Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

ΟI ΑYΤΟΚEΦΑΛΕΣ EΚΚΛΗΣIΕΣ καὶ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΠΕΝΤΑΡΧΙΑΣ»

Οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                   Τόν τελευταῖο καιρό μέ ἀφορμή τό Οὐκρανικό ζήτημα γράφηκαν πολλά, θετικά καί ἀρνητικά, ἀπό ὅποια πλευρά καί ἄν τό ἐξετάση κανείς, κυρίως ἔγινε ἰσχυρότατη κριτική στό Οἰκουμε­νικό Πατριαρχεῖο.
.                   Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή χρειάσθηκε νά γράψω κάποια ἄρθρα, γιά νά ἐξηγήσω μερικές πτυχές τοῦ ὅλου θέματος, χωρίς νά τό ἐξαντλῶ, κυρίως ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε παπικό οὔτε προτεσταντικό-συνομοσπονδία, ἀλλά εἶναι συνοδικό καί συγχρόνως ἱεραρχικό [TO ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)]. Ἐπιμένω στό θέμα αὐτό, γιατί θεωρῶ ὅτι αὐτή εἶναι ἡ βάση τοῦ προβλήματος πού ἀνέκυψε.
.                   Βεβαίως τό ἐκκλησιαστικό Οὐκρανικό ζήτημα ἔχει πολλές πτυχές, ἀλλά τό βασικότερο εἶναι ὅτι πολλοί δέν ἔχουν καταλάβει τί εἶναι ἡ «Αὐτοκεφαλία» στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία∙ τί εἶναι οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες»∙ πῶς λειτουργεῖ ὁ ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας∙ κατά πόσον οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες» μποροῦν νά λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Οἰκουμενικό Θρόνο πού εἶναι πρωτόθρονος καί προεδρεύει ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ πολλές ἁρμοδιότητες καί ὑπευθυνότητες∙ ἀλλά καί πῶς λειτουργεῖ ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος σέ σχέση μέ τίς «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες».
.                   Ἄν κανείς δέν καταλάβη ἐπαρκῶς αὐτόν τόν τρόπο λειτουργίας τῶν λεγομένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, καί τόν τρόπο λειτουργίας τῆς Πενταρχίας κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἀλλά καί τόν ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τήν δεύτερη χιλιετία, σέ σχέση μέ τά νεώτερα Πατριαρχεῖα καί τίς νέες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, τότε δέν θά καταλάβη τήν οὐσία αὐτοῦ τοῦ θέματος. Θά περιπλέκεται σέ ἄλλα ζητήματα, τά ὁποῖα καί αὐτά ἔχουν τήν σημασία τους, ἀλλά θά ἀγνοῆ τό θέμα στήν βάση του.
.                   Ἑπομένως, ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐντοπισθῆ εἶναι τό πῶς δημιουργήθηκαν οἱ λεγόμενες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί πῶς λειτουργοῦσε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας στήν πρώτη χιλιετία. Αὐτό τό βλέπουμε σαφέστατα, ὅταν διαβάζουμε προσεκτικά τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά καί τί ἰσχύει μέ τά νεώτερα Πατριαρχεῖα καί τίς νεώτερες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες.
.                   Τίς ἀπόψεις μου  αὐτές τίς εἶχα διατυπώσει εὐθαρσῶς παλαιότερα, σέ μιά περίοδο πολύ δύσκολη γιά τίς σχέσεις Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ­χείου.
.                   Συγκεκριμένα τό ἔτος 2002, πρίν, δηλαδή, δεκαεπτά (17) χρόνια, ἐξέδωσα ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος». Στό βιβλίο αὐτό περιλαμβάνεται ἕνα κεφάλαιο μέ τίτλο «Οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας», στό ὁποῖο κατέθεσα τίς ἀπόψεις μου γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα πού ἐξακολουθεῖ νά ἔχη ἐπικαιρότητα.
.                   Ἀναδημοσιεύω, λοιπόν, τό κείμενο αὐτό γιά νά φανῆ ὅτι οἱ ἀπόψεις μου γιά τό θέμα αὐτό εἶναι οἱ ἴδιες ἐδῶ καί πολλά χρόνια.
.                   Σέβομαι ἀπόλυτα τούς κανονικούς θεσμούς, σέβομαι τό Συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας, τήν θέση καί τόν ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διότι ὅλα αὐτά καθιερώθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἰδιαίτερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐξαγιάσθηκε ἀπό μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, ὅταν χρειασθῆ, ἐκφράζω μέ σεβασμό τίς ἀπόψεις μου καί γιά θεολογικά θέματα, χωρίς νά ὑπονομεύω τόν κανονικό ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας.
.                   Στήν συνέχεια ἀναδημοσιεύω τό κείμενο πού προανέφερα, τό ὁποῖο, ἐπαναλαμβάνω, γράφηκε πρίν δεκαεπτά (17) χρόνια, γιατί φαίνεται ὅτι σήμερα παραθεωροῦνται ἤ λησμονοῦνται οἱ βασικές ἀρχές τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί ὅλα αὐτά πρός χάριν γεωπολιτικῶν σκοπιμοτήτων.

*   *  *

1. Οἱ πρῶτες Ἐκκλησίες

.               Ὁ καθηγητής Γεώργιος Μαντζαρίδης σέ εἰδική μελέτη του περιέγραψε ἀνάγλυφα τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ ἀρχική μορφή τῆς Ἐκκλησίας μετέβη στήν παγκόσμια Ἐκκλησία, μετά τήν ἐπικράτηση, βέβαια, τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν κόσμο. Μερικές ἀπό τίς ἐνδιαφέρουσες ἀπόψεις τοῦ κ. Μαντζαρίδη θά ἐκθέσουμε στήν συνέχεια, γιατί ἔχουν σημασία γιά τό θέμα πού ἀναλύουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                Οἱ πρῶτες χριστιανικές κοινότητες διαμορφώθηκαν βάσει τῶν συναγωγῶν τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς, καί ἔτσι εἶχαν μιά αὐτοτέλεια, ἀλλά «διατηροῦσαν κάποια ἰδιαίτερη ἀναφορά πρός τήν μητρική κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων». Ὑπῆρχε, βέβαια, διαφορά τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων ἀπό τίς ἰουδαϊκές, γιατί ὁ Χριστιανισμός παρουσιάσθηκε μέσα στήν ἱστορία ὡς τό «καινόν γένος» (πρός Διόγνητον) ἤ τό «τρίτον γένος» (Ἀριστείδου Ἀπολογία). Βάση καί σημεῖο συνδέσεως τῶν πιστῶν «ὅπως ἐπίσης καί τό κέντρο, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ἀναπτύχθηκε ἡ ζωή καί ἡ ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας», ἦταν ἡ εὐχαριστιακή λατρεία. Ἀκόμη πρέπει νά λεχθῆ ὅτι «ἡ εὐχαριστιακή αὐτή βάση δίνει χαρισματικό καί ἐσχατολογικό χαρακτήρα στήν ἐκκλησιαστική διάρθρωση καί δομή». Αὐτό σημαίνει ὅτι τά χαρίσματα ἐκδηλώνονταν κατά τήν λατρευτική καί εὐχαριστιακή ζωή, καθώς ἐπίσης καί οἱ Χριστιανοί ζοῦσαν μέ ἔντονη ἐσχατολογική προοπτική, ἀφοῦ ἀνέμεναν τά ἔσχατα, τό τέλος τῆς ἱστορίας. Ἔτσι, ἡ θεία Εὐχαριστία «ἦταν τό κέντρο, γύρω ἀπό τό ὁποῖο διαμορφώθηκε βασικά ἡ ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας».
.               Οἱ πρῶτες Ἐκκλησίες εἶχαν ἱδρυθῆ ἀπό τούς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ πραγματικοί χαρισματικοί ἡγέτες τους. Ἀλλά λόγῳ τῶν διαρκῶν μετακινήσεών τους, τοποθετοῦσαν μονίμους λειτουργούς. Ὅταν ὅμως ἔφυγαν οἱ Ἀπόστολοι, δηλαδή ὅταν ἀπέθαναν, τότε αὐτοί οἱ μόνιμοι λειτουργοί κατέλαβαν τήν θέση τῶν Ἀποστόλων καί περιορίστηκε ὁ θεσμός τῶν προφητῶν καί τῶν χαρισματούχων. Σέ αὐτό ἀναφέρεται ἡ διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων: «Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς ἐπισκόπους καί διακόνους… ὑμῖν γάρ λειτουργοῦσι καί αὐτοί τήν λειτουργίαν τῶν προφητῶν καί διδασκάλων. Μή οὖν ὑπερίδητε αὐτούς· αὐτοί γάρ εἰσίν οἱ τετιμημένοι ὑμῶν μετά τῶν προφητῶν καί διδασκάλων».
.               Ἑπομένως, ἀπό τήν χαρισματική κατάσταση ὁδηγηθήκαμε στήν θεσμοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χωρίς νά χαθῆ αὐτή ἡ χαρισματική δομή τῆς Ἐκκλησίας.
.               Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἰδιαιτέρως μετά τήν ἐκδημία τῶν Ἀποστόλων, καί λόγῳ τοῦ ὅτι ἐμφανίσθηκαν διάφοροι γνωστικοί πού ἰσχυρίζονταν ὅτι αὐτοί εἶχαν λάβει τήν μυστική γνώση ἀπό τούς Ἀποστόλους, ἀναπτύχθηκε περισσότερο ὁ βαθμός τοῦ Ἐπισκόπου, ὁπότε «ὁ ἐπίσκοπος προβάλλεται ὡς σύμβολο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑποταγή στόν Ἐπίσκοπο θεωρεῖται ὡς ὑποταγή στόν Θεό». Μέ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά δοῦμε ὅλα τά σχετικά κείμενα καί τίς προτροπές τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου.
.               Ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ σέ ὅλη τήν τότε Οἰκουμένη, καθώς ἐπίσης καί ἡ ἀναγνώριση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τήν ρωμαϊκή ἐξουσία, συνετέλεσε στό νά μεταβληθῆ ἡ διοικητική διάρθρωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χωρίς βέβαια νά χάση τόν μυστηριακό καί χαρισματικό της χαρακτήρα, προσλαμβάνοντας τήν διοικητική διάρθρωση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, «οἱ Ἐπίσκοποι, πού βρίσκονταν μέσα στίς ἴδιες πολιτικές ἐπαρχίες γιά νά ἀντιμετωπίσουν προβλήματα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, σχημάτιζαν εὐρύτερες ἐκκλησιαστικές ἑνότητες, τίς Μητροπόλεις. Ἐπικεφαλῆς στίς Μητροπόλεις ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι πού βρίσκονταν στίς πρωτεύουσες τῶν Ἐπαρχιῶν καί ὀνομάστηκαν Μητροπολίτες. Γιά τόν ἴδιο λόγο καί οἱ Μητροπολίτες πού βρίσκονταν σέ ἑνιαῖες γεωγραφικές ἤ διοικητικές ἑνότητες σχημάτιζαν τά Πατριαρχεῖα ἤ τίς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες μέ ἐπικεφαλῆς τούς Μητροπολίτες τῶν μεγαλυτέρων ἤ σημαντικοτέρων πόλεων πού ὀνομάστηκαν ἀντίστοιχα Πατριάρχες ἤ Ἀρχιεπίσκοποι».
.               Φαίνεται, λοιπόν, ἀπό αὐτήν τήν ἀνάλυση ὅτι στήν ἀρχική της μορφή ἡ Ἐκκλησία ἦταν συνδεδεμένη μέ τήν θεία Εὐχαριστία, πού ἦταν ἡ βάση της καί βέβαια ὑπῆρχε μιά χαρισματική διάρθρωση κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Καί οὕς μέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Α´ Κορ. ιβ´, 28).
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι, προηγοῦνται οἱ Ἀπόστολοι, ἀκολουθοῦν οἱ Προφῆτες, οἱ διδάσκαλοι, ὕστερα οἱ χαρισματοῦχοι, οἱ κυβερνήσεις καί τά χαρίσματα γλωσσολαλιᾶς. Ὅμως μετά τήν ἀπομάκρυνση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ Ἐπίσκοποι προηγήθηκαν τῶν Προφητῶν καί αὐτοί παρέμειναν εἰς τύπον καί τόπον τοῦ Χριστοῦ, διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀκριβῶς γιατί αὐτοί τελοῦσαν τήν θεία Εὐχαριστία, πού ἦταν τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Στήν συνέχεια ἀναπτύχθηκε τό Μητροπολιτικό σύστημα, πού εἶχε ὡς «Πρῶτον» τόν Ἐπίσκοπο τῆς ἕδρας τῆς πολιτικῆς διοικήσεως μιᾶς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε Μητροπολίτης, καί ἀργότερα ἀναπτύχθηκε τό Πατριαρχικό σύστημα, ὅταν ὁ Μητροπολίτης μιᾶς μεγάλης πόλεως ὀνομάστηκε Πατριάρχης καί ἦταν ὁ «Πρῶτος» τῶν Μητροπολιτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.
.               Ὁ Καθηγητής Γεώργιος Μαντζαρίδης σημειώνει: «Ἡ θεσμοποίηση στή χριστιανική ζωή δέν πρέπει νά θεωρηθῆ ὡς ἔκπτωση ἀπό τήν ἀρχική κατάσταση, ἀλλά ὡς ὀργανική ἀνάπτυξη καί ἐξέλιξή της. Καί πραγματικά, ἡ δημιουργία ἤ καί ἡ αὔξηση τῶν θεσμῶν δέν σημαίνει ἀναγκαστικά καί ἀφανισμό τῆς μή θεσμοποιημένης περιοχῆς, γιατί καί αὐτή μπορεῖ κάλλιστα νά συνυπάρχη μαζί μέ τούς θεσμούς».

2.Τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας

.               Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἰσήχθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν καθόλου Ἐκκλησία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἑνιαία ἐκκλησιαστική διοίκηση πού καθορίζει τά τῆς ἐκλογῆς, χειροτονίας καί δίκης τῶν Ἐπισκόπων καί ρυθμίζει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει ὁπωσδήποτε σύνδεσμο μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἰδιαιτέρως μέ τήν Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Δέν πρόκειται γιά αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη κεφαλή, πού ξεχωρίζεται ἀπό τήν ἑνιαία καί μία κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά μιά διοικητική ἐλευθερία μέσα στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τό πρότυπο τοῦ μελισμοῦ τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἄρτου.
.               Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἐπικαλούμενος μαρτυρία τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, γράφει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «αὐτοκεφάλου» δέν ἀνήκει στήν «ὀντολογία» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν ἱστορική της «ὑπόσταση». Εἶναι ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος αὐτός ὁ διαχωρισμός μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς καί τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀποφύγουμε τόσο τόν κίνδυνο τοῦ Παπισμοῦ, ὅσο καί τόν πειρασμό τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἑπομένως οὔτε ἀρνούμαστε τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ὅμως ἀρνούμαστε καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
.               Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος παρατηρεῖ: «Ἡ ἱστορία καί ἡ μακραίων παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησε καί κατωχύρωσε τήν πρᾶξιν τῆς “ἱεραρχίας τῆς τιμῆς”, ἡ δέ ἄρνησις αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς ἐννοουμένης “ἰσοτιμίας” εἶναι ἐσκεμμένη καί ὑποβολιμαία ἀντικατάστασις τῆς γνησίας καθολικότητος διά τινος “δημοκρατικῆς” ἰσότητος».
Ἀπό διάφορες μελέτες γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλο» ἐμφανίστηκε ἀρχικά συνδεδεμένος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος βέβαια Ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶχε τότε τήν ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξάρτηση καί ἀναφορά (ἀπό, καί) στόν Πατριάρχη καί ὄχι στόν Μητροπολίτη τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, ὁ «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» ἐξαρτόταν ἀπό τόν Πατριάρχη, ἀπό τόν ὁποῖο λάμβανε τήν χειροτονία καί βέβαια τόν μνημόνευε κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες.
.               Ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά, ὅπως σημειώνει ὁ Καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, ἡ σημασία τοῦ αὐτοκεφάλου ἀναβαθμίστηκε, ὅταν, βεβαίως, ἡ ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἐτέθη μέσα στίς πολιτικές – ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις τῶν Σλαύων.
.               Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή τῆς ἀναβαθμίσεως τοῦ ὅρου καί τοῦ ρόλου τοῦ αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκόπου, ὅπως συμβαίνει μέ τήν ἀνεξαρτησία τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μποροῦσε ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπεμβαίνη στά ἐσωτερικά της, νά διευρύνη τίς δικαιοδοσίες του στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησής της, νά χειροτονῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί αὐτό, βέβαια, συνδέεται μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νά μνημονεύη τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Γι᾿ αὐτό ὁ ὅρος «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» στήν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀνεξαρτησίας, καθώς ἐπίσης δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας.
.               Ὁ Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ὅροι καί οἱ παράγοντες τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου» καί ὑπότιτλο «Τό αὐτοκέφαλον καί οἱ ἱεροί κανόνες» ἀναλύει διεξοδικῶς ἐπί τῇ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό πῶς λειτουργοῦσαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθώς ἐπίσης ἐξετάζει διεξοδικῶς τούς ὅρους καί τούς παράγοντες πού διαμορφώνουν μιά Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη.
.               Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθοῦν ὅλα τά ἐπιχειρήματα τοῦ ἀρθρογράφου, ἀλλά μόνον νά καταγραφοῦν μερικά ἀπό τά συμπεράσματά του.
.               Ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας κάνοντας λόγο γιά τούς ὅρους ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου ὑποστηρίζει ὅτι σέ αὐτό δέν συνετέλεσαν ἡ ἀποστολικότητα τῆς ἕδρας, οὔτε ἡ πολιτική σημασία κάποιας πόλεως, ἄλλωστε ἡ φράση τοῦ Μ. Φωτίου «τά περί τῶν ἐνοριῶν δίκαια ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις καί διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι εἴωθε», «δέν ἀποτελεῖ ἀρχήν ἀπαράβατον καί ἀπαρεγκλίτως τηρηθεῖσαν, ὡς ἄλλως τε καί αὐτό τοῦτο τό “εἴωθε” συνυπονοεῖ». Ἡ θεμελιώδης ἀρχή καί ὁ οὐσιώδης ὅρος γιά τήν χειραφέτηση μιᾶς Ἐκκλησίας «δέον νά ἐξαρθῇ αἱ εὐκολίαι καί ἐγγυήσεις πρός ἀπρόσκοπτον καί τελεσφόρον λειτουργίαν τῆς συνοδικῆς ἐξουσίας, διά τῆς κανονικῆς καί τακτικῆς συγκροτήσεως συνόδων κατά τάς θεμελιώδεις διατάξεις, τάς ἐν τοῖς ΛΔ´ καί ΛΖ´  ἀποστολικοῖς κανόσιν ἐνωρίτατα ἀποθησαυρισθείσας, καί τῆς διατηρήσεως ἐν γένει τῆς ἐπαφῆς καί τῆς ἀμοιβαίας ἐπιτηρήσεως καί ἐπιβλέψεως καί κηδεμονίας τῶν ὑπό ἕνα Πρῶτον συνενουμένων ἐκκλησιῶν».
.              Ἑπομένως, ἡ Αὐτοκεφαλία τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει σχέση μέ τήν συνοδική διάρθρωση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί κηδεμονία τοῦ «Πρώτου», πού εἶναι ὁ Πατριάρχης, στήν κορυφή τῆς ἐκκλησιαστικῆς πυραμίδος. Μέ κανέναν λόγο ἡ Αὐτοκεφαλία δέν μπορεῖ νά ἐξυπηρετήση ἀποσχιστικές ἐνέργειες καί τάσεις. Γι᾿ αὐτό ὁ Τρεμπέλας παρατηρεῖ:
.               «Τέλος δέν πρέπει κατ᾿ οὐδένα λόγον νά λησμονῆται, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπαφή τῶν ἐπισκόπων ὑπό τόν ἕνα Πρῶτον ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος. Προδήλως λοιπόν κατ᾿ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νά ἄγῃ εἰς τήν δημουργίαν εἴδους τινός καπετανάτων ἤ ἐκκλησιαστ. ἐπικρατειῶν ξένων πρός ἀλλήλας, ἀλλά μᾶλλον δέον νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν εὐχερεστέραν ἐπικοινωνίαν πάντων τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων διά τῶν κέντρων αὐτῶν ἤ τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ἐντεῦθεν καί πρωΐμως, ὡς εἴδομεν, ἐκδηλοῦται ἡ τάσις πρός διεύρυνσιν τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησ. περιφερειῶν διά τῆς ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων Μητροπολιτῶν ἤ Πρώτων ὑπό τούς Ἐξάρχους ἤ Πατριάρχας, τῶν ὁποίων ἐν τέλει ὁ ἀριθμός περιορίζεται μόλις εἰς πέντε».
.               Ἀναλύοντας τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν στό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε ὡς αὐτοδιοίκητο χωρίς ὅμως νά διακόπτεται ἡ σχέση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ Καθηγητής Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι σημαντικό ρόλο γιά τήν Αὐτοκεφαλία διαδραμάτισε ἡ ἀρχή «τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν» καί «λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψει σοβαρῶς ἡ δεδηλωμένη γνώμη τῶν πληρωμάτων», δηλαδή τῶν λαῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἄρση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος. Βεβαίως, καί στήν περίπτωση αὐτή «οἱ πόθοι τοῦ ἐκκλησ. πληρώματος ἐγίνοντο ἀναντιρρήτως δεκτοί, μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν προσέκρουον πρός τά καλῶς ἐννοούμενα ἐκκλησιαστικά συμφέροντα. Ἐντεῦθεν παρουσιάζεται ἰσοστάσιος ἤ καί ὑπερκείμενος τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος ὁ συνοδικός παράγων, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὁποίου ἡ κίνησις τοῦ λαϊκοῦ ἤ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτόν κυβερνητικοῦ παράγοντος μόνον πραξικοπήματα, εἰς αὐτά τά ὅρια τοῦ σχίσματος ἐγγίζοντα ἤ καί εἰσβάλλοντα, δύναται νά δημιουργήσῃ. Ὁ συνοδικός παράγων διά τοῦτο παρουσιάζεται ἀνέκαθεν καθορίζων, κανονίζων καί ἐπεγκρίνων τάς κινήσεις τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος».
.               Ἐκεῖνο πού ὑποστηρίζεται ἀκόμη εἶναι ἡ διαδικασία χορηγήσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου.
.               Πρῶτος συνοδικός ἁρμόδιος νά ἀποφανθῆ γιά τήν αἴτηση χειραφετήσεως μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Σύνοδος ἡ περί τόν «Πρῶτον» ἀπό ὅπου ἐξαρτῶνται οἱ χειραφετούμενες ἐπαρχίες καί ὕστερα «ὁ τελικῶς καί ὁριστικῶς περί τοῦ αὐτοκεφάλου ἤ αὐτονόμου ἀποφαινόμενος εἶνε ἡ γενικωτέρα σύνοδος, ἐν ᾗ πᾶσαι ἀντιπροσωπεύονται αἱ ἐκκλησίαι, καί δή ἡ Οἰκουμ. Σύνοδος». Μεταξύ δέ αὐτῶν τῶν δύο παραγόντων ἐξετάζεται ἡ ὡριμότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁπότε εἶναι δυνατόν νά ἀρθῆ ἡ Αὐτοκεφαλία.
.              Βεβαίως, ὁ Τρεμπέλας ὑποστηρίζει ὅτι ἡ προσωρινή χειραφέτηση ἔχει τήν ἔννοια ὅτι πρέπει νά ἐξετάζεται ἡ ὡριμότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει: «Προκειμένου νά δίδεται καιρός καί εἰς τήν χειραφετουμένην ἐκκλησίαν νά ἀποδείξῃ ἐν τοῖς πράγμασι τήν ὡριμότητα αὐτῆς, καί εἰς τάς λοιπάς αὐτοκεφάλους ν᾿ ἀποφαίνωνται ἐν πλήρει γνώσει καί ἐκτιμήσει τῶν περιστάσεων περί τοῦ ἄν ἐνδείκνυται Ἐκκλησία τις νά κηρυχθῆ αὐτοκέφαλος, αἱ ζητοῦσαι τήν χειραφέτησιν ἐκκλησίαι δέον τό κατ᾿ ἀρχάς ν᾿ αὐτονομῶνται μόνον ὑπό τοῦ ἐξ οὗ ἐξηρτῶντο ἐκκλ. κέντρου ἐπιφυλασσομένου τοῦ δικαιώματος πρός ἀνακήρυξιν εἰς αὐτοκέφαλον εἰς πάσας ὁμοῦ τάς αὐτοκεφάλους. Ἡ κυρίαρχος Ἐκκλησία μόνον τήν ἀπέναντι αὐτῆς θέσιν τῆς νέας ἐκκλησίας δύναται νά κανονίσῃ, οὐχί ὅμως καί τήν θέσιν αὐτῆς μεταξύ τῶν λοιπῶν. Ταύτην καθορίζουσιν εἰς τήν νέαν ἐκκλησίαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐν συνόδῳ ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ 17 κανόνος τῆς ἐν Καρθαγένῃ».
.               Ἡ ἄποψη ὅτι ἡ προσωρινή ἀναγνώριση τῆς Αὐτοκεφαλίας πρέπει νά γίνεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ὁποία ἀποσπᾶται εἶναι μιά προσωπική ἄποψη τοῦ ἀρθρογράφου, ἀλλά ἐκεῖνο πού ἐπικράτησε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη ἀνακήρυξη μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Αὐτοκεφάλου γίνεται ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ τελική ἀναγνώριση ἀπό τήν Οἰκουμενική Σύνοδο. Αὐτήν τήν τιμή καί ἀξία ἔχει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ὄχι μόνον προεδρεύει σέ Πανορθοδόξους Συνόδους, ἀλλά ἀναλαμβάνει καί οὐσιαστικές πρωτοβουλίες γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.               Γίνεται σαφές ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν δίνεται γιά τήν ἀνεξαρτησία μιᾶς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐποπτεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἄλλωστε, παρά τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Εἰδικῶς ἀναφέρονται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἀσιανῆς καί Ποντικῆς δήλωσαν τήν ἐξάρτησή τους ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Γιά παράδειγμα ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων Ρωμανός εἶπε: «οὐκ ἠναγκάσθην ἐγώ· ἡδέως ἔχω ὑπό τόν θρόνον Κων/λεως εἶναι, ἐπεί καί αὐτός μέ ἐτίμησε καί αὐτός μέ ἐχειροτόνησε». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε ἀλληλεξάρτηση τῶν αὐτοδιοικήσεων μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.               Τό συμπέρασμα τῶν ἀναλύσεων αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ αὐτοδιοίκηση – Αὐτοκεφαλία δίνεται κυρίως καί πρό παντός γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι γιά λειτουργία «καπετανάτων», ὅτι οἱ παράγοντες παραχωρήσεως τῶν Αὐτοκεφαλιῶν εἶναι κατά πρῶτον ἡ Σύνοδος περί τόν «Πρῶτον», κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ κρίνει τήν ὡριμότητα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δέ περίπτωση νά αἴρεται τό Αὐτοκέφαλο μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεώς του ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο. Σημειώνει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας: «Διά τῆς τοιαύτης δέ τῶν Οἰκουμ. Συνόδων ἀποφάνσεως τό αὐτοκέφαλον, ὑπέρ οὗ αὗται ἀπεφαίνοντο, κατησφαλίζετο ἑδραίως ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοκέφαλοι ἐκκλησίαι μή τυχοῦσαι τῆς τοιαύτης ἐπικυρώσεως καί κατασφαλίσεως κατηργήθησαν σύν τῷ χρόνῳ καί κατελύθησαν (Καρθαγένης, Λουγδούνων, Μεδιολάνων, Πρώτης Ἰουστιανῆς, Ἀχριδῶν, Τυρνόβου, Ἰπεκίου κλπ), ἐνῷ τοὐναντίον αὐτοκέφαλοι τυχοῦσαι τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, καίπερ εἰς δεινάς ἐμπεσοῦσαι περιστάσεις ἤ καί παρακμάσασαι, παρέμειναν καί κατ᾿ ὀλίγον ἀνέζησαν (ὁ ἐκπατρισμός τῶν Κυπρίων καί ἡ κατά τό ΛΘ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης ὑπαγωγή τοῦ Κυζίκου καί τῆς Ἑλληνοσποντίων ἐπαρχίας εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυπρίων νήσου· πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων».

3. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

.               Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἀνάπτυξη, πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί οἱ ἱεροί Κανόνες πού θέσπισαν γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.               Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης Πενταρχίας, καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Θά δοῦμε λίγο αὐτήν τήν ἐξέλιξη, γιά νά ἑρμηνεύσουμε καί μιά λεπτή πτυχή πού συνδέεται μέ τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
.               Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης καί ὁ ἀείμνηστος Νικόδημος Μίλας ἀναφέρονται διεξοδικῶς στό θέμα τῆς δημιουργίας τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων καί στό θέμα τῆς λεγομένης Πενταρχίας.
.               Ὁ ϛ´ Κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ´ Κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὀνομάζεται καί ἐκεῖνος Πατριάρχης, κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστηνοῦ.
.               Μέ τόν β´ καί γ´ κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην».
.               Μέ τόν η´ Κανόνα τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. «…ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται».
.               Μέ τόν κη´ Κανόνα τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι ῾Ρώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν».
.               Τέλος, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λϛ´ Κανόνα της. «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἴτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως».
.               Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.
.               Μέσα στήν ἐκκλησιαστική παράδοση ὑπάρχει πλούσια ἀναφορά στήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας, πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης θεωροῦσε ὅτι ὅλοι οἱ Πατριάρχες ἀποτελοῦσαν «τό πεντακόρυφον Κράτος τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα». Καί ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών παραλληλίζει τήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας μέ τίς πέντε αἰσθήσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή, οἱ πέντε Πατριάρχες «ὡς αἰσθήσεις πέντε μιᾶς κεφαλῆς ἀριθμούμεναι καί μή μεριζόμεναι, παρά τῷ χριστωνύμῳ λαῷ λογιζόμενοι ἰσοτιμίαν ἐν ἅπασιν ἔχουσι, καί κάραι τῶν κατά πᾶσαν τήν οἰκουμένην ἁγίων Ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ δικαίως καλούμενοι, διαφοράν ἀνθρωπίνην οὐ πάσχουσιν».
.               Μέ τήν ὅλη αὐτή ἐκκλησιαστική διάρθρωση ἐπιβαλλόταν μιά τάξη στήν Ἐκκλησία σύμφωνα μέ τό συνοδικό πολίτευμά της. Κάθε ἐκκλησιαστική διοίκηση εἶχε αὐτονομία, περιοριζόταν στά δικά της ὅρια καί μποροῦσε νά διοικῆ τίς Ἐκκλησίες σύμφωνα μέ τήν ἴδια πίστη καί ἀποκαλυπτική ἀλήθεια. Μάλιστα κατά τόν η´ Κανόνα τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁρίζεται «σώζεσθαι ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ καθαρά καί ἀβίαστα τά αὐτῇ προσόντα δίκαια ἐξ ἀρχῆς καί ἄνωθεν, κατά τό πάλαι κρατῆσαν ἔθος, ἄδειαν ἔχοντος ἑκάστου μητροπολίτου τά ἴσα τῶν πεπραγμένων πρός τό οἰκεῖον ἀσφαλές ἐκλάβειν». Καί στόν β´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τόν ὁποῖο καθορίζονται τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων, λέγεται: «Φυλαττομένου δέ τοῦ προγεγραμμένου περί τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τά καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατά τά ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα».
.               Ὁ Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς σέ δύο ἐξαίρετες μελέτες του, μέ τίτλο «Ὁ θεσμός τῆς πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν» (1ος καί 2ος τόμος), ἀναφέρεται διεξοδικά στό πῶς διαμορφώθηκαν οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες, τό Μητροπολιτικό σύστημα καί στήν συνέχεια τό ὑπερμητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, ἡ ὑπερεξαρχική αὐθεντία μέ κατάληξη τό Πατριαρχικό σύστημα καί βεβαίως τήν ἀνάπτυξη τοῦ θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας.
Ὅπως ἀναλύει, στούς πρώτους αἰῶνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπονέμονταν «πρεσβεῖα τιμῆς» σέ μιά ἐκκλησία, τά ὁποῖα πρεσβεῖα εἶχαν ἄμεση ἀναφορά στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «ἐν τῇ ἀποστολικῇ Ὀρθοδοξίᾳ, τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῇ ἀγάπῃ» καί ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε ἔννοια διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Τά «πρεσβεῖα τιμῆς» συνδέονταν μέ τήν μαρτυρία τῆς πίστεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, τήν ἀποστολικότητα τῶν Θρόνων, τήν πολιτική σπουδαιότητα τῶν πόλεων, τήν ἱεραποστολική δραστηριότητα καί τό ἐκκλησιαστικό κύρος.
.               Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τίς ἀποφάσεις της, κατέστησε τά «πρεσβεῖα τιμῆς» σέ «μητροπολιτικά» καί ἔτσι δημιουργήθηκε τό Μητροπολιτικό σύστημα, μέ κέντρο τήν πρωτεύουσα τῶν πολιτικῶν ἐπαρχιῶν. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε καί ἡ ἀντιμετώπιση τῆς αἵρεσης τοῦ Ἀρείου, ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου καί ἔδωσε ἁρμοδιότητες στόν Θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος καθίστατο κέντρο ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Αἰγύπτου στήν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος εἰσήγαγε τό Μητροπολιτικό σύστημα στήν ἐκκλησιαστική διοίκηση, τό ὁποῖο καθιστοῦσε μιά ἐπαρχία «οἱονεί αὐτόνομον διοικητικήν μονάδα».
.               Βεβαίως, ἡ εἰσαγωγή τοῦ Μητροπολιτικοῦ συστήματος εἶχε καί τίς ἀρνητικές ἐπιπτώσεις, διότι «οἱ ἀρειανόφρονες ἐπίσκοποι ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς διά τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος υἱοθετηθείσης διοικητικῆς αὐτονομίας ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐπέτυχον νά ἐπικρατήσουν ταχέως ἐν τῇ Ἀνατολῇ καί νά ἐκτοπίσουν τούς Ὀρθοδόξους καί ἐξ αὐτῶν εἰσέτι τῶν ἐπισημοτάτων θρόνων».
.               Αὐτό ἀκριβῶς τό πρόβλημα, ἡ τάση δηλαδή τῶν ἀρειανοφρόνων ἐπισκόπων νά καταλάβουν τούς ἐπισημοτάτους θρόνους τῆς Ἀνατολῆς, δημιούργησε ἄλλο πρόβλημα τό ποιός θά κρίνη «τούς ἐπισκόπους τῶν ἐπισημοτάτων θρόνων». Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ τάσεις «πολυαρχίας ἤ πλεισταρχίας καί μοναρχίας τῶν ἐπισκόπων ὡδήγουν εἰς ἀναρχίαν, ἐκδηλουμένην κυρίως ἐν ταῖς συνόδοις».
.               Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε τούς Πατέρες τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά υἱοθετήσουν τά λεγόμενα «ὑπερμητροπολιτικά πρεσβεῖα» καί «ὥρισαν ὡς ἀνωτάτην διοικητικήν ἀρχήν τήν Μείζονα Σύνοδον τῆς διοικήσεως», ὡς σώματος. Ἔτσι, «αἱ ἀποφάσεις τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου προητοίμασαν τό ἔδαφος διά τήν διαμόρφωσιν τῆς πατριαρχικῆς ὀργανώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως».
.               Ἑπομένως, στίς μελέτες τοῦ Καθηγητοῦ Βλασίου Φειδᾶ ἀποδεικνύεται ὅτι στήν μεταποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἐκκλησιαστική διοίκηση στηριζόταν στό Συνοδικό σύστημα σχέσεως μεταξύ πρεσβείων τιμῆς τῶν Μητέρων Ἐκκλησιῶν καί τοῦ δικαίου τῶν χειροτονιῶν. Μέ τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο καθιερώθηκε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως. Ἀμέσως μετά ὅμως διαπιστώθηκε ἡ ἔλλειψη ὑπερμητροπολιτικῆς αὐθεντίας καί ὡς πρός τήν κρίση καί ὡς πρός τήν χειροτονία τῶν Ἐπισκόπων, γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ἀπό τήν Β´ Οἰκουμενική Σύνοδο μέχρι τήν Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδο διεξήχθη ἀγώνας γιά τήν ὑπαγωγή τῆς μητροπολιτικῆς πολυαρχίας στήν ὑπερμητροπολιτική αὐθεντία τῶν Θρόνων Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων. Ἔτσι, οἱ θρόνοι τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ἀπέκτησαν ἁρμοδιότητα στό δίκαιο τῶν κρίσεων τῶν Ἐπισκόπων καί στό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν, στά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους.
.               Πρό τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶχε διαμορφωθῆ ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας «διά τῆς κανονικῆς τάξεως πρός σύνδεσιν τῶν οἰκουμενικῶν κανονικῶν πρεσβείων τιμῆς (προ-τίμησις μαρτυρίας θρόνου τινός ἐν ζητήματι πίστεως) μετά τοῦ δικαίου τῶν χειροτονιῶν καί κρίσεως ἐπισκόπων» καί λειτουργοῦσε ὡς ὑπερεξαρχική αὐθεντία, ἀλλά μετά τίς ἀποφάσεις τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας λειτούργησε ὡς ὑπερμητρο­πολιτικό σύστημα πού βασιζόταν στήν σύνδεση τῶν ἐξαιρετικῶν πρεσβείων τιμῆς μέ τό ὑπερμητροπολιτικό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν.
.               Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅπως στό Μητροπολιτικό σύστημα ἡ αὐθεντία τοῦ Μητροπολίτου συνδέθηκε μέ τήν ἐπαρχιακή Σύνοδο, ἔτσι καί στό ὑπερμητροπολιτικό σύστημα ἡ αὐθεντία τῶν ἐπισημοτάτων θρόνων Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων συνδέθηκε μέ τίς ὑπ᾿ αὐτούς Πατριαρχικές Συνόδους, πού συγκροτοῦνταν ἀπό Μητροπολίτες καί Ἐπισκόπους κάθε ἐκκλησιαστικῆς περιφέρειας. Ἔτσι, ἡ μητροπολιτική ἐπαρχιακή σύνοδος ἐξέλεγε τούς Ἐπισκόπους καί τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη, ἀλλά ὁ ἐκλεγείς Μητροπολίτης χειροτονοῦνταν ἀπό τόν οἰκεῖο Ἀρχιεπίσκοπο- Πατριάρχη ἤ τόν ἀντιπρόσωπό του.
.               Ἔκτοτε παρέμεινε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας μέχρι τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία. Κάθε δέ προσπάθεια αὐξήσεως ἤ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πέντε πατριαρχικῶν θρόνων ἦταν καταδικασμένη σέ ἀποτυχία. Ἀκόμη καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, καίτοι διέθετε διοικητική αὐτονομία δέν μπόρεσε νά διεκδικήση πατριαρχικό δίκαιο, δηλαδή ἡ αὐτονομία της θεωρήθηκε «ὡς ἁπλοῦν διοικητικόν προνόμιον ἐν τῷ δικαίῳ τῶν χειροτονιῶν καί κρίσεων ἐπισκόπων, ἀσκούμενον ὑπό τήν ἔμμεσον ἐποπτείαν τῶν πατριαρχικῶν θρόνων τῆς Ἀνατολῆς καί δή καί τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως».
.               Βέβαια, ἐδῶ δέν εἶναι δυνατόν νά γίνουν εὐρύτερες ἀναλύσεις γιά τόν θεσμό τῆς Πενταρχίας, ἀλλά ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ, ἄν ἔχη μεγαλύτερες ἀναζητήσεις, νά ἀνατρέξη στά δύο μνημονευθέντα ἐπιστημονικά συγγράμματα τοῦ Βλασίου Φειδᾶ γιά νά ἐνημερωθῆ πληρέστερα γιά τά θέματα αὐτά.
.               Μόνον θά πρέπη νά τονισθῆ ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθοδηγούμενη ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο φώτισε τούς θεούμενους Πατέρες, συγκροτήθηκε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου σ᾿ ἕνα σύστημα ἀλληλεξαρτήσεως καί ὄχι ἀνεξαρτητο­ποιήσεως γιά νά ἐξυπηρετῆται ἡ ἑνότητά της ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ σωτηρία τῶν Χριστιανῶν. Ἡ συγκρότηση αὐτή ἀποτελέσθηκε πρωταρχικά ἀπό τήν διάρθρωση τῶν Ἐκκλησιῶν σέ μητέρες καί θυγατέρες καί ἀπό τήν σημαντικότητα τῶν Θρόνων στήν διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως. Ὡστόσο συνετέλεσε καί ἡ διοικητική διάρθρωση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους.
.               Πράγματι ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ἦταν διηρημένη σέ Ὑπαρχίες, Διοικήσεις καί Ἐπαρχίες. Οἱ Ὑπαρχίες ἦταν μεγάλες διοικητικές περιφέρειες, οἱ ὁποῖες διαιροῦνταν σέ ἄλλα ἐπιμέρους τμήματα, πού ὀνομάζονταν Διοικήσεις καί, βέβαια, κάθε Διοίκηση ἀποτελοῦνταν ἀπό Ἐπαρχίες. Κατά καιρούς ὑπῆρχαν μερικές ἀλλαγές στίς ὁριοθετήσεις τῶν περιφερειῶν αὐτῶν. Ἔτσι ἔχουμε τήν διαίρεση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους στίς ἀρχές τοῦ Δ´ αἰῶνος μετά τίς διοικητικές μεταρρυθμίσεις τοῦ Διοκλητιανοῦ, τήν διαίρεση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους μετά τόν θάνατο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καί τήν διοικητική διαίρεση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους μετά τόν θάνατο τοῦ Μ. Θεοδοσίου.
.               Κατά τήν διοικητική διαίρεση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, μετά τόν θάνατο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ὑπῆρχαν τρεῖς Ὑπαρχίες, ἤτοι ἡ Ὑπαρχία τῶν Γαλλίων, ἡ Ὑπαρχία Ἰταλίας, Ἀφρικῆς, Ἰλλυρικοῦ καί ἡ Ὑπαρχία Ἀνατολῆς.
.               Ἡ Ἐκκλησία προσέλαβε τήν διοικητική διάρθρωση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ὁπότε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Πρωτευούσης τῆς Διοικήσεως ὀνομάστηκε Ἔξαρχος Διοικήσεως καί ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας ὀνομάστηκε Μητροπολίτης. Φυσικά, κάθε ἐπαρχία ἦταν χωρισμένη στίς ἐπί μέρους Ἐνορίες. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἀνάλυση μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε τίς Ἐπαρχιακές Συνόδους, μέ «Πρῶτο» τόν Μητροπολίτη καί τίς Διοικήσεις μέ «Πρῶτο» τόν Ἔξαρχο τῆς Διοικήσεως.
.               Ἡ ἀνάλυση πού προηγήθηκε ἔδειξε ὅτι τά Πρεσβυγενῆ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα Παλαιᾶς Ρώμης, Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, καθώς καί ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἦταν ἐξέλιξη τῶν Μητροπολιτικῶν συστημάτων καί ἀναγνωρίσθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους, μέ τήν προϋπόθεση νά διοικοῦνται βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, στήν περίπτωσή τους ἔχουν ἐφαρμογή οἱ Κανόνες, τόσο ὁ λδ´ Ἀποστολικός Κανόνας, ὅσο καί τά ὅσα ἀναφέρονται γιά τόν «Πρῶτο», ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Κεφαλή τῶν Μητροπολιτῶν, καί οἱ Μητροπολίτες ἀποτελοῦν τήν Σύνοδο περί τόν «Πρῶτο». Ὁπότε, τό σύστημα διοικήσεως εἶναι ἐπισκοποσυνοδικό.
.               Τόν 11ο αἰώνα (1099 μ.Χ.) ὕστερα ἀπό διάφορες διεργασίες, ἡ Παλαιά Ρώμη ἀποκόπηκε ἀπό τήν Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καί ὁ θρόνος τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔμεινε πρῶτος, χωρίς τήν Παλαιά Ρώμη.
Τόν 16ο αἰώνα καί μετά, μόνο του τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔδωσε Πατριαρχικές ἀξίες καί τιμές σέ διάφορες τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες πρόκειται νά ἐπικυρωθοῦν ἀπό τήν μελλοντική Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐκτός ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, τό ὁποῖο ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἡ Πατριαρχική ἀξία καί τιμή πού δόθηκε πρῶτα ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Ἐπίσης, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔδωσε μόνο του καί ἄλλες Αὐτοκεφαλίες.

*   *   *

.               Τά ἀνωτέρω ἐγράφησαν πρίν δεκαεπτά (17) χρόνια! Καί θέλω ἐδῶ νά ἐπισημάνω ὅτι αὐτά εἶναι ἐκκλησιολογικές πεποιθήσεις μου, πού δέν ἀλλοιώνονται καί δέν μεταβάλλονται μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, γιατί εἶναι βασικές ἐκκλησιολογικές ἀρχές.
.               Ποιά συμπεράσματα ἐξάγονται ἀπό τό κείμενο τό ὁποῖο παρατέθηκε;

Πρῶτον. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνόδους συγκρότησαν, μέ τούς ἱερούς Κανόνες, τήν ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε αὐτή νά εἶναι Μία, Ἁγία, Ἀποστολική καί Καθολική.
.               Ἔτσι, ἀπό τίς πρῶτες Ἀποστολικές Ἐκκλησίες ὑπῆρξε μιά ὀργανική ἀνάπτυξη καί ἐξέλιξη τῆς διοργανώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος, ὥστε οἱ Πατέρες ἀπό τό Μητροπολιτικό σύστημα νά προχωρήσουν στά «ὑπερμητροπολιτικά πρεσβεῖα», στήν συνέχεια στό πατριαρχικό σύστημα καί τελικά στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Θρόνων.

Δεύτερον. Ὁ ἱερός θεσμός τῆς Πενταρχίας δέν λειτουργοῦσε στήν πρώτη χιλιετία ὡς ἀνεξάρτητες πέντε κεφαλές, ὡσάν «καπετανᾶτα ἤ ἐκκλησιαστικαί ἐπικράτειαι ξέναι πρός ἀλλήλας» (Παναγιώτης Τρεμπέλας), οὔτε ὡς «κεφαλαρχίες» (Ὀλιβιέρ Κλεμάν), ἀλλά «ὡς αἰσθήσεις πέντε μιᾶς κεφαλῆς ἀριθμούμεναι καί μή μεριζόμεναι» (Βαλσαμών), ἀφοῦ μιά εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός. Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες πρέπει νά  νοηθῆ ὡς αὐτοδιοίκητες Ἐκκλησίες καί ὄχι ὡς ἀνεξάρτητες Ἐκκλησίες ἀπό τήν ὅλη Ἐκκλησία. Πρῶτος θρόνος ἦταν τῆς Παλαιᾶς Ρώμης καί τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς μέ αὐτόν εἶχε ὁ θρόνος τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως.

Τρίτον. Ἀπό τόν ἑνδέκατο αἰώνα (1009), πού ἀπομακρύνθηκε ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τήν «Πενταρχία», ἡ Ἐκκλησία λειτουργοῦσε ὡς Τετραρχία, ὁπότε ἡ Ἐκκλησία  τῆς Νέας Ρώμης –  Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί εἶχε ὅλες τίς ἁρμοδιότητες τῆς Ἐκκλησίας τῆς  Παλαιᾶς Ρώμης.
.               Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀπέκτησε ἰδιαίτερη ἀξία καί τιμή κατά τήν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, μέσα ἀπό τό σύστημα τῆς ἐθναρχίας πού καθόρισε ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητής. Αὐτό ἐπηρέασε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ἡ Τετραρχία τῶν Θρόνων τῆς Ἀνατολῆς, μαζί μέ τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.

Τέταρτον. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν 16ο αἰώνα (1589) ἔδωσε τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή στόν Μητροπολίτη Μόσχας καί αὐτό ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τούς ὑπόλοιπους Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς (1590 καί 1593).  Ἐπίσης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀργότερα μόνος του χορήγησε τίς Αὐτοκεφαλίες καί τίς Πατριαρχικές ἀξίες καί τιμές σέ διάφορες τοπικές Ἐκκλησίες καί φυσικά ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἐν τῇ πράξει ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες, διότι ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι συμμετέχουν σέ θεῖες Λειτουργίες καί Συνόδους, μέ μερικές ἐξαιρέσεις.

Πέμπτον. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας μέ τήν θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης», τήν ὁποία καλλιέργησε καί ἀνέπτυξε ἀπό τόν 15ο αἰώνα μέχρι σήμερα, ὄχι μόνον ὑπονομεύει τήν θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς Πρώτου στό κανονικό σύστημα  διοργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά αὐτοπροβάλλεται ἐν τοῖς πράγμασι ὡς πρώτη Ἐκκλησία μέ δύναμη καί ἰσχύ, ὅπως φαίνεται καθαρά στό θέμα τῆς Οὐκρανίας.
.               Ἄν προσθέση κανείς ὅτι ἀπό τόν 19ο αἰώνα καί ἐντεῦθεν ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ρωσική θεολογία εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό τήν πατερική θεολογία μέχρι τόν 8ο αἰώνα καί ἀπό τήν σχολαστική θεολογία τοῦ 11ου ἕως 13ου αἰῶνος, τότε ἀντιλαμβάνεται καλά ὅτι τό θέμα περί «Τρίτης Ρώμης» δέν ἔχει μόνο γεωπολιτική ὑποδομή, ἀλλά καί μεταπατερική θεολογική βάση.
.               Βεβαίως, γιά τήν ἀντικειμενική θεώρηση τῶν πραγμάτων, θά πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι δέν ἰσχύουν καί οἱ θεωρίες μερικῶν συγχρόνων θεολόγων περί ἀναγωγῆς τοῦ Πρώτου τῆς Ἐκκλησίας μέσα στό Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, στήν ὁποία Ἁγία Τριάδα μάλιστα θέτουν κακοδόξως καί ἱεραρχικότητα!!  Ἄλλο εἶναι ὁ ἱερός κανονικός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας, πού διαθέτει Πρῶτον μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄλλο εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού εἶναι παντελῶς ἀπρόσιτο στόν ἄνθρωπο.
.               Συνεπῶς, πρέπει νά σεβόμαστε τόν κανονικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθιερώθηκε ἀπό τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί δέν πρέπει νά τόν ὑπονομεύουμε. Ἐπίσης, πρέπει νά σεβόμαστε τήν πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.               Καί ὅταν καί ἀπό αὐτό γίνονται μερικά λάθη, θά πρέπει νά διατυπώνουμε μέ σεβασμό, διάκριση καί τιμή τήν σκέψη μας, χωρίς ὅμως νά κατεδαφίζουμε καί νά ὑπονομεύουμε τόν ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας πού συγκροτήθηκε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο φώτισε τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νά τόν καθορίσουν.
.               Δέν μπορεῖ νά ἰσχύη στά ἐκκλησιολογικά θέματα, ὅπως καί σέ ἄλλα θέματα, ἡ ἀρχή «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι» καί νά γινόμαστε μητραλοῖες καί πατραλοῖες, δηλαδή ὑπονομευτές τοῦ ἔργου τῶν ἁγίων Πατέρων.
.               Σέ ἕνα ἑπόμενο κείμενό μου θά ἀναφερθῶ εἰδικότερα στόν ὅρο «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία», γιατί θεωρῶ ὅτι ἀπό πολλούς παρερμηνεύεται.

Ἰούνιος 2019

Διαφημίσεις

,

Σχολιάστε

Η ΝΕΑ ΡΩΜΗ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ἀπό τό βιβλίο «Παλαιά καί Νέα Ρώμη», 2009

.             Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀποφάσισε νά μεταφέρη τήν Πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό τήν Δύση στήν Ἀνατολή καί ὡς χῶρο ἐπέλεξε τήν ἀνατολική Θράκη, στά στενά τοῦ Βοσπόρου. Ἡ ἐπιλογή αὐτή ἀποδείχθηκε σημαντική πολιτική πράξη, πού ἐπηρέασε τά πολιτικά πράγματα γιά χίλια χρόνια, διότι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σταθεροποίησε τά σύνορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό ἀνατολάς καί ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ἀναπτυχθῆ ἕνας μεγάλος πολιτισμός πού ὀνομάσθηκε ἀργότερα Βυζαντινός πολιτισμός.
.             Στό σημεῖο πού θά καθόριζε τήν Πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ὑπῆρχε μιά μικρή πόλη πού ὀνομαζόταν Βυζάντιο, ἀποικία τῶν Μεγαρέων, πού ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ ἱδρυτοῦ της Βύζαντα. Αὐτή ἡ μικρή πόλη, πού ἔγινε Πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, μετονομάσθηκε σέ νέα Ρώμη καί ἀργότερα ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολη
.             Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δέν εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι δημιουργοῦσε μία ἐπί πλέον πόλη στήν Αὐτοκρατορία παράλληλα μέ τήν Ρώμη, ἀλλά ὅτι δημιούργησε τήν νέα Πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, πού ἦταν συνέχεια τῆς πρώτης Πρωτεύουσας, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης. Μέ νόμο τήν ὀνόμασε «altera Roma» (ἡ ἄλλη Ρώμη), καθώς ἐπίσης ὀνομάσθηκε «πόλις ἀντίρροπος τῆς Ρώμης». Μάλιστα ἀπό τήν παλαιά Μητρόπολη ἡ νέα Πόλη κληρονόμησε καί τά «μυστικά» της ὀνόματα Flora καί Amor πού ἀποδόθηκαν στά ἑλληνικά ὡς Ἀνθοῦσα καί Ἔρως.
.             Στήν νέα Πρωτεύουσα ἀποδόθηκαν ὅλοι οἱ θεσμοί καί τά προνόμια πού εἶχε ἡ παλαιά Πρωτεύουσα, καθόρισε τήν σύγκλητο καί τῆς ἔδωσε καί ἕναν ἀνθύπατο. Συγχρόνως, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος μετέφερε στήν νέα Ρώμη ὅ,τι σημαντικότερο ὑπῆρχε ἀπό πλευρᾶς ἑλληνορωμαϊκῆς τέχνης, ὅπως ὁμολογεῖ ἕνας σύγχρονος Χριστιανός: «μέ τήν ἀπογύμνωση ὅλων σχεδόν τῶν πόλεων ἐγκαινιάζεται ἡ Κωνσταντινούπολη».
.             Ἡ ἀρχαία πόλη, τό Βυζάντιο, ἦταν κτισμένη σέ ἕναν λόφο, ἐνῶ τώρα ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη περιέλαβε καί ἄλλους πέντε λόφους, καί ἀργότερα ἐπί τοῦ Θεοδοσίου περιέλαβε καί ἕναν ἕκτο. Τά ἐγκαίνια τῆς νέας Ρώμης ἔγιναν τήν 11η Μαΐου τοῦ 330 μ. Χ. μαζί μέ τόν ἑορτασμό τῆς 25ης ἐπετείου τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου. Πρόκειτο γιά μιά συμβολική ἡμερομηνία, διότι ἡ πόλη δέν εἶχε ἀκόμη ἀποπερατωθῆ, καί γι’ αὐτό μέχρι τό ἔτος 336 ἡ πόλη ἦταν ἕνα εἶδος ἐργοταξίου, πού συνέχιζε νά κατασκευάζεται, ὁπότε καί ὁ Κωνσταντῖνος ἑόρτασε τήν τριακονταετηρίδα τῆς βασιλείας του.
.             Ὁ Charles Diehl ἀναφερόμενος στήν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης, τῆς νέας Πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, γράφει: «Ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος θεμελίωσε τήν πρωτεύουσα στό Βόσπορο, ἡ πρόθεσή του ἦταν νά δημιουργήση μιά δεύτερη Ρώμη. Θεσπίσθηκε σύγκλητος, κτίσθηκαν δημόσια κτίρια καί ὅλος ὁ μηχανισμός τῆς αὐτοκρατορικῆς γραφειοκρατίας μεταφέρθηκε στό νέο του διοικητικό κέντρο. Ἀριστοκρατικές οἰκογένειες ἀπό τήν Ἰταλία ἐνθαρρύνθηκαν νά ἀποκτήσουν κατοικίες ἐδῶ, ὅπου ψωμί καί θεάματα ἱπποδρομίου προβλεπόταν γιά τό λαό. Οἱ ἱπποδρομικές ὁμάδες, ἀφοῦ μεταφέρθηκαν ἐδῶ ἀπό τήν παλαιά Ρώμη, σχημάτισαν μιά πολιτοφυλακή γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πόλεως. Ἡ ἐφαρμοζομένη πολιτική ἦταν ἡ δημιουργία ἑνός πιστοῦ ἀντιγράφου ἀπό τήν παλαιά πρωτεύουσα πού ἦταν στόν Τίβερη».
.             Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ νέα Ρώμη ἀπέκτησε χριστιανικό χρῶμα, ὁπότε ἔγινε ἡ χριστιανική Ρώμη, πού στολιζόταν μέ Ναούς καί Ἱερές Μονές καί ὅλος ὁ πολιτισμός της καί ἡ κοινωνική της ὀργάνωση ποτίσθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία.
.             Ἡ νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, μέ τόν Μ. Κωνσταντῖνο καί τούς διαδόχους του, ἀπέκτησε μεγάλη αἴγλη καί ὅλοι οἱ ἐπισκέπτες της θαύμαζαν τίς ὀμορφιές της, τόν πλοῦτο της, τούς θησαυρούς της, τά ἀνάκτορα, τόν ἱππόδρομο, τά μνημεῖα, ἰδιαιτέρως τήν Ἁγία Σοφία καί τήν ὅλη κοινωνική καί πολιτιστική της ζωή.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καί νέας Ρώμης, στά «Ἔπη εἰς ἑαυτόν» ἐγκωμιάζει τήν νέα Ρώμη. Σέ ἕνα σημεῖο τήν ὀνομάζει κλεινή καθέδρα τοῦ Κωνσταντίνου, νεώτερη Ρώμη, πού ξεπερνᾶ τίς ἄλλες πόλεις, ὅπως ὁ ἀστερόεις οὐρανός τήν γῆ:

«Ὦ Κωνσταντίνου κλεινόν ἕδος μεγάλου,
ὁπλοτέρη Ρώμη, τόσσον προφέρουσα πολήων
ὁσσάτιον γαίης οὐρανός ἀστερόεις».

.             Ἀλλοῦ μακαρίζει τήν νέα Ρώμη, ὡς τό δεύτερο μάτι τῆς οἰκουμένης, τήν πατρίδα τῶν εὐγενῶν νέων, τήν πόλη τοῦ Κωνσταντίνου καί τό στήριγμα τοῦ κράτους:

«Ἄνδρες, τό κλεινόν ὄμμα τῆς οἰκουμένης,
οἵ κόσμον οἴκειθ’ ὡς ὁρῶν, τόν δεύτερον,
γῆς καί θαλάττης κόσμον ἠμφιεσμένοι,
Ρώμη νεουργής, εὐγενῶν ἄλλων ἕδος,
Κωνσταντίνου πόλις τε καί στήλη κράτους».

.             Ἐπίσης, ἀλλοῦ θεωρεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ φύση δέν μᾶς ἔχει δώσει δύο ἡλίους, ἐν τούτοις ὑπάρχουν δύο Ρῶμες πού φωτίζουν ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τό παλαιό καί τό νέο κράτος. Οἱ δύο αὐτές Ρῶμες εἶναι διαφορετικές, ἀφοῦ ἡ μία προβάλλει ἀπό τήν Ἀνατολή καί ἡ ἄλλη βρίσκεται στήν Δύση, ἀλλά τό κάλλος τῆς μιᾶς ἰσοζυγίζει τό κάλλος τῆς ἄλλης. Καί στήν συνέχεια λέγει ὅτι σέ αὐτήν τήν δική του Ρώμη, πού τώρα δέν εἶναι δική του –προφανῶς ὅταν ἀποχώρησε ἀπό αὐτήν –περίσσευσε ἡ πίστη καί δένει μέ τόν λόγο τῆς σωτηρίας τήν Δύση.

«Δύω μέν οὐ δέδωκεν ἡλίους φύσις,
δισσάς δέ Ρώμας, τῆς ὅλης οἰκουμένης
λαμπτῆρας, ἀρχαῖον τε καί νέον κράτος,
τόσον διαφέροντας ἀλλήλων, ὅσον
τήν μέν προλάμπειν ἡλίου, τήν δ’ ἑσπέρας
κάλλει δέ κάλλος ἀντανίσχειν συζύγως.
Τούτων δέ πίστις, ἡ μέν ἦν ἐκ πλείονος,
καί νῦν ἔτ’ ἔστιν εὔδρομος, τήν ἑσπέραν
πᾶσαν δέουσα τῷ σωτηρίῳ λόγῳ,
καθώς δίκαιον τήν πρόεδρον τῶν ὅλων
ὅλην σέβουσαν τήν Θεοῦ συμφωνίαν».

.             Ἀλλοῦ ἀναφέρεται στήν σύγκληση τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν νέα Ρώμη μέ πρόεδρο τόν Μελέτιο Ἀντιοχείας:

«Ὅσον γάρ ἦν ἑῷον, Αἰγύπτου δίχα,
λαῶν πρόεδρον, ἄχρι Ρώμης δευτέρας,
γῆς καί θαλάττης ἐκ μυχῶν ἐσωτάτων,
κινηθέν, οὐκ’ οἶδ’ οἷς τίσι Θεοῦ λόγοις,
συνέρχεσθ’, ὡς πήξοντες εὐσεβῆ λόγον».

.             Σέ ἄλλο μέρος ἀποκαλεῖ τήν νέα Ρώμη εὐδαίμονα πόλη, τῆς ὁποίας οἱ πρῶτοι κάτοικοί της τήν γνώριζαν καί τήν ὑπολόγιζαν, ὅταν κλήθηκε γιά νά τούς διδάξη τήν ὀρθόδοξη πίστη.

«Ρώμης τόδ’ οἶδεν ἄστυ τῆς εὐδαίμονος,
καί τῆς μάλιστά φημι τό πρῶτον γένος,
οἵμ’ ἠξίωσαν καί λόγου τυχόν τινος,
παρ’ οἷς πλέον, καί μικρόν εὐκλείας ἔχειν,
ἤ πρῶτ’ ἐν ἄλλοις τιμίου παντός φέρειν».

.             Οἱ σταυροφόροι μέ τήν Δ΄ Σταυροφορία κατέλαβαν τήν Κωνσταντινούπολη τό 1204 καί σύλησαν ὅλους τούς θησαυρούς της μέ ἀποτέλεσμα νά γεμίσουν οἱ δυτικές πόλεις, κυρίως ἡ Βενετία, ἀπό τούς συληθέντες θησαυρούς. Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἀποικιοκρατική ἐκστρατεία τοῦ ἐκκοσμικευμένου Χριστιανισμοῦ ἐναντίον τῆς Ἀνατολῆς καί εἶναι ἔκφραση τοῦ μίσους τῶν δυτικῶν Χριστιανῶν γιά τήν νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, πού ἀποτέλεσε τό κέντρο τῆς χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
.             Ὁ Steven Runciman στόν Γʹ τόμο τοῦ βιβλίου Ἡ ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν, στήν ἑνότητα μέ τίτλο «Παραστρατημένες σταυροφορίες» καί εἰδικά στό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἡ σταυροφορία ἐναντίον τῶν χριστιανῶν», ἀναφέρεται στήν Δ΄ Σταυροφορία καί στό τί καταστροφές προξένησαν οἱ Σταυροφόροι. Θά παραθέσω ὁλόκληρο αὐτό τό κείμενο, γιατί εἶναι σημαντικό καί δείχνει τήν μεγάλη καταστροφή τῆς Πόλεως ἀπό τούς δυτικούς σταυροφόρους Χριστιανούς.
.             «Ἡ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης δέν ἔχει ἀντίστοιχό της στήν ἱστορία. Ἐπί ἐννέα αἰῶνες, ἡ μεγάλη πόλη ὑπῆρξε ἡ πρωτεύουσα τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἦταν γεμάτη μέ ἔργα τέχνης πού εἶχαν ἐπιζήσει ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί μέ τά ἀριστουργήματα τῶν δικῶν της ἔξοχων καλλιτεχνῶν. Οἱ Ἑνετοί ἤξεραν τήν ἀξία αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὅπου μπόρεσαν, ἅρπαξαν θησαυρούς καί τούς μετέφεραν γιά νά στολίσουν τίς πλατεῖες, τούς ναούς καί τά παλάτια τῆς πόλης τους. Ἀλλά οἱ Γάλλοι καί οἱ Φλαμανδοί εἶχαν κυριευθεῖ ἀπό μανία καταστροφῆς. Ξεχύθηκαν, ἕνας ἐξαγριωμένος ὄχλος, στούς δρόμους καί στά σπίτια ἁρπάζοντας ὅ,τι γυάλιζε καί καταστρέφοντας ὅ,τι δέν μποροῦσαν νά κουβαλήσουν, σταματώντας μόνο γιά νά σκοτώσουν, νά βιάσουν ἤ νά ἀνοίξουν τά κελάρια γιά νά πιοῦν. Δέν γλύτωσαν οὔτε τά μοναστήρια οὔτε οἱ Ἐκκλησίες οὔτε οἱ βιβλιοθῆκες. Στήν ἴδια τήν Ἁγία Σοφία ἔβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιῶτες νά σχίζουν τίς μεταξωτές κουρτίνες καί νά γκρεμίζουν καί νά κομματιάζουν τό μεγάλο ἀσημένιο εἰκονοστάσιο, ἐνῶ ποδοπατοῦσαν ἀσεβέστατα ἅγιες εἰκόνες καί ἱερά βιβλία. Ἐνῶ ἔπιναν ἀπό τά ἱερά σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου, μιά πόρνη κάθισε στόν πατριαρχικό θρόνο καί ἄρχισε νά τραγουδᾶ ἕνα ἄσεμνο γαλλικό τραγούδι. Καλόγριες βιάσθηκαν μέσα στά μοναστήρια τους. Χωρίς καμιά διάκριση, παλάτια καί καλύβες παραβιάσθηκαν καί καταστράφηκαν. Πληγωμένα γυναικόπαιδα κείτονταν ἑτοιμοθάνατα στούς δρόμους. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες ἐξακολουθοῦσαν οἱ φρικιαστικές σκηνές τῆς λεηλασίας καί τῆς αἱματοχυσίας, ὥσπου ἡ τεράστια ὡραία πόλη ἔγινε ἕνα ἐρείπιο. Ἀκόμα καί οἱ Σαρακηνοί θά εἶχαν δείξει περισσότερο οἶκτο, ἀναφωνεῖ ὁ ἱστορικός Νικήτας, καί λέει τήν ἀλήθεια. Ἐπιτέλους, οἱ Λατίνοι ἀρχηγοί κατάλαβαν ὅτι τόσο μεγάλη καταστροφή δέν ἦταν πρός ὄφελος κανενός. Ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐξαντλήθηκαν ἀπό τήν ἀσυδοσία τους, ἀποκαταστάθηκε ἡ τάξη. Ὅποιος εἶχε κλέψει πολύτιμα ἀντικείμενα ὑποχρεώθηκε νά τά παραδώσει στούς Φράγκους εὐγενεῖς. Δυστυχισμένοι πολίτες βασανίσθηκαν γιά νά ἀποκαλύψουν ποῦ βρίσκονταν τά ἀγαθά πού εἶχαν κατορθώσει νά κρύψουν. Ἀκόμα καί μετά ἀπό τέτοια ἀλόγιστη καταστροφή ὁ ὄγκος τῆς λείας ἦταν ἐκπληκτικός. Κανένας, ἔγραφε ὁ Βιλλαρδουίνος δέν μπόρεσε νά μετρήσει τό χρυσάφι καί τό ἀσήμι, τά πολύτιμα σκεύη καί τά κοσμήματα, τά χρυσοκέντητα καί μεταξωτά φορέματα, τίς γοῦνες ἀπό γκρίζες ἀλεποῦδες καί ἐρμίνες. Καί, ὅπως πρόσθετε μέ τό κύρος πού διέθετε, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος ποτέ κανείς δέν εἶχε πάρει τόσα πολλά ἀπό μιά πόλη. Ὅλα μοιράσθηκαν σύμφωνα μέ τή συνθήκη: τρία ὄγδοα πῆγαν στούς σταυροφόρους, τρία ὄγδοα στούς Ἑνετούς καί ἕνα τέταρτο κρατήθηκε γιά τό μέλλοντα αὐτοκράτορα».
.             Μετά τήν ἐπανάκτησή της, τό 1261 μ. Χ., ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν πλέον ἡ σκιά τῆς δόξας τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ της, ὅμως δέν ἔπαυε νά θυμίζη τήν παλαιά της αἴγλη καί δόξα.
.             Ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος πού ἔζησε τόν 14ο–15ο αἰώνα ἐξυμνεῖ τήν Κωνσταντινούπολη. Γι’ αὐτόν τόν μεγάλο διδάσκαλο ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι «ἡ μεγαλόπολις αὕτη, καί Πόλις πασῶν ὑπό τόν ἥλιον πόλεων, καί πολυώνυμός ἐστι Πόλις, καί μεγαλώνυμος». Εἶναι πόλη τοῦ Μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ, βασίλισσα πού εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν καταβολή της στήν Βασίλισσα, τήν Θεοτόκο, τήν Δέσποινα τοῦ κόσμου. Εἶναι «ἑπτάλοφος Πόλις, καί βυζαντίς, καί Κωνσταντινούπολις, καί πολυκρατίστη τοῦ κραταιοῦ καί ἁγίου ἡμῶν αὐτοκράτορος». Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι «πόλις τῆς οἰκουμένης τό ἄγαλμα, τῆς καλλονῆς ἡ ἑστία, τό πρόσκαιρον τῆς τρυφῆς χωρίον, ἡ ξένη θέα πασῶν χαρίτων, τοῦ ἡ μετέρου γένους τό ἔδαφος, τό τῶν ἀγαθῶν πρυτανεῖον, ὁμόροις τό θέλγητρον, καί ἀλλογενέσιν ἡδύτατον λάλημα· Πόλις ἁγία καί μητρόπολις πιστή, νέα τε Ῥώμη καί νέα Ἱερουσαλήμ ἡ αὐτή· γῆ ἀγαθή, καί καλή γῆ ῥέουσα μέλι καί γάλα, καί πηγή παντοδαπῶν ἀγαθῶν· ὄρος τετυρωμένον καί πῖον, ὄρος δασύ καί κατάσκιον, ὄρος ἅγιον, ἐν ᾧ ὁ τῶν ὅλων Θεός κατοικεῖν ἡρετίσατο· κοινή πατρίς καί μήτηρ καί τροφός τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν».
.           Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι κατά τόν Ἰωσήφ Βρυέννιο ὅ,τι ὁ οὐρανός στόν κόσμο, ὁ ἥλιος στόν οὐρανό, ὁ παράδεισος στήν γῆ, τό κοινό ἐμπόριο στά κλίματα τῆς γῆς, ἡ μητρόπολη στήν ἐπαρχία, ἡ ἀκρόπολη στήν πόλη, ὁ λιμένας στό πέλαγος, τό πανδοχεῖο στούς τετραόδους, τό ταμεῖο στήν οἰκία, τό διδασκαλεῖο στήν πολιτεία, τό θέατρο στίς πανηγύρεις, ἡ ἁρμονία στά μέλη, ὁ ὀφθαλμός στό πρόσωπο καί ἡ κεφαλή στό σῶμα.
.             Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη- Νέα Ρώμη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς πολιτικῆς ζωῆς, τό κέντρο τῆς ἐπιστήμης καί τό σταυροδρόμι ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι τό κοιμητήριο τῶν θεραπευτῶν τοῦ Θεοῦ, τό τέμενος τῆς Θεοτόκου, ἀφοῦ σέ αὐτήν ὑπάρχει ἡ ἐσθήτα καί ἡ ζώνη Της, ἀλλά καί ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἐκεῖ παραμένουν πολλά ἀντικείμενα τοῦ Πάθους Του, ὅπως ὁ χιτών, τά ἱμάτια, τό αἷμα πού ἔρρευσε ἀπό τήν πλευρά Του, ὁ σταυρός, ἡ λόγχη, οἱ ἧλοι, ὁ σπόγγος, ὁ κάλαμος. Στήν Πόλη αὐτή ὑπάρχουν τά ἐχέγγυα τῆς σωτηρίας, τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων πού τελειώθηκαν σέ ὅλη τήν γῆ. Ἀκόμη, ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ βάση καί ἡ ἀκρώρεια τῆς θεολογίας, ἡ κορυφή τῶν δογμάτων.
.             Στήν Πόλη αὐτή μπορεῖ ὁ φιλοθεάμων καί ὠτακουστής νά δῆ τά κάλλη της πού ἔχουν σχέση μέ τήν θέση, τήν χρήση, τήν τέρψη, τό μέγεθος, τήν ποικιλία, τήν εὐκρασία σέ ὅλες τίς ἐποχές, τήν καλλονή, τήν φαιδρότητα. Μπορεῖ κανείς νά δῆ τούς ξενῶνες, τούς παρθενῶνες, τά φροντιστήρια, τίς ἅγιες Μονές, τό πλῆθος τῶν Ἐκκλησιῶν, τά ἀνάκτορα, τούς πύργους, τά ὑψηλά σπίτια, τούς κήπους, τούς παραδείσους, τάς κυπαρίσσους, τά ἄλση. Σέ αὐτήν τήν Πόλη μπορεῖ νά θαυμάση κανείς τήν σωφροσύνη τῶν εὐγενίδων, τήν φυλακή τῶν θαλαμευομένων, τήν εὐλάβεια τῶν μοναστριῶν, τούς ὁλονυκτίους ἤχους τῶν μοναχῶν, τήν εὐταξία τοῦ Κλήρου, τήν σεμνότητα τῶν Ἀρχιερέων, τούς χορούς τῶν ἱερέων, καί τήν κεκρυμμένη ζωή αὐτῶν πού ζοῦν ἐν Χριστῷ. Μπορεῖ νά μάθη τό πειθήνιο τοῦ λαοῦ, τό φιλόστοργο τῶν πολιτῶν σέ ὅλους, τό προσηνές, τό φιλάληθες καί καλοθελές, τήν παίδευση τῆς πολιτείας, τήν κατάσταση τῶν ἀρχόντων, τήν γαληνότητα τῶν Βασιλέων. Καί μέ ὅλα αὐτά μπορεῖ κανείς νά θαυμάση τίς συνεχεῖς ἑορτές, τά θαύματα τῶν ἁγίων, τό πολυτελές τῶν ἱερῶν σκευῶν, τό σεβάσμιο τῶν θείων εἰκόνων καί τήν ὑπεροχή τῶν ἁγίων παθῶν.
.             Ἀκολούθως, ἐπαινεῖ τούς δύο μεγάλους φωστῆρες τῆς Πόλεως πού εἶναι ὁ οἰκουμενικός ἐκκλησιαστικός θρόνος, πού καταφωτίζει τίς ψυχές, καί ὁ κραταιός Αὐτοκράτωρ πού καταφωτίζει τά σώματα, ἀφοῦ καί οἱ δύο αὐτοί περιθάλπουν καί ζωογονοῦν κάθε πιστό. Καί γύρω ἀπό αὐτούς τούς δύο φωστῆρες κινοῦνται οἱ χοροί τῶν ἀστέρων, στόν μέν αὐτοκράτορα ὁ κύκλος τῶν συγκλητικῶν καί τῶν στρατιωτικῶν, στόν δέ Πατριάρχη ὁ κατάλογος τοῦ Κλήρου καί ὅλος ὁ λαός. Καί στό στερέωμα αὐτό ἔχουν στερεωθῆ ἄδυτα ἄστρα πού ὑπερλάμπουν τό καλό, καί αὐτά εἶναι οἱ σεβάσμιες Μονές καί τό πλῆθος τῶν Ναῶν. Καί περιγράφοντας ὅλην αὐτήν τήν ὀμορφιά τῆς Πόλεως καταλήγει: «Τοιαύτη ἡμῖν ἡ Πόλις, ὡς ἐν συνόψει εἰπεῖν, καί τά τοιαῦτα ἐν ταύτῃ καλά περιέχεται».
.             Μετά τήν περιγραφή αὐτή τῆς Πόλεως προτρέπει τούς ἄρχοντες καί τόν λαό νά ἐνδιαφερθοῦν γιά τήν ὀχύρωσή της, γιά τήν κατασκευή τῶν τειχῶν της, πού ἔχουν καταρρεύσει ἀπό τόν χρόνο καί ὁμοιάζει ὡσάν μία γηρανθεῖσα καί συγκύπτουσα μητέρα, καί νά τῆς δώσουν χέρι βοηθείας ἔτσι ὥστε νά ἀποδώσουν «τά θρεπτήρια ἐν τῷ γήρᾳ» αὐτῆς.
.             Μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς τό 1453 μ.Χ. ὁλοκληρώθηκε ἡ καταστροφή της. Ὁ Ράνσιμαν στό βιβλίο του «Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως» γράφει: «Τά ἰδιωτικά σπίτια λεηλατήθηκαν συστηματικά· κάθε τμῆμα λαφυραγωγῶν ἄφηνε μιά μικρή σημαία στήν εἴσοδο, γιά νά δείξει ὅτι τό σπίτι εἶχε λεηλατηθῆ ὁλοσχερῶς. Μαζί μέ τά ὑπάρχοντά τους ἔπαιρναν καί τούς ἐνοίκους. Ὅποιος λιποθυμοῦσε ἤ ἔπεφτε ἀπό ἀδυναμία, σφαζόταν μαζί μέ μερικά μικρά παιδιά πού θεωρήθηκαν ὅτι δέν εἶχαν ἀξία· ἀλλά κατά κανόνα τώρα πιά δέ θυσίαζαν τή ζωή τῶν αἰχμαλώτων. Ὑπῆρχαν ἀκόμα μεγάλες βιβλιοθῆκες στήν Πόλη, μερικές κοσμικές καί οἱ περισσότερες τῶν μοναστηριῶν. Τά περισσότερα βιβλία κάηκαν· ἀλλά ὑπῆρξαν μερικοί τοῦρκοι ἀρκετά ἔξυπνοι γιά νά καταλάβουν ὅτι ἦταν ἐμπορεύσιμα ἀντικείμενα καί διέσωσαν μερικά πού ἀργότερα πουλήθηκαν γιά εὐτελῆ ποσά σέ ὅποιον ἐνδιαφερόταν. Μέσα στίς ἐκκλησίες ἔγιναν σκηνές ἀκολασίας. Πολλοί ἐσταυρωμένοι μέ πολύτιμες πέτρες κουβαλήθηκαν μέ τούρκικα τουρμπάνια τυλιγμένα γύρω ἀπό τά κεφάλια τους. Πολλά κτίρια ἔπαθαν ἀνεπανόρθωτες ζημίες. Τό βράδυ δέν ὑπῆρχαν πολλά γιά νά λαφυραγωγηθοῦν· καί κανένας δέ διαμαρτυρήθηκε, ὅταν ὁ σουλτάνος προκήρυξε ὅτι ἡ λαφυραγωγία ἔπρεπε νά σταματήσει. Οἱ στρατιῶτες εἶχαν ἀρκετή ἀσχολία γιά τίς ὑπόλοιπες δύο μέρες νά μοιράσουν τά λάφυρα καί νά μετρήσουν τούς αἰχμαλώτους. Διαδόθηκε ὅτι αὐτοί ἦταν πενήντα χιλιάδες, ἀπό τούς ὁποίους μόνο πεντακόσιοι ἦταν στρατιῶτες. Οἱ ὑπόλοιποι ἀπό τούς χριστιανούς στρατιῶτες σκοτώθηκαν, ἐκτός ἀπό τούς λίγους ἄνδρες πού διέφυγαν μέ τά πλοῖα. Οἱ νεκροί, μαζί μέ τούς ἀμάχους πού ὑπῆρξαν θύματα τῆς σφαγῆς, λέγεται ὅτι ἦταν τέσσερις χιλιάδες».
.             Ὁ Μιχαήλ Δούκας θρήνησε γιά τήν ἅλωση τῆς Πόλης μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ὦ πόλις, πόλις, πόλεων πασῶν κεφαλή! ὦ πόλις, πόλις κέντρον τῶν τεσσάρων τοῦ κόσμου μερῶν! ὦ πόλις, πόλις, Χριστιανῶν καύχημα καί βαρβάρων ἀφανισμός! ὦ πόλις, πόλις, ἄλλη παράδεισος φυτευθεῖσα πρός δυσμάς, ἔχουσα ἔνδον φυτά παντοῖα βρίθοντα καρπούς πνευματικούς! ποῦ σου τό κάλλος, παράδεισε; ποῦ σου ἡ τῶν χαρίτων τοῦ πνεύματος εὐεργετική ρῶσις ψυχῆς τε καί σώματος; ποῦ τά τῶν ἀποστόλων τοῦ κυρίου μου σώματα, τά πρό πολλοῦ φυτευθέντα ἐν τῷ ἀειθαλεῖ παραδείσῳ, ἔχοντα ἐν μέσῳ τούτων τό πορφυροῦν ἱμάτιον, τήν λόγχην, τόν σπόγγον, τόν κάλαμον, ἅτινα ἀσπάζοντες ἐφανταζόμεθα τόν ἐν σταυρῷ ὑψωθέντα ὁρᾶν, ποῦ τά τῶν ὀστῶν λείψανα, ποῦ τά τῶν μαρτύρων; ποῦ τά τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῶν λοιπῶν βασιλέων πτώματα;…».
.             Ὅμως καί κατά τήν διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν τό κέντρο ὅλων τῶν Ρωμηῶν, ἀφοῦ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀναγνωρίσθηκε ὄχι μόνον ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ἀλλά, καί κατά κάποιον τρόπο, καί πολιτικός ἀρχηγός, ὡς ἐθνάρχης (Millet Basi) τοῦ ρωμαίϊκου ἔθνους. Ἰδίως, ὅταν κατά τό 1517 ἡ Αἴγυπτος, ἡ Συρία καί ἡ Παλαιστίνη καταλήφθηκαν ἀπό τούς Ὀθωμανούς καί τά τρία Πατριαρχεῖα ἑνώθηκαν στό ἕνα Ὀθωμανικό Κράτος, ὡς τμήματα τοῦ ἑνός Rum Mileti, τοῦ ἑνός χριστιανικοῦ ἔθνους, «ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔλαβε παρά τῆς Ὑψηλῆς Πύλης σαφεῖς πληρεξουσιότητας, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Ἐθνάρχου (Millet Basi) νά εἶναι ἐθνικός ἀρχηγός καί ἐπί τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων καί μεσίτης μεταξύ τῶν πατριαρχῶν τούτων καί τῆς κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν πατριαρχῶν, τῇ ἐπικυρώσει τῶν βερατίων αὐτῶν, καί ἐπί πάντων τῶν ἔργων, ἐφ’ ὧν ἦσαν ἀπαραίτητοι αἱ ἀποφάσεις καί ἐντολαί τῆς ἐξουσίας, μέχρι καί τῆς παροχῆς ἀδείας ἐλεύσεως εἰς Κωνσταντινούπολιν πατριάρχου τινός». Οἱ Σουλτάνοι στά βεράτια τῆς ἐκλογῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν, ὅπως ἔγινε στήν ἐκλογή τοῦ Διονυσίου Δ΄, σημείωναν: «Οἱ πατριάρχαι τῶν ἄλλων χωρῶν διενεργήτωσαν τάς ὑποθέσεις αὐτῶν διά τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» (Μητροπολἰτης Σάρδεων Μάξιμος).
.             Μέχρι σήμερα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καλεῖται «Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης» καί ἡ ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καλεῖται «Βασιλεύουσα Πόλη». Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι τό συντονιστικό ὄργανο ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί διακονεῖ θυσιαστικῶς ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουν, ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μέσα στό πλαίσιο τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ θεσμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης προεδρεύει στίς Συνόδους καί συντονίζει ὅλο τό διορθόδοξο ἐκκλησιαστικό ἔργο, γι’ αὐτό καί τοῦ ἀπονέμεται ὁ δίκαιος σεβασμός καί ἡ πρέπουσα τιμή. Εἶναι ὁ Πρῶτος τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.             Στά ἀνωτέρω παρουσιάσθηκε μιά σύντομη στήν ἱστορία διαδρομή τῆς ἔνδοξης καί τιμημένης νέας Ρώμης.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, ,

Σχολιάστε

TO ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Μέ ἀφορμή τό θέμα τῆς Οὐκρανίας γίνονται συζητήσεις γιά τό λεγόμενο πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄλλοι τό ἀρνοῦνται καί ἄλλοι τό παρερμηνεύουν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνήθως ἑρμηνεύουν τό πρωτεῖο μέσα ἀπό τήν οὐσιοκρατία καί μερικοί σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι τό ἑρμηνεύουν μέσα ἀπό τόν περσοναλισμό.
.                 Μέ τό παρόν ἄρθρο δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό θέμα αὐτό γιά νά δώσω τίς θεολογικές διαστάσεις τοῦ προβλήματος, ἀλλά θά τονίσω ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο κάνουμε λόγο γιά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμά της. Θά τονισθοῦν μερικές ἀπόψεις πού καί παλαιότερα ἔχω τονίσει ἀπό ἄλλη ἀφορμή.

1. Συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα

.                 Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται μέ τό ἱεραρχικό, καί στήν πραγματικότητα ἡ συνοδικότητα συντονίζεται μέ τήν ἱεραρχικότητα. Αὐτό, ἄλλωστε, μέ ἄλλη προοπτική, συμβαίνει καί στίς πολιτεῖες καί στά δημοκρατικά πολιτεύματα, ἀφοῦ ὑπάρχει συνάθροιση τοῦ λαοῦ, ἀλλά, συγχρόνως, ὑπάρχει καί ἱεράρχηση τῶν διακονιῶν-ἐξουσιῶν, δηλαδή δέν ἔχουν ὅλοι τά ἴδια δικαιώματα καί καθήκοντα.
.                 Ἡ λέξη σύνοδος ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό σύν καί τήν ὁδό, καί δηλώνει τήν συμπόρευση. Μέσα σέ αὐτήν  τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν φράση ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», δηλαδή σύναξη καί συμπόρευση..                     Ἔπειτα, ἡ λέξη ἱεραρχία δηλώνει τόν ἄρχοντα τῶν τελετῶν, τόν Ἐπίσκοπο, τόν Ἱεράρχη, ἀλλά καί τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἔτσι, ἡ Σύνοδος δέν ἀποκλείει τήν Ἱεραρχία καί ἡ Ἱεραρχία δέν ἀποκλείει τήν Σύνοδο. Τόν ὅρο αὐτό –Ἱεραρχία– τόν συναντοῦμε στά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου μέ τίτλο Οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, στά ὁποῖα διακρίνονται οἱ ἐννέα χοροί τῶν ἀγγέλων, πού χωρίζονται σέ τρεῖς τριάδες καί  οἱ  ὁποῖες συνδέονται μέ τήν ἐπίγεια ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὡς πρός τίς τελετές (Βάπτισμα, Σύναξη καί Μύρο), ὡς πρός τίς τρεῖς φάσεις ἀνόδου πρός τόν Θεό (κάθαρση, φωτισμός, τελείωση), ὡς πρός τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς (ἱεράρχης, ἱερεύς, λειτουργός) καί ὡς πρός τίς τρεῖς τάξεις τῶν λαϊκῶν (κατηχούμενοι-ἀκοινώνητοι, πιστοί καί θεραπευτές-μοναχοί). Αὐτήν τήν πραγματικότητα δηλώνει καί ἡ φράση «λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος».
.                 Ἔχει παρατηρηθῆ (Ἀλέξανδρος Σμέμαν) ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται ὡς «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν». Ἡ ἱεραρχική ἀρχή δέν  εἶναι ἀντίθετη πρός τήν συνοδική, ἀφοῦ ἡ συνοδική ἀρχή θεμελιώνεται διά τῆς ἱεραρχικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ἀπουσιάζη τό ἕνα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη καί τό ἄλλο, ὁπότε σέ τέτοια περίπτωση δέν ὑφίσταται πραγματική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξήγηση τῶν ὅρων εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅσα θά λεχθοῦν στήν συνέχεια, σχετικά μέ τήν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

2. Ἡ θεία Λειτουργία, πρότυπο ἱεραρχικῆς συνοδικότητας τῆς Ἐκκλησίας

.                  Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ  καί κοινωνία θεώσεως, πού σημαίνει ὅτι ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πορεύονται πρός τήν θέωση. Δέν πρόκειται γιά μιά στάσιμη κατάσταση, ἀλλά γιά μία συνεχῆ κίνηση, μιά διαρκῆ πορεία, τήν ὁποία ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά ἀποκαλέση «στάσιν ἀεικίνητον» καί «κίνησιν στάσιμον»: «στάσιν ἀεικίνητον λαβοῦσα τήν ἀπέραντον τῶν θείων ἀπόλαυσιν, καί κίνησιν στάσιμον τήν ἐπ’ αὐτοῖς ἀκόρεστον ὄρεξιν». Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κατεστημένος θεσμός, ἀλλά μιά στρατεία ἐν Χριστῷ, μιά πορεία πρός τήν  μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Βασιλεία καί βιώνεται ἀπό τό παρόν καί θά ἔλθη στό μέλλον στήν  πληρότητά της.
.                  Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ τρόπος τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰκονίζει τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί δείχνει ποιός εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπός της.
Στήν Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ διαφαίνεται ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Πάντως, ἡ ἐκκλησιολογία δέν μπορεῖ νά ἐξετάζεται ἀνεξάρτητα ἀπό  τήν εὐχαριστιολογία.
.                 Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι πράγματι ἡ «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς». Τό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: «Ὤ τῶν τοῦ Χριστοῦ δωρημάτων! Ἄνω στρατιαί δοξολογοῦσιν ἀγγέλων· κάτω ἐν ἐκκλησίαις χοροστατοῦντες ἄνθρωποι τήν αὐτήν ἐκείνοις ἐκμιμοῦνται δοξολογίαν. Ἄνω τά Σεραφίμ τόν τρισάγιον ὕμνον ἀναβοᾷ· κάτω τόν αὐτόν ἡ τῶν ἀνθρώπων ἀναπέμπει πληθύς· κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις· μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία. Ταύτην γάρ ἡ ἄφραστος τοῦ Δεσπότου συγκατάβασις ἐκρότησε, ταύτην τό Πνεῦμα συνέπλεξε τό ἅγιον, ταύτης ἡ ἁρμονία τῶν φθόγγων τῇ πατρικῇ εὐδοκίᾳ συνηρμόσθη· ἄνωθεν ἔχει τήν τῶν μελῶν εὐρυθμίαν, καί ὑπό τῆς Τριάδος, καθάπερ ὑπό πλήκτρου τινός κινουμένη, τό τερπνόν καί μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τό ἀγγελικόν ᾆσμα, τήν ἄληκτον συμφωνίαν. Τοῦτο τῆς ἐνταῦθα σπουδῆς τό πέρας, οὗτος ὁ τῆς συνελεύσεως ἡμῶν καρπός».
.                 Τό κεντρικό σημεῖο αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστομικοῦ χωρίου εἶναι τό «μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία» ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Ἡ ἱεραρχικότητα τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν αὐτῶν πού μετέχουν στήν θεία Λειτουργία διακρίνεται σέ πολλούς βαθμούς. Εἶναι οἱ κατηχούμενοι, οἱ φωτιζόμενοι  καί  οἱ φωτισθέντες πιστοί· οἱ λαϊκοί διαφόρων πνευματικῶν καταστάσεων, ἤτοι καθαιρόμενοι, φωτιζόμενοι καί θεούμενοι· οἱ Κληρικοί διαφόρων βαθμῶν, ἤτοι Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι· καί  οἱ διαφοροτρόπως ὑπηρετοῦντες στήν θεία Λειτουργία, ἤτοι ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, ψάλτες, βοηθητικό προσωπικό. Ὅλοι μετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά διαφοροτρόπως, ὁπότε ὑφίσταται συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα.  Οἱ λαϊκοί συμμετέχουν στήν θεία Λειτουργία προσευχόμενοι καί κοινωνοῦντες τοῦ Σώματος καί  τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ· οἱ ἱεροψάλτες ψάλλουν ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ· οἱ Διάκονοι ἀπευθύνουν τίς δεήσεις στόν Θεό ὑπέρ τοῦ λαοῦ· οἱ Πρεσβύτεροι προσφέρουν τήν ἀναίμακτη μυσταγωγία, μέ τήν ἄδεια τῶν Ἐπισκόπων τους,  καί  οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι οἱ προεστῶτες τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
.                 Καίτοι οἱ παρευρισκόμενοι στήν θεία Λειτουργία μετέχουν τοῦ μεγάλου Μυστηρίου, οἱ Κληρικοί πλαισιώνουν τό Θυσιαστήριο καί προσεύχονται, ὅμως, ὁ Προεστώς τῆς θείας Εὐχαριστίας προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία, αὐτός ἀπευθύνει τήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς,  πού εἶναι προσευχή στόν Πατέρα νά ἀποστείλη τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά μεταβάλη τόν ἄρτο καί οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ἔτσι, γίνεται συλλείτουργο, ἀλλά διακρίνονται ἰδιαίτερες κατηγορίες πνευματικῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἀκόμη καί τότε πού συλλειτουργοῦν Κληρικοί τοῦ ἰδίου βαθμοῦ, ὁ πρῶτος ἀπό τούς λειτουργούς προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία καί  οἱ ἄλλοι μετέχουν τοῦ Μυστηρίου. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας προϋποθέτει προεξάρχοντα. Ὁπότε, ἡ συνοδικότητα λειτουργεῖ σέ συνδυασμό μέ τήν ἱεραρχικότητα.
.                  Αὐτή ἡ διάκριση τῶν χαρισματικῶν διακονιῶν στήν  θεία Λειτουργία φαίνεται καί στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου, στό ὁποῖο παρουσιάζεται τό ὅραμα τῆς οὐράνιας Ἐκκλησίας καί τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας πού εἶδε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί βεβαίως,  ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, συνδέεται μέ τήν ἐπίγεια θεία Λειτουργία.
.            Στό ὅραμα αὐτό τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας βλέπουμε τόν «ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου…», εὑρισκόμενο μεταξύ τῶν ἑπτά λυχνιῶν (Ἀπ. α΄, 12 κ.ἑξ. )· τόν ἐπί τοῦ θρόνου καθήμενο, καί τούς εἰκοσιτέσσερις Πρεσβυτέρους καθημένους σέ θρόνους «κυκλόθεν τοῦ θρόνου»· τά τέσσερα ζῶα ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καί τήν λατρεία πού προσφέρουν στόν καθήμενο ἐπί τοῦ θρόνου οἱ εἰκοσιτέσσερις Πρεσβύτεροι καί τά λειτουργικά ζῶα (Ἀπ. δ΄, 1 κ.ἑξ. )· «τό ἀρνίον τό ἑστηκός ὡς ἐσφαγμένον» «ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καί τῶν τεσσάρωνζῴων καί ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων» καί τήν λατρεία τους στό ὡς ἐσφαγμένο ἀρνίο (Ἀπ. ε΄, 6 κ.ἑξ. )· τό Θυσιαστήριο καί «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τάς ψυχάς τῶν ἐσφαγμένων διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Ἀπ. στ΄, 9 κ.ἑξ. )· «τόν ὄχλον πολύ» «ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καί ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ζ΄, 9κ. ἑξ. )· τόν λιβανωτό καί τόν καπνό τῶν θυμιαμάτων (Ἀπ. η΄, 3 κ.ἑξ. )· τό ᾆσμα τῶν λελυτρωμένων (Ἀπ. ιδ΄, 1κ. ἑξ. )· τόν ὕμνον ἀλληλούια (Ἀπ. ιθ΄κ. ἑξ. )· τό «δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ιθ΄, 9 κ.ἑξ. )· τόν καινό οὐρανό καί τήν καινή γῆ καί  τήν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ (Ἀπ. κα΄, 1 κ.ἑξ. ).
.                 Ὅλη αὐτή ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία εἶναι καί οὐράνια Λειτουργία καί πρότυπο τῆς ἐπίγειας θείας Λειτουργίας, μεταξύ δέ αὐτῶν ὑπάρχει μιά πνευματική ὄσμωση. Ἀλλά τόσο οἱ εὐχές ὅσο καί ἡ διάταξη τῆς θείας Λειτουργίας δείχνουν μιά συνοδική καί ἱεραρχική πορεία καί ἀνάβαση πρός τό ὕψος τοῦ ὄρους Σινᾶ, τοῦ Γολγοθᾶ καί  τοῦ  καινοῦ μνημείου τῆς  Ἀναστάσεως.
.                 Ἡ θεία Λειτουργία ὄχι μόνον εἰκονίζει, ἀλλά καί ἐκφράζει τήν Θαβώρια ἐμπειρία καί μετέχει αὐτῆς. Στό ὄρος Θαβώρ, στό μέσον βρισκόταν ὁ Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο προχεόταν ἔσωθεν, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός· οἱ Προφῆτες παρευρίσκονταν ἔνθεν καί ἔνθεν τοῦ Χριστοῦ συνομιλοῦντες μαζί Του· καί  οἱ τρεῖς Μαθητές ἔπεσαν πρηνεῖς, γιατί, ἐνῶ ζητοῦσαν τήν κατασκευή κτιστῶν σκηνῶν γιά τόν Χριστό, τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, βρέθηκαν οἱ ἴδιοι κάτω ἀπό τήν ἄκτιστη σκηνή, τήν νεφέλη τήν φωτεινή, τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις θυμίζουν τέλεση θείας Λειτουργίας.
.                  Ἐπίσης, μέ αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου δημιουργήθηκε καί ὁ ἐπίγειος κτιστός Ναός, ὅπως ἄλλωστε τό βλέπουμε καί στήν περίπτωση τοῦ Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος μέ βάση τήν ἀχειροποίητη καί ἄκτιστη σκηνή, πού εἶδε στό ὄρος Σινᾶ, κατασκεύασε τήν κτιστή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα κατασκευάσθηκε ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά καί ὁ χριστιανικός Ναός, μέ τήν διαίρεσή του, σέ νάρθηκα, κυρίως Ναό καί ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι Ἱερό Βῆμα.
.                  Ἑπομένως, στήν θεία Λειτουργία, στόν τρόπο τελέσεώς της, ἀλλά καί στόν χῶρο πού τελεῖται βλέπουμε τήν συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.

3. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς

.                 Ἡ θεία Λειτουργία καί μέ τόν τρόπο πού τελεῖται, ἀλλά καί μέ τό «πνεῦμα» της ἀποτέλεσε ἀνέκαθεν τό πρότυπο τῆς βιώσεως ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι ἕνα ἀποκεκομμένο τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά τό κέντρο, ὁ πυρήνας καί ἡ βάση τῆς συγκροτήσεως ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἁγιογράφος, πού παριστάνει τίς Συνεδριάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔχει ὡς βάση τήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου οἱ Μαθητές ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά καί ὁ τύπος αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο γίνεται συλλείτουργο σέ κάθε θεία Εὐχαριστία, ὅταν ὑπάρχη Σύνθρονο. Θεία Εὐχαριστία, μυστήριο Πεντηκοστῆς καί Συνεδριάσεις τῶν Συνόδων συνδέονται μεταξύ τους, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.
.                 Μέ αὐτήν τήν προοπτική καί ἡ ὅλη διοίκηση καί ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά λειτουργῆ, κατά τό πρότυπο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἤτοι συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς, καί νά εἶναι προέκτασή της. Ἄλλωστε,  δέν νοεῖται διάσπαση μεταξύ μυστηριακῆς καί διοικητικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο διοικητικό καί ποιμαντικό της ἐπίπεδο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρέπει νά λειτουργῆ μέ τόν τρόπο  πού τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ συνοδική διαχείριση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀποτελεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναλύεται μέ πολύ ὡραῖο τρόπο βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν Ἀρχιμ. Γεώργιο Καψάνη, Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σέ μιά σημαντική μελέτη του.
.                  Ἡ συγκρότηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς λειτουργεῖ μέ τήν θεολογική ἔννοια τῆς συνέργειας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι  ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὁ συνεργῶν. Ὁ Χριστός ποιεῖ τήν θέωση, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πάσχει τήν θέωση, δηλαδή μετέχει τῆς θεώσεως. Καί αὐτό γίνεται κατά διαφόρους βαθμούς.
.                  Ἡ συνοδικότητα καί ἡ ἱεραρχικότητα πρέπει νά λειτουργοῦν στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί στίς Συνεδριάσεις στήν Ἱεραρχία, ὡς βίωση καί προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων εἶναι μιά συλλειτουργία, προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας καί  τῆς προσευχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀρχίζουμε τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας μέ τήν ἐκζήτηση τοῦ Παρακλήτου καί τελειώνουμε τίς ἐργασίες της μέ τό «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».
.                 Καί στίς συνάξεις αὐτές ὑπάρχει ὁ Προεστώς, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον παρίσταται καί ἐπιβλέπει τόν τρόπο λειτουργίας τῆς πορείας τῆς Συνόδου (Ἱεραρχία-Διαρκής), ἀλλά συνιστᾶ τήν ἱερουργία της, ὅπως γίνεται καί στήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, καθώς ἐπίσης καί ὑπάρχουν καί συνδιοικοῦντες-συλλειτουργοῦντες. Αὐτό ἐπιτάσσει ὁ λδ΄ Ἀποστολικός Κανόνας γιά τήν λειτουργία τοῦ Μητροπολιτικοῦ συστήματος, ὅτι «τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» στά συνοδικά ζητήματα, ὄχι ὅμως σέ ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στίς ἐπί μέρους ἐπαρχίες. Ἀλλά καί ὁ πρῶτος-πρόεδρος «μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι». Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις «ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα».
.                 Αὐτό τό συνοδικό πολίτευμα πρέπει νά λειτουργῆ στήν  διοίκηση τῶν κατά τόπους Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας, στίς σχέσεις μεταξύ Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν, ἀφοῦ καί αὐτοί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι τά «παθητικά» μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τά «χαρισματοῦχα» πού ἔχουν τήν δυνατότητα μεθέξεως τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία νά ποιμαίνωνται πρός τήν  δικήτους προσωπική σωτηρία.
.                 Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι προεστώς τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλά καί προεστώς τῆς ὅλης κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπισκοπῆς καί Μητροπόλεως, ἀφοῦ ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καί αὐτή ἡ ποιμαντική εἶναι ἔκφραση τῆς εὐχαριστιακῆς ἀτμόσφαιρας καί συνάρτηση τῆς μετοχῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στό Μυστήριο τῆς  θείας Λειτουργίας. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάνουμε λόγο γιά τό ἐπισκοποκεντρικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο, ὅμως, δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες ἀναφέρονται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μετέχουμε στήν  θεία Λειτουργία. Ἐπίσης, καί ἡ διάταξη τοῦ Συνθρόνου προϋποθέτει ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἵστανται πιό κάτω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὄχι, ὅμως, στό ἐπίπεδο τῶν λαϊκῶν, διότι ὑφίσταται ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων.
.                  Ἡ συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὡς προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας πρέπει νά λειτουργῆ καί μεταξύ Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν στίς Ἐνορίες τους, ἀλλά καί μεταξύ Ἡγουμένων καί μοναχῶν στίς Ἱερές Μονές. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα λειτουργεῖ σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, δέν πρέπει νά τό ἀναμένουμε μόνον στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά πρέπει νά λειτουργῆ καί στίς ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά παρατηροῦνται παρατάξεις καί παρασυναγωγές στήν ἐκκλησιαστική ζωή. «Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία συνεχής σύνοδος», ἀφοῦ αὐτό δηλώνει καί ἡ λέξη Ἐκκλησία.
.                 Βασική ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ὅτι, ὅποιος γνωρίζει νά λειτουργῆ συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς ὡς Πρεσβύτερος στήν Ἐνορία του καί ὡς Μητροπολίτης στήν Μητρόπολή του, μπορεῖ νά λειτουργήση μέ κανονικό καί συνοδικό τρόπο καί στίς ἄλλες λειτουργίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες ξεκινοῦν ἀπό τόν τρόπο πού συγκροτεῖται ἡ Ἐνορία καί ἡ Μητρόπολη καί ἐκδηλώνονται καί στά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἐπίπεδα. Ἄλλωστε, ἡ καρκινογένεση ἀρχίζει ἀπό τό κύτταρο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλο τό σῶμα. Ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἐνεργῆ συνοδικά στήν Ἐνορία καί τήν Μητρόπολή του, δέν μπορεῖ νά λειτουργήση συνοδικά καί ἐκκλησιαστικά καί στίς Συνεδριάσεις τῶν Ἐπισκόπων.
.              Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά φαίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό πού λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί ἱεραρχικό πού λειτουργεῖ συνοδικῶς. Οὔτε ἡ συνοδικότητα καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα οὔτε ἠ ἱεραρχικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα.
Αὐτό συμβαίνει καί στόν τρόπο λειτουργίας ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἀκριβῶς ἰσχύει καί στίς πανορθόδοξες Λειτουργίες. Ὑπάρχει σαφῶς ἕνας Πρῶτος, πού ἔχει καθῆκον γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αὐτοκεφαλίες δέν εἶναι, ὅπως ἔχω τονίσει σέ ἄλλο κείμενό μου, αὐτοκεφαλαρχίες. Ἄλλωστε, κεφαλή τῆς Ἐκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῆ ἀκόμη μέ ἀπόλυτη σημασία καί ὁ ὅρος «αὐτοκεφαλία», ἀλλά περισσότερο αὐτός ὁ ὅρος ἀποδίδει τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν περιοχῶν καί ὄχι τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τους.
.                 Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει πρῶτος, πού συνυπάρχει μέ τούς ἄλλους προκαθημένους ἱεραρχικῶς. Κατ’ οὐσίαν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι μεταξύ τους, ἐπειδή ἔχουν τήν ἴδια ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά κατά τό κανονικό σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δέν εἶναι ὅλοι ἰσότιμοι καί αὐτό νοεῖται ἀνάλογα μέ τήν διοικητική καί εὐχαριστιακή θέση τους μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἀντικείμενο ἄλλου κειμένου μου.–

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ καὶ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ τοῦ ΣΚΟΤΟΥΣ «Τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες».

Ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας μέχρι τῆς ἐνάτης
Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Λόγος ἀπομαγνητοφωνημένος στήν Ἀποκαθήλωση.
Μεγάλη Παρασκευή 2019, Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου.

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

*

.           Τά Πάθη, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασή τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δημιουργοῦν πολύ μεγάλη ἔμπνευση σέ αὐτούς πού τά μελετοῦν καί τά διαβάζουν. Εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δέν συνδέονται μόνο μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί μέ τήν δική μας ζωή.

Τά γεγονότα τῆς Σταυρώσεως

.           Ὅταν διαβάζη κανείς τά ἅγια καί ἱερά Εὐαγγέλια, τότε βλέπει συνολικά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ. Τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ὁ Χριστός συνελήφθη ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους καί ὅλη τήν νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης προσήγετο ἀπό τόν Ἄννα στόν Καϊάφα καί γίνονταν ἀνακρίσεις, ἀκολούθησαν τά κολαφίσματα πού ὑπέστη ὁ Χριστός, ἡ πτώση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου μέ τήν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καί πολλά ἄλλα.
.           Τό πρωΐ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς συνῆλθε τό Μεγάλο Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων, διότι σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία δέν ἔπρεπε νά συνεδριάζουν κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας. Ἔλαβαν ἀπόφαση νά θανατώσουν τόν Χριστό καί τόν ὁδήγησαν στόν Πιλάτο γιά νά ἐκδώση τήν ἀπόφαση. Ἔγινε ἡ σχετική ἀνάκριση ἀπό τόν Πιλάτο καί περίπου στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἐξεδόθη ἡ καταδικαστική ἀπόφαση νά θανατωθῆ ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ.
.           Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γράφει: «ἦν δέ ὥρα τρίτη καί ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. ιε΄, 25), δηλαδή αὐτό ἔγινε στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωΐ, ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφαση καί ἄρχισε ἡ διαδικασία τῆς σταυρώσεως καί τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη μέχρι τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι, ἔγιναν ὅλα τά γεγονότα τά ὁποῖα περιγράφουν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές.
.           Ἀμέσως μετά, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, «ἀπό δέ ἕκτης ὥρας μέχρι ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45), δηλαδή ἀπο τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος.
.           Στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, τήν ἐνάτη ὥρα, ὅπως τήν ἔλεγαν τότε, ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του καί ἀμέσως ἔγινε μέγας σεισμός, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σκίσθηκε στά δύο, ἄνοιξαν τά μνήματα καί βγῆκαν ἀπό αὐτά πολλοί κεκοιμημένοι καί ἐμφανίστηκαν στήν πόλη μετά τήν ἔγερσή Του. Στήν συνέχεια ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τήν Θεότητά Του κατέβηκε στόν Ἅδη γιά νά νικήση τόν θάνατο καί τό Σῶμα Του παρέμεινε στόν Τάφο μαζί μέ τήν θεότητα. Μέχρι τό πρωΐ τῆς Ἀναστάσεως ὑπῆρχε σιγή, σαββατισμός.
.           Θά ἤθελα σήμερα νά περιορίσω τόν λόγο μου κυρίως σέ αὐτό τό σκοτάδι, τό ὁποῖο ἔγινε στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι καί κράτησε μέχρι τίς 3 ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής: «Ἀπό δέ τῆς ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45). Τό ἴδιο λένε καί οἱ δύο ἄλλοι Εὐαγγελιστές, ἰδίως ὁ δέ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γράφει «τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος» (Λουκ. κγ΄, 44).
.           Πρέπει νά δοῦμε λίγο τήν θεολογία αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὅπως τήν χαρακτηρίζουμε σήμερα.

Τί ἦταν τό σκοτάδι αὐτό

.           Ὅπως εἴδαμε αὐτό τό σκοτάδι κράτησε τρεῖς ὧρες, ἀπό τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι πού ὁ Χριστός παρέδωσε τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του. Κράτησε τρεῖς ὧρες αὐτό τό σκοτάδι. Τί ἦταν αὐτό τό σκοτάδι τό ὁποῖο ἔγινε πρίν ὁ Κύριος παραδώσει τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του;
.           Ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀπό τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι δέν ἦταν ἕνα σκοτάδι, τό ὁποῖο ἦταν ἀποτέλεσμα ἐκλείψεως τοῦ ἡλίου ἀπό τήν παρεμβολή τῆς σελήνης, ἀλλά ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός.
.           Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ.Χ., ἑρμηνεύει: «Τό γενόμενον σκότος οὐκ ἦν κατά φυσικήν ἀκολουθίαν, οἷον ἀπό τῆς ἐκλείψεως ἡλίου φυσικῶς γενομένης». Δέν ἦταν, δηλαδή, κάποιο φυσικό φαινόμενο, ὅπως γίνεται μέ τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου, γιατί ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι. Καί ὅπως ἐξηγεῖ στήν συνέχεια, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού γινόταν τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων ἡ σελήνη ἦταν δεκατεσσάρων ἡμερῶν καί δέν μποροῦσε νά συμβῆ αὐτό τό φυσικό φαινόμενο.
.           Συνεχίζοντας λέει: «Ὥστε ὑπέρ φύσιν τό πάθος», δηλαδή τό σκοτάδι τοῦ ἡλίου, ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό φαινόμενο, ὄχι φυσικό. Καί συνεχίζει ὅτι δέν ἦταν ἕνα μερικό γεγονός, ἕνα γεγονός πού συνέβη στά Ἱεροσόλυμα, στήν Παλαιστίνη, ἀλλά «κοσμικόν ἐστί γεγονός», ἦταν ἕνα γεγονός πού συνέβη σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ πού κράτησε τρεῖς ὧρες.
.           Ἔχουμε μία μαρτυρία πού προέρχεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐθνικός, ἦταν μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου στήν Ἀθήνα, καί ἐκείνη τήν ἡμέρα βρέθηκε στήν Αἴγυπτο. Σέ μία ἐπιστολή πού στέλλει ἀργότερα στόν ἅγιο Πολύκαρπο, τόν Ἐπίσκοπο Σμύρνης ἀναφέρεται σέ αὐτό τό γεγονός. Τοῦ γράφει νά πῆ σέ κάποιον πού ὀνομαζόταν Ἀπολλοφάνης: «Τί λέγεις γιά τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου πού συνέβη τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος; Διότι τότε ἤμασταν καί οἱ δύο παρόντες στήν Ἡλιούπολη (τῆς Αἰγύπτου) καί βρισκόμασταν μαζί καί βλέπαμε παραδόξως τήν σελήνη νά ἐμπίπτη στόν ἥλιο, ἐνῶ δέν ἦταν καιρός συνόδου. Ἔπειτα, ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα (στίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι) ἕως τήν ἑσπέρα νά ὑποκαθίσταται ὑπερφυῶς στή διάμετρο τοῦ ἡλίου. Νά τοῦ ὑπενθυμίσης καί κάτι ἄλλο. Γνωρίζει καλά ὅτι εἴδαμε αὐτήν τήν συσκότιση νά ἀρχίζη ἀπό τήν ἀνατολή καί νά φθάνη ἕως τό ἡλιακό τέρμα καί ἔπειτα νά ξαναγυρίζη, ὥστε τό καθάρισμα δέν ἔγινε ἀπό τό ἴδιο σημεῖο τῆς συσκοτίσεως, ἀλλά ἀπό τό ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο. Αὐτά εἶναι τά ὑπερφυῆ γεγονότα πού εἶναι δυνατά μόνο στόν Χριστό, τόν παναίτιο, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ ἀναρίθμητα μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα».
.           Στήν βιογραφία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γράφεται ὅτι, ὅταν εἶδε αὐτό τό σκοτάδι τήν ὥρα πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο τό μεσημέρι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶπε: «Ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπόλλυται». Δύο πράγματα μπορεῖ νά συμβαίνουν: «Ἤ Θεός ὑποφέρει ἤ ὅλα καταστρέφονται». Γι’ αὐτό ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἀργότερα ἄκουσε τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν Ἀθήνα νά ὁμιλῆ στόν Ἄρειο Πάγο γιά τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως πίστευσε αὐτός καί ἡ οἰκογένειά του καί εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος θεολόγος πού μᾶς ἄφησε τά συγγράμματα, στά ὁποῖα μιλᾶ γιά τόν γνόφο καί τό φῶς, γιά ὅλη αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.
.           Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό τό θαῦμα, τό ὁποῖο εἶδε ὁ ἅγιος Διονύσιος, τό θαῦμα καί τήν θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδή στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Γιατί ἔγινε σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη.

.           Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Γιατί ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν πάνω στόν Σταυρό, πρίν παραδώση τό πνεῦμα Του; Γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἐκείνη τήν ὥρα νά γίνη σκότος σέ ὅλη τήν γῆ;
.           Τήν ἑρμηνεία τήν δίνει πάλι ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος. Λέγει ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τέσσερεις λόγους.
.           Πρῶτον, «ἵνα δειχθῇ ὅτι πενθεῖ ἡ κτίσις ἐπί τῷ πάθει τοῦ Κτίστου». Δηλαδή, καί ἡ κτίση ἔπρεπε να πενθήση γι’ αὐτό τό φοβερό πάθος τοῦ Κτίστου καί δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Καί αὐτό τό ἀκούσαμε σέ πολλά τροπάρια πού ψάλλαμε σήμερα.
.           Δεύτερον, γιά νά δειχθῆ «ὅτι ἀπό τῶν Ἰουδαίων ἀπέστη τό φῶς». Δηλαδή, οἱ Προφῆτες προμήνυαν καί προφήτευαν ὅτι ὁ Γιαχβέ θά γίνη ἄνθρωπος, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως τί εἶπε γιά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ ὁ Προφήτης Ἡσαΐας πού ἔζησε ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν Χριστό. Καί ὅμως ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων πού διάβαζε αὐτές τίς προφητεῖες ὅτι θά ἔρθη ὁ Γιαχβέ γιά νά σαρκωθῆ γιά νά σώση τό ἀνθρώπινο γένος, τόν καταδίκασε σέ θάνατο. Δέν μπόρεσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν Προφητῶν ἐκείνων νά καταλάβουν αὐτό τό γεγονός, ὅτι ἦλθε ὁ Χριστός, ὁπότε ἀπομακρύνθηκε τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί πῆγε στά ἔθνη.
.           Τρίτον, ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι γιατί τήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως διαβάζουμε στά Εὐαγγέλια, ὅταν μιλοῦσε ὁ Χριστός, τοῦ ζήτησαν σημεῖο ἀπό τόν οὐρανό, ἄν αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἔλεγαν: Ὡραῖα, ἀκοῦμε αὐτά πού λές, δός μας ἕνα σημεῖο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑπενθύμισε τό σημεῖο τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ πού βρισκόταν τρεῖς ἡμέρες καί νύκτες στήν κοιλία τοῦ κήτους. Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὅτι αὐτό τό σημεῖο πού ζητοῦσαν τότε ἀπό τόν οὐρανό, ἐδόθη τήν ὥρα τῆς Σταυρώσεως, ὅταν σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος καί ἑπομένως «οἱ αἰτοῦντες ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον ἰδεῖν Ἰουδαῖοι, νῦν βλεπέτωσαν τόν ἥλιον σκοτιζόμενον».
.           Τέταρτη αἰτία γιά τήν ὁποία ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι εἶναι ὅτι τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, καί τήν ἕκτη ὥρα τῆς ἕκτης ἡμέρας ὁ Ἀδάμ ἔφαγε τόν ἀπαγορευμένο καρπό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό φῶς τό ἀληθινό καί ἔπεσε σέ βαθύτατο σκοτάδι. Δηλαδή, ἐπῆλθε ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ του καί ἔχασε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί μετά, ὅταν ἐξῆλθε ἀπό τόν Παράδεισο, ἄρχισε νά λατρεύη τά εἴδωλα, εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι. Καί τώρα ἦλθε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί ἔπειτα τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, τήν Παρασκευή, καί τήν ἕκτη ὥρα τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ὅπως μετροῦσαν τότε, δηλαδή τήν δωδεκάτη τό μεσημέρι σταυρώθηκε γιά νά ἀναγεννήση τόν ἄνθρωπο.
.           Καί ὅπως ὅλος ὁ κόσμος δημιουργήθηκε μέσα ἀπό τό σκοτάδι, μέσα ἀπό τήν ἄβυσσο, ἀφοῦ ὅπως λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη ἦταν στήν ἀρχή σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιφερόταν ἐπάνω ἀπό τήν ἄβυσσο, ἔτσι καί τώρα γίνεται σκοτάδι καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου.
.           Τελικά, τό σκότος ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο, ὅπως καί ἡ νύκτα ἔχει ἕνα μυστήριο καί περιμένουμε τήν ἀνατολή τῆς ἄλλης ἡμέρας, περιμένουμε νά ἔρθη πάλι τό φῶς. Ἔτσι, καί ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σκοτεινές ὧρες, ὅταν ὑπομένη θά ἀποκτήση κοινωνία μέ τόν Θεό καί θά γίνη φωτεινός κατά Χάριν.
.           Μποροῦμε, βέβαια, νά σκεφτοῦμε λίγο αὐτό τό γεγονός; Τέτοια ὥρα νά ὑπάρχη πολύς ἥλιος, ἐπειδή εἶναι μεσημέρι καί ἀμέσως νά σκοτεινιάσουν τά πάντα, σάν νά εἶναι δώδεκα ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα καί νά μή βλέπουμε τίποτα, ὅταν μάλιστα δέν ἔχουμε ἠλεκτρικό ρεῦμα.
.           Γνωρίζουμε ὅτι στόν Γολγοθᾶ πρίν γίνη σκοτάδι ὁ ἕνας ἀπό τούς ληστές εἶπε στόν Χριστό νά κατεβῆ ἀπό τόν Σταυρό, ὥστε νά πιστεύσουν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός δέν κατέβηκε ἀπό τόν Σταυρό. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τοῦ γάρ καταβῆναι ἀπό τοῦ σταυροῦ τοῦτο (δηλαδή τό σκότος) θαυμασιώτερον». Δηλαδή, τό σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη ἦταν πιό θαυμάσιο ἀπό τοῦ νά κατέβαινε ὁ Χριστός ἀπό τόν Σταυρό γιά νά δείξη τήν θεότητά Του. Ἔτσι, αὐτό πού ζητοῦσε ὁ ληστής ἔγινε, ἀλλά μέ ἕναν ἄλλο τρόπο.
.           Καί ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς θέλουμε, καί ὁ Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει τήν δύναμή Του καί τήν παρουσία Του μέ ἕναν ἄλλο διαφορετικό τρόπο. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε κοντόφθαλμοι καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὑπάρχουν στήν πραγματικότητα.
.           Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Τό σκοτάδι στήν ζωή μας

.           Ὅμως, αὐτό τό γεγονός ἔχει πολύ μεγάλο νόημα στήν ζωή μας. Γιατί καί ἐμεῖς ὡς Χριστιανοί ἀκολουθοῦμε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε τόν Χριστό νά μᾶς διδάσκη καί ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ αὐτά πού διδάσκει ὁ Χριστός, πολλές φορές δεχόμαστε καί τόν σταυρό, σταυρωνόμαστε ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί γιά τόν Χριστό.
.           Πολλές φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τά πάθη μας καί ἀκολουθεῖ τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας. Ἄλλες φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι δέν μᾶς καταλαβαίνουν, μᾶς συκοφαντοῦν καί μᾶς διαβάλλουν. Δέν καταλαβαίνουν τήν ζωή τήν ὁποία ζοῦμε, τό τί σημαίνει νά εἶναι κανείς Χριστιανός Ὀρθόδοξος. Καί ἔτσι πολλοί ἀπό ἐμᾶς ὅλα αὐτά τά Πάθη, τά ὁποῖα ὑπέστη ὁ Χριστός, τά ζοῦμε ποικιλοτρόπως στήν ζωή μας.
.           Ζοῦμε τήν διαδικασία τῆς πορείας ὅλων τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, μέ μετριότερη προσαρμογή, ἀκόμη καί τῶν ἀνακρίσεων ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τους Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς μας, ζοῦμε καί τήν ἀνάκριση πολλές φορές ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, ὅπως ἦταν ὁ Πιλάτος τήν ἐποχή ἐκείνη. Ζοῦμε τόν διωγμό, τήν σταύρωση, τήν φραγγέλωση, τά πάθη, τούς ἐμπτυσμούς καί τά παθήματα. Καί βεβαίως δεχόμαστε καί τόν σταυρό. Εἶναι ὅλα φυσιολογικά γεγονότα στήν χριστιανική ζωή.
.           Καί ὅταν πολλές φορές εἴμαστε ἐπάνω στόν σταυρό, ὅπως ὁ Χριστός τήν δωδεκάτη ὥρα τήν μεσημβρινή, τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες.
.           Μερικές φορές ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνεται αὐτό κατά τήν πορεία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ ἅγιοι ὡς ἄρση τῆς θείας Χάριτος ἤ ὡς Θεοεγκατάλειψη, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Ἀρχίζει κανείς τόν πνευματικό του ἀγώνα, διαβάζει χριστιανικά βιβλία, ζῆ χριστιανικά καί κάποια στιγμή ὄχι μόνο βλέπει τούς ἀνθρώπους νά εἶναι ἀπέναντί του, ἀλλά συγχρόνως δέν αἰσθάνεται καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί συμβαίνει περίπου αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;». Βέβαια, δέν ἐγκατέλειψε ὁ Πατέρας τόν Υἱό Του, ποτέ δέν ἐγκαταλείφθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση, πάντοτε ὁ Χριστός ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα Του, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, γιατί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τυποῖ τό ἡμέτερον», δηλαδή οὐσιαστικά τυπώνει αὐτό πού ἐμεῖς ζούσαμε στήν ζωή μας, ὅταν φύγαμε ἀπό τόν Θεό.
.           Καί τότε φωνάζει κανείς καί λέει: «Ὅλοι μέ ἐγκατέλειψαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυίδ λέγει “ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσελάβετό με”» (Ψαλμ. 26, 10). Ἀλλά ἔρχονται στιγμές πού δέν βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Ποῦ εἶσαι Θεέ; Ἐάν ὑπάρχης, βοήθησέ με. Γιατί ἐξαφανίστηκες, γιατί ἔφυγες ἀπό μένα, γιατί μέ ἐγκατέλειψες μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογνώσεως;». Ζοῦμε αὐτήν τήν θεολογία καί τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας. Ἀλλά, ἀδελφοί, δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε καί τίς ὧρες ἐκεῖνες, γιατί θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλα γεγονότα στήν ζωή μας.
.           Τρεῖς ὧρες κράτησε τό σκοτάδι, κατά τήν διάρκεια τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του. Ἔγινε σεισμός, ἀκολούθησαν μεγάλα γεγονότα, καί μετά σιγή, καί ὕστερα ἔλλαμψε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ διαδικασία γίνεται καί σέ μᾶς, τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἄρα τότε πού περνᾶμε αὐτό τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, τότε διενεργεῖται ἐσωτερικά καί μυστικά ἡ ἀναγέννησή μας. Αὐτό τό σκοτάδι τῆς συστολῆς τῆς θείας Χάριτος, κρύβει ἕνα μεγάλο μυστήριο, τότε κυοφορεῖται ἠ ἀνάστασή μας.
.           Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, μήν ἀπελπίζεστε. Ὅσα γεγονότα καί ἄν ἔλθουν στήν ζωή σας, ὅσες δυσκολίες, ὅσοι κατατρεγμοί, ὅσα κολαφίσματα, ὅσοι ἐμπτυσμοί, ὅσες καταδιώξεις καί ἄν ἔλθουν, καί ὅταν ἀκόμη ἔλθη ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, μήν πτοεῖσθε. Αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ σκότους, καί θά ἀκολουθηση καί ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ φωτός. Γιατί μέσα ἀπό τό σκοτάδι αὐτό, ὅταν κάνουμε ὑπομονή καί προσευχόμαστε ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες, θά ἀνατείλη ὁ Ἀναστάς Χριστός μέσα στήν καρδιά μας καί θά γεμίσουμε ἀπό ἐλπίδα καί αἰώνια ζωή.
.           Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς, τό ὁποῖο μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν προσευχή μας μπορεῖ νά μετατραπῆ σέ μυστήριο ἐλπίδας καί ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἀμήν.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΝΕΚΡΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Δεσποτικές Ἑορτές»
– Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία-
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας),
σελ. 262-263

.           Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς καταβάσεώς Του στὸν Ἅδη, ὅπου ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Ἔτσι τὴν πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ λειτουργικὰ κείμενα φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ πανηγυρισμὸς τῆς Ἀναστάσεως ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Μ. Παρασκευή, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου, ὅπου γίνεται καὶ ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου. Καὶ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων κατὰ τὴν Μ. Παρασκευὴ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀναστάσιμες καὶ νικητήριες.
.           Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἁγιογραφία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νὰ θεωρῆται ὡς πραγματικὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη. Βέβαια, ὑπάρχουν καὶ εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως ποὺ περιγράφουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες καὶ τοὺς Μαθητάς, ἀλλὰ ἡ κατ’ ἐξοχὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ θανάτου, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὅταν ἡ ψυχὴ μαζὶ μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν Ἅδη καὶ ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ τὸν περίμεναν ὡς Λυτρωτή.
.           Ἡ εἰκονογράφηση τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη γίνεται γιὰ πολλοὺς καὶ σοβαροὺς θεολογικοὺς λόγους. Πρῶτον, γιατί κανεὶς δὲν εἶδε τὸν Χριστὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν τάφο “ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος”. Ὁ σεισμός, ποὺ ἔγινε, καὶ ἡ κάθοδος τοῦ ἀγγέλου, ποὺ σήκωσε τὴν πλάκα τοῦ τάφου, ἔγινε γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. Δεύτερον, γιατί, ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν Ἅδη, συνέτριψε τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ μὲ τὸν δικό Του θάνατο νίκησε τὸν θάνατο. Φαίνεται καθαρὰ στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅτι μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καταργήθηκε ὁλοκληρωτικὰ τὸ κράτος τοῦ θανάτου. Ἄλλωστε, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία: “Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας…”.
.           Ἡ θριαμβευτικὴ νίκη Του ἐναντίον τοῦ θανάτου ἔγινε ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατήργησε τὸν θάνατο. Τρίτον, ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἔτσι, ὅπως διὰ τοῦ Ἀδὰμ προῆλθε ἡ πτώση ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ γενάρχης μας, ἔτσι διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἀδὰμ γευόμαστε τοὺς καρποὺς τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς σωτηρίας. Λόγῳ τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὅ,τι ἔγινε στὸν προπάτορα ἔγινε σὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση.
.           Γι᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ χαρακτηριστικότερη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη, ἀφοῦ, ἄλλωστε, οσία τς ορτς τς ναστάσεως εναι νέκρωση το θανάτου κα κατάργηση το διαβόλου: “Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τὴν καθαίρεσιν”, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία. καθαίρεση το δου κα νέκρωση το θανάτου εναι τ βαθύτερο νόημα τς ναστασίμου ορτς.

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΕΙΛΙΑ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ πρὸ τοῦ Πάθους

Ἡ λύπη καί ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικές Ἑορτές»
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
σελ. 227-229

.               Μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Χριστός παρέλαβε τούς Μαθητές Του καί ἦλθαν σέ χωρίο, πού ὀνομαζόταν Γεθσημανῆ. Ἀφοῦ ἄφησε ἐκεῖ τούς ὀκτώ Μαθητές, παρέλαβε τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη πιό πέρα, καί ἐκεῖ προσευχήθηκε θερμά στόν Πατέρα Του.
.               Ἀπό τό περιστατικό αὐτό πρέπει νά σημειωθοῦν δύο φράσεις τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχουν σχέση μέ τήν θεολογία τοῦ Πάθους καί τοῦ Σταυροῦ .
.               Ἡ μία ἐλέχθη πρός τούς τρεῖς αὐτούς Μαθητές, καί ἡ ἄλλη εἶναι μιά περιεκτική προσευχή, πού ἔκανε στόν Πατέρα Του πρό τοῦ φρικτοῦ Πάθους. …
.               Ὁ Χριστός, εὑρισκόμενος πρό τοῦ Πάθους Του, «ἤρξατο λυπεῖσθαι καί ἀδημονεῖν». Οἱ τρεῖς Μαθητές ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς λύπης καί τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ λύπη καί ἡ ἀγωνία ἐκφράσθηκε μέ μιά φράση: «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», καί μάλιστα ζήτησε τήν συμπαράστασή τους (Ματθ. κστ΄, 37-38). Ἡ φράση αὐτή πρέπει νά συνδυασθῆ μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε πάλι πρό τοῦ Πάθους Του: «Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καί τί εἴπω; πάτερ σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης» (Ἰω. ιβ΄, 27).
.               Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἐδῶ ἐκφράζεται μιά δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τῶν Παθῶν καί τοῦ θανάτου. Γιά νά μή γίνη, ὅμως, καμμιά παρερμηνεία, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ τῆς κατά φύση καί παρά φύση δειλίας.
.               Ἡ φυσική δειλία τῆς ψυχῆς πρό τοῦ θανάτου ὀφείλεται στό ὅτι ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, καί ἔτσι ὁ θάνατος, διά τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή ἀποχωρίζεται ἀπό τό σῶμα, δέν εἶναι φυσικό γεγονός. Γι’ αὐτό, εἶναι φυσικό, ὅταν ἡ ψυχή ἑτοιμάζεται νά ἀποχωρήση ἀπό τό σῶμα, νά ἀγωνιᾶ, νά δειλιᾶ.
.               Ἡ παρά φύση δειλία προέρχεται ἀπό τήν προδοσία τῶν λογισμῶν, τήν ἀπιστία καί τήν ἄγνοια τῆς ὥρας τοῦ θανάτου. Ἐπειδή ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη, καί μάλιστα ἐπειδή προσέλαβε παθητό καί θνητό σῶμα, γι’ αὐτό καί δειλίασε φυσικῶς.
.               Στόν Χριστό, ὅμως, ἐκδηλώθηκε ἡ κατά φύση δειλία καί ὄχι ἡ παρά φύση δειλία. Βέβαια, καί αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε μέσα ἀπό τήν προοπτική ὅτι καί αὐτά ἀκόμη τά ἀδιάβλητα πάθη στόν Χριστό δέν ἐνεργοῦσαν ἀναγκαστικῶς, ἀλλά ἑκουσίως, δηλαδή ὁ Ἴδιος ἐνεργοῦσε πάνω σέ αὐτά. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἑρμηνεύοντας τό «νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται», λέγει ὅτι τό «νῦν» σημαίνει ὅτι ἡ θεία θέληση παραχώρησε στήν ἀνθρώπινη φύση νά δειλιάση πρό τοῦ θανάτου.
.               Κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους ἔδειχνε ὅτι ἦταν πραγματικός ἄνθρωπος, δηλαδή, ὅτι προσέλαβε ἀληθινή φύση ἀπό τήν Παναγία, καί ἀκόμη ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι φυσική κατάσταση. Ἐπειδή, ὅμως, ὅταν ἐνεργοῦσε κάθε φύση στόν Χριστό, ἐνεργοῦσε μέ τήν κοινωνία τῆς ἄλλης, γι’ αὐτό καί ὡς ἄνθρωπος θορυβήθηκε μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου, ἀμέσως ὅμως ὡς Θεός μεταμόρφωσε τήν δειλία σέ εὐτολμία. Γι’ αὐτό, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, ὁ Χριστός μέ τήν ἐξουσιαστική δύναμη πού εἶχε, ὁ Ἴδιος κάλεσε τόν θάνατο νά ἔλθη.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ καὶ ΔΙΑΔΟΧΗ στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἀποστολική Παράδοση
καί Ἀποστολική Διαδοχή
στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ὅσοι ὁμιλοῦν (Προκαθήμενοι καί Σύνοδοι) γιά ἀπώλεια τῆς  Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στούς σχισματικούς Κληρικούς τῆς Οὐκρανίας, πρέπει νά ἀπαν­τήσουν εὐθαρ­σῶς ἄν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί γενικά οἱ αἱρετικοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Δέν μποροῦν νά κρίνουν μέ δύο μέτρα καί δύο σταθμά, δηλαδή νά πιστεύουν ὅτι οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας δέν ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, ἐνῶ συγχρόνως νά διδάσκουν ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί ἄλλοι Χριστιανοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ἑπομένως ἔχουν μυστήρια.

Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Σχολιάστε