Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μ. Ἀθανάσιος

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ «“Ἡ ὀντολογία τοῦ προσώπου”» (ἡ δῆθεν ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια τοῦ Πατρός) [Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος]

Πατῆστε γιὰ νὰ “κατεβάσετε” τὸ ἐκτενὲς κείμενο: NI_ONTOLOGIA PROSWPOY-PI_FEB2016

βλ. σχετ.:

1. ΥΨΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ καὶ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ [ΕΡΙΣ ΠΕΡΙ “ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ” ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ “ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ” ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ] («Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος νὰ ὑπομνήσω κυρίως τί εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὄχι πρωτίστως νὰ τοὺς μεταγράψω στὸ σήμερα»)

2. ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

3. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1

4. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΑΕΤΟΣ – Ο ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου,
Καθηγ. Θεολ. Σχ. Παν. Ἀθηνῶν
(πρότριτα ἐκδημήσαντος)

«ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ» τ. Β´
(σελ. 263-264)

.        Ὁ Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας ὑπῆρξε ἡ μεγαλύτερη φυσιογνωμία τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Σήκωσε τὸ βάρος πολλαπλῆς καὶ βαθιᾶς κρίσεως καὶ θεμελίωσε θεολογικὰ καὶ ὁριστικὰ τὴν ὀρθόδοξη τριαδολογία. Μετέβαλε κυριολεκτικὰ τὴν πορεία τῆς θεολογίας, ποὺ εἶχε διαστρεβλωθεῖ μὲ τὴν Ἀλεξανδρινὴ Σχολή, καὶ τὴν ἔθεσε στὴν διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς σωτηρίας. Ἔσπασε τὸ φράγμα τῶν λεγομένων θεολογικῶν σχολῶν. Φωτίστηκε κατ᾽ ἐξοχήν ὥστε αὐτὸς κυρίως νὰ κατανοήσει τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος καὶ αὐτὸς νὰ τὸ ἐκφράσει. Καὶ ὑπέστη τὶς περισσότερες διώξεις γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς καὶ τοὺς Καίσαρες τῆς ἐποχῆς. Γιὰ τέσσερις δεκαετίες καὶ πλέον (328-373) ἀπέβη τὸ σύμβολο καὶ κεφαλή, πρὸς τὴν ὁποία μὲ ἀγωνία εἶχαν στραμμένα τὰ βλέμματα οἱ πάντες, ὀρθόδοξοι καὶ κακόδοξοι. Οἱ λίγοι ὀρθόδοξοι, ὅσο ἔβλεπαν τὸν ἱερὸ ἀετὸ ὄρθιο στὸν θρόνο του ἢ ἀνυποχώρητο στὶς ἐξορίες του, ἦταν βέβαιοι πὼς ἡ Ὀρθοδοξία ζεῖ καὶ ἀναθαρροῦσαν. Οἱ πολλοὶ κακόδοξοι, ὅσο ἔβλεπαν ὄρθιο τὸν ἀνυπότακτο ἄνδρα, ἤξεραν ὅτι παρὰ τοὺς διωγμοὺς ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιζεῖ καὶ γι᾽ αὐτὸ θηριώνονταν.
.            Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔζησε στὴν κρισιμότερη ἐποχὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τότε ποὺ αὐτὴ κινδύνευε, ἀνθρώπινα, νὰ χάσει τὴν ταυτότητά της. […] Ὁ Ἀθανάσιος ἀναγκάστηκε νὰ ἀπαντήσει καὶ ἀπάντησε ὀρθὰ σὲ πολλὰ κὰι θεμελιώδη προβλήματα, διότι ἠ κρίση ἦταν πολλαπλὴ καὶ τόσο ριζική, ποὺ ἀναμόχλευε τὰ σπουδαιότερα θέματα τῆς Ἐκκλησίας: Θεός – κόσμος – ἄνθρωπος – δημιουργία – τριαδολογία -ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ – σωτηρία –  χριστολογία – οἰκουμενικὴ σύνοδος – πνευματολογία. Κανεὶς ἄλλος Πατέρας καὶ Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀντιμετώπισε τόσο ριζικὴ καὶ τόσο πολλαπλὴ ἐκκλησιαστικοθεολογικὴ κρίση. Ὁ Ἀθανάσιος διατηρεῖ καὶ αὐτὸ τὸ πρωτεῖο. 

βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/18/καλὸς-βίος-καὶ-κατὰ-χριστὸν-ἀρετή/

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΛΟΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΑΡΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΓΡΑΦΩΝ (Μ. Ἀθανάσιος)

ΑΠΟ ΤΟΝ «ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΛΟΓΟΝ» ΤΟΥ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

(…) Πρὸς τὴν ἐκ τῶν γραφῶν ἔρευναν καὶ γνῶσιν ἀληθῆ, χρεία βίου καλοῦ καὶ ψυχῆς καθαρᾶς καὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ἀρετῆς, ἵνα δι᾿ αὐτῆς ὁδεύσας ὁ νοῦς τυχεῖν ὧν ὀρέγεται καὶ καταλαβεῖν δυνηθῇ, καθ᾿ ὅσον ἐφικτόν ἐστι τῇ ἀνθρώπων φύσει περὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου μανθάνειν.  Ἄνευ γὰρ καθαρᾶς διανοίας καὶ τῆς πρὸς τοὺς ἁγίους τοῦ βίου μιμήσεως, οὐκ ἄν τις καταλαβεῖν δυνηθείη τοὺς τῶν ἁγίων λόγους. Ὥσπερ γὰρ εἴ τις ἐθελήσειεν ἰδεῖν τὸ τοῦ ἡλίου φῶς, πάντως τὸν ὀφθαλμὸν ἀποσμήχει καὶ λαμπρύνει, σχεδὸν ὅμοιον τῷ ποθουμένῳ ἑαυτὸν διακαθαίρων, ἵνα οὕτως φῶς γενόμενος ὁ ὀφθαλμὸς τὸ τοῦ ἡλίου φῶς ἴδῃ, ἢ ὡς εἴ τις θελήσειεν ἰδεῖν πόλιν ἢ χώραν, πάντως ἐπὶ τὸν τόπον ἀφικνεῖται τῆς θέας ἕνεκεν· οὕτως ὁ θέλων τῶν θεολόγων τὴν διάνοιαν καταλαβεῖν, προαπονίψαι καὶ προαποπλῦναι τῷ βίῳ τὴν ψυχὴν ὀφείλει, καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἁγίους ἀφικέσθαι τῇ ὁμοιότητι τῶν πράξεων αὐτῶν, ἵνα σὺν αὐτοῖς τῇ ἀγωγῇ τῆς συζήσεως γενόμενος, τὰ καὶ αὐτοῖς ἀποκαλυφθέντα παρὰ Θεοῦ κατανοήσῃ, καὶ λοιπὸν ὡς ἐκείνοις συναφθεὶς ἐκφύγῃ μὲν τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κίνδυνον καὶ τὸ τούτων πῦρ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ἀπολάβῃ δὲ τὰ τοῖς ἁγίοις ἀποκείμενα ἐν τῇ τῶν οὐρανῶν βασιλείᾳ, “ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν, οὐδὲ οὖς ἤκουσεν, οὐδὲ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπων ἀνέβη, ὅσα ἡτοίμασται τοῖς κατ᾿ ἀρετὴν βιοῦσι, καὶ “ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν” καὶ Πατέρα, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ Κυρίῳ ἡμῶν, δι᾿ οὗ καὶ μεθ᾿ οὗ αὐτῷ τῷ Πατρὶ σὺν αὐτῷ τῷ Υἱῷ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, τιμὴ καὶ κράτος καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(…) Διὰ τὴν ἔρευναν τῶν Γραφῶν καὶ τὴν ἀληθῆ γνῶσι των χρειάζεται ἔντιμος βίος καὶ καθαρὰ ψυχὴ καὶ ἡ κατὰ Χριστὸν ἀρετή· ὥστε ὁ νοῦς νὰ βαδίζῃ τὸν δρόμον της, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ τὰ καταλάβῃ, ὅσον εἶναι προσιτὸν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν νὰ μάθῃ περὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου. Διότι χωρὶς καθαρὸν νοῦν καὶ χωρὶς τὴν μίμησιν  τοῦ βίου τῶν ἁγίων, δὲν θὰ δυνηθῇ κανεὶς νὰ ἐννοήσῃ τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων. Ὅποιος π.χ. θέλει νὰ ἰδῇ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ὁπωσδήποτε καθαρίζει καὶ λαμπρύνει τὰ μάτια του· τὰ καθαρίζει σχεδὸν σὰν τὸ φῶς ποὺ ποθεῖ ἔτσι ὥστε νὰ γίνουν τὰ μάτια φῶς καὶ νὰ ἰδῇ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου· ἢ  ὅποιος θέλει νὰ ἰδῇ μίαν πόλιν ἢ χώραν, ὁπωσδήποτε πηγαίνει εἰς τὸν τόπον διὰ νὰ τὰ ἰδῇ,  ἔτσι, αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἐννοήσῃ τὴν σκέψιν τῶν θεολόγων, ὀφείλει πρῶτον νὰ νίψῃ καὶ νὰ πλύνῃ τὴν ψυχή του διὰ τῆς ζωῆς του καὶ νὰ φθάσῃ ὣς τοὺς Ἁγίους μιμούμενος τὰς πράξεις των· ὥστε, κατὰ τὴν συναναστροφήν νὰ συζητήσῃ μὲ αὐτοὺς καὶ νὰ κατανοήσῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἰς ἐκείνους ἀπεκάλυψεν ὁ Θεὸς καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ συνενωθῆ μὲ τοὺς Ἁγίους, νὰ ἀποφύγῃ μὲν τὸν κίνδυνον τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τὸ πῦρ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, νὰ  ἀπολαύσῃ δὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ἁγίων εἰς τὴν  Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν (…)(Ε.Π.Ε., Μ. Ἀθανασίου  Ἔργα 1, σελ. 373-375)

ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Χωρὶς περιστροφὲς καὶ πολλὲς δαιδαλώδεις ἀναλύσεις ὁ Μέγας αὐτὸς Πατὴρ καὶ Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας θέτει τὸν ἔντιμο χριστιανικὸ βίο καὶ τὴν κατὰ Χριστὸν ἀρετὴ ὡς  ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν καὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογήσεως.
Ἡ διατύπωση αὐτὴ αὐτομάτως διαμορφώνει ἕνα καθοριστικὸ κριτήριο: Ἰδέες καὶ θεωρίες καὶ λόγια ποὺ δὲν ἔχουν πίσω τους ἀρετὴ κατὰ Χριστόν καὶ ἁγιομίμητη ζωή, δὲν «ἀναπαύουν» τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποὺ κατευθύνει τὴν Ἐκκλησία. Καὶ συνεπῶς κι ἂν κατορθώνουν κάποτε νὰ ἐπιπλέουν ἀλλὰ μετὰ ἀφανίζονται μαζὶ μὲ τοὺς εἰσηγητές τους.

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

.      Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περὶ τὸ 251 στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὔπορους. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284-305) καὶ Μαξιμιανοῦ (285-305) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου καὶ τῶν παιδιῶν του.
.       Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκὴς καὶ αὐτάρκης, «μόνοις δὲ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καὶ πλέον οὐδὲν ἐζήτει». Σὲ νεαρὰ ἡλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τοὺς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν πλούσιο νέο: «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ προτροπὴ στὴ ψυχὴ τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, ἀφοῦ ἐφύλαξε τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρηση αὐτοῦ καὶ τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τὴν ὁποία φρόντισε νὰ παραδώσει σὲ Χριστιανὲς νέες παρθένους ποὺ εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θὰ εἶναι κατὰ πάντα ἀσφαλής.
.       Ἀπὸ τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὸ βίο, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα καὶ ὑποβαλλόμενος σὲ αὐστηρὴ νηστεία, γιὰ νὰ κατανικήσει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας, ἀγρυπνώντας ὁλόκληρη τὴ νύχτα καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα.
.       Στὴ συνέχεια ἀπῆλθε σὲ τόπο ἔρημο καὶ μακρυνὸ ὅπου ὑπῆρχαν μνήματα καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔκλεισε τὴ θύρα. Ἡ τροφή του ἦταν ἐλάχιστη καὶ τοῦ τὴν πήγαινε σὲ καθορισμένες μέρες ἕνας συνασκητής του. Ἐκεῖ ὑπερνίκησε, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, νέους πειρασμούς. Ἀργότερα πῆγε κοντὰ στὰ ἐρείπια ἑνὸς φρουρίου καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανένας καὶ χωρὶς νὰ δέχεται κανένα παρὰ μόνο ἕνα γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἑξάμηνο.
.       Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήσεως καὶ ἀφοῦ ἔφθασε σὲ ὕψη πνευματικῆς τελείωσης, ἐμφανίσθηκε στὸν κόσμο καὶ τότε ἄρχισαν νὰ συρρέουν περὶ αὐτὸν πολλοὶ ποὺ τὸν θαύμαζαν ὡς ἀσκητὴ καὶ θαυματουργό. Μαρτυρεῖται ὅτι ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμη ἐν ζωῇ, ἔβλεπε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, καθὼς καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὶς ὁδηγοῦσαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ θαυμαστό, ἀφοῦ μία τέτοια δυνατότητα εἶναι γνώρισμα μόνο νοερᾶς καὶ ἀσώματης φύσης.
.         Τὸ 311, κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307-313) κατῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Ὅταν ἔπαυσε ὁ διωγμός, ὁ Ὅσιος ἐπανῆλθε στὴν ἔρημο, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν, ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθε σὲ τόπο ἔρημο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ ὄρος ὑψηλὸ κοντὰ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Καὶ ἐκεῖ ὅμως προσέρχονταν πολλοὶ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Θεράπευε δὲ τοὺς ἀσθενεῖς «οὐ προστάζων, ἀλλ᾽ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων».
.         Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἔφθασε μέχρι τοὺς βασιλεῖς τόσο ὥστε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ υἱοί του, Κωνστάντιος καὶ Κώνστας, ἔγραφαν σ᾽ αὐτόν, σὰν νὰ ἦταν πατέρας τους, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.
.         Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου ποτὲ δὲν ἄλλαξε ἔνδυμα καὶ ποτὲ δὲν ἔνιψε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἦταν σοφὸς κατὰ Θεόν. Εἶχε λόγο «ἠρτυμένον τῷ θείω ἅλατι καὶ χαρίεντα». Ἐδίδασκε τοὺς μαθητές του νὰ μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν νομίζουν ὅτι, ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Δὲν πρέπει, ἔλεγε, νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος συγκρινόμενος πρὸς τὸν μέλλοντα αἰώνα. Γι᾽ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσκαιρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπόκτηση αἰωνίων ἀγαθῶν, δηλαδὴ τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως, τῆς ἀγάπης.
.          Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἀφοῦ ἔζησε ἑκατὸν πέντε ἔτη, κοιμήθηκε ὁσίως τὸ 356. Ἂν καὶ ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἦταν νὰ μείνει κρυφὸς ὁ τόπος τῆς ταφῆς του, οἱ μοναχοὶ ποὺ ἐμόναζαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο, ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ (561), κατατέθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 565, μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.
.           Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

(Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐπισκόπου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου, τ. Ἰανουαρίου, σελ. 192-195.)
ΠΗΓΗ: http://www.apostoliki-diakonia.gr/

 

, ,

Σχολιάστε