Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μ. Βασίλειος

ΝΗΦΑΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ἐκκλησιαστικὴ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ὁ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος γιά τό νέον Ἔτος 2020
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                 Κατ’ ἀρχήν εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένο καί σω­τή­ριο τό νέον ἔτος 2020, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό σήμερα.

.                 Τήν σημερινή ἡμέρα, ἐκτός ἀπό τήν Δεσποτική ἑορτή τῆς Περι­τομῆς τοῦ Χρι­στοῦ, σηματοδοτεῖ καί ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασι­λείου. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναδείχθηκε μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐποχή πού ἐπικρατοῦσε θεολογική σύγχυση μεταξύ πολλῶν Ἐπισκό­πων καί Χρι­στιανῶν, ὡς πρός τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδή συγκρουόταν τό ρεῦμα τῆς φιλο­σοφικῆς θεολογίας μέ τήν ἀποκαλυπτική θεολογία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ἕνας νηφάλιος νοῦς, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε σέ μιά διαταραγμένη ἐποχή καί αὐτό ἔχει σημασία νά τονίζεται, ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας.
.                 Ἐκτός τοῦ ὅτι ἐργάσθηκε ποιμαν­τικά στήν Μητρόπολή του σέ ὅλους τούς τομεῖς, ἀνέλαβε τήν εὐθύνη νά εἰρηνεύση ὅλη τήν Ἐκκλησία. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία ὁμολόγησε τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅμως ὁ θόρυβος ὄχι μόνον δέν σταμάτησε, ἀλλά ἐπεξετάθηκε ἀκόμη περισσότερο. Δηλαδή, μετά τήν Α΄ Οἰκουμε­νική Σύνοδο πολλοί Ἐπίσκοποι δέν ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της, μέ ἀποτέλεσμα νά διασαλεύεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὅσοι καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἔκαναν ἀγώνα γιά νά ἐπικρατήσουν οἱ αἱρετικές ἀπόψεις τους. Ἔπειτα, ἐμφανίσθηκαν καί ἄλλοι αἱρετικοί, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι πού δέν δέχονταν τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἄλλοι αἱρετικοί, ἤτοι ὁ Εὐνόμιος ὁ Ἀπολλινά­ριος Λαοδικείας, ὁ Σαβέλλιος, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας κλπ., πού δίδασκαν διάφορες αἱρετικές διδασκαλίες. Μεγάλη ἀναταραχή δημιουργήθηκε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς ποι­κίλες αἱρέσεις.
.                 Ὁ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τήν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του μέ μιά ναυμαχία μέ τήν σύρραξη τῶν πλοίων, τήν τρικυμία τῆς θάλασσας, τό σκοτάδι τῆς νύκτας, τήν δύναμη τῶν ἀνέμων, τήν ἀλληλεξόντωση τῶν πολεμιστῶν, τό βύθισμα τῶν πλοί­ων, τήν διαμάχη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καί ἐνῶ ὁ ἴδιος θά προτιμοῦσε νά σιωπήση, γιατί δέν θά τόν ἄκουγε κανένας, ὅμως ἀπό ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία ἀνέλαβε μιά ἔντονη δραστηριότητα γιά νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλη­σιῶν.
.                 Κυρίως, χρησιμοποίησε τέσσερεις τρόπους. Ὁ πρῶτος ἦταν ἡ ἀπο­στολή ἐπιστολῶν σέ διαφόρους Ἐπισκόπους, Κληρικούς, πολιτικούς ἄρχοντες, ρήτορες καί φιλοσόφους φίλους του γιά δογματικά θέματα, καί γιά ἄλλα θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς Χρι­στιανούς. Ὁ δεύτερος τρόπος ἦταν ἡ προσωπική ἐπικοι­νω­νία μέ διάφορες Ἐκκλησίες ἤ μέ ἀντιπροσώπους του, προκει­μένου νά εὑρεθοῦν λύσεις γιά τά δογματικά καί τά ἐκκλησια­στικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ τρίτος τρόπος ἦταν ἡ πρόταση γιά σύγκληση Συνό­δων προκειμένου νά ληφθοῦν οἱ ἀπαραίτητες ἀποφάσεις. Καί ὁ τέταρτος τρόπος ἦταν ἡ προσευχή. Γι᾽ αὐτό στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς στήν θεία Λειτουργία πού συνέταξε, προσεύχεται: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν… τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Οἱ αἱρέσεις τελικά ἀντιμετωπίζονται κυρίως μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                 Στόν ἀγώνα του αὐτόν εἶχε δύο σταθερά δεδομένα, πού ἦταν καί οἱ βασικοί στόχοι του, δηλαδή, δέν ἔκανε συζητήσεις διπλω­ματικές, ὥστε νά δεχθῆ συμβιβασμούς στήν πίστη. Ὁ πρῶτος ὅρος ἦταν ὅλοι νά ἀποδεχθοῦν τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, τό ὁποῖο θέσπισαν οἱ Πατέρες τό 325 μ.Χ., καί ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἄκτι­στον, δηλαδή Θεός. Μέ αὐτά τά δεδομένα ἐπικοινω­νοῦ­σε συνεχῶς μέ τούς τότε κορυφαίους θρόνους, ἤτοι τῆς Ρώμης, τῆς Ἀλεξαν­δρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κωνσταντινου­πόλεως καί προ­σπα­θοῦσε νά βρῆ σημεῖα ἑνότητος μεταξύ τους.
.                 Ὅταν διαβάση κανείς τούς λόγους του, διαπιστώνει ὅτι διακρί­νονται ἀπό σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, θεολογική ἐπάρ­­κεια, εὐγένεια, ἐπιχειρηματολογία, στιβαρότητα, σεβα­σμό στήν Ἐκκλησία καί στούς ἀνθρώπους, μετριοπά­θεια καί πολλά ἄλλα. Ἦταν πράγματι ἕνας πνευματικός ἡγέτης μεγάλων διαστά­σεων, ἕνας οἰκουμενικός Πατέρας καί διδάσκαλος.
.                 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐκοιμήθη τό 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, ὅμως ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος πού συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, δηλαδή τό 381 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, στηρίχθηκε σέ μεγάλο βαθμό στίς δικές του προσπάθειες, τούς δικούς του κόπους, στήν δική του θεολογία, πού ἦταν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, στήν ἐπιτυχία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔπαι­ξαν σημαντικό ρόλο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος­ Νύσσης, δηλαδή ὁ φίλος του καί ὁ ἀδελφός του, ἀλλά κάτω ἀπό αὐτούς κρύβεται ὁ στιβαρός, ἰσορροπημένος θεολογικός λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές του πού ἀπέστειλε.
.                 Ὁ λόγος του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργοῦσε εἶναι ὑπόδειγμα καί γιά ἐμᾶς σήμερα, τούς Ἐπισκόπους, τούς Κληρικούς, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς Χριστιανούς, στόν χειρισμό τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων πού μᾶς ἀπασχολοῦν. Ὅταν ἐπικρατοῦν ἀπόψεις πού διαποτίζονται ἀπό τόν ἐμπαθῆ φανατισμό καί τήν ἐξωτερική διπλωματία, ὅταν ἐπικρατῆ μιά ἄνευρη θεολογία, πού θυμίζει αὐτό πού ἔγραφε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι δυστυχῶς οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι «τεχνολογοῦσι καί οὐ θεολογοῦσι», ὅταν ἐπικρατοῦν σχισματικές τάσεις, τότε ἀπαιτοῦνται νηφάλιες, σοβαρές καί ὑπεύθυνες θεολογικές φωνές.
.                 Μέσα στήν πνευματική καί ἐκκλησιαστική τρικυμία χρειάζεται ψυχραιμία, ὑπευθυνότητα, ὀρθόδοξη θεολογία, πού εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, κυρίως ἀπαιτεῖται εἰλι­κρι­νής ἀγάπη στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Χρειαζό­μαστε σήμερα Κληρικούς καί θεολόγους, πού νά προσεγγίζουν, ἔστω καί λίγο, τήν μεγάλη μορφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά προσευχόμαστε στόν Θεό γι᾽ αὐτό. Δέν μᾶς λείπουν σήμερα τά ἐπιχει­ρήματα, ἀλλά ἅγιοι Ἐπίσκοποι, πού νά ἔχουν ζωντανή θεολογία καί νηφάλιο λόγο, γιατί ἐκεῖ πού ἀκούγονται ἐμπρηστικοί φανατικοί λόγοι, δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, πού διαιρεῖ ἀντί νά ἑνώνη.
.                 Καί πάλι εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένος ὁ νέος χρό­νος μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἀρχιεπι­σκό­που Καισα­ρείας τῆς Καππα­δοκίας. Καί νά εὐχηθοῦμε νά εἰρηνεύη ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία ἀπό τούς κλυδωνισμούς πού ὑφίσταται.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΘΕΛΕΙ ΤΡΕΛΑ ΡΩΜΑΙΙΚΗ, ΤΡΕΛΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΙΚΗ… (“σκλαβωθήκαμε εἰς ἀνθρώπους κακορίζικους ὅπου εἶναι ἡ ἀκαθαρσία τῆς Εὐρώπης”) [Δ. Νατσιός]

Θέλει τρέλα ρωμαίικη, τρέλα κολοκοτρωναίικη…
γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος -Κιλκίς

«Μὴν μὲ διαβάζετε, ὅταν ἔχετε δίκιο» (Νίκ. Καροῦζος)

.                «Ἅης Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία/ βαστάει κόλλα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι/ – Βασίλη μ’ ποῦθε ἔρχεσαι καὶ ποῦθε κατεβαίνεις;/ Ἀπὸ τὴ μάνα μ’ ἔρχουμαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω/ πάω νὰ μάθω γράμματα, νὰ πῶ τὴν ἀλφαβήτα…»
.                Καὶ «ζωγραφίζει» ὁ θεσπέσιος Παπαδιαμάντης: «Τὸ ἆσμα τοῦτο μᾶς φαίνεται θαυμάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔμφυτος φιλομάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν μέσῳ τοσούτων διωγμῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, μετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδείᾳ φήμην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου, ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ μάθησιν οὕτω δὲ καὶ μετὰ πολλοὺς αἰῶνας, ὁ μέγας τῆς Καισαρείας φωστήρ, παρίσταται οἰονεὶ συγγράφων δευτέραν πρὸς νέους παραίνεσιν». (Ἅπαντα, τόμ. Ε´ ἔκδ. Γιοβάνης, σελ. 330).
.                Ὁ στὸν ὑπερθετικὸ βαθμὸ Ἕλληνας, ἑλληνικότατος Μέγας Βασίλειος, δίδασκε, ἐν μέσῳ διωγμῶν καὶ θλίψεων, τοὺς νέους τοῦ αἰχμάλωτου Γένους. Ὅταν ὅμως «…λευτερωθήκαμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ σκλαβωθήκαμε εἰς ἀνθρώπους κακορίζικους ὅπου ἦταν (σ.σ. καὶ εἶναι) ἡ ἀκαθαρσία τῆς Εὐρώπης» (Μακρυγιάννης), διώξαμε τὸν ἅγιο ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες καὶ παρουσιάζουμε ἐνώπιον τῶν παιδιῶν τὸ παρδαλὸ ξωτικὸ τῆς κοκακόλας.
.                Λοιπόν. Θέλουμε, ὁραματιζόμαστε μίαν πατρίδα χωρὶς τὰ λέπια τῆς ἀσημαντοκρατίας, τῆς τιποτολογίας καὶ τιποτοπραξίας, μὲ ταυτότητα, καὶ ὄχι πολυπολιτισμικὸ ἀπολειφάδι. Ἡ λύση, ἀφοῦ ὀρνιθοειδῶς παρακολουθοῦμε τὴν διαπόμπευσή της καὶ δὲν ἐγειρόμαστε, εἶναι μία: ὅσοι Ἐπίσκοποι ἢ ἱερεῖς ἀκολουθοῦν τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν χριστοπρεπῶν ἠθῶν μας, νὰ ὀργανώσουν στὶς ἐνορίες, στὶς μητροπόλεις τους «Κρυφὰ Σχολειά». Τὰ ὀνομάζω «Κρυφὰ» γιὰ τὴν εὐνόητη παραπομπὴ στὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ κατόρθωσε. Ζοῦμε σὲ καθεστὼς δουλείας καὶ …ἐθελοδουλίας.
.             Καὶ ἐφ’ ὅσον τώρα δὲν ὑπάρχουν «Κολοκοτρωναῖοι», «ἱκανοὶ νὰ τὴν ἀποβάλουν μὲ σκέτο σαπουνόνερο» (Ἐλύτης), τὴν ὕπουλη αὐτὴ σκλαβιὰ – λόγῳ δειλίας καὶ τηλεκχαυνώσεως, ἡ μόνη ἀπαντοχή μας εἶναι ἡ καθ’ ἡμᾶς Παιδεία. Δέκα χρόνια ἂν διδαχθοῦν ἀρκετὲς χιλιάδες Ἑλληνάκια «τὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε οἱ ἀγράμματοι καὶ ἁγιάζουνε», (καὶ πάλι ὁ τροπαιοφόρος νομπελίστας Ὀδυσσέας Ἐλύτης), ἡ πατρίδα θὰ σωθεῖ. Θὰ ἀναστηθεῖ μία γενιά, ποὺ θὰ ρέει στὸ αἷμα της τὸ ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον, τὰ πνευματικὰ ἀντισώματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ἡρώων, τῶν σοφῶν τῆς ἀρχαιότητας. Ὁ ποιητής, ὁ λησμονημένος Κάλβος, ὁ διδάχος ποὺ καὶ σήμερα διδάσκει τὴν ὑπερηφάνεια, μᾶς κανοναρχεῖ: «Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι/βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται/Ζυγὸν δουλείας ἂς ἔχωσι/Θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην/Ἡ ἐλευθερία» («Εἰς Σάμον»).
.             Καὶ ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ἡ λεκτικὴ ἀκροβασία: Ἐδῶ ποὺ φτάσαμε θέλει μπόλικη τρέλλα,τρέλλα ρωμαίικη, Κολοκοτρωναίικη. «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἐμεῖς ἂν δὲν εἴμεθα τρελλοί, δὲν ἐκάναμε τὴν Ἐπανάσταση», μᾶς ὁρμηνεύει ὁ γέρο-καπετάνιος.

«Νοικοκυριοὶ καὶ φρόνιμοι
Δὲν ζοῦν στὸν Ψηλορείτη
Οἱ κουζουλοὶ τὴν κάνανε
Ἀθάνατη τὴν Κρήτη», 
διαλαλεῖ καὶ ἡ κρητικὴ λεβεντομαντινάδα.

.                 Μονολογοῦσε, περίλυπος καὶ καταντροπιασμένος, ὁ Νικόλαος Ἰβανώφ, ἀρχιστράτηγος τῶν Βουλγάρων στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, μετὰ τὴν συντριβή του ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους Κιλκισιομάχους: «Ὅλα τὰ εἶχα προβλέψει, τὰ εἶχα σκεφτεῖ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντάς μας, Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γιὰ νὰ κάνει κανεὶς προκοπή, πρέπει νὰ ἔχει παλαβὴ φλέβα, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Ἀνάλογα πῶς θὰ ἀξιοποιήσει τὴν παλαβὴ φλέβα θὰ γίνει ἢ ἅγιος ἢ ἥρωας. Ἂν ὅμως δὲν βοηθηθεῖ καὶ παρασυρθεῖ, μπορεῖ νὰ γίνει ἐγκληματίας. Ἕνας ποὺ δὲν ἔχει παλαβὴ φλέβα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει οὔτε ἅγιος οὔτε ἥρωας. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ πάρει μπρὸς μέσα μας ἡ μηχανή, νὰ δουλέψει ἡ καρδιά, ἡ παλληκαριά. Ἡ καρδιὰ πρέπει νὰ παλαβώσει». («Λόγοι Β´», ἔκδ. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή, 1999, σελ. 214).
.               Αὐτὴ ἡ τρέλλα δὲν εἶναι τὸ μεθύσι «μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα» τῆς γενιᾶς τοῦ ’40; Αὐτὴ τὴν τρέλλα δὲν ζοῦσαν καὶ οἱ ἀετοὶ τῆς ΕΟΚΑ, ποὺ κατεξεφτέλισαν τὴν ἀγγλοτουρκικὴ κτηνωδία;
.               Πολὺ μᾶς κούρασε ἡ «φρονιμάδα», ἡ «ἄψογος στάσις» καὶ ἡ «εὐγενὴς» ἀφωνία τῶν Ποιμεναρχῶν στὶς διεφθαρμένες κομματικὲς συμμορίες, ποὺ μᾶς ἐξανδραποδίζουν. (Ἑξαιρῶ τοὺς χρυσοστομικοῦ ἤθους, Ἱεράρχες, – Πειραιῶς, Μεσολογγίου, Κυθήρων καί τινων ἐλαχίστων ἀκόμη, ποὺ ξεχνῶ τὰ ὀνόματά τους).
.               Ὁ σεβαστὸς καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Γ. Κρουσταλάκης, σὲ μία ὁμιλία του, τὸ 2000, στὴν Ράχη Πιερίας, στὰ θαυμάσια «Πάτρια», ὁμιλώντας γιὰ τὴν «παιδαγωγικὴ τῶν διδαχῶν τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ», ἀνέφερε τὰ ἑξῆς σπουδαῖα: «Θυμᾶμαι τὸν ἅγιο Γέροντα Πορφύριο. Τοῦ λέγαμε: “Παππούλη, πῶς θὰ διδάσκουμε στὸ πανεπιστήμιο; Πρέπει νὰ θεολογοῦμε; Τί νὰ λέμε; Τί νὰ κάνουμε;” Καὶ ἔλεγε ἐκεῖνος: “Κοινωνᾶτε τὴν Κυριακή; Ἔ, τότε δὲν χρειάζονται λόγια. Μεταφέρετε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸ ἀμφιθέατρο, στοὺς μαθητές σας”. Εἶναι κάτι πολὺ σημαντικό, ποὺ μοῦ φέρνει στὸ νοῦ αὐτὴν τὴν μεγάλη φυσιογνωμία τῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὸν π. Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη, ποὺ ὅταν τοῦ λέγαμε: “Γέροντα, πῶς θὰ μιλᾶμε στὰ παιδιά;” Καὶ ἔλεγε ἐκεῖνος: “Θέλεις νὰ μιλήσεις; Πιάσε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν Ἅγιο Νεκτάριο καὶ κουβάλα τον μέσα στὰ θρανία, μέσα στὴν αἴθουσα μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο νὰ διδάξεις. Διδάσκει ἐκεῖνος καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι ἐσὺ τὰ παιδιά”». (Πρακτικά, «ΙΓ´ Πάτρια», σελ. 35, Ράχη Πιερίας).
.              «Κρυφὰ Σχολειὰ» στὶς ἐνορίες καὶ μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας, ὅσοι πιστοί, ὅσοι φιλότιμοι δάσκαλοι καὶ καθηγητὲς νὰ πιάσουμε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν Ἅγιο Βασίλειο, τὸν Μέγα, καὶ αὐτὸς θὰ διδάξει σὲ δασκάλους ποιὰ εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς τῆς ὀρθῆς Παιδείας: «Δεῖ τὸν προεστῶτα τοῦ λόγου τύπον προκεῖσθαι τοῖς πᾶσιν παντὸς καλοῦ, κατορθοῦντα πρότερον ἃ διδάσκει». Δηλαδή, «ἐκεῖνος ποὺ διδάσκει, πρέπει νὰ εἶναι ὑπόδειγμα κάθε καλοῦ σὲ ὅλους καὶ νὰ ἐφαρμόζει πρῶτος αὐτὸς ἐκεῖνα ποὺ διδάσκει» (Ἠθικά, ὅρος Ο´, ΒΕΠ 53,106).
.               Θὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι πυξίδα μας, τὴν ἐποχὴ τούτη τὴν ἄστατη, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ  ἔγραψα: «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ, ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω».

Καὶ ὁ νοῶν νοείτω…
Καλὴ χρονιὰ καὶ εὐλογημένη….

, ,

1 Σχόλιο

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Κόνιτσα  2013, σελ. 144

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΠΝΕΥΜ.-ΑΝΘΗ-Μ.-ΒΑΣ..        Τὸ νὰ μελετήσεις ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σὰν νὰ μπεῖς σ᾽ ἕναν κῆπο μὲ ποικιλία καλλιεργειῶν. Χαίρεσαι τὴν σοφία του, θαυμάζεις τὴν ἐμπειρία του, ἐνθουσιάζεσαι μὲ τὸν καθαρὸ καὶ αὐστηρὸ λόγο του καὶ μένεις κατάπληκτος άπὸ τὶς προσωπικές του περιπέτειες. Ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας δὲν μποροῦν νὰ μελετήσουν τὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου, γι᾽ αὐτὸ καταφεύγουν στὶς μεταφράσεις. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ἔχουν τὸν ἐλεύθερο χρόνο γιὰ νὰ ἐντρυφήσουν σὲ αὐτά. Ἔτσι μένουν ἄγνωστα στοὺς πολλοὺς παρ᾽ ὅλο ποὺ ὅλοι τιμοῦν τὸν Ἅγιο καὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι πράγματι ὑπῆρξε Μέγας.
.        Σὲ τοῦτο τὸ βιβλίο σχολιάζονται σύντομα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου, γιὰ νὰ γίνουν προσιτὰ τὰ σωτηριώδη μηνύματά τους, τὰ ὁποῖα τόσο ἔχει ἀνάγκη ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ποὺ ἐπιλέγει τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
(π. Διον. Τάτσης)

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΠΑΤΗΡ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ. («Ἡ ἀληθινὴ Βηθλεέμ, καὶ ὁ ἀληθινὸς Γολγοθάς, καὶ τὸ ἀληθινὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καὶ ἡ ἀληθινὴ Ἀνάσταση, ὅλα βρίσκονται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει τὸν Θεό»)

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ (ΕΡΓΑ 7)
«ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΙΩΝΑ»
(Μετάφραση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ. ΠΑΛΛΗ)
Ἐκδ.  Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 1991, 
σελ. 221-231

Η ΖΩΗ TOY 

.         Ὁ Γρηγόριος Νύσσης ἦταν νεώτερος ἀδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Γεννήθηκε περὶ τὸ 335 καὶ τίποτε σχεδὸν δὲν εἶναι γνωστὸ γιὰ τὴ νεότητά του. Πιθανὸν σπούδασε στὴν πατρίδα του τὴν Καισαρεία.  Ὁ Γρηγόριος εἶπε ἀργότερα ὅτι ὁ ἀδελφός του Βασίλειος ἦταν δάσκαλός του, καὶ μιλοῦσε γι’ αὐτὸν πάντα μὲ σεβασμό, καὶ τὸν χαρακτήριζε ὡς «ἴσον μὲ τοὺς ἀποστόλους ποὺ ἦλθε ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς μόνο κατὰ τὸν χρόνο». Παραδεχόταν ὅτι «ἔζησα μὲ τὸν ἀδελφό μου γιὰ ἕνα σύντομο μόνο χρονικὸ διάστημα, καὶ ὅτι διδάχτηκα τόσο μόνο ἀπὸ τὴν θεία γλώσσα του ὅσο ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ μένα νὰ καταλάβω τὴν ἄγνοια ἐκείνων τῶν ἀμυήτων στὰ μυστικὰ τῆς εὐγλωττίας». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Βασίλειος τοῦ δίδαξε μόνο ρητορική.  Ὁ Γρηγόριος κατονομάζει τὴν ἀδελφή του Μακρίνα ὡς ἄλλον σπουδαῖον δάσκαλο τῆς νεότητάς του, καὶ οἱ ἀναμνήσεις του γι᾽ αὐτὴν εἶναι γεμάτες εὐγνωμοσύνη.  Ὁ Γρηγόριος μεγάλωσε σὲ μία ἀτμόσφαιρα πολιτισμοῦ καὶ ἀσκητισμοῦ, ἀλλὰ πολὺ λίγα εἶναι γνωστὰ γιὰ τὶς λεπτομέρειες τῆς μορφώσεώς του.
.         Στὴ νεότητά του ὁ Γρηγόριος ἀσχολήθηκε πολὺ μὲ τὴν μελέτη τῆς φιλοσοφίας. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἔγινε κληρικὸς ὡς ἀναγνώστης δίδασκε ρητορικὴ καὶ ἀφιερώθηκε στὴ μελέτη τῆς «θύραθεν» φιλολογίας. Αὐτὸ δυσαρέστησε τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς φίλους του.  Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τοῦ ἔγραψε ἐλέγχοντάς τον φιλικά: «Τί σοῦ συνέβη, σοφώτατε; Ἄλλοι δὲν σὲ ἐπαινοῦν γι’ αὐτὴν τὴν “ἄδοξον εὐδοξίαν” σου ἢ γιὰ τὴν βαθμιαία “ἐπὶ τὰ χείρω ροπήν” σου, ἢ γιὰ τὴν φιλοδοξία («φιλοτιμίαν») σου, ἡ ὁποία, ὅπως λέγει ὁ Εὐριπίδης, εἶναι ἡ “κακίστη δαιμόνων”… Γιατί θύμωσες μὲ τὸν ἑαυτό σου καὶ ἀπέρριψες τὰ ἱερὰ βιβλία ποὺ ἦταν γεμάτα μὲ πόσιμο ὕδωρ; Γιατί προτιμᾶς νὰ καλεῖσαι ρήτορας παρὰ Χριστιανός;». Ὁ Γρηγόριος τὸν συμβουλεύει νὰ συνέλθει καὶ νὰ ἀπολογηθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν, καὶ τῶν θυσιαστηρίων καὶ τῶν μυστηρίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνθηκε.
.         Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀποσπάσεώς του ἀπὸ τὴν θύραθεν φιλοσοφία ὁ Γρηγόριος διάβασε ἐπίσης τὸν Ὠριγένη, ποὺ ἄσκησε πολὺ μεγάλη ἐπίδραση ἐπάνω του. Διάβασε ἀκόμα τὸν Φίλωνα καὶ τὸν Θεόγνωστο. Ὁ Ὠριγενισμὸς τοῦ Γρηγορίου τροποποιήθηκε ἀργότερα ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἐσκεμμένα ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολή του γιὰ τὴν τριαδολογικὴ ὁρολογία πρὸς τὸν Γρηγόριο, φοβούμενος ὅτι ὁ Γρηγόριος παρεξέκλινε ἀπὸ τὴν ὀρθοδοξία. Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Γρηγορίου γιὰ τὴν θύραθεν γνώση ἦταν μόνο πρόσκαιρος, καὶ ἀργότερα ὁ ἴδιος καταδίκασε τὶς κοσμικὲς ἐπιστῆμες ὡς μάταιες: «Αὐτὲς συνεχῶς καταβάλλουν κόπους ποὺ ποτὲ δὲν καταλήγουν σὲ καινούργια ζωή». Ἐν τούτοις, παρέμεινε πάντα ἕνας Ἕλληνας μέσα ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ὠριγένη.
.         Ὁ Γρηγόριος ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς οἰκογενείας του ἐπέστρεψε στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Παντρεύτηκε ἀλλὰ συνέχισε νὰ ζεῖ ἁγνὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Φαίνεται ὅτι ἀποσύρθηκε προσωρινὰ στὸ μοναστήρι τοῦ ἀδελφοῦ του Βασιλείου στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἴριδος στὸν Πόντο. Ὁ Γρηγόριος δὲν εἶχε ἰσχυρὸ χαρακτήρα καὶ ἡ ἐμπειρία ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴν ζωὴ ἦταν περιορισμένη. Κατὰ τὴν φιλονικία ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἐκλογὴ τοῦ Βασιλείου στὸν θρόνο τῆς Καισαρείας, ὁ Γρηγόριος προσπάθησε ἀνεπιτυχῶς νὰ συμφιλιώσει τὸν Βασίλειο μὲ τὸν θεῖο τους γράφοντας πλαστὲς ἐπιστολές. Ὁ Βασίλειος τοῦ εἶπε ὅτι θὰ ἔπρεπε ν᾽ ἀνοίξει ἡ γῆ νὰ τὸν καταπιεῖ γιὰ τέτοιες πράξεις, ἀλλὰ ἀργότερα δέχτηκε τὴν μετάνοια τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ συμφιλιώθηκε πλήρως μαζί του. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο εὔκολα καταλαβαίνουμε γιατί ὁ Βασίλειος θεωροῦσε τὸν Γρηγόριο ἀκατάλληλο γιὰ ἀνάληψη σοβαρῶν εὐθυνῶν καὶ ἐναντιώθηκε, ὅταν ὁ Γρηγόριος ὁρίστηκε ὡς ἀπεσταλμένος στὴν Ρώμη: «Αὐτὸς δὲν ἔχει πείρα στὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις». Ἐν τούτοις, τὸ 371 χειροτόνησε τὸν Γρηγόριο ἐπίσκοπο Νύσσης.
.         Ὁ Γρηγόριος βοήθησε τὸν ἀδελφό του στὸν ἀγώνα του κατὰ τῆς αἱρέσεως ὄχι μὲ τὴν δραστηριότητά του στὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ὡς συγγραφέας καὶ θεολόγος. Καταδιώχτηκε γιὰ τὴν ὀρθοδοξία του καὶ δικάστηκε στὴν Γαλατία. Τὸ 375 ὁ Δημοσθένης, ὁ κυβερνήτης τῆς Καππαδοκίας, τὸν ὁποῖο ὁ Βασίλειος χαρακτηρίζει ὡς «φίλον τῶν αἱρετικῶν», διέταξε νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ φυλακιστεῖ. Τὸ 376 καταδικάστηκε ἐρήμην καὶ ἐκθρονίστηκε γιὰ κατάχρηση κεφαλαίων (σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: !!!) καὶ γιὰ τὴν «παράνομη» χειροτονία του. Ὁ Γρηγόριος πέρασε τρία χρόνια στὴν ἐξορία καὶ γύρισε στὴν ἕδρα του μόνο τὸ 379 μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Οὐάλεντος. Ὁ λαὸς τὸν ὑποδέχτηκε μὲ χαρά. Λίγο μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Νύσσα ἀκολούθησαν οἱ θάνατοι τοῦ Βασιλείου καὶ ὕστερα τῆς Μακρίνας. Αὐτὸ ἦταν βαρὺ χτύπημα γιὰ τὸν Γρηγόριο. Μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του στὸ μοναχὸ Ὀλύμπιο περιέχει συγκινητικὴ ἀφήγηση τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ἀδελφῆς του, ποὺ ἦταν μία ἐπιφανὴς Χριστιανὴ καὶ ἀσκήτρια.
.         Ὁ Γρηγόριος θεώρησε τὸν ἑαυτό του κληρονόμο τῶν κόπων τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ ἐργάζεται πάνω στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ὁ Βασίλειος ἄφησε ἀτέλειωτα, μεταξὺ αὐτῶν δὲ εἶναι ἡ Ἑξαήμερος καὶ ἡ πολεμικὴ κατὰ τοῦ Εὐνομίου. Οἱ φίλοι τὸν ἀναγνώρισαν ὡς ἄξιο διάδοχό του ἀδελφοῦ του. Στὴν Ἀντιοχειανὴ σύνοδο τῶν 146 πατέρων τὸ 379 ἐστάλη σὲ ἀποστολή, γιὰ νὰ ἀναφέρει γιὰ τὴν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἀραβία, τὴν ὁποία οἱ φῆμες παρουσίαζαν ὡς διεφθαρμένη καὶ αἱρετική. Αὐτὸν τὸν καιρὸ ἴσως ἐπισκέφτηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἀλλὰ μερικοὶ συγγραφεῖς θεωροῦν ὅτι αὐτὸ τὸ ταξίδι ἔγινε ἀργότερα. Ἡ Παλαιστινιακή Ἐκκλησία ἦταν χωρὶς πνευματικὴ ἡγεσία γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ (ὁ Ἅγ. Κύριλλος πέρασε συνολικὰ δεκατρία χρόνια στὴν ἐξορία), καὶ ἡ διαφθορὰ ἐξαπλώθηκε. Ὁ Γρηγόριος ἔγινε δεκτὸς μὲ καχυποψία καὶ ἀμέσως ἐνεπλάκη σὲ λογομαχία μὲ τοὺς Ἀπολλιναριστές.
.         Οἱ καταχρήσεις στοὺς  Ἁγίους Τόπους ἔκαναν ὀδυνηρὴ ἐντύπωση στὸν Γρηγόριο, καὶ γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο δὲν ἐνέκρινε τὸ ἔθιμο τῶν ἱερῶν ἀποδημιῶν. Θὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐπιζήμιες γιὰ τὶς γυναῖκες, τῶν ὁποίων ἡ καθαρότητα καὶ ἡ ἁγνότητα συχνὰ κινδύνευαν κατὰ τὴν διαδρομὴ τέτοιων ταξιδιῶν.  Ἡ Παλαιστίνη ἦταν γεμάτη ἀπὸ κακία καὶ κάθε εἴδους ἀσέβεια.  Ἀκόμα, ὁ Γρηγόριος ἔγραψε: «Γιατί νὰ προσπαθεῖτε νὰ κάνετε αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκαναν οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ εἶναι κοντὰ στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;». Ὁ Κύριος δὲν μᾶς διέταξε νὰ πᾶμε στὰ  Ἱεροσόλυμα ὡς ἀγαθοεργία. «Τί πλεονέκτημα κερδίζουν αὐτοὶ ποὺ ἐπισκέπτονται αὐτοὺς τοὺς τόπους; Αὐτὸ δὲν εἶναι σὰν νὰ ζεῖ ὁ Κύριος ἐκεῖ ἐν σώματι μέχρι σήμερα, ἀλλὰ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ ἐκείνους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε σὲ ἄλλες χῶρες; ἢ σὰν νὰ εἶναι παρὸν τὸ Πνεῦμα στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ᾽ρθεῖ ἐδῶ σὲ μᾶς;… Μία ἀλλαγὴ τόπου δὲν φέρνει τὸν Θεὸ κοντύτερα σὲ σᾶς. Ἄσχετα ἀπὸ τὸ ποῦ μπορεῖ νὰ εἶστε, ὁ Κύριος θὰ ρθεῖ σὲ σᾶς ἂν ἡ ψυχή σας εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ κατοικήσει καὶ νὰ βαδίσει μέσα σας. Ἀλλὰ ἂν ὁ ἔσω ἄνθρωπος μέσα σας εἶναι γεμάτος ἀπάτη, τότε, ἀκόμα κι ἂν στέκεστε στὸν Γολγοθὰ ἢ στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἢ κάτω ἀπὸ τὸ μνημεῖο τῆς Ἀναστάσεως, εἶστε τόσο μακριὰ ἀπὸ τοῦ νὰ λάβετε τὸν Χριστὸ μέσα σας ὅσο ἕνας ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα ἀρχίσει νὰ ὁμολογεῖ πίστη σ᾽ Αὐτόν». Ἀντίθετα, «ἡ ἀληθινὴ Βηθλεέμ, καὶ ὁ ἀληθινὸς Γολγοθάς, καὶ τὸ ἀληθινὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καὶ ἡ ἀληθινὴ  Ἀνάσταση, ὅλα βρίσκονται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει τὸν Θεό». Τί θὰ βροῦμε στὰ  Ἱεροσόλυμα ποὺ εἶναι νέο; «θὰ βροῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ποὺ φανερώθηκε ἐκεῖ ἦταν ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁμολογοῦμε πρὶν ἔλθουμε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μετὰ τὸ ταξίδι μας ἡ πίστη μας οὔτε μειώθηκε οὔτε αὐξήθηκε. Γνωρίζαμε ἐπίσης ὅτι Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος διὰ τῆς Παρθένου πρὶν πᾶμε στὴ Βηθλεέμ. Πιστεύαμε στὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πρὶν δοῦμε τὸν τάφο Του. Ὁμολογοῦμε τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀναλήψεως πρὶν δοῦμε τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Εἶναι πιὸ σπουδαῖο νὰ «μεταβοῦμε ἀπὸ τὸ σῶμα πρὸς τὸν Κύριό μας παρὰ νὰ ταξιδέψουμε ἀπὸ τὴν Καππαδοκία στὴν Παλαιστίνη».

.         Τὸ 381 ὁ Γρηγόριος ἔλαβε μέρος στὴν Δεύτερη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ἦταν ἤδη πολὺ γνωστὴ καὶ σημαντικὴ μορφή. Μὲ ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος στὶς 30 Ἰουλίου 381, ὁ Γρηγόριος συγκαταλέχθηκε μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἔπρεπε νὰ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ὡς οἱ σπουδαιότερες αὐθεντίες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κοινότητος. Οἱ Ἱεράρχες προτάθηκαν ἀπὸ κάθε ἐπαρχία, καὶ ὁ Γρηγόριος προτάθηκε ἀπὸ τὸν Πόντο μαζὶ μὲ τὸν Ἑλλάδιο Καισαρείας καὶ τὸν Otreius (σ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ὀτρήϊος) Μελιτηνῆς. Οἱ μεταγενέστερες σχέσεις του μὲ τὸν Ἑλλάδιο τοῦ προξένησαν πολλὲς δυσκολίες.
.         Τὸ 382 καὶ 383 ὁ Γρηγόριος ἦταν καὶ πάλιν παρὼν στὶς συνόδους στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνέχισε τὸν ἀγώνα του κατὰ τῶν Ἀρειανῶν. Γνωρίστηκε μὲ τὴν μοναχὴ Ὀλυμπιάδα, τὴν ὁποία τιμοῦσε πολὺ ὁ  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὴν εὐσέβειά της. Τὸ 394, ὁ Γρηγόριος ἔλαβε μέρος σὲ μία σύνοδο γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἀραβία. Αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο γεγονὸς τῆς ζωῆς του, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀκριβῆ γνώση. Πέθανε πιθανὸν τὸ 394.  Ἐνῶ ἀκόμα ζοῦσε ὁ  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Γρηγόριος σταμάτησε νὰ ἀναφέρεται δημοσίως. Λίγες πληροφορίες διασώθηκαν γιὰ τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του ποὺ φαίνονται νὰ ὑποδηλώνουν ὅτι ἡ αὐθεντία του ἦταν εὐρύτατα σεβαστὴ καὶ ὅτι συνέχιζε νὰ ἐπηρεάζει τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν καὶ ἔμενε πιθανὸν λίγο χρόνο στὴν Νύσσα.
.         Οἱ σύγχρονοι τοῦ Γρηγορίου τὸν θεωροῦσαν μεγάλο ὑπερασπιστὴ τῆς ὀρθοδοξίας κατὰ τῶν Ἀρειανῶν καὶ τῶν Ἀπολλιναριστῶν, «στύλον τῆς ὀρθοδοξίας» καὶ «πατέρα τῶν πατέρων». Αὐτὴ ἡ φήμη ἀμφισβητήθηκε ἀργότερα κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Ὠριγενιστικῆς λογομαχίας. Σχεδὸν τὸ ὄνομα τοῦ Γρηγορίου δὲν περιλαμβανόταν σὲ κατάλογο τῶν «ἐπίλεκτων πατέρων», καὶ ἡ ἄμεση ἐπιρροή του μειώθηκε. Ἀργότερα, ὅμως, στὴν Ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο χαρακτηρίστηκε πάλι «ὁ πατὴρ τῶν πατέρων».

.         Κριτικὴ συζήτηση γιὰ τὴν θεολογία τοῦ Γρηγορίου ἄρχισε πολὺ νωρίς, τὸν τέταρτο αἰώνα, καὶ ὁ Βαρσανούφιος μᾶς ἔδωσε τὸ λόγο γι᾽ αὐτὴν τὴν ἐπανεκτίμηση. «Πολλοὶ ἅγιοι, ποὺ ἔγιναν διδάσκαλοι, ξεπέρασαν τοὺς δικούς τους δασκάλους λαμβάνοντας τὴν ἄνωθεν ἔγκριση γιὰ τὴν διατύπωση μιᾶς νέας διδασκαλίας. Συγχρόνως, ὅμως, διατήρησαν ὅ,τι εἶχαν πάρει ἀπὸ τοὺς προηγουμένους δασκάλους τους. Ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ διδασκαλία ἦταν ἐσφαλμένη. Ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ ἄνδρες ἔγιναν πνευματικοὶ διδάσκαλοι, δὲν παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ἂν αὐτὸ ποὺ οἱ δάσκαλοί τους τοὺς δίδαξαν εἶχε πράγματι ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀφοῦ σέβονταν τὴν σοφία τῶν δασκάλων τους, δὲν ἐξέταζαν τοὺς λόγους τους. Δὲν ρωτοῦσαν τὸν Θεὸ ἂν αὐτοὶ οἱ λόγοι τους ἦταν ἀληθινοί». Ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου διαμορφώθηκε ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ὠριγένη, καὶ ἔτσι περιλαμβάνει στοιχεῖα τῆς σχολικῆς παραδόσεως μαζὶ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ σύστημα τοῦ Γρηγορίου δὲν καταδικάστηκε ποτὲ στὸ σύνολό του, ἀλλὰ ἀργότερα ἀποκαθάρθηκε ἀπὸ τὸν Ὠριγενισμό του.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

 .         Ὁ Γρηγόριος δὲν ἐπεξεργάστηκε ἕνα πλῆρες θεολογικὸ σύστημα, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε ἴσως τὸν πιὸ αὐστηρὰ συστηματικὸ νοῦ ἀπὸ ὅλους τοὺς Πατέρες. Ἡ θεολογία του ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ ἀπὸ τὴν σκέψη τῶν Νεοπλατωνικῶν.  Ὁ Γρηγόριος ἔγραψε γιὰ ὅλα τὰ θεολογικὰ θέματα. Μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα του εἶναι πολεμικὰ καὶ δογματικά, καὶ ἄλλα δείχνουν τὰ προσωπικά του ἐνδιαφέροντα.

Ἐξηγητικὰ Ἔργα

.         Ὁ Γρηγόριος ὡς ἐξηγητὴς συνέχισε τὸ ἔργο τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ μερικὰ ἀπὸ τὰ κείμενά του ἀκολουθοῦν τὴν Ὠριγενιστικὴ παράδοση τῶν ὑπομνημάτων. Ἡ πρώτη ὁμάδα περιλαμβάνει δύο συμπληρωματικὲς πραγματεῖες στὴν Ἑξαήμερον: «Περὶ κατασκευῆς τοῦ Ἀνθρώπου»· καὶ «Ἀπολογητικὸς εἰς τὴν Ἑξαήμερον», ποὺ γράφτηκαν ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Βασιλείου. Ἐδῶ, ὅπως σὲ ἄλλα ἔργα, ὁ Γρηγόριος ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ Βασιλείου, καὶ ἡ ἐξήγησή του δείχνει τὴν ἐπίδραση τῆς κλασσικῆς φιλοσοφίας, ἰδιαίτερα τῶν ὑπομνημάτων τοῦ Ποσειδωνίου καὶ ἄλλων στὸν Τίμαιο τοῦ Πλάτωνος. Τὰ ἄλλα ἐξηγητικὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου γράφτηκαν ἀργότερα στὴν ζωή του, καὶ σ’ αὐτὰ ἡ μέθοδος τῆς ἑρμηνείας του εἶναι αὐστηρῶς ἀλληγορική. Συνδέονται ἀπὸ τὸ κοινὸ θέμα τους γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα μιᾶς ἠθικῆς καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς ὡς ὁδοῦ γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Τὸ σπουδαιότερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τὸ «Περὶ τοῦ βίου τοῦ Μωϋσέως», τὸ ὁποῖο δείχνει καθαρὰ τὴν ἐπίδραση τοῦ Φίλωνος, καὶ ἕνα ὑπόμνημα τῶν «Δεκαπέντε Ὁμιλιῶν εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων», τὸ ὁποῖο ἐξηγεῖ ὁ Γρηγόριος σύμφωνα μὲ τὴν Ὠριγενιστικὴ παράδοση.
.         Ὁ Γρηγόριος ὑπερασπίζεται τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνευτικὴ μέθοδο στὴν εἰσαγωγή του σ’ αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα, ποὺ ἀφιερώνεται στὴν Ὀλυμπιάδα. Κατὰ τὴν γνώμη του, τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων προϋποδηλώνει τὸν πνευματικὸ γάμο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Χριστό, τὸν ἄκρως ἐπιθυμητὸ οὐράνιο Νυμφίο. Στὴν «Ἀκριβῆ Ἔκθεση τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ» ὁ Γρηγόριος ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀναγκαιότητα ἐλευθερώσεως τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ πάθη, ὥστε αὐτὴ νὰ μπορέσει νὰ ἀνυψωθεῖ σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων. Περιγράφει τὰ στάδια ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἠθικὴ τελείωση σὲ μία ὁμιλία, «Εἰς τὰς Ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν», δίνοντας ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν ἕκτο Ψαλμό. Προφανῶς ἔγραψε ἐπίσης μία ἐξήγηση στὶς «Παροιμίες». Τὰ περισσότερα ἐξηγητικὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐνῶ ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχει γράψει μόνο γιὰ τοὺς Μακαρισμοὺς καὶ τὴν Κυριακὴ Προσευχή. Στὰ ἐξηγητικά του ἔργα περιλαμβάνεται ἐπίσης μία ὁμιλία «Περὶ τῆς ἐγγαστριμύθου», ἕνα θέμα ποὺ εἶχε τραβήξει τὴν προσοχὴ τοῦ Ὠριγένη. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Ὠριγένη ὁ Γρηγόριος ὑποστηρίζει τὴν θέση τοῦ Μεθοδίου Ὀλύμπου καὶ τοῦ Εὐσταθίου  Ἀντιοχείας λέγοντας ὅτι ἦταν ἕνας δαίμονας καὶ ὄχι τὸ πνεῦμα τοῦ Σαμουὴλ ποὺ ἐμφανίστηκε στὸν Σαούλ. Τὰ δογματικὰ καὶ πολεμικὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου περιλαμβάνουν ἐπίσης ἐρμηνευτικὰ σχόλια.

Πολεμικὰ Ἔργα

.         Τὰ πολεμικὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου περιλαμβάνουν δώδεκα φυλλάδια (ἢ κατὰ μερικοὺς τέσσερα ἕως δεκατρία – ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ τί ὀνομάζει κανεὶς μὲ αὐτὸ τὸν ὄρο, κατὰ τοῦ Εὐνομίου, ποὺ ἐξετάζουν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ αἱρετικοῦ κατὰ τῆς θεολογίας τοῦ Βασιλείου. Αὐτοὶ οἱ «Ἀντιρρητικοὶ Λόγοι» γράφτηκαν κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τους τὸ 380 καὶ 381, καὶ συμπληρώθηκαν ἀργότερα ἀπὸ ἕνα ὑπόμνημα στὸ σύμβολο πίστεως ποὺ ὁ Εὐνόμιος παρουσίασε στὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸ 383.  Ὁ Γρηγόριος πολεμᾶ τὸ δόγμα τῶν Ἀνομοίων καὶ ἐκθέτει τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τοῦ Βασιλείου περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀβλάβιο «Ἐναντίον ἐκείνων ποὺ μᾶς κατηγοροῦν ὅτι λέμε πὼς ὑπάρχουν Τρεῖς Θεοὶ» («Περὶ τοῦ μὴ εἶναι τρεῖς Θεοὺς») εἶναι ἐπίσης ἀφιερωμένη στὴν ὑπεράσπιση τῆς διδασκαλίας τοῦ Βασιλείου. Στὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του ὁ Γρηγόριος ἔγραψε δύο πραγματεῖες κατὰ τοῦ Ἀπολλιναρίου, οἱ ὁποῖες περιέχουν λεπτομερῆ ἔκθεση τῆς διδασκαλίας τοῦ  Ἀπολλιναρίου γιὰ τὴν οὐράνια σάρκα τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀπουσία ἀνθρώπινου νοῦ στὸν Χριστό. Ὁ Γρηγόριος ἐπιτίθεται ὄχι μόνο προσωπικὰ κατὰ τοῦ Ἀπολλιναρίου ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν διδασκαλιῶν του, ὅπως αὐτὲς διερμηνεύτηκαν καὶ ὑποτιμήθηκαν ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Ἀσχολεῖται σύντομα μὲ τὸ ἴδιο θέμα καὶ στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας («Κατὰ Ἀπολλιναρίου πρὸς Θεόφιλον Ἀλεξανδρείας»). Ὁ Γρηγόριος, ἀκόμα, ἔγραψε μία ὁμιλία Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐναντίον τῶν Μακεδονιανῶν Πνευματομάχων («Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τῶν Πνευματομάχων Μακεδονιανῶν»). Μία ὁμιλία κατὰ τοῦ Ἀρείου καὶ Σαβελλίου, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Γρηγόριο, δὲν γράφτηκε ἀπὸ αὐτὸν (ἴσως εἶναι ἔργον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου).

Δογματικὰ Ἔργα

.         Τὰ βασικὰ δόγματα τοῦ Γρηγορίου περιλαμβάνονται στὸ ἔργο τοῦ «Λόγος Κατηχητικὸς ὁ Μέγας», ποὺ γράφτηκε ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὸ 385. Αὐτὸ τὸ ἔργο περιλαμβάνει ἐπιχειρήματα κατὰ ὁρισμένων αἱρέσεων, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐστηρῶς πολεμικό. Γράφτηκε κυρίως γιὰ διδασκαλία πρὸς τοὺς κατηχουμένους. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς  Ἁγίας Γραφῆς καὶ δικῶν τοῦ λογικῶν συλλογισμῶν ἐκθέτει τὶς ὀρθόδοξες διδασκαλίες περὶ Πίστεως, Ἁγίας Τριάδος, Ἐνσαρκώσεως, Ἀπολυτρώσεως, Μυστηρίου, Βαπτίσματος, Εὐχαριστίας, καὶ Τελικῆς Κρίσεως. Τὰ ἄλλα δογματικά του ἔργα περιλαμβάνουν τὴν μικρὴ πραγματεία του Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γράφτηκε πρὸς τὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας («Περὶ Τριάδος πρὸς Εὐστάθιον»), μία ἐπιστολὴ πρὸς Σιμπλίκιο περὶ πίστεως («Περὶ πίστεως πρὸς Σιμπλίκιον»), ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὸ δόγμα τῆς θεότητος τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πνεύματος-«Πρὸς Ἕλληνας ἐκ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν». Ἕνας διάλογος περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως («Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως ἢ λόγος ὁ λεγόμενος τὰ Μακρίνεια»), ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὅτι γίνεται ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Γρηγορίου Μακρίνα, γράφτηκε ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Πλατωνικοῦ «Φαίδωνος». Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προσωπικά του ἔργα. Ὁ Γρηγόριος ἀσχολεῖται μὲ παρόμοια προβλήματα στὴν πραγματεία του «Περὶ τῶν νηπίων πρὸ ὥρας ἀφαρπαζομένων». Ἕνας διάλογος «Κατὰ Εἱμαρμένης» ἀνάμεσα σ᾽ ἕναν ἐπίσκοπο καὶ ἕναν ἐθνικὸ φιλόσοφο ἀποτελεῖ ὑπεράσπιση τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως ἐναντίον τῆς ἀστρολογίας καὶ τῆς μοιρολατρείας.

Ἀσκητικὰ καὶ Ἠθικὰ Ἔργα

.         Μεταξὺ τῶν ἀσκητικῶν καὶ ἠθικῶν ἔργων τοῦ Γρηγορίου εἶναι ἕνα ἐκτενὲς φυλλάδιο «Περὶ παρθενίας», ποὺ ἔγραψε στὴ νεότητά του, καὶ μερικὲς συντομώτερες πραγματεῖες: «Περὶ τοῦ τί τὸ Χριστιανῶν ὄνομα ἢ ἐπάγγελμα;», «Περὶ τελειότητος καὶ ὁποῖον χρὴ εἶναι τὸν Χριστιανόν», «Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ, πρὸς τὸν μοναχὸν Ὀλύμπιον». Τὸ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες τοῦ Γρηγορίου διατυπώνεται μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια στὴν ἐπιστολή του «Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρινῆς», ἡ ὁποία γράφτηκε ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό της.

Λόγοι

.        Ἀπὸ τοὺς Λόγους τοῦ Γρηγορίου λίγοι ἐπέζησαν. Οἱ σπουδαιότεροι εἶναι οἱ λόγοι ἐπὶ τῶν μεγάλων Ἑορτῶν: Χριστουγέννων, Ἐπιφανείων, Πάσχα, καὶ Πεντηκοστῆς. Ἔγραψε ἐπίσης ὁμιλίες γιά: τὸν Ἄγ. Στέφανο, τὸν Μάρτυρα Θεόδωρο, τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας τῆς Σεβάστειας, τον  Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν θαυματουργό. Οἱ ἐπιτάφιοι λόγοι τοῦ ἀφιερώνονται, μεταξὺ ἄλλων, στὸν Βασίλειο καὶ τὸν Μελέτιο Ἀντιοχείας. Τὰ ὁμιλητικὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου ὑστεροῦν ἔναντι παρόμοιων ἔργων ἄλλων μεγάλων Πατέρων, καὶ τὸ ὕφος τοῦ εἶναι βαρὺ καὶ τεχνητό. Αὐτὸ εἶναι λαμπρὸ στὰ ἀσκητικὰ τοῦ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχαν μεγάλο προσωπικὸ ἐνδιαφέρον γι’ αὐτόν.

Ἐπιστολὲς

.         Ὁ Γρηγόριος ἄφησε 26 μὲ 30 ἐπιστολές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ περισσότερες παρέχουν πληροφορίες σχετικὲς μὲ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ζωή του. Ἡ Ἐπιστολή του γιὰ τὶς Ἱερὲς (προσκυνηματικὲς) ὁδοιπορίες στὰ  Ἱεροσόλυμα εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική. Ἡ «κανονικὴ» ἐπιστολὴ πρὸς Λητόϊον περιλαμβάνει ὀκτὼ κανόνες καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸ «Νομοκάνονα» καὶ ἄλλες συλλογὲς κανόνων. Οἱ κανόνες του γιὰ τὴν ζωὴ τῆς μετανοίας διατυπώθηκαν σύμφωνα μὲ τὴν γνώση τῆς Ψυχολογίας ποὺ εἶχε, καὶ διαμορφώθηκαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τῆς ἐμπειρίας του ὡς κληρικοῦ.  Ὁ Γρηγόριος ἔγραψε ἐπίσης μία Ἐπιστολὴ γιὰ τὸ Πάσχα, τὴν «κοινὴ νηστεία τῆς δημιουργίας», ἡ ὁποία γιορτάζει τὴν ἀνάσταση τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ ἔπεσε διὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ Ἐπιστολή του 25 πρὸς Ἀμφιλόχιο εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Χριστιανικῆς τέχνης καὶ ἀρχιτεκτονικῆς, γιατί περιγράφει λεπτομερῶς ἕνα «μαρτύριον» ὑπὸ κατασκευήν.

 ΠΗΓΗ: Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον  (egolpion.com)

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΜΑΝΙΑ ΜΑΣ

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»: «Ἀντὶ νὰ λέμε μύθους στὰ παιδιά μας γιὰ ἕναν ροδαλὸ Ἅη-Βασίλη ποὺ φέρνει ὑλικὰ ἀγαθά, καλύτερα θὰ ἦταν νὰ τοὺς μιλήσουμε γιὰ τὸν ἀληθινὸ Ἅγιο Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε ἐμπράκτως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς φτώχιας καὶ τοῦ πόνου».
.            Συνηθίσαμε, ἀγαπητὲ κ. Χολέβα, στοὺς ΜΥΘΟΥΣ. Ἀφεθήκαμε νωχελικὰ στὶς παραισθησιογόνες θωπεῖες τους. Σ᾽ ὅλους τοὺς τομεῖς, στὴν θεολογία, στὴν μεταπατερικότητα…, στὴν λειτουργικὴ ἀναγέννηση, στὴν ἱστορία, στὴν πολιτική, στὴν κοινωνία. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ σκεφτήκαμε “ἔξυπνα”. Καὶ εἴπαμε ὅτι χρειάζεται νὰ «ἀπομυθοποιήσουμε» τοὺς μύθους. Καὶ τελικῶς βυθιστήκαμε σὲ μύθους, ποὺ δὲν φανταζόμασταν, ἐπειδὴ δὲν ἐφροντίσαμε νὰ ἀπομυθοποιήσουμε τὸν Βασικὸ Μύθο, τῆς Ἀλαζονίας καὶ τῆς Ἀλλοτριώσεως. Καὶ ἡ τρέχουσα Κρίση παράγωγο τῆς Μυθολογίας μας εἶναι. Kαὶ τῆς Μυθομανίας μας!

ληθινς γιος Βασίλειος κα Παιδεία

Κωνσταντῖνος Χολέβας, Πολιτικὸς Ἐπιστήμων
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 03.01.2012

.           Μέσα στὰ πολλὰ ψεύτικα, ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν ἐποχή μας, τὰ περισσότερα ἑλληνόπουλα βλέπουν νὰ διαφημίζεται ἕνας ξενόφερτος Ἅη-Βασίλης, ὁ ὁποῖος ἀντιγράφει τὸν SANTA CLAUS, δηλαδὴ τὸν Ἅγιο Νικόλαο τῶν δυτικοευρωπαίων καὶ τῶν ἀμερικανῶν. Οἱ Δυτικοὶ λαοὶ ἀπέδωσαν στὸ στρουμπουλὸ κόκκινο ἀνθρωπάκι τοῦ γνωστοῦ ἀναψυκτικοῦ τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνα Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας (Μ. Ἀσίας) Ἁγίου Νικολάου, ἐπειδὴ καὶ ἐκείνου ἡ γιορτὴ συμπίπτει μέσα στὸν χειμώνα. Ὅμως ὁ πραγματικὸς Ἅγιος Βασίλειος, ὁ Μέγας Βασίλειος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν γραμμάτων, δὲν ἔχει καμία σχέση. Οὔτε ἠλικιακὰ οὔτε ἐμφανισιακά. Ὁ Ἅγιος, τὸν ὁποῖο τιμοῦμε τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ χρόνου, ἦταν Καππαδόκης Μικρασιάτης καὶ ἔγινε Ἐπίσκοπος στὴν Καισάρεια. Ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία μόλις 49 ἐτῶν, ἄρα οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὸν ἀγαθὸ γέροντα τῶν διαφημίσεων. Ἡ συνεισφορά του στὴν παιδεία καὶ στὴν φιλανθρωπία ἦταν πολὺ σημαντικὴ καὶ ἀξιομνημόνευτη.
.           Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν ἀκόμη δὲν εἶχε ἑδραιωθεῖ πλήρως ὁ Χριστιανισμός. Δημιούργησε τὴν Βασιλειάδα, ἕνα τεράστιο συγκρότημα εὐαγῶν ἱδρυμάτων, ὅπου βοηθοῦσε καὶ περιέθαλπε ἀνθρώπους κάθε φυλῆς, ἡλικίας ἢ κοινωνικῆς προελεύσεως. Ταυτόχρονα, μως, τόνιζε τν λληνικότητά του κα τν καταγωγ τς μητέρας του π ρχαία λληνικ γένη. Τὰ ἐξηγεῖ πολὺ ὡραῖα ὅλα αὐτὰ ὁ πνευματικός του ἀδελφὸς Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὸν Ἐπιτάφιο πρὸς τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὁ ἀληθινὸς Ἅη-Βασίλης, λοιπόν, χάριζε δῶρα πνευματικά, κοινωνικὰ καὶ μορφωτικὰ ἀλλὰ δὲν ἐρχόταν ἀπὸ τὸ Ροβανιέμι τῆς Φινλανδίας, ὅπως νομίζουν τὰ παιδιά μας. Μὲ τὸν συνδυασμὸ ἑλληνικότητας καὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης ἀπέδειξε ὅτι στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας αἴρεται καὶ καταργεῖται ἡ τεχνητὴ διαμάχη ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν συγχρόνων ἰδεολογιῶν
.           Σήμερα κάποιοι δθεν προοδευτικο θέλουν ν ταυτίσουν τν νθρωπι κα τν κοινωνικ δικαιοσύνη μ τς ριστερόστροφες δεολογίες κα σχυρίζονται τι σοι μιλον γι Χριστ κα πατρίδα εναι «δεξιοί», συντηρητικο κα διάφοροι γι τν κοινωνία. Αὐτὲς οἱ ἀντιλήψεις τοῦ μαύρου-ἄσπρου καταρρίπτονται ἀμέσως, ἂν μελετήσουμε τὰ κείμενα καὶ τὶς μεγάλες μορφὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Ὁ Μ. Βασίλειος βοηθοῦσε κάθε φτωχὸ καὶ ἄρρωστο, ἀλλὰ παράλληλα καλλιεργοῦσε τὸν πατριωτισμὸ λέγοντας ὅτι τὴν πατρίδα πρέπει νὰ τὴν ἀγαποῦμε ὅσο ἀγαποῦμε καὶ τοὺς γονεῖς μας («Τὴν ἐνεγκοῦσαν καὶ θρέψασαν πατρίδα ἶσα γονεῦσι τιμᾶν, [πιστολ πρς τν Μάγιστρο Σωφρόνιο]). ταν περήφανος γι τν ρχαιοελληνικ καταγωγή του, λλ ταυτοχρόνως δίδασκε τν πανανθρώπινο χαρακτήρα τς Χριστιανικς διδασκαλίας. Ἀπὸ τὸν Βασίλειο μέχρι καὶ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ ὁ Ὀρθόδοξος Ἑλληνισμὸς εἶχε λυμένα αὐτὰ τὰ προβλήματα. Μπορεῖς κάλλιστα νὰ εἶσαι πατριώτης, νὰ καλλιεργεῖς τὴν ἐθνική σου συνείδηση καὶ τὴν ταυτότητά σου καὶ παράλληλα νὰ ἀσκεῖς ἔργο κοινωνικὸ καὶ νὰ φροντίζεις τὸν ταλαιπωρημένο συνάνθρωπο. Ἡ ἐπίδραση τῶν δυτικῶν ἰδεολογιῶν τοῦ 19ου κυρίως αἰῶνος προκάλεσαν τὴ σύγχυση καὶ μᾶς ἀπέκοψε ἀπὸ τὴ ρίζα μας.
.           Τὸ ἀντιεκκλησιαστικὸ μένος τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ ὑλισμὸς τοῦ μαρξισμοῦ καὶ τῆς νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ὁ πιθηκισμὸς καὶ ἡ ξενομανία ὁρισμένων διανοουμένων μας καὶ ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἑλληνορθοδόξων προτύπων ἀπὸ τὰ σχολεῖα μᾶς ὁδήγησε τὴν κοινωνία μας σὲ διλήμματα ποὺ παλαιότερα δὲν ὑπῆρχαν. Ἐθνικιστὴς ἢ διεθνιστής; Ἰδιωτικὴ ἢ κρατικὴ οἰκονομία; Παραδοσιακὲς ἀξίες στὴν παιδεία ἢ μοντέρνα –δῆθεν– ἰδανικά; Γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο αὐτὰ τὰ διλήμματα ἦσαν ἄνευ περιεχομένου. Γιὰ νὰ τὸν κατανοήσουμε, ἀξίζει νὰ διαβάσουμε ὅλοι καὶ πρωτίστως οἱ ἐκπαιδευτικοί μας τὸ περίφημο σύντομο κείμενο τοῦ Ἁγίου «Πρὸς τοὺς νέους: Πῶς νὰ ὠφελοῦνται ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα». Στὸ κείμενο αὐτὸ ἀπαντᾶ σὲ ἕνα καυτὸ ἐρώτημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅταν εἶχε μόλις γίνει ἡ συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ. Δηλαδὴ ἀπαντᾶ καταφατικὰ ὅτι οἱ Χριστιανοὶ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ μελετοῦν τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ κείμενα, ἀλλὰ μὲ τρόπο ἐπιλεκτικό. Νὰ ἀποφεύγουν συγκεκριμένα στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὶς δοξασίες περὶ δώδεκα Θεῶν.
.           Ἡ γενική του τοποθέτηση ξεκινᾶ μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ἔργων τοῦ Ὁμήρου μπορεῖ ὁ νέος νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀρετή. Προχωρεῖ ἀποδεικνύοντας μία ἐντυπωσιακὴ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας καὶ προβάλλει παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου τοῦ Εὐκλείδη, τοῦ Σωκράτη καὶ τοῦ Περικλῆ. Λαμβάνει παραδείγματα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ὀλυμπιακὰ ἀγωνίσματα καὶ στίχους ἀπὸ ἀρχαίους ποιητές. Μιλᾶ γιὰ ἀρχὲς καὶ ἀξίες, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποδεκτὲς καὶ ἀπὸ τοὺς κλασικοὺς συγγραφεῖς καὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ σύντομο αὐτὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο προσωπικὰ διδάχθηκα ὡς μαθητὴς Γυμνασίου, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θεμέλια της ἑλληνορθόδοξης ἀγωγῆς. Εἶναι ὁδοδείκτης γιὰ μία παιδεία νθρωπιστική, ποία θ φροντίζει τν ψυχ κα τ θος, χι μόνο τν τσέπη. Στὴν ἐποχή μας ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὶς διδαχὲς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο τιμῶνται ὡς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, προστάτες τῆς παιδείας μας.
.           Ἀντὶ νὰ λέμε μύθους στὰ παιδιά μας γιὰ ἕναν ροδαλὸ Ἅη-Βασίλη ποὺ φέρνει ὑλικὰ ἀγαθά, καλύτερα θὰ ἦταν νὰ τοὺς μιλήσουμε γιὰ τὸν ἀληθινὸ Ἅγιο Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε ἐμπράκτως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς φτώχιας καὶ τοῦ πόνου, καλλιέργησε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ θεμελίωσε τὴν Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία. Συνδύαζε τὸν πατριωτισμὸ μὲ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, κάτι ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν οἱ φανατικοὶ τῶν εἰσαγομένων ἰδεολογιῶν. Σὲ μία ἐποχὴ βαθιᾶς πνευματικῆς κρίσης ἀξίζει νὰ ἀναβαπτισθοῦμε στὴν ἀνθρωπιὰ καὶ στὴν ἑλληνικότητα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

ΠΗΓΗ: Διαδικτύου: «ΑΝΤΙΒΑΡΟ»

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΛΟ “ΠΟΔΑΡΙΚΟ” (!) ΜΕ ΑΝΔΡΕΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Καθηγ. ΚΟΓΚΟΥΛΗ

Καλὸ «ποδαρικὸ» στὸ Νέο Ἔτος μὲ μιὰ ἀνδρεία Ἐπιστολὴ τοῦ Καθηγ. κ. Ἰω. Κογκούλη. Ἐπιστολὴ ἡ ὁποία μἐ ἁπλότητα, σαφήνεια, κοσμιότητα, σοβαρότητα καὶ θάρρος ἀπαντᾶ στὶς ἀνιστόρητες καὶ κακόπιστες αἰτιάσεις τῆς «γνωστῆς» κ. Ρεπούση ἐπὶ τῆς Ἐγκυκλίου «Πρὸς τὸν Λαό» τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.
Ἀλλὰ καὶ τέτοια μέρα θὰ ἄξιζε νὰ ὑποδειχθεῖ στοὺς Ἀλάστορες νὰ διαβάσουν λίγες σελίδες ἀπὸ ὁποιοδήποτε Λόγο τοῦ σήμερα ἑορταζομένου Μ. Βασιλείου μήπως καὶ ξεστραβωθοῦν, μήπως καὶ δοῦν καθαρὸ οὐρανό μακρυὰ ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῶν μπουντρουμιῶν ὅπου συνωστίζονται παγιδευμένοι ἀπὸ ληγμένες ἰδεοληψίες, μήπως καὶ ἀναπνεύσουν καθαρὸ ἀέρα καὶ ὀξυγωνωθεῖ ὀ συνωστισμένος τους ἐγκέφαλος. Μακάρι.

πιστολ το καθηγητοῦ ωάννου Κογκούλη στ «Βμα»
γιὰ τὸ ἄρθρο τῆς Ρεπούση

(Ὁ κ. Ἰωάννης Β. Κογκούλης εἶναι Προκοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ – ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ: ΛΑΤΡΕΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
___________________________________________________________________________

Καθηγητής: Ἰωάννης Β. Κογκούλης

Θεσσαλονίκη 29-12-2010

Πρὸς τὸν Διευθυντὴ τῆς Ἐφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ»
κ. Παντελῆ Ι. Καψῆ
Μιχαλακοπούλου 80
Ἀθήνα 11528

Κύριε Διευθυντὰ

Τὴν Κυριακὴ 26 Δεκεμβρίου 2010, στὴ σελίδα Α24 τῆς ἔγκριτης ἐφημερίδας σας, μεταξὺ τῶν ἀπόψεων γιὰ τὸ σχετικὸ μὲ τὴν οἰκονομικὴ κρίση κείμενο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τὴν Ἑλλάδος «Πρὸς τὸ λαό», φιλοξενήσατε τὴν ἄποψη  τῆς Ἀναπληρώτριας Καθηγήτριας Ἱστορίας καὶ Ἱστορικῆς Ἐκπαίδευσης στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κας Μαρίας Ρεπούση, μὲ τὸν τίτλο «ἀποσιωπήσεις τῆς διακήρυξης».
Σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ κάμω τὶς παρακάτω παρατηρήσεις (Θέλω νὰ πιστεύω πώς, στὸ ὄνομα τοῦ δημοκρατικοῦ διαλόγου καὶ τῆς σφαιρικῆς ἐνημέρωσης τῶν ἀναγνωστῶν σας καὶ μάλιστα ὅσων εἶναι μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ τὶς ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΤΕ).

α) Ἡ κα Μ. Ρεπούση στὸ ἐν λόγῳ κείμενο θεωρεῖ τὴν παρέμβαση τῆς Ἐκκλησίας πολιτικὴ καὶ τὴν χαρακτηρίζει ὡς ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀποστολή της, στὴν ὁποία ἁρμόζει μόνο ἡ σιωπή! Ἕνας θεσμὸς δηλαδὴ δύο χιλιάδων ἐτῶν θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀμίλητος καὶ ἀμέτοχος μπροστὰ στὸ πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ γίγνεσθαι τῆς πατρίδας μας, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας στὴν πλειοψηφία τους εἶναι καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιμένουν ἀπ’ αὐτὴν λόγο εὐθύνης καὶ παραμυθίας. Καὶ μάλιστα δεδομένου ὅτι, ὡς γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία ἔσωσε τόσο τὸ Γένος μας  ὅσο καὶ τοὺς βαλκανικοὺς γενικότερα λαοὺς ἀπὸ τὸν ἐκμουσουλμανισμό, ὅπως παλαιότερα ἀπὸ τὸν ἐκλατινισμό, καὶ ποὺ σήμερα οἱ πάντες συμφωνοῦν πὼς ἡ κρίση, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν κοινωνία μας, εἶναι πρώτιστα ἠθικὴ καὶ μετὰ οἰκονομική.
Ἡ Ἐκκλησία ἀσφαλῶς καὶ δὲν πρέπει νὰ πολιτικολογεῖ. Ὀφείλει ὅμως νὰ πολιτεύεται καὶ νὰ ἑρμηνεύει τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ποὺ ἀφοροῦν στὴ ζωὴ τοῦ πολίτη καὶ πιστοῦ τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ τοῦτο διότι ἀγκαλιάζει τὸν ἄνθρωπο ὡς σύνολο, ὡς πρόσωπο καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ ἔργο της ὑπερασπίζεται τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ ἀπέναντι σὲ κάθε σύστημα ὀργανωμένης ἀνευθυνότητας καὶ συλλογικῆς ἀπληστίας τῶν, χωρὶς ἠθικοὺς φραγμούς, πιστευόντων γιὰ τὸν ἑαυτό τους στὴν ἐγκόσμια ἀθανασία διεθνῶν καὶ ντόπιων ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ.
Στὴ βάση αὐτὴ μὲ τὸν ἐμπνευσμένο καὶ ἀγαπητικό της λόγο πρὸς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἡ Ἐκκλησία ἐκθέτει τὴν πραγματικότητα ποὺ βιώνουμε ὅλοι, κάνει πρὸς ἔπαινόν της τὴν αὐτοκριτική της καὶ προτείνει λύσεις γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ κοινωνικοῦ φόβου καὶ τῆς ψυχολογικῆς καταπίεσης ποὺ μᾶς ἐπιβάλλει καὶ συντηρεῖ τὸ οἰκονομικὸ ἄγος.

β) Ἄδικα ἐπίσης, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ κα Μ. Ρεπούση θεωρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία «εἶναι μία ἀντιδραστικὴ δύναμη ποὺ συντάσσεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις μὲ τὴν ὀπισθοδρόμηση». Καὶ τοῦτο διότι, ἀντιτιθέμενη ἡ Ἐκκλησία σ’ ἕνα σχολεῖο μὲ τὴ μορφὴ Σύγχρονου Ψηφιακοῦ Φροντιστηρίου παροχῆς χρησιμοθηρικῶν γνώσεων, ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ὑγιαίνουσαν» διδασκαλία, τὴν ἀνόθευτη Παιδεία τῶν Νεοελλήνων, τὴν μόρφωσή τους-καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν ἐκπαίδευσή τους- τὴν προσφερόμενη, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ παιδαγωγοῦντος σχολείου, μὲ ἄριστα κείμενα καὶ καλοὺς δασκάλους ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. Ἡ Ἐκκλησία πονάει καὶ παλεύει γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο καὶ τὸ ἀκηλίδωτο ἦθος, τὴν πνευματικὴ θωράκιση καὶ τὴν φωτισμένη πορεία στὸν γεμάτο πειρασμούς, δυσκολίες καὶ ἀντιξοότητες κόσμο μας.
Ἂν αὐτὸ εἶναι ὀπισθοδρόμηση τότε ἔχουμε χάσει δυστυχῶς τὸ νόημα τῶν λέξεων, λησμονοῦντες ὅτι ὀπισθοδρομικὸς εἶναι ὅποιος στὸ ὄνομα τοῦ προοδευτισμοῦ παίζει μὲ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν μας, τὰ παγιδεύει στὶς κομματικὲς περιχαρακώσεις καὶ τὰ φανατίζει μὲ στεῖρες ἰδεοληψίες. Ὀπισθοδρομικὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ αὐθαίρετα ἀγωνίζεται γιὰ τὴν «Ἀποκαθήλωση» τῆς Ἑλληνορθόδοξα προσανατολισμένης Παιδείας, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ κάθε νέου καὶ ἐνθαρρύνει μία «Παιδεία» ἀνερμάτιστη καὶ ξεκομμένη ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὶς πολιτισμικές μας ἀξίες καὶ τὴν δοκιμασμένη παράδοσή μας.

Σὲ κάθε ὅμως περίπτωση εἶναι τραγικὸ καὶ ἀντιδημοκρατικό, τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης ἔχει λόγο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς Παιδείας στὸν τόπο μας, ἡ κα Μ. Ρεπούση νὰ μιλᾶ γιὰ «ὀρθόδοξη προπαγάνδα στὰ σχολεῖα» καὶ νὰ διερωτᾶται γιατί ἡ Πολιτεία ἐπιτρέπει στὴν Ἐκκλησία «νὰ παρεμβαίνει στὴν Ἐκπαίδευση». Ποιός ὅμως στὶς μέρες μας ἀπαγορεύει τὴν ἔκθεση ἀπόψεων γιὰ ὁποιοδήποτε θέμα καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ τὴν Ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν μας; Πότε ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία, κατ’ ἐξοχὴν θεσμὸς Πολιτισμοῦ καὶ Παιδείας, ἀνέβαλε, ἐμπόδισε ἢ ἐπέβαλε μία ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση, τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν εὐθύνη αὐτὴ τὴν ἔχει ἡ Πολιτεία; Γιατί, ἀλήθεια, θέλουμε τὴν Ἐκκλησία νὰ μὴ ἔχει φωνὴ στὴν ἐπιχειρούμενη ἀπίσχναση τοῦ Γένους, τὸν εὐτελισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν γενικευμένη ἐμπορευματοποίηση προσώπων καὶ πραγμάτων, τὴν ὑποδούλωση τῶν λαῶν; Καὶ αὐτὸ τὴ στιγμὴ πού, ὅπως προαναφέρθηκε, οἱ καλά, ἀντικειμενικὰ καὶ ἀπροκατάληπτα ἐνημερωμένοι ἱστορικοὶ ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὲ δύσκολες περιόδους τῆς ἱστορίας μὲ θυσίες, μαρτύριο καὶ αἷμα, κράτησε τὸ Γένος μας ὄρθιο, τὴν γλώσσα μας ζωντανὴ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά μας ἀκέραιη;

γ) Ἀποκορύφωμα τῆς ἀπαξιωτικῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησία στάσης τῆς κας Μ. Ρεπούση εἶναι ἡ κατακλείδα τοῦ κειμένου της, ὅπου διερωτᾶται: (ἡ Ἐκκλησία) «δὲν μᾶς ἀπάντησε ἐπίσης γιατί δὲν συμμετέχει κι ἐκείνη, ὅπως ὅλοι, στὴν βελτίωση τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν της χώρας. Ποῦ εἶναι, ἀλήθεια τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι της;». Δν μπορε μως ν μ γνωρίζει κα Μ. Ρεπούση ς στορικς τι τ πι πολλ Νοσοκομεα κα λλα δρύματα στν θήνα εναι κτισμένα σ κτήματα τς κκλησίας. τι πίσης πάρχουν συμβάσεις μεταξ Πολιτείας κα κκλησίας, σύμφωνα μ τς ποες πρώτη φείλει ν πληρώνει τος μισθος τν ερέων λόγῳ κριβς τν ς νω παραχωρήσεων τς δεύτερης. Τ περ «μεγάλου διοκτήτη» κα «φοροασυλίας» τς κκλησίας εναι καρπς νεύθυνης προπαγάνδας. Εναι νας μύθος πο κάθε τόσο ναπαράγεται γι λόγους ντυπωσιασμο κα σκοπιμότητας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία καὶ τοὺς φόρους της πληρώνει, καὶ ἡ ὅποια περιουσία της ποὺ δικαιοῦται νὰ ἔχει χάριν τοῦ λαοῦ, ἐν πολλοῖς λεηλατήθηκε, καταπατήθηκε ἢ παραμένει δεσμευμένη ἢ καὶ ἀναξιοποίητη συχνά, λόγῳ μικρῆς ἀξίας. Ὀφείλει ἐπίσης ἡ κα Μ. Ρεπούση νὰ γνωρίζει ὅτι στὶς μέρες μας, καὶ τὸ ξέρει καλὰ αὐτὸ ἡ Πολιτεία, ἡ Ἐκκλησία τόσο στὴν Ἀθήνα, ὅσο καὶ στὴν περιφέρεια συντηρεῖ καθημερινὰ χιλιάδες ἀνθρώπων, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία καὶ πολιτικὰ πιστεύω, μὲ φαγητὸ καὶ ἄλλες εἰσφορές.
Ατ σφαλς κα πολλ λλα, κυρίως δ συμβολ στν κοινωνικ συνοχ κα τν ψυχικ ρεμία το λαο μας, εναι «τ κρασ κα τ λάδι» τς κκλησίας. Ατ τ λάδι κα τ κρασ τ ντλε π τ ζω το σαρκωθέντος, σταυρωθέντος κα ναστάντος Χριστο, π τν προφητικ λόγο το Εαγγελίου κα τν γιοπνευματικ μπειρία τν Πατέρων της.
Ὅποιος μελετᾶ τὸ Εὐαγγέλιο γνωρίζει ὅτι ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε τὶς παραβολές, εἶχε ὑπ᾽ ὄψιν του τὴν κοινωνικο-οἰκονομικὴ πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς του. Στὴν Κυριακὴ δὲ προσευχή, τὸ «Πάτερ ἠμῶν», μεταξὺ τῶν ἄλλων κάνει λόγο καὶ γιὰ τὸν «ἄρτον τὸν ἐπιούσιον». Αὐτὸ δείχνει τὴ σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει ὅ, τι ἀφορᾶ τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν ὑλικὴ διάσταση τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, χωρὶς μανιχαϊκὲς ἀντιλήψεις καὶ κοντόθωρες προσεγγίσεις. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἔχει τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωση νὰ μιλᾶ, ὑπερασπιζόμενη μὲ τὸν ἀξιακό της λόγο τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ καθένας βεβαίως μπορεῖ νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὴν Ἐκκλησία.Ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει, ἐφ᾽ ὅσον ἔχουμε Δημοκρατία, εἶναι ἡ φίμωση τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί ἀκριβῶς εἶναι θεσμὸς ζωντανός, λαϊκὸς καὶ ἱστορικός. Εἶναι θεσμὸς ποὺ ὑπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία.

Μὲ τιμὴ
Ἰωάννης Β. Κογκούλης
Καθηγητὴς, Προκοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς
τοῦ Ἀριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης

 

Κοινοποίηση: Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Κύριο ΙΕΡΩΝΥΜΟ.
………………..Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
………………..Ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ μέσα ἐνημέρωσης.

ΠΗΓΗ: http://www.zoiforos.gr

 

, ,

Σχολιάστε

«ΠΡΟΣΕΧΕ ΣΕΑΥΤῼ» (Μ.Βασίλειος)

«Πρόσεχε οὖν σεαυτῷ».· τουτέστι, πανταχόθεν σεαυτὸν περισκόπει. Ἀκοίμητον ἔχε πρὸς τὴν σεαυτοῦ φυλακὴν τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα. Ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνεις. Κεκρυμμένοι βρόχοι παρὰ τοῦ ἐχθροῦ πολλαχόθεν καταπεπήγασι. Πάντα οὖν περισκόπει (…) «Πρόσεχε οὖν σεαυτῷ».· τουτέστι μήτε τοῖς σοῖς, μήτε τοῖς περὶ σέ, ἀλλὰ σεαυτῷ μόνῳ πρόσεχε. Ἄλλο γάρ ἐσμεν ἡμεῖς αὐτοί, καὶ ἄλλο τὰ ἡμέτερα, καὶ ἄλλο τὰ περὶ ἡμᾶς (…) Μὴ τῇ σαρκὶ πρόσεχε, μηδὲ τὸ ταύτης ἀγαθὸν ἐκ παντὸς τρόπου δίωκε· ὑγείαν, καὶ κάλλος καὶ ἡδονῶν ἀπολαύσεις καὶ μακροβίωσιν, μηδὲ χρήματα καὶ δόξαν καὶ δυναστείαν θαύμαζε, μηδὲ ὅσα σοι τῆς προσκαίρου ζωῆς τὴν ὑπηρεσίαν πληροῖ, ταῦτα μεγάλα νομίσας, ἀλλὰ «Πρόσεχε σεαυτῷ».· τουτέστι τῇ ψυχῇ σου. Ταύτην κατακόσμει καὶ ταύτης ἐπιμελοῦ (…) (Μ. Βασίλειος, Εἰς τὸ «Πρόσεχε σεαυτῷ», ΕΠΕ, 6)

 

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Ὁ Ἑλληνισμὸς σὰν τρόπος σκέψης καὶ σὰν γλώσσα, μεταδόθηκε στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐπέζησε. Μία γέφυρα ἀνάμεσα στὸν ἀρχαῖο καὶ νεώτερο κόσμο εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος, ποὺ στὸν βίο του καὶ στὸ ἔργο του συνδυάζει τὴν μεγάλη πίστη μὲ τὴν βαθειὰ γνώση, τὴν εὐσέβεια μὲ τὴν ἑλληνομάθεια. Σὲ αὐτὴν τὴν μεγάλη Ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα θὰ ἀναφερθοῦμε σήμερα.
Ὁ ἅγιος πατὴρ ἡμῶν Βασίλειος ὁ Μέγας γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ἡ πλούσια καὶ διακεκριμένη οἰκογένειά του διαθέτει ὡς πιὸ τιμητικὸ τίτλο της τὸ ὅτι στόλισε τὴν Ἐκκλησία μὲ σειρὰ ἁγίων, ὡσὰν μὲ πολυτίμους λίθους.

Οἱ γονεῖς του, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Παλαιὸς καὶ ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, κατέστησαν ὀνομαστοὶ γιὰ τὶς ἀρετές, τὴν φροντίδα γιὰ τοὺς πτωχοὺς καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι διαπαιδαγώγησαν τὰ δέκα παιδιά τους στὸν δρόμο τῆς ἁγιωσύνης. Ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἡ ἁγία Μακρίνα ἡ Φιλόσοφος (19 Ἰουλ..) ἀληθινὸς πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς οἰκογένειας, παρότρυνε τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς της πρὸς τὸν μοναστικὸ βίο: τὸν ἅγιο Ναυκράτιο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Νύσσης (10 Ἰαν.) καὶ τὸν ἅγιο Πέτρο, μελλοντικὸ ἐπίσκοπο Σεβαστείας.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος πέρασε τὴν παιδική του ἡλικία στὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, ὅπου ἔλαβε τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ τὴν γιαγιά του, τὴν ἁγία Μακρίνα τὴν Παλαιά, μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ (17 Νοεμ.). Ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πατέρα του, φημισμένου διδασκάλου ρητορικῆς, προόδευσε γρήγορα στὴν θύραθεν γνώση ποὺ φρόντιζε νὰ συνδυάσει μαζὶ μὲ τὴν πρόοδο στὴν ἀρετή. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του συνέχισε τὶς σπουδές του, ἀναζητώντας τοὺς καλύτερους διδασκάλους στὰ μεγαλύτερα πολιτιστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς: τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ρητορικῆς, στὴν ὁποία ἡ φήμη του τὸν εἶχε προφθάσει, χάρη στὴν μεσολάβηση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχαν γνωρισθεῖ στὴν Καππαδοκία. Ἡ φιλία τους, ἀρχικὰ συνηθισμένη φιλία μεταξὺ ἀνθρώπων, ἐξελίχθηκε σὲ ἱερὴ καὶ πνευματική, ὅταν ἀνακάλυψαν ὅτι καὶ οἱ δύο τους δὲν εἶχαν ἄλλο σκοπὸ παρὰ τὸν θεάρεστο βίο καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν. Δεμένοι μὲ μεγάλη ἀγάπη, εἶχαν τὰ πάντα κοινά: τὴν διαμονή, τὴν λιτὴ τράπεζα, τὴν ἀπέχθεια γιὰ τὶς ἀσωτίες τῶν συνομηλίκων τους, τὴν ἀκόρεστη δίψα γιὰ γνώση καὶ σοφία, τὴν τόλμη γιὰ ὑψηλὲς θεωρήσεις τῆς διανοίας, τὴν ἀγάπη τῆς ρητορικῆς καὶ προπαντὸς μία ἱερὴ ἅμιλλα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελείωση τῶν ἀρετῶν. Θ μπορούσαμε ν πιστέψουμε τι εχαν μία ψυχ σ δύο σώματα παρ τν πολ διαφορετικό τους χαρακτήρα. Ὁ Βασίλειος, μὲ τὴν ἀνδρεία του καρδιά, μὲ σκέψη ρωμαλέα καὶ ἀποφασιστική, ἐνδιαφερόταν γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ διέπρεπε παντοῦ: τόσο στὴν φιλοσοφία, τὴν γραμματική, τὴν λογική, τὴν ρητορικὴ ὅσο καὶ στὰ μαθηματικά, τὴν ἀστρονομία, ἀκόμη καὶ σὲ πρακτικὲς τέχνες ὅπως ἡ ἰατρική. Ἐκεῖ ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶχε ἀπορριφθεῖ περιφρονητικὰ ἀπὸ ἀλαζόνες σοφιστές, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ἔκαναν νὰ θριαμβεύει ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, χρησιμοποιώντας τὰ ἴδια τὰ ὅπλα τῆς θύραθεν γνώσεως. Ὁ Βασίλειος ἀπέκτησε τέτοιο κύρος, ὥστε μόλις ἀποπεράτωσε τὶς σπουδές του, οἱ συμφοιτητές του ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν γιὰ δάσκαλό τους. Ἐκεῖνος ὅμως, διψώντας γιὰ νέους ὁρίζοντες, ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα καὶ μαζὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀφήνοντάς τους γιὰ λίγο καιρὸ ἀκόμη τὸν Γρηγόριο, σὰν ὅμηρο.
Ἐπιστρέφοντας στὴν γενέτειρά του (356) βρῆκε τὴν μητέρα του Ἐμμέλεια καὶ τὴν ἀδελφή του Μακρίνα νὰ ἔχουν μετατρέψει τὴν οἰκογενειακὴ κατοικία τῶν Ἀννήσων σὲ μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ ζοῦν καὶ αὐτοὶ μοναχικὴ ζωὴ σὲ γειτνίαση μὲ τοὺς ἄνδρες.
Ἐγκατέλειψε τὴν πολλὰ ὑποσχόμενη σταδιοδρομία τοῦ ρητοροδιδασκάλου, βαπτίσθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ βρεῖ ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τοῦ ἀσκητισμοῦ. Μὴ βρίσκοντας στὰ μέρη του, ἐπιχείρησε ἕνα μεγάλο ταξίδι πρὸς τὰ φημισμένα κέντρα τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας: τὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Συρία καὶ ἀκόμη τὴν Μεσοποταμία, ὅπου μπόρεσε νὰ θαυμάσει τοὺς ἀσκητικοὺς ἄθλους καὶ τὶς θεῖες ἀρετὲς τῶν ὀνομαστῶν ἀσκητῶν ποὺ ζοῦσαν στοὺς τόπους αὐτούς.
Βρῆκε ἕνα ἔρημο λόφο, στὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ Ἴριδα ποταμοῦ, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ οἰκογενειακὸ μοναστήρι τῶν Ἀννήσων· ἕναν ἀληθινὸ ἐπίγειο παράδεισο, ὅπου κατάφερε νὰ ἑλκύσει καὶ τὸν Γρηγόριο, ὥστε νὰ ἐγκαταβιώσουν μαζὶ ἀσκητικά, μὲ ἐργόχειρο, μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ προσευχή: ὅ,τι ὀνειρεύονταν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα.
Μόνος του θησαυρὸς ἦταν ὁ Σταυρός, ποὺ τὸν ἐναγκαλιζόταν μὲ ὅλη του τὴ βιοτή: μὲ τὴν ἄσκηση, ζώντας σὰν νὰ μὴν εἶχε σάρκα, ὑπομένοντας τὴν ἀρρώστια ποὺ θὰ τὸν συντρόφευε ὣς τὸν θάνατό του. Μετὰ ἕναν χρόνο, ὁ Βασίλειος ἔμεινε μόνος καὶ ἀκτινοβολοῦσε σοφία καὶ ἀρετὴ σ’ ὅλη τὴν περιοχή, καὶ πολὺς κόσμος ἐρχόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ: μοναχοί, λαϊκοί, ἀκόμη καὶ παιδιά, ἀπέναντι στὰ ὁποῖα ἔδειχνε μεγάλη τρυφερότητα. Καθὼς ὅλο καὶ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες ἀποφάσιζαν νὰ ἀσπασθοῦν καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἰσάγγελο αὐτὴ βιοτή, ὁ Βασίλειος ἄρχισε νὰ συντάσσει γιὰ αὐτοὺς τοὺς περίφημους Ὅρους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς ὁ ἱδρυτικὸς χάρτης τοῦ μοναχισμοῦ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.
Τὸ 360 ἐκλήθη στὴν Καισάρεια καὶ χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Διάνο. Συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας διαπίστωσε μ πολλ δύνη πόσο κατασπάραζαν τν κκλησία το Χριστο ο τέλειωτες διαμάχες μεταξ ρειανοφρόνων, μιαρειανοφρόνων (μοιοσουσιανν) κα ρθοδόξων. Καθς Διάνος νέδωσε π δυναμία κα πέγραψε μολογία πίστεως, πο ενοοσε τος αρετικούς, Βασίλειος κοψε γι να διάστημα τν κοινωνία μαζί του καὶ ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία, ὅπου τὸν ἀντάμωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποφύγει τὴν ἀναγκαστική του χειροτονία. Τὸ 363, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν νέο ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ὅμως ἡ διαφορὰ ποὺ σύντομα ἀνεφύη μεταξύ τους ἐξ αἰτίας κάποιων ζηλόφθονων κληρικῶν, ἀνάγκασε τὸν Βασίλειο νὰ καταφύγει ξανὰ στὸ ἐρημητήριό του γιὰ νὰ εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία. Ὅσο παρέμεινε ἐκεῖ, συνέχισε νὰ ὀργανώνει τοὺς μοναχούς της Καππαδοκίας σὲ κοινοβιακὲς κοινότητες. Δηλωμένος ὑπέρμαχος τοῦ κοινοβιακοῦ βίου, ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν ἐγκατέλειπε ὡστόσο τὸν πόθο του γιὰ τὴν ἡσυχία.
Ἡ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἐξ αἰτίας τῆς ἀναρρήσεως στὸν θρόνο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη (365), ποὺ ἦταν φανατικὸς ὑπέρμαχος τοῦ ἀρειανισμοῦ, ἔκανε τὸν Βασίλειο νὰ ἐγκαταλείψει ἐκ νέου τὴν μοναστική του οἰκογένεια, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ ἐνεργὰ τὴν Ἀλήθεια. Συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Εὐσέβιο καὶ ἀνέλαβε τὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ τῆς Καισαρείας.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φοβεροῦ λιμοῦ ποὺ ἔπληξε τὴν πόλη τὸ 367, ἐνήργησε μὲ θαυμαστὴ φιλανθρωπία: μοίρασε τὰ τελευταῖα ὑπάρχοντα ποὺ τοῦ ἀπέμεναν, μὲ τὴν ἀκαταμάχητη εὐγλωττία του ἔκανε ν’ ἀνοίξουν τὰ κελάρια τῶν πλουσίων καὶ τῶν κερδοσκόπων, ἀναλώθηκε χωρὶς φειδὼ στὴν διανομὴ τῶν τροφίμων, θέτοντας τὶς ἰατρικές του γνώσεις στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Χιλιάδες ἄνθρωποι σώθηκαν ἀπὸ βέβαιο θάνατο καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τους φάνηκε ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο χαιρετίσθηκε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλείου ὡς μητροπολίτη Καισαρείας (370), ἐκλογὴ ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ δυσκολία ἐξ αἰτίας δολοπλοκιῶν ἀπὸ πλευρᾶς τῶν αἱρετικῶν.
Μόλις ἐνθρονίσθηκε, ὁ Βασίλειος ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως στὸν ἁπλὸ κλῆρο καὶ στοὺς βοηθοὺς ἐπισκόπους. Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας ὅτι ἡ μητρόπολη Καισαρείας ὀρθωνόταν, μόνη μαζὶ μ’ ἐκείνην τῆς Ἀλεξανδρείας, ὡς ὀχυρὸ προπύργιο ἐνάντια στὰ σχέδιά του, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ἐπὶ τόπου καὶ ἔστειλε ὡς προπομπό του τὸν ἔπαρχο Μόδεστο γιὰ νὰ καθυποτάξει τὸν ἀτρόμητο ἱεράρχη.
Μία ἡμέρα, ἐπειδὴ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Νικαίας, ὁ ἅγιος Βασίλειος, ὡς ἄλλος Ἠλίας (Γ´ Βασ. ΙΗ´ 20-40), πρότεινε ὀρθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ νὰ προσευχηθοῦν διαδοχικὰ μπροστὰ στὶς κλειστὲς θύρες τοῦ ναοῦ. Οἱ παρακλήσεις τῶν αἱρετικῶν δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα, μόλις ὅμως ὁ ἅγιος ὕψωσε τὰ χέρια του γιὰ νὰ ἀναπέμψει τὴν προσευχή του στὸν Κύριο, ὁλόκληρος ὁ ναὸς κλονίσθηκε συθέμελα καὶ οἱ θύρες ἄνοιξαν μόνες τους ἐν μέσῳ ἐπευφημιῶν χαρᾶς τῶν πιστῶν (ἡ μνήμη αὐτοῦ τοῦ θαύματος τιμᾶται στὶς 19 Ἰαν.).
Παρόμοια θεῖα σημεῖα συνέβησαν ἀπ᾽ εὐθείας στὴν οἰκογένεια τοῦ αὐτοκράτορα: ὁ ἑξαετὴς γιός του πέθανε μόλις ὁ Οὐάλης ὑπέγραψε μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Καθὼς ἔμπαινε μία ἡμέρα στὴν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὁ Οὐάλης ἐντυπωσιάσθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὕμνων, τὴν εὐταξία τοῦ πληρώματος καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ὀρθοστατοῦντος μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἴδιου μὲ τὸν Ἀρχιερέα τῆς Σωτηρίας μας, ποὺ ἔσπευσε παρὰ τὴν θέλησή του νὰ φέρει τὴν προσφορά του μαζὶ μὲ τοὺς πιστούς. Λίγο ἀργότερα, ὅταν πῆγε νὰ ὑπογράψει τὴν διαταγὴ ἐξορίας τοῦ ἐπισκόπου, ἡ πένα ἔσπασε τρεῖς φορές. Τρομοκρατημένος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ σημάδια τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ, ὁ αὐτοκράτορας ἔπαψε νὰ παρενοχλεῖ τὸν ἅγιο. Δὲν ἐγκατέλειψε ὡστόσο τὴν πολιτική του: διαίρεσε τὴν Καππαδοκία σὲ δύο ἐκκλησιαστικὲς μητροπόλεις, σκεπτόμενος ὅτι ἔτσι θὰ μείωνε τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας. Ὁ Βασίλειος ἀντέδρασε πάραυτα δημιουργώντας νέες ἐπισκοπές, ὅπου ἐνθρόνισε ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του ( τὸν ἀδελφό του Γρηγόριο στὴν Νύσσα, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο στὰ Σάσιμα).
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ δογματικὸ ἐπίπεδο, ἔχοντας ἤδη ἀναιρέσει τὶς θέσεις τῶν ἀκραίων ἀρειανοφρόνων ὁ ἅγιος Βασίλειος στράφηκε ἐναντίον τῶν ἠμι-ἀρειανοφρόνων (ὁμοιοουσιανῶν), οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν φαινομενικὴ συγγένειά τους μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, προκάλεσαν ἐξ ἴσου ἀναστάτωση μὲ πολύπλοκες προσωπικὲς φιλονικίες.
Ὄντας ὁ ἴδιος κριτήριο τῆς Ἀληθείας, ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία του πολὺ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὡς ἄλλος ἀετὸς ποὺ ὑψώνεται μεσοούρανα, ἐπιστατοῦσε στὰ πάντα, προστατεύοντας ὅλες τὶς ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονταν σὲ ἀπόγνωση, σκεπάζοντάς τες μὲ τὶς φτεροῦγες του.
Παρὰ τὴν δραστηριότητά του αὐτὴ ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν παραμελοῦσε τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα, οὔτε ἔπαυε νὰ ἀποτελεῖ σπλαγχνικὸ πατέρα γιὰ τὸν κάθε πιστό. Ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς πτωχοὺς ἦταν ἀπεριόριστη: συνεχίζοντας τὸ ἔργο ποὺ εἶχε ἀναλάβει ὅταν ἦταν ἱερέας, οἰκοδόμησε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Καισάρεια ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα, τὴν «πολιτεία τοῦ ἐλέους», ποὺ ὀνομάσθηκε ἀργότερα «Βασιλειάδα», καὶ συγκέντρωνε γύρω ἀπὸ ἕναν ναὸ γηροκομεῖα, νοσοκομεῖα, λεπροκομεῖο, σχολεῖο, κ.λπ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει ὣς τὶς ἡμέρες μας νὰ τελεῖ τὴν Λειτουργία ποὺ συνέθεσε καὶ νὰ προσεύχεται μὲ τὶς δικές του εὐχές, ποὺ εἶναι πλήρεις ὑψηλῆς θεολογικῆς ἐμπνεύσεως. Προέτρεπε ἐπίσης ὁ Βασίλειος τοὺς πιστοὺς νὰ συνέρχονται στὶς ἑορτὲς πρὸς τιμὴν τῶν μαρτύρων καθὼς καὶ νὰ τιμοῦν τὰ ἅγια λείψανα.
Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος, φωστήρας τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, πατέρας τοῦ μοναχισμοῦ, προστάτης τῶν πενήτων, προνοητὴς γιὰ ὅλους ὅσοι ἐλπίζουν στὸν Θεό, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὑπῆρξε τὸ τέλειο πρότυπο τοῦ ἐπισκόπου, ζῶσα εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, δι᾽ αὐτοῦ γινόταν τὰ πάντα τοῖς πάσι, μιλώντας μὲ τὰ λόγια του καὶ διανέμοντας μὲ τὶς πράξεις του τοὺς θησαυροὺς τῆς φιλάνθρωπης Ἀγάπης τοῦ Κυρίου. Κα μως, ς νθρωπος δν γνώρισε παρ ποτυχίες, συκοφαντίες κα κάθε λογς θλίψη. Παρ τς προσπάθειές του, ο διαιρέσεις πέμεναν σ τέτοιο βαθμ πο κάθε λλος στν θέση του θ εχε πελπισθεῖ, τι θ δε μία μέρα ν ποκαθίσταται ερήνη. Ἕναν μόλις χρόνο πρὶν τὴν κοίμησή του, καθὼς ὁ Οὐάλης πέθανε κατὰ τὴν ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Γότθων (378), τὸν διαδέχθηκε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ὁ εὐσεβὴς Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος ἄρχισε χωρὶς χρονοτριβὴ νὰ καταδιώκει τοὺς ἀρεινόφρονες καὶ νὰ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους στὶς ἕδρες τους. Μὲ σῶμα καταπονημένο ἀπὸ ἀρρώστια καὶ στερήσεις, ὁ ἅγιος παρέδωκε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ τὴν 1η Ἰανουαρίου 379, προτοῦ ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἔργων του, κατὰ τὴν Δευτέρα Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη (381). Ἡ κηδεία του, ποὺ ὑπῆρξε πάνδημος, κατέδειξε τὸν θρίαμβό του. Ἔμοιαζε νὰ εἶχαν συναχθεῖ γιὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, καὶ ἔγιναν μάλιστα τότε καὶ πολλὰ θαύματα. Σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἔφερε, ὁ ἅγιος Βασίλειος κατέχει τώρα «βασιλικὴ» θέση στὴν αὐλὴ τῶν ἁγίων Πατέρων, πλησίον τοῦ θρόνου τοῦ οὐρανίου Βασιλέως.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τιμᾶται καὶ ὡς προστάτης τῶν παιδιῶν.
(Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)

ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο http://mkka.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οἱ πρόσφατες ἀφορμὲς (ἡ ἐπίσκεψη Ἑρντογάν, τὸ θέμα τῆς Ἐκθέσεως στὶς Πανελλαδικὲς Ἐξετάσεις), μαζὶ μὲ παλαιότερες μεθοδευμένες ἀποφάσεις -ποὺ ὅλο καὶ συμπληρώνουν τὸ «πάζλ», ἀποκαλύπτουν τὰ προσωπεῖα καὶ ξεσκεπάζουν πλέον τὴν σπουδὴ τῶν ἐντεταλμένων- καθιστοῦν πολὺ ἐπίκαιρο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γιάννη Τσέντου ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἡ Παιδεία σὲ κρίση –σκέψεις πάνω στὰ ἀδιέξοδα τοῦ σημερινοῦ σχολείου» (ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ» Ἀθῆναι 2009, σελ. 79-86). Τὰ τελευταῖα χρόνια  διοχετεύθηκαν συστηματικῶς ἰδεολογικὲς τοξίνες  καὶ ἐπικοινωνιακὰ παραισθησιογόνα στὸν ὀργανισμὸ  τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ κοινωνία νὰ μοιάζει μεταβεβλημένη σὲ ζαλισμένο κοπάδι, χωρὶς κρίση καὶ γνώση. Τώρα στὸ μεῖγμα πάει νὰ συμπληρωθεῖ καὶ ἡ ἀπελπισία, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς περισφίγξεως, κι ἔτσι νὰ παραλύσουν ἐντελῶς τὰ ἀντανακλαστικά τῆς  ἱστορικῆς ἐπιβιώσεως τοῦ λαοῦ. Εἰδικότερα γιὰ τὸ θέμα τῆς «ἀμοιβαίας ἐξομαλύνσεως» τῶν σχολικῶν ἐγχειριδίων τῆς ἱστορίας, τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἔχει πραγματικῶς διαφωτιστικὸ χαρακτήρα.
Στὴν ἱστορία ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀξία καθ᾽ ἑαυτήν. Καὶ εἶναι πολὺ εὔστοχο καὶ ἐν προκειμέν­ῳ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τί γὰρ ἂν καὶ μεῖζον πάθοι κακόν τις τὸ τιμιώτατον τῶν ὄντων ζημιωθεὶς τὴν ἀλήθειαν;»,[1] διερωτᾶται (δηλαδή, «Τί μεγαλύτερο κακὸ θὰ μποροῦσε νὰ πάθει κάποιος, ὅταν χάσει τὸ πολυτιμώτερο ἀπὸ τὰ πράγματα, τὴν ἀλήθεια;»).
Τὰ παραπάνω μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀπαντήσουμε καὶ στὸ ψευδοδίλημμα ποὺ συνήθως συνδέεται μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ἱστορίας: Τί ἀπὸ τὰ δύο, ἐρωτοῦν, ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας πρέπει νὰ προάγει τὸ ἐθνικὸ φρόνημα ἢ νὰ καλλιεργεῖ μιὰ οἰκουμενικὴ συνείδηση; Τίποτε ἀπὸ τὰ δύο, ἀπαντᾶμε· τοὐλάχιστον, τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν πρέπει νὰ εἶναι κατ᾽ ἀρχὴν ὁ σκοπός της. Δὲν ἔχει σημασία τί χρώματος θὰ εἶναι τὰ γυαλιὰ μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιλέξουμε νὰ δοῦμε τὸ παρελθόν. Ἡ ἱστορία ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἀλήθεια, καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐπιλέξει νὰ δεῖ τὸ παρελθὸν μὲ παραμορφωτικὰ γυαλιά, ὁποιοδήποτε χρῶμα καὶ ἂν ἔχουν αὐτά, ἐκπίπτει τῆς ἀποστολῆς της.
Ὡστόσο, ἐδῶ τὸ δέλεαρ εἶναι μεγάλο: Μήπως, μὲ κάποιους μικροὺς συμβιβασμούς, θὰ μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε μακριὰ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου; «Φεύγειν μὲν οὖν χρὴ πόλεμον ὅστις εὖ φρονεῖ» (ὅποιος εἶναι λογικὸς πρέπει νὰ ἀποφεύγει τὸν πόλεμο), προτρέπει ὁ Εὐριπίδης.[2] Καὶ ἐπειδὴ μποροῦμε ἐδῶ νὰ ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας σχεδὸν τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ εἴμαστε ἀνειλικρινεῖς, ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς καὶ σὲ τοῦτο: Ἂν ξέραμε ὅτι, θυσιάζοντας κομμάτι τῆς ἀλήθειας, θὰ μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε μακριὰ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου, θὰ μπαίναμε στὰ σίγουρα στὸν πειρασμὸ νὰ ποῦμε: Κάλλιο νὰ θυσιάσουμε κομμάτι τῆς ἀλήθειας! Ἂς μὴν μνημονεύουμε στὰ σχολικὰ βιβλία τὶς σφαγὲς τῶν Ποντίων, τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν Τούρκων. Πόσο ὅμως ἰσχύει αὐτό, ὅτι δηλαδὴ συμβιβαζόμενοι κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο βοηθοῦμε στὴν οἰκοδόμηση ἑνὸς κλίματος εἰρήνης καὶ ἀμοιβαίας κατανόησης;
Κατὰ πρῶτον, δὲν μοιάζει λογικὸ νὰ πιστεύουμε ὅτι, ἀποσιωπώντας ἐγκλήματα τοῦ παρελθόντος, ἀποφεύγουμε τὴν ἐπανάληψή τους. Ὁ πλέον φιλειρηνικὸς λόγος στὸν κορυφαῖο ἱστορικὸ ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὸν Θουκυδίδη, εἶναι τὸ περίφημο «μνήσθητε τῶν ἐν τοῖς πολέμοις παραλόγων»[3], δηλαδή «θυμηθεῖτε τὰ παράλογα ποὺ συμβαίνουν στοὺς πολέμους». Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξ ἄλλου, γράφει αὐτὸ ποὺ ἠχεῖ αὐτονόητο, ὅτι δηλαδὴ εἶναι μέγα ὄφελος νὰ μελετᾶμε αὐτὰ ποὺ ἔγιναν στὸ παρελθόν, γιὰ νὰ μὴν ξαναπέσουμε στὰ ἴδια («μέγα γὰρ ὄφελος ἡ ἐπίσκεψις τῶν παρελθόντων πρὸς τὸ μὴ τοῖς ὁμοίοις αὖθις περιπεσεῖν»).[4] Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἱστορία: Λέγεται ὅτι, ὅταν κάποτε κάποιος ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τοῦ Χίτλερ ἐξέφρασε τὶς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ διαπράττονταν ἀπὸ τοὺς ναζί, ὁ Χίτλερ τὸν καθησύχασε, βεβαιώνοντάς τον ὅτι σὲ λίγα χρόνια κανένας δὲν θὰ θυμόταν τίποτα, καὶ προσθέτοντας: «Ποιὸς θυμᾶται σήμερα τὴ σφαγὴ τῶν ᾽Αρμενίων;». Καταλαβαίνουμε ἄραγε τί σημαίνει αὐτό; Ἡ λήθη τῶν ἐγκλημάτων τοῦ παρελθόντος ὄχι μόνο δὲν λειτουργεῖ ἀποτρεπτικά, ἀλλὰ ἀντιθέτως δίδει τὸ ἐλεύθερο γιὰ τὴν ἐπανάληψή τους.
Μὰ ἐγκλήματα διέπραξαν καὶ οἱ Ἕλληνες, θὰ μᾶς ποῦν. Παράδειγμα, ἡ σφαγὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν πτώση τῆς Τριπολιτσᾶς. Καμμία ἀντίρρηση, νὰ τὰ μνημονεύουμε καὶ αὐτά. ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρξει συμψηφισμὸς εὐθυνῶν καὶ ἐγκλημάτων. Γιὰ νὰ δώσουμε ἕνα ἀνάλογο, ἐὰν σὲ ἕναν ποδοσφαιρικὸ ἀγῶνα συμβεῖ νὰ σκοράρουν καὶ οἱ δύο ἀντίπαλες ὁμάδες, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἀγώνας θὰ εἶναι σώνει καὶ καλὰ ἰσόπαλος· τὸ τελικὸ σκὸρ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 2-1, καὶ 4-1, ἀκόμη καὶ 7-1. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ στὴν ἱστορία, ὄχι μόνο στὴν πολύπαθη Ἑλληνικὴ ᾽Επανάσταση, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς συγκρούσεις. Γιὰ παράδειγμα, κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ σήμερα ὅτι στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ἐγκλήματα διέπραξαν καὶ οἱ Σύμμαχοι· πῶς ἀλλιῶς νὰ ὀνομάσουμε τὴ σφαγὴ τοῦ Κατύν, τὶς ὠμότητες τῶν Ρώσων ἢ τὸν βομβαρδισμὸ τῆς Δρέσδης; ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δικαιούμαστε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, νὰ  “βάλουμε στὸ ἴδιο τσουβάλι” τὰ ἐγκλήματα τῶν Συμμάχων καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν ναζί, καὶ νὰ θέσουμε τὴν ὑπόθεση στὸ ἀρχεῖο κηρύσσοντας «ἰσοπαλία»…
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ἀποτελεῖ ἐναργὲς παράδειγμα, ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον, γιὰ νὰ δείξει ποῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ὁ ἐθνικισμός, εἶναι χρήσιμο νὰ κάνουμε καὶ ἐδῶ δύο παρατηρήσεις:
Κατὰ πρῶτον, εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ἡ ἀνθρωπότητα γνώρισε ἀνείπωτη φρίκη ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνικισμοῦ τῶν Γερμανῶν. Αὐτὴ ὅμως εἶναι μόνον ἡ μισὴ ἀλήθεια· ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη μισή, τὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβλέπουμε: ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα, βυθισμένη στὴ φρίκη τοῦ πολέμου ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνικισμοῦ τῶν Γερμανῶν, σώθηκε ἀκριβῶς χάριν στὴ φιλοπατρία τῶν Ρώσων, τῶν Ἄγγλων, τῶν Ἀμερικανῶν, τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λαῶν ποὺ ἀντιστάθηκαν στὸν ναζισμό. Ἡ βαθιὰ λοιπὸν συνείδηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα δὲν εἶναι μόνο δύναμη μίσους καὶ φανατισμοῦ ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους· μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι καὶ δύναμη ἀντίστασης. Καὶ βεβαίως τὸ κρίσιμο ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἡ παγκοσμιοποίηση σήμερα κηρύσσει τὸν πόλεμο στὸ ἐθνικὸ αἴσθημα, φθάνοντας μέχρι τοῦ σημείου νὰ διαμορφώνει ἀνάλογα μέχρι καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἱστορίας στὸ σχολεῖο, τί ἀπὸ τὰ δύο προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχει; νὰ ἐξαλείψει αὐτὴ τὴ δύναμη μίσους καὶ φανατισμοῦ ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους; ἢ νὰ θέσει ἐκ ποδῶν αὐτὴ τὴν τελευταία δύναμη ἀντίστασης, προκειμένου νὰ ἐπιβάλει ἀδιαμαρτύρητα τὴν παγκόσμια κυριαρχία της;
Καὶ ὑπάρχει καὶ μία δεύτερη, ἐξ ἴσου σημαντικὴ παρατήρηση ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε: Στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁ ἐθνικισμὸς τῶν Γερμανῶν ἦταν σίγουρα ἡ ἐκρηκτικὴ ὕλη ποὺ ὁδήγησε στὴν ἔκρηξη τοῦ πολέμου· ἀλλὰ ἡ ἐκρηκτικὴ αὐτὴ ὕλη πυροδοτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐντελῶς ἄστοχη πολιτικὴ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, μιὰ πολιτικὴ ὄχι ἐθνικισμοῦ, ἀλλὰ ἀπεναντίας ἐνδοτισμοῦ καὶ συνεχῶν ὑποχωρήσεων στὶς γερμανικὲς προκλήσεις: τὴν πολιτικὴ ποὺ ὀνομάσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐμπνευστές της πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ» (“appeasement”).
Ἀρκοῦν δυὸ λόγια μόνο, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς ἀκριβῶς λειτούργησε στὴν πράξη αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ»: Σήμερα γνωρίζουμε ὅτι, ὅταν ὁ Χίτλερ ἐγκαινίασε τὴν πολιτικὴ τῆς παραβίασης τῆς διεθνοῦς νομιμότητας, δίδοντας ἐντολὴ στὰ στρατεύματά του νὰ εἰσβάλουν στὴν ἀποστρατιωτικοποιημένη ζώνη τῆς Ρηνανίας, εἶχε παράλληλα ἕτοιμη τὴ διαταγὴ γιὰ ἄμεση ἀπόσυρση τῶν στρατευμάτων του, “μὲ τὴν οὐρὰ κάτω ἀπ᾽ τὰ σκέλια”, ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικά, ἂν ριχνόταν ἔστω καὶ μία ντουφεκιά, ἂν ἐκδηλωνόταν ἡ παραμικρὴ ἀντίδραση ἀπὸ γαλλικῆς πλευρᾶς.[5] Τέτοια ἀντίδραση βεβαίως δὲν ὑπῆρξε, ἀφοῦ ἐπρυτάνευσε ἡ λογικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ». Στὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ Χίτλερ, ἔχοντας ἢδη βγάλει τὴ Γερμανία ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν ᾽Εθνῶν καὶ ἔχοντας καταγγείλει τὴ Συνθήκη τῶν Βερσαλλιῶν, θὰ προχωροῦσε στὸν ἐντατικὸ ἐπανεξοπλισμὸ τῆς Γερμανίας, θὰ ἀναμειγνυόταν ἐνεργὰ στὸν Ἱσπανικὸ  Ἐμφύλιο βοηθώντας ἐπίσημα τὶς δυνάμεις τοῦ Φράνκο, θὰ προσαρτοῦσε τὴν Αὐστρία στὸ Γερμανικὸ Ράιχ μὲ τὸ περίφημο «Ἄνσλους». Ἡ ἀπάντηση τῆς ἄλλης πλευρᾶς; Ἕνα «ἂς εἶναι», ἕνα «μποροῦμε νὰ τὸ ἀνεχθοῦμε καὶ αὐτό», μὲ λίγα λόγια, ἡ λογικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ».
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς πολιτικῆς τοῦ «κατευνασμοῦ» ἦλθε μὲ τὴν ἐπαίσχυντη Συμφωνία τοῦ Μονάχου, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1938, ἕνα μόλις χρόνο πρὶν τὴν ἔκρηξη τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἔδιδε στὸν Χίτλερ τὸ ἐλεύθερο νὰ εἰσβάλει στὴν Τσεχοσλοβακία. Ὁ ἀρχιτέκτονας τῆς πολιτικῆς τοῦ «κατευνασμοῦ», ὁ Βρεταννὸς πρωθυπουργὸς Νέβιλ Τσάμπερλαιν, ἐπέστρεψε τότε ἀπὸ τὸ Μόναχο ἐπιδεικνύοντας θριαμβευτικὰ τὸ κείμενο τῆς ὑπογραφείσης συμφωνίας καὶ διακηρύσσοντας πανηγυρικά: «Αὐτὴ ἡ συμφωνία συμβολίζει τὴ βούληση τῶν δύο λαῶν μας νὰ μὴν πολεμήσουν μεταξύ τους ποτὲ ξανά!». Δὲν μποροῦσε ὁ Τσάμπερλαιν, καθgς φαίνεται, νὰ καταλάβει ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ» ὄχι μόνο δὲν ἀπομάκρυνε τὸν πόλεμο, ἀλλὰ τὸν ἔκανε ἀκόμα πιὸ ἀναπόφευκτο, γιατὶ δὲν ὑπάρχει πιὸ ἐκρηκτικὸ μεῖγμα ἀπὸ τὸν ἐθνικισμὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ποὺ βρίσκει ἀπέναντί του τὸν ἐνδοτισμὸ τῆς ἄλλης. Γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε τὴν πολυτέλεια νὰ γνωρίζουμε τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, τὰ λόγια τοῦ Τσάμπερλαιν μετὰ τὸ Μόναχο, ἀποτελοῦν παράδειγμα, ἂν ὄχι πολιτικῆς ἠλιθιότητος, πάντως ἀπροσμέτρητης ἐπιπολαιότητος. Καὶ εἰλικρινὰ διερωτώμεθα μήπως ἡ ἴδια… ἐπιπολαιότητα κρύβεται καὶ πίσω ἀπὸ τὶς σημερινὲς διακηρύξεις ὅτι τὸ φάσμα τοῦ πολέμου θὰ σβήσει καὶ μία κοινωνία εἰρήνης θὰ ἀνατείλει, ἂν μόνο φανοῦμε λίγο περισσότερο ἐνδοτικοί, ἂν συμβιβασθοῦμε μόνο λίγο ἀκόμα… Τώρα, τὸ πῶς ἀπὸ τὸ «Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα» φθάσαμε στό «Λίγο ἀκόμα, νὰ κατεβοῦμε λίγο χαμηλότερα», αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα, ποὺ θὰ ἄξιζε ἀσφαλῶς νὰ συζητήσουμε.
Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ θυμηθοῦμε ἀπὸ ποῦ ξεκινήσαμε –ἀπὸ κάποια συγκεκριμένα ἐπίμαχα σημεῖα σὲ ἕνα μόνο διδακτικὸ ἐγχειρίδιο, τὸ πολυσυζητημένο βιβλίο τῆς Ἱστορίας τῆς ϛ΄ Δημοτικοῦ– καὶ ποῦ φθάσαμε: σὲ μιὰ ὁλόκληρη κοσμοθεωρία ποὺ βρίσκεται στὴ ρίζα τῶν ἐπὶ μέρους ἐπίμαχων σημείων, στὴν ἰσοπεδωτικὴ λογικὴ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ τῆς Νέας Τάξης, σὲ μιὰ εὐρύτερη ὀπτικὴ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ βλέπουμε τὸ ἱστορικὸ παρελθόν. Ἂν ἀξίζει νὰ βγάλουμε ἕνα συμπέρασμα, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ὅτι ἡ ἀπόσυρση τοῦ βιβλίου τῆς Ἱστορίας τῆς  ϛ΄ Δημοτικοῦ δὲν ἀρκεῖ, γιὰ νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ἐφησυχάσουμε, ὅπως δὲν ἀρκοῦσε γιὰ τὸν Ἡρακλῆ νὰ ἀποκόψει ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλια τῆς Λερναίας Ὕδρας, γιὰ νὰ πεῖ ὅτι νίκησε τὸ τέρας.
Δώσαμε ἰδιαίτερη ἔμφαση καὶ ἔκταση στὰ σχετικὰ μὲ τὴν προσέγγιση καὶ διδασκαλία τῆς ἱστορίας, ὄχι μόνο λόγ­ῳ ἐπικαιρότητας, ἀλλὰ καὶ λόγ­ῳ τῆς μεγάλης σημασίας ποὺ ἐκτιμᾶμε ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ θέμα. Διότι γιὰ ὅλα μὲν τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐκπαίδευση, θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως κάποιος –ὄχι ὀρθὰ σκεπτόμενος βέβαια– νὰ νιώσει ὅτι εἶναι μακρινὰ γι᾽ αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφοροῦν ἄμεσα· ἀλλὰ δὲν βλέπουμε πῶς θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ νιώσει ὅτι δὲν τὸν ἀφορᾷ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μεθοδεύεται ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας. Καί, ἐπιτέλους, δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἐπιλεκτικοὶ στὶς δημοκρατικές μας εὐαισθησίες· δὲν μπορεῖ νὰ διαμαρτυρόμαστε γιὰ καταπάτηση τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν, κάθε φορὰ ποὺ θίγονται κάποια ἐπὶ μέρους, ἀκόμη καὶ στενὰ συντεχνιακὰ συμφέροντα, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ κλείνουμε τὰ μάτια καὶ νὰ μὴ θεωροῦμε καταπάτηση τῶν δημοκρατικῶν μας ἐλευθεριῶν τὴ συστηματικὴ προσπάθεια νὰ χειραγωγηθεῖ καὶ νὰ ποδηγετηθεῖ ἡ νέα γενιά, ὥστε νὰ βλέπει τὸ ἱστορικὸ παρελθόν –καὶ βεβαίως, συνακόλουθα, καὶ τὸ παρόν– μὲ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο, αὐτὸν ποὺ ἐξυπηρετεῖ κάποια συγκεκριμένα συμφέροντα, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὰ ὁδηγοῦν σὲ προφανῆ παραχάραξη τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας.
  1. Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολὴ ΣΔ΄, Τοῖς Νεοκαισαρεῦσιν, ed. Y. Courtonne, 3.21-22.
  2. Εὐριπίδου, Τρ­ωάδες, ed. J. Diggle, 400.
  3. Θουκυδίδου, Ἱστορίαι, ed. H. S. Jones καὶ J. E. Powell, Ζ΄ 61, 3.3-4.
  4. Μεγάλου Βασιλείου, Ὅροι κατa πλάτος, ed. J.-P. Migne, PG 31, 1016.14-15.
  5. Ὁ Γερμανὸς στρατηγὸς Heinz Guderian,ἀνακρινόμενος ἀπe Γάλλους ἀξιωματικοὺς μετὰ τὴ λήξη τοῦ πολέμου, τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι, ἂν οἱ Γάλλοι εἶχαν παρέμβει τὸ 1936 στὴ Ρηνανία, οἱ γερμανικὲς δυνάμεις θὰ εἶχαν καταποντισθεῖ καὶ ὁ Χίτλερ θa εἶχε πέσει ἀπὸ τὸν ἐξουσία (J. R. Tournoux, Petain et de Gaulle, Plon, Paris 1964, σελ. 159). Ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ δήλωνε ὅτι, ἂν οἱ γαλλικὲς δυνάμεις εἶχαν εἰσβάλει στὴ Ρηνανία, οἱ Γερμανοὶ θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποσυρθοῦν «μὲ τὴν οὐρὰ κάτω ἀπὸ τὰ σκέλια» (Alan Bullock, Hitler. A study in tyranny, Odhams, London 1952, σελ. 135).

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε