Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μυροφόροι

ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΩΔΕ

,

Σχολιάστε

«Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΙΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ»

Ἀντωνίου Μητροπ. Σουρώζ
(†2003)

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Θυμόμαστε σήμερα τὶς Μυροφόρες, τὸν Ἰωσήφ καὶ τὸν Νικόδημο, ἀνθρώπους ποὺ στὴν πορεία τοῦ Εὐαγγελίου μόλις καὶ ἀναφέρονται, ὅμως, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε φαινομενικὰ ἡττηθεῖ, ὅταν ὁ θάνατος, ἡ ἀπόρριψη, ἡ προδοσία καὶ τὸ μῖσος εἶχαν ὑπερισχύσει, ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι ἄνθρωποι μὲ πίστη καὶ κουράγιο, μὲ τὴν πίστη τῆς καρδιᾶς καὶ τὸ κουράγιο ποὺ μόνο ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ γεννήσει. Τὴν ὥρα τῆς Σταύρωσης οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν σκορπίσει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰωάννη ποὺ στὰθηκε δίπλα στὸν Σταυρὸ μὲ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸν Χριστό, μόνο μιὰ μικρὴ ὁμάδα γυναικῶν στάθηκε σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Σταυρό, καὶ ὅταν ὁ Κύριος πέθανε, ἦλθαν νὰ μυρώσουν τὸ σῶμα Του ποὺ ὁ Ἰωσήφ ὁ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο, δίχως νὰ φοβηθεῖ ὅτι θὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ὡς μαθητὴ Του, ἐπειδὴ στὴ ζωή καὶ στὸ θάνατο, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη εἶχαν νικήσει.
.             Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’αὐτό. Εἶναι εὔκολο νὰ εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὅλα πηγαίνουν καλά, στὴν ἀσφάλεια τῆς πατρίδας ὅπου δὲν ὑπομένουμε κάποια δίωξη, ἀπόρριψη, καμία προδοσία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ μαρτύριο, ἤ ἁπλῶς νὰ γίνουμε θύματα χλευασμοῦ καὶ ἀπόρριψης.
.             Ἄς σκεφτοῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι σέ σχέση μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ τὶς μεταξύ μας σχέσεις, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος εἶπε ὅτι ὅ,τι κάνουμε στὸν ὁποιδήποτε ἀπὸ ἐμᾶς, στὸν πιὸ μικρὸ κι ἀσήμαντο, τὸ κάνουμε σ’ Ἐκεῖνον.
.             Ἄς ἀναρωτηθοῦμε πῶς συμπεριφερόμαστε ὅταν κάποιος ἀπορρίπτεται, χλευάζεται, ἐξοστρακίζεται, καταδικάζεται ἀπὸ τὴν κοινὴ γνώμη ἤ ἀπὸ τὴ γνώμη ἐκείνων ποὺ γιὰ ἐμᾶς σημαίνουν κάτι, ἄν ἐκείνη τὴ στιγμή ἡ καρδιά μας παραμένει πιστή, ἤ βρίσκουμε τὸ θάρρος νὰ ποῦμε: «Ἦταν καὶ παραμένει φίλος μου, εἴτε τὸν ἀποδέχεστε, εἴτε τὸν ἀπορρίπτετε». Δὲν ὑπάρχει πιὸ μεγάλο μέτρο πίστης, ἀπὸ τὴν πίστη ποὺ ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἧττα. Ἄς τὸ λάβουμε αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψιν, διότι χάνουμε μὲ τόσους τρόπους. Προσπαθοῦμε, μὲ ὅποια δύναμη ἔχουμε – λίγη ἤ πολλή, νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἴμαστε, καὶ κάθε λεπτὸ χάνουμε. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κοιτάζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι μόνο μὲ συμπόνοια, ἀλλὰ μὲ τὴν πίστη ποὺ ἔχουν οἱ φίλοι ποὺ εἶναι ἔτοιμοι νὰ σταθοῦν δίπλα σ’ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πέφτει, μακρυὰ ἀπὸ τὴ χάρη, μακρυὰ ἀπὸ ἰδανικά, ποὺ ματαιώνει κάθε ἐλπίδα καὶ προσδοκία ποὺ ἔχουμε ἐπενδύσει. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἄς σταθοῦμε δίπλα του, ἄς δείξουμε πίστη καὶ ἄς ἀποδείξουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μας δὲν ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης, ἀλλὰ ἦταν ἕνα δῶρο ὑπέροχο, γεμάτο χαρά, ποὺ προσφέρθηκε δωρεάν, ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: (καὶ Ἀπόδοση στὴν νεοελληνική): agiazoni.gr

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ-2 «Ἐκεῖνες ποὺ θρηνοῦσαν τὸν νεκρὸ Κύριο, ἔγιναν χελιδόνια τῆς καινούργιας ἄνοιξης». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (τοῦ Θωμᾶ
)
(Μάρκ. ιε´ 43-47, ιϛ´1-8)
[Β´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 64 ἑξ.

 

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ-1 «Ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ ἔλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.                 «Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα, καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν» (Μάρκ. ιϛ´ 4-5). Ὅταν ὁ Μωυσῆς ἔφτασε μὲ τὸν λαό του στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, ἀντιμετώπισε μία δυσκολία, ἕνα μεγάλο πρόβλημα. Πῶς θὰ ἄνοιγε δρόμο στὴν θάλασσα, ἐκεῖ ποῦ δὲν ὑπῆρχε; Μόλις ὅμως κραύγασε γιὰ βοήθεια στὸν Θεό, ἡ θάλασσα χώρισε στὰ δύο κι ὁ δρόμος ἄνοιξε. Τὸ ἴδιο ἔγινε τώρα μὲ τὶς Μυροφόρες. Προβληματισμένες πολὺ ἔντονα γιὰ τὸ ποιὸς θὰ κυλίσει τὴ μεγάλη πέτρα, κοίταξαν καὶ εἶδαν «ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος». Ἡ πέτρα εἶχε μετακινηθεῖ κι ἐκεῖνες μπῆκαν ἀμέσως μέσα στὸ μνημεῖο. Μὰ ποῦ πῆγαν οἱ στρατιῶτες ποὺ φρουροῦσαν τὸν τάφο; Αὐτοὶ δὲν ἀποτελοῦσαν μεγαλύτερο ἐμπόδιο γιὰ νὰ μποῦν στὸ μνημεῖο, ἀπὸ τὴ βαριὰ πέτρα; Ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ φρουροὶ εἴτε κείτονταν στὴ γῆ μισοπεθαμένοι ἀπὸ τὸν φόβο, εἴτε εἶχαν δραπετεύσει πρὸς τὴν πόλη γιὰ νὰ διηγηθοῦν μὲ τρεμάμενη φωνὴ στοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ ποὺ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ ὣς τότε δὲν εἶχαν ἀκούσει ἀνθρώπινα αὐτιά. Δὲν ὑπῆρχε κανένας στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ τὶς ἐμποδίσει, κανένας καὶ τίποτα στὴν εἴσοδο. Ὑπῆρχε κάποιος ὅμως μέσα στὸ μνημεῖο. Κάποιος ποὺ τὸ πρόσωπό του ἦταν «ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιῶν» (Ματθ. κη´ 3). Ἦταν ἕνας νέος ἄνδρας. Ἦταν πραγματικὰ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Οἱ γυναῖκες φοβήθηκαν κι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ. Εἶναι φοβερὸ νὰ βλέπει κανεὶς τὴ μορφὴ ἑνὸς οὐράνιου ἀγγελιαφόρου τοῦ Θεοῦ, ἐκείνου ποὺ ἔφερε τὶς πιὸ ὑπερφυσικὲς καὶ χαρμόσυνες εἰδήσεις στὴ γῆ, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ πεσμένος ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ὁ Ματθαῖος λέει πὼς ὁ ἄγγελος καθόταν πάνω στὴν πέτρα ποὺ εἶχε κυλίσει ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου, ἐνῶ ὁ Μάρκος πὼς ὁ ἄγγελος ἦταν μέσα στὸ μνημεῖο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅμως δὲν ἔχει καμιὰ ἀντίθεση. Ἴσως οἱ γυναῖκες εἶδαν πρῶτα τὸν ἄγγελο πάνω στὴν πέτρα κι ἔπειτα ἄκουσαν τὴ φωνή του μέσα στὸ μνημεῖο. Ὁ ἄγγελος δὲν εἶναι κάτι ὑλικὸ καὶ ἀκίνητο. Μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ καὶ ὁπουδήποτε. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει δύο ἀγγέλους, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος κι ὁ Μάρκος ἕναν, δὲν πρέπει νὰ φέρει σὲ σύγχυση τοὺς πιστούς. Ὅταν γεννήθηκε ὁ Κύριος στὴ Βηθλεέμ, ἕνας ἄγγελος ἐμφανίστηκε ξαφνικὰ στοὺς ποιμένες κι ἐκεῖνοι «ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β´ 9). Πολὺ σύντομα μετά, «ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν» (Λουκ. β´ 13). Στὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου στὸν Γολγοθὰ ἴσως παρευρίσκονταν λεγεῶνες ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Γιατί πρέπει νὰ ἐκπλαγοῦμε ἂν οἱ Μυροφόρες εἶδαν τὴ μία φορὰ ἕναν ἄγγελο καὶ τὴν ἄλλη δύο;

.               «Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ’ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν» (Μάρκ. ιϛ´ 6-8). Ὁ ἀστραπόμορφος ἄγγελος τοῦ Θεοῦ φροντίζει πρῶτα νὰ ἠρεμήσει τὶς γυναῖκες ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο τους. Ἤθελε νὰ τὶς προετοιμάσει γιὰ τὰ καταπληκτικὰ νέα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Ἡ πρώτη ἔκπληξη γιὰ τὶς γυναῖκες ἦταν ὅταν εἶδαν τὸ μνημεῖο ἀνοιχτό. Μετὰ ἡ ἔκπληξή τους μεταβλήθηκε σὲ τρόμο ὅταν, ἀντὶ γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ γύρευαν, εἶδαν αὐτὸν ποὺ δὲν περίμεναν.
.               Ὁ ἄγγελος εἶπε στὶς γυναῖκες μὲ σιγουριά: Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον. Γιατί μίλησε ἔτσι; Γιὰ νὰ τὶς στερήσει ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία καὶ σύγχυση γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ἀναστηθεῖ. Ὁ ἄγγελος μιλάει πολὺ συγκεκριμένα τόσο γιὰ τὶς ἴδιες τὶς γυναῖκες ὅσο καὶ γιὰ τὶς μελλούμενες γενιές. Μὲ τὴν ἴδια πρόθεση ὁ ἄγγελος τοὺς δείχνει τὸ καινὸ μνημεῖο. «Ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν». Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος ἦταν πλεονασμός. Οἱ γυναῖκες εἶχαν δεῖ οἱ ἴδιες μὲ τὰ μάτια τους αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε ὁ ἄγγελος. Δὲν γινόταν τὸ ἴδιο ὅμως μὲ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπίσης ὁ Κύριος πέθανε κι ἀναστήθηκε. «Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ᾧδε». Ὁ οὐράνιος ἀγγελιαφόρος πρόφερε μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ τρόπο τὴν συγκλονιστικότερη εἴδηση ποὺ ἀκούστηκε ποτὲ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. «Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ᾧδε». Γιὰ τὶς ἀθάνατες χορεῖες τῶν ἀγγέλων ἡ συγκλονιστικότερη εἴδηση ἦταν ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου, ὄχι ἡ ἀνάστασή Του. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὰ πράγματα ἦταν ἀντίθετα.
.           Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ὁ ἄγγελος εἶπε στὶς γυναῖκες νὰ μεταφέρουν τὴ χαρμόσυνη εἴδηση «στοὺς ἀποστόλους καὶ τῷ Πέτρῳ». Γιατί καὶ τῷ Πέτρω; Σίγουρα ἐπειδὴ ὁ Πέτρος ἔνιωθε περισσότερο ταραγμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητές. Ἡ συνείδησή του πρέπει νὰ τὸν ἐνοχλοῦσε, ἐπειδὴ πρόδωσε τρεῖς φορὲς τὸν Κύριο καὶ στὸ τέλος ἔφυγε μακριά Του. Ἡ ἀφοσίωση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο ἦταν οἱ πιὸ στενοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, θὰ πρέπει νὰ ἔκανε πιὸ εὐαίσθητη τὴ συνείδηση τοῦ Πέτρου. Ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε φύγει. Παρέμεινε κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ σταυρωμένου Κυρίου του. Κοντολογίς, ὁ Πέτρος πρέπει νὰ ἔνιωθε προδότης τοῦ Κυρίου καὶ θὰ αἰσθανόταν ἄβολα στὴ συντροφιὰ τῶν ἀποστόλων, κυρίως μπροστὰ στὴν Παναγία Μητέρα Του. Ἡ πίστη τοῦ Πέτρου δὲν φάνηκε σταθερὴ σὰν πέτρα. Ἡ διστακτικότητα κι ἡ δειλία του τὸν ἔκαναν νὰ νιώθει περιφρονημένος στὰ ἴδια του τὰ μάτια. Εἶχε ἀνάγκη νὰ σταθεῖ ξανὰ στὰ πόδια του, ν’ ἀνακτήσει τὴν ὑπόληψή του ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς ἀπόστολος. Ὁ Κύριος, ποὺ ἀγαπᾶ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀκριβῶς αὐτὸ ἔκανε τώρα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ ἄγγελος ἔκανε εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸν Πέτρο.
.             Γιατί ὁ ἄγγελος μίλησε γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία κι ὄχι γιὰ τὶς ἄλλες ἐμφανίσεις Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ στὰ περίχωρα, ποὺ θὰ γίνονταν νωρίτερα; «Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν». Γιατί ἡ Γαλιλαία ἦταν περισσότερο εἰδωλολατρικὴ κι ὄχι ἰσραηλιτικὴ περιοχή. Ἡ θέληση τοῦ Κυρίου λοιπὸν ἦταν νὰ ἐμφανιστεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ δείξει στοὺς μαθητὲς τὸν δρόμο τοῦ εὐαγγελίου Του, τὸν βασικὸ χῶρο ὅπου ἔπρεπε νὰ δραστηριοποιηθοῦν γιὰ νὰ ἱδρύσουν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Κι ἄλλος ἕνας λόγος ἦταν, ἐπειδὴ στὴ Γαλιλαία θὰ ἔνιωθαν ἐλεύθεροι, ὄχι ὅπως στὴν Ἱερουσαλὴμ ποὺ ζοῦσαν μὲ φόβο. Ὄχι στὸ σκοτάδι ἢ στὸ μισόφωτο, ἀλλὰ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας, γιὰ νὰ μὴν πεῖ κανεὶς πὼς ὁ φόβος ἔχει μεγάλα μάτια, πὼς οἱ μαθητὲς εἶδαν ζωντανὸ τὸν Κύριό τους στὴν Ἱερουσαλὴμ πάνω στὸν πανικό τους καὶ μὲ τὴν πίεση τοῦ φόβου τους. Καὶ τελικὰ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία χωρὶς ν’ ἀναφέρει τίποτα γιὰ τὶς ἐμφανίσεις Του στὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ ν’ ἀφαιρέσει τὰ ὅπλα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀπίστων, ποὺ διαφορετικὰ θὰ ἰσχυρίζονταν πὼς οἱ ἀπόστολοι εἶχαν δεῖ κάποιο φάντασμα, ἐπειδὴ περίμεναν μὲ μεγάλη ψυχικὴ ἀγωνία νὰ τὸν δοῦν. Λέει ὁ Νικηφόρος: «Γιατί ὁ ἄγγελος μιλάει εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐμφάνισή Του στὴ Γαλιλαία; Ἐπειδὴ ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία. Ἐκεῖ ὁ Κύριος δὲν ἐμφανίστηκε σὲ κάποιο σπίτι μὲ κλειδωμένες τὶς πόρτες, ἄλλα σ’ ἕνα βουνό, ὁρατὸς ἀπὸ ὅλους. Οἱ μαθητὲς μὲ τὸ ποὺ τὸν εἶδαν ἐκεῖ τὸν προσκύνησαν. Ἐκεῖ παρουσιάστηκε δυναμικὰ μπροστά τους καὶ τοὺς ἀποκάλυψε γιὰ τὴν ἐξουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας Του. «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Μάτθ. κὴ’ 18). «Μετὰ τὸ ἐγερθῆναι μὲ προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ιδ´ 28), εἶχε πεῖ ὁ Κύριος. Ὡς νικητής, δηλαδή, θὰ προπορευτῶ στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο καὶ σεῖς θὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Ὁπουδήποτε κι ἂν σᾶς ὁδηγήσει τὸ Πνεῦμα γιὰ νὰ κηρύξετε, κοιτάξτε Με, θὰ βρίσκομαι μπροστά σας. Θὰ προπορεύομαι γιὰ νὰ σᾶς ἀνοίγω τὸν δρόμο.

«Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐκφοβοῦντο γάρ» (Μάρκ. ιϛ´ 8). Οἱ Μυροφόρες τὰ εἶχαν χάσει. Ποῦ βρίσκονταν, στὸν οὐρανὸ ἢ στὴ γῆ; Μὲ ποιόν μιλοῦσαν; Τί ἄκουσαν; Τέτοια πράγματα οὔτε στὸν ὕπνο τους δὲν τὰ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι. Μὰ αὐτὸ ποὺ βλέπουν καὶ ἀκοῦν τώρα δὲν εἶναι ὄνειρο, εἶναι ἀληθινό. Ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔγιναν, προκύπτει πὼς ζοῦσαν μία πραγματικότητα.
.               Τί εὐλογημένος εἶναι ὁ φόβος κι ὁ τρόμος ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βλέπει ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανούς, ὅταν ἀκούει μία χαρούμενη φωνὴ ἀπὸ τὴν ἀληθινή, ἀθάνατη καὶ ποθεινὴ πατρίδα του! Δὲν εἶναι μικρὸ πράγμα νὰ δεῖς ἕναν ἀθάνατο ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, οὔτε ν’ ἀκούσεις μία φωνὴ ποὺ βγαίνει ἀπὸ ἀθάνατα χείλη. Πιὸ εὔκολα ἀντέχεις νὰ δεῖς τὸ πρόσωπο καὶ ν’ ἀκούσεις τὸν ὀρυμαγδὸ ὁλόκληρου τοῦ φθαρτοῦ σύμπαντος, παρὰ νὰ δεῖς τὸ πρόσωπο καὶ ν’ ἀκούσεις τὴ φωνὴ κάποιου ἀθάνατου ὄντος ποὺ δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τὸ σύμπαν, ποὺ τὸ κάλλος του εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀνοιξιάτικη αὐγή. Ὅταν ὁ προφήτης Δανιήλ, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου, μονολόγησε: «Οὐχ ὑπελείφθη ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετεστράφη εἰς διαφθοράν, καὶ οὐχ ἐκράτησα ἰσχύος… ἤμην κατανενυγμένος, καὶ τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν» (Δανιήλ, ι´ 8,9).
.         Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν τὶς πιάσει φόβος καὶ τρόμος τὶς ἀδύναμες γυναῖκες; Πῶς νὰ μὴ φύγουν γρήγορα ἀπὸ τὸ μνημεῖο; Πῶς θὰ μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ νὰ μιλήσουν; Μὲ τί λόγια νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ εἶδαν; Κύριε, ἡ δόξα Σου εἶναι ἀνέκφραστη! Ἐμεῖς οἱ θνητοὶ ἄνθρωποι εὐκολότερα μποροῦμε νὰ τὴν ἐκφράσουμε μὲ τὴ σιωπὴ καὶ τὰ δάκρυά μας παρὰ μὲ λόγια.

.           «Καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γάρ». Δὲν εἶπαν τίποτα στὸν δρόμο, σὲ κανέναν. Δὲν μίλησαν σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ, σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα Του, οὔτε σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἱερουσαλὴμ ποὺ συμφώνησε μαζί τους. Μίλησαν ὅμως στοὺς ἀποστόλους, οὔτε τόλμησαν μὰ οὔτε καὶ μποροῦσαν νὰ μὴν τοὺς ποῦν τὰ νέα, ἀφοῦ ἔτσι τὶς πρόσταξε ὁ ἀθάνατος ἄγγελος. Πῶς μποροῦσαν νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ; Εἶναι σαφὲς λοιπόν, πὼς οἱ γυναῖκες μίλησαν σ’ ἐκείνους ποὺ ἔπρεπε (βλ. Λουκ. κδ´ 10)· καὶ πὼς δὲν εἶπαν τίποτα σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔπρεπε, τοὺς ὁποίους φοβοῦνταν.
.             Ἔτσι τελείωσε ἡ ἐπίσκεψη ποὺ ἔκαναν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες στὸ μνημεῖο τοῦ Χριστοῦ τὸ πρωὶ τῆς Ἀνάστασης. Τὰ φτωχά τους μύρα, ποὺ σκόπευαν νὰ χρησιμοποιήσουν γιὰ νὰ συντηρήσουν ἀπὸ τὴ φθορὰ Ἐκεῖνον ποὺ τηρεῖ τοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸν ἀφανισμό, νὰ μυρώσουν Αὐτὸν ποὺ χαρίζει στοὺς οὐρανοὺς τὸ ἄρωμά Του, ἔμειναν στὰ χέρια τους.
.           Κύριε, εἶσαι τὸ μόνο ἄρωμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης στὴν ἱστορία του. Πόσο πλούσια καὶ θαυμαστὰ ἀποζημιώνεις τὶς ἀφοσιωμένες ψυχὲς ποὺ δὲν σὲ ξέχασαν νεκρὸ μέσα στὸ μνῆμα Σου!
.           Ἔκανες τὶς Μυροφόρες γυναῖκες φορεῖς τοῦ ἀγγέλματος τῆς Ἀνάστασης καὶ τῆς δόξας Σου. Δὲν ἔχρισαν τὸ νεκρό Σου σῶμα· Ἐσὺ ἔχρισες τὶς ζωντανὲς ψυχές τους μὲ τὸ μύρο τῆς χαρᾶς. Ἐκεῖνες ποὺ θρηνοῦσαν τὸν νεκρὸ Κύριο, ἔγιναν χελιδόνια τῆς καινούργιας ἄνοιξης, ἅγιοι στὴν οὐράνια βασιλεία Σου.
.             Ἀναστημένε Κύριε, μὲ τὶς προσευχὲς τοὺς ἐλέησέ μας, σῶσε μας, ὥστε νὰ σὲ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ-1 «Ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ ἔλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (τοῦ Θωμᾶ
)
(Μάρκ. ιε´ 43-47, ιϛ´1-8)
[Α´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 64 ἑξ.

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ.             Τὸ εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων ἀναφέρεται στὴ φροντίδα ποὺ ἔδειξαν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀθάνατου οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔδωσε ζωή.
.             Τότε «ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὡς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλάτον καὶ ἠτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (Μάρκ. ιε´ 43). Ὑπῆρχε κι ἄλλος ἕνας μεγάλος ἄνδρας ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία στὸ ὄρος Ἐφραίμ. Αὐτὸς ἦταν ὁ προφήτης Σαμουήλ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀναφέρεται κι ἀπὸ τοὺς τέσσερις εὐαγγελιστές, κυρίως σὲ ὅσα σχετίζονται μὲ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωάννης τὸν ἀποκαλεῖ κρυφὸ μαθητὴ τοῦ Ἰησοῦ (ιθ´ 38). Ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζει ἄνδρα «ἀγαθὸ καὶ δίκαιο» (κγ´ 50), ὁ Ματθαῖος πλούσιο (κζ´ 57). Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν ὀνομάζει πλούσιο τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Κύριος ἀνάμεσα στοὺς μαθητές Του εἶχε καὶ πλούσιους, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς μποροῦσε ἐκεῖνος νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο. Ἕνας φτωχὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ πλησιάσει τὸν Πιλάτο, ἐκπρόσωπο τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
.             Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν πλούσιος ψυχικά. Εἶχε φόβο Θεοῦ κι ἀνέμενε κι αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ὁ Ἰωσὴφ ἦταν καὶ πλούσιος, ἄνθρωπος ἐπιρροῆς. Ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζουν βουλευτή. Ἦταν κι αὐτός, ὅπως κι ὁ Νικόδημος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρεσβύτερους τοῦ λαοῦ. Ὅπως κι ὁ Νικόδημος ἐπίσης, ἦταν κι αὐτὸς θαυμαστὴς καὶ κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες νὰ ἦταν κρυφοὶ ὀπαδοὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἕτοιμοι ὅμως νὰ ἐκτεθοῦν στὸν κίνδυνο καὶ νὰ σταθοῦν κοντά Του. Ὁ Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατὰ πρόσωπο τοὺς πικρόχολους Ἰουδαίους ἄρχοντες, ὅταν ἀναζητοῦσαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό: «Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῶ τί ποιεῖ;» (Ἰωάν. ζ´ 51).
.             Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ μπῆκε σὲ μεγαλύτερο κίνδυνο, ὅταν ἀποφάσισε νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, τὴν ὥρα ποὺ οἱ στενοὶ μαθητές Του εἶχαν διασκορπιστεῖ, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι λύκοι ποὺ δολοφόνησαν τὸν ποιμένα, ἦταν ἕτοιμοι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἐπιπέσουν καὶ στὸ ποίμνιο. Τὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἐπικίνδυνο, τὸ ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς μὲ τὴ λέξη «τολμήσας». Ἤθελε τότε κάτι παραπάνω ἀπὸ θάρρος. Ἤθελε τόλμη τὸ νὰ παρουσιαστεῖ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Καίσαρα καὶ νὰ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ σταυρωμένου «κακούργου». Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως, μὲ τὴν μεγαλωσύνη τῆς ψυχῆς του, ἀπέβαλε τὸν φόβο του κι ἀπέδειξε πὼς ἦταν πραγματικὸς μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.             «Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσὴφ» (Μάρκ. ιε´ 44-45). Ὁ Πιλάτος ἦταν καχύποπτος καὶ ἐπιφυλακτικός. Ἦταν ἀπὸ τοὺς κυβερνῆτες ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία τους μὲ βία, ὅπως μὲ βία τὴν εἶχε ἀποσπάσει ἀπὸ ἄλλους. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει οὔτε λέξη ἀκόμα κι ἀπὸ εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Ἴσως δυσκολευόταν πραγματικὰ νὰ πιστέψει πὼς Ἐκεῖνος, ποὺ μόλις τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε καταδικάσει σὲ σταυρικὸ θάνατο, εἶχε ἤδη παραδώσει τὴν τελευταία του πνοὴ στὸν σταυρό. Ὁ Πιλᾶτος ἀποδείχθηκε πὼς ἦταν ἕνας γνήσιος ἀντιπρόσωπος τῆς ρωμαϊκῆς τυπολατρείας. Ἦταν πολὺ πιὸ πρόθυμος νὰ πιστέψει τὸν κεντυρίωνα, ποὺ τὸν εἶχε ἐπιφορτίσει μὲ τὸ καθῆκον νὰ φρουρήσει τὸν Γολγοθά, παρὰ ἕνα ἐξέχοντα πρεσβύτερο τοῦ λαοῦ. Μόνο ὅταν ὁ κεντυρίων ἐπιβεβαίωσε «ἐπίσημα» τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἰωσήφ, θέλησε ὁ Πιλάτος νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημά του.
.               «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. ιε´ 46-47). Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέει πὼς αὐτὸς ὁ τάφος ἦταν τοῦ Ἰωσήφ· «καὶ ἔθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ» (Ματθ. κζ´ 60) – «ἐν ᾧ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐτέθη» (Ἰωάν. ιθ´ 41). Ὅταν σταυρώνουμε τὸν νοῦ μας γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐνταφιάζουμε σὲ μία ἀναγεννημένη καρδιά, σὰν σὲ τάφο, τότε ὁ νοῦς μας θὰ ἀναζωογονηθεῖ καὶ θ’ ἀναγεννηθεῖ ὁλόκληρος ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος. Ἕνας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μία μεγάλη πέτρα στὴν εἴσοδο τοῦ τάφου κι ἕνας φύλακας νὰ φρουρεῖ μπροστὰ στὸν τάφο. Τί σημαίνουν ὅλ’ αὐτά; Ὅλα τους ἦταν προληπτικὰ μέτρα, παρμένα μὲ τὴ σοφία τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ σφραγίζονταν κι ὅλα τὰ στόματα ἐκείνων ποὺ θὰ τολμοῦσαν νὰ ἰσχυριστοῦν πὼς ὁ Χριστὸς εἴτε δὲν πέθανε εἴτε δὲν ἀναστήθηκε εἴτε ὅτι ἔκλεψαν τὸ σῶμα Του. Ἂν ὁ Ἰωσὴφ δὲν εἶχε ζητήσει τὸ σῶμα Του ἀπὸ τὸν Πιλάτο· ἂν ὁ κεντυρίων δὲν εἶχε δώσει ἐπίσημη διαβεβαίωση γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ· ἂν τὸ σῶμα δὲν εἶχε ἐνταφιαστεῖ καὶ σφραγιστεῖ μὲ τὴν παρουσία φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ἴσως νὰ ἰσχυρίζονταν πολλοὶ πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε πεθάνει πραγματικά, ἀλλὰ εἶχε πέσει σὲ κῶμα καὶ μετὰ ἀνέκτησε τὶς αἰσθήσεις του. Κάτι τέτοιο ὑποστήριξαν τελευταία ὁ Σλαϊερμάχερ καὶ κάποιοι προτεστάντες. Ἂν ὁ τάφος δὲν εἶχε σφραγιστεῖ μ’ ἕναν ὀγκόλιθο κι ἂν δὲν τὸν φύλαγαν φρουροί, ἴσως παραδέχονταν πὼς ὁ Χριστὸς πέθανε κι ἐνταφιάστηκε, ἀλλὰ οἱ μαθητές του ἔκλεψαν τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸν τάφο. Ἂν δὲν ἦταν καινούργιος ὁ τάφος, ἴσως νὰ ὑποστήριζαν πὼς δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς αὐτὸς ποὺ ἀναστήθηκε ἀλλὰ κάποιος ἄλλος νεκρός, ποὺ εἶχε ταφεῖ ἐκεῖ παλιότερα. Ἔτσι ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ πῆραν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν.
.                 Ὁ Ἰωσὴφ πῆρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, «ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ» (Ματθ. κζ´ 59) καὶ τὸ ἀπέθεσε στὸν τάφο. Ἂν θέλουμε ν’ ἀναστηθεῖ μέσα μας ὁ Κύριος, πρέπει νὰ τὸν διατηροῦμε μέσα στὸ καθαρὸ καὶ ἁγνὸ σῶμα μας. Τὸ καθαρὸ σεντόνι ὑποδηλώνει τὸ καθαρὸ σῶμα. Τὸ σῶμα, ποὺ ἔχουν μολύνει οἱ κακίες καὶ τὰ πάθη, δὲν εἶναι κατάλληλος τόπος γιὰ ν’ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν καὶ νὰ ζήσει ὁ Κύριος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης συμπληρώνει τὴν εἰκόνα ποὺ δίνουν οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, λέγοντας πὼς στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ ἦρθε καὶ ὁ Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν, ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν» (Ἰωάν. ιθ´ 39-40).
.                 Εὐλογημένοι ἄνθρωποι! Πῆραν τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μὲ τόλμη, στοργὴ καὶ ἀγάπη καὶ τὸ ἀπέθεσαν στὸ μνημεῖο. Τί ὑπέροχο παράδειγμα εἶναι αὐτὸ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο! Καὶ τί φοβερὸ κατηγορητήριο γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ ντρέπονται τὸν κόσμο καὶ πλησιάζουν τὸ ἅγιο ποτήριο ἀπρόσεκτα, ἀδιάφορα καὶ χωρὶς ἀγάπη, γιὰ νὰ κοινωνήσουν τὰ ζωοποιὰ τίμια δῶρα, τὸ πάντιμο σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀναστημένου Κυρίου!
.                 Ὁ Ἰωσὴφ κι ὁ Νικόδημος δὲν ἦταν μόνο φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαπίστωσαν μὲ τὰ μάτια τους πὼς ὁ Ἰησοῦς πέθανε κι ἐνταφιάστηκε. Ἡ μέριμνα γιὰ τὸν νεκρὸ Κύριο ἦταν πράξη ἀγάπης γιὰ τὸν ἀγαπημένο τους Φίλο καὶ Διδάσκαλο, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιστικὸ καθῆκον πρὸς Ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ὑποφέρει γιὰ χάρη τῆς δικαιοσύνης.
.                 Μὲ θέα τὸν τάφο ὅμως βρίσκονταν καὶ δυό ἀκόμα ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν Κύριο καὶ παρακολουθοῦσαν μὲ μεγάλη προσοχὴ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αὐτὲς ἀπὸ τὴν πλευρά τους γιὰ μία πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριο. Ἦταν οἱ δύο μυροφόρες γυναῖκες: ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ.
.                 «Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποὺ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν» (Μάρκ. ιε´ 47, ιϛ´ 1). Πρῶτα ἀναφέρονται δύο γυναῖκες κι ἔπειτα τρεῖς. Δύο ἦταν οἱ μάρτυρες γιὰ ὅλα ὅσα ἔγιναν στὸν Γολγοθά, ποὺ εἶδαν τοὺς κρυφοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νὰ κατεβάζουν τὸ νεκρὸ σῶμα Του ἀπὸ τὸν σταυρό. Μετὰ εἶδαν ὅλα ὅσα ἔκαναν στὸ νεκρὸ σῶμα καί, αὐτὸ ποὺ τὶς ἐνδιέφερε περισσότερο, εἶδαν τὸν τάφο ὅπου τὸν τοποθέτησαν. Ἀλήθεια, πόση χαρὰ θὰ ἔνιωθαν, ἂν μποροῦσαν νὰ τρέξουν καὶ νὰ βοηθήσουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν Νικόδημο, γιὰ νὰ ξεπλύνουν τὸ ἅγιο σῶμα Του ἀπὸ τὰ αἵματα, νὰ καθαρίσουν τὶς πληγές Του, νὰ ἰσιώσουν τὰ μαλλιά Του, νὰ σταυρώσουν τὰ χέρια Του, νὰ δέσουν τὸ μαντήλι γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι Του καὶ νὰ τυλίξουν ὅλο τὸ σῶμα Του μὲ τὸ σεντόνι! Ὅμως οὔτε τὸ ἔθιμο οὔτε κι ὁ νόμος ἐπέτρεπε νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ μαζὶ μὲ ἄνδρες. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ πήγαιναν ἀργότερα νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνες τους, καὶ κυρίως γιὰ ν’ ἀλείψουν τὸν Κύριο μὲ ἀρώματα. Μαζί τους ἀργότερα θὰ πήγαινε κι ἡ τρίτη μυροφόρα, ἡ φίλη τους. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ τὶς ἔδεσε ὅλες μὲ φιλία.
.              Ποιές ἦταν οἱ γυναῖκες αὐτές; Τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ τὴν ξέρουμε. Ἦταν ἡ Μαρία ἐκείνη ποὺ ὁ Κύριος τὴ θεράπευσε, τῆς ἔβγαλε ἑπτὰ δαιμόνια ἀπὸ μέσα της. Ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ κι ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἦταν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ἡ Σαλώμη ἦταν σύζυγος τοῦ Ζεβεδαίου, ἡ μητέρα τῶν ἀποστόλων Ἰακώβου καὶ Ἰωάννη.
.                 Τί μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες αὐτὲς καὶ στὴν Εὔα! Αὐτὲς ἔτρεξαν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ νὰ ὑπακούσουν τὸ νεκρὸ Κύριο, ἐνῶ ἡ Εὔα δὲν ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ζῶντα Κύριο! Ἐκεῖνες φάνηκαν ὑπάκουες στὸν Γολγοθά, στὸν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, τῆς κακίας καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἐνῶ ἡ Εὔα ἔκανε παρακοὴ μέσα στὸν παράδεισο!
.                 «Καὶ λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου» (Μάρκ. ιϛ´ 2). Σ’ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ἦταν ἡ πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἡ ἑπομένη μέρα τοῦ σαββάτου, συμφωνοῦν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Μάρκος τὸ ξεκαθαρίζει καλύτερα: «καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου…» (Μάρκ. ιϛ´ 1), ἀφοῦ εἶχε περάσει τὸ σάββατο. Ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς συμφωνοῦν πὼς ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολὺ πρωὶ τὴν Κυριακή. Συμφωνοῦν ἐπίσης πὼς οἱ γυναῖκες πῆγαν στὸν τάφο τοῦ Κυρίου πολὺ νωρὶς τὸ πρωί. Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του φαίνεται πὼς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ μεταφέρει λίγο ἀργότερα, γιατί λέει ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
.                 Εἶναι πολὺ πιθανὸ οἱ γυναῖκες νὰ πῆγαν στὸν τάφο ἀρκετὲς φορές, τόσο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν νεκρὸ Κύριο, ὅσο κι ἀπὸ φόβο, μήπως οἱ ἐχθροί Του ἔρθουν καὶ βεβηλώσουν τὸν τάφο καὶ τὸ ἴδιο Του τὸ σῶμα. Ὅπως λέει ὁ Ἱερώνυμος στὸ σχόλιό του στὸ κατὰ Ματθαῖον, «πηγαινοέρχονταν μὲ ἀνυπομονησία, δὲν ἤθελαν ν’ ἀπομακρυνθοῦν γιὰ πολὺ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Κυρίου». Ἴσως ἐδῶ ὁ Μάρκος νὰ μὴ μιλάει γιὰ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο ἀλλὰ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του προφήτη, «καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν… ἥλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ´ 2), ἀναφερόμενος στὸν Μεσσία. Ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης εἶχε ἤδη ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν τὴν πρωινὴ ὥρα ποὺ οἱ μυροφόρες πῆγαν στὸν τάφο. Ὅπως ὁ Ἥλιος αὐτὸς ἔλαμψε πολὺ προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος, ἔτσι καὶ τώρα, στὴ δεύτερη δημιουργία, στὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου, ἔλαμψε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία προτοῦ ἀνατείλει στὴ γῆ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος.
.                 «Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (Μάρκ. ιϛ´ 3). Καθὼς οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀνέβαιναν πρὸς τὸν Γολγοθά, συζητοῦσαν μεταξύ τους τὸ πρόβλημα αὐτό. Ποιός θὰ κυλίσει τὴ βαριὰ πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Ὅλα ἔδειχναν πὼς δὲν περίμεναν κάτι ἀναπάντεχο. Τὰ γυναικεῖα χέρια δὲν ἦταν δυνατὰ γιὰ νὰ σπρώξουν τὴ βαριὰ πέτρα καὶ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου. Κι ὁ λίθος ἦταν μέγας σφόδρα.
.              Καημένες γυναῖκες! Δὲν θυμήθηκαν πὼς τὸ ἔργο ποὺ πήγαιναν μὲ τόσο ζῆλο καὶ σπουδὴ νὰ κάνουν στὸν τάφο, εἶχε ἤδη συντελεστεῖ ὅσο ζοῦσε ὁ Κύριος. Στὸ δεῖπνο ποὺ παρέθεσε στὸν Κύριο στὴ Βηθανία ὁ Σίμων ὁ λεπρός, κάποια γυναίκα ἔχυσε στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ ἕνα πολύτιμο μύρο. Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶπε τότε γιὰ τὴν γυναίκα αὐτή: «Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι μὲ ἐποίησεν» (Ματθ. κϛ´ 12). Προγνώριζε μὲ ἀκρίβεια ὅτι τὸ σῶμα Του δὲν θὰ δεχόταν κανένα ἄλλο ἄρωμα στὸν θάνατό Του. Ἴσως διερωτηθεῖς: Γιατί τότε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἄφησε τὶς ἀφοσιωμένες αὐτὲς γυναῖκες ν’ ἀπογοητευτοῦν τόσο πολύ; Πῆγαν ν’ ἀγοράσουν τὸ πολύτιμο μύρο, ἦρθαν φοβισμένες μέσα στὴ νύχτα στὸ μνημεῖο καὶ στὸ τέλος νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον αὐτό, ποὺ μὲ τόση ἀγάπη καὶ θυσία εἶχαν προετοιμάσει; Μήπως ὅμως ἡ θεία αὐτὴ πρόνοια δὲν ἀποζημίωσε τὶς προσπάθειές τους μ’ ἕναν ἀσύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι ἀντὶ νὰ δοῦν νεκρὸ τὸν Κύριο τὸν εἶδαν ζωντανό;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: 

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, Ο ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 Θεοφάνους Κεραμέως,
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Πρεσβ. Σταύρου Τρικαλιώτη,
«Τὰ Ἕνδεκα Ἑωθινὰ Εὐαγγέλια»,
ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2007,
σελ. 79-87

Ἡ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο.
(Μάρκ. ιϛ´ 2-4)

.           Ὅταν πλέον πέρασε ἡ λύπη τοῦ Σαββάτου καὶ ἐνεργήθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως καὶ ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σὰν ἀπὸ κάποιο ὁρίζοντα ἀνέτειλε, τότε ἡ τριάδα τῶν ἱερῶν γυναικῶν ποὺ μετέφεραν τὰ ἀρώματα ἔφθασε στὸ ζωηφόρο μνῆμα. «Καὶ πολὺ πρωί, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἔρχονται στὸ μνῆμα, μόλις ἀνέτειλε ὁ ἥλιος». Γιατί ἡ Εὕα, ἐπειδὴ ἀπατήθηκε κατὰ τὸ δειλινό, ἐξορίζεται ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀπολαύσεως (παράδεισο). Ἀντίθετα ὅμως, οἱ ἀπόγονοί της σπεύδουν πολὺ πρωὶ νὰ μάθουν τὴν ἀποκατάσταση τῆς πρώτης μητέρας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (Εὔας), ποὺ ἔγινε μέσῳ τῆς ἀναστάσεως.
.           Σπεύδουν λοιπόν, καθὼς ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Γιατί ὁ ἥλιος σὰν νὰ ἀνέτειλε ἀπὸ τὰ κατώτερα μέρη τῆς γής, δημιούργησε μιὰ καινούργια ἡμέρα γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἀρχικὸ φῶς, ποὺ δημιουργήθηκε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἡ ἁμαρτία τὸ ἀμαύρωσε, τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἡμέρα ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δημιούργησε μιὰ παρατεταμένη πρωία. Πράγμα τὸ ὁποῖο, ὅπως ἐγὼ νομίζω, ὁ εὐαγγελιστὴς ἔχει φανερώσει μὲ τὴν ἔκφραση· «καὶ πολὺ πρωί». Γιατί μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ ψυχὲς δὲν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στὶς σκοτεινὲς κρυψῶνες τοῦ ἅδη. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θὰ μᾶς κυλίσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος»; Ἡ Μαρία λοιπὸν ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, ἡ ὁποία πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπέραγνη Δέσποινα (αὐτὴν δηλαδὴ ὀνομάζουν τὰ Εὐαγγέλια μητέρα Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωσῆ), εἶχαν πάει ἀπὸ πρὶν στὸν τάφο, καὶ δὲν ἦταν ἐντελῶς ἄπειρες ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ ἦταν μὲ πάρα πολὺ φλογερὸ πόθο ἐνισχυμένες, ἔτρεχαν νὰ πάρουν μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση. Ἡ Σαλώμη δέ, ἐπειδὴ ἦλθε στὸν τάφο γιὰ πρώτη φορὰ πρὶν ἀπὸ λίγο χρόνο, γνώριζε ὅτι μία μεγάλη πέτρα ἐμπόδιζε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος. Γιατί ἦταν καὶ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν κύκλο τῶν γυναικῶν ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴν Θεοτόκο τὴν ὥρα ποὺ τοποθετοῦσαν τὸ Δεσποτικὸ σῶμα στὸν τάφο καὶ ἔβλεπε ποῦ ἔχει τοποθετηθεῖ, ὅπως ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος μᾶς ἀνέφεραν. Ὁ μὲν Ματθαῖος τὴν γνώριζε ἀπὸ τὰ παιδιά της, ὁ δὲ Μάρκος ἀπὸ τὸ ὄνομά της. Ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε τί ἐπακολούθησε, ἀπορεῖ σχετικὰ μὲ τὴν πέτρα· γιατί δικός της ἦταν ὁ λόγος· «Ποιός θὰ μᾶς κυλίσει τὴν πέτρα». Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Μαρίες, ἐπειδὴ πράγματι γνώριζαν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε ἀποκυλιστεῖ, λύνουν τὴν ἀπορία της μὲ τὸ γνέψιμο τῶν ματιῶν· «Καὶ ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια τους, βλέπουν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε κυλιστεῖ»· γιατί μὲ τὸ «ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια τους», δήλωσε τὸ δείξιμο μὲ τὸ γνέψιμο (νεῦμα) τῶν ὀφθαλμῶν. Φανερώνεται ἐπίσης καὶ τὸ μέγεθος τῆς πέτρας, ὅταν λέει· «ἦταν δὲ (ἡ πέτρα) πάρα πολὺ μεγάλη», καὶ ἀποδεικνύοντας ὅτι τὴν πέτρα δὲν τὴν κύλισαν τυμβωρύχοι καὶ κλέφτες, προσπαθώντας νὰ κλέψουν τὸ νεκρό, σύμφωνα μὲ τοὺς συκοφάντες ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν στὸν Πιλάτο· «Μήπως ἀφοῦ ἔλθουν οἱ μαθητές του κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, τὸν κλέψουν». Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ τάφος ἐκεῖνος ἦταν σπηλιὰ κατασκευασμένη μὲ ἀνθρώπινα χέρια, τῆς ὁποίας τὴν εἴσοδο ὁ Ἰωσὴφ εἶχε κλείσει μὲ τὴ μεγάλη ἐκείνη πέτρα, ποὺ τὴν ἔσυρε μὲ τὴν βοήθεια πολλῶν ἀνθρώπων, οὕτως ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ πολλοὺς εὔκολα νὰ μετακινηθεῖ. Ἐπιπλέον ἦταν σημαδεμένος καὶ μὲ τὶς σφραγίδες. Ἀλλὰ ἦταν ἀληθινὰ πάρα πολὺ μεγάλος αὐτὸς ποὺ εἶχε μετακινήσει τὴν πέτρα· γιατί τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸ «Ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη» νὰ τὸ ἐκλαμβάνεις καὶ ἔτσι.

«Οἱ Μυροφόρες ἀντικρύζουν τὸν λαμπροφορεμένο ἄγγελο»
(Μάρκ. ιϛ´ 5)

.           «Καὶ ὅταν μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕνα νέο μὲ λευκὴ στολὴ νὰ κάθεται στὰ δεξιά, καὶ τὶς κατέλαβε φόβος καὶ ἔκπληξη». Ὅταν εἶδαν οἱ γυναῖκες τὴν πέτρα μετατοπισμένη ἀπὸ τὸ ζωηφόρο μνῆμα, μπαίνουν ἀμέσως πρὸς τὰ μέσα· καὶ ὅταν ἀντίκρυσαν ἕνα ἀπροσδόκητο θέαμα ποὺ τὶς ἔφερε σὲ ἀμηχανία, τὶς κατέλαβε τρόμος καὶ ἔκπληξη, γιατί εἶδαν ἕνα λευκοφορεμένο νέο στὰ δεξιὰ τοῦ τάφου καὶ σάστισαν ἀπὸ τὴν ἐκπληκτικὴ μορφή του. Σημαίνει δὲ «θάμβος» κάποιο φόβο ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ ἕνα ἀσυνήθιστο θέαμα. Τὸ ὅτι ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὰ δεξιὰ τοῦ τάφου, ἦταν ἐνδεικτικὸ ἑνὸς αἴσιου γεγονότος καὶ μηνύματος. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Γαβριήλ, ὅταν ἀναγγέλλει στὸ Ζαχαρία τὴν εὐχάριστη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, παρουσιάζεται στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ θυσιαστηρίου. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ λευκὸ χρῶμα τῆς στολῆς (τοῦ ἀγγέλου), αὐτὸ φανερώνει τὴν λαμπρὴ καὶ ὁλοφώτεινη ἀνάσταση. Ἡ δὲ νεανικότητα τῆς ἀγγελικῆς μορφῆς φανέρωνε ὅτι ἡ μορφὴ τῶν ἀγγέλων βρίσκεται πάντοτε καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν ἄνθισή της. Γιατί τὰ θεῖα τὰ χαρακτηρίζει πάντοτε ἡ νεανικότητα, μιὰ καὶ δὲν συμμετέχουν στὴν διαδικασία τῆς γήρανσης καὶ βιώνουν τὴν θεϊκὴ μακαριότητα.

«Ὁ ἄγγελος ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ»
(Μάρκ. ιϛ´ 6-7)

.           «Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε·  μὴν τρομάζετε·  ξέρω ὅτι ψάχνετε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὸν ἐσταυρωμένο». Πρῶτα ὁ ἄγγελος καταπραΰνει τὸν φόβο, ἀπαλλάσσοντας τὶς γυναῖκες ἀπὸ τὸν τρόμο ποὺ εἶχε καταλάβει τὶς ψυχές τους. Ἔπειτα, ἐπειδὴ γνώριζε πολὺ καλὰ καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία εἶχαν πάει στὸ μνῆμα, τοὺς λέγει· «Ξέρω ὅτι ψάχνετε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, τὸν ἐσταυρωμένο». Ἀλλὰ γιὰ ποιό λόγο, ἀφοῦ ἄφησε τὶς ὑψηλὲς σκέψεις ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεό, μὲ τὶς ὁποῖες φανερώνεται ἡ Θεότητα τοῦ Λόγου, χρησιμοποίησε τὰ ταπεινὰ αὐτὰ λόγια; Ἴσως γιὰ νὰ ἀποδοκιμάσει τὶς σκέψεις τῶν γυναικῶν. Γιατί δὲν τὸν ἀντιμετώπιζαν ὁλοκληρωτικὰ ὡς Θεό. Ἐὰν συνέβαινε αὐτό, δὲν θὰ εἶχαν ἔλθει νὰ τὸν ἀλείψουν μὲ ἀρώματα. Αὐτὸ ποὺ τοὺς λέγει, σημαίνει τοῦτο· αὐτὸν ποὺ ἐσεῖς θεωρεῖτε ὡς ἁπλὸ ἄνθρωπο προσέχοντας μόνο ὅ,τι φαίνεται -δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, αὐτὸν ποὺ δέχθηκε σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὴν σωτηρία μας- αὐτὸς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶναι τέτοιου εἴδους, ὅπως τὸν θεωρεῖτε. Γιατί τὸ “ὧδε” πρέπει νὰ νοηθεῖ ὡς “οὕτως”, γιὰ νὰ σημαίνει: δὲν εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν θνητῶν κατὰ τέτοιο τρόπο, ποὺ ἐσεῖς νομίζετε. Γιατί ὑπῆρχε σὲ κάθε τόπο, χωρὶς νὰ περιορίζεται σ’ ἕνα τόπο ὡς Θεὸς ποὺ ἦταν καὶ κάλυπτε μὲ τὴν παρουσία του τὰ πάντα. Ὅταν πλέον τὶς μύησε στὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως, τὶς ἔστειλε στοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν ἀποστολὴ νὰ μεταφέρουν σ’ αὐτοὺς τὴν χαρούμενη εἴδηση.

«Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Πέτρου»
(Μάρκ. ιϛ´ 7)

«Πηγαίνετε καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο». Γιατί ἀφοῦ εἶπε· «πεῖτε στοὺς μαθητές του», προσέθεσε, «καὶ στὸν Πέτρο»; Ἐπειδὴ ὁ ἀκλόνητος ἐκεῖνος στύλος, ὅταν ταλαντεύτηκε γιὰ λίγο, ἀρνήθηκε τὸν Δεσπότη· ὅταν ὅμως κατανόησε τὴν πτώση του, ἔκλαψε πικρά. Καὶ τὴν συνείδησή του βασάνιζαν τέτοιου εἴδους τύψεις καὶ ἦταν ταραγμένος ἀπὸ τὴν λύπη κι ὁ νοῦς του ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἔννοιες, ἐπειδὴ δὲν γνώριζε ἂν τὸν συγχώρησε ὁ Θεός. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε αὐτὴ τὴν ἀμφιβολία, δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ συναριθμεῖται στὸν κύκλο τῶν ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ἀνέφερε τοὺς μαθητὲς ὁ ἄγγελος, προσθέτει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πέτρου, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ ὁ Πέτρος τὸ κέρδος ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσε, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων δὲν ἔχασε τὴν θέση του μεταξὺ τῶν μαθητῶν.

«Γιατί οἱ μυροφόρες ἀποσιωποῦν τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ;»
(Μάρκ. ιϛ´ 7-8)

.           Γιὰ νὰ γίνει πιστευτὴ ἡ ἀλήθεια τῆς ὀπτασίας καὶ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τὶς προτρέπει ὁ ἄγγελος νὰ ἀναγγείλουν τὴν εὐχάριστη εἴδηση, κάτι ποὺ μόνοι οἱ μαθητὲς γνώριζαν. Γιατί τοὺς λέει· «ὅτι πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴ Γαλιλαία· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς εἶπε.». Γιατί ὁ Σωτήρας εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς μαθητὲς πρὶν τὸ πάθος, ὅτι θὰ τὸν δοῦν στὴν Γαλιλαία μετὰ τὴν ἀνάστασή Του. Ἐκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ἐξετασθεῖ εἶναι τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: πῶς ὁ θεόπνευστος Λουκᾶς λέει ὅτι οἱ γυναῖκες ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς μαθητές; ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀνέφερε ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε νὰ τὰ ἀναγγείλει σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν μείνει μαζί Του καὶ ποὺ πενθοῦσαν καὶ ἔκλαιγαν; Ἐδῶ ὅμως ἀναφέρει: «ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα, καὶ δὲν εἶπαν σὲ κανέναν τίποτε, γιατί φοβόντουσαν». Οἱ μαθητές, ὅταν ἄκουσαν τὶς πρῶτες ὁράσεις τῶν γυναικῶν -τὶς ὁποῖες ἐξιστόρησαν ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Λουκᾶς- δὲν πίστεψαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐμφανίσθηκε στοὺς ἕνδεκα, ἐνῶ καθόντουσαν στὸ τραπέζι, ἔψεξε τὴν ἀπιστία τους. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἐπειδὴ οἱ γυναῖκες φοβόντουσαν, μὴ φανοῦν πάλι οἱ μαθητὲς ἄπιστοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ πρίν, ἀποσιωποῦν τὴν ἀποκάλυψη. Φοβόντουσαν μήπως γίνονταν αἰτία μεγαλύτερης καταδίκης γιὰ τοὺς μαθητές, ἀφοῦ γιὰ ὁράσεις ὁλοκάθαρες καὶ ἐπαναλαμβανόμενες δυσπιστοῦσαν.

«Οἱ μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως τῶν πιστῶν»
(Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)

.           Αὐτὲς λοιπὸν τὶς ἔνθεες καὶ μακάριες γυναῖκες, ἂς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς μὲ ζέση. Καὶ ἄλλος μὲν ἂς ἐπιδεικνύει ζῆλο μιμούμενος τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ ὅσον ἀφορᾶ στὴν πράξη. Καὶ ὅπως ἐκείνη ὅλη τὴν νύκτα παρέμενε μὲ εὐχαρίστηση στὸν τάφο, ἐρευνώντας ἀπὸ κοντὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἔτσι κι ἐκεῖνος ἂς ἐπιζητεῖ σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ τὴν ἀνάσταση τοῦ λόγου ποὺ βρίσκεται μέσα του πεθαμένος. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θέλει νὰ μιμηθεῖ τὴν Μαρία τοῦ Ἰακώβου, ἂς προσηλώνει τὸν νοῦ του στὸ θεωρητικὸ μέρος. Αὐτὸς ἂς ἀσχοληθεῖ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ μὲ τὴν μελέτη τῶν θείων ἐννοιῶν, καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ γνώση ἂς γεννήσει μέσα του τὸν λόγο καὶ ἂς καρπώνεται τὴν συγγένεια ποὺ ἔχουμε μὲ τὸν Θεὸ κατὰ χάρη. Γιατί ὁ Σωτήρας μας, μᾶς λέει· «Μητέρα καὶ ἀδελφοί μου εἶναι ὅσοι ἐφαρμόζουν τὸ θέλημά μου». Τέλος ἂς μιμηθεῖ τὴν Σαλώμη ἐκεῖνος ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἀναζήτηση τοῦ καλοῦ ἀποδείχθηκε ράθυμος στὴν νεανική του ἡλικία, γιατί ἦταν βυθισμένος στὸν ὕπνο τῆς ραθυμίας. Αὐτὸς λοιπόν, ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, δηλαδὴ ὅταν θὰ τὸν φωτίσει τὸ θεῖο φῶς, ἂς ἀποδιώξει τὴν ραθυμία καὶ ἂς συγκαταριθμήσει τὸν ἑαυτό του στὴν χορεία ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἐντρυφήσει στὸ ἀγαθό. Τὸ ὄνομα Σαλώμη ἑρμηνεύεται «εἰρηνικὴ» καὶ δηλώνει τὴν ἀγαθὴ ψυχὴ ποὺ νίκησε τὰ πάθη καὶ εἰρηνεύει, ὅσο μπορεῖ. Αὐτὲς λοιπὸν ἀφοῦ μιμηθοῦμε σχετικὰ μὲ τὴν γνώση τοῦ λόγου, ἂς ζητήσουμε ὁλοπρόθυμα, ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὅταν φωτιστεῖ δηλαδὴ τὸ ἡγεμονικὸ τῆς ψυχῆς μας, καὶ διασκορπιστεῖ σὰν τὸ σκοτάδι ἡ ἄγνοια τῶν λογισμῶν. Ἐὰν λοιπὸν συμπεριφερθοῦμε ἔτσι, θὰ δοῦμε τὴν καρδιά μας νὰ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν σκλήρυνσή της, σὰν νὰ σηκώνεται μία πέτρα. Ὅταν δὲ μαλακώσει ἡ καρδιά μας, θὰ φανεῖ σὲ μᾶς ὁ ἄγγελος, ἡ κίνηση δηλαδὴ τῆς συνειδήσεως, ποὺ θὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶχε νεκρωθεῖ μέσα μας. Ἂς γίνουμε λοιπὸν στοὺς ἄλλους διδάσκαλοι τοῦ καλοῦ, σὲ ὅσων ἡ ἀκοὴ πείθεται στὴν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων. Σὲ ὅσους ὅμως θεωροῦν ὅτι ἡ θεία διδασκαλία εἶναι ἀνοησίες, ἂς μὴν ποῦμε σὲ κανέναν τίποτα. Γιατί δὲν εἶναι θεμιτὸ νὰ ἀποκαλύπτουμε τὰ θεῖα μυστήρια στοὺς ἀπίστους, αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς ἀξιωθήκαμε νὰ δοῦμε. Ἔτσι θὰ ἀποφύγουμε καὶ ὁ λόγος νὰ εἶναι ἀνώφελος καὶ μεῖς νὰ γίνουμε γι’ αὐτοὺς αἴτιοι μεγαλύτερης καταδίκης. Καὶ ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, ποὺ μᾶς ζωοποίησε μὲ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, αὐτὸς ἂς μᾶς ἀναστήσει καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, κι ἂς μᾶς ἀξιώσει νὰ κληρονομήσουμε τὴν βασιλεία του. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ [2] «Ζητεῖτε ἐκεῖνον ποὺ ζητεῖ αὐτοὺς ποὺ τὸν ζητοῦν»

Λόγος Γρηγορίου, Πατριάρχου ντιοχείας,

«ες τς Μυροφόρους κα ες τν θεόσωμον ταφν το Κυρίου μν ησο Χριστοῦ,
κα ες τν ωσφ τν π ριμαθαίας
κα ες τν τριήμερον νάστασιν το Κυρίου μν ησο Χριστο
»

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 
«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 47 καὶ ἑξῆς.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/28/εἰς-τὰς-μυροφόρους-καὶ-εἰς-τὴν-θεόσ/

.         Ἔφθασε λοιπὸν γρήγορα στὸν δεσποτικὸν τάφον ὁ ἄγγελος. Δὲν ἐτόλμησε νὰ παρακούση τοῦ Κυρίου τὸ πρόσταγμα. Καὶ πρῶτα μέν, ὅταν ἔφθασε, ἐτίναξε συθέμελα τὴν γῆ γιὰ νὰ ξυπνήση τοὺς φύλακες, καὶ ἔχοντάς τους μάρτυρες νὰ τοὺς φανερώση τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὁποίαν ἦλθε. Κατόπιν, καθὼς αὐτοὶ ἐκοιτοῦσαν, ἐκύλισε τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ μνημείου καὶ ἐκάθισε ἐπάνω της καταγελώντας τὶς σιδερένιες σφραγίδες, καὶ βλέποντας ἐπιτιμητικῶς τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐνεπιστεύθησαν στὴν πέτρα τὴν ἀσφάλεια. «Ἦν δὲ ἡ μορφὴ αὐτοῦ ὡς ἀστραπή». Πράγματι, ὅπου δὲν ὑπάρχει νέφος ἁμαρτίας γιὰ νὰ σκιάση, ἐκεῖ ἡ λαμπρότης τῆς μορφῆς εἶναι πολλή. «Καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιῶν». Διότι εἶχε τὴν μορφὴ καὶ τὴν στολὴν ἀνταξία τῶν γεγονότων ποὺ ἔμελλε νὰ διακηρύξη. Ἐπειδὴ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ χαρμοσύνου γεγονότος νὰ εἶναι σὲ ὅλα του χαροποιός. Ἀφοῦ κατέπληξε ἀπὸ τὸν πολὺ φόβο τοὺς φύλακες καὶ σχεδὸν ἐνέκρωσε ὅλους τους παρόντες Ἰουδαίους, «γιατί φοβεῖστε», τοὺς ἔλεγε, «Φαρισαῖοι, γιατί τρέμετε καὶ πέσατε ὅλοι μὲ τὰ πρόσωπα κάτω σὰν νεκροί; Σ’ ἐμένα τὸν δοῦλο νεκροὶ καὶ στὸν Δεσπότη τολμηροί; Ἐγὼ ὁ στρατιώτης σᾶς ἐφάνηκα φοβερός, καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν Οὐρανῶν εὐκαταφρόνητος; Τὴν παρουσία ἑνὸς ἀγγέλου δὲν τὴν ἀντέχετε, καὶ πῶς ἐφανταστήκατε ὅτι θὰ ἀποδυναμώσετε τὴν ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ἀγγέλων; Ἀφοῦ δὲν εἶστε σὲ θέση νὰ ἐμποδίσετε ἐμένα τὸν οὐράνιον ἐργάτη νὰ μετακινήσω τὴν πέτρα, πῶς θὰ ἠμπορούσατε νὰ ἐμποδίσετε τὸν τεχνίτη ὅλης τῆς κτίσεως ποὺ θέλει νὰ ἀνακαινίση τὸν ναὸ τοῦ σώματός του; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐμποδίσετε τὸ δημιούργημα καὶ ἐπιχειρεῖτε νὰ ἀντισταθῆτε στὸν ποιητή; Ἀλλὰ σηκωθῆτε καὶ κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ὁ Πέτρος εἶναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁλιεῖς κλέβει μαζὶ μὲ ἐμένα τὸν νεκρό; Μήπως ἔχει ὁ Θεὸς ἀνάγκη βοηθοῦ; Μήπως χρειάζεται συνεργάτην ὁ Θεὸς Λόγος γιὰ τὴν ἀνάσταση τῆς ἰδικῆς του σαρκός;»
.         Αὐτὰ εἶπε στοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς φύλακες καί, ἀφήνοντάς τους νὰ σπαρταροῦν στὸ ἔδαφος, ἔστρεψε πρὸς τὶς γυναῖκες τὸ πρόσωπο. Καὶ πρῶτα μὲν τὶς ἄφησε νὰ ἀπολαύσουν ἕνα βλέμμα ἥμερο καὶ ἱλαρόν. Ἔπειτα ἀπέβαλε τὸν φόβο τῆς ψυχῆς τους φωνάζοντάς τους: «Μὴ φοβεῖσβε ὑμεῖς». Αὐτοὶ νὰ δειλιάσουν καὶ νὰ φοβηθοῦν, ἐπειδὴ εἶναι ἐχθροὶ καὶ πολεμοῦν. Σεῖς ὅμως μὴ φοβεῖσβε, ἀλλὰ νὰ σκιρτᾶτε καὶ νὰ χαίρετε, ἐπειδὴ οἱ πράξεις σας ἀξίζουν βραβεῖα. Σεῖς μὴ φοβεῖσθε. Ἀφοῦ σὲ μία Δεσποτείαν ἀνήκουμε, δοξάζουμε τὸν ἴδιο Κύριο. «Οδα τι ησον τν σταυρωμένον ζητετε». Δν επε «ησον τν νεκρόν». φο τότε δν ταν νεκρός, λλ «ησον τν σταυρωμένον», αὐτὸν ποὺ γιὰ σᾶς κατεφρόνησε τὴν αἰσχύνην τοῦ σταυροῦ. Ζητετε κενον πο ζητε ατος πο τν ζητον. «Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν». Ζητεῖτε αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἐγγὺς τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν». Γνωρίζω ὅτι τὸν Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε. «Οὐκ ἔστιν ὧδε», δὲν εἶναι ἐκεῖ ποὺ νομίζετε. Δὲν εἶναι ἐκεῖ ὅπου τὸν εἶχαν τοποθετήσει.
.         Τί λέγεις, ἄγγελε; Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ Δεσπότης μας καὶ Κύριος; Δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῶν δακρύων μας ἐδῶ; Ματαίως τὸν ἐπενθήσαμε; Ματαίως τοῦ προσεφέραμε αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στοὺς νεκρούς; Δὲν εἶναι ἐδῶ; Τὸν μετέφεραν πάλι κάπου ἀλλοῦ οἱ πονηροί; Ἐφθόνησαν καὶ τὴν ταφή του, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν φθονήσει τὴν ζωή του; Δὲν εἶναι ἐδῶ; Ἀλλὰ ποῦ εἶναι; Εἰπέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, γρήγορα. Στήριξε τὶς ψυχές μας ποὺ τρέμουν. Μὴ προσθέσης πένθος ἄλλο στὸ πένθος μας. Δεῖξε μας τὸν τόπο τοῦ νεκροῦ ποὺ ἀναζητοῦμε, ὥστε τρέχοντας γρήγορα ἐκεῖ νὰ ἀφήσωμε τὴν λύπη νὰ ξεχυθῆ ἀπὸ τὰ μάτια μας.
.         Καὶ ὁ ἄγγελος εἶπε: «Θέλετε νὰ μάθετε ποῦ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀναζητεῖτε καὶ πῶς ἀνέστη; Θὰ σᾶς διηγηθῶ ἐγώ, ἐπειδὴ γι’ αὐτὸ μὲ ἔστειλε σὲ σᾶς ὁ ἴδιος ὁ νεκρὸς ποὺ ζητεῖτε, γιὰ νὰ σᾶς διδάξω τὴν Ἀνάσταση, καὶ νὰ θεραπεύσω τὶς ψυχές σας καὶ τὰ δάκρυα νὰ σταματήσω καὶ νὰ σᾶς τονώσω εὐφραίνοντάς σας μὲ τὴν διήγηση. «Ἠγέρθη, καθὼς εἶπε». Ἀλήθευσε καὶ τώρα, ὅπως συνήθως, ἡ Ἀλήθεια, καὶ αὐτὰ ποὺ εἶπε μὲ τὰ λόγια, τὰ ἐξεπλήρωσε μὲ τὰ ἔργα. Ἡ ἀθάνατος θεότης του δὲν ἔπαψε νὰ ζῆ. Καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου τῆς σάρκας, τὸ θνητόν του σῶμα, κλείνοντας τοὺς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἐδέχθη τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου. «Ἀναπεςὼν γὰρ ἐκοιμήθη ὡς λέων» βασιλικῶς, ἐξέφυγε ὅμως καὶ ἐξῆλθε ἀπὸ ἐδῶ θεοπρεπῶς. Δὲν ἀντελήφθησαν οἱ φύλακες τὴν διέλευση ἐκείνου ποὺ ἐφρουροῦσαν. Διότι δὲν ἦσαν ἄξιοι αὐτὸν τὸν ὁποῖον ἐπολεμοῦσαν νὰ τὸν ἰδοῦν ἀναστημένο. Δὲν ἐμπόδισε ὁ τάφος τὴν Ἀνάσταση τοῦ Παντοδυνάμου. Δὲν κατέστη δυνατὸν στὸν θάνατο νὰ δέση αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχουν δέσει οἱ ἁμαρτίες. Ὑπεχώρησε χωρὶς νὰ θέλη ὁ τύραννος στὸν Βασιλέα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης ἔτρεμε ἀπὸ τὸν φόβο του. Οἱ θυρωροὶ τοῦ Ἅδου, πετώντας τὰ κλειδιὰ καὶ ἀνοίγοντας τὶς πύλες, δὲν ἐτόλμησαν νὰ εἰποῦν τίποτε σὲ κανέναν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀνεστήθησαν μαζί του. Ἀνέστη, λοιπόν, καθὼς εἶπε. Πῶς νὰ σᾶς διηγηθῶ τὰ ἀνέκφραστα; Πῶς νὰ κηρύξω αὐτὰ ποὺ νικοῦν κάθε λόγο καὶ νοῦ; Πῶς νὰ ἐξηγήσω τῆς Δεσποτικῆς Ἀναστάσεως τὸ μυστήριον; Καὶ ὁ Σταυρὸς μυστήριον εἶναι. Καὶ ὁ τριήμερός του θάνατος μυστήριον. Καὶ ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὸν Σωτήρα εἶναι μυστήρια. Διότι, πως γεννήθη «κεκλεισμένων τν θυρν» τς παρθενίας, τσι νέστη μ κλεισμένον τν τάφο. Κα πως γεννήθη πρωτότοκος π τν μητέρα μονογενς Υἱὸς το Θεο, τσι μ τν νάστασή του γινε πρωτότοκος τν νεκρν. πως, λοιπόν, δν λυσε τν παρθενία τς Παρθένου μητέρας μ τν γέννησή του, τσι δν λυσε τς σφραγίδες το μνήματος μ τν νάστασή του. Οὔτε λοιπὸν τὴν γέννησή του ἠμπορῶ σὲ λέξεις νὰ περιλάβω, οὔτε τὴν φυγὴ ἀπὸ τὸ μνῆμα νὰ καταλάβω. Βλέπω τὸν τόπο τῆς Ἀναστάσεως, καὶ προσκυνῶ τὴν Ἀνάσταση. Δν πολυεξετάζω τν νάσταση. Προσκυν τν τόπο το θαύματος, ν κα δν ντιλαμβάνομαι τν τρόπο το πράγματος. Αὐτὰ ποὺ βλέπω, ἐκεῖνα θέλω νὰ σᾶς ὑποδείξω. «Δετε, δετε τν τόπον που κειτο Κύριος». Γι’ ατ μετετόπισα τν λίθο. χι γι ν χαρίσω πύλη ξόδου στν ησο. Δν εχεν νάγκην π τν δική μου βοήθεια βοήθεια τν πάντων. πειδ κρογωνιαος λίθος, πρν ποκυλίσω τν λίθο, πως θέλησε, νεπήδησε. λλ τ καμα γι ν ξετάσετε σες τν τόπο, κα ν νυμνήσετε τν ναστημένο Χριστό. «Δετε δετε τν τόπο που κειτο Κύριος». δετε τώρα τν τόπον, κα σ λίγο θ δτε κα τν παράδοξο καρπ το τόπου. λτε ν δτε τν τόπον που διάβολος δέχθη τν καίρια πληγή. λτε ν δτε τν τόπο στν ποον γράφη τ συμβόλαιο τς δικς σας ναστάσεως. λτε ν δτε τν τόπο στν ποο πέθανεν θάνατος. λτε ν δτε τν τόπο στν ποον σπάρη σπορος κόκκος το σώματος κα βλάστησε τ πλούσιο στάχυ τς θανασίας. λτε ν δτε τν τόπο πο εναι πι εχάριστος π λους τοὺς παραδείσους. λτε ν δτε τν τόπο πο εναι λαμπρότερος π κάθε βασιλικ νυμφικ κοιτώνα. λτε ν δτε τν τάφο πο χωρς φων διακηρύττει το θαμμένου τν δύναμη. Σκύψετε ν δτε τ μνμα πο γινε πύλη τς φθάρτου ζως. Σκύψετε ν δτε τ σπήλαιον π τ ποο μεταφερθήκατε στν ορανό. Σταματῆστε τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα. Λέγετε στὸν θάνατο χορεύοντας: «Ποῦ σου θάνατε τὸ κεντρί; Ποῦ σου ἅδη τὸ νίκος;». «Καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε. Ἰδού, εἶπον ὑμῖν». Κοιτάξτε μὴν κρύψετε τὸ θαῦμα στὴν σιωπή. Δὲν εἶναι ἀκίνδυνος γιὰ τοὺς δούλους ἡ ἀποσιώπησις τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου. «Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης, ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ» ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν «καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν».
.         Τὶς γυναῖκες αὐτὲς προέτρεπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ τρέχουν πιὸ γρήγορα, λέγοντας μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου: «Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπὸ θέας, δεῦτε. Οὐ γὰρ λαὸς ἔστιν ἔχων σύνεσιν». Καθὼς λοιπὸν ἔτρεχαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες μὲ φόβον καὶ πόθον πολύν, καὶ συνηγωνίζοντο μεταξύ τους γιὰ τὴν ταχύτητα τῆς ὁδοιπορίας, ἀφοῦ ἡ κάθε μία ἤθελε νὰ φθάση πρώτη καὶ νὰ φέρη στοὺς Ἀποστόλους τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ τοὺς ἐνεπιστεύθησαν, ἔξαφνα τοὺς παρουσιάσθη ὁ Σωτήρ, ἐπισφραγίζοντας τὰ λόγια τοῦ ἀγγέλου μὲ τὴν σφραγίδα τῆς μορφῆς του. Καὶ ἀνεπτέρωσε τὶς ψυχὲς τοὺς λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Ἡ κατάκριτος Εὔα ἐδικαιώθη. Ὁ ἐξόριστος Ἀδὰμ ἀνεκλήθη. Ἡ ἀπόφασις ἔχει πλέον λυθῆ. Ὁ πονηρὸς ὄφις κατεπατήθη, ὁ διάβολος ἔχει πλέον καταπέσει, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου κατησχύνθησαν. Οἱ ἐχθροὶ κατετροπώθησαν. Οἱ Ἰουδαῖοι πενθοῦν ἀπαρηγόρητα. Οἱ Φαρισαῖοι θρηνοῦν γι’ αὐτὸ ποὺ ἐτόλμησαν. Ὁ σταυρὸς ἐφάνη συνήγορός μου. Ὁ τάφος ἔγινε μάρτυς τῆς δυνάμεώς μου. Ὁ θάνατος ὁμολογεῖ τὴν ἧττα του. Ὑπεγράφη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀθανασία. Μαζί μου ἀνεκαινίσθη ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων. Μαζὶ μὲ ἐμένα θὰ ξαναζήσουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀπέθαναν. Μαζὶ μὲ ἐμένα βασιλεύει αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον ἔχω ἑνωθῆ. Στὸ πρόσωπό μου ἐστεφανώθη ἡ εἰκόνα μου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς τριημέρου ταφῆς μου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ στέφανοι τῆς κατὰ τοῦ θανάτου νίκης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ βασιλικοὶ μαργαρίτες τῆς ἰδικῆς μου βασιλείας, τοὺς ὁποίους παίρνοντας ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου ἔφερα στοὺς ἐραστάς μου. Γιὰ ὅλα αὐτὰ λοιπὸν νὰ χαίρετε, νὰ χορεύετε, νὰ ἀγάλλεσθε, νὰ πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε νὰ τὰ ἀναγγείλετε στοὺς ἀδελφούς μου. Βλέπετε πόσον ἀμνησίκακος εἶμαι καὶ φιλάνθρωπος. Ὀνομάζω ἀδελφοὺς ἐκείνους ποὺ μὲ ἐγκατέλειψαν ἐπάνω στὸν σταυρό. Ἐπειδὴ γνωρίζω νὰ μακροθυμῶ, ὅταν ὑβρίζωμαι. Γνωρίζω νὰ ὑπομένω τὴν ἀχαριστία. Γνωρίζω νὰ ἀνέχωμαι τὶς ἀδυναμίες τῶν φίλων μου. Γνωρίζω νὰ ἐλεῶ καὶ νὰ δέχωμαι ὅσους ἁμαρτάνουν καὶ δακρύζουν γι’ αὐτό. «Ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοίς μου, ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται». Ἀναγγείλατε στοὺς μαθητάς μου τὰ μυστήρια ποὺ εἴδατε σεῖς. Γίνετε πρῶτες διδάσκαλοι τῶν διδασκάλων. Ἂς μάθη ὁ Πέτρος, ποὺ μὲ ἠρνήθη, ὅτι ἠμπορῶ καὶ γυναῖκες νὰ ἀναδείξω ἀποστόλους. Ἂς πορευθοῦν καὶ στὴν ἄλλη Γαλιλαία νὰ ἰδοῦν τὴν πτωχὴ λίμνην ἀπὸ τὴν ὁποία τοὺς ἁλίευσα. Γιὰ νὰ ἁλιεύσουν τοὺς ἰχθῦς τοὺς λογικούς. Ἂς ἰδοῦν τὴν λίμνην ἀπὸ τὴν ὁποία τοὺς μετέθεσα στὴν ἀνθρώπινη θάλασσα.
.         Αὐτὰ ἔλεγε στὶς γυναῖκες ὁ Κύριος. Αὐτὸς καὶ τώρα παρίσταται ἀοράτως στὴν κολυμβήθρα γιὰ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν. Αὐτὸς ἀγκαλιάζει τοὺς νεοφωτίστους ὡς φίλους καὶ ἀδελφοὺς καὶ τοὺς λέγει: Χαίρετε. Αὐτὸς γεμίζει μὲ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές τους. Αὐτὸς ἀποπλύνει τοὺς ἀκαθάρτους μὲ τὸ ὕδωρ τῆς χάριτος. Αὐτὸς χρίει ἐκείνους ποὺ ἀναγεννῶνται μὲ τὸ μύρον τοῦ Πνεύματος. Αὐτὸς παρέχει στοὺς δούλους του τὸ πνευματικὸ συμπόσιον. Αὐτὸς λέγει πρὸς ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς: «Λάβετε, φάγετε τὸν οὐράνιον ἄρτον. Λάβετε τὴν πηγὴν τῆς πλευρᾶς μου, ποὺ ἀντλεῖται συνεχῶς καὶ ποτὲ δὲν ἐξαντλεῖται. Ὅσοι πεινᾶτε, χορτάσετε. Ὅσοι διψᾶτε, μεθύσετε σωτήριον καὶ σώφρονα μέθη.» Ἀλλ᾽ ὦ Βασιλεῦ τῶν Οὐρανῶν, ποὺ κάθεσαι στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης ἐκεῖ ὑψηλά, ὁ Κύριος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, αὐτὸς ποὺ ὅπως θέλεις καθοδηγεῖς τὴν κτίση, ποὺ κυβερνᾶς μὲ καλωσύνη τὴν ἀνθρωπότητα, σὺ ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἡμέρα καὶ τὴν πανήγυριν αὐτή, ἐλέησόν μας, ὅπως ἐλέησες τὴν πόρνη, μὴ μᾶς ἀποδιώξης, ἐὰν μὲ τὸ θάρρος ποὺ ἔχουμε στὴν φιλανθρωπία σου τολμήσωμε μὲ χέρια ἁμαρτωλὰ νὰ κρατήσωμε τὸ ἅγιόν σου σῶμα ν παλι ποχ κα ο λαϊκο μεταλάμβαναν τ γιο σμα μ τ χέρια). Καὶ ὅπως δὲν ἀπεδίωξες ἐκείνην τὴν ἁμαρτωλόν, τὴν πόρνη ποὺ ἐκράτησε τὰ ἄχραντα πόδια σου, νὰ ἀνεχθῆς, σὲ παρακαλοῦμε, καὶ ἐμᾶς τοὺς ἀναξίους ποὺ σὲ κρατοῦμε, καὶ ὡς φιλάνθρωπος, περιποιήσου ὅλους ἐμᾶς, καὶ ὡς φιλάνθρωπος, σαγήνευσέ μας στὰ δίκτυα τοῦ φόβου σου. Ὅπως συνέλαβες τὸν τρισμακάριον Παῦλον ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἀνέδειξες Ἀπόστολο, ἀξίωσε καὶ ἐμᾶς νὰ ἐπιτελοῦμε μὲ καθαρὴ συνείδηση τὴν ἡμέρα τῆς τριημέρου καὶ ζωοποιοῦ Ἀναστάσεώς σου. Διότι σὺ εἶσαι ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν. «Καὶ σοὶ πρέπει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία σὺν τῷ Παναχράντῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: orp.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ καὶ γιατί δὲν ἀνετέθη στὶς γυναῖκες ἀποστολικὸ ἔργο (Ἁγ. Λουκᾶ Συμφερουπόλεως)

Ἁγίου Λουκᾶ  Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας 

Λόγος εἰς τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Λόγοι καὶ Ὁμιλίες», τόμ. Α´,
Ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Θεσσαλονίκη 

.         Στὰ τριάμιση τελευταῖα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν Αὐτὸς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς δικαιοσύνης καὶ ἔκανε ἀμέτρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχῶς οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Οἱ ἀπόστολοι τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος διάλεξε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ τὶς μυροφόρες. Καὶ μόνο τοὺς ἀποστόλους ἔστελνε ὁ Κύριος νὰ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο. Μόνο στοὺς ἀποστόλους ἔδωσε τὴν ἐξουσία νὰ διώχνουν τὰ δαιμόνια καὶ νὰ θεραπεύουν τοὺς ἀσθενεῖς. Οἱ μυροφόρες, ἂν καὶ δὲν τὶς ἀγαποῦσε ὁ Κύριος λιγότερο ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, δὲν ἔλαβαν ἀπ’ Αὐτὸν τέτοια χαρίσματα.
.         Πρέπει νὰ σκεφτοῦμε ποιοὶ εἶναι οἱ λόγοι ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἄλλη στάση κρατοῦσε ἀπέναντι στοὺς ἄνδρες καὶ ἄλλη ἀπέναντι στὶς γυναῖκες, τὰ δύο αὐτὰ φύλα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν μποροῦμε βέβαια νὰ δώσουμε μία ἐξαντλητικὴ ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Μποροῦμε ὅμως μὲ βάση ὄχι τὴν δική μας λογικὴ ἀλλὰ τὴν ἁγία Γραφὴ νὰ βροῦμε κάποια στοιχεῖα ποὺ θὰ βοηθήσουν τὴν σκέψη μας νὰ πάρει σωστὴ κατεύθυνση.
.        Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε, ἂν μποροῦσαν ἢ ὄχι οἱ γυναῖκες μὲ τὶς ἀσθενεῖς δυνάμεις τους νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου, τῶν διωγμῶν καὶ τῶν βασάνων ποὺ ὑπέφεραν οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν γι’ αὐτὸ τὸ θέμα πολλὲς μαρτυρίες καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς βίους τῶν ἀποστόλων. Ἂς ἀκούσουμε τί λέει ὁ Πρωτοκορυφαῖος καὶ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ὑπέστη γιὰ τὸ ὄνομά Του κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀποστολικοῦ του ἔργου: «Ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, τρὶς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθημερὸν ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα· ὀδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις ληστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις· ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῳ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι» (Β´ Κορ. ια´ 24-27).
.        Αὐτὰ ὑπέφερε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἂς θυμηθοῦμε τώρα τὸν βίο τοῦ Πρωτοκλήτου ἀποστόλου Ἀνδρέα. Ἦταν πολὺ δύσκολη ἡ ζωή του. Στὴν ἀρχὴ κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἰουδαία. Μετὰ πῆγε στὴν περιοχὴ τῆς Μαύρης θάλασσας, ἐπισκέφτηκε ὅλες τὶς σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις καὶ κήρυττε ἐκεῖ τὸν Χριστό. Στὴ Σινώπη οἱ εἰδωλολάτρες τὸν χτύπησαν μὲ ἀγριότητα καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς πόλεως. Ἐδῶ τοῦ φανερώθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τὸν θεράπευσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται κανέναν. Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας συνέχισε τὸν δρόμο καὶ ἀφοῦ πέρασε τὴν Ἀμπχαζία καὶ τὸν Καύκασο ἔφτασε στὴν Κριμαία.
.         Ναί, καὶ ἐδῶ κήρυττε ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅμως δὲν σταμάτησε ἐδῶ ἀλλὰ συνέχισε τὴν πορεία του. Ἀκολουθώντας τὸν ποταμὸ Δνείπερο ἔφτασε στὸν τόπο ὅπου σήμερα βρίσκεται ἡ μεγάλη καὶ ἡ ἁγία πόλη τοῦ Κιέβου. Ἐκεῖ στοὺς λόφους τοῦ Κιέβου ὕψωσε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ εἶπε: «Πιστέψτε με, ἐδῶ σ’ αὐτοὺς τοὺς λόφους θὰ λάμψει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη πόλη θὰ εἶναι ἐδῶ, θὰ κτίσει ὁ Κύριος στὸν τόπο αὐτὸ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ θὰ φωτίσει μὲ τὸ θεῖο Βάπτισμα ὅλη τὴν Ρωσικὴ γῆ».
.       Δὲν τελείωσε ὅμως στὸ Κίεβο ἡ περιοδεία του. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ προχώρησε στὸ βάθος τῆς ρωσικῆς γῆς καὶ ἔφτασε μέχρι τὴν βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστεῖτε τώρα πόσο δύσκολος ἦταν ὁ δρόμος του. Ἀπὸ δῶ γύρισε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου τελείωσε τὴν ζωὴ του πάνω στὸν σταυρό. Δὲν κάρφωσαν μὲ τὰ καρφιὰ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του ἀλλὰ τὰ ἔδεσαν μὲ σχοινὶ γιὰ νὰ ὑποφέρει πιὸ πολύ. Ἐπάνω στὸν σταυρὸ ὁ ἀπόστολος βρισκόταν τέσσερις μέρες καὶ τέσσερις νύχτες, ὑποφέροντας πολλὰ βάσανα καὶ δοξάζοντας τὸν Θεό.
.        Σκεφτεῖτε τώρα, ἂν θὰ μποροῦσαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες νὰ ἀντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους καὶ διωγμοὺς ποὺ ὑπέφεραν οἱ ἀπόστολοι. Σᾶς ἔχω πεῖ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι εἶχαν μαρτυρικὸ θάνατο καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τελείωσαν τὴν ζωή τους πάνω στὸν σταυρό. Θὰ μποροῦσαν οἱ γυναῖκες νὰ ἀντέξουν τέτοιους κόπους; Τέτοιους διωγμοὺς καὶ καταδιώξεις ποὺ ὑφίσταντο οἱ ἀπόστολοι; Μποροῦν νὰ συγκριθοῦν οἱ ἀσθενεῖς δυνάμεις μιᾶς γυναίκας μὲ τὴν δύναμη ποὺ εἶχε, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οἱ γυναῖκες εἶναι πιὸ ἀδύναμες ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀλλιῶς φερόταν στοὺς ἄνδρες καὶ ἀλλιῶς στὶς γυναῖκες. Δὲν θέλησε νὰ ἐπιφορτίσει τὶς μυροφόρες γυναῖκες μὲ τὸ βάρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου.
.       Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψη τοῦ νομίσματος. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἔχει μεγάλη σημασία. Ἀκοῦστε τί εἶπε ὁ μεγάλος προφήτης Μωϋσῆς στὸ πέμπτο βιβλίο τῆς Πεντατεύχου, στὸ Δευτερονόμιο: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐστιν πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. κβ´ 5). Μὴ νομίζετε ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιὰ καρναβάλια. Καὶ νὰ μὴν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀσήμαντος αὐτὸς ὁ σύντομος λόγος τοῦ προφήτη, ποὺ ἀναφέρεται στὸ γυναικεῖο ἔνδυμα. Ὁ λόγος αὐτὸς ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα καὶ θὰ ἤθελα νὰ τὸ καταλάβετε, διότι αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνέθεσε τὸ ἀποστολικὸ ἔργο μὲ τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους του στοὺς ἄνδρες ἀποστόλους καὶ ὄχι στὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ διάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν σὲ σχέση μὲ τὸν ρόλο καὶ τὴν ἀποστολὴ ποὺ ἔχει κάθε φύλο.
.        Ἐκεῖνοι οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν βιολογία, ξέρουν καλὰ ὅτι κάθε φυτὸ καὶ κάθε ζῶο ἀπὸ τὴν φύση τους, ἢ καλύτερα νὰ ποῦμε ἀπὸ τὸν Δημιουργό, εἶναι προορισμένα νὰ ζοῦν σὲ κάποιες συγκεκριμένες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες εἶναι διαφορετικὲς γιὰ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά. Αὐτὲς οἱ συνθῆκες προσδιορίζουν τὴν ζωὴ τους ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὴν δομὴ ποὺ ἔχει τὸ σῶμα τους.
.          Τώρα,  ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν ἄνθρωπο. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Καὶ εἶναι διαφορετικὴ ἡ δομὴ τοῦ σώματός τους. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ γυναίκα εἶναι πολὺ πιὸ ἀδύνατη ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Ὁ Θεὸς προόρισε τὴν γυναίκα γιὰ ἕνα συγκεκριμένο ἔργο. Τὴν γυναίκα, καὶ ὄχι τὸν ἄνδρα. Τὸ ἔργο αὐτὸ διαφέρει πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι προορισμένος ὁ ἄνδρας.
.          Τί εἶναι τὸ σημαντικότερο στὴν ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου; Ὅλα τὰ ἔργα ποῦ κάνει ὁ ἄνθρωπος ἔχουν γι’ αὐτὸν τὴν ἴδια σπουδαιότητα; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὅταν ἔπλασε ὁ Θεὸς τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τοὺς ἔδωσε τὴν πρώτη ἐντολή, πολὺ σύντομη καὶ πολὺ ἁπλή: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» (Γέν. α´ 28). Ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἐντολὴ τότε, πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ καὶ πολὺ βαθιά. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐντολή, τότε τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν ὀλιγάριθμο καὶ ἀδύναμο μπροστὰ στὴν φύση. Ξέρουμε ὅτι μόνο ἐκεῖνα τὰ κράτη θεωροῦνται ἰσχυρά, αὐτὰ ποὺ ἔχουν μεγάλο πληθυσμό.
.          Ἡ ἐντολή, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» δηλώνει τὴν σπουδαιότητα ποὺ ἔχει γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τὸ ἔργο αὐτό. Ἀδιαμφισβήτητα τὸν πρῶτο λόγο ἐδῶ ἔχει ἡ γυναίκα καὶ ὄχι ὁ ἄνδρας. Γιὰ τὴν γυναίκα τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ στὴν ζωή της. Αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐγὼ ἀλλὰ ἡ ἁγία Γραφή. Βέβαια δὲν εἶναι σωστὸ νὰ περιορίζουμε τὸ ρόλο τῆς γυναίκας στὴν τεκνογονία. Καὶ πιστεύω ὅτι κανένας ἄνθρωπος προσεκτικὸς καὶ πνευματικὰ καλλιεργημένος δὲν σκέφτεται ἔτσι.
.        Οἱ Γερμανοὶ λένε ὅτι ὅλος ὁ ρόλος καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς γυναίκας προσδιορίζονται ἀπὸ τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ροῦχα, κουζίνα, ἐκκλησία. Εἶναι ἀσέβεια νὰ λέμε καὶ νὰ σκεφτόμαστε ἔτσι καὶ νὰ προσβάλλουμε ὁλόκληρο τὸ γυναικεῖο φύλο. Γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ἂν ἡ γυναίκα ἔχει κάποια προσόντα, δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφήσει. Ἂν τῆς ἔδωσε ὁ Θεὸς βαθιὰ διάνοια, μπορεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἐπιστήμη ἢ τὴν λογοτεχνία. Ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μεγάλο λάθος καὶ εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ περιορίζουμε τὸ ρόλο τῆς γυναίκας στὴν τεκνογονία καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.
.         Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀφορᾶ σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Διότι εἶναι λίγες οἱ γυναῖκες ποὺ ἔχουν κάποιες ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες ἢ ταλέντα ἢ κλίση στὴν τέχνη, τὴν ἐπιστήμη ἢ τὴν φιλοσοφία. Οἱ περισσότερες ὡς τὸ σημαντικότερο ἔργο τους πρέπει νὰ βλέπουν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὶς προόρισε ὁ Κύριος. Τὸ νὰ γεννάει ἡ γυναίκα καὶ νὰ φροντίζει τὰ παιδιά της εἶναι ἔργο σπουδαιότατο. Καὶ εἶναι ἀπαράδεκτο νὰ ἀφήνει ἡ γυναίκα τὸ παιδί της χωρὶς φροντίδα. Καμμία ἄλλη γυναίκα δὲν μπορεῖ νὰ φροντίσει τὸ παιδί της ὅπως τὸ φροντίζει ἡ μητέρα του.
.         Ἐδῶ πολὺ μεγάλο ρόλο παίζει ἡ συγγένεια ἐξ αἵματος, τὴν ὁποία δὲν πρέπει νὰ τὴν παραβλέπουμε. Ἐπίσης καὶ τὸ μητρικὸ γάλα, τὶς ἰδιότητες τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν τὶς γνωρίζουμε καλά, ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν σωστὴ ἀνάπτυξη τοῦ παιδιοῦ. Καὶ ἕνα ἄλλο ἐξ ἴσου σημαντικὸ πράγμα: Τὴν ἀγάπη ποὺ προσφέρει ἡ μητέρα στὸ παιδί της δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ τὴν προσφέρει καμμία ἄλλη γυναίκα. Ἀλλοίμονο στὸ παιδὶ ποὺ τὸ μεγαλώνει μία ξένη γυναίκα καὶ ὄχι ἡ μητέρα του ἢ ποὺ μεγαλώνει σὲ κάποιο ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα. Ἀλίμονο στὴν γυναίκα ποὺ ἀρνεῖται τὸ παιδί της.
.          Ἀλλοίμονο καὶ σ’ αὐτὴ τὴν γυναίκα ποὺ παραβλέπει καὶ δὲν δίνει σημασία στὶς προτεραιότητες τοῦ φύλου της. Ἀλλοίμονο σ’ ἐκεῖνες τὶς γυναῖκες ποὺ περιφρονώντας τὴν ἀξιοπρέπειά τους προτιμοῦν νὰ φορᾶνε ἀνδρικὰ ροῦχα. Ἔχω ἀκούσει γιὰ μία ἀνόητη γυναίκα ποὺ κυκλοφοροῦσε στοὺς δρόμους ντυμένη μὲ ἀνδρικὸ κοστούμι. Ὅταν τὴν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι, μὲ ἀπέχθεια καὶ ἀγανάκτηση ἔστρεφαν τὸ βλέμμα τους. Δὲν καταλάβαινε ἡ καημένη ὅτι προσβάλλει μ’ αὐτὸ τὴν ἀξιοπρέπειά της.
.        Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ μὲ τὸν λόγο ποὺ ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐστιν πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. κβ´ 5). Βεβαίως δὲν θεωρεῖται βδέλυγμα κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ντυμένος μὲ ροῦχα τοῦ ἄλλου φύλου. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὀργὴ τοῦ Θεοῦ πάνω στὴν γυναίκα ἡ ὁποία γιὰ νὰ θρέψει τὰ μικρά της παιδιὰ δουλεύει ὡς σοβατζὴς καὶ εἶναι ἀναγκασμένη νὰ φοράει ἀνδρικὰ ροῦχα, γιὰ νὰ κάνει τὴν δουλειά της. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ τέτοιες περιπτώσεις. Ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ περιφρονοῦν τὸ δικό τους γυναικεῖο ἔνδυμα. Ἔχω δεῖ στὰ πανεπιστήμια πολλὲς καθηγήτριες ποὺ φορᾶνε ἀνδρικὰ ροῦχα. Αὐτὲς εἶναι βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὲς παραβαίνουν τὴν ἐντολὴ ποὺ τὶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό.
.            Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος δὲν κάλεσε τὶς μυροφόρες γυναῖκες νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο ποὺ προοριζόταν γιὰ τοὺς ἄνδρες. Καὶ γι’ αὐτὸ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τὶς γυναῖκες νὰ ἐκτιμοῦν καὶ νὰ σέβονται τὸ δικό τους γυναικεῖο φύλο, τὶς ἰδιότητες τῆς ψυχολογικῆς τους σύνθεσης ποὺ τὶς χάρισε ὁ Θεός. Ἂν ἔχετε ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, νὰ τὶς φυλάγετε μὲ μεγάλο σεβασμὸ καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Κύριο. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: pemptousia.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ «Μήπως ὁ παράδοξος αὐτὸς νεκρὸς ἦλθε νὰ κατασκοπεύση τοὺς νεκρούς;»

Λόγος Γρηγορίου, Πατριάρχου ντιοχείας,

«ες τς Μυροφόρους κα ες τν θεόσωμον ταφν το Κυρίου μν ησο Χριστοῦ,
κα ες τν ωσφ τν π ριμαθαίας
κα ες τν τριήμερον νάστασιν το Κυρίου μν ησο Χριστο
»

[Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 
«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 47 καὶ ἑξῆς.

.         Εἶναι ἐπαινετὸς καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μᾶς προετοιμάζει νὰ πανηγυρίζωμε τὴν ἀνάμνηση τοῦ ἀποθησαυρισμοῦ τοῦ Χριστοῦ στοὺς νεκρούς. Διότι ποῖος, ἀναλογιζόμενος τὸν ζωοποιὸν θάνατον τοῦ Σωτῆρος, δὲν θὰ θεωρήση ὅτι οἱ νεκροὶ μέσα στὶς θῆκες τους εἶναι ἐξαπλωμένοι σὰν σὲ σκηνές, περιμένοντας τὴν οὐράνιο σάλπιγγα, ἡ ὁποία θὰ καλῆ ὅλους μας πρὸς τὴν φοβερὰν ἡμέρα τῆς κρίσεως;
.         Ποῖος δέ, ἀποβλέποντας πρὸς ἐκεῖνον τὸν σωτήριο τάφο, δὲν πλησιάζει στοὺς τάφους σὰν σὲ θαλάμους ζωῆς; Ποῖος, πιστεύοντας ὅτι ὁ Κύριος ἔχει ἐγερθῆ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν συμπεριφέρεται μὲ τρόπο ποὺ φανερώνει ὅτι πρόκειται νὰ ἀναστηθῆ καὶ ὁ ἴδιος, ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἀνάσταση διὰ μέσου Ἐκείνου;
.         Ἐπειδὴ λοιπόν, ὑπακούοντας στὸν καλὸ νόμο τῆς Ἐκκλησίας, σεῖς ποὺ εὑρίσκεσθε σὲ ἐγρήγορση, ἐτρέξατε πρὸς αὐτοὺς ποὺ κοιμοῦνται στοὺς τάφους, καὶ ὁ τόπος σᾶς στενοχωρεῖ, ὁ πόθος ὅμως σᾶς χαροποιεῖ, ἐπειδὴ εἶσθε τόσοι πολλοὶ καὶ ἔχετε συμπτυχθῆ σὰν τὸ σταφύλι, γι’ αὐτὸ ἀκοῦστε, ὅπως ποθεῖτε, γιὰ τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ κάποιος νὰ τὸ μάθη, κανεὶς ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κατέχη.
.         Ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενής, ἀπὸ ἰδικήν του πρωτοβουλία, χωρὶς νὰ ἀναγκασθῆ ἀπὸ κάποιον, ἀφοῦ ἀνέβη στὸν Σταυρό, καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια, ἀπεκατέστησε τὴν δικαιοσύνη ὑπὲρ ὅλης τῆς κτίσεως, κατετρόπωσε δὲ ὅλες τὶς ἀόρατες καὶ πονηρὲς δυνάμεις μὲ τὸ Πάθος στὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ σῶμα του, ἠθέλησε νὰ γευθῆ ἡ ἁγία του σάρκα τὴν τριήμερο νέκρωση πρὸς χάριν ὅλης τῆς φύσεως, γιὰ νὰ χαρίση διὰ μέσου αὐτῆς στὸ νεκρωμένο γένος τὴν ἀθανασία. Καὶ μάλιστα, ἀφοῦ ἔγειρε τὴν ἁγία κεφαλή του, διέταξε σὰν δοῦλο τὸν θάνατο νὰ προσέλθη στὴν σάρκα. Ἔφθασε ἀμέσως ὡς δοῦλος ὁ θάνατος, ὑπηρετώντας τὸ δεσποτικὸν πρόσταγμα, ὡς καὶ ἐπερχόμενος ἐκράτησε τὸ σῶμα ποὺ τοῦ ἐπετράπη νὰ λάβη. Ὅταν δὲ ἐκρατήθη ἀπὸ τὸν θάνατο τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ φοβερὸ γιὰ τὰ Χερουβὶμ καὶ φρικτὸ γιὰ τὰ Σεραφίμ, ὅπως ἠθέλησε ὁ Κύριος τοῦ σώματος, ἔτρεξε ἡ ψυχὴ τοῦ Σωτῆρος νὰ εὐαγγελισθῆ στὶς ψυχὲς τὴν ἀπολύτρωσή τους. Ἡ δὲ Θεότης του ἔμενε καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, διότι δὲν ἐχωρίσθη κατ’ οὐδένα τόπο καὶ τρόπον ἡ θεότης ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα μετὰ τὴν ἕνωσή τους. Ἀλλὰ καὶ στοὺς οὐρανοὺς ἦταν καὶ στὸν τάφο παρευρίσκετο, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῆ καθόλου, διατηρώντας ἄφθαρτο τὴν περιβολήν της. Μετὰ τὴν φρικτὴν αὐτὴν οἰκονομία, κάποιος εὐγενὴς καὶ πλούσιος ἄνδρας, ὁ Ἰωσὴφ ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία καὶ εἶχε γίνει μαθητὴς τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀποδίδοντας τὸ τελευταῖο χρέος μετὰ τὴν τελευτὴ στὸν διδάσκαλό του, παρουσιάσθη στὸν Πιλάτο παρακαλώντας τον καὶ λέγοντας: γιὰ ἕναν νεκρὸ κάμω αὐτὴ τὴν παράκληση, ἀπὸ τοὺς μὲν ἐχθροὺς συκοφαντημένον, ἀπὸ δὲ τοὺς φίλους ἐγκαταλελειμμένον στὸν καιρὸ τοῦ πάθους. Γιὰ ἕνα νεκρὸν ἱκετεύω, ποὺ δὲν ἔχει ἀποκτήσει οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσήμι οὔτε στρατιῶτες οὔτε συμμάχους οὔτε σωματοφύλακες, παρὰ μόνον μία φτωχὴ μητέρα, ἡ ὁποία ἐπλούτισε μὲ τὸν τοκετό της. Γιὰ ἕνα νεκρὸ πρεσβεύω ποὺ μὲ τὴν θέλησή του ἀπέθανε. Ἐπειδὴ ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ εἶχε ἀποθάνει. Ἂς κατεβῆ λοιπὸν ἀπὸ τὸν σταυρὸ αὐτὸς ποὺ σὲ τίποτε κανέναν δὲν ἠδίκησε, ἀλλὰ ἀντιθέτως μυριάδες μὲ εὐεργεσίες εἶχε τιμήσει. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο ποὺ θὰ κάνη εὐτυχῆ ἐμένα ποὺ θὰ τὸ δεχθῶ. Δώρησέ μου τοῦτον τὸν ζωοποιὸ νεκρό, καὶ ἐγὼ παίρνοντάς Τον, νὰ τὸν καλύψω στὴν γῆ. Δώρησέ μου τὸ τρισμακάριο σῶμα, τοῦ ὁποίου τὸν θάνατο ἐπένθησεν ἡ κτίσις. Δώρησέ μου τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχίσθηκαν οἱ πέτρες, ἐκδηλώνοντας μὲ τὸ ρῆγμα τὸ πένθος τους. Νὰ καταφιλήσω τὰ τραύματα τῶν ἁγίων χειρῶν, ἀπὸ τὰ ὁποία ἐθεραπεύθησαν τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μας. Νὰ ψηλαφήσω ἐκείνην τὴν ἄχραντο πλευράν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήγασεν αἷμα μυστικὸ καὶ ὕδωρ ἀναγεννήσεως. Νὰ ἐνταφιάσουν τὰ χέρια αὐτὰ ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ λύση τοῦ θανάτου τὰ σπάργανα. Νὰ κηδεύσουν τὰ ἁμαρτωλὰ τοῦτα δάκτυλα ἐκεῖνον ποὺ ἔπραξε καὶ ἐδίδαξε κάθε δικαιοσύνην. Νὰ ἀγγίσω τὴν ἀναμάρτητο σάρκα, ποὺ τρισμακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν ἀγγίζει μὲ πίστη. Νὰ ὁδηγήσω στὸ μνῆμα αὐτὸν ποὺ θὰ ἀνοίξη τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν. Νὰ δώσω σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωή, τὴν πηγὴ τῆς Ἀναστάσεως. Νὰ ἀνάψω καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ κρατεῖ ὁ Ἅδης τὸν λύχνο τῆς Ἀναστάσεως.
.         Αὐτὰ ἔλεγε ὁ Ἰωσὴφ εὐσεβῶς, καὶ ὁ Πιλάτος ὑπήκουσεν εὐμενῶς, ἐπειδὴ ἡ θεία δύναμις τοῦ ζητουμένου νεκροῦ ἐνεργοῦσε στοὺς ἁρμοδίους θεοπρεπῶς, καὶ ἐμάλαξε τὴν ψυχὴ τοῦ Πιλάτου, ὥστε νὰ ὑπακούση. Καὶ ἀμέσως ὁ πρεσβευτὴς ἀπεδείχθη ἐνταφιαστής. Διότι παίρνοντας τὸ σῶμα ποὺ ἐποθοῦσε, τὸ ἐνηγκαλίζετο καὶ τὸ ἠσπάζετο, καὶ προσήρμοζε τὰ χείλη στὰ ἅγια μέλη, σκεπτόμενος μέσα του ὅτι «ἐὰν ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἀγγίζοντας τὸ ἱμάτιό του μὲ πίστη, κατεξήρανε τοῦ αἵματος τὴν πηγή, ἐγὼ ποὺ πιάνω αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ θεῖον σῶμα, δωρεὲς δὲν θὰ ἐπιτύχω;». Ἔπειτα, τυλίγοντας μὲ καθαρὰ σινδόνα τὸν καθαρὸ μαργαρίτη, τὸν ἀπέθεσε στὸ ἰδικό του καινούργιο μνῆμα, καὶ τοποθετώντας μία πέτρα στὸ στόμιο τοῦ τάφου, γεμάτος δάκρυα, ἐπέστρεψε, γυρίζοντας συχνὰ πυκνὰ πρὸς τὸν τάφο καὶ θρηνώντας τοῦ διδασκάλου τὴν στέρηση.
.         Ἀλλὰ ἔφθασε τοῦ Ἰωσὴφ τὴν εὐσέβεια τῶν Ἰουδαίων ἡ ἀσέβεια. Ἐπειδὴ πάλιν οἱ θεομάχοι συνεκεντρώθησαν τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καὶ προσῆλθαν στὸν Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος ἔτι ζῶν εἶπε: μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας. Μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτός, κλέψωσιν αὐτόν, καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν. Καὶ ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης». Τί λὲς ἐσὺ πλάνε καὶ παράνομε Ἰουδαῖε; Ἦταν πλάνος αὐτὸς ποὺ ἐθεράπευσε τοὺς ὁμοεθνεῖς σου λεπρούς; Ἦταν πλάνος αὐτὸς ποὺ ἀπήλλαξε τοὺς τυφλοὺς πατριῶτες σου ἀπὸ τὴν νύκτα ποὺ εἶχε γεννηθῆ μαζί τους; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐλευθέρωσε τοὺς δαιμονιζομένους ἀπὸ τὴν μανία τῶν δαιμόνων; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ στὴν ἔρημο σοῦ προσέφερε γεῦμα χωρὶς καμμία καλλιέργεια; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐκάλεσε τὸν Λάζαρο νὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὸν τάφο, καὶ μὲ τὸν λόγο του ἐξύπνησε τὸν νεκρὸ σὰν νὰ κοιμόταν; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; καὶ ποῖος ἄλλος εἶναι ἀληθινός; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; Γιατί λοιπὸν φοβεῖσαι αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ πλάνος; Πλάνος ἦταν; Καὶ φοβεῖσαι τοῦ νεκροῦ τὴν φωνή; Ἀλήθεια, μήπως εἶπε κάτι γιὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε; Μήπως πιστεύεις αὐτὰ ποὺ προεῖπε; Γιατί λοιπὸν ἀδίκως ταλαιπωρεῖσαι γιὰ τὴν ἔκβαση; Σὰν λοιπὸν δὲν ἀναστηθῆ ὁ νεκρός, γιὰ τὸν ὁποῖο μεριμνᾶς, τότε εἶναι πλάνος, ὅπως βλασφημεῖς.
.         Τί τοὺς ἀπεκρίθη λοιπὸν ὁ Πιλάτος; «Ἔχετε κουστωδίαν. Ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε». Ἐὰν γιὰ τὸν ἀντίθεο καὶ παράνομο, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖτε, τόσο πολὺ ἔχετε φρίξει. Ἐὰν ἐσεῖς οἱ ζωντανοὶ φοβῆσθε τόσο τὸν νεκρό, φρουρὰ ἔχετε, στρατιῶτες ἔχετε. Ἐκστρατεῦστε οἱ πολλοὶ κατὰ τοῦ ἑνός. Ἀσφαλίστε τὸν νεκρὸ ποὺ τόσο φοβεῖσθε, ὅπως γνωρίζετε. Θέλετε νὰ σφραγίσετε τὸν τάφο; Σφραγίστε τον. Θέλετε νὰ τὸν περιβάλετε μὲ σιδερένιες ἁλυσίδες; Κάντε το κι αὐτό. Μὴν εἰπῆτε ὕστερα: ἐὰν μᾶς ἄφηνες νὰ φρουρήσωμε τὸν τάφο δὲν θὰ ἐχάναμε τὸν νεκρό. Πηγαίνετε, ἀσφαλίστε τον, ὅπως γνωρίζετε. Ἂν φανῆ ἐκεῖ ὁ Πέτρος, θανατῶστε τον μὲ τὰ ὅπλα σας. Ἂν ἔλθη κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Ναζωραίου, σηκωθῆτε ἀμέσως καὶ σκοτῶστε τον. Ἐπιμείνετε νὰ τὸν φυλάσσετε μὲ προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια, μὴν κατορθώση κάποιος ὕποπτος νὰ κλέψη τὸν ἐχθρό σας.
.         Μὲ τέτοια λόγια καὶ ὅπλα καὶ στρατιῶτες ἐφοδιασμένοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σωτῆρος, ἔφθασαν μὲ πολλὴν προθυμία καὶ μανία στὸν τάφο, καὶ βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στὸ μνῆμα ἐκάθισαν ἐκεῖ καὶ τὸν «φρουροῦσαν ἐπὶ τόσον χρόνον ὅσον ἠθέλησε ὁ φυλαττόμενος ἀπὸ αὐτούς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασε ἡ δεύτερη ἡμέρα. Καὶ τὴν μὲν πρώτην ἡμέρα ὁ θάνατος ἀναμασοῦσε τὸ θήραμά του, καὶ θέλοντας νὰ τὸ δαγκώση μὲ τὰ δόντια τῆς διαφθορᾶς του, ἐστάθη ἀδύνατον. Καὶ πάλι τὴν δεύτερη ἡμέρα ἠθέλησε νὰ τὸ φάγη, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε. Ἀποροῦσε λοιπὸν μόνος του καὶ ὅπως ἦταν φυσικό, τοιαῦτα διελογίζετο μέσα του: «Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ἀκαταμάχητος καὶ παράδοξος νεκρός; Ποῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐνεκρώθη σύμφωνα μὲ τὸν φυσικὸ νόμο καὶ μένει ἄφθαρτος ξεπερνώντας τὸν νόμο; Θεὸς δὲν εἶναι, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἀπέθαινε, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἀσώματος. Ἄγγελος δὲν εἶναι, ἀφοῦ ἔχει ἀνθρώπινη μορφή. Ὑπέκυψε σὲ μένα, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλὰ δὲν ὑποκύπτει ὅπως ὁ Ἀδὰμ στὴν φθορά. Σὰν ἄνθρωπος ὑπεχώρησε ἐνώπιόν μου, ἀλλὰ δὲν ἀνέχεται νὰ πάθη ὅσα παθαίνουν οἱ θνητοί. Ἡ σάρκα του ἀποδεικνύεται ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν διαφθορά. Κανένας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς στοὺς ὁποίους ἔχω βασιλεύσει τόσους αἰῶνες, δὲν ἐφάνη ἐδῶ μὲ σῶμα ὅπως αὐτό. Ἄραγε μήπως τὸ σῶμα αὐτὸ εἶναι ἔνδυμα τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ μασήσω; Ἄραγε μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ σκηνὴ τοῦ Λόγου; Ἄραγε μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ ναὸς ἐκείνου ποὺ εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν»; Ἄραγε μήπως τὸ νὰ μένη ἀδιάφθορος σημαίνη ὅτι πρόκειται νὰ ἀναστηθῆ; Ἄραγε μήπως παράδοξος ατς νεκρς λθε ν κατασκοπεύση τος νεκρούς; Ἄραγε μήπως λάβη καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἀπὸ παλαιὰ ἔχω καταπιεῖ καὶ τοὺς ἀνεβάση ἐκεῖ ἐπάνω μαζί του; Ἄραγε μήπως, ὅπως ὁ Ἰωνᾶς στὴν κοιλία τοῦ κήτους ἔζησε χωρὶς νὰ κινδυνεύση, ἔτσι καὶ αὐτὸς μένη ἐδῶ σὲ μένα περιμένοντας τὴν τρίτην ἡμέρα, γιὰ νὰ ἀναστηθῆ πρῶτος αὐτὸς καὶ νὰ ἀνοίξη καὶ στοὺς ἄλλους νεκροὺς τὸν δρόμο; Αὐτὰ ἔλεγε ὁ θάνατος, ὄχι μὲ λόγια, ἀφοῦ ὁμιλοῦσαν τὰ γεγονότα.
.         Ἐνῶ συνέβαιναν αὐτά, καὶ οἱ φύλακες τῶν Ἰουδαίων ἦσαν καθισμένοι κοντὰ στὸ μνῆμα, «ὀψὲ Σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον». Ὢ παράξενα καὶ παράδοξα θαύματα! Ὁ Πέτρος, ὁ πρῶτος στρατηγὸς τοῦ Χριστοῦ, ἐφοβήθη τὴν γλώσσα τῆς παιδίσκης καὶ ἠρνήθη ζωντανὸν τὸν Κύριόν του, καὶ γυναῖκες τόσο ἀδύνατες καὶ δειλὲς ἦλθαν νὰ τιμήσουν νεκρὸ τὸν διδάσκαλό τους. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο. Διότι δὲν εἶχαν ἀκόμη πιστεύσει ὅτι θὰ ἀναστηθῆ. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο, ὥστε νὰ παρηγορήσουν λίγο τὴν λύπη τους μὲ τὴν θέα τοῦ μνήματος. Διότι τάφος γνωρίζει ν παρηγορ τς πονεμένες ψυχς μ τὴν θέα του, καθς κα τ δάκρυ ταν ρχεται. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο, καὶ πλησίαζαν μέν, ὄχι ὅμως ὅσο ἐποθοῦσαν, γιὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Πότε πότε ἐπλησίαζαν κοντύτερα καὶ κρυφά. Ἔρραιναν τὸν τάφο μὲ μύρα καὶ πάλιν ἀναχωροῦσαν χωρὶς νὰ γίνουν ἀντιληπτές. Ἐστέκοντο ἔτσι ἀπὸ μακρυά, καὶ ἀτενίζοντας τὸν τάφο μὲ μάτια δακρυσμένα, μὲ στεναγμοὺς καὶ ὀδυρμούς, ἐνόμιζαν ὅτι ὑπηρετοῦν τὸν Κύριο. Κάπου κάπου κατηγοροῦσαν καὶ τοὺς Ἰουδαίους μὲ σιγανὴ φωνή, λέγοντας ἡ μία στὴν ἄλλη, ὅπως εἶναι φυσικό: «Πῶς ἐτόλμησαν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐναντίον τοιούτου Δεσπότου, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμία δικαία κατηγορίαν ἐναντίον του; Πῶς δὲν ἔφριξαν καρφώνοντάς τον στὸν Σταυρό; Αὐτὸν τὸν ὁποῖο βλέποντας ὁ ἥλιος νὰ σταυρώνεται ἔφυγε; Πῶς δὲν ἐφοβήθησαν νὰ παραδώσουν στὸν θάνατο αὐτὸν ποὺ τίποτε ἄξιον θανάτου δὲν ἔπραξε; Πῶς δὲν ἐχόρτασαν τὴν ὠμότητά τους οὔτε μετὰ τὸν θάνατο, ποὺ μάταια τὸν προεκάλεσαν; Ἔστω, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε, τὸν εἶχαν τόση μανία. Γιατί ὅμως καὶ μετὰ τὸν θάνατο προσεδρεύουν στὸ μνῆμα, ἐμποδίζοντας καὶ τοὺς εὐεργετημένους νὰ εἰσέλθουν καὶ μὲ θάρρος νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο, καὶ νὰ τοῦ ἀποδώσουν μὲ τὰ δάκρυα μικρὰν ἀμοιβὴ γιὰ τὴν χάρη ποὺ ὁ καθένας ἔλαβε;»
.         Μὲ παρομοίους ὀδυρμοὺς ἐπενθοῦσαν οἱ γυναῖκες σὰν νεκρὸ τὸν Χριστόν, ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν φυλάκων καὶ ἀφήνοντας τὸν τάφο σφραγισμένο, μὲ ἕνα ἅλμα εὑρέθη ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ὅπως μόνος Αὐτὸς γνωρίζει, καὶ ἔστειλε ἕναν ἄγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αὐτὲς τὶς γυναῖκες τὶς ἀνδρεῖες καὶ πιστές, ποὺ πενθοῦν καὶ μὲ νομίζουν ἀκόμη νεκρό, καὶ πληροφόρησά τες ὅτι ἐνίκησα τὸν θάνατο καί, ὅπως βλέπεις, ζῶ. Μετάβαλε τὴν σκυθρωπότητά τους σὲ φαιδρότητα. Μετακίνησε μὲ τὸ χέρι σου τὸν λίθο, τὸν ὁποῖον ἠσφάλισαν πολλὰ χέρια μαζί. Πεῖσε τες πόσα ἠμπορεῖ ἕνας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλέως, ἐναντίον πολλῶν ἀνόμων στρατιωτῶν ἑνὸς τυράννου. Εἰσάγαγε τὶς γυναῖκες στὸν θάλαμο τοῦ τάφου, ὥστε ἐρευνώντας τὸν τόπο ὅπου μὲ τὴν θέλησή μου εἶχα τοποθετηθῆ νεκρός, νὰ ἀνυμνήσουν τὴν δύναμή μου. Νὰ φανῆς καὶ στοὺς φύλακες τοῦ μνήματος φοβερός, καὶ κατάπληξέ τους ὅλους μὲ τὴν ὄψη σου, γιὰ νὰ μάθουν ἀπὸ τὴν δύναμή σου ὅτι ὄχι ἀπὸ ἀδυναμία, ἀλλὰ ἀπὸ φιλανθρωπίαν ὑπέμεινα τὸ θράσος τους. Σὺ νὰ προπορευθῆς ἀναγγέλλοντας τὸν βασιλικὸ θρίαμβο, καὶ ἐγώ, ἐρχόμενος μαζί σου, θὰ σαλεύσω πάλι τὴν γῆ, γιὰ νὰ γίνη ὁ σεισμὸς συνήγορος τῆς ἀναγγελίας σου.»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

Ὁ Ἀναστὰς καὶ οἱ Μυροφόρες

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 83-86

 «ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»
(Μάρκ. ιϛ´ 1 )

.            Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν Μυροφόρων γυναικῶν «λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς Σαββάτων» στὸ μνημεῖο, τὴν συνάντησι μὲ τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν πληροφορία ὅτι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε». Δὲν περιγράφεται ἐδῶ ἡ συνάντησι τῶν Μυροφόρων μὲ τὸν Κύριο, ὅμως γνωρίζουμε καλὰ ὅτι οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὄχι μόνο ἀξιώθηκαν τῆς ἀγγελικῆς ὀπτασίας καὶ πληροφορήθηκαν πρῶτες αὐτὲς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Ἀναστάντα Χριστό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγάλης σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Γι’ αὐτὸ στὸ πρόσωπο τῶν Μυροφόρων τιμᾶται ἡ γυναικεία φύση καὶ γενικὰ ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες

.            Προξενεῖ θαυμασμὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Νικητοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, καὶ τοῦ θανάτου, ἔγινε στὶς γυναῖκες καὶ ὄχι στοὺς μαθητάς. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει τὴν ἐξήγησί του.
.            Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀναζώωσι, ἡ ἀνάπλασι καὶ ἡ πρὸς τὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατη ἐπανέλευσι τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου εἶχε ἐπανέλθη στὴν γῆ. Ὅπως τὸν Ἀδὰμ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν δημιουργήθηκε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τότε ἄλλος, παρὰ μόνο ἡ Εὔα (πρώτη) μετὰ τὴν δημιουργία της, ἔτσι καὶ τώρα τὸν νέο Ἀδάμ, τὸν Χριστὸ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν ἀναστήθηκε. Μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του πρώτη τὸν εἶδε γυναίκα.
.            Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψι αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πατερικὴ ἑρμηνεία, ποὺ βρίσκει συσχετισμὸ μεταξὺ τῆς Εὔας καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ἡ γυναίκα (Εὔα) ἀφοῦ συνομίλησε μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἔπεσε καὶ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς πτώσεως στὸν Ἀδάμ. Τώρα οἱ γυναῖκες (Μυροφόρες) ἀφοῦ συνομίλησαν μὲ τὸν ἄγγελο καὶ κατόπιν εἶδαν τὸν Χριστό, ἔφεραν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἄνδρας (στοὺς μαθητάς). Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς γυνακείας φύσεως. Καταργεῖται ἡ διαίρεσι καὶ ἡ ἀπόδοσι τῆς εὐθύνης στὴν γυναίκα γιὰ τὴν πτῶσι. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς γυναικείας φύσεως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γέννησί Του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν ὁποία περίμεναν ὅλοι οἱ αἰῶνες.
.            Ἡ γυναίκα μέσα στὴν Ἐκκλησία παύει νὰ εἶναι μία ἁπλὴ βιολογικὴ ὕπαρξι καὶ γίνεται πρόσωπο, πνευματικὴ ὕπαρξι, ποὺ θεώνεται. Βέβαια ἀκόμη ὑπάρχει ἡ βιολογικὴ διαφορὰ τοῦ φύλου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ θὰ καταργηθῆ στὴν κοινὴ Ἀνάστασι. Τότε θὰ παραμείνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἑπομένως γιὰ τὴν σωτηρία δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». (Γαλ. γ´ 28). Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐπαναστατικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό. Δημιουργεῖ μία μεγάλη ἐπανάστασι μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι. Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἀνακαίνισε τὰ πάντα.

Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας

.            Μὲ τὴν πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Ἀναστάντος στὶς γυναῖκες τιμήθηκε καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Οἱ Μυροφόρες δὲν ὑπελόγισαν τίποτε, οὔτε τὴν ἔχθρα τοῦ λαοῦ, οὔτε τὴν δύναμι τῶν στρατιωτῶν, οὔτε τὴν νύχτα. Ἔκαναν μία ἠρωϊκὴ ἔξοδο καὶ ἦλθαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ προσφέρουν ἀρώματα στὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπό τους τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὑγιὴς ἔκφρασι τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ ἐκδηλώνεται ὄχι μὲ βόμβες, ποὺ καταστρέφουν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἱλαρότητα, πραότητα (μύρα καὶ δάκρυα) ποὺ οἰκοδομοῦν. Τύφλα ν χουν ο σύγχρονοι ναρχικο κα ο σύγχρονες φεμινίστριες μπροστ στ ρωϊκ παράδειγμα τν Μυροφόρων γυναικῶν.
.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἡ ἀνδρεία εἶναι μία ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες ἀρετὲς (φρόνησι, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη) ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν συνάντησι μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ «τοῦ θυμικοῦ πρὸς τὴν ὄσφρησιν» δηλαδὴ τὴν συμπλοκὴ τῆς βουλήσεως μὲ τὴν ἐσωτερικότητα, ἡ δὲ ἐναρμόνισι τῆς ἀνδρείας μὲ τὴν σωφροσύνη δημιουργεῖ τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητος ποὺ ὀνομάζεται καὶ ἀπάθεια, διότι ἐναρμονίζει τὶς ἐνεργητικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μὲ τὶς ἀντίστοιχες αἰσθήσεις τοῦ σώματος καὶ τὶς ἐνέργειες τῶν αἰσθήσεων.
.            Γενικώτερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστι στὸν Θεό, τὴν ἀγάπη σ’ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεός Του. Καὶ ατ τ διαθέτει κενος πο προχωρε μ τν καρδι κα χι μ τν ψυχρ λογική. λογικ πολογίζει κα δειλι, πως γινε μ τος ποστόλους. καρδι γαπ κα προχωρε.
.            Ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀπαραίτητη στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας καὶ μάλιστα στὸ νὰ ὑπομένομε σὲ κάθε ἔργο ἀγαθὸ καὶ στὸ νὰ νικοῦμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνδρεία δὲν φοβᾶται στὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἀγῶνος. Ὅπως ἔχει λεχθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη πέση στὴν ἁμαρτία καὶ ἂν ἀκόμη προσκυνήση τὸν διάβολο, δὲν χάνει τὸ θάρρος του, ἀλλὰ στρέφεται μὲ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ νικᾶ τοὺς ἐχθρούς του.
.            Ἀντίθετα ἡ ἔλλειψι τῆς ἀνδρείας ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα δύο μεγάλες κακίες. Τὴν θρασύτητα, ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ πλησίον καὶ τὴν δειλία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ δειλὴ ψυχὴ συγχύζεται, ἀπελπίζεται καὶ τελικὰ καταστρέφεται, χάνεται. Αὐτὸ παρατηροῦμε συχνὰ στοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς. Εὔκολα τὰ χάνουν. Ἴσως γιατί δὲν ἔχουν βιώσει τὴν πρακτικὴ φιλοσοφία. Ἴσως γιατί παραθεωροῦν τὴν ἠθικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ βάσι τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ Μυροφόρος ἀνθρώπινη φύσι

.            Ἡ συνάντησι μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο μερικῶν γυναικῶν. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι δέχτηκε τὸν Χριστό, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων λέγεται: «Μύρον ἀκένωτον ὄνομά σου» (α´ 3). Πρὶν τὴν ἐνανθρώπησι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ Μύρο, μετὰ τὴν ἐνανθρώπησι ἔγινε Χρίσμα καὶ ἔχρισε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τῆς ἔδωσε τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Χάρη. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν ἁμαρτία διεχώρισε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ἡ σὰρξ θεώθηκε, τότε ἡ ἀνθρώπινη φύσι πῆρε σὰν ὑπόστασι τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸ τεῖχος ἔγινε μύρο.
.            Ἔτσι μυροφόροι δὲν εἶναι μόνο οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες, ποὺ πῆγαν στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ μὲ μύρα, ἀλλὰ εἶναι ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν Ἀνάστασι καὶ Ἀνάληψι καὶ ἰδιαιτέρως ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ δὲν κρατοῦν ἁπλῶς στὰ χέρια τους τὰ μύρα, ἀλλὰ ἔχουν μέσα στὴν καρδιά τους τὸ μύρο τὸ ἀκένωτο, τὸν Χριστό. Δὲν ἔχουν ἁπλῶς τὶς ἀρετὲς τῆς καλωσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Καλωσύνη, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια. Ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιά τους ξεχύνεται καὶ στὸ σῶμα, ὥστε δὲν εἶναι ἁπλὰ μυροδοχεῖα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ σώματά τους μεταμορφώνονται σὲ μύρα.
.            Μυροφόροι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ποὺ καθαρίσθηκαν διὰ τοῦ λόγου τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶναι ἄκακη καὶ γονιμώτατη στὶς ἀρετές, ποὺ ἀπέβαλε κάθε πάθος μὲ τὴν πραότητα καὶ εἶναι θερμὴ στὸ νὰ γεννᾶ πνευματικὰ νοήματα μὲ διάκρισι (Νικήτας Στηθάτος). Μυροφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τέτοιοι ἦταν καὶ εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
.            Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐμύρωσε καὶ ἔχρισε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ὅλοι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τὸ προνόμιο νὰ γίνουμε μυροφόροι Χριστοῦ.

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ «τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον»

Τοῦ Πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

«Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας… τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον
καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»
(Μάρκ. ιε´ 43)

.        Ἀπό τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τήν βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατ᾽ ἐξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ.
.        Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;
.        Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου πού νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τήν ζωή. Βεβαίως, τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν βλέπουμε πολύ συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν Ἰ. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ Ἰωσήφ “ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ” (Μάρκ. ιε´ 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή “σιγουριά” τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί “ἀσφάλεια”, κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.
.         Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τήν διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅπως τό ἐπισημάναμε ἤδη ἀπό τήν ἀρχή: ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι βεβαίως τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν δουλεία τῆς δειλίας. “Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ” (Β´ Τιμ. α´ 7) τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος.
.         Καί πράγματι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους “διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων”, κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τήν μαρτυρία τους γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. “Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν” (Πρ. Ἀπ. δ´ 20). Τοῦτο ὅμως γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν “τήν ἐξ ὕψους δύναμιν” (Λουκ. κδ´ 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Ετσι ὁ Χριστιανός εἶναι τολμηρός ἄνθρωπος, πού διαπνέεται ἀπό γενναιότητα καί ἀνδρεῖο φρόνημα.

.         Ποιό ὅμως τό πεδίο στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;

1. Κατ᾽ ἀρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς “γεύσεως” τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι στή χριστιανική πίστη προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τόν Ἰ. Χριστό κι ἀκολουθεῖ ἡ ἀποδοχή Του. “Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (Ἰωάν. ϛ´ 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα “πήδημα στό κενό”, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρήσαμε καί παραπάνω, ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ἀλλά μόνο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό τολμηρό “πήδημα” ὅμως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο πού τό κάνει καί ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη: πέφτει στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ τόλμη τῆς πίστεως φέρνει καί τή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια πού ὑπάρχει στόν κόσμο: τήν ἀσφάλεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. “Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;” (Ρωμ. η´ 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στήν βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία του αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. “Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα”, μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, “ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις” (Ἐφεσ. ϛ´ 12). ῎Ετσι χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀντίσταση ἀπό τόν πιστό τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί στό ἄνοιγμα τῆς ὑπάρξεώς του στόν Θεό. Στόν ἀγώνα βεβαίως αὐτό συμμετέχει καί ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἀγαθός κόσμος τῶν ἀγγέλων. Διότι μόνος του ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία του. “Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν” (Ἰωάν. ιε´ 5). Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως κι ἡ δική του συμμετοχή. Μάλιστα μᾶς ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος στή βιογραφία του: “῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο…Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: – Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε… ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί… Ἀπεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας”.

3. Ἐπίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι πολύ πιθανό ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀγωνιστής καί μάλιστα στόν δρόμο τῆς μετάνοιας. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μπορῶ νά ἐλπίζω στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μου.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τήν μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως πρέπει νά εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. “῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός”, μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη. “Ἀλλ” ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου” (γ´15-16).

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε