Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΕΣ ΠΑΝΔΗΜΙΕΣ (καὶ ὁ δαιμονιώδης τρόπος ἀντιδράσεως πολλῶν χριστιανῶν)

Ποικιλόμορφες πανδημίες

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                         Τό νά ἀσχολεῖται κανείς μέ ἔντονα ποιμαντικά καί κοι­νωνικά ζητήματαεἶναι, κατά κάποιο τρόπο, ριψοκίνδυνο. Εἶναι προτιμότερο νά μήν ἀγγίζη κανείς τέτοιαζητήματα καί νά ἀσχο­λεῖται ἁπλῶς μέ ἀδιάφορα θέματα, ἀλλά, τελικά, καί αὐτό εἶναι ἀτελέσφορο.
Ὡς ὑπεύθυνος ἐκκλησιαστικός ποιμένας χρειάζεται νά λαμ­βάνω ἀποφάσεις καί νάδιατυπώνω τίς σκέψεις μου, γιά διά­φορα κρίσιμα ζητήματα γιά νά ἐνη­μερώνω τούςΧριστιανούς. Ἄν εἶναι κανείς ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἴσως δέν χρειαζόταν νά κάνη παρεμβάσεις, ἀλλά νά λέη τόν λόγο σέ αὐτούς πού τόν ἐρωτοῦν, κατά τό «εἶπε Γέρων». Ὅμως, ἡ ποιμαντική διακονία ἔχει ὑποχρεώσεις καί καθήκοντα ἔναντι τῶν Χρι­στιανῶν πούποιμαίνονται.
.                         Ἔτσι, πρίν λίγο καιρό ἔγραψα μιά Ἐγκύκλιο γιά τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου (ΠΛΑΝΗ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΙΟΥ ΦΟΝΟΥ ), γιά νά μή ὑπάρξουν σοβαρά κρούσματα μεταξύ τῶν Ἱερέων, καί νά μή ἐπεκταθῆ τό «κακό» αὐτό στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ Χριστιανοί νά ἀποδώσουν τήν διάδοση τῆς νόσου στούς Κληρικούς. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τό κοινωνικό καί ἐκκλησιαστικό ἔργο πρέπει νά λαμβάνουν τά μέτρα τους. Θά ἦταν παράλογο οἱ Ἰατροί στά Νοσοκομεῖα νά κάνουν ἐγχειρήσεις ἤ ἄλλες θεραπεῖες καί νά μή λαμβάνουν τά ἀπαραίτητα προφυλα­κτι­κά μέτρα.
.                         Ὅμως, κάθε λόγος ἔχει καί τόν ἀντίλογο, κατά τό λόγιο «λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος», ἀφοῦ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔχουν διάφορες ἀπόψεις τίς ὁποῖες ἐπενδύουν μέ θεο­λογικά ἤ παραθεολογικά, ἐπιστημονικά ἤ παραεπι­στη­μονικά ἐπιχειρήματα. Ἔτσι, ἐγράφη­σαν διάφορα κείμενα, ἄλλα μέ σεβα­σμό καί ἄλλα μέ ἀπρεπῆ ὑβριστικό τρόπο καί λόγο, γιά νά φανερωθῆ καί ἡ ὕπαρξη τοῦ παρανοϊοῦ, μαζί μέ τόν κορωνοϊό.
.                         Δέν θέλησα νά ἀπαντήσω σέ καθένα ἀπό αὐτά ξεχωριστά, ἄν καί δέν ἦτανδυσχερές, γιατί σέ μιά τέτοια περίπτωση δέν θά ἔκανα κανένα ἄλλο ἔργο, ἀλλά καί γιατί, τόκυριότερο, στά θέματα καί στά ἐρωτήματα πού θέτουν, οἱ ἀπαν­τήσεις βρί­σκονται μέσαστό ἴδιο τό κείμενο πού κρίνουν καί δέν θέ­λησαν νά δοῦν! Εἶναι καί αὐτό ἕνα πρόβληματῆς ἐποχῆς μας, πού κάποιοι ἐρωτοῦν γιά θέματα πού ἔχουν ἤδη ἀπαντηθῆ στό κείμενο πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν διαβάσει καί κρίνουν!! Πρόκειται περί πνευματικῆς ἀσθένειας καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὕπαρξη ποικιλόμορφων πανδημιῶν, ἀκόμη καί μέσα στόν ἱερό θεσμό τῆςἘκκλησίας.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει μέ τό κείμενό μου αὐτό δίνω κάποιες ἐπε­ξη­γήσεις πούἀφοροῦν τήν Ἐγκύκλιο γιά τόν τρόπο ἀντιμε­τωπίσεως τοῦ κορωνοϊοῦ καί τῆς ἀσθένειαςπού προκαλεῖται ἀπό αὐτήν, ἡ ὁποία δέν εἶναι «μιά ἁπλῆ γριππούλα»!

1. Ὡς Μητροπολίτης τῆς Ἐκκλησίας στηρίζομαι στίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιατί δέν μπορῶ νά ἀποστασιοποιηθῶ ἀπό αὐτήν, γιατί διαφορε­τικά θά ἤμουν παραβάτης τῶν ὑποσχέ­σεων πού ἔδωσα.
.                         Ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον δώσαμε ὑπόσχεσηὅτι θά ὑπακούουμε στήν Ἐκκλησία: «Πείσομαι δέ ἐσαεί καί προθύμως ἐν τοῖςἐκκλησιαστικοῖς καί τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ὡς ἀνωτάτῃ ἐκκλησιαστικῇ ἀρχῇ». Καί πρίν ἀναλάβουμε τήν διοίκηση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως δώσαμε τήν διαβεβαίωση ὅτι θάφυλάττουμε τούς νόμους τοῦ Κράτους.
.                         Ἐννοεῖται ὅτι ἄν θεωρήσουμε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ὑπερβαίνει τήν ἁρμο­διότητά της σέ μιά ἀπόφασή της ἔχουμε τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση νά ἀπευθυνθοῦμε στήν Ἱερά Σύνοδο καί νά δια­τυπώσουμε τήν ἄποψή μας μέ θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ἐπιχειρήματα, ἐκκλησιαστικό ἦθος καί φρόνημα καί νά ἀναμένουμε τήν ἀπάντησή της.
.                         Συνιστᾶ ἄηθες ἦθος καί σοβαρή ἀπρέπεια κυρίως γιά ἐμᾶς τούς Κληρικούςνά σχολιάζουμε καί νά ἐπικρίνουμε δημοσίως τίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, γιατί ἐκτόςτῶν ἄλλων, γινόμαστε αἴτιοι ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος.
.                         Τό ἐπιχείρημα τοῦ διχασμοῦ, ὅτι, δηλαδή, ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ τίς ἀποφάσειςτίς ὁποῖες λαμβάνει διχάζει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐπιπόλαιο. Μέ αὐτό θεωρεῖται ὅτι ὅσοι ἐπικαλοῦν­ται τίς ἀποφάσεις τῶν Συνοδικῶν Ὀργάνων, καί τῶν Παγκόσμιων Ὀργανισμῶν Ὑγείας, καί ἄλλων Παγκόσμιων Κέν­τρων διχάζουν τόν λαό, ἐνῶ ὅσοι ἀντιδροῦν σέ τέτοιες ἀποφάσεις ἀγωνίζονται γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆςκοινωνίας!!
.                         Θά ἀναφερθῶ σέ αὐτό πιό κάτω, ἀλλά διχάζουν τόν λαό ὅσοι δέν δέχονταιστήν πράξη τόν ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὀνόματι τοῦ ὑποτιθέμενου χαρίσματός τους. Μάλιστα ὅσοι ἐνεργοῦν μέ τήν μορφή τῶν «καπετανάτων» μέσα στήν Ἐκκλησία πρέπει νάμή ξεχνοῦν ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα λειτουργεῖ ὁ ἀδήριτος «πνευματικός νόμος».
.                         Νά θυμηθῶ τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: «Ἔγραψα τῇ ἐκκλησίᾳ·ἀλλ᾿ ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφὴς οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς» (Γ΄ Ἰω. 9). Πολλοίφιλοπρωτεύοντες καί ἀλαζόνες ἔχουν ἀναπτυχθῆ στήν Ἐκκλησία. Δυστυχῶς!

2. Τί νά πῶ γιά τά ἐπιχειρήματα μερικῶν ὅτι καί οἱ Σύνοδοι κάνουν λάθη, καί ἀναφέρονται σέ «Ληστρικές» Συνόδους;
.                         Βεβαίως, ὑπάρχουν Σύνοδοι πού κάνουν λάθη, καί αὐτό ὀφείλεται στά μέλη πού τίς συγκροτοῦν. Ἡ Σύνοδος εἶναι ἕνας χαρισματικός θεσμός, ὅπως φαίνεται στήν πρώτη Ἀποστολική Σύνοδο στά Ἱεροσόλυμα τό 48 μ.Χ., πού ἀποτελεῖτο ἀπό θεου­μένους-χαρισματούχους Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι μετέ­χουν τῆς Πεν­­τηκοστῆς. Ὅταν ὑπάρχουν Σύνοδοι, στίς ὁποῖες δέν συμμε­τέχουν χαρισματοῦχοι, ἤ τά μέλη τους δέν ἀκολουθοῦν τούς θεουμένους, μπορεῖ νά κάνουν λάθη.
.                         Τό θέμα, ὅμως, εἶναι τό ποιός κρίνει ἄν μιά Σύνοδος ὑπέ­πεσε σέ λάθη. Μπορεῖ ὁ καθένας, ὁ ἄγευστος τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ὁποῖος μάλιστα σκέπτεται πολιτικά ἀντί γιά θεολογικά, νά ἀποφαίνεται ὡς Πάπας ὅτι ἡ Σύνοδος ἔκανε λάθος καί νά τήν κηρύττη αἱρετική;
.                         Αὐτό γίνεται συνοδικά, ὅπως τό βλέπουμε σέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία. Ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (325) μέχρι τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (381) πέρασαν 56 χρόνια μέ ἀγῶνες, συνεκλήθησαν περίπου 30 Σύνοδοι πού κατήρτισαν διάφορα «Σύμβολα» καί τελικά ἡ Β΄ Οἰκουμε­νική Σύνοδος καθόρισε τήν τελική μορφή τοῦ «Συμβόλου τῆςΠίστεως». Ἔπρεπε στήν συνέχεια νά ἔλθη ἡ Γ΄ Οἰκουμενική (431) γιά νά ἐπιβάλη τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Α΄ καί Β΄.
.                         Ἐπειδή συνήθως γίνεται λόγος γιά «Ληστρικές» Συνόδους, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι τήν 1η Αὐγούστου 449 συνῆλθε στήν Ἔφεσο Σύνοδος γιά νά ἀναιρέση τήν ἀπόφαση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 431 μέ τό νά ἀθωώση τόν Εὐτυχῆ καί νά καταδικάση τόν Πατριάρχη Φλαβιανό. Αὐτή ἡ Σύνοδος ἔγινε μέσα σέ μιά ἀτμόσφαιρα βίας καί τρομοκρατίας καί γι’ αὐτό ὀνομάσθηκε «Ληστρική».
.                         Ὅμως, ὑπῆρξε κατακραυγή ἐναντίον τῆς Συνόδου αὐτῆς καί διατυπώθηκε γενικά αἴτημα νά ἀκυρωθοῦν οἱ ἀποφάσεις της ἀπό ἄλλη Σύνοδο. Ἔτσι, συνῆλθε Σύνοδοςστήν Ρώμη ἀπό τόν Ρώμης Λέοντα τό 449 πού κατεδίκασε τήν «Ληστρική» Σύνοδο καί στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀνατόλιο τό 450 πού κατεδίκασε τόν Εὐτυχῆ καί τούς ὁμόφρονές του. Τελικά συνῆλθε ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 451 στήν Χαλκηδόνα πού ἀπεκατέστησε τά πράγματα καί δογμάτισε ἀπλανῶς.
.                         Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἐσφαλμένες Συνοδικές ἀποφάσεις ἀναιροῦνται ἀπό ἄλλες Συνόδους. Φυσικά ὑπάρχουν ἀντιδράσεις σέ ἐσφαλμένες ἀποφάσεις, ἀλλά οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται συνοδικῶς.
.                         Ὅσοι εἶναι θεούμενοι γνωρίζουν καί τόν τρόπο γιά νά διορ­θώνουν μιά ἐσφαλμένη Συνοδική ἀπόφαση, καί μάλιστα σέ δογματικά θέματα. Αὐτό μᾶς τό ἔδειξε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος γιά νά ἀνατρέψη ἐσφαλμένες ἀποφάσεις σέ κρίσιμα θεολογικά θέματα χρησιμο­ποίησε τήν ἴδια τήν δομή τῆς Ἐκκλησίας.
.                         Μέ τήν σύμπραξη τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Σωφρο­νίου συγκροτήθηκε Σύνοδος πού κατεδίκασε τόν Μονοθελητισμό, καί στήν συνέ­χεια μέ τήν συνδρομή καί σύμπραξη τοῦ Πάπα Ρώμης Μαρτίνου καταδικά­σθηκε συνοδικά ὁ Μονοθελητισμός στό Λατερανό, ὅπως τό ἴδιο ἔγινε καί στήν Βόρεια Ἀφρική. Στήν συνέχεια ἡ ϛ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού βασίσθηκε στήν θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ Πατριάρ­χου Ἱεροσολύμων Σωφρονίου δογμάτισε θεοπνεύστως γιά τίς δύο θελήσεις στόν Χριστό καί κατεδίκασε τόν Μονοθε­λητισμό.
.                         Ἀκόμη, πρέπει νά ξέρουμε ὅτι τίς ἀποφάσεις στήν Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας τό 1438/39 τίς ἔκρινε ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ὁ λαός, ἀλλά ἔπρεπε νά καταδικασθοῦν καί συνοδικά, κάτι πού ἔγινε ἀπό τήν Σύνοδο τό 1484. Δέν μπορεῖ, δηλαδή, ὁ καθένας νά συμπε­ριφέρεται αὐταρχικά, αὐτόνομα, ἀντιεκκλησιαστικά, κατά τρόπο παπικό, οὔτε νά ἐπι­κα­λεῖται τήν ἀτομική του συνείδηση, παραθεωρώντας τήν ἐκκλη­σιαστική συνείδηση, ὅπως διατυπώνε­ται συνοδικά.

3. Στήν Ἐγκύκλιό μου χρησιμοποίησα λόγους τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου γιά τούς Χριστιανούς ἐκείνους, πολλῷ δέ μᾶλλον τούς Κληρικούς, οἱ ὁποῖοι σέ καιρό πανδημίας δέν λαμβάνουν τά ἀπαραίτητα μέτρα προφύλαξης τοῦ ἑαυτοῦ τους καί τῶν ἄλλων. Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου εἶναι σαφέστατος. Φυσικά αὐτό ἰσχύει καί γιά ἄλλα ἁμαρτήματα στά ὁποῖα ὁ Πνευματικός θά ἐπιβάλη διάφορα μέτρα γιά τήν θεραπεία τῶν πνευματικά νοσούντων μελῶν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο στήν Παλαιά Διαθήκη προβλέπονται διατάξεις, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ὅσοι ἦταν ἀσθενεῖς ἀπό τήν λέπρα ἔπρεπε νά ἀπομακρύνονται ὄχι μόνον ἀπό τήν λατρευτική ζωή στήν κοινή λατρεία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἴδια τήν κοινωνία καί νά ζοῦν σέ ἐρημικές τοποθεσίες. Ὁ Χριστός θεράπευσε μερικούς λεπρούς, ἀλλά δέν ἀπήλλαξε τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τήν λέπρα, πράγμα πού τό ἔκανε διά μέσου τῶν
ἐπιστημόνων τῆς ἐποχῆς μας. Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ αὐτήν τήν πραγμα­τι­κό­τητα;
.                         Καί, βέβαια, οἱ λεπροί ἀπομακρύνονταν καί ἀπό τήν λα­τρεία τῶν Ἰουδαίων, ἀργότερα καί ἀπό τούς Ἱερούς Ναούς, κατά τήν περιγραφή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, γιατί μποροῦσαν νά κολλήσουν τούς ἄλλους ἐκκλησιαζομένους. Ἄν ὁ ἄνθρωπος, καί μάλιστα οἱ ἅγιοι, πού εἶναι Ναός τοῦ ζῶντος Θεοῦ καί εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, μολύνεται ἀπό ἀπό τόν κάθε ἰό, δέν θά μολυνθοῦν οἱ τοῖχοι, οἱ πέτρες καί τά δάπεδα τῶν Ἱερῶν Ναῶν; Ἀκριβῶς γι’ αὐτό καθαρίζουμε τούς Ἱερούς Ναούς.
.                         Κάποιος φίλος μοῦ ὑπέδειξε μιά ἐντολή τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη πού ἀφορᾶ τήν προστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν μόλυνση τῆς ἀσθένειας τῆς λέπρας. Πρόκειται γιά τό δέκατο τρίτο κε­φάλαιο τοῦ Λευϊτι­κοῦ, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ τρόπος πού θά γίνεται ἡ διάγνωση τῆς λέπρας καί γιά τά μέτρα πού πρέπει νά λαμ­βάνονται ἀπό τήν κοινότητα γιά τήν προφύλαξη ἀπό τήν λέ­πρα, ὥστε νά μή μολυνθοῦν καί ἄλλοι, καί αὐτό ἦταν ἐντολή τοῦ Θεοῦ στόν Μωϋσῆ.
.                         Στό κεφάλαιο αὐτό, λοιπόν, τοῦ Λευιτικοῦ γίνεται λόγος γιά διά­γνωση πού θά γίνεται ἀπό τούς Ἱερεῖς γιά τήν ἀπομόνωση τῶν λεπρῶν πού θά γίνεται γιά ἑπτά ἡμέρες καί ἄν χρειασθῆ γιά ἄλλες ἑπτά ἡμέρες (καραντίνα) καί πολλά ἄλλα. Μάλιστα, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός καθορίζει τό νά προφυλάσσεται τό στόμα τοῦ λεπροῦ (κάτι σάν μάσκα), νά ὀνομάζεται ἀκάθαρτος ὁ λεπρός καί ὅσο χρόνο διαρκεῖ ἡ λέπρα πρέπει νά ζῆ μόνος του καί ἡ διατριβή του νά εἶναι ἔξω ἀπό τό στρατόπεδο.
.                         Γράφεται: «Καί ὁ λεπρός ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή (ἔχει λέπρα), τά ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καί ἡ κεφαλή αὐτοῦ ἀκά­λυπτος, καί περί τό στόμα ατο περιβαλέσθω, (νά εἶναι σκεπασμένο), καί ἀκάθαρτος κε­κλήσεται· πάσας τάς ἡμέρας, ὅσας ἐάν ᾖ ἐπ᾿ αὐτόν ἡ ἁφή (ὅσο διαρκῆ ἡ λέπρα του), ἀκάθαρτος ὤν ἀκάθαρτος ἔσται, κεχωρι­σμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔσται ἡ διατρι­βή» (Λευιτ. 13, 45-46).
Προφανῶς, δέν ἐπετρέπετο λεπρός νά παρευρίσκεται καί πλησίον τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου στήν ὁποία κατέβαινε ἡ δόξα Κυρίου, δηλαδή ὁ Κύριος τῆς δόξης, ὁ Ἄσαρκος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ! Καί, βέβαια, δέν ὑπῆρχαν τότε οἱ καινοφανεῖς καί κενοφανεῖς ἰδέες περί «θεοειδοῦς προσώπου».

4. Ὅσοι εἶναι ἐναντίον τῶν προφυλακτικῶν μέτρων γιά τήν ἀσθένεια πού προκαλεῖ ὁ κορωνοϊός καί ἐναντίον τοῦ ἐμβολίου ἐπικαλοῦνται διάφορες ἀπόψεις συγχρόνων θεου­μένων μοναχῶν, κυρίως τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ὁ ὁποῖος δῆθεν εἶπε κάτι προφορικῶς ἤ ἀνευρίσκεται λόγος του στά ἤδη κυκλοφο­ροῦντα βιβλία, πού διαβάζονται μέ ἐπιλεκτικό τρόπο, ἐναντίον τῶν ἐμβολίων.
.                         Κατ’ ἀρχήν ἐκφράζω τήν ἔντονη δυσφορία μου, γιατί μέ τέτοια σαθρά ἐπιχειρήματα φέρουν τούς ἁγίους σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτό γιατί οἱ ἅγιοι ὅσο ζοῦσαν σέβονταν τόν Συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί ὅταν ἔπρεπε νά ἀσκήσουν κάποια θεραπευτική κριτική, ἐκοιμήθηκαν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία πού ἀποφασίζει συνοδικά τούς ἐνέταξε στό ἁγιολόγιό της.
.                         Οἱ ἅγιοι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί ὄχι σέ ἐπιμέρους «ὁμάδες» καί«ὁμαδοῦλες», ἀλλά δοξάζονται στήν Ἐκκλησία καί ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὁπότε εἶναι παράδοξο νά θέτη κανείς τόν ἅγιο Παΐσιο σέ ἀντιθετική θέση μέ τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἕνας χαρι­σματικός θεσμός.
.                         Ἔπειτα, ἐπικαλοῦνται μερικοί τούς λόγους τοῦ ἁγίου Παϊ­σίου, τόν ὁποῖον δέν γνώρισαν προσωπικά ἤ τόν εἶδαν δυό-τρεῖς φορές στήν ζωή τους. Καί διερωτῶμαι: Πῶς μέ τίς ἐλάχιστες φορές πού τόν εἶδαν, κατάλαβαν τά πάντα, δηλαδή προφητεῖες, ἀντιθέσεις στήν ἐπιστήμη, στήν Ἐκκλησία κλπ., ἐνῶ ἄλλοι πού τόν γνώρισαν γιά πολλά χρόνια καί ἔχουν καλύτερη γνώση τῶν ὅσων ἔλεγε καί ἔπρατ­τε ὁ ἅγιος Παΐσιος δέν κατάλαβαν ἤ δέν ἄκουσαν τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά;
.                         Ἀναφέρομαι στόν Ἱερομόναχο π. Παΐσιο, τόν πνευματικό Πατέρα τῆς Ἀδελφότητος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίωνος στούς Προμάχους Ἀλμωπίας, πού ἦταν ἀπό τά πιό στενά πνευμα­τικά του παιδιά καί ὅμως ἔκανε τό ἐμβόλιο μαζί μέ τίς ἀδελφές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Ὅπως, ἐπίσης, ἀναφέρομαι στίς μοναχές τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Σουρωτή, οἱ ὁποῖες τόν εἶχαν γιά χρόνια Γέροντα καί στό Ἡσυ­χαστήριο αὐτό παραμένει ὁ τάφος του, καί οἱ ὁποῖες ἐμβολιά­στηκαν, προφανῶς γιατί γνώριζαν καλύτερα τήν σκέψη τοῦ ἁγίου Παϊσίου. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν π. Χριστόδουλο πού γνώρισε τόν ἅγιο Παΐσιο καί εἶναι ὁ πρῶτος βιογράφος του.
.                         Θά μποροῦσα νά προσθέσω καί τήν δική μου μαρτυρία. Γνώριζα τόν ἅγιο Παΐσιο ἀπό τό ἔτος 1974 μέχρι τήν κοίμησή του, καί ἀπό τό ἔτος ἐκεῖνο πήγαινα στήν καλύβη του πολλές φορές τόν χρόνο γιά νά τόν συμβου­λεύομαι σέ θέματα προσω­πικά καί ἐκκλησιαστικά, καί κάθε φορά ἤμουν μαζί του πολλές ὧρες. Ποτέ δέν μοῦ εἶπε διάφορες προφητεῖες καί μάλιστα ἀναφερόμενες σέ γεωπολιτικά θέματα, ἀντίθετα μάλιστα μοῦ ἔλεγε ὅτι τό μεγα­λύτερο προφητικό χάρισμα εἶναι τό νά καταλάβη κανένας ποιός εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας του. Ποτέ δέν μοῦ εἶπε ἐπικριτικό λόγο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἀποφάσεών της, ἀντίθετα, μάλι­στα, μοῦ συνιστοῦσε νά ἀγαπῶ τήν Ἐκκλησία καί νά μήἀπομα­κρύνομαι ἀπό αὐτήν.
.                         Καί φυσικά ποτέ δέν τόν ἐρώτησα γιά γεωπολιτικά, στρατηγι­κά καί ἐπιστημονικά θέματα, γιατί μέ ἐνδιέφερε νά ἀκούω τήν γνώμη του καί τήν συμβουλή του γιά τό τί πρέπει νά κάνω γιά νά ζῶ ὡς Χριστιανός καί Κληρικός, ὅπως θέλει ἡ Ἐκ­κλη­σία.
.                         Γι’ αὐτό διερωτῶμαι γιά τό πῶς μερικοί μέ δυό-τρεῖς ἐπισκέψεις τους στόν ἅγιο Παΐσιο διδάχθηκαν ἀπό αὐτόν τόσες προφητεῖες καί ἄκουσαν τόσες ἀπόψεις γιά τήνἘκκλησία, τήν Ἐπιστήμη κλπ.;

5. Τά μέτρα τά ὁποῖα λαμβάνονται γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς πανδημίας εἶναι πρωτίστως θέμα ἰατρικό καί στήν συνέχεια πολιτικό. Οἱ Παγκόσμιοι Ὀργανισμοί λαμβάνουν τίςἀποφάσεις τους καί οἱ κατά τόπους ὑγιειονομικές Ἐπιτροπές εἰσηγοῦνται τά δέοντα στήνΠολιτεία.
.                         Ἡ Ἱερά Σύνοδος γιά ἰατρικά θέματα πρέπει νά σέβεται τίς ἀποφάσεις τῶν εἰδικῶν καί νά θεολογῆ γιά θέματα τῆς ἁρμοδιότητός της. Ποτέ μέχρι τώρα δέν ἐρωτήθηκε ἡ Ἐκκλησία ἀπό τούς Χριστιανούς, οὔτε ἀπεφάσισε γιά τά ἐμβόλια πού παίρ­νουμε γιά διάφορες ἀσθένειες ἀπό τήν μικρή μας ἡλικία, οὔτε ἐπίσης καί γιά τά φάρμακα πού λαμβάνουμε σέ καθημερινή βάση.
.                         Φυσικά, οἱ Ἐπιστήμονες Ἰατροί μποροῦν νά ἀσκοῦν κριτική μέ ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα γιά διάφορες τεχνικές καί αὐτό πρέπει νά γίνεται στά ἐπιστημονικά τους ὄργανα, μποροῦν νά βοηθοῦν στήν ἐπίλυση διαφόρων θεμάτων, νά ἐκφέρουν τίς ἐπι­στη­μονικές τους ἀπόψεις, ὥστε νά προχωρῆ ἡ ἰατρική ἐπιστήμη. Ἄλλωστε, ἡ ἰατρική ἐπιστήμη δέν εἶναι Θρη­σκεία μέ ἀλάθητα δόγματα, γι’ αὐτό προχωρεῖ μέ πειράματα, ἀνα­θεωρεῖ τίς ἀπόψεις της, ἀποσύρει κατά καιρούς φάρμακα ὡς καρκινογόνα κλπ. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι θά ἀρνῆται κανείς κάθε ἀνακάλυψη τῆς ἐπιστήμης γιά τό καλό τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη τήν βάσανο τῆς ἔρευνας. Φυ­σικά καί ἡ ἐπι­στήμη ἔχει τά ὅριά της.
.                         Παλαιότερα ὑπῆρχαν πολλοί κίνδυνοι στήν καθιέρωση τοῦ αὐτοκινή­του, τοῦ ἀεροπλάνου, τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνέργειας, τῶν σιδηροδρό­μων, τῶν διαφόρων μηχανῶν καί τελικά μέ τήν κριτική καί τήν προσπάθεια, ὅλα βελτιώθηκαν καί ὅλα τά χρησιμοποιοῦμε σήμερα.
.                         Ἐμεῖς ὡς Κληρικοί καί Χριστιανοί εὐχαριστοῦμε καί εὐγνωμονοῦμε τούς ἐπιστήμονες πού ἔκαναν εὐκολότερο τόν τρόπο διαβιώσεώς μας καί αὔξησαν τό προσδόκιμο ὅριο ζωῆς, ὥστε νά βελτιωνόμαστε πνευματικά καθημερινά, νά βοηθοῦμε τούς ἄλλους, νά ἐξυπηρετοῦμε τούς ἀν­θρώπους καί νά προε­τοιμαζόμαστε γιά τήν ἐπάνοδό μας στήν οὐράνια Πατρίδα.
.                         Δέν μπορῶ, ὅμως, νά καταλάβω τήν δαιμονοποίηση τῆς ἐπι­­στήμης καί τῶν ἐπιτευγμάτων της ἀπό ἀνθρώπους πού τήν ἀγνοοῦν καί δέν ἀσχολοῦνται μέ τόν πραγματικότους σκοπό, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Δέν μπορῶ ἀκόμη νά καταλάβω τόν δαιμονιώδη τρόπο ἀντιδράσεως μερικῶν Χρι­στια­νῶν, πού συνδέουν τά πάντα μέ τόν Ἀντίχριστο, ἐνῶ οἱ ἴδιοι κάνουν παράχρηση τοῦ διαδικτύου, πού κατά ἄλλους ἤ τούς ἰδίους θεω­ρεῖται ὡς ἡ συνισταμένη τῆς «νέας ἐποχῆς». Μέ προ­βλη­ματίζει ἔν­το­να τό πρόβλημα τοῦ «κολλήματος», τό νά κολλᾶ κανείς σέ διάφορες ἀπόψεις, πού στήν ψυχιατρική γλῶσσα λέ­γεται «ἔμμο­νες ἰδέες» ἤ «ἔμμονες πεποιθήσεις». Ἔτσι, δυστυχῶς, μαζί μέ τά κωλύματα τῶν Κληρικῶν, ἔχουμε καί τά «κολλήματα» τῶν Κληρι­κῶν, μοναχῶν καί Χριστιανῶν.

6. Τό βασικό ἔργο τῶν Κληρικῶν εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως καί ἡ ποιμαντική διακονία τῶν ἀνθρώπων καί ὑπάρχει σχέση μεταξύ τους, γιατί ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως, ἡ θεολογία, εἶναι τό ἀληθινό κριτήριο τῆς ποιμαντικῆς. Ἔτσι, θεολογία χωρίς ποιμαντική εἶναι στοχασμός καί ποιμαντική χωρίς θεολογία εἶναι ἐκκοσμικευμένη διακονία.
.                         Παρατηρῶ ὅτι συνεχῶς στήν ποιμαντική μας διακονία ὑφίσταται μιά ἐκκοσμίκευση. Πολλοί Κληρικοί ἀσχολοῦνται μέ ἀλλότρια τῆς ἀποστολῆς τους ἔργα. Ὁ βασικός σκοπός τῆς ποιμαντικῆς διακονίας εἶναι νά ὁδηγήσουν τούς ἀνθρώπους στόν Χριστό, διά τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἐνεργοποιηθῆ ἡ νοερά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς τους καί νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ Χάρη τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος πού ὑπάρχει στό βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν Χριστιανῶν, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Διάδοχος ὁ Φωτικῆς.
.                         Οἱ Ἀπόστολοι κήρυτταν «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον.» (Α΄Κορ. β΄, 2) καί ὁμιλοῦσαν γιά μετάνοια πού εἶναι προϋπόθεση μεθέξεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔκαναν λόγο γιά τόν «ἔσω ἄνθρωπον» (Ρωμ. ζ΄ 22, Β΄ Κορ. δ΄16, Ἐφ. γ΄ 16). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει: «ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος, ἀλλ᾿ ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές» (Α΄ Πετρ. γ΄, 3-4).
.                         Δυστυχῶς, πολλοί σημερινοί Κληρικοί ἀφήσαμε αὐτό τό ἔργο πού εἶναι«ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές», αὐτόν «τόν κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ ἄνθρωπον» καί ἀσχολούμαστε μέ ὅλα τά ἄλλα ἔργα πού εἶναι ἐξωτερικά, λεπτομερειακά καί δέν ἀντέχουν στήν αἰωνιότητα.
.                         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, συγκρίνοντας τήν σωματική θεραπεία πού ἐξασκοῦν οἱ ἰατροί, μέ τήν ποιμαντική θεραπεία, γράφει ὅτι ἡ πρώτη (σωματική θεραπεία) ἀσχολεῖται μέ αὐτά πού φαίνονται στό σῶμα, ἐνῶ ἡ δεύτερη (πνευματική θεραπεία) ἀσχολεῖται μέ αὐτά πού εἶναι στό βάθος τῆς καρδιᾶς. Γράφει: «ἡμῖν δέ περί τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καί σπουδή, καί πρός τόν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καί ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὅς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τό δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσιν».
.                         Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό προοίμιο τοῦ βιβλίου «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν» ἀναφέρεται στό ποιό εἶναι τό ἔργο τῶν Κληρικῶν, ἀλλά καί τῶν Χριστιανῶν.
.                         Στήν ἀρχή γράφει ὅτι ὁ Θεός «μέ τό βάπτισμα ἐγκατέσπειρε μέσα στίς καρδιές μας σάν θεϊκό σπόρο τήν τέλεια χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματός Του καί μᾶς ἔδωσε, κατά τό θεῖο εὐαγγελιστή, ἐξουσία, ὥστε καί τίς ζωοποιούς Του ἐντολές σύμφωνα μέ τίς ἀλλαγές τῆς πνευματικῆς μας ἡλικίας νά ἐφαρμόζομε καί μέ τήν ἐκτέλεσή τους νά διατηρήσομε ἄσβηστη μέσα μας τή χάρη» (Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, ἐκδ. ΤόΠεριβόλι τῆς Παναγίας, 1984, μετάφραση Ἀντ. Γ. Γαλίτης).
.                         Στήν συνέχεια γράφει: «Ἀλοίμονο! Εἶναι χρήσιμο ἐδῶ νά στενάξομε πικρά, κατά τό θεῖο Χρυσόστομο. Τόση χάρη ἀπολαύσαμε καί τόση εὐγένεια ἀξιωθήκαμε, ὥστε ἡ ψυχή μας καθαρμένη ἀπό τό Πνεῦμα κατά τό Βάπτισμα νά λάμπει περισσότερο ἀπό τόν Ἥλιο, κι ἀφοῦ οἱ ἀνόητοι δεχτήκαμε αὐτή τή θεϊκότατη λαμπρότητα, τόσο ἀπό τήν ἄγνοια καί, περισσότερο, σκοτισμένοι ἀπό τή ζάλη τῶν βιοτικῶν φροντίδων, παραχώσαμε σέ τέτοιο βαθμό τή χάρη κάτω ἀπό τά πάθη, ὥστε κινδυνεύει νά σβήσει τελείως μέσα μας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ».
.                         Γι᾽ αὐτό μέ τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή «ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά λίγο-λίγο καθαίρονται κι ἑνώνονται μεταξύ τους· κι ὅταν καθαρθοῦν κι ἑνωθοῦν τό ἕνα μέ τό ἄλλο, ἀπό τότε κατορθώνονται εὐκολότερα οἱ σωστικές ἐντολές, ἀπό τότε ξαναανατέλλουν στήν ψυχή οἱ καρποί τοῦ Πνεύματος καί ἐπιδαψιλεύεται στόν ἄνθρωπο ὅλο τό πλῆθος τῶν ἀγαθῶν. Καί γιά νά πῶ μέ συντομία, ἀπό ἐδῶ εἶναι δυνατό νά ἐπανέλθομε στήν τέλεια χάρη τοῦ Πνεύματος πού μᾶς δωρήθηκε ἀπό τήν ἀρχή κατά τό Βάπτισμα, καί πού ὑπάρχει βέβαια μέσα μας, ἀλλά τά πάθη τήν ἔχουν καταχώσει, ὅπως ἡ στάχτη τή σπίθα· θά ξαναλάμψει σκορπώντας τίς λάμψεις της ὥς πέρα, θά τήν θεαστοῦμε, θά φωτιστοῦμε στόνοῦ καί στή συνέχεια θά τελειοποιηθοῦμε καί θά θεωθοῦμε μέ κατάλληλο τρόπο».
.                         Ἀναλύει δέ ἀκολούθως ὅτι αὐτό θά τό βρῆ ὁ ἄνθρωπος στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πού περιλαμβάνονται στό βιβλίο «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν».
.                         Δυστυχῶς, στίς ἡμέρες μας, ἀκόμη καί πνευματικοί πατέρες πού ἔχουν κάποια πνευματική ἐμπειρία, ἐξασκοῦν μιά ἐκκοσμικευμένη ποιμαντική, δηλαδή ἄφησαν αὐτό πού εἶναι «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές» καί ἀναφέρεται «στόν ἔσω ἐν τῇ καρδίᾳ ἄνθρωπον» καί ἀσχολοῦνται μέ ἀλλότρια ἔργα, πράγμα πού εἶναι μιά καταστροφική ἐκκλησιαστική πανδημία, ἀφοῦ ἀφήνουν νά ἐργάζεται μέσα στό βάθος τῆς καρδίας ἕνας θανατηφόρος ἰός μέ αἰώνιες συνέπειες.

*

.                         Ζοῦμε σέ δύσκολη ἐποχή στήν ὁποία παρά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης, πολλοί ἄνθρωποι διακατέχονται ἀπό νοοτροπία τῆς ἀστρο­μαν­τίας, ἀστρολογίας, παραψυχολογίας καί παραθεολογίας. Γι’ αὐτό, ὅπως συνιστοῦσε ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ καθηγητής τῆς ἐρήμου, «εὐχῶν χρεία».
.                         Πρέπει νά εὐχόμαστε νά ἔχουμε «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν», γιά νά μή πέσουμε σέ σχίσματα καί αἱρέσεις, πού συνιστοῦν τίς ποικιλόμορφες κοινωνικές καί ἐκκλησιαστικές πανδημίες. Χρειαζόμαστε νηφαλιότητα, διάκριση, ψυχική καί διανοητική ἰσορροπία, γιατί, κατά τόν ἀββά Ποιμένα «τά ὑπέρμετρα πάντα τῶν δαιμόνων εἰσίν».
.                         Πρό παντός δέν πρέπει νά διασποῦμε τήν ἑνότητα μεταξύ τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν χαρισμάτων, ἀλλά αὐτό εἶναι ἕνα θέμα μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθῶ μέπροσεχές κείμενό μου, γιατί τό θεωρῶ ἄκρως σοβαρό καί ἐπίκαιρο.

, ,

Σχολιάστε

ΠΛΑΝΗ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΙΟΥ ΦΟΝΟΥ

Μέτρα προστασίας ἀπό τήν πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
(Ποι­μα­ντορι­κή Ἐγκύκλιος
πρός τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Ἀγαπητοί Πατέρες καί ἀδελφοί,

.                   Ὅπως γνωρίζετε, ἡ πατρίδα μας καί ὁλόκληρος ὁ κόσμος ταλαιπωρεῖται περισσότερο ἀπό ἑνάμιση χρόνο ἀπό τήν λεγόμενη ὑγιειονομική κρίση, τόν ἰό sars-cov-2  πού προκαλεῖ τήν λοίμωξη καί τήν ἀσθένεια covid 19. Στό θέμα αὐτό ἡ Πολιτεία λαμβάνει τά ἐνδεδειγμένα μέτρα, συντονιζόμενη στούς Παγκόσμιους Ὀργανισμούς γιά τήν ὑγεία τῶν πολιτῶν της, ἡ δέ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τό θέμα αὐτό μέ σοβαρότητα, νηφαλιότητα καί ὑπευθυνότητα.
.                Μεταξύ τῶν μέτρων προλήψεως τῆς λοιμώξεως καί τῆς νόσου καί ἴσως ἀπό τά πιό σημαντικά εἶναι καί τό ἐμβόλιο, ὅπως γίνεται καί σέ πολλές ἄλλες ἀσθένειες. Γιά τό θέμα αὐτό ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος ἔλαβε συγκεκριμένες ἀποφάσεις:
.                Στίς 13 Ἰανουαρίου 2021 ἀποφάσισε: Ἡ Ἱερά Σύνοδος «παρακολουθεῖ στενά τό ζήτημα τῶν ἐμβολιασμῶν, μέσῳ τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς, ἡ ὁποία μέ συνεχεῖς ἀναφορές της ἐνημερώνει τό Συνοδικό Σῶμα γιά ὅλες τίς ἐξελίξεις. Στό πλαίσιο αὐτό ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐνημερώθηκε ὅτι, κατόπιν γενομένης ἔρευνας, τά ἐμβόλια κατά τοῦ covid-19 πού ἐπί τοῦ παρόντος χρησιμοποιοῦνται στήν Πατρίδα μας, δέν ἀπαιτοῦν τήν χρήση καλλιεργειῶν ἐμβρυϊκῶν κυττάρων γιά τήν παραγωγή τους.
Μέ ἀφορμή τήν ἀνωτέρω ἐνημέρωση ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπαναλαμβάνει, ἰδίως πρός ὅσα ἀπό τά μέλη Της παρουσιάζουν μία ἰδιαίτερη εὐαισθησία στά σενάρια ἀπειλῆς καί κινδύνων, στηριζόμενα μονομερῶς καί ἀνεξέλεγκτα εἴτε σέ διογκωμένες δημοσιογραφικές πληροφορίες κυρίως ἀπό τό διαδίκτυο, εἴτε διακατέχονται ἀπό διάφορες προκαταλήψεις, ὅτι ἡ ἐπιλογή τοῦ ἐμβολιασμοῦ δέν εἶναι ζήτημα τόσο θεολογικό ἤ ἐκκλησιαστικό, ἀλλά κυρίως ἰατρικό-ἐπιστημονικό καί ἀποτελεῖ ἐλεύθερη προσωπική ἐπιλογή τοῦ κάθε ἀνθρώπου σέ ἐπικοινωνία μέ τόν ἰατρό του, χωρίς ὁ ἐμβολιασμός νά συνιστᾶ ἔκπτωση ἀπό τήν ὀρθή Πίστη καί ζωή» (Δελτίον Τύπου Ἱερᾶς Συνόδου, 13-1-2021).
.               Στίς 14 Ἰουλίου 2021 ἀποφάσισε: «Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζοντας πώς ὁ ἐμβολιασμός ἀποτελεῖ μέγιστη πράξη εὐθύνης ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο, συνιστᾶ σέ ὅλους, σέ συνεννόηση μέ τόν ἰατρό τους, νά ἀξιοποιήσουν τό δῶρο αὐτό πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, προκειμένου νά προστατεύσουμε τούς ἑαυτούς μας, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο “ὑπέρ οὗ Χριστός ἀπέθανε” (Ρωμ. 14, 15). Καί θέλει αὐθεντικῶς νά διαβεβαιώσει πώς αὐτό τό ἐμβόλιο δέν ἔρχεται σέ καμία ἀντίθεση μέ τήν Ἁγιογραφική, Πατερική καί Κανονική διδασκαλία τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας» (Συνοδική Ἐγκύκλιος 3074/1365/14-7-2021).
.                       Ἐπειδή δέν εἴμαστε ἕνα ἀσύντακτο σῶμα, ἀλλά «καλή στρατεία» (Α΄ Τιμ. α΄, 18) καί πρέπει νά ὑπακούουμε στίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, γι’ αὐτό πρέπει νά συντονιζόμαστε σέ αὐτά πού ἀποφασίζει ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ τά συνοδικά της ὄργανα.
.                    Αὐτό πρακτικά σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἀδιαφοροῦμε καί ὡς πρός τήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθενείας αὐτῆς, γι’ αὐτό πρέπει νά κάνουμε χρήση καί τοῦ ἐμβολίου, ἐκτός ἄν ὁ ἰατρός, πού παρακολουθεῖ τήν ὑγεία τοῦ καθενός σας καί εἶναι ἐπιστημονικά καταρτισμένος, ἀποφανθῆ διαφορετικά γι’ αὐτό.
.                     Πάντως, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτο νά ἀντιμετωπίζεται τό ἐμβόλιο κατά τοῦ κορωνοϊοῦ μέ παραθεολογικά ἐπιχειρήματα, πολιτικές σκοπιμότητες καί συνωμοσιολογικές νοοτροπίες, πού ἀπάδουν σέ Κληρικούς καί Χριστιανούς. Ἄλλο εἶναι ὁ ἐπιστημονικός διάλογος καί ἡ ἐπιστημονική ἀντιπαράθεση γιά τήν βελτίωση τῶν μέχρι σήμερα μέσων ἀντιμετώπισης τοῦ ἰοῦ, μέσα στά ἐπιστημονικά ὄργανα, πού εἶναι ἐνδεδειγμένη πράξη, καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀντίδραση στόν ἐμβολιασμό μέ παραθεολογικές καί συνωμοσιολογικές ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες δυστυχῶς μεταδίδονται ταχύτατα στά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης καί δημιουργοῦν σύγχυση στούς Χριστιανούς.
.                          Παρατηρῶ ὅτι τό ἀντιεμβολιαστικό κίνημα στήν Ἀμερική κυριαρχεῖ μεταξύ τῶν φονταμενταλιστικῶν ἀκραίων Προτεσταντικῶν κύκλων καί μεταξύ ἀνθρώπων πού διακατέχονται ἀπό διάφορες ἀρχές τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Δέν θέλω δέ νά ἀναφερθῶ ἐδῶ καί σέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἄλλα ἀτομικά, πολιτικά καί οἰκονομικά συμφέροντα.
.                            Δυστυχῶς, αὐτά πού κατά καιρούς διατυπώνονται ἀπό τούς φονταμεντα­λιστικούς αὐτούς προτεσταντικούς κύκλους στήν Ἀμερική μεταφέρονται καί σέ ἀνθρώπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται αὐτοί ὅτι ὅλα αὐτά στεροῦνται θεολογικῆς βάσεως καί ἐκκλησιολογικῆς συνειδήσεως. Εἶναι λυπηρό ὅτι πολλοί πού ἔχουν ἀντιεμβολιαστική νοοτροπία διακρίνονται ἀπό ἔλλειψη σοβαρῆς θεολογικῆς σκέψεως, ἐκκλησιολογικῆς συνείδησης καί ἐν τέλει σοβαρῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων.
.                       Διαβάζω ὅσα γράφονται ἐναντίον τῶν ἐμβολίων καί ἐκπλήσσομαι ἀπό τήν σύγχυση σκέψεως καί γραφῆς, ἀλλά καί ἀπορῶ, ἐπειδή ἀπουσιάζει «ὁ κοινός νοῦς ὡς κοινῶς νομίζεται». Δυστυχῶς ἐπικρατεῖ τέτοια σύγχυση, ὥστε τά ὅσα γράφονται στήν μιά παράγραφο νά ἀναιροῦνται στήν ἄλλη, ὁπότε ὁ λόγος τους δέν εἶναι καθαρός. Ἐμπλέκονται τά ἐπιστημονικά μέ τά «μεταφυσικά», ἡ θεολογία μέ τήν παραθεολογία, ἡ Χριστολογία μέ τήν ἀντιχριστολογία καί τήν δαιμονολογία.
.                      Ὅμως, ἡ ἐπιστήμη δέν εἶναι θρησκεία ἤ παραθρησκεία, ἀλλά κρίνεται μέ κριτήρια ἐπιστημονικά, ὅπως ἐπίσης ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν ἔχει σχέση μέ φαντασιώσεις καί ἐξτρεμισμούς. Σέ ὅλα αὐτά κυριαρχεῖ ἡ πλάνη, πού προέρχεται ἀπό τόν πλανεμένο νοῦ. Καί ὅπως λένε οἱ ἐμπειρικοί θεολόγοι, εὔκολο εἶναι νά πλανηθῆ κανείς, ἀλλά δύσκολο νά ξεπλανηθῆ, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν πλάνη.
.                       Ὡς Κληρικοί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τηροῦμε τά ὑγιειονομικά μέτρα, ὥστε νά μή γίνουμε αἰτία καί ἀφορμή νά μολύνονται οἱ Χριστιανοί τούς ὁποίους ποιμαίνουμε, γιατί σέ μιά τέτοια περίπτωση στρέφονται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί εὐθυνόμαστε γι’ αὐτό.
.                         Θά ἤθελα νά ἐπισημάνω ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἔχει ἀποφανθῆ δύο φορές τοὐλάχιστον, ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω, γιά τό ὅτι ἄν κατά τόν καιρό μιᾶς πανδημίας ὁ Χριστιανός δέν προσέχει καί γίνεται αἴτιος θανάτου τῶν ἄλλων, θά πρέπει νά κανονίζεται ὡς φονεύς. Συγκεκριμένα:
Στό «Πηδάλιό» του (ὑποσημείωση στόν Ξϛ΄ Ἀποστολικό Κανόνα) γράφει: «Σημείωσε ὅτι ὡς φονεύς καταδικάζεται καί ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐν καιρῷ πανώλης ἠξεύρωντας ὅτι εἶναι μεμολυσμένος, ὑπάγει εἰς οἴκους καί πολιτείας, καί μολύνει καί τούς ἄλλους, καί γίνεται πολλῶν φόνων αἴτιος».
Στό «Ἐξομολογητάριό» του (Περί τῆς ϛ΄ ἐντολῆς) γράφει: «”Οὐ φονεύσεις”. Εἰς ταύτην τήν ἐντολήν σφάλλουν ἐκεῖνοι … ὁποῦ ἐν καιρῷ πανώλης, ἠξεύροντες ὅτι εἶναι μεμολυσμένοι, ἑνώνονται μέ τούς ἄλλους καί τούς μολύνουν. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ φονεύουν τόν ἑαυτό τους· καί ἁπλῶς, ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ γίνονται ριψοκίνδυνοι».
.                        Γι’ αὐτό συνιστᾶ στόν πνευματικό νά ἐρωτᾶ τόν ἐξομολογούμενο, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Μήπως ἠξεύροντας πώς ἤσουν πανουκλιασμένος, ἑνώθης μέ τούς ἄλλους καί τούς ἐμόλυνες καί ἀπέθανον; διατί ὡς φονεύς κανονίζεσαι».
.                           Ἀντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Ὅποιος σέ καιρό πανδημίας, ὅπως γίνεται στήν ἐποχή μας, δέν προσέχει καί μολύνει τούς ἄλλους, κρίνεται μέ τό ἐπιτίμιο τοῦ φόνου! Ἕνας δέ βασικός τρόπος προφύλαξης τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἄλλων εἶναι καί ὁ ἐμβολιασμός, ὅπως γίνεται καί σέ ἄλλες ἀσθένειες.
.                        Ἄν ὁ προσωπικός σας ἰατρός, γνωρίζοντας τό ἰατρικό σας ἱστορικό, σᾶς συνιστᾶ νά μή κάνετε τό ἐμβόλιο, δέν σημαίνει ὅτι δέν θά λαμβάνετε τά ἄλλα ἀπαραίτητα μέτρα, καί φυσικά δέν σημαίνει ὅτι θά συνιστᾶτε στούς Χριστιανούς νά μήν ἐμβολιάζονται. Σέ μιά τέτοια ἐνδεχόμενη περίπτωση θά δώσετε λόγο στόν Θεό, σύμφωνα μέ τά ὅσα γράφει ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
.                        Παρακαλῶ νά λάβετε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψη τά ἀνωτέρω καί νά μήν ἀδιαφορήσετε γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα, διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων, θά παρουσιασθῆτε στήν πράξη ὅτι διαφοροποιῆστε ἀπό τό Συνοδικό καί Ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                      Ἄς προσευχηθοῦμε στόν Θεό νά μᾶς δίνη σωματική καί πνευματική ὑγεία, ἰδιαιτέρως σύνεση, διάκριση καί ἐσωτερική ἡσυχία, πού εἶναι τόσο ἀπαραίτητες στήν ἐποχή μας, ὥστε νά μή καταλήγουμε σέ ἀκραῖες καταστάσεις.

Μέ θερμές εὐχές

Ὁ Μητροπολίτης

† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

βλ. σχετ.: ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΕΣ ΠΑΝΔΗΜΙΕΣ (καὶ ὁ δαιμονιώδης τρόπος ἀντιδράσεως πολλῶν χριστιανῶν) 

, ,

Σχολιάστε

Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ (γιὰ τὴν Ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεώς Της)

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος
(γιά τήν Ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου)


Toῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                            Στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», αὐτό πού χαρακτηρίζουμε ὡς τό «Πιστεύω», ὁμολογοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική», γιατί εἶναι συνδεδεμένη μέ τόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία», γιατί μία εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, καί ἕνα εἶναι τό Σῶμα Του‧ εἶναι «Ἁγία» γιατί ἁγία εἶναι ἡ κεφαλή της‧ εἶναι «Καθολική», γιατί ὁ Χριστός προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἦλθε νά σώση ὅλους τούς ἀνθρώπους‧ καί εἶναι «Ἀποστολική», γιατί ὁ Χριστός ἀπέστειλε τούς Ἀποστόλους σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, γιά νά μεταδώσουν τό μήνυμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰώνιας ζωῆς.
.                            Ἡ Ἐκκλησία ἐνῶ εἶναι «Μία», συγχρόνως ἔχει δύο «ὄψεις», τήν ἐπίγεια καί τήν οὐράνια. Στήν ἐπίγεια ὄψη τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πού ἀγωνιζόμαστε νά εἴμαστε ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί στήν οὐράνια ὄψη τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουν ὅλοι οἱ ἅγιοι πού ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, καί οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, ὅπως τό περιγράφει θαυμάσια τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
.                            Ὅμως, δέν πρόκειται γιά δύο Ἐκκλησίες, ἀλλά γιά μία Ἐκκλησία πού τό ἕνα τμῆμα της ἔχει ἤδη εἰσέλθει στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τό ἄλλο τμῆμα της εἴμαστε ἐμεῖς πού ζοῦμε ἀκόμη στήν ἔρημο, καί πορευόμαστε ἀπό τήν Αἴγυπτο στήν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ὅλοι ἔχουμε ὡς κεφαλή τόν Χριστό καί ζοῦμε καί ἀναπνέουμε ἀπό Αὐτόν.
.                            Σημαντική θέση στήν Ἐκκλησία κατέχει ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ στούς οὐρανούς καί τήν Πεντηκοστή δέν εἶχε κάποια θέση στήν διοίκηση καί ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν πάνω ἀπό ὅλους, ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ
.                            Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὅπως γράφει ὁ Μητροπολίτης Νικαίας Θεοφάνης (14ος αἰώνας), ἐπέχει τήν θέση τοῦ τραχήλου, διά τοῦ ὁποίου ἔρχονται στό σῶμα οἱ δωρεές καί οἱ ἐντολές τῆς κεφαλῆς καί διά τοῦ ὁποίου ἀνέρχονται στήν κεφαλή ὁ πόνος καί ἡ προσευχή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
.                            Ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο προσέλαβε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν σάρκα Του, τήν ὁποία θέωσε ἀπό τήν στιγμή τῆς συλλήψεως, ἀπό αὐτήν ἤπιε τό γάλα καί ἔλαβε τήν τροφή, γι’ αὐτό ὁ Χριστός τῆς ἔδωσε τήν Χάρη νά γίνη «τροφός πάσης νοερᾶς τε καί λογικῆς φύσεως».
.                            Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ «Νύμφη ἀνύμφευτος» τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
.                            Αὐτό ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο ἀπό τόν συνθέτη τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, ὅταν λέγη: «Χαῖρε κλίμαξ ἐπουράνιε δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός, χαῖρε γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν». Αὐτός ὁ χαιρετισμός ἔχει ὡς βάση τό ὅραμα πού εἶδε ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ στήν Παλαιά Διαθήκη, κατά τό ὁποῖο ὑπῆρχε μιά μεγάλη κλίμακα πού ἦταν στηριγμένη στήν γῆ καί ἡ κεφαλή της ἔφθανε στόν οὐρανό καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνέβαιναν καί κατέβαιναν σέ αὐτήν «ὁ δέ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ’ αὐτῆς» (Γεν. κη΄, 12-13).
.                            Ἡ Ἐκκλησία ἁγιογράφησε κατά τρόπο θαυμαστό μέσα στούς Ἱερούς Ναούς αὐτήν τήν σημαντική θέση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ πολλές παραστάσεις καί σέ πολλές ἐκφράσεις.
.                            Γνωρίζουμε ὅτι ἡ εἰκόνα, ὅπως ἁγιογραφεῖται ἀπό τούς ἁγιογράφους, ἐκφράζει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἀποτυπώνει τήν μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἰδικά αὐτό γίνεται μέ τήν ἁγιογράφηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀφοῦ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, λέγεται Θεοτόκος ὄχι μόνον «διά τήν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλά καί διά τήν θέωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, καί συνιστᾶ ὅλο τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.
.                            Ἔπειτα, ἡ εἰκονογράφηση τῆς Θεοτόκου πού ἔχει στήν ἀγκάλη Της τόν Χριστό ἐκφράζει ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Καί αὐτό δέν εἶναι μιά σύλληψη ἁπλῶς τῶν ἁγιογράφων, ἀλλά εἶναι ἔκφραση τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἑβδόμη (Ζ΄) Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει ἀποφανθῆ ὅτι ἡ εἰκόνα δέν εἶναι «τῶν ζωγράφων ἐφεύρεσις», «ἀλλά τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἔγκριτος θεσμοθεσία καί παράδοσις». Αὐτό τό ἀναλύει ἀκόμη περισσότερο γράφοντας ὅτι «αὐτῶν τῶν πνευματοφόρων Πατέρων ἡ ἐπίνοια καί παράδοσις καί οὐ τοῦ ζωγράφου», δηλαδή ἡ ἁγιογράφηση εἶναι ἔργο τῶν Πνευματοφόρων Πατέρων καί ὄχι τῶν ζωγράφων, δηλαδή ἐνῶ «τοῦ ζωγράφου ἡ τέχνη μόνον», ἡ διάταξη εἶναι τῶν «δειμαμένων ἁγίων Πατέρων».
.                            Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν ἁγίων Πατέρων καθόρισε τήν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τό πῶς θά ἁγιογραφοῦνται γιά νά δείχνουν τήν δόξα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ ἁγιογράφοι ἐκφράζουν αὐτήν τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν τέχνη τους.
.                            Ἀκόμη, ἡ ἁγιογράφηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων δείχνει καί τήν σχέση μεταξύ τῶν εἰκόνων καί τῆς θείας Λειτουργίας. Αὐτό φαίνεται στόν τρόπο πού ἁγιογραφοῦνται οἱ εἰκόνες ἐντός τοῦ Ναοῦ, ὅπου γίνεται ἡ θεία Λειτουργία καί δείχνει καί τήν οὐράνια θεία Λειτουργία.
.                            Μέσα στόν Ναό μέ τίς ἁγιογραφίες φαίνεται αὐτός ὁ εἰκονογραφικός κύκλος πού εἰκονίζει τήν θεία Λειτουργία, ἐπίγεια καί οὐράνια. Δηλαδή, τό σχῆμα τοῦ Βυζαντινοῦ Ναοῦ φανερώνει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
.                            Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἱερός Ναός εἶναι, κατά κάποιο τρόπο, προέκταση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ὁ τροῦλλος εἶναι ἡ κεφαλή, τά σφαιρικά τρίγωνα εἶναι οἱ ὦμοι καί οἱ τοῖχοι εἶναι τό σῶμα. Ἐκτός αὐτοῦ ὁ τροῦλλος δηλώνει τόν οὐρανό, οἱ τοῖχοι δηλώνουν τόν χῶρο καί τόν χρόνο, στόν ὁποῖο ζοῦν οἱ Χριστιανοί καί ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἶναι αὐτή πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν οὐρανό.

.                            Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἀκολουθεῖ αὐτήν τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Στόν τροῦλλο ἁγιογραφεῖται ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, τόν Ὁποῖον ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ∙ γιά τόν ἄσαρκο Λόγο ὁμίλησαν οἱ Προφῆτες καί γιά τόν σεσαρκωμένο Λόγο, τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ἔγραψαν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές.
.                            Στό Ἱερό Βῆμα, στόν λεγόμενο λειτουργικό κύκλο, ἁγιογραφοῦνται οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες καί στούς τοίχους τῶν Ἱερῶν Ναῶν ἁγιογραφοῦνται οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, Μάρτυρες καί Ὅσιοι, ἄνδρες καί γυναῖκες.
.                            Μεταξύ τοῦ Ναοῦ καί τοῦ τρούλλου ὑπάρχει ἡ κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἡ ὁποία ἑνώνει τόν τροῦλλο μέ τόν κυρίως Ναό καί ἐκεῖ ἁγιογραφεῖται ἡ Πλατυτέρα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή αὐτή μεταφέρει τά αἰτήματα τῶν πιστῶν στόν Θεάνθρωπο Χριστό, καί ὁ Θεάνθρωπος Χριστός δι’ αὐτῆς δίνει τίς δωρεές Του στούς ἀνθρώπους.
.                            Κατά τόν ἁγιογράφο Φώτη Κόντογλου ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν ζωγραφίζεται στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος νά κάθεται στόν θρόνο, νά βαστάζη τόν Χριστό ὡς παιδίον στά γόνατά Της, νά εἶναι μεταξύ τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ, οἱ ὁποῖοι στέκονται σέ στάση δεήσεως.
.                            Τό χαρτί (τό εἰλητάριο) πού κρατεῖ ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ γράφει: «Παρίστανται δουλοπρεπῶς τῷ τόκῳ σου αἱ τάξεις αἱ οὐράνιαι ἐκπληττόμεναι ἀξίως τό τῆς σῆς ἀσπόρου λοχείας, ἀειπάρθενε». Καί τό χαρτί πού κρατᾶ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἔχει γραμμένα: «Τῇ ἀειπαρθένῳ καί μητρί τοῦ βασιλέως τῶν ἄνω δυνάμεων καί καθαρωτάτῃ καί ἁγίᾳ, πιστοί, πνευματικῶς βοήσωμεν». Αὐτά τά δύο χωρία δείχνουν τί εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί ποιό εἶναι τό ἔργο της.
.                            Καί ἐμεῖς, κατά προτροπή τῶν Ἀρχαγγέλων ἄς βοήσουμε στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο κατά τήν σημερινή ἑορτή τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεώς της:

Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, ἡ ὄντως Θεοτόκος, ἡ Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν, ἡ οὐράνια Κλίμακα ἀπό τήν ὁποία κατέβηκε ὁ Θεός στήν γῆ καί ἀνεβήκαμε ἐμεῖς στόν οὐρανό, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν. Ἀμήν.

Χρόνια πολλά καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νά εἶναι βοήθειά μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η ΓΕΡΟΝTΙΣΣΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ

Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, κατά κόσμον Γαλάτεια Κανακάκη

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                             Στίς 20 Μαΐου 2021 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ μιά εὐλογημένη μοναχή, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, πού ἔμενε στό χωριό Πόμπια Μοιρῶν Ἡρακλείου Κρήτης. Ἡ κοίμησή της μέ συγκίνησε βαθύτατα, διότι τήν γνώριζα, διά μέσου τοῦ π. Ἀντωνίου Φραγκάκη Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης, πάνω ἀπό μιά δεκαετία καί εἶχα διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί της.
.                             Τό θεωρῶ ἰδιαίτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πού τήν γνώρισα καί, κυρίως, διότι μέ θεωροῦσε ὡς παιδί της καί φυσικά καί ἐγώ τήν θεωροῦσα ὡς μητέρα μου. Μέχρι τώρα δέν μίλησα ποτέ δημοσίως γι’ αὐτήν καί γιά τήν ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί της, παρά μόνον σέ μερικούς γνωστούς μου ἀνθρώπους, ἀλλά τώρα τό κάνω μετά τήν κοίμησή της.
.                             Τήν πρώτη φορά συναντηθήκαμε στό Ἡράκλειο Κρήτης, ὅταν ἐκείνη ἦλθε νά μέ συναντήση τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2013, καί τήν δεύτερη φορά τήν ἐπισκέφθηκα στό σπίτι της, πού ἦταν σάν μοναχικό κελλί, πορευόμενος πρός τήν Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ καί εἴχαμε θεολογικές καί πνευματικές συζητήσεις.
.                             Ὅμως, μιλούσαμε πολλές φορές στό τηλέφωνο γιά διάφορα πνευματικά ζητήματα. Τίς περισσότερες φορές ἐκείνη μέ ἔβλεπε σέ διάφορες φάσεις τῆς ζωῆς μου μέ τήν δική της «πνευματική τηλεόραση τῆς καρδιᾶς», ὅπως ἔλεγε χαριτολογώντας.
.                             Ὁ Θεός τῆς χάρισε τό μεγάλο χάρισμα τῆς διοράσεως καί τῆς προορά­σεως πού ἦταν καρπός ἐμπειρικῶν καταστάσεων. Ἦταν σάν τόν ἅγιο Πορφύριο, γι’ αὐτό κάποιος τήν ὀνόμαζε «Γερόντισσα Πορφυρία». Ἐκείνη τό ἐξηγοῦσε πολύ ταπεινά ὅτι ὁ Θεός ἔβλεπε ὅτι ἦταν κλεισμένη στό σπίτι της καί τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία νά βλέπη διάφορα γεγονότα γιά νά παρηγορῆται.
.                             Συνήθως ἔλεγε στόν π. Ἀντώνιο ὅτι μέ ἔβλεπε νά ἐργάζομαι στό Γραφεῖο μου στήν Ἱερά Μητρόπολη, νά περπατῶ στό διάδρομο, νά προσεύχομαι, νά κοιμᾶμαι, νά λειτουργῶ σέ διάφορους Ναούς, ἀλλά ἔβλεπε καί πῶς λειτουργοῦσα καί τί ἄμφια φοροῦσα. Αἰσθανόμουν μεγάλη ἔκπληξη ὅταν πληροφορούμουν ὅλα αὐτά, γιατί ἀνταποκρίνονταν στήν πραγματικότητα.
.                             Τήν ἀγαποῦσα καί τήν σεβόμουν πολύ, καί ἐκείνη μέ θεωροῦσε παιδί της καί αἰσθανόταν ἀπέναντί μου ὡς πνευματική μητέρα μου, γιατί μᾶς συνέδεαν πολλά. Στό τηλέφωνο μιλούσαμε γιά τόν Θεό καί γιά τήν νοερά προσευχή. Συνήθως τήν προκαλοῦσα νά μελετήση γιά τά θέματα αὐτά, τῆς ἔλεγα γιά τήν νοερά-καρδιακή προσευχή, καί ἐκείνη ἀπέφευγε νά μιλᾶ γιά τά θέματα αὐτά καί κυρίως ἔλεγε: «Ναί παιδί μου, ἔτσι εἶναι». Τήν χαρά της ἀπό τήν τηλεφωνική συζήτηση πού εἴχαμε τήν ἐξέφραζε ὅταν ὁ π. Ἀντώνιος πήγαινε στό σπίτι της.
.                             Ἐπειδή στόν π. Ἀντώνιο τοῦ διηγεῖτο διάφορες πνευματικές καταστάσεις της γι’ αὐτό ἐκεῖνος τήν προέτρεπε νά μοῦ γράφη, γιά νά τῆς δίνω τίς θεολογικές ἐξηγήσεις. Ἔτσι, μοῦ ἔγραψε ἐννέα (9) γράμματα τό διάστημα ἀπό 22 Φεβρουαρίου 2014 μέχρι τήν 11 Σεπτεμβρίου 2015 καί πάντοτε τῆς ἀπαντοῦσα. Τά γράμματά της ἦταν καρδιακά καί ἀποκαλυπτικά. Ἔγραφε κάποιες ἐμπειρίες της μέ σκοπό νά τῆς πῶ τήν γνώμη μου, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν χρειαζόταν ἀπαντήσεις.
.                             Πρόκειται γιά μιά θεολογική ἀλληλογραφία, πού ἐπεκτείνεται περίπου σέ τριάντα πέντε σελίδες, γιά τήν ὁποία δοξάζω τόν Θεό πού μέ ἀξίωσε νά ἔχω μαζί της. Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία ἔγραφε ἰδιόχειρα μέ ταπεινό φρό­νημα καί πολλή ἀγάπη, καί ὅλα τά γράμματά της προέρχονταν ἀπό τήν καθαρή καρδιά της.
.                             Στόν κατάλληλο χρόνο ἡ θεολογική αὐτή ἀλληλογραφία θά δῆ τό φῶς τῆς δημοσιότητας γιά νά δοξασθῆ ὁ Θεός τῆς δόξης καί τοῦ Φωτός.
.                             Μετά τήν τελευταία ἐπιστολή της (11-9-2015) δέν εἶχε δυνάμεις νά συνεχίση τήν ἀλληλογραφία, ἀργό­τερα ὑπέστη διάφορα ἐγκεφαλικά ἐπεισόδια, ἀλλά τελικά αὐτό τό διά­στημα τῆς ἀσθενείας της, δέν λειτουργοῦσε καλά τό μυαλό της, ἀλλά φάνηκε ἔντονα ἡ ἀνάσταση τῆς νοερᾶς ἐνέργειας τῆς ψυχῆς της, μέ τήν ὁποία ἔβλεπε τά πάντα καθαρά καί ἀποκάλυπτε στούς ἀνθρώπους πού τήν πλησίαζαν τά κεκρυμμένα ἐντός τους. Στήν ζωή της ἔβλεπε καθαρά τήν διάκριση πού κάνουν οἱ Πατέρες μεταξύ διανοίας καί νοῦ. Ἐνῶ ὁ ἐγκέφαλός της δέν λειτουργοῦσε καλά ἀπό ἐγκεφαλικά ἐπεισόδια, ἐν τούτοις ὁ νοῦς της ἦταν καθαρός ὡς ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, πού ἔβλεπε τά πάντα καθαρά.
.                             Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀσθενείας της ἔλαβε καί τό μέγα ἀγγελικό σχῆμα, ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Γαλακτία, καί ἀνῆκε στήν Ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καλυβιανῆς.
.                             Ὡς ἕνα πνευματικό μνημόσυνό της, πρός τό παρόν, θά δημοσιεύσω πρῶτον, μερικά σημεῖα ἀπό ἕνα κείμενο πού ἔγραψα μετά τήν συνάντηση πού εἶχα μαζί της στό Ἡράκλειο Κρήτης καί, δεύτερον, τμήματα ἀπό δύο ἐπιστολές της, ἤτοι τήν πρώτη καί τήν τελευταία.

1.Συνάντηση μέ τήν Γερόντισσα Γαλακτία

.                             Ἄν καί τήν γνώριζα ἀπό πολύ καιρό, ἡ πρώτη συνάντηση μαζί της ἔγινε τήν 14 Ἀπριλίου 2013 σέ μιά δύσκολη περίοδο τῆς ζωῆς μου, ὅταν μέ συκοφαντοῦσαν δημόσια ὡς πολέμιο τοῦ μοναχισμοῦ, καί αὐτό ἔγινε σέ ἕναν Ναό ἔξω ἀπό τό Ἡράκλειο, ἀφοῦ ἐκείνη ἦρθε ἀπό τό χωριό Πόμπια, πού εἶναι στά νότια μέρη τῆς Κρήτης. Ἦταν δύσκολο νά μεταβῶ στήν οἰκία της, ὅπως τό ἐπιθυμοῦσα, γιά διάφορους λόγους ἀνεξάρτητους ἀπό τήν θέλησή μου. Ἔτσι, ἐκείνη, παρά τούς πόνους τοῦ σώματός της, ἔκανε ἕνα κοπιαστικό ταξίδι γιά νά μέ συναντήση, ὅπως τό ἐπιθυμούσαμε καί οἱ δυό.
.                             Εἶχα δεῖ φωτογραφίες της καί μιλοῦσα πολλές φορές τηλεφωνικά. Τότε εἶδα μιά γερόντισσα μέ εὐγένεια καί ἀρχοντικούς τρόπους, μικρόσωμη καί ἀδύνατη, 32 κιλά, ὅπως ἡ ἴδια εἶπε. Ἀπό τήν συζήτηση καί τήν γενικότερη ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί της, παρατήρησα ὅτι ὁμοίαζε μέ τόν ἅγιο Πορφύριο.
.                             Αἰσθανόμουν ὅτι εἶναι μιά πνευματική τηλεόραση, βλέπει ὅ,τι θέλει, ἀλλά ταυτόχρονα ἐκπέμπει καί μιά γλυκύτητα ἀπό τό στόμα της. Πολλές φορές στό τηλέφωνο μοῦ εἶπε ὅτι μέ βλέπει στό γραφεῖο μου νά διαβάζω, νά περνάω γρήγορα τίς σελίδες τῶν βιβλίων, ἔπειτα νά σταματῶ καί νά κρατῶ τό κεφάλι μου μέ τά χέρια μου, πού εἶναι ἀκουμπισμένα στό μπράτσο τῆς καρέκλας, καθώς ἐπίσης μέ βλέπει τό βράδυ στό κρεββάτι νά κοιμᾶμαι καί νά μουρμουρίζω, λέγοντας τήν εὐχή.
.                             Ἡ συζήτηση αὐτή ἔχει βιντεοσκοπηθῆ ἀπό τόν π. Καλλίνικο Γεωργᾶτο, πού μέ συνόδευε, καί ἐδῶ γίνεται μιά ἁπλῆ καί σύντομη καταγραφή. Τά ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι ἀπολύτως δικά της λόγια, ἀπομαγνητοφωνημένα.
.                             Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως προσπαθοῦσε νά κρυφτῆ, νά μή φανερώση τά ὅσα γίνονται στόν ἐσωτερικό της κόσμο, χωρίς νά τό κατορθώνη, διότι ταυτοχρόνως ἀποκάλυπτε τά χαρίσματά της. Καταλάβαινα σαφέστατα ὅτι ἔχει μιά βαθειά αἴσθηση αὐτογνωσίας, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτωλή, πού δέν εἶναι ἄξια νά πίνη νερό ἀκόμη καί ἀπό τούς ὑπονόμους τῆς Νέας Ὑόρκης. «Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλότερη τοῦ κόσμου, γιατί ἔχω ἁμαρτίες καμωμένες, ἀλλά κάποια στιγμή εἶπα στόν ἑαυτό μου: “δέν ντρέπεσαι; νά πᾶς νά ζητήσης συγγνώμη ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά ἀλλάξης λίγο”. Μετάνοια εἶναι ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, εἶναι ριζική ἀλλαγή. Ἐγώ λέω στόν Θεό: “δέν θέλω τίποτε ἄλλο, μόνον μετάνοια καί συγχώρηση”».
.                             Τήν νύχτα προσεύχεται γιά ὅλους. Πρῶτα προσεύχεται γιά τούς Ἱερωμένους. Μετά γιά τά ἀνδρόγυνα, τήν Πατρίδα της καί ὅλες τίς πατρίδες τοῦ κόσμου. Ταυτόχρονα μοῦ εἶπε ὅτι μέ βλέπει στήν Ναύπακτο ὄχι μέ τά μάτια τοῦ σώματος, γιατί αὐτό τό θεωρεῖ μεγάλο, ἀλλά μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, χωρίς νά καταλαβαίνη ὅτι αὐτό τό τελευταῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπό τό πρῶτο.
.                             Μέ ἄκουσε στό ραδιόφωνο νά ὁμιλῶ στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Σπυρίδωνος Πειραιῶς στίς 12-12-2012, ἀλλά ταυτόχρονα μέ ἔβλεπε καί μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς της, καθώς ἐπίσης ἔβλεπε καί τί στολή φοροῦσα: «Ἔβαλα τό ράδιο νά ἀκούσω καί λειτουργούσατε στόν Πειραιᾶ. Ἐκεῖ σᾶς ἔβλεπα, στήν ὡραία Πύλη». «Τά μάτια τῆς ψυχῆς», ἔλεγε, «ἔχουν μεγάλη ὅραση, μεγάλη δύναμη». Ἴσως ὁ Θεός τῆς ἔδωσε αὐτό τό χάρισμα γιά νά βλέπη ὅ,τι θέλει, γιατί εἶναι κλεισμένη μέσα στό σπίτι της καί δέν μπορεῖ νά μετακινηθῆ.
.                             Κατά τήν συνάντηση αὐτή μέ ἁπλότητα ἐξέφραζε τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Μίλησε γιά τήν καρδιά. Εἶπε ὅτι τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ὅλο τό σῶμα εἶναι καλυμμένο ἀπό τό Φῶς. Εἶπε: «Ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ (ἔδειξε στόν οὐρανό). Δέν ἔχει ἄκρη, δέν ἔχει τέλος, δέν ἔχει … τίποτε». «Ναί, (ἡ καρδιά) ἔχει μάτια. Αὐτά τά μάτια (καί ἔδειξε τά σωματικά μάτια) εἶναι πικρά. Τῆς καρδιᾶς ὄχι». «Ἡ καρδιά εἶναι τό σπουδαιότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπου πού πλησιάζει στόν Θεό». «Καί ἡ λογική, ἀλλά κατόπιν τῆς καρδιᾶς. Αὐτή ὠθεῖ τά πάντα». «Τό βράδυ λέει ἡ καρδιά λόγια, ἀλλά τά ξεχνῶ τό πρωΐ, μόνον μένει ἡ ἀγαλλίαση».
.                             Αὐτό τό Φῶς ἔχει λευκό χρῶμα πρός τό κυανοῦν – ἀνοικτό μώβ. «Ἀκόμη καί τά νύχια τοῦ σώματος εἶναι μέσα στό Φῶς». «Εἶναι χωρίς ὅριο, πῶς νά σοῦ πῶ, δέν εἶναι ὅσο εἶναι ὁ οὐρανός, εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο… Δέν βρίσκεις ὅριο. Εἶναι γαλάζιο καί λίγο πρός τό μώβ, ἀνοικτό μώβ ὅμως, πολύ ἀνοικτό μώβ. Δέν τά βλέπω, δέν βλέπω τίποτε, μέ τόν νοῦ, μέ τήν καρδιά τά βλέπω». Ἡ γνώση πού δίνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο κατά τήν ἐμπειρία εἶναι σάν μιά καρφίτσα, καί, ὅμως, ὅταν διηγῆται κανείς αὐτήν τήν ἐμπειρία, τό κάνει μέ πολλά λόγια.
.                             Βλέπει τούς δαίμονες οἱ ὁποῖοι μυρίζουν – βρωμᾶνε. Μόλις, ὅμως, ἐπικαλεσθῆ τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, τήν εἰκόνα τοῦ ὁποίου ἔχει πάνω ἀπό τό κρεββάτι της, ἀμέσως φεύγουν.
.                             «Ὅταν ἔρχωνται οἱ δαίμονες σέ πιάνει ταραχή, ἐμετό σοῦ ‘ρχεται νά κάνης, ἀπ’ τήν βρώμα. Δέν ἔχουν τίποτε καλό πάνω τους. Τέρατα. Ἐγώ μιλάω στόν Ἀρχάγγελο, χαϊδεύω τήν εἰκόνα του καί τοῦ λέω: τί στέκεις; Καί παίρνει τήν σπαθάρα του καί τούς διώχνει». Σέ ἐρώτησή μας γιά τό πῶς εἶναι ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀπάντησε ὅτι εἶναι «θηρίο», πανύψηλος, ὅτι τήν προστατεύει πάρα πολύ καί ὅτι ἔχει ἐπικοινωνία μαζί του πολλά χρόνια, ἀπό τό 1960.
.                             Μοῦ εἶπε: «Σέ βλέπω σάν παιδί μου καί θεωρῶ τόν ἑαυτό μου ὡς μάνα σου». Τῆς εἶπα ὅτι αἰσθανόμουν καί ἐγώ τό ἴδιο μαζί της.
.                             Μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἔχει δύναμη καί τήν προστατεύει. Μιά φορά ἄκουσε ἕνα ἀεροπλάνο πού πετοῦσε πάνω ἀπό τό χωριό της καί βογγοῦσαν οἱ μηχανές τους. Τότε κοίταξε στήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τοῦ εἶπε: «Τί κάθεσαι ἐδῶ καί φυλᾶς ἐμένα; Πήγαινε ἐκεῖ στόν πιλότο πού ἔχει ἀνάγκη». Ἀμέσως αἰσθάνθηκε νά φεύγη ἀπό τήν εἰκόνα μιά δύναμη, νά γίνεται ἕνας θόρυβος καί ἀμέσως νά σταματᾶ ὁ θόρυβος τοῦ ἀεροπλάνου. Τήν ἄλλη μέρα διάβασαν στίς ἐφημερίδες ὅτι διορθώθηκε ἡ μηχανή τοῦ ἀεροπλάνου κατά τήν πτήση καί δέν ἔπεσε.
.                             Σέ ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες κάναμε γιά τό τί εἶναι ὁ Θεός, εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι βλέπει κανείς μέσα στό Φῶς τόν Χριστό, ἀλλά τόν Πατέρα δέν Τόν βλέπει, γιατί ἐκεῖ ὑπάρχει πολύ Φῶς. Δέν κάθονται σέ θρόνους ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός ὅπως παρουσιάζεται σέ μιά εἰκόνα, γιατί εἶναι μέσα στό Φῶς. Καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Φῶς καί κινεῖται συνεχῶς καί κάνει μιά βοή: «Ὁ Χριστός φαίνεται καί ἔχει τά αἵματα, ἐπειδή ὁ κόσμος Τόν εἶπε πλάνο καί μάγο. Δέν ἦταν πλάνος καί μάγος, ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν φαίνεται καθόλου, γυρίζει ὅλο τόν κόσμο πάνω ἀπό τήν κεφαλή μας, μέ βοή, ἀλλά δέν τήν ἀκούει κανένας». «Ἀλλά πρέπει νά ἀκοῦμε καί ἐμεῖς τό Ἅγιον Πνεῦμα, γιά νά γίνουμε καί ἐμεῖς σωστοί. Γι’ αὐτό γυρίζει ὅλο τόν κόσμο. Ὁ Μέγας Θεός δέν φαίνεται». «Καί εἶναι πάρα πολύ καλός. Ἀγάπη. Καί τούς ἁμαρτωλούς τούς ἀγαπάει καί τούς λυπᾶται κιόλας. Καί τούς ἀφήνει, τούς ἀφήνει, νά πέσουν σέ μετάνοια. Καί ὅταν πέσουν σέ μετάνοια, ὕστερα τούς ἀγαπάει πιό πολύ ἀπό τούς ἄλλους. Πιό πολύ ἀγαπάει τούς μετανοοῦντες».
.                              Ἐπίσης, μοῦ περιέγραψε τό μέγεθος τοῦ σώματος τῶν ἁγίων, ὅπως τοῦ ἁγίου Στεφάνου, τῆς ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας, τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τῆς ἁγίας Μαρίνας κλπ., ἀκόμη δέ περιέγραψε καί τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.
.                             Ψάλαμε τό «Φῶς ἱλαρόν» καί τό ἐξαποστειλάριο «Φῶς ὁ Πατήρ, Φῶς ὁ Λόγος, Φῶς καί τό Ἅγιον Πνεῦμα».
.                             Εἶπε γιά τό ἔργο τῶν Ἀρχιερέων:
.                             «Ἐσεῖς εἶστε οἱ βοσκοί πού τραβᾶτε τό κοπάδι, δίνετε τό παράδειγμα στό κοπάδι, σᾶς ἀκοῦνε καί μετανοοῦν. Ἐγώ δέν θέλω καθόλου τά κουτσομπολιά, τήν κατάκριση. Μετάνοια γιά μένα καί προσευχή γιά τούς ἄλλους νά τούς δίνη ὁ Θεός μετάνοια, ὄχι κατάκριση». «Οἱ ποιμένες εἶναι κεφαλές, πού παραδόθηκαν στόν Θεό. Δέν μποροῦν νά ἀφήσουν τόν Θεό καί νά κοιτᾶνε ἀλλοῦ».
.                             Ἀλλά καί γιά τούς ἀλλόθρησκους εἶπε: «Τούς ἀλλόθρησκους δέν θά τούς σώση ἡ πίστη τους, ἀλλά οἱ πράξεις τους».
.                             Στό τηλέφωνο μετά ἀπό 12 ἡμέρες, δηλαδή στίς 25-4-2013, μοῦ εἶπε: «Καί γεννημένο νά σέ εἶχα, δέν ἔμπαινες τόσο στήν καρδιά μου. Νά σέ προστατεύουν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Στήν ἀρχή φοβόμουν πού θά σέ συναντήσω, ἐπειδή εἶσαι Δεσπότης. Ἀλλά μετά κατάλαβα ὅτι εἶσαι πιό ἁπλός ἀπό μένα … Σοῦ φιλῶ καί τά δυό σου χέρια γονατιστή».
.                             Νά σημειωθῆ ὅτι ἐκείνη τήν ἡμέρα συνάντησα καί δύο ἄλλους ἁγίους Γέροντες, μακαριστούς τώρα, ἤτοι τόν ἐρημίτη π. Θεόδωρο (Νεῖλο) καί τόν π. Ἀναστάσιο Κουδουμιανό, καί μόλις ἐπέστρεψα στήν Ναύπακτο ἔγραψα ἕνα κείμενο μέ τίτλο «Σημαντική συνάντηση μέ τρεῖς εὐλογημένους ἀνθρώπους στήν Κρήτη», τό ὁποῖο εἶναι ἀκόμη ἀνέκδοτο.

2. Τμήματα ἀπό τίς ἐπιστολές της

.                             Ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία μοῦ ἔστειλε ἐννέα ἐπιστολές, οἱ ὁποῖες εἶναι ἰδιόχειρες, καί φυσικά τίς ἀπέστειλα καί ἀντίστοιχες ἀπαντήσεις. Πρόκειται γιά μιά θεολογική ἀλληλογραφία μαζί της, πού ἐπεκτείνεται σέ 35 σελίδες μεγάλου μεγέθους, ἡ ὁποία κάποτε θά δημοσιευθῆ, γιατί δείχνει ὅλη τήν ἐσωτερική της κατάσταση καί ὅτι ζοῦσε ἔντονα τόσο τήν ἡσυχαστική ζωή, ὅσο καί τίς ἀποκαλυπτικές ἐμπειρίες πού εἶχε.
.                             Στήν συνέχεια θά δημοσιευθοῦν μερικά τμήματα ἀπό ἐπιστολές της, ἤτοι τήν πρώτη καί τήν τελευταία.
.                             Ἡ πρώτη ἰδιόχειρη ἐπιστολή της ἐστάλη τό Ψυχοσάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014, καί ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ψυχοσάββατον 22 Φεβρουαρίου 2014
.                             Εἰς τό ὄνομα τοῦ ΠΑΤΡΟΣ καί τοῦ ΥΙΟΥ καί τοῦ Ἁγίου ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
.                             Ἅγιε Δέσποτά μου, Σεβαστέ καί Πολυαγαπητέ μου, Πάτερ ΙΕΡΟΘΕΕ.
.                             Τήν εὐχή σου ζητῶ, παιδί μου. Στά γόνατα πεσμένη προσκυνῶ τήν ἁγιωσύνη σου, φιλῶ τά χεράκια σου. Συγνώμη πού σέ λέω παιδί μου. Ἐσύ εἶσαι Μητροπολίτης γεμάτος Πνεῦμα Ἅγιο, ἐγώ εἶμαι μιά γρηά γεμάτη ἁμαρτίες πού μέ ἄφησε ὁ Θεός μέχρι τά γεράματα γιά νά μετανοήσω. Ὅμως, νοιώθω ἀπέραντη μητρική ἀγάπη γιά σένα καί ἀφήνω τήν καρδιά μου ἐλεύθερα νά ἐκφρασθῆ. Εὐχαριστῶ πολύ γιά τίς ἐπισκέψεις σου, γιά τήν εὐλογία σου καί τήν διδασκαλία σου.

Γιά μένα, παιδί μου, νά εὔχεσαι νά μοῦ δώση ὁ Θεός ταπείνωση καί μετάνοια. Γι᾿ αὐτό μ᾿ ἔχει ὁ Θεός ἐδῶ ἀκόμα. Ἀλήθεια ποιό Θεό ἔχομε; Ἐμένα θά ἔπρεπε νά μοῦ δίδει νερό νά πίνω ἀπό τούς βόθρους τῆς Ν. Ὑόρκης γιατί τοῦ χωριοῦ μου καθαροί εἶναι οἱ βόθροι. Καί ὅμως μέ φροντίζει καί κάθε μέρα βλέπω τήν προστασία του καί τήν ἀγάπη του. Σάν νά εἶναι ἕνα μικρό παιδάκι καί τό στέλνω στίς παραγγελιές. Μόλις τοῦ ζητήσω κάτι ἀμέσως μοῦ τό στέλνει. Καμιά φορά καθυστερεῖ ἀλλά δέν ἀνησυχῶ, γιατί ξέρω πώς θάρθη. Νά εὔχεσαι νά ἀποκτήσω τήν Ἁγία μετάνοια καί πολλή εὐγνωμοσύνη στόν Θεό.
Τίς νύχτες καμιά φορά κάθομαι καί σκέφτομαι, εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά κάθεται σέ θρόνους καί σέ καρέκλες; Ὅταν, ὅμως, πονῶ γιά τίς ἁμαρτίες μου λέω: Πατέρα Ἐπουράνιε συχώρεσέ με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου Ἐλέησέ με. Ἅγιον Πνεῦμα μου, φώτισέ με. Καί τότε ἔρχεται ἡ ἀπάντηση ἀπό ἄλλο τόπο, ὄχι ἀπό τήν κεφαλή πού εἶναι τρέλλες καί φαντασίες ἀλλά ἀπό τήν καρδιά πού τήν ὁδηγεῖ ὁ Θεός πού εἶναι γεμάτη Θεϊκά μηνύματα. Ὅλο τό σύμπαν δέν εἶναι οὔτε ἕνα μικρό μπαλάκι στά Ἅγια χέρια Του. Ὁ Νοῦς δέν χωράει καί γλώσσα δέν τά ἐκφράζει. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος. Ἄπλετον γαλαζόλευκο φῶς τῆς δόξας του. Ἕνα μόνο μποροῦμε νά ποῦμε. Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΕΟΣ εἶναι Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ. Καί γεμίζει τόν ἄνθρωπο μέ τό φῶς τῆς ἀγάπης Του ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά νύχια καί δέν ξέρεις ἀπό ποῦ βλέπεις. Νοιώθω σκουλήκι μετά καί κλαίω γιά τίς ἁμαρτίες μου. Ἀγαπῶ ὅλο τόν κόσμο καί τόν ἑαυτόν μου μισῶ. Μόνο τά Σωματικά μάτια τῶν Ἁγίων βλέπουν. Στούς ἁμαρτωλούς σάν καί μένα τό μηχάνημα τῆς καρδιᾶς γιά νά μᾶς γλυκάνη καί νά μετανοήσωμε. Σᾶς ἐξομολογοῦμαι γιά νά μήν ἔχετε ἄλλη ἐντύπωση γιά τόν ἑαυτό μου. Πόσο καλός εἶναι ὁ Θεός πού καί τά πιό τιποτένια πλάσματά Του σάν ἐμένα νά τούς καλοπιάνη στήν μετάνοια.
.                             Εὔχομαι, Σεβασμιώτατε, νά ὑπάρχη μέσα σου πάντοτε αὐτό τό φῶς γιά νά καθοδηγῆς τόν ἀποστάτη κόσμο καί μένα στήν Φωτεινή Βασιλεία τοῦ ΘΕΟΥ.
.                             Ἀσπάζομαι καί τά δυό σου χέρια καί ζητῶ τήν εὐχή σου.
.                             Μέ ἀπέραντο Σεβασμό καί ἀγάπη
Γερόντισσα Γαλάτεια».

.                             Θά χρειάζονταν πολλές σελίδες γιά νά ἀναλυθῆ αὐτή ἡ θαυμάσια ἐπιστολή, στήν ὁποία φαίνεται ἡ μετάνοιά της καί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτή, μέσα ἀπό τό μηχανάκι τῆς καρδιᾶς, ἀφοῦ τότε ὅλες οἱ αἰσθήσεις γίνονται μία αἴσθηση καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαπορθμεύεται σέ ὅλο τό σῶμα καί τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται πραγματικό μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.
.                             Ἄλλες ἐπιστολές τελείωνε μέ τήν φράση: «Μέ ἀπέραντο σεβασμό καί μητρική ἀγάπη».

.                             Ἡ τελευταία ἐπιστολή της, καί αὐτή ἰδιόχειρη, μοῦ ἀπεστάλη στίς 11 Σεπτεμβρίου 2015, καί μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει:
.                             «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
11-9-2015
.                             Πάτερ Ἱερόθεε, Ἅγιε Δέσποτα τῆς Ἐκκλησίας.
.                             Τήν εὐχή σου ζητῶ.
.                             Ἤθελα νά ἐπικοινωνήσουμε, νά σοῦ ἀνοίξω τήν καρδιά μου. Νοιώθω πώς μέ καταλαβαίνεις καί δέν θά σκανδαλισθεῖς, σ’ ὅλους τούς ἄλλους σιωπῶ γιά νά μή δημιουργοῦνται πλάνες ἐντυπώσεις γιά μένα. Παρά τά γεράματά μου μ’ ἔχει ἀκόμα ὁ Θεός καί ζῶ. Χίλιες δόξες νά ‘χει τό ὄνομά Του. Περιμένει τήν μετάνοιά μου. Δέν θέλω νά λέω ὅτι εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτωλή, γιατί πολλοί τό λένε καί κρύβουν τό μεγαλύτερο ἐγωϊσμό. Ἐγώ τό νοιώθω, παιδί μου. Μέσα στά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, πού ὁ νοῦς δέν χωρεῖ καί γλώσσα δέν διηγᾶται, ἐγώ νοιώθω χειρότερη ἀπό κοπρηά. Νοιώθω πώς ἔχω κάμει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ταυτίζομαι μέ ὅλο τόν ἁμαρτωλόν κόσμον. Κλαίω καί ζητῶ ἔλεος ἀλλά ὁ Πανάγαθος Θεός μέ λυπᾶται καί μοῦ στέλνει καρδιακές παρηγοριές πού ὁ νοῦς δέν χωρεῖ. Τόσο καλός εἶναι ὁ Θεός μας. Ἔχω φοβερούς πόνους ἀλλά μοῦ δίνει δύναμη καί ἀντέχω.
.                             Τώρα τελευταῖα νοιώθω πώς ἔρχονται συμφορές. Δέν μιλάω, ὅμως. Λέω μόνο γιά μετάνοια καί ἐπιστροφή στό Θεό. Μοῦ φαίνεται, παιδί μου, πώς γιά τίς βρωμιές μας θά μᾶς δικάσουν τά ζῶα. Εἶναι καί οἱ ἐκτρώσεις καί οἱ βλαστημιές. Δέν ἀκούγεται καί ἀπό τούς κληρικούς πολύς λόγος γιά μετάνοια ἀλλά δέν θέλω νά κρίνω. Μετά τήν ἀναμπουμπούλα ἔρχεται γαλήνη. Μεγάλη δόξα τῆς ὀρθοδοξίας. Ἐσύ, ἅγιε Δέσποτά μου, … …
.                             Νά εὔχεσαι καί γιά μένα νά ἔχω καλό τέλος καί καλή ἀπολογία. Ἐξασθενεῖ ἡ μνήμη μου ἀλλά νά μήν ἐξασθενεῖ ποτέ ἡ καρδιά μου. Αὐτή πού γίνεται βαθειά σάν τό πηγάδι πού δέν ἔχει πάτο καί γνωρίζη τό Θεό. Σέ φιλῶ μητρικά σάν τήν μάνα σου καί τήν γιαγιά σου
φιλῶ τά χεράκια καί  ζητῶ τήν εὐχή σου
μέ σεβασμό καί ἀγάπη
γερόντισσα Γαλάτεια».

.                             Καί στήν ἐπιστολή αὐτή φαίνεται ἡ μεγάλη αὐτομεμψία της καί ὅπου ὑπάρχει αὐτομεμψία ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά ἀντέξη καμμία πλάνη καί δαιμονική ἐνέργεια. Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία κάνει σαφέστατα τήν διάκριση μεταξύ τῆς ἐγκεφαλικῆς μνήμης καί τῆς καρδιακῆς μνήμης, πού τό βλέπουμε διάχυτα σέ ὅλη τήν φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.                             Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία εἶχε ὀρθόδοξη καρδιά καί ἀγαποῦσε ὅλους, καθώς ἐπίσης συλλάμβανε πολλά μηνύματα καί ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ὅσο ἐπιθυμοῦσε τήν ἀφάνεια, τόσο τήν φανέρωνε ὁ Θεός.
.                             Εἶναι ἐκπληκτικός ἕνας λόγος της γιά τήν νοερά προσευχή, τόν ὁποῖον εἶπε σέ κάποιον ἐπισκέπτη της πού τήν ρώτησε σχετικά: «Γιαγιά, ἀκοῦμε τόν πνευματικό μας καμμιά φορά νά κάνη λόγο γιά νοερά προσευχή. Τί εἶναι αὐτό;».
.                             Γερόντισσα Γαλακτία: «Φλόγα εἶναι, παιδί μου. Φλόγα μέσα στήν καρδιά. Ἀκοίμητη. Γυρίζει γύρου γύρου (κυκλικά) καί μουρμουρίζει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ… Δέν προκάνει νά πέσι πράμα κακό ἐκιά μέσα, γιατί τό καίει… Σοῦ δείχνει ἐκειόνα τό φαναράκι πόσο γλυκός εἶναι ὁ Παράδεισος καί πόσο ἁμαρτωλός εἶναι ἐκειόσας πού τό νοιώθει… Σοῦ δείχνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐμεῖς μηδέν! Γι’ αὐτό ἔχεις χαρά καί λύπη. Χαρά γιά τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί πόνο ἀβάσταχτο γιά τίς ἁμαρτίες σου. Ἐλπίζεις ὅμως, γιατί θωρεῖς ποιός εἶναι ὁ Χριστός… Ὅποιος τό ζήσει αὐτό καί καυχηθεῖ, δέν εἶναι πράμα… τοπάκι εἶναι στά πόδια τῶν κακῶν (δαιμόνων)… Λέω τοῦ π. Ἀντωνίου νά μή σᾶς μιλᾶ γι’ αὐτά. Γιά τίς ἁμαρτίες νά λέη, γιά μετάνοια νά λέη καί νά λέτε ἥσυχα, ἥσυχα τό ὄνομά Του, τοῦ Χριστοῦ (Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με). Ἐδᾶ, παιδί μου, ζοῦνε οἱ ἄνθρωποι στσί ὑπονόμους… οὔτε κἄν πάνω στήν γῆ… οὔτε χοῖροι δέν πᾶνε ὀμπρός τος. Ποῦ νά καταλάβουνε ἀπό τέτοιους ἥλιους…».
.                             Αὐτός εἶναι ἕνας ἐμπειρικός ὁρισμός γιά τήν νοερά προσευχή, ὅπως τήν ζοῦσε ἡ ἴδια.
.                             Στήν Γερόντισσα Γαλακτία δέν πρόσεχα τόσο πολύ στά ὅσα ἔλεγε γιά διάφορα γεγονότα πού θά συμβοῦν, ἀλλά μέ ἐνθουσίαζε πολύ ἡ βαθύτατη μετάνοιά της, ἡ αὐτομεμψία της, ἡ ταπείνωσή της, ἡ νοερά προσευχή στήν καρδιά της, ἡ διάκριση μεταξύ νοῦ καί λογικῆς. Ἐπίσης μέ ἐντυπωσίαζε ἡ διάκριση πού ἔκανε μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, δηλαδή ἤξερε νά ξεχωρίζη ποιό εἶναι τό ἄκτιστο καί ποιό εἶναι τό κτιστό, ποιό εἶναι τό θεϊκό καί ποιό εἶναι τό δαιμονικό καί αὐτό εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
.                             Σέ μιά ἀπό τίς ἐπιστολές της μοῦ ἔγραφε: «Νά εὔχεσαι, παιδί μου. Ἔχω πέσει πολύ. Νοιώθω ὅτι λίγος χρόνος μοῦ ἀπομένει νά ζήσω ἀκόμη ἐδῶ. Ὅμως ὁ τριαδικός Θεός πού μᾶς καλεῖ κοντά Του εἶναι αἰώνιος. Ξεχνῶ λίγο ἀλλά ἡ κεφαλή τῆς καρδιᾶς δέν ξεχνᾶ. Δέν ξεχνῶ καί σένα, Ἅγιε ἀρχιερέα τοῦ Χριστοῦ, μή μέ ξεχάσης καί ἐσύ, παιδί μου, καί τώρα καί ὅταν θά φύγω γιά τόν οὐρανό.
μέ πολύ σεβασμό καί μητρική ἀγάπη γερόντισσα Γαλάτεια».

.                             Εἶναι ἐκπληκτικός ὁ λόγος της γιά τήν «κεφαλή τῆς καρδιᾶς», πού δείχνει ἕναν ἄνθρωπο πού γνωρίζει πῶς λειτουργεῖ αὐτό τό «μηχανάκι τῆς καρδιᾶς», μέσα ἀπό τήν ὁποία ὁ νοῦς ἀνάγεται στήν θεωρία.
.                             Καί σέ ἄλλη ἐπιστολή ἔγραφε:  «Δῶσε μου καί σύ τήν εὐχή σου νά ἔχω καλό τέλος, ἀγάπη ἀχόρταγη στό Χριστό, νά ἀγαπῶ ὅλα Του τά πλάσματα καί νά μισῶ μόνο τόν ἑαυτό μου τόν ἁμαρτωλό. Καί νά βρῶ ἕνα μικρό μικρό τοπαλάκι στήν Βασιλεία Του, ἀλλά νά βλέπω τό φῶς τοῦ προσώπου Του καί νά χαίρομαι. Νά μετανοήσω, παιδί μου. Φιλῶ καί πάλι τά χεράκια σου καί ζητῶ τήν εὐχή σου.
μέ σεβασμό καί μητρική ἀγάπη γερόντισσα Γαλάτεια».
.                             Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, ὅπως τήν γνώρισα, εἶχε «ἀγάπη ἀχόρταγη στόν Χριστό», συνδυασμένη μέ μεγάλη αὐτομεμψία, πού δείχνει γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα, γι’ αὐτό ὁ Θεός θά τῆς ἔδωσε αὐτό πού ποθοῦσε, «νά βλέπη τό φῶς τοῦ προσώπου Του».
.                             Ὅταν πληροφορήθηκα τήν κοίμησή της, ἔγραψα στόν π. Ἀντώνιο: «Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία ἄνοιξε τά μάτια της στήν αἰωνιότητα καί δέν θά τά κλείση ποτέ. Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν Ἁγίων εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων, ἀμήν». Νά ἔχουμε τήν ἁγία εὐχή της.

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ («Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία».)

 

Ὁ Χριστός ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἱεροθέου

.                         Ἐπειδή ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε καί καυτηρίαζε τούς Φαρισαίους καί ἀπεκάλυπτε τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία τους, γι’ αὐτό καί αὐτοί εὕρισκαν διάφορες ἀφορμές γιά νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν συκοφαντήσουν. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι ἔχει δαιμόνιο καί ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» ἐκβάλλει τά δαιμόνια (Ματθ. θ΄, 34). Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι εἶναι πλάνος (πρβλ. Ματθ. κζ΄, 63 – 64, Ἰω. ζ΄, 12) καί πλανᾶ τούς ἀνθρώπους καί πολλά ἄλλα.
.                         Μεταξύ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν πού ἀπηύθυναν στόν Χριστό ἦταν καί ἕνας λόγος πού καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν» (Λουκ. ζ΄, 34). Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγαν, δέν εἶναι ὅπως τόν νομίζει ὁ λαός, ἀλλά εἶναι φάγος καί οἰνοπότης, τρώει καί πίνει καί εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
.                         Ὁ Χριστός πήγαινε στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων πού τόν καλοῦσαν, ἀλλά δέν ἔτρωγε καί δέν ἔπινε, ὅπως τό κατηγοροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Ἄλλωστε, τό ξέρουμε ἀπό τήν συζήτηση πού ἔκανε μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ Μαθητές «ραββί, φάγε», ἐκεῖνος εἶπε «ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ΄, 31-34).
.                         Ἑπομένως, δέν ἴσχυε αὐτό πού τόν κατηγοροῦσαν, ἀλλά ἐπειδή οἱ Φαρισαῖοι ἀπομονώνονταν ἀπό τόν λαό, ὁ Χριστός πήγαινε μαζί μέ τόν λαό καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καί στόν γάμο τῆς Κανά, γι’ αὐτό τόν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶναι «φάγος καί οἰνοπότης».
.                         Ἐπίσης, ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός «εἶναι φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν», πού ἦταν μεγάλοι ἁμαρτωλοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς φοροεισπράκτορες, καί ἁμαρτωλοί. Ἀλλά τελικά αὐτή ἡ συκοφαντία τήν ὁποία ἔλεγαν γιά τόν Χριστό, εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι, δηλαδή, εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅτι ἀγαπᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς τελῶνες καί τίς πόρνες.
.                         Στά ἱερά Εὐαγγέλια βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, καταδικάζει τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονταν ὡς εὐσεβεῖς καί βεβαίως ἀγαποῦσε πάρα πολύ τούς τελῶνες. Εἶναι ὁ Ζακχαῖος πού μετανόησε καί σέ ὅσους ἀδίκησε τούς τά ἐπέστρεψε παρά πάνω. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἦταν τελώνης καί ἔγινε Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι διάφορες ἄλλες ἁμαρτωλές γυναῖκες στίς ὁποῖες ὁ Χριστός ἔδειξε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς.
.                         Μάλιστα, ὁ Χριστός ἔλεγε στούς Φαρισαίους, ὁμιλώντας γιά διάφορα θέματα, ὅτι «οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄, 31), δηλαδή οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες πού ἐσεῖς κατηγορεῖτε, θά προηγηθοῦν ἀπό σᾶς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                         Θά ἀναφερθοῦν δύο γεγονότα, πού φανερώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Τό πρῶτο γεγονός ἔχει σχέση μέ τήν πόρνη γυναίκα, τῆς ὁποίας συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες καί τό δεύτερο γεγονός ἀναφέρεται σέ μιά μοιχαλίδα γυναίκα, τήν ὁποία παρουσίασαν οἱ Φαρισαῖοι, προκειμένου ὁ Χριστός νά δώση ἐντολή νά τήν λιθοβολήσουν, ὅπως προέβλεπε ὁ νόμος.

1. Ὁ Χριστός καί ἡ πόρνη γυναίκα
.                         Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν πόρνη γυναίκα τῆς ὁποίας συγχώρησε τίς ἁμαρτίες (Λουκ. ζ΄, 36-50). Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις στά Εὐαγγέλια πού γυναῖκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ δείπνου, πλησίασαν τόν Χριστό καί τοῦ ἔριξαν μύρα στά πόδια Του καί ἔπειτα τά καθάρισαν μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο καί τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο. Ὁ Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του ἦταν στό σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶχε θεραπευθῆ ἀπό τόν Χριστό, καί Τόν εἶχε προσκαλέσει στό τραπέζι. Ἐκεῖ πλησίασε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ γυναίκα δέν φαίνεται ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός, ἀλλά προσῆλθε στόν Χριστό καί ἄλειψε τήν κεφαλή Του μέ μύρο.
.                         Ὅταν οἱ ἄλλοι διαμαρτυρήθηκαν ὅτι τό χρηματικό ποσό πού χρειάστηκε γιά νά ἀγοραστῆ τό μύρο, θά μποροῦσε νά δοθῆ στούς φτωχούς, τότε ὁ Χριστός τούς εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε μιά καλή πράξη, γιατί ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή Του. Ἄλλωστε, τούς πτωχούς θά τούς ἔχουν πάντοτε, Ἐκεῖνον, ὅμως, δέν θά τόν ἔχουν. Ἦταν μιά μυροφόρα πρίν τίς μυροφόρες (Ματθ. κστ΄, 6-13). Αὐτό τό περιστατικό δέν ἀναφέρεται σέ πόρνη γυναίκα.
.                         Τό δεύτερο περιστατικό περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὅταν ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν Λάζαρο, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, τοῦ ἔκαναν ἕνα δεῖπνο καί ὁ Λάζαρος ἦταν δίπλα στόν Χριστό καί ἡ Μάρθα διακονοῦσε. Τότε ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πῆρε τό πιό ἀκριβό ἄρωμα καί ἄλειψε ἀπό εὐγνωμοσύνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό σπίτι γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν σπατάλη, ἐπειδή τά χρήματα θά μποροῦσαν νά δοθοῦν στούς πτωχούς καί ὁ Χριστός ἀπάντησε ὅτι αὐτό τό ἔκανε γιά τήν ἡμέρα τό ἐνταφιασμοῦ Του. (Ἰω. ιβ΄, 1- 8). Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά ἁμαρτωλή γυναίκα.
.                         Τό τρίτο περιστατικό μέ τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς ἁμαρτωλούς, στήν πόρνη γυναίκα, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς τελῶνες, στούς ἀλλοεθνεῖς. Εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο πού θά μποροῦσαν νά τό διαβάσουν οἱ ἐθνικοί γιά νά δοῦν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχει τό περιστατικό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν πόρνη γυναίκα καί συνέβη ὄχι πρίν τό Πάθος Του, ὅπως ἔγιναν τά ἄλλα δύο πού ἀνέφερα, δηλαδή τό μέν πρῶτο στά Ἱεροσόλυμα, τό δέ δεύτερο στήν Βηθανία, ἀλλά αὐτό τό περιστατικό ἔγινε σχεδόν στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του στήν πόλη Καπερναούμ.
.                         Κάποιος πού ἦταν Φαρισαῖος παρεκάλεσε τόν Χριστό νά πάη στό σπίτι του νά τοῦ κάνη ἕνα δεῖπνο καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίθηκε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του:
«Κάποιος Φαρισαῖος προσκάλεσε τόν Ἰησοῦ σέ γεῦμα. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί κάθισε στό τραπέζι. Στήν πόλη ἦταν κάποια ἁμαρτωλή γυναίκα· ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς γευματίζει στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια του καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της· τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο» (Λουκ. ζ΄, 36-38).
.                         Εἶναι ἕνα πολύ ὡραῖο περιστατικό πού δίνει μιά εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐκφραστική. Λέγει ὅτι ὁ Χριστός «εἰσελθών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη». Τότε δέν εἶχαν τραπέζι καί καρέκλες, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά ὡς τραπέζι εἶχαν ἕναν σοφρά, ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Ἔτσι ἦταν καθήμενοι, λίγο γυριστοί πρός τά ἀριστερά γιά νά τρῶνε μέ τό δεξιό χέρι. Καί καθώς κάθονταν μέ τόν τρόπο αὐτό, τά πόδια τους ἐξεῖχαν λίγο πρός τά ἔξω. Ὁπότε αὐτή ἡ γυναίκα πῆγε πίσω ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τά ἄλειψε μέ μύρο.
.                         Εἶναι, δηλαδή, μιά κίνηση, χωρίς φωνή, δέν εἶπε τίποτα αὐτή ἡ γυναίκα, ἦταν μιά κίνηση τοῦ σώματος, μιά μή λεκτική πράξη καί μή λεκτική ἐνέργεια. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε τρεῖς πράξεις.
.                         Πρῶτα ἄρχισε νά κλαίη καί μέ τά δάκρυά της ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆έν ἔχουμε ἁπλῶς ἕνα δάκρυ, δέν ἔχουμε μιά συγκίνηση, ἔχουμε πάρα πολλά δάκρυα τά ὁποῖα ἔπεφταν ἐπάνω στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆εύτερον, σφούγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Αὐτό ἦταν πάρα πολύ ταπεινωτικό γιά μιά γυναίκα. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό νά παρουσιάζεται μιά γυναίκα νά ἔχη ξέπλεκα τά μαλλιά της καί μέ αὐτά νά σκουπίζη τά πόδια ἑνός ἀνθρώπου, αὐτό ἐθεωρεῖτο μιά πολύ ταπεινωτική πράξη. Ἔτσι, ἔβρεξε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά δάκρυά της, ὄχι μέ νερό, μετά τά καθάρισε μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πιό κάτω, ὅταν διαμαρτυρήθηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ἄλλοι συνδαιτυμόνες, εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε δέν σταμάτησε νά μοῦ φιλάη τά πόδια. Ἔπλυνε, λοιπόν, τά πόδια μέ τά δάκρυά της, τά καθάρισε, τά φιλοῦσε, τά ἀσπαζόταν. Καί τρίτον ἔριξε τό μύρο στά πόδια καί γέμισε ὅλος ὁ οἶκος ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου.
.                         Τότε ὁ Φαρισαῖος πού τόν κάλεσε στό τραπέζι εἶπε μέσα του ὅτι, ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν Προφήτης θά γνώριζε τί εἴδους γυναίκα εἶναι αὐτή πού τόν ἀγγίζει καί δέν θά τό ἐπέτρεπε. Ὁ Χριστός εἶδε αὐτές τίς σκέψεις τοῦ Φαρισαίου πού τίς ἔκανε μέσα του μυστικά καί τοῦ εἶπε ὅτι αὐτός ὅταν εἰσῆλθε στό σπίτι, δέν τοῦ ἔπλυνε τά πόδια -γιατί τότε βάδιζαν μέσα ἀπό τούς σκονισμένους δρόμους καί τό πρῶτο πού ἔκαναν, ὅταν εἰσέρχονταν στό σπίτι, ἦταν νά πλένουν τά πόδια τοῦ ἐπισκέπτου- ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἔπλυνε τά πόδια μέ τά δάκρυά της· αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα φίλημα, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή δέν σταμάτησε νά φιλᾶ τά πόδια Του· αὐτός δέν ἄλειψε τό κεφάλι Του μέ λάδι, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του. Γι’ αὐτό καί συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της. Καί τότε ὁ Χριστός εἶπε: «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ». Καί εἶπε στήν γυναίκα: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», δηλαδή συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου.
.                         Ἡ γυναίκα αὐτή δέν εἶπε τίποτα στόν Χριστό, δέν ζήτησε ἀπό τόν Χριστό ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά μέ ὅλη τήν στάση της καί τήν ὅλη ἐνέργειά της αὐτό ἔδειχνε, ὅτι ζητοῦσε συγγνώμη ἀπό τόν Χριστό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἄρα εἶχε μιά ἀγάπη πού ἐκφράστηκε μέ ὅλες αὐτές τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
Καί ὅταν διερωτῶντο οἱ συνδαιτυμόνες, γιά τό ποιός εἶναι Αὐτός πού συγχωρεῖ ἀκόμη καί ἁμαρτίες, ὁ Χριστός γιά νά δείξη ὅτι εἶναι Θεός, εἶπε στήν γυναίκα: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην», δηλαδή σέ ἔσωσε ἡ πίστη σου, νά πορευθῆς μέ εἰρήνη στήν καρδιά σου. Δηλαδή, μιά γνωστή πόρνη τῆς πόλεως Καπερναούμ πιστεύει ὅτι Αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἐκφράζει τήν ἀγάπη της. Ὑπάρχει, λοιπόν, μιά πίστη καί μιά μεγάλη ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν, γι’ αὐτό συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της καί πορεύθηκε μέ εἰρήνη στήν καρδιά της (Λουκ. ζ΄, 39-50).
.                         Θά λέγαμε, τρόπον τινά, ὅτι αὐτή ἡ σκηνή θυμίζει λίγο τήν θεία Λειτουργία. Πηγαίνουμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, χύνουμε τά δάκρυά μας, προσφέρουμε τά δῶρα μας, τά μῦρα μας, ἐκφράζουμε τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί τήν πίστη. Ἐκεῖνος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας καί φεύγουμε ἀπό τόν Ναό ἔχοντας εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας.

2. Ὁ Χριστός καί ἡ μοιχαλίδα γυναίκα

.                         Θά δοῦμε τό δεύτερο περιστατικό πού ὁ Χριστός συγχώρησε τήν μοιχαλίδα γυναίκα.
.                         Εἶναι καταπληκτικό αὐτό τό γεγονός καί ἔγινε, ὅταν ὁ Χριστός στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του εἶχε πάει στά Ἱεροσόλυμα στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας καί τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
.                         Ὁ Χριστός εἶχε μία σκληρή σύγκρουση μέ τούς Ἰουδαίους. Τόν εἶχαν ἀποκαλέσει πλανεμένο, δαιμονισμένο, τόν μισοῦσαν καί ἤθελαν νά Τόν συλλάβουν καί νά Τόν σκοτώσουν. Ἦταν ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.
.                         Τό βράδυ ὁ Χριστός ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό πρωΐ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα. Τότε, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅτι οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι βρῆκαν μιά μοιχαλίδα, ἡ ὁποία δημοσίως εἶχε ἁμαρτήσει. Καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καθόριζε ὅτι ἡ γυναίκα πού ἁμαρτάνει δημοσίως πρέπει νά λιθοβοληθῆ, νά τήν σκοτώνουν. Αὐτό γράφεται στό Λευϊτικό (Λευτ. κ΄, 10) καί στό ∆ευτερονόμιο (∆ευτ. κβ΄, 22). Καί ἐπειδή τόν νόμο τόν ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, καί ἐκεῖνος τόν κατέγραψε, κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν νά φέρουν τόν Χριστό σέ μιά ἀντιπαράθεση μέ τόν Μωσαϊκο Νόμο. Ἦταν μέσα στά σχέδιά τους νά δημιουργήσουν πειρασμό καί νά προκαλέσουν τόν Χριστό.
Ποιό, ὅμως, ἦταν τό πρόβλημα; Τό πρόβλημα ἦταν ὅτι τήν ἔφεραν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπαν: «∆ιδάσκαλε, αὐτήν τήν γυναίκα τήν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά διαπράττη μοιχεία. Ὁ Μωϋσῆς στόν νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολή νά λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες· ἐσύ τί γνώμη ἔχεις; Αὐτό τό ἔλεγαν γιά νά τοῦ στήσουν παγίδα» (Ἰω. η΄, 4-6).
.                         Σέ ποιό σημεῖο φαίνεται αὐτή ἡ παγίδα; Ὁ Χριστός παρουσιαζόταν ἀπό τόν κόσμο ὅτι εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί φιλανθρωπία, καί γι’ αὐτό ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι αὐτός δείχνει ἀγάπη ὄχι σάν τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους πού εἶναι σκληροί. Γι’ αὐτό οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὁδήγησαν αὐτήν τήν γυναίκα στόν Χριστό γιά νά τόν φέρουν σέ ἕνα δίλημμα. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε, βάσει τοῦ νόμου, νά τήν λιθοβολήσουν, τότε θά ἔλεγαν στόν κόσμο ὅτι αὐτός πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τήν σκοτώσουμε, πού σημαίνει εἶναι ὑποκριτής. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη, τότε θά τόν παρουσίαζαν ὅτι εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου τόν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεός, ἄρα δέν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τόν Νόμο πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Παλαιά ∆ιαθήκη Αὐτός νά τόν παραβαίνη; Αὐτή ἦταν ἡ παγίδα, αὐτή ἦταν ἡ πρόκληση τήν ὁποία ἔκαναν στόν Χριστό.
.                         Πῶς ὁ Χριστός ἀντιμετώπισε αὐτό τό θέμα; Ἔσκυψε κάτω καί ἄρχισε νά γράφη στό ἔδαφος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τήν γῆν». Ἐπειδή ἐπέμεναν νά τόν ἐρωτοῦν ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καί εἶπε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰω. η΄, 6-7).
.                         Οἱ ἑρμηνευτές προσπαθοῦν νά ἐντοπίσουν τήν αἰτία τῆς πράξεως αὐτῆς πού ἔκανε ὁ Χριστός. Μερικοί λένε ὅτι ἐνδεχομένως ἦταν μιά στιγμή πού ἤθελε νά τήν ξεπεράση μέ κάποια «ἀδιαφορία». Κάποιος ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι κάτω ἔγραφε τίς ἁμαρτίες πού ἔκαναν αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ὥστε νά τίς βλέπουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐνοχή. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν γυναικῶν μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἁμαρτήσει καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ἄρα καί αὐτοί εἶχαν πέσει στό ἴδιο παράπτωμα. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε αὐτό τό ὁποῖο εἶπε μετά στήν συνέχεια, τό: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν», δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει τέτοιες ἁμαρτίες καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἐντελῶς καθαρό, καί θέλει νά τηρήση τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄς πετάξει πρῶτος τόν λίθο. Εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε: «Ἀρχίστε νά τήν λιθοβολῆτε, ἀλλά θά τήν λιθοβολήση πρῶτος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν ἔχει διαπράξει αὐτές τίς ἁμαρτίες». Αὐτό σήμαινε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἔνοχοι καί ἔφεραν τήν γυναίκα αὐτή γιά νά βάλουν παγίδα στόν Χριστό.
Μετά ἀπό αὐτόν τόν λόγο ἔσκυψε πάλι κάτω καί συνέχισε νά γράφη. Μετά ἀπό λίγο σήκωσε τά βλέμματά του καί εἶχαν φύγει ὅλοι, ἀλλά ἔμεινε μόνο ἡ γυναίκα. Εἶπε τότε στήν γυναίκα: «Γυναίκα, ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου; Κανένας δέν σέ καταδίκασε;». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κανένας, Κύριε». Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Οὔτε ἐγώ σέ καταδικάζω, πήγαινε καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνης πιά» (Ἰω. η΄, 8-11). ∆έν τῆς εἶπε «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», ὅπως εἶπε στήν προηγούμενη γυναίκα πού εἴδαμε, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Ἡ προηγούμενη πόρνη μέ τήν ὅλη ἐνέργεια τήν ὁποία ἔκανε, μέ τήν πράξη τήν ὁποία ἔκανε, μέ τά μῦρα μέ τά ὁποῖα ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔλεγε τίποτα μέ τό στόμα της, ἀλλά ὁλόκληρη μέ τό σῶμα της ἔδειχνε αὐτήν τήν μετάνοια. Ἐδῶ, ὅμως, στήν μοιχαλίδα γυναίκα δέν τό λέγει αὐτό, δέν τῆς εἶπε σέ συγχωρῶ, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».
.                         Ἀμέσως μετά -καί αὐτό εἶναι τό σημαντικό- ἀφοῦ ἔφυγε ἡ γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε πάλι νά λέη ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, η΄, 12). Αὐτός ὁ λόγος εἶναι σημαντικός, γιατί ὑπάρχει μιά συνάρτηση μεταξύ τῶν χωρίων αὐτῶν, δηλαδή δέν μποροῦμε νά διαβάζουμε τά κείμενα ἐντελῶς ξεχωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά πρέπει νά βλέπουμε τό τί προηγήθηκε, τί ἀκολούθησε γιά νά καταλάβουμε τό νόημά τους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό τό περιστατικό μέ τήν μοιχαλίδα γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε νά διακηρύττη ὅτι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ἐκεῖνος πού τόν ἀκολουθεῖ δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός θέλει νά πῆ ὅτι Αὐτός ὡς φῶς τοῦ κόσμου βλέπει τά πάντα καί καθορίζει τά πάντα καί βλέπει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, βλέπει τήν ὑποκρισία τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, βλέπει τί ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού Τόν ἀκολουθοῦν δέν θά περπατοῦν στό σκοτάδι.
.                         Σκοτάδι εἶναι καί οἱ ψυχές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, σκοτάδι εἶναι καί ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἔπεσε σέ αὐτό τό παράπτωμα, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό δέν πρόκειται ποτέ νά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, θά ἔχη σέ ὅλη τήν ζωή του τό φῶς, θά ζῆ μέσα στό φῶς καί δέν θά διαπράττη τέτοια παραπτώματα, τέτοια ἁμαρτήματα, δέν θά πέφτη ἀκόμη καί στήν πνευματική μοιχεία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς.
.                         Ἡ μοιχεία δέν εἶναι μόνο ἕνα σαρκικό ἁμάρτημα, ἀλλά στήν Ἁγία Γραφή ἡ μοιχεία εἶναι καί πνευματικό ἁμάρτημα, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἔφευγε ἀπό τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό καί λάτρευε τά εἴδωλα, διέπραττε πνευματική μοιχεία. Καί ἐμεῖς πού βαπτισθήκαμε καί πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν διαπράττουμε κάποια ἁμαρτία ἤ ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τότε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Θεό καί διαπράττουμε μιά πνευματική μοιχεία. Ὑπάρχει καί σαρκική ἁμαρτία, ἀλλά ὑπάρχει καί πνευματική μοιχεία, ὅταν διασπᾶται ἡ σχέση καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό.
.                         Ἀπό τά προηγούμενα μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ δύο συμπεράσματα.
Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τήν συναντήση. Στήν πρώτη περίπτωση ἦταν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ συνδαιτυμόνες πού κάλεσαν τόν Χριστό στό σπίτι γιά φαγητό καί μιλοῦσαν περιφρονητικά γιά τήν πόρνη γυναίκα πού ἔδειξε τήν ἀγάπη της στόν Χριστό. Καί στό δεύτερο περιστατικό καταδικάζει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στόν Χριστό μιά γυναίκα πού ἔπεσε στήν μοιχεία γιά νά τήν καταδικάση, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἔνοχοι σέ ἄλλα παραπτώματα. Ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία καί μάλιστα τήν ὑποκρισία αὐτῶν οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὅτι εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ.
Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι περιπίπτουν σέ ψυχικά καί σωματικά ἁμαρτήματα. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑποκρισία εἶναι ψυχικά ἁμαρτήματα καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία εἶναι σωματικά ἁμαρτήματα πού γίνονται μέ τήν συγκατάθεση τῆς ψυχῆς.
.                         Συνήθως ὅσοι πέφτουν σέ ψυχικά ἁμαρτήματα εἶναι ὑποκριτές. Ἀντίθετα, ὅσοι πέφτουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί ἔχουν μιά ἐσωτερική εὐαισθησία, συνήθως εἶναι ἄνθρωποι πονεμένοι, βασανισμένοι, ἄνθρωποι πού ἔχουν δοκιμάσει μιά κακή ἀγάπη, βλέπουν μιά διεστραμμένη κατάσταση καί μιά βιαιότητα πού γίνεται ἐπάνω τους ἀπό ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους.
Ἑπομένως, αὐτοί εἶναι πονεμένοι ἄνθρωποι καί αἰσθάνονται ἕναν βιασμό ἐπάνω στήν ὕπαρξή τους, καταστρέφονται τά πάντα καί τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους καί οἱ σκέψεις τους καί τό ὅραμα γιά τήν ζωή κλπ. Εἶναι ἄνθρωποι τραυματισμένοι. Καί ἐπειδή εἶναι στραπατσαρισμένοι, ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε αὐτήν τήν ἔκφραση, γι’ αὐτό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν κάποιον νά τούς δείχνη μιά ἀγάπη ἄλλης φύσεως, ὅπως ὁ Χριστός ἔδειχνε μία ἀγάπη μέ διαφορετικό τρόπο, πού προερχόταν ἀπό τήν καθαρότητά Του, ἀπό τό Φῶς Του, τότε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συγκινοῦνται πάρα πολύ, ξεχωρίζουν αὐτόν ὁ ὁποῖος τούς ἀγαπᾶ πραγματικά καί προσφέρονται ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, θά αἰσθανθοῦμε καθαρά αὐτήν τήν πραγματική ἀγάπη πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας. Πρέπει νά ἀποβάλουμε τήν ὑποκρισία καί νά βλέπουμε τήν ἀλήθεια, τό Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ 1821

Ἐκκλησία καὶ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 

τοῦ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                             Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἦταν ἕνα μεγαλειῶδες γεγονός, πού διαφέρει σαφέστατα ἀπό ἄλλες ἐπαναστάσεις, θά μπορούσαμε νά τήν χαρακτηρίσουμε ὡς «ἁγία ἐπανάσταση», διότι τά ὁράματα τῶν ἀγωνιστῶν, Κληρικῶν καί λοιπῶν, διέφεραν ἀπό τά ὁράματα ἄλλων ἐπαναστατῶν καί ἐπηρεάστηκαν ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                             Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γιά παράδειγμα, στά ἀπομνημονεύματά του γράφει ὅτι τήν πρώτη ἡμέρα τῆς Ἐπαναστάσεως στίς 23 Μαρτίου στήν Καλαμάτα «ὅλοι μέ τάς εἰκόνας ἔκαναν δέησι καί εὐχαριστήσεις, –Μοῦ ἤρχετο τότε νά κλαύσω… ἀπό τήν προθυμίαν ‘ποὺ ἔβλεπα.– Ἱερεῖς ἔκαναν δέησι. Εἰς τόν ποταμόν τῆς Καλαμάτας ἀνασπασθήκαμε καί ἐκινήσαμε». Ἔτσι, ἡ Ἐπανάσταση ἄρχισε στήν Καλαμάτα μέ προσευχή σάν λιτανεία, καί ἔπειτα στήν Μονή τῆς Ἁγίας Λαύρας ὁ Ἐπίσκοπος Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός κήρυξε τήν Ἐπανάσταση.
.                             Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά γίνη κατανοητό ὅτι οἱ Ἕλληνες δέν ἀγωνίσθηκαν γιά τήν ἀτομική τους ἐλευθερία, γιατί ὅσο ἦταν κάτω ἀπό τήν δυναστεία τῶν Τούρκων μποροῦσαν, ἐάν ἀλλαξοπιστοῦσαν, νά ἀποκτήσουν αὐτήν τήν ἀτομική ἐλευθερία, ὡς μιά ἐπιβίωση καί ὡς ἀπόκτηση πλούτου καί ἀξιωμάτων. Ἐπιδίωκαν τήν ἐλευθερία ὅλου τοῦ ρωμαίϊκου βίου, κρατώντας τίς παραδόσεις τοῦ Γένους, ὅπως δείχνουν οἱ Νεομάρτυρες –σημαντικό εἶναι τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ «Τουρκοκρατία»– ἀλλά καί τήν ἐθνική ἐλευθερία, ὅπως φαίνεται στούς λόγους τῶν ἀγωνιστῶν.
.                             Ἔπειτα, ἡ Τουρκοκρατία δέν ἦταν ἡ μόνη δουλεία στήν ὁποία ἔπεσαν οἱ Ρωμηοί, ἀφοῦ προηγήθηκαν καί ἄλλες δουλεῖες, ὅπως ἡ Φραγκοκρατία καί ἡ Ἑνετοκρατία. Ὁπότε, ἡ δουλεία τῶν Ρωμηῶν δέν κράτησε μόνον τετρακόσια χρόνια, ἀλλά πολύ περισσότερα, ἤτοι πεντακόσια χρόνια καί σέ μερικές περιοχές καί ἑξακόσια χρόνια, δηλαδή ἀπό τήν 12 Ἀπριλίου 1204, πού εἶναι ἡ κύρια κατάλυση τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας-Βυζαντίου. Σημαντικά εἶναι τά βιβλία τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ μέ τίτλο «Τό 1204 καί ἡ διαμόρφωση τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ», καί «1204-1922, ἡ διαμόρφωση τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ (Δεύτερος Τόμος)». Ἄλλωστε, οἱ Ὀθωμανοί δέν κυρίευσαν πολλές περιοχές, καί τήν δική μας περιοχή, ἀπό τούς Ρωμηούς, ἀλλά ἀπό τούς Ἑνετούς.
.                             Σέ ὅλο αὐτό τό διάστημα τῆς ξενικῆς δουλείας ἡ Ἐκκλησία μέ ὅλη τήν παράδοσή της, κράτησε τό Γένος μας σέ κατάσταση ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας. Αὐτό ἔχει δικαιωθῆ ἱστορικά. Ἄλλοι λαοί, ὅπως οἱ Ὀρθόδοξοι Ρωμαῖοι στήν Ἰταλία, ὅταν ἔχασαν τήν Ὀρθόδοξη πίστη, συγχρόνως ἔχασαν καί τήν Ἑλληνική παράδοση (γλῶσσα, ἤθη, ἔθιμα) πού ὑπῆρχαν ἀπό τόν 4ο καί 5ο αἰώνα π.Χ., ὅταν στίς περιοχές αὐτές πού χαρακτηρίζονταν Μεγάλη Ἑλλάδα, δίδασκαν μεγάλοι Ἕλληνες φιλόσοφοι καί οἱ κάτοικοι μιλοῦσαν καί σκέπτονταν Ἑλληνικά. Στήν περιοχή μας, ὅμως, διατηρήθηκε ἡ ἑλληνική γλώσσα καί παράδοση, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία κρατοῦσε ἀναμμένο τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί αὐτό ἔκανε τούς Ρωμηούς-Ὀρθοδόξους νά μή ἀλλαξοπιστήσουν, δηλαδή νά μή τουρκέψουν καί νά μή φραγκέψουν.
.                             Πολλές φορές σκέπτομαι τήν δεινή κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιερεῖς σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ἀλλά εἰδικότερα τήν περίοδο πρό καί κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821.
.                             Ὁ Πέτρος Γεωργαντζῆς σέ μιά πρωτότυπη μελέτη του μέ τίτλο «Ἡ Ἐκκλησία κατά τό 1821» δημοσιεύει τόν ἀνέκδοτο κώδικα ἀλληλογραφίας τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας καί Θράκης Ἰγνατίου Σταραβέλου τῆς περιόδου 1821-1830. Πρόκειται γιά σημαντικές ἐπιστολές στίς ὁποῖες φαίνεται ὅλη ἡ τραγική κατάσταση τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
.                             Στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ὁ συγγραφεύς παρουσιάζει τήν τραγική διαφορά μεταξύ τῶν ἀγάδων, πού ἦταν οἱ Ὀθωμανοί κατακτητές, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μόνο δικαιώματα στήν ζωή, τήν τιμή καί τήν περιουσία τῶν ὑποδούλων, καί τῶν ραγιάδων, πού δούλευαν γιά νά ἀπολαμβάνουν οἱ δυνάστες. Μέσα στήν προοπτική αὐτή περιγράφονται τά ἄμεσα χρέη τῶν ραγιάδων πρός τό Τουρκικό δημόσιο, ἤτοι τά «ραγιαλίδικα χρέη» καί τά «ἴδια ἀρχιερατικά χρέη», ὅπως καί τά «ἐπαρχιακά ἐκκλησιαστικά χρέη» καί ἄλλες ὑποχρεώσεις τῶν Ἀρχιερέων πρός τό Τουρκικό δημόσιο, ἀλλά καί τά «πεσχεσλίκα (δῶρα) τῶν ἀρχιερέων πρός τούς Κρατοῦντες». Ἐπίσης, καθορίζονταν καί ἔκτακτες ἀναγκαστικές ὑποχρεώσεις τῶν Ἀρχιερέων πρός τούς Τούρκους.
.                             Οἱ φόροι πού ἔπρεπε νά καταβάλουν ὁ Πατριάρχης καί οἱ Μητροπολίτες-Ἀρχιερεῖς στό Τουρκικό Δημόσιο ἦταν δυσβάστακτοι, γι’ αὐτό γίνονταν πολλές ἀλλαξοπατριαρχίες, μεταθέσεις Ἀρχιερέων, πολλοί Ἀρχιερεῖς ἔπεφταν σέ κατάθλιψη ἤ παραιτοῦντο, ἀφοῦ δέν μποροῦσαν νά ἀνταποκριθοῦν στήν βαρύτατη φορολογία πού τούς ἐπιβαλόταν.
.                             Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό 1818, τρία χρόνια πρίν τήν Ἐπανάσταση, τό χρέος τοῦ Πατριαρχείου στήν σουλτανική Κυβέρνηση ἀνερχόταν σέ 4.000 πουγγιά, δηλαδή 2.000.000 δρχ. καί τῶν Ἐπαρχιῶν σέ 12.000 πουγγιά, δηλαδή 7.000.000 δρχ. Καί αὐτό ἐπιδεινώθηκε μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως.
.                             Ἔτσι, τό νά ἦταν κάποιος Πατριάρχης ἤ Ἀρχιερεύς κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν πραγματικά μαρτύριο, ἐπειδή ἀφ’ ἑνός μέν δέχονταν πιέσεις ἀπό τούς κατακτητές, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἔπρεπε νά φροντίζουν τούς Χριστιανούς, γιά νά παραμένουν πιστοί στίς παραδόσεις τους. Πολλοί Ἀρχιερεῖς παραιτοῦνταν τοῦ θρόνου τους καί ἄλλοι ἔπεφταν σέ μελαγχολία, γιατί δέν μποροῦσαν νά ἀνταποκριθοῦν στά μεγάλα καί δυσβάστακτα οἰκονομικά βάρη.
.                             Ὁ ἴδιος συγγραφεύς (Πέτρος Γεωργαντζής) ἔγραψε ἕνα καταπληκτικό βιβλίο μέ τίτλο «Οἱ Ἀρχιερεῖς καί τό εἰκοσιένα», στό ὁποῖο ὕστερα ἀπό διεξοδικές ἔρευνες στίς πηγές κατέληξε ἀποδεδειγμένα στό συμπέρασμα ὅτι ἀπό τούς 200 Ἀρχιερεῖς πού ὑπῆρχαν τότε σέ ὅλη τήν ἔκταση τοῦ Πατριαρχείου οἱ 73, ποσοστό 36%, ἔλαβαν ἐνεργό μέρος στόν ἀγώνα «ἐπώνυμα καί ἀδιαμφισβήτητα», οἱ 43 Ἀρχιερεῖς, ποσοστό 21%, δοκιμάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, οἱ 45 Ἀρχιερεῖς, ποσοστό 22%, «θυσιάστηκαν γιά τήν ἐλευθερία, εἴτε ἀπό βασανιστήρια καί θανατώσεις τῶν Τούρκων, εἴτε διά πολεμικῆς συρράξεως». Τό συνολικό ποσοστό αὐτῶν πού συμμετεῖχαν ἐνεργῶς στόν ἀγώνα, ἄν ἐξαιρεθοῦν οἱ Ἀρχιερεῖς πού ἦταν σέ ἄλλες περιοχές πού δέν ἔγινε Ἐπανάσταση, ἀνέρχεται στό 80%.
.                             Νά ὑπενθυμίσω τήν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἄρτης Πορφυρίου τοῦ Βιθυνοῦ, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ κείμενο τοῦ Μπάμπη Χαραλαμπόπουλου, μετακινήθηκε δύο φορές ἀπό τήν Ναύπακτο, ἀπό τόν Ἀλῆ Πασᾶ καί τόν Ἰσμαήλ, καί ἐπέστρεψε μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀγωνίσθηκε γιά τήν ἐλευθερία καί ἐκοιμήθη τό 1838.
.                             Πρίν ὁλοκληρώσω αὐτό τό σύντομο κείμενο, στό ὁποῖο φαίνεται σέ γενικές καί συνοπτικές ἐπισημάνσεις ἡ προσφορά τῆς Ἐκκλησίας πρό τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1821 καί μετά ἀπό αὐτόν, θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ στό πολύ σημαντικό βιβλίο τοῦ Κώστα Σαρδελῆ μέ τίτλο «Ὁ θάνατος τῆς Αὐτοκρατορίας». Σέ αὐτό τό βιβλίο φαίνεται ὅλη «ἡ τραγωδία τῆς σκλαβωμένης ρωμηοσύνης», καθώς ἐπίσης, ὅτι, ἐνῶ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ξεκίνησε ὡς οἰκουμενική, τελικά ἔγινε ἑλληνική καί ἔτσι ἐπῆλθε «ὁ θάνατος τῆς Αὐτοκρατορίας», ἀφοῦ τό νέο Ἑλληνικό Κράτος περιορίστηκε στόν Μωριά καί τήν Στερεά Ἑλλάδα, σύμφωνα ἄλλωστε καί μέ τόν ἐθνικισμό πού ἐπηρέασε τόν 19ο αἰώνα τήν Εὐρώπη.
.                             Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου πρίν δύο χρόνια ἄρχισε νά προετοιμάζεται γιά τήν ἐπέτειο τῶν 200 χρόνων ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἔτσι, διοργάνωσε μέχρι τώρα δύο Ἐπιστημονικά Συνέδρια καί καθ’ ὅλο τό ἔτος αὐτό ἔχει προγραμματίσει πολλές ἐκδηλώσεις γιά τήν ἀνάδειξη τῆς προσφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς καί εἰδικῶς στήν Ἐπαρχία μας καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, κατά τήν Ἐπανάσταση καί μετά ἀπό αὐτήν γιά τήν συγκρότηση τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους.
.                             Εὐχή μας εἶναι τό δένδρο τῆς ἐλευθερίας πού ἀρδεύθηκε μέ μεγάλες θυσίες καί πολύ αἷμα νά παράγη καρπούς καί ἐμεῖς οἱ διάδοχοί τους νά ἀποδειχθοῦμε ἄξιοι τῆς αἱματοβαμμένης ἐλευθερίας.

, ,

Σχολιάστε

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟY ΧΡΙΣΤΙΑΝΟY, ΔΙΑ ΤHΣ EΡΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ AΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος))

Ἡ μυστική πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, διά τῆς ἐρήμου, στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

                                  .                      Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στήν ὁποία εἰσήλθαμε, εἶναι μιά περίοδος ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, μέ νηστεία, προσευχή, μετάνοια, ἐγκράτεια καί ὅλα τά μέσα τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.                                   Αὐτή ἡ ἔντονη πνευματική καί ἐσωτερική ζωή διασώζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού γίνεται αὐτή τήν περίοδο καί στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται. Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό βιβλίο Τριώδιο καί συμμετάσχει βιωματικά στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώση ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νά μᾶς δώση τήν αἴσθηση ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
.                                      Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγάπησαν ἰδιαίτερα αὐτήν τήν περίοδο, πού ὁδηγεῖ στό Πάσχα, καί τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, γιατί μέσα σέ αὐτήν τήν περίοδο διακρίνουν τήν ἐσωτερική ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                                       Μέ ἀφορμή τήν εἴσοδό μας σέ αὐτήν τήν περίοδο, θά ἤθελα νά κάνω ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν στήν ἔρημο τῆς ἀπαθείας καί τήν εἴσοδο στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτή τήν πορεία τήν συναντᾶμε στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό νόημα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν πραγματικότητα εἶναι πορεία ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέχρι τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, σέ περίοδο πραγματικῆς ἐρημίας.
.                                   Ὡς βάση θά ἔχω τήν βιογραφία καί τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τήν παρουσίασε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά δοῦμε ἀφ’ ἑνός μέν πῶς ἕνας ἅγιος ἑρμηνεύει ἕναν ἄλλον ἅγιο καί πῶς μέσα ἀπό αὐτήν τήν τήν ἑρμηνεία μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν ἐσωτερική μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                                     Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας τά γεγονότα πού περνᾶμε μέ τήν ὑγιειονομική καί τήν θεολογική κρίση μᾶς ἀποπροσανατολίζουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά αἰσθανθοῦμε αὐτήν τήν ὁρμή τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.                                Εἶναι γνωστόν τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι τό βιβλίο μέ τόν τίτλο «ὁ Γέρων Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» πού ἀργό­τερα, μετά τήν ἁγιο­κατάταξη τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, κυκλο­φόρησε μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης».
.                                     Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας μεγάλος πνευματικός θησαυρός, ἕνας ἀκένω­τος πνευματικός πλοῦτος, μιά ζωντανή παρουσίαση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀπόλυτη μορφή της, μιά ζωντανή «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ὅπως βιώθηκε ἀπό δύο ἁγίους, τόν ἅγιο Σιλουανό, καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρουσιάζει στόν τέλειο βαθμό καί μέ αὐθεντικό τρόπο τήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν συνάντησή τους μέ τόν Χριστό.
.                      Θά καταγραφοῦν δέκα βασικά σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως φαίνεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου μέ τίς θεολογικές διασαφήσεις τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Τά σημεῖα αὐτά πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στήν προοπτική ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μέσα στήν  Ἐκ­κλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίω, μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν ἄσκηση.
.              Οἱ φράσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι λόγοι τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.

1. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τά ἔσχατα δυνατά ὅρια στό κτιστό ὄν»

.                         Ἐάν κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια, πολύ περισσό­τερο αὐτό ἰσχύει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει θεία ἐνέργεια. Ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τόν κόσμο καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός καί ἡ προνοητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.                                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὁ λόγος Του εἶχε μεγάλη ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ὁμιλοῦσε, θεράπευε καί ἀνέσταινε νεκρούς. Ὁ λόγος Του «περιβάλλεται μέ τήν ταπεινή, ἀντιλη­πτή στίς αἰσθήσεις, μορφή τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου, πού μπορεῖ νά δια­τυπωθεῖ ἀκόμη καί γραπτῶς». Παρά ταῦτα ὁ λόγος αὐτός «στό βάθος του, στήν βάση του, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεγάλου Πανδημιουργοῦ Θεοῦ καί μπο­ροῦμε νά ποῦμε γι’ αὐτόν ὅ,τι λέγεται στή Γραφή γιά τόν Θεό, δηλαδή εἶναι “πῦρ καταναλίσκον” καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τόν προσεγγίζει μέ μεγάλη “αἰδώ καί εὐλάβεια” (Ἑβρ. ιβ΄, 29 καί 28)».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο. «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἐγγύς, τόσο καταληπτός καί φυσικός, τόσο βαθιά οἰκεῖος στήν ἀνθρώπινη καρδιά, συγχρόνως ὅμως ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα ἀπείρως τίς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ ὄντος». Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται δεκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ὁδηγεῖ «στήν αἰώνια ζωή ἀπό ἕνα δρόμο πού θά συναντήσει πολλά ἀσυνήθιστα πράγματα, ἄγνωστα σέ ὅσους δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια εἶναι φῶς καί τό φῶς αὐτό «φθάνει ὡς τά ἔσχατα ὅρια τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου καί ἀποκαλύπτει τή φύση πολλῶν φα­σμάτων τῆς ἀληθείας, πού παρα­σύρουν τόν ἄνθρωπο μέσα στό σκοτάδι». Ἔτσι, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, πού δοκιμάζει τό καθετί πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί γενικότερα στόν κόσμο».
.                                             Ἐπίσης, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνεῦμα καί ζωή αἰώνια, πλήρωμα τῆς ἀγάπης καί εὐφροσύνη αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς» καί «ὅταν γίνει δεκτός στή ζωή, ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο θεό».
.                                             Αὐτό πρέπει νά τονίζεται στήν ἀρχή τῆς πορείας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ὅλα γίνονται μέ τήν θεολογική συνέρ­γεια, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεργῶν. Ὅπως ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διά τοῦ λόγου Του, ἔτσι καί ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου  γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου.

2. «Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»

.                                             Ὁ λογισμός εἶναι ἡ ἀρχική πρόταση, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται σέ ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής δίνει μεγάλη σημασία στό νά μή ἐξελιχθῆ ὁ λογι­σμός.
.                                             Ἡ πρώτη μορφή τοῦ λογισμοῦ εἶναι αὐτή πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω «καί εἶναι ἀσαφής, ἀόριστη», εἶναι μιά εἰκόνα καί ὅταν δέν ἐξελιχθῆ καί δέν συνδεθῆ μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἔχουν ἄλλοτε «ἐποπτικό» καί ἄλλοτε «νοητικό» καί πολλές φορές «μικτό» χαρακτῆρα. Οἱ εἰκόνες πού ἑλκύουν μιά σκέψη καί ἔχουν αὐτό τό «μικτό» χαρακτῆρα (εἰκόνες καί νόημα) χαρακτηρίζονται στήν ἀσκητική φρασεολογία ὡς «λογισμός».
.                                             Ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ, ὅταν ὑπάρχη προδιάθεση στό πάθος, «προ­καλεῖ ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς», ἀνάλογα μέ τό πάθος, καί στό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ὁ πειρασμός. Αὐτή εἶναι «ἡ πρό­τα­ση» τῆς ἁμαρτίας, καί ἡ στιγμή αὐτή τῆς ἐμφάνισης τῆς ἡδονῆς «παρότι μαρ­τυρεῖ γιά τήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία». Ἐδῶ πρέπει νά δοθῆ σημασία: ἡ ἐμπλοκή τῆς ἡδονῆς μέ τόν λογισμό πού βρίσκεται ἀκόμη στό στάδιο τῆς «πρότασης» τῆς ἁμαρτίας.
.                                             Στήν συνέχεια αὐτή «ἡ προτεινόμενη ἐμπαθής ἡδονή προσελκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ». Ὅταν ἑνωθῆ ὁ νοῦς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀνα­πτύσσεται περαιτέρω, γιατί παρατη­ρεῖται ἡ «συμπάθεια», ἀκολουθεῖ ὁ «συνδυασμός», πού εἶναι δυνατόν νά ἐξελιχθῆ στήν «ἐνεργητική συγκα­τάθεση». Ἔπειτα, ὅταν αὐξηθῆ ἡ ἡδονή, τότε μπορεῖ νά κυριαρχήση «στό νοῦ καί τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό λέγεται “αἰχμαλωσία”». Ἀμέσως μετά ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου πού αἰχμα­λω­τί­σθηκαν προχωροῦν στήν πραγματοποίηση τῆς ἁμαρ­τίας. Ἄν οἱ αἰχμαλωσίες αὐτές ἐπανα­λαμ­βά­νονται, τότε «ὁδηγοῦν στήν “ἕξη” τοῦ πάθους».
.                                             Παρατηρεῖ κανείς ἐδῶ τίς λεπτές ἀναλύσεις πού γίνονται στήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ σέ συνδυασμό μέ τίς εἰκόνες, τήν φαντασία, τήν ἡδονή, τόν νοῦ, τήν συμπάθεια, τήν συγκατάθεση, οἱ ὁποῖες ἀναλύσεις δείχ­νουν ἕναν ἔμπειρο ἄνθρωπο σέ αὐτόν τόν ἐσωτερικό λεπτό ἀγώνα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή θεολόγο.
.                                             Ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ πού γίνεται ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής πρέπει νά τόν ἀντι­με­τωπίση σέ ὅποιο στάδιο καταλάβη αὐτήν τήν ἐξελικτική του πορεία. Γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἁμαρτία «εἶναι ἀνάγκη νά ἐγκα­τοικήση ὁ νοῦς μέ προσευχή μέσα στήν καρδιά». Πρέπει ὁ ἀσκητής νά κλείνη «τίς εἰσόδους τῆς καρδίας, τοποθετώντας ἐκεῖ ὡς φρουρό τό νοῦ πού ἀπαλλάχθηκε ἀπό φαντασίες καί διαλογισμούς καί εἶναι ὁπλι­σμένος μέ τήν προσευχή καί τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτή εἶναι «ἡ οὐσία τῆς νοερᾶς νήψεως, πού ἔχει ὡς σκοπό τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπάθεια».
.                                             Ἡ ἀνάλυση αὐτή δέν δείχνει μόνον τήν γνώση τῆς ἐξελίξεως τοῦ λογι­σμοῦ, ἀλλά καί τήν γνώση τῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

3. «Ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν»

.                                             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω «ἀπό δαιμονική ἐπή­ρεια», τότε «ὑφίσταται ἧττα στήν καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἐλευθερία του, καί ἔτσι στερεῖται τή θεία ζωή. Μιά τέτοια κατάσταση ὀνο­μάζεται “πάθος” καί γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας». Ἡ στέρηση τῆς θείας ζωῆς εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίζεται πάθος, πού στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῶν ἐνερ­γειῶν τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, τά πάθη δέν ἑρμηνεύονται ἐξωτερικά καί ἠθικιστικά, ἀλλά θεολογικά, εἶναι ὅταν ὁ ἀσκητής ἠττᾶται στήν κίνησή του πρός τό καθ’ ὁμοίωση, δηλαδή στήν θέωση, καί αὐτό σημαίνει ὅτι στερεῖται τήν μετοχή στήν θεία ζωή.
.                                             «Τά πάθη διαθέτουν κάποια ἑλκτική δύναμη». Ἀλλά τό νά ριζωθῆ καί νά στερρεωθῆ μιά ἐμπαθής εἰκόνα καί ἕνας λογισμός στήν ψυχή, «δέν μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτό». Ὅλα τά θέματα καί στήν πάρα φύση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ὑπέρ φύση κατάστασή του προϋποθέτουν τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πρώτη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπίδραση τοῦ δια­βόλου καί τοῦ λογισμοῦ, στήν δεύτερη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Ἔτσι, «ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν». Στόν ἀγώνα αὐτόν παρατηροῦνται δύο στάδια∙ τό πρῶτο στάδιο βρίσκεται στήν ἀποφυγή τῆς ἡδονῆς ἡ ὁποία ὅταν ἀνα­πτύσσεται αἰχμαλωτίζει τόν νοῦ, καί τό δεύτερο στάδιο εἶναι «ὅταν τό ἀνικανοποίητο πάθος ἀρχίζη νά τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο μέ τίς πιό περίεργες ἀσθένειες». Τό πρῶτο θά ἦταν εὔκολο νά ἀντιμετωπιστῆ, ἀλλά τό δεύτερο εἶναι τό πιό δύσκολο, ἐπειδή χρειάζεται «μεγάλη ὑπομονή καί ἐπιμονή», «γιατί τό εὐεργετικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιστάσεως στά πάθη δέν ἔρχεται σύντομα».
.                                             Ἐκτός ἀπό τά πάθη, πού εἶναι ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν καί τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», δηλαδή οἱ διάφορες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι «ἡ διατροφή, ὁ ὕπνος κτλ. πού χωρίς τήν ἱκανοποίησή τους γίνεται ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς». «Γιά ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἀσκη­τής καταφρονεῖ τίς ἀνάγκες αὐτές». Ὅταν, ὅμως, ἀπειλεῖται ἀπό διάφορες ἀσθένειες, «τότε ὁ ἀσκητής ὁρισμένες στιγμές ἀντιστέ­κεται μέχρι θανάτου μέ τήν ἀπόφασή του νά μήν ὑποχωρήσει», καί συνήθως ὁ θάνατος δέν ἔρχεται, γιατί ὁ Θεός τόν διαφυλάσση. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, πού εἶναι «μιά ἀποφασιστικότητα μέχρι θανάτου», ἡ ὁποία «ὁμοιάζει μέ πύρινη φλόγα», τήν ὁποία ὁ ἀσκητής κρατᾶ μέσα στήν ψυχή του «χωρίς νά δείχνει ὁλόκληρη τή δύναμή της».
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη ὅταν ὁ νοῦς του μέ τήν εὐχή κατεβαίνη στήν «βαθεία καρδία» καί μέ τήν καθαρότητα παρίσταται «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», δέχεται τό Θεῖο Φῶς, «ζεῖ τήν αἰώνια ζωή», ὑπερβαίνει τόν φόβο τοῦ θανάτου, γνωρίζει «ἐν Θεῷ τήν πρωτόκτιστη ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου», «καί βλέπει τήν ἀμορφία καί ἀδοξία πού βασιλεύει στόν κόσμο» καί «ἔτσι θρηνεῖ καί ὀδύρεται», ὁπότε ἀνα­πτύσσεται, μέ φυσικό τρόπο, ἡ μετάνοια ὡς χάρισμα.
.                                             Ἡ ὅλη ἀνάπτυξη πού γίνεται στό βιβλίο αὐτό γιά τά πάθη προϋποθέτει μιά μεγάλη πνευματική πείρα τοῦ συγγραφέα στήν γνώση τῶν ἐσωτερικῶν διεργασιῶν, ὄχι μόνον τῶν παθῶν, ἀλλά καί τῆς θεραπείας τους. Πρόκειται γιά μιά πνευματική χειρουρ­γική ἐργασία ὑψηλῆς γνώσεως.

4. «Ἀγώνας ἐναντίον τῆς φαντασίας»

.                                             Ὁ ἀσκητής στόν ἀγώνα του γιά τήν καθαρότητα τοῦ ἐσω­τερικοῦ του κόσμου καί τήν διαφύλαξή της καλεῖται νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τῆς φαντασίας, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού ὅμως ὅταν λειτουργῆ παρά φύση καί δέχεται ἐπι­δράσεις ἀπό τόν ἔξω κόσμο καί ἀπό τόν διάβολο παραμορ­φώνει τήν ἐσωτε­ρική κατάσταση τοῦ ἀσκητοῦ.
.                                             «Ὁ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας εἶναι κόσμος τῶν “φαντα­σμάτων” τῆς ἀλήθειας, κοινός στούς ἀνθρώπους καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους καί γι’ αὐτό ἡ φαντασία γίνεται πολλές φορές ἀγωγός δαιμονικῆς ἐνεργείας». Ἔτσι μέσα ἀπό τήν φαντασία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες καί παραμορφώνουν τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀγωνίζεται ἐναντίον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς φαντα­σίας πού τόν ἀποσποῦν ἀπό τόν Θεό. Κυρίως, παρατη­ροῦνται τέσσερα εἴδη φαντασίας.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν». «Κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του» καί «ἡ ἐνέργεια τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας» πού συνδέεται μέ τό πάθος, «ἀποκτᾶ δύναμη στόν ἄνθρωπο ὅταν ἡ ἐμπαθής εἰκόνα γίνεται ἐσωτερικά δεκτή καί προσελκύει τό νοῦ μέ τό μέρος της». Ὅμως, «ἄν ὁ νοῦς δέν δεχθεῖ αὐτή τήν εἰκόνα, τό πάθος δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει τήν ἐνέργειά του». Ὁ ἀρχάριος μοναχός θεραπεύεται ἀπό αὐτήν τήν φαντασία μέ τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τήν καθοδήγηση ἀπό κατάλληλο πνευμα­τικό ὁδηγό.
.                                             Τό δεύτερο εἶδος τῆς φαντασίας «ὀνομάζεται συνήθως ὀνει­ρο­πόληση-ρεμβασμός». Σέ αὐτήν τήν κατάσταση «ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν πραγμάτων στόν κόσμο καί ζεῖ στήν σφαίρα τῆς φαντασίας». Σέ αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας συγκα­ταλέγεται καί ἡ μέθοδος τοῦ χρι­στιανικοῦ «διαλογισμοῦ», ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μέσα του διάφορες «ἐποπτικές εἰκόνες ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄλλες ἱερές παραστάσεις». Αὐτή εἶναι μιά «φαντασιώδη προ­σευχή» ἀπό τήν ὁποία ἀγωνίζεται νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἡσυχαστής, γιατί διαφο­ρετικά «φθάνει σέ παραισθήσεις καί ψυχικές ἀσθένειες ἤ στήν καλύτερη περίπτωση παραμένει στήν πλάνη περνώντας τή ζωή του σέ φανταστικό κόσμο». «Συνήθως στήν ἐργασία αὐτή καταφεύγουν οἱ ἀρχάριοι ἤ ἄπειροι ἀσκητές». Ἡ ἡσυχαστική ζωή μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν βαθύτατη μετάνοια ἀποκλείει κάθε εἰκόνα καί ρεμβασμό, ὅταν νοῦς καί καρδιά ἑνώνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Τό τρίτο εἶδος τῆς φαντασίας, δηλαδή «τῆς ἐκδηλώσεως τῆς δυνάμεως τῆς φαντασίας», εἶναι ὅταν «ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως καί ἔτσι μπορεῖ νά σκέπτεται, γιά νά βρεῖ τή λύση κάποιου προβλήματος». Αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας «ἔχει μεγίστη σημασία γιά τόν πολιτισμό καί εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο στή δομή τῆς ζωῆς». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού θέλει νά ζήση μέ τήν καθαρά προσευχή ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτῆς καί ἐπιδιώκει νά δώση ὅλη τήν σκέψη του στόν Θεό καί «συγκεντρώνεται πλήρως στόν Θεό».
.                                             Τό τέταρτο εἶδος τῆς φαντασίας «εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύσει στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβει τό Θεῖο κόσμο». Στήν κατάσταση αὐτή ρέπουν ὅσοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία τους, ὅπως τό κάνει καί ἡ φιλοσοφία, γι’ αὐτό καί πολλοί θεολόγοι κατέληξαν σέ αἵρεση. Πρόκειται γι’ αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «θεολογική δημιουργία». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἐπιστήμη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς φαντασίας, γιατί «ξεκινᾶ ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε ἐμᾶς καί ὄχι ἐμεῖς τόν Θεό», «γι’ αὐτό ἀποσπᾶται ἀπό κάθε θεολογική ἤ φιλοσοφική δημιουργία καί στρέφεται πρός τόν Θεό μέ μιά “ἀνείδεη” προσευχή».
.                                             Ἡ  ὅλη ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πολυποίκιλου ἀγῶνος ἐναντίον τῆς φαντα­σίας δείχνει ἕναν πνευματικό ἰατρό πού κάνει λεπτές διαγνώσεις τοῦ ἐσωτε­ρικοῦ κόσμου καί δίνει καί τήν ὀρθή θερα­πεία.

5. «Νοερά ἡσυχία καί καθαρά προσευχή»

.                                             Νοερά ἡσυχία εἶναι ἡ νήψη, ἡ προσοχή γιά νά μή δεχθῆ ὁ ἀσκητής κάποιο λογισμό καί κάποια φαντασία, καί καθαρά προσευχή εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό τόν καθαρό νοῦ, χωρίς νά ὑπάρχη σέ αὐτόν κάποιος λογισμός. Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ ἡ νοερά ἡσυχία εἶναι προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς καί ἀντιστρόφως.
.                                             Ἡ ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς «συμπίπτει μέ τά στάδια τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος» πού ἀκολουθεῖ τρεῖς κινήσεις. Ἡ πρώτη κίνησή του εἶναι «ἡ πρός τά ἔξω κίνη­ση», γιατί θέλει νά παρατηρήση τόν κόσμο πού τόν περιβάλλει καί τόν ἐντυπωσιάζει καί αὐτό γίνεται μέ τήν χρησιμοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Ἡ δεύτερη κίνησή του εἶναι «ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό του», ὅταν σκέπτεται γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μέ τίς αἰσθή­σεις του καί τά ἐπεξεργάζεται λογικά. Ἡ τρίτη κίνησή του εἶναι ἡ κίνηση «πρός τόν Θεό μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο», δηλαδή δοξάζει τόν Θεό «ἐκ καρδίας» γιά ὅλη τήν δημιουργία.
.                                             Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ  προσευχή ἀκολουθεῖ αὐτές τίς τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι προσευχῆς.  Ὁ πρῶτος τρόπος προ­σευχῆς χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «φαντα­σία», ὁ δεύτερος ἀπό τήν «νόη­ση» καί ὁ τρίτος «ἀπό τήν κατάδυση στήν “θεωρία”». Ἡ ἀνάλυση τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων προσευχῆς δείχνει τήν μεγάλη ἀξία τῆς καθαρῆς ἤ νοερᾶς προσευχῆς.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος τῆς προσευχῆς, ὅταν ὁ νοῦς ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί διαχέεται στόν περιβάλλοντα κόσμο καί βεβαίως συνδέεται μέ τήν φαντασία, «κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ διαρκῆ παρα­πλάνηση, στόν κόσμο τῆς φαντασιοκοπίας, τῆς ὀνειρο­πό­λησης» καί «τῆς ποιητικῆς δημιουργίας». Σέ αὐτήν τήν κατά­σταση τό θεῖο καί κάθε πνευματικό «παίρνει διάφορες φαντα­στικές μορ­φές» καί ἔπειτα «ἡ πραγματική ζωή λίγο-πολύ γεμίζει μέ στοιχεῖα ἀπό τή σφαίρα τῆς φαντασίας».
.                                             Κατά τόν δεύτερο τρόπο τῆς προσευχῆς, ἐπειδή «οἱ ἐσωτερικές εἴ­σο­δοι τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ εἶναι ἀνοικτές» «μποροῦν εὔκολα νά διεισδύσουν κάθε εἴδους ξένα στοιχεῖα». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ συνεχῶς ἔκθετος στίς παντός εἴδους ἐξωτερικές ἐπιδράσεις». Στήν κατάσταση αὐτήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἀποκτήσει καί ὁρι­σμέ­­νες θεολογικές γνώσεις, ἱκανοποιεῖται καί «παρασύρεται βα­θμη­δόν πρός τή διανοητική θεολογία». Τό χαρακτηριστικό γνώ­ρισμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσοχή συγκεντρώνεται στόν ἐγκέφαλο καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται «σέ φιλοσοφικές θεωρίες», οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τόν νοῦ του «στή σφαίρα τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί τῆς φαντασίας».
.                                             Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς πού εἶναι «ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά» ποθεῖται ἀπό τόν ἀσκητή καί αὐτή ἡ προσευχή «δίνεται ἄνωθεν» ἀπό τόν Θεό. Αὐτήν τήν ἕνωση νοῦ καί καρδίας τήν  αἰσθάνεται ὁ ἀσκητής «ὅταν προσεύχεται προσεκτικῶς “ἐκ καρδίας”». Ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς ἑνώθηκε μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα τῆς κατανύξεως κατά τήν προσευχή, καί τότε ὁ νοῦς βρῆκε τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς πού εἶναι «τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀναβάσεως πρός τόν Θεό». Τότε διακόπτεται ἡ ἐνέργεια τῆς φαντασίας. Ὁ νοῦς ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε εἰκόνα πού βρίσκεται σέ αὐτόν καί «γίνεται ὅλος ἀκοή καί ὅραση καί βλέπει καί ἀκούει κάθε λογισμό πού πλησιάζει ἀπό ἔξω, προτοῦ αὐτός μπεῖ στήν καρδιά». Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε πάθος.
.                                             Εἶναι ὄντως μεγάλη πνευματική ἐπιστήμη ἡ προσευχή καί ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματική ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τῶν διαφόρων τρόπων τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως ὅταν ἡ προσευχή γίνε­ται μέ ἀνίδεο καί ἀνείδεο τρόπο, δηλαδή χωρίς κάποια ἰδέα καί χωρίς κάποιο εἶδος, καί αὐτή ἡ προσευχή γίνεται ὅταν ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ τήν καρδιά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

6. «Τό ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»

.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι ἡ «θεία ἐνέργεια» «εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Θεό­τητας».
.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς», εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν θεόπτη μέσα στό Φῶς, καί στήν κατάστααη αὐτή «ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο». Δέν εἶναι αἴσθηση λογική, ἀλλά «αἴσθηση νοερή», «αἴσθηση μέ δύναμη ἐξου­σια­στική, πού ἀρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλον κόσμο, ὅμως τόσο γαλήνια, πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τή στιγμή πού τοῦ συνέβη αὐτό καί δέν γνωρίζει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος». Τότε ἀποκτᾶ «συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ἀλλά «συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο πλημμυ­ρισμένος ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα του τόν Ἀόρατο, Τόν ἀναπνέει καί βρίσκεται ὅλος ἐν Αὐτῷ».
.                                             Ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ γίνεται «ἔσωθεν» διά τῆς θεώσεως, γιατί τότε «ὁ ἄνθρωπος μένει στό φῶς καί ἐξομοιώνεται μέ τό φῶς πού βλέπει», «δέν βλέπει καί δέν αἰσθάνεται οὔτε τήν δική του ὑλικότητα οὔτε τήν ὑλικότητα τοῦ κόσμου». Ὁ Θεόπτης «δέν γνωρίζει οὔτε χῶρο οὔτε χρόνο οὔτε γέννηση οὔτε θάνατο οὔτε φῦλο οὔτε ἡλικία οὔτε κοινωνική ἤ ἱεραρχική θέση οὔτε ἄλλες συνθῆκες καί σχέσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου». «Τό Θεῖο Φῶς θεωρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό συνθῆκες, καί στό σκοτάδι τῆς νύχτας καί στό φῶς τῆς ἡμέρας». Μερικές φορές ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός γίνεται μέ τέτοιο τρόπο «ὥστε νά διατηρεῖται ἡ ἀντίληψη καί τοῦ σώματος καί τοῦ γύρω κόσμου». Τότε ὁ ἄνθρωπος «μπορεῖ νά μένει μέ τά μάτια ἀνοικτά καί συγχρόνως νά βλέπει δύο φῶτα, καί τό φυσικό καί τό Θεῖο Φῶς».
.                                             Τό φυσικό φῶς τοῦ ἡλίου ἤ τοῦ ἡλεκτρισμοῦ «προκαλεῖ τή γνωστή διέγερση τοῦ ὀπτικοῦ νεύρου, πού στήν συνέχεια μετα­βαίνει στήν ψυχολογική διαδικασία τῆς ὁράσεως», ἐνῶ «τό Θεῖο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, εἶναι φῶς νοερό, φῶς πνευματικό, φῶς ἀγάπης, φῶς ζωῆς».
.                                             Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ φωτός μπορεῖ νά δοθῆ καί σέ ἄλλες καταστάσεις, ὅπως, γιά παράδειγμα, «καί ἡ πίστη φῶς εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκές. Καί ἡ ἐλπίδα φῶς, ἀλλά ἀκόμη ἀτελές. Καί ἡ ἀγάπη φῶς, ἀλλά πλέον τέλειο». «Τό ἄκτιστο φῶς φέρει μέσα του τήν αἰώνια ζωή καί τήν πνοή τῆς Θείας ἀγάπης, μᾶλλον τό ἴδιο εἶναι καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ Θεία ἀγάπη».
.                                             Ὑπάρχει καί ὁ λεγόμενος «γνόφος τῆς ἀπεκδύσεως» «ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀσκητῆ βυθίζεται ἐσωτερικά», ὅταν «μέ τήν χρήση εἰδικῶν μεθόδων ἀπεκδύεται ἀπό κάθε παράσταση καί φαντασία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τῶν λοιπῶν συλλογισμῶν καί ἐν­νοιῶν, ὅταν “καθηλώνει” τό νοῦ καί τήν φαντασία». Σέ αὐτόν τόν «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως δέν βρίσκεται ἀκόμη ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἐν τῷ Φωτί καί ὡς Φῶς καί εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στό ἄδυτο Φῶς τῆς Θείας ὑπάρξεως» καί τότε καί τό σῶμα του ἀποκτᾶ χάρη μάρτυρος.

.                                             Ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου Φωτός, εἶναι τό χα­­ρα­κτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, πού γίνεται ἀπό ἐκεῖνον πού ἀπέκτησε πείρα τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φω­τός.

7. «Πνευματικές δοκιμασίες»

.                                             Ὅταν ὁ ἀσκητής δῆ τόν Θεό μέσα στό Φῶς, τότε βιώνει τό προ­σωπικό του Πάσχα, καί τήν προσωπική του Πεντηκοστή. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μπορεῖ νά παραμείνη μόνιμα σέ αὐτήν τήν κατά­­σταση, δέχεται μιά «πνευματική δοκιμασία» ἀπό τήν λεγό­μενη «ἄρση τῆς Χάριτος», πράγμα πού τοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερο πόνο. Αὐτή ἡ ἄρση τῆς θείας Χάριτος «διαρκεῖ πολλά χρόνια». Τότε «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ στήν ψυχή ἀνίλεως».
.                                             Τότε ὁ ἄνθρωπος «σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κανένας στε­ναγμός δέν εἰσακούεται. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του». Ὁ ἄνθρωπος «βυθίζεται στήν σκιά τοῦ θανάτου ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά του τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται ἡμέρα καί νύχτα».
.                                             Σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἀσκητοῦ ἀπό τόν Θεό «ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας καί συνεπῶς εἶναι τυφλοί. Ὄχι. Ἡ ψυχή κατεβαίνει ἐκεῖ ἱκανή νά κατανοήσει τό βαθύ σκοτάδι πού ἀντικρύζει».
.                                             Αὐτή ἡ κατάσταση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μεγάλη μετάνοια «ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό μέ μεγάλο θρῆνο, μέ ὅλη τήν δύναμή του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει τήν προσευχή πού τόν ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο αὐτόν σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὅπου ἀκούει ρήματα ἄρρητα γιά ἀνθρώπινη γλώσσα».
.                                             Αὐτές οἱ δοκιμασίες εἶναι ἄλλης καταστάσεως ἀπό τίς συνη­θισμένες δοκιμασίες πού αἰσθάνεται κανείς στόν ἀγώνα του ἐναν­τίον τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας. Εἶναι δοκιμα­σίες ἀπό τήν ἄρση τῆς θείας Χάριτος. «Καί ὅταν ἡ ψυχή περάσει ἀπό ὅλες αὐτές τίς βαρεῖς δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ὅτι δέν ὑπάρχει στό κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ἤ κτίσμα, πού θά μποροῦν νά τήν χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι ἀδυνατεῖ πιά νά καταβροχθίσει τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της».
.                                             Ὁ Θεός ἐπανέρχεται καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἔτσι, τήν πρώτη ὅραση τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἄρση τῆς Χάριτος καί στήν συνέχεια ἐπανέρχεται ὁ Θεός καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἀδιατάρακτη αἴσθηση τῆς παρουσίας Του.
.                                             Στόν ἅγιο Σιλουανό σέ τέτοιες καταστάσεις ἄρσεως τῆς θείας Χάριτος, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό τό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μή ἀπελπίζεσαι». Κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἐκείνη τήν νύκτα πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ἀλήθεια, στήν πραγματικότητα τοῦ ἀποκαλύφθηκε «τό μυστήριο τῆς πτώσεως καί τῆς λυτρώσεως καί ὅλη ἡ πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου».
.                                             Ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς θείας Χά­ριτος γνώρισε τόν ἅδη, τό βαθύ σκοτάδι του, «γνώρισε πραγ­ματικά τήν κατάσταση τῶν βασάνων τοῦ ἅδη», ἀλλά συγχρόνως τοῦ ἀποκαλύφθηκε τό νά μήν ἀπελπίζεται. Ἔτσι, ἔκτοτε κρατοῦσε τόν νοῦ του στόν ἅδη, ἔχοντας ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδίωκε κάθε πειρασμική κατά­σταση.
.                                             Μέ τόν τρόπο αὐτόν «μποροῦσε μέ μιά ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του» νά ἐπαναφέρη μέσα του «τό πραγματικό βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη», «ἄλλοτε σέ μεγαλύτερο καί ἄλλο­τε σέ μικρότερο βαθμό». «Καί ὅταν τό πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τήν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδή φόνευε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στήν παμφάγο ἐνέργειά του τή σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καί ἔφερε μέσα του». «Λίγοι μόνο μποροῦν νά ἀκολουθοῦν τόν τρόπο αὐτόν τῆς ἀσκήσεως».
.                                             Ἡ περιγραφή τῶν πνευματικῶν δοκιμασιῶν τοῦ Θεόπτου ἀσκητή μετά τήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός δείχνει ἕναν θεο­λόγο μεγάλου μεγέθους πού εἶναι δύσκολο νά βρεθοῦν μέτρα προσμετρήσεως τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἐμπει­ρίας καί τῆς ὁρά­σεως τοῦ Φωτός καί τῆς βιώσεως τοῦ ἅδου.

8. « Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση»

.                                             Ὁ ἀσκητής μετά ἀπό μεγάλο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἀλλά καί ἀπό τίς ἐλεύσεις καί τίς ἀποκρύψεις τῆς θείας Χάριτος ἀποκτᾶ τήν λεγόμενη «δογματική συνείδηση». Ὅπως εἶναι κατανοητό ἀπό τά προηγούμενα ἡ «δογματική συνείδηση» δέν εἶναι μιά διανοητική γνώση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλά μιά ἐσω­τερική πνευματική ἐμπει­ρία, πού προσφέρει ὁ Θεός στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός αἰσθάνεται ὅτι ἡ θεία Χάρη ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς εἶναι «ἡ ἀγαθή δωρεά ἤ χάρισμα τῆς Θείας ἀγαθότητος», εἶναι «ἡ ἄκτιστη ὑπερκόσμια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἄκτιστη εἶναι “Θεότητα”». «Ὅταν ἡ Θεό­τητα εὐδοκήσει νά συνενωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μέσα του τήν παρουσία τῆς Θείας δυνά­μεως, πού τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει θεοειδῆ ὄχι μόνον δυνά­μει, “κατ’ εἰκόνα”, ἀλλά καί ἐνεργείᾳ, “καθ’ ὁμοίωσιν”».
.                                             Ἡ ἀφομοίωση τῆς θείας Χάριτος, ὕστερα ἀπό πολλές ἐπι­σκέψεις καί ὁράσεις της, προσφέρει μιά «μορφή πνευματικῆς γνώσεως» καί αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς «δογματική συνείδηση». Αὐτή ἡ «δογματική συνείδηση» «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρόνιας πείρας τῆς Χάριτος καί ὄχι μιά διανοητική ἐργα­σία», εἶναι ἡ πνευματική γνώση πού συνδέεται μέ τήν «γνήσια ἐν τῷ Θεῷ ζωή» πού εἶναι δυνατή μόνο «ὅταν ἐνοικήσει ὁ Θεός μέσα μας».
.                                             Ἔτσι, καταλαβαίνουμε γιά τό ποιά εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορά μετα­ξύ στοχαστοῦ καί θεολόγου, μεταξύ φιλοσοφοῦντος αἱρε­τι­κοῦ καί ἐμπειρικοῦ θεολόγου Πατρός, μεταξύ «στοχαστικῆς ἀνα­λογίας» καί ἡσυχαστικῆς χαρι­σματικῆς θεολογίας, ἀλλά κατα­λα­βαίνουμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολόγησαν καί θεο­λογοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνό­δους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ «δογμα­τική συνείδηση».

9. «Ἡ διορατικότητα καί τά εἴδη της»

.                                             Ὁ ἀσκητής στήν πορεία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας πού ἔρχεται ἀπό τόν ἀγώνα του ἐναντίον τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας καί τῶν παθῶν, ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος. Ἔτσι, «ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικό­τητας».
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «εἶναι ἡ φυσική σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους διαίσθηση, πού ἐκλεπτύνεται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Αὐτό  μπο­ρεῖ νά φανῆ ὠφέλιμο γιά τόν  εὐσεβῆ καί ταπεινό ἄνθρωπο, ἀλλά βλάπτει τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, γιατί τοῦ δίνει ἀφορμές γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά πάθη. Τό δεύτερο εἶδος διορα­τικότητας «προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια» καί εἶναι ἐπι­κίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, «γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, παραμορφώνοντας φοβερά ἀκόμη καί τήν ἐξωτερική του ὄψη». Τό τρίτο εἶδος διορατικότητας εἶναι «δωρεά τῆς χάριτος» πού δέν δίνεται στόν ὑπερήφανο, ἀλλά αὐτό «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευ­ματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε».
.                                             Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας «εἶναι αἰτία βασάνων» καί προκαλοῦν πόνο γιά διαφορετική αἰτία τό καθένα ἀπό αὐτά. Στό πρῶτο, δηλαδή «στή φυσική διαίσθηση» «ὁ πόνος ἐμφα­νίζεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαι­σθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Στό δεύτερο, «ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρα­κτῆρα τῶν δαι­μονικῶν ἐνεργειῶν», πού φανερώνεται ὅταν περάσει πολύς χρόνος. Στό τρίτο, πού εἶναι «ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα» εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ τό ὁποῖο ἀποκα­λύπτονται τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, «δέν ἔχει καθόλου ψυχοπαθολικό χαρακτῆρα» καί «ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πά­θος ἀγάπης». Ὅσοι ἔχουν αὐτό τό χάρισμα «δέν ἐπιδιώκουν ποτέ νά τό διατηρήσουν».
.                                             Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη δωρεά τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν Πατέρων, ὑψηλῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν, ὅπως τούς καταρ­τίζει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν ἁπλανῶς τά πνευματικά τους παιδιά μέσα ἀπό ποικίλες πονηρές καταστάσεις  στήν θέωση καί «τήν ἄνω λαμπροφορία».

10. «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά ὅλο τόν κόσμο» καί «ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς».

.                                             Συνέπεια καί συνέχεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀσκητής πού πέρασε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Βιώνοντας τήν «χριστοειδῆ ἀγάπη», μετέχοντας τῆς αἰωνιότητος στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀλλά καί περνώ­ντας μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες, καί μάλιστα τόν χαρισματικό πόνο τοῦ ἅδου, κατά φυσική συνέπεια ἀρχίζει νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Συνήθως «ἡ προσευχή γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, ὁδηγεῖ πολλές φορές στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν εἰδική ὑπηρεσία πρός τούς ἀνθρώπους», γιατί ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτήν τήν κατάσταση δέν μπορεῖ νά συμβιβάση τήν προσευχή αὐτή μέ τήν ποιμαντική δράση στόν κόσμο, ὁπότε ἀποσύρεται στήν ἔρημο καί προσεύχεται μέρα καί νύκτα στόν Θεό γιά τούς ἀνθρώπους, ζῶν­τες καί κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Τό «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
.                                             Μιά τέτοια προσευχή τόν ὁδηγεῖ καί στήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώ­ρισμα τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος». Ἔτσι, ὁ ἡσυχαστής συμμετέχει στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Αὐτό δείχνει «τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε ὅτι «στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς δόθηκε ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί (Αὐτή)  εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη καί τήν ὑπομονή της». Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐπισημαίνει ὅτι «τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» πού θέλει «νά σωθοῦν οἱ πάντες». «Καί ἡ ὁδός πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά πετύχει τόν ἅγιο σκοπό Της, εἶναι ἡ ὑπομονή, δηλαδή ἡ θυσία».
.                                             Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «καί καλεῖ ὅλους στό πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοοῦν τήν κλήση αὐτή καί τήν ἀπορρίπτουν». Ἔτσι, «ἡ Ἐκκλη­σία στέκεται στή μέση ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων». Ἡ ὀργή πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μέσα τους «ξεσπᾶ ἐναντίον της». «Καί ἡ Ἐκκλησία πού πραγματοποιεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, δηλαδή τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται συνειδητά ἐπάνω της τό βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, ὅπως καί ὁ Χριστός σήκωσε ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου». Ἔτσι, «καί ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναπόφευκτα θά διωχθεῖ καί θά ὑποστῆ τό μαρτύριο». Αὐτό θά γίνη καί μέ τά πραγματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι οἱ ἅγιοι.
.                                             Πρέπει νά περάση κανείς ὅλες τίς προηγούμενες χαρισμα­τικές βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά νά ἀποκτήση αὐτήν τήν καθαρή καί χαρισματική ἀγάπη γιά ὅλο τόν κόσμο καί πρός τούς ἐχθρούς, πράγμα πού δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ θεολόγου καί Πατρός τῆς Ἐκκλη­σίας.
.                                             Τά δέκα αὐτά σημεῖα πού ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, καί γιά τήν ἀνάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, δείχνουν τήν πορεία τοῦ ἀληθινοῦ ἀσκητοῦ καί ἡσυχαστοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ μέ μετριώτερη μορφή καί ἀνάλογη προσαρμογή πρός τήν σωτηρία του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια  εἰσέρχεται μέσα του καί ἀρχίζει νά ἐνεργῆ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργοποιεῖται τό κατ’ εἰκόνα πού εἶναι μέσα του καί στήν συνέχεια ἀνεβαίνει τίς βαθμίδες τοῦ πνευματικοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου.
.                                             Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀπο­καλύπτεται στήν καρδιά, ὁ ἀσκητής καί ὁ Χριστιανός ἀνέρχεται τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἤτοι: μέ τήν νήψη σταματᾶ τήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ· ἀγω­νίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, καί ἐναντίον τῆς φαντασίας· ἀσκεῖ τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καθαρά προσευχή· ἄν ὁ Θεός θελήση ἀνέρχεται στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός· περνᾶ μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς μειώσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης θεοπτικῆς Χάριτος· ἀποκτᾶ τήν δογματική συνείδηση· μέ τό χάρισμα τῆς διορατι­κότητας ξεχωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό· καί στό τέλος προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς τούς ἐχθρούς του.
.                                             Αὐτή εἶναι «ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁδός τῆς ἁγιότητος, αὐτές εἶναι οἱ βαθμίδες πού ἀνεβαίνουν οἱ ἅγιοι. Καί βεβαίως αὐτές τίς βαθμίδες ἀνῆλθε προηγουμένως ὁ ἅγιος Σιλουανός καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Ἔτσι, ὅσα ἀναφέρθησαν προη­γουμένως εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν μιά θεολογική ἀνάλυση τῶν γραπτῶν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί μιά αὐτο­βιογραφία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.
.                                             Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔτσι ἔζησαν τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή, αὐτήν τήν ἔνδοξη πορεία πρός τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν συνέχεια πρός τήν Πεντηκοστή.

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΙ

Οἱ χρησμολόγοι

τοῦ Ν.Ι.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                  Ἀπό τότε πού ἔγινα Κληρικός, πρίν πενήντα χρόνια (τό 1971) καί ἐρχόμουν σέ ἐπικοινωνία μέ διαφόρους Χριστιανούς, ἕνα ἀπό τά θέματα πού ἀντιμετώπιζα ἦταν ἡ χρησμολογία, πού σημαίνει τήν διατύπωση κάποιου χρησμοῦ, κάποιου μελλοντικοῦ γεγονότος, πού δίνεται ἀπό διαφόρους χρησμολόγους.
.                Τήν χρησμολογία τήν ἐξασκοῦσαν συστηματικά οἱ Χιλιαστές (Γιεχωβάδες), οἱ ὁποῖοι ὅριζαν διάφορες ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες θά καταστραφῆ ὁ κόσμος, θά ἑνοποιηθῆ ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό μιά ἑνιαία Κυβέρνηση κλπ. Καί φυσικά συνεχῶς διαψεύδονταν.
.                     Ἡ νοοτροπία τῆς χρησμολογίας ὀργίαζε στήν Ἀμερική μέσα σέ Προτεσταντικούς κύκλους, γιά τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, γιά τό χάραγμα πού θά ἐπιβάλη στούς ἀνθρώπους, καί πολλά ἄλλα, παρερμηνεύοντας χωρία τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Αὐτό τό λέω, γιατί τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως δέν κάνει λόγο μόνο γιά τό χάραγμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά καί γιά τό χάραγμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὅποιος δεχθῆ αὐτό τό χάραγμα, πού εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στόν Χριστό. Πάντως, ἀπό τούς Προτεστάντες τῆς Ἀμερικῆς πέρασαν ὅλες αὐτές οἱ ἀπόψεις καί στήν Ἑλλάδα.
.                       Πέρα ἀπό αὐτό, ὅλα τά χρόνια πού εἶμαι Κληρικός ἄκουσα πολλούς «χρησμολόγους» Κληρικούς καί μοναχούς νά διαδίδουν πολλά και τρομακτικά, δίνοντας πολλές χρονολογίες γεγονότων καί καταστροφές, ὅπως ὅτι θά γίνη πόλεμος, θά μποῦν οἱ Τοῦρκοι στήν Ἑλλάδα, θά πέση πείνα, γι’ αὐτό θά πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά καλλιεργοῦν στά σπίτια τους καί τά χωριά τους διάφορα προϊόντα, ὅτι μᾶς ψεκάζουν μέ τά ἀεροπλάνα καί μᾶς κοιμίζουν, ὅτι θά σταματήση ἡ ἀγορά νά τροφοδοτῆται ἀπό προϊόντα γι’ αὐτό πρέπει νά προμηθευτοῦμε πολλά τρόφιμα στά σπίτια μας, ὅτι μέ τά φάρμακα καί τά ἐμβόλια μᾶς τσιπάρουν ἤ βάζουν μέσα στό σῶμα μας δηλητήρια, ὅτι μᾶς παρακολουθοῦν καί μᾶς φακελώνουν, καί πολλά ἄλλα.
.                      Οἱ χρησμολόγοι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἰδίως ὅταν εἶναι Κληρικοί, σκορποῦν φόβο, πανικό, ἀγωνία στούς ἀνθρώπους, πού χάνουν τόν ὕπνο τους, καταλήγουν σέ ψυχιάτρους καί παίρνουν φάρμακα, αἰσθάνονται γύρω τους ἐχθρούς, πού ἀπειλοῦν τήν ὕπαρξή τους.
.                       Σκεπτόμενος ὅλα αὐτά τά θέματα, προσπαθῶ νά ἐντοπίσω ποῦ εἶναι τό πρόβλημα καί γιατί σέ περιόδους κρίσεως ξεπετάγονται ὅλοι αὐτοί οἱ χρησμολόγοι, οἱ ὁποῖοι τρομοκρατοῦν τούς ἀνθρώπους καί γιατί τελικά, ἰδίως οἱ Χριστιανοί εἶναι ἐπιρρεπεῖς σέ τέτοιες χρησμολογίες;
.                            Φυσικά ὑπάρχουν πολλά τά αἴτια, ἀλλά τό βασικό νομίζω, εἶναι ἡ ἔλλειψη σοβαρῆς θεολογικῆς παιδείας καί ζωῆς. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔπαυσαν νά θεολογοῦν σοβαρά καί περιορίζονται σέ συνθήματα, σέ ψυχοπαθολογικές ἑρμηνεῖες, σέ ἀνασφάλειες, σέ προτεσταντικές ἐπιρροές. Ἀντί νά θεολογοῦν, παραπλανοῦν τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ρωτήσης αὐτούς τούς χρησμολόγους κάποιο θεολογικό θέμα τό ὁποῖο ἀντιμετώπισαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν γνωρίζουν νά ἀπαντήσουν.
.                        Τελικά, οἱ χρησμολόγοι Κληρικοί ἐπενδύουν τίς δικές τους ἀνασφάλειες, τίς ἄγνοιες μέ χρησμούς, μέ ἡμερομηνίες πού ὁ Θεός θά τιμωρήση τούς ἀνθρώπους.Ὅμως, ἡ σοβαρή θεολογική ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀναφύονται στήν κοινωνία δέν εἶναι ἡ χρησμολογία, πού εἶναι μιά τρομολαγνεία, ἀλλά ἡ ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγώνας καί ἡ προσοχή γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, ἡ πίστη στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν λατρεία, τήν θεία Λειτουργία καί τίς Συνοδικές ἀποφάσεις.
.                      Οἱ χρησμολόγοι ὄχι μόνον δέν ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, ἀλλά τούς τρομοκρατοῦν καί τούς ὁδηγοῦν στήν ψυχοπάθεια μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Ν. Ι.
Ἰανουάριος 2021

,

2 Σχόλια

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-2

Ἡ Ἐκκλησία στήν Τουρκοκρατία καί τήν Ἐθνεγερσία
Β´

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-1

3. Ἡ παιδεία

.                          Ἕνας ἀπό τούς οὐσιαστικούς παράγοντας πού συνετέλεσε στήν διατήρηση τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ἦταν καί ἡ παιδεία τήν ὁποία καλλιεργοῦσε ἡ Ἐκκλησία μέ τά Σχολεῖα, ἀμέσως μετά τήν ὑποδούλωση τοῦ Γένους στούς Ὀθωμανούς.
.                          Βεβαίως, στά πρῶτα χρόνια τῆς δουλείας δέν ὑπῆρχε δυνατότητα νά λειτουργήσουν πολλά Σχολεῖα, ἐπειδή οἱ δυσκολίες ἦταν ἀρκετές, ἀλλά καί τότε πού ἐπιτράπηκε ἡ λειτουργία Σχολείων, ἤτοι ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά, ἦταν περιορισμένα.
.                          Ὁ πρῶτος Πατριάρχης τοῦ Γένους, Γεννάδιος Σχολάριος τό 1454 ἵδρυσε τήν Πατριαρχική Σχολή στήν Κωνσταντινούπολη πού ὀνομαζόταν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Ἀργότερα ἡ Σύνοδος πού συγκροτήθηκε στήν Βασιλεύουσα τό 1593 ἐπί πατριαρχείας Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ προέτρεψε τούς Μητροπολίτας νά ἱδρύσουν κατά τόπους Σχολεῖα καί νά ὑποστηρίζουν τήν παιδεία. Συγκεκριμένα: «Ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος ἕκαστον ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἑαυτοῦ παροικοίᾳ φροντίδα καί δαπάνην τήν δυναμένην ποιεῖν, ὥστε τά θεῖα καί ἱερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι· βοηθεῖν δέ κατά δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καί τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐάν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχουσιν».
.                          Ὁ Τρύφων Εὐαγγελίδης στό περισπούδαστο πολυσέλιδο δίτομο ἔργο του μέ τίτλο Ἡ Παιδεία ἐπί Τουρκοκρατίας, καί ὑπότιτλο Ἑλληνικά Σχολεῖα ἀπό τῆς Ἁλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, στήν μέν μακρά εἰσαγωγή ἀναφέρεται στήν παιδεία στό Βυζάντιο καί στήν Τουρκοκρατία μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου, στό δέ κύριο μέρος ἀναγράφει λεπτομερῶς τά Σχολεῖα τά ὁποῖα λειτούργησαν σέ διάφορες περιοχές τοῦ ὑποδούλου Γένους ἀπό τήν ἐποχή τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου (1453-1831).
.                          Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει ὅτι ἡ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή πού ἱδρύθηκε ἀμέσως μετά τήν Ἅλωση ἦταν συνέχεια τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Σχολῆς ἤ Οἰκουμενικοῦ Φροντιστηρίου Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό τήν Σχολή αὐτή βγῆκαν μεγάλες προσωπικότητες πού κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στήν Ἐκκλησία καί τήν τουρκική διοίκηση καί βοήθησαν τό Γένος. Στήν συνέχεια ἱδρύθηκαν καί ἄλλες Σχολές, ὅπως στήν Θεσσαλονίκη, τά Ἰωάννινα, τήν Πάτμο, τήν Ἄρτα, τήν Χίο, τήν Δημητσάνα, τήν Βέροια, τήν Σμύρνη, τήν Κύπρο, τήν Τραπεζοῦντα, τήν Ἀδριανούπολη, τήν Κοζάνη, τήν Ἀθήνα, τήν Ρόδο καί ἀλλοῦ
.                          Τά Σχολεῖα τά ὁποῖα λειτουργοῦσαν ἦταν δύο εἰδῶν, ἤτοι τά κοινά καί τά ἀνώτερα. Τά κοινά Σχολεῖα λειτουργοῦσαν στά Μητροπολιτικά Μέγαρα τῶν πόλεων ἤ στούς Ἱερούς Ναούς τῶν κωμοπόλεων καί τίς παρακείμενες Ἱερές Μονές. Ὡς ἀναγνωστικά χρησιμοποιοῦσαν διάφορα ἐκκλησιαστικά βιβλία, ὅπως τήν Ὀκτώηχο, τόν Ἀπόστολο, τό Ψαλτήριο, τό Ὡρολόγιο. Τά παιδιά συνήθως κάθονταν στήν ψάθα ἤ στόν τάπητα τοῦ δαπέδου, μάλιστα δέ ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους Γ. Γεννάδιος εἰσήγαγε πρῶτος τά θρανία στήν Βλαχία. Ἐπίσης χρησιμοποιοῦσαν τήν ἀρίθμηση, τήν λογαριθμητική κλπ. Τά ἀνώτερα Σχολεῖα εἶχαν διάφορα ὀνόματα, ὅπως Ἀκαδημία, Λύκειον, Μουσεῖον, Ἑλληνομουσεῖον, Παιδαγωγεῖον, Φροντιστήριον, Ὁμακόϊον, Γυμνάσιον, Σχολεῖον, Σχολή. Σημαντική εἶναι ἡ καταγραφή καί ἡ περιγραφή τήν ὁποία κάνει ὁ συγγραφεύς κατά περιοχές ἐντός τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου καί γενικότερα τοῦ βαλκανικοῦ.
.                          Ὁ Gerhard Podskalsky στό μνημονευθέν ὀγκῶδες σύγγραμμά του, Ἡ ἑλληνική θεολογία ἐπί Τουρκοκρατίας, πού ἀναφέρεται στήν θεολογία κατά τήν Τουρκοκρατία, καί μάλιστα στά κεφάλαια «Τά νέα ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα καί τυπογραφεῖα ὡς στοιχεῖο μετεξέλιξης», «Προσήλωση στήν παράδοση. Ἡ ἑλληνική θεολογία 1455-1581», «Ὁ θρησκευτικός ἀνθρωπισμός. Προσπάθεια συνδιαλλαγῆς μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως 1581-1629», «Ἡ ἀντιπαράθεση μέ τόν Διαφωτισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιστρέφει στίς δικές της πηγές 1727-1821», παρουσιάζει ἀνάγλυφα καί διεξοδικά ἕνα «πανόραμα» τῆς ὅλης πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς ἀτμόσφαιρας τῆς Ρωμηοσύνης κατά τήν Τουρκοκρατία, στήν ὁποία σημαντικό ρόλο διεδραμάτισε ἡ Ἐκκλησία μέ τά σημαίνοντα μέλη της, Κληρικούς καί λαϊκούς. Φυσικά δέν εἶναι ὁ χῶρος κατάλληλος γιά νά δοθοῦν μερικά παραδείγματα καί νά ἐκτεθοῦν τά βασικά συμπεράσματα τῆς μελέτης αὐτῆς.
.                          Ὁ Βασίλειος Ἀρβανίτης στό βιβλίο του μέ τίτλο Ἡ Ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλληνοπαίδων ἐπί Τουρκοκρατίας, μέ συνοπτικό τρόπο περιγράφει τίς ἕδρες τῶν Σχολείων, τούς διδάξαντες διδασκάλους, τήν μέθοδο διδασκαλίας τους καί τήν ὕλη τῶν μαθημάτων σέ διάφορες περιοχές τοῦ ὑπόδουλου Γένους.
.                          Ἀξιόλογη εἶναι ἡ προσφορά καί τοῦ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ πού ἀναφέρεται στήν Παιδεία πού ἀναπτύχθηκε κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἀπό τόν 15ο αἰώνα καί μετά καί τήν καταγραφή συγκεκριμένων διδασκάλων καί Σχολῶν.
.                          Εἶναι σημαντικό, ὅπως σημειώνει ὁ Θεοχάρης Προβατάκης σέ σχετική μελέτη του, ὅτι ἀπό τόν 17ο αἰώνα στούς νάρθηκες τῶν Ἱερῶν Ναῶν ζωγραφίζονται οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ὅπως ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλούταρχος, ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Ὅμηρος, ὁ Πυθαγόρας, κλπ. οἱ περισσότεροι μέ φωτοστέφανο καί ἀνοικτό εἰλητάριο, ἀκόμη καί ὁ Ἀριστοφάνης. Καί αὐτό γίνεται ὄχι μόνον στούς Ναούς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ἀλλά ὁλοκλήρου τῆς Βαλκανικῆς.
.                          Τήν ἤδη ὑπάρχουσα παιδεία ἐπηρέασαν καί οἱ νέες ἰδέες πού εἶχαν ἀναπτυχθῆ στήν Δύση καί μέ ἀργούς ρυθμούς εἰσέρχονταν καί στήν τουρκοκρατούμενη ἑλληνική περιοχή. Μεταξύ τῶν Κληρικῶν πού δίδασκαν στά Σχολεῖα, μπορεῖ νά συναντήση κανείς τρεῖς τάσεις. Τήν πρώτη τήν ἐξέφραζαν οἱ φιλελεύθεροι Κληρικοί, πού ἀπεδέχθησαν πλήρως τίς διαφωτιστικές ἰδέες, ἀπορρίπτοντας τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Τήν δεύτερη τήν ἐξέφραζαν οἱ συντηρητικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν τίς νέες αὐτές ἰδέες γιά νά παραμείνουν στήν παλαιά φιλοσοφία καί κοσμοθεωρία. Καί τήν τρίτη τάση ἐξέφραζαν οἱ πατερικοί Κληρικοί, στούς ὁποίους συγκαταλέγονταν ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης καί οἱ φιλοκαλικοί Πατέρες, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν τήν ἰσορροπία, ἀφοῦ ἔκαναν λόγο γιά τήν διπλῆ γνωσιολογική μέθοδο καί ἀναφέρονταν στήν γνώση πού προέρχεται ἀπό τόν νοῦ καί τήν γνώση πού προέρχεται ἀπό τήν λογική.
.                          Ὑπῆρξαν βέβαια περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἔγιναν διώξεις ἐναντίον Κληρικῶν, αὐτό δέν ὀφειλόταν ἁπλῶς στήν ἔλλειψη σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας τους, ἀλλά στό γεγονός ὅτι μαζί μέ τίς νέες ἰδέες μετέφεραν καί τήν ἀθεΐα. Γιά παράδειγμα, τό 1721 ἀφορίσθηκε ὁ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης, «γιατί κατηγορήθηκε γιά ἀντιτριαδικές τάσεις». Ἀργότερα τό Πατριαρχεῖο τόν ἀθώωσε καί τόν ἀποκατέστησε. Ὁ Θεόφιλος Καΐρης καταδικάστηκε γιά τήν θρησκεία τήν ὁποία δημιούργησε, τήν λεγόμενη «Θεοσέβεια», ἡ ὁποία ἀπέρριπτε τήν χριστιανική πίστη, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τόν ἐπήνεσε γιά τήν προσφορά του στό Γένος. Ἀκόμη, οἱ Ἐγκύκλιοι τοῦ Πατριαρχείου ἐναντίον τῶν «καινοφανῶν διδασκαλιῶν», ὀφειλόταν στό ὅτι ὁ Σεΐχης τοῦ Ἰσλάμ μέ φετφά, λόγῳ τοῦ ἀραβικοῦ φανατισμοῦ, ἀπέρριψε «τά βιβλία τῆς ἀστρονομίας ἱστορίας καί φιλοσοφίας». Τό Πατριαρχεῖο ζώντας σέ αὐτό τό Κράτος δέν μποροῦσε νά ἐνεργήση διαφορετικά.
.                          Πάντως, ἡ Ἐκκλησία κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἀνέπτυξε τήν Παιδεία, ἄλλοτε κρυφά καί ἄλλοτε φανερά. Ἐδῶ ἐντάσσεται καί τό λεγόμενο «Κρυφό Σχολειό».
.                          Ἐπειδή κατά καιρούς δημιουργεῖται μιά ἀμφισβήτηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος καί θεωρεῖται ὅτι τό Κρυφό Σχολειό εἶναι ἕνας μύθος πού πρέπει νά ἀπαλειφθῆ ἀπό τήν ἱστορία πού διδάσκονται τά παιδιά στά Σχολεῖα, θά πρέπη νά γίνουν μερικές ἐπισημάνσεις.
.                          Κατ’ ἀρχάς κάθε γεγονός τό ὁποῖο εἶναι θρύλος, δηλαδή κάθε τί πού παραμένει στήν μνήμη τοῦ λαοῦ καί ἐπιδεικνύονται οἱ τόποι στούς ὁποίους πραγματοποιήθηκε, δέν εἶναι μύθος, ἀφοῦ οἱ θρύλοι κατά κανόνα παραπέμπουν σέ ἕνα ἱστορικό γεγονός. Ἔπειτα, κάθε μύθος δέν εἶναι καί ἀπόβλητος, ἀλλά εἶναι ἕνα στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ μυθολογία ἐμπεριέχεται στόν πολιτισμό τοῦ κάθε λαοῦ. Γιά παράδειγμα, ἐάν θελήσουμε νά ἀφαιρέσουμε ἀπό τήν διδασκαλία τῆς ἱστορίας τούς μύθους τοῦ Αἰσώπου, τά ἔργα τοῦ Ὁμήρου, τήν Θεογονία τοῦ Ἠσιόδου κλπ., τότε ἀποβάλλουμε ἕνα πολύ μεγάλο τμῆμα τῆς παραδόσεώς μας. Ἄλλωστε, οἱ μύθοι συνήθως ἐκφράζουν μιά ἀλήθεια.
.                          Ἐπί πλέον, τό λεγόμενο Κρυφό Σχολειό ἑρμηνεύεται ὡς συμπληρωματική διδασκαλία πού γινόταν στήν ἐλεγχόμενη ἀπό τό Ὀθωμανικό Κράτος, κατά διαστήματα καί καιρούς, ἐπιτρεπόμενη παιδεία. Ἐννοῶ ὅτι καί σέ μέρη που ἐπιτρεπόταν ἡ λειτουργία τῶν Σχολείων, καί ὁπωσδήποτε ἐλεγχόταν ἡ ὕλη τήν ὁποία διδάσκονταν τά παιδιά, ἡ ἐπίσημη διδασκαλία συμπληρωνόταν εἴτε ἀπό τήν οἰκογένεια εἴτε ἀπό τούς Κληρικούς καί μοναχούς στούς ὁποίους προσέφευγαν τά παιδιά.
.                          Πέρα ἀπό τούς θρύλους καί τίς παραδόσεις, ἀλλά καί ἀπό τό ποίημα τοῦ Ἰωάννη Πολέμη καί τόν γνωστό πίνακα τοῦ Νικολάου Γκύζη μέ περιεχόμενο τό Κρυφό Σχολειό, πού παραπέμπουν σέ πραγματικά γεγονότα, ὑπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες πού φανερώνουν ὅτι πράγματι λειτουργοῦσαν μερικά ὑποτυπώδη Σχολεῖα μέ διάφορες μορφές, πού ἄλλοτε προσέφεραν στοιχειώδη παιδεία στόν λαό, ὅταν δέν ὑπῆρχαν ἐπίσημα Σχολεῖα, καί ἄλλοτε συμπλήρωναν τήν παιδεία πού δέχονταν στά ἐπιτρεπόμενα ἀλλά καί ἐλεγχόμενα τότε Σχολεῖα. Δύο τέτοιες μαρτυρίες θά ἀναφέρω.
.                          Ἡ πρώτη προέρχεται ἀπό τόν Charles Tuckermann (Τάρκεμαν), πρῶτο ἀμερικανό Πρόξενο στήν Ἀθήνα, στό βιβλίο του Οἱ Ἕλληνες τῆς σήμερον. Ὁ ἀμερικανός αὐτός διπλωμάτης παρουσιάζει τήν προφορική παράδοση τήν ὁποία εἶχε ἀκούσει ἀπό συνομιλητές του στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα καί τήν καταγράφει. Ἀφοῦ ἐκθέτει τό γνωστό ποίημα «φεγγαράκι μου λαμπρό / φέγγε μου νά περπατῶ / νά πηγαίνω στό σχολειό / νά μαθαίνω γράμματα / τοῦ Θεοῦ τά πράμματα», στήν συνέχεια γράφει: «Τοιοῦτον περίπου ἦτο τό ᾆσμα, ὅπερ ἐτραγώδουν οἱ Ἑλληνόπαιδες, πορευόμενοι ἐν καιρῷ νυκτός εἰς τό σχολεῖον ἐπί τουρκοκρατίας. Τό ᾆσμα τοῦτο εἶναι γνωστόν εἰς πάντα Ἕλληνα νῦν ὡς καί πρότερον, καί οἱ πατέρες,  δεικνύοντες εἰς τά τέκνα των τήν σελήνην, ἐπαναλαμβάνουσι τούς στίχους τούτους, ἀφηγούμενοι αὐτοῖς πόσον τοῖς ἐχρησίμευσεν αὕτη κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Μή ἐπιθυμοῦντες, ἔστω καί κατ’ ἐλάχιστον, νά ἐρεθίσωσι τούς δεσπότας αὐτῶν δυναμένους νά παρακωλύσωσιν τάς πρός ἰδίας παίδευσιν προσπαθείας των, οἱ παῖδες οὐχί δέ σπανίως καί αὐτοί οἱ πατέρες, ἐφοίτων διά νυκτός καί κρύφα εἰς τήν οἰκίαν τοῦ διδασκάλου, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τάς σπουδάς των».
.                          Ἡ δεύτερη μαρτυρία προέρχεται ἀπό τόν Γάλλο συγγραφέα René Puaux (Πηώ), ὁ ὁποῖος περιόδευσε τήν Ἤπειρο τό 1913, ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τόν ἑλληνικό στρατό καί συνομίλησε μέ ἕλληνες Ἠπειρῶτες, οἱ ὁποῖοι τοῦ διηγήθηκαν ἱστορίες ἀπό τήν ζωή τους, κατά τήν διάρκεια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Μεταξύ τῶν ἄλλων περιγράφει μιά συνάντηση σέ ἕνα σαλόνι μέ τόν δάσκαλο, τήν δασκάλα καί μερικούς μαθητές. Γράφει: «Τήν ὥρα πού γυρόφερνε, σύμφωνα μέ τό ἔθιμο, ὁ δίσκος μέ τά γλυκά, κουβεντιάζω μέ τούς ἐκπαιδευτικούς. Ἡ περιγραφή τῶν προσπαθειῶν τους νά συντηρήσουν τήν ἑλληνική ἰδέα κάτω ἀπό τουρκική ἐξουσία, προσπάθειες πού τίς περιγράφαν ἁπλά, σάν νά ἦταν γιά κάτι τελείως φυσικό, ἀποκάλυπταν χαρακτηριστικά ἀξιοθαύμαστα. Θά μποροῦσε κανείς νά ἀφιερώσει ἕνα ὡραῖο κεφάλαιο στό σῶμα τῶν Ἑλλήνων δασκάλων τῆς Ἠπείρου πού, ἀντιμετωπίζοντας τόσες ἀντιξοότητες καί ταπεινώσεις, δέν ἔπαυαν γι᾿ αὐτό νά προχωροῦν τό πατριωτικό τους ἔργο. Κανένα ἑλληνικό βιβλίο δέν γινόταν δεκτό, ἄν εἶχε τυπωθεῖ στήν Ἀθήνα. Ἔπρεπε ὅλα νά ἔλθουν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Ἔτσι, ἔκαναν συμπληρωματικές μυστικές παραδόσεις, ὅπου χωρίς βιβλίο, χωρίς τετράδιο, ὁ μικρός Ἠπειρώτης μάθαινε νά γνωρίζει τήν πατρίδα μητέρα του, τόν ἐθνικό του ὕμνο, τά ποιήματα καί τούς ἥρωές του. Οἱ μαθητές κρατοῦσαν στά χέρια τους τήν ζωή τῶν δασκάλων τους. Ἕνας λόγος ἀστόχαστος ἤ μιά καταγγελία θά ἦταν μοιραία. Δέ μᾶς συγκινοῦν αὐτά τά διακόσια ἀγοράκια καί τά διακόσια πενήντα κοριτσάκια πού ἀποδέχονταν τίς ὥρες τῆς συμπληρωματικῆς διδασκαλίας –σέ ἡλικία, ὅπου τά παιδιά τόσο ἀγαποῦν τά διαλείμματα– γιά νά μιλήσουν γιά τήν Ἑλλάδα, κι ὕστερα γύριζαν στό σπίτι τους μέ σφραγισμένα τά χείλη καί μέ τό μυστικό ἐνθουσιασμό στήν καρδιά τους;».
.                          Μιά παρόμοια πληροφορία μοῦ ἔδωσε ὁ ἀείμνηστος καθηγητής μου στό Πανεπιστήμιο Ἰωάννης Καλογήρου, ὁ ὁποῖος μοῦ περιέγραψε περιστατικό ἀπό τήν διδασκαλική δράση τῆς μητέρας του στήν τουρκοκρατούμενη Βόρειο Ἤπειρο, πού τούς μάθαινε τραγούδια, σύμφωνα μέ τήν μουσική τοῦ ἐθνικοῦ ὕμνου τῆς Ἑλλάδος, ὥστε μυστικά νά τούς δίνουν τό μήνυμα τοῦ ἐρχομοῦ τῆς ἐλευθερίας.
.                          Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ τά μέλη της, Κληρικούς, Μοναχούς καί λαϊκούς, βοήθησε ἀποτελεσματικά στήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Γένους, μέ ὅλη τήν παράδοσή της, τήν διοίκηση καί τήν παιδεία τήν ὁποία προσέφερε στόν λαό.

4.Ἑλληνική Νομαρχία

.                          Μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι τά πράγματα δέν ἦταν τόσο ἰδεώδη, ἀφοῦ στά τετρακόσια χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς ἔγιναν καί διάφορα λάθη ἀπό ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικούς καί μοναχούς. Ὅμως, τά μεμονωμένα παραδείγματα δέν μποροῦν ποτέ νά διαγράψουν ὅλη τήν μεγάλη προσφορά τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, στήν διάσωση τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Γένους. Μερικοί διαφωτιστές, ἐνοχλημένοι ἐνδεχομένως ἀπό τήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐπιρροή της στόν λαό, προσπάθησαν νά ὑπερτονίσουν μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις καί νά τίς παρουσιάσουν καθ’ ὑπερβολήν ἀρνητικά. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα εἶναι ἡ ἔκδοση τοῦ βιβλίου Ἑλληνική Νομαρχία, γιά τήν ὁποία θά γίνη λόγος πιό κάτω.
.                          Πρέπει νά λεχθῆ ὅτι τόν 18ο αἰώνα στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ὁ Διαφωτισμός μέ πολλές ἐκφράσεις, ἤτοι ὁ ἀγγλικός ἐμπειρισμός, ὁ γαλλικός ἐγκυκλοπαιδισμός, ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός καί ὁ ἰταλικός ἀντικληρικαλισμός. Γενικῶς, ὁ δυτικός διαφωτισμός ἦλθε σέ διάσταση ἀφ’ ἑνός μέν μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον διοικοῦσε ὁ Πάπας τήν Ἐκκλησία, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τόν σχολαστικισμό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί συνδεόταν μέ τόν οὐμανισμό καί τήν Μεταρρύθμιση (Προτεστάντες). Ἔτσι, ἡ Ἑλληνική Νομαρχία ἦταν ἀπαύγασμα αὐτῶν τῶν διαφωτιστικῶν ἀντικληρικαλιστικῶν ἀρχῶν πού παρατηροῦνταν στήν Δύση καί μεταφέρθηκαν ὑπερβολικά καί στήν Ἀνατολή.
.                          Ὁ Steven Runciman ἀναφέρει ὅτι τά συγγράμματα τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, τά ὁποῖα ἐξέφραζαν τίς γαλλικές ἐγκυκλοπαιδιστικές διαφωτιστικές ἀπόψεις, διαβάζονταν καί ἀπό τούς νέους Φαναριῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνονταν ἀπό τήν θρησκεία, τόν ἱερό Κλῆρο καί οἱ ὁποῖοι ἐπέκριναν τήν Ἱεραρχία, παραθεωρώντας τήν διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ δυτικῆς καί ὀρθοδόξου θεολογίας καί παραδόσεως. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐπιρροῆς ἦταν ἡ ἐμφάνιση ἑνός βιβλίου στήν Βιέννη, τό 1791, γραμμένου στά ἑλληνικά μέ τίτλο Γεωγραφία νεωτερική, ἀπό δύο Ἕλληνες μοναχούς, τόν Δημήτριο Φιλιππίδη καί τόν Γεώργιο Κώνσταντα. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα βιβλίο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, πού κατηγοροῦσε τούς Ἱεράρχες γιά φιλοχρηματία καί δουλικότητα ἔναντι τῶν Τούρκων, τόν δέ κατώτερο Κλῆρο γιά σκοταδιστική ἀμάθεια.
.                          Ὡς ἀπάντηση στό βιβλίο αὐτό δημοσιεύθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 1798 ἕνα ἔργο μέ τίτλο Διδασκαλία πατρική, τό ὁποῖο δημιούργησε μεγάλες ἀντιδράσεις. Κατά τόν Runciman, «ὁσοδήποτε κι ἄν ἦταν χωρίς τάκτ, ἡ Διδασκαλία Πατρική δέν ἦταν θεολογικῶς χωρίς βάση. Δέν ἦταν ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ν’ ἀναμιγνύεται σέ ἀνατρεπτικές ἐθνικιστικές δραστηριότητες. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶχε κάνει τήν διάκριση μεταξύ τῶν πραγμάτων πού ἦταν τοῦ Καίσαρος καί τῶν πραγμάτων πού ἦσαν τοῦ Θεοῦ. Ὁ Παῦλος εἶχε διατάξει τούς χριστιανούς νά ὑπακούουν στόν βασιλέα, ἔστω καί ἄν ὁ βασιλεύς ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἦρθε σέ ἀντίθεση μέ τήν ἐξουσία μόνο ὅταν τῆς ἀπαγορευόταν ἡ Ἐλευθερία τῆς λατρείας ἤ ὅταν ζητοῦσαν ἀπό τά μέλη της νά προβοῦν σέ πράξεις ἀντίθετες πρός τήν χριστιανική συνείδηση. Οἱ Τοῦρκοι δέν εἶχαν προβάλει τέτοιες ἀπαιτήσεις. Οἱ καλοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἔπρεπε ἀσφαλῶς νά εἶναι καλοί πολίτες, καί ὄχι ἐπαναστάτες ἤ συνωμότες. Ἀπό τήν πρακτική ἄποψη ἐπίσης ἡ Διδασκαλία δέν ἦταν ἀδικαιολόγητη».
.                          Ὅμως, ἡ δημοσίευση τῆς Διδασκαλίας Πατρικῆς ἦταν, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, ἐπικοινωνιακά ἄκαιρη, ὁπότε δημιούργησε ἀντίδραση στούς διαφωτιστικούς κύκλους καί ὁ Κοραῆς ἐξέδωσε μιά πραγματεία μέ τίτλο Ἀδελφική διδασκαλία, μέ τήν ὁποίαν προσπάθησε νά ἀνατρέψη τά ἐπιχειρήματα τῆς Διδασκαλίας Πατρικῆς. Παράλληλα τήν ἐποχή ἐκείνη «ἕνα ἐξ ἴσου σκληρό βιβλίο, πού δημοσιεύθηκε ἀνωνύμως στήν Ἰταλία τό 1806 καί εἶχε τόν τίτλο Ἑλληνική Νομαρχία ἤτοι λόγος περί ἐλευθερίας, ἐπανελάμβανε τίς κατηγορίες ἐναντίον τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως», ὅπως τό ἔκανε ἡ Γεωγραφία Νεωτερική.
.                          Πάντως, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ἡ Ἑλληνική Νομαρχία εἶναι ἕνα βιβλίο πού ἐμπνεόταν ἀπό τόν πόθο τῆς ἐλευθερίας, ἀλλά ἦταν γραμμένο μέ φανατισμό καί ἀπό κάποιον πού γνώριζε τόν δυτικό Χριστιανισμό, ἀγνοώντας τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κατά συνέπεια, ἀπέδιδε τίς κακές ἐνέργειες τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τό ὅτι ἐγράφη ἀνωνύμως καί τό ὅτι ὁ τόπος ἐκδόσεως θεωρεῖται γενικά ἡ Ἰταλία, πράγμα τό ὁποῖο δέν συνηθίζεται γιά ἕνα βιβλίο, διότι πάντοτε σέ αὐτό ἀναγράφεται ἡ πόλη τῆς ἐκδόσεως καί ὄχι ἡ χώρα, καθώς ἐπίσης τό ὅτι ἐξέφραζε τίς διαφωτιστικές γαλλικές ἀρχές θεωρεῖται ἀπό πολλούς ὅτι ἦταν γραμμένο ἤ ἀπό τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ ἤ πάντως ἀπό μαθητές του. Εἶναι σημαντικές μερικές ἐπισημάνσεις γιά τό βιβλίο αὐτό.
.                          Ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας εἶναι ὑπερβολικός, ἄδικος καί ὑβριστικός σέ πολλές περιπτώσεις, ὅπως φαίνεται σέ μερικά παραδείγματα. Ἀποκαλεῖ τούς Ἀρχιερεῖς βαρβάρους καί μωρούς γιά τούς ὁποίους ἔπρεπε νά ξαναγυρίση ὁ Χριστός καί νά τούς φωτίση, ὥστε νά ἀνοίξουν κανένα βιβλίο καί νά λαμπρύνουν τόν ἐσκοτισμένο νοῦ. Δηλαδή, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς ἦταν ἀγράμματοι, κατά τόν ἀνώνυμο συγγραφέα, πού εἶναι ὑπερβολικό, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ σύγχρονη ἱστορική βιβλιογραφία. Οἱ λέξεις πού χρησιμοποιεῖ γιά τούς Συνοδικούς Μητροπολίτες εἶναι πολύ βαριές: «ἡ διεστραμμένη ψυχή αὐτῶν τῶν δώδεκα μωρῶν τῆς Συνόδου». Ὑπερβολικός εἶναι ὁ συγγραφεύς καί στήν προσπάθεια νά καταγράψη τήν διαγωγή τῶν ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι «κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τήν νύχτα καί δύο ὥρας μετά τό μεσημέρι». Ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νά κοιμηθῆ 16 ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο; Ποιός μπορεῖ νά φάγη γιά πρόγευμα δυό ὀκάδες γιαούρτι καί τό ἀπόγευμα μισή ὀκᾶ σαρδέλλες ξεκοκκαλισμένες;. Καί μάλιστα αὐτό ἀναφερόταν γιά τόν τότε Μητροπολίτη Ἰωαννίνων. Ὅμως γνωρίζουμε ὅτι τότε στά Ἰωάννινα ἀρχιεράτευε ὁ Ἱερόθεος, μεγάλο πνευματικό ἀνάστημα, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἀλληλογραφία πού ἀντήλλαξε μέ τόν ἐξάδελφό του ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Καί ἀπό παράκλησή του ὁ τελευταῖος ἔγραψε τό περίφημο βιβλίο Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων.
.                          Πάντως, τά κοσμητικά ἐπίθετα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται στήν Ἑλληνική Νομαρχία γιά τούς Ἀρχιερεῖς φανερώνουν τόν ἀντικληρικαλισμό καί ἀκόμη τό ὅτι στρέφεται ἐναντίον τους ὄχι τόσο γιά τά τυχόν σφάλματά τους, ὅσο γιά τό ὅτι εἶναι Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας. «Ἀναίσχυντοι», «λύκοι καί καθέδρα τοῦ σκότους», «ἄπιστε τῆς Ἐκκλησίας» κλπ. Ἡ ὑπερβολή του φαίνεται καί στήν περίπτωση πού καταφέρεται ἐναντίον τῶν πλουσίων. Λέγει τά ἑξῆς ὑπερβολικά: «Πόσοι ἤθελον κατακοπρισθῆ ἐπάνω των μή ἠξεύροντες πῶς νά λύσουν τά δεσίματα τῶν φορεμάτων των! Πόσοι ἤθελον σκωληκιάσει καθήμενοι, μήν ἠξεύροντες νά περιπατήσουν! Πόσοι ἄλλοι ἤθελον μείνει γυμνοί μήν ἠξεύροντες πῶς νά ἐνδυθῶσι». Ἐπίσης, ὑπερβολική εἶναι καί ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιεῖ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων πού βρίσκονταν ἐκείνη τήν ἐποχή στήν Δύση.
.                          Φαίνεται ἀκόμη ὅτι ὁ συγγραφεύς ἔχει δυτική σκέψη καί νοοτροπία. Διαβάζοντας κανείς αὐτό τό ἔργο νομίζει ὅτι περισσότερο ἀναφέρεται στήν Δυτική Ἐκκλησία παρά στήν Ὀρθόδοξη. Ἀποδίδει τήν κατηγορία τῆς φεουδαρχίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ποτέ δέν ὑπῆρξε ὁ ρατσιστικός φεουδαλισμός στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Οἱ σελίδες 122 -128 ἀπό τό βιβλίο Ἑλληνική Νομαρχία, ἄν διαβασθοῦν μέ τά λεγόμενα ἀπό τόν Καθηγητή π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, φανερώνουν ὅτι ὁ συγγραφεύς της ἑρμηνεύει τόν ὀρθόδοξο Κλῆρο μέ τά δεδομένα τῆς φεουδαρχίας τῶν Φράγκων.
.                          Πέρα ἀπό αὐτά, ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας τοῦ βιβλίου Ἑλληνική Νομαρχία δείχνει τήν δυτική του προέλευση, ἀφοῦ χρησιμοποιεῖ φράσεις πού δείχνουν ὅτι ἀγνοεῖ τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου ἀποκαλεῖται σύγκλητος. Οἱ Κληρικοί λέγεται ὅτι ἀνήκουν σέ τάγμα, ἡ Ἱερωσύνη εἶναι σύστημα, κλάση: «ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων». Οἱ λέξεις αὐτές εἶναι καθαρά δυτικῆς προελεύσεως. Ἀλλά καί τό περιεχόμενό τους εἶναι «εἰσαγόμενο». Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπῆρχαν ποτέ τάξεις, καί οἱ Κληρικοί προέρχονταν ἀπό ὅλα τά στρώματα τοῦ λαοῦ. Τό ὅτι ὁ ἀνώνυμος Ἕλληνας εἶχε ἄγνοια τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ράσο, τό ἰδιαίτερο ἔνδυμα τῶν Κληρικῶν, τό ὀνομάζει «φόρεμα», «τό φόρεμα τῆς ἱερωσύνης». Ποιός Ἕλληνας ἀγνοοῦσε καί ἀγνοεῖ τό ράσο καί ποιός τό ἀποκαλεῖ φόρεμα;
.                          Ἀκόμη, ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς φαίνεται καθαρά ὅτι δέν διακρίνεται γιά ὀρθόδοξο φρόνημα. Ζητᾶ νά λιγοστεύσουν οἱ νηστεῖες, ἐπειδή ἀφανίζουν τήν ὑγεία τοῦ λαοῦ καί νά μεταφερθοῦν οἱ ἑορτές τήν Κυριακή, ἐπειδή ἐμποδίζουν τό κέρδος. Ἀκόμη ζητᾶ νά ἀποβάλουν ἤ νά σμικρύνουν τίς περισσότερες σαρακοστές. Καταφέρεται ἐναντίον τῶν μοναχῶν καί τῶν Μοναστηριῶν. Οἱ μοναχοί ἀποκαλοῦνται «τέρατα», τρέφονται ἀπό τόν ἱδρώτα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄν καί διασώζονται μαρτυρίες τοῦ Μακρυγιάννη καί ἄλλων ὅτι τά Μοναστήρια ἦταν ἑστίες ζωῆς γιά τούς ὑποδούλους Ἕλληνες. Ζητᾶ νά κλείσουν τά Μοναστήρια καί νά διορθωθοῦν πολλά πράγματα τῆς θρησκείας. Προτρέπει τούς Μοναχούς νά καταγίνωνται «εἰς τήν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τόν ὀρθόν λόγον». Ζητᾶ νά ἐμποδίσουν τά θαύματα, γιατί εἶναι δεισιδαιμονία.
.                          Ὅλα αὐτά πού ἀνεφέρθησαν, καθώς ἐπίσης καί τό ὅτι ἐπαινεῖται ὁ Κοραῆς, δείχνουν καθαρά ὅτι ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς διαπνέεται ἀπό προτεσταντικό καί εἰκονοκλαστικό πνεῦμα, ἔχει ἄγνοια τῆς παραδόσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καί προσπαθεῖ νά εἰσάγη στόν Ἑλληνικό Ὀρθόδοξο χῶρο τίς μεταρρυθμιστικές προσπάθειες τῶν δυτικῶν, κυρίως τῶν Προτεσταντῶν. Εἶναι προτεστάντης καί ξεκομμένος ἀπό ὅλη τήν παράδοση τοῦ Γένους. Ὅταν κατηγορῆ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό κάνει μέ τά δεδομένα τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας καί ὅταν θέλη νά διορθώση μερικά πράγματα τό κάνει μέσα ἀπό τήν προτεσταντική προβληματική.
.                          Θεωρῶ ὅτι ἡ Ἑλληνική Νομαρχία εἶναι ἕνα ἐμπαθές κείμενο, γεμάτο ἀπό ὑπερβολές καί ὕβρεις, ὑποκειμενικό, καί δέν βοήθησε στήν Ἐπανάσταση, πού τήν ἔκανε ὁ ἑλληνικός λαός μέ τούς ποιμένες του. Οἱ διαφωτιστές παρακίνησαν κυρίως τούς λογίους.

, ,

Σχολιάστε

H EKKΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ και ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ-1

Ἡ Ἐκκλησία στήν Τουρκοκρατία καί τήν Ἐθνεγερσία

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                          Τό ἔτος πού διερχόμαστε, δηλαδή τό 2021, ἑορτάζουμε τήν ἐπέτειο τῶν 200 ἐτῶν ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί ἔχουν προσδιοριστεῖ πολλές ἐκδηλώσεις ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο καί ἀπό τήν Πολιτεία γιά νά μελετηθοῦν ὅλες οἱ πλευρές τῆς σημαντικῆς αὐτῆς Ἐπαναστάσεως.
.                          Μιά σοβαρή πλευρά τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ προσφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, πού κράτησε ἀναμμένη τήν δάδα τῆς
Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀλλά καί ἡ προσφορά της κατά τήν διάρκεια τῆς Ἐπαναστάσεως καί μετά ἀπό αὐτήν.
.                          Δέν μποροῦν νά ἑρμηνευθοῦν τά γεγονότα τοῦ 1821, ἐάν δέν τά συσχετίσουμε μέ τήν «Πονεμένη Ρωμηοσύνη», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας.
.                          Κατά τήν Τουρκοκρατία, πού ἦταν μιά μεγάλη δοκιμασία γιά τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, διαφυλάχθηκε ἡ ὀρθόδοξη πίστη, γιατί οἱ Χριστιανοί στηρίχθηκαν στίς πνευματικές τους δυνάμεις, ὅπως αὐτές εἶχαν ἀναπτυχθῆ καί καλλιεργηθῆ τούς προηγούμενους αἰῶνες. Θά ἐντοπισθοῦν μερικοί οὐσιαστικοί παράγοντες πού συνετέλεσαν στήν διατήρηση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς ταυτότητος τοῦ Γένους.
.                          Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα, πού πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας γιά νά ἑρμηνεύσουμε τά θέματα αὐτά, ὅπως ἡ Ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι καί τά μοναστικά κέντρα, ἡ παιδεία, ἡ «Ἑλληνική Νομαρχία», οἱ Νεομάρτυρες, οἱ φιλοκαλικοί Πατέρες – Κολλυβάδες, καί ἡ Ἐθνεγερσία τοῦ 1821.

1.  Ἡ Ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία

.                          Μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Ὀθωμανούς, ἄρχισε μιά νέα περίοδος στήν μέχρι τότε Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητής, κατά τόν Ranciman, γνώριζε πολύ καλά τό τί προβλήματα καί δυσαρέσκειες εἶχε δημιουργήσει ἡ προσπάθεια μερικῶν δυτικοφρόνων νά ἐπιβληθῆ ἡ ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μέ τήν Ρώμη καί γι’ αὐτό ἀνεζήτησε νά βρῆ τόν Γεώργιο-Γεννάδιο Σχολάριο, πού εἶχε ἀποσυρθῆ σέ Μονή καί ὁ ὁποῖος ἐξέφραζε τήν ὁμάδα τῶν ἀνθενωτικῶν καί τόν ἔπεισε νά δεχθῆ νά ἐκλεγῆ Πατριάρχης. Ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1454 καί ὁ Μωάμεθ τοῦ δώρισε ἕναν καινούριο σταυρό, τόν περιέβαλε μέ τά ἐμβλήματα καί τοῦ εἶπε: «Ἔσο Πατριάρχης μέ καλή τύχη καί νά εἶσαι βέβαιος γιά τήν φιλία μας, καί γιά ὅλα τά προνόμια πού εἶχαν οἱ Πατριάρχες πρίν ἀπό σένα». Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος ἀνέλαβε νά σηκώση ἕναν μεγάλο σταυρό κατά τά ἑπόμενα χρόνια.
.                          Ὁ Μωάμεθ ἐπέβαλε στό Ὀθωμανικό κράτος τό σύστημα τῶν μιλέτ, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο κάθε ἔθνος θά ἀσκοῦσε μιά διοίκηση, ὅπως τό ἐπιβάλλει ἡ θρησκεία του. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης θεωρήθηκε Ἐθνάρχης, ἀρχηγός τοῦ ρωμαίϊκου μιλιέτ. Τά Πατριαρχικά δικαστήρια εἶχαν δικαιοδοσία σέ ὅλες τίς ὑποθέσεις πού ἀφοροῦσαν τούς Ρωμηούς, ἤτοι τούς γάμους, τά διαζύγια, τίς ἐπιτροπεῖες τῶν ἀνηλίκων, τίς διαθῆκες καί τούς διαδόχους, ἐκδίκαζαν ἐμπορικές ὑποθέσεις ἄν οἱ διάδικοι ἦταν ὀρθόδοξοι. Δηλαδή, «τά πατριαρχικά δικαστήρια ἀπένεμαν δικαιοσύνη σύμφωνα μέ τόν κανονικό νόμο τῶν Βυζαντινῶν καί μέ τό ἀστικό καί ἐθιμικό βυζαντινό δίκαιο».
.                          Ὁ Charles Frazee γράφει ὅτι ἡ ὀργάνωση τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί τῶν Χριστιανῶν μέσα στήν κοινωνική καί πολιτική διάρθρωση τοῦ Ὀθωμανισμοῦ ἔγινε βάσει τοῦ ἰσλαμικοῦ δικαίου καί τῆς ἰσλαμικῆς παράδοσης, ὁπότε «οἱ Χριστιανοί θά ἀποτελοῦσαν ἕνα μιλέτ, ἕνα “ἔθνος” ὑπό τή θρησκευτική καί πολιτική διοίκηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν τους ἡγετῶν». Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δέν ἦταν μόνον θρησκευτικός ἡγέτης ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί «ἡ κεφαλή τοῦ ἔθνους», δηλαδή ἕνας μιλέτ-μπασί, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου. Ἀκόμη, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι οἱ Κληρικοί καί λαϊκοί πού ἀσκοῦσαν τά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα προέρχονταν ἀπό τήν ἑλληνική κοινότητα τῆς πρωτεύουσας πού εἶχε συγκεντρωθῆ στό Φανάρι, ἐξ οὗ καί ὀνομάσθηκαν Φαναριῶτες. Ἡ δύναμη τῶν Φαναριωτῶν πού ἄρχισε τόν 16ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκε ἀκόμη περισσότερο στήν συνέχεια καί αὐτοί ἀπέκτησαν παντοδυναμία τόν 18ο αἰώνα. Αὐτό εἶχε σχέση καί μέ τήν «αὐξανόμενη ἑλληνοποίηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στά Βαλκάνια», ὅπως τό βλέπουμε κυρίως στίς Παραδουνάβειες Ἡγεμονίες.
.                          Ὁ Gerhard Podskalsky (Γκέρχαντ Ποντσκάλσκυ) στό ἔργο του μέ τίτλο Ἡ ἑλληνική θεολογία ἐπί Τουρκοκρατίας, γράφει ὅτι ὁ Σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ (Μωάμεθ ὁ Πορθητής) καθιέρωσε νέο νομικό καθεστώς, τό ὁποῖο οὐσιαστικά δέν ἄλλαξαν οἱ μετέπειτα Σουλτάνοι μέχρι τόν 19ο αἰώνα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἀντιμετώπισε τήν Ἐκκλησία ὡς διάδοχο τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων καί τῆς ἀνεγνώρισε «τήν νομική θέση θρησκευτικῆς κοινότητας». Βεβαίως, «πολλά μέτρα τοῦ κράτους δέν ἐπέτρεπαν στούς Ἕλληνες νά λησμονήσουν τή θέση τους ὡς λαοῦ ὑποτελοῦς».
.                          Σημαντικές πληροφορίες γιά τό πῶς ζοῦσαν οἱ Ρωμηοί κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση καί διοίκηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί γενικά τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς δίνει ὁ Καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός στό βιβλίο του μέ τίτλο Τουρκοκρατία καί ὑπότιτλο Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία. Στό βιβλίο αὐτό βλέπουμε ἀναλυτικά τήν μεγάλη ἀξία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, τῶν Ἐνοριῶν καί τῶν Ἱερῶν Μονῶν στήν ζωή τῶν ὑποδούλων Ρωμηῶν, τήν πολιτική δράση τῶν Φαναριωτῶν, τήν ἀνάπτυξη τῆς παιδείας μέ πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας, τό πρόβλημα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καί τήν ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας σέ αὐτό καί γενικά τό πῶς ἡ Ρωμανία ἐπιβίωσε μέ τήν συμπαράσταση καί τήν πνευματική βοήθεια πού προσέφερε ἡ Ἐκκλησία.
.                          Μέσα στά πλαίσια αὐτά τῆς ἐθναρχίας λειτουργοῦσαν οἱ Ρωμηοί καί κέντρο τῆς ρωμαίϊκης κοινότητας ἦταν ἡ Ἐκκλησία μέ τόν Ἐπίσκοπό της.
.                          Ἄν διαβάση κανείς τούς Κανονισμούς μέ τούς ὁποίους διοικοῦνταν οἱ κατά τόπους Δημογεροντίες στίς τουρκοκρατούμενες περιοχές, ἰδίως μετά τόν 17ο αἰώνα, θά διαπιστώση τήν μεγάλη προσφορά τῶν Ἐπισκόπων στήν ὅλη διοικητική διάρθρωση τῶν ὑποδούλων Ρωμηῶν.
.                          Ἔχω μελετήσει διεξοδικά καί ἔχω ἀναλύσει τόν Κανονισμό λειτουργίας τῆς Δημογεροντίας τῶν Βοδενῶν (Ἐδέσσης) καί διεπίστωσα τήν θέση πού κατεῖχε ὁ Μητροπολίτης στήν διοίκηση, τήν παιδεία καί τήν ὅλη λειτουργία της. Ὁ Καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης δημοσίευσε τέτοιους Κανονισμούς, στούς ὁποίους φαίνεται ὅτι κέντρο τῆς κοινότητας τῶν Ρωμηῶν ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος καί ἡ ὅλη ὀργανωτική δομή εἶχε κέντρο τήν Ἐκκλησία. Μάλιστα γράφει ὁ ἴδιος συμπερασματικά:
.                          «Κύτταρο τῆς συλλογικῆς δράσης ἦταν ἡ ἐνορία-κοινότητα· οἱ κοινοτικές ἀρχές του ἀναδεικνύονταν μέ ψηφοφορία καί εἶχαν ἐπικεφαλῆς τόν ἐπιχώριο ἐπίσκοπο, δημιουργώντας ἔτσι τή γέφυρα ἀνάμεσα στή βυζαντινή μας παράδοση, πού ἐκφραζόταν στό πολιτικό-εθνικό πεδίο μέ τή Μεγάλη Ἰδέα, καί στά δημοκρατικά ἰδεώδη τῆς δεύτερης πεντηκονταετίας τοῦ εὐρωπαϊκοῦ 19ου αἰώνα· συνάμα συνιστοῦσαν τό ἰδανικώτερο, μέ τά μέτρα πάντοτε τῆς ἐποχῆς, σύστημα αὐτοδιοίκησης, –ἀνέφικτο πρότυπο ἀκόμη γιά τή σύγχρονή μας Ἑλλάδα. Ἡ πολιτική καί θρησκευτική κεφαλή, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἐκλεγόταν ἀπό μικτή συνέλευση κληρικῶν καί λαϊκῶν. Ἀμόλυντη ἀπό ξενικές ἐπιρροές ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία μπόρεσε, μολονότι ἐπιβίωνε σέ ἀλλόθρησκη και ἀπολυταρχική χώρα, νά συστήσει ἕνα ἑλληνοκεντρικό κρατικό μόρφωμα μέσα στόν κορμό τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, νά εἰσαγάγει –ἔστω σέ προδρομική μορφή– τήν ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας στήν ὀργάνωση τοῦ ποιμνίου της, νά τό συντηρήσει, ἀναπτύξει καί ἑτοιμάσει γιά τή μεγάλη ἐκείνη ὥρα τῆς Ἀνάστασης, πού ποιμένες καί ποιμαινόμενοι ὀνειρεύονταν νά λειτουργήσουν καί νά λειτουργηθοῦν στήν Ἁγιά-Σοφιά».
.                          Ἔτσι δέν ἀλλοιώθηκε ἡ ταυτότητα τῆς Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης καί τοῦ Γένους μας, παρά τίς διάφορες ξενοκρατίες πού περάσαμε καί τά τραγικά ἀποτελέσματά τους.

2.  Ἅγιοι καί μοναστικά κέντρα

.                          Σέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία συναντοῦμε τήν μεγάλη σημασία καί σπουδαιότητα τῶν Μοναστηριῶν, μέσα στά ὁποῖα καλλιεργήθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στήν πρακτική της ἐφαρμογή. Εἶναι γνωστόν ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς ἐνδόξου Ρωμηοσύνης στό Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας στήν Κωνσταντινούπολη δέν διδασκόταν ἡ θεολογία, ἀλλά ἡ θύραθεν ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία, διότι ὅποιος ἤθελε νά μάθη ὀρθόδοξη θεολογία πήγαινε στά Μοναστήρια, ὅπου ζοῦσαν ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν τήν θεολογία ἐμπειρικῶς.
.                          Ἔτσι, τά Ὀρθόδοξα Μοναστήρια καί κατά τήν Τουρκοκρατία ἀπέβησαν τά πνευματικά φροντιστήρια τοῦ ὀρθοδόξως καί θεολογικῶς ζῆν καί στήριξαν τόν λαό. Ἦταν, πράγματι, τά πνευματικά θεραπευτήρια πού βοήθησαν τόν λαό νά ζῆ ὀρθόδοξα καί νά πιστεύη ὀρθόδοξα. Ἄλλοτε λειτουργοῦσαν ὡς πνευματικοί μαγνῆτες πού εἵλκυαν τόν λαό πρός αὐτά καί ἄλλοτε ἦταν τά ὁρμητήρια ἀπό τά ὁποῖα, μέ τήν εὐλογία τῶν ἡγουμένων καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἐξέρχονταν ἐξαγιασμένοι μοναχοί καί ἐπιτελοῦσαν ἕνα θαυμαστό ἱεραποστολικό ἔργο, στήριζαν τόν λαό.
.                          Στήν εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου «Βίος καί πολιτεία Ἰακώβου τοῦ νέου ὁσιομάρτυρος» (ὑπό Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Χρυσοποδαριτίσσης, εἰς Νεζερά Πατρῶν) γίνεται ἀναφορά σέ μερικά τέτοια πνευματικά μοναστικά κέντρα καί σέ θεοκίνητους Κληρικούς πού ἔζησαν τόν 16ον αἰώνα, τόν πρῶτο αἰώνα τῆς δουλείας καί ὑπῆρξαν πνευματικές ἑστίες πού ἔθρεψαν τόν λαό καί τόν κράτησαν στήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κοινό γνώρισμα ὅλων αὐτῶν ἦταν ὅτι ὑπήγονταν στήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί συνδέονταν μέ τό Ἅγιον Ὄρος. Θά τούς ἀναφέρω περιληπτικῶς.
.                          Ὁ ἅγιος Θεωνᾶς (+1541) προερχόταν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Παντοκράτορος Ἁγίου Ὄρους, ἔγινε ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, στήν Χαλκιδική, καί μετά Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
.                           Ὁ ὅσιος Διονύσιος ἐν Ὀλύμπῳ (+1541) πού ἦταν ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, καί κτήτωρ δύο Μονῶν, τῆς Ἁγίας Τριάδος Ὀλύμπου καί τῆς Σούρβιας Πηλίου.
.                          Ὁ ὅσιος Νικάνωρ (+1549) κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τῆς Ζάβορδας, στήν Δυτική Μακεδονία, πού μετέφερε ἐκεῖ τό ἡσυχαστικό καί κοινοβιακό «πνεῦμα» τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
.                           Ὁ ὅσιος Συμεών (+1594), κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φλαμουρίου Πηλίου, πού λειτούργησε μέ βάση τόν ἀθωνιτικό μοναχισμό καί μετέφερε στήν περιοχή τό «πνεῦμα» αὐτό μέ τίς περιοδεῖες καί τίς ὁμιλίες του.
.                          Ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ Νέος (τέλη 16ου αἰῶνος) ἔζησε ἀσκητικά στό Ἅγιον Ὄρος καί στήν Σκήτη Βεροίας, καί δίδαξε τήν εὐσεβῆ πίστη στούς Χριστιανούς τῆς Μακεδονίας.
.                          Πολλοί ἅγιοι ἔζησαν στίς ἀρχες τοῦ 16ου αἰῶνος στά Μετέωρα, ὅπου παρετηρεῖτο ἄνθηση τοῦ μοναχισμοῦ.
.                          Οἱ ἅγιος Βησσαρίων Β΄ (+1540) Μητροπολίτης Λαρίσης, ὑπῆρξε κτήτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος-Δουσίκου, μέ τυπικό ἁγιορείτικο καί μεγάλη πνευματική παρουσία στήν περιοχή.
.                          Ὁ ἅγιος Δαυίδ ἐν Εὐβοίᾳ (16ον αἰώνα) ἦταν ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρνακόβης Δωρίδος.
.                          Τήν ἐποχή αὐτή παρατηρεῖται ἄνθηση τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ καί ὡς πρός τόν ἀριθμό καί ὡς πρός τήν ἀνοικοδόμηση κτιρίων καί τήν ἁγιογράφηση,
ἀλλά καί ὡς πρός τήν ἐμφάνιση πολλῶν πνευματικῶν καί λογίων μοναχῶν, ὅπως τοῦ ὁσίου Θεοφίλου τοῦ Μυροβλύτου (+1548) καί τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ τοῦ Βατοπαιδινοῦ (+1556).
.                          Ἐπίσης, αὐτήν τήν ἐποχή ἀνεδείχθησαν πολλοί Οἰκουμενικοί Πατριάρχες πού ζοῦσαν ἀσκητικά καί ἀσκοῦσαν ποιμαντική δράση, ὅπως ὁ ἅγιος Διονύσιος Α΄, ὁ ἅγιος Μάξιμος Γ΄, ὁ ἅγιος Νήφων Β΄.
.                          Καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς δουλείας στούς Ὀθωμανούς, τά Μοναστήρια καί οἱ ἅγιες προσωπικότητες, Κληρικοί, καί Μοναχοί ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο στήν διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ προκειμένου νά παραμείνη σταθερός στήν ὀρθόδοξη παράδοση.
.                          Πρέπει νά ἐξάρουμε τήν μεγάλη προσφορά τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού ἦταν πάντοτε ἡ κονίστρα τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, μέσα στήν ὁποία ἁγιάσθηκαν πολλοί Κληρικοί καί μοναχοί, καί ἀπό ἐκεῖ στήν συνέχεια ἐξῆλθαν στόν κόσμο κηρύσσοντας τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί διατηρώντας τόν λαό στήν εὐλάβεια τοῦ Γένους.
.                          Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου ἀναφέρεται στήν ἀτμόσφαιρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατά τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τόν 16ο αἰώνα καί μετά, μέ τούς λογίους πού συνδέονταν μέ τό Ἅγιον Ὄρος, τήν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία καί τήν ὅλη φιλοκαλική ἀναγέννηση πού παρατηρήθηκε στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐπίσης, ἀναφέρεται καί στό γεγονός ὅτι τήν περίοδο αὐτήν παρατηρεῖται μιά πνευματική συναλλαγή, ἀφοῦ μοναχοί ἔρχονται ἀπό τόν κόσμο γιά νά μονάσουν στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀπό ἐκεῖ ἐξέρχονταν μοναχοί καί ἐπισκέπτονταν τόν κόσμο, παρά τίς δύσκολες συνθῆκες ζωῆς. Ἐπισκέπτονταν τό πλῆθος τῶν μετοχίων πού εἶχαν στήν Σερβία, τήν Βουλγαρία, τήν Ρουμανία, τήν Ρωσία, ὅπου ἔμεναν καί μετέφεραν τήν ζωή τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, μέ τό ὀρθόδοξο ἡσυχαστικό πνεῦμα. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὄχι μόνο παρηγοροῦσαν τόν λαό, ἀλλά τοῦ ἀνέπτυσσαν τήν συνείδηση τῆς ὀρθόδοξης ταυτότητας, ἀλλά καί τήν συνείδηση τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεώς του.
.                           Εἰδική μνεία πρέπει νά γίνη τῆς μεγάλης προσφορᾶς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Μέ τήν εὐλογία τῶν Πνευματικῶν του Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί τήν κανονική ἄδεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀλλά καί τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν καί κοσμικῶν ἀρχόντων, περιόδευε ἐπανειλημμένως σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος καί κήρυττε θεοφώτιστα καί ἐμπνευσμένα, ἔκανε θαύματα, προέλεγε τά μέλλοντα καί ὁδηγοῦσε στήν μετάνοια καί σωτηρία πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά συγχρόνως ἀνεπτέρωνε τήν ἐλπίδα σέ πολλούς ἀνθρώπους γιά τήν πνευματική καί ἐθνική ἐλευθερία.
.                          Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὅπως τό βλέπουμε στίς ὁμιλίες του, δίδασκε τούς Χριστιανούς νά ἀγαποῦν τόν Θεό, νά παραμένουν μέσα στήν Ἐκκλησία, νά μαθαίνουν γράμματα προκειμένου νά διαβάζουν τά Εὐαγγέλια, τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τοῦ Γένους, νά ὑπομένουν στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, νά ταπεινώνονται, νά δείχνουν ἀγάπη στούς πτωχούς κλπ.
.                          Μέ τίς ὁμιλίες του μετέφερε τήν ἡσυχαστική παράδοση πού εἶχε ζήσει στό Ἅγιον Ὄρος. Ὅταν μελέτηση κανείς τίς ὁμιλίες του, διαπιστώνει ὅτι εἶναι γεμάτες ἀπό ἡσυχαστικά στοιχεῖα.
.                          Σέ μιά ὁμιλία τονίζει δύο σημεῖα πού πρέπει νά ἔχουν πάντοτε στόν νοῦ τους οἱ Χριστιανοί. Τό ἕνα νά μή κάνουν στούς ἄλλους αὐτό πού οἱ ἴδιοι μισοῦν καί τό δεύτερο νά προσεύχωνται συνεχῶς στόν Χριστό. Γιά τό δεύτερο αὐτό γράφει:
.                          «Τό δεύτερον εἶναι νά μή σᾶς λείπη ποτέ ἐτούτη ἡ προσευχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου καί πάντων σου τῶν ἁγίων ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν καί ἀνάξιον δοῦλον σου. Αὐτό, ἀδελφοί μου, πάντοτε νά τό λέγετε καί μέ τό στόμα σας καί μέ τόν νοῦ σας καί ἡμέραν καί νύκτα, ὅπου καί ἄν εἶστε, ἤ τρῶτε ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε ἤ κάθεσθε, αὐτό πάντα νά μελετᾶτε. Καί ἄν δέν τό ἐξεύρετε, νά τό γράψετε, νά τό μάθετε καί αὐτό σᾶς ὠφελεῖ κατά πολλά καί ἐδῶ σᾶς ἐλευθερώνει ἀπό κάθε κακόν καί ἐκεῖ σᾶς λυτρώνει ἀπό τήν αἰώνιον Κόλασιν καί σᾶς ἀξιώνει καί πηγαίνετε εἰς τόν Παράδεισον, εἰς τήν αἰώνιον πατρίδα μας».
.                          Καί σέ ἄλλη ὁμιλία του κάνει λόγο γιά τήν ἀξία τῆς εὐχῆς μέ τό «κομπολόγι»-κομποσχοίνι, ἀλλά καί τήν ἀξία τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ. Γράφει:
.                          «Τώρα είς τό τέλος σᾶς συμβουλεύω νά κάμετε ὅλοι σας ἀπό ἕνα κομπολόγι, μικροί καί μεγάλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες, παιδιά καί κορίτσια καί νά ἔχη ἑκατόν τρία σπυριά καί νά τό κρατῆτε μέ τό ἀριστερόν χέρι καί μέ τό δεξιόν νά σμίγης τά τρία σου δάκτυλα, νά κάνης τόν σταυρόν σου καί νά λέγης: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν καί ἀνάξιον δοῦλον σου». Μέσα εἰς τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» θεωρεῖται ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ Δέσποινά μας ἡ Θεοτόκος καί πάντες οἱ Ἅγιοι.
.                          Ὁ πανάγαθος Θεός τόν σταυρόν μᾶς ἐχάρισεν, μέ τόν σταυρόν νά εὐλογοῦμεν καί τά Ἄχραντα Μυστήρια, μέ τόν σταυρόν νά ἀνοίγωμεν καί τόν Παράδεισον, μέ τόν σταυρόν νά κατακαίωμεν καί τούς δαίμονας, μά πρῶτα καί ἐμεῖς νά ἔχωμεν τό χέρι μας καθαρόν ἀπό ἁμαρτίες καί ἀμόλυντο καί τότε, ὡσάν κάνωμεν τόν σταυρόν, κατακαίεται ὁ Διάβολος καί φεύγει. Εἰδέ καί εἴμεσθεν μεμολυσμένοι μέ ἁμαρτίες, δέν πιάνεται ὁ σταυρός ὁπού κάνομεν. Ὅθεν, ἀδελφοί μου, ἤ τρῶτε ἤ πίνετε κρασί ἤ νερόν ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε νά μή σᾶς λείπει αὐτός ὁ λόγος ἀπό τό στόμα σας καί ὁ σταυρός ἀπό τό χέρι σας. Καί ἄν ἠμπορῆτε τό ἡμερόνυκτο νά κάμετε πενῆντα καί ἑκατό κομποσχοίνια, καλόν καί ἅγιον εἶναι ἔργον. Καί νά προσεύχεσθε πάντοτε τήν αὐγήν καί τό βράδυ καί μάλιστα τό μεσόνυκτον ὅλον ὁπού εἶναι ἡσυχία».

, ,

Σχολιάστε