Ἄρθρα σημειωμένα ὡς μοναξιά

«ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑ-ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΟΧΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

1. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον

.             Κάθε κοινωνία στηρίζεται σὲ μερικὲς ἀρχές, γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ὑπάρχη ἰσορροπία καὶ κοινωνικὴ συνοχή. Μιὰ βασικὴ ἀρχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε πάντοτε στὴν παράδοσή μας ἦταν ὅτι ἡ κοινωνία, γιὰ νὰ ἰσορροπῆ, πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ δύο βασικὰ θεμέλια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.
.             Πρόκειται γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ὑπῆρχε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὴν ἐπανέλαβε ὁ Χριστός: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Μάτθ. κβ´, 37-39). Πρόκειται γιὰ τὴν κατακόρυφη καὶ τὴν ὁριζόντια διάσταση κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας.
.             κατακόρυφη διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν Θεό. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Θεὸς ἦταν ἡ βάση τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι γνωστὴ ἡ φράση: «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι». Πράγματι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐκδήλωση ποὺ δὲν συνδεόταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν θεῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες ἄρχιζαν μὲ τὴν θυσία στοὺς θεούς. Παράλληλη ἔκφραση εἶναι τὸ «ἀφ᾽ Ἑστίας ἄρχου». Ἡ Ἑστία ἦταν μυθολογικὴ θεότητα, ἡ ὁποία ζήτησε νὰ λάβη τὸ προνόμιο ἀπὸ τὸν Δία νὰ ἀποδίδωνται σὲ αὐτὴν οἱ ἀπαρχὲς τῶν θυσιῶν. Ἐπίσης, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα «ἐλεγείων» τοῦ καταγομένου ἀπὸ τὴν Χίο Ἕλληνος ποιητοῦ Ἴωνος (5ος αἰ. π.Χ.) συναντᾶμε τὸν στίχο: «ἐκ Διὸς ἀρχόμενοι πίνωμεν». Ἐπίσης, ὁ Ξενοφὼν ἔχει γράψει τὴν ἄποψη τοῦ Σωκράτη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «πειρᾶσθαι σὺν τοῖς θεοῖς ἄρχεσθαι παντὸς ἔργου». Δηλαδή, θὰ πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε τὴν ἀρχὴ κάθε ἔργου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.             ριζόντια διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν συνάνθρωπό του, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πλησίον. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πλησίον λεγόταν αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο ποὺ βλέπουμε, ποὺ αἰσθανόμαστε ποὺ μποροῦμε νὰ ἀγγίξουμε. Ἡ λέξη πλησίον δηλώνει αὐτὸν ποὺ πλησιάζουμε ἢ μᾶς πλησιάζει, ὁπότε τὸ ρῆμα συνδέεται καὶ μὲ τὸ οὐσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.
.             Γιὰ τὸν Ἑβραῖο πλησίον ἦταν ὁ ὁμοεθνής του, ὁ ὁποῖος πίστευε στὸν ἴδιο Θεό. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλάξει, διότι πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζῆ στὸ πιὸ ἀπομονωμένο μέρος τῆς γῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, ἐθνικότητα, φύλο, ἐπάγγελμα κλπ. Θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Κάποιος πλησίασε τὸν Χριστὸ ζητώντας νὰ μάθη τί πρέπει νὰ κάνη γιὰ νὰ σωθῆ. Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἐκεῖνος ἐρώτησε: «καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι´, 29). Δηλαδή, ζητοῦσε νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ δείξη ἀγάπη. Ἀπαντώντας ὁ Χριστὸς σὲ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση εἶπε τὴν περίφημη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης δίπλα ἀπὸ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ δείξουν ἀγάπη, πράγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Σαμαρείτης ποὺ δὲν ἦταν Ἰουδαῖος. Ἔτσι, ἐκείνη τὴν στιγμὴ «πλησίον» γιὰ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο δὲν ἦταν ὁ ὁμοεθνής του καὶ ὁμόθρησκός του, ἀλλὰ ὁ ἀλλόθρησκος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ φροντίδα (Λουκ. ι´, 30-37).
.             Ἂν προσέξουμε ἰδιαιτέρως θὰ δοῦμε τν λλαγ τν ποία κανε Χριστς ς πρς τν ννοια το πλησίον. Ἡ πρώτη ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἐπεξέτεινε τὴν ἔννοια αὐτή, ὁπότε πλησίον δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, ὁ ὁμόθρησκος καὶ ὁ ὁμοεθνής, ὅπως ἑρμηνευόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλοεθνής. Ἡ δεύτερη οὐσιαστικὴ καὶ κυρία ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἄλλαξε οὐσιαστικὰ τὸ ἐρώτημα. Τὸ ἐρώτημα ἦταν, ὅπως προαναφέρθηκε, «τίς ἐστί μου πλησίον», «ποιός εἶναι γιὰ μένα ὁ πλησίον;».  Χριστς δν πάντησε στ ποις εναι πλησίον του, λλ τι ατς πρέπει ν γίνη πλησίον σ κάθε λλον: «τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾽  αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. ι´, 36-37)
.             Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό, διότι δείχνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκούμαστε στὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας, γιατί αὐτὸ κρύβει μία ἐγωϊστικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ στὸ ὅτι μες πρέπει ν κινηθομε πρς τν λλο καὶ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλησίον τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὸν βοηθήσουμε στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζει.
.             Ἑπομένως, ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον εἶναι ἡ βάση κάθε κοινωνικῆς ζωῆς, καὶ ἡ κατακόρυφη καὶ ὁριζόντια διάσταση δείχνει τὴν ὡριμότητα κάθε ἀνθρώπου.

2. Ἡ σύγχρονη κοινωνία

.             Ἐνῶ αὐτὴ ἡ βάση συνιστοῦσε τὴν διαχρονικὴ παράδοση τοῦ Γένους μας καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, σήμερα ἔχουν ἀλλάξει τὰ πράγματα καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ κοινωνία μας εἶναι ἀνισόρροπη καὶ δημιουργοῦνται τεράστια προβλήματα. Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στὴν κοινωνία νὰ ἐπικρατῆ ὁ θάνατος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ὁπότε καταργοῦνται ἢ διαταράσσονται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς ὁριζόντιας καὶ κατακόρυφης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία.
.             Παρατηροῦμε στὴν ἐποχή μας ὅτι ἐπικρατεῖ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, ἡ λεγομένη θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Ὁ 19ος αἰώνας, ἦταν ὁ αἰώνας τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Νίτσε εἶχε διακηρύξει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός. Εἶχε προηγηθῆ βέβαια ὁ 18ος αἰ. τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖο γκρεμίστηκε τὸ κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς. Βέβαια, πολλοὶ διαφωτιστὲς δὲν ἦταν ἄθεοι, ἀλλὰ δυϊστές, πίστευαν δηλαδὴ σὲ ἕναν θεό, σὲ μία δύναμη ἀόρατη ποὺ κυβερνᾶ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν πίστευαν στὸν προσωπικὸ Θεό.
.             Φαίνεται ὅτι ἡ μεταφυσική, ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ἠθικισμός, ποὺ συνδέονται καὶ μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ποὺ κατέληξαν σὲ διαμάχες καὶ θρησκευτικοὺς πολέμους, ὁδήγησαν στὸ σημεῖο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ. Γι τν δυτικ νθρωπο δν χρειαζόταν νας θες πο ταν κδικητικός, σπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., πως κφραζόταν στν Δύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀρνήθηκαν, ἀφοῦ δὲν τοὺς χρειαζόταν. Ἔτσι, δν πέθανε Θεός, λλ στν πραγματικότητα πέθανε νθρωπος γι τν Θεό.
.             Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπηρέασε πάρα πολὺ τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Τὸν τελευταῖο καιρὸ συζήτησα μὲ διαφόρους Εὐρωπαίους γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ διεπίστωσα ὅτι στὴν Εὐρώπη ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κύμα ἀθεΐας, ἀπιστίας καὶ γενικὰ ἀδιαφορίας γιὰ τὸ ἐὰν ὑπάρχη ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός.
.             Ἄλλωστε, ἡ εὐρωπαϊκὴ ἑνότητα στηρίζεται πάνω στὴν οἰκονομία, ὅπως τὸ ὁρίζουν καὶ διάφοροι ὄροι ποὺ ἐπικρατοῦν, ἤτοι «Οἰκονομικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Νομισματικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Εὐρωζώνη ἢ Ζώνη τοῦ εὐρὼ» κλπ. Πρόκειται γι μιὰ Ερώπη πο δν στηρίζεται στν πολιτισμό, ποος σαφς χει κα τ στοιχεο τ θρησκευτικό, λλ μόνον στ χρμα, γι᾽ ατ κα καταρρέει τ οκοδόμημα ατό.
.             Σήμερα στὴν Εὐρώπη παρατηρεῖται ἀδιαφορία γιὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅπως μου ἔλεγε κάποιος Γάλλος ὀρθόδοξος κληρικός, ἡ Εὐρώπη εἶναι πεθαμένη ὡς πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικῶν βιβλίων. Τ χριστιανικ βιβλία πο κδίδονται π Προτεστάντες, γγλικανος κλπ. ναφέρονται σ να χριστιανικ κα θρησκευτικ συγκρητισμό, δηλαδὴ κάνουν λόγο γιὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς χριστιανικῆς σκέψης, χωρὶς νὰ στηρίζονται στὴν πίστη καὶ στὶς διάφορες ὁμολογίες. Ἀκόμη καὶ τὰ ὀρθόδοξα βιβλία ἐκδίδονται στὴν Ἀμερικὴ καὶ μικρὸ ποσοστὸ αὐτῶν ἔρχονται στὴν Εὐρώπη.
.             Στὸ θέμα αὐτὸ μπορῶ νὰ καταθέσω καὶ μία προσωπικὴ μαρτυρία. Τὰ βιβλία μου, τὰ ὁποῖα μεταφράσθηκαν στὰ ἀγγλικά, κυκλοφοροῦν κυρίως στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐλάχιστος ἀριθμὸς κυκλοφορεῖ στὴν Εὐρώπη. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἔνδειξη ὅτι Ερωπαος νθρωπος δν νδιαφέρεται γι τν Θε κα ,τι χει σχέση μ τν πικοινωνία μαζί Του. Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, μὲ προφητικὴ ἐνάργεια εἶχε ἀναγγείλει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ὅτι ὁ κρυφὸς πόθος πολλῶν ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι «ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν».
.             Ἐρωτᾶ: Ἡ Εὐρώπη ἀφοῦ υἱοθέτησε τὴν ἀρχὴ τοῦ Νίτσε ὅτι ὁ Θεὸς «ἀπέθανε», τότε τί ἔμεινε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ σῶμα της; Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος: Ἔμεινε ἕνα «πτῶμα», ὅπως πτῶμα γίνεται τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν φεύγη ἡ ψυχή. Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶπε κάποτε: «Θέλω νὰ πάω εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ γνωρίζω ὅτι μεταβαίνω εἰς νεκροταφεῖον».
.             Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφονται στὸ βιβλίο τοῦ Lugi Zoja «ὁ θάνατος τοῦ πλησίον» γιὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν σύγχρονη κοινωνία.
.              Ἐὰν 19ος αώνας ταν αώνας το θανάτου το Θεο, 20ός κα 21ος α. εναι αώνας το θανάτου το πλησίον, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του, ζῆ σὲ ἕνα φίλαυτο ἐγωκεντρικὸ περιβάλλον, ὁ ἀτομισμὸς εἶναι κυρίαρχο στοιχεῖο στὴν ζωή μας, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἀδιαφορία, τὴν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν συνάνθρωπό του.
.             Δν εναι καθόλου τυχαο, τὸ τι κατ τν 19ο κα 20ό αἰ. κυριαρχεῖ  ψυχανάλυση, φο «ἡ πομόνωση κερδίζει δαφος», «τ πλέον εαίσθητα τομα σπαράσσονται π μία γωνία, στν ποία δίδεται τ νομα νεύρωση. Μέσῳ τῆς ψυχανάλυσης θὰ ἀναδομήσουν τὴν ἀνθρώπινη σχέση, ὄχι μὲ κάποιον πλησίον, ἀλλὰ μὲ ἕναν ἐπαγγελματία. Ἡ ἀνάγκη τους γιὰ ἐγγύτητα εἶναι τόσο βίαιη, ποὺ δημιουργεῖ ἕνα πλεόνασμα οἰκειότητος μὲ ἐκεῖνον: αὐτὸ καλεῖται μεταβίβαση καὶ μὲ τὴν σειρὰ της θεωρεῖται νευρωτική. Ὁ Φρόιντ ὑποδεικνύει τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν συγκρατήση καὶ νὰ τὴν ἐμπεριέσχει. Θέτει τὸν ἀσθενῆ στὸ ντιβάνι, γιὰ νὰ ἀπομακρύνει τὸ βλέμμα του».
.             Ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικὸ ὂν καὶ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ἔχουν κάποιον δίπλα τους. Σήμερα, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, κυρίως στὶς μεγαλουπόλεις, δὲν αἰσθάνονται δίπλα τους ἄλλους ἀνθρώπους, ζοῦν μόνοι τους, αἰσθάνονται μία μοναξιά, αἰσθάνονται τὸν πλησίον τους ὡς ἀπειλὴ τῆς ὕπαρξής τους. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντᾶ κάθε μέρα χιλιάδες ἀνθρώπους στὸν δρόμο, στὴν ἐργασία, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα πρόσωπα σ᾽ αὐτούς.
.             Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι στὴν ἀρχαιότητα μόνο ἡ Ρώμη ξεπερνοῦσε τὸ ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων καὶ τὸ 1820 μόνον τὸν Λονδίνο. Στὰ 1900 οἱ πόλεις ποὺ κατοικοῦνταν περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἑκατομ. κατοίκους ἦταν ἕνδεκα, τὸ 2000 ἦταν σχεδὸν 400 καὶ τὸ 2015 θὰ εἶναι 550. Αὐτὸ δείχνει ἕνα μεγάλο πρόβλημα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σὲ μεγαλουπόλεις. Στν πολυκοσμία μ τος μετανάστες κα τος ξένους νθρωπος ασθάνεται ντελς μόνοςὍταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του μετὰ τὴν καθημερινὴ ἐργασία, εἶναι «ἀποπροσανατολισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ ἄπειρα νέα πρόσωπα πού, ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι ἀναζητᾶ ἡ παρόρμηση, δὲν τοῦ προσφέρουν γνώση, διότι λείπει εἴτε ὁ χρόνος, εἴτε ἡ δυνατότητα γνώσεως». Ἀλλὰ καὶ «ὅταν ἀνοίγει τὴν τηλεόραση, μπορεῖ νὰ συναντήσει σὲ ἐλάχιστες στιγμές, χιλιάδες ἄλλα ἄτομα, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλάχιστα ὑπαρκτά». Ἔτσι, ἔχει χαθῆ ἡ ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ πλησίον.
.             Ἐπίσης παρατηροῦμε ὅτι κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος οἱ διπλανοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὶς μηχανές.
.             Ὁ Τζὼρτζ Ὄργουελ τὸ 1949 ἔκανε λόγο γιὰ τὸν μεγάλο ἀδελφό. Πρόκειται γιὰ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία, ἡ ὁποία εἰσχωροῦσε στὰ σπίτια.
.             Ὁ Ρέι Μπράντμπερι τὸ 1953 περιέγραψε μιὰ κοινωνία, στὴν ὁποία τὰ βιβλία ἦταν ἀπαγορευμένα καὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν περικυκλωμένοι ἀπὸ ὀθόνες, τὶς ὁποῖες ὀνόμαζε «ἡ οἰκογένειά μου». «Σὲ ἀμφότερα τὰ διηγήματα, ὁ πολίτης δὲν ἔβλεπε ὅτι ἡ ἐξουσία ἐξαφάνιζε τοὺς γείτονες: γείτονας ἦταν πλέον μόνο ἡ ὀθόνη».
.             Ἑπομένως, «στὸν προτεχνολογικὸ κόσμο, ἡ γειτνίαση τῶν ἀνθρώπων ἦταν οὐσιαστική, τώρα δεσπόζει ἡ ἀπόσταση, ἡ ἔμμεση σχέση καὶ ἡ σχέση διὰ τῶν μέσων ἐνημέρωσης. Ἡ ἐντολὴ (ἀγάπα τὸν πλησίον σου) κενώνεται. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχουμε πλέον κανένα νὰ ἀγαπήσουμε». Χάθηκε ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση γίνεται ἔμμεση, ὁπότε ἐπανεμφανίζεται μὲ διαστρεβλωμένη μορφή, ὅπως φαίνεται σὲ πολλὲς ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις.
.             Ὁπότε, σύγχρονος νθρωπος χει χάσει κα τν ασθηση το Θεο κα τν ασθηση το πλησίον, Θες πέθανε γι’ ατόν, ορανς κενώθηκε π τν Θεό, λλ πέθανε κα πλησίον γι᾽ ατόν, δηλαδ κενώθηκε κα γ, κα τ κυριότερο κα διος παυσε ν εναι πλησίον τοῦ Θεο κα το νθρώπου. Στὴν πραγματικότητα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ ἄνθρωπο. «Εἴτε ἀπὸ τὴν κατακόρυφη ὀπτική, –πέθανε ὁ Οὐράνιος Πατήρ του–, εἴτε ἀπὸ τὴν ὁριζόντια –πέθανε ἐκεῖνος ποὺ στεκόταν στὸ πλάι του. Συνεπῶς, ὅπου καὶ νὰ ρίξει τὸ βλέμμα, νιώθει ὀρφανός».
.             Ἔτσι, μετ τν θάνατο το Θεο το Νίτσε κολούθησε θάνατος το πλησίον μ τν μετ-τεχνολογικ κα μετ-θρησκευτικ ποχ κα μετ τν θάνατο το πλησίον κολουθε κα μετνθρώπινη ποχή.
.             Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα βλέπω τὴν κρίση τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Δν πρόκειται γι κρίση πλς οκονομική, λλ γι κρίση κοινωνική, νθρωπιστική, πολιτιστικ κα θεολογική.
.             Ἡ ὀρφάνεια μαστίζει τοὺς ἀνθρώπους, ὀρφάνεια ἀπὸ Θεὸ καὶ πλησίον. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλη νὰ στηριχθῆ πάνω σὲ οἰκονομικὰ μεγέθη, καὶ τότε αἰσθάνεται τὴν μοναξιά, ἀφοῦ δὲν ἱκανοποιοῦνται οἱ ὑπαρξιακές του ἀναζητήσεις.
.             Σὲ αὐτὴν τὴν δύσκολη ἐποχὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πλησίον. Τὸ Θεὸ πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας ὡς ἀγάπη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς Πατέρα, καὶ τὸν συνάνθρωπό μας πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ὡς ἀδελφό μας. Ἐμεῖς πρέπει νὰ πορευόμαστε πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης νὰ κινούμαστε καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο, νὰ γινόμαστε πλησίον τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ὑποφέρει καὶ πονᾶ.
.             Ἑπομένως, ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τιμοῦμε κάθε ἐθελούσια προσφορὰ καὶ κάθε κενωτικὴ-θυσιαστικὴ ἀγάπη.

.          [Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὡς ποιμενάρχης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου συγχαίρω τὴν ΟΣΥΝ καὶ τὴν ΕΝΑΜ, γιατί ἀποφάσισαν νὰ τιμήσουν τοὺς Πολιτιστικοὺς Συλλόγους καὶ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ προσφέρουν τὸν χρόνο καὶ τὰ χαρίσματά τους γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφούς, καθὼς ἐπίσης συγχαίρω καὶ τοὺς τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας μας.
.            Χαίρομαι γιὰ τὰ πνευματικά μου παιδιὰ ποὺ δραστηριοποιοῦνται στὸν χῶρο τῆς κοινωνίας καὶ εὔχομαι τούτη τὴν χρονιὰ νὰ βάλουμε ὡς θεμέλιό της ζωῆς μας τὸν βασικὸ αὐτὸ κανόνα: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλη τὴ καρδία σου καὶ ἐν ὅλη τὴ ψυχή σου καὶ ἐν ὅλη τὴ διανοία σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. κβ´, 37-39).]

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ, ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΟΥΚ ΕΧΩ» (Κυρ. τοῦ Παραλύτου)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
 (ε΄ 1–15)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ᾖρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
.     Τόν καιρό ἐκείνο, ἦτο ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ὑπάρχει δὲ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ εἰς τὴν πύλην τῶν Προβάτων μία δεξαμενή, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑβραϊστὶ Βηθεσδὰ καὶ ἡ ὁποία ἔχει πέντε στοές. Σ’ αὐτὲς ἤτανε ξαπλωμένος μεγάλος ἀριθμὸς ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν, παραλυτικῶν, οἱ ὁποῖοι περίμεναν νὰ κινηθῇ τὸ νερό. Διότι ἕνας ἄγγελος κατέβαινε πότε – πότε εἰς τὴν δεξαμενὴν καὶ ἐτάρασσε τὸ νερό. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔμπαινε πρῶτος, μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ νεροῦ, ἐθεραπεύετο ἀπὸ οἱονδήποτε νόσημα καὶ ἂν ὑπέφερε. Ὑπῆρχε ἐκεῖ ἕνας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἤτανε ἄρρωστος. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε κατάκοιτον καὶ κατάλαβε ὅτι εἶχε ἤδη πολὺν χρόνον ἐκεῖ, τοῦ λέγει, «Θέλεις νὰ γίνῃς ὑγιής;».
.     Ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ ἀσθενής, «Κύριε, δὲν ἔχω ἄνθρωπον νὰ μὲ βάλῃ εἰς τὴν δεξαμενήν. Ὅταν τὸ νερὸ ταραχθῇ, καὶ ἐνῶ ἔρχομαι κατεβαίνει ἄλλος πρὶν ἀπὸ ἐμέ». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει, «Σήκω ἐπάνω, σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε». Καὶ ἀμέσως ἔγινε ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐσήκωσε τὸ κρεββάτι του καὶ περπατοῦσε. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἦτο Σάββατον.
.      Γι’ αὐτὸ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὸν θεραπευθέντα, «Εἶναι Σάββατον, δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σηκώσῃς τὸ κρεββάτι σου». Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Εκεῖνος ποὺ μὲ ἔκανε ὑγιῆ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε». Τότε τὸν ρώτησαν, «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε;» Αλλ’ ὁ θεραπευθεὶς δὲν ἤξερε ποιός εἶναι, διότι ὑπῆρχε πολὺς κόσμος εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐξέφυγε.
.    Ὕστερα τὸν εὑρῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν ναὸν καὶ τοῦ εἶπε, «Ἰδές, ἔγινες ὑγιής, μὴ ἁμαρτάνῃς πλέον, διὰ νὰ μὴ σοῦ συμβῇ κάτι χειρότερον». Ἔφυγε ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπε εἰς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν ἔκανε ὑγιῆ.

«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»

.    Ἦταν πράγματι ἀξιολύπητος ὁ παράλυτος τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδᾶ, μιᾶς μικρῆς λίμνης ὅπου πλῆθος ἀσθενῶν προσδοκοῦσαν τὴν θαυματουργικὴ θεραπεία τους. Κατὰ διαστήματα ἄγγελος ἀνατάραζε τὰ νερὰ τῆς λιμνούλας καὶ ὁ πρῶτος ἄρρωστος ποὺ ἔπεφτε μέσα της ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναταραχὴ τῶν νερῶν, γινόταν καλά, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀρρώστια κι ἂν ἔπασχε. Καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν βοηθήσει. Δὲν ἦταν μόνο ἡ βαριὰ ἀσθένεια ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ὑποφέρει 38 ὁλόκληρα χρονια, ἀλλὰ κυρίως ἡ μοναξιά. Ἡ ἐγκατάλειψή του ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Κύριος, μὲ πόνο ψυχῆς ἐξέθεσε τὸ δράμα του: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», Τοῦ εἶπε. Δὲν ἔχω κάποιον ἄνθρωπο γιὰ νὰ μὲ βοηθήσει.
.   Αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ παραλύτου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ σήμερα πρῶτον νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα τῆς μοναξιᾶς, καὶ δεύτερον νὰ ἀνακαλύψουμε τρόπους γιὰ τὴν ὑπέρβασή του.

1. ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

.    Ὁ παράλυτος λέει ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο, ἐνῶ βρισκόταν κατάκοιτος ἀνάμεσα σὲ «πλῆθος πολὺ ἀσθενούντων» καὶ μάλιστα σὲ μιὰ δημόσια εἴσοδο τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Γιατί; Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γύρω του δὲν προθυμοποιήθηκε νὰ μείνει κάποιο διάστημα μαζί του γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Ἀδιάφοροι καὶ ἀσυγκίνητοι τὸν ἀντίκριζαν οἱ περαστικοί, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς ἐνδιαφέρονταν μόνο γιὰ τὸ ἄτομό τους καὶ κανεὶς δὲν τοῦ παραχωροῦσε τὴν θέση του, κι ἂς τὸν ἔβλεπαν καθηλωμένο τόσα χρόνια.
.   Δυστυχῶς ὅμως κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ σήμερα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἂν καὶ διαμένουν σὲ πολυκατοικία, ζοῦν σὰν σὲ ἀπομόνωση καὶ πεθαίνουν χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση. Ὑπάρχουν ἀσθενεῖς στὰ νοσοκομεῖα τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν ἐπισκέπτεται, κι ἂς πηγαινοέρχονται γύρω τους καθημερινὰ ἑκατοντάδες ἄνθρωποι… Ὑπάρχουν ἀκόμη γέροντες ἀνήμποροι, παιδιὰ ἐγκαταλελειμμένα, μητέρες ἀβοήθητες… Ὅλοι ἐπαναλαμβάνουν μὲ πόνο τὸ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» ὑπογραμμίζοντας τὴν διαπίστωση ὅτι ἡ μοναξιὰ ἀποτελεῖ τραγικὸ φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι στ᾽ ἀλήθεια τραγικό, στὴν ἐποχὴ μὲ τὰ τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴ μοναξιά. Καὶ τελικὰ ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐγκατάλειψη ἀλλὰ ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ὅταν λείπει ἡ ἀγαπη, τότε μπορεῖ νὰ ζεῖς ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ νιώθεις μόνος: νὰ μὴν ἔχεις κάποιον νὰ ἐμπιστευθεῖς, νὰ τοῦ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, νὰ πεῖς τὸν πόνο σου, τὸ πρόβλημά σου…

2. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Τί μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς μοναξιᾶς; Ὑπάρχει διέξοδος; Ναί! Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος συνάντησε τὸν παράλυτο ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει, δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ βιώνει τὴν θλίψη τῆς μοναξιᾶς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς κανέναν δὲν ἀφήνει ἔρημο καὶ ἀβοήθητο. Σ᾽ ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ ἀπαντᾶ στὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα περιβέβλημαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;». Εἶναι σὰν νὰ μιλᾶ ὁ Κύριος καὶ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς: «Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος, γιὰ σένα πῆρα τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ σὺ παραπονεῖσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἄνθρωπο;…» Πόσο εὔκολα ὅμως ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴν σπουδαία ἀλήθεια καὶ βυθιζόμαστε στὴν ἀπελπισία! Παραπονούμαστε ὅτι δὲν ἔχουμε κανένα νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἔχουμε δίπλα μας ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο, πρὸς ἐσένα, πρὸς ἐμένα, πρὸς ὅλους μας! Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἀοράτως κοντά μας ὁ Κύριος, ἀλλὰ στέλνει καὶ ἀνθρώπους δικούς του γιὰ νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ στηρίζουν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Πόσοι πιστοὶ χριστιανοὶ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν θεϊκὴ Ἀγάπη ἀναλίσκονται σὲ ἔργα διακονίας καὶ προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο…! Ἄλλοι ξενυχτοῦν κοντὰ σὲ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι μόνοι, ἄλλοι φροντίζουν ἀστέγους, ἄλλοι συμπαρίστανται σὲ ἀναπήρους, ἄλλοι… Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψουμε ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης ποὺ ἐμπνέει ἡ τελεία Ἀγάπη, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός!

 .        «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»… Ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἂς γίνει ἀφορμὴ νὰ ξυπνήσουμε καὶ μὲ ζῆλο νὰ ἐπιδοθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ὥστε κανεὶς συνάνθρωπός μας νὰ μὴ νιώθει πλέον μόνος σ᾽ αὐτὸν τὸν ἀπάνθρωπο κόσμο μας.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2022, 01.05.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε