐλέγχου, θὰ πεῖ: «Χρῆ καὶ τοὺς ἐπιτιμῶντας τοῦτο συμμέτρως ποιεῖν», δηλαδὴ «Πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιπλήττουν καὶ ἐλέγχουν, νὰ τὸ κάνουν μὲ μέτρο». (Εἰς Δαυὶδ καὶΣαούλ, ὁμιλ. Γ, 2).
.                           βρίζεται, βλασφημεται σήμερα Θεοτόκος μας, κκλησία το Χριστο. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, κόπρος το Αγεία, πωνυματοφόρος σαχλαμάρα, γι ν πουλήσει λίγη ξυπνάδα κα βλακώδη «προοδευτισμό», νοίγει τν χετό του κα βλασφημε κα σπιλώνει σια κα ερά. Κα τί κάνουμε; Φοβόμαστε μήπως μς πον σκοταδιστές, ποιοί; Τ σκότος τ ψηλαφητόν. θνικιστές, ποιοί; Ο προδότες. Ρατσιστές, ποιοί; Ο χθρο τν λλήνων. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἡ «εἰκόνα πραότητος», ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος βλασφημοῦσε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, χαστούκισε τὸν βλάσφημο καὶ τὸν ἔκλεισαν φυλακή. Ὁ Κύριος, ὅμως, τὸν ἐπαίνεσε καὶ τὸν δόξασε.
.                           Στὸ ἱστορικό του βιβλίο , «τὸ χρονικό τοῦ Κάρς», ὁ Χρῆστος Σαμουηλίδης, Κιλκισιώτης συγγραφέας, περιγράφει τὰ πάθια, τοὺς καημοὺς καὶ τὶς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων τοῦ Καυκάσου καὶ τὴν μετεγκατάστασής τους στὴν Ἑλλάδα, ὅσοι γλύτωσαν ἀπὸ τὸν αἱμοσταγῆ Κεμάλ. Ἡ σκηνὴ εἶναι ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τῶν πλοίων γιὰ τὸ «νόστιμον ἧμαρ». «Ἐκείνη τὴν στιγμὴ κατέφθασαν στὸ λιμάνι καὶ δύο ἄνδρες τοῦ κλιμακίου τῆς Μίσιας (=ἡ ἑλληνικὴ ἀποστολὴ ποὺ θὰ μετέφερε τοὺς πρόσφυγες στὴν πατρίδα). Ὁ ἕνας βλέποντας τὴν κατάσταση ἐκνευρίστηκε τόσο πολύ, ὥστε ἄρχισε νὰ βρίζει Χριστοὺς καὶ Παναγίες.  Μόλις τὸν ἄκουσαν οἱ πρόσφυγες, ποὺ δὲν ἦταν συνηθισμένοι οὔτε νὰ λένε οὔτε νὰ ἀκοῦνε παρόμοιες βρισιές, ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τοῦ ὑβριστῆ, παρ’ ὅλο ποὺ εἶδαν ὅτι ἦταν ὑπερασπιστής τους. Τὸν ἅρπαξαν καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν δέρνουν ἄγρια». (σελ. 249). Ἦταν ἀληθινοὶ Ἕλληνες…
.                           Τώρα ξημερωμένοι κα νιάτως ξευρωπαϊσμένοι νεχόμαστε τος καντιποτένιους νβλασφημον τν Θεοτόκο.

,

Σχολιάστε

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ ΜΑΘΗΤΩΝ

Μάθαμε σήμερα (28.05.2010) τὰ ὁλόφρεσκα σχέδια  τῆς κυρίας Ὑπουργοῦ Παιδείας. Κι αὐτὴ στὸ Πάνθεο τῶν ὑπουργῶν τῆς Παιδείας.

  • Θὰ μειώσει τὴν διδακτέα ὕλη: «ὅσο λιγότερα μαθαίνουν, τόσο καλύτερα».

  • Ἐπίσης θὰ διευρύνει τὴν ἐφαρμογὴ προγράμματος εὐελίκτου ὡραρίου σὲ 800 ὁλοήμερα σχολεῖα γιὰ διευκόλυνση τῶν ἐργαζομένων γονέων: Πάντα πρέπει νὰ βρίσκεται μιὰ ἀληθοφανὴς δικαιολογία, νὰ τὴν καταπίνουν οἱ βλάκες καὶ νὰ προωθοῦνται οἱ «προοδευτικὲς μεταρρυθμίσεις». Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς ὁδεύουμε σὲ «στρατοπεδοποίηση» τῶν σχολείων. Τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν φυσικό τους χῶρο ἀναπτύξεως. Πρέπει νὰ σπάσει ὅσο γίνεται περισσότερο ὁ οἰκογενειακὸς δεσμός, ποὺ δρᾶ ὡς τροχοπέδη στὰ νεοταξικὰ σχέδια καὶ νὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα Ἀγωγῆς καὶ ψυχικῆς καλλιέργειας ποῦ ἀσκοῦνται στὸ σπίτι. Τὰ παιδιά μας πρέπει νὰ τὰ πάρει τὸ κράτος, ὅπως στὴ ναζιστικὴ Γερμανία κ. ἀ. Οἱ γονεῖς θὰ περιοριστοῦν στὴν ἁπλῆ ἀναπαραγωγὴ (βεβαίως ὄχι ἀναγκαστικά, γιατὶ εἶναι διαθέσιμη καὶ ἡ ἐναλλακτικὴ τῆς “κλωνοποιήσεως”) καὶ στὴν δουλειά τους. Σιωπηλοί καὶ ἄβουλοι. Τὸ Κράτος θὰ τοὺς ὑποκαταστήσει πολὺ καλύτερα, θὰ μᾶς ποῦν. Καὶ θὰ τὸ ὑποστηρίξουν μὲ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα. Τεκμηριωμένα καὶ ἀληθοφανῆ. Θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλό μας.


  • Μέχρι τότε ὅμως ἔχουν φροντίσει νὰ θεμελιώσουν τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τοῦ ἔργου τους. Ἔχουν στρώσει κιόλας τὸ χαλί. Πολὺ ἀνάγλυφα μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ὁ Δημήτριος Νατσιός, στὸ ἄρθρο του «Διαταγή: ἐκτελέστε τοὺς λογοτέχνες», ποὺ παρατίθεται κατωτέρω:

«Ὃς δ’ ἂν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἑμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ιδ΄, 6)
.      Συχνὴ ἡ ἐπῳδός: «Τὰ παιδιὰ δὲν διαβάζουν ἐξωσχολικὰ βιβλία». Τὴν ἀκοῦμε ἀπὸ γονεῖς, τὴν προσυπογράφουμε καὶ ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι. Εἶναι τέχνη λησμονημένη ἡ ἀνάγνωση πιά. Ὅπως κάθε τέχνη διδάσκεται, πρέπει νὰ μαθητεύσεις «παρὰ τοὺς πόδας ἀνθρώπου» καὶ ἀφοῦ μιλᾶμε γιὰ μαθητὲς ἰσχύει τὸ ἀπροσπέλαστο, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, λεχθὲν «παράδειγμα τοῖς τέκνοις παρέχειν».
.       Τὸ παράδειγμα προσφέρεται πρῶτα στὸ σπίτι. Ὅμως σήμερα «οἱ ἀπασχολημένοι γονεῖς παρκάρουν τὰ παιδιά τους μπροστὰ στὴν τηλεόραση…. οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν διάβασαν ἢ δὲν τοὺς εἶπαν ἱστορίες, τείνουν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἴδια στέρησῃ καὶ στὰ παιδιὰ τους». Ἀποτέλεσμα; «Ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου ἔχει ἀναδυθεῖ τὸν τελευταῖο καιρό: ὁ μορφωμένος βάρβαρος – ποὺ ἔχει σπουδάσει εἴκοσι χρόνια, ἔχει ἀποκατασταθεῖ θαυμάσια ἐπαγγελματικά, ἀλλὰ δὲν ἔχει διαβάσει τίποτα, δὲν ξέρει ἱστορία καὶ ἀγνοεῖ ὁτιδήποτε βρίσκεται ἐκτὸς τῆς εἰδικότητάς του…. Μερικοὶ τυχαίνει καὶ εἶναι καὶ δάσκαλοι. Δὲν διαβάζουν τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ πρέπει νὰ διδάξουν˙ δὲν ἔχουν νιώσει ποτὲ τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀναγνωσης˙ καὶ δὲν μποροῦν νὰ μεταγγίσουν ἐνθουσιασμό, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀγάπη γιὰ τὸ ἀντικείμενό τους». (Τὸ ἀπόσπασμα περιέχεται στὸ βιβλίο «Ὁ ἀντιχριστιανισμός», τοῦ Σ. Γουνελᾶ, ὁ ὁποῖος παραπέμπει σὲ ἄρθρο τῆς Βρετανίδας Ντ. Λέσιγκ, ποὺ δημοσίευσε ἡ «Ἐλευθεροτυπία»). Τὸ προαναφερθὲν χωρίο μιλάει γιὰ γονεῖς ἀδιάφορους, γιὰ δασκάλους ἀνονήρευτους καὶ ἀκοινώνητους, ἀποσιωπᾷ ὅμως τὸ φθοροποιὸ ρόλο τῶν σχολικῶν βιβλίων.
.       Θὰ ἀναφερθῶ καὶ πάλι στοῦ Γυμνασίου τὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια. Κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχε στὰ βιβλία αὐτὰ (κυρίως τῶν κειμένων Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας) μιὰ ρητὴ προδιαγραφή, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσουν οἱ συγγραφικὲς ὁμάδες ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἐκπόνησή τους: τὰ νέα βιβλία ἔπρεπε νὰ μὴν περιλαμβάνουν οὔτε ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ περιλαμβάνονταν στὰ παλιά. (Ἡ γνωστὴ «ἐθνικὴ νόσος» ποὺ περιέγραψε ὁ Παπαδιαμάντης, περιφρονοῦμε «ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν»).
.        Κατὰ δεύτερον τὰ κείμενά ποὺ ἐπιλέχθηκαν ὄφειλαν – στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικότητας – νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ «παρωχημένες» πλέον ἰδέες (ἔθνος, πίστη, παραδοση), νὰ προσαρμοστοὺν στὰ νέα δεδομένα. Ἡ γνώση δὲν πρέπει νὰ ὑφαίνεται γύρω ἀπὸ κοινὲς ἀξίες, οἱ ὁποῖες, ποινικοποιήθηκαν ὡς ἑλληνοχριστιανικὸ ἰδεολόγημα, νὰ μὴν συγκινεῖ, ἀλλὰ νὰ διασκεδάζει, νὰ εἶναι ἐπικοινωνιακή. (Παράδειγμα: «Ἡ Φρικαντέλα ἡ μάγισσά ποὺ μισοῦσε τὰ κάλαντα» ὡς κυρίαρχο ἀνάγνωσμα Χριστουγέννων στὴν Ε΄ δημοτικοῦ). «Τὸ σχολεῖο δὲν ἔχει πιὰ σκοπὸ νὰ μεταδίδει οὐσιαστικὲς γνώσεις, ποὺ ἡ κατοχή τους φωτίζει τὴν συνείδηση καὶ προσφέρει τὰ ὑλικὰ τῆς ἐλευθερίας», ἀλλά, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀναβάθμισης, καταλήγει σ’ αὐτό ποὺ ἀνομολόγητα στοχεύει: στὴν παραγωγὴ ὑποτεταγμένων μυαλῶν, «μορφωμένων βαρβάρων» καὶ χειρότερα, γενιτσάρων.
.          Γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτὸ φρόντισαν οἱ ἐπίδοξοι ἀναβαθμιστὲς – ἰσοπεδωτὲς τῆς Παιδείας νὰ καταστρέψουν (κυριολεκτικὰ) τὴν κλασικὴ μας λογοτεχνία. Ἀποκαθήλωσαν τοὺς μάστορες τοῦ λόγου, αὐτοὺς ποὺ γράφουν με «ἰθαγένεια τόπου καὶ τοπίου», τοὺς «ἐθνικοὺς συγγραφεῖς» (Λιγνάδης), ὄχι μὲ τὸν ἐξοβελισμό τους ἀπὸ τὰ βιβλία, ἀλλά μὲ πιὸ ὕπουλο, ἀναίσχυντο, γκεμπελικὸ τρόπο. Δηλαδή: Δὲν βάζεις στὰ βιβλία τὰ πιὸ ἀξιόλογα καὶ ὡραῖα, τὰ ἀριστουργήματα τους, ἀλλὰ τὰ χειρότερα, τὰ ξέψυχα, τὰ μίζερα. (Σ’ ὅλους τοὺς λογοτέχνες βρίσκεις καὶ ἀτυχεῖς ἐμπνεύσεις).
.       Παίρνεις γιὰ παράδειγμα τὸν Παπαδιαμάντη, κλέος καὶ ἀγλάϊσμα τῆς λογοτεχνίας μας, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ εὐφρόσυνα «ρόδιν’ ἀκρογιάλια»:… «Μᾶς ἦρθε, εἶπεν, ἡ μυζήθρα, μυρωδάτη, ἀχνιστή. Τὴν ἔφερε πεσκέσι τὸ Ξενιώ, ἡ μικρὴ τσούπα τοῦ Πατσοστάθη. Ὕστερ’ ἀπὸ λίγο θὰ ‘ρθῆ, λέει, ὁ ἀφέντης της – δηλαδὴ ὁ πατέρας της- νὰ μᾶς φέρει, λέει, τὰ κοκορέτσι ψημένο, ἔτοιμο. Ὅσον διὰ τὰ δυο μπούτια θὰ μᾶς τὰ φέρει, λέει, ὠμά, γιὰ νὰ τὰ ψήσουμε ἀργότερα ἐδῶ. – Μπεκερεβέτσιν (ὁ θεὸς νὰ τὰ πληθύνη). – Τὸ ἄλλο μισὸ κατσίκι, τὸ ἐκράτησε, λέει, γιὰ τὴ φαμίλια του. Τώρα θὰ μᾶς ἔρθει κι ὁ Ἀγάλλος, νὰ μᾶς ζυμώσει τὴν πίττα. Σ’ ἀρέσει ἡ τυροπιττα μὲ χλωρὸ τυρὶ καί μὲ δέκα αὐγά;». (Νεοελληνικὴ Γλῶσσα, Α΄ Γυμνασίου, σελ. 70-71).
.     Μὲ κείμενο δώδεκα ἀράδων τιμᾶται ὁ Σκιαθίτης γέροντας. Καὶ τὸν κατάντησαν, τὸν ἀσκητικὸ καὶ ὀλιγοδεὴ λογοτέχνη μας, πρότυπο πολυφαγίας καὶ καλοπέρασης. «Κακουργοῦν ἐν γνώσει», ὡς θὰ ἔλεγε ὁ ἐξαίσιος ὑμνητὴς τῆς ἐντίμου πενίας.
.   Οἱ ἴδιες κουτοπόνηρες ἐπιλογὲς ἐφαρμόζονται καὶ στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ πατριδοφύλακα στρατηγοῦ Μακρυγιάννη: «Οἱ ἄρχοντές μας, ὁ ἀρχηγοί, ἔγιναν ἐκλαμπρότατοι, ἔγιναν γενναιότατοι καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ φερτικοί… ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτῃ τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ σύντροφοί του ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς˙ τώρα φαίνεται τί ἔχουν…» . («Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Γ΄ Γυμνασίου, σελ. 48).
.       Ἐρωτῶ: Γιατὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ θαυμάσιο «τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί…» ἢ τὸ ἀνδρεῖο «ἐκεῖ ὀπού ᾽φκιανα τὶς θέσες εἰς τοὺς Μύλους ἦρθε νὰ μὲ δεῖ ὁ Ντερνύς…». Αὐτὰ δὲν ἀντέχουν στὴν προκρούστειο κλίνη τῶν νεογραικύλων.
.       Σαφὲς τὸ μήνυμα: τέτοιοι καὶ οἱ ἥρωές σας, μικροπρεπεῖς, ἰδιοτελεῖς, μὴν τοὺς διαβάζετε, ξεπεράστηκαν… ἐνῶ στὴν «Γλῶσσα» τῆς Α΄ Γυμνασίου, ἐξυμνεῖται τὸ σαχλούργημα μιᾶς λοξῆς Ἀγγλίδας, ὁ «Χάρι Πότερ», «γιατὶ ξανάφερε τὰ παιδιὰ στὸ διάβασμα καὶ τὰ ἀπομάκρυνε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ὀθόνη τῶν βίντεο – γκέιμς». (σελ. 4).
.       Ἡ ἴδια τακτικὴ τῆς… μύγας καὶ στὸ ἔργο τοῦ Ξενόπουλου. (Τὴ μύγα καὶ μέσα σὲ ἀνθόκηπο νὰ τὴ βάλεις, θὰ βρεῖ κοπριὰ νὰ καθίσει). «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Α΄ Γυμνασίου, σελ. 222, τίτλος: Ἡ γάτα τοῦ παπᾶ». Πηγαίνει ὁ Χρῆστος ὁ κλαμπανάρος (= κωδωνοκρούστης) καὶ λέει στὸν παπα-Ζήσιμο: «Πάλε τὰ ἴδια παπά μου». «Ἡ γάτα πανάθεμά τη». «Ὦ, συμφορά μου… στὸ ἴδιο μέρος;». «Ὄχι, στὴν Ἁγία Πρόθεση». Δηλαδή, ἡ γάτα, μπῆκε στὸ Ἅγιο Βῆμα, στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἔκανε τὶς ἀκαθαρσίες της. (Οἱ εὐλαβεῖς ἱερεῖς φρίττουν μὲ αὐτὴν τὴν μιαρὰ καὶ βέβηλη ἀναφορά).
.      Στὸ ἴδιο βιβλίο. «Τὸ θέλγητρο τῆς Ἀνδαλουσίας», τοῦ Κ. Οὐράνη (σελ. 4.), καὶ πάλι ἡ μαγαρισιά. Διαβάζει τὸ πρωτάκι τοῦ Γυμνασίου φράσεις ὅπως: «Ἡ Ἀνδαλουσία εἶναι μιὰ νέα γυναῖκα τοῦ λαοῦ… ποὺ δίνει ἐρωτικὲς συνεντεύξεις μέσα στὶς ἐκκλησίες» καὶ ὅτι ἡ Σιέρρα Νεβάδα εἶναι «χώρα ὅποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀγαπᾶν τὴν γυναῖκα σὰν Παναγία καὶ τὴν Παναγία σὰν γυναῖκα» (σελ. 4-5). Καταλάβαμε. Πνευματικὸς ὑποσιτισμός, ἀφελληνισμὸς καὶ ἐκκλησιομαχία.

Οἱ ἄνθρωποι ἐκτελοῦν ἐντολές, κάνουν τὸ κέφι τους, ρυπαίνουν ψυχές, βαφτίζοντας τὰ ἀνοσιουργήματά τους, Παιδεία καὶ ὅλα ἀτιμωρητί. «Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες. Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες ὁποῦ μᾶς κυβέρνησαν ἀρχὴ ὣς τέλος».

Πηγή: http://www.antibaro.gr/node/1588

, , , , ,

1 Σχόλιο