Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μ. Μπότσαρης

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ: Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΟΥ 1821 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Μάρκος Μπότσαρης: Ὁ Λεωνίδας τοῦ 1821

τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                    Ὁ Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823) εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺςἀγωνιστὲς τῆς Ἐθνεγερσίας, στὴν Ἑλλάδα καὶ σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη. Θυσιάστηκε στὰ 33 του χρόνια στὴ μάχη τοῦ Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου. Ἦταν 9 πρὸς 10 Αὐγούστου 1823. Στὶς 19 τοῦ ἰδίου μηνὸς ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνηση τῆς Ἑλλάδος ἐξέδωσε Θέσπισμα. Μεταξὺ ἄλλων αὐτὸ γράφει:
.                    «Μακαρία σκιὰ τοῦ ἀθανάτου Μάρκου Βότσαρη! …Ἀγαπητοὶ Ἕλληνες! Ἰδοὺ νέος Λεωνίδας στολίζει τὴν ἱστορίαν σας. Ὁ πρῶτος μὲ 300 συντρόφους ἠψήφησε τὸ σύμπαν, καί, ἀποφασίσας ν’ ἀποθάνη ὑπακούων εἰς τοὺς νόμους τῆς Σπάρτης ἐπέπεσε τὴν νύκτα κατὰ μυριάδων ἐχθρῶν. Ὁ νεώτερός μας, ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη καὶ ὀκτακοσίων ἀνδρείων στρατιωτῶν, τὴν φιλοπατρίαν ἔχοντες νόμον καὶ ἀποφασισμένοι νὰ νικήσωσιν, ἐφώρμησαν ξιφήρεις κ’ ἐνίκησαν 10 χιλ. ἀνδρῶν… Εἰς τὴν ἔνδοξον μάχην ἀπέθανεν ὁ ἀθάνατος Στρατηγὸς Βότσαρης καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονάς… Ἀγαπητοὶ Ἕλληνες! Ἰδέτε πῶς ὁ Θεὸς μᾶς βοηθεῖ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Χριστιανοσύνης! Πῶς μία δρὰξ πατριωτῶν κατέστρεψε  τὸν ἀπειράριθμον στρατόν, πῶς ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ φιλοπατρία θριαμβεύουν… Μιμηθῆτε τὸν Βότσαρην καὶ τοὺς συντρόφους του! Ἂς πολεμήσωμεν, καὶ βεβαίως θὰ ἐπιστρέψωμεν νικηταί». Ὑπογραφή: Πέτρος Μαυρομιχάλης, Πρόεδρος. Τὸ Θέσπισμα ἐξεδόθη στὴ Σαλαμίνα. (Βλ.σχ. Θωμᾶ Γόρδωνος «Ἱστορία τῆς ἙλληνικῆςἘπαναστάσεως», μετάφραση Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 2017, Τόμος Β΄, σελ. 307-308)
.                    Ὁ Μάρκος Μπότσαρης ἦταν γόνος τῆς πολυμελοῦς Σουλιώτικης οἰκογένειας τῶν Μποτσαραίων. Πέμπτος γιὸς τοῦ Κίτσου Μπότσαρη, ἐπιφανοῦς μορφῆς τῆς Ἠπείρου, ἀπὸ νεαρὸς πολέμησε τοὺς Τούρκους. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820 ἐπικεφαλῆς 300 ἀνδρῶν, ἐπιτέθηκε ἐναντίον  Τούρκων καὶ Τουρκαλβανῶν στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου. Τὸν Μάρτιο τοῦ 1821 ἐνημερώθηκε γιὰ τὴνἘπανάσταση καὶ ἀρχίζει πλέον συστηματικὰ νὰ πολεμᾶ τοὺς Τούρκους καὶ νὰ ἐπιτυγχάνει νίκες: Βογόρτσα, Δερβίζιανα, Λέλοβα, Κοσμηρά, Ραψίνα, Κομπότι, Βαριάδες. Σημαία του ἦταν ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ γύρω ἀπὸ τὴν εἰκόνα του ἦσαν γραμμένα: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΠΑΤΡΙΣ – ΘΡΗΣΚΕΙΑ.
.                    Κατὰ τὴν πρώτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου, τὸ 1822, μὲ τὸ στρατηγικὸ σχέδιό του ὁΜπότσαρης, παραπλάνησε τοὺς Τούρκους καὶ αὐτοὶ καθυστέρησαν τὴν ἐπίθεσή τους.  Ἀποτέλεσμα στὸ μεταξὺ νὰ ἐνισχυθεῖ σημαντικὰ ἡ ἄμυνα τῆς Ἱερᾶς Πόλεως καὶ ἔτσι ἡ ἐπίθεση νὰἀντιμετωπιστεῖ μὲ ἐπιτυχία. (Βλ. σχ. Νίκ. Σπηλιάδου «Ἀπομνημονεύματα», Τυπογρ. Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, Τόμος Α΄, Ἀθήνησιν, 1851, σελ. 454-455 καὶ 482-486).
.                    Τὴν παραμονὴ τῆς μάχης στὸ Καρπενήσι ὁ Μπότσαρης ἀπέστειλε ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι γράμμα στὸν Λόρδο Βύρωνα, ποὺ τότε βρισκόταν στὴν Κεφαλονιά. Ἀπάντησε στὴν  ἐπιστολή, ποὺ τοῦ εἶχε στείλει ὁ ἄγγλος ποιητὴς κατόπιν συστάσεως τοῦ Μητροπολίτη Οὐγγροβλαχίας Ἰγνατίου.Ὁ Μπότσαρης, ἀφοῦ ἐξέφρασε στὸν Μπάιρον τὴ χαρά του γιὰ τὴν ἐπιστολή του, τὸν ἐνημέρωσε ὅτι τὴ νύχτα θὰ ἐπιχειρήσει ἐπίθεση ἐναντίον ἐχθρικοῦ σώματος ἕξι ἕως ἑπτὰ χιλιάδων ἀνδρῶν καὶὅτι μεθαύριο θὰ κινοῦσε γιὰ τὸ Μεσολόγγι νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ ἐκεῖ… Δὲν πῆγε ζωντανὸς καὶ ὁΜπάϊρον, μόλις ἔφτασε στὸ Μεσολόγγι, ἐπισκέφθηκε τὸν τάφο του καὶ ἔκλαψε ἐκεῖ τὸν ἥρωα. (Παν. Κανελλόπουλου «Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος», Μέρος 4ο, τεῦχος β΄, Ἀθῆναι, 1974, σελ. 1293).
.                    Ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Διονύσιος Σολωμὸς γράφει ἕνα «Σημείωμα τοῦ Ποιητοῦ» γιὰτὸν Μάρκο Μπότσαρη. Σὲ αὐτὸ περιγράφει τὴ μάχη, ὅπως τὴν πληροφορήθηκε. Πρῶτα σημειώνει πὼς ὁ Μάρκος «γκισμένος (θιγμένος) ὅτι ἡ διοίκησις διὰ νὰ τὸν καταφρονήση ὠνόμασεν ἕως 20 στρατηγοὺς εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα εἰς καιρὸν ὁπού ἦταν αὐτὸς μοναχός, εἰς τὴν παραμονὴν τῆς μάχης, ὅπου ἦταν συμμαζωμένοι καὶ οἱ ἄλλοι, ἔβγαλε τὸ δίπλωμά του καὶ τὸ ἔσχισε, λέγοντας ὅτι ὁ Σκόντρα πασσᾶς δίνει διπλώματα καὶ ὅποιος εἶναι καλὸς αὔριον τὸ παίρνει ἀπὸ τὸν ἴδιον» (Σολωμοῦ «Ἅπαντα», Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθῆναι, 1969, σελ. 114).
.                     Ὁ Σολωμὸς γράφει ἐπίσης:
«Εἰς τὲς ὀχτώ τοῦ Αὐγούστου ἔκαμαν συμβούλιον κι ἀποφάσισαν νύχτα νὰ πέσουν ξάφνου εἰς τὸστρατόπεδον  τοῦ ἐχθροῦ. Ἐδιωρίσθηκαν καὶ τὰ πόστα τοῦ καθενός. Ὁ Μάρκος μὲ τὸ σῶμα του νὰσταθῆ εἰς τὸ κέντρον, οἱ Σοβολεκιῶτες καὶ Ἀγραφιῶτες ἔχοντας ἀρχηγὸν τὸν Φῶτον Μπιθέφικον Σουλιώτην νὰ σχηματίσουν τὴν μία πτέρυγα, ὁ στρατηγὸς Γιωργάκης Κίτσος, οἱ δύο στρατηγοὶΤζαβέλλα, ὁ χιλίαρχος Γιάννης Τζαούσης καὶ ὁ στρατηγὸς Γιολτάσης νὰ σχηματίσουν τὴν ἄλλην πτέρυγα καὶ εἰς τὲς 5 ὧρες τῆς νυχτὸς νὰ πέσουν ὅλοι ἐπάνω εἰς τὸν ἐχθρόν. Ἐδιώρισαν καὶμυστικὸν λόγον «Στορνάρι».
.                    Ἐπρόσμενεν ὁ Μάρκος εἰς τὲς 5 ὧρες καὶ τέταρτον καὶ κανένας δὲν ἐκινήθηκεν.Ἔτρεξε τότε ὁ Μπότσαρης μὲ τὸ σῶμα του, ὡς 350. Ηὖρε τοὺς ἐχθροὺς εἰς τὸν ὕπνον. Μοναχός του τόσους πολλοὺς ἔσφαξεν ὁπού ἐπρίσθηκε τὸ χέρι του καὶ ἐστόμωσε καὶ τὸ σπαθί του. Ὁπόλεμος ἐβάσταξε πέντε ὧρες (ἄλλοι λέγουν 3). Ἔβγαλαν τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ ὅλα τὰ ταμπούρια, μονάχα ἕνα βαστοῦσε … Ἀντικρὺ εἰς αὐτὸ ἐπῆγεν ὁ ἴδιος ὁ Μάρκος καὶ ἐπολεμοῦσε. Δύο τρεῖςἐσκοτώθηκαν εἰς τὸ πλάγι του, ἐπληγώθη καὶ αὐτὸς εἰς τὴν μέσην ἐλαφρὰ καὶ διὰ νὰ μὴ προξενήση δειλίαν εἰς τοὺς συντρόφους του ἐπολεμοῦσε καὶ πληγωμένος ὄντας. Οἱ ἄλλοι δὲν ἀκολούθησαν κατὰ τὸ σχέδιόν τους, μοναχοὶ οἱ Τζαβελλάδες μὲ τὸ μικρὸν σῶμα τους ἔτρεξαν καὶ ὁ Γιάννης Τζαούσης.
.                    Ἀπὸ τὸ ταμπούρι ὁπού βαστοῦσεν ἀκόμη μία μπάλα τουφεκιοῦ ἐκτύπησε τὸν στρατηγὸν εἰς τὸ μέτωπον, καὶ ἔπεσεν εἰς τὸν τόπον… Ἐσκοτώθηκαν ἕως 800 Τοῦρκοι… Δεκατρεῖς ἐσκοτώθηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Μάρκου καὶ πληγωμένοι 27…Τὸ σῶμα τοῦ Μάρκου ἐφέρθηκεν εἰς τὸ Μισολόγγι ὅλον καταματωμένον…Τὸ λείψανόν του ἐνεταφιάστηκεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Παναγίας…». (Αὐτ. σελ. 112-113).
.                    Πηγαίνοντας στὴ μάχη ὁ Μπότσαρης πέρασε ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Μπῆκε στὸ Καθολικό τῆς Μονῆς, προσκύνησε τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα καὶβγαίνοντας τράβηξε τὸ πουγγί του καὶ τὸ ἔδωσε σὲ ἕναν καλόγερο ποὺ ἦταν ἐκεῖ: «Πάρ᾽το», τοῦεἶπε, «νὰ τὰ μοιράσεις γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη». Ὁ καλόγερος, ποὺ δὲν εἶχε δεῖ ποτὲ τὸν Μπότσαρη, τὸν ρώτησε παραξενεμένος: «Τί; Πέθανε ὁ Μάρκος;» καὶ ὁ Μπότσαρης τοῦἀπάντησε: «Ὄχι, ἀλλὰ πηγαίνει γιὰ νὰ πεθάνει». (Ἀπὸ τὸ φυλλάδιο τῆς Ι.Α. Ἀθηνῶν «Μορφὲς καὶΓεγονότα τοῦ ΄21», Κείμενο Σοφοκλῆ Γ. Δημητρακόπουλου, Ἔνθετο στὸ περιοδικὸ «Τόλμη», Μάρτιος 2006, σελ. 9).
.                    Ὁ Μπότσαρης ἐνέπνευσε λογοτέχνες, ὅπως τοὺς Σολωμό, Παλαμά, Βαλαωρίτη,  Ι. Ζαμπέλιο, Α. Σοῦτσο, Ὀλιβιέ, Χάλικ, καλλιτέχνες ὅπως τοὺς ζωγράφους Ντελακρουά, Μασίλι, Ἰατρίδη, Θεόφιλο καὶ τὸν Ζακύνθιο μουσουργὸ Παῦλο Καρέρ, ποὺ συνέθεσε τὴν ἐξαιρετικὴ ὄπερά του «Μάρκος Μπότσαρης». Τὸν Μπότσαρη ἀπαθανάτισε καὶ ἡ δημοτικὴ μούσα, ποὺ ἐκφράζει τὸπένθος τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὸν θάνατό του: «Τ΄᾽ εἶναι τοῦτα τὰ κλάματα κι αὐτὰ τὰ μοιρολόγια; Κύριέ μου τί νὰ γίνηκε στὸ δόλιο Μισολόγγι; Τοῦτα τὰ κλάματα ρωτᾶς, κι αὐτὰ τὰ μοιρολόγια; Γι’ αὐτὸν τὸν Μάρκο γένονται τὸν ἐλευθερωτή μας. Ὅσοι Ρωμαῖοι κι ἂν τό μαθαν, κι ὅσοι ἀφουγκρασθῆκαν ὅλοι στὰ μαῦρα ἐμπήκανε, τὰ μελανὰ ἐφορέσαν…».-

, , ,

Σχολιάστε

ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ (Δ. Νατσιός) «4 Φεβρουαρίου 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. “οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα”».

Μεθύστε μ τ θάνατο κρασ το Εκοσιένα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τώρα μὲ τὸ μεγάλο συλλαλητήριο γιὰ τὴν Μακεδονία μας, ἂς θυμηθοῦμε ἀπὸ ποιοὺς καταγόμαστε, ποιοὶ μᾶς ἀπελευθέρωσαν. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε πόσο μικρὸ καὶ ἀνίκανο εἶναι τὸ τωρινὸ σκουπιδαριὸ ποὺ “κυβερνάει” τὴ χώρα.
.            «Πᾶμε νὰ ἰδοῦμεν τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες», νὰ ἀκούσουμε τοὺς πολέμαρχους τοῦ ᾽21, μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις τῶν τωρινῶν δημοπιθήκων. Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου λόγια καὶ ἐπεισόδια, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰ καταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Παράδειγμα: Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις. Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο ὠρὲ Ἕλληνες!». «Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.

.             «Ὁ Μιαούλης ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν παλληκαριά του καὶ τὴν ἀφοβία του ἐμπρὸς στὸν θάνατο. Μία φορά, στὰ νεανικά του χρόνια, ὁ Ἄγγλος ναύαρχος Νέλσων τὸν ἔπιασε νὰ προσπαθεῖ νὰ σπάσει μὲ τὸ καράβι του ἕναν ἀποκλεισμό του. Ὅταν τὸν ἔφεραν μπροστά του, τὸν ρώτησε: – Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου τί θὰ μ᾽ ἔκανες; Θὰ σὲ κρεμοῦσα στὸ πιὸ ψηλὸ κατάρτι! τοῦ ἀπάντησε ὁ Μιαούλης. Καὶ ὁ Νέλσων κατάπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος του τὸν ἄφησε ἐλεύθερο». (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).

.           Πήγαινε στὴν κρεμάλα, τὸν ἀγωνιστὴ Θεόδωρο Γρίβα, ὁ Ἀλὴ πασάς. Ὁ Γρίβας, ὅταν πλησίασε ὁ δήμιος, κάλυψε τὸ κεφάλι του μὲ τὸ ἔνδυμά του. Τὸν ρωτᾶ τὸ θηρίο τῶν Ἰωαννίνων: «Γιατί σκέπασες τὸ κεφάλι σου; Φοβήθηκες τὸν θάνατο; Δὲν ἤξερες ὅτι ἀφοῦ ἀκολούθησες τὴν δουλειὰ τοῦ πατέρα σου αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ τύχη σου; Δὲν φοβήθηκα τὸν θάνατο, ἀπεκρίθη ὁ Θεόδωρος, τὸν φόβο τὸν ἄφησα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, οὔτε θὰ μείνω χωρὶς ἐκδίκηση. Καὶ πατέρα ἔχω καὶ τέσσερις ἀδελφούς, μὰ ντρέπομαι τὸν κόσμο ποὺ θὰ ἰδῆ νὰ πεθάνω ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (καὶ ἔδειξε τοὺς Γύφτους οἵτινες μετήρχοντο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημίου). Ἐζήτησα τὸ θάνατο ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ᾽ αὐτὸς μὲ ἀρνήθηκε. Καὶ ὁ Ἀλὴς τοῦ χάρισε τὴν ζωή». (Δ. Καμπούρογλου «Θ. Γρίβας», ἐκδ. «Βεργίνα», σελ. 18).

.           Στὶς 14 Φεβρουαρίου ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀναστάσιο Λόντο τοῦτα τὰ ἀθάνατα λόγια: «Τὸν περισσότερο καιρὸ τῆς ζωῆς μου ποῦ τὸν ἐπέρασα; Τὸν ἐπέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τὸν ἐπέρασα εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ βουνά, τὰ καρτέρια τῶν δρόμων, οἱ λόγγοι καὶ τὰ ἄγρια θηρία εἶναι μάρτυρες ὅτι δυσκόλως ἔφευγε Τοῦρκος ἀπὸ τὰ χέρια μου, ἂν ζύγωνε καμμιὰ πενηνταριὰ ὀργιές». (Κάρπου Παπαδόπουλου, «Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος καὶ Γ. Βαρνακιώτης», ἐκδ. «Πρωτοψάλτης», σελ. 65).

.             Τὸ 1859 μία Σουηδή, ἡ Φρεντρίκα Μπρέμερ, ἐπισκέπτεται τὸν Κανάρη στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν θαυμασμό της στὸν «γηραιὸ ἄνδρα τῆς ἐλευθερίας», ὅπως τὸν ὀνομάζει. Ὁ Κανάρης ἀπάντησε ὅτι «εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε σ᾽ ἕνα μικρὸ ναυτικὸ ἑνὸς ἑλληνικοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ κάμη γιὰ τὴν πατρίδα του κάτι ποὺ ἔκαμε τὸν ἀπελευθερωτικό της ἀγώνα συμπαθῆ σὲ χῶρες τόσος μακρινές». Ἦταν ἀληθινὰ μία ὡραία ἀπάντηση, γράφει ἡ Φρεντρίκα. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησε, ἂν αἰσθάνθηκε σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς του φόβο, ὁ Κανάρης ἀποκρίθηκε: «Ἕνα τέτοιο πράγμα δὲν μπαίνει ποτὲ στὸ νοῦ μας. Ὁ κίνδυνος μᾶς διεγείρει. Τὸ ντουφεκίδι καὶ ἡ μάχη μοιάζουν μὲ μουσική». («Τὸ Εἰκοσιένα, πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν», λόγος Παν. Κανελλόπουλου, 1963, σελ. 658).

.           Ὁ Ἠλίας Φλέσσας καὶ ὁ Παναγιώτης Κεφάλας προτείνουν στὸν «μπουρλοτιέρη τῶν ψυχῶν» Παπαφλέσσα, νὰ ἀφήσει τοὺς λόφους στὸ Μανιάκι καὶ νὰ ταμπουρωθεῖ ψηλότερα, στὸ βουνό, γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁδὸς διαφυγῆς. Ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ μετρήσω τὸ στρατὸ τοῦ Μπραΐμη, πόσος εἶναι, ἀπὸ τὰ ψηλώματα. Ἦρθα νὰ πολεμήσω. Οὔτε τρελλάθηκε ὁ Μπραΐμης νὰ χασομεράει ἐκεῖ ποὺ ἐλπίζει νὰ κερδίσει νίκη, μὰ θὰ τραβήξει ἴσα κατὰ τὴν Τριπολιτσά, κι ἐγὼ τότε θὰ μείνω νὰ μαζεύω ἀπὸ πίσω τὰ καρφοπέταλά του. Ἂν ὅμως τὸν κρατήσω ἐδῶ στὸ Μανιάκι, γλιτώνω τὸν Μωριά, γιατί θὰ τὸν κάμω νὰ πισωγυρίσει ὅπως ὁ Δράμαλης, εἰτεμὴ θὰ πληρώσει ἀκριβὰ τὸ αἷμα μου καὶ θὰ συλλογιστῆ καλὰ ὕστερα νὰ μπῆ στὴν καρδιὰ τοῦ Μωριᾶ. Καθίστε ἐδῶ νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες». (Κ. Παπαδημητρίου, «Τελεταῖες ὧρες, τελευταῖα λόγια τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ᾽21», σελ. 159).

.             Πρὶν ὁδηγήσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη στὸ Μεσολόγγι στάθηκαν οἱ Σουλιῶτες γιὰ λίγο στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Ἐκεῖ γιατροπορευόταν ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν τὸ ἔμαθε, σύρθηκε στὴν ἐκκλησιά, φίλησε τὸν νεκρὸ κλαίγοντας καὶ εἶπε: «-Ἄμποτες, ἀδελφέ μου, Μάρκο, ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω κι ἐγώ». Καὶ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ λείψανο, πρόσθεσε: «Μάνα δὲν γέννησε στὴν Ἑλλάδα δεύτερο Μάρκο … Οὔτε εἶδα οὔτε θὰ ἰδῶ τέτοιον πολεμάρχη». («Τελευταῖες ὧρες», σελ. 132).

.             «Ὅταν ἀποφυλακίστηκε ὁ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (Καταγόταν ἡ οἰκογένειά του ἀπὸ τὸ Τουρκολέκα τῆς Μεγαλόπολης, γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ Τουρκοπελέκα), τὸ 1841, ἦταν τόσο φτωχὸς ποὺ κατάντησε ζητιάνος στὰ σοκάκια τοῦ Πειραιᾶ. Ἡ ἁρμόδια ἀρχή, ἡ ὁποία χορηγοῦσε θέσεις ἐπαιτείας, τὸν ἐπέτρεπε νὰ ἐπαιτεῖ, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Ὅταν αὐτὰ ἔφτασαν στὰ αὐτιὰ τοῦ πρέσβη τῆς Γαλλίας, αὐτὸς ἀπεστάλη ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του, στὸ σημεῖο ὅπου ζητιάνευε ὁ μεγάλος ὁπλαρχηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς ἀντελήφθη τὸν ξένο, μάζεψε ἀμέσως τὸ ἁπλωμένο χέρι του.
– Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ξένος.
– Ἀπολαμβάνω ἐλεύθερη πατρίδα, ἀπάντησε ὑπερήφανα ὁ ἥρωας.
– Μὰ ἐδῶ τὴν ἀπολαμβάνετε, καθισμένος στὸν δρόμο; Ἐπέμενε ὁ ξένος.
– Ἡ πατρίδα μου ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιὰ νὰ ζῶ καλά, ἀλλὰ ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀπάντησε περήφανα ὁ Νικηταρᾶς.
– Ὁ ξένος κατάλαβε καὶ διακριτικά, φεύγοντας, ἄφησε νὰ τοῦ πέσει ἕνα πουγκὶ μὲ χρυσὲς λίρες. Ὁ σχεδὸν τυφλὸς Νικηταρᾶς ἄκουσε τὸν ἦχο, ἔπιασε τὸ πουγκὶ καὶ φώναξε στὸν ξένο: «Σοῦ ἔπεσε τὸ πουγκί σου. Πάρε το μὴν τὸ βρεῖ κανένας καὶ τὸ χάσεις!». Στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1849, ὁ γενναῖος καὶ ἔντιμος ἥρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

.           Καὶ μία καὶ σήμερα τὸ ἔνδοξο τοῦτο ἁλωνάκι, ἡ κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας, εἶναι ζωσμένη ἀπὸ «τὶς ἀλώπεκες τοῦ σκότους» (Ε. Βούλγαρης) τοὺς Φράγκους καὶ τὸ ἐξ ἀνατολῶν θηρίο πάλιν μαίνεται, νὰ παραπέμψω στὸ ἡρωικότερο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγώνα, τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ μᾶς διδάσκει πῶς σώζονται τὰ ἔθνη. (Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

.                 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
.               Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

.             4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. Ζήτησε νὰ βάλουν στὸν τάφο του, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του τὴν τουρκικὴ σημαία, νὰ ποδοπατᾶ τὴν Τουρκιὰ καὶ στὸ μνῆμα. Αὐτὸ τὸ λιοντάρι μόνο μία φορὰ φοβήθηκε. Πότε; «Εἰς τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά, οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα». Καὶ τότε βροντοφώναξε: “φωτι κα τσεκούρι στος προσκυνημένους”.

.           Αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ αὔριο τὸ σύνθημά μας. Εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μάτια μας, ἀδέλφια Ἕλληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , , ,

Σχολιάστε