Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μ. Χούλης

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Θεοτόκος στν ρθόδοξη κκλησία

Μιχαὴλ Χούλη, Θεολόγου

.               Τὸ γλυκύτερο καὶ ἁγιότερο πλάσμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀναμφίβολα ἡ Παναγία, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ μάνα ἐπίσης τῶν πιστῶν. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸν Καθολικισμὸ τῆς ἀποδίδεται μεγάλη τιμή. Ὁ Λούθηρος ἀναφέρει γι’ αὐτήν: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφραστεῖ μὲ λόγια ὁ ἔπαινος ποὺ ἁρμόζει στὴ Μαρία» (Ἔργα Λούθηρου, τόμος 1,219, 494). Στὸν Ἰσλαμισμὸ ἐπίσης ἀντιμετωπίζεται μὲ μεγάλο σεβασμό. Στὸ Κοράνιο ὑπάρχουν 20 περίπου χωρία ποὺ ἀναφέρονται στὴν Παρθένο. Ἡ Σούρα (κεφάλαιο) 21 γράφει: «Ψάλε τὴ δόξα τῆς Μαρίας ποὺ διατήρησε ἀνέπαφη τὴν παρθενία της. Αὐτὴ καὶ ὁ γιός της ἔγιναν ὁ θαυμασμὸς τοῦ σύμπαντος» (στίχος 91).
.           Ὁ ἐπιφανέστερος μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, ἀρνεῖται πὼς ὑπάρχει μεγαλύτερο θαῦμα ἀπὸ τὴν Θεοτόκο (P.G. 65,717). Ὁ ἐκ τῶν κορυφαίων δογματικῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, τὴν ὀνομάζει «τὸ σεμνὸν κειμήλιον ὅλης τῆς οἰκουμένης» (P.G. 77, 992).
.                   Ἀρκετοὶ ἑτερόδοξοι δὲν καταλαβαίνουν γιατί στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶμε τόσο πολὺ τὴν Θεοτόκο. Ἡ ἰδιαίτερη τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπό της εἶναι ὅμως ξεκάθαρη ἤδη ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, διότι ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τὴν προσφωνεῖ ὡς ἑξῆς: «Χαῖρε ἐσύ, ἡ προικισμένη μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ! Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου. Εὐλογημένη ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶσαι ἐσύ, περισσότερο ἀπ’ ὅλες τὶς γυναῖκες» (Λουκ. α´ 28).  Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶμε βαθύτατα τὴν Παναγία, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν προφητευμένο ἀπὸ τὸ στόμα της λόγο: «Ἀπὸ τώρα θὰ μὲ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενιὲς» (α´ 48). Ὅταν μάλιστα ὁ Χριστός, πάνω ἀπὸ τὸ σταυρό Του, ἔδωσε στὸν Ἰωάννη τὴ μητέρα Του γιὰ νὰ τὴν φροντίζει, καὶ ἐκεῖνος τὴν ἀνέλαβε πλέον ὡς μητέρα του, ἀπὸ τότε ἡ Παναγία ἔγινε καὶ μητέρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Πεντηκοστή, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ ποὺ γεννήθηκε ἡ Ἐκκλησία πάνω στὴ γῆ, ἡ Θεοτόκος βρισκόταν ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους καὶ δέχθηκε ἐπίσης τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Στὸ ἑξῆς, ἡ Κυρία τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων δὲν σταμάτησε, διὰ τῆς μεσιτείας καὶ τῶν προσευχῶν της, νὰ προστατεύει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Υἱοῦ της, στὴν ὁποία εἶναι μοναδικὰ ἐντεταγμένη, ἐνῶ τὸ ἅγιο πρόσωπό της καὶ ἡ μεγάλη της συνεισφορὰ στὴ σωτηρία μας ἀπασχόλησε τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη στοὺς αἰῶνες. Στὴν Ἀποκάλυψη, ἀκόμη, ἐκθειάζεται τὸ μεγαλεῖο της: «Μία γυναίκα ντυμένη τὸν ἥλιο, μὲ τὸ φεγγάρι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της, καὶ στὸ κεφάλι της στεφάνι μὲ δώδεκα ἀστέρι… Ἡ γυναίκα γέννησε παιδὶ ἀρσενικό, ποὺ θὰ κυβερνήσει ὅλα τὰ ἔθνη μὲ σιδερένια ράβδο» (ιβ´ 1-5).
.               Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εὐλαβεῖται καὶ ἀγαπᾶ βαθύτατα τὴν Παναγία, τὴν νοιώθουμε πολὺ κοντά μας καὶ ὅτι τρέχει εἰς βοήθειά μας, καὶ τῆς ἀποδίδουμε ἑπτακόσιες περίπου ἐπωνυμίες (Ἐλευθερώτρια, Μεγαλόχαρη, Γλυκοφιλοῦσα, Ἑκατονταπυλιανή, Ἐλεοῦσα κ.λπ.). Πρὸς τιμήν της ἔχουν ἀνεγερθεῖ σ’ ὅλη τὴν χριστιανοσύνη χιλιάδες ναοί, ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ ἄπειρες εἰκόνες της σ’ ὅλη τὴν ἱστορία, πάρα πολλοὶ Ἕλληνες φέρουν τὸ ὄνομά της, καὶ ὁλόκληρη ἡ Θεία Λειτουργία προσφέρεται ἐξαιρετικὰ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Ἐν τούτοις καὶ στὴ Θεοτόκο ἀποδίδουμε τιμητικὴ προσκύνηση (ὅπως καὶ στοὺς ἁγίους) καὶ ὄχι λατρεία, ποὺ ἁρμόζει μόνο: στὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο, καὶ στὴν Θεία Εὐχαριστία. Καὶ ὅπως ἡ σελήνη ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος εἶναι Παν-ἁγία (σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους), διότι ἑνώθηκε ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὄχι μόνο ἁγιοπνευματικά, ἀλλὰ καὶ ὀργανικὰ-βιολογικὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔφερε ἄλλωστε στὰ σπλάχνα της γιὰ ἐννέα μῆνες, γαλούχησε καὶ ἀνέθρεψε τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀκόμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ προτυπώσεις τῆς Παρθένου. Ὀνομάζεται Κλῖμαξ Ἰακώβ, Νεφέλη φωτεινή, ἄφλεκτος βάτος, δάσος τοῦ Ἀββακούμ, ὅρος ἀλατόμητον κ.ἄ. Στὸ λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο (Γέν. Γ´ 15), ὁ Θεὸς ἀπευθυνόμενος στὸ φίδι-σατανᾶ ἀναφέρει γιὰ τὴν Θεοτόκο ὅτι ὁ Ἀπόγονός της (ὁ Χριστὸς) θὰ τοῦ συντρίψει τὸ κεφάλι (τοῦ φιδιοῦ), καὶ ὅτι ὁ διάβολος θὰ καταφέρει ἁπλὰ νὰ τοῦ πληγώσει (τοῦ Χριστοῦ) τὴν φτέρνα (τριήμερος θάνατός Του καὶ στὴν συνέχεια ἀνάστασή Του).
.             Γιὰ τὴν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου, διαχρονικὴ ἔμεινε στὴ Δύση ἡ διατύπωση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος ἔτεκε, Παρθένος ἔμεινε» (βλ. Π. Τρεμπέλα, «Δογματική», τ. β΄, κεφ. 12, ἔκδ. Ὁ Σωτήρ, Ἀθ. 1979). Οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἀπέρριψαν τὴν ἀειπαρθενία της. Ἡ ἱερή μας Παράδοση καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ὅμως ξεκάθαρες. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λ.χ. ἀναφέρει: «Ἰδού, ἡ Παρθένος θὰ συλλάβει, θὰ γεννήσει Υἱὸ καὶ θὰ τὸν ὀνομάσουν Ἐμμανουὴλ (σημαίνει ‘ὁ Θεὸς μαζί μας’) (Ζ´ 14). Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ λέγει: «Ὁ Κύριός μου εἶπε: ‘Αὐτὴ ἡ πύλη θὰ παραμείνει κλειστή. Κανεὶς δὲν θὰ περάσει ποτὲ ἀπ’ αὐτήν, γιατί ἔχω μπεῖ ἀπ’ αὐτὴν ἐγώ, ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ. Γι’ αὐτὸ θὰ μείνει κλειστὴ’» (ΜΔ´, 2). Ἄγγελος Κυρίου λέγει στὸν Ἰωσήφ: «Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου, γιατί τὸ παιδὶ ποὺ περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο» (Ματθ. α´ 20). Καὶ πάλι τοῦ λέει: «Σήκω, πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του καὶ φύγε στὴν Αἴγυπτο» (Ματθ. β´ 13) καὶ δὲν τοῦ λέει: ‘σήκω, πάρε τὴ γυναίκα καὶ τὸ παιδί σου’. Γιατί; Διότι ὁ Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Θεὸς Πατὴρ καὶ ἡ σύλληψή Του ἔγινε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.
.                 Ἀλλὰ καὶ ἡ Μαριάμ, ὅταν τῆς μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ τὸ θεῖο μήνυμα, ρώτησε μὲ ἀθωότητα τὸν ἄγγελο: «Πῶς θὰ μοῦ συμβεῖ αὐτό, ἀφοῦ δὲν ἔχω συζυγικὲς σχέσεις μὲ κανέναν ἄντρα;» (Λουκ. α´ 34). Ἐπιπλέον, ἂν εἶχε κι ἄλλα παιδιὰ ἡ Παναγία, ὁ Χριστός, λίγο πρὶν ξεψυχήσει, θὰ ἀνέθετε τὴν προστασία τῆς μητέρας Του στὴν πολυπληθῆ οἰκογένειά Του (σύμφωνα μὲ τὰ ἰσχύοντα ἔθιμα) καὶ ὄχι στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη (Ἰω. ιθ´ 26-27), ὅπως καὶ ἔγινε. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιοῦν μάλιστα διὰ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑρμηνείας τους πὼς «Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Μαρία τὴν ἀειπάρθενο καὶ διὰ Πνεύματος Ἁγίου» (Ἅγιος Ἐπιφάνιος: P.G. 42, 665). Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ λέξη «Πρωτότοκος», ποὺ κάποιοι προτάσσουν γιὰ νὰ ἐμμείνουν στὴν κακοδοξία τους, ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος δὲν ἰσχυρίζεται φυσικὰ ὅτι προέκυψαν καὶ ἄλλα παιδιὰ στὴ συνέχεια ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὸν Ἰωσήφ, παρὰ μόνο ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς Θεοτόκου. Πράγματι, ‘πρωτότοκος’ ὀνομαζόταν τὸ πρῶτο παιδὶ ποὺ γεννιόταν σὲ κάθε σπιτικό, ποὺ ἄνοιγε μήτρα, ἀκόμα κι ἂν δὲν ἀκολουθοῦσαν ἄλλα παιδιὰ (βλ. Ἐξόδου Β´ 12-13 / ΛΔ´ 19 κ.ἑ.). Συχνά, μάλιστα, στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ λέξη ‘πρωτότοκος’ ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ Ἀγαπητοῦ, τοῦ Ξεχωριστοῦ, τοῦ Μοναδικοῦ. Ἔτσι, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἀποκαλοῦνται στὴ Π.Δ. ‘πρωτόπλαστοι’, ἂν καὶ δὲν ἐπακολούθησε ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄλλων ἀνθρώπων (Σοφ. Σολ. Ζ´1/Ι´ 1). Ἀκόμη, γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές του Ἰησοῦ ποὺ ἀναφέρονται στὰ Εὐαγγέλια (Ἰάκωβος, Ἰωσῆς, Ἰούδας, Συμεών, Μαρία καὶ Σαλώμη), πρόκειται εἴτε γιὰ ξαδέλφια τοῦ Ἰησοῦ (ἅγιος Ἱερώνυμος) εἴτε γιὰ παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ προηγούμενη γυναίκα του, ποὺ εἶχε στὸ μεταξὺ πεθάνει (ἅγιος Ἐπιφάνιος καὶ Ὠριγένης). Αὐτὴ τὴ δεύτερη ἄποψη δέχεται διὰ πολλῶν μαρτυριῶν ἡ παράδοση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (βλ.  πχ.  Ὠριγένη: P.G.  τόμ. 13,876 Β´ καὶ ἁγίου Ἐπιφανίου:  Πανάριον, κατὰ αἱρέσεων, 78,1 P.G. 42).
.           Ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος (ὁ Νεστοριανισμὸς καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο τὸ 431) ἀρνήθηκε καὶ αὐτὴν τὴν ὀνομασία ‘Θεοτόκος’ ποὺ ἀποδίδουμε στὴν Παναγία καὶ τὴν ὀνόμαζε ‘Χριστοτόκο’. Τὴν ἀρνοῦνται ὡς Θεοτόκο καὶ ἀκραῖες προτεσταντικὲς ὁμάδες (λ.χ. Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), διότι ἀρνοῦνται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ Ἐλισάβετ, ὅμως, μόλις ἡ Παναγία τὴν ἐπισκέφθηκε, φωτισθεῖσα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τῆς εἶπε: «Καὶ πῶς συνέβη τοῦτο, νὰ ἔλθει ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου πρὸς ἐμένα;» (Λουκ. α´ 43). Τὴν ὀνομάζει ἡ Ἐλισάβετ ‘μητέρα τοῦ Κυρίου’, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρα εἶναι Θεοτόκος. Ἀλλὰ καὶ στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ὁ ἀρχάγγελος ἀποκαλύπτει: «Τὸ ἅγιο παιδὶ ποὺ θὰ γεννήσεις θὰ ὀνομαστεῖ Υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35), ποὺ σημαίνει ὅτι στὰ σπλάχνα τῆς Παναγίας ἑνώθηκε, ἁρμονικά, ἀσύγχυτα, ἀδιαίρετα καὶ ἄτρεπτα, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γέννησε ὡς ἄνθρωπο τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἁρμόζει πέρα ὡς πέρα ὁ τίτλος “Θεοτόκος”. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει ὅτι «ὅποιος δὲν ὀνομάζει Θεοτόκο τὴν ἁγία Μαρία βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ» P.C. 37, 177), ἐνῶ οἱ Γ´, Δ´, Ε´ καὶ Ϛ´ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι τὴν ὀνομάζουν ‘ὄντως Θεοτόκον’.
.                     Τὸ ὅτι ἡ Παναγία βρίσκεται τόσο ψηλὰ στὴν συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων δὲν σημαίνει ὅτι γεννήθηκε χωρὶς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅπως δέχεται ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία (ἡ λεγόμενη «Ἀμίαντος Σύλληψις», ποὺ ὡς δόγμα κηρύχθηκε τὸ 1870 ἀπὸ τὴν Α´ Βατικανὴ Σύνοδο) –τὸ τελευταῖο δὲν ἀπαντᾶται οὔτε στὴν Ἁγία Γραφὴ οὔτε καὶ στὴν ἀποστολικὴ παράδοση. Ἡ Ὀρθοδοξία πιστεύει πὼς καὶ ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος κληρονόμησε τὴν ἁμαρτωλὴ φύση καὶ τὶς συνέπειες τῆς πτώσης τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ προσωπικὰ στὴ συνέχεια, καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἑνώθηκε μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸ ὑποστηρίζεται ἁγιογραφικά, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του ἀρχαγγέλου: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἔρθει πάνω σου καὶ θὰ σὲ καλύψει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «Μέσῳ ἑνὸς ἀνθρώπου μπῆκε στὸν κόσμο ἡ ἁμαρτία… γιατί ὅλοι ἁμάρτησαν» (Ρωμ. ε´ 12). Δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ (ἡ Παναγία) ἦταν ἤδη σωσμένο πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Υἱοῦ Του, ἀφοῦ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει ὅτι: ‘Πρὶν τὴν δι’ ἀναστάσεως δόξα τοῦ Ἰησοῦ κανεὶς δὲν εἶχε ἀκόμη λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα’ (Ἰω. ζ´ 39). Ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Θεοτόκου, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐντοπίζεται ἀκόμη στὸ ἑξῆς: Ἐνῶ βρισκόταν καὶ αὐτὴ ἐγκλωβισμένη στὸν στεναγμὸ τοῦ κόσμου γιὰ σωτηρία, ἐνῶ δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι κόρη τοῦ πεσόντος Ἀδάμ, ἐν τούτοις συνεργάστηκε οἰκειοθελῶς μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε τὸ ὄργανο τῆς λύτρωσης καὶ τὸ στόμα τῆς πλάσης, ποὺ ἀνταποκρίθηκε θετικὰ στὴν πρόσκληση τοῦ πανοικτίρμονα Θεοῦ. Χωρὶς τὴ δική της συνεργασία, τὸ δικό της ΝΑΙ στὸν Θεό, ὅταν κλήθηκε νὰ γίνει ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ παραμένει στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ γέφυρα πρὸς τὸν Θεό, τὸ κατοικητήριο τοῦ Λόγου, καὶ ἡ μεγάλη μεσίτρια τῶν πιστῶν.
.               Οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ καὶ οἱ Προτεστάντες δὲν δέχονται ἄλλους μεσίτες γιὰ τὴ σωτηρία μας ἐκτός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ αὐτὸ πιστεύει καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια ὅμως τοῦ ὅρου ‘μεσίτης’, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς λέγει: «Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ´ 6). Μὲ σχετικὴ πάντως ἔννοια, μεσίτες ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ἅγιοι, ποὺ εὑρισκόμενοι κοντὰ στὸν Θεὸ παρακαλοῦν καὶ προσεύχονται γιά μᾶς, ἀφοῦ ἤδη θαυματουργοῦσαν καὶ παρακαλοῦσαν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὸ Θεό, ὅσο βρίσκονταν ψυχοσωματικὰ ἐν ζωῇ. Μὲ τὴν ἴδια σχετικὴ ἔννοια, ἐνῶ εἶναι ἕνας ὁ Θεός, κατὰ χάριν ὑπάρχουν πολλοὶ θεοί, ἀφοῦ λέγει ὁ ψαλμός: «ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΘΕΟΙ, εἴσαστε ὅλοι σας παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου» (Ψαλμ. ΠΒ´ [82],6). Καὶ μὲ τὴν ἴδια σχετικὴ ἔννοια πάλι, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ σωτῆρες, διότι λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ὡς ἀπόστολος σταλμένος στὰ ἔθνη… ἴσως κάνω τοὺς ὁμοεθνεῖς μου νὰ ζηλέψουν ΚΑΙ ΣΩΣΩ μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς» (Ρωμ. ια´ 13-14). Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος λέγει: «Αὐτὸς ποὺ ἐπιστρέφει ἁμαρτωλὸ ἀπὸ τὴν πλανεμένη ὁδόν του, ΘΑ ΤΟΥ ΣΩΣΕΙ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ θὰ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (ε´ 20). Διότι διαφορετικὰ ἂν δεχθοῦμε ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ τὸ «Ἕνας ὑπάρχει Θεός, ἕνας καὶ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α´ Τιμ. β´ 5), στὸ ὁποῖο καὶ στηρίζονται ἀρκετοὶ ἑτερόδοξοι, θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον τὸν Χριστὸ ἀναφέρει μόνο ὡς ἄνθρωπο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν τὸ συμπεριλαμβάνει στὴ θεότητα. Ἔτσι, ὁ ἀπόστολος Πέτρος δήλωσε ὅτι θὰ φρόντιζε, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ θάνατό του, νὰ ὑπομιμνήσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στοὺς χριστιανοὺς (Β´ Πέτρ. α´ 13-15). Καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, 15 χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψή του, ἐπικοινώνησε μὲ τὸν βασιλέα Ἰωρὰμ γιὰ νὰ τὸν ἐλέγξει γιὰ τὶς θανάσιμες ἁμαρτίες τοῦ (Β´ Παραλ. ΚΑ´12…). Ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας προσευχόταν μετὰ τὴν ἐκδημία του γιὰ ὅλο τὸ ἔθνος καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας, ποὺ εἶχε πρὸ πολλοῦ πεθάνει, γιὰ τὸ λαὸ καὶ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, ὅπως φαίνεται στὴν Π.Δ. (Μακκ. Β´ 15/12-16). Ἀκόμη, ὁ Θεὸς ἔσωσε τὴν Ἱερουσαλὴμ χάριν τοῦ δούλου Του Δαυίδ, ὁ ὁποῖος δὲν βρισκόταν τότε ἐν ζωῇ (Β´ Βασιλ. 20,6). Στὴν Ἀποκάλυψη ἀναφέρεται ὅτι «ἀνέβηκε ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος μὲ τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἀγγέλου μπροστὰ στὸ Θεὸ» (η´ 4).
.                   Τέλος, ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, ὅπως ἀποτυπώνεται στὴν Ὑμνολογία καὶ τὴν Πατερικὴ Θεολογία, διδάσκει πὼς τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου, μετὰ τὸν προσωρινὸ θάνατό της (Κοίμηση τῆς Θεοτόκου), μετέστη στὸν Οὐρανὸ καὶ χάριτι ἑνώθηκε ψυχοσωματικὰ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Δὲν δέχεται δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι ἠρπάγη στὸν Οὐρανὸ ἡ πάναγνη κόρη χωρὶς πρῶτα νὰ πεθάνει, ὅπως δέχεται ἡ δυτικὴ θεολογία, οὔτε ἔχει διαμορφώσει ἄλλωστε σὲ δόγμα πίστεως τὴν μετάσταση τῆς Παρθένου (στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία θεσπίστηκε ὡς δόγμα τὸ 1950 ἀπὸ τὸν πάπα Πῖο τὸν ΙΒ´), ἀφοῦ δὲν ἀπαντᾶται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν ἱερὰ Παράδοση τῶν ἀρχικῶν χρόνων, παρὰ μόνο ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα κ.ἑ.

ΠΗΓΗ: theomitoros.blogspot.com

 

 

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ, ΙΔΙΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟ ΚΙΝΔΥΝΟ,
ΙΔΙΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΜΑΣ

 Τοῦ Μιχαὴλ Χούλη
Θεολόγου καθηγητῆ

.                    Τὰ τελευταῖα χρόνια αὐξάνονται συνεχῶς οἱ ὁμάδες καὶ ὀργανώσεις ἀνὰ τὸν κόσμο ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Θεὸ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο, διαφορετικὸ ἀπὸ τὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες. Δυστυχῶς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ ἀποκρυφιστικὲς δοξασίες, μεσαιωνικὰ μυστήρια, ἐπικλήσεις δυνάμεων, θεοσοφία, μετενσάρκωση, μυστηριακὲς τελετουργίες, ἀστρολογία, ἰνδουιστικὲς καὶ βουδιστικὲς ἰδέες καὶ ταοϊστικὰ σύμβολα, μαγεία κ.α.
.                    Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι χαρακτηρίζονται ‘θρησκεῖες τῶν νέων’, διότι σ’ αὐτοὺς κυρίως ἀποβλέπουν γιὰ στρατολόγηση ὀπαδῶν, καὶ αὐτοὺς περισσότερο ἐπηρεάζουν λόγῳ τῆς μαγευτικὰ καὶ ἔντεχνα ἐμφανιζόμενης ἀτμόσφαιρας τῶν ἰδεῶν τους καὶ τῶν ἐξωτικῶν, πλὴν περιθωριακῶν, στοιχείων ποὺ προσφέρουν, τὰ ὁποῖα στὰ μάτια τῶν ἀφελῶν φαντάζουν σὰν ὑπαρξιακὸ λαχεῖο καὶ εὕρεση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Σὲ καταστάσεις εὐαισθησίας, στενοχώριας, ἀνασφάλειας καὶ ἔλλειψης ἀποφασιστικότητας καὶ ἐμπιστοσύνης, ποὺ βιώνουν οἱ νέοι ἄνθρωποι εἴτε σὲ σχέση μὲ τὸ οἰκογενειακό τους περιβάλλον, εἴτε σὲ περίοδο σπουδῶν, εἴτε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς θητείας, εἴτε μετὰ ἀπὸ διάλυση ἐρωτικῶν δεσμῶν κ.λπ., ἐπωφελοῦνται ἐπιτήδειοι πράγματι ψευτο-σωτῆρες καὶ «πνευματικοὶ διδάσκαλοι», οἱ ὁποῖοι τοὺς πλησιάζουν μὲ εὐγένεια, ὕπουλα χαμόγελα καὶ διάθεση βοήθειας, καὶ τοὺς παρασέρνουν σὲ μία ἀπρόσωπη μεταφυσικὴ σούπα γεμάτη ἀπὸ ἀντιχριστιανικὲς θεωρίες, ποὺ τοὺς σερβίρουν σὰν τὴν καλύτερη λύση στὰ προβλήματά τους.
.                    Οἱ ἄνθρωποι τῆς παραθρησκείας γνωρίζουν ἀπὸ ψυχολογία καὶ χρησιμοποιοῦν τὴ λογικὴ μὲ ἕναν μεθοδικὸ καὶ ἁρπακτικὸ τρόπο. Δημιουργοῦν πρῶτα στὰ δυνάμει θύματά τους ἀμφιβολίες γιὰ τὴν θρησκεία καὶ παράδοση ποὺ ἀνήκουν οἱ νέοι, χωρὶς νὰ ἀρνοῦνται στὴν ἀρχὴ βασικὲς ἰδέες τους γύρω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, πίστη καὶ ζωή, ἀλλὰ ἁπλῶς συζητώντας σὲ εὐχάριστο περιβάλλον. Ἐκδηλώνουν ἀκόμη ἕναν ἐνθουσιασμὸ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ὁμάδα τους καὶ τάζουν στὰ ἐνδεχόμενα νέα μέλη γαλήνη καὶ ἐσωτερικὴ ἀνάπαυση. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἡ συμμετοχὴ τῶν νέων θυμάτων στὶς ὁμάδες, ἐκδηλώσεις καὶ ἐξορμήσεις τους, ὅπου καὶ δένονται καὶ γοητεύονται περισσότερο, ἀλλὰ καὶ στρατολογοῦν νέα μέλη μὲ πρόσχημα τὴ λύση προσωπικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων τους, εἶναι θέμα ἡμερῶν ἢ καὶ ὡρῶν. Τὰ νέα μέλη στὴ συνέχεια παρουσιάζονται στὸν «πνευματικὸ» καθοδηγητὴ τῆς ὀργάνωσης, συνήθως κάποιον δυτικοῦ τύπου γκουρού, στὸν ὁποῖον ὑποτάσσονται, καὶ ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ ἔκτοτε τυφλὰ τὶς συνειδήσεις τους -γεγονὸς ποὺ φαίνεται στὶς πολυάριθμες ὁμαδικὲς αὐτοκτονίες μελῶν ποὺ ἔχουν συμβεῖ στὸ παρελθὸν (ΟΠΩΣ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ), ἢ ποὺ ἐνδεχομένως συμβαίνουν παγκοσμίως αὐτὴ τὴ στιγμὴ- χάριν μίας ὑποτιθέμενης ἀλήθειας, στὴν ὁποία ὑπακούει ἡ ὀργάνωση ἢ ἐπειδὴ πλησιάζει κατὰ τὴ γνώμη τους τὸ τέλος τοῦ κόσμου.
.                    Ὑπάρχουν βέβαια παραθρησκευτικοὶ κύκλοι γιὰ κάθε γοῦστο, γιὰ ἀμαθεῖς ἀλλὰ καὶ μορφωμένους ὀπαδούς. Σὲ καλλιεργημένες κατηγορίες ἀνθρώπων, ἐπιστημόνων, ὑπαλλήλων κ.α., ἐπιστρατεύονται θεωρίες καὶ πρακτικές τῆς γιόγκα, τοῦ διαλογισμοῦ, τῆς θεοσοφίας, ἰνδουιστικὴ χορτοφαγία, ἁγιουρβέδα, ἀθλητισμὸς ζέν, διαλέξεις σὲ «πνευματικὰ κέντρα» καὶ ἐκμάθηση δῆθεν μυστικῶν τῆς ζωῆς συνταγῶν, συνήθως μὲ δέλεαρ μαθήματα αὐτογνωσίας, ἐσωτερικῆς φιλοσοφίας, ἀποκάλυψης τοῦ μέλλοντος κ.ἄ.
.                    Οἱ κίνδυνοι εἶναι πολὺ μεγάλοι, γιὰ τὴν ὑγεία, ψυχοσωματικὴ ἰσορροπία καθὼς καὶ τὴ ζωή, τῶν ἀνθρώπων ποὺ πέφτουν θύματα διαφόρων παραθρησκειῶν καὶ καταστροφικῶν λατρειῶν. Διότι μεταβάλλονται σὲ ὄργανα παράνομων δραστηριοτήτων, καθοδηγοῦνται ἄβουλα, φανατίζονται κατὰ τῆς παραδοσιακῆς τους θρησκείας καὶ ὑπὲρ τῶν ἀρχηγῶν τους, δὲν μιλᾶνε πλέον καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν οἰκογένειά τους, ἐμφανίζουν κατάθλιψη, ἀντικοινωνικότητα καὶ νοσηρὴ ἐσωστρέφεια. Ἀφαιρεῖται, ὅπως καταλαβαίνουμε, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἀπὸ τὰ θύματα τέτοιων ὁμάδων, ἐλευθερία καὶ ἀλήθεια, τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σταυρική του θυσία καὶ ἀνάσταση μᾶς χάρισε, μὲ σκοπὸ τὴν τελεία καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ μιζέρια, τὸ φόβο τοῦ πεπρωμένου, τὴν ἀστρολογικὴ ὑποδούλωση, τὶς ἰδεολογικὲς ἀγκυλώσεις καὶ τελικὰ τὸ θάνατο.
.                    Ἡ Ἐκκλησία δίνει καθημερινὰ τὴ μάχη ὑπὲρ τῆς ἐλπίδας, ἐλευθερίας, τοῦ ἀγώνα γιὰ ἀνώτερα ἰδανικά, κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πολιτισμοῦ, καὶ ἐναντίον τῶν σεκταριστικῶν κινημάτων, τῆς ἀντικοινωνικότητας καὶ τοῦ φόβου, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ψυχοσωματικὸ ξεπεσμό. Χρειάζεται ἑπομένως σταθερὴ προσήλωση στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ποὺ σώζει, παρέχει πραγματικὸ πνευματικὸ ὀξυγόνο καὶ ἀληθινὴ ζωή, ἐνῶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν προσωπικὴ καταξίωση, καὶ ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὰ ψυχικὰ κενά, τοὺς ὑπαρξιακοὺς γκρεμούς, τὸ τέλμα καὶ τὰ διάφορα προβλήματα, στὰ ὁποῖα μὲ μεθοδικὸ καὶ ἀποκρυφιστικὸ τρόπο ὁδηγοῦν τὰ θύματά τους οἱ παραθρησκευτικὲς καὶ ὁλοκληρωτικὲς ὁμάδες, λατρεῖες καὶ ὀργανώσεις ἀνὰ τὸν κόσμο, ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ στὴν χώρα μας πλέον «ἐργάζονται» καὶ δροῦν ἑκατοντάδες.
.                    Μερικὲς ἀπὸ τὶς παραθρησκευτικὲς ὁμάδες σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ποὺ αὐτοδιαφημίζονται καὶ ὡς θρησκεῖες, εἶναι: Ἀοὺμ Σινρικίο (‘Διδασκαλία τῆς ὑπέρτατης ἀλήθειας’): Μία ἐπικίνδυνη σέκτα τοῦ Ἰάπωνα γκουροὺ Σόκο Ἀσαχάρα, ποὺ ἀνέμενε τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου τὸ 1997. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἐπιθέσεις μὲ δηλητηριῶδες ἀέριο σαρίν, σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Ἰαπωνίας καὶ σὲ τρένα στὸ Τόκιο ὅπου ἀρκετοὶ ἄνθρωποι πέθαναν, ἡ ὀργάνωση ἐπιτέθηκε τὸ 1995, μὲ μεγάλες ποσότητες ἀπὸ τὸ ἴδιο νευροπαραλυτικὸ καὶ φονικὸ ἀέριο στὸ μετρὸ τοῦ Τόκυο, γιὰ νὰ ἐπισπεύσει τὸ Τέλος καὶ τὴν Ἀποκάλυψη. Ἀποτέλεσμα: 11 ἄτομα σκοτώθηκαν καὶ 5.000 τραυματίστηκαν. Σήμερα, περιέργως, ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ ἡ σέκτα ὑπὸ ἄλλη ἡγεσία καὶ μὲ τὸ ὄνομα «Ἀλεφ».
.                    Ἐκκλησία τῆς Σαϊεντολογίας: Ἀποτελεῖ μία ψευδοφιλοσοφικὴ ὀργάνωση ποὺ ἵδρυσε ὁ «φιλόσοφος» καὶ ἐπιχειρηματίας Ρὸν Χάμπαρντ τὴ δεκαετία τοῦ 1950. Ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπαλλάσσει ἀπὸ ψυχικὲς νόσους καὶ τραύματα μὲ ἐπιστημονικὸ καὶ τεχνολογικὸ τρόπο, σὲ διάφορες ἀκριβὲς συνεδρίες. Ἔχει ἀντιχριστιανικό, ἀντιιατρικὸ καὶ ἀντικοινωνικὸ περιεχόμενο. Κρίθηκε ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴ Δικαιοσύνη τῶν χωρῶν: Αὐστραλίας, Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, ΗΠΑ καὶ Ἑλλάδας. Ἀρκετὰ μέλη τῆς ὀργάνωσης αὐτῆς ἔχουν αὐτοκτονήσει στὴν Ἀμερική, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτὴς εἶχε τάσεις αὐτοκτονίας.
.                    Ἑνωτικὴ Ἐκκλησία: Ἱδρύθηκε τὴ δεκαετία τοῦ ’50 ἀπὸ τὸν Κορεάτη Μοῦν, ποὺ παρουσιάστηκε ὡς ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς καὶ διόρθωσε τὰ λάθη ὑποτίθεται τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτὸς καὶ ἡ γυναίκα τοῦ εἶχαν σκοπὸ νὰ υἱοθετήσουν ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὡς ‘ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ’, ὁ Σὰν Μυοὺνκ Μοῦν ἐπιχείρησε νὰ διαβρώσει πολλοὺς φορεῖς καὶ θεσμοὺς παγκοσμίως (Κοινοβούλια, ἐπιχειρήσεις, θρησκεῖες, ἱδρύματα κ.α.). Ἡ «Ἐκκλησία» κατέχει ξενοδοχεῖα, ἐφημερίδες, ἀκαδημίες χοροῦ, τηλεοπτικοὺς σταθμοὺς καὶ ἐργοστάσια.
.                 Παιδιὰ τοῦ Θεοῦ (τοῦ David Berg ἢ Μό): Μὲ τὴν ὀνομασία «Οἰκογένεια», στὴν παραθρησκεία αὐτὴ τὰ κορίτσια τῆς ὀργάνωσης χρησιμοποιοῦν ἀπὸ τὸ 1968 τὰ σωματικά τους προσόντα γιὰ νὰ συνευρεθοῦν μὲ νέους ἀνθρώπους καὶ νὰ γεννήσουν παιδιὰ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν ὀργάνωση. Δροῦν σὲ Ἀμερική, Εὐρώπη καὶ Αὐστραλία. Τὶς δεκαετίες ’70 καὶ ’80, ἀπὸ τὰ 10.000 μέλη τους, τὰ 7.000 ἦταν παιδιὰ ποὺ γέννησαν οἱ ἱερόδουλες τῆς ὀργάνωσης. Προωθεῖται στὴν ὀργάνωση ἡ αἱμομιξία καὶ ἡ παιδεραστία.
.                    Τάξη τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἡλίου: Ἱδρυτὲς τὸ 1984 ὁ Τζόζεφ Mambro καὶ ὁ Luc Jouret.  Ο Μάμπρο κήρυττε ὅτι μετενσαρκώθηκε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὑποτίθεται τῶν Σταυροφοριῶν, ὅταν ἦταν μέλος τοῦ Τάγματος τῶν Ἱπποτῶν. Ἦταν ροδοσταυρίτης ἀπὸ τὸ 1956 καὶ ἀπὸ τὸ 1973 ἱδρυτὴς νεοεποχίτικου κέντρου μὲ κοινοβιακὴ ζωὴ καὶ πρακτικὲς ἐσωτερισμοῦ. Μὲ τὸν Luc Jouret, μεγάλο Μάγιστρο, δυναμικὸ χαρακτήρα, ἐναλλακτικὸ γιατρὸ καὶ ἀποκρυφιστή, κατάφεραν νὰ προσελκύσουν πάνω ἀπὸ 400 ὀπαδοὺς στὴν Ἐλβετία, τὴ Γαλλία, τὸν Καναδά, τὶς ΗΠΑ, τὴν Ἱσπανία καὶ τὴ Μαρτινίκη. Τὰ ἔσοδά τους παράλληλα αὐξήθηκαν σημαντικά. Μετὰ ὅμως ἀπὸ ἐσωτερικὲς συγκρούσεις, κρίσεις καὶ φόνους μελῶν, ἄρχισε νὰ ἐνθαρρύνεται ἡ ἄποψη καταφυγῆς σὲ κάποιον ἄλλο κόσμο. Τελικά, τὸ 1994 βρέθηκαν νεκρὰ 53 μέλη τῆς αἵρεσης στὴν Ἐλβετία, τὸ 1995 ἄλλα 15 μέλη τῆς ὀργάνωσης βρέθηκαν δολοφονημένα στὸ δάσος Βεκόρ, καὶ τὸ 1997 στὸ Κεμπὲκ εἴχαμε ἄλλους 5 θανάτους ἀπὸ μέλη τῆς σέκτας. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς 73 νεκροὺς δὲν δέχθηκαν νὰ αὐτοκτονήσουν ἀποδείχθηκε ὅτι τοὺς δολοφόνησαν. Τὸ Τάγμα πίστευε στὴ σωτήρια δῆθεν μετάβαση στὸν ἀστέρα Σείριο, σὲ μυστικοὺς καθοδηγητὲς καὶ διδασκάλους,  καὶ σὲ ἕνα κράμα νεοεποχικῶν, ἀποκαλυπτικῶν καὶ ἐσχατολογικῶν ἰδεολογιῶν.
.                    Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ (Heavens Gate): Ὁ ἡγέτης καὶ ἱδρυτής, Μάρσαλ Ἀπλγουάιτ, ὁδήγησε 39 μέλη τῆς ὁμάδας στὸν θάνατο (τὸ 1997), γιὰ νὰ ἀνέβουν σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο ὕπαρξης. Ὅσοι δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ αὐτοκτονήσουν, «βοηθήθηκαν» καταλλήλως. Οἱ ὀπαδοί, μὲ ὁμοιόμορφο ντύσιμο καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ σέξ, εἶχαν δωρίσει ὅλη τὴν περιουσία τους στὴν ὀργάνωση. Ὁ Ἀπλγουάιτ δίδασκε τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ σώματος τῶν μελῶν τῆς ὁμάδας, μέσω διαστημοπλοίου ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν ἐμφάνιση τοῦ κομήτη Χέιλ Μπόπ. Πολλὰ μέλη τῆς σέκτας ἦταν ἐπαγγελματίες σχεδιαστὲς ἰστοσελίδων.
.                    «Κλάδος τοῦ Δαβίδ»: Ἐπικίνδυνη σέκτα, παρακλάδι τῶν Ἀντβεντιστῶν τῆς 7ης ἡμέρας, μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ντέιβιντ Κορὲς (David Coresh), ποὺ ὁδήγησε στὴν τραγωδία τοῦ Γουάκο (Τέξας) τὸ 1993, ὕστερα ἀπὸ ἐπέμβαση τοῦ FBI, καὶ μὲ ἀπολογισμὸ 95 νεκρούς, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 17 ἦταν παιδιά. Ὁ Κορὲς ἔφτασε νὰ ξεχωρίζει ὀντολογικὰ σχεδὸν τὴν ὀργάνωσή του, «τοὺς Ἐκλεκτούς», ἀπὸ τὴν «αὐτοκρατορία τοῦ κακοῦ», τοὺς ἐκτός της ὁμάδας τοῦ ἀνθρώπους, καὶ δίδασκε μία ὁσονούπω ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς ἔξω ἐχθροὺς μὲ μεθόδους Ἀποκάλυψης.
.                    «Ὁ Ναὸς τοῦ Λαοῦ»: Τοῦ αἰδεσιμότατου Τζιμ Τζόουνς, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ξεκίνησε ὡς χαρισματικὸς θρησκευτικὸς ἡγέτης καὶ πολιτικὸς ἀκτιβιστής, ἔφτασε ψυχοπαθολογικὰ νὰ πιστεύει ὅτι ἦταν μετενσάρκωση, μεταξὺ ἄλλων, τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Λένιν καὶ τοῦ Βούδα. Ἵδρυσε τὴν ὀργάνωση τὸ 1956 στὸ San Francisco. To 1973 μετακόμισε τὰ μέλη τῆς σέκτας στὴν Γουιάνα. Ἐξελίχθηκε σὲ τύραννο καὶ δικτάτορα, ἐνῶ ἤλεγχε ἀπόλυτα τὴ ζωὴ τῶν ὀπαδῶν του. Κανένα μέλος δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει διὰ τῆς ζούγκλας, πράγμα ποὺ ἐπεδίωξε γιὰ νὰ τοὺς στερήσει κάθε ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Ὁ ἴδιος διέταξε τὴν ἐκτέλεση 5 ἀτόμων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοῦ γερουσιαστῆ Ryan καὶ ὁμάδας ἀπὸ τηλεοπτικὸ συνεργεῖο, ποὺ ἔφτασαν γιὰ νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τὸν ὑποτιθέμενο παράδεισό του (κακοποιήσεις μελῶν κ.α.). Ἔπειτα ἀπὸ αὐτά, διαισθανόμενος τί θὰ ἐπακολουθοῦσε, διέταξε τοὺς φυλακισμένους στὴν οὐσία ὀπαδούς του νὰ αὐτοκτονήσουν, ἀφοῦ πρῶτα σκότωσαν μὲ δηλητηριώδεις χυμοὺς τὰ μωρὰ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς ὀργάνωσης. Τραγικὴ κατάληξη ἦταν ἡ ὁμαδικὴ αὐτοκτονία (καὶ δολοφονία σὲ ὅσους δὲν τὰ κατάφεραν νὰ γίνουν αὐτόχειρες) 913 μελῶν τῆς ὁμάδας ποὺ ἠγεῖτο, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1978 στὴν Γουιάνα.
.                    Ὑπερβατικὸς διαλογισμός, τοῦ Μαχαρίσι Μαχὲς Γιόγκι, ἀπὸ τὸ 1958. Μὲ ταξίδια σὲ Ἀμερική, Ἀγγλία, Γερμανία, Ἑλλάδα καὶ σὲ πολλὲς χῶρες, ὁ γκουροὺ (ἢ διάφοροι δάσκαλοι καὶ ὀπαδοὶ τοῦ) δίδαξε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους στὸν ὁμαδικὸ διαλογισμὸ καὶ θεώρησε ὅτι μπορεῖ νὰ λύσει πολλὰ ἀνθρώπινα προβλήματα. Στὸ τέλος τῶν σπουδῶν θὰ ἔφταναν οἱ ἐκπαιδευόμενοι στὸ στάδιο τοῦ γιογκικοῦ πετάγματος. Ἐνημερώνουμε ἐδῶ ὅτι ἡ γιόγκα εἶναι ἕνα ἰνδουιστικὸ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ σύστημα καὶ ὄχι γυμναστικὴ (ὅπως παρουσιάζεται στὴ Δύση), πιστεύει στὶς πλανεμένες καὶ ἀσυμβίβαστες μὲ τὴν Ἐκκλησία θεωρίες τοῦ Κάρμα καὶ τῆς Μετενσάρκωσης, δίνονται στοὺς ἀσκούμενους τοῦ διαλογισμοῦ τὰ μάντρας (εἰδωλολατρικὰ ὀνόματα), θεωρεῖ τὸ σῶμα ἁπλῶς σὰν ἕνα ὄργανο, ἕνα ἐργαλεῖο γιὰ τὴν ἐπαφὴ τοῦ νοῦ μὲ τὸν κόσμο (ὄχι ἰσότιμο μὲ τὴν ψυχὴ ὅπως διδάσκει ὁ Χριστιανισμός), τὸ σῶμα καὶ τὶς αἰσθήσεις τὰ ἀντιμετωπίζει μόνο ὡς φαινόμενα καὶ προσωρινὰ παιχνίδια, καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς γιόγκα εἶναι ἡ Νιρβάνα, ποὺ σημαίνει «πλήρη ἐκμηδένιση» τοῦ προσώπου (ἀντίθετα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία περὶ Παραδείσου καὶ ψυχοσωματικῆς συνέχειας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ζωῆς), καὶ αὐτὸ πιστεύεται ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς σὰν ἀπελευθέρωση, ἄχρονο, καὶ ὑπέρτατη κατάσταση (βλ. ΓΙΟΓΚΑ, τοῦ Ἔρνεστ Γούντ, Πύρινος κόσμος, Ἄθ. 1977).

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ, Ἀνδρέα Ἀργυρόπουλου καὶ Δημήτρη Τριανταφύλλου, ἔκδ. Πατάκη, Ἀθ. 2000
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ, S.O.S., ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, ἔκδ. ΠΕΓ, Ἁγ. Παρασκευὴ
Πανελλήνιας Ἕνωσης Γονέων: http://www.ppu. gr/ greek/ heaven_gr. htm

ΠΗΓΗ: egolpion.com

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων
καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἁγιότητας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

 Ἡ διαφορὰ ἁγίου καὶ καλοῦ ἀνθρώπου

τοῦ Μιχαήλ Γ. Χούλη

.         Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὀνομάζει ἁγίους τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βοηθᾶνε τοὺς συνανθρώπους τους καὶ συμμετέχουν στὴν θεραπεία τοῦ πανανθρώπινου πόνου. Μία τέτοια ζωὴ προσφορᾶς δὲν εἶναι χριστιανικὸ μόνο προνόμιο. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπειδὴ ἔζησε μὲ σοβαρότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ὡς Θεό, ὄχι μόνο μετανοοῦσε, ἐξομολογεῖτο, κοινωνοῦσε συχνὰ καὶ συμμετεῖχε στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὑπέστη βαθμηδὸν μία ὀντολογικὴ ἀλλοίωση ἀπὸ τὴν ἄκτιστο χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν παρέμεινε στὸ στάδιο τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁδηγήθηκε στὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ θέωση. Ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Χριστὸ βέβαια προσέφερε καὶ στοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἀγαποῦσε ὡς ἑαυτόν. Ἑπομένως τοὺς ἁγίους ξεχωρίζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἡ συνεχὴς ἐσωτερικὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὄχι μόνο οἱ ἠθικὲς καὶ καλὲς σχέσεις πρὸς τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν προέρχονται πάντα, καὶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀπὸ ἀγαθὴ συνείδηση.
.         Κανεὶς δὲν γίνεται ἅγιος ἀπὸ μόνος του, παρὰ μόνο συμμετέχοντας στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Οὐσιαστικὰ ἅγιος εἶναι μόνο ὁ Θεός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ψάλλουμε σὲ κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οἱ πιστοὶ ἁγιάζουν, ὅταν ἑνώνονται μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ λάμπουν ὡς εἰκόνες Του. Μὴν ξεχνᾶμε τί παραγγέλνει ὁ Θεὸς ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ.: «Νὰ γίνεσθε ἅγιοι, διότι ἐγὼ εἶμαι ἅγιος». Ὁ Χριστὸς δηλώνει καθαρὰ ὅτι εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ μετέχοντας στὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς Του ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς κατὰ χάρη, ὅπως λέμε, καὶ ὄχι κατ’ οὐσίαν. Δὲν μετέχουμε τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ συνεχῶς θὰ ἁγιαζόμαστε μεταβαίνοντες ἀπὸ δόξα σὲ δόξα.
.         Αὐτὸ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, νὰ γίνουμε δηλαδὴ κατοικητήριο τῆς Θεότητας, διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, καὶ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ αὐξηθοῦμε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ´13). Ὅσοι λοιπὸν μιμήθηκαν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολές του, ἐκεῖνοι λαμβάνουν τὴν κλήση καὶ τὴν πολλαπλασιάζουν σὰν τὰ τάλαντα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔτσι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι ὄχι οἱ κλητοὶ μόνο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλεκτοί. Διότι πολλοὶ εἶναι ὅσοι ἐκλήθησαν, ἀλλὰ λίγοι ἀνταποκρίνονται σ’ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, ποιοῦντες ἔργα ἄξια μετανοίας.
.         Μέσῳ λοιπὸν τῶν ἁγίων βλέπουμε τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀφοῦ ἁγίασαν γιατί ἀκριβῶς τήρησαν τὸ θέλημά Του. Ἀνάλογα βέβαια μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ στὸν καθένα, διότι ὅλοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ἐκ Θεοῦ νὰ τρῶνε π.χ. ἐλάχιστα ὅπως οἱ ἀσκητὲς ἢ νὰ μὴν βγαίνουν ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ κελί τους, ὅπως βλέπαμε σὲ παλιοὺς ἀσκητές. Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοὶ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ταπεινώνονται καὶ αὐτὸ εἶναι βασικὸ ὡς ἀρχὴ τῆς ἁγιότητας. Οἱ ἅγιοι λοιπὸν δὲν ἔχουν δική τους ἁγιότητα, ἀλλὰ συμμετέχουν στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ πρὸς τὸν Χριστὸ συνεχῶς προσανατολίζουν, ἀφοῦ ὁ Παράκλητος ἐνοικεῖ στὴν ψυχοσωματική τους ὑπόσταση. Εἶναι ζωντανὲς καὶ ἔμψυχες πινακίδες προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, διότι λέγει ὅτι «ὅσοι ἔλαβον αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (α´12), ποὺ σημαίνει ὅτι ἅγιος εἶναι κανεὶς ὡς υἱοθετημένος υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποτιθέμενη παραψυχολογικὴ δύναμη δική του.
.         Οἱ χριστιανοί, ἀκόμη, ἁγιάζουν καὶ καθίστανται δοχεῖα τῆς θείας χάριτος, ἀνάλογα μὲ τὴν κατὰ δύναμη ἄξια προσέλευσή τους στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν συμμετοχή τους στοὺς ἑορταστικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους, ποὺ εἶναι κυρίως δεσποτικοὶ [γιὰ τὸν Χριστὸ] καὶ θεομητορικοὶ [γιὰ τὴν Παναγία]. Ἡ πνευματικότητά μας εἶναι καὶ παραμένει λειτουργικὴ καὶ Χριστοκεντρική. Καὶ κορυφαία θέση στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ζωή, τὴ δεύτερη ἀμέσως μετὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἔχει φυσικὰ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μέρος τῆς ἀνθρωπότητας. Τοὺς αἰσθανόμαστε καὶ προσευχόμαστε σ’ αὐτοὺς ὡς φίλους καὶ συνοδοιπόρους πρὸς τὸ ποθητὸ Τέρμα τοῦ παραδείσου. Καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὴν ζωή τους, τὴν διδασκαλία τους, τὰ μαρτύριά τους ὡς κάλεσμα μιμήσεως τῆς θεάρεστης ζωῆς τους, μέσα ἀπὸ τὶς καθημερινὲς λαϊκὲς ἑορταστικὲς συνάξεις, τὰ πανηγύρια, τὶς Κυριακάτικες λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων.
.         Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦν μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν σωτηρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῶν ἁγίων, θὰ λέγαμε. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεὸς λέει γι’ αὐτοὺς ὅτι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α´Βασιλ. Β´ 30). Δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ μὲ δόξασαν στὴν γῆ, θὰ τοὺς δοξάσω ὄχι μόνο στὴν γῆ, ἀλλὰ καὶ στὸν παράδεισο. Πῶς δοξάζουμε τὸν Θεό; Μὲ τὴν πίστη μας, τὴν ἐλπίδα μας, τὴν ὑπακοή μας στὶς ἐντολές του, τηρώντας τὸν Δεκάλογο ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους, θυσιάζοντας πολλὲς ἀνέσεις μας χάριν τῶν ἀναγκεμένων καὶ προσπαθώντας νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ θέλημά Του. Αὐτὰ θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μᾶς τὰ δείχνει ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους μάλιστα βασανίστηκαν καὶ σφαγιάστηκαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς προτρέπουν, ἂν χρειαστεῖ, νὰ προτιμήσουμε τὸ μαρτύριο παρὰ νὰ ἀρνηθοῦμε τὸ ὄνομά Του.
.         Οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ ὁμολογοῦσαν συνεχῶς ὅτι ἤσαν καὶ εἶναι χριστιανοὶ –ἀφοῦ καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι- καὶ αὐτὸ καλούμαστε νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε, σὲ μία κοινωνία ποὺ ὑποχωρεῖ στὰ τῆς πίστεως. Ἂν λοιπὸν ζήσουμε ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι, «ὁ μισθός μας θὰ εἶναι πολὺς στὸν οὐρανό», ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ (ε´12). Μάλιστα ὅσοι ἀφήσουν ὅλα τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστό, ὅπως οἱ ἀσκητές, οἱ ἱεραπόστολοι, οἱ μοναχοὶ κ.λπ., ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ὄχι φυσικὰ γιὰ λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἑκατονταπλάσιο μισθὸ καὶ δόξα στοὺς Οὐρανοὺς σὲ σχέση μὲ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους, ποὺ ζοῦμε «ἡσύχιον βίον» καὶ πολὺ πιὸ εὔκολο (Ματθ. ιθ´ 27 κ.ε.). Αὐτοὶ εἶναι οἱ «εὐνουχίζοντες (πνευματικὰ) ἑαυτοὺς» χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

 Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο ὁδηγοῦν πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ πρεσβεύουν καὶ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς στὸν Χριστό.

 .       Κάποιοι ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται βέβαια τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν παρερμηνεύσει τὶς Γραφές. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ οἱ ἅγιοι, ὅσο ζοῦσαν στὴν γῆ, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν συνανθρώπων τους, καὶ ὅταν ἡ ψυχή τους, μετὰ τὸν θάνατό τους, βρέθηκε καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸν Θεό, νὰ μὴ ἐνδιαφέρονται καὶ νὰ μὴν παρακαλᾶνε γιὰ μᾶς; Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὰ λογικό. Ἔπειτα, μεσίτες, ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε ὅτι συμμετέχουν στὴν μεσιτεία τοῦ μόνου μεσίτου, ποὺ εἶναι φυσικὰ ὁ Χριστός. Ὅτι δὲν εἶναι αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ Ἐκεῖνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσῳ δεήσεων τῶν ἁγίων (Ἱερ. Ε´1 Ἰεζ. ΚΒ´ 30) -ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ Ἀβραὰμ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων (Γέν. ΙΗ´ 23-33) καὶ ὁ Μωϋσῆς γιὰ τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ (Ἔξοδ. ΛΒ´ 9-14)- οἱ προσευχὲς τοὺς ἀνεβαίνουν ὡς θυμίαμα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. ε´ 8/ϛ´ 9-11) καὶ χαίρονται γιὰ κάθε ἐπιστροφὴ πλανεμένου προβάτου (Λουκ. ε´7-10). Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἂν καὶ βρισκόταν στὸν οὐρανό, ἀπάντησε θὰ λέγαμε στὴν αἴτηση τοῦ μαθητῆ του, Ἐλισαίου, καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ ἀνοίχθηκαν στὰ δύο τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Δ´ Βασιλ. Β´14). Ὁ ἴδιος προφήτης προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τρία χρόνια καὶ πάλι προσευχήθηκε καὶ ἔπεσε ἡ βροχὴ καὶ ἡ γῆ ξαναβλάστησε (Ἰακ. ε´ 17-18). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας καὶ ὁ Ἱερεμίας, ὅπως διασώζει τὸ ὅραμα τοῦ Ἰούδα τοῦ Μακκαβαίου, ἂν καὶ κοιμηθέντες ἐν Κυρίῳ, προσευχόντουσαν γιὰ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ γιὰ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλὴμ (Β´ Μακκ. ιε´ 12-14). Ἄλλωστε «ἡ παράκληση τοῦ δικαίου ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰακ. ε´16). Καὶ οἱ ἅγιοι θεωροῦνται οἱ καλύτεροι φίλοι μας στὸν οὐρανό, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν καὶ στὴ γῆ. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὀνομάζονται πρεσβευτὲς καὶ μεσίτες. Διότι εἰσακούουν τὶς προσευχές μας καὶ εὔχονται γιὰ μᾶς καὶ παρακαλοῦν νὰ ἐκδηλώσει τὸ ἔλεός Του ὁ Θεὸς στὸν κόσμο του, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐκδημία τους ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωὴ βρίσκονται σὲ καλύτερη θέση καὶ ἔχουν πληρέστερη παρουσία καὶ παρρησία κοντὰ στὸν Χριστό.

Βλέπουμε σὲ εἰκόνες ἁγίων κάποιο φωτοστέφανο νὰ περικυκλώνει τὴν κεφαλή τους. Τί συμβολίζει αὐτὸ τὸ φῶς τῶν ἁγίων;

 .         Οἱ ἅγιοι ὅπως εἴπαμε ἀπολαμβάνουν τὴν δόξα καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι ἄκτιστο, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, εἶναι ἀδημιούργητο καὶ αἰώνιο, ὅπως καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἅγιοι λοιπόν, ὡς συμμετέχοντες στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι κατὰ διαστήματα λουσμένοι μὲ τὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς, ποὺ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ οὐσία Του, ἂν καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία Του καὶ αὐτὴν ἐνεργοειδῶς φανερώνει. Τὴν δόξα αὐτὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ συμβολίζει καὶ ὁ φωτοστέφανος τῶν ἁγίων στὶς εἰκονικὲς ἀναπαραστάσεις τους. Τὴν δόξα αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὁ προφήτης Δανιὴλ νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ζ´ 9), τὸ φῶς αὐτὸ βλέπουμε νὰ περιβάλλει τὸν Μωϋσῆ στὴν φλεγόμενη καὶ μὴ καιόμενη βάτο (Ἔξοδ. Γ´ 2), ἀλλὰ καὶ νὰ καταυγάζει τὸ πρόσωπό του κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὅρος Σινὰ (Ἔξοδ. 34, 29-30). Μέσω τοῦ ἰδίου αὐτοῦ φωτὸς ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνυψώνεται στὸν οὐρανὸ διὰ πυρίνων ἀλόγων (Σοφ. Σειρὰχ ΜΗ´ 9), ἀλλὰ καὶ τὴν οὐράνια αὐτὴ δόξα Τοῦ ἀφήνει ὁ Χριστὸς νὰ φανεῖ στοὺς μαθητὲς Τοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. θ´ 29/ Ματθ. ιζ´ 2), γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι σταυρώθηκε στὴ συνέχεια, ἂν καὶ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδὴ καὶ μόνο τὸ θέλησε ἐκεῖνος.
.           Μὲ παρόμοια περιστατικὰ τῆς φανερώσεως τῆς φωτοειδοῦς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι φυσικὰ γεμάτη ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως δεικνύει τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ καὶ τοῦ μαθητῆ του Μοτοβίλωφ, ποὺ ἀπὸ παραχώρηση Θεοῦ ταυτόχρονα βίωσαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιές τους καὶ ἔλαμψαν ὡς μικροὶ ἥλιοι, βιώνοντες ἄρρητες ἐμπειρίες ἐκστάσεων οὐρανίων.

Πολλοὶ κύκλοι ἑτεροδόξων κατηγοροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πὼς θεοποιοῦν τοὺς ἁγίους. Ὅτι τοὺς λατρεύουν σὰν Θεούς. Τί ἀπαντᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

.         Ὁρισμένοι ποὺ διαδίδουν παρόμοιες ἀπόψεις εἶναι ἐντελῶς ἀνίδεοι τοῦ τί σημαίνει Ὀρθόδοξη πίστη. Κανεὶς Ὀρθόδοξος δὲν προσεύχεται σὲ ἁγίους καὶ δὲν ἐπιζητεῖ τὶς μεσιτεῖες τους θεοποιώντας τους. Οὔτε φιλώντας τὶς εἰκόνες ἔχουμε τὴν αἴσθηση πὼς ἀσπαζόμαστε φυσικὰ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο ἢ τὸν Θεό. Ἐμεῖς λέμε ὅτι τιμητικὰ προσκυνοῦμε καὶ σεβόμαστε τοὺς ἁγίους καὶ λατρευτικὰ μόνο τὸν Θεό. Ἄλλωστε βαπτιζόμαστε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (ὄχι στὸ ὄνομα κάποιου ἁγίου) καὶ ὁλόκληρη ἡ λατρεία μας (προσευχές, ὕμνοι, θεία κοινωνία, ἀκολουθίες, εὐχές, ἀπολυτίκια ἁγίων κ.λπ.) εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Θεό, ἄσχετα ἂν ὁ κάθε ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ κάποιον ἅγιο ἢ ἁγία. Ἀκόμη, οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι, μάρτυρες, ἀσκητές, ὁμολογητὲς κ.λπ. τὸν Θεὸ ἐλάτρευσαν, σ’ αὐτὸν προσευχόντουσαν καὶ γι’ αὐτὸν θυσίασαν τὶς ζωές τους. Μὲ ποιά λογικὴ λοιπὸν ἰσχυρίζονται κάποιοι ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι λατρεύουν μόνο τοὺς ἁγίους, ἀντὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ;
.         Τὸ ἴδιο ἰσχύει, ὅπως εἴπαμε, καὶ γιὰ τὶς εἰκόνες. Ἡ τιμὴ ποὺ ἐκφράζουν οἱ πιστοὶ κατευθύνεται στὰ πρωτότυπα πρόσωπα ποὺ εἰκονίζουν, στὸν οὐράνιο κόσμο τῶν ἁγίων καὶ τῶν πνευμάτων, καὶ ὄχι, ἐννοεῖται, στὰ ὑλικὰ κατασκευῆς τῆς εἰκόνας (βλ. «Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἁγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, ἔκδ. Ι. Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς Δομήρου Σερρῶν, σελ. 67-73). Τιμώντας δηλαδὴ τοὺς ἁγίους, ἢ τὶς ἁγίες γυναῖκες ἢ τὰ λείψανά τους, ἐξαίρουμε τὴν αὐταπάρνηση, τὸν ἡρωισμό, τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Θεό, τὸν ἐνάρετο βίο τους, τὴν ἀγάπη τους πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους. Γίνονται ἔτσι οἱ ἅγιοι ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους μας, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς προτρέπει: «Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη μὲ ὅλους. ἐπιδιώκετε καὶ τὴν ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θὰ ἀντικρίσει τὸν Κύριο» (Ἑβρ. ιβ´ 14). Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ τιμᾶται καὶ νὰ δοξάζεται λ.χ. ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς Ἐζεκίας μετὰ τὸν θάνατόν του ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ Ἱεροσολυμίτες (Β´ Παρ. ΛΒ´ 33) καὶ νὰ μὴ δοξάζονται καὶ τιμῶνται μετὰ θάνατον οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας;
.       Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἀρνεῖται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν τιμὴ καὶ λατρεία τῶν εἰδώλων, δηλαδὴ θεοποιημένων ἀντικειμένων, ζώων ἢ ἀνθρώπων καὶ ὄχι τὴν καθημερινή, θρησκευτικὴ καὶ λατρευτικὴ χρήση διαφόρων πραγμάτων καὶ εἰκόνων πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός Του. Διότι καὶ ὁ Μωυσῆς διετάχθη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κατασκευάσει δύο Χερουβεὶμ στὰ δύο ἄκρα τοῦ ἱλαστηρίου τῆς Διαθήκης (Ἔξοδ. ΚΕ´18-20), καὶ ὁ βασιλιὰς Σολομώντας σκάλισε ἀγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες καὶ ἄνθη στὸ Ναὸ ποὺ οἰκοδόμησε, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνάγλυφα σχήματα ὅμως καὶ σχέδια ὁ Θεὸς εὐαρεστήθηκε (Α´ Βασιλ. Θ´ 3), διότι δὲν τοποθετήθηκαν στοὺς τοίχους γιὰ νὰ λατρεύονται ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλωπισμὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς Αὐτόν.

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πῶς ἁγιάζουν οἱ χριστιανοὶ καὶ γιὰ τὰ ἅγια λείψανα

 .       Τὰ ἅγια λείψανα εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἀφθαρτοποιεῖ τὴν κτίση πρὸς δόξαν Του καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων. Τὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (καὶ ὄχι ὅλων) μένουν ἄφθαρτα γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε ἰδιαίτερα ἐπισκεφθεῖ ὅσο ζοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχουν καταστεῖ σκεύη ἐκλογῆς του καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔχει κατασκηνώσει στὴν καρδιά τους. Εἶναι μία ἀπόδειξη ἀκόμη ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα μας στὴν Δευτέρα Παρουσία, διότι ὅπως λέμε καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανική μας πίστη δὲν εἶναι μόνο ἡ ψυχή, ἀλλὰ ψυχὴ καὶ σῶμα ἑνωμένα σὲ ἕνα ἀδιάσπαστο σύνολο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι προσωρινὸς καὶ δὲν θὰ κρατήσει διαζευγμένα τὰ σώματα ἀπὸ τὶς ψυχές τους ἐσαεί.
.        Ὁ ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ σκήνωμα διατηρεῖται ἀκέραιο, ἔχει φτάσει στὴν φιλόθεη κατάσταση ἐκείνη ποὺ ὀνομάζουμε θέωση. Τὰ στάδια τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς εἶναι τρία, χωρὶς φυσικὰ νὰ ὑπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Εἶναι τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θέωσης. Στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως ὁ χριστιανὸς παλεύει μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν δική του ἄσκηση φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ ἐνδίδει στὶς ὀρέξεις τῆς σαρκός, στὴ σειρήνα τῆς ἡδονῆς καὶ στὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐνῶ μένει ταπεινὸς καὶ ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη. Στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ, δηλαδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς του, ἀνοίγει στὴν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀποκτᾶ θεῖες ἐμπειρίες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν διόραση, τὴν προόραση, τὴν μακρινὴ ἀκοὴ κ.ἄ. Δυνάμεις, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι δικές του, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔχει κατασκηνώσει μέσα του. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἅγιος δὲν βιώνει πλέον λύπη, ὀδύνη καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ τὴν ἀναφαίρετη καὶ μοναδικὴ χαρὰ τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος ποὺ ζεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Λιώνει μάλιστα ἀπὸ ἀγάπη ὁ μεταμορφωμένος πιὰ ἄνθρωπος γιὰ ὅλη τὴν κτίση καὶ γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὸν συνάνθρωπό του καὶ μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του ἀπευθύνεται στὸν μόνο δυνάμενο νὰ βοηθήσει οὐσιαστικὰ παντεπόπτη Κύριο.
.         Στὸ ἀνώτατο στάδιο τῆς θεώσεως ὁ χριστιανὸς λούζεται ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου καὶ ἀκτίστου φωτὸς καὶ γιὰ ὅσο διάστημα διαρκοῦν αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὁ πιστὸς δὲν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ἢ ἄλλη βιολογικὴ ἀνάγκη, ἀφοῦ δὲν τρέφεται πλέον ἀπὸ τὴν βιολογία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ μεγαλύτερο στάδιο πίστεως καὶ ἔμπρακτης χριστιανικῆς ζωῆς, ἀπὸ αὐτὴν ἤδη τὴν ζωή, «δημιουργεῖ» τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν ἁγίων -ἂν καὶ ἡ ἀφθαρσία τῶν λειψάνων δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὁρισμένους ἁγίους (καὶ ἡ σωτηρία ἄλλωστε) καὶ δὲν εἶναι κατάσταση ποὺ φτάνει κανεὶς μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σὲ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ πάθος τὴν ἐλπίδα καὶ πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ δὲν συνθηκολόγησαν μὲ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ἢ δὲν ἐνέδωσαν ἕως τέλους στὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
.         Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τῆς ζωῆς ὅλων μας εἶναι νὰ γίνουμε ἅγια λείψανα, δεδομένου ὅτι ὁ θάνατος θὰ μᾶς εὕρει ὅλους καὶ κανεὶς δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη αὐτή, παρεκκλίνουσα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, μοίρα. Τὰ ἅγια λείψανα λοιπὸν σηματοδοτοῦν τὴν «αἰώνιο ζωὴ καὶ τὸ μέγα ἔλεος» καὶ προσανατολίζουν πρὸς τὴν ἀκοίμητο δόξα ποὺ περιμένει ὅλους μας, ἀφοῦ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας καὶ βαδίσουμε πραγματικὰ στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πνευματικοὶ φάροι, ποὺ κρατοῦν σὲ ἐγρήγορση διαχρονικὴ τὶς πρὸς τάσιν ἐκκοσμικεύσεως γενεὲς τῶν χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν μόνο ἄξιο δρόμο τῆς ζωῆς καὶ παρασυρθοῦν ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ σηκώνει τὸ παμφάγο στόμα τοῦ ἅδη. Εἶναι ὁδοδεῖκτες ποὺ διαλαλοῦν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσωπική μας Πεντηκοστὴ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Φλεγόμενης Βάτου τοῦ Μωυσῆ, ποὺ ἀποκτᾶται δωρεὰν διὰ τοῦ φαρμάκου τῆς ἀθανασίας, τῆς Θείας δηλαδὴ Κοινωνίας καὶ τῆς διαρκοῦς μετανοίας.

Οἱ μαρτυρίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων εἶναι νὰ ἁγιάσουν καὶ ἀφθαρτοποιηθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ψυχές τους

 .         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι τὰ σώματά μας εἶναι ναὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας καὶ ὅτι πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ σώματά μας καὶ μὲ τὶς ψυχές μας, ποὺ καὶ τὰ δύο ἀνήκουν στὸν Θεὸ (Α´ Κορ. ϛ´15-20). Συνεχίζει μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο γιὰ νὰ πεῖ ὅτι τὸ εὐτελὲς σῶμα μας θὰ μετασχηματίσει ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸ μεταποιήσει σὲ σῶμα σύμμορφο μὲ τὸ σῶμα τῆς δόξας Του (Φιλ. γ´21). Εὐωδία τῶν λειψάνων, θαυματουργία αὐτῶν, καθὼς καὶ ἀντικειμένων τῶν ἁγίων καὶ τιμὴ πρὸς αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Β´ Κορ. β´ 15/ Ματθ. θ´ 20/ Μάρκ. ϛ´ 13/Πράξ. κθ´12), ἀλλὰ καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Β´ Βασιλειῶν ΙΓ´ 20-21 περιγράφεται ἡ περίπτωση πεθαμένου ποὺ τὸν ἔριξαν στὸν τάφο τοῦ προφήτη Ἐλισαίου καὶ μόλις ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ὀστᾶ τοῦ προφήτη, θαυματουργικὰ ὁ νεκρὸς ζωντάνεψε καὶ ἔζησε. Παρόμοια πίστη ἀναφέρεται καὶ στὸ Γ´ Βασιλ., ὅπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τὰ παιδιά του νὰ τὸν θάψουν ὅταν πεθάνει στὸν ἴδιο τάφο ποὺ εἶχε θαφτεῖ κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὥστε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου νὰ ὁδηγήσουν μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προφήτη στὴν σωτηρία (ΙΓ´ 25-31) (βλ. π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἡ Ὀρθοδοξία μας», Ἀθήνα 1994, σελ. 463-465).
.         Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἅγια λείψανα ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ συναθροίζονταν στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, τελοῦσαν πάνω στὰ λείψανά τους τὴ θεία λειτουργία καὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὴ μνήμη τους. Μὲ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ γινόντουσαν πολλὰ θαύματα, ὅπως διασώζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνῶ τὸ τίμιο καὶ χαριτόβρυτο λείψανο τῆς ἁγίας Ἰουλίττας, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἁγιάζει τὴν πόλη, τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς ἀρρώστους. Τέλος, καὶ ὁ μελίρρυτος ποταμὸς τῆς σοφίας, ἱερὸς Χρυσόστομος, κηρύττει ὅτι οἱ ναοί, οἱ λειψανοθῆκες τῶν ἁγίων καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἴδια τὰ ὀστᾶ τους, ὁδηγοῦν στὴν ψυχοσωματικὴ ὑγεία, στὴν ἀπομάκρυνση τῶν δαιμονίων καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν καταδυνάστευσή τους (βλ. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων…», ἔκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, σελ. 63-66).
.         Τὰ λείψανα ἑπομένως τῶν ἁγίων ποὺ διατηροῦνται ἀνέπαφα εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα. Διότι εἶναι ἀπολύτως λογικὸ νὰ πιστεύει κανεὶς ὅτι ὅπως ἡ μηλωτὴ τοῦ προφήτη Ἠλία ποὺ διαχώρισε τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, τὰ μαντήλια τῆς κεφαλῆς ἢ τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πράξ. ιθ´ 12) καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Πράξ. ε´15) ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» ὅσο ἐκεῖνοι ζοῦσαν, ἔτσι καὶ τὰ ἴδια τὰ ἄφθαρτα σώματα τῶν ἁγίων, ποὺ παραμένουν στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτελοῦν οὐκ ὀλίγα θαύματα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ἐπισημαίνει ὅτι στὴν ἐποχὴ τοῦ τὰ θαύματα ἰάσεων ἔχουν λιγοστέψει ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, διότι ἔχει ἁπλωθεῖ πλέον ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο καὶ τὸ ἀνώτερο θαῦμα εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς λέγει ἀκόμη ὅτι στὰ λείψανα τῶν ἁγίων παρευρίσκεται ὄχι κάποια ψυχικὴ δύναμη, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ προσανατολίζει συνεχῶς πρὸς τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦν (εἰς τὸν ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Ἑπομένως τὰ σώματα τῶν ἁγίων θαυματουργοῦν λόγῳ τῆς σύνδεσης τῶν χριστιανῶν -ὅσο ζοῦσαν πάνω στὴν γῆ- μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρη εἶναι ἀποταμιευμένη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ὁποία αὐτὴ χάρη ἐμποτίζεται καὶ τὸ σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἐφ᾽ ὅσον ζεῖ ἔμπρακτα τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη του, ἀσκεῖται, κοινωνεῖ, ταπεινώνεται καὶ ἀγαθοεργεῖ.

 Τέλος,

.           Ὁ Θεὸς εἶναι πάντα νέος, εἶναι ὅ,τι πιὸ ὄμορφο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀγάπη του δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ μᾶς καλεῖ στὸν δρόμο τῆς ἁγιότητας, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ὄντως ἅγιος καὶ μόνο αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς θὰ ἐπικρατήσει στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι φόβητρο ἢ ἀστυνόμος τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ ἀναζητάει παντοῦ τὸν ἔνοχο γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει, ὅπως σκεφτόντουσαν κάποτε στὴ Δύση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντίθετα ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ μόνος του, καὶ μὲ σκέψεις, λόγια ἢ ἔργα, ἀπομονώνεται καὶ χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ ἀποτυχαίνει, ἀστοχεῖ νὰ βαδίσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἀποξενώνεται ἀπ’ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ Κὰρλ Ράινερ, ἕνας σπουδαῖος Γερμανὸς θεολόγος, περίπου ἔλεγε: ‘Δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ ἕνα 60% τῶν ἀπόψεων περὶ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες ὁρισμένοι πιστεύουν σήμερα, δὲν ἰσχύουν πραγματικὰ γιὰ τὸν Θεό’. Πῶς θὰ βροῦμε ἑπομένως πραγματικὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν γνήσια εἰκόνα του; Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἴδιος Θεὸς ἀποκαλύπτεται προσωπικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, διὰ τῆς πίστεως, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἄδολης ἀγάπης. Ἀποκαλύπτεται στὶς καθαρὲς καρδιές, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση ἔχουν γίνει χῶρος διαμονῆς Του.

ΠΗΓΗ: faneromenihol.gr

, , , , ,

Σχολιάστε