Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

ΤΟ Σ.τ.Ε. καὶ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας
καί τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν

Tοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

.               Ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 660/2018  ἀπόφαση τοῦ Σ.τ.Ε. γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί γίνεται μεγάλη συζήτηση στόν ἔντυπο καί ἠλεκτρονικό τύπο γιά τό θέμα αὐτό, ὅπως ἔγιναν καί δηλώσεις ὑπευθύνων ἀπό πλευρᾶς Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Πάνω στό θέμα αὐτό θά ἐκθέσω μερικές ἀπόψεις μου, πρῶτα ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί ἔπειτα ὡς πρός τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί ὡς πρός τό τί δέον γενέσθαι.


1. Τά δύο Προγράμματα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν

.             Γιά νά κατανοήση κανείς τί ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, πρέπει νά ἐξετάση τήν διαφορά πού ὑφίσταται μεταξύ δύο Προγραμμάτων.
.             Πρίν τόν Σεπτέμβριο 2016, ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Πρωτοβάθμια καί Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση, ἴσχυε τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα βάσει τοῦ ὁποίου ἐγράφησαν τά βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ ἀναλυτική μέθοδος ἴσχυε πολλά χρόνια στήν ἐκπαίδευση, ἀφοῦ στηρίζεται στήν ἀρχή ὅτι ἀπό τά ἁπλά στοιχεῖα γίνεται ἡ μετάβαση στά συνθετότερα, στά δέ θρησκευτικά –ὅπως καί σέ ἄλλα μαθήματα– γίνονταν τρεῖς κυκλικές ἐπαναλήψεις τῆς ὕλης ἀπό ἁπλούστερες σέ συνθετότερες μορφές κατά τό Δημοτικό, Γυμνάσιο καί Λύκειο. Αὐτονόητα τά ζητήματα ἐτίθεντο μέ χρονολογική σειρά καί λογική συγκρότηση ἀπό τά ἁπλά στά σύνθετα.
.             Συγκεκριμένα, ἄρχιζε ἡ προσφερόμενη γνώση ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, προχωροῦσε στήν Καινή Διαθήκη στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ καί ἐπεκτεινόταν στήν συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό, στίς διαφορές μεταξύ τῶν Χριστιανῶν (Ὀρθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικῶν, Προτεσταντῶν), στίς αἱρέσεις, στίς ἄλλες Θρησκεῖες καί τά σύγχρονα κοινωνικά καί βιοηθικά προβλήματα. Στήν ὅλη μεθοδολογία τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος δέν ὑπῆρχαν πολλαπλές θρησκεῖες ταυτοχρόνως πλημμελῶς, ἀποσπασματικά ἐξεταζόμενες, οὔτε συναφῶς ἀνιστόρητες μεταβάσεις μέ ἅλματα αἰώνων ἐν εἴδει σύγκρισης φαινομένων καί μέ πρόσχημα τήν κριτική σκέψη.
.             Ἕνα τέτοιο μάθημα, πού στηριζόταν στήν ἀναλυτική μέθοδο, παρεῖχε ὁλοκληρωμένη γνώση καί δέν ἦταν ὁμολογιακό μάθημα, οὔτε εἶχε κατηχητικό χαρακτήρα, ἀλλά ἦταν γνωσιολογικό, πολιτιστικό καί θρησκειολογικό.
.             Ἄλλωστε, ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση τῶν τριῶν γνωστῶν Θρησκειῶν (Ἑβραϊσμοῦ, Χριστιανισμοῦ, Μουσουλμανισμοῦ), ἄν καί ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι Θρησκεία, ὅπως οἱ ἄλλες, καθώς ἐπίσης οἱ μαθητές, ἐκτός ἀπό τήν δική τους χριστιανική πολιτιστική παράδοση, διδάσκονταν καί ἄλλες Θρησκεῖες καί ἄλλες σέκτες καί αἱρέσεις, καθώς ἐπίσης διδάσκονταν σύγχρονα κοινωνικά, οἰκολογικά ἤ βιοηθικά ζητήματα. Τό ὅτι μερικοί συστηματικά διαδίδουν ὅτι τό μάθημα αὐτό τῶν Θρησκευτικῶν ἦταν κατηχητικό καί ὁμολογιακό παραποιοῦν τά πράγματα ἐν γνώσει τους καί παραπλανοῦν συστηματικά τήν κοινωνία.
.            Ἀπὸ  τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016 μέ ὑπουργική ἀπόφαση πού δημοσιεύθηκε στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καί εἶχε ἰσχύ Νόμου, ἄλλαξε αὐτή ἡ μεθοδολογία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν πού βασιζόταν στήν ἀναλυτική σκέψη καί εἰσήχθη τό λεγόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν πού βασίζεται στήν θεματική μέθοδο σπουδῶν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐγκαταλείφθηκε πλέον ἡ ἀναλυτική μέθοδος καί εἰσήχθη ἡ μέθοδος διδασκαλίας τῶν Προγραμμάτων διαδικασίας, μέ ἔμφαση στήν μάθηση μέσῳ τῆς πράξης καί συμμετοχῆς τοῦ μαθητῆ στήν γνωστική διαδικασία.
.             Τά Ἀναλυτικά Προγράμματα κρίθηκαν ὡς παρωχημένα λόγῳ «ἀσαφοῦς, ἀόριστης στοχοθεσίας, μέ στείρα παροχή πληροφορίας καί συναφοῦς ἄκριτης ἀπομνημόνευσης, αὐστηροῦ προγραμματισμοῦ τῆς διδακτέας ὕλης, ἀνελαστικοῦ προγραμματισμοῦ τῆς διδασκαλίας, λιγοστῆς δυνατότητας ἀνάληψης πρωτοβουλιῶν ἀπό τόν ἐκπαιδευτικό». Ἡ μεθοδολογία τῶν Προγραμμάτων διαδικασίας –ὅπως τοὐλάχιστον ἐφαρμόζονται στά νέα Προγράμματα Σπουδῶν Θρησκευτικῶν– μέ ἔμφαση στήν μάθηση, μέσῳ συμμετοχικῆς πράξης μαθητῶν καί διδασκόντων, ἑστιάζει πλήρως στό πῶς τῆς πράξης, καταργώντας ὡς ἀπολύτως παρωχημένο τό τί τῆς διδακτέας ὕλης.
.             Τό τί τῆς διδασκαλίας κρίνεται ὡς πληροφορία πού μεταβάλλεται διαρκῶς καί συνεπῶς δέν ἀξίζει τῆς προσοχῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ἐνῶ τό πῶς μαθαίνω ἀναδεικνύεται σέ μέγιστη ἀξία. Σέ ἕνα τέτοιο πλαίσιο καθίσταται ἀπολύτως σαφές τό γιατί παραγνωρίζεται ἀπολύτως ἡ σημασία τῆς ἱστορίας καί τῆς ἀναλυτικῆς λογικῆς, παρά τίς ρητορικές διαβεβαιώσεις περί στιβαροῦ ἱστορικοῦ πλαισίου, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό περιβάλλον τῆς πληροφορίας.
.             Ὅταν αὐτό πού ἐνδιαφέρει εἶναι τό πῶς, ἀναγκαίως καί ἀναπόφευκτα ἐπιστρατεύονται τραγουδάκια, ποιηματάκια, σκετσάκια ὑπηρετικά τοῦ πῶς. Τά ἱστορικά φαινόμενα καθυποτάσσονται στήν λειτουργία ἐκμάθησης τοῦ πῶς.
.             Ἡ μετάβαση ἀπό τήν ἱστορία στήν πρακτική δεξιότητα εἶναι σαφής. Ἡ λογική τῶν δεξιοτήτων προωθούμενη ἀπό τό Πρόγραμμα Σπουδῶν χρησιμοποιεῖ τήν ἱστορία ὡς πεδίο ἐκμάθησης τεχνικῶν. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό χρησιμοποεῖ ὅ,τι εἶναι βολικό ἀπό τήν ἱστορία γιά ἐκμάθηση τεχνῶν καί στά πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικότητας χρησιμοποιεῖ ὅ,τι εἶναι βολικό γιά τήν ἐξάσκηση τῶν μαθητῶν στίς παγκοσμιοποιημένες ἀρετές τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, οὐδέτερες γιά κάθε Θρησκεία. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό κάθε ἱστορικό φαινόμενο ἐξετάζεται πλημμελῶς, διότι δέν ἐνδιαφέρει καθεαυτό, ἀλλά ἐνδιαφέρει ἡ προκύπτουσα ἀπό αὐτό χρησιμότητα.
.             Ἡ θεματική μέθοδος δέν ἔχει σχέση μόνον μέ μιά ἁπλή μέθοδο, πού εἶναι ἔργο τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης, ἀλλά ἔχει σχέση μέ τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ θρησκευτική γνώση μέ τήν μέθοδο αὐτή δέν προσφέρεται μεθοδικά, χρονικά, ἀλλά ἀποσπασματικά. Δηλαδή, ἡ θεματική μέθοδος, ὅπως προαναφέρθηκε, κατήργησε τήν ἱστορική διάρθρωση τῆς ὕλης καί προσφέρει μιά προσέγγιση φαινομενολογική.
.              Αὐτό χαρακτηρίσθηκε ὡς «θρησκευτικός γραμματισμός», μέ τήν ἔννοια ὅτι σχηματίζεται μιά γνώση, λαμβάνοντας στοιχεῖα ἀπό ὅλες τίς θρησκεῖες. Πρέπει νά θυμίσω ὅτι, ὅπως ἀνέλυσα στήν εἰσήγησή μου στήν Ἱεραρχία, ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός» ἦταν μιά θεωρία τοῦ Andrew Wright στήν Βρεταννία, τήν δεκαετία τοῦ ’90 πού δημιουργήθηκε «στόν ἀντίποδα τῆς φιλελεύθερης θεώρησης τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» τοῦ Robert Jakson. Ὅμως, τελικά μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν δέν ἐφαρμόσθηκε ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός» τοῦ Andrew Wright.
.               Ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ παλαιοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος καί τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν δείχνει τό ὅλο πρόβλημα πού ὑπάρχει στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί δημιουργεῖ σύγχυση. Ἡ ἴδια διαφορά θά παρατηρηθῆ καί στό μάθημα τῆς ἱστορίας, ὅταν ἀντί νά διδαχθῆ ἡ ἱστορία τῆς χώρας μας μέ τήν ἀναλυτική μέθοδο (ἀρχαία, μέση, νεώτερη), θά διδαχθοῦν θεματικά ὅλα μαζί τά ἱστορικά γεγονότα. Αὐτό θά δημιουργήση τεράστια σύγχυση στούς μαθητές.
.             Δηλαδή, ἡ θεματική μέθοδος σπουδῶν στά μέν Θρησκευτικά δημιουργεῖ τόν θρησκευτικό συγκρητισμό, στήν δέ ἱστορία τόν ἀκραῖο διεθνισμό, πού ὑπονομεύει τό Ἔθνος καί εἰσάγει ἐν πολλοῖς τήν ἀρχή τῆς σύνθεσης καί τῆς ἀπώλειας τῶν πολιτισμικῶν χαρακτηριστικῶν καί ὁδηγεῖ στήν ἀφομοίωση ἑνός πολιτισμοῦ ἤ τόν ἀπο-εκπολιτισμό του.
.             Στό θέμα αὐτό πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψη τά ὅσα ἐξέθεσα προηγουμένως γιά τήν διαφορά μεταξύ τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος καί τοῦ Προγράμματος Σπουδῶν, σύμφωνα μέ ἐπιστημονικά δεδομένα, τά ὁποῖα ἔχω ἀναλύσει σέ δύο Εἰσηγήσεις μου στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο (Ἰανουάριος 2016) καί τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάρτιος 2016). Ἄν κανείς δέν ἐντοπίση αὐτήν τήν πραγματικότητα, δέν θά μπορέση νά καταλάβη καθόλου τό πρόβλημα πού ἔχει δημιουργηθῆ στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Δέν πρόκειται, δηλαδή, γιά μερικά ἐπί μέρους προβλήματα καί στοιχεῖα γνωσιολογικά, οὔτε γιά μερικά τραγούδια καί ἀποσπάσματα, ἀλλά γιά ὑπονόμευση τῆς σοβαρῆς ἀναλυτικῆς μεθόδου πού εἶναι ἡ βάση κάθε ἐπιστήμης, καί αὐτό ἔχει συνέπειες στόν πολιτισμό.
.             Ἔτσι, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μέ τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα ἦταν μεθοδικό, γνωσιολογικό, πολιτιστικό, θρησκειολογικό, ὅπως ἔχει ἀποδειχθῆ σέ σχετική διδακτορική διατριβή, καί ὄχι κατηχητικό καί ὁμολογιακό, μέ τίς ἀπαραίτητες διορθώσεις. Ἀντίθετα, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν εἶναι συγκρητιστικό, διαθρησκειακό, καί ὑπονομεύει ὅλη τήν παράδοσή μας, ἡ ὁποία στηρίζεται στήν γνώση τοῦ δικοῦ μας πολιτιστικοῦ προτύπου, μέ τόν παράλληλο σεβασμό κάθε ἑτερότητας.
.             Ἐπειδή τελευταῖα διαδίδεται πολύ ὅτι τούς Φακέλους τοῦ Μαθητοῦ πού ἐκφράζουν τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν τούς ἐνέκρινε ἡ Ἐκκλησία, θέλω νά διευκρινίσω ὅτι στήν Συνεδρίαση τῆς 27ης Ἰουνίου 2017, μετά τήν σχετική εἰσήγηση γιά τούς Φακέλους τοῦ Μαθητοῦ, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπιφυλάχθηκε καί δέν ἐνέκρινε.
.             Ἡ πρόταση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου, ὅπως φαίνεται στά Πρακτικά τῆς Ἱεραρχίας ἦταν: «Ἑπομένως, ἡ Ἐπιτροπή διαλόγου θά συνεχίσει τόν διάλογο μέ τήν Πολιτεία καί θά παρακολουθεῖ τήν ἐξέλιξη τῶν θεμάτων ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Ἔτσι, λοιπόν, σήμερα δέν θά ποῦμε ὅτι ἐγκρίνεται ἤ ἀπορρίπτεται τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, ἀλλά ὅτι ἡ ΙΣΙ ἐνημερώθηκε ἀπό τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καί τούς εὐχαριστοῦμε…». Καί ἡ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔγινε ὁμοφώνως ἀποδεκτή.
.             Ἑπομένως, ἡ Ἱεραρχία δέν ἐνέκρινε, οὔτε ἀπέρριψε, ἁπλῶς ἐνημερώθηκε.

2. Οἱ προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας γιά τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα

.             Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ἀσχολήθηκε κατά καιρούς μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, κρίνοντας διάφορες προσφυγές πού ἀναφέρονταν σέ παράλληλα θέματα, ὅπως τήν προσευχή καί τήν μή παρακολούθηση τοῦ μαθήματος.
.             Εἶναι ἀνάγκη νά ἐπισημανθῆ ὅτι τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας συζητᾶ θέματα προσφυγῶν καί ἀκυρώσεων, στηριζόμενο κυρίως στό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος καί τίς ἀποφάσεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν καί Διεθνῶν Ὀργανισμῶν.
.             Πρέπει νά γίνη σαφές ὅτι τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τό Ἀνώτατο Ἀκυρωτικό Δικαστήριο τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τό ὁποῖο ἑρμηνεύει τό Σύνταγμα καί τούς Νόμους τοῦ Κράτους. Δέν μπορεῖ κάθε Ὑπουργός νά ἑρμηνεύη τό Σύνταγμα κατά τήν ἰδεολογία του, παραθεωρώντας τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, διότι τότε θά ἐκφρασθῆ στήν πράξη ἡ ὑπονόμευση τῆς ἴδιας τῆς Δημοκρατίας. Δέν εἶναι δυνατόν κάποιος μέ λαϊκιστικές ἰδεολογικές δηλώσεις καί ἐκφράσεις νά ὑπονομεύη τό ἴδιο τό Πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας.

Στό συγκεκριμένο θέμα τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ἀποφάνθηκε δύο φορές.

.             Συγκεκριμένα, γιά ὅσο ἴσχυε τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, δηλαδή μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016, ὑπάρχουν δύο ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί μιά ἀπόφαση τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων, ἡ ὁποία ἐφετειακή ἀπόφαση εἶναι ἰσόκυρη μέ τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπειδή ὁ Νόμος 702/1977 ὑπήγαγε τήν ἐκδίκαση τῶν αἰτήσεων τῶν ἀκυρωτικῶν πράξεων πού ἀφοροῦν κάθε θέμα ἐκπαιδευτικῆς νομοθεσίας ἀπό τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας στό Τριμελές Διοικητικό Ἐφετεῖο.
.             Ἔτσι, ἡ ἀπόφαση 3356/1995 τοῦ Ϛ´ Τμήματος τοῦ Σ.τ.Ε. στηρίχθηκε στά ἄρθρα 13, 16, καί 3 τοῦ Συντάγματος, ἀπό τά ὁποῖα συνεπάγεται ὅτι ὁ σκοπός τῆς παιδείας πού προσφέρουν τά Σχολεῖα εἶναι «μεταξύ τῶν ἄλλων, καί ἡ “ἀνάπτυξη” τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς διδασκαλίας». Ἐπικαλέσθηκε καί τήν Διεθνῆ Σύμβαση τῆς Ρώμης τῆς 4ης Νοεμβρίου 1950, κατά τήν ὁποία κάθε κράτος «θά σέβεται τό δικαίωμα τῶν γονέων, ὅπως ἐξασφαλίζωσιν τήν μόρφωσιν καί ἐκπαίδευσιν τούτων συμφώνως πρός τάς ἰδίας αὐτῶν θρησκευτικάς καί φιλοσοφικάς πεποιθήσεις». Συγχρόνως, ἀπεφάσισε ὅτι οἱ μαθητές μποροῦν νά μή παρακολουθήσουν τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἀρκεῖ νά τό δηλώσουν στόν Διευθυντή τοῦ Σχολείου ὅτι ἔχουν λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως πού προσδιορίζονται σαφῶς, «ἤτοι διότι εἶναι ἑτερόδοξοι, ἑτερόθρησκοι ἤ ἄθεοι».
.             Στήν συνέχεια, ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 2176/1998 ἀπόφαση τοῦ Ϛ´ Τμήματος τοῦ Σ.τ.Ε. πού ἐξεδόθη μέ ἀφορμή ἄλλη αἴτηση ἀκυρώσεως πού ἀφορᾶ τήν μείωση τῶν ὡρῶν διδασκαλίας ἀναφέρεται στόν σκοπό τῆς παιδείας, πού εἶναι ὁ ἴδιος πού προσδιορίσθηκε ἀπό τήν προηγούμενη ἀπόφαση τοῦ 1995 καί συγχρόνως ἀναφέρεται στό νά ἐξασφαλίζεται ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν «ἐπί ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ὡρῶν διδασκαλίας ἑβδομαδιαίως».
.             Πέρα ἀπό τίς δύο αὐτές ἀποφάσεις  τοῦ Σ.τ.Ε., καί ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 115/2012 ἀπόφαση τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων, ἀπεφάνθη ὅτι τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὅπως διδασκόταν τότε μέ τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, κινεῖται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ πλουραρισμοῦ, τῆς πολυφωνίας καί τῆς πολυπολιτισμικότητας∙ ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι μαθητές δέν μποροῦν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ὅσους λόγους καί ἄν ἐπικαλεσθοῦν∙ καί ὅτι ἐπιτρέπεται νά ἀπαλλάσσωνται ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μόνον οἱ ἄθρησκοι, οἱ ἀλλόθρησκοι ἤ ἑτερόδοξοι μαθητές, μόνον μέ τίς αὐστηρές προδιαγραφόμενες προϋποθέσεις.
.              Ἑπομένως, τά βιβλία πού διδάσκονταν στά Σχολεῖα τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης, βάσει τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος, μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016, μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων τῆς Χώρας μας πού μνημονεύθηκαν ἦταν σύμφωνα μέ τό Σύνταγμα καί ἐκινοῦντο στήν πλουραλιστική, πολυφωνική καί πολυπολιτισμική προοπτική.

3. Ἡ πρόσφατη ἀπόφαση τοῦ Σ.τ.Ε. γιά τό Πρόγραμμα Σπουδῶν

.             Ὅταν τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016, μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 14375/Δ2/7-9-2016 ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων μέ τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στό Δημοτικό καί τό Γυμνάσιο», ἴσχυσε τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, ἀνετράπη τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα καί εἰσήχθη στά Σχολεῖα τό διαθρησκειακό μάθημα στά Θρησκευτικά μέ ἔντονο τόν χαρακτήρα τοῦ θρησκειολογικοῦ συγκρητισμοῦ, παρ’ ὅ,τι φαίνεται ὅτι ἔχει ὀρθόδοξο προσανατολισμό.
.             Ὅμως, μετά ἀπό αἴτηση ἀκυρώσεως στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἐκδόθηκε ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 660/2018 ἀπόφαση τῆς Ὁλομέλειάς του, ἡ ὁποία μέ ἰσχυρά νομικά ἐπιχειρήματα ἀκύρωσε τήν ὡς ἄνω Ὑπουργική ἀπόφαση. Ἐνδεικτικά θά παρατεθοῦν μερικά βασικά σημεῖα.
.             Στό σκεπτικό της δέχεται ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ἐλεύθερη «νά ἐπιλέγει καί νά καθορίσει κανονιστικά τό περιεχόμενο τῆς σχετικῆς ἀγωγῆς κατά τήν ἑκάστοτε ἐκπαιδευτική πολιτική καί τά πορίσματα τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης, μή ἐλεγχόμενη δικαστικά στίς ἐπιλογές της, παρά μόνον ὡς πρός τήν τήρηση τῶν πιό πάνω συνταγματικῶν ὑποχρεώσεων».
.             Μέ βάση αὐτό τό σκεπτικό ἀποφαίνεται ὅτι τό συγκεκριμένο Πρόγραμμα Σπουδῶν

–ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 16, παρ. 2 τοῦ Συντάγματος, «διότι, μέ τό πρόγραμμα σπουδῶν πού εἰσάγει γιά τίς Γ´-ϛ´ τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ καί γιά τό Γυμνάσιο, φαλκιδεύεται ὁ ἐπιβεβλημένος ἀπό τή συνταγματική αὐτή διάταξη σκοπός, ἡ σύμπτυξη δηλαδή τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν, πού ἀνήκουν στήν ἐπικρατοῦσα θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»,

–ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 13, παρ. 1 τοῦ Συντάγματος «πού κατοχυρώνει ὡς ἀπαραβίαστη τὴν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως», διότι προκαλεῖ «σύγχυση» στούς ὀρθόδοξους μαθητές καί «κλονίζει τήν ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση»,

–ἐπεμβαίνει «στόν εὐαίσθητο ψυχικό κόσμο τῶν μαθητῶν αὐτῶν πού δέν διαθέτουν τήν ὡριμότητα καί τήν κριτική ἀντίληψη τῶν ἐνηλίκων» καί εἶναι ἱκανή «νά τούς ἐκτρέψει ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση»,

–ἔρχεται σέ ἀντίθεση πρός τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΠΠΠ τῆς ΕΣΔΑ «διότι προσβάλλει τό εὐθέως καθιερούμενο ἀπό τήν διάταξη αὐτή δικαίωμα τῶν ἀνηκόντων στήν ἐπικρατοῦσα θρησκεία ὀρθόδοξων χριστιανῶν γονέων νά διασφαλίσουν τή μόρφωση καί ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τους σύμφωνα μέ τίς δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις»

–ἔρχεται σέ ἀντίθεση «πρός τήν συνταγματικῶς κατοχυρωμένη ἀρχή τῆς ἰσότητας» καί πρός τό ἄρθρο 14 (σέ συνδυασμό μέ τό ἄρθρο 9) τῆς ΕΣΔΑ «διότι στερεῖ ἀπό τούς μαθητές τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ δόγματος τό δικαίωμα νά διδάσκονται ἀποκλειστικῶς τά δόγματα, τίς ἠθικές ἀξίες καί τίς παραδόσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ νομοθεσία ὅπως ἔχει ἐκτεθεῖ προβλέπει γιά μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, ἑβραίους καί μουσουλμάνους τή δυνατότητα νά διδάσκονται ἀποκλειστικῶς τά δόγματα τῆς πίστεώς τους (ὄχι δε καί τά δόγματα ἄλλων θρησκειῶν), μάλιστα δε ἀπό δασκάλους προτεινόμενους ἀπό τήν οἰκεία θρησκευτική κοινότητα».

.             Ἀπό ὅσα ἀνεφέρθησαν προηγουμένως εἶναι προφανές ὅτι τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα ἦταν σύμφωνο μέ τό Σύνταγμα, τήν Διεθνῆ Σύμβαση τῆς Ρώμης καί τήν νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῶ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν εἶναι ἀντισυνταγματικό.
.             Ὅσον ἀφορᾶ τήν ὑποστηριζόμενη ἄποψη ὅτι δῆθεν ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 660/2018 ἀπόφαση τῆς Ὁλομέλειας τοῦ ΣτΕ ἐξεδόθη ἐπί αἰτήσεως ἀκυρώσεως κατά τῆς προηγούμενης ὑπουργικῆς ἀπόφασης καί δέν ἀφορᾶ τήν ἰσχύουσα, κατά τήν ἄποψή μου εἶναι τυποκρατικός καί ἀλυσιτελῶς προβάλλεται, ἐν ὄψει τοῦ ὅτι τό Σ.τ.Ε ἑρμήνευσε τίς ἰσχύουσες συνταγματικές διατάξεις, ἡ δέ ἑρμηνεία αὐτή ἐν πολλοῖς ἰσχύει, mutatis mutandis καί γιά τήν ρύθμιση τῆς ἰσχύουσας ὑπουργικῆς ἀπόφασης. Ἐξ ὅσων δέ γνωρίζω καί ἡ ἰσχύουσα ὑπουργική ἀπόφαση ἔχει ἤδη προσβληθῆ μέ αἴτηση ἀκυρώσεως καί θεωρῶ ὅτι τό ἀποτέλεσμα, ἐν ὄψει τῶν ὡς ἄνω παραδοχῶν τῆς ἀπόφασης τοῦ Σ.τ.Ε., θά εἶναι ἡ ἀκύρωσή της.
.             Ἐπειδή ζοῦμε σέ εὐνομούμενη Πολιτεία, δέν εἶναι δυνατόν τό Ὑπουργεῖο Παιδείας καί Θρησκευμάτων νά μήν ἐφαρμόση τήν ἀπόφαση αὐτή, οὔτε φυσικά καί ἡ Ἐκκλησία νά τήν ἀγνοήση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ μόνη λύση εἶναι νά γίνη διάλογος μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μέ βάση τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, καί νά γίνουν οἱ σχετικές βελτιώσεις του πού θά ἀναφέρωνται στήν σύγχρονη πραγματικότητα καί τίς νέες ἀνάγκες, τό ὁποῖο μάλιστα δέν καταργεῖ κανένα πλεονέκτημα τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν ὅσον ἀφορᾶ στίς τεχνικές διδασκαλίας.

.             Σέ αὐτό ἀναφερόταν ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τόν Μάρτιο τοῦ 2016, πού ἦταν: «Νά ἐπικεντρωθῆ τό ἐνδιαφέρον στό τρέχον Πρόγραμμα (δηλαδή, τό προηγούμενο πρόγραμμα πρίν τόν Σεπτέμβριο 2016) μέ τήν δική του μεθοδολογία, στό ὁποῖο ὅμως νά γίνουν μερικές βελτιώσεις, ἐντάσσοντάς το στά σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, ὁπότε νά εἰσαχθοῦν σέ κάθε βιβλίο –ὄχι σέ κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ἀνάλογα μέ τήν θεματολογία τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ ὅμως δοθῆ προτεραιότητα στήν ὀρθόδοξη παράδοση, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλά καί νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἐφαρμογές καί τά καλά στοιχεῖα τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν».
.             Νομίζω δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση πού νά ἐπιφέρη μιά ἰσορροπία στό θέμα αὐτό, ἡ ὁποία θά εἶναι σύμφωνη μέ τίς παραδόσεις μας, τό Σύνταγμα καί τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καί ἦταν τό κύριο θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου στήν Συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς 9ης Μαρτίου 2016, στήν ὁποία ἀντιμετώπισα τό θέμα τῶν Θρησκευτικῶν, ἀπό πλευρᾶς νομικῆς, ἐπιστημονικῆς καί δεοντολογικῆς καί υἱοθετήθηκε ὁμοφώνως ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.–

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ, «τοὺς πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτους».

Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
στούς Τούρκους,
ἤτοι τό ἀναίμακτο μαρτύριό του

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
(Κήρυγμα τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν,
στόν Ἱ. Ναὸ Ἁγ. Νικολάου Ἀντιρρίου,
4 Μαρτίου 2018)

.             Σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει ἕναν πολύ μεγάλο ἅγιο καί Πατέρα της, ἀλλά καί Ὁμολογητή τῆς πίστεως, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Τό κανόνισε μάλιστα νά ἑορτάζεται τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, μετά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί εἶναι ἡ συνέχειά της καί ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας πολύ μεγάλος Ὁμολογητής καί ὑπερασπιστής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως.
.           Μετά ἀπό τούς Καππαδόκες Πατέρες καί τούς μεγάλους Πατέρας τῆς πρώτης χιλιετίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἐκεῖνος πού συνόψισε ὅλη τήν πατερική θεολογία, καί κυρίως τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ πού εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γι᾽ αὐτό καί εἶναι ὁ ἄριστος μεταξύ τῶν ἀρίστων.
.               Ὅταν διαβάση κανείς τόν βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θά δῆ ὅτι ἦταν ἄριστο παιδί ἀπό τήν μικρή του ἡλικία, ἦταν ἄριστος μαθητής, ἄριστος φοιτητής, ἄριστος μοναχός, ἄριστος ἡσυχαστής, ἄριστος ἡγούμενος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἄριστος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καί φυσικά ἄριστος Θεολόγος, δηλαδή ἦταν ἕνας ἐκ τῶν ἀρίστων Θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας καί Ὁμολογητῶν τῆς πίστεώς μας.
.             Θά μποροῦσε πολλά νά πῆ κανείς γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τόν 14ο αἰώνα, γιά ὅσους δέν ἔχουν ἀκούσει πότε ἀκριβῶς ἔζησε ὁ ἅγιος αὐτός. Σήμερα ὅμως ἐπέλεξα νά μή σᾶς παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό τί ἀκριβῶς ἔλεγε γιά τήν Θεογνωσία καί τήν μεθοδολογία τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θά πῶ λίγα λόγια γιά ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή του, πού ἴσως εἶναι ἄγνωστο σέ πολλούς καί ἔχει σχέση μέ τά γεγονότα τά ὁποῖα βιώνουμε σήμερα.
.           Παρακολουθοῦμε ἐδῶ καί μερικές ἡμέρες ὅτι δύο Ἕλληνες στρατιωτικοί αἰχμαλωτίστηκαν ἀπό τούς Τούρκους καί ὅλοι φοβοῦνται μήπως ὑπάρξουν διάφορες ἐξελίξεις στίς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο γειτονικῶν χωρῶν. Καί, βέβαια, ἐνεργοποιεῖται τό Κράτος μας καί ἄλλα Κράτη, οἱ Πρεσβεῖες, τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, τό Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐνεργοποιοῦνται ἄλλες δυνάμεις προκειμένου νά μαθαίνουμε νέα γύρω ἀπό τήν ὑπόθεση αὐτή καί γιά τήν καλή ἔκβασή της.
.             Πρέπει, ὅμως, νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἕνα χρόνο αἰχμάλωτος στούς Τούρκους. Καί βεβαίως δέν ὑπῆρχαν τότε αὐτές οἱ δυνατότητες πού ὑπάρχουν σήμερα γιά νά μαθαίνουμε τί ἀκριβῶς συμβαίνει καί νά γίνωνται τόσες παρεμβάσεις. Ὁ ἴδιος ἔστειλε δύο ἐπιστολές ἀπό τόν τόπο τῆς αἰχμαλωσίας του, καί παρέμεινε σχεδόν ἕνα χρόνο αἰχμάλωτος στούς Τούρκους.
.             Ἡ μία ἐπιστολή εἶναι πρός τήν Ἐκκλησία του, δηλαδή τήν Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, καί ἡ ἄλλη ἐπιστολή ἐστάλη πρός ἕναν ἀνώνυμο πού εἶναι μικρότερη καί ἔχει τό ἴδιο περιεχόμενο μέ τήν πρώτη. Μέ τίς ἐπιστολές αὐτές πληροφορεῖ τούς παραλῆπτες του γιά τό τί συνάντησε κατά τήν αἰχμαλωσία του. Ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο κείμενο «διάλεξις Παλαμᾶ πρός Χιόνας», στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ διάλογος πού εἶχε μαζί τους. Καί ἔτσι ἔχουμε αὐθεντική μαρτυρία γιά τό πῶς αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τούς Τούρκους καί πῶς περνοῦσε κατά τήν διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του.
.                 Ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γράφει ὅτι πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, δηλαδή πέντε (5) χρόνια πρίν κοιμηθῆ –ἐκοιμήθη τό 1359, ἄρα λοιπόν 5 χρόνια πρίν, τό 1354– εἶχε ταλαιπωρηθῆ σωματικά ἀπό τούς ἀγῶνες του, τά συχνά ταξίδια γιά τήν ὑπέρασπιση τῆς ὀρθόδοξης πίστης, τούς πειρασμούς πού εἶχε, τούς ἀκατάπαυστους κόπους καί κυρίως ἀπό τό ὅτι περιέπεσε σέ μιά δεινή καί πολυήμερη ἀσθένεια.
.           Ὅμως τότε στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὑπῆρχε μεγάλη διαμάχη μεταξύ τῶν συναυτοκρατόρων, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου καί τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ. Λόγῳ τοῦ ὑψηλοῦ κύρους πού εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, παρεκλήθη νά μεταβῆ στήν Κωνταντινούπολη γιά νά τούς συμφιλιώση.
.           Παρά τό ὅτι ἦταν ἀσθενής, γράφει ὁ ἅγιος Φιλόθεος, ἀνέλαβε αὐτήν τήν ἀποστολή περιφέροντας «τά λείψανα τῆς ἀσθενείας του», πού εἶναι πάρα πολύ ὡραία ἔκφραση, καί δηλώνει ὅτι ἀκόμη ὑπῆρχαν τά συμπτώματα τῆς ἀσθένειάς του σέ ὅλο τό σῶμα του. Μεταφέροντας, λοιπόν, «τά λείψανα τῆς ἀσθενείας του», ἔκανε τό ταξίδι νά πάη ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ὅπου ἦταν Μητροπολίτης, στήν Κωνσταντινούπολη γιά τό ἔργο αὐτό.
.           Μέ ἕνα μικρό πλοιάριο πῆγε στήν Τένεδο, καί ἀπό ἐκεῖ ἔπρεπε νά πάη πρός τήν Καλλίπολη τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί στήν συνέχεια στήν Κωνσταντινούπολη. Ὅμως ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, τήν 2 Μαρτίου τοῦ 1354, σάν αὐτές τίς ἡμέρες δηλαδή, ἔγινε ἕνας μεγάλος σεισμός στήν Καλλίπολη, γκρεμίστηκαν τά σπίτια, οἱ κάτοικοι φοβήθηκαν καί ἔφυγαν ἀπο τήν πόλη. Ὁπότε οἱ Τοῦρκοι βρῆκαν τήν εὐκαιρία καί κατέλαβαν τήν Καλλίπολη. Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού οἱ Τοῦρκοι πάτησαν τό πόδι τους στήν Εὐρώπη. Μέχρι τότε εἶχαν κυριεύσει ὅλη τήν Μικρά Ἀσία καί ἐπεκτείνονταν καί σέ ἄλλα μέρη, καί γιά πρώτη φορά τήν ἡμέρα ἐκείνη κυρίευσαν τήν Καλλίπολη τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης.
.           Τότε, λοιπόν, τό πλοῖο μέσα στό ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λόγῳ μεγάλης θαλασσοταραχῆς δέν ἔπιασε στό λιμάνι τῆς Καλλίπολης, ἀλλά ἀγκυροβόλησε πλησίον τῆς ἀκτῆς. Οἱ Τοῦρκοι τό εἶδαν, ὅρμησαν μέ δικά τους πλοιάρια, ἀνέβηκαν στό κατάστρωμα, ἔγινε μάχη μέσα στό πλοῖο, τό κατέλαβαν, αἰχμαλώτισαν ὅλους τούς ἐπιβαίνοντας μαζί καί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ.
.           Ἔτσι, λοιπόν, γιά τόν ἅγιο ἄρχισε ἡ περίοδος τῆς αἰχμαλωσίας του πού κράτησε ἕναν σχεδόν χρόνο ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1354 μέχρι τήν ἄνοιξη τοῦ 1355. Ὁ ἅγιος μεταφερόταν ἀπό τόπο σέ τόπο. Ἀπό τήν Λάμψακο τόν πῆγαν στίς Πηγές, μετά στήν Προύσα καί στήν συνέχεια στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Πέρασε πάρα πολύ δύσκολες ἡμέρες.
.           Ὁ ἴδιος περιγράφει τίς δοκιμασίες του στά κείμενα, πού ἀνέφερα προηγουμένως. Κατά τήν διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του εἶχε τρεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς Μουσουλμάνους γιά θέματα πίστεως, δηλαδή γιά τήν διαφορά μεταξύ τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ, μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Μωάμεθ καί, ἄν καί ἦταν αἰχμάλωτος, ἔδωσε ὁμολογία πίστεως.
.           Αὐτό εἶχε συνέπειες γιά τήν ζωή του. Δέν δίνει κανείς εὔκολα ὁμολογία γιά τήν ἀληθινή πίστη καί μάλιστα ὅταν βρίσκεται κάτω ἀπό δύσκολες συνθῆκες. Δέν ὁμοίαζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ πολλούς ἀπό ἐμᾶς πού ὁμιλοῦμε ὀρθόδοξα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, μέσα ἀπό τήν ἡσυχία μας καί τήν ἐλευθερία μας, ἀλλά σέ δύσκολες στιγμές τῆς ζωῆς μας, ὅταν μᾶς πιέζουν, ἤ ὅταν ἀπειλεῖται ἡ θέση μας ἀρνούμαστε τόν Χριστό καί τήν ὀρθόδοξη παράδοση.
.           Ἔτσι, μιά φορά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔμεινε ἕνα χρονικό διάστημα στήν ὕπαιθρο κάτω ἀπό καταιγίδα· ἄλλη φορά μαζί μέ τούς αἰχμαλώτους ἔμειναν γυμνοί, διημερεύοντας στήν ὕπαιθρο· ὑπέστη πολλές κακώσεις, μαστιγώσεις καί ἀρκετές ταλαιπωρίες. Ἔχουμε αὐθεντικές μαρτυρίες καί περιγραφές ἀπό τόν ἴδιο στίς δύο ἐπιστολές πού ἀνέφερα. Οἱ Τοῦρκοι κατάλαβαν ὅτι ὁ αἰχμάλωτός τους εἶχε κάποια σημαντική θέση στήν Αὐτοκρατορία καί τόν κρατοῦσαν αἰχμάλωτο, ὥστε νά ἐξαναγκάσουν τούς Ρωμαίους νά δώσουν ἱκανά λύτρα γιά νά τόν ἀπελευθερώσουν, πράγμα πού συνηθίζουν νά τό κάνουν, καί τήν πρόσφατη περίπτωση τῶν αἰχμαλωτισθέντων στρατιωτῶν θά τήν ἐκμεταλλευθοῦν. Βλέπουμε, λοιπόν, ἕναν μεγάλο Πατέρα καί Ὁμολογητή τῆς πίστεως νά ὑφίσταται τέτοια μαρτύρια καί ποικίλα προβλήματα καί δοκιμασίες.
.           Ὁ ἴδιος περιγράφει ἕναν διάλογο πού εἶχε μέ ἕναν Τοῦρκο θρησκευτικό λειτουργό στά μέρη τῆς Νικαίας, ἕναν Τασιμάνη. Τό κεντρικό θέμα τοῦ διαλόγου ἦταν ἡ ἀντίθεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχηγῶν τους, δηλαδή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Μωάμεθ. Σέ κάποιο σημεῖο ὁ Τασιμάνης εἶπε ὅτι ὁ Μωάμεθ ἦταν μεγάλος προφήτης, διότι μέ τήν δύναμή του οἱ Μουσουλμάνοι κυριάρχησαν στόν κόσμο ἀπό τήν ἀνατολή ἕως τήν δύση.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὁ Μωάμεθ ξεκίνησε ἀπό τήν ἀνατολή καί διῆλθε μέχρι τήν δύση τοῦ ἡλίου «ἀλλά πολέμῳ καί μαχαίρᾳ καί λεηλασίαις καί ἀνδραποδισμοῖς καί ἀνδροκτασίαις, ὧν οὐδέν ἐκ Θεοῦ τοῦ ἀγαθοῦ προηγουμένως ἐστί, τοῦ ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου δέ μᾶλλον προηγούμενον θέλημα». Δηλαδή, ὅλα αὐτά δέν ἔγιναν ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τόν διάβολο. Καί συνέχισε νά λέγη ὅτι αὐτό τό κατόρθωσε «βίαν ἐπάγων καί τά καθ’ ἡδονήν προτεινόμενος», χρησιμοποιώντας βία καί προτεινόμενος τόν βίο τῆς ἡδονῆς. Αὐτή ἡ ἀπάντηση ἐκίνησε τήν ὀργή τῶν παρισταμένων Τούρκων, πού κινήθηκαν ἀπειλητικά ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἀλλά ἐκεῖνος μέ ἱλαρότητα καί μέ μικρό μειδίαμα εἶπε ὅτι ἐάν συμφωνούσαμε κατά τούς λόγους, θά ἀνήκαμε σέ ἕνα δόγμα, δηλαδή δικαιολογοῦνται οἱ διαφορές. Ὁ ἴδιος ὅμως σημειώνει ὅτι «ὁ νοῶν νοείτω τῶν εἰρημένων τήν δύναμιν». Καί μέ ὅσα εἶπε στήν συνέχεια προσπάθησε νά φέρη μιά εἰρήνη, χωρίς ὅμως νά προδώση τήν πίστη του.
.           Ἀκόμη ὁ ἅγιος Γρηγόριος περιγράφει ἕνα ἄλλο δύσκολο περιστατικό.
.            Ὅταν βρισκόταν αἰχμάλωτος στά μέρη τῆς Προύσας, ὁ Ἐμίρης Ὀρχάν διοργάνωσε μιά συζήτηση γιά νά πληροφορηθῆ ἀπό τόν Γρηγόριο τί ὑποστηρίζει. Ἔτσι προσκλήθηκαν μερικοί σοφοί ἐλλόγιμοι, οἱ λεγόμενοι Χιόνες. Αὐτοί ἦταν Ἕλληνες πού ἀνῆκαν σέ μιά συγκρητιστική ὁμάδα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι γιά νά τά ἔχουν καλά μέ τούς Τούρκους, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν χριστιανική πίστη καί ἐμφανίζονταν καί ὡς Μουσουλμάνοι καί ὡς Ἑβραῖοι. Ἕνα φαινόμενο πού δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται καί σήμερα ἀπό αὐτούς πού εἶναι ὑπέρμαχοι τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρητισμοῦ.
.           Ἡ συζήτηση ἔγινε κατά βάση σέ θεολογικά θέματα κυρίως στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Σέ κάποια στιγμή τοῦ διαλόγου ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Ὀρχάν ρώτησε τόν ἅγιο Γρηγόριο, γιατί οἱ Χριστιανοί δέν σέβονται τόν δικό τους Προφήτη, τόν Μωάμεθ, ἐνῶ οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται τόν Χριστό ὡς Λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν Μητέρα Του πλησίον τοῦ Θεοῦ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀπάντησε ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά ἀγαπᾶ τόν διδάσκαλό του, ἄν δέν εἶναι πιστευτά τά λόγια του. Ἔπειτα τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς ὑπέδειξε νά δεχθοῦμε κανέναν Μωάμεθ, γι’ αὐτό καί δέν τόν ἀγαπᾶμε. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε, ὅπως λέγουν οἱ Ἀπόστολοι, νά μήν δεχθοῦμε κανέναν ἄλλο, γιατί Αὐτός ὁ Χριστός θά κρίνη τόν κόσμο. Τά εἶπε αὐτά ἐνῶ ἦταν αἰχμάλωτος καί τό μέλλον του ἦταν ἄγνωστο, δέν τά εἶπε ἐνῶ ἦταν ἐλεύθερος καί συζητοῦσε ἐλεύθερα καί ἀκαδημαϊκά σέ κάποιο συνέδριο καί μάλιστα ἦταν μόνος του, χωρίς καμμία βοήθεια.
.           Ἡ συζήτηση πῆγε καί σέ ἄλλα θέματα, δηλαδή στήν περιτομή καί τίς εἰκόνες. Καί μετά οἱ Τοῦρκοι ἄρχοντες, πού ἦταν παρόντες σηκώθηκαν, ἀποχαιρέτισαν τόν ἅγιο μέ εὐλάβεια καί ἔφυγαν. Ὅμως, ἕνας ἀπό τούς Χιόνες, ἀφοῦ ὕβρισε τόν ἅγιο, ὅρμησε ἐναντίον του καί «ἔδωκεν αὐτῷ πληγάς κατά κόρρης», δηλαδή τοῦ ἔδωσε γροθιές στό πρόσωπό του. Ὅμως οἱ παρόντες Τοῦρκοι τόν κατηγόρησαν γιά τήν συμπεριφορά του. Δηλαδή, οἱ ἐξωμότες γίνονται χειρότεροι καί ὠμότεροι ἀπό τούς ἀλλοπίστους.
.           Καί βέβαια ὁ ἅγιος Γρηγόριος πέρασε πολλές δοκιμασίες, ἀντιμετώπισε πολλά προβλήματα, τόν περιέφεραν ἀπό τόπο σέ τόπο, τόν ὕβριζαν ποικιλοτρόπως καί ἐκεῖνος παρέμενε πιστός σέ αὐτά τά ὁποῖα δίδασκε, χωρίς νά ἔχη καμμία βοήθεια, καμμία προστασία. Καί ὅταν πῆραν λύτρα ἱκανά οἱ Τοῦρκοι, ἀπό χρήματα πού συγκέντρωσαν οἱ Χριστιανοί, διότι ὁ ἅγιος εἶχε μεγάλη θέση μέσα στήν Ἐκκλησία καί στό Χριστιανικό Ρωμαϊκό Κράτος, τότε τόν ἀπελευθέρωσαν. Ἐκεῖνος πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη καί εἶχε στό Παλάτι, μέ τήν παρουσία τοῦ Αὐτοκράτορος, τῶν Συγκλητικῶν ἕναν ὑπέροχο θεολογικό διάλογο μέ τόν μεγαλύτερο φιλόσοφο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τόν Νικηφόρο Γρηγορᾶ, τόν ὁποῖο καί κατετρόπωσε.
.           Ἔπειτα, ἐπέστρεψε στήν Μητρόπολή του, στήν Θεσσαλονίκη, βρῆκε τήν πόλη νά ὑποφέρη ἀπό μία ξηρασία, ἐπειδή εἶχε πολύ καιρό νά βρέξη, ἔκανε μία προσευχή καί ἔρριξε πολύ νερό καί ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔγινε εὐεργέτης καί μέ τόν τρόπο αὐτόν στήν πόλη. Καί ὕστερα ἀπο λίγα χρόνια ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ.
.           Ὅπως εἶπα προηγουμένως ὅλη αὐτή ἡ περιπέτεια τήν ὁποία πέρασε μέ τούς Τούρκους ἦταν πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του.
.           Εἶναι, ὅμως ἐνδιαφέρον, νά δοῦμε τούς χαρακτηρισμούς πού δίνει γιά τούς Τούρκους τῆς ἐποχῆς του καί περιλαμβάνονται στήν ἐπιστολή πού ἔστειλε στό Ποιμνίο του, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν αἰχμάλωτος. Πολλές φορές στήν ἐπιστολή του τούς ὀνομάζει βαρβάρους. «Τοῖς πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτοις». Σέ ἄλλο σημεῖο γράφει ὅτι σέ ἀντιπαράθεση μέ τό εὐσεβές γένος τῶν Ρωμαίων, τῶν Χριστιανῶν δηλαδή, αὐτοί ἀποτελοῦν «τό δυσεβές καί θεομισές καί παμμίαρον τοῦτο γένος». Ἀλλοῦ γράφει ὅτι ὁ Θεός τούς παρέδωσε σέ ἀδόκιμο νοῦ καί πάθη ἀτιμίας «ὥστε βιοῦν αἰσχρῶς καί ἀπανθρώπως καί θεομίσως». Καί παρά τούς φόνους πού κάνουν καί τίς ἀκολασίες μέ τίς ὁποῖες ζοῦν νομίζουν ὅτι ἔχουν τόν Θεό συνευδοκοῦντα.
.           Βρισκόμαστε τόν 14ο αἰώνα καί ἤδη σιγά-σιγά συρρικνώνεται ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἐπεκτείνεται ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία καί μετά ἀπό ἑκατό περίπου χρόνια κατέλαβαν καί τήν Κωνσταντινούπολη. Ἔτσι παρά τά ὅσα ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι πού καταλάμβαναν ὁλόκληρες περιοχές, καί αἰχμαλώτιζαν καί σκότωναν τούς ἀνθρώπους, νόμιζαν ὅτι εἶχαν τήν συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὅλα αὐτά γίνονταν μέ τήν θέληση τοῦ θεοῦ τους.
.           Αὐτήν τήν περίπτωση ἀπό τήν ζωή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ θέλησα νά παρουσιάσω σήμερα γιά τήν ἐπικαιρότητα τοῦ θέματος. Βέβαια, δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη ἔστω μία ἐλάχιστη σύγκριση μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Μουσουλμανισμοῦ. Καμμία σύγκριση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τό ἔδειξε αὐτό μέ τούς τρεῖς θεολογικούς διαλόγους πού ἔκανε κατά τήν διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του στούς Τούρκους.
.           Ὅμως σήμερα ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πού λένε ὅτι δέν ὑπάρχει πρόβλημα νά μαθαίνουν τά παιδιά στό Σχολεῖο ὅλες τίς θρησκεῖες. Καί ἔβαλαν μέσα στά Σχολεῖα τά θρησκευτικά μαθήματα τό νά μαθαίνουν τά ὀρθόδοξα παιδιά καί γιά τόν ἅγιο Παΐσιο καί τούς ὀπαδούς ἄλλων θρησκειῶν, σάν νά μή συμβαίνη τίποτα, χωρίς νά βλέπουν τίς διαφορές.
.           Καί σκέφτομαι καί λέω. Ἐάν ζοῦσε σήμερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, καί ἦταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἢ καί Μητροπολίτης Ναυπάκτου θά συνευδοκοῦσε νά διδάσκωνται στά Σχολεῖα τέτοια θρησκευτικά; Θά συνευδοκοῦσε καί μέ τήν δική του θέληση νά γίνεται αὐτό, αὐτός πού ὑπέστη τόσα πολλά στήν ἐξορία καί ἔκανε ὁμολογιακό διάλογο μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του;
.           Μάλιστα στήν ἐπιστολή, πού ἔστειλε στήν Ἐκκλησία του, γράφει ὅτι δέν πρέπει νά ξεχνοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ὅτι ἔχουν ζωντανό καί ἀληθινό Θεό καί ὁ Χριστός ἀπαιτεῖ ἀπό τούς Χριστιανούς νά ἔχουν ζωντανή καί ἀληθινή πίστη. Οἱ Χριστιανοί πρέπει νά δείξουν τήν ἀληθινή πίστη ἀπό τά ἔργα τους, διότι ἔτσι θεοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος.
.           Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο πού πρέπει νά ποῦμε εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μεγάλος Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού ἡ Ἐκκλησία τόν τιμᾶ πάρα πολύ. Συγχρόνως, εἶναι καί ἕνας ἀναίμακτος μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπέστη ἀναίμακτο μαρτύριο. Ὑπάρχουν μεγάλοι μάρτυρες πού θυσιάστηκαν καί ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός δέν ἔχυσε τό αἷμα του, ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ, ἀλλά ὑπέστη μαρτύριο ἀναίμακτο καί θεωρεῖται μάρτυρας Χριστοῦ ἀναιμάκτως.
.           Ὅπως ὑπάρχουν καί ἀναίμακτοι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί αὐτοί πού σήμερα δίνουν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους καί ὑφίστανται πάρα πολλά, περιφρονήσεις, χλευασμούς, περιθωριοποιήσεις. Ὅπως ἀκόμη ὑπάρχουν καί Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι ὑπομένουν στήν ζωή τους τά προβλήματα καί τίς δοκιμασίες, ζοῦν μαρτυρική ζωή ἀναίμακτη, ὅπως ἔχουμε καί τό μνημόσυνο τῆς ἀδελφῆς μας Μαρίας, μητρός τοῦ ἀγαπητοῦ μας Ἱερομονάχου π. Προδρόμου, ἡ ὁποία πέρασε ὅλη τήν ζωή της μέ πόνο, μέ δυσκολία, ἀλλά καί μέ μεγάλη ὑπομονή. Εἶναι ἀναίμακτο μαρτύριο τό νά μπορῆ κανείς νά ὑπομένη τούς λογισμούς τῆς ἀπελπισίας, τῆς ἀπογνώσεως, τῆς πονηρίας καί τούς διώχνει. Εἶναι ἕνα ἀναίμακτο μαρτύριο νά πολεμᾶ τά πάθη του καί νά ἀντιμετωπίζη τίς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου. Καί αὐτοί εἶναι συνεχιστές τοῦ ἀναιμάκτου μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
.           Νά δώση ὁ Θεός, ὁ ἅγιος Γρηγόριος νά μᾶς φωτίζη ὅλους, Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς νά παραμένουμε πιστοί στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί τήν ὅλη παράδοσή μας, νά ἀποδιώκουμε καί νά ἐκδιώκουμε ὅλους τούς κακούς λογισμούς καί τά πάθη, καί νά ὑφιστάμεθα στήν ζωή μας μέ ὑπομονή καί ἔμπνευση αὐτό τό ἀναίμακτο μαρτύριο γιά τόν Χριστό. Ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

«Τῌ ΑΓΝΩΣΤῼ ΟΡΘΟΔΟΞΙᾼ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(Ἀπομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα,
κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
25 Φεβρουαρίου 2018, στόν Ἱ. Μητροπ. Ναὸ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Ναυπάκτου.)

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.           Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὡς θεολογία καί ὡς Ἐκκλησία καί ὡς ζωή. Δέν εἶναι, δηλαδή, μόνον ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ἡ ὀρθο-δοξία καί ἡ ὀρθο-ζωΐα.
.           Ὅπως εἶναι καθιερωμένο, σήμερα παντοῦ, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς ὅπου γίνεται θεία Λειτουργία, θά ἀκουστοῦν κηρύγματα γύρω ἀπό τό θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί θά μιλήσουν πολλοί Ἐπίσκοποι, Κληρικοί καί θεολόγοι γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ὁμιλητές, ὀρθόδοξοι, νεορθόδοξοι, μετα-ορθόδοξοι, πατερικοί, μετα-πατερικοί, νεο-πατερικοί, μοντέρνοι καί μετα-μοντέρνοι θά ἀναφερθοῦν στήν Ὀρθοδοξία καί θά προσπαθήσουν νά παρουσιάσουν ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.
.           Τό ἐρώτημα ὅμως πού τίθεται εἶναι: Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
Εἶναι ἕνα ἐρώτημα, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀπαντηθῆ. Καί φυσικά δέν ἀρκεῖ ἕνα σύντομο εὐχαριστιακό κήρυγμα γιά νά δώση κανείς μία τέτοια ἀπάντηση, γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὡστόσο θά προσπαθήσω σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας νά διατυπώσω μερικές ἀπόψεις μου.
.           Σκεπτόμενος χθές τό βράδυ αὐτό τό ἐρώτημα –τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία– ἦρθε στόν νοῦ μου ἡ ὁμιλία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν Ἄρειο Πάγο. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε ὅτι περιῆλθε τήν ἀγορά καί εἶδε τά ἀγάλματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, ὅλα τά ἀγάλματα τῶν θεῶν, καί μεταξύ αὐτῶν εἶδε καί ἕνα ἄγαλμα τό ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «ἄγνωστο θεό», δηλαδή ἐπιγραφόταν: «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».
.           Αὐτό τό περισταστικό μέ ὁδήγησε στό νά ἐπιλέξω τό θέμα μου γιά τήν σημερινή ἡμέρα. Σκέφθηκα ὅτι μᾶλλον αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι μιλοῦν γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τελικά ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἄγνωστη στούς πολλούς.
Ὁπότε, ἂν θά μπορούσαμε νά δώσουμε σήμερα μία ἐπιγραφή στήν Ὀρθοδοξία, θά λέγαμε: «Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ». Νομίζω ὅτι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦν γι’ αὐτήν, ὅλοι γράφουν γι’ αὐτήν καί ὑπάρχουν βιβλία τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ αὐτήν. Σέ ὅλα αὐτά γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη ζωή, ἀλλά τά βλέπουν ἐπιλεκτικά καί ἐπιφανειακά.
.           Ἴσως θά μέ ἐρωτήσετε: «Γιατί εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα; Πῶς τό λέτε αυτό;»
.           Ὑπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γιά τούς ὁποίους ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία στόν λαό, καί ὄχι μόνο στόν λαό, ἀλλά καί στούς Κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν.
.           Πρῶτον, εἶναι ἄγνωστη, ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία, γιατί ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω ἀπό ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα, ὑπάρχει παχυλή ἄγνοια τοῦ καθαροῦ περιεχoμένου τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Τό λέω τόσο ἁπλά. Δηλαδή, ὑπάρχει ἐν πολλοῖς ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπάρχει σύγχυση στά θεολογικά ζητήματα. Αὐτό συμβαίνει, γιατί ὑπάρχουν τόσες προσμείξεις, τόσες ἐπιρροές ἀπό ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἀπό φιλοσοφικές, θεολογικές, χριστιανικές, θρησκευτικές, πού στό τέλος λέει κανείς: εἶναι αὐτό Ὀρθοδοξία; Καί ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές προσμείξεις καί ἐπιρροές, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὑπάρχει ἄγνοια τοῦ βάθους τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Ὅποιος παρακολουθεῖ τά διάφορα θεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα πού ἐπικρατοῦν στόν δυτικό χῶρο βλέπει πόσο ἐπηρεάσθηκαν τά ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα ἀπό τόν Σχολαστικισμό, τήν Μεταρρύθμιση, τόν Διαφωτισμό, ἀλλά καί ἀπό ἄλλες ἀνατολικές παραδόσεις.
.           Ἀκόμη, ὅταν κανείς γνωρίζη σέ ἕνα βαθμό τήν πατερική διδασκαλία ἤ τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί διαβάζη μέ προσοχή μερικές παλαιότερες Δογματικές, πού συνέγραψαν καθηγητές Θεολογικῶν Σχολῶν, βλέπει ἐκεῖ ἀπόψεις οἱ ὁποῖες δέν εἶναι πατερικές, ἀλλά γράφονται ἀπό ἄλλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά ὑπερβοῦν τήν πατερική παράδοση, τούς Πατέρες, καί μεταφέρονται καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο. Ὁπότε, λέει κανείς: εἶναι δυνατόν νά διαβάζη κανείς τήν Δογματική τῆς Ἐκκλησίας καί νά συναντᾶ ἐπιρροές καί ἐπιδράσεις ἀπό ἄλλες παραδόσεις;
.           Ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τίς χριστιανικές ἀναταράξεις πού ἔγιναν στήν Εὐρώπη ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς γνωρίζουμε ὅτι οἱ σχολαστικοί θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνος χρησιμοποιοῦσαν τούς φιλοσόφους γιά νά ἑρμηνεύσουν τά θεολογικά δόγματα. Ἐπίσης, γνωρίζουμε ὅτι οἱ Προτεστάντες ἔχουν μιά τάση νά ἀποδέχωνται τίς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἀδίκως καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου, τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, τοῦ Ἀπολλιναρίου, τοῦ Διόσκορου καί ἄλλων, καί μάλιστα γράφουν διάφορες μελέτες γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα.
.           Αὐτό δείχνει ὅτι δυστυχῶς σήμερα ἀπό τούς δυτικούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς διάφορες αἱρετικές ἀπόψεις πού καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, θεωροῦνται ὡς προοδευτικές καί ἀφοῦ προσλαμβάνονται ἀπό μερικούς Ὀρθοδόξους θεολόγους, εἰσάγονται σέ ὀρθόδοξα βιβλία.
.           Ἑπομένως, ἕνα ἀπό τά μεγάλα προβλήματα πού ἔχουμε σήμερα, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας, εἶναι τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τί εἶναι οἱ ἄλλες παραδόσεις. Γιατί τό λέω αὐτό; Διότι ὑπάρχουν πολλές παραδόσεις, παραδόσεις χριστιανικές, παραδόσεις θρησκευτικές, καί εἶναι ἀνάγκη νά δοῦμε τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, πῶς ὁρίζεται αὐτή καί πῶς διακρίνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό τίς ἄλλες παραδόσεις.
.              Δεύτερον, ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, γιατί κυριαρχεῖ ἡ σκοπιμότητα καί ἡ ἰδιοτέλεια. Δηλαδή, μπορεῖ μερικοί νά γνωρίζουν τί λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάνω σέ διάφορα θεολογικά θέματα, ἀλλά ἐπειδή διακρίνονται ἀπό διάφορες σκοπιμότητες, δέν τά παρουσιάζουν ἀκριβῶς ὅπως τά διάβασαν στά ἴδια τά πατερικά κείμενα, ἀλλά τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ ἑρμηνεῖες πού καλύπτουν τά πάθη τους. Ὑπάρχει μεγάλη σκοπιμότητα ὡς πρός τό θέμα αὐτό καί αὐτό ὀφείλεται στά πάθη, τά ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα στούς ἀνθρώπους αὐτούς.
.           Ὅταν κάνω λόγο γιά σκοπιμότητες, ἐννοῶ, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τούς σύγχρονους ἐθνικισμούς καί τίς γεωπολιτικές στρατηγικές, πού ἔχουν ἀποδυναμώσει τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔχουν καταστήσει αἰχμάλωτη σέ κοσμικές πρακτικές.
.           Ἔτσι, ὁ καθένας ἑρμηνεύει τά πατερικά κείμενα ἤ παρουσιάζει τά θεολογικά θέματα, σύμφωνα μέ τά πάθη του καί παρουσιάζει ὡς Ὀρθοδοξία τήν δική του ἐσωτερική ἀρρωστημένη κατάσταση. Ὅταν θέλη κανείς νά καλύψη τόν ἑαυτό του καί νά τόν δικαιολογῆ γιά τίς πράξεις του, τότε στηρίζεται σέ πατερικά κείμενα τά ὁποῖα βέβαια παρερμηνεύει. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μεγάλη σκοπιμότητα τήν ὁποία βλέπουμε σήμερα, γι’ αὐτό καί πολλοί δέν γνωρίζουν τί εἶναι Ὀρθοδοξία ἢ δέν θέλουν νά τήν παρουσιάσουν στήν αὐθεντικότητά της. Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι δίδουν διαφόρους χαρακτηρισμούς σέ αὐτούς πού θέλουν νά παραμείνουν πιστοί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς φονταμενταλιστές, συντηρητικούς, παραδοσιακούς κλπ.
.           Ἐπίσης, στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγονται καί ἐκεῖνοι πού αἰσθάνονται ἕναν φόβο ὅταν βρίσκωνται μπροστά σέ ἰσχυρούς τῆς γῆς, εἴτε πολιτικούς εἴτε ἐκκλησιαστικούς, πάλιν χάρη μιᾶς σκοπιμότητας, καί δέν θέλουν νά ἐκφρασθοῦν καθαρά, ἀλλά ρέπουν περισσότερο στήν λεγόμενη θεολογική «διπλωματική ἀσάφεια» πού συσκοτίζει τά θεολογικά ζητήματα τά ὁποῖα, ὅμως, ἀπαιτοῦν μιά καθαρή ἔκφραση. Αὐτό σημαίνει ὅτι σήμερα ἀκόμη καί σέ δογματικά ζητήματα χρησιμοποιοῦνται ὅροι καί φράσεις πού νά ἔχουν δύο ἤ περισσότερα νοήματα, διφορούμενες ἔννοιες, ὥστε νά συσκοτίζωνται ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα.
.           Ἀκόμη, παρατηρεῖται τό φαινόμενο, ὅταν παρευρίσκεται κάποιος Κληρικός ἤ θεολόγος σέ ἀκροατήρια πού παρίστανται ἑτερόδοξοι νά παριστάνη τόν εὐγενῆ, νά αὐτολογοκρίνεται γιά νά ἔχουν οἱ ἄλλοι καλή ἰδέα γι’ αὐτόν, εἶναι φοβικός καί δέν ὁμιλεῖ αὐθεντικά, ὀρθόδοξα καί πατερικά. Ὅταν ὅμως στήν συνέχεια βρίσκεται στά δικά του ἀκροατήρια εἶναι «σοῦπερ» (ὑπέρ) ὀρθόδοξος. Σέ αὐτήν τήν νοοτροπία διακρίνει κανείς τήν ὕπαρξη τοῦ φόβου καί τῆς σκοπιμότητας. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ με φοβικά σύνδρομα καί μέ διάφορες κοσμικές σκοπιμότητες.
.           Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας καθηγητής τῆς Δογματικῆς, πού συμμετεῖχε ὁ ἴδιος σέ διορθόδοξες καί διαχριστιανικές συναντήσεις, ἔλεγε ὅτι ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι θεολόγοι καί Κληρικοί, οἱ ὁποῖοι μπροστά στούς ἑτεροδόξους στέκονται σάν «ποντίκια», δηλαδή εἶναι φοβισμένοι καί δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἀλλά ὅταν βρίσκωνται στά δικά τους ἀκροατήρια, τότε παρουσιάζονται σάν «λιοντάρια ὀρθοδοξίας». Καί ἐνῶ δίνεται ἡ δυνατότητα σέ διάφορες διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις νά ὁμολογῆ κανείς τόν Χριστό καί τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί δέν τό κάνει, ἐν τούτοις ὅταν πηγαίνη στά ποίμνιά του ὁ καθένας, γίνεται διαπρύσιος ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Κάπως ἔτσι γίνεται καί αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὅλοι θά ὁμιλήσουν γιά τό μεγαλεῖο καί τήν ἀξία της Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θά προτιμοῦσα ὅμως αὐτό τό ίδιο νά τό κάνουν, ὅταν εὑρίσκωνται σέ διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις.
.           Μέ λύπη παρατήρησα ὅτι ὅταν γινόταν συζήτηση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πολλοί Ἀρχιερεῖς δέν ὁμίλησαν, ἀλλά μέ τήν σιωπή τους φάνηκε ὅτι ἀποδέχθηκαν τό νέο πρόγραμμα, ἐνῶ ὅταν ἐπέστρεψαν στίς Ἐπαρχίες τους καί εἶδαν τήν ἀντίδραση τῶν θεολόγων καθηγητῶν καί πολλῶν ἄλλων Χριστιανῶν, ὁμίλησαν ἐναντίον τοῦ νέου Προγράμματος τῶν Θρησκευτικῶν.
.           Γι’ αὐτό καί εἶπα προηγουμένως ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί ὑπάρχει σύγχυση μεταξύ τῶν παραδόσεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί ἐπικρατεῖ φόβος καί σκοπιμότητα μεταξύ αὐτῶν πού θά ὄφειλαν νά εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως.
.           Τελικά παραμένει τό ἐρώτημα καί ἐπανέρχομαι σέ αὐτό: Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
.           Θά μοῦ πῆτε: «Ὡραῖα, σήμερα σέ πολλούς Χριστιανούς ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί σκοπιμότητα μαζί μέ φόβο ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν. Τελικά τί θά μπορούσατε ἐσεῖς νά μᾶς πῆτε μέ λίγα λόγια γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;».
Νομίζω ὅτι μέ πολλή μεγάλη συντομία μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρία συγεκριμένα γεγονότα:

Πρῶτον, Ὀρθοδοξία εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδή τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά καί τίς Τοπικές Συνόδους οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τίς πρῶτες. Ὅταν διαβάση κανείς τά Πρακτικά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά καταλάβη τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δεύτερον, Ὀρθοδοξία εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ πεντάτομου ἔργου πού λέγεται «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» εἶναι συλλογή πατερικῶν ἔργων, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τόν ἱερό ἡσυχασμό. Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει οὐσιαστικά τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν ἐσωτερική πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ἐκφράζουν τά δόγματα, οὐσιαστικά οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Καί τρίτον, Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά Μυστήριά της μέ κορυφαῖο τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μαζί μέ τίς ἐκκλησιαστικές μας τέχνες, δηλαδή, τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία, τήν ἐκκλησιαστική μουσική, τήν ἐκκλησιαστική ἁγιογραφία, τίς ἱερές εἰκόνες κλπ.
.           Ἄλλωστε, γιατί καθόρισε ἡ Ἐκκλησία τήν σημερινή ἡμέρα, πού εἶναι ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, νά ἑορτάζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Τό ἔκανε αὐτό, γιατί οἱ εἰκόνες εἶναι ἐκεῖνες πού παρουσιάζουν ὅλο τό πνευματικό ἐσωτερικό μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δείχνουν κατά τρόπο αὐθεντικό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
.           Ἑπομένως, ὅταν συνδέση κανείς καί τά τρία αὐτά γεγονότα, δηλαδή τά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τήν ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» καί σέ ἄλλα πατερικά κείμενα, καί τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ἁγιογραφία, τήν μουσική μας παράδοση, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κτίζουμε τούς ναούς, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τελοῦμε τήν θεία Λειτουργία, τήν θεία Εὐχαριστία, τότε καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλα τά ἄλλα πού γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι καρπός αὐτῶν τῶν βασικῶν γνωρισμάτων.
.           Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ ἁπλούστερο τρόπο θά ἔλεγα ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι νά συναντήση κανείς ἕναν θεόπτη ἅγιο, ὁ ὁποῖος συνδέει στενά τήν θεία Λειτουργία μέ τήν προσευχή στήν καρδιά καί τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, νά μαθητεύση κοντά του, νά ἀκολουθήση τίς συμβουλές του καί νά μιμηθῆ τήν ζωή του. Τότε θά μάθη ἐκ πείρας –ὅπως ἕνας φοιτητής μαθαίνει τήν ἐπιστημονική γνώση ἀπό τόν ἐπιστήμονα ἐρευνητή– τί εἶναι ’Ορθοδοξία καί θά γίνη ὀρθόδοξος σέ ὅλες τίς ἐκφράσεις καί ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία παραλαμβάνεται ὡς πνευματική γέννηση μέσα ἀπό πνευματικά «ζωντανούς ὀργανισμούς». Συμβαίνει καί ἐδῶ ὅ,τι μέ τήν βιολογική ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἀπό ζωντανούς βιολογικά ὀργανισμούς. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς «θεολογία γεγονότων». Τότε θά μάθη στήν πράξη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὁ βερμπαλισμός, τά ἰδεολογήματα, τά συνθήματα, οἱ ἔξυπνες ἀτάκες πού ἐντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, ὅπως οἱ φωτοβολίδες τόν οὐρανό.
.           Ὁπότε, γιά νά μάθη κανείς τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά ἀσχοληθῆ καί νά ἐνδιαφερθῆ μέ τό βάθος αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καί τελικά Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίση κανείς τό βάθος της, πού εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωση καί τότε θά γνωρίση καί τό ὕψος της, πού εἶναι τό ὄρος Θαβώρ, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί βιαία πνοή τῆς Πεντηκοστῆς.
.           Μακάρι, μέχρι πού νά τελειώσουμε τήν ζωή μας, μέχρι πού νά φύγουμε ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μάθουμε, ἔστω καί λίγο, τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί νά μήν παραμείνη μέχρι τέλους ἡ Ὀρθοδοξια ἄγνωστη σ’ ἐμᾶς, ἔστω κι ἄν τήν ὁμολογοῦμε καί τήν πανηγυρίζουμε λαμπρά.

, ,

Σχολιάστε

«ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

«Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.             Ἐξεδόθη πρόσφατα ἕνα σημαντικό βιβλίο ἀπό τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο μέ τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί μέ ὑπότιτλο «Κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο «Ostracon Publishing (Θεσσαλονίκη 2017).
.             Μέχρι τώρα ὁ καθηγητής, μέ τήν ἐπιμέλεια πού τόν χαρακτηρίζει, ἐξέδωσε ἄλλα αὐτοτελῆ ἔργα του, ὅπως «Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Αὐθεντία καί πρωτεῖο», «Ὁ ἀνακαινισμός τοῦ ἀνθρώπου κατά τή δογματική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου», «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα Α’», «Προλεγόμενα στή θεολογική γνωσιολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», «Θέματα Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Περιχώρησις. Θεολογικό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καί οἱ ἐφαρμογές του κατά τή Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Χάρισμα καί θεσμός στήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
.             Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὕστερα ἀπό μιά μεγάλη ἐμπειρία στήν μελέτη καί πραγμάτευση δογματικῶν θεμάτων, μέσα ἀπό τήν ὅλη ἐκκλησιαστική διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν θεολόγων, προῆλθε ὡς ἀποκορύφωμα ὁ νέος εὔχυμος καρπός μέ τόν τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἑπομένως, τό νέο αὐτό ἔργο εἶναι ἕνας ὥριμος καρπός πολυετοῦς μελέτης πάνω σέ δογματικά ζητήματα.
.          Θά ἤθελα στήν συνέχεια νά καταγράψω μερικές σκέψεις πού μοῦ δημιουργήθηκαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου.

1.Ὁ συγγραφεύς καί τά ἐπιστημονικά του ἐνδιαφέροντα

.             Ὅταν διαβάζη κανείς ἕνα κείμενο ἤ ἕνα βιβλίο ἐξετάζει κατ’ ἀρχάς τό ὄνομα τοῦ συγγραφέως γιά νά διαπιστώση τήν ἐγκυρότητά του. Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βιβλίου Βασίλειος Τσίγκος εἶναι καθηγητής στό Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διδάσκει τήν Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἦταν μαθητής καί εἶναι διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου καί κατά βάση ἐκφράζει τήν θεολογία του.

.             Στό ἐσώφυλλο τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ βιβλίου γράφεται ὅτι τά διερευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ Βασιλείου Τσίγκου εἶναι στραμμένα:

«-Στήν μελέτη τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς μέσα ἀπό τά μνημεῖα ἑνός πολιτισμοῦ λόγου καί τέχνης πού δημιουργεῖ ἐν παντί τόπῳ καί χρόνῳ ἡ Ἐκκλησία.
-Στήν ἀκριβῆ ἔκθεση καί αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων τῆς πίστεως, μέ διαχρονία καί συγχρονία μέ τόν τρόπο ζωῆς τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.
-Στήν ἁρμονική συνύφανση, τήν ἄρρηκτη ἑνότητα καί σύνδεση τῆς δογματικῆς θεολογίας μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
-Στήν ἀναγκαιότητα μιᾶς σύγχρονης ἐκφορᾶς τῆς θεολογικῆς μαρτυρίας σέ διάλογο μέ τά θεμελιώδη προβλήματα, τίς ἀπορίες καί τίς ἀναζητήσεις τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου».

Ὅλα αὐτά τά σημαντικά ἐρευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ καθηγητοῦ ἀντικατοπτρίζονται στό βιβλίο τῆς «Δογματικῆς» του.

2. Ἡ σχολαστικοποίηση τῆς Δογματικῆς

.             Πρίν ἀναφερθῶ στήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου, θά κάνω μιά μικρή ἀνασκόπηση σέ «Δογματικές» πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικισμό, γιά νά φανῆ ἡ ἀξία τῆς παρούσης «Δογματικῆς».
Τήν δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισμοῦ κατά τήν ὁποία γίνονταν πολλές ἀνακατατάξεις στόν δυτικό Χριστιανισμό, ἐπηρεάσθηκε καί ἡ «Δογματική» τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἀρχή τῆς δεύτερης χιλιετίας ἡ διατύπωση καί ἡ ἔκφραση τῶν δογματικῶν θεμάτων ἔγινε μέ σχολαστικό τρόπο μέ τήν ἐμφάνιση τῆς λεγομένης σχολαστικῆς θεολογίας καί στήν ὁποία πρωτεύοντα ρόλο διεδραμάτισε ὁ ὀρθολογισμός-λογικοκρατία.
.            Στήν συνέχεια ὑπῆρξε ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ σχολαστικισμοῦ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὅμως, ὁ σχολαστικός τρόπος ἐκφράσεως τῶν δογμάτων ἐπηρέασε καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἔτσι, σχεδόν ὅλες οἱ «Δογματικές» πού ἐγράφησαν μέχρι τόν 20ό αἰώνα ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικό τρόπο καταγραφῆς τῶν δογματικῶν θεμάτων. Αὐτό φαίνεται στήν διάρθρωση τῶν θεμάτων τῶν κατά καιρούς «Δογματικῶν».
.              Συνήθως, ἐκεῖνο πού ἐπικράτησε στίς σύγχρονες «Δογματικές» ὡς ἐπηρεασμός ἀπό τίς παλαιότερες σχολαστικές «Δογματικές» εἶναι ἡ διάρθρωσή τους σέ ἰδιαίτερα κεφάλαια, ὅπως Τριαδολογία, Χριστολογία, Ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία.
.              Γιά παράδειγμα, στήν εἰσαγωγή τῆς «Δογματικῆς» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἡ ὁποία ἐπηρέασε ἐν πολλοῖς καί ἄλλες «Δογματικές», γίνεται λόγος γιά τόν ὁρισμό τῆς «Δογματικῆς», τό δόγμα καί τήν ἀποκάλυψη, τό δόγμα καί τόν ὀρθό λόγο, τίς πηγές καί τόν γνώμονα τῆς Δογματικῆς, τήν σχέση τῆς Δογματικῆς πρός τά ἄλλα θεολογικά θέματα, τήν μέθοδο τῆς Δογματικῆς, τήν διαίρεση τῆς δογματικῆς καί τήν ἱστορία τῆς Δογματικῆς. Ἀμέσως μετά τό βιβλίο διαιρεῖται σέ δύο μέρη.
.             Τό πρῶτο μέρος τιτλοφορεῖται «προϋποθέσεις τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως» καί ὑποδιαιρεῖται σέ κεφάλαια, ὅπως ἡ θεολογία (γιά τόν Θεό), ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ θεία Πρόνοια, ὁ κόσμος.
.             Τό δεύτερο μέρος τιτλοφορεῖται «ἡ ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσις» καί ὑποδιαιρεῖται σέ τρία τμήματα καί κάθε τμῆμα σέ ἐπιμέρους κεφάλαια. Τό πρῶτο τμῆμα φέρει τόν τίτλο «Χριστολογία» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια γιά «τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», «τό κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου», τό «Βασιλικόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου». Τό δεύτερο τμῆμα ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ θεία Χάρις», «ἡ Ἐκκλησία», «τά μυστήρια». Καί τό τρίτο τμῆμα φέρει τίτλο «ἡ τελείωσις τῆς ἀπολυτρώσεως (Ἐσχατολογία)» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ μερική κρίσις» καί «ἡ τελείωσις τῶν πάντων».
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος στήν εἰσαγωγή του γράφει ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διαιρεῖται σέ περιόδους, ἤτοι τήν πρώτη περίοδο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τό 8ο αἰώνα, καί τήν δεύτερη περίοδο ἀπό τόν ἱερό Δαμασκηνό μέχρι σήμερα.
.              Ἀναφερόμενος σέ αὐτήν τήν δεύτερη περίοδο γράφει ὅτι ἡ «Δογματική» ἀπέβαλε τήν παραγωγική δύναμή της καί περιορίζεται στήν ἐπεξεργασία τῶν παραδεδομένων δογμάτων «ἄνευ αὐτοτελείας καί ζωῆς». Μέ τόν τρόπο αὐτόν παραγνωρίζει καί ὑποτιμᾶ τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν-νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, γράφει ὅτι τά δογματικά ἐγχειρίδια τά ὁποῖα ἐμφανίσθηκαν ἀπό τόν 18ο αἰώνα καί στήν συνέχεια «εἶνε μᾶλλον συνόψεις τῶν δογμάτων κατά τήν Σχολαστικήν μέθοδον, ἥτις ἀπό τοῦ 13ου αἰῶνος σπουδαίαν ῥοπήν ἤρξατο ἀσκοῦσα ἐπί τήν ἡμετέραν Θεολογίαν».
.             Αὐτή ἡ ἐπίδραση ἀπό τήν σχολαστική θεολογία καί τόν μετέπειτα γερμανικό ἰδεαλισμό ἤδη φαίνεται καί στήν «Δογματική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἀφ’ ἑνός μέν στήν διάρθρωσή της, ἀφ’ ἑτέρου στό περιεχόμενό της. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τό ἀντικείμενο τοῦ παρόντος κειμένου.

3. Ἡ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»

.             Ἐπειδή ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς σχολαστικός θεολόγος. Ἄλλωστε, ἡ κυρίως σχολαστική θεολογία ἐμφανίσθηκε στήν Δύση μεταξύ τοῦ 11ου – 13ου αἰῶνος. Ἔπειτα, τό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» συνοψίζει ὅλη τήν πατερική διδασκαλία τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, ἀλλά δέ ὁμοιάζει καθόλου μέ τήν μέθοδο καί τόν τρόπο τῶν σχολαστικῶν θεολόγων. Ἔτσι, τό δογματικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ δέν ὑπενθυμίζει καθόλου τήν σχολαστική θεολογία, ὅπως δυστυχῶς ἰσχυρίζονταν οἱ παλαιότεροι ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι.
.             Ἡ διάρθρωση τοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» διακρίνεται σέ τέσσερα μέρη. Στό πρῶτο μέρος γίνεται λόγος γιά τόν Θεό, τό ἀκατάληπτο τοῦ Θεοῦ, τά ρητά καί ἄρρητα, τά γνωστά καί ἄγνωστα τοῦ Θεοῦ καί γενικά γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τόν τρόπο ἑνώσεως καί διακρίσεως κλπ. Στό δεύτερο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἤτοι τήν δημιουργία τῶν ἀγγέλων τῆς κτίσεως καί τοῦ ἀνθρώπου. Στό τρίτο μέρος γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί στό τέταρτο μέρος γίνεται λόγος γιά τά μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν Ἐκκλησία, τά μυστήρια, τούς ἁγίους καί τά λείψανα τους, τήν Θεοτόκο, τίς εἰκόνες, τήν Ἁγία Γραφή, τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τήν παρθενία, τόν ἀντίχριστο καί τά τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέν χωρίζει τήν «Δογματική» του σέ Τριαδολογία, Ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία, γιατί γνωρίζει καλά ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν μιά ἑνότητα μεταξύ τους. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι δέν χωρίζει τήν Τριαδολογία ἀπό τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Πράγματι, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τριαδολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρξη Χριστολογία χωρίς τήν Τριαδολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία, οὔτε μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἐκκλησιολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά ἐσχατολογία χωρίς τήν Τριαδολογία, τήν ἀνθρωπολογία, τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Στήν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν τήν Χριστολογία μέσα ἀπό τήν Τριαδολογία, καί μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως φαίνεται στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης βλέπουν τήν Ἐκκλησιολογία, τήν ἀνθρωπολογία καί τήν ἐσχατολογία μέσα ἀπό τήν Χριστολογία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

4.  Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματική

.             Ὅλα αὐτά ἦταν ἀπαραίτητα νά λεχθοῦν γιά νά δοῦμε τήν ἀξία τῆς «Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου.
.             Στόν πρόλογο ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ ἐπίτομη αὐτή Δογματική ἐπιχειρεῖ νά ἐκθέσει μέ ἀκρίβεια καί νά ἑρμηνεύσει, κατά τό δυνατόν πληρέστερα, τό περιεχόμενο τῆς πίστεως καί τῆς καταγεγραμμένης ἐμπειρίας τοῦ “εὐσεβοῦς φρονήματος” καί τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Στήν προσπάθεια αὐτή «συνεισφέρουν οὐσιαστικά καί δημιουργικά ἡ λειτουργική συνύπαρξη, ἡ ἄρρηκτη σύνδεση καί συσχέτιση τῆς Δογματικῆς μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τήν θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπίσης, ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ θεολογική καί ἱστορική τεκμηρίωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἀκολουθεῖ “τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα” (Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας)».
.             Εἰσαγωγικά πρίν ἀρχίση ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἀναπτύσσεται τό θέμα «θεολογικά πρότερα στό δόγμα καί τήν Δογματική». Σέ αὐτό τό κεφάλαιο κατ’ ἀρχάς γίνεται λόγος «περί δογμάτων καί πραγμάτων», ἤτοι γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα στήν Ἐκκλησία, τίς πηγές καί τά θεμέλια τοῦ δόγματος, τήν σύγχρονη μαρτυρία τῆς πίστεως, καί στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά τήν Θεολογία καί τήν Οἰκονομία, τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν σύγχρονη θεολογική ἔρευνα, καί τήν μέθοδο καί τό περιεχόμενο τῆς Δογματικῆς. Ἑπομένως, στό εἰσαγωγικό αὐτό κείμενο ἐκτίθενται «τά ἑρμηνευτικά κλειδιά» τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
.             Στήν συνέχεια ἀκολουθοῦν τά βασικά ἕξι κεφάλαια ἤτοι: «Οἱ θεοφάνειες ὡς πηγή θεογνωσίας», «Περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», «Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ», «Ἄνθρωπος, ὁ ἐν μικρῷ μέγας», «Περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», «…καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Στό τέλος παρατίθενται ἡ βιβλιογραφία (πηγές καί βοηθήματα) καί οἱ πίνακες.
.             Μέ τήν ἀπαρίθμηση καί μόνον τῶν κεφαλαίων γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος στηρίζεται πάνω σέ ὀρθόδοξες θεολογικές βάσεις, ἀπηλλαγμένες ἀπό τήν σχολαστική θεώρηση τῶν δογμάτων καί τῶν πραγμάτων, ἀποφεύγει τήν διαίρεση τῆς «Δογματικῆς» σέ Τριαδολογία, Χριστολογία, Κοσμολογία-ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία. Κάνει δέ λόγο γιά τίς Θεοφάνειες πού εἶχαν οἱ θεόπτες ἅγιοι καί ὅτι ἡ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεογνωσίας, γιά τόν Θεό, γιά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν ἄνθρωπο, ἤτοι τήν δημιουργία του, τήν πτώση του, τήν ἀνακαίνισή του καί τήν κοινωνία τῆς θεώσεως, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία χαρισμάτων καί μυστηρίων καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, γιά τήν ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πού ἀρχίζει μέ τόν ἀνακαινισμό τῆς κτίσεως, τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρός τά ἔσχατα διά τῆς ἱστορίας, τόν ἀρραβώνα τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ζωή αὐτή, τήν κοινωνία τῶν ἐσχάτων καί τήν ἐσχατολογική τελείωση, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
.             Ἔτσι, ὑπάρχει μιά ὀργανική σύνδεση μεταξύ τῶν κεφαλαίων τοῦ βιβλίου μέ τέτοιο τρόπο πού νά μή φαίνωνται ὅτι εἶναι ξεχωριστά, παρά τήν ἀνάγκη τῆς διακρίσεώς τους γιά τήν μελέτη τῶν ἐπί μέρους θέματων. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί ἡ θεολογία εἶναι ἑνιαία.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικό χαρακτήρα. Εἶναι σάν ἕνας κύκλος. Ὅπου καί ἄν ἀκουμπήσης πάνω στόν κύκλο, ξέρεις ὅλο τόν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στήν Πεντηκοστή. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τό βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τό κλειδί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτό, καί ἐκεῖνος πού φθάνει στήν θέωση μετά τήν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”.
.             Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ “πᾶσα ἀλήθεια”; Εἶναι κάτι, πού ὑπερβαίνει τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου. Συμπεριλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί κατοικεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο πού ἔχει φθάσει στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί θείας Χάριτος, περί θεραπείας τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, περί τοῦ παρελθόντος τῆς σωτηρίας στήν Παλαιά Διαθήκη, περί τοῦ μέλλοντος καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅλα εἶναι μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική Τόμος Β´, σελ. 269).
.             Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πού δείχνει αὐτήν τήν ἑνότητα: «Ἡ δέ χάρις, αὐτήν τελεσιουργεῖ τήν ἀπόρρητον ἕνωσιν· δι’ αὐτῆς γάρ ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ· ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ· ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν· καί τῆς πρός αὐτόν ἀναβάσεως, οἷον ἔπαθλον αὐτόν μόνον κτησάμενοι τόν Θεόν· ψυχῆς πρός σῶμα περιφῦντα τρόπον, ὡς οἰκείοις μέλεσι, καί ἐν αὐτῷ εἶναι καταξιώσαντα».
Ἐδῶ παρατηρεῖ κανείς ὅτι γίνεται λόγος γιά τό «ὅλον» καί τό «ὁλικῶς». Αὐτό δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό «ὅλον» τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τό ἔχει καταλάβει πολύ καλά ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος, ὅπως φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τῆς «Δογματικῆς» του. Θά ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό σημεῖο.
.             Σέ κάποιο κεφάλαιό του ἀναφέρεται στήν «χριστοκεντρική Ἐκκλησιολογία» καί ὑπογραμμίζει ὅτι «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὀρθόδοξη διδασκαλία περί Ἐκκλησίας χωρίς τήν Χριστολογία, ἀλλά καί αὐτή κατανοεῖται εὐχερέστερα διά τῆς Ἐκκλησιολογίας». Ἐπίσης, τονίζει ὅτι «τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἀρρήκτως καί ἀχωρίστως μέ τό μυστήριο τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ἔχοντας ὡς στέρεο ὑπόβαθρο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Χριστολογία θεμελιώνεται στήν Τριαδολογία καί συνεπῶς στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέν χωρίζεται ἀπό τήν Τριαδολογία.
.             Σέ ὑποσημείωση γράφει: «Τά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς τοῦ περασμένου αἰώνα τῶν Ἑλλήνων θεολόγων (Ζ. Ρώση, Χ. Ἀνδρούτσου, Π. Τρεμπέλα, Ἰ. Καρμίρη, Ν. Μητροπούλου, Ν. Ξεξάκη), σχολαστικῶν ἐν πολλοῖς ἐπιδράσεων, αὐτονομοῦν τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν παρουσιάζουν ὡς ἕνα ἰδιαίτερο, ἀπομονωμένο, ἀνεξάρτητο καί αὐτοτελές τμῆμα (κεφάλαιο) τῆς Δογματικῆς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ ὀγκωδέστατη μελέτη τοῦ Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ (831 σελίδων). Πρῶτος ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ, στή συνέχεια ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ Ν. Ματσούκας καί ἄλλοι θεολόγοι ἀνέτρεψαν πλήρως τό σχολαστικό καί ἄκρως συστηματικό αὐτόν τρόπο ἐκθέσεως καί ἑρμηνείας τῆς πίστεως καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
.             Καταλήγει δέ στό συμπέρασμα «ὅτι εἶναι ἀδιανόητο νά ὁμιλοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία χωρίς τήν πλήρη καί αὐθεντική Χριστολογία, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαιρέτως συνδεδεμένη μέ τήν Τριαδολογία καί ἰδιαιτέρως μέ τήν Πνευματολογία. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, οἰκοδομεῖται μέ τήν κοινή ἐνέργεια ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἡ ζωή της ἀντανακλᾶ τήν τριαδική κοινωνία. Αὐτό ὑπονοεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά διαμορφωθεῖ θεολογία περί τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς στερεά χριστολογική καί ἐν ταυτῷ πνευματολογική βάση».
.                Πρόκειται, λοιπόν, γιά μιά Δογματική πού διαφέρει σαφῶς ἀπό παλαιότερες «Δογματικές» καί στηρίζεται πάνω σέ αὐθεντικές πατερικές βάσεις.

5. Θησαυρός βιβλικῶν, πατερικῶν, συνοδικῶν καί λατρευτικῶν ἐκφράσεων

.             Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος κάποτε μοῦ εἶπε ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος εἶναι «μιά ἐργατική μέλισσα»», ἐννοώντας ὄχι μόνον ὅτι ἐργάζεται καί διαβάζει τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τῶν ἁγίων, καί γενικά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά ὅτι συγκεντρώνει ὅ,τι καλύτερο ἀνευρίσκει σέ αὐτά καί ἔτσι καταρτίζει ἕνα γλυκύτατο θεολογικό μέλι.
.             Αὐτό παρατηρεῖ κανείς ὅταν διαβάζη τά κείμενα τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου καί ἰδιαιτέρως τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», στήν ὁποία ἀναφέρομαι ἐδῶ. Αὐτό τό παρατήρησα καί σέ ἕνα παλαιότερο κείμενό μου γιά ἕνα ἄλλο βιβλίο μέ τίτλο «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα».
.               Ὁ καθηγητής ἔχει διαβάσει ἐπισταμένως τήν Ἁγία Γραφή, τά κείμενα τῶν Πατέρων, τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τά τροπάρια τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί τίς εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, τά Φιλοκαλικά κείμενα, τά Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ὅλα αὐτά ἔχει κρατήσει ὄχι μόνον τήν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ἀλλά συνέλεξε ὡς μιά καλή «θεολογική μέλισσα», καί τίς καλύτερες φράσεις, μέ τίς ὁποῖες διανθίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν δογματικῶν θεμάτων. Καί αὐτό πράγματι συνιστᾶ τό πρωτότυπο τῆς «Δογματικῆς» του.
.             Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου θά πῆ χαρακτηριστικά: «Δόξα γάρ Θεοῦ ζῶν ἄνθρωπος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Στήν φράση αὐτή φαίνεται ὅτι συνδέεται στενώτατα ὁ ζῶν κατά Χριστόν ἄνθρωπος μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ζῶν ἄνθρωπος μετέχει τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ἀληθινός ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἁπλῶς ψυχή καί σῶμα, ἀλλά ἐκεῖνος πού βλέπει τόν Θεό μέσα στό Φῶς Του. Αὐτό συνιστᾶ τόν «ζωντανό ὀργανισμό» καί ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί αὐτό εἶναι ἡ βάση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει: «Οἱ “Πατέρες” ἦσαν ἐν πρώτοις διδάσκαλοι (doctores). Ἦσαν δέ διδάσκαλοι ἐν ᾧ μέτρῳ ἦσαν μάρτυρες (testes). Πρέπει νά γίνεται διάκρισις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν λειτουργημάτων, πού ἐν τούτοις εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένα». Γι’ αὐτό καί «οἱ Πατέρες ἦταν πραγματικοί ἐμπνευσταί τῶν Συνόδων, παρόντες καί in absentia, καί συχνά μετά τήν κοιμησίν των. Διά τόν λόγον αὐτόν κατ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν αἱ Σύνοδοι ἐσυνήθιζον νά τονίζουν ὅτι ἠκολούθουν τούς ἁγίους Πατέρας, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν”, κατά τήν διατύπωσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος». Οἱ Πατέρες ἦσαν ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, σχολιασταί τῆς πίστεώς της, τηρηταί τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί τῆς πίστεως». Τελικά, «ἡ διδακτική αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βασίζεται εἰς τό ἀλάνθαστον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑπέρτατη “αὐθεντία” εὑρίσκεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι εἰς τόν αἰῶνα τό θεμέλιον της Ἀληθείας» (Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις).
.             Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἴδιος παρατηρεῖ: «Ἦταν σύνηθες νά χαρακτηρίζεται ἡ θεολογία τοῦ Εἰρηναίου ὡς “θεολογία γεγονότων”. Ἐξ ἴσου δικαιολογημένος θά ἦταν ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τῆς θεολογίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς “θεολογίας γεγονότων”. Εἰς τήν ἰδικήν μας ἐποχήν ὁλονέν κλίνομεν πρός τήν πεποίθησιν ὅτι “ἡ θεολογία γεγονότων” εἶναι ἡ μόνη ὑγιής ὀρθόδοξος θεολογία. Εἶναι βιβλική. Εἶναι πατερική. Εὑρίσκεται εἰς πλήρη συμμόρφωσιν εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας».
.             Μπορεῖ κανείς νά χαρακτηρίση τήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου ὡς «θεολογία γεγονότων».
.             Συγχρόνως, ὅμως, ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος παραθέτοντας τήν «δογματική συνείδηση» τῆς Ἐκκλησίας, γνωρίζει καί τήν ὅλη συζήτηση πού ἔγινε καί γίνεται ἀπό τούς συγχρόνους θεολόγους πάνω σέ δογματικά θέματα, καί γι’ αὐτό καταθέτει μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα ὡς ἀπάντηση τήν ζωή καί τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων καί γενικά τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται καθαρά, ὅταν δαβάζη κανείς προσεκτικά τό βιβλίο αὐτό, ὅτι ὁ συγγραφεύς του παρεμβαίνει δημιουργικά στήν συζήτηση πού γίνεται στίς ἡμέρες μας πάνω σέ θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ἔχοντας ὅμως ὡς ἐφόδιο τήν πνευματική ἐμπειρία ὅλων τῶν θεουμένων ἁγίων καί τις ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ἔτσι, ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία» πού μελετᾶμε ἀνταποκρίνεται στήν ἑνότητα πού πρέπει νά ὑπάρχη μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi, ἀφοῦ δόγμα καί προσευχή, πίστη καί λατρεία συνδέονται ἄρρηκτα μεταξύ τους καί δέν μπορεῖ τό ἕνα νά νοηθῆ χωρίς τό ἄλλο.
.             Χάρηκα διαβάζοντας αὐτήν τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ὄχι μόνον γιατί γενικά ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «τήν θεολογία τῶν γεγονότων», ἀλλά καί γιατί συνάντησα καταπληκτικές φράσεις ἀπό τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀφοῦ ἔχει περισυλλεγῆ ὅ,τι καλύτερο ἔχει διατυπωθῆ ἀπό ἐκείνους πού ἔζησαν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐπίσης, ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ὅτι, χρησιμοποιώντας ὁ καθηγητής διάφορες μικρές καί σημαντικές φράσεις, οἱ ὁποῖες ἀποδίδουν αὐτό πού λέγεται στά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Πατέρων –«βραχύ ρήματι καί πολλῇ συνέσει» καί χαρακτηρίζονται μέ «τό κάλλος τοῦ φθέγματος»–, παραπέμπει μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο στά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα ἀποσπῶνται. Δηλαδή, ἡ παραπομπή ἀναφέρεται στόν ἅγιο στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ συγκεκριμένη φράση, καί στό κείμενο ἀπό τό ὁποῖο ἀποσπάσθηκε, χωρίς νά δίνονται περαιτέρω λεπτομερειακές πληροφορίες.
.               Γιά παράδειγμα, ἡ παραπομπή μιᾶς φράσεως γίνεται ὡς ἑξῆς: Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν 4∙ Γρηγορίου Θεολόγου, Θεολογικός Γ’ περί Υἱοῦ∙ Μεγάλου Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τοῦ κακοῦ ὁ Θεός, Εἰς τόν προφήτην Ἡσαΐαν∙ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εὐχή Μεταλήψεως∙ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία∙ Συμεών Νέου Θεολόγου, Κατήχησις 5∙ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 3∙ Τροπάριον κανόνος Μεγάλης Πέμπτης∙ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περί θείων ἐνεργειῶν, κατά Γρηγορᾶ κλπ.
.             Νομίζω ὅτι αὐτό τό κάνει ὥστε νά ἱκανοποιοῦνται καί οἱ ἐπιστημονικοί λόγοι πού δείχνουν τήν προέλευση τῶν κειμένων, ἀλλά καί νά παρακινηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ ἐνδιαφερόμενοι νά ἀνατρέχουν στά ἴδια τά κείμενα γιά νά διαβάσουν ὅλο τό περιεχόμενό τους καί ὄχι νά τά ἀντιγράφουν ἐπιπολαίως.
.             Τό ὅλο ἔργο ἀφιερώνεται ἀπό τόν συγγραφέα «στούς ἐραστές τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων» καί «στούς ἐξηγητές τοῦ ἐναπόθετου πλούτου, τοῦ κεκρυμμένου κάλλους τῶν δογμάτων». Προσφέρεται σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν τά ὀρθά τῆς πίστεως δόγματα, καί σέ αὐτούς πού ἐξηγοῦν τόν ἐσωτερικό πλοῦτο καί τό κεκρυμμένο κάλλος τῶν δογμάτων. Αὐτοί εἶναι οἱ θεούμενοι, ὅσοι δηλαδή μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.             Θέλω νά συγχαρῶ τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο γι᾽ αὐτήν τήν ἐνδιαφέρουσα «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πού μᾶς προσφέρεται γιά ἀνάγνωση, ἀλλά καί γιά τήν καθόλου προσφορά του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μακάρι νά τήν διαβάσουν ὅσοι ἐνδιαφέρονται γιά δογματικά θέματα, ἀφοῦ μάλιστα ζοῦμε σέ μιά ἐποχή, πού γιά ὅλα τά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα πρέπει νά ὑπάρχη σταθερή καί νηφάλια γνώση, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς ὑπερβολές πού προέρχονται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων.
.              Ἐπειδή στήν ἐποχή μας δεχόμαστε ποικίλες ἐπιδράσεις ἀπό διάφορα ὄθνεια θεολογικά ρεύματα, γι’ αὐτό χρειαζόμαστε μιά αὐθεντική πυξίδα πλεύσεως. Αὐτήν τήν ἀνάγκη ἱκανοποιεῖ καί ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου (ἐκδόσεις Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη).

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ «ΣΕΙΡΑ»

Ἀπόσπασμα ἄρθρου
τοῦ Ν. Ι.
ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
τῆς Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου
ἀρ. τ. 256, Νοέμβρ. 2017

[…]                Εἶναι μεγάλη εὐλογία καί θά ἔλεγα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ νά παραμένη κανείς πολλές ὧρες στήν «σειρά», γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα, ἕνα ἐκκλησιαστικό «θησαύρισμα». Αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξάσκηση στήν ὑπομονή, συγχρόνως γίνεται ἀφορμή γιά ἔκφραση τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης στόν Θεό, τῆς ἀγάπης στούς ἁγίους καί τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀφορμή προσευχῆς.
.           Αὐτό τό βλέπει κανείς στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας στόν Βορρᾶ, γιά παράδειγμα στήν Ρωσία, πού οἱ ἄνθρωποι πέρασαν ἀπό ἕναν σύγχρονο μεγάλο διωγμό, γιά 70 περίπου χρόνια, ὅταν οἱ τότε ἄρχοντες προσπάθησαν νά σβήσουν τήν πίστη τοῦ λαοῦ. Ὅμως, αὐτή ἡ πίστη εἶναι ἀκατάβλητη καί βλέπουμε σήμερα πῶς ἔχει φουντώσει.
.           Ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι πολύ βαθειά καί ὅσο τήν κτυποῦν, τόσο καί καρφώνεται βαθύτερα, στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Δέν μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς Θεό, πού εἶναι ὁ δημιουργός του, ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά του. Μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς ὑλικά ἀγαθά, ὄχι ὅμως χωρίς πίστη στόν Θεό.
.         Ἄν μποροῦσε κανείς νά συλλάβη τήν κατάσταση τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων πού παραμένουν στήν «σειρά», γιά νά κοινωνήσουν, γιά νά ἀσπασθοῦν ἕνα ἱερό λείψανο, μιά ἱερά εἰκόνα, θά ἔβλεπε ἕναν ἀστείρευτο πνευματικό κόσμο! Τί προσευχές δέν θά κάνη στόν Θεό! Πόσα αἰσθήματα βαθύτατα κατακλύζουν τήν καρδιά! Ἡ πολύωρη παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν «σειρά» γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα ἐμφανίζει ὅλο τόν πλοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. […]

 

,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΗΣΥΧΑΣΜΟΥκαὶ ΔΡΑΣΕΩΣ (μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς 2018
Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

.                 Ἡ πρώτη Ἰανουαρίου εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία στό γεγονός τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ Χριστός ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τήν γέννησή Του δέχθηκε ἀπό ἄκρα ταπείνωση τήν περιτομή τήν ὁποία Αὐτός ὁ Ἴδιος θέσπισε στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅμως, ἡ ἡμέρα αὐτή, πού εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ πολιτικοῦ ἔτους, εἶναι ἀφιερωμένη καί στόν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε αὐτήν τήν ἡμέρα τό ἔτος 379 μ.Χ. Ἔτσι, θά γίνη μιά μικρή ἀναφορά στόν μεγάλο αὐτόν Οἰκουμενικό διδάσκαλο καί Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Οἱ περισσότεροι ἔχουν ἀκούσει ἀπό τό Σχολεῖο τίς σημαντικές σπουδές πού ἔκανε ὁ Μέγας Βασίλειος στήν Ἀθήνα, κατά τίς ὁποῖες ἀπέκτησε ὅλη τήν γνώση καί τήν σοφία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅμως, πρέπει νά μή μένουμε μόνον σέ αὐτές τίς γνώσεις, ἀλλά νά τόν παρακολουθήσουμε στήν μετέπειτα ἐκκλησιαστική του πορεία.
.                 Κατ’ ἀρχάς, ὁ Μέγας Βασίλειος μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Καισάρεια βαπτίσθηκε Χριστιανός, γιατί μέχρι τότε ἦταν κατηχούμενος, καί ἀμέσως ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση ἀληθινῶν μοναχῶν πού νά ἐφαρμόζουν τίς εὐαγγελικές ἐντολές. Ἔκανε ἕνα κοπιαστικό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικοῦ βίου, μέ τά μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιά νά γνωρίση μοναχούς πού νά ἔχουν πνευματικές ἐμπειρίες. Πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Αἰγύπτου, στήν Παλαιστίνη, στήν Κοίλη Συρία καί ἔφθασε μέχρι τήν Μεσοποταμία. Σέ ὅλα αὐτά τά μέρη ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε ὁ ἀσκητικός καί ἀναχωρητικός βίος, καί ἐκεῖ συνάντησε πολλούς πνευματικούς ἀδελφούς πού ζοῦσαν ἀσκητικά. Αὐτό τό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικῆς ζωῆς πρέπει νά κράτησε πολλούς μῆνες.
.                 Στήν συνέχεια ἐπανῆλθε στήν Καισάρεια καί ἀποσύρθηκε στόν Πόντο, κοντά στόν Ἴρι ποταμό, ὅπου στήν ἀρχή μόνος του καί ἔπειτα μαζί μέ τόν φίλο του ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἔζησε τήν ἐρημική ζωή, τήν ἀπόλυτη ἡσυχία, καί γεύθηκε τούς γλυκεῖς καρπούς τῆς ἐρήμου.
.                 Ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἔστειλε στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί ἀπό ἄλλα κείμενά του φαίνεται ὅτι στήν ἔρημο ἀπέκτησε μεγάλες ἐμπειρίες τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀληθινός ἐμπειρικός θεολόγος.
.                 Μετά ἀπό ἱκανή πνευματική πείρα κλήθηκε νά ὑπηρετήση τήν Ἐκκλησία ὡς Πρεσβύτερος καί ἀργότερα ὡς Μητροπολίτης Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Ἡ ἀσκητική του ζωή τόν ἔκανε νά εἶναι σοβαρός, πράγμα πού μερικοί τό θεώρησαν ὡς ὑπεροψία. Πάντως, ἡ ποιμαντική του δραστηριότητα μέ τίς ὁμιλίες του, τίς Λειτουργίες, τήν φιλανθρωπική δράση του, τόν ἀνέδειξαν ὡς ἕναν πραγματικό ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρά τό εὔθραυστον τῆς σωματικῆς του ὑγείας. Ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τήν κατάρτιση ἀξίων συνεργατῶν του σέ ὅλη αὐτήν τήν ποιμαντική δραστηριότητα.
.                 Ἀποδείχθηκε ἕνας λαμπρός πνευματικός πατέρας καί ἀληθινός ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καισαρείας, καταβάλλοντας σημαντικές προσπάθειες γιά τήν ἀνάδειξη καλῶν Ἐπισκόπων, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ φίλος του ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἀδελφός του ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.
.                 Ἡ σοβαρή αὐτή προετοιμασία του τόν κατέστησε καί μεγάλο θεολόγο στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τήν περίοδο ἐκείνη στήν ὁποία ἦταν Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας γινόταν μεγάλη θεολογική συζήτηση γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, εἶχε δέ προηγηθῆ ἡ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὑπῆρξαν διάφοροι Ἐπίσκοποι πού ἀντιτάχθηκαν στίς ἀποφάσεις της. Ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν ἐμπειρική γνώση πού ἀπέκτησε, μέ τά χαρίσματα πού τόν διέκριναν, μέ τά ἡγετικά προσόντα πού διέθετε ἦταν ὁ πνευματικός ἡγέτης, πού ἀναγνωρίσθηκε ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐχθρούς του, καί κατόρθωσε νά ἐπιβάλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποφεύγοντας διάφορες ἀκρότητες καί φανατισμούς. Ἔτσι, ἐπιτέλεσε ἕνα μεγάλο οἰκουμενικό ἔργο καί συντόνιζε τόν ἀγώνα γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ὀρθοδόξων ἀπόψεων. Ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού συνεκλήθη δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τό ἔτος 381 μ.Χ. βασίσθηκε στήν δική του θεολογική διδασκαλία, ὅπως καί στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
.                 Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπῆρξε ἕνας ἀληθινός Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι εἶχε ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, τίς ὁποῖες ἀπέκτησε μέσα ἀπό τήν ἀσκητική καί ἡσυχαστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή δέν ἦταν ἕνας Ἐπίσκοπος πού παρέμεινε μόνο στήν ἐξωτερική λάμψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ. Ἔπειτα, ἦταν ἕνας ἐμπνευσμένος πνευματικός καθοδηγός, ἕνας ὁλοκληρωμένος ποιμήν στήν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, τρέφοντας τό ποίμνιό του μέ τόν προφητικό, εὐαγγελικό, ἀποστολικό καί πατερικό λόγο.
.                 Ἑπομένως, στόν Μέγα Βασίλειο συνδυάζονται στενά καί ἄρρηκτα ἡ ἡσυχαστική παράδοση μέ τήν ποιμαντική δράση καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Τά τρία αὐτά γνωρίσματα (ἡσυχαστής, ἐπίσκοπος καί θεολόγος) τόν κατέστησαν μεγάλο Οἰκουμενικό Πατέρα, πού δείχνει ποιός εἶναι ἀληθινός ἡσυχαστής, ἐμπνευσμένος ποιμένας καί ἐμπει¬ρικός θεολόγος. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔγραψε γι’ αὐτόν: «Βροντή σεῖο λόγος, ἀστραπή δέ βίος», δηλαδή «ὁ λόγος σου ἦταν βροντή καί ἀστραπή ὁ βίος».
.                 Τέτοιους πνευματικούς πατέρας χρειαζόμαστε σήμερα, σέ αὐτήν τήν συγκεχυμένη ἐποχή τοῦ συγκρητισμοῦ, τοῦ μεταμοντερνισμοῦ, τῆς μεταπατερικότητας, πού γίνεται διάσπαση μεταξύ θεσμοῦ καί χαρίσματος, καί ἀκούγονται διάφοροι λόγοι ξένοι καί ἀλλότριοι πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση, κατά τήν ὁποία ἐποχή ἡ ἐκκοσμίκευση ὑπονομεύει τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. Ὅλοι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά εἴμαστε μιμητές τέτοιων ἁγίων ἀνθρώπων, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν εὔκλεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Νά ἔχουμε τίς πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΜΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 62-63,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             […] Ἀφοῦ προσκυνοῦμε τὸ μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ κυρίως ἀφοῦ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸν Ἡρώδη, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάγοι. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι οἱ μάγοι «χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 12).
.             Ἡ λέξη Ἡρώδης στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα σημαίνει τὸν δερμάτινο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸ φρόνημα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἀκόμη, πρέπει νὰ περιπαίξουμε τὸν νοητὸ διάβολο, ὁποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ ἄλλη ὁδό, διὰ τῶν ἀρετῶν, στὴν χώρα μας, ποὺ εἶναι ὁ παράδεισος.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀπαιτεῖται μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Ὅσοι ζοῦν ἀσκητικά, ἀξιώνονται νὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, στὰ μυστήρια. Ὅταν ζῆ κανεὶς μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τότε ζῆ πνευματικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μέσα στὴν καρδιὰ καὶ γενικότερα σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του. Τότε, δὲν αἰσθάνεται τὰ γεγονότα ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικά. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος θὰ πῆ ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίση τὴν καρδιὰ καὶ φωτισθῆ, τότε μέσα του δέχεται τὸν Χριστὸ καὶ καταλαβαίνει τὰ βρεφοπρεπῆ σκιρτήματά του. Ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται ὡς βρέφος μέσα του, γεννᾶται μὲ τὶς ἀρετές, καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ζῆ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα στὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, μόνο στὸν Χριστὸ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑποστατικά. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεούμενος δέχεται στὴν φύση του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνει πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη μέσα στὴν φύση του, τί εἶναι κένωση, τί εἶναι θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπέβλεπε στὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρέπει ὅμως νὰ θεωθῆ καὶ ἡ ὑπόσταση καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἂν ἐμεῖς δὲν βρισκόμαστε στὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, τότε γιὰ μᾶς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστός.

, , ,

Σχολιάστε