Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

Advertisements

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ» [Νέο Βιβλίο]

Νέο βιβλίο

«Δερμάτινοι χιτῶνες»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἕνα συνταρακτικό γεγονός στήν ζωή τους, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τους καί καθορίζει τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μέ τήν πτώση αὐτή ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατος, πρῶτα ὁ πνευματικός καί στήν συνέχεια ὁ σωματικός.

Ὁ Ἀδάμ πρό καί μετά τήν πτώση

.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμήνευσαν, μέσα ἀπό τήν δική τους πνευματική ἐμπειρία πού εἶχαν, τό πῶς ζοῦσε ὁ Ἀδάμ πρό τῆς πτώσεως στόν Παράδεισο καί τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτήν. Δηλαδή, μέ βάση τήν ζωή τῆς θεώσεως πού ζοῦσαν περιέγραψαν τήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο, ἀλλά καί τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς μετά τήν πτώση.
.             Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει λόγο γιά τήν ἀγγελική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων πρίν τήν πτώση, ἀφοῦ δέν φλέγονταν ἀπό ἐπιθυμίες καί πάθη, δέν ὑπόκειντο στις ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἦταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι καί δέν χρειάζονταν νά φορέσουν ἱμάτια. «Καθάπερ ἄγγελοι οὕτω διῃτῶντο ἐν τῷ παραδείσῳ, οὐχ ὑπό ἐπιθυμίας φλεγόμενοι, οὐχ ὑπό ἑτέρων παθῶν πολιορκούμενοι, οὐ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὑποκείμενοι, ἀλλά δι’ ὅλου ἄφθαρτοι κτισθέντες καί ἀθάνατοι, ὅπουγε οὐδέ τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς ἐδέοντο». Ἦταν γυμνοί, ἀλλά «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι, δι’ ὅ οὐδέν ἠσχύνοντο».
.             Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου. Γράφει: «Τοιγαροῦν καί ἐπλάσθη σῶμα μέν ἔχων ὁ Ἀδάμ ἄφθαρτον, ὑλικόν μέντοιγε καί ὅλον οὔπω πνευματικόν, καί ὡς βασιλεύς ἀθάνατος ἐν ἀφθάρτῳ κόσμῳ, οὐ λέγω μόνῳ τῷ παραδείσῳ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ ὑπ’ οὐρανόν, κατέστη ὑπό τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ». Σέ ἕνα ποίημά του παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς, δηλαδή ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς ἔβλεπε τά κτίσματα, ἐνῶ μέ τούς νοερούς ὀφθαλμούς «πρόσωπον ἔβλεπεν ἐμοῦ τοῦ κτίστου, ἐθεώρει μου τήν δόξαν καί ὡμίλει μοι καθ’ ὥραν». Μετά, ὅμως, πού ἔφαγε τό ξύλο «ἀπετυφλώθη καί ἐγένετο ἐν σκότει τοῦ θανάτου».
.             Εἶναι ἀξιόλογη ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: «Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώρισε στόν Παράδεισο τήν γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης». Ἐνθυμούμενος δέ, μετά τήν πτώση, αὐτήν τήν ζωή «θλιβόταν καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς ἀναστεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του: “Λύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό”. Δέν μετάνοιωσε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού προσείλκυε ἀκόρεστα τήν ψυχή στόν Θεό». Ἔτσι, ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος» γινόταν λόγῳ τῆς μεγάλης ἀγάπης πού γνώρισε ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο πρίν τήν πτώση. «Ὁ Ἀδάμ πορευόταν ἐπάνω στήν γῆ καί δάκρυζε ἀπό τόν πόνο τῆς καρδιᾶς, καί μέ τό νοῦ του σκεπτόταν ἀδιάκοπα τόν Θεό. Καί ὅταν τό ταλαιπωρημένο σῶμα του δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε τό πνεῦμα του φλεγόταν γιά τόν Θεό, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήσει τό κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὅλο καί περισσότερο ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ ἀγαποῦσε τόν Θεό καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν».
.             Ὁ ἅγιος Σιλουανός παρουσιάζει τόν Ἀδάμ νά διηγῆται τήν ζωή πού πέρασε στόν Παράδεισο, ἀλλά νά λέγη καί τόν πόνο πού αἰσθανόταν στήν ἐξορία, λόγῳ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ ἀγαπημένου Θεοῦ: «Στόν Παράδεισο ἤμουν χαρούμενος, μέ εὔφρανε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν, ὅμως, ἐξορίστηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μέ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μέ ἀποφεύγουν· οἱ κακές σκέψεις τάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· μέ ἔκαιγε ὁ ἥλιος καί μέ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ, ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στόν Θεό».

Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ὡς ἡ φθαρτότητα καί ἡ θνητότητα

.             Ἡ Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι ὁ Θεός μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας μέ τήν ἀγάπη Του ἔραψε δερμάτινους χιτῶνες γιά νά φορέσουν καί νά σκεπάσουν τήν γύμνωσή τους. «Καί ἐποίησεν Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ καί τῇ γυναικί αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καί ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. γ΄, 21). Αὐτό τό χωρίο δείχνει ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχασε τήν προηγούμενη δόξα του, καί, ἐνῶ πρῶτα ἦταν πάνω ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, τώρα δέχεται τήν ἐπήρειά του καί ἔχει ἀνάγκη νά δεχθῆ κάτι προστατευτικό. Ὁπότε, ὑπῆρξε μιά συνταρακτική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό. Ἡ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔραψε τούς δερμάτινους χιτῶνες θέλει νά δείξη τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία Του στόν ἄνθρωπο, ἀκόμη καί στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς του. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐλογία γιά τήν σκληρότητα τῶν συνθηκῶν τῆς πτωτικῆς ζωῆς.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφερόμενος στό γεγονός τῆς πτώσεως, κάνει λόγο γιά «ζόφωσιν» τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιά «γύμνωσιν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν «ἄφθονον χάριν τοῦ Πνεύματος» καί γιά «ἔνδυσιν τῶν δερματίνων χιτώνων» πού εἶναι οἱ χιτῶνες «τῆς νεκρώσεως».
.             Κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ δερμάτινοι χιτῶνες δέν εἶναι ἁπλῶς τά ἐνδύματα πού φόρεσαν οἱ ἄνθρωποι γιά νά προστατευθοῦν ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού προσέλαβε ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί ἀπό τά ὁποῖα προηγουμένως οἱ Πρωτόπλαστοι ἦταν ἐλεύθεροι, ἀπαλλαγμένοι.
.             Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τούς δερμάτινους χιτῶνες ὡς τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, πού εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁπότε, τό συνταρακτικό γεγονός τῆς πτώσεως, πού συνδεόταν μέ τήν ἀπώλεια τῆς θείας ζωῆς, τήν γύμνωση ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ζόφωση, συνεχίζεται μέ τήν ἀλλαγή ὅλης τῆς ψυχοσωματικῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι μιά τραγική κατάσταση. Στήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων μετά τήν πτώση ἔγινε κάτι τραγικό.
.             Εἰδικότερα, στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε πολλές ἑρμηνευτικές ἀναλύσεις σχετικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες μέ τούς ὁποίους ἐνέδυσε ὁ Θεός τούς Πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση. Εἶναι κάτι πού ἐνδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό περιβάλλον, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχασε κάτι πού εἶχε. Πρίν τήν πτώση ἐνδυόταν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού κυριαρχοῦσε στήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀλλά στήν συνέχεια αὐτό τό θεῖο ἔνδυμα ἀντικαταστάθηκε ἀπό τούς δερμάτινους χιτῶνες. Πρόκειται γιά τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, τήν ζωή τῶν ἀλόγων ζώων πού εἰσῆλθε στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ζοῦσε στόν Παράδεισο ὡς ἄγγελος.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες καί δίνει τήν θεολογική ἑρμηνεία τους. Γράφει ὅτι στήν πρώτη ζωή, πού δημιούργησε ὁ Θεός, δέν ὑπῆρχε οὔτε γῆρας, οὔτε νηπιότητα, οὔτε τά πάθη ἀπό διάφορες ἀσθένειες, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπό τήν σωματική ταλαιπωρία, ἀφοῦ δέν ἦταν δυνατόν νά δημιουργήση ὅλα αὐτά ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τό θεῖο προτοῦ ὁρμήση στήν ἀνθρωπότητα τό κακό. «Ταῦτα δέ πάντα τῇ εἰσόδῳ τῆς κακίας ἡμῖν συνεισέβαλεν». Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ φύση μας μέ τήν πτώση ἔγινε ἐμπαθής καί ἔτσι ἀναγκαστικά ὑπέστη ὅλα ὅσα εἶναι ἐπακόλουθα τῶν παθῶν. Ὅλα τά ἐμπαθῆ «ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ κατεμίχθη φύσει», ἐνῶ προηγουμένως δέν ὑπῆρχαν στόν ἄνθρωπο. Κάνοντας λόγο γιά τούς δερμάτινους χιτῶνες γράφει: «δέρμα δέ ἀκούων τό σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ πρός τό πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν». Ἀναλυτικά, στούς δερμάτινους χιτῶνες, σέ αὐτά δηλαδή πού προσέλαβε «ἀπό τοῦ ἀλόγου δέρματος», περιλαμβάνονται «ἡ μίξις, ἡ σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ῥύπος, ἡ θηλή, ἡ τροφή, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ’ ὀλίγον ἐπί τό τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμή, τό γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος».
.             Στό Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου ἔργο του ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀναφέρεται στά ἄλογα πάθη πού εἶναι μέσα μας καί ἔχουν ἀφορμή καί συγγένεια «πρός τήν ἄλογον φύσιν». Στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο εἰσῆλθε ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ὡς πρός τόν τρόπο τῆς γενέσεως. «Οἷς γάρ ἡ ἄλογος ζωή πρός συντήρησιν ἑαυτῆς ἠσφαλίσθη, ταῦτα, πρός τόν ἀνθρώπινον μετενεχθέντα βίον, πάθη ἐγένετο». Ἀναφερόμενος στά διάφορα πάθη τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς λέγει ὅτι ὅλα αὐτά καί τά παρόμοια εἰσῆλθαν στήν κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου «διά τῆς κτηνώδους γενέσεως».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες: «Ἐξόριστος γίνεται (ὁ Ἀδάμ) καί τούς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας (ἴσως τήν παχυτέραν σάρκα καί θνητήν καί ἀντίτυπον)».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στό γεγονός τῆς πτώσεως, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μέ τόν δελεασμό τοῦ διαβόλου, δέν φύλαξε τήν ἐντολή τοῦ δημιουργοῦ καί γι’ αὐτό γυμνώθηκε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκδύθηκε τήν παρρησία πρός τόν Θεό καί στήν συνέχεια σκεπάσθηκε ἀπό τά φύλλα τῆς συκῆς, πού εἶναι ἡ τραχύτητα «τοῦ μοχθηροῦ βίου». Ἔπειτα, ἐνδύθηκε τά νεκρά δέρματα, δηλαδή περιεβλήθηκε τήν νέκρωση «ἤτοι τήν θνητότητα καί παχύτητα τῆς σαρκός» καί ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο καί ἔτσι ἔγινε κατάκριτος στόν θάνατο καί ὑποχείριος στήν φθορά.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης στόν Κανόνα του (τόν λεγόμενο Μέγα Κανόνα) κάνει εὐρύτατη ἀναφορά στήν κατάσταση αὐτή. Κάνει λόγο γιά ἀμαύρωση τοῦ ὡραίου τῆς ψυχῆς· γιά τήν ἀπώλεια τοῦ πρωτοκτίστου κάλλους καί τῆς εὐπρέπειας· γιά σπίλωση τοῦ χιτῶνος τῆς σαρκός καί καταρρύπωση τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση· γιά διάρρηξη (ξέσκισμα) τῆς πρώτης στολῆς τήν ὁποία ἐξύφανε «ὁ Πλαστουργός ἐξ ἀρχῆς, καί ἔνθεν κεῖμαι γυμνός»· γιά ἔνδυση μέ τόν «διερρηγμένον χιτῶνα»· γιά ἔνδυση μέ «τούς δερματίνους χιτῶνας», πού κατέρραψε ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ προηγουμένως τόν γύμνωσε «τῆς θεοϋφάντου στολῆς» (ὠδή β´).

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπέκδυση τῶν δερματίνων χιτώνων

.             Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ἑκουσίως τό φθαρτό καί τό θνητό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά νικήση τόν θάνατο ἐπάνω Του καί νά γίνη ἔτσι τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας στόν ἄνθρωπο, ὥστε στήν συνέχεια καί ἐκεῖνος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη σιγά-σιγά τούς δερμάτινους αὐτούς χιτῶνες καί νά ἰσχύση ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ´, 27). Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀπεκδυθῆ τούς δερμάτινους χιτῶνες, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν γύμνωση καί νά ἐνδυθῆ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθῆ τό κατ’ εἰκόνα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ νά εἰσέλθη στήν πραγματική οἰκία τοῦ Πατρός, πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στόν βαθύτερο σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναφορικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες. Ὁμιλώντας γιά τήν Παναγία, πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, λέγει ὅτι τώρα δέν εἴμαστε ἔρημοι, μή ἔχοντας τήν λαμπρότητα τῆς θείας εἰκόνας, τήν πλούσια Χάρη τοῦ Πνεύματος: «Οὐκέτι γάρ ἡμεῖς γυμνοί καί ἀνείμονες καί τῆς θείας εἰκόνος μή φέροντες τήν λαμπρότητα καί τήν ἄφθονον χάριν σεσυλημένοι τοῦ Πνεύματος». Ἀναφερόμενος δέ στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ λέγει: «τεθέωμαι μέν ὁ ἄνθρωπος, ὁ δέ θνητός ἠθανάτισμαι καί τούς δερματίνους χιτῶνας ἐκδέδυμαι• τήν γάρ φθοράν ἀπημφίασμαι καί ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς θεότητος». Ὁ ἴδιος, ὁμιλώντας στήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας, τήν ἀποκαλεῖ ἀμνάδα πού γέννησε τόν Ποιμένα, ὁ Ὁποῖος θά ἐνδύση τό πρόβατο, ἀφοῦ θά ξεσχίση τούς χιτῶνες τῆς νεκρώσεως: «ἡ γάρ ἀμνάς τίκτεται, ἐξ ἧς ὁ ποιμήν περιβαλεῖται τό πρόβατον καί τούς χιτῶνας διαρρήξει τῆς πάλαι νεκρώσεως».
.             Σέ ἄλλο κείμενό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν παραμέλησε τόν ἐξόριστο ἄνθρωπο πού φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας καί ἔτσι Αὐτός πού τοῦ ἔδωσε τό εἶναι τοῦ χαρίζει καί τό εὖ εἶναι. Ἀφοῦ τόν διαπαιδαγώγησε μέ πολλούς τρόπους στήν συνέχεια ἐνηνθρώπησε, ἐνδύθηκε ὁ Ἴδιος τό φθαρτό καί θνητό σῶμα γιά νά νικήση τόν θάνατο. Ἐπειδή ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο «ὥσπερ τι θηρίον ἄγριον καί ἀνήμερον τόν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον» ἔπρεπε αὐτός πού θά τόν ἐλευθέρωνε νά εἶναι ἀναμάρτητος καί ὄχι ὑπεύθυνος γιά τόν θάνατο πού προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία. Συγχρόνως ἔπρεπε ἡ ἀνθρώπινη φύση νά νευρωθῆ καί νά ἀνακαινισθῆ καί νά διαπαιδαγωγηθῆ μέ ἔργο καί νά διδαχθῆ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς πού ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν φθορά καί τόν ποδηγετεῖ «πρός τήν ζωήν τήν αἰώνιον». Αὐτό ἔγινε μέ τόν Χριστό ὁ ὁποῖος προσέλαβε σάρκα παθητή καί θνητή, χωρίς ἁμαρτία, καί πάλεψε μέ τόν ἐχθρό καί τόν νίκησε.
.             Ἔτσι, μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τίς ἀσθένειες καί τόν θάνατο καί ἀποκτᾶ αἴσθηση ζωῆς τῆς ἀθανάτου. Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος θά γράψη: «Ἡ ἀγάπη γλυκυτέρα τῆς ζωῆς. Καί γλυκυτέρα ἡ κατά Θεόν σύνεσις, ἐξ ἧς ἡ ἀγάπη τίκτεται ὑπέρ μέλι καί κηρίον. Οὐκ ἔστι λύπη τῇ ἀγάπῃ, δέξασθαι ὑπέρ τῶν ἀγαπώντων αὐτήν μέγαν θάνατον. Ἡ ἀγάπη γέννημά ἐστι τῆς γνώσεως. Καί ἡ γνῶσις, γέννημά ἐστι τῆς ὑγείας τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐστί δύναμις, ἥτις ἐκ τῆς ὑπομονῆς τῆς μακρᾶς γέγονεν». Στήν ἐρώτηση τί εἶναι ἡ γνώση ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις τῆς ζωῆς τῆς ἀθανάτου». Καί στήν ἐρώτηση τί εἶναι ζωή ἀθάνατη ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις ἐν Θεῷ. Ὅτι ἐκ τῆς συνέσεως ἡ ἀγάπη. Ἡ δέ κατά Θεόν γνῶσις, βασιλεύς ἐστι πασῶν τῶν ἐπιθυμιῶν, καί τῇ δεχομένῃ καρδίᾳ αὐτήν, πᾶσα ἐν τῇ γῇ γλυκύτης περισσή ἐστι. Τῇ γάρ γλυκύτητι τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἔστιν οὐδέν ὅμοιον».

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

,

Σχολιάστε

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 135-137

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;

.         Ἡ παρθένος Μαρία ἦταν ὅ,τι ἐκλεκτότερο εἶχε νὰ παρουσιάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἑλκύση νὰ ἐνανθρωπήση. Ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῶν καθαρμῶν ὅλων τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἔκανε τὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ λάβη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ δείξη τὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας ἀναφέρεται διεξοδικῶς σὲ αὐτὸ τὸ γεγονός.
.           Γράφει ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν ξεχωρίσει τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ τὰ εἶχαν ἀφιερώσει στὸν Θεό, καὶ αὐτὸ τὸν χῶρο τὸν ἔδωσαν στὴν Παρθένο, γιατί ἔπρεπε αὐτὸς ὁ χῶρος νὰ εἶναι καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικία τῆς Παρθένου, ὥστε ἐκεῖ νὰ λατρεύεται ὁ Θεὸς καὶ νὰ τιμᾶται ἡ Παρθένος, μᾶλλον ὁ ἴδιος οἶκος ποὺ εἶχε τὴν Παρθένο νὰ εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ποὺ τὴν γνώρισε πολὺ καλά, ὡς καρδιογνώστης ποὺ ἦταν, τὴν κόσμησε μὲ ὅ,τι ἦταν ἄξιο γι᾽ αὐτήν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε στὴν σκηνή, ποὺ δὲν ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ τὴν νεφέλη καὶ τὰ ἀγγελικὰ καὶ ἀρχαγγελικὰ φτερά, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ποὺ εἶναι «ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», «ἡ τοῦ Ὑψίστου δύναμις», ἔγινε γιὰ τὴν Παρθένο σκηνή, δηλαδὴ ἔγινε ἡ ἄκτιστη σκηνὴ ποὺ τὴν ἐπισκίασε μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἔτσι αὐτὸς ὁ οἶκος, ποὺ εἶχε μέσα του τὴν Παρθένο, ἦταν ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.           Δὲν τιμᾶ ὁ χῶρος αὐτός –τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων– τὴν Παρθένο, ἀλλὰ ὁ ἄβατος αὐτὸς χῶρος σεμνύνεται γιὰ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου. Ὅπως τὸ παλαιὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων τιμᾶται ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου τιμᾶται ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τιμῶνται ἀπὸ τὴν Παρθένο, γιατί αὐτὰ ὁδηγοῦσαν στὴν πάναγνη Παρθένο καὶ προορίζονταν γιὰ αὐτήν. Ἡ εἴσοδος τοἀρχιερέως στἍγια τῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα μία φορὰ μόνο τὸν χρόνο, ἀφοῦ προηγουμένως ἴδιος εἶχε καθαρθεῖ, ὑποδήλωνε «τὴν ἀπόρρητον κυοφορίαν» τῆς Παρθένου, ὁποία ἔφερε μέσα της τὸν μόνον ἀναμάρτητον, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ μιὰ μόνη ἱερουργία καὶ μία φορὰ στοὺς αἰῶνες ἐξάλειψε ὅλη τὴν ἁμαρτία.
.               Ὁ Ναὸς καὶ ὁ ἄβατος χῶρος, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἦταν πολὺ σεβαστός, γιατί ἐπρόκειτο νὰ δεχθεῖ τὴν πάναγνη Παρθένο, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ δώσουν τὴν μεγαλειώδη σεμνότητα. Ὅλα, ὅσα βρίσκονταν μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι τὸ μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, μποροῦσαν νὰ τὰ πιάσουν μὲ τὰ χέρια τους καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τιμοῦσε τὸν χῶρο ἐκεῖνο ἦταν οἱ προεικονίσεις τῆς Παναχράντου, τὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶχαν τὴν ἀναφορά τους στὴν Παρθένο. Ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἦταν ἀπροσπέλαστος στοὺς ἀνθρώπους, γιατί περίμενε νὰ ἔρθει ἡ Παρθένος, καὶ μόλις ἐκείνη φάνηκε, τότε ἀμέσως καταργήθηκε ὁ νόμος ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἄνθρωπο νὰ εἰσέλθει κι ἔγινε ἡ κατοικία τῆς Παρθένου καὶ ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἡ πάναγνη Μαρία ἦταν ἡ πραγματικὴ στάμνα τοῦ μάννα, ἡ πραγματικὴ ράβδος, γιατί ἀπὸ αὐτὴν προῆλθε τὸ οὐράνιο μάννα, ὁ Χριστός,  ὁ ὁποῖος τρέφει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἦταν τὸ πραγματικὸ ἄνθος τῆς ζωῆς, ποὺ μοσχοβόλησε ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ πραγματικὲς πλάκες τῆς Διαθήκης, πάνω στὴν ὁποία μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γράφτηκε ὁ πραγματικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀληθινὴ σκηνὴ ποὺ διαφυλάσσει στοὺς αἰῶνες τῶν Θεάνθρωπο Χριστό, τὴν χαρὰ ὅλου τοῦ κόσμου.
.           Ἔτσι, τἍγια τῶν Ἁγίων ἦταν ἄδυτος χῶρος, γιατί περίμενε τὴν εἴσοδο τῆς παρθένου Μαρίας, ὁποία ἔγινε ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεο, καὶ τὸν τίμησε περισσότερο. Δὲν ἔλαβε τιμὴ ἡ Παρθένος ἀπὸ τὸν ἄδυτο ἐκεῖνο χῶρο, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ χῶρος τιμήθηκε μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου ποὺ θὰ γινόταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

, , ,

Σχολιάστε

ΤO ΠΡOΣΩΠΟ ΚΑI H «ΔΙOΡΘΩΣΗ ΤΟY ΦYΛΟΥ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Τό πρόσωπο καί ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

βλ. σχετ. Σχόλιο «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΩΣ ΦΥΛΑ»!

.             Τό νομοσχέδιο μέ τίτλο «Νομική Ἀναγνώριση τῆς Ταυτότητας τοῦ Φύλου» πού συζητήθηκε ἔντονα τόν τελευταῖο καιρό καί ψηφίσθηκε ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, καί μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καί τήν δημοσίευσή του στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θά εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει πολλά σημεῖα τά ὁποῖα δέχονται κριτική ἀπό θεολογικῆς, ἀνθρωπολογικῆς καί ψυχολογικῆς πλευρᾶς. Παρά τό ὅτι ἔχει γίνει κριτική ἀπό πολλούς στό νομοσχέδιο αὐτό, ἐν τούτοις δέν ἔχει ἐντοπισθῆ ἕνα ἐνδιαφέρον σημεῖο, γιά τό ὁποῖο θά ὑπογραμμισθοῦν ἐδῶ τά δέοντα μέ σύντομο τρόπο, ἐννοῶ τήν «φιλοσοφία» τοῦ νομοσχεδίου.
.             Σέ κάθε νομοσχέδιο πού εἰσάγεται πρός ψήφιση στήν Βουλή γιά νά γίνη νόμος τοῦ Κράτους, στά πρῶτα ἄρθρα δίνονται οἱ ἀπαραίτητοι ὁρισμοί, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα ἄρθρα πού ἀκολουθοῦν, ἑρμηνεύονται ἀπό τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» πού τό συνοδεύη.
.             Νομίζω, λίγοι διάβασαν προσεκτικά ὅλο τό νομοσχέδιο μέ τίς ὑπογραφές τῶν Ὑπουργῶν καί ἴσως ἐλάχιστοι διάβασαν τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση». Ἔτσι, πολλοί ὁμίλησαν χωρίς οὐσιαστική γνώση τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως ἀρκέσθηκαν σέ ἀναλύσεις ἄλλων, γι’ αὐτό καί ἀστόχησαν στούς λόγους τους. Γιά παράδειγμα στό νομοσχέδιο δέν γινόταν λόγος γιά «ἀλλαγή φύλου», ἀλλά γιά «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου».
.             Ἐκεῖνο ὅμως πού μέ ἐνδιαφέρει στό κείμενό μου αὐτό εἶναι οἱ ὁρισμοί πού δίνονται στό νομοσχέδιο γιά τήν «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου» καί τήν ὅλη «φιλοσοφία» του. Αὐτό εἶναι γιά μένα γεγονός ἰδιαίτερης σημασίας.
.             Κατ’ ἀρχάς, στό νομοσχέδιο αὐτό συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τό «πρόσωπο» καί τά «δικαιώματα τοῦ προσώπου». Παρατήρησα τίς λέξεις καί τίς φράσεις: «πρόσωπο»∙ «τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στό σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά φύλου του», τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά διορθωθῆ∙ «ἡ ταυτότητα φύλου» μέ τά χαρακτηριστικά πού «ἀντιστοιχοῦν στήν βούληση τοῦ προσώπου»∙ «τό πρόσωπο μπορεῖ νά ζητήσει τή διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου του, ὥστε αὐτό νά ἀντιστοιχεῖ στή βούληση»∙ τά «δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καί κάθε εἴδους εὐθύνη τοῦ προσώπου». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλο τό νομοσχέδιο στηρίζεται στό πρόσωπο, τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματα τοῦ προσώπου.
.             Ἐπίσης, στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» γίνεται λόγος γιά τά «διεμφυλικά πρόσωπα (τρανσέξουαλ, τράνς)»∙ γιά «μιά μεγάλη ὑστέρηση στήν ἀπόλαυση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν διεμφυλικῶν προσώπων»∙ γιά «τόν ἰδιαίτερα προσβλητικό ἀκρωτηριασμό τοῦ προσώπου», ὅταν «παρακολουθῆται ἀπό ψυχίατρο» καί ὅταν «ἔχει ὑποβληθεῖ σέ χειρουργική ἐπέμβαση μέ πλήρη ὁριστική ἐπικράτηση τοῦ ἀντιθέτου ἀπό τό βιολογικό του φύλο»∙ γιά τό «ὅτι τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στόν σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά τοῦ φύλου του», τό ὁποῖο φύλο πρέπει νά «διορθωθῆ»∙ «ὁ ἐσωτερικός καί προσωπικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἴδιο τό πρόσωπο βιώνει τό φύλο του»∙ «τά βιολογικά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου»∙ «γιά μεσοφυλικό ἄτομο»∙ γιά «τό πρόσωπο» πού αἰσθάνεται τή «δυσφορία τοῦ γένους»∙ γιά «τή βούληση τοῦ προσώπου», «τά δικαιώματα τοῦ κάθε προσώπου» καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις. Ἑπομένως, καί στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» τονίζονται οἱ ὅροι πρόσωπο, βούληση τοῦ προσώπου, δικαιώματα τοῦ προσώπου.

Θά σχολιάσω τούς τρεῖς αὐτούς ὅρους.

.             Πρῶτον. Διαβάζοντας τό νομοσχέδιο καί τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» παρατηρῶ ὅτι ἀποφεύγεται ἐπιμελῶς ἡ λέξη «ἄνθρωπος» καί δίνεται σημασία στήν λέξη «πρόσωπο» μέ τά χαρακτηριστικά βεβαίως τοῦ γένους ἤ τοῦ φύλου του, τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά «διορθωθῆ». Αὐτό δέν εἶναι οὔτε τυχαῖο οὔτε ἀθῶο.
.             Πρόκειται γιά μιά ἐπιμελῆ προσπάθεια παράκαμψης τῆς λέξης ἄνθρωπος, μέ ὅλη τήν βιβλική καί παραδοσιακή σημασία τοῦ ὅρου, καί τήν ἀντικατάστασή της μέ τήν λέξη πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀποδοθῆ καί μέ τήν λέξη «περσόνα», ὅπως λέγεται στόν προφορικό ἤ γράφεται στόν γραπτό λόγο, καί νά ἐξυπηρετοῦνται ἄλλοι σκοποί. Αὐτό δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ὅτι τά λεγόμενα «διεμφυλικά πρόσωπα» ἤ «ἄτομα» χρησιμοποίησαν κατά κόρον τήν λέξη πρόσωπο μέ τήν ὅλη φιλοσοφική του σημασία καί τήν ἰδιαιτερότητα.
.             Δεύτερον. Αὐτό συνδέεται μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς «βούλησης τοῦ προσώπου». Ὅσο ὁμιλοῦν γιά τήν βούληση καί τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, ὑποτιμοῦν τήν φύση, τήν ὁποία θεωροῦν ἀναγκαστική, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἀνελευθερία, «δυσφορία», «βία». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια θεωρεῖται, ὅπως ἔχει γραφῆ ἀπό ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς νοοτροπίας, ὅτι καί ὁ γάμος, ὅπως τόν γνωρίζουμε καί ὅπως λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο ἐκφράσεως τῶν δύο φύλων –ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ– καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν, θεωρεῖται ὡς μιά «ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου», πράγμα πού δεσμεύει ἤ καταργεῖ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Ὁπότε, ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου» συνδέεται, κατ’ αὐτούς, μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Στήν προοπτική αὐτή ὑπάγεται ἡ σχολαστική θεωρία περί τῆς «βουλήσεως τοῦ προσώπου», ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἀλλά καί ἡ ὅλη φιλοσοφία τοῦ βολονταρισμοῦ (βουλησιοκρατίας) καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
.             Νά θυμίσω τίς φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Κάντ γιά τήν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ προσώπου καί τήν αὐτονομία του, πού εἶναι ἡ βάση τῆς «ὑπερβατολογικῆς ἀρχῆς» του, ἡ ὁποία δέν ἀσχολεῖται μέ τά ἀντικείμενα, ἀλλά μέ τόν τρόπο γνώσης τῶν ἀντικειμένων ἀπό τόν καθένα, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν «ὑπερβατολογική ἐλευθερία», ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα «ἀπό τόν μηχανισμό τῆς φύσης», ὅπως ἔχουν ἀναλύσει πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος καί ὁ Γεώργιος Παναγόπουλος.
.             Τρίτον. Μέσα σέ αὐτήν τήν νοοτροπία ὑπάγεται καί ἡ συχνά τονιζόμενη σήμερα ἄποψη περί τῶν «δικαιωμάτων τοῦ προσώπου». Ἀφοῦ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο, ἀπαλλαγμένο «ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης», ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τοῦ φύλου, σημαίνει ὅτι ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καί τοῦ φύλου του. Ἔτσι, γίνεται κατανοητό ὅτι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό δικαίωμα τοῦ προσώπου λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνέπειες καί τίς εὐθύνες τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἰδιαιτέρου φύλου μέ τήν σύλληψη καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν.
.             Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ἕνα ἀπό τά προβλήματα πού θά ἀπασχολήσουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν Ἐκκλησία στήν ἐποχή μας καί τήν ἐποχή πού ἔρχεται εἶναι τό θέμα τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου ἤ τοῦ ἀνθρώπου. Φυσικά, δέν ἐννοοῦμε τά δικαιώματα πού ἔχει ὁ καθένας στήν παιδεία, τήν ὑγεία, τήν κοινωνική ζωή κλπ., ἀλλά τόν τονισμό τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέ τήν παράλληλη καταστρατήγηση «τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ» στήν ζωή μας, καί τήν βίωση τῆς ἀπόλυτης «ἐλευθερίας» ὡς πρός τίς εὐαγγελικές ἐντολές.
Συνεπῶς, ὁ ὑπερβολικός τονισμός τῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου μέ τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματά του καί στό θέμα τῶν «διεμφυλικῶν προσώπων», στό ὁποῖο ἐκμηδενίζονται οἱ διαφορές τῶν φύλων, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δέν εἶναι τόσο ἀθῶος ἀπό θεολογικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, ἀλλά κρύβει κάποιες σκοπιμότητες, πολιτικές καί θεολογικές.
.             Μοῦ ἔκανε δέ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι κατά τήν συζήτηση πού ἔγινε τίς ἡμέρες αὐτές πού ψηφιζόταν τό νομοσχέδιο αὐτό στήν Βουλή, οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες πού ἀσχολήθηκαν μέ τήν κριτική τοῦ νομοσχεδίου δέν ὑποψιάσθηκαν καθόλου αὐτήν τήν βάση, στήν ὁποία στηρίζεται τό νομοσχέδιο, μάλιστα δέ μερικοί πού ἄσκησαν κριτική στό νομοσχέδιο, τό ἔκαναν μέ βάση τήν «θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», χωρίς νά καταλάβουν ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐκφράζουν τήν ἴδια νοοτροπία καί ἐμπλέκονται στήν ἴδια φιλοσοφική καί θεολογική προοπτική.
.             Θέλω νά διευκρινίσω ὅτι γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν λεγόμενη «διόρθωση τοῦ φύλου», δέν ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού ὑπάρχουν προβλήματα ἀπό βιολογικῆς πλευρᾶς, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τίς ὁρμόνες, γιά τίς ὁποῖες ἤδη ὑπάρχει ἡ σχετική νομοθεσία, οὔτε ἐννοῶ τίς ψυχολογικές καί κοινωνικές καταστάσεις πού δημιουργοῦν τήν λεγόμενη «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διαταραχή τοῦ φύλου», πού περνοῦν πολλοί στήν μικρή τους ἡλικία καί ἀντιμετωπίζονται μέ μιά καλή ἀγωγή καί παιδεία. Κυρίως ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού τέτοιες συμπεριφορές ὀφείλονται σέ διάφορες φιλοσοφικές καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τόν ὑπερβολικό τονισμό τῆς ἐλευθερίας καί τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου.
.             Νομίζω ὅτι ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί ὡς πρός τήν καθιέρωση τέτοιων νέων ἐκφράσεων, ὅπως «ἐλευθερία καί δικαιώματα τοῦ προσώπου», «βούληση τοῦ προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων», «ἐλευθερία ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου» κλπ., οἱ ὁποῖες ἐφράσεις κρύβουν διάφορες ἐπικίνδυνες σκοπιμότητες, φιλοσοφικές, θεολογικές καί πολιτικές.
.             Εἶναι βασική θεολογική ἀρχή ὅτι ἡ ἐλευθερία βιώνεται μέσα ἀπό τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς κενωτικῆς προσφορᾶς, καί μέσα ἀπό τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἐκφράζεται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μυστηριακή καί εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι πρόγευση τῆς ἐσχατολογικῆς ζωῆς, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
.             Τέλος, ὀφείλω νά σημειώσω τήν σημαντική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν ὑπέρβαση τῶν πέντε «διαιρέσεων». Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ὁ Ἀδάμ ἀπέτυχε νά ὑπερβῆ τίς «πέντε διαιρέσεις» ἤ ἀντιθέσεις ἤτοι μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς φύσεως, νοητῶν καί αἰσθητῶν, οὐρανοῦ καί γῆς, παραδείσου καί οἰκουμένης, ἄρρενος καί θήλεος. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων-ἀντιθέσεων ἔγινε μέ τόν Νέο καί Ἔσχατο Ἀδάμ, δηλαδή τόν Χριστό, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πού συνδέεται μέ τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα Του, μέ τήν εὐαγγελική καί μυστηριακή ζωή, ὑπερβαίνει αὐτές τίς διακρίσεις πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί ζῆ τήν πραγματική ἐλευθερία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι καταστάσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου–

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 67-68

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ἀρχή, μέση καὶ τελευταία ὅλων τῶν ἑορτῶν, ὡς πρὸς τὴν θεία Οἰκονομία. Εἶναι ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν ὡς «ἀρχὴν ἔχουσα, τὴν τοῦ νόμου περαίωσιν· μεσότητα δέ, τὴν πρὸς τὰ ἄκρα συνάφειαν· τέλος δέ, τὴν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν». Μὲ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ περατώνεται ὁ νόμος, ποὺ ἔκανε λόγο γιὰ τὸν Χριστό, ἀρχίζει ἡ ἀντίστροφη μέτρηση τῆς σωτηρίας, φανερώνεται ἡ ἀλήθεια ποὺ εἶναι τέλος τοῦ νόμου, καὶ συνάπτεται ἡ Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη.
.                 Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει ὅτι ὁ Σεπτέμβριος μήνας εἶναι ὁ πρῶτος μήνας καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ ὅτι κατὰ τὸν μήνα αὐτὸ ἄρχισαν τὰ μυστήρια τῆς σωτηρίας. Ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, ὡς πρώτη ἐκκλησιαστικὴ ἑορτὴ τοῦ ἔτους, εἶναι ἡ πρώτη ἑορτὴ τῆς κατὰ Χάρη «ἀνακλήσεώς τε καὶ ἀναπλάσεως». Εἶναι ἡ μέρα ποὺ ἄρχισαν τὰ πάντα νὰ γίνονται νέα καὶ νὰ εἰσάγονται ἀντὶ τῶν προσκαίρων νομίμων τὰ μόνιμα, ἀντὶ τοῦ γράμματος τὸ πνεῦμα κι ἀντὶ τῶν σκιῶν ἡ ἀλήθεια.
.                 Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ ἑορτολόγιο, ποὺ ἔχει καθορίσει, θέλει νὰ δείξει στοὺς χριστιανοὺς ὅτι δὲν πρέπει νὰ βλέπουν τὸν χρόνο τῆς ζωῆς τους μέσα ἀπὸ πολιτικά, ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ γεγονότα, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς σωτηρίας, ὅπως ἐκφράζονται στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ἀλλὰ καὶ στὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, προσδιορίζουμε τὶς περιόδους τοῦ ἔτους (φθινόπωρο, χειμώνα, ἄνοιξη, καλοκαίρι), καθὼς καὶ τοὺς συγκεκριμένους μῆνες μέσα ἀπὸ τὸ θαυμάσιο ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο κατήρτισαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ θεῖο φωτισμό.
.                 Τὰ ἀναγνώσματα τῶν ἑορτῶν καὶ τὰ τροπάρια, ποὺ ψάλλονται, δείχνουν τὸ νόημα κάθε ἑορτῆς, ἀλλά, κυρίως, κατευθύνουν τὴν σκέψη τοἀνθρώπου πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του καὶ πρὸς τὴν ἀπόκτηση γνήσιου ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος· εἶναι, ἑπομένως, γεγονότα πρὸς ἐκκλησιασμὸ καὶ θέωσή του.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Φυσικὰ γιὰ τὴν τρέχουσα (ἐκκλησιαστικὴ) ἀντίληψη οἱ Ἑορτὲς καὶ οἱ ἑορτασμοὶ εἶναι κυρίως εὐκαιρίες κοσμικῆς ἐπιδείξεως, ματαιόδοξης φαντασμαγορίας, «λαμπρῶν συλλειτούργων», ἀνταλλαγῆς δώρων καὶ λιβανωτῶν, ἱερῶν δημοσίων σχέσεων, καὶ ἄλλων φαιδροτήτων ποὺ ἀσυγκράτητα ἐξαπλώνονται δίκην πανούκλας. Σ᾽ αὐτὰ τὰ πλαίσια π.χ. στὴν συνήθη ἀκολουθία ἑνὸς ἀξιοπρεποῦς μητροπολίτου πρέπει πάντα νὰ περιλαμβάνεται ἕνας ἄξιος διάκονος τῆς φωτογραφικῆς τέχνης, ποὺ θὰ ἀπαθανατίζει ἀκατάπαυστα τὶς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμὲς τῆς λειτουργικῆς του μεγαλωσύνης. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐν συνεχείᾳ ἀναρτῶνται μὲ τὴν βοήθεια προθύμων διακόνων τῆς γενναιόδωρης δημοσιογραφίας στὸ Διαδίκτυο, ὥστε νὰ τὰ βλέπουν στὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταλαβαίνουν οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς πόσο ΚΕΝΟ ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι.
Μετὰ θέλουμε «πράσινη θεολογία»! Πράσιν᾽ ἄλογα («Πράσσειν ἄλογα») καλύτερα.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ «ΚΕΝΩΣΕΩΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 426-430

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου γίνεται λόγος γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ταπεινώθηκε μέχρι τὸν θάνατο καὶ μάλιστα θάνατο διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει «κένωσιν», τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Ἴδιος: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλ. β´ 7)
.                Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδιορίζοντας τὴν κένωση λέγει ὅτι, ἐνῶ εἶναι Θεός, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών», δηλαδὴ ἐνηνθρώπησε καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν θάνατο. Κένωση στὴν ἀκρίβεια σημαίνει ἄδειασμα, ταπείνωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν ὀνομάζει «ὕφεσιν τῆς Θεότητος».
.                 Οὐσιαστικά, κένωση εἶναι τὸ ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγία Τριάδος, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, προσέλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ μάλιστα προσέλαβε φύση ἄκρως καθαρή, ἀλλὰ παθητὴ καὶ θνητὴ γιὰ νὰ πεθάνη στὸν Σταυρὸ καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Κένωση εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ Λόγου σὲ μᾶς διὰ τῆς σαρκός. Ὁ Χριστὸς ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Του μέχρι σταυρικοῦ θανάτου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου ἔχει μεγάλη δόξα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὑψοποιός, ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι δόξα.
.                 Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε γιὰ μᾶς ἀνάβαση. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἐμεῖς ἀνεβήκαμε πρὸς τὸν Θεό. Ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ δόξασε τὴν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς Πατὴρ Τὸν ὑπερύψωσε καὶ Τοῦ χάρισε ὄνομα, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα θὰ προσκυνήσουν ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, καὶ ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                 Τὸ ὅτι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀναφέρεται στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ, διαβάζεται καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐξηγεῖται ἀπὸ τρεῖς λόγους.

.                 Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε διὰ τῆς Παναγίας μας. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση· μέσα στὴν κοιλία της πραγματοποιήθηκε ἡ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως –ἡ κένωση–, αὐτὴ δοκίμασε πρώτη καὶ τὴν δόξα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία τιμᾶται πολύ, γιατί ἔγινε Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, δοξάζεται γιὰ τὸν «καρπὸν τῆς κοιλίας» της. Ἡ κοιλία της γέμισε ἀπὸ τὴν θεία δόξα, ἔγινε παράδεισος ὁλοφώτεινος, κρατοῦσε τὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γής. Αὐτὸ εἶναι ἀσύλληπτο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς.

.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία συμμετεῖχε, σὲ ὅλη τὴν ζωή της, στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ. Καίτοι γνώριζε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ ὅτι Αὐτὸς ποὺ θὰ συλλαμβανόταν στὴν κοιλία της ἦταν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις Τὸν ἔβλεπε νὰ μεγαλώνη πτωχικὰ στὸ σπίτι της, Τὸν βοηθοῦσε καὶ Τὸν ἔτρεφε, ἀργότερα Τὸν ἀκολουθοῦσε στὴν δράση Του καὶ βέβαια κατὰ τὴν μεγάλη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε στὸν Σταυρό, παρευρέθηκε δίπλα Του, συμμετεῖχε καὶ στὴν ἀποκαθήλωσή Του. Ἔτσι, ἔζησε σὲ ὅλο τὸ βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γνώρισε καὶ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κανεὶς ἄλλος δὲν γνώρισε σὲ τέτοιο μεγάλο βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ ὅσο ἡ Παναγία μας, ἡ ἁγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ Παναγία μας ἔζησε τὴν κένωση στὴν ζωή της. Ὑπάκουσε στὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά της. Καίτοι ἦταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ προτίμησε νὰ ζῆ στὴν ἀφάνεια, στὴν ταπείνωση, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκη κάποιο ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ζητᾶ τιμὲς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὀλίγα γράφονται γι’ αὐτὴν μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, καίτοι δεχόταν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ ὅλων τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι ἔζησε καὶ ἡ ἴδια τὴν ἔνδοξη κένωση, παρόμοια μὲ τὸν Υἱό της, κατὰ τὸν χρόνο τῆς Κοιμήσεώς της.
.             Γνωρίζουμε ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ ἐκδηλώθηκε κυρίως στὸν ἑαυτό Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἔνδοξη κατάβαση τῆς ψυχῆς Του μαζὶ μὲ τὴν θεότητά Του στὸν Ἅδη, ὅπου καὶ συνέτριψε τὴν ἐξουσία του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, Ἐπίσκοπος Κρήτης, γράφει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν Χριστὸ γίνεται κατ᾽ ἀναλογίαν καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων διέρχονται μὲν τὸν «ἀειδῆ» ἐκεῖνο τόπο, δὲν κατέχονται ὅμως ἀπὸ αὐτόν, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ψυχῶν ποὺ ὑπέστησαν μὲ τὴν ραστώνη τους τὸν διὰ τῆς ἁμαρτίας θάνατο. Ἑπομένως, θὰ διέλθουν ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδου καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων, ὄχι γιὰ νὰ καταστραφοῦν ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ διερευνήσουν καὶ νὰ μυηθοῦν τὸ ξένο τῆς θείας οἰκονομίας μυστήριον, τὴν εἰς Ἅδου κάθοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διδαχθοῦν ὅσα ἔγιναν ἐκεῖ, δηλαδὴ τὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ Ἅδου. Οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ στὴν ζωή τους γνώρισαν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γνωρίσουν καὶ τὸ μυστήριο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Ἅδη. Ἔτσι, καὶ ἡ ψυχὴ τῆς Παναγίας, ὅταν κοιμήθηκε, κατέβηκε στὸν Ἅδη, ὅπου μυήθηκε στὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη, καὶ στὴν συνέχεια μυήθηκε καὶ στὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν μετάστασή της στὸν οὐρανό.

.               Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δόξα Του, ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ κένωση τῆς Παναγίας εἶναι δόξα της. Ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας μας συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, μιὰ ἐνάρετη γυναίκα, ὅπως ὑπῆρχαν πολλὲς ἐνάρετες γυναῖκες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἄλλωστε, αὐτὸ ψάλλουμε στὸν θεομητορικὸ ὕμνο: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολαμβάνει ἡ Παναγία ὀφείλεται στὸν «καρπὸ τῆς κοιλίας» της, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε τὸν Χριστό.
.               Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ μυστήριο τῆς κενώσεως-ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βίωσε καὶ ἡ Παναγία μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὴν δόξασε καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Χάρη καὶ τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχεται γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κύριος εἶναι ὁ Θεός, Κυρία καὶ ἡ Παναγία. Ὅπως ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ φάνηκε στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἔτσι καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας φάνηκε ἔντονα κατὰ τὴν Κοίμησή Της, ποὺ λέγεται ἔνδοξη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάληψη-μετάσταση τοῦ σώματός της στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ δόξα συνδέεται μὲ τὴν ταπείνωση καὶ ἡ τιμὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα ζητοῦν δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιδιώκουν νὰ ἀπολαύσουν τιμὲς μὲ ἀνθρώπινα μέσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι ἀνικανοποίητοι. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη δόξα λέγεται κενοδοξία, δηλαδὴ κενή, κούφια δόξα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζητᾶ κάτι αὐθεντικό, ὁλοκληρωμένο, αἰώνιο.

.                 Ἡ Παναγία μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν προσφορά, μετὰ τὸν Χριστό, εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας. Ὅσες δόξες καὶ τιμὲς καὶ νὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅσα ἀξιώματα καὶ ἐὰν ἀποκτήσουμε, ὅσες ὧρες καὶ ἂν διασκεδάσουμε, ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἐξανεμίζονται, ἀφανίζονται, ὅπως τὰ ὄνειρα τῆς νύκτας κι ὅπως ὁ καπνὸς διαλύεται στὴν ἀτμόσφαιρα. Μάλιστα πολλὲς φορὲς ἀφήνουν πίκρα, θλίψη καὶ πόνο. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ἤρεμη χριστιανικὴ ζωή.
.               Ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ πορευόμαστε τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν ὁδὸ τῶν παθημάτων τοῦ Σταυροῦ, τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας, ὁπότε πρέπει νὰ ζοῦμε τὴν κένωσή Του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Του, νὰ σηκώνουμε τὸν σταυρὸ τῶν πειρασμῶν, νὰ ὑπομένουμε τὶς συκοφαντίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ κατεβαίνουμε μὲ θάρρος καὶ πίστη σὲ κάθε προσωπικὸ ἅδη, σὲ κάθε πειρασμικὴ κόλαση, νὰ ἀντέχουμε τὶς πύρινες δοκιμασίες μὲ μετάνοια, νὰ μὴ φοβόμαστε τὸν θάνατο, δηλαδὴ νὰ συμμετέχουμε στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κένωση τῆς Παναγίας. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι σο μεγάλη εναι κένωσή μας μαζ μ τν Χριστό, τόσο νδοξη εναι θέωσή μας.
.                 Ἡ Παναγία τὰ ἔζησε ὅλα αὐτὰ στὴν ζωή της καὶ θὰ πρέπει νὰ ζητᾶμε τὶς πρεσβεῖες της. Ἔτσι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ Μητέρα μας, ἡ ἀναψυχή μας, ἡ παρηγοριά μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ θὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δόξα μας.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΟ ΘΑΒΩΡ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία-

σελ. 164-166,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

.               Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ Θαβὼρ ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνος τους. Δηλαδή, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ αὐτὸ φαίνεται ἡ δόξα τῆς εἰκόνος καὶ ἡ μεγάλη τιμὴ νὰ εἴμαστε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καταγωγή μας δὲν εἶναι χαμηλή, ἀλλὰ ὑψηλή, ἀφοῦ ὁ δεδοξασμένος Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ τεχνίτης καὶ δημιουργός μας.
.                 Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα λέγεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ποὺ ἐνηνθρώπησε, γιὰ νὰ διορθώση τὸ σφάλμα τοῦ προπάτορος Ἀδάμ. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, καίτοι ἦταν ἄπειρος ἀκόμη, βρισκόταν στὸν φωτισμὸ τοῦ νοός, γιατί τὸ κατ᾽ εἰκόνα του ἦταν καθαρὸ καὶ δεχόταν τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου φωτός. Μετὰ τὴν ἁμαρτία ὅμως σκοτίσθηκε, ἔχασε τὸ καθ᾽ ὁμοίωση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέση καθ᾽ ὁλοκληρία τὸ κατ᾽ εἰκόνα. Στὴν πατερικὴ παράδοση λέγεται ὅτι τὸ κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ ἀμαυρώθηκε, δηλαδὴ σκοτίστηκε, χωρὶς νὰ χαθῆ τελείως. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπανέρχεται ὁ Ἀδὰμ στὴν προηγούμενη δόξα, καὶ μάλιστα ἀνέρχεται ἀκόμη ὑψηλότερα.
.                 Ἔτσι, ὁ Χριστὸς στὸ Θαβὼρ ἔδειξε ποιὸ ἦταν τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόταν ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση.
.                 Βέβαια, αὐτὸ λέγεται μὲ συγκατάβαση, γιατί ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ἡ ἔλλαμψη τοῦ Μεταμορφωθέντος Χριστοῦ ἦταν θειοτέρα καὶ λαμπροτέρα ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Καὶ αὐτὸ γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸν Ἀδὰμ ἦταν Θεὸς κατ᾽ οὐσίαν, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μέθεξη καὶ μετοχὴ θεός. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ φύση, ἐνῶ τὸ φῶς ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μετοχὴ καὶ Χάρη. Δεύτερον, γιατί ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν θέωσε καθ᾽ ὑπόσταση, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε κοινωνία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατ᾽ ἐνέργειαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἐνῶ στὸν Χριστὸ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν ὑποστατικά, καθ᾽ ὑπόσταση, στὸν Ἀδὰμ καὶ στὸν κάθε θεούμενο ἡ φύση του ἑνώνεται κατὰ Χάρη μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι καθ᾽ ὑπόσταση. Γιατί ἡ καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε μόνο στὸν Χριστό.
.                 Γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ἀντιληπτὸ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι ἑνώσεως. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κατ᾽ οὐσίαν, ποὺ συμβαίνει μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ δεύτερος τρόπος ἑνώσεως συνέβη στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ εἶναι ὁ καθ᾽ ὑπόστασιν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεάνθρωπος, καὶ ὁ τρίτος τρόπος ἑνώσεως εἶναι ὁ κατὰ Χάριν, καὶ συμβαίνει μὲ τοὺς θεουμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ οὐσίαν, γιατί αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ καθ᾽ ὑπόστασιν, γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλὰ ἑνώνονται κατὰ μετοχὴν τῆς Χάριτος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἅγιοι δὲν λέγονται, ἔστω καὶ κατὰ Χάριν, Θεάνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί, θεούμενοι.
.                 Πάντως, ὁ μεταμορφωθεὶς Χριστὸς ἔδειξε τὴν δόξα τοῦ ἀρχετύπου τῆς δημιουργίας μας. Καὶ ὅπως στοὺς γλύπτες μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρόπλασμα καὶ ἔπειτα τὸ ἀντίγραφό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ὁ καθένας, ἔτσι καὶ ἐδῶ μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρωτότυπο. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ δείχνει, κατὰ συγκατάβαση, καὶ τὴν προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπό, τὸ τέλος, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κατατείνη.

, ,

Σχολιάστε