Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης

ΗΘΙΚΗ ἢ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους

πίστη μας στν Χριστ ς πυξίδα κοινωνίας
μ
τν Θε κα τος λλους μέσα στν κκλησία.

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Κοινωνία καὶ ἑτερότητα»
(Communion and Otherness),

τοῦ Μητροπολ. Περγάμου Ἰωάννου

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»
μετάφρ. Δ. Γοῦτσος-Θ. Παπαθανασίου,
περ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 76 / Ὀκτ.-Δεκ. 2000, σελ. 9-10

.               Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», εἴτε σὲ ἐκκλησιολογικὸ εἴτε σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο, ἂν δὲν εἴμαστε ἐνσωματωμένοι στὴν πρωτότυπη καὶ μόνη αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὸν ἔνσαρκο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει τὶς ἑξῆς συνέπειες:

α) Ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο ἀπαιτεῖ τὴν ἐμπειρία τοῦ σταυροῦ. Ἂν δὲν θυσιάσουμε τὸ θέλημά μας καὶ καὶ δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐπαναλαμβάνοντας οἱ ἴδιοι ὅ,τι ἔκανε ὁ Κύριός μας στὴ Γεθσημανὴ σὲ σχέση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικατοπτρίσουμε σωστὰ στὴν ἱστορία τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα ποὺ βλέπουμε στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἄλλο, τὴν κτίση Του, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» μὲ τὴν κένωση τῆς Σάρκωσης, ὁ «κενωτικὸς» τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστιανὸ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν ἄλλο –τὸν Θεὸ ἢ τὸν «πλησίον».

β) Σ’ αὐτὴ τὴν «κενωτικὴ» προσέγγιση ἡ κοινωνία δὲν προσδιορίζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδεχόμενος τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Χριστὸς ἐφάρμοσε στὴν κοινωνία τὸ Τριαδολογικὸ πρότυπο (ὅπως τὸ περιγράψαμε ἀνωτέρω)· ἡ ταυτότητα τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἑαυτός του. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Χριστολογικὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους.

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΥΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝ. ΣΥΝΟΔΟΥ ποὺ νικοῦν τὸν θάνατο

Ἡ Ἁγία Δ´ Οκουμενικὴ Σύνοδος
κα
πέρβαση το θανάτου

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Χριστολογία καὶ Ὕπαρξη.
Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ-ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος»,
τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα (νῦν Μητροπολ. Περγάμου),
περιοδ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 2/1982,
σελ. 17-20.

«Ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον» (Ὅρος τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος)

.           Ἡ ἀξία τῆς διδασκαλίας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ πατερικὴ Χριστολογία), ἔγκειται στὴν εὐθεία ἀναφορά της στὸ πρόβλημα τοῦ κτιστοῦ καὶ τῆς ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς εἶναι Σωτήρας, ὄχι γιατί προβάλλει ἕνα ἠθικὸ πρότυπο ἢ γιατί διατύπωσε μία χρήσιμη διδασκαλία – ἀλλὰ γιατί νσάρκωσε τν πέρβαση το θανάτου. Στ Πρόσωπο το Χριστο, πλέον, τ κτιστ ζε αώνια.
.             Πῶς ἀκριβῶς συμβαίνει αὐτό; Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Χαλκηδόνα χρησιμοποίησε δύο ἄκρως ἐπιτυχῆ ἐπιρρήματα: τὸ  «ἀδιαιρέτως» καὶ τὸ  «ἀσυγχύτως».
.           Μὲ τὸ πρῶτο δηλώνεται ἡ ἕνωση τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς καμία ἀπολύτως διαίρεση, καμία ἀπόσταση καὶ κανέναν χωρισμό. Ἡ πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ «ἀδιαιρέτου» ἐξασφαλίζει τὴν ἀγάπη καὶ συντελεῖ ἀποφασιστικὰ στὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου: Ὅσο τὸ κτιστὸ δὲν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὸ ἄκτιστο, ὑπόκειται στὴν ἐπίδραση τοῦ θανάτου (Ἰω. Χρυσόστομος).
.           Μὲ τὸ δεύτερο ἐπίρρημα, δηλώνεται ὅτι κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἕνωση, τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο διατηροῦν τὴν ταυτότητά τους καὶ δὲν συμφύρονται. Ἔτσι ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός, νὰ προχωρήσει σ’ αὐτὴν τὴν ἕνωση.
.           Γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἀθανασίας, λοιπόν, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀγάπη, ὡς ἐκστατικὴ κίνηση ἐξόδου ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια τοῦ «ἐγὼ» στὴν ἐλεύθερη συνάντηση μὲ τὸν Ἄλλον. Ἀντίστοιχα, ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ποὺ εἶναι ἀναγκαστικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μία δυνατότητα ποὺ κερδίζεται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία.
.           Στν νατολικ χριστιανικ παράδοση, τ πρόβλημα το κτιστο εναι ντολογικς φύσεως κα χι θικ (ὅπως στὴ Δύση). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κεντρικὸ σωτηριολογικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἡ Σταύρωσή Του (ὡς ἐξιλέωση τῆς ἀνθρώπινης παρακοῆς). Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ θανάτου.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Περγάμου Ἰωάννης πρὸς Ναυπάκτου Ἱερόθεον:
«Ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη».

.            Μὲ ἐπιστολή μου τῆς 17ης Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεον διαμαρτυρήθηκα ἐντόνως, γιατί διέστρεψε δημοσιευμένα κείμενά μου δίνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει κακοδοξία στὶς θέσεις, ποὺ ἐκφράζω στὶς Πανεπιστημιακὲς Παραδόσεις μου στὸ μάθημα τῆς Δογματικῆς. Τοῦ ἐδήλωσα ὅτι μὲ τὴν παραποίηση αὐτὴ τῶν κειμένων μου, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν, μὲ ἐμφανίζει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι ἀσπάζομαι κακοδοξία, τὴν ὁποία ρητῶς καταδικάζω στὸ ἐν λόγῳ ἔργο μου. Μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ τοῦ ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα: γιατί τὸ ἔκανε; Ἐκ παραδρομῆς –ὁπότε θὰ ἀρκοῦσε μία ἔκφραση λύπης ἐκ μέρους του– ἢ ἐσκεμμένα –πράγμα δύσκολο νὰ τὸ διανοηθῶ;
.             Στὸ γράμμα μου αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσει ταχύτατα, μὲ δικό του γράμμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, ἀπέφυγεν ὅμως νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πιὸ πάνω κρίσιμο ἐρώτημά μου. Μὲ μία βιαστικὴ ἀναφορὰ σχεδὸν ὡς «ἐν παρόδῳ» δηλώνει ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ παραποιήσει τὰ κείμενά μου (σὰν νὰ ἔχει σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη – ἄλλωστε τὰ κείμενα ὁμιλοῦν ἀπὸ μόνα τους), σπεύδει ὅμως νὰ συγκαλύψει τὸ πρόβλημα ἀναφερόμενος σὲ εὐρύτερες διαφωνίες του μαζί μου: ἡ παραποίηση αὐτὴ δὲν ἔχει σημασία, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ διαφωνία μας ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἄλλα θέματα (π.χ. στὸ θέμα τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου)! Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεώς του.
.             Κατανοῶ ἀπόλυτα τὴν θέση τοῦ ἁγίου ἀδελφοῦ: ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη· δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι, νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου. Ἐκπλήσσομαι ὅμως, εἰλικρινά, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κάθε εὐαισθησίας ἐκ μέρους του. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ δημοσίευμά του στὸν τόμο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (ὁ ὁποῖος καί, ἀκούω, μεταφράζεται στὴν ἀγγλική!) πληροφοροῦμαι ὅτι τὴν παραποιημένη ἀναφορά του στὸ κείμενό μου τὴν ἀνήρτησε καὶ στὸ διαδίκτυο, ὅπου καί, κατὰ τὴν ἱστοσελίδα, διαβάστηκε περισσότερες ἀπὸ 16.000 φορές! Ἂν ἐξαιρέσουμε τοὺς σοβαροὺς καὶ εἰδικοὺς γνῶστες τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖοι καὶ διέγνωσαν ἀμέσως ὅτι πρόκειται γιὰ πλαστογράφηση τῆς πραγματικότητος, χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν πρόσβαση στὰ κείμενά μου καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον θὰ θεωροῦν γνήσιο τὸ παραποιημένο κείμενό μου. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ σημαίνει τίποτε γιὰ τὸν ἅγιο ἀδελφό, ὁ ὁποῖος θὰ κοιμᾶται μὲ ἥσυχη τὴν συνείδησή του!
.             Ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος Ναυπάκτου θέλει γιὰ εὐνοήτους λόγους νὰ παρακάμψει τὸ θέμα αὐτὸ καί, προφανῶς, δὲν προτίθεται νὰ διορθώσει τὸ λάθος του (ἀφοῦ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ δὲν λυπεῖται γι’ αὐτὸ) κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἐδῶ ἡ συνομιλία μας. Ἐπειδὴ ὑποσχέθηκα ὅμως ὅτι θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἰσχυρισμῶν του, στοὺς ὁποίους καὶ ἐπανέρχεται στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του, ἐλπίζω σύντομα νὰ τὸ πράξω δίνοντας τέλος σὲ μία, δυστυχῶς, ἀδιέξοδη ὑπόθεση.
.             Ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, γιατί συνέδεσα τὸ ὅλον θέμα μὲ ἐκεῖνο τῆς πολεμικῆς ποὺ ἀσκεῖται κατὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τοῦ ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ παραποιημένο κείμενό μου βρίσκεται σὲ ὁμιλία του ποὺ χειροκροτήθηκε ἀπὸ σύναξη, κατὰ τὴν ὁποία ἀκούστηκαν τὰ μύρια ὅσα κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων του.
.             Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἐπιστολή του τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 2009, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ περιεχόμενό της, δὲν ἀπήντησα, διότι ἀναφέρεται σὲ θέματα ἐσωτερικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὰ ὁποῖα δὲν εἶχα κανένα δικαίωμα νὰ ἀναμειχθῶ. Εἶμαι πάντως ὑποχρεωμένος γιὰ λόγους δικαιοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νὰ δηλώσω ὅτι τὸ θέμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὴν Ρώμη τὸ ἔφερε ὄντως στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ ἡ σχετικὴ ἀπόφαση ἦταν συνοδική.

 Ἀθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2012

 ΠΗΓΗ: Amen.gr

 Ναυπάκτου Ἱερόθεος πρὸς Περγάμου Ἰωάννην:
«Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν “παπίζουμε”»

.             Ἔλαβα γνώση ἀπὸ τὸ διαδίκτυο τῆς ἀπὸ 27-9-2012 δήλωσης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη, ὕστερα ἀπὸ δική μου ἀπάντηση σὲ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία προηγήθηκε.
.             Λυπᾶμαι ποὺ ἐξαναγκάζομαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν δικό του τρόπο καὶ νὰ ἀπαντήσω στὴν ἀσυνήθιστη τακτικὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ στὸν ἀσυνήθιστο τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ στὴν παροῦσα περίπτωση, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἔχη ἀπαντήσει μέχρι τώρα στὶς ἀρνητικὲς κριτικὲς ποὺ ἔχουν ἐξασκήσει ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι καὶ συνάδελφοί του γιὰ θέσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ὑποστηρίζει.
.             Θὰ ὑπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεῖα ποὺ ἐκεῖνος θέτει μὲ τὴν δήλωσή του.

 1. Ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου

.             Στὴν γνωστὴ εἰσήγησή μου σὲ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ θέμα τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου» καὶ σημειώνω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ συνιστᾶ μία «μεταπατερικὴ θεολογία».
.             Στὴν συγκεκριμένη δὲ παράγραφο ἐντόπιζα τὴν κακόδοξη ἄποψη ὅτι «ἡ δῆθεν ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο». Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ παρέθεσα δύο φράσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη γιὰ τὴν ἄποψή του περὶ τοῦ «ἐλευθέρου θελήματος τοῦ Πατρὸς» καὶ γιὰ «τὴν ἔννοια τῆς βουλήσεως».
.             Τὶς καταγράφω: «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς».
.             Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του ἐκφράζει «τὴν κατάπληξή» του γιατί ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου του. Ὅμως, τὰ ὅσα ἔγραψα στὴν προηγούμενη ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω γιὰ μία ἀκόμη φορὰ γιὰ νὰ γίνουν κατανοητά: «Τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε (ἔγραφα στὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου) “ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς” τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.  Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι ἡ θέληση-βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο συνδέεται μὲ τὴν φύση, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ –ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει στὸν Θεό, ἀλλὰ μόνον στοὺς ἀνθρώπους– ἀνήκει στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση».
.             Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπισήμανση δὲν ἔκανα κάποια ὑπεκφυγή, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Σεβασμιώτατος στὴν δήλωσή του, ἀλλὰ ὑπογράμμιζα ὅτι δὲν μποροῦμε ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὸ «ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρός», οὔτε γιὰ τὸ ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς φράσεις εἶναι ἄστοχες ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅπως φαίνεται στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καὶ ἔχω ἀναλύσει σὲ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου. Ἡ βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ στὸν ἄνθρωπο εἶναι γνώρισμα τῆς προαιρέσεως καὶ ὄχι τῆς βουλήσεως. Αὐτὸ ἦταν τὸ βασικὸ θέμα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε στὴν περίπτωση αὐτή. Σὲ αὐτὸ δὲν ἔγινε καμμία παραποίηση καὶ καταλαβαίνω καλὰ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐνοχλήθηκε ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου καὶ ἔχασε τὴν ψυχραιμία του.
.             Καὶ ἂν ἀκόμη ἔθετα τὶς δύο αὐτὲς φράσεις του ξεχωριστὰ –χωρὶς τὰ ἀποσιωπητικὰ– ἡ οὐσία τοῦ θέματος δὲν θὰ ἄλλαζε, ἀφοῦ ἡ βούληση-θέληση στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι ἐπιλογὴ τοῦ προσώπου. Μὴν προσπαθῆ ὁ Σεβασμιώτατος νὰ θέτη διλήμματα, γιὰ νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ θέματος.
.             Ατ δν γινε οτε κ παραδρομς (μ τν ννοια τς προσεξίας) οτε σκεμμένως (μ τν ννοια τς σκόπιμης παραποίησης). θελα νὰ ναφερθ στν κακόδοξη διδασκαλία τι βούληση κάνει πιλογή.
.             Ἀκόμη, στὴν δήλωση τοῦ Σεβασμιωτάτου φαίνεται ἡ ἀντιφατικότητά του, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀρνεῖται τὴν δική μου πρόθεση νὰ μὴ παραποιήσω κείμενό του –ὅταν ἔγραφα «δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο»– μὲ τὴν αἰτιολογία «σὰν νὰ ἔχη σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη», ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ὁ ἴδιος στὴν ἑπομένη παράγραφο τῆς δήλωσής του ἀναφέρεται στὴν δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου». Δν μπορ νὰ ξηγήσω ατν τν διπλ συμπεριφορς πρς τς «προθέσεις» μφοτέρων.
.             Ἑπομένως, γιὰ ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα καὶ κυρίως γιὰ ὅσα θὰ ἀναφερθῶ στὴν συνέχεια μὲ σεβασμὸ παρακαλ τν Σεβασμιώτατο νὰ νακαλέση τ περ «παραποιήσεως τν θέσεών» του, γιατί εναι προσβλητικ γι τ πρόσωπό μου.

 2. Παρερμηνεία τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου

.             Μελετώντας περισσότερο τὸ θέμα ποὺ θίγει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου στὴν ἐπιστολή του καὶ στὴν ἐν συνεχείᾳ δήλωσή του φαίνεται μὲν ὅτι δὲν δέχεται τὴν αἱρετικὴ ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση-θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ ἑπομένως εἶναι κτίσμα, μάλιστα δὲ ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι «κακόδοξη ἀντίληψη» τὸ νὰ ἐκλαμβάνεται ὅτι «ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς», ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι παρερμηνεύει τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου μὲ κάποιους σχολαστικοὺς ἑλιγμούς, γιὰ νὰ φθάση σὲ δύο συμπεράσματα ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.
.             Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό…». Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι παρουσιάζει τὸν Μ. Ἀθανάσιο νὰ θέλη «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Πατρός, «ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι βούληση ἐκλογῆς μεταξὺ δύο δυνατοτήτων», καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κακόδοξη ἀντίληψη ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς μεταξὺ δυνατοτήτων» καὶ γιὰ τὴν «εὐσεβῆ ἔννοια τῆς θελήσεως», ποὺ εἶναι «ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς θελήσεως», σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τὸ ὁποῖο παρερμηνεύει κατὰ τὴν γνώμη μου.
.             Ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας στὴν Δογματική του ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ λάθος τοῦ Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος «ἐγκαινιάζει κατ᾽ ἀρχὴν» «καὶ ἀκολουθοῦν οἱ μετέπειτα ὀρθόδοξοι πατέρες» τὴν διάκριση τῆς «κατὰ φύσιν γεννήσεως» καὶ τῆς «κατὰ βούλησιν δημιουργίας». Αὐτὴν τὴν πατερικὴ θέση, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Νίκος Ματσούκας «φαίνεται νὰ ἀρνεῖται» κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα «προφανῶς ἀπὸ ἀστοχία ἢ κάποια παραδρομή». Στὴν συνέχεια παραθέτει τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Ἀναλυτικώτερα αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεός, ὡς Πατὴρ καὶ ὄχι ὡς “οὐσία”, μὲ τὸ νὰ “εἶναι” διαρκῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του νὰ ὑπάρχη, καὶ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν συνιστᾶ ἀκριβῶς ἡ Τριαδική Του ὕπαρξις: ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἀγάπην –δηλαδὴ ἐλεύθερα– γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα. Ἂν ὑπάρχη Θεός, ὑπάρχει διότι ὑπάρχει ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ἐλευθέραν γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα».
.             Καὶ στὴν συνέχεια σχολιάζει ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας: «Ἀλλὰ τὸ “κατὰ φύσιν” δὲν ὑπόκειται στὴν ἐλευθερία τῆς θέλησης παρὰ μονάχα τὸ “κατὰ βούλησιν”.  Ὁ Ἄρειος σὲ τούτη ἀκριβῶς τὴν κακοδοξία εἶχε περιπέσει, τὴν ὁποία πολέμησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι προϊὸν τῆς ἐλεύθερης βούλησης τοῦ Πατέρα, πράγμα ποὺ κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο ἰσχύει μονάχα γιὰ τὴ δημιουργία τῆς κτίσης.  Ἑπομένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάνει διάκριση μεταξὺ ἀΐδιας καὶ οἰκονομικῆς Τριάδας, ἐνῶ ὁ Ἄρειος δὲν κάνει τούτη τὴ διάκριση. Κατὰ τὸν Ἄρειο εἶναι δυνατὴ ἡ διάκριση θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνέγειας τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν κατατάσσονται στὴν οἰκογένεια τῆς ἄκτιστης καὶ ὁμοούσιας Τριάδας. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ὁ Λόγος, κατὰ τὸν Ἄρειο πάντοτε, προέρχεται ἀπὸ τὴν βουλητικὴ ἐνέργεια τοῦ Πατέρα, καὶ φυσικὰ ὄχι ἀπὸ μία “κατὰ φύσιν” σχέση τοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Υἱό. Ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, οἱ ἐπιπτώσεις αὐτὲς εἶναι ἀλλοτριωτικὲς στὴν ἐμπειρία καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἀπολύτρωσης» (Ν. Α. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´: Ἔκθεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, ὑπ. 56).
.             Ἑπομένως, πρόκειται γιὰ παρερμηνεία ποὺ κάνει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, γιὰ νὰ φθάση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου τοῦ Πατρὸς καὶ στὴν διάκριση μεταξὺ τῶν δύο ἀντιλήψεων περὶ τῆς θελήσεως, ἡ μία «κακόδοξη ἀντίληψη» καὶ ἡ ἄλλη «ἡ εὐσεβὴς ἔννοια τῆς θελήσεως».
.             Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικότερα πῶς ἔχει τὸ θέμα αὐτό, γιὰ νὰ διαπιστωθῆ ἡ παρερμηνεία τοῦ πατερικοῦ κειμένου ἢ «ἀπὸ ἀστοχία» ἢ ἀπὸ «κάποια παραδρομή», ὅπως ἐπισημαίνει μὲ ἀκαδημαϊκὴ εὐπρέπεια ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας. Ἑτοιμάζω δὲ εἰδικὴ μελέτη, γιὰ νὰ ἐντοπίσω τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνευτικὴ μεθοδολογία του. Ἁπλῶς ἐδῶ θὰ κάνω μία εὐσύνοπτη παρουσίαση τοῦ θέματος.
.             Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται αὐτοῦ, διαπιστώνει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀντιμετώπισε τὸ δίλημμα ποὺ τοῦ ἔθεταν οἱ Ἀρειανοί, ἐὰν ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ποὺ γι᾽ αὐτοὺς ἦταν κατ᾽ ἀνάγκη, ἢ δημιουργήθηκε κατὰ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κάτι τὸ ὁποῖο πίστευαν οἱ ἴδιοι, καὶ εἶναι κτίσμα.
.             Ὁ Μ. Ἀθανάσιος μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἐξουδετέρωσε τὴν ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, γιατί τότε θὰ ἦταν κτίσμα, καὶ ὑποστήριξε τὴν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς γέννηση τοῦ Υἱοῦ. Μάλιστα δὲ τὸ κεντρικότερο σημεῖο τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶναι ὅτι θεωρεῖ παράφρονα ἐκεῖνον ποὺ θέτει μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ βούληση καὶ σκέψη, καὶ γι᾽ αὐτὸ γράφει: «Μαίνοιτο γὰρ ἄν τις μεταξὺ τιθεὶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ βούλησιν καὶ σκέψιν. Καὶ γὰρ ἕτερόν ἐστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, ἕτερον δὲ ὅτι Ἴδιον φύσει τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ θέλει αὐτόν».
.             Συγχρόνως ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ᾽ οὐσίαν δὲν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκη, γι᾽ αὐτὸ γράφει: «ὥσπερ γὰρ τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς (ἐνν. ὁ Πατὴρ) οὕτω καὶ ὁ Υἱός, ἴδιος ὢν αὐτοῦ τῆς οὐσίας, οὐκ ἀθέλητος ἐστιν αὐτῷ». Τὸ «θελητὴς» χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο γιὰ νὰ ἀπορρίψη τὸ «ἀθέλητος», τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖο πρέσβευαν οἱ Ἀρειανοί, καὶ νὰ ἐκφράση ὅτι εἶναι θελητς τς οσίας Του καὶ ὄχι ἀθέλητος.
.             Ἡ λέξη «θελητὴς» δὲν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς θελήσεως, τὴν ὁποία θέληση προηγουμένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶχε ἀπορρίψει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ μ τν ννοια τοῦ πιθυμητς (θελητὸς=ἐπιθυμητός, κατὰ τὸ Liddel-Scott), ἀγαπητός.  Ἔτσι μετέφρασε τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ μεταφραστὴς στὶς «Πατερικὲς Ἐκδόσεις» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα 3, Κατὰ Ἀρειανῶν Γ´, 66, ΕΠΕ, Εἰσαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχόλ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, “Γρηγόριος Παλαμᾶς”, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) ποὺ μᾶλλον προσεγγίζει καλύτερα τὸ θέμα. Μεταφράζει: «Διότι ὅπως (ὁ Πατὴρ) ἐπιθυμεῖ τὴν ἰδικήν Του ὑπόστασιν, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ἔχει κοινὴν πρὸς τὸν Πατέρα οὐσίαν, δὲν εἶναι ἀνεπιθύμητος εἰς αὐτόν». Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀρθή, γιατί φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος συνδέει τὸ «θελητὴς» μὲ τὴν ἀγάπη, παραπέμποντας στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ» (Ἰω. ε´, 20). Καὶ ἐπισημαίνει: «Θελέσθω καὶ φιλείσθω τοίνυν ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὕτω τὸ θέλειν καὶ τὸ μὴ ἀβούλητον τοῦ Θεοῦ τις εὐσεβῶς λογιζέσθω. Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τῇ θελήσει ἢ θέλεται παρὰ τοῦ Πατρός, ταύτῃ καὶ αὐτὸς ἀγαπᾶ, καὶ θέλει, καὶ τιμᾶ τὸν Πατέρα καὶ ἕν ἐστι θέλημα τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ, ὡς καὶ ἐκ τούτου θεωρεῖται τὸν Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, καὶ τὸν Πατέρα ἐν τῷ Υἱῷ».
.             Φαίνεται σαφέστατα ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν κοινὴ φυσικὴ ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινὴ φύση καὶ κοινὴ ἐνέργεια καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Πατὴρ θέλει καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δν φίσταται διαφορετικ θέληση στ Πρόσωπα τς γίας Τριάδος καί, βεβαίως, δν φίσταται διαφορετικὴ λευθερία τν Προσώπων.
.             Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι αὐτὸ τὸ «θελητὴς» ἀναφέρεται στὸ «θέλημα τοῦ Πατρὸς» μὲ τὸ ὁποῖο δῆθεν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ὁ Υἱός, ὁ Μ. Ἀθανάσιος συμπεραίνει: «Οὐκοῦν μὴ λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ὁ Υἱός, μηδὲ τὰ Οὐαλεντίνου ἐπεισαγέσθω τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ βουλὴ ζῶσα, καὶ ἀληθῶς φύσει γέννημα, ὡς τοῦ φωτὸς τὸ ἀπαύγασμα». Ὅπως τὸ ἀπαύγασμα (ἡ λάμψη) «φύσει αὐτοῦ (τοῦ φωτὸς) γέννημα θελόμενον παρὰ τοῦ φωτὸς καὶ γεννήσαντος αὐτὸ» καὶ δὲν γίνεται «ἐν σκέψει βουλήσεως, ἀλλὰ φύσει καὶ ἀληθείᾳ», ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανείς, ὅτι συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, «ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Υἱόν, καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Πατέρα». Ἑπομένως, δὲν θέλει μόνον ὁ Πατὴρ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
.             Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Μ. Ἀθανάσιος σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου λόγου του κατὰ Ἀρειανῶν σαφῶς ποφαίνεται τι «το βούλεσθαι τ κατ φύσιν πέρκειται, καὶ  φύσις οχ πόκειται τ βουλήσει».
.             Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου γράφει ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι ἐκ τῆς θελήσεως καὶ ἀποφαίνεται: «ἡ γέννησις εὐδοκία καὶ θέλησις οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ ὑπὲρ εὐδοκίαν καὶ θέλησιν –φύσει γὰρ δείκνυσιν ἐκ Πατρὸς ὄντα τὸν Υἱὸν ὡς αὐτῷ γνήσιον καὶ ὁμοούσιον, ἀλλ᾽ οὐ θελήσει καθὰ τὰ κτίσματα». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, ἔκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99).
.             Ἡ ὁποιαδήποτε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῆς φράσεως τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητής», παραπέμπει σὲ κακόδοξη ἄποψη ὅτι δῆθεν ὁ Πατὴρ εἶναι θελητὴς καὶ τῆς δικῆς Του ὑπάρξεως, δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ Του!
.             Πάντως, συνιστᾶ ἔντονο θεολογικὸ πρόβλημα τὸ γιατί ἡ φράση «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς» (ὁ Πατὴρ) ποὺ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο τίθεται γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς φύσεως τῶν Ἀρειανῶν καὶ νὰ δείξη ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἐπεκτείνεται στὴν «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅτι «τὸ αἴτιο τῆς ἐλευθερίας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ» δὲν εἶναι «ἡ ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν οὐσία, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ αἰτίου, τοῦ Πατρός».
.             Ἑπομένως, ναὶ μὲν ὁ Σεβασμιώτατος δὲν δέχεται ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἀρειανοί, ἀλλὰ ὅταν ὁμιλῆ γιὰ «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς» καὶ ὅταν γράφη σὲ ἄλλο κείμενό του ὅτι «Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ἔγκειται ἁπλῶς εἰς τὴν “φύσιν” του, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐκ φύσεως εἶναι ἄκτιστος, ἐνῶ ἐμεῖς ἐκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιὰ ἐλπίς, καμμιὰ δυνατότης δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ γίνη ποτὲ πρόσωπον, μὲ τὴν ἔννοιαν ποὺ εἶναι ὁ Θεός, δηλαδὴ ὄντως πρόσωπον. Ἀλλ᾽ ὄχι ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν Του, ἀλλὰ εἰς τὴν προσωπικήν Του ὕπαρξιν, δηλαδὴ εἰς τὸν “τρόπον ὑπάρξεως” μὲ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὡς θεία φύσις (ὑποσημ.: Ἐάν, ἄλλωστε, συνδέσωμε τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύσιν Του, αὐτόματα, ὅπως δείξαμε πρὸ ὀλίγου, τὴν ἀναιροῦμε!)» (Ἰω. Ζηζιούλα, Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον εἰς τὸ πρόσωπον. Ἡ συμβολὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προσώπου, ἐν Ἱμάτια Φωτὸς Ἀρρήτου: Διεπιστημονικὴ Προσέγγιση τοῦ Προσώπου, ἐπιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναρᾶς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94), καθὼς ἐπίσης ὅταν ὑποστηρίζη ὅτι «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ὁ Θεὸς τὴν ὀντολογικὴν ἐλευθερίαν Του, ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ Τὸν κάνει νὰ εἶναι ὀντολογικὰ ἐλεύθερος, εἶναι τὸ ὅτι ὑπερβαίνει καὶ καταργεῖ τὴν ὀντολογικὴν ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας μὲ τὸ νὰ εἶναι Θεὸς ὡς Πατήρ, δηλαδὴ ὡς Ἐκεῖνος ποὺ “γεννᾶ” τὸν Υἱὸν καὶ “ἐκπορεύει” τὸ Πνεῦμα», αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Ὑπογραμμίζω καὶ πάλι ὅτι ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ βούλησης-θέλησης καὶ προαίρεσης. Ἡ βούληση-θέληση, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ θέληση-βούληση δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῶν, ὅπως διδάσκει ἡ δυτικὴ φιλοσοφία, ἐνῶ ἡ προαίρεση στὸν ἄνθρωπο –ὄχι στὸν Θεό, ποὺ δὲν ἔχει προαίρεση– συνδέεται μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνει.
.             Ἀλλὰ καὶ ἡ προαίρεση αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾶ ἀτέλεια, γιατί ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος ἐν Χριστῷ ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαιρέσεως. Αὐτὸ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος καὶ θὰ τὸ ἀναλύσω σὲ νέο ἐκτενὲς κείμενό μου. Μν προσπαθε, λοιπόν, Σεβασμιώτατος Περγάμου ν ξεπερν τ σοβαρ ατ θέματα μ τν δθεν παραποίηση τν θέσεών του.
.             Ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ἤδη τὸ 1990, πρὶν 22 χρόνια, πολὺ εὐφυῶς ἀσχολήθηκε μὲ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα καὶ παρουσίασε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἐλευθερία καὶ σωτηρία», στὸ πρῶτο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ «σωτηριῶδες κεφάλαιον», καὶ στὸ δεύτερο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ περὶ τῆς «αἱρετικῆς ἐλευθερίας». Ἀναφερόμενος σὲ ἀπόψεις «ὡρισμένων ἀθεράπευτα ρομαντικῶν Ρώσων “θεολόγων” καὶ φιλοσόφων» καὶ ἀναλύοντας ἀπόψεις τοῦ Εὐδοκίμωφ γιὰ τὴν σχέση ἐλευθερίας καὶ προσώπου, σὲ σύγκριση μὲ πατερικὰ χωρία, παρατηρεῖ: «Εἶχαν πάθει σύγχυση λοιπὸν ὅλοι οἱ Πατέρες; “Τὸ γὰρ αὐτεξούσιον, θέλησιν ὡρίσαντο” καὶ τὴν θέληση “φυσικὴν καὶ αὐτεξούσιον ὀρεκτικὴν τοῦ νοῦ κίνησιν”. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναφορὰ τοῦ αὐτεξουσίου στὸ… “πρόσωπο” ἀπὸ κανένα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν ὅμως πολλὲς ἀπὸ πολλοὺς αἱρετικοὺς (Εὐνομιανούς, Νεστοριανούς, Ὠριγενιστὲς καὶ προπαντὸς Μονοθελῆτες καὶ Μονοενεργῆτες), τῶν ὁποίων κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι “τὸ μὴ εἰδέναι τὴν διαφορὰν τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑποστατικοῦ θελήματος”, δηλαδὴ ὅτι “ἡ μὲν θέλησις τουτέστιν ἡ θελητικὴ δύναμις καὶ αὐτὸ τὸ ἁπλῶς θέλειν, φυσικόν, τὸ δὲ θελητόν, τουτέστιν τὸ τί θέλειν, γνωμικὸν καὶ ὑποστατικόν”.
.             Σὲ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Εἶναι λοιπὸν ἡ ἐλευθερία οὐσία προσωπικὴ καὶ ὄχι φυσικὴ ἐνέργεια, ἢ –ἔστω– ὑποστατική; Καὶ διαθέτει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἄραγε ὡς ἰδιαίτερη δική του οὐσία τὴν ἐλευθερία, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν φύση ἢ οὐσία ποὺ ὑποστασιάζει; Στοὺς εἴκοσι αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ἐμφανίσθηκαν ποτὲ φοβερώτερες πλάνες ἀπ’ αὐτές, παρμένες ὅλες ἀπὸ περιλάλητο ἔργο “Ὀρθοδοξία”, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε διδάκτωρ καὶ καθηγητὴς στὸν Ἅγιο Σέργιο τῶν Παρισίων ὁ Εὐδοκίμωφ».
.             Πιὸ κάτω γράφει: «Κανένας Πατὴρ δὲν συνέδεσε ποτὲ πρόσωπο καὶ ἐλευθερία, ἢ φύση καὶ ἀναγκαιότητα. Κανεὶς δὲν μίλησε ποτὲ γιὰ ὑποστατικὴ ἐλευθερία. Εἶναι τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοενεργητῶν αὐτὸ τὸ δόγμα καὶ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουμ. Σύνοδο. Ἀλλὰ καὶ οἱ Μονοθελῆτες ἀκόμη εὐρίσκοντο σὲ πολὺ καλύτερη θέση ἀπ’ τοὺς Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνοῦσαν ἀπόλυτα μὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἀντιπάλους των στὸ ὅτι: θέλησις-ατεξούσιον-λευθερία σήμαιναν κριβς τὸ διο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξ “ψυχολογικν” κα “μεταφυσικν” ρόλων σ᾽ ατος τος ρους. Ἀκόμη καὶ ἡ “βούλησις” ὁρίζεται ἀπ᾽ τοὺς ὀρθοδόξους παρὰ τὸν γνωμικό της χαρακτήρα ὡς “ποιὰ φυσικὴ θέλησις”, ἁπλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πὼς καὶ τ γνωμικ θέλημα δν εναι παρ προσωπικς τρόπος χρήσεως τς φυσικς θελήσεως, καὶ π᾽ οδεν λόγ μία διαίτερη θελητικὴ νέργεια, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς ὅσες πηγάζουν ἀπὸ τὴν φύση». (βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 καὶ 30-3-1990).
.             Ὅλα αὐτὰ μὲ ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα τι Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου ωάννης φείλει νὰ ποκαταστήση τ πράγματα κα νὰ νακαλέση χι μόνο τὰ φορντα στ πρόσωπό μου, λλ κυρίως τὰ φορντα στν Μ. θανάσιο, τν ποο παρουσιάζει ν δέχεται σφαλμένες πόψεις.
.             Αὐτὰ πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως.

 3. Τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία»

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὴν εἰσήγησή μου, ἡ ὁποία προκάλεσε τὸν Σεβασμιώτατο, θέλω νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι συμμετεῖχα στὸ Συνέδριο τὸ ὁποῖο διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς γιὰ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ διατύπωσα τὴν ἄποψή μου γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία», να σοβαρ θέμα πο μπορε νὰ πονομεύση τ θεμέλια τς συγχρόνου θεολογίας, γιατί ποτελε μία «ψευδομόρφωση» στν σύγχρονη θεολογία καὶ χει κκλησιολογικς κα ποιμαντικς προεκτάσεις.
.             Γιατί, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὸ νὰ χωρίζεται ἡ ἐκκλησιολογία σὲ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» καὶ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ὅτι δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων ἐξέφραζαν τὴν πρώτη καὶ οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἐξέφραζαν τὴν δεύτερη, ἐπηρεασθέντες ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, καὶ ἀργότερα ἔγινε ἡ σύνθεση τὸ νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία» τῶν Πατέρων ὑπῆρξε «ἀνατροπὴ» τῆς «εὐχαριστιακῆς-ἐσχατολογικῆς ἐκκλησιολογίας» κλπ. εἶναι νάρκη στὰ θεμέλια της ὀρθοδόξου θεολογίας.
.             Πάντως, στὸ συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετεῖχα καὶ διατύπωσα νομίζω μὲ νηφαλιότητα καὶ θεολογικὴ εὐκρίνεια τὶς ἀπόψεις μου καὶ μάλιστα στὸ τέλος ἀναφέρθηκα καὶ σὲ λόγο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ὅτι «Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν αὐθεντικὴν “πατερικὴν” θεολογίαν, πέραν ἀπὸ τὸν νεοπατερισμὸν καὶ τὸν μεταπατερισμόν, εἰς μίαν ἐκκλησιαστικὴν θεολογίαν, ἡ ὁποία ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν ἔντασιν μεταξὺ τοῦ “ἤδη” καὶ τοῦ “ὄχι ἀκόμη” τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
.             Ὅμως, μὲ προβληματίζει ἡ σκοπιμότητα τῆς ἀνάμειξης τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅσον μὲ ἀφορᾶ. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δὲν πρέπει νὰ διεκδικῆ τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ μοναδικὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου τὸ ἔχει ἀποδείξει στὴν πράξη καὶ εἶναι μεμαρτυρημένο.
.             Ἔπειτα, δὲν συμμετεῖχα σὲ ἕνα Συνέδριο αἱρετικῶν. Τὸ διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς, καὶ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, ἐκπροσωποῦνταν Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ φορεῖς τοῦ Ποιμνίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καὶ ἐτέθησαν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλωστε, σὲ ἕνα Συνέδριο ὁ καθένας φέρει τὴν εὐθύνη τῶν δικῶν τοῦ ἀπόψεων. Ἀσφαλῶς τὸ γνωρίζει αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἀπὸ τὰ Συνέδρια στὰ ὁποῖα συμμετέχει.

 4. Ὁ «ἐπίσημος διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς»

.             Τὸ θέμα τοῦ «ἐπισήμου διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς» τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ Σεβ. Περγάμου πολὺ ἐπιφανειακά. Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπέστειλα ἔθεσα σοβαρὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρακάμπτει. Ἄλλωστε, δὲν εὐθύνεται ὁ ἴδιος γι᾽ αὐτά.
.             Ἔγραφα ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφαση ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὶν τὸ 2008 γιὰ τὸ θέμα αὐτό, καὶ δὲν ἐννοοῦσα τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
.             Πάντως, ἡ συγκεκριμένη ἐξουσιοδότηση ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο μὲ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀφοροῦσε στὸ νὰ συνεχισθῆ ὁ διάλογος μὲ τοὺς «Ρωμαιοκαθολικούς», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ μεγάλο θέμα τῆς Οὐνίας.
.             Γράφει ἡ σχετικὴ ἐξουσιοδότηση: «Παρὰ τὶς ὑφισταμένας δυσκολίας, αἵτινες πηγάζουν ἐκ τῆς συνεχίσεως τῆς προσηλυτιστικῆς δράσεως τῆς Οὐνίας εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ἐν λόγῳ Θεολογικὸς Διάλογος δέον, ὅπως συνεχισθῆ. Πεποίθαμεν, ὅτι δέον ὅπως ὁριστικῶς καὶ ἀπεριφράστως καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος, ἡ ὁποία, ὅπου ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχε νὰ ὑπηρετήση τὸν σκοπὸν τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις καὶ ἐλειτούργησεν ὡς μέθοδος προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Οὐνία ἀποτελεῖ Ἐκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, καὶ Δογματικὴν ἐκτροπὴν καὶ βιαίαν ἀπόσπασιν καὶ ἀπόσχισιν πιστῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταδικασθῆ καὶ νὰ καταργηθῆ.
.             Ὡς πρὸς τὴν θεματολογίαν τοῦ Διαλόγου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, ὅπερ οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ, δεδομένου, ὅτι συνεχίζει νὰ ὑπάρχη καὶ νὰ δρᾶ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἡ συζήτησις αὐτή, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πορείας τοῦ Διαλόγου, δύναται νὰ διεξαχθῆ ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ πρωτείου»..             Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν στὸν διάλογο ἔγινε συζήτηση γιὰ τὴν Οὐνία.Ὅμως, γιὰ τὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἰσχύει κατὰ πάντα ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ ἔτους 2010, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, μεταξὺ τῶν ἄλλων:

 «1. Διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ἐνημερώσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, στὰ σημαντικὰ αὐτὰ ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλὰ ὅτι αὐτὸ διατυπώθηκε πολὺ εὐγενικά). Δηλώθηκε δὲ ὅτι ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θὰ λαμβάνη γνώση ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων, διαφορετικὰ κανένα κείμενο δὲν δεσμεύει τὴν Ἐκκλησία. Ἄλλωστε αὐτὸ συνιστᾶ τὸ Συνοδικὸ Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ὁ Διάλογος πρέπει νὰ συνεχισθεῖ, μέσα ὅμως στὰ ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ πλαίσια, πάντοτε ὕστερα ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅπως πανορθοδόξως ἔχει ἀποφασισθεῖ».

.             Ἡ πόφαση ατ τς εραρχίας τς κκλησίας τς λλάδος εναι σαφέστατη κα δείχνει τν πιθυμία της νὰ νημερώνεται πλέον ρκούντως γι τ θέμα τν διαλόγων καὶ τι «πίσημος διάλογος τν ρθοδόξων μ τος Ρωμαιοκαθολικος» πρέπει ν γίνεται σὲ ρθόδοξα κκλησιολογικ κα κανονικ πλαίσια.
.             Λυπμαι πο κα στν «δήλωση» το Σεβασμιωτάτου διέκρινα τν αχμηρ καὶ περοπτικ τρόπο, μ τν ποον γραψε κα τν πιστολή του.
.             Γνωρίζω ὅτι στν ρθόδοξη κκλησία δν «παπίζουμε», ὅλοι εἴμαστε «διδακτοὶ Θεοῦ», κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστεως, μέσα στὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση, ὅταν ἑρμηνεύεται ὀρθῶς, καὶ τ θεολογεν εναι ργο τοῦ πισκόπου, τὸ ποο δν μπορε νὰ σκται μονομερς πὸ καδημαϊκος διδασκάλους.
.             Ὅλοι μετέχουμε, κατὰ διαφόρους βαθμούς, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρία τῶν θείων καὶ οἱ ἀληθινοὶ θεολόγοι ὁμιλοῦν κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «ἁλιευτικῶς καὶ οὐκ ἀριστοτελικῶς».

 + Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

ΠΗΓΗ: Romfea.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΥΨΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ καὶ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ [ΕΡΙΣ ΠΕΡΙ “ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ” ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ “ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ” ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ] («Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος νὰ ὑπομνήσω κυρίως τί εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὄχι πρωτίστως νὰ τοὺς μεταγράψω στὸ σήμερα»)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ θεολογικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο Ἱεραρχῶν προσέλαβε πλέον ἄμεσο ἐπιστολικὸ χαρακτήρα. Ἴσως ἔτσι δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ δοθοῦν ἑκατέρωθεν διευκρινίσεις [μὲ τὴν εὐχή: χωρὶς ἐκκλησιαστικὴ ζημία].

Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
Κύριον Ἱερόθεον,
Εἰς Ναύπακτον.

Ἀθῆναι,  17 Σεπτεμβρίου 2012

Σεβασμιώτατε,

.         Μὲ κατάπληξιν διεπίστωσα εἰς κείμενόν Σας ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς», δημοσιευόμενον εἰς τὸν τόμον Πατερικὴ Θεολογία καὶ μεταπατερικὴ αἵρεση, ἔκδ. Ι. Μητροπόλεως Πειραιῶς, Πειραιεὺς 2012, κατάφωρον παραποίησιν ἰδικοῦ μου κειμένου, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ Σας ὅτι εἰς τὸ κείμενόν μου αὐτὸ ἐκφράζονται θέσεις «ἀπαράδεκτες ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδόξου θεολογίας» (σ. 199).
.         Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν οὐσίαν τῶν ἰσχυρισμῶν Σας, ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ μᾶς διδάξετε Ὀρθόδοξον θεολογίαν, θὰ λάβετε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν περιορίζομαι εἰς τὴν ἐπισήμανσιν καὶ τὸν στιγματισμὸν τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖτε πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν Σας.
.         Εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος κείμενόν μου, τὸ ὁποῖον ἀπεσπάσατε ἀπὸ τὰ Μαθήματα Χριστιανικῆς Δογματικῆς (Σημειώσεις ἀπὸ τὰς Παραδόσεις μου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης) μὲ λανθασμένην παραπομπὴν εἰς τίτλον καὶ σελίδας (ἀλλὰ αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἀποτελεῖ συγγνωστὴν προχειρότητα καί, ἴσως, τυπογραφικὸν λάθος), καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐλευθέρας παρὰ τοῦ Πατρὸς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος, προσθέτετε μετὰ ἀπὸ ἀποσιωπητικὰ τὴν φράσιν: «Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιλογῆς»!
.            Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν φράσιν ποῦ τὴν εὑρήκατε; Τὴν ἐπήρατε ἀπὸ  τὴν ἐπομένην  σελίδα,  εἰς την  ὁποίαν   ἀναφέρομαι  εἰς  τὰς ἀπόψεις τῶν Ἀρειανῶν (ὄχι τὰς ἰδικάς μου) καὶ εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ τὴν ἐλευθερίαν ὄχι ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος (ὡς ἐπιλογήν). Διαθέτω μάλιστα ἐκεῖ περισσοτέρας τῶν τριῶν σελίδων, διὰ νὰ ἐξηγήσω ὅτι εἰς τὸν Θεὸν ἡ ἐλευθερία δὲν ἀσκεῖται ὡς ἐπιλογή, καὶ τονίζω ὅτι «κακόδοξη ἀντίληψη εἶναι ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς» (σ. 114), δεδομένου μάλιστα ὅτι μία τοιαύτη ἀντίληψις θὰ ὁδηγοῦσε  εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Πατὴρ θὰ μποροῦσε καὶ νὰ μὴν εἶχε γεννήσει τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύσει τὸ Πνεῦμα. Αὐτὴν τὴν κακοδοξίαν, τὴν ὁποίαν καταδικάζω ρητῶς, μὲ ἐμφανίζετε διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν ὅτι τὴν ἀσπάζομαι! Καὶ ἀφοῦ, ὑποτίθεται, ἀνεγνώσατε τὰ Μαθήματα Δογματικῆς, δὲν εἴδατε ὅτι τὸ νὰ «κολλήσετε» τὴν φράσιν περὶ βουλήσεως ὡς ἐπιλογῆς εἰς ὅσα λέγω περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος προσκρούει εἰς τὴν ρητὴν ἐκεῖ δήλωσίν μου ὅτι «δὲν ἀσκεῖται ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ἐκλογὴ» (σ. 95);
.         Διερωτῶμαι, Σεβασμιώτατε, διατὶ προέβητε εἰς αὐτὴν τὴν κατάφωρον παραποίησιν τῶν θέσεών μου. Τὸ ἐπράξατε ἐκ παραδρομῆς; Ἀλλὰ δι’ ἕνα ἔμπειρον καὶ πολυγραφώτατον συγγραφέα, ὡς ἡ Σεβασμιότης Σας, τοῦτο θὰ ἔθετεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ἀξιοπιστίαν καὶ τῶν λοιπῶν δημοσιευμάτων Σας. Τὸ ἐπράξατε συνειδητῶς καὶ σκοπίμως; Ἀλλὰ τοῦτο προτιμῶ οὐδὲ κἂν νὰ τὸ σκέπτωμαι.

Σεβασμιώτατε,

 .         Γνωρίζετε τὴν πολεμικήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται τελευταίως ὑπὸ ὡρισμένων κύκλων ἐναντίον μου καὶ αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος ὅτι, ὑπείκων εἰς συνοδικὰς ἀποφάσεις ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, προεδρεύω ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς τοῦ ἐπισήμου θεολογικοῦ Διαλόγου μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Ἡ ἐμπάθεια καὶ αἱ ὕβρεις, ποὺ τὴν συνοδεύουν, καθιστοῦν ἀδύνατον καὶ ἄνευ νοήματος οἱανδήποτε ἀπάντησιν εἰς τὴν πολεμικὴν αὐτήν. Ἡ ἄμεσος ἢ ἔμμεσος ὅμως συστράτευσις ἑνὸς ἐπισκόπου της Ἐκκλησίας εἰς τὴν πολεμικὴν αὐτήν, καὶ δὴ καὶ μὲ μεθόδους παραποιήσεως τῶν θέσεών μου, ἀποτελεῖ ἰδιαιτέρως σοβαρὸν ζήτημα. Ἐλπίζω νὰ ἀνελογίσθητε, ὡς ὑπεύθυνος ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ κατάστασις αὐτή. «Εἰ γὰρ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε» (Γαλ. 5,15).
.         Ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι μελετᾶτε τὸν ἅγιον Μάξιμον, τὸν Ὁμολογητήν, ἀδελφικῶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε τὸ ἑξῆς χωρίον ἀπὸ τὰς «Πεύσεις καὶ ἀποκρίσεις» του: «Ὅστις τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν ὁμόπιστον ἄθεον καὶ εἰδωλολάτρην, ἢ αἱρετικὸν καὶ ἄπιστον καλεῖ, οὗτος λέγει “μωρόν”, καὶ τῆς γεένης δικαίως ὑπεύθυνος γίνεται»  (Πεύσ. ιδ´  PG 90, 797Α)

Μετὰ τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης,

† Ὁ Περγάμου Ἰωάννης

Υ. Γ. Ἀπηυχόμην πάντοτε τὴν δημοσίαν διένεξιν μεταξὺ ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία βλάπτει σοβαρῶς τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔκαμα τὸ πᾶν, διὰ νὰ ἀποφευχθῆ, ἀλλὰ ἡ Σεβασμιότης Σας ἤρξατο, δυστυχῶς, χειρῶν ἀδίκων. Κατόπιν τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ λόγους στοιχειώδους αὐτοπροστασίας μου νὰ δημοσιοποιήσω εὐρύτερον τὴν παροῦσαν ἐπιστολήν.

† Π. Ι.

Σημείωμα καὶ Ἀπάντηση Μητροπολίτου Ναυπάκτου
στὸν Μητροπολίτη Περγάμου
μαζὶ μὲ μιὰ παλαιότερη ἐπιστολή,
ποὺ εἶχε ἀποστείλει στὸν ἴδιο Μητροπολίτη.
(ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΥΨΙΝΟΙΑ ΣΤΑ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

Ὁ Μητροπολίτης
Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ναύπακτος, 25 Σεπτεμβρίου 2012

.         Ἔλαβα τὴν ἀπὸ 17-9-2012 ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη τὴν Παρασκευὴ 21 Σεπτεμβρίου μὲ τὸ Γραφεῖο Ταχυμεταφορῶν καὶ ἀπήντησα στὸν Σεβασμιώτατο αὐθημερὸν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὥστε νὰ λάβη τὴν ἀπάντησή μου τὴν ἑπομένη ἡμέρα, ἤτοι τὸ Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου.
.         Μετὰ τὴν (σημερινὴ) δημοσίευση τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου στὸ Διαδίκτυο, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ δημοσιεύσω τὴν ἀπάντησή μου, μαζὶ μὲ τὴν ἀπὸ 7-10-2009 ἐπιστολή μου πρὸς τὸν ἴδιο, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸ θέμα τῶν Διαλόγων, τὸ ὁποῖο θίγει ὁ Σεβασμιώτατος.
.         Ἁπλῶς θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ θέματος, ὅτι ἀμέσως μετὰ –τὸν Ὀκτώβριο 2009– ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, μὲ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀπέστειλε σὲ ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς τὰ ἕως τότε κείμενα τοῦ Διαλόγου, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἔγινε συζήτηση στὴν Ἱεραρχία γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα καὶ ἐξεδόθη ἕνα πολὺ σημαντικὸ κείμενο.
.         Καὶ ἐγὼ ἀπηυχόμην τὴν δημόσια διένεξη μεταξὺ Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ ὅμως τὰ θέματα εἶναι θεολογικὰ καὶ ὄχι προσωπικά.

+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

Ἐπισυνάπτοται δύο ἐπιστολὲς: ἡ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 2012 (ἀκολουθεῖ κατωτέρω) καὶ ἡ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 2009 (βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ
ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ναύπακτος, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Περγάμου
κ. Ἰωάννην,
Ἀθῆναι

Σεβασμιώτατε,

.         Ἔλαβα σήμερα μόλις τὸ ἀπὸ 17-9-2012 γράμμα σας καὶ εὐχαριστῶ γιατί ἐκφράσατε μὲ αὐτὸ τὴν ἄποψή σας. Καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπάρχη μεταξὺ ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν συνεξήγηση καὶ συζήτηση γιὰ θέματα θεολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Γιατί, ὅπως γνωρίζετε, ἡ θεολογία εἶναι ὑπόθεση σοβαρὴ καὶ ἀπαιτεῖται ἐνδελεχὴς μελέτη.
.         Στὸ συγκεκριμένο θέμα, τὸ ὁποῖο θίγετε, ὅτι ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου σας, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο. Βεβαίως, τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε, «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι θέληση-βούληση τόσο στν Θεὸ σο κα στν νθρωπο συνδέεται μ τν φύση, εναι ρεξη τς φύσεως καὶ χι το προσώπου, νῶ  προαίρεση, δηλαδὴ ἡ πιλογἡ ποία δν πάρχει στν Θεό, λλ μόνο στος νθρώπουςνήκει στν πόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση. (βλ. σχετ.: ΚΑΙΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ «ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟ «Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/19/πατερικὴ-προσέγγιση-τῆς-θελήσεως-ἀπ/)
.         Ἄλλωστε, ἡ πρόταση, μὲ τὴν ὁποία ἀρχίζει ἡ συγκεκριμένη παράγραφος τοῦ κειμένου μου, ἑρμηνεύει τὰ ἑπόμενα. Γράφω ἐκεῖ: «Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀπόψεις ὁρισμένων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν στηρίγματα στὴν πατερικὴ θεολογία». Ἐπίσης καὶ ἡ πρόταση, ἡ ὁποία κατακλείει τὴν παράγραφο αὐτή, ἑρμηνεύει τὴν πρόθεσή μου. Γράφω: «Καὶ αὐτὸ γιατί οἱ Πατέρες συνδέουν τὴν θέληση-βούληση μὲ τὴν φύση, ὁπότε ὑπάρχει μία θέληση καὶ βούληση στὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης ἐντοπίζουν τὴν διαφορὰ μεταξὺ θέλησης-βούλησης καὶ προαίρεσης. Βεβαίως, ἄλλο εἶναι τὸ “θέλειν” καὶ ἄλλο εἶναι τὸ “πῶς θέλειν”».
.         Ἐπίσης, μελετώντας κανεὶς προσεκτικὰ τὴν ἀνάλυση, τὴν ὁποία κάνετε τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, μάλιστα δὲ σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα προηγοῦνται καὶ ὅσα ἕπονται αὐτοῦ τοῦ χωρίου, φαίνεται ὅτι δημιουργεῖται ἕνας προβληματισμός, γιατί ἐκτὸς τῶν ἄλλων, γράφετε: «ἕνα θέλημα εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτὸ καὶ συνδέεται μὲ τὴν μία φύση Του, μὲ τὴν μία οὐσία: “καὶ ἕν ἐστι θέλημα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ”. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα, ἀλλὰ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς οὐσίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ δὲν προέρχεται ἐκ τῆς οὐσίας» (δική μου ὑπογράμμιση).
.         Μὲ βάση τὸ παραπάνω κείμενο καὶ ἐπειδὴ θίξατε τὸ ζήτημα τῆς μεθόδου καὶ μόνον, ἀντιστοίχως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἑρμηνευτική σας μέθοδος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ πατερικοῦ πλαισίου, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι οἱ Πατέρες δὲν ἤθελαν νὰ κατοχυρώσουν τὴν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔναντι στὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως», πράγματα τὰ ὁποῖα ἐσεῖς θεωρεῖτε πολὺ σημαντικά. Ὡστόσο, ὡς Ἐπίσκοπος ἀντιμετωπίζω τὶς συνέπειες μίας τέτοιας ἑρμηνευτικῆς μεταφορᾶς στὸ σήμερα, ἡ ὁποία ἔχει πολὺ συγκεκριμένες ποιμαντικὲς συνέπειες, οἱ ὁποῖες ἐνδεχομένως ὑπερβαίνουν τὶς προθέσεις σας. Μπορῶ νὰ ἀναφέρω ἕνα τέτοιο  χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, δηλαδὴ τν ποτίμηση τς συχαστικς παραδόσεως, σὲ ναν βαθμό, ς κυρωτικο τς θρυλουμένης «λευθερίας το προσώπου».
.         Μπορῶ, λοιπόν, νὰ ἀγνοήσω τέτοιες θέσεις, οἱ ὁποῖες συχνὰ ἐρείδονται σὲ δικές σας ἑρμηνευτικὲς ὑπερβάσεις τοῦ πατερικοῦ ἱστορικοδογματικοῦ πλαισίου γιὰ χάρη μιᾶς ὑπαρξιακῆς μεταφορᾶς στὸ σήμερα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ τὶς δικές σας ἀφετηριακὲς προθέσεις; Δὲν νομίζετε ὅτι ς πίσκοπος χω χρέος νὰ πομνήσω κυρίως τί επαν οἱ διοι οἱ γιοι Πατέρες καὶ χι πρωτίστως ν τος μεταγράψω στ σήμερα, εἰδικὰ μάλιστα ὅταν μία τέτοια μεταγραφὴ κομίζει βλαβερὲς πνευματικὰ προεκτάσεις, ὅπως αὐτὲς ποὺ προανέφερα;
.         Πάντως, σὲ βιβλίο μου τὸ ὁποῖο θὰ δημοσιευθῆ λίαν προσεχῶς, ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἐκτενὲς κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὸ θέμα τοῦ προσώπου, τῆς θελήσεως-βουλήσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
.         Ἐξ ἄλλου, ἡ παρατήρησή σας γιὰ τὴν λανθασμένη παραπομπὴ σὲ τίτλο καὶ σὲ σελίδα δὲν συνιστᾶ κάποια ἀβλεψία μου, γιατί ἔτσι ἔφθασαν στὰ χέρια μου οἱ σημειώσεις σας ἀπὸ τὶς παραδόσεις σας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δὲν γνωρίζω ποῦ μπορῶ νὰ τὸ ἀποδώσω.
.         Ὅσον ἀφορᾶ τὰ περὶ «τοῦ ἐπισήμου θεολογικοῦ διαλόγου μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν» σας ἔχω ἀποστείλει τὶς ἀπόψεις μου μὲ ἐπιστολὴ τὸν Ὀκτώβριο 2009, δὲν ἔχω λάβει ἀπάντησή σας, ἀλλὰ μπορεῖτε νὰ τὴν δημοσιοποιήσετε. Δὲν γνωρίζω, ὅμως, γιατί ἐμπλέκετε τὰ θέματα. Ἂν τὸ ἐπιθυμῆτε, ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ ἀπαντήσετε σὲ αὐτοὺς ποὺ θεωρεῖτε ὅτι σᾶς ἀδικοῦν.
.         Πάντως, Σεβασμιώτατε, θέλω νὰ μὲ πιστέψετε, δὲν εἶχα πρόθεση νὰ σᾶς χαρακτηρίσω αἱρετικό, ὅπως σαφῶς ὑπονοεῖτε, παραθέτοντας κείμενο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, παρὰ τὸ ὅτι ἔχω ἐπισημάνει ἀπόψεις σας ποὺ διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, καί, βεβαίως, ἀφήνω ἀσχολίαστα τὰ περὶ «μωροῦ» καὶ «γεένης», γιατί δὲν ἀνήκουν στὴν ἁρμοδιότητά μου.

 Μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη

†  Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

(βλ. συνέχεια:  ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΥΨΙΝΟΙΑ ΣΤΑ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/09/26/μυστικότης-καὶ-κρυψίνοια-στὰ-διορθό/)

ΠΗΓΗ: Αmen.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε