Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

«ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ: ΤΡΟΠΟΣ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ καὶ ΑΛΛΑΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 3 Σ.» (μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τηλεοπτική συνέντευξη
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

γιά τήν ἑπόμενη μέρα, μετά τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας

.              Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος παραχώρησε τηλεοπτική συνέντευξη τήν προηγούμενη ἑβδομάδα στόν Γιάννη Κοργιαλᾶ τοῦ Nafpaktia-News, ἡ ὁποία μεταδόθηκε τήν Τρίτη 4 Δεκεμβρίου ἀπό τήν ἐκπομπή «Ἐπί παντός» τοῦ τηλεοπτικοῦ καναλιοῦ ΙΟΝΙΑΝ.
Στήν συνέντευξη ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος μεταξύ ἄλλων ἀναφέρθηκε:

  • Στό ὅτι ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος θά ὁρίση τήν Ἐπιτροπή τοῦ διαλόγου, ἀλλά τήν εὐθύνη τοῦ χειρισμοῦ τοῦ διαλόγου γιά τό Σύνταγμα καί τήν ἐκκλησιαστική περιουσία τήν ἔχει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.

  • Στήν εἰλημμένη σέ προηγούμενη Συνεδρίαση ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας ὅτι ὁ διάλογος γιά τό θέμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Συντάγματος νά γίνη μέ Διακομματική Ἐπιτροπή καί ὄχι μέ τήν Κυβέρνηση.

  • Στίς «κόκκινες γραμμές» πού ἔχει θέσει ἡ Ἱεραρχία στά πρός συζήτηση θέματα καί αὐτές εἶναι ἡ μή συζήτηση τοῦ τρόπου μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν καί ἡ μή ἀλλαγή τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος μέ τήν προσθήκη τῆς «θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας».

  • Στό ὅτι μέ τήν προωθούμενη προσθήκη τῆς «θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας» στό 3ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος, ἐπιχειρεῖται στήν οὐσία ἡ ἀλλαγή τοῦ Ἔθνους μας, πού ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια ἦταν εὐσεβές.

  • Ἡ προωθούμενη ἀλλαγή στήν μισθοδοσία δέν ἐπηρεάζει ἁπλῶς 10.000 Κληρικούς, ἀλλά 10.000 Ἐνορίες.

  • Κατά τόν Μάξ Βέμπερ, ἐκτός ἀπό τήν νόμιμη ἐξουσία σέ κάθε κοινωνία λειτουργοῦν παράλληλα καί ἡ χαρισματική ἐξουσία καί ἡ παραδοσιακή ἐξουσία. Κάθε ἐξουσία πρέπει νά σέβεται τίς ἄλλες, γιά νά ἐπικρατῆ ἰσορροπία, εἰρήνη καί πρόοδος στήν κοινωνία.

    κ.ἄ.π.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Advertisements

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΣΟΒΑΡΑ ΛΑΘΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ – παραθεωρήθηκε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀγνοήθηκαν ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων καὶ ὑποτιμήθηκαν τόσο οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅσο καὶ οἱ κληρικοί» (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἄηθες ἦθος νὰ ὑπάρχουν φιλοδοξίες
γιὰ τὸν Ἀρχιεπισκοπικὸ Θρόνο

Συνέντευξη
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
στὴ Μαρίνα Ζιώζιου
ἐφημ. «Ἔθνος τῆς Κυριακῆς», 25-11-2018

.             Ὁ ἱεράρχης ὑπογραμμίζει τὴν ὁμόφωνη στήριξη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἱερωνύμου, καυτηριάζει τὶς ὅποιες διεκδικήσεις ἀπὸ μητροπολίτες καὶ τονίζει πὼς οἱ διάλογοι ἀπὸ τὴ θυελλώδη συνεδρίαση δημοσιεύθηκαν ἀλλοιωμένοι.
.              Τὸ Ἔθνος μας ποτὲ δὲν ἦταν οὐδετερόθρησκο, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, τὴν προσωκρατικὴ φιλοσοφία, τὴν κλασικὴ μεταφυσική, τὴ στωικὴ φιλοσοφία, τὸν νεοπλατωνισμὸ  κ.λπ.» λέει στὸ «Ἔθνος τῆς Κυριακῆς» ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος. Πρόκειται γιὰ τὸν ἱεράρχη ποὺ ἐπιφορτίστηκε μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκπροσώπου Τύπου στὴ θυελλώδη συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν Παρασκευὴ 16 Νοεμβρίου καὶ ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς μητροπολίτες Σύρου, Σερρῶν καὶ Πατρῶν, συνέταξε τὸ τελικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ὁμοφώνως ἀποδέχθηκε ἡ Ἱεραρχία.

—Σεβασμιώτατε, ποιά εἶναι ἡ δική σας ἄποψη γιὰ τὸ σχέδιο συμφωνίας τῶν 15 σημείων μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Κράτους; Εἴχατε ἐνημερωθεῖ γιὰ τὶς συζητήσεις ποὺ γίνονταν ἀνάμεσα στὸν πρωθυπουργὸ καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο;

.               Ἦταν καρπὸς πολύχρονων ἢ πολύμηνων συζητήσεων μεταξὺ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ. Γνωρίζω ὅτι τὸν Ἀρχιεπίσκοπο πάντα τὸν ἀπασχολοῦσε τὸ θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ γίνει οἰκονομικὰ ἀνεξάρτητη. Ἤδη στὶς 27 Σεπτεμβρίου κατέθεσε γραπτῶς ὑπόμνημα μὲ τὴν «προσωπικὴ πρόταση», μὲ τὴν ὁποία «πρέπει νὰ ὑπογραφεῖ μία νέα σύμβαση Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας», ποὺ ἔχει τὰ βασικὰ σημεῖα τῆς σύμβασης ποὺ ἦρθε στὴν ἐπιφάνεια. Ὅμως, γιὰ τὴν τελικὴ συμφωνία μᾶς ἐνημέρωσε λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴ συζήτηση στὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο τῆς 6ης Νοεμβρίου 2018 καὶ τότε τοῦ ἐξέφρασα τὶς σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις μου. Παρὰ ταῦτα, δὲν περίμενα ὅτι θὰ γίνει τόσο σύντομα καὶ ἐπίσημα ἡ ἀνακοίνωση, καὶ μάλιστα στὸ πόντιουμ, ὅπου ὑποδέχεται ὁ πρωθυπουργὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κρατῶν.

—Κάποιοι διάλογοι ποὺ διέρρευσαν μετὰ τὴ θυελλώδη συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας διαψεύστηκαν. Τί ἀκριβῶς εἰπώθηκε καὶ ποιές ἦταν οἱ ἐνστάσεις τῶν μητροπολιτῶν;

.               Ἡ συνεδρίαση αὐτὴ δὲν ἦταν συνηθισμένη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀρχιεπισκοπίας τοῦ Ἱερωνύμου, γιατί καὶ τὸ θέμα ἦταν πολὺ σοβαρό. Οἱ περισσότεροι διάλογοι ποὺ δημοσιεύθηκαν ἦταν ἢ ἀνύπαρκτοι ἢ ἀλλοιωμένοι. Ἀκούστηκαν καὶ βαρύτερες ἐκφράσεις. Ὅμως, οἱ ἱεράρχες ἐξέφρασαν τὶς ἀπόψεις τους μὲ σεβασμὸ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο -τουλάχιστον ἔτσι ἰσχυρίζονταν. Τὸ πρόβλημα γιὰ μένα εἶναι ποιὸς «διαρρέει» ἀνύπαρκτες ἢ δευτερεύουσες πληροφορίες καὶ γιὰ ποιὸν σκοπό. Πιθανὸν αὐτό, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶναι μέσα στὴ νοοτροπία τοῦ «τακτικισμοῦ», ποὺ σημαίνει ὅτι προβάλλονται ἐλάσσονα ζητήματα καὶ παραθεωροῦνται τὰ πρωτεύοντα καὶ βασικά.

 —Ποιά λάθη νομίζετε ὅτι ἔγιναν στὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ πλευρᾶς πρωθυπουργοῦ καὶ Ἀρχιεπισκόπου;

.               Νομίζω ὅτι ἔγιναν σοβαρὰ λάθη τακτικῆς. Δηλαδή, παραθεωρήθηκε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀγνοήθηκαν ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων καὶ ὑποτιμήθηκαν τόσο οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅσο καὶ οἱ κληρικοί, τοὺς ὁποίους ἀφοροῦσε τὸ θέμα, δηλαδὴ ἀγνοήθηκε τὸ συνοδικὸ σύστημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἐπίδραση ποὺ ἔχει αὐτὸ στὸν λαό. Καὶ βεβαίως, παραθεωρήθηκε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας εὐαίσθητος ὀργανισμός, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται κομματικὲς παρεμβάσεις.

—Ἡ κυβερνητικὴ πρόταση γιὰ τὴ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἄρθρου 3, ὥστε ἡ Ἑλλάδα νὰ μετατραπεῖ σὲ «οὐδετερόθρησκο» κράτος. Γιὰ ποιόν λόγο δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὴν ἄποψη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γιὰ τὸ συγκεκριμένο ζήτημα;

.               Πολλοὶ ἀρχιερεῖς ἔθεσαν αὐτὸ τὸ θέμα. Προσωπικά, ἔγραψα γι’ αὐτὸ καὶ εἶπα τὰ σχετικὰ στὴν Ἱεραρχία καὶ τὸ θεωρῶ τὸ σοβαρότερο θέμα, ἀφοῦ τὸ ἔθνος μας ποτὲ δὲν ἦταν οὐδετερόθρησκο, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, τὴν προσωκρατικὴ φιλοσοφία, τὴν κλασικὴ μεταφυσική, τὴ στωικὴ φιλοσοφία, τὸν νεοπλατωνισμὸ κ.λπ. Στὴν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ὅταν τονίζεται ὅτι θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος σὲ θέματα ἀμοιβαίου ἐνδιαφέροντος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: γιατί οἱ δημοσιογράφοι δὲν τὸ ἀνέδειξαν; Πάντως, ἡ ἀπόφαση δύο συνεδριάσεων τῆς Ἱεραρχίας (Ὀκτώβριος 2017 καὶ Ὀκτώβριος 2018) εἶναι νὰ μὴ συζητήσουν αὐτὸ τὸ θέμα μὲ ἐκπροσώπους τῆς κυβέρνησης, ἀλλὰ μὲ τὴ διακομματικὴ ἐπιτροπὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν κομμάτων.

—Κάποιοι προσπαθοῦν νὰ ἐμφανίσουν τὴν Ἱεραρχία διχασμένη, ἐνῶ ταυτόχρονα ὑπάρχουν μητροπολίτες ποὺ δὲν κρύβουν τὴ φιλοδοξία τους γιὰ τὴ μελλοντικὴ διεκδίκηση τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου. Μπορεῖ αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ὁδηγήσει σὲ δυσμενεῖς ἐξελίξεις εἰς βάρος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου;

.             Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἐμφανίστηκε διχασμένη. Ἀντίθετα, μὲ τὴν ὁμόφωνη ἀπόφασή μας ἀποδείξαμε τὴν ἑνότητά μας γύρω ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ποὺ κάναμε μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ βγεῖ μία ἀπόφαση ἑνωτική. Μία λεπτομέρεια εἶναι σημαντική. Ὅταν ἀνακοίνωσα τὰ τρία σημεῖα τῆς ἐνδεχόμενης ἀπόφασης, ποὺ καταρτίσαμε -μὲ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου- μὲ τοὺς μητροπολίτες Σύρου, Πατρῶν καὶ Σερρῶν, καὶ ἔγινε ἀποδεκτή, στὴ συνέχεια ρώτησα: «Νὰ προσθέσω καὶ τὸ ὁμοφώνως;». Τότε ὅλοι μὲ ἐνθουσιασμὸ ἐπικρότησαν τὴν πρόταση. Ὡς πρὸς τὴ διαδοχὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, θεωρῶ «ἄηθες ἦθος» τὸ νὰ ὑπάρχουν, ἂν ὑπάρχουν ἐνσυνειδήτως, τέτοιες «φιλοδοξίες», ὅταν ὁ Ἀρχιεπισκοπικὸς Θρόνος εἶναι καλυμμένος. Εἶναι λυπηρὸ νὰ χρησιμοποιοῦνται σοβαρὰ ζητήματα γιὰ νὰ ἐκφραστοῦν τέτοιες «φιλοδοξίες», ποὺ παρατηροῦνται σὲ ἄλλους χώρους.

— Ὁ Μακαριώτατος δήλωσε ὅτι «θὰ μιλήσει τελευταῖος». Θεωρεῖτε ὅτι αὐτὸ εἶναι δεῖγμα ἀδυναμίας ἢ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταγράφει αὐτὴν τὴ στιγμὴ προθέσεις, ἀντιδράσεις, προκειμένου νὰ διαμορφώσει τὴ στρατηγική του γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβαση τοῦ σχεδίου συμφωνίας μὲ τὴν κυβέρνηση;

.           Τὴ φράση αὐτὴ τὴ δανείστηκε ἀπὸ τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος πράγματι μιλοῦσε τελευταῖος – καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα ἀδυναμίας, ἀλλὰ σύνεσης. Ὅμως, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ συζήτησε τὸ θέμα μὲ τὸν πρωθυπουργό, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ συμφώνησε μὲ τὴν τελικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας. Πιθανὸν χρησιμοποίησε αὐτὴν τὴ φράση, ἐπειδὴ γνωρίζει μερικὰ πράγματα ποὺ ἐμεῖς ἀγνοοῦμε. Αὐτὸ θὰ φανεῖ στὴ συνέχεια τῶν ἐξελίξεων.

—Μετά τὴ δική σας «κόκκινη γραμμὴ» στὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν καὶ τὴν ἀπόφαση τῆς κυβέρνησης νὰ καταθέσει σχετικὸ σχέδιο νόμου, πιστεύετε ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ποὺ θὰ συγκροτηθεῖ, θὰ κάνει οὐσιαστικὸ διάλογο γιὰ τὴν ἐπίλυση τῆς διαφωνίας αὐτῆς;

.           Ἡ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας χρησιμοποιεῖ τρία ρήματα: «Νὰ συνεχιστεῖ» ὁ διάλογος, «νὰ ἀναθέσει» στὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, γιὰ νὰ συγκροτήσει τὴν ἐπιτροπὴ διαλόγου καὶ «νὰ ἐμμείνει» στὸ σημερινὸ καθεστὼς μισθοδοσίας. Ἀσφαλῶς, οἱ δύο ἐπιτροπὲς ἔχουν νὰ κάνουν σημαντικὸ ἔργο σὲ ὅλα τὰ κοινοῦ ἐνδιαφέροντος θέματα, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς ἑνότητας.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Σχολιάστε

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ καὶ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ μέσῳ «προθέσεως γιὰ ἱστορικὴ συμφωνία» (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Θρησκευτική οὐδετερότητα τῆς Πολιτείας
καί ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
«Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
(
parembasis.gr)

.                 Δημοσιεύθηκε τό σχέδιο ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπό τόν ΣΥΡΙΖΑ, ὅπως καί ἡ συνοδευτική ἔκθεση. Ὕστερα, ὅμως, ἀπό μερικές ἡμέρες ἀνακοινώθηκε ἡ «πρόθεση» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία» μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν.
.                 Τά δύο αὐτά θέματα συνδέονται μεταξύ τους καί δέν εἶναι δυνατόν νά ἐκλαμβάνονται μεμονωμένα, ἄλλωστε συζητήθηκαν μαζί. Τό ἕνα εἶναι ἡ θρησκευτική οὐδετερότητα τοῦ Κράτους, «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά», κατά τήν αἰτιολογική ἔκθεση, πού ἐνδιαφέρει κυρίως τήν Κυβέρνηση, καί αὐτό προτείνεται νά γίνη μέ τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, πού ἀπασχολοῦσε πάντοτε τόν Ἀρχιεπίσκοπο. Δηλαδή, στό ὅλο θέμα πού ἀνέκυψε ὑπάρχουν δύο βασικά ἑρμηνευτικά κλειδιά, τό ἕνα εἶναι ἡ «θρησκευτική οὐδετερότητα», καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.
.                 Ἄν μερικοί περιορίζουν τήν συζήτηση στήν ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, καί παραθεωροῦν τήν προτεινόμενη μεταρρύθμιση στό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος μέ τό κυριότερο τήν εἰσαγωγή τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας, τότε αὐτό λειτουργεῖ ἀποπροσανατολιστικά.
.                 Θεωρῶ ὅτι ἐμεῖς οἱ Κληρικοί δέν πρέπει νά πέσουμε στήν «παγίδα», ἐν ὀνόματι τῆς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν, πού καί αὐτό εἶναι σημαντικό θέμα, νά ἀμνηστεύσουμε στήν εἰσαγόμενη θρησκευτική οὐδετερότητα τῆς Πολιτείας καί κυρίως τήν ἀλλοίωση τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
.                 Στήν συνέχεια θά τονίσω μερικά σημεῖα σέ αὐτά τά δύο θέματα μέ ἁπλό καί εὐσύνοπτο τρόπο.

1.Ἡ προτεινόμενη τροποποίηση τοῦ 3ου ἄρθρου

.                 Γιά πολλά χρόνια σέ δεκάδες ἄρθρα μου καί σέ πολλές συνεντεύξεις μου, ὑποστήριζα ὅτι ἡ φράση «χωρισμός Ἐκκλησίας Πολιτείας» δέν μπορεῖ νά εὐσταθήση σέ μιά εὐνομούμενη Πολιτεία, γιατί κανένας στήν δημοκρατική Πολιτεία δέν μπορεῖ νά εἶναι χωρισμένος ἀπό αὐτήν. Γι’ αὐτό, ὅπως ὑποστήριζα, ἡ καλύτερη φράση εἶναι ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ἤ ὀρθότερα ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοικήσεως. Κυρίως θά ἔπρεπε ἡ Πολιτεία μέ ἕνα νόμο νά καθορίση τήν νομική προσωπικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά δίνη ἐξουσιοδοτήσεις γιά νά ρυθμίζη μόνη της τά τοῦ οἴκου της βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων.
.                 Τελικά, ἐπελέγη ἡ φράση «ἐξορθολογισμός τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους», «σχέσεων Κράτους-Ἐκκλησίας» καί «ΔΙΑΚΡΙΤΟΤΗΤΑ ΚΡΑΤΟΥΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Πρόκειται γιά θετικό βῆμα, ἀφοῦ κατανοήθηκε ἡ βάση τῶν σκέψεών μου πού ἀνταποκρίνονται στήν ἀλήθεια.
.                 Ἐπίσης, εἶναι σημαντικό τό ὅτι παρέμεινε τό προοίμιο τοῦ Συντάγματος, τό ὁποῖο δείχνει ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους ὀφειλόταν στήν Ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων, στήν ὁποία σημαντικό ρόλο ἔπαιξαν οἱ Κληρικοί καί δέν ἔγινε μέ τήν παρέμβαση τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἄν προτεινόταν ἡ διαγραφή τοῦ προοιμίου τοῦ Συντάγματος, τότε θά φαινόταν ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἦταν ἀποτέλεσμα ἀποφάσεων τῶν ξένων Δυνάμεων καί ἄρα συνομολογεῖται ὅτι ἦταν ἕνα προτεκτοράτο.
.            Μετά τά βασικά αὐτά σημεῖα, θά παρατεθοῦν μερικές σκέψεις μου γιά τήν προτεινόμενη μεταρρύθμιση στό ἄρθρο 3.
.                 Τό ἐν ἰσχύι Σύνταγμα ἔχει μιά λογική θεσμική διάρθρωση. Διαιρεῖται σέ τέσσερα μεγάλα μέρη, ἤτοι: Μέρος Πρῶτο: Βασικές διατάξεις (ἄρθ. 1-3). Μέρος Δεύτερο: Ἀτομικά καί κοινωνικά δικαιώματα (ἄρθ. 4-25). Μέρος Τρίτο: Ὀργάνωση καί λειτουργίες τῆς Πολιτείας (ἄρθ. 26-105). Μέρος Τέταρτο: Εἰδικές τελικές καί μεταβατικές διατάξεις (ἄρθ. 106-120).
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι καλῶς ἡ διάταξη πού ἀναφέρεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέμεινε στό πρῶτο μέρος, γιατί βρίσκεται στίς «βασικές διατάξεις», ὅπως τήν «μορφή τοῦ Πολιτεύματος» καί τίς «σχέσεις Ἐκκλησίας Πολιτείας». Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι «θεσμός» πού προϋπῆρχε τῆς συγκροτήσεως τοῦ Κράτους, καί μάλιστα συνετέλεσε στήν ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων καί τήν ἀνεξαρτησία τους, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ καί στήν Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας (1822).
.                 Ἐπί πλέον στό ἄρθρο 3, τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στίς βασικές διατάξεις τοῦ Συντάγματος συγκαταλέγονται καί οἱ σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως διαλαμβάνονται στόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850 καί τήν Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928. Εἶναι σημαντικό νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ λεγόμενες «Νέες Χῶρες» πού ρυθμίζονται ἀπό τήν Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928, εἶναι Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν Ἑλλάδι, εἶναι, δηλαδή, «κανονικό ἔδαφος» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο βρίσκεται ἐκτός Ἑλλάδος, καί παραχωρήθηκαν «ἐπιτροπικῶς» νά διοικηθοῦν «ὑπό τύπον προσωρινότητος» ἀπό τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
.                 Ἑπομένως, τό ἄρθρο 3 δέν θά μποροῦσε νά συμπεριληφθῆ στά ἄλλα τρία μέρη τοῦ Συντάγματος, δηλαδή οὔτε στά «ἀτομικά καί κανονικά δικαιώματα», οὔτε στίς «Ὀργανωτικές λειτουργίες τοῦ Πολιτεύματος», οὔτε, φυσικά, στίς «εἰδικές τελικές καί μεταβατικές διατάξεις». Ἄλλωστε, οὔτε ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οὔτε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἔχει κατά διαφόρους τρόπους καί τμήματα στήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια (Μητροπόλεις Δωδεκαννήσου καί ἡμιαυτόνομη Ἀρχιεπισκοπή Κρήτης), μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς λειτουργίες τῆς Πολιτείας.
.                 Στήν συνέχεια θά παρατεθῆ τό 3ο ἄρθρο τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καί πῶς προτείνεται γιά ἀναθεώρηση.

*Ἰσχύουσα διάταξη: «1.Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας, πού γνωρίζει κεφαλή της τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπάρχει ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικά μέ τή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης καί μέ κάθε ἄλλη ὁμόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τηρεῖ ἀπαρασάλευτα, ὅπως ἐκεῖνες, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνες καί τίς ἱερές παραδόσεις. Εἶναι αὐτοκέφαλη, διοικεῖται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερέων καί ἀπό τή Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο πού προέρχεται ἀπό αὐτή καί συγκροτεῖται ὅπως ὁρίζει ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου τῆς κθ΄ (29) Ἰουνίου 1850 καί τῆς Συνοδικῆς Πράξης τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

2.Τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς πού ὑπάρχει σέ ὁρισμένες περιοχές τοῦ Κράτους δέν ἀντίκειται στίς διατάξεις τῆς προηγούμενης παραγράφου.

3.Τό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφρασή του σέ ἄλλο γλωσσικό τύπο ἀπαγορεύεται χωρίς τήν ἔγκριση τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στήν Κωνσταντινούπολη».

Προτεινόμενη διάταξη: «Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη. Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία βρίσκεται ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικά μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί μέ κάθε ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τούς Κανόνες τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας εἶναι αὐτοκέφαλη καί διοικεῖται σύμφωνα μέ ὅσα ὁρίζουν ὁ Καταστατικός Χάρτης της, ὁ Πατριαρχικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Συνοδική Πράξη τοῦ 1928. Τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς Κρήτης καί τῶν Δωδεκανήσων δέν ἀντίκειται στίς παραπάνω διατάξεις.

Ἑρμηνευτική δήλωση: Ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καί δέν ἐπιφέρει καμιά δυσμενῆ συνέπεια σέ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καί γενικότερα στήν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας».

.           Ἀπό τήν ἐξέταση τῶν δύο αὐτῶν κειμένων, τοῦ ἰσχύοντος καί τοῦ προτεινομένου, φαίνεται ὅτι στήν προτεινόμενη ἀναθεώρηση διαγράφονται οἱ ἑξῆς φράσεις: «ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», «τῆς Ἑλλάδας», «πού γνωρίζει κεφαλή της τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό», «ὑπάρχει», «Μεγάλη Ἐκκλησία», «ὁμόδοξη», «καί τίς ἱερές παραδόσεις». Ἐπίσης, διαγράφεται τελείως ἡ παράγραφος 3 καί γίνονται μερικές ἐσωτερικές ἀλλαγές.

.                 Θά γίνουν μερικές ἐπισημάνσεις, γιά τήν προτεινόμενη ἀλλαγή.
.           α) Τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται πρωτίστως στίς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί δευτερευόντως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Καί αὐτό, γιατί ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τίς ἄλλες Ὁμόδοξες Ἐκκλησίες, μνημονεύονται τά Καταστατικά κείμενα, ἤτοι ὁ Συνοδικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928, ὅπως μνημονεύονται καί τά ἐκκλησιαστικά καθεστῶτα πού ὑπάρχουν σέ ὁρισμένες περιοχές τοῦ Κράτους, ἐννοώντας τό Ἅγιον Ὄρος, τά Δωδεκάννησα, ἡ Κρήτη.
.                 Ἐπί πλέον τό ἄρθρο 3 δέν ἀντιστρατεύεται στά «ἀτομικά καί κοινωνικά δικαιώματα» οὔτε στήν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης κάθε ἄλλης γνωστῆς θρησκείας. Ἔτσι, τό ἄρθρο 13 εἶναι εὐρύτερο καί καθολικότερο τοῦ ἄρθρου 3, γιατί ἀναφέρεται στούς πολίτες τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ἀνήκουν σέ ὁποιαδήποτε γνωστή θρησκεία. Ὁπότε, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθῆ, τό ἄρθρο 3 στήν πραγματικότητα εἶναι ὑποκείμενο τοῦ ἄρθρου 13, ἤ καλύτερα τό ἄρθρο 13 εἶναι καθολικότερο καί γενικότερο 3.
.                 Ἑπομένως, ἡ ἐπανειλημμένη καί μέ ἔμμονη διάθεση ἐκφρασθεῖσα ἄποψη ὅτι πρέπει νά «πειραχθῆ» τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἀλυσιτελής, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία μέ βάση τό ἄρθρο 13 περί ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως θά μποροῦσε νά ρυθμίση νομοθετικά θέματα πού ἀφοροῦν τά κοινωνικά καί ἀτομικά δικαιώματα τῶν πολιτῶν της, καί τήν ἐλευθερία τους. Ἐπίσης οἱ λειτουργοί ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν καί τῆς «ἐπικρατούσας θρησκείας» ὑπόκεινται στήν ἴδια ἐποπτεία τῆς Πολιτείας καί στίς ὑποχρεώσεις τους ἀπέναντί της.
.                 Αὐτό σημαίνει, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὅτι ἰσχύει αὐτό πού ὑποστηρίχθηκε προηγουμένως, ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά νά καθορισθοῦν καλύτερα οἱ σχέσεις μεταξύ τους, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐποπτεύει τούς λειτουργούς ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν.
.                 β) Γιά τήν ἀναθεώρηση προτείνονται δύο βασικές ἀλλαγές.
.                 Ἡ πρώτη ἀλλαγή εἶναι νά προηγηθῆ στό ἄρθρο 3 ἡ φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», καί ἀμέσως νά ἀκολουθήσουν τά σχετικά μέ τήν «ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα».
.                 Στήν πρόταση τοῦ «ΣΥΡΙΖΑ» γίνεται τό ἑξῆς ἐνδιαφέρον. Ἀρχίζει τό ἄρθρο μέ τήν πρόταση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη». Ἐπίσης, στήν ἑρμηνευτική δήλωση, πού εἶναι ἀπόλυτα ἰσότιμη διάταξη τοῦ Συντάγματος –γενικότερα οἱ ἑρμηνευτικές δηλώσεις, κατά τόν Εὐάγγελο Βενιζέλο, «γιά λόγους νομοτεχνικούς καί συστηματικούς ἐκφράζονται μέ τή μορφή αὐτή καί ὄχι ὡς παράγραφοι ἤ ὡς ἐδάφια τοῦ συνταγματικοῦ κειμένου»– γράφεται: «Ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καί δέν ἐπιφέρει καμιά δυσμενῆ συνέπεια σέ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καί γενικώτερα στήν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας».
.                 Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι στό ἄρθρο 3 εἰσάγεται ἡ φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», καί τό ἴδιο μέ ἄλλη φρασεολογία ἐπαναλαμβάνεται στήν «ἑρμηνευτική δήλωση» ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι «ἐπίσημη κρατική θρησκεία». Τό ὅλο δέ περιεχόμενο τῆς «ἑρμηνευτικῆς δήλωσης» καλύπτεται ἀπό τό ἄρθρο 13 ἤ θά μποροῦσε νά τεθῆ στό ἄρθρο 13. Ἄλλωστε ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», κατά πάγια νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δηλώνει τήν πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων Πολιτῶν.
.                 Ἡ χρησιμοποίηση ταυτόσημης φράσεως στό ἄρθρο 3 καί ἡ «ἑρμηνευτική δήλωση» στό ἴδιο ἄρθρο δείχνει μιά προσπάθεια πού ἔχει τήν ἰδιαίτερη σκοπιμότητά της.
.                 γ) Ἡ ἀπάλειψη δῆθεν «θεολογικῶν ὅρων» δημιουργεῖ ἔντονο προβληματισμό. Καί αὐτός ὁ προβληματισμός στηρίζεται σέ δύο βασικούς λόγους.
.                 Ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι τό Σύνταγμα δέν εἶναι νομικό κείμενο γιά νά δικαιολογῆται ἀπάλειψη θεολογικῶν ὅρων, ἀλλά εἶναι θεμελιῶδες κείμενο τῆς Πολιτείας, πού ἀναφέρεται σέ θέματα ὄχι μόνον τῆς Κρατικῆς διοικήσεως, ἀλλά καί σέ θέματα θρησκευτικά.
.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ὅταν γίνεται ἀναφορά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά τήν ἑτεροπροσδιορίζη, ἀλλά νά ἀναγράφη αὐτό μέ τό ὁποῖο ἡ ἴδια αὐτοπροσδιορίζεται. Ἔτσι, δικαιολογοῦνται ἀπόλυτα οἱ ὅροι «Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» πού ἔχει «Κεφαλή τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό» καί ὄχι θρησκεία, γιατί ὑπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ θρησκείας καί Ἐκκλησίας καί ἔτσι δέν δημιουργοῦνται θεολογικές συγχύσεις, ὅπως ἐπίσης δικαιολογεῖται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ἡ «Μεγάλη Ἐκκλησία», ὅτι ὑπάρχουν «ὁμόδοξες» Ἐκκλησίες, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διαφυλάσσει τίς «ἱερές παραδόσεις».
.                 Ἡ ἀφαίρεση, λοιπόν, τῶν βασικῶν στοιχείων πού ἀναφέρονται στήν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας δείχνει ὅτι ὑπάρχει ἰδεολογικό πρόβλημα καί ἀμφισβήτηση τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνδεχόμενη προσπάθεια κατευνάσεως ἀντιδράσεων ἀπό ἀνθρώπους μέ ἀριστερές ἰδέες. Νομίζω, ὅμως, ὅτι στό θέμα τοῦ Συντάγματος δέν μπορεῖ νά ὑφίστανται ἰδεολογικοί ἀνταγωνισμοί καί κομματικές σκοπιμότητες.
.                 δ) Ἡ πρότασή μου θά ἦταν τό ἄρθρο 3 νά μήν ἀρχίζη μέ τήν φράση «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», ἀλλά νά παραμείνη τό ἄρθρο ὡς ἔχει μέ τήν ἀλλαγή ἀντί «θρησκεία» «Ἐκκλησία» καί νά τεθῆ ὡς ἑρμηνευτική δήλωση, ὅτι ὁ ὅρος «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία» στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκει ἡ πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων Πολιτῶν. Αὐτό δέ πού λέγεται ὡς «θρησκευτική οὐδετερότητα» νά τεθῆ περιφραστικά στό ἄρθρο 13, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσως τήν ὁποία ἐγγυᾶται τό Κράτος.
.                 Ἄλλωστε, δέν μπορῶ νά ἀποδεχθῶ τήν φράση ὅτι ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι «θρησκευτικά οὐδέτερη» ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐγγυηθῆ καί νά προστατεύση τήν μουσουλμανική μειονότητα, βάσει τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης.

2.Ἡ πρόθεση γιά συμφωνία γιά τήν ἀξιοποίηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας

.                 Ἐνῶ ἀνακοινώθηκε ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, μετά λίγες ἡμέρες σέ κοινή δημόσια συνάντηση μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινώθηκε ἡ «πρόθεση» γιά συμφωνία πού ἐκφράσθηκε μέ τό «κοινό ἀνακοινωθέν Πολιτείας-Ἐκκλησίας» τῆς 6-11-2018 (ρεπορτάζ πού δημοσιεύθηκε στήν ἐπίσημη σελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τήν 6-11-2018) «γιά νά καταλήξουμε σέ μιά ἱστορική Συμφωνία μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πού θά πάρη τή μορφή τῆς νομοθετικῆς ρύθμισης».
.                 Πρόκειται γιά 15 ἄρθρα, καί στό τελευταῖο ἄρθρο γράφεται: «Οἱ παραπάνω δεσμεύσεις τῶν μερῶν θά ἰσχύουν ὑπό τήν προϋπόθεση τήρησης τῆς Συμφωνίας στό σύνολό της», πού σημαίνει ὅτι ἡ προτεινόμενη συμφωνία προσφέρεται ὡς «πακέτο» καί δέν χωροῦν ἐπιμέρους βελτιώσεις.
.                 Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τά σημεῖα αὐτά, μπορεῖ νά διακρίνη μιά προσπάθεια ἐπιλύσεως ἐκκρεμούντων ζητημάτων, γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν. Ἄλλωστε ἦταν πάγια ἄποψη πολλῶν ἀπό μᾶς ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν δέν ὑπάγεται στόν λεγόμενο χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν συμβάσεων πού ἔγιναν μέ τήν δέσμευση ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἔτσι, πολλοί ἰσχυρίζονταν νά ἐπιστρέψη ἡ Πολιτεία τήν περιουσία στήν Ἐκκλησία καί νά ἀναλάβη μόνη της τήν πληρωμή τῶν Κληρικῶν.
.                 Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι στό θέμα αὐτό ἔγινε μιά συμφωνία, μέ τήν ὁποία τό Κράτος ἀναγνωρίζει αὐτό τό αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπειδή δέν μπορεῖ νά ἐπιστρέψη τήν περιουσία, πού δέσμευσε, ἀποζημιώνει τήν Ἐκκλησία καί δίδει τήν δυνατότητα τῆς ἀξιοποίησης τῆς ὑπάρχουσας Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά νά ἀναλάβη ἐκείνη τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν της.
.                 Τό πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι τό κείμενο τῆς «πρόθεσης» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία», ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω, δέν ἦταν ἀποτέλεσμα ἐπεξεργασίας οὔτε τῶν θεσμικῶν ὀργάνων κάθε μέρους, οὔτε ὁμάδων καί ἐπιτροπῶν ἑκατέρωθεν. Αὐτό τό αἰφνίδιο καί ἡ ἔλλειψη συνοδικότητας ἦταν αὐτά πού προκάλεσαν περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο.
.                 Γιά μένα τό σημαντικότερο εἶναι ὅτι τό κείμενο αὐτό τῆς σύμβασης ἤ τέλος πάντων τῆς «προθέσεως» γιά μιά «ἱστορική συμφωνία», γιά σύμβαση ἦλθε σχεδόν ταυτόχρονα ἤ λίγο μετά τήν δημοσίευση τῆς προτάσεως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος.
.                 Θεωρῶ, καί μακάρι νά κάνω λάθος, ὅτι αὐτό χρησιμοποιήθηκε γιά δύο λόγους: Ἤ γιά νά λειτουργήση ἑρμηνευτικά
γιά τήν προτεινόμενη φράση πού εἰσήχθη στό 3ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος ὅτι «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», μέ τήν ἐπεξήγηση τῆς εἰσηγητικῆς ἔκθεσης «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά», καί στήν πραγματικότητα νά δώση τό μήνυμα τοῦ χωρισμοῦ σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας καί νά ἱκανοποιηθῆ μιά μερίδα ψηφοφόρωνˑ ἤ χρησιμοποιήθηκε ἀποπροσανατολιστικά, ὥστε νά μή γίνουν ἀντιδράσεις γιά τίς προτεινόμενες προτάσεις γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ στραφῆ τό ἐνδιαφέρον τῶν Κληρικῶν στήν μισθοδοσία.
.                 Τά δύο αὐτά διαζευκτικά «ἤ» ἀπευθύνονται καί στούς ὀπαδούς τοῦ κόμματος καί στούς Κληρικούς, καί λειτουργοῦν ἀφ’ ἑνός μέν κατευναστικά ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποπροσανατολιστικά.
.                 Τό ἐπίσης ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὅταν ἀνακοινώθηκε ὅτι 10.000 Κληρικοί θά ἀποδεσμευθοῦν ἀπό τήν Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν, ἀμέσως τήν ἑπομένη ἡμέρα ἀνακοινώθηκε ὑπεύθυνα ἀπό τόν Κυβερνητικό Ἐκπρόσωπο ὅτι θά προσληφθοῦν 10.000 δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτό εἶναι ἄμεση ἤ ἔμμεση προσβολή στούς Κληρικούς καί γενικά στήν Ἐκκλησία μέ πολλά κρυφά μηνύματα!
.                 Πρέπει νά διευκρινισθῆ προσεκτικά τί σημαίνει ὅτι «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», σέ συνδυασμό μέ τήν εἰσηγητική ἔκθεση «μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται κανονιστικά καί πρακτικά». Θεωρῶ ὅτι αὐτή ἡ φράση εἶναι ἐπικίνδυνη, γιατί σέ αὐτή θά στηριχθῆ μιά ὁλόκληρη σειρά νόμων καί πρακτικῶν, πού τώρα δέν μποροῦμε νά τό προσδιορίσουμε.
.                 Τό ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον σημεῖο εἶναι ὅτι τά δημοσιεύματα ἔμπειρων στό ρεπορτάζ δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀποκαλύπτουν διάφορα θέματα πρίν ἀνακοινωθοῦν, κάνουν λόγο γιά τό ὅτι ἡ συζήτηση μεταξύ Ἀρχιεπισκόπου καί Πρωθυπουργοῦ κατορθώθηκε νά διαφυλαχθῆ μυστική γιά μεγάλο χρονικό διάστημα. Βέβαια, κανείς δεν μπορεῖ νά ἀποκλείση στούς ἡγέτες τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας νά ἀνταλλάσσουν ἀπόψεις γιά τόν χειρισμό διαφόρων θεμάτων πού τούς ἀφοροῦν, τά ὁποῖα ὅμως ἐπεξεργάζονται διάφορα θεσμικά ὄργανα.
.                 Τό ἐρώτημα ὅμως γιά μένα εἶναι: Ποιοί ἐξωθεσμικοί παράγοντες (ἐκτός Ἱεραρχίας) ἤ ποιοί Ἱεράρχες συμμετεῖχαν σέ αὐτές τίς μυστικές συζητήσεις;
.                 Ἐπίσης τό μεγαλύτερο ἐρώτημα εἶναι: Γιατί αὐτή ἡ συζήτηση κρατήθηκε μυστική ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἔχει «ἔννομο πνευματικό συμφέρον» γιά τό σοβαρό αὐτό ζήτημα. Αὐτό πρέπει κανείς νά τό δῆ σέ δύο σημαντικά σημεῖα.
.                 Τό πρῶτον στό ὅτι τό ἴδιο τό Σύνταγμα στό ἄρθρο 3, ἀναφέρεται στόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850 καί τήν Συνοδική Πράξη τοῦ 1928. Πρόκειται γιά κείμενα πού συμφωνήθηκαν ἀπό τρεῖς παράγοντες, ἤτοι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τήν Ἑλληνική Πολιτεία. Φυσικά ὁ Τόμος καί ἡ Πράξη ὑπεγράφησαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά ὑπῆρξαν οἱ κατάλληλες συμφωνίες, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «προφρόνως ἀποδεξαμένης, συναινούσης καί κυρούσης καί τῆς Ἐντίμου Ἑλληνικῆς Πολιτείας» (Πατριαρχική Πράξη 1928).
.                 Ἔτσι, λοιπόν, στόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, μεταξύ ἄλλων γράφεται: «ἐν τοῖς συμπίπτουσιν ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασι, τοῖς δεομένοις συσκέψεως καί συμπράξεως πρός κρείττονα οἰκονομίαν καί στηριγμόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤρεσεν, ἵνα ἡ μέν ἐν Ἑλλάδι Ἱερά Σύνοδος ἀναφέρηται πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί τήν περί αὐτόν Ἱεράν Σύνοδον· ὁ δέ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μετά τῆς περί αὐτόν Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου παρέχει προθύμως τήν ἑαυτοῦ σύμπραξιν, ἀνακοινῶν τά δέοντα πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
.                 Δέν νομίζω ὅτι μπορεῖ νά ὑποστηρίξη κανείς μέ λογικά ἐπιχειρήματα ὅτι τά θέματα πού θίγονται στήν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καί στήν πρόθεση γιά μιά «ἱστορική συμφωνία» μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας δέν ὑπάγονται στά συμπίπτοντα ἐκκλησιαστικά πράγματα.
.                 Τό δεύτερον εἶναι ὅτι μεταξύ τῶν 10.000 Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συγκαταλέγονται καί Κληρικοί πού ἀποσπῶνται σέ Ἐνορίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκτός Ἑλλάδος καί ἄλλων Πατριαρχείων, γιά τίς ποιμαντικές ἀνάγκες του. Ὁπότε θά δημιουργηθοῦν πολλές δυσχέρειες στήν καλή λειτουργία τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν ἐκτός Ἑλλάδος.
.                 Συνεπῶς, ἡ σύνδεση αὐτῶν τῶν δύο θεμάτων, ἤτοι ἡ εἰσαγωγή τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Πολιτείας στό Σύνταγμα καί ἡ ἀξιοποίηση τῆς Ἐκκκλησιασικῆς περουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν θεωρήθηκε ἕνας «ἱστορικός συμβιβασμός». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό Κράτος θά διατηρήση τό ἄρθρο 3 στό Σύνταγμα μέ τήν προσθήκη τῆς «θρησκευτικῆς οὐδετερότητας» καί τήν κατάθεση ἀποζημίωσης στήν Ἐκκλησία γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία, ὅπως καί ἡ ἀξιοποίηση τῆς ὑπάρχουσας Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, καί ἡ Ἐκκλησία ἐμμέσως ἀποδέχεται τήν «θρησκευτική οὐδετερότητα», ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοποιήσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν της.
.                 Τό πρόβλημα λοιπόν ἔγκειται στό ὅτι γίνεται τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ὕστερα ἀπό 200 χρόνια, χωρίς ἐπεξεργασία ἀπό τά Συνοδικά ὄργανα καί προτείνεται μιά «ἱστορική συμφωνία», πού ἀναφέρεται καί στήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, χωρίς νά ἐνημερωθοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Κληρικοί, τούς ὁποίους ἀφορᾶ ἰδιαίτερα τό θέμα αὐτό.
.               Τελικά θεωρῶ ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού θά συγκληθῆ σέ μερικές ἡμέρες, πρέπει νά δώση ἀπαντήσεις σέ ὅλα αὐτά τά σοβαρά ζητήματα.–

 

, , ,

Σχολιάστε

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΣΧΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Προβληματισμο γι τ νέα σχέση κκλησίας – Πολιτείας

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr
Δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «ΝΕΑ» (9 Νοεμβρίου 2018)

.           Ὅταν γίνεται ἕνας σεισμός, οἱ σεισμολόγοι προσπαθοῦν νὰ διευκρινίσουν ἂν ἦταν ὁ κύριος σεισμὸς ἢ προσεισμικὲς καὶ μετασεισμικὲς δονήσεις.
.             Θεωρῶ ὅτι στὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας τὶς ἡμέρες ποὺ προηγήθηκαν ἔγιναν δύο ἰσχυρότατες σεισμικὲς δονήσεις καὶ φυσικὰ ἀναμένονται καὶ μικρότεροι μετασεισμοί, χωρὶς νὰ ἀποκλείονται καὶ ἰσχυρότεροι.
.           Πρόκειται γιὰ δύο σημαντικὰ γεγονότα, τὸ πρῶτο ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος στὸ ἄρθρο 3, καὶ τὸ δεύτερο ἡ «πρόθεση» «γιὰ μία ἱστορικὴ συμφωνία» μεταξὺ «Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας» γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία καὶ τὴ μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα συνδέονται στενὰ μεταξύ τους, τὸ ἕνα προϋποθέτει τὸ ἄλλο..           Ἐλπίζω ἡ ἀναγγελθεῖσα συμφωνία νὰ μὴ λειτουργήση ἀποπροσανατολιστικὰ γιὰ νὰ περάση ἀθόρυβα ἡ προταθεῖσα ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος στὸ 3 ἄρθρο.

1. Στὸ πρῶτο γεγονός, ἤτοι τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος εἶναι θετικὸ τὸ ὅτι δὲν υἱοθετήθηκε ἡ ὁρολογία «χωρισμὸς Ἐκκλησίας Πολιτείας», ποὺ ἦταν ἕνα ἀνύπαρκτο ἰδεολόγημα, καὶ τελικὰ χρησιμοποιήθηκε ἡ ὁρολογία «ἐξορθολογισμὸς τῶν σχέσεων αὐτῶν». Ὅμως δημιουργεῖται ἔντονος προβληματισμὸς γιὰ τὸ ὅτι τὸ 3 ἄρθρο τοῦ Συντάγματος «ἀναδιατυπώθηκε» μὲ τὴν προσθήκη καὶ ἀφαίρεση φράσεων.
.           Προστέθηκε ἡ φράση «ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶναι θρησκευτικὰ οὐδέτερη» καὶ ὅπως ἑρμηνεύεται στὴν αἰτιολογικὴ ἔκθεση «μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται κανονιστικὰ καὶ πρακτικά». Φυσικὰ πρέπει αὐτὸ νὰ διερευνηθῆ ἐξονυχιστικὰ τί θὰ πεῖ «ὅ,τι συναπάγεται» καὶ τί θὰ πεῖ «κανονιστικὰ καὶ πρακτικά».
.         Ἀφαιρέθηκαν φράσεις, ὅπως γράφεται στὴν αἰτιολογικὴ ἔκθεση: «Κατὰ τὰ λοιπά, ἀπὸ τὴ διάταξη ἀπαλείφονται οἱ θεολογικοῦ χαρακτήρα ἀναφορές, ὅπως καὶ ἡ ἀναφορὰ στὰ ὄργανα διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀσύμβατες μὲ τὴν καθιέρωση τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας». Πρόκειται γιὰ σοβαρὰ ζητήματα ποὺ χρήζουν διερεύνησης.
.           Ἂν δὲ μὲ τὴ «θρησκευτικὴ οὐδετερότητα τοῦ Κράτους» ἐννοεῖται ἡ ἀλλαγὴ τῆς νομικῆς προσωπικότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ γίνει ἕνα ἁπλὸ Σωματεῖο, τότε πῶς θὰ ἀντιμετωπισθῆ ἡ νομικὴ προσωπικότητα τῶν Μουφτειῶν, ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Ἕλληνες Μουσουλμάνους;

2. Τὸ ἄλλο γεγονός, ποὺ ἀφορᾶ τὸ οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ τὴ μισθοδοσία 10.000 περίπου Κληρικῶν, χωρὶς κἂν νὰ ἐρωτηθοῦν, ποὺ γίνεται, προφανῶς, σὲ ἀναφορὰ μὲ τὴ «θρησκευτικὴ οὐδετερότητα», ἀφήνει ἀνοικτὰ πολλὰ θέματα πρὸς συζήτηση.
.           Μέχρι τώρα γνωρίζουμε ὅτι κάθε συμφωνία ἢ ἔστω «πρόθεση» στηρίζεται σὲ ἐξονυχιστικὸ διάλογο μεταξὺ τῶν δύο μερῶν καὶ σὲ συγκεκριμένες μελέτες. Ἕνα σπίτι πρόκειται κανεὶς νὰ κατασκευάση καὶ χρειάζονται νὰ γίνουν πολλὲς ἀρχιτεκτονικές, στατικές, μηχανολογικές, κ.λπ. μελέτες. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν γνωρίζω συγκεκριμένους διαλόγους, οὔτε καν ἐὰν ἔχουν ἐκπονηθῆ ὅλες οἱ μελέτες ποὺ νὰ στηρίζουν τέτοιες μεγαλεπήβολες ἀποφάσεις.

3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διοικεῖ «ἐπιτροπικῶς» καὶ τὶς Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Ἑλλάδι, καθὼς ἐπίσης στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ὑπάρχουν οἱ Μητροπόλεις τῆς ἡμιαυτονόμου Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καὶ οἱ Μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου.
.           Διερωτῶμαι ἂν ὑπῆρξε κάποια συζήτηση καὶ συμφωνία μεταξὺ Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἢ μεταξὺ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τελικά, πς παιτομε ν σέβονται ο γείτονές μας τ Οκουμενικ Πατριαρχεο, κα ν μ τ σέβονται λληνικ Πολιτεία κα κκλησία τς λλάδος;
.             Θεωρῶ ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι σοβαρὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται ἰδεολογικὰ καὶ χάριν ἐντυπωσιασμοῦ. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ θὰ συγκληθῆ θὰ ἀναλάβη μεγάλη εὐθύνη ἔναντί της ἱστορίας. Ζοῦμε ἱστορικὲς στιγμές.

 

,

Σχολιάστε

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο

 τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

βλ. σχετ.́ O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

.             Ὅταν ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀμέσως ἐκδηλώνονται τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τά ὁποῖα ἔχουν διαμορφωθῆ ἀπό ἀλλότριες παραδόσεις. Αὐτό παρατηροῦμε καί στό οὐκρανικό πρόβλημα πού ἐκδηλώθηκε στήν ἐποχή μας καί ἔδωσε ἀφορμή νά ἀποκαλύπτονται «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί», ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ἄλλοτε προτάσσεται ἡ ἀγάπη ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὡσάν οἱ Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες νά μήν εἶχαν ἀγάπη, καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες καταστρατηγοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡσάν οἱ Πατέρες νά ἦταν νομικιστές καί νά μή ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐκδηλώνεται τό προτεσταντικό πνεῦμα τοῦ ἀντι-νομισμοῦ, ὅπως ἐπίσης ἐκδηλώνεται καί τό πνεῦμα τῆς ἐκνομίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.             Μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια θά γίνω σαφέστερος, γιατί τά πράγματα δέν εἶναι διαζευκτικά: κανόνες ἤ ἀγάπη.

1. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα

.             Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά Ἔθνη χρειάσθηκε σταδιακά νά συγκροτηθῆ αὐτός ὁ «ἱερός θεσμός» τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἔργο ἄρχισε κυρίως μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου-Λυῶνος. Στήν συνέχεια οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι διοργάνωσαν τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τίς βάσεις γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ἑνότητά της.
.             Στήν ἀρχή συγκροτεῖτο κατά τόπους ἡ Ἐκκλησία ὑπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, καί ἀπό τό μισό τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ. παρατηρεῖται ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἐπαρχιακῶν Συνόδων, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Τό ἀρχαιότερο σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν τό Μητροπολιτικό σύστημα, στό ὁποῖο ὁ Μητροπολίτης ἦταν πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐπαρχίας του. Ἀργότερα δημιουργήθηκε τό ὑπερ-Μητροπολιτικό σύστημα, γιά νά καταλήξη στό Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἐκκλησιαστικά αὐτά συστήματα πάντοτε ὑπάρχει «ὁ Πρῶτος» πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητά τους. Τό θέμα αὐτό δέν ἦταν θέμα κοσμικῆς νοοτροπίας καί ἐξουσίας, ἀλλά ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Αὐτή ἡ συνοδική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγινε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀγάπη, ἀλλά ἀπό ἁγίους καί θεόπνευστους Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖοι Πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέσπισαν Κανόνες γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. καθιέρωσε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, καί οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, κυρίως ἡ Β΄ (381) καί ἡ Δ΄ (451) Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τό ὑπερ-Μητροπολιτικό καί τελικά τό Πατριαρχικό σύστημα.
.             Αὐτές οἱ βασικές ἐκκλησιολογικές γνώσεις εἶναι ἀπαραίτητες, γιατί οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε καί νά σεβόμαστε τήν κανονική αὐτή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν τήν ἀμφισβητοῦμε οὔτε νά τήν ὑπονομεύουμε μέσα ἀπό συναισθηματικούς λόγους καί μάλιστα μέ λαϊκιστικά συνθήματα, τύπου κοινωνικῆς ἀναρχίας.
.             Μάλιστα, λίγο πρίν χειροτονηθοῦμε Ἐπίσκοποι δώσαμε ὑπόσχεση ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ, καί βασικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά διαφυλάξουμε τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἀφοῦ ὁμολογήσουμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔπειτα δίνουμε τήν ἑξῆς ὁμολογία:
.             «Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τούς ἱερούς κανόνας, οὕς οἱ Μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ᾽ αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ᾽ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον Ἱερόν κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου».
.             Ἀπό αὐτό τό ἀπόσπασμα – ὁμολογία πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον φαίνονται δύο σημαντικές ἀλήθειες.
.             Ἡ πρώτη ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πεντηκοστῆς καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Προτεστάντες καί ὅσοι διακρίνονται ἀπό τήν νοοτροπία τους κάνουν διάκριση μεταξύ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί μεταξύ Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί προτιμοῦν τούς μέν ἔναντι τῶν δέ. Μέ τέτοια ἐπιχειρήματα ἐπαγγέλλονται νά ἐπαναφέρουν δῆθεν τήν Ἐκκλησία στήν ἀρχαία ἀποστολική ζωή, παρακάμπτοντας τήν ὅλη κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας πού τήν θεωροῦν ὡς διαστρεβλωτική τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων.
.             Μιά τέτοια θεωρία εἶναι βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες ἐν Συνόδῳ νά θεσπίσουν τού ὅρους καί τούς ἱερούς Κανόνες.
.             Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη σχέση μεταξύ τῶν ὅρων-δογμάτων καί τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ὅροι-δόγματα καθορίζουν τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης στό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό θέμα, ἐνῶ οἱ Κανόνες εἶναι οἱ ἐφαρμογές τῶν ὅρων στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.
.             Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλές φορές κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ἑορτάζουμε τήν σύγκληση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός χάριν μιᾶς νεφελώδους καί συναισθηματικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνατροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης) στό ἄριστο ἐπιστημονικό του ἔργο μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνες» ἀναλύει δεξοδικά αὐτό τό σημαντικό θέμα.
.             Ἰδίως τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου μέ τίτλους: «Ἡ θέσπισις τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς ποιμαντικῆς», «Ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν Κανόνων προϋπόθεσις τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εὐταξίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», «Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπό τῶν Ποιμένων συνοδική διαχείρισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων», «Ἡ αἵρεσις, τό σχίσμα καί ἡ ἐνδεικνυομένη πρός τούς αἱρετικούς καί σχισμαστικούς ποιμαντική στάσις», εἶναι ὑποδείγματα ἐπιστημονικοῦ λόγου καί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
.             Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ μακαριστός Ἡγούμενος χρησιμοποιώντας παραδείγματα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα, γράφει: «Οἱ Πατέρες βιοῦν τούς Κανόνες ὡς “μαρτύρια” Θεοῦ αἰσθανόμενοι δι᾽ αὐτούς χαράν ὡς ᾐσθάνοντο οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν συνείδησιν τῶν Πατέρων οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποτελοῦν οὐχί τι τό διάφορον πρός τάς θείας ἐντολάς, ἀλλά συνέχισιν αὐτῶν. Ὅ,τι λέγεται, λοιπόν, περί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τῇ Καινῇ Διαθήκῃ εἶναι δυνατόν νά λέγεται καί περί τῶν ἱερῶν Κανόνων».
.             Αὐτός ὁ λόγος εἶναι πολύ σημαντικός καί δείχνει τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι᾽ αὐτό κανείς μάλιστα ἀπό μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς δέν πρέπει νά ἀμφισβητῆ τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων.

2. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

.             Στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε οἱ θεόπνευστοι Πατέρες, ὅπως προαναφέρθηκε, νά θεσπίσουν τούς ἱερούς Κανόνες, γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης «Πενταρχίας», καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.

Μερικά παραδείγματα.

.             Ὁ ϛ΄ Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, νά ἐξακολουθήση νά ἔχη τήν τιμή στήν Μητρόπολη, διατηρώντας τό κύρος της.
.             Μέ τόν β΄ καί γ΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.), συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ΄ Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κείμενο: «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην». Μετάφραση (Προδρόμου Ἀκανθοπούλου): «Ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια νά ἔχη τά πρεσβεῖα τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ νέα Ρώμη».
.             Μέ τόν η΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.) ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Κείμενο: «…ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται». Μετάφραση: «…οἱ ἐπίσκοποι τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου, πού προσῆλθαν στήν ἁγία σύνοδο, νά ἔχουν τό ἀνεπηρέαστο καί ἀβίαστο σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῶν ὁσίων Πατέρων καί τήν παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τίς χειροτονίες τῶν εὐσεβεστάτων ἐπισκόπων∙ τό ἴδιο νά τηρηθῆ καί στίς ἄλλες διοικήσεις καί σέ ὅλες γενικά τίς ἐπαρχίες».
.             Μέ τόν κη΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης μέ τόν θρόνο τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: Κείμενο: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». Μετάφραση: «Ἔχοντας λοιπόν τόν ἴδιο σκοπό οἱ ἑκατό πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τά ἴσα πρεσβεῖα στόν ἁγιότατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη πού τιμήθηκε μέ βασιλεία καί σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καί τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τήν πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, νά μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καί στά ἐκκλησιαστικά πράγματα, καθώς εἶναι δεύτερη (στήν τάξη) ὕστερα ἀπό ἐκείνη».
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λϛ´ Κανόνα της. Κείμενο: «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἶτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως». Μετάφραση: «Ἀνανεώνοντας ὅσα νομοθετήθηκαν ἀπό τούς ἑκατόν πενήντα ἁγίους Πατέρες πού συνῆλθαν σ᾽ αὐτήν τή θεοφύλαχτη καί βασιλική πόλη καί ἀπό τούς ἑξακοσίους τριάντα πού συνῆλθαν στή Χαλκηδόνα, ὁρίζουμε νά ἀπολαμβάνη ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τό θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης καί νά μεγαλύνεται, ὅπως ἐκεῖνος, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά εἶναι δεύτερος μετά ἀπό ἐκεῖνον, καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν νά ἀριθμῆται ὁ θρόνος τῆς μεγαλούπολης Ἀλεξάνδρειας, ἔπειτα ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας καί ὕστερα ἀπ᾽ αὐτόν ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων».
.             Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Αὐτό λέγεται «Πενταρχία».
.             Ἀργότερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἡ Πρεσβυτέρα Ρώμη, παρεχώρησε μέ κενωτική-θυσιαστική ἀγάπη τμήματα τοῦ ποιμνίου του γιά τήν δημιουργία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνήθως τά ἄλλα Πατριαρχεῖα δέν προχώρησαν σέ δημιουργία νέων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ποίμνιά τους.

3. Ἡ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας

.             Τά νεώτερα χρόνια παρουσιάσθηκε μιά ἄποψη, θά ἔλεγα ἀντινομιστική, πού εἶναι ἀντίθετη μέ αὐτήν τήν παράδοση, πού ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Πρόκειται γιά μιά θεωρία πού ἐκπόνησαν διάφοροι Ρῶσοι θεολόγοι, ἀναφερόμενοι στό ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πού δείχνει τήν ἐλευθερία, παραθεωρώντας συγχρόνως τούς Κανόνες καί τήν κανονική συγκρότηση τῶν Ἐκκλησιῶν.
.             Βασικό σημεῖο αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὄχι ὡς ἕνας κανονικός ὀργανισμός, ἀλλά μέ βάση τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ θεωρία αὐτή διατυπώθηκε ἀπό τόν Νικολάϊ Ἀφανάσιεφ (1893-1966), ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τίς ἀπόψεις τῶν Σλαυοφίλων θεολόγων, ἰδιαιτέρως τοῦ Χομιακώφ καί τοῦ Μπουλγκάκωφ.
.             Οἱ Σλαυόφιλοι πιστεύουν ὅτι ἡ ρωσική κουλτούρα ἦταν ἕνα προϊόν τοῦ ἰουδαιο-χριστιανισμοῦ καί τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τόν Χριστιανισμό, καί δέν προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο. Ἔτσι, ἡ ἔλλειψη στήν ρωσική κοινωνία τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ φαίνεται ὡς ἀρνητική, ἐν τούτοις γι᾽ αὐτό θεωρεῖται θετική, γιατί ἡ ρωσική κουλτούρα ἀποτελεῖτο ἀπό χριστιανικές πηγές καθαρές, χωρίς τίς μή χριστιανικές ἐπιρροές.
.             Τέτοιες ἀπόψεις ἐκφράσθηκαν ἀπό τόν Ἀλέξη Χομιακώφ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως καθόριζε ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀγάπης «ἔχει τίς ρίζες του σέ ἕνα συστηματικό Τριαδικό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας». Σέ αὐτήν τήν προοπτική παρουσιάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς θεϊκό πρόσωπο πού ἐσωτερικεύει τήν ἐξωτερική ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα ἀπό τόν Χριστό. Αὐτό ἐκδηλώνεται μέσα στήν θεία Εὐχαριστία, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ Aidan Nichols.
.             Συγκεκριμένα, ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἑνότητα τῆς Χάριτος πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα στά Μυστήρια, ἐνῶ αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τόν Παπισμό, στόν ὁποῖο ἔβλεπε ὅτι ὑπάρχει μιά ἐξουσία πάνω σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, γιατί, κατ᾽ αὐτόν, μέσα ἀπό τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καμμιά σχέση ἐξουσίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει ἱεραρχία μεταξύ τους, καμμιά κατάταξη σέ μεγαλύτερο ἤ μικρότερο, μέσα στήν χριστιανική κοινοπολιτεία».
.             Ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς μιά ἀόρατη πραγματικότητα, μιά ἕνωση προσώπων μέ βάση τήν κοινή πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Χριστιανικό Θεό, καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία -Κληρικοί καί λαϊκοί- κληρονομοῦν τό χάρισμα τῶν Ἀποστόλων.
.             Κριτική στήν θεωρία αὐτή τοῦ Χομιακώφ ἔγινε ἀπό τόν Μπουλγκάκωφ πού ὑποστήριζε ὅτι μιά τέτοια ἑρμηνεία προέρχεται ἀπό τήν ταύτιση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, πού συνέβαινε στήν Τσαρική Ρωσία, καί γι’ αὐτό ὁ Χομιακώφ προσπάθησε νά δῆ τήν ἐσωτερική χαρισματική της ζωή. Ὅμως, οἱ δύο ἐπαναστάσεις τοῦ 1917 ἀπελευθέρωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν κρατικό ἔλεγχο καί ἀπεκάλυψαν ὅτι εἶναι μία κοινωνία ἀπό μόνη της, μέ δικά της ὄργανα διακυβερνήσεως καί ἑπομένως δέν εἶναι μόνον ἕνα θεϊκό μυστήριο ἤ μιά πνευματική κοινωνία.
.             Ὅμως, ὁ Μπουλγκάκωφ, παρά τήν κριτική του, κράτησε τρία σημεῖα ἀπό τόν Χομιακώφ, ὅτι ἡ ἀθέατη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πιό σημαντική ἀπό τήν ὁρατή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἑνιαία ἕνωση κοινοτήτων, χωρίς νά ὑπάρχη ἕνας παγκόσμιος θεσμός, καί ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἐξουσία, ἐξαναγκασμός, νομικός περιορισμός, ποινή, ὁπότε ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνότητα μεταξύ ἐλευθερίας καί ἀγάπης.
.              Στήν συνέχεια ὁ Ἀφανάσιεφ εἶδε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι σέ ἕνα ἀνθρώπινο στοιχεῖο, ἀλλά στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη θεμελιώνεται στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά ἐπέκταση καί ἐκ νέου ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ ὅρους τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐσχατολογική, βασική της μορφή εἶναι ἡ Τοπική Ἐκκλησία, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη νόμος ἤ ἐξουσία ἤ σχέσεις ὑποταγῆς καί ἐπιβολῆς.
.             Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἱερωσύνη, ὅπως φαίνεται στήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι διακονική προσφορά, καί ὅταν μιά Τοπική Ἐκκλησία λαθεύει, τότε διακόπτεται ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τά μέλη της καί αὐτό δέν εἶναι μιά πράξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, μιά πράξη σχέσεων ἐξουσίας, ἀλλά μιά πράξη ὁμολογίας πίστεως καί ἀγάπης διορθωτικῆς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού ἔκανε λάθη εἶναι ἐλεύθερη νά τά λάβη ὑπ᾽ ὄψη της ἤ ὄχι.
.             Ἀπό αὐτήν τήν μικρή ἀνάλυση τῆς θεωρίας τῶν σλαυόφιλων θεολόγων φαίνεται καθαρά ἡ ὑποτίμηση καί ἡ παραθεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἦταν ἐπίδραση τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Βέβαια, οἱ σλαυόφιλοι θεολόγοι εἶχαν δικά τους προβλήματα, κατά τήν τσαρική περίοδο καί τήν μεταεπανασταστική περίοδο, καί γι᾽ αὐτό ἔφθασαν σέ αὐτήν τήν θεωρία ἐξάρσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας σέ βάρος τῆς κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
.             Δυστυχῶς ὅμως αὐτές οἱ θεωρίες ἐπηρέασαν καί πολλούς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὥστε στήν συνέχεια καί αὐτοί νά παραθεωροῦν τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁμιλοῦν γιά μιά σύνδεση ἀγάπης καί ἐλευθερίας μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μελετώντας τά Πρακτικά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, παρατηρεῖ κανείς τά ἀκόλουθα:
.             Πρῶτον, οἱ Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητάς της, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Δεύτερον, οἱ ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα πού καταργοῦν τήν ἀγάπη καί ἀντιπαλεύουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά εἶναι «μαρτύρια» τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.
.             Τρίτον, ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἔχει ὡς Πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης.
.             Τέταρτον, ἡ παραθεώρηση τοῦ κανονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀγάπης καί ἐλευθερίας συνιστᾶ ὑπονόμευση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ὁμολογήσαμε πρίν τήν χειροτονία μας ὅτι θά τηροῦμε καί δέν πρέπει νά τούς ἀπαξιώνουμε μέ περίεργους συλλογισμούς.
.             Πέμπτον, ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν ἱστορία τῆς Αὐτοκεφαλίας μας. Γιατί, ὅπως ἔγραφε παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, εἴμαστε «οἱ πρῶτοι διδάξαντες» τούς Βαλκανικούς λαούς γιά τήν ἀποσκίρτησή τους μέ ἐπαναστατικό τρόπο ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση ξένων δυνάμεων, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἦταν ἀπόρροια τοῦ Διαφωτισμοῦ.
.             Ἕκτον, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «πρωτότοκη θυγατέρα» καί ἀδελφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει τήν τιμή νά συνοικῆ μέ τήν Μητέρα – Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γι᾽ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στούς λόγους μας, ὥστε νά μή συμμετέχουμε σέ πράξεις ὑπονομεύσεώς του. Ἄν γίνη κάτι τέτοιο, εἶναι στήν πραγματικότητα παράβαση τῆς ὁμολογίας πού δώσαμε ὅτι θά τηροῦμε τά δόγματα, τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὅλα ὅσα ἀναφέρθησαν προηγουμένως εἶναι ἀπαραίτητα νά ὑπενθυμίζονται, γιατί δυστυχῶς παραθεωρεῖται τό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς δῆθεν νομικισμός. Μέ τόν τρόπο αὐτό βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες νά ρυθμίσουν τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Συγχρόνως δείχνουν καί τήν βασική αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς μας.
.             Τά θέματα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι σοβαρότατα καί δέν προσφέρονται γιά ἐκκλησιαστικούς λαϊκισμούς.

 

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

Ἡ συζήτηση γιά τήν ἀνακήρυξη Αὐτοκεφαλίας
σέ μιά Ἐκκλησία


τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

.           Σέ προηγούμενο ἄρθρο μου μέ τίτλο «Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» [O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)] ἔδωσα τά βασικά στοιχεῖα τί εἶναι Αὐτοκέφαλο καί πῶς αὐτό λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μή καταλήξη οὔτε στό παπικό πρωτεῖο οὔτε στίς προτεσταντικές συνομοσπονδίες.
.           Μέ τό παρόν ἄρθρο μου, πού εἶναι συνέχεια τοῦ προηγουμένου, θά ἐπισημάνω τήν συζήτηση πού ἔγινε τά τελευταῖα χρόνια γιά τό πῶς χορηγεῖται τό Αὐτοκέφαλο, μέ ποιές προϋποθέσεις δίνεται καί βεβαίως θά παρουσιάσω τό ἀτελέσφορο αὐτῶν τῶν συζητήσεων καί πῶς ἔτσι φθάσαμε στά σύγχρονα γεγονότα στήν Οὐκρανία, μέ τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

1. Τό κείμενο γιά τό «Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ»

.           Ἕνα ἀπό τά θέματα τά ὁποῖα καθορίσθηκαν νά συζητηθοῦν καί νά ἐγκριθοῦν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἀπό τήν Α´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στήν Γενεύη τόν Νοέμβριο τοῦ 1976, ἦταν καί τό θέμα: «Τό Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ», καί μάλιστα ἦταν τό δεύτερο θέμα κατά σειρά μετά τό θέμα τῆς «Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς».
.           Στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού ἔγινε μεταξύ 7ης καί 13ης Νοεμβρίου 1993 ἐγκρίθηκε ἕνα κείμενο γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα. Ὅπως γράφεται στό κείμενο αὐτό, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή «ἐξήτασε τάς ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς, ποιμαντικάς καί πρακτικάς διαστάσεις τοῦ θέματος τοῦ Αὐτοκεφάλου ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» καί κατέληξε σέ συμπεράσματα.
.           Τό κείμενο αὐτό ἀποτελεῖται ἀπό 4 ἄρθρα καί τά παραθέτω:

«1. Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας ἐκφράζει κατ’ αὐθεντικόν τρόπον μίαν ἐκ τῶν οὐσιαστικῶν ὄψεων τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς παραδόσεως περί τῆς σχέσεως τῆς τοπικῆς πρός τήν ἀνά τήν Οἰκουμένην Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡ βαθεῖα αὕτη σχέσις τοῦ κανονικοῦ θεσμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοκεφαλίας πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογικήν διδασκαλίαν περί τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐξηγεῖ τόσον τήν εὐαισθησίαν τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ὑφισταμένων προβλημάτων περί τήν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, ὅσον καί τήν προθυμίαν αὐτῶν ὅπως συμβάλουν δι’ ἐκτενῶν εἰσηγήσεων εἰς τήν ἀξιοποίησίν του ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

2. Ἡ συνεπής πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν ἀλληλοπεριχώρησις τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος προσδιορίζει τήν λειτουργικήν σχέσιν μεταξύ τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, διό καί διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τήν θέσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν ζωήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

3. Διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τούς ἀναγκαίους κανονικούς ὅρους διά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας, ἤτοι ὡς πρός τήν συγκατάθεσιν καί τάς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας-μητρός, ὡς πρός τήν ἐξασφάλισιν πανορθοδόξου συναινέσεως καί ὡς πρός τόν ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου. Συμφώνως πρός τήν συμφωνίαν ταύτην:

α) Ἡ Ἐκκλησία-μήτηρ, δεχομένη τό αἴτημα ὑπαγομένης εἰς αὐτήν ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς, ἀξιολογεῖ τάς ὑφισταμένας ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, πρός παροχήν τοῦ αὐτοκεφάλου. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἡ τοπική Σύνοδος, ὡς ἀνώτατον ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, παράσχει τήν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ὑποβάλλει σχετικήν πρότασιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τήν ἀναζήτησιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως, ἐνημερώνει δέ σχετικῶς τάς λοιπάς κατά τόπους αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.

β) Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, κατά τά πανορθοδόξως καθιερωμένα, ἀνακοινοῖ διά Πατριαρχικοῦ Γράμματος πάντα τά σχετικά πρός τό συγκεκριμένον αἴτημα καί ἀναζητεῖ τήν ἔκφρασιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως. Ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις ἐκφράζεται διά τῆς ὁμοφωνίας τῶν Συνόδων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

γ) Ἐκφράζων τήν συγκατάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας-μητρός καί τήν πανορθόδοξον συναίνεσιν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό αὐτοκέφαλον τῆς αἰτησαμένης Ἐκκλησίας διά τῆς ἐκδόσεως Πατριαρχικοῦ Τόμου. Ὁ Τόμος οὗτος ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός.

4. Ἡ ἀνακηρυχθεῖσα Αὐτοκέφαλος τοπική Ἐκκλησία ἐντάσσεται ὡς ἰσότιμος εἰς τήν κοινωνίαν τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀπολαύει πάντων τῶν πανορθοδόξως καθιερωμένων κανονικῶν προνομίων (Δίπτυχα, Μνημόσυνον, Διορθόδοξοι σχέσεις κ.λπ.)».

.           Τό κείμενο αὐτό δείχνει τί εἶναι τό αὐτοκέφαλο, πῶς στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση μεταξύ τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ διοικητικῆς ὀργανώσεως κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.           Ἐπίσης, φαίνεται ὅτι ἡ παράγραφος γ´ τοῦ ἄρθρου 3 ἦταν ἡ πλέον βασική, γιατί δείχνει τόν τρόπο ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου σέ μιά Τοπική Ἐκκλησία. Δηλαδή ἡ Τοπική Ἐκκλησία κάνει αἴτηση νά λάβη τό Αὐτοκέφαλο, ἡ Ἐκκλησία-μητέρα στήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τῆς ὁποίας ἀνήκει ἐκφράζει τήν συγκατάθεσή της, ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δίδουν τήν συναίνεση καί μετά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό Αὐτοκέφαλο στήν Ἐκκλησία πού τό ζήτησε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀφοῦ προηγηθοῦν τά προηγούμενα στάδια, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκδίδει τόν Συνοδικό Τόμο.
.           Ἐπί πλέον ἐκφράσθηκε ἡ ἐπιθυμία νά προσυπογράφεται ἀπό τούς Προκαθημένους ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ἀπό τόν Προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁποία ἀνῆκε ἕως τότε ἡ Ἐκκλησία, στήν ὁποία θά χορηγηθῆ τό Αὐτοκέφαλο, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς Ἐκκλησία Μητέρα.
.           Πρόκειται γιά μιά ἰσορροπημένη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση, πού δείχνει πῶς λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὥστε τό αὐτοκέφαλο νά μή γίνη «κακοκέφαλο».
.           Στό τέλος ὅμως τοῦ κειμένου καταγράφεται μιά σημείωση: «Τό περιεχόμενον τῆς παραγράφου 3. γ) παρεπέμφθη πρός πληρεστέραν ἐπεξεργασίαν εἰς τήν ἑπομένην Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν, ἥτις καί θά ἀναζητήσῃ τήν ἐπ’ αὐτῆς ἑνιαίαν θέσιν τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὁλοκληροῦσα οὕτω τό ἔργον αὐτῆς ἐπί τοῦ θέματος τούτου».
.           Τό κείμενο αὐτό ἦταν ἔργο τῶν Ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί θά ἔπρεπε νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅποτε αὐτή θά συνερχόταν.

2. Ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ Δεκεμβρίου 2009

.           Τήν Συνοδική περίοδο 2009-2010 ἤμουν μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή παρακολούθησα τήν πορεία τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.           Συγκεκριμένα, τήν περίοδο ἀπό 9ης ἕως 17ης Δεκεμβρίου 2009 συνῆλθε στό Πατριαρχικό Κέντρο στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή, γιά νά μελετήση τά θέματα πού ἐπρόκειτο νά συζητηθοῦν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἤτοι τό «Αὐτοκέφαλο», τό «Αὐτόνομο» καί τά «Δίπτυχα». Πρόκειται γιά σοβαρά ἐκκλησιολογικά ζητήματα πού ἀναφέρονται στήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.           Ὁ ἀείμνηστος Πρωτ. Στέφανος Ἀβραμίδης, Γραμματεύς τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού συμμετεῖχε ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Ἐπιτροπή αὐτή ὡς σύμβουλος, ἐνῶ μέλος ἦταν ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος, ὑπέβαλε Ἔκθεση τῶν Πεπραγμένων τῆς Διορθόδοξης αὐτῆς Προσυνοδικῆς Ἐπιτροπῆς στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἡ ἔκθεση αὐτή εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρουσα, γιατί δείχνει τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.           Θά δοῦμε δύο σημεῖα ἀπό τήν Ἔκθεση αὐτή, πού φανερώνουν τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν Οὐκρανία.

α) Συζήτηση γιά τό θέμα

.           Ἤδη, ὅπως ἔχω σημειώσει πιό πάνω, ἡ παράγραφος 3γ´ παραπέμφθηκε ἀπό τήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ 1993 νά συζητηθῆ σέ μιά ἑπόμενη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη.
.           Γιά τό θέμα αὐτό διεξήχθη ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλυπτική συζήτηση στήν Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ Δεκεμβρίου 2009. Δέν διαθέτω τά Πρακτικά τῆς Συνεδριάσεως αὐτῆς, ἀλλά ἔχω τήν Ἔκθεση τοῦ Γραμματέως π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, πού κατέθεσε σέ ἐπίσημο κείμενό του στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, καί νομίζω ὅτι θά ἀποδίδη τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος (Περγάμου Ἰωάννης) Ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ἀνέπτυξε τήν θέσιν τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου: ὅτι δηλαδή ἐφ’ ὅσον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξασφαλίζει τήν συναίνεσιν τῶν κατά Τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διά τῆς λήψεως ἐγγράφου συναινέσεώς τους, δύναται νά ὑπογράψῃ μόνος του τόν Πατριαρχικόν Τόμον». Δηλαδή, ὁ Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας θά ὑπογραφόταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ θά προηγῆτο ἡ συναίνεση ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
.           Στήν συνέχεια ἀκολούθησε συζήτηση μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Πρῶτος, ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων (Ἐκκλησία Ρωσίας) «ἀνέπτυξε διά μακρῶν τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας: ὅτι ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι πρέπει νά ὑπογράφουν τόν Τόμον τοῦ Αυτοκεφάλου ἤ τοὐλάχιστον “καί” ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ».
.           Αὐτό δείχνει ὅτι ἀμέσως ἐτέθη ἡ δεύτερη πρόταση, ἀντίθετη ἀπό τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στήν οὐσία ἐτέθη τό θέμα τῆς μειώσεως τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως προβλέπεται ἀπό τούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσες ἀκολούθησαν καί τῆς ὅλης Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
.           Ὁ Θεοφιλέστατος Καμπινεάνουλ Κυπριανός (Ἐκκλησία Ρουμανίας) «ἐξέφρασε τήν αὐτήν μέ τόν Σεβ. Βολοκολάμσκ θέσιν, τονίσας ὅτι οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμοφωνία καί ἡ Συνοδικότης. Καί ἐπρότεινε, νά προστεθῆ εἰδική παράγραφος προβλέπουσα τήν δυνατότητα μιᾶς Ἐκκλησίας νά προσφύγῃ εἰς πανορθόδοξον ὄργανον εἰς περίπτωσιν “ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως” τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός νά συγκατατεθῇ νά χορηγηθῇ Αὐτοκέφαλον. Ὄπισθεν τῆς προτάσεως αὐτῆς ἴσως ὑποκρύπτετο ἡ Ρουμανική διεκδίκησις δικαιοδοσίας ἐπί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μολδαβίας».
.           Ἀκολούθως ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος Μητροπολίτης Περγάμου ἀντέτεινε, «ὅτι ὑπάρχουν πολλοί τρόποι ἐκφράσεως τῆς συνοδικότητος, τῆς ὁμοφωνίας καί τῆς ἑνότητος καί ἐξέφρασε τόν φόβον πού διατυπώνουν πολλοί, περί συνειδητῶν ἐνεργειῶν Ἐκκλησιῶν τινων διά μείωσιν τῶν προνομίων τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας. Καί ἐτόνισεν, ὅτι ἄν ὑπογράψῃ μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου οὐδόλως ὑποβαθμίζεται ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις, ἀφοῦ κατά τά ἤδη ἀποφασισθέντα θά πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νά ἔχῃ δοθῆ ἡ συναίνεσις πάντων τῶν προκαθημένων καί φυσικά καί τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος) «ἀφοῦ ἀνεφέρθη εἰς τήν παγεράν ἀτμόσφαιραν πού ἐπεκράτει εἰς τήν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, διά πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξε ὅτι τήν ὁμοφωνίαν δέν μποροῦν νά διασαλεύσουν “ὡρισμένοι φιλονεικοῦντες” (κατά τήν φράσιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καν. ϛ´). Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐκήρυττον ὅτι τά πάντα ἀπεφασίζοντο ὁμοφώνως, παρά τό γεγονός ὅτι ποτέ δέν ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ὁμοφωνία καί πάντοτε ἐκράτει ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν δεσμεύεται ἀπό καμμίαν προπαρασκευαστικήν διαδικασίαν, ἀπαιτοῦσαν λῆψιν ὁμοφώνων προτάσεων πρός αὐτήν, καί μπορεῖ νά φέρῃ τά πάνω κάτω».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὑπέμνησε ὅτι τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τό Πατριαρχεῖον Μόσχας ἔλαβε κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ἐνδημούσης ἐν Κ/πόλει Συνόδου! Μέ τό ἐπιχείρημα αὐτό ἤθελε νά ἐνισχύσῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὅτι τό Αὐτοκέφαλον πρέπει νά χορηγῆται ὑπό πανορθοδόξου σώματος».
.           Τότε ὁ Καθηγητής Φειδᾶς, πού ἦταν σύμβουλος στήν Γραμματεία «ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «παρεμβαίνων εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐτόνισεν ὅτι τό Πατριαρχικόν Ἀξίωμα ἐδόθη εἰς τόν Μόσχας ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμία. Αὐτοκέφαλος εἶχε ἀνακηρυχθῇ τότε ὁ Μητροπολίτης Μόσχας. Στόν Μητροπολίτη Ἰώβ πρῶτα ἐδόθη τό Πατριαρχικό Ἀξίωμα καί μετά τό Αὐτοκέφαλον. Δηλαδή ἀποσαφηνίσθη ἡ θέσις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας ἐν σχέσει πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ θέσις του εἰς τό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν».
.           Πράγματι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Καθηγητής ὑποστηρίζει σέ βιβλίο του, ἡ πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰώβ ἔγινε ὑπό τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ τήν 26 Ἰανουαρίου 1589, κατά τήν θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε «Πατριαρχεῖον». Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Κωνσταντινούπολη συνεκάλεσε ἐνδημοῦσα Σύνοδο (1590), στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωακείμ Ε´ καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος Δ´, γιά τήν ἔκφραση τῆς συναινέσεώς τους στήν ἀνακήρυξη τῆς πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐπειδή ὅμως τότε ὁ θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας τελοῦσε ἐν χηρείᾳ, συνεκλήθη μετά τρία χρόνια μεγάλη ἐνδημοῦσα Σύνοδος (1593) γιά νά ἐκφρασθῆ καί ἡ συναίνεση καί τοῦ ἤδη ἐκλεγέντος καί χειροτονηθέντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μελετίου Α´ Πηγᾶ. Ἔτσι, μέ τήν Ἐνδημοῦσα αὐτήν Σύνοδο ἔγινε ἀποδοχή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὡς Πατριαρχείου πού εἶχε χορηγηθῆ ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ μέ ἐπίδοση Πατριαρχικοῦ Χρυσόβουλου ἤ Τόμου τό 1589 στήν Μόσχα (Βλασίου Φειδᾶ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, Ἀθῆναι 2012, σελ. 343 καί ἑξῆς).
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὡσάν νά ἀπαντοῦσε εἰς τόν κ. Φειδᾶν εἶπε: Ὁ Πατριάρχης μας ποτέ δέν θά ἐξουσιοδοτήσῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην νά μιλήσῃ ἐκ προσώπου του!».
.           Ἐκδηλώθηκε σαφέστατα ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς πρώτου στό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Ἄμεση ἀπάντηση ἔδωσε ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος: «Ἐδῶ, διαπιστώνεται, ὅτι τίθεται θέμα ἐκκλησιολογικό. Αὐτά πού λέγατε ἐνισχύουν τάς ὑποψίας μας, ὅτι ὑπάρχει προσπάθεια ὑποβαθμίσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχει συντονιστικόν ἔργον καί δύναται νά ἐκφράζῃ τήν γνώμην ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί τό κάνει ἀφοῦ συνεννοηθῇ μέ τούς ἄλλους Προκαθημένους. Αὐτό δέν ἔχει καμμία σχέση μέ παπικά πρωτεῖα. Ὁ Πάπας ἐκφράζει τήν γνώμην του, δέν ἐρωτάει τούς ἄλλους. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ζητεῖ νά ἐξασφαλίσῃ τήν γνώμην τῶν ἄλλων καί αὐτήν ἐκφράζει».
.           Στό σημεῖο αὐτό λύθηκε ἡ Συνεδρία τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης συνεχίζει στήν Ἔκθεσή του:
.           «Καθ’ ὅλην τήν ἑπομένην ἡμέραν, παρά τήν ἔκκλησιν τοῦ Σεβ. Προέδρου νά μή μειωθῇ ἡ μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων συνέδρων ἀγάπη, αἱ συζητήσεις ἐπί τοῦ θέματος τοῦ ποιός ὑπογράφει τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου διεξήγοντο μέσα σέ ἕνα κλῖμα ἐντάσεων».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος «ἐτόνισε ὅτι τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἶναι βασικόν ἐκκλησιολογικόν θέμα ἐπί τοῦ ὁποίου δέν δύναται νά γίνῃ καμμία ὑποχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».
.           Ἑπομένως, ἐτέθησαν δύο προτάσεις. Ἡ πρώτη πρόταση ἦταν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅτι ὁ Τόμος Αὐτοκεφαλίας ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ προηγηθῆ αἴτηση ἀπό τήν Ἐκκλησία πού θέλει τήν Αὐτοκεφαλία, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀνῆκε προηγουμένως καί συναίνεση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ δεύτερη πρόταση ἦταν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὅτι μέ τά ὅσα προηγοῦνται τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου, ὁ Τόμος ὑπογράφεται ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
.           Στήν ἔκθεση γράφεται: «Μέ τήν θέσιν αὐτήν (δηλαδή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) συνετάγησαν τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καί αἱ Ἐκκλησίαι Ἑλλάδος καί Ἀλβανίας», δηλαδή 6 Ἐκκλησίες μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
«Μέ τήν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας συνετάγησαν αἱ Ἐκκλησίαι Σερβίας, Ρουμανίας (διά τούς δικούς της λόγους), καθώς καί αἱ Ἐκκλησίαι Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, καί Τσεχίας καί Σλοβακίας», δηλαδή 7 Ἐκκλησίες μέ τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας.
«Ὑπέρ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες ἐτάχθη καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου». Τελικά 6 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί 8 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Πατριαρχείου Ρωσίας.
.           Στήν συνέχεια ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ «ἐπρότεινε μίαν συμβιβαστικήν λύσιν: ὁ τόμος νά ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου μέ μεγαλύτερα γράμματα καί ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ νά ὑπογράφῃ ὡς συναποφαινομένη ἤ συμμαρτυροῦσα. Ὅμως ἡ πρότασις αὐτή δέν ἔγινε δεκτή, αἱ Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐστήριζον τήν θέσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπέμενον, ὅπως ὁ Πατριαρχικός Τόμος ὑπογράφεται ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐνῷ αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι ἐπέμεναν ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν κατά Τόπους Ἐκκλησιῶν καί ὄχι μόνον ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Στό σημεῖο αὐτό παρενέβη ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος), ὁ ὁποῖος τόνισε «ὅτι ἡ ἐπιμονή καί ἐμμονή ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά συνυπογράφουν ὅλοι οἱ προκαθήμενοι ἤ ἔστω ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός δέν δείχνει ταπείνωσιν. Ἀνεφέρθη εἰς τά προνόμια τοῦ πάπα Παλαιᾶς Ρώμης, καθώς καί στά ἴσα προνόμια καί πρεσβεῖα τοῦ Πατριάρχου τῆς Νέας Ρώμης. Ὑπενθύμισε δέ, ὅτι εἰς τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Μόσχας ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας ὀφείλει νά ἀναγνωρίζῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ὡς Πρῶτον. Καί ἄρα ὁ Μόσχας ἀθετεῖ βασικόν ὅρον ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου τοῦ ἐχορηγήθη τό αὐτοκέφαλον καί ἡ Πατριαρχική ἀξία».
.           Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος εἶχε δίκαιο, γιατί στό πατριαρχικό Χρυσόβουλο πού δόθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ στόν Μόσχας, μέ τό ὁποῖο ἀναγνωρίζεται Πατριάρχης, ὅσο καί στό Συνοδικό Γράμμα τοῦ 1590, μέ τήν συναίνεση τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων τονιζόταν «ἵνα ὡς κεφαλήν καί ἀρχήν ἔχῃ αὐτόν τόν ἀποστολικόν θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου πόλεως, ὡς καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχαι» (Βλασίου Φειδᾶ ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 363).
.           Σέ ἀπάντηση αὐτῶν πού εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος Νικοπόλεως, ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ ἐπέμενε: «Ἡ ὑπογραφή ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου εἶναι conditio sine qua non (προϋπόθεσις ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ) διά τό Πατριαρχεῖον Μόσχας. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νά ἀλλάξωμεν τήν ἀπόφασιν διά τό Αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Ἀμερικῇ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (O.C.A.) καί εἰς οὐδεμία περίπτωσιν δεχόμεθα νά λείπῃ ἀπό τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου ἡ ὑπογραφή τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Ὑπονομεύθηκε πλήρως τό κείμενο περί τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου, ἄν καί προβλεπόταν νά προηγηθῆ ἡ αἴτηση τῆς Ἐκκλησίας πού τό ἐπιζητεῖ, ἡ συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί ἡ συναίνεση ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ διαφορά πού προέκυψε φαίνεται στά ρήματα «προσυπογράφεται», «συνυπογράφεται» καί «ὑπογράφεται». Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἁπλά ρήματα, ἀλλά στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μείωση τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί στήν πράξη ὅτι δέν ὑπάρχει πρῶτος στήν Ἐκκλησία.
.           Τήν ἑπομένη ἡμέρα, ἤτοι τήν 12η Δεκεμβρίου, μνήμη τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, μετά τήν θεία Λειτουργία στόν Ναό τοῦ Πατριαρχικοῦ Κέντρου, συνεχίσθηκε ἡ συζήτηση γιά τό ποιός ὑπογράφει τόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφεται στήν Ἔκθεση: «Κατετέθη δέ πρότασις, νά τροποποιηθῆ ἡ παράγραφος 3γ καί ἀντί νά λέγη: “Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται (ὁ Τόμος ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου) καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός”, νά λέγῃ “…μάλιστα δέ ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός” ὥστε νά ἐκφράζεται τό ἐπιθυμητόν καί ὄχι τό ὑποχρεωτικόν διά νά ἐξασφαλίζεται τό ὑπάρχον προνόμιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον ὁ Τόμος νά συνυπογράφεται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, (ὡς ἐσχάτη ὑποχώρησις), αἱ δέ Ἐκκλησίαι Ρουμανίας καί Πολωνίας ἀνέφερον, ὅτι ἡ πρότασις, ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους εἶναι ἀπόφασις ἀμετάκλητος δι’ αὐτάς».
.           Ἀφοῦ δέν ἔγινε ἀποδεκτή αὐτή ἡ συμβιβαστική πρόταση ὁ Σεβ. Πρόεδρος «παρετήρησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον δέν προβλέπεται ἀπό τά μέχρι τώρα, νά ὑπάρξῃ ὁμοφωνία ἐπί τοῦ θέματος τούτου δέν ἔχομεν δικαίωμα νά δαπανῶμεν περισσότερον χρόνον ἐπ’ αὐτοῦ. Τό θέμα ἔληξε καί παραπέμπεται εἰς τήν προσεχῆ Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν».
.           Στήν συνέχεια ἔγινε συζήτηση γιά τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας πού εἶχε ὡς ἑξῆς: «Ὡς πρός τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, μέ σκοπόν τήν διατύπωσιν τῆς ἐπισήμου θέσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιθυμοῦμε νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἑξῆς ἐπισημάνσεις:

1) εἰς τήν περίπτωσιν ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως ἐκ μέρους μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας-Μητρός, νά παράσχῃ τήν συγκατάθεσίν της νά ἀποκτήσῃ Αὐτοκέφαλον κάποιο τμῆμα τοπικῆς Ἐκκλησίας, τό θέμα αὐτό πρέπει νά παραπέμπεται πρός ἐπίλυσίν του εἰς μίαν ad hoc Πανορθόδοξον Σύναξιν (προκαθημένων ἤ ἐκπροσώπων των),
2) ἡ πρᾶξις διά τῆς ὁποίας παρέχεται τό Αὐτοκέφαλον εἰς μίαν τοπικήν Ἐκκλησίαν νά ὀνομάζεται ἁπλῶς “Τόμος” καί νά ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».

.           Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀπαιτοῦσε νά γίνη προσθήκη στήν παράγραφο 3α τοῦ κειμένου πού εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τήν Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ 1993, πράγμα πού δέν προβλεπόταν νά γίνη στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε ἁρμοδιότητα νά συζητήση μόνον τήν παράγραφο 3γ.
.           Στήν Ἔκθεσή του ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης γράφει: «Ἀκολούθησε συζήτησις περί τοῦ: ἄν καί κατά πόσον ἡ Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή μποροῦσε νά συζητήσῃ ἕνα τέτοιο θέμα. Καί ὡρισμένοι μέν -ἰδίως οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας- ἐθεώρησαν ὅτι τό θέμα ἦτο ἐκτός ἡμερησίας διατάξεως καί ὅτι εἶχε πλέον κλείσει ἡ συζήτησις ἐπί τῆς παραγρ. 3α τοῦ κειμένου τοῦ 1993, ἡ διατύπωσις τῆς ὁποίας εἶχε γίνῃ τότε ὁμοφώνως ἀποδεκτή. Ἄλλοι ὅμως συνεφώνησαν ὅτι τό θέμα δύναται νά συζητηθῆ ὡς σχετικόν καί ἐκφράζον τό Πανορθόδοξον ἐνδιαφέρον διά μίαν Πανορθόδοξον λύσιν. Ἀλλά καί πάλιν διαπιστώθηκε διαφωνία. Καί γενομένης ψηφοφορίας, ἄν δύναται νά συζητηθῇ τό θέμα, ἐννέα Ἐκκλησίαι ἐψήφισαν ναί, πέντε ὄχι! Κατά τήν ἀκολουθήσασα συζήτησιν ἡ Ρωσσική ἀντιπροσωπεία ἐτάχθη κατηγορηματικῶς ἀντίθετη μέ τήν πρότασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, διότι ἐφαίνετο ἀναιροῦσα τό ὁμοφώνως δεκτόν γενόμενον, ὅτι τό αὐτοκέφαλον δέν χορηγεῖται ἄν δέν συγκατατεθῇ ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ.
Εἰς τό ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν Ρώσων, ἡ Ρουμανική Ἐκκλησία ἀντέτεινε, ὅτι ἡ πρότασις δέν ἀπέβλεπε νά ἀναιρέσῃ τήν διαδικασίαν τῆς ἀνακηρύξεως Αὐτοκεφάλου, πού ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά ἀρχίζῃ μέ πρωτοβουλίαν τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, ἀλλά μόνον εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον μποροῦν αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι νά ἀναπτύξουν ἐνδιαφέρον διά ἄλλην Ἐκκλησίαν, πού θά ἐπιθυμεῖ νά λάβῃ Αὐτοκέφαλον. Ἐντός τοῦ πνεύματος τούτου ἐγένοντο δύο προτάσεις: τό θέμα νά παραπέμπεται ἤ εἰς τό Οἰκ. Πατριαρχεῖον, ἤ εἰς πανορθόδοξον Σῶμα, συγκαλούμενον ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου. Εἰς τό σημεῖον αὐτό κατατέθη μετ’ ἐμφάσεως, ὅτι Ἐκκλησίαι τινές Ἐθνικαί, ἐπιζητοῦσαι Αὐτοκέφαλον, καί μή εὑρίσκουσαι κατανόησιν σκέπτονται νά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά γίνουν οὐνιτικαί.
Εἰς τήν παρατήρησιν αὐτήν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας θέλων νά ὑποστηρίξῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶπε: “Ἐγώ φοβοῦμαι τόν ἐκβιασμό! Ὅποιος θέτει τήν ταυτότητά του ὑπεράνω τῆς πίστεως, ἀργά ἤ γρήγορα θά φύγη! Ἄν δέν εἶσαι εὐχαριστημένος πού εἶσαι ἐλεύθερος, νά φύγης καί νά πᾶς ὅπου θέλεις”!
».
.           Τότε ὁ Σεβ. Νικοπόλεως εἶπε: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι δεκατέσσερα σώματα, ἀλλ’ ἕν σῶμα. Ἐδῶ οἱ συνομιλίαι μας ὁμοιάζουν μέ ἐκεῖνες τοῦ Χριστόφια μέ τόν Ταλάτ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί ὑπάρχει διά τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Καλός Ποιμήν, ὅταν πλανηθῇ καί φεύγῃ ἕνα πρόβατον ἀπό τά ἑκατόν, ἀφίνει τά ἐννενῆντα ἐννέα καί βγαίνει στά βουνά πρός ἀναζήτησιν τοῦ πλανηθέντος. Εἴμεθα ποιμένες -ἐκτός ἄν εἴμεθα μισθωτοί! Καί ἔχομεν καθῆκον νά φροντίζωμεν τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Διαμαρτύρομαι γιά αὐτό πού ἐλέχθη, δηλαδή “ἄν θέλουν ἄς φύγουν”! Τά πρόβατα εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί ἐμεῖς πρέπει νά σταυρώσωμεν τίς δικές μας ἐπιθυμίες. Ὅταν μιά Ἐκκλησία τελεῖ σαράντα χρόνια σέ σχίσμα, ἔχομεν χρέος νά παρέμβωμεν καί ὄχι νά ἀκολουθοῦμεν τήν “κατά φιλονεικίαν” γνώμην τοῦ ἑνός. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι Ο.Η.Ε. Δέν ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες βέτο. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ σύνοδον καί αὐτή ἐπιβάλλει λύσιν διά τήν σωτηρίαν τῶν λογικῶν προβάτων. Ἀκόμη καί ἐπιτίμια. Τό θέμα εἶναι πνευματικόν, ὄχι νομικίστικον! Εἴμαστε ἀδελφοί! Καί δέν κάνει νά συμπεριφερόμεθα σάν ἐχθροί».
.           Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος ἔθεσε τόν δάκτυλο ἐπί τῶν τύπων τῶν ἥλων, ἐκφράζοντας τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καί ὄχι δεκατέσσερα ἀνεξάρτητα σώματα, κατά προτεσταντικό τρόπο!
.           «Κατόπιν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ὡς ἄνω πρότασις τῆς Ρουμανίας. Ἀλλά ἡ Ρωσική Ἐκκλησία προέβαλε βέτο! Ἔτσι ἡ πρότασις δέν ἐτέθη κἄν εἰς ψηφοφορίαν!».
.           Τό θέμα ἔχει καί συνέχεια.
.           Στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Φανάρι 6-9 Μαρτίου 2014) μεταξύ τῶν ἀποφάσεων πού ἐλήφθησαν γιά τήν μέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἦταν καί τά ἀκόλουθα: «Τυγχάνει εὐκταῖον ὅπως τά εἰς προπαρασκευαστικόν στάδιον συζητηθέντα δύο θέματα, ἤτοι «Τό Αὐτοκέφαλον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» καί «τά Δίπτυχα» συζητηθοῦν περαιτέρω ὑπό τῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐάν ἐπιτευχθῆ ὁμοφωνία καί ἐπί τῶν δύο τούτων θεμάτων, ταῦτα θά παραπεμφθοῦν εἰς τήν Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τοῦ 2015 καί δι’ αὐτῆς εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον».
.           Ὅμως δέν ἐπετεύχθη ὁμοφωνία, γι’ αὐτό τά θέματα αὐτά δέν παρεπέμφθησαν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἔτσι, χάθηκε μιά εὐκαιρία γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Παρατηρῶ ὅτι γίνεται θεολογικός διάλογος μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς γιά νά εὑρεθῆ τρόπος ἐπαναφορᾶς τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτό κάνει τούς Ἑτεροδόξους νά καγχάζουν λέγοντας: «Νά βρῆτε ἐσεῖς τήν ἑνότητα μεταξύ σας καί τότε νά ἐπιχειρήσετε καί τήν ἑνότητα ὅλων τῶν ἄλλων Χριστιανῶν».
.           Ἔτσι, καί τό παπικό σύστημα διοικήσεως ἔχει πρόβλημα, λόγῳ τοῦ πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, καί τό συνοδικό σύστημα ἔχει πρόβλημα, ὅταν δέν ἀναγνωρίζεται ἕνας Πρῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού δέν θά ἀσκῆ τά καθήκοντά του μέ παπική νοοτροπία, ἀλλά ὡς Πρῶτος πού θά ἐπικοινωνῆ μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί θά ἐξασφαλίζη τήν συναίνεσή τους. Σαφέστατα ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί τοῦ Πρώτου στό συνοδικό σύστημα διοικήσεως. Ἄν δέν ὑπάρχη ἕνας Πρῶτος, τότε καταλήγουμε στήν προτεσταντική συνομοσπονδία.

β) Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα

.           Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Στέφανος Ἀβραμίδης στό τέλος τῆς Ἐκθέσεως παραθέτει καί τίς παρατηρήσεις του καί τά συμπεράσματά του. Πρόκειται γιά ἕξι συμπεράσματα, τά ὁποῖα δείχνουν τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ταλανίζονται ἀπό μία ἀκατανόητη μορφή αὐτονομίας καί μιά ἀντορθόδοξη νοοτροπία ἐθνοφυλετισμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία προτάσσεται τό ἔθνος πάνω ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

.           Παραθέτω τά συμπεράσματα τοῦ π. Στεφάνου πού εἶναι ἀποκαλυπτικά, γιατί τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά γνωρίζη αὐτήν τήν κατάσταση, γιά νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ τοῦ ἐσωτερικοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παρουσιάζεται ἀπό τούς Ἀποστόλους καί Πατέρας, καί τῆς ἐθνικιστικῆς ἐμπαθοῦς νοοτροπίας μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

.           Γράφεται στήν Ἔκθεση ὡς Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα:

«1. Ἄν κανείς θελήσει νά ἐκτιμήσει καί ἀξιολογήσει τά ἐν Γενεύῃ εἰς τήν Προπαρασκευαστικήν Διάσκεψιν ἀπό 9 – 17 Δεκεμβρίου 2009 διά τήν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, θά πρέπει νά ὁμολογήσῃ ὅτι ξεκίνησε, συνεχίσθηκε καί ἔκλεισε μέσα σέ ἕνα πνεῦμα ὄχι ἁπλῶς ψυχρότητος, ἀλλά κατά κυριολεξία παγερότητος καί παγωνιᾶς. Τό 1993, δηλαδή πρό 16 ἐτῶν εἶχε διακοπῆ ὑπό θλιβεράς συνθήκας ἡ τότε Συνδιάσκεψις χωρίς ἐλπίδα. Κατά ἄκρα μακροθυμία ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐδέχθη νά συνεχισθοῦν κατά τό ἤδη παρελθόν ἔτος 2009.

2.Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν σεβάσμιοι ἱεράρχες ἀγωνίζονταν, ἤ παραταξιακά χωρισμένοι σέ δύο μπλόκ (τῶν ὑπερμάχων τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν πολεμίων του) ἤ μέ ἀγωνία νά ξεπερασθῇ αὐτό τό ψυχοφθόρον καί καταλυτικόν τῆς ἔννοιας τῆς Ἐκκλησίας πνεῦμα, πού ἔχει εἰσέλθη εἰς τά ἀνώτερα κλιμάκιά της καί σιγά-σιγά μεταβάλλεται σέ ἰδεολογική ταυτότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Μάτην ἠκούσθησαν κραυγαί ἀγωνίας.

3.Αἰτία τοῦ κακοῦ ὑπῆρξε ἡ, εἴτε κατά παγίδευσιν, εἴτε ἄλλως πως, εἰσαχθεῖσα εἰς τόν τρόπον προετοιμασίας μέθοδος τῆς λήψεως ἀποφάσεων κατά πλήρη καί ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Ἡ ἀρχή φαίνεται ἀπολύτως ὀρθή. Ὅμως δέν εἶναι. Ἀφοῦ δέν ἐλήφθη ποτέ, εἰς καμμίαν Σύνοδον καμμία ἀπόφασις οὔτε γιά διατύπωσιν δόγματος, οὔτε γιά λύσιν κανονικοῦ προβλήματος μέ ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Καί ἤδη ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος προειδοποιεῖ καί μέ τόν ϛ´ Κανόνα νομοθετεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τήν ψῆφον τινῶν, δύο ἤ τριῶν, πού “φιλονεικοῦντες”, δηλαδή ἀντίθετα πρός τίς ἐπιταγές τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Εὐαγγελικῆς ἀγάπης σκεπτόμενοι καί ἐνεργοῦντες, προκαλοῦν ταραχήν καί τραύματα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὄχι μόνον νά καταφρονοῦνται, ἀλλά καί νά ἐπιτιμῶνται. Καί παρετηρήθη, ὅτι μέ προπέτειαν καί ἐλαφράν καρδίαν ὑποτιμῶντο ἀρχές πού ἐπρυτάνευαν ἐντελῶς ἀδιαμφισβήτητες εἰς τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας περισσότερα ἀπό 1500 χρόνια!

4.Ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, διεφάνη ὁλοκάθαρα ὅτι ὑπάρχουν δύο “μπλόκ” μέσα στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: Τό “μπλόκ” ὑπέρ τῶν δικαίων προνομιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τό “μπλόκ”, τό ὁποῖον θέλει νά μειώσῃ, καί εἰ δυνατόν, νά καταργήσῃ τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, παρά τό γεγονός ὅτι ἰσχυρίζεται τό ἀντίθετον. Εἰς τό πρῶτον ἀνήκουν ὅλα τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἐκκλησία Ἀλβανίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἄν καί αὐτή διαφοροποιήθη, ὅσον ἀφορᾷ τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου. Εἰς τό δεύτερον “μπλόκ”, ἡγέτις εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας συνεπικουρουμένη ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας καί Τσεχίας. Ἡ πώλωσις αὐτή δυσκολεύει καί θά δυσκολεύσῃ ὄχι μόνον τήν πορείαν πρός τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀλλά καί κάθε ἄλλην πανορθόδοξον συνεργασίαν καί προσπάθειαν.

5. Ἰδιαιτέρως αἰσθητή ὑπῆρξεν ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίωνος πρός τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τοῦτο ἄλλωστε ἦτο ἀναμενόμενον, ἀφοῦ οὗτος δέν ἔπαυσε ποτέ εὐκαίρως-ἀκαίρως, τόσον εἰς τό Βελιγράδι, ὅσον καί εἰς τόν διάλογον μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, νά δράττεται πάσης εὐκαιρίας νά τονίζῃ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν εἶναι “Πάπας τῆς Ἀνατολῆς” καί ὅτι οὐδεμίαν ἐξουσίαν κατέχει ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί ὅτι οὐδέποτε ὁ Πατριάρχης Μόσχας θά τόν ἐξουσιοδοτήσῃ νά ἐκφράσῃ γνώμην του! Παρόμοια ἦτο καί ἡ στάσις τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, Θεοφ. Ἐπισκόπου Καμπινεάνολ κ. Κυπριανοῦ ἄν καί ὄχι τόσο ἐμφανής.
Ἐντύπωσιν προεκάλεσεν ἡ στάσις τοῦ Ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, Σεβ. Μητροπολίτου Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία, παρά τόν προβαλλόμενον τάχα “φιλελληνισμόν” τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ὅλα σχεδόν, ἦτο εὐθυγραμμισμένη μέ τάς θέσεις τῆς Μόσχας.

6. Τέλος τό γεγονός, ὅτι μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὑπῆρξαν ἀρκετοί πρώην ὑπότροφοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλόχιος, ὁ Σεβ. Ἀχρίδος κ. Ἰωάννης, ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Καμπινεάνολ κ. Κυπριανός, ὁ Θεοφ. Γεωργιανός Ἐπίσκοπος κ. Μελχισεδέκ, ὁ Θεοφ. Πολωνός Ἐπίσκοπος Σιεματίτσε κ. Γεώργιος, εἰς οὐδέν ὠφέλησε τάς διεκδικήσεις τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου. Οὗτοι οὐδεμίαν φιλελληνικήν στάσιν ἐτήρησαν. Τό μόνον πού κατάφεραν, ἦτο νά ὁμιλήσουν ἐναντίον τῶν θέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄπταιστα ἑλληνικά».

.           Οἱ παρατηρήσεις αὐτές τοῦ π. Στεφάνου Ἀβραμίδη εἶναι ἐνδεικτικές τῆς ἀτμόσφαιρας πού ἐπικρατοῦσε στήν Προπαρασκευαστική αὐτή διάσκεψη, ἀλλά καί τό κλίμα πού ἐπικρατεῖ στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τίς πιό πάνω παρατηρήσεις, λέξη πρός λέξη, τότε θά καταλάβη ὅλο τό σύγχρονο πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν διαδικασία ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας στήν Οὐκρανία. Ὅταν ἀμφισβητῆται ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί σεβάσθηκε ἡ παράδοση ὅλων τῶν αἰώνων, τότε δέν μπορεῖ νά λυθῆ κανένα πρόβλημα στήν Ἐκκλησία.
.           Αὐτός εἶναι ὁ βασικός λόγος γιά τόν ὁποῖον στήν σύνταξη τῶν κειμένων ἐπικρατεῖ ἡ διπλωματική γλώσσα, προκειμένου νά ἐπέλθη ὁμοφωνία. Ἀλλά μέ διπλωματικές λέξεις καί κρυφά νοήματα δέν μπορεῖ νά ἐπικρατήση ἐκκλησιαστική ἑνότητα.
.           Πρέπει δέ νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν ἐνεργεῖ ὡς «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς». Ἄλλωστε ὁ ἴδιος πολλές φορές ἔχει διακηρύξει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔχουμε Πάπα. Ἀλλά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, πού σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, πού ἔχει συντονιστικό καί καθοριστικό ρόλο.

3. Τελικό συμπέρασμα

.           Ὕστερα ἀπό ὅσα ἀναφέρθησαν φαίνεται ὅτι τελικά δέν συμφωνήθηκε νά παραπεμφθῆ τό κείμενο περί τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεώς του στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
.           Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶχαν δεχθῆ νά ἀνακηρύσσεται μία Ἐκκλησία Αὐτοκέφαλη μετά ἀπό αἴτησή της, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία ἀποσπᾶται καί τήν συναίνεση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως τό δέχθηκαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες. Ἐπίσης, μερικές Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν καί συμβιβαστικές προτάσεις χωρίς νά προσβάλλονται τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
.           Σαφῶς φαίνεται ὅτι μέ τίς τακτικές αὐτές ὑπονομεύονται τά κανονικά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἐπειδή ἐμφιλοχώρησε ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης».
.           Ἄν συμφωνοῦσαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες νά παραπεμφθῆ τό κείμενο τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά ἔγκριση, ὅπως εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τό 1993, σήμερα δέν θά βρισκόμασταν στήν κατάσταση αὐτήν. Προφανῶς, ἀφοῦ δέν ἐγκρίθηκε τό κείμενο περί ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐφήρμοσε τήν πρακτική μέ τήν ὁποία οἱ Ἐκκλησίες τά νεώτερα χρόνια ἀπέκτησαν τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή, δηλαδή μέ Πατριαρχικούς Τόμους, μέ τήν προϋπόθεση νά ὁλοκληρωθῆ αὐτή ἡ διαδικασία στήν Μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδο.
.           Τελειώνοντας πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ, ὅτι παρά τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στόν ἐξωτερικό χῶρο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, ὅπως καταγράφεται στίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ τούς ὅρους καί τούς κανόνας. Ἄν τηροῦμε τά δόγματα καί τούς κανόνες τότε θά ἐπικρατῆ ἡ ἑνότητα στήν Ἐκκλησία.
.           Πάντως, στίς συζητήσεις πού ἔγιναν στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τόν Δεκέμβριο τοῦ 2009 στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης φαίνεται καθαρά γιατί φθάσαμε στίς σύγχρονες διενέξεις καί ποιός εὐθύνεται γι’ αὐτό.

Αἰωνία νά εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου, ὁ ὁποῖος μέ τίς γνώσεις του καί τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα ἐκπροσώπησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Πανορθόδοξη Διάσκεψη, πού δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέβεται τά κανονικά θέσμια.

Ἐπίσης, αἰωνία ἡ μνήμη καί τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, ὁ ὁποῖος κατέγραψε μέ εὔστοχο τρόπο τά ὅσα συνέβησαν στήν Διάσκεψη αὐτή, καί τό κείμενό του ἀποτελεῖ ἱστορικό ντοκουμέντο, πού ἑρμηνεύει τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας.

 

,

Σχολιάστε