Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ὁ θεσμὸς τῆς Αὐτοκεφαλίας
στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

τοῦ  Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

.                 Μέ ἀφορμή τήν διαδικασία χορηγήσεως ἐκκλησιαστικῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γίνεται ἔντονη συζήτηση καί διατυπώνονται διάφορες ἀπόψεις.
.                 Τό κεντρικό θέμα εἶναι τί ἀκριβῶς εἶναι Αὐτοκεφαλία, ποιός τήν χορηγεῖ καί πῶς λειτουργεῖ ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία μέσα στό σύστημα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἀλλά γιά ἕναν τρόπο συνοδικῆς λειτουργίας της, ὑπό τήν εὐθύνη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία στό ἐκκλησιαστικό Συνοδικό σύστημα διοικήσεως καί λειτουργίας.
.                 Πολλοί ἑκατέρωθεν παραθέτουν διάφορα στοιχεῖα γιά τό θέμα πού ἀνέκυψε, ἀλλά πρίν ἀπ’ ὅλα πρέπει νά ἐντοπισθῆ τό σημεῖο ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν τίθεται σέ μιά σχέση ἀνεξαρτησίας, ἀλλά σέ μιά σχέση ἀλληλεξάρτησης. Νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό πιό βασικό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία μας αὐτές τίς ἡμέρες. Αὐτές τίς σκέψεις τίς ἔχω διατυπώσει καί σέ παλαιότερες μελέτες μου.

1. Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία

.                 Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καρμίρη καί ἄλλους μελετητές, ἀπό τήν ἀρχή της ἡ Ἐκκλησία διοργανώθηκε «ἱεραρχικῶς καί συνοδικῶς», δηλαδή ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐξελίχθηκε σέ ἐπισκοπική, μητροπολιτική, πατριαρχική καί ἔπειτα συνοδική, μέχρι τόν βαθμό τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἔτσι, τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Ἡ συνοδικότητα δέν καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα, καί ἡ ἱεραρχικότητα δέν καταργεῖ τήν συνοδικότητα. Ἔτσι τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν», κατά τόν Ἀλέξανδρο Σμέμαν.
.                 Ἀντίθετα στήν Δύση ὁ παπικός θεσμός προσέλαβε τό φεουδαλιστικό σύστημα διοικήσεως καί ἔτσι εἰσήχθη τό «ἀπολυταρχικόν-μοναρχικόν-συγκεντρωτικόν πολίτευμα» καί ἀργότερα οἱ Προτεστάντες πού ἀποσχίσθηκαν ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό εἰσήγαγαν τό σύστημα τῆς συνομοσπονδίας, χωρίς νά ὑπάρχη κέντρο.
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἰσχύει τό παπικό πρωτεῖο, οὔτε ἡ προτεσταντική συνομοσπονδία, ἀλλά λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα μέ τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πού ἔχει συντονιστικό ρόλο καί ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες γιά τήν καλή λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι προέκταση τῆς θείας Εὐχαριστίας, στήν ὁποία ὑπάρχει ὁ προεξάρχων καί οἱ λειτουργοῦντες κατά τά πρεσβεῖα τους. Ἔτσι, ἀποφεύγεται τόσο ὁ Παπισμός ὅσο καί ὁ Προτεσταντισμός.
.                 Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ καί τό Αὐτοκέφαλον, ὄχι ὡς ἀνεξάρτητη κεφαλή, ἀλλά ὡς κεφαλή μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ἐντάσσεται καί λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, οὔτε παραθεωρεῖται ἡ συνοδικότητα οὔτε ὑπονομεύεται ἡ ἱεραρχικότητα.
.                 Ὕστερα ἀπό τά γενικά αὐτά, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀπό διάφορες μελέτες γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλο» ἐμφανίστηκε ἀρχικά συνδεδεμένος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος βέβαια Ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶχε τότε τήν ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξάρτηση καί ἀναφορά (ἀπό, καί) στόν Πατριάρχη καί ὄχι στόν Μητροπολίτη τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, ὁ «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» ἐξαρτόταν ἀπό τόν Πατριάρχη, ἀπό τόν ὁποῖο λάμβανε τήν χειροτονία καί βέβαια τόν μνημόνευε κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες.
.                 Ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά, ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, ἡ σημασία τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀναβαθμίστηκε, ὅταν, βεβαίως, ἡ ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἐτέθη μέσα στίς πολιτικές – ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις τῶν Σλαύων.
.                 Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή τῆς ἀναβαθμίσεως τοῦ ὅρου καί τοῦ ρόλου τοῦ αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκόπου, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μποροῦσε ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπεμβαίνη στά ἐσωτερικά της, νά διευρύνη τίς δικαιοδοσίες του στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησής της, νά χειροτονῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί αὐτό, βέβαια, συνδέεται μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νά μνημονεύη τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
.              Ἔπειτα, ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία» εἰσήχθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἑνιαία ἐκκλησιαστική διοίκηση πού καθορίζει τά τῆς ἐκλογῆς, χειροτονίας καί δίκης τῶν Ἐπισκόπων καί ρυθμίζει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει ὁπωσδήποτε σύνδεσμο μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἰδιαιτέρως μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.                 Δέν πρόκειται γιά αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη κεφαλή, πού ξεχωρίζεται ἀπό τήν ἑνιαία καί μία κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά μιά διοικητική ἐλευθερία μέσα στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἀκόμη καί ἡ λέξη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιολογικά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἀρκετά συμβατικός, δηλαδή χρησιμοποιεῖται μόνο γιά τήν αὐτοδιοίκηση καί τήν διοικητική διάρθρωση τῶν Ἐκκλησιῶν καί δέν σημαίνει διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός.
.                Γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἰσχύει ὅ,τι λέγεται γιά τόν μελισμό τοῦ ἄρτου τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατά τόν λόγο τοῦ Λειτουργοῦ: «Μελίζεται καί διαμερίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ὅσοι κοινωνοῦν δέν λαμβάνουν ἕνα τμῆμα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὁλόκληρο τόν Χριστό. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀρκεῖ νά ὑπάρχη ὀρθόδοξη πίστη, κανονική εὐταξία καί ἑνότητα μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν.
.                 Μελετώντας τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν συνάντησα τόν ὅρο Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ἀλλά παρατήρησα ὅτι ἀφ᾿ ἑνός μέν ὁ ὅρος συναντᾶται στίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐξηγητῶν τῶν Κανόνων, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ καθιερώθηκε ἐπίσημα σέ νεώτερες Πατριαρχικές Πράξεις. Γιά παράδειγμα, ὁ η´ Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, γράφει: «Ἓξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται…». Περιγράφεται ὁ ὅρος «ἀνεπηρέαστον» καί «ἀβίαστον», χωρίς νά ἀναφέρεται ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλο. Ὁ Βαλσαμών, ἑρμηνεύοντας τόν λθ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό ἴδιο θέμα, τήν διοίκηση τῆς Κύπρου ἀποκαλεῖ «αὐτοκέφαλον»: «…ὡρίσθη αὐτοκέφαλον εἶναι τήν ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου».
.                 Πρέπει ἀκόμη νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔδωσαν τήν αὐτοδιοίκηση στίς Ἐκκλησίες μέ ὅρους πού προβλέπονται ἀπό τούς προηγουμένους ἱερούς Κανόνες. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ β´ Κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Φυλαττομένου δέ τοῦ προγεγραμμένου περί τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τά καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει». Ὅμοιοι εἶναι καί οἱ Κανόνες: η´ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς, κη´ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς, λθ´ τῆς ϛ´ Οἰκουμενικῆς. Καθώς ἐπίσης στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ «Πρώτου» εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ ιδ´ καί ιε´ Κανόνες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Οἱ Κανόνες αὐτοί σαφῶς παραπέμπουν καί ὑπονοοῦν τόν λδ´ Κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί προϋποθέτουν ἤ Μητροπολιτικό ἤ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μιᾶς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἐπικαλούμενος μαρτυρία τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, γράφει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «αὐτοκεφάλου» δέν ἀνήκει στήν «ὀντολογία» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν ἱστορική της «ὑπόσταση». Εἶναι χρήσιμος αὐτός ὁ διαχωρισμός μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς καί τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀποφύγουμε τόσο τόν κίνδυνο τοῦ Παπισμοῦ, ὅσο καί τόν πειρασμό τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἑπομένως, οὔτε ἀρνούμαστε τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ὅμως ἀρνούμαστε καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
.                 Ἐπίσης, ὁ ἴδιος Μητροπολίτης παρατηρεῖ: «Ἡ ἱστορία καί ἡ μακραίων παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησε καί κατωχύρωσε τήν πρᾶξιν τῆς “ἱεραρχίας τῆς τιμῆς”, ἡ δέ ἄρνησις αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς ἐννοουμένης “ἰσοτιμίας” εἶναι ἐσκεμμένη καί ὑποβολιμαία ἀντικατάστασις τῆς γνησίας καθολικότητος διά τινος “δημοκρατικῆς” ἰσότητος». Γι᾿ αὐτό ὁ ὅρος «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» στήν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας.

2. Τό Αὐτοκέφαλο καί ἡ ἐνότητα τῆς Ἐκκλησίας

.                 Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ὅροι καί οἱ παράγοντες τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου» καί ὑπότιτλο «Τό αὐτοκέφαλον καί οἱ ἱεροί κανόνες» ἀναλύει διεξοδικῶς ἐπί τῇ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό πῶς λειτουργοῦσαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθώς ἐπίσης ἐξετάζει διεξοδικῶς τούς ὅρους καί τούς παράγοντες πού διαμορφώνουν μιά Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη.
.                 Ἀπό τό ἄρθρο αὐτό σημειώνω ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει σχέση μέ τήν συνοδική διάρθρωση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί κηδεμονία τοῦ «Πρώτου», πού εἶναι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Μέ κανέναν λόγο ἡ Αὐτοκεφαλία δέν μπορεῖ νά ἐξυπηρετήση ἀποσχιστικές ἐνέργειες καί τάσεις καί «καπετανάτα» μέσα στήν Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό ὁ Τρεμπέλας παρατηρεῖ: «Τέλος δέν πρέπει κατ᾿ οὐδένα λόγον νά λησμονῆται, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπαφή τῶν ἐπισκόπων ὑπό τόν ἕνα Πρῶτον ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος. Προδήλως λοιπόν κατ᾿ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νά ἄγῃ εἰς τήν δημουργίαν εἴδους τινός καπετανάτων ἤ ἐκκλησιαστ.(ικῶν) ἐπικρατειῶν ξένων πρός ἀλλήλας, ἀλλά μᾶλλον δέον νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν εὐχερεστέραν ἐπικοινωνίαν πάντων τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων διά τῶν κέντρων αὐτῶν ἤ τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ἐντεῦθεν καί πρωΐμως, ὡς εἴδομεν, ἐκδηλοῦται ἡ τάσις πρός διεύρυνσιν τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησ.(ιαστικῶν) περιφερειῶν διά τῆς ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων Μητροπολιτῶν ἤ Πρώτων ὑπό τούς Ἐξάρχους ἤ Πατριάρχας, τῶν ὁποίων ἐν τέλει ὁ ἀριθμός περιορίζεται μόλις εἰς πέντε».
.                 Ἀναλύοντας τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν στό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε ὡς αὐτοδιοίκητο χωρίς ὅμως νά διακόπτεται ἡ σχέση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ καθηγητής Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι σημαντικό ρόλο γιά τήν Αὐτοκεφαλία διαδραμάτισε ἡ ἀρχή «τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν» καί «λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψει σοβαρῶς ἡ δεδηλωμένη γνώμη τῶν πληρωμάτων», δηλαδή τῶν λαῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἄρση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος.
.                 Βεβαίως, καί στήν περίπτωση αὐτή «οἱ πόθοι τοῦ ἐκκλησ.(ιαστικοῦ) πληρώματος ἐγίνοντο ἀναντιρρήτως δεκτοί, μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν προσέκρουον πρός τά καλῶς ἐννοούμενα ἐκκλησιαστικά συμφέροντα. Ἐντεῦθεν παρουσιάζεται ἰσοστάσιος ἤ καί ὑπερκείμενος τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος ὁ συνοδικός παράγων, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὁποίου ἡ κίνησις τοῦ λαϊκοῦ ἤ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτόν κυβερνητικοῦ παράγοντος μόνον πραξικοπήματα, εἰς αὐτά τά ὅρια τοῦ σχίσματος ἐγγίζοντα ἤ καί εἰσβάλλοντα, δύναται νά δημιουργήσῃ. Ὁ συνοδικός παράγων διά τοῦτο παρουσιάζεται ἀνέκαθεν καθορίζων, κανονίζων καί ἐπεγκρίνων τάς κινήσεις τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος».
.                 Γίνεται σαφές ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν δίνεται γιά τήν ἀνεξαρτησία μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἄλλωστε, παρά τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.                 Εἰδικῶς ἀναφέρονται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἀσιανῆς καί Ποντικῆς δήλωσαν τήν ἐξάρτησή τους ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Γιά παράδειγμα ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων Ρωμανός εἶπε: «Οὐκ ἠναγκάσθην ἐγώ· ἡδέως ἔχω ὑπό τόν θρόνον Κων/λεως εἶναι, ἐπεί καί αὐτός μέ ἐτίμησε καί αὐτός μέ ἐχειροτόνησε». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε ἀλληλεξάρτηση τῶν αὐτοδιοικήσεων μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.                 Τό συμπέρασμα τῶν ἀναλύσεων αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ αὐτοδιοίκηση – αὐτοκεφαλία δίνεται κυρίως καί πρό παντός γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι γιά λειτουργία «καπετανάτων», ὅτι οἱ παράγοντες παραχωρήσεως τῶν Αὐτοκεφαλιῶν εἶναι κατά πρῶτον ἡ Σύνοδος περί τόν «Πρῶτον», κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ κρίνει τήν ὡριμότητα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δέ περίπτωση νά αἴρεται τό Αὐτοκέφαλο μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεώς του ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο.
.                 Σημειώνει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας: «Διά τῆς τοιαύτης δέ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀποφάνσεως τό αὐτοκέφαλον, ὑπέρ οὗ αὗται ἀπεφαίνοντο, κατησφαλίζετο ἑδραίως ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοκέφαλοι ἐκκλησίαι μή τυχοῦσαι τῆς τοιαύτης ἐπικυρώσεως καί κατασφαλίσεως κατηργήθησαν σύν τῷ χρόνῳ καί κατελύθησαν (Καρθαγένης, Λουγδούνων, Μεδιολάνων, Πρώτης Ἰουστιανῆς, Ἀχριδῶν, Τυρνόβου, Ἰπεκίου κλπ), ἐνῷ τοὐναντίον αὐτοκέφαλοι τυχοῦσαι τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, καίπερ εἰς δεινάς ἐμπεσοῦσαι περιστάσεις ἤ καί παρακμάσασαι, παρέμειναν καί κατ᾿ ὀλίγον ἀνέζησαν (ὁ ἐκπατρισμός τῶν Κυπρίων καί ἡ κατά τό ΛΘ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης ὑπαγωγή τοῦ Κυζίκου καί τῆς Ἑλληνοσποντίων ἐπαρχίας εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυπρίων νήσου· πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων».

3. Οἱ σύγχρονες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

.                 Οἱ πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τόν κανονικό θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, ἤτοι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων. Πρόκειται γιά ἕναν κανονικό θεσμό, κατά τόν ὁποῖον οἱ πέντε Πατριάρχες ἀπετέλουν τήν ἀρχή τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος χορήγησε τό αὐτοδιοίκητο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀλλά ὁ θεσμός τῶν πέντε Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων διηύθυνε τήν Ἐκκλησία ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα δι’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ διατήρησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης θεωροῦσε ὅτι οἱ πέντε Πατριάρχες ἀποτελοῦσαν «τό πεντακόρυφον κράτος τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «τό πεντακόρυφον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών παραλληλίζει τήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας μέ τίς πέντε αἰσθήσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως κάθε ἐκκλησιαστική διοίκηση εἶχε αὐτοδιοίκηση καί διέθετε «τό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιον τῶν κρίσεων», κατά τόν καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ.
.                 Ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ Παλαιά Ρώμη, τό Πατριαρχεῖο τῆς Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε Πρωτόθρονη Ἐκκλησία πού προεδρεύει καί ἔχει συντονιστικό ρόλο. Καί τόν 16ο αἰώνα μ.Χ. τήν πέμπτη θέση κατέλαβε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ὅλα αὐτά ἔγιναν ἀπό Οἰκουμενικές καί Μεγάλες Συνόδους.
.                 Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀναγνωρίσθηκαν καί ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, χωρίς βέβαια, νά συγκληθῆ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀνακηρύχθηκε Αὐτοκέφαλη μέ τόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, ἄλλες Ἐκκλησίες ἔλαβαν καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή.
.                 Ὁ καθηγητής Σπύρος Τρωϊάνος, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη τούς Κανόνες διά τῶν ὁποίων ἀναγνωρίσθηκαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἰσχυρίζεται ὅτι τό ἁρμόδιο ὄργανο ἀναγνωρίσεως μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Αὐτοκεφάλου εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Αὐτή καθορίζει ὅλα τά θέματα τά σχετικά μέ τό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τήν ἀνακήρυξή τους, τήν τάξη τους, τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους κλπ. Ὅταν ὅμως ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά δέν συνεκαλοῦντο Οἰκουμενικές Σύνοδοι, τότε τήν θέση τους κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.
.                 Μάλιστα ὁ Καθηγητής, ἀναφερόμενος στίς περιπτώσεις τῶν Πατριαρχείων Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας, γράφει ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο αὐτοδεσμεύθηκε νά δώση ἀπό πρίν τήν συναίνεσή του, ἀλλά ὅπως λέγεται στά κείμενα τῶν Τόμων, ἡ ἀνακήρυξη θά γίνη «ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλῃ Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένῃ». Γι᾿ αὐτό καταλήγει: «Ἑπομένως, ἡ διαδικασία γιά τήν ἀνύψωση τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας σέ Πατριαρχεῖα, ἀπό αὐστηρά νομική ἄποψη δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ».
.                 Γίνεται δέ σαφές ὅτι οἱ Αὐτοκεφαλίες πού δόθηκαν τόν 19ο καί 20ό αἰώνα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί λειτουργοῦν ὡς Πατριαρχεῖα τελοῦν ὑπό τήν αἴρεση ἐγκρίσεώς τους ἀπό τήν Οἰκουμενική, Πανορθόδοξη Σύνοδο πού πρόκειται νά συνέλθη. Ἐπίσης θά πρέπει νά ἀποφασισθῆ καί ὁ τρόπος λειτουργίας της, ὥστε νά συντελῆ στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ, καί ὄχι στήν διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας, στήν αὐτονόμηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν προτεσταντική νοοτροπία τῆς δημοκρατικῆς συγκροτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν.
.                Ἄλλωστε, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν λειτουργεῖ μέ τίς ἀρχές μιᾶς ἀστικῆς δημοκρατίας, ἀλλά εἶναι ἱεραρχικό, μέ τήν ἔννοια τῆς ἱεραρχήσεως τῶν διακονιῶν πρός οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πρός δόξαν Θεοῦ Πατρός.
.               Ὁ Καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, εἰδικός ἐρευνητής, πού μελέτησε τό Αὐτοκέφαλο τῶν Σλαυικῶν Ἐκκλησιῶν, ὕστερα ἀπό ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν πηγῶν καί τῆς βιβλιογραφίας σχετικά μέ τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου, κατέληξε σέ συμπεράσματα, τά ὁποῖα εἶναι πάρα πολύ σημαντικά.
.                 Θά καταγραφοῦν στήν συνέχεια, διότι μᾶς διευκολύνουν νά ἐντοπίσουμε ἐπιστημονικά καί νηφάλια τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφει: «Σέ μιά γενική καί διαχρονική ἐκτίμηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τήν πολιτική τῆς Κωνσταντινούπολης ὡς ἀκολούθως:

α. Τήν πρωτοβουλία σέ ὅλες τίς περιπτώσεις προαγωγῆς κάποιας Σλαβικῆς Ἐκκλησίας τήν εἶχε ὁ αὐτοκράτορας· εἴχαμε καί περιπτώσεις προαγωγῆς μόνο ἀπό τόν αὐτοκράτορα καί χωρίς οὔτε τήν τυπική συμμετοχή τοῦ πατριάρχη (Πατριάρχης Δρήστρας, Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδας).

β. Ἡ συμβολή τοῦ πατριάρχη σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶχε χαρακτήρα τελετουργικό· περιοριζόταν στήν ἐκκλησιαστική ἐπικύρωση, μέ κάποιο συνοδικό Τόμο, αὐτῶν πού εἶχε προαποφασίσει ἡ «βασιλική σύγκλητος» ἤ ὁ «βασιλεύς».

γ. Πρωτοβουλίες ἀνελάμβανε τό Πατριαρχεῖο στίς περιπτώσεις ἀφορισμοῦ, ὕστερα ἀπό κάποια αὐθαιρεσία τῆς σλαβικῆς πλευρᾶς, ἤ ἀποκατάστασης ὁμαλῶν σχέσεων μετά τήν ἄρση τῆς παρεξήγησης.

δ. Ἐνῶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἀγνοήθηκε τό Πατριαρχεῖο ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα καί δέν ἔλαβε μέρος στήν προαγωγή κάποιας Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση δέν ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἄλλο Πατριαρχεῖο. Ἡ προαγωγή ὅλων τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν καί σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐξέλιξής τους ὑπῆρξε ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης.

ε. Ἡ προαγωγή τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ὑπαγορεύτηκε οὔτε ὑπάκουσε σέ κάποιους κανόνες. Ὑποκινήθηκε πάντα ἀπό τήν πλευρά τῆς κοσμικῆς ἡγεσίας τῶν Σλάβων καί γι᾿ αὐτό θεωρήθηκε ἀπό τήν πλευρά τῆς Κωνσταντινούπολης προϊόν τῆς «ἀνωμαλίας τῶν καιρῶν».
ϛ. Ὡς προϊόν πίεσης καί συνδιαλλαγῆς εἶχε καί τήν ποικιλομορφία πού ἐπέβαλαν ἡ δύναμη τῆς πίεσης, ἡ ἀντοχή τῆς ἀντίστασης σ᾿ αὐτή τήν πίεση καί ἡ σημαντικότητα τοῦ ἐπιδιωκόμενου κατά τήν συνδιαλλαγή σκοποῦ· μεγαλύτερη πίεση ἤ μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἐπιδιωκόμενων στόχων εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραχώρηση περισσότερων προνομίων, ὑψηλότερων τίτλων καί εὐρύτερη ἀναγνώριση τῆς συγκεκριμένης προαγωγῆς. Τό ἀντίθετο συνέβαινε ὅταν ἡ πίεση ἦταν μικρή καί ἡ δυνατότητα εὐρύτερης ἐκμετάλλευσης τοῦ γεγονότος ἀσήμαντη.

ζ. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε πάντα τήν εὐχέρεια, ὅταν ἡ δύναμή της καί οἱ καιροί τό ἐπέτρεπαν, νά ἐπανέρχεται καί νά ἐπανεξετάζει τήν σχέση της μέ τίς θυγατρικές Ἐκκλησίες, περιορίζοντας τά προνόμιά τους, ἐλέγχοντας τήν συμπεριφορά τους ἤ καί σέ μερικές περιπτώσεις καταργώντας πλήρως τήν αὐτονομία τους.

η. Σέ γενικές γραμμές, ἡ πολιτική τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἔναντι τῶν νέων Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελοῦσε ἀντιγραφή τῆς πολιτικῆς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Θρόνου ἀπέναντι στούς γειτονικούς λαούς, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν ὑψηλούς τίτλους, προνόμια καί ἀνεξαρτησία. Ὅπως ἐκεῖ ὁ αὐτοκράτορας φρόντιζε νά παραχωρεῖ στούς ἡγεμόνες τους μικρότερης σημασίας τίτλους καί ἐπίθετα, ἐπιδιώκοντας πάντα νά κρατεῖ γιά τόν ἑαυτό του τόν ὑψηλότερο τίτλο καί νά συμπεριφέρεται ὡς ἐπικεφαλής τῶν ἄλλων ἡγεμόνων, ἔτσι καί ὁ πατριάρχης διατηροῦσε γιά τόν ἑαυτό του ὄχι μόνον τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ», ἀλλά καί στήν πράξη ὅλα τά προνόμια τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπέρρεαν ἀπό τή δύναμη καί ἐπιβολή τῆς Αὐτοκρατορίας».

.                 Ἀπό ὅλη αὐτήν τήν παράθεση φαίνεται καθαρά ὅτι τό «Αὐτοκέφαλο», αὐτοδιοίκητο ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐμφανίσεώς του εἶχε πάντοτε μιά μορφή ἐξάρτησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί ὅταν ἀργότερα μιά Τοπική Ἐκκλησία λάμβανε, μέ τήν πολιτική ἐπέμβαση, τό αὐτοδιοίκητο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατηροῦσε βασικά προνόμια, δικαιοδοσίες καί πολλές φορές ἔκανε οὐσιαστικές παρεμβάσεις. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται σέ μιά μορφή ἀνεξαρτησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά σέ μιά μορφή ἀλληλεξάρτησης ἀπό αὐτό.

4. Αὐτοκεφαλία καί αὐτοκεφαλαρχία

.                 Γιά νά γίνη περισσότερο κατανοητή αὐτή ἡ ἄποψη καί γιά νά τονισθῆ ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν διασπᾶ τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, καθώς ἐπίσης ὅτι δέν πρέπει μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία νά λειτουργῆ διασπαστικά, θά ἤθελα νά σημειώσω τήν διάκριση μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας.
.                 Τήν διάκριση αὐτήν τήν συνάντησα στόν Olivier Clement, ὁ ὁποῖος συνδέει πολύ στενά τήν αὐτοκεφαλία μέ τήν ἀλληλεξάρτηση, καί τήν αὐτοκεφαλαρχία μέ τήν ἀνεξαρτησία. Δηλαδή, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως ἦταν ὀργανωμένη στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, τό Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν λεγομένη Πενταρχία, ἀφοῦ τά Πέντε Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα λειτουργοῦσαν ὡς πέντε αἰσθήσεις στόν ἕνα καί ἑνιαῖο ὀργανισμό. Καί ὅπως μιά αἴσθηση στό ἀνθρώπινο σῶμα δέν ἀνεξαρτητοποιεῖται ἀπό τίς ἄλλες, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τίς ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὅμως ἡ αὐτοκεφαλαρχία λειτουργεῖ περισσότερο ὡς ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, πράγμα πού ὑπονομεύει τό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία παράδοση ἡ λεγομένη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἶχε σχέση ἀλληλεξάρτησης μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν οἱ αὐτόνομες Ἐκκλησίες ἤ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά τίθεται μέσα σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως.
.                 Ὅμως τά πράγματα ἄρχισαν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν διάσπαση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικιστικῶν διαφορῶν. Κάθε ἔθνος ἤθελε νά ἀποκτήση τήν δική του «ἐθνική Ἐκκλησία», ὁπότε δημιουργήθηκαν προβλήματα καί ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ αὐτοκεφαλαρχία σέ βάρος τῆς αὐτοκεφαλίας, ἤ μᾶλλον τό Αὐτοκέφαλο θεωρήθηκε περισσότερο μέ τήν ἔννοια τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, τῆς ἀνεξαρτήτου, δηλαδή, Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς ἀλληλεξαρτημένης Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ Clement παρατηρεῖ ὅτι τόν 19ο αἰώνα ἡ ἀποδυνάμωση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνοτήτων «ὁδηγοῦν στόν πολλαπλασιασμό τῶν ἐθνικῶν κρατῶν στήν νοτιο-ανατολική Εὐρώπη».
.                 Γράφει χαρακτηριστικά:«Κάθε ἔθνος διεκδικεῖ καί ἐγκαθιδρύει αὐταρχικά –ἐκτός ἀπό τή Σερβία πού ἐπιτυγχάνει προηγουμένως τή συγκατάθεση τῆς Κωνσταντινουπόλεως– τήν ἐκκλησιαστική του ἀνεξαρτησία. Ἡ πολιτική καί ὁ ἐθνικισμός ἀνατρέπουν τήν παραδοσιακή κλίμακα τῶν ἀξιῶν: τό ἔθνος δέν προστατεύεται πιά καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη πού ἀποβαίνει μιά διάσταση τοῦ ἔθνους, ἕνα σημεῖο ὅτι κάποιος ἀνήκει σ᾿ ἕνα ἔθνος, καί ἡ ὁποία ὀφείλει ἑπομένως νά ὑπηρετεῖ τό Κράτος.
.                 Ἔτσι τό παραδοσιακό Αὐτοκέφαλον τείνει νά μετατραπῆ σέ αὐτοκεφαλαρχία ἀπόλυτη καί συνάμα ὁμογενή. ῎Οχι πιά ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ἀνεξαρτησία. Ἡ λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης ἀντιγράφει τήν ἀντίστοιχη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, καί οἱ ἐπίσκοποι γίνονται περίπου δημόσιοι ὑπάλληλοι.
.                 Ἡ αὐτοκεφαλαρχία σχηματίζει σταδιακά τή θεωρία της, λέει πώς τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιολογίας δέν εἶναι ἡ εὐχαριστιακή ἀρχή, ἀλλά ἡ φυλετική καί ἐθνική ἀρχή. Ἡ “τοπική” Ἐκκλησία σημαίνει στό ἑξῆς τήν “ἐθνική” Ἐκκλησία, μέ παράλληλη ἐφαρμογή τῆς τριαδικῆς ἀναλογίας, καθώς τό “πρωτεῖο τιμῆς” γίνεται “ἰσότητα τιμῆς”».
.                 Αὐτό κυρίως φαίνεται στόν Βαλκανικό χῶρο. Στήν ἀρχή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο «διαφύλαξε τήν ὑπερεθνική παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας» κατά τόν Clement. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, καθώς τά σύνορα στήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὑποχωροῦσαν καί ἡ ἱεραποστολή προχωροῦσε πρός βορρᾶν, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη δομή διοικήσεως ἡ λεγομένη «δομή κοινοπολιτείας» δηλαδή ἀναπτύχθηκαν «γύρω ἀπό τήν ἐπιβλητική μέσα στήν ἴδια της τήν κατάπτωση, Αὐτοκρατορία, καινούργια, πολιτικῶς ἀνεξάρτητα ἔθνη, ἀλλά πού οἱ Προκαθήμενοι τῶν εὐέλικτα αὐτόνομων Ἐκκλησιῶν τους ἐπικυρώνονταν, ἀκόμα καί ὁρίζονταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: πράγμα πού τούς ἐξασφάλιζε μιά πραγματική ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στούς τοπικούς μονάρχες. Μέσα σ᾿ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀτμόσφαιρα ἐμφανίσθηκαν στά Βαλκάνια οἱ πρῶτες “Αὐτοκεφαλίες” χωρίς ἐπιθετικότητα οὔτε κλείσιμο τῆς καθεμιᾶς στόν ἑαυτό της, ἀλληλεξαρτησίες μᾶλλον παρά ἀνεξαρτησίες».
.                 Ὅμως, ἡ πραξικοπηματική ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν συνδρομή καί ἔμπνευση ξένων δυνάμεων, καθώς ἐπίσης καί ἡ μίμηση αὐτῆς τῆς μορφῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τίς ἄλλες βαλκανικές χῶρες, κατά τό λουθηρανικό πρότυπο, «ἡ αὐτοκεφαλία δέν ἐννοεῖτο πιά ὡς ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ὡς πλήρης ἀνεξαρτησία. Ὁ πειρασμός πήγαινε πρός μιάν ἀπόλυτη αὐτοκεφαλαρχία».
.                 Ἔτσι, λοιπόν, οἱ πολιτικές συνθῆκες ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Αὐτοκεφαλία ὡς ἀλληλεξάρτηση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, «στήν δομή τῆς κοινοπολιτείας», μέ κατάληξη τήν μορφή τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, δηλαδή τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἔθνος προσδιορίζει τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό Τοπική, βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, γίνεται Ἐθνική Ἐκκλησία, Ἐκκλησία ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους-Κράτους.
.                 Πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι τήν διάκριση πού κάνει ὁ Clement μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας τήν ἀντιλαμβάνομαι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς Αὐτοκεφαλία ἐννοεῖται ἡ αὐτοδιοίκηση σ᾿ ἕνα σύστημα ἀλληλεξαρτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἑνότητά τους, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὡς δέ αὐτοκεφαλαρχία ἐννοεῖται μιά τάση ὄχι μόνον αὐτοδιοίκησης, ἀλλά καί ἀνεξαρτητοποίησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί μάλιστα τήν Μητέρα τους Ἐκκλησία. Καί ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε μιά τέτοια τάση καλλιεργήθηκε ἀπό τόν πανσλαυισμό μέ σαφῆ πρόθεση μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά τό ἴδιο ἐπιδιώχθηκε καί ἀπό τούς ποικίλους ἐθνικισμούς. Καί ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι δέχομαι τόν ὅρο Αὐτοκεφαλία μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιολογική πρακτική, ὡς ἀλληλεξάρτηση καί ὄχι ὡς πλήρως ἀνεξάρτητη.
.                 Σέ ἑπόμενο ἄρθρο μου θά παρουσιάσω τήν οὐσία καί τήν βάση τοῦ προβλήματος τῆς διαδικασίας χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας πού προκάλεσαν τά σύγχρονα γεγονότα. Κατά συνέπειαν, τά ὅσα γράφονται στό παρόν ἄρθρο εἶναι εἰσαγωγικά στό θέμα πού ἀπασχολεῖ αὐτόν τόν καιρό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

Ἆραγε ΥΠΑΡΧΕΙ “ΤΡΙΤΗ” ΡΩΜΗ; (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ὑπάρχει «Τρίτη Ρώμη»;

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.             Στήν ἱστορία ἐμφανίσθηκε ἀπό πολλούς ἡ θεωρία ὅτι ἡ Μόσχα εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη, ἀφοῦ ἡ Πρώτη Ρώμη εἶναι ἡ ἀρχαία Ρώμη, πού ἦταν πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ἡ Δεύτερη Ρώμη εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, καί ἡ Τρίτη Ρώμη εἶναι ἡ Μόσχα τῆς Ρωσίας.
.             Ἡ ἰδέα περί τῆς Τρίτης Ρώμης γεννήθηκε μετά τήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) καί ἐπισημοποιήθηκε μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, ὅταν ἡ Βασιλεύουσα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθωμανούς, ὁπότε ἀρχίζει, κατά τήν θεωρία αὐτή, ἡ Τρίτη Ρώμη μέ τήν Χριστιανική Αὐτοκρατορία τῶν Ρώσων, ἀφοῦ ὁ νέος Ρῶσος Αὐτο­κρά­τορας προστατεύει τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς πού βρίσκον­ται κάτω ἀπό τήν Ὀθωμανική Αὐτοκτρατορία.
.             Ἔτσι, κατά τήν θεωρία αὐτή ἡ Πρώτη, Δεύτερη καί Τρίτη Ρώμη εἶναι συνδεδε­μένες μέ τήν πολιτική καί τήν δημιουργία τῆς Πρω­τεύουσας τῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει καί τούς ἐκκλησιαστικούς θρόνους πού βρίσκονται στίς Πρωτεύου­σες αὐτές.
.             Γιά τό θέμα τῆς θεωρίας περί τῆς Τρίτης Ρώμης θά παρου­σιάσω μερικά στοιχεῖα τά ὁποῖα παραθέτει ὁ διάσημος βυζαντι­νολόγος Στῆβεν Ράνσιμαν.
.             Κατά τόν μεγάλο αὐτόν βυζαντινολόγο «τό πιό περήφανο κατόρθωμα τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ὁ ἐκχριστια­νισμός τῶν Ρώσων». Παρά τό ὅτι διάφοροι ἱστορικοί λόγοι συνετέλεσαν στό νά ἀλλάξουν οἱ σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου καί Ρωσίας στήν πορεία τοῦ χρόνου, ἐν τούτοις «τό Βυζάντιο ἐξακολουθοῦσε νά διατηρεῖ ἄμεσο ἔλεγχο ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», ἀφοῦ ὁ Μητρο­πολίτης Ρωσίας ἐκλεγόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κων­σταν­τι­νουπόλεως.
.             Αὐτό ἔγινε καί μέ τόν Μητροπολίτη Κιέβου Ἰσί­δωρο, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθηκε στήν συνοδεία τοῦ Αὐτο­κρά­τορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τοῦ Πατριάρχου Κωνσταν­τι­νουπόλεως στίς συνομιλίες πού γίνονταν μέ τούς Λατίνους στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-39). Ὁ Ἰσίδωρος ὑπέγραψε τήν ψευδένωση καί αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀποδοκιμασθῆ ἀπό τόν Ρωσικό λαό, νά καθαιρεθῆ ἀπό Σύνοδο στήν Μόσχα τό 1441, νά φύγη ἀπό τήν Ρωσία, καί στήν συνέχεια νά γίνη Καρδινάλιος τοῦ Πάπα.
.             Ὁ Ρῶσος Πρίγκιπας Βασίλειος Β΄ ἀπέστειλε ἐπιστολή στόν Οἰκου­μενικό Πατριάρχη καί παρακαλοῦσε νά ἐπικυρώση τόν διορισμό τοῦ Μητρο­πολίτου Ἰωνᾶ σέ διαδοχή τοῦ Ἰσιδώρου. Στήν ἐπιστολή αὐτή καυχᾶται «γιά τήν μακρά παράδοση ὀρθοδοξίας στή Ρωσία ἀπό τόν καιρό τοῦ νέου Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ εὐσεβοῦς τσάρου τῆς ρωσικῆς χώρας, Βλαδιμήρου». Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί ὁ Βλαδίμηρος πού ἔγινε Χριστιανός, χαρακτη­ρίζεται ὡς νέος Κωνσταντῖνος καί σαφῶς δείχνει ὅτι ὁ Πρίγ­κιπας Βασίλειος Β΄ «ἦταν ἕτοιμος νά διεκδι­κή­ση τήν κληρονομία καί τήν διαδοχή τοῦ Κωνσταντίνου».
.              Σέ ἄλλη ἐπιστολή ὁ Πρίγκιπας Βασίλειος δικαιολογεῖ τήν πρότασή του νά διορίση τόν Ἰωνᾶ ὄχι ἀπό ὑπερηφάνεια ἤ αὐθάδεια, ἀλλά γιατί «ὡς τόν αἰώνα τόν ἅπαντα θά παρα­μείνουμε πιστοί στήν ὀρθοδοξία πού μᾶς δόθηκε». Σαφῶς ὑπενίσσεται τήν ἔκπτωση τῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων ἀπό τήν ἀλήθεια μέ τήν ὑπογραφή τους στήν Σύνοδο Φερράρας-Φλω­ρεντίας, πού σημαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔπαιξε ἀρνητικό ρόλο στήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.             Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἰωνᾶς σέ ἐπι­στολή του πού ἔγραψε τό ἔτος 1451, μετά τήν Σύνοδο Φερ­ράρας-Φλωρεντίας, καί δύο χρόνια πρίν τήν πτώση τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς, «προεῖπε τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς Δεύτερης Ρώμης. Κινού­μαστε τώρα πρός τήν ἀντίληψη τῆς Μόσχας ὡς τῆς  Τρίτης Ρώμης καί τοῦ Μεγάλου Πρίγκιπα τῆς Μοσχοβίας ὡς Ἁγίου Αὐτοκράτορα».
.               Ἑπομένως, ἡ θεωρία περί τῆς Τρίτης Ρώμης συνελήφθη με­τά τήν ψευδένωση μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-1439) καί ἄρχισε νά κυοφορεῖται πρίν τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, καί τό ἔτος αὐτό θεωρεῖται ὡς ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Τρίτης Ρώμης.
.             Μετά λίγα χρόνια, καί συγκεκριμένα τό 1470, ἐνῶ ὁ Ἰβάν Γ΄ «διεκήρυξε ὅτι τό πατριαρχεῖο (Κωνσταντινουπόλεως) εἶχε στερηθεῖ παντός δικαιώ­ματος ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» ἐν τούτοις «ὁ ἐκλεγόμενος μητροπολίτης ἐξακολουθοῦσε νά ζητάει ἐπικύρωση ἀπό τόν Πατριάρχη, τόν ὁποῖον ἀνεγνώριζε ὡς ἀνώτερό του». Ὅμως, ἐπειδή ἔπαυσε νά ὑπάρχη ἕνας χριστιανός αὐτοκράτορας πού θά στηρίζη τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, αὐτό τό κενό θέλησε νά καλύψη ὁ Ρῶσος ἡγεμόνας. Αὐτό προσδιορίσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰβάν Γ΄, ὁ ὁποῖος νυμφεύθηκε τό 1472 «τήν Ζωή Παλαιολογίνα, ἀνεψιά τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα», καί ἔτσι χαρακτηρίσθηκε «νέος Κωνσταντῖνος». Ὁ Ρῶσος Μητροπολίτης Ζώσιμος τό ἔτος 1492 γράφει: «Ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ἔκτισε τήν Νέα Ρώμη, τό Τσάριγκραδ, ἀλλά ὁ ἡγεμών καί κυρίαρχος πασῶν τῶν Ρωσιῶν, Ἰβάν Βασίλιεβιτς, ὁ νέος Κωνσταντῖνος, ἔθεσε τά θεμέλια γιά μιά νέα Κωνσταντι­νού­πολη, τῆς Μόσχας».
.             Τό 1498 ὁ Ἰβάν Γ΄ στέφθηκε «Τσάρος, Μέγας Πρίγκιπας καί Αὐτοκράτορας Πασῶν τῶν Ρωσιῶν» ἀπό τόν Μητροπολίτη Συμεών. Ἡ τελετή στέψεως ἦταν ἀντιγραφή τῆς στέψεως τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων καί ὁ Μητροπολίτης τοῦ ἀνέθεσε «νά φροντίζει γιά ὅλες τίς ψυχές καί γιά τήν ὀρθόδοξη χριστια­νωσύνη». Ἀπό τότε χρησιμοποιεῖται ὁ τίτλος τοῦ Τσάρου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Θεόληπτος ὁ Α΄ τό ἔτος 1516 ἔγραφε στόν Ρῶσο Ἡγεμόνα Βασίλειο Γ΄ καί τόν χαρακτήριζε ὡς «τόν ὑψηλότατο καί εὐμενέστατο Τσάρο καί μέγα Βασιλέα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων χωρῶν τῆς Μεγάλης Ρωσίας», καί ἄφηνε νά νοηθῆ ὅτι θά μποροῦσε νά δημιουργηθῆ ἕνα «ρωσο-βυζαν­τινό Κράτος».
.             Τό 1511 ἕνας μοναχός ἀπό τό Πσκώφ πού ὀνομαζόταν Φιλόθεος, σέ μία προσφώνησή του στόν Τσάρο ἐξέ­φραζε αὐτές τίς διεκδικήσεις. Ἔλεγε: «Χάρη εἰς τήν παντοδύναμη καί τά πάντα στηρίζουσαν δεξιάν τοῦ Θεοῦ χεῖρα, βασιλεύουν οἱ αὐτοκράτορες …καί αὐτή σέ ἀνύψωσε, Γαληνότατο καί Ὑπέρτατο Ἡγεμόνα, Μεγάλο Πρίγκιπα Ὀρθόδοξο Χριστιανό, Τσάρο καί Κυρίαρχο ὅλων, ἐσένα πού εἶσαι ὁ κάτοχος τῶν κτήσεων τῶν ἱερῶν θρόνων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν καί ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἁγιοτάτης Μητέρας τοῦ Θεοῦ… ἀντί τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως … Τώρα λάμπει μέσα στήν οἰκουμένη, ὅπως ὁ ἥλιος στόν οὐρανό, ἡ Τρίτη Ρώμη, τῆς κυρίαρχης αὐτοκρατορίας Σου καί τῆς ἁγίας συνοδικῆς ἀποστολικῆς Ἐκ­κλη­σίας, ἡ ὁποία εἶναι στήν ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη… Ἐπίβλεψε καί φρόντισε εὐσεβέστατε Τσάρε, ὥστε ὅλες οἱ χριστιανικές αὐτοκρατορίες νά ἑνωθοῦν μέ τή δική σου. Γιατί δύο Ρῶμες ἔπεσαν, ἀλλά ἡ τρίτη στέκεται ὄρθια καί τέταρτη δέν θά ὑπάρξει. Γιατί ἡ χριστιανική σου αὐτοκρατορία δέν θά περιέλθει σέ κανένα ἄλλον, σύμφωνα μέ τό παντοδύναμο λόγο τοῦ Θεοῦ».
.             Παρά τίς διεργασίες αὐτές στήν Ρωσία, καί παρά τήν δουλεία στούς Ὀθωμανούς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξακο­λου­θοῦσε νά ἔχη θέση ἀνώτερη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γρά­­φει ὁ Ράνσιμαν: «Ἀκόμα καί ὁ πιό φανατικός ὑποστηρικτής τῆς Τρίτης Ρώμης δέν ἤξερε πῶς νά τόν ὑποβιβάσει. Ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος ὄχι μόνο ἐπιθυμοῦσε ἀναγνώριση ἀπό τόν Πατριάρχη, χάρη στό παραδοσιακό του γόητρο, ἀλλά καί ἀντιλαμβανόταν ὅτι δέν μποροῦσε νά γίνει κληρονόμος τῶν Βυζαντινῶν Καισάρων καί νά βρίσκεται ἐπικεφαλῆς τῆς ὀρθόδοξης οἰκουμένης χωρίς τήν καλή θέληση καί τήν ὑποστήριξη τοῦ Πατριάρχη».
.             Στήν συνέχεια ἀκολούθησαν διάφορα γεγονότα, ἀφοῦ οἱ Ρῶσοι στηρίζονταν στήν Ὀρθοδοξία τους, καί ζητοῦσαν νά λάβουν τήν πατριαρχική τιμή καί ἀξία.
.             Ἐν ὄψει αὐτῶν τῶν γεγονότων ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄, πού ἦταν «εὐέλικτος καί ρεαλιστής διπλωμάτης», σέ μιά περιοδεία του στήν Ρωσία ἔδωσε τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία τό 1589, ὡς πέμπτο κατά σειράν μετά τόν Πατριαρχεῖο τῶν Ἱεροσολύμων καί ὄχι τρίτο μετά τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὅπως ἤθελαν ἐξ ἀρχῆς οἱ Ρῶσοι, καί ἐξελέγη πρῶτος Πατριάρχης ὁ Ἰώβ.
.             Ὁ Τσάρος, κατά τήν ἀνταλλαγή προσφωνήσεων πού ἀκολούθησαν τῆς ἐκλογῆς, χαρακτήρισε τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ ὡς «Πατριάρχη μέ τήν χάρη τοῦ ἁγίου καί ζωο­ποιοῦ Πνεύματος, προερχόμενον ἀπό τόν ὑψηλότερο ἀποστο­λικό θρόνο, κληρονόμο καί ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κων­σταν­τινουπόλεως, Πατέρα τῶν Πατέρων».
.             Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ προσεφώνησε τόν Τσάρο ὡς «ὀρθόδοξο καί φιλόχριστο θεοστεφάνωτον τσάρο, τιμώμενον ἀπό τόν Θεό καί στολισμένον ἀπό τόν Θεό … γαληνότατο καί ἐνδοξότατο ἀπό τούς κυρίαρχους ἡγεμόνες». Ἔπειτα πρόσθεσε: «Ἐφ’ ὅσον ἡ πρώτη Ρώμη ἔπεσε ἀπό τήν Ἀπολλινάρια αἵρεση καί ἡ δεύτερη Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, κατέχεται ἀπό τούς ἄπιστους Τούρκους, τότε λοιπόν ἡ μεγάλη σου ρωσική αὐτοκρατορία, εὐλαβέστατε τσάρε, ἡ ὁποία εἶναι εὐσεβέστερη ἀπό προηγούμενα βασίλεια, εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη καί σύ μόνος κάτω ἀπό τόν οὐρανό ὀνομάζεσαι τώρα Χριστια­νός Αὐτοκάτωρ γιά ὅλους τούς Χριστιανούς σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο∙ γι’ αὐτό ἡ πράξη μας τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πατριαρχείου θά γίνει σύμφωνα μέ τήν θέληση τοῦ Θεοῦ, τίς προσευχές τῶν Ρώσων ἁγίων, τῆς δικῆς σου προσευχῆς πρός τόν Θεό καί σύμφωνα πρός τή γνώμη σου».
.             Ὁ Ράνσιμαν παρατηρεῖ: «Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἱερεμίας διασαφηνίζει ὅτι ἀνα­γνω­ρίζει τόν ἰσχυρισμό τῆς Ρωσίας ὅτι εἶναι ἡ τρίτη Ρώμη πολιτικῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐκκλησιαστικῶς. Τά δικαιώματα καί τά καθήκοντα τῆς κοσμικῆς κεφαλῆς τῆς οἰκουμένης πέρασαν ἀπό τούς αὐτοκράτορες τῆς Παλιᾶς Ρώμης καί τούς αὐτοκράτορες τῆς Νέας Ρώμης στούς αὐτοκράτορες τῆς Μοσχοβίας. Ἀλλά ἡ ἀνώτατη ἐκκλησιαστική ἀρχή ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν μέ τήν Κωνσταντινούπολη ὡς κεφαλή της καί τή Μόσχα στήν οὐρά τοῦ καταλόγου, γιά νά συμπληρώσει τήν πεντάδα τώρα πού ἡ Ρώμη εἶχε διαγραφεῖ γιά αἵρεση.
.             Ἡ λύση τοῦ Ἱερεμία ἦταν εὔστοχη καί ἔξυπνη. Ἔδωσε στούς ὀρθοδόξους ἕναν ἰσχυρό κοσμικό προστάτη μέ ἀρκετά κολακευτικούς ὅρους γιά τόν προστάτη ὥστε νά ἐγκαταλείψει μεγαλύτερες ἐκκλησιαστικές διεκδικήσεις. Οἱ Ρῶσοι δέν ἐγκα­τέλειψαν τελείως τήν πίστη τους στήν ἀνώτερη ἁγιότητά τους, ἀλλά οἱ σχέσεις τους μέ τούς Ἕλληνες ἔκτοτε διορθώ­θηκαν. Οἱ ὑπό τουρκική κυριαρχία ὀρθόδοξοι ἔνιωθαν τώρα ὅτι δέν ἦταν ἐντελῶς χωρίς φίλους. Ἡ ἐμπιστοσύνη τους ἀναζωογο­νήθηκε. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτή ἡ φιλία δέν διευκόλυνε τίς σχέσεις τους μέ τούς Τούρκους κυριάρχους τους, οἱ ὁποῖοι τήν ἔβλεπαν μέ ὑποψία, οὔτε στό μέλλον τούς βοήθησε στίς σχέσεις τους μέ τίς δυτικές δυνάμεις. Ἀλλά βοήθησε στήν διάσωση τῆς ὀρθοδο­ξίας».
.             Τά στοιχεῖα αὐτά προέρχονται ἀπό τόν Βυζαντινολόγο Στῆβεν Ράνσιμαν, καί στά ὁποῖα φαίνεται ἡ σύλληψη τῆς ἰδέας τῆς Ρωσίας ὡς Τρίτης Ρώμης, πού ἄρχισε μετά τά τραγικά γεγονότα τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39), κυοφορήθηκε  τό διάστημα μεταξύ 1439-1453, καί τελικά γεννή­θηκε τό 1453 μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθω­­μα­νούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ρῶσοι ἔβλεπαν τόν Τσάρο τους ὡς τόν μόνον Ὀρθόδοξο Αὐτοκράτορα, καί οἱ ὑπόδουλοι Ρωμηοί τόν θεωροῦσαν προστάτη τους.
.             Κάπως ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης, ἀπό ἀπόψεως πολιτικῆς, ὄχι ὅμως ἐκκλησιαστικῆς. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης τήν ἐγκολπώθηκε καί τό Πατριαρχεῖο  Ρωσίας.
.             Τό ἐρώτημα εἶναι: Ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη;
.             Φυσικά ὑποστηρίζω ὅτι δέν ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη, γιά τρεῖς βασικούς λόγους.
.             Ὁ πρῶτος λόγος, γιατί ποτέ δέν ὑπῆρξε Δεύτερη Ρώμη. Ἡ ἱστορία γνωρίζει τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, τήν πρωτεύουσα τοῦ ἀρχαίου Ρωμαϊκοῦ Κράτους, πού ἀργότερα ὀνομάστηκε Παλαιά Ρώμη, ἀλλά καί τήν Νέα Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη μετά τήν μεταφορά τῆς Πρω­τεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἀπό τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, στό Βυζάντιο τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, πού ὀνομάσθηκε Νέα Ρώμη. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δέν ὑπάρχει Δεύτερη Ρώμη (καί κακῶς λέγεται ἔτσι ὅπου λέγεται) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τρίτη Ρώμη.
.             Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἑνωμένη Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἶχε κατ’ ἀρχάς Πρω­τεύουσα τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας καί ἔπειτα τήν Νέα Ρώμη τῆς Θράκης. Τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κυριεύ­θηκε ἀπό τά Γερμανικά φῦλα, μέ τελευταῖο τούς Φράγ­κους, καί ἀργότερα καί τό ἀνατολικό τμῆμα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθω­μανούς. Ἐφ’ ὅσον καταλύθηκε ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς Κράτος-Αὐτοκρατορία, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη κάποια ἄλλη Τρίτη Ρώμη. Αὐτό ἐνδεχομένως θά προϋπέθετε ὑπάρχουσα Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς κρατικό μόρφωμα.
.             Ὁ δεύτερος λόγος πού δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στό Κανονικό της δίκαιο, ἔχει ἄλλους ρυθμούς, καί μάλιστα στηρίζεται στούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Κυρίως μνημονεύω τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκουμενικό κῦρος. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης Νέας Ρώμης-Κωνσταν­τι­νουπόλεως, καί μάλιστα μετά τήν ἀπομά­κρυνση τοῦ Πα­τριάρχου τῆς Παλαιᾶς Ρώμης-Πάπα, λόγῳ τῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία μέ ἀποφάσεις Πατέρων πού καθοδη­γοῦνταν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπο­νομεύση αὐτό τόν θεσμό τῆς Πενταρχίας.
.             Ὁ τρίτος λόγος γιά τόν ὁποῖον δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ὅτι ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, κατά τόν 19ο αἰώνα ἀνέπτυξε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ρωσική θεολογία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων.
.             Νά θυμίσω τήν θεωρία τοῦ Ἀλέξη Χομιακώφ καί ἄλλων ὁμοϊδεατῶν του, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τήν θεωρία ὅτι ὁ πολι­τισμός διαιρεῖται σέ δύο μεγάλες κατευθύνσεις, ἤτοι τόν Ἰρανιανισμό, πού ἐκδηλώθηκε στό Ἰράν, εἶναι γεωργικός πολιτισμός καί διακρίνεται ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐλευθερίας τῆς κοινότητος, καί τόν Κουσιτισμό, πού ἀναπτύχθηκε στήν Αἴγυπτο, τήν Βαβυλώνα, τήν Νότια Ἰνδία, τήν Κίνα, καί διακρίνεται γιά τήν ἀνάλυση, τήν λογική, τά μεγάλα οἰκοδομήματα.
.             Ὁ Χομιακώφ ὑποστήριζε ὅτι οἱ κουσιτικές ἀρχές ἐπηρέασαν τόν δυτικό Χριστιανισμό καί ἐν μέρει τόν ἀνατολικό Χριστιανισμό μέ τίς ἰσχυρές ἐπιδράσεις τῆς Ρωμαϊκῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης, τοῦ νόμου πάνω στόν χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λογικοκρατία, ἐνῶ ἡ ρωσική ζωή καί θεολογία διακρίνεται ἀπό τίς ἰρανιανικές ἀρχές, δηλαδή τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. Αὐτές οἱ ἰδέες γέννησαν τήν μεταπατερική θεολογία, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί τόν σχολαστικισμό.
.             Κατά συνέπεια οἱ θεωρίες περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς. Ἄν αὐτό κατανοηθῆ, τότε πιθανόν νά λυθοῦν καί ἄλλες κατά καιρούς ἀναφυόμενες διενέξεις. Ὅποιος ὑπονομεύει τόν ἱερό θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, ὁ ὁποῖος θεσμός καθιερώθηκε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, αὐτός θά ἀποτύχη σέ ὅλους τούς χρόνους καί σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Γιατί δέν πρέπει νά ὑπερ­βαίνουμε τά ὅρια «ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ὁ ΑΙΤΩΛΟΣ καὶ ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί οἱ Νεομάρτυρες

Κήρυγμα τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου
στήν Πανηγυρική Θεία Λειτουργία
κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στό Θέρμο,
ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας

.               Τό ἱστορικό Θέρμο, καί γενικότερα ἡ Αἰτωλοακαρνανία, καυχᾶται γιά τό ὅτι εἶναι ὁ τόπος ὅπου γεννήθηκε, μεγάλωσε καί ἔδρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἐδῶ εἶδε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, εἶδε τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἐγνώρισε τήν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καί ἀπό τά μέρη αὐτά ἄρχισε τίς ἱερα-ποστολικές περιοδεῖες του. Ἀπό τότε τόν διεκδικοῦν πολλοί τόποι, καί καυχῶνται οἱ ἄνθρωποι ἀπό ὅπου πέρασε, ὅπου ὑπάρχουν ἀποδείξεις ἤ πλη-ροφορίες ὅτι ἐδίδαξε, ὅπου ἀνοικοδομήθηκαν Ναοί ἐπ’ ὀνόματί του, ὅπου μαρτύρησε.
.               Ἔτσι, σήμερα ἔγινε ἕνας οἰκουμενικός ἄνθρωπος, ἕνας Ἰσαπόστολος, πού ἔκανε μιά μεγάλη ἐπανάσταση στήν ἐποχή του, ἕνας ἄνθρωπος μέ ζῆλο Θεοῦ, σέ δύσκολες συνθῆκες. Διότι ἡ ἐπανάσταση δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύεται καί νά προσδιορίζεται μόνον μέ ὅπλα καί βόμβες, ἀλλά μέ ἰδέες, κυρίως, ὅμως, μέ τόν λόγο πού προέρχεται ἀπό μιά ἐσωτερική ἀναγέννηση καί πληρότητα τῶν ἀνθρώπων.
.               Κατά τόν γνωστό λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος, βίῳ δέ τίς;». Κάθε λόγος, κάθε ἰδέα ἔχουν καί τόν ἀντίλογό τους, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά παλαίση μέ ἕναν ἄνθρωπο πού ἔχει μιά πνευματική πίστη, κυρίως τήν «ἐνυπόστατον πίστιν», πού εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτό τό γνωρίζουμε ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς Μάρτυρας, πού μέ τήν ζωή τους καί τόν καθαρό καί εὐθύ λόγο μετέτρεψαν τήν σιδηρόφρακτη ἐθνική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία σέ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Αὐτό τό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος ὑπονόμευσε θετικά καί ἀποτελεσματικά τήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, μέ τήν ἰδιότητα τοῦ Ἰσαποστόλου καί τοῦ Νεομάρτυρος.
.               Αὐτό θά τό δοῦμε, ὅταν ἐξετάσουμε τήν μεγάλη προσφορά τῶν Νεομαρτύρων, στούς ὁποίους συγκαταλέγεται ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γιά τήν διαφύλαξη τῆς Ἑλληνορθόδοξης παραδόσεως στό ὑπόδουλο Ἑλληνικό Ἔθνος, ἀλλά καί τήν προσφορά τους στήν ἀπελευθέρωσή του τό 1821.

1.Ἡ ἀξία τῶν Νεομαρτύρων

.               Πράγματι, ἡ διαφύλαξη τῆς Ἐθνικῆς συνείδησης στούς ὑπόδουλους Ρωμηούς καί ἡ ἄσβεστη φλόγα τῆς ἐλευθερίας ὀφειλόταν σέ πολλούς παράγοντες, ἤτοι στήν λειτουργία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέ τήν θεία Λειτουργία, τά λειτουργικά κείμενα, τά μυστήρια, τίς ἀκολουθίες καί τήν ὅλη δομή της, κυρίως μέ τήν δράση τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Συνόδων τους. Ἔπειτα, ὀφείλεται στήν κατά τόπους προσφορά τῶν Δημογεροντιῶν, τήν λειτουργία τῶν Σχολείων καί τῶν Σχολῶν, ὅπου ἦταν δυνατόν νά λειτουργήσουν, ἤ νά παραλειτουργήσουν, μέ τήν παιδεία πού προσέφεραν. Ἀκόμη, προσφερόταν ἀπό τούς λόγιους Ρωμηούς πού μετανάστευαν ἐκτός τοῦ ὑπόδουλου χώρου, οἱ ὁποῖοι μαζί μέ τούς ἐμπόρους, πού εἶχαν πάντοτε στραμένη τήν προσοχή τους στό ὑπόδουλο Γένος, προσέφεραν μέ τόν τρόπο τους γιά τήν διατήρηση τῆς ἄσβεστης μνήμης τοῦ Γένους τῶν Ρωμαίων.
.               Μεταξύ αὐτῶν σπουδαία προσφορά στήν παραμονή στήν ὀρθόδοξη πίστη, τήν ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας καί τελικά τά ἐπαναστατικά κινήματα, μέ ἀποκορύφωμα τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, προέρχεται ἀπό τούς Νεο¬μάρ¬τυρες, μεταξύ τῶν ὁποίων σημαίνουσα θέση κατέχει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
.               Νεομάρτυρες λέγονται οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι, ἤ ἀκόμη καί μερικοί ἐκχριστιανισθέντες Μουσουλμάνοι, ὅπως ὁ Νεομάρτυς Ἀχμέτ, πού ὁμολογοῦσαν τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί γι’ αὐτό οἱ Ὀθωμανοί τούς καταδίκαζαν σέ θάνατο. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία μέ τούς Νεομάρτυρες, πού τούς ξεχωρίζει ἀπό τούς Ἐθνομάρτυρες, εἶναι ὅτι ἔδιναν τήν ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ὄχι ὁ Ἀλάχ τῶν Μουσουλμάνων, ἔκαναν, δηλαδή, τήν σαφῆ διάκριση μεταξύ τοῦ Θεοῦ πού διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησία καί τοῦ θεοῦ τῶν Μουσουλμάνων. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν διακρίνονταν ἀπό ἕναν θρησκευτικό συγκρητισμό, τήν σχετικοκρατία ἤ τόν σχετικισμό, οὔτε διακρίνονταν ἀπό τήν ἀρχή τῆς θρησκευτικῆς περιεκτικότητας, ἀλλά διακατέχονταν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητας, ὅτι δηλαδή ὁ Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Θεός.
.               Ἐπί πλέον, οἱ Νεομάρτυρες ὑπέμειναν μέ ἁγιοπνευματική ὑπομονή τό μαρτύριο, χωρίς νά ἀγανακτοῦν ἤ νά ὑβρίζουν, ἀλλά τό ἔκαναν μέ χαρά καί προσεύχονταν γιά τούς βασανιστές τους. Ἀκόμη δέ, ἀμέσως μετά τό μαρτύριο ἀκολουθοῦσαν θαυματουργικές ἐνέργειες, ἰάσεις ἀσθενειῶν, ἀπαλλαγή βασανιστικῶν προβλημάτων, καί πολλά ἄλλα, γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἄρχισε ἡ τιμή τους μέ καθιέρωση ἑορτῶν, ἀνοικοδόμηση ἱερῶν Ναῶν ἤ παρεκκλησίων, τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων τους.
.               Αὐτές εἶναι οἱ βασικές διαφορές μεταξύ τῶν Νεομαρτύρων καί τῶν Ἐθνομαρτύρων. Ἔτσι, ἡ τιμή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ ἄρχισε ἀμέσως ἀπό τό μαρτύριό του, ὅπως φαίνεται στήν Πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου, τά Ἰωάννινα.
.               Ἔτσι, τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων καί οἱ τιμητικές ἐκδηλώσεις ὑπῆρξαν ἑστίες τόσο ἐκκλησιαστικές, ὅσο καί ἐθνικές. Γύρω ἀπό τόν τάφο τῶν Νεομαρτύρων ἀναπτυσσόταν μιά ἐκκλησιαστική ζωή μέ ὅλα τά συνεπα-κόλουθα, ἤτοι διάκριση μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί θρη¬σκευτικῆς ἰδεολογίας, καί διατήρηση τῆς φλόγας τῆς ἐλευθερίας, πνευματικῆς καί ἐθνικῆς.
.               Δέν ὑπάρχει πόλη στήν ὁποία δέν ἀναπτύσσονταν τέτοιες πνευματικές ἑστίες πού συνετέλεσαν τελικά στήν ἔκρηξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ὁ ἅγιος Γεώργιος στά Ἰωάννινα, ὁ ἅγιος Θεόδωρος στήν Μυτιλήνη, ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος στήν Ρόδο, οἱ ἅγιοι Δημήτριος καί Παῦλος στήν Τρίπολη καί πολλοί ἄλλοι, καί τελικά ὁ ἅγιος Κοσμᾶς σέ ὅλο τό ὑπόδουλο γένος ἦταν ἐκεῖνοι πού διαμόρφωσαν τό κλῖμα τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ρωμηῶν. Δέν πρέπει κανείς νά ὑποτιμᾶ αὐτήν τήν πνευματική ὑποδομή τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα.

2.Τό «Νέο μαρτυρολόγιο»

.               Σέ ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω θέλω νά ἀναφερθῶ στό ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πού ἔζησε κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξύ τῶν ἄλλων βιβλίων, συνέγραψε καί τό βιβλίο μέ τίτλο: «Νέον Μαρτυρολόγιον», στό ὁποῖο συγκέντρωσε τόν βίο, καί κυρίως τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων, πού μαρτύρησαν μέχρι τήν ἐποχή του.
.              Τό σπουδαιότατο αὐτό βιβλίο τελικά ἀποδείχθηκε ἕνα ἐπαναστατικό βιβλίο κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Συνήθως, δίνεται σημασία ἀπό πολλούς στόν «Θούριο τοῦ Ρήγα» ἤ στήν «Ἑλληνική Νομαρχία» καί ἀγνοεῖται ἡ μεγάλη προσφορά τοῦ ἀντιστασιακοῦ αὐτοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τό ὁποῖο μάλιστα προῆλθε μέσα ἀπό τά σπλάγχνα τῆς Ρωμηοσύνης καί ὄχι ἔξω ἀπό αὐτήν.
.              Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνα σάλπισμα πνευματικῆς ἐλευθερίας, καί αὐτό γιατί καταγράφοντας ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων βρίσκει τήν εὐκαιρία, χωρίς νά φοβᾶται τούς κατακτητές, νά προτρέψη τούς Ρωμηούς νά ὑπομένουν τούς πειρασμούς, νά παραμένουν σταθεροί στήν Χριστιανική Ἐκκλησία, νά μετανοήσουν ὅσοι εἶχαν ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί ἀλλαξοπίστησαν, καί τούς προτρέπει ἀκόμη νά μαρτυρήσουν γιά τόν Χριστό. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς ἀπευθύνει τίς ἑξῆς προτροπές, πού τίς θέτει στό στόμα τῶν Νεομαρτύρων: «Λάβετε παράδειγμα ὑπομονῆς τῶν θλίψεων ὅπου δοκιμάζετε καί ἀπό ἡμᾶς τούς συναδελφούς σας… Καί ἐσεῖς ἄν ὑπομένετε μετά εὐχαριστίας, διά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τούς δαρμούς, τάς φυλακάς, τάς ἁλύσεις, τάς ἀγγαρείας, τάς ζημίας, τά ἀνυπόφορα δοσίματα, καί ἄλλα βάσανα ὁπού σᾶς κάνουν οἱ κρατοῦντες, βέβαια ὡς Μάρτυρες τῇ προαιρέσει λογίζεσθε κοντά εἰς τόν Θεόν».
.               Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δέν ἠρκεῖτο νά τονίζη τήν ὑπομονή, ἀλλά τούς προτρέπει νά μή ἀλλαξοπιστίσουν, καίτοι εὑρίσκονται ἐν μέσῳ λύκων. Λέγει: «Φυλαχθῆτε… νά μή σᾶς κλέψουν τόν θησαυρόν τῆς Ἁγίας σας πίστεως… Ἐνθυμηθῆτε πῶς ὁ δεσπότης μας Χριστός ὁπού σᾶς ἔβαλεν ὡσάν τά πρόβατα ἀνάμεσα εἰς τά ἀνήμερα θηρία, σᾶς ἔδωκε τοιαύτην παραγγελίαν, νά εἶσθε φρόνιμοι ὡς τό φίδι». Τούς προέτρεπε νά μή προτιμήσουν «τό σκότος ἀπό τό φῶς˙ τό ψεῦδος ἀπό τήν ἀλήθειαν˙ τό χαλκοῦν καί κάλπικον νόμισμα ἀπό τό καθαρόν καί δοκιμασμένον μάλαγμα». Καί φθάνει νά πῆ τόν φοβερό λόγο: «Μή σᾶς φοβίζουν, ἀδελφοί, τά ἄγρια πρόσωπα τῶν τυράννων, οὔτε τό πλῆθος αὐτῶν, οὔτε ἡ φωναῖς τους, οὔτε ἡ φοβέραις τους. Μή σᾶς φοβίσουν ἡ πληγαῖς, ἡ σπάθαις, ἡ ἀλυσίδαις, ἡ φυλακαῖς. Μή σᾶς φοβίσουν ἡ φούρκαις, τά τζεγγέλια, ἡ πυρκαϊαῖς».
.               Εἶναι ὄντως φοβερές αὐτές οἱ ἀντιστασιακές προτροπές στόν ρωμαίϊκο λαό ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, μέ ἀφορμή τήν διήγηση τοῦ μαρτυρίου τῶν Νεομαρτύρων.
.               Ὁ τύπος τοῦ ἐπαναστατημένου Ἕλληνα, ἦταν ὁ τύπος τῶν ὀρθοδόξων Ρωμηῶν, ὅπως διαμορφώθηκαν ἀπό τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θυσίας τῶν Νεομαρτύρων. Γι’ αὐτό ἡ ἐπικεφαλίδα πού ἔβαλαν οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες στό πρῶτο ἀπελευθερωτικό Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου τοῦ 1822 καί διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας ἦταν: «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Καί ἀμέσως μετά ὑπάρχει ἡ ἐξήγηση: «Τό ἑλληνικόν ἔθνος, τό ὑπό τήν φρικώδη Ὀθωμανικήν δυναστείαν, μή δυνάμενον νά φέρῃ τόν βαρύτατον καί ἀπαραδειγμάτιστον ζυγόν τῆς τυραννίας, καί ἀποσεῖσαν αὐτόν μεγάλαις θυσίαις, κηρύσσει σήμερον διά τῶν νομίμων Παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικήν Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, τήν πολιτικήν αὐτοῦ ὕπαρξιν καί ἀνεξαρτησίαν». Ἄς προσέξουμε ὅτι ἡ δήλωση αὐτή ἔγινε «ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων», δηλαδή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού ἐπικαλοῦντο στήν ἀρχή, καί τούς ἀνθρώπους πού πιστεύουν σέ Αὐτόν. Ὁπότε φαίνεται σαφῶς ὅτι τό προοίμιο τοῦ Συντάγματος στόν Τριαδικό Θεό, ὅπως ἔχει εὐφυῶς τονισθῆ, δέν παράγει «ἔννομες συνέπειες θρησκευτικοῦ χαρακτήρα», οὔτε ἔχει ἁπλῶς μιά «ἱστορική ἀξία», ἀλλά «ἀπόρρητα διακηρύσσει ὅτι τό ἑλληνικό κράτος δέν εἶναι ἕνα ἔξωθεν ὁρμώμενο, συμβατικό ὑβρίδιο τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, προϊόν τοῦ ἀπό 3.2.1830 Πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου, ἀλλά εἶναι ἀπότοκο μιᾶς ριζοσπαστικῆς διαδικασίας μέ ἐπαναστατική βάση καί λαϊκή ἀφετηρία» (Θεόδωρος Παπαγεωργίου). Ἐνδεχομένως, ἀπάλειψη αὐτοῦ τοῦ προοιμίου τοῦ Συντάγματος θά φανερώση ἐν τοῖς πράγμασι ἀπάρνηση τῶν οὐσιαστικῶν προϋποθέσεων τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μας.
.               Ἔτσι, αὐτή ἡ συνείδηση τῶν Ρωμηῶν διαμορφώθηκε ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἄρχιζε τίς ὁμιλίες του ἀπό τό τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, καί πῶς αὐτή ἡ διδασκαλία ἐπηρεάζει ὅλη τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐξοχώτατε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

.               Ἡ πίστη στόν Τριαδικό Θεό πού εἶχαν οἱ Νεομάρτυρες καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἦταν ἐκείνη πού κράτησε καί τόν ἑλληνισμό. Ἀντίθετα, στήν Μεγάλη Ἑλλάδα, τήν Κάτω Ἰταλία, τήν Σικελία, ὅπου ἀνθοῦσε ὁ ἑλληνισμός, χάθηκε τελείως καί ἡ ἑλληνική παράδοση, ἄν καί διδάχθηκε ἡ ἑλληνική φιλοσοφία τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων καί τοῦ Πλάτωνος, καί κυριαρχοῦσε ἡ ἑλληνική γλώσσα, ὅταν χάθηκε ἡ ὀρθόδοξη πίστη.
.               Στόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, Ἰσαπόστολο καί Ἱερομάρτυρα, ὅπως καί στούς ἄλλους Νεομάρτυρες ὀφείλουμε πολλά, κυρίως τήν διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, τήν ἀγωνιστικότητα, καί τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδας μας. Ἄς ζητήσουμε τίς προσευχές τους γιά ὅλους μας, πού ζοῦμε σέ μιά χώρα στήν ὁποία δεχόμαστε πολλές θρησκευτικές καί ἀλλότριες πολιτιστικές ἐπιδράσεις, μέ τόν λεγόμενο μοντερνισμό, τόν μεταμοντερνισμό, τόν μεταχριστιανισμό, τήν μεταορθοδοξία, τόν σχετικισμό. Οἱ ἅγιοι νά πρεσβεύουν γιά νά ἀντισταθοῦμε σέ κάθε τί πού ἀλλοιώνει αὐτόν τόν ἀτίμητο θησαυρό τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεώς μας, δηλαδή καταστρέφει τό «μεδοῦλι» τοῦ Γένους μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η «ΘΕΟΤΟΚΟΣ» ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

 

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος στὴν θεία Λειτουργία
Δύο μακαρισμοὶ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 434-437

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                   Στὶς περισσότερες Θεομητορικὲς ἑορτές, καθὼς καὶ στὴν Μεγάλη Παράκληση πρὸς τὴν Παναγία, ἀναγινώσκεται ἡ περικοπὴ ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ποὺ ἀναφέρεται σὲ δύο μακαρισμούς, ὁ ἕνας προέρχεται ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ γυναίκα τοῦ λαοῦ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. Οἱ μακαρισμοὶ αὐτοὶ ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ θὰ ἑρμηνευθοῦν μὲ συντομία.
.                   Ὁ πρῶτος μακαρισμὸς προέρχεται ἀπὸ μιὰ γυναίκα ποὺ μακαρίζει τὴν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Παναγία. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε καὶ ὁ λόγος Του ἦταν πλήρης Χάριτος, κάποια γυναίκα ὕψωσε τὴν φωνή της καὶ εἶπε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (Λουκ. ια΄ 27). Μακαρίζονται ἡ κοιλία ποὺ βάστασε ἐννέα μῆνες τὸν Χριστὸ καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ Τὸν θήλασαν. Δηλαδή, μὲ τὰ μέλη αὐτὰ τοῦ σώματος μακαρίζεται ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                   Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε πραγματικὸ καὶ ὄχι φαινομενικὸ σῶμα, ἡ σύλληψή Του ἔγινε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ ἡ ἀνάπτυξή Του ἔγινε κατὰ φυσικὸ τρόπο, ὅπως γίνεται σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἡ κυοφορία διήρκεσε ἐννέα μῆνες καὶ ὁ τοκετὸς ἔγινε ὅπως σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἡ κυοφορία ἔγινε ἀκόπως καὶ ὁ τόκος ἀπόνως καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ καταστρέψη τὴν παρθενία της. Αὐτὰ εἶναι μυστήρια, ἀλλὰ καὶ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὸν Χριστό, τὴν ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στὸ πρόσωπό Του, εἶναι μυστήρια. Ἔπειτα, ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν γέννησή Του θήλασε ἀπὸ τοὺς μαστοὺς τῆς Παναγίας Μητέρας Του.
.                   Αὐτὸ τὸ μυστήριο μᾶς ὁδηγεῖ στὸ νὰ δοῦμε τὸ ὕψος τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Ἀξιώθηκε νὰ δώση τὴν σάρκα της στὸν Χριστὸ γιὰ νὰ ἐνανθρωπήση, ἡ κοιλία της ἔγινε Παράδεισος, Οὐρανός, ἀφοῦ ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι οἱ ἄγγελοι, καθὼς ἐπίσης ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἡ Παναγία γνώριζε ὅλο αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἔμενε ἐκστατικὴ καὶ θὰ ἦταν γεμάτη θαυμασμὸ καὶ δοξολογία πρὸς τὸν Θεό, βλέποντας ὅτι κυοφοροῦσε καὶ θήλαζε τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Καὶ διερωτᾶτο, ὅπως λένε οἱ Πατέρες καὶ οἱ ὑμνογράφοι, ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ Τὸν θηλάση ὡς ἄνθρωπο ἢ νὰ Τὸν δοξολογήση ὡς Θεό.
.                   Τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ τὸ γνώρισε πρώτη ἡ Παναγία Θεοτόκος καὶ πρώτη αὐτὴ βίωσε τὶς συνέπειες τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως στὸν Χριστό, πρώτη αὐτὴ γνώρισε ὅτι ὁ ἄσαρκος Λόγος σαρκώθηκε. Στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται ἡ μεγάλη δόξα της, ὄχι μόνον στὶς ἀρετές της, ποὺ εἶναι πολλές, ἀλλὰ στὸν καρπὸ τῆς κοιλίας της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἑορτάζουμε πανηγυρικὰ τὴν Κοίμησή της, ποὺ δὲν εἶναι θάνατος, ἀλλὰ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, στὴν συνέχεια ἀνάσταση τοῦ σώματός της καὶ μετάστασή της στοὺς Οὐρανούς. Αὐτὸ τὸ παρθενικὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου ποὺ ἔγινε ἐργαστήριο τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων –θείας καὶ ἀνθρωπίνης– μέσα στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς κυοφορήθηκε καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο τράφηκε, δὲν μποροῦσε νὰ παραμείνη στὴν γῆ, νὰ φθαρῆ, νὰ ἀποσυντεθῆ, νὰ διαλυθῆ, γι᾽ αὐτὸ μετέστη στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὁ δεύτερος μακαρισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τὸν μακαρισμὸ τῆς γυναικός. Εἶπε: «Μενοῦνγε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. ια΄ 28). Τὸ “μενοῦνγε” εἶναι ἐπιβεβαιωτικό, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἐπιβεβαιώνει τὸν μακαρισμὸ τῆς γυναικὸς γιὰ τὴν Παναγία Μητέρα Του, ἀλλὰ προσθέτει καὶ ἕναν ἄλλο μακαρισμό, ὅτι μακάριοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διαφυλάσσουν, δηλαδὴ τὸν τηροῦν.
.                 Αὐτὸς ὁ μακαρισμὸς κρύβει μιὰ ὁλόκληρη θεολογία. Ἡ Θεοτόκος συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τὸν Χριστό, γέννησε καὶ θήλασε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ δέχονται μέσα τους τὸν λόγο (τὸ λάμδα μὲ μικρό), δηλαδὴ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἰσέρχεται μέσα στὴν καρδιὰ καὶ ἐκεῖ ἀναπτύσσεται, κυοφορεῖται καὶ γεννᾶται. Ὅσοι ἀκοῦν καὶ φυλάσσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἔχουν μέσα τους τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.
.                   Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου ὁμοιάζει μὲ τὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου, ποὺ προετοιμάζεται μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν προσευχὴ νὰ ὑποδεχθῆ τὸν λόγο-διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει αὐτὴν τὴν πραγματικότητα ὅταν λέγη: «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως» (Κολ. γ΄ 16). Μέσα στὴν πνευματικὴ καρδιά, τὴν «καρδίαν βαθείαν», ὅπως λέγει ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ, ἀναπτύσσεται ὁ Χριστὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐγκύμων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ προσωπικὴ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὁ δικός μας Θεὸς δὲν εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ ὁ μεταφυσικὸς Θεὸς ἢ μία ἀνώτερη δύναμη, ἀλλὰ εἶναι Θεὸς ποὺ κατοικεῖ μέσα μας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργεῖ καὶ δείχνει τὴν δόξα Του. Ἔπειτα, ὁ Χριστὸς γεννᾶται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὸν Χριστὸ χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                   Σὲ πολλοὺς Πατέρες συναντᾶμε αὐτὴν τὴν διδασκαλία ποὺ εἶναι μιὰ πραγματικότητα. Ἤδη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Γαλάτες: «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ. δ΄19). Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀναλύει ὅτι ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται μέσα μας διὰ τῆς πίστεως, σαρκώνεται μὲ τὶς ἐντολές, σταυρώνεται μὲ τοὺς κόπους καὶ πόνους τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας, ἀνασταίνεται καὶ ἀναλαμβάνεται μὲ τὰ πνευματικὰ θεωρήματα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζῆ ἐν Χριστῷ γίνεται μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὁ Χριστὸς ποὺ μιὰ φορὰ γεννήθηκε σωματικὰ ἀπὸ τὴν Θεοτόκο Μητέρα Του, πάντοτε γεννᾶται πνευματικὰ σὲ αὐτοὺς ποὺ θέλουν, καὶ αὐτοὶ γίνονται πνευματικὲς μητέρες Του.
.                   Συνεπῶς, ὁ μακαρισμὸς τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ συνδέεται μὲ τὸν μακαρισμὸ κάθε Χριστιανοῦ ποὺ ἀκούει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν διαφυλάσσει μέσα στὴν καρδιά του καὶ δέχεται τὶς ἐνέργειές Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεολογία τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἑορτῶν τῆς Θεομήτορος.

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΡΟΜΟΛΑΓΝΕIΑ καὶ ΑΓΑΠΟΛΑΓΝΕΙΑ: μιὰ ἀρνητική θεολογία, μιὰ ἄλλη πνευματικὴ πυρκαγιά, αἰώνιας διάρκειας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τρομολαγνεία καὶ ἀγαπολαγνεία
σὲ τραγικὰ γεγονότα

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.               Ἐθνικὸ πένθος κηρύχθηκε λόγῳ τῶν φοβερῶν καταστροφῶν ποὺ συνέβησαν στὴν Πατρίδα μας καὶ ἀποτελοῦν ἐθνικὴ τραγωδία. Εἶναι ὄντως φοβερὸ γεγονὸς νὰ πεθαίνουν ἄνθρωποι κάτω ἀπὸ τέτοιες τραγικὲς συνθῆκες καὶ ἀκόμη νὰ καταστρέφεται τὸ περιβάλλον, τὸ «κόσμημα» τοῦ Θεοῦ.

1. Βαθύς πόνος

.               Ὅσοι αἰσθάνονται τήν τραγική κατάσταση τῶν ἡμερῶν αὐτῶν πονοῦν καί πενθοῦν στήν καρδιά τους.
.               Πῶς, ὅμως, νά παρηγορήσης τούς ἀνθρώπους πού ἔχασαν τούς συγγενεῖς τους; Πῶς νά καταλάβης αὐτούς πού πῆγαν στό νεκροτομεῖο γιά νά ἀναγνωρίσουν τούς ἀνθρώπους τους, μέσα σέ τόσους ἀπανθρακωμένους; Πῶς νά συναισθανθῆς καί νά πονέσης μαζί μέ τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού ἀναζητοῦν τούς ἀγνοουμένους συγγενεῖς τους καί ζοῦν μεταξύ ἐλπίδας καί ἀπογνώσεως, στά ὅρια ζωῆς καί θανάτου; Πῶς νά νοιώσης τόν διασώστη πού εἶδε ἕναν σωρό στάχτη καί ἀφαιρώντας την εἶδε ἕνα καμένο κρανίο καί μερικά κόκκαλα; Πῶς νά ἔλθης στήν θέση τοῦ διασώστη πού ἔγραψε ὅτι «σέ τέτοιους τόπους πού τριγυρνᾶς ὁ ἀέρας μυρίζει ἀλλιῶς, μυρίζει … θάνατο»;
.               Σέ αὐτές τίς καταστάσεις δέν μπορεῖς νά μιλήσης, δέν μπορεῖς νά κάνης ποιμαντική μέ ἠθικολογίες.
.               Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφοντας ἐπιστολή σέ μιά γυναίκα τῆς ὁποίας πέθανε τό παιδί της, μεταξύ ἄλλων γράφει:
.               «Σκόπευα νά σιωπήσω πρός τήν κοσμιότητά σου, σκεπτόμενος ὅτι, ὅπως στόν ὀφθαλμό πού πάσχει ἀπό φλεγμονή καί τό ἁπαλότερο παρηγορητικό ἐπίθεμα προκαλεῖ ἀνία-πόνο, ἔτσι καί στήν ψυχή πού ἔχει κτυπηθῆ ἀπό βαρειά θλίψη, ὁ λόγος καί ἄν φέρη πολλή παρηγοριά, φαίνεται νά εἶναι κάπως ὀχληρός, ὅταν προφέρεται στήν ὥρα τῆς ἀγωνίας». Αὐτό δείχνει μιά ποιμαντική εὐαισθησίας καί τρυφερότητας, θά λέγαμε μιά ποιμαντική διακρίσεως.
.               Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀρκοῦσε αὐτό πού ἔγραψε κάποιος τηλεοπτικός Σταθμός τοῦ ἐξωτερικοῦ: «προσευχή γιά τήν Ἑλλάδα». Αὐτό τά λέει ὅλα. Προσευχή γιά θύτες καί θύματα, γιά ἄρχοντες καί ἀρχομένους, γιά πονεμένους καί νεκρούς, γιά Κληρικούς καί λαϊκούς. Γιατί σέ στιγμές ἀγωνίας καί ὁ παρηγορητικός λόγος εἶναι ὀδυνηρός, δέν ἀντέχεται, ἀρκεῖ ἡ σιωπηλή ἀρχοντική παρουσία.
.               Τοὐλάχιστον ὅταν θέλουμε νά μιλήσουμε, νά μιλᾶμε μέσα ἀπό τήν θεολογία τῆς «συμπάσχουσας καρδίας»

2. Ὁ ἄστατος θεολογικός λόγος

.               Δυστυχῶς σέ τέτοιες στιγμές ἀκούγονται διάφοροι «θεολογικοί» λόγοι, ἄλλοτε ὅτι εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί φιλανθρωπία. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἐπιστρατεύονται ἁγιογραφικά καί λειτουργικά κείμενα γιά νά τεκμηριωθοῦν οἱ ἀπόψεις. Ὅμως, ἡ ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν χωρίων εἶναι τίς περισσότερες φορές παραποιητική. Βεβαίως, ὑπάρχουν ἁγιογραφικά χωρία, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ, καί ἄλλα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, πῶς συνδυάζονται αὐτά μεταξύ τους καί πῶς ἑρμηνεύονται;
.               Σύμφωνα μέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, ὁ Θεός δέν διακρίνεται ἀπό τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά στέλλει τήν Χάρη Του καί τήν ἐνέργειά Του σέ ὅλη τήν κτίση. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὁ Πατήρ Του, ὁ ἐν οὐρανοῖς «τόν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους» (Ματθ. ε’, 45). Ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ, ἀλλά εἶναι ἡ πηγή τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος ἀπό κάθε ἀνάγκη καί ἰδιοτέλεια. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο «οὐκ ἐκεῖνος (δηλαδή ὁ Θεός) ἐστίν ὁ ἐχθραίνων, ἀλλ’ ἡμεῖς∙ Θεός γαρ οὐδέποτε ἐχθραίνει». Δέν εἶναι δυνατόν τίς δικές μας ἐμπαθεῖς καταστάσεις νά τίς ἀποδίδουμε στόν Θεό.
.               Βεβαίως, στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχουν φράσεις πού κάνουν λόγο γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἀποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ’ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων» (Ρωμ. α´, 18). Ἀλλά τέτοια χωρία πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν μέσα ἀπό τήν ὅλη ἀποστολική καί πατερική παράδοση, ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε «τέκνα φύσει ὀργῆς», ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐν οἷς καὶ ἡμεῖς πάντες ἀνεστράφημεν ποτε ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρκός ἡμῶν, ποιοῦντες τὰ θελήματα τῆς σαρκός καὶ τῶν διανοιῶν, καὶ ἦμεν τέκνα φύσει ὀργῆς, ὡς καὶ οἱ λοιποί» (Ἐφ. β´, 3).
.               Στήν πραγματικότητα αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀργή τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δική μας αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὀργισμένος καί μᾶς τιμωρεῖ, ὁπότε ἐμεῖς αὐτοτιμωρούμαστε, ἐπειδή ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί αἰσθανόμαστε τόν Θεό ὀργισμένο.
.               Εἶναι σάν νά τοποθετοῦμε ἕνα λουλούδι μέσα στό σκοτάδι, τό ὁποῖο μαραίνεται, γιατί στερεῖται τῶν ζωογόνων ἀκτίνων τοῦ ἡλίου. Ὁπότε δέν μποροῦμε νά ἀποδώσουμε εὐθύνες στόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νά στέλλη τό φῶς του στήν κτίση. Ἔτσι, πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν ὅλα τά σχετικά ἁγιογραφικά χωρία γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ.
.               Ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά ὁμιλοῦν γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί ἀντί νά ἑρμηνεύουν ὀρθόδοξα τά σχετικά χωρία τῆς «συμβολικῆς θεολογίας», ἀρέσκονται νά ὁμιλοῦν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὡσάν ὁ Θεός νά δέχεται καί νά ἀμνηστεύη τά πάντα καί νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.
.               Καί οἱ ἄνθρωποι κάνουν τέτοιες ἐπεμβάσεις. Οἱ χειρουργοί ἰατροί ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης στόν ἄρρωστο ἄνθρωπο ἀποκόπτουν ἄρρωστα μέλη τοῦ σώματός του, οἱ διδάσκαλοι βαθμολογοῦν μέ χαμηλό βαθμό τούς μαθητές τους καί οἱ γονεῖς παιδαγωγοῦν κατάλληλα τά παιδιά τους. Ἡ ἀγάπη δέν ἀμνηστεύει ὅλες τίς κακίες καί ὅλα τά ἀτοπήματα τῶν ἀγαπητῶν τους ἀνθρώπων.
.               Ὅσοι ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό μόνον ὡς ἀγάπη, ἴσως συναισθηματικῆς φύσεως, ἀμνηστεύοντας ὅλα τά ἐγκλήματα, ἀγνοοῦν τί εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἀγάπη εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται στούς ἀνθρώπους καί ἐνεργεῖ σέ αὐτούς, ἀνάλογα μέ τήν κατάστασή τους, ὁπότε ἄλλους σώζει καί ἄλλους καταδικάζει. Σέ αὐτό δέν εὐθύνεται ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, πού δέχεται τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν κατάστασή τους.
.               Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλώντας γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι ἄδικος, χρησιμοποιεῖ τόν λόγο∙ «ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω» (Ἐξ. λγ’, 19). Καί ἀποφαίνεται: «Ἄρα οὖν ὃν θέλει ἐλεεῖ, ὃν δὲ θέλει σκληρύνει» (Ρωμ. θ´, 18). Ὅμως, πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό τό χωρίο;
.               Ὑπάρχουν πολλά πατερικά κείμενα πού τό ἑρμηνεύουν, ἀλλά θά ἀρκεσθῶ στήν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, πού στηρίζεται στούς Πατέρας, κατά τήν μεταγλώτισση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
.               «Ἄκουσον∙ καθώς ὁ Ἥλιος τό μέν κηρί ἁπαλύνει, τόν δέ πηλόν σκληρύνει, ὄχι καθ᾽ ἑαυτόν, ἀλλά διά τήν διαφορετικήν ὕλην τοῦ κηροῦ, καί τοῦ πηλοῦ∙ ἔτσι καί ὁ Θεός, τήν πηλίνην καρδίαν τοῦ Φαραώ λέγεται πώς ἐσκλήρυνε∙ μέ τί τρόπον; μέ τήν μακροθυμίαν του καί ὑπομονήν∙ διατί μακροθυμώντας καί ὑπομένοντας αὐτόν, τόν ἔκαμε σκληρότερον∙ καθώς, χάριν παραδείγματος, καί ἀνίσω τινάς ἔχοντας δοῦλον πονηρόν, δέν παιδεύῃ αὐτόν, ἀλλά μεταχειρίζεται φιλανθρωπίαν εἰς αὐτόν, τό κάμνει περισσότερον ἀπό ὅ,τι ἦταν πρότερον∙ ὄχι πῶς ὁ αὐθέντης διδάσκει τόν δοῦλον ἐκεῖνον τήν πονηρίαν∙ ἀλλ’ ὅτι ὁ δοῦλος μεταχειρίζεται τήν φιλανθρωπίαν τοῦ αὐθέντου του εἰς αὔξησιν τῆς πονηρίας του, μέ τό νά καταφρονῇ ἐκείνην».
.               Ὁ Μέγας Βασίλειος ἑρμηνεύοντας τό ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», γράφει ὅτι τό πῦρ ἔχει δύο δυνάμεις, τήν καυστική καί τήν φωτιστική, γι’ αὐτό καίει καί φωτίζει. Ὁπότε, ἕνας ἄνθρωπος αἰσθάνεται τήν καυστική ἰδιότητα, ἐνῶ ἄλλος αἰσθάνεται τήν φωτιστική ἰδιότητα. Ἔτσι ἑρμηνεύεται ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση, ὄχι δικανικά, ἀλλά ἰατρικά, θεραπευτικά. Ὁπότε, τό πῦρ τῆς κολάσεως εἶναι ἀλαμπές, μέθεξη τῆς καυστικῆς καί ὄχι τῆς φωτιστικῆς ἰδιότητας τοῦ ἀκτίστου Φωτός∙ καί τό φῶς τοῦ παραδείσου εἶναι ἄκαυστον, βίωση τῆς φωτιστικῆς καί ὄχι τῆς καυστικῆς ἰδιότητος. Ἡ ἔλλαμψη καί ἡ καύση ἐξαρτᾶται ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.               Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφερόμενος σέ αὐτό τό θέμα γράφει ὅτι ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι «φῶς τοῖς κεκαθαρμένοις τήν διάνοιαν», «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος», πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί αὐτή ἡ ἴδια ἡ Χάρη γίνεται σκότος «τοῖς τυφλώττουσι τό ἡγεμονικόν» πού εἶναι ἀλλοτρίωση τοῦ Θεοῦ «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἐντεῦθεν ἀμβλυωπίας».
.               Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος γράφει ὅτι ἡ Κόλαση εἶναι ἡ μάστιγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ: «Ἐγώ δέ λέγω ὅτι ἐν τῇ γεέννῃ κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται». Καί συνεχίζει ὅτι εἶναι ἄτοπο νά ὑποστηρίζη κανείς «ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί ἐν τῇ γεέννῃ στεροῦνται τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ», γιατί ἡ ἀγάπη ἐνεργεῖ «ἐν τῇ δυνάμει αὐτῆς κατά διπλοῦν τρόπον∙ τούς μέν ἁμαρτωλούς, κολάζουσα ὡς καί ἐνταῦθα συμβαίνει πρός φίλον ὑπό φίλου∙ τούς δέ τετηρηκότας τά δέοντα, εὐφραίνουσα ἐν αὐτῇ». Παντοῦ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται πῶς τήν βιώνει ὁ ἄνθρωπος.
.               Αὐτή ἐν ὀλίγοις εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση γιά τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ καί τήν «ἀγάπη» Του.
.               Ἄς παύσουν, λοιπόν, μερικοί νά παρερμηνεύουν τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί ἄλλοτε νά τρομάζουν τούς ἀνθρώπους μέ τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε νά τούς καθησυχάζουν μέ τήν «ἀγάπη» τοῦ Θεοῦ.
.               Ἡ ὅλη προφητική, ἀποστολική καί πατερική παράδοση ποιμαίνει τούς ἀνθρώπους θεολογώντας καί θεολογεῖ ποιμαίνοντας, δηλαδή οἱ Ποιμένες μέ τήν ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ θεραπεύουν τούς ἀνθρώπους, ὥστε ἡ συνάντησή τους μέ τόν Θεό νά εἶναι φῶς καί ὄχι πῦρ. Αὐτό δέν ὀφείλεται στόν Θεό, ἀλλά στήν ψυχική κατάσταση κάθε ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό, ὅσο σκληρή εἶναι ἡ τρομολαγνεία, τόσο καί περισσότερο σκληρότερη εἶναι ἡ ἀγαπολαγνεία, πού δέν σώζει.

3. Ἡ ἐπιδημία καί ἡ λαίλαπα τοῦ πυρός

.               Εἶναι γνωστή ἡ δύναμη τῆς φωτιᾶς. Τό πῦρ στήν φιλοσοφία τοῦ Ἡρακλείτου εἶναι σύμβολο τῆς ζωῆς, τῆς κίνησης, τῆς νομοτέλειας, εἶναι ρυθμιστής τοῦ σύμπαντος. Τό πρόβλημα δέν εἶναι τό πῦρ, πού εἶναι στοιχεῖο τῆς φύσεως, καί ἀπαραίτητο γιά τήν ζωή μας, ἀλλά ἡ κακή χρήση τοῦ πυρός, ἡ παράχρησή του.
.               Ἐκεῖνο πού προβληματίζει ὅλους μας εἶναι ἡ ἐπιδημία τῶν ἀνεξέλεγκτων πυρκαγιῶν, κάθε χρόνο τέτοια περίοδο, πού εἶναι σταθερά ἐπαναλαμβανόμενα γεγονότα, ἡ χρησιμοποίηση τῆς φωτιᾶς γιά νά καίγονται οἱ πόλεις καί οἱ οἰκισμοί μέ φοβερές συνέπειες, ἤτοι τήν ἀπώλεια ἀνθρώπων, τήν καταστροφή τῶν οἰκιῶν καί τόν ἀφανισμό τῶν δασῶν καί τῶν ζώων.
.               Ἡ ἐπιδημία αὐτή ὀφείλεται σέ πολλά αἴτια, ὅταν ὅμως πρόκειται γιά ἐμπρησμούς, αὐτό ὀφείλεται στά «ἄρρωστα μυαλά» τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Πολλοί κάνουν λόγο γιά Θεομηνία. Τό ἐρώτημα εἶναι: γιατί ἐμπλέκουν τόν Θεό σέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τους; Δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε γιά Θεομηνία, ἀλλά γιά ἀνθρωπομανία, γιατί τέτοιες καταστροφές ὀφείλονται σέ ἀνθρώπους, πού ὁ Ντοστογιέφσκι θά τούς ὀνόμαζε «δαιμονισμένους», οἱ ὁποῖοι ἐκδηλώνουν τίς ἐσωτερικές ἀρρωστημένες καταστάσεις τους, ἀδιαφορώντας γιά τά φρικτά ἀποτελέσματα πού δημιουργοῦνται.
.               Διερωτῶμαι: Ὅταν παρατηροῦνται τέτοια τρομακτικά γεγονότα, γιατί ἀμέσως τό μυαλό τῶν «θεολογούντων» ἀναμειγνύη τόν Θεό σέ αὐτά, ἄλλοτε μιλώντας γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε γιά τήν ἀγάπη Του; Γιατί ἐμπλέκουν τόν Θεό στίς δικές μας ἐμπαθεῖς διαθέσεις;
.               Βεβαίως, ὑφίσταται ἡ ἀποστασία ἀρχόντων καί ἀρχομένων καί ὑπάρχουν ἀμφίπλευρες εὐθύνες, ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποδίδεται στόν Θεό, ἀφοῦ ξεκινοῦν ἀπό τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων καί ἐγκληματικές τους ἐνέργειες. Ὁ Θεός καί σέ αὐτές τίς περιπτώσεις σέβεται τήν ἐλευθερία τους, ἀκόμη σέβεται καί τήν ἐλευθερία τοῦ διαβόλου, ἀλλά παρεμβαίνει θεραπευτικά καί περιορίζει τό καταστροφικό ἔργο του.
.               Ἐκεῖνο πού παρατηρῶ εἶναι ὅτι μερικοί, ἐξετάζοντας διάφορα γεγονότα εὔκολα εἰσέρχονται στόν χῶρο τῆς θεολογίας (τοῦ Θεοῦ), ἐνῶ αὐτά κινοῦνται στόν χῶρο τῆς δαιμονολογίας. Οἱ δαίμονες παρακινοῦν τούς ἀνθρώπους γιά τό κακό καί ἐκεῖνοι ἀποδέχονται τίς ἐνέργειές τους.
.               Παρατηρῶ ὅτι ὅσοι κάνουν λόγο γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ ἤ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγνοοῦν τήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἡ δαιμονολογία εἶναι βασικό κεφάλαιο τῆς ὀρθοδόξου Δογματικῆς καί τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας. Ὅταν διαβάση κανείς τό Εὐαγγέλιο καί δῆ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, τότε θά διαπιστώση ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ πολεμική τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καί ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ διαβόλου. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, ὄχι γιά νά ἀσκήση ἁπλῶς τόν ἀλτρουϊσμό καί τήν φιλανθρωπία, ἀλλά γιά νά νικήση τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Ἄλλωστε, αὐτή ἦταν ἡ διαδικασία τῆς πτώσεως.
.               Δυστυχῶς, πολλοί σύγχρονοι Κληρικοί καί θεολόγοι ἀρέσκονται νά ὁμιλοῦν γιά τήν ὀργή ἤ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιά κοινωνικά θέματα, χρησιμοποιώντας ὡραία διπλωματική, εὐγενῆ, ἐκκοσμικευμένη γλώσσα, τήν γλώσσα τῶν ἀνθρώπων μέ ὑψηλές θέσεις, πού συζητοῦν στό σαλόνι, ἐκφράζοντας ἁπλῶς τήν θλίψη τους καί ἀμνηστεύοντας τούς τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς, πού εἶναι ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος. Δηλαδή ἠθικολογοῦν καί δέν θεολογοῦν.
.               Ἔτσι, ἀκυρώνουν στήν πράξη τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιος δέν γνωρίσει τό μίσος τοῦ διαβόλου καί δέν πολεμήσει τόν διάβολο, δέν θά μπορέση νά αἰσθανθῆ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅποιος ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί ἀμνηστεύει τό μίσος καί τό ἔργο τοῦ διαβόλου, μᾶλλον εἶναι ἀντίθετος πρός τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας.
.               Τά γεγονότα πού ζήσαμε καί ζοῦμε εἶναι ὄντως τραγικά. Εὐθύνονται πολλοί γι᾽ αὐτά, κυρίως οἱ ἐμπρηστές. Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά περιορίση τό κακό, νά θεραπεύση αὐτό πού πράττουν οἱ «δαιμονισμένοι», γιατί καί αὐτῶν σέβεται τήν ἐλευθερία, ἀλλά περιορίζει τό καταστρεπτικό τους ἔργο.
.               Νά μάθουμε ὅμως καί ἐμεῖς νά μή ἐκφράζουμε μιά «θεολογία» τῶν παθῶν μας, ἀλλά νά παρηγοροῦμε τούς ἀνθρώπους, ἀγαπώντας ἐν ἀληθείᾳ καί ἀληθεύοντας ἐν ἀγάπῃ. Γιατί στό τέλος ἡ τρομολαγνεία καί ἡ ἀγαπολαγνεία εἶναι μιά ἀρνητική θεολογία, εἶναι μιά ἄλλη πνευματική πυρκαγιά, αἰώνιας διάρκειας.–

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , ,

1 Σχόλιο

«ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ» ἢ «ΣΚΟΠΙΑΝΟ»; (Μητρο. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Μακεδονικὸ» ἢ «Σκοπιανὸ» ζήτημα;

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.               Στήν συζήτηση πού ἔγινε καί γίνεται αὐτόν τόν καιρό στήν Ἑλλάδα καί στά Σκόπια γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος τῆς ὀνομασίας τῆς «γείτονος χώρας», ὅπως ἔλεγαν οἱ περισσότεροι, ἐτέθησαν πολλά ζητήματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι σκοπός τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἐτέθησαν, δηλαδή θέματα ἱστορικά, ἰδεολογικά, ἐθνικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, κομματικά, ἐμπορικά κ.ἄ.
.               Δέν εἶναι πρόθεσή μου νά ἀσχοληθῶ μέ ὅλα αὐτά τά ζητήματα. Ἁπλῶς θέλω νά ἐνημερώσω τούς ἀναγνῶστες ὅτι ὑπηρέτησα ὡς Ἱεροκήρυξ στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας γιά 18 χρόνια (1969-1987), μαζί μέ τόν τότε Ἱεροκήρυκα π. Ἰωήλ Φραγκάκο καί σημερινό Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας, καί γνωρίζω πολλές πτυχές τοῦ σοβαροῦ καί εὐαίσθητου αὐτοῦ θέματος.
.               Ὁ μακαριστός Γέροντάς μου Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κυρός Καλλίνικος πέρασε μέσα ἀπό πολλές μαρτυρικές δοκιμασίες ἀπό τούς Σκοπιανούς καί φιλοσκοπιανούς, τούς «Σλαβομακεδόνες», ὅπως τούς ἔλεγαν τότε, οἱ ὁποῖες δοκιμασίες τόν ἐξαγίασαν κυριολεκτικά.
Ἀφήνω πρός τό παρόν αὐτό τό θέμα καί θά θίξω μόνον μερικά ἄλλα ζητήματα πού παρατήρησα κατά τήν πορεία τῶν συζητήσεων

1. Ρωμανία καί Ἐθνικά Κράτη

.               Θά σημειωθοῦν μερικές ἱστορικές ἀπόψεις, ὅπως μᾶς τίς δίδαξε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὕστερα ἀπό ἔρευνα πού ἔκανε στίς πηγές σχετικά μέ τήν Ρωμηοσύνη. Οἱ Φράγκοι πού ἤθελαν νά διασπάσουν τήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, μᾶς ἀποκάλεσαν ἀπό Ρωμαίους Γραικούς τόν 8ο αἰώνα καί ἀργότερα τόν 19ο αἰώνα διέσπασαν τά Βαλκάνια γιά τήν μή ἐπανασύσταση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Βυζάντιο).
.               Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τόν 4ο αἰώνα σέ ἐπιστολή του, ἀναφερόμενος στίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γράφει ὅτι συμφώνησε μέ αὐτές τίς ἀποφάσεις «πᾶσα ἡ οἰκουμένη», δηλαδή ἡ τότε Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, καί ὅσοι κατοικοῦν στίς Ἐπαρχίες της, ἤτοι «κατά τήν Δαλματίαν καί Δαρδανίαν καί Μακεδονίαν, Ἠπείρους τε καί Ἑλλάδα καί Κρήτην καί τάς ἄλλας νήσους, Σικελίαν τε καί Κύπρον καί Παμφυλίαν, Λυκίαν τε καί Ἰσαυρίαν καί πᾶσαν τε τήν Αἴγυπτον καί τοῖς Λιβίοις καί πλεῖστοι τῶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ ταύτην ἐπέγνωσαν».
.               Ἀπό ὅλες τίς ἱστορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ὅτι ἡ Κύπρος, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ἤπειρος, ἡ Θράκη, ὁλόκληρη ἡ Μακεδονία ἦταν Ἐπαρχίες (Θέματα) τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά εἶχαν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀνῆκαν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, εἶχαν Ἑλληνική παράδοση καί πολιτισμό καί οἱ κάτοικοί τους ἦταν δίγλωσσοι.
.               Οἱ Τοῦρκοι μέχρι τόν 19ο αἰώνα ὀνόμαζαν Ρούμελη ὁλόκληρη τήν Μακεδονία, τήν Ἤπειρο, ὅλες τίς ἐκτάσεις ἀπό τό Βελιγράδι ὡς τήν Πελοπόννησο, δηλαδή ὅλο τό Εὐρωπαϊκό μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἑπομένως, μέχρι τόν 19ο αἰώνα ἐπικράτησε ἡ Ρωμηοσύνη μέ τήν ἑνιαία πίστη, τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση (μουσική, ἁγιογραφία κλπ.), παρά τίς γλωσσικές διαφορές.
.               Ἐπειδή ὑπηρέτησα στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας καί διάβασα ὅλους τούς Κώδικες μέ τά Πρακτικά τῆς Δημογεροντίας τῶν Βοδενῶν, πού διασώζονται στό παλαιό Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, βρῆκα ὅτι στήν Μητρόπολη Βοδενῶν (Ἐδέσσης) μέ τήν Ὀρθόδοξη παράδοση καί τήν Ἑλληνική αὐτοσυνειδησία της ὑπαγόταν καί ἡ Γευγελῆ, καί μάλιστα ὁ τότε Μητροπολίτης, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ἄφησε τήν ἕδρα του καί πῆγε νά ἑορτάση τό Πάσχα ἐκεῖ, προφανῶς γιατί ὑπῆρχε ἀνάγκη.
.               Ἐπίσης, διάβαζα γιά τήν ἡρωική δράση καί στάση τῶν Ἐπισκόπων, τῶν Δημογερόντων καί τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς νά ἀνήκουν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀντιδροῦσαν μέ ὅλες τίς δυνάμεις τους σέ ὅλες τίς ἐθνικιστικές προπαγάνδες.
.               Ἡ διάσπαση τῆς Ρωμηοσύνης τῶν Βαλκανίων σέ Κράτη καί τῆς Μακεδονίας ἔγινε τόν 19ο καί 20ό αἰώνα κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ καί τῆς πολιτικῆς τῶν δυτικῶν δυνάμεων, τῆς Ρωσίας καί τῆς Σερβίας, καί ἀντέδρασε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μέ τήν Σύνοδο τοῦ 1872, πού ἀποφάσισε ἐναντίον τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ.
.               Ὁπότε, εἶναι φανερόν ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί γράφουν τήν ἱστορία τους μέ ἱστορική ἀκρίβεια καί ἐμεῖς δυστυχῶς ὑποχρεωνόμαστε νά τήν περιγράψουμε μέ ψευδῆ ὀνόματα. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο πρόβλημα τῶν ἡμερῶν μας.

2.Ἔλλειμμα δημοκρατικῆς διαδικασίας

.               Τό θέμα αὐτό, ἐκτός ἀπό ἱστορικό, εἶναι καί πολιτικό. Γιά μένα συνιστᾶ ἔλλειμμα δημοκρατικῆς διαδικασίας καί ἔλλειμμα πολιτικῆς διαχειρίσεως ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἡ ὑπεύθυνη Κυβέρνηση ἀντιμετώπισε τό θέμα αὐτό.
.               Νά θυμίσω ὅτι τό 1992 χαράχθηκε ἡ ἐθνική γραμμή ἀντιμετώπισης τοῦ θέματος, ὕστερα δύο Συμβούλια Πολιτικῶν Ἀρχηγῶν ὑπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας. Ἀκόμη καί τό 2008 καθορίσθηκαν «οἱ κόκκινες γραμμές» γιά τό θέμα αὐτό ἀπό τήν τότε Κυβέρνηση καί τήν ἀξιωματική ἀντιπολίτευση, ἡ σύνθετη ὀνομασία μέ γεωγραφικό προσδιορισμό ἔναντι ὅλων, παρά τίς ὀξύτατες πολιτικές διαφωνίες πού εἶχαν μεταξύ τους σέ ἄλλα ἐσωτερικά ζητήματα.
.               Ὅμως, στήν παροῦσα φάση, οἱ διπλωματικές συζητήσεις γίνονταν ἐν ἀγνοία τῶν ἄλλων Κομμάτων, καί μάλιστα βρίσκονταν σέ κατάσταση ἔντονης ἀντιπαράθεσης πού δέν δημιουργοῦσαν τό μίνιμουμ ἐθνικῆς συναίνεσης. Ἐπίσης, δέν ὑπῆρχε ἑνιαία κυβερνητική γραμμή, δέν συζητήθηκε τό θέμα στήν Κοινοβουλευτική ὁμάδα τῆς Κυβερνητικῆς παράταξης. Οὔτε συζητήθηκε στήν Βουλή, παρά μόνον ἐμμέσως ὕστερα ἀπό πρόταση δυσπιστίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Δέν ἔγινε κάποιο δημοψήφισμα γιά νά ἀκουσθῆ ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ κλπ. Ἀγνοήθηκαν δέ καί οἱ διαμαρτυρίες τοῦ λαοῦ μέ τίς μεγάλες κινητοποιήσεις. Ἀντίθετα, ὅλα αὐτά προβλέφθησαν νά γίνουν στό γειτονικό Κράτος καί ὕστερα νά ἀποφασίση ἡ Ἑλλάδα.
.               Αὐτό εἶναι ἀπρεπές, ἐκτός καί ἄν οἱ ὑπεύθυνοι διαχειριστές ἐκ μέρους τῆς Πατρίδας μας ἐνήργησαν κατά τέτοιο τρόπο ὥστε καί οἱ ἔξωθεν ἐνδιαφερόμενες δυνάμεις νά ἱκανοποιηθοῦν καί τό Κράτος τῆς «Βορείου Μακεδονίας» νά στηριχθῆ γιά νά μή διαλυθῆ, καί νά ψηφίση τελικά τήν συμφωνία ἡ ἑπόμενη Ἑλληνική Κυβέρνηση ἤ νά τήν καταψηφίση, ἄν ἐν τῷ μεταξύ οἱ Σκοπιανοί δέν τηρήσουν ὅλα τά σημεῖα τῆς συμφωνίας αὐτῆς.
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει τό νά μή ὑπάρχη συνεννόηση τῶν Πολιτικῶν Κομμάτων στά Ἐθνικά θέματα, ἄν καί ὑπῆρχαν οἱ δυνατότητες καί οἱ δεσμεύσεις νά τεθοῦν οἱ «κόκκινες γραμμές», καί ἀντίθετα νά ἀντιμετωπίζονται μικροκομματικά, τό νά μή λαμβάνεται ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, εἶναι, κατά τήν ἄποψή μου, ἔλλειμμα δημοκρατικῆς διαδικασίας καί πολιτικοῦ διαλόγου.

3. Ἡ «Βόρεια» καί ἡ «Νότια» Μακεδονία

.               Τελικά ἐπελέγη νά ὀνομασθῆ ἡ «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας» σέ «Βόρεια Μακεδονία». Θεωρήθηκε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη λύση καί γιά τήν Ἑλλάδα.
.               Ὅμως, ὁ ὅρος «Βόρεια Μακεδονία» συνειρμικά ὁδηγεῖ τήν σκέψη στήν «Νότια Μακεδονία», ἀφοῦ δέν ὑπάρχει προσδιορισμός Βόρεια ἄν δέν ὑπάρξη Νότια. Ἐπίσης, τό Βόρειο καί τό Νότιο παραπέμπει σέ ἕνα ἑνιαῖο λαό μέ κοινή γλώσσα, κοινή παράδοση, ἑνιαῖο πολιτισμό, ὅπως Βόρεια καί Νότια Κορέα, παρά τό ὅτι εἶναι χωρισμένα Κράτη. Στήν Πατρίδα μας γίνεται λόγος γιά Βόρεια Ἑλλάδα καί Νότια Ἑλλάδα, Βόρεια Πελοπόννησο καί Νότια Πελοπόννησο κλπ. καί ὄχι Βόρεια καί Νότια Μακεδονία.
.               Τελικά, ἀφοῦ προσδιορίσθηκε ἡ «Βόρεια Μακεδονία», ποιά εἶναι ἡ «Νότια Μακεδονία» καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ τῆς «Βόρειας Μακεδονίας» τῶν Σκοπίων καί τῆς Μακεδονίας πού ἀνήκει στήν Ἑλλάδα; Ἐφ’ ὅσον μέ τήν συμφωνία αὐτή ὑπάρχει «Βόρεια Μακεδονία», τότε πῶς μπορεῖ νά διευκρινισθῆ γιά τό ποιά περιοχή τῆς Ἑλλάδος θά χαρακτηρισθῆ ὡς «Νότια Μακεδονία» καί ποιά θά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ τους;
.               Νομίζω ὅτι καί ὁ ὅρος «Βόρεια Μακεδονία» μέ τήν νοούμενη καί μή χαρακτηριζόμενη, πρός τό παρόν, «Νότια Μακεδονία» ὑπονοεῖ τούς ἰσχυρισμούς τῶν Σκοπιανῶν, πού τούς ἄκουγα πολλά χρόνια πρίν ἀπό τούς «Σλαβομακεδόνες», ὅτι οἱ Ἕλληνες κατέκτησαν τήν Μακεδονία καί ὑποδούλωσαν τούς «Μακεδόνες», οἱ ὁποῖοι πρέπει κάποτε νά ἀπελευθερωθοῦν!
.               Θυμᾶμαι, τήν δεκαετία τοῦ 1970 καί 1980, στήν Ἀριδαία Ἀλμωπίας μερικοί αὐτοχαρακτηριζόμενοι ὡς «Μακεδόνες» θεωροῦσαν ὅτι εἶναι ὑπόδουλοι στούς Ἕλληνες καί πολεμοῦσαν κάθε ἑλληνικό στοιχεῖο, καί μεταξύ αὐτῶν καί τόν Γέροντά μου Μητροπολίτη Καλλίνικο.
.               Τελικά, οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας θά εἶναι «Νότιοι Μακεδόνες»; Καί ὅσοι δῆθεν «Σλαβομακεδόνες» κατοικοῦν στήν Ἑλληνική Μακεδονία, θά θεωροῦνται ὑπόδουλοι στούς Ἕλληνες; Ἤ ἀμφότεροι θά ἀγωνισθοῦν γιά νά ἑνώσουν τήν Βόρεια καί Νότια Μακεδονία σέ ἕνα «ἐλεύθερο Κράτος»;
.               Αὐτά εἶναι ζητήματα σοβαρά καί δέν μποροῦν νά ἀντιμετωπίζονται ἐπιπόλαια.

4. Κράτος, Ἐθνικότητα καί Ἰθαγένεια

.               Ἀπό ὅσους ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα αὐτό, ἄλλοι ὁμιλοῦσαν γιά «Μακεδονικό ζήτημα» καί ἄλλοι γιά «Σκοπιανό ζήτημα». Αὐτή ἡ διαφορά δέν εἶναι λεκτική, ἀλλά ἐννοιολογικά σημαντική.
.               Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Τί προσπαθοῦσαν νά κάνουν ἐπιχειρηματολογώντας; Νά ἀπαντήσουν στό τί σημαίνει ὁ ὅρος Μακεδονία καί Μακεδόνες ἤ στό τί εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τῶν Σκοπίων; Τελικά, εἶναι ἀπό πλευρᾶς ἱστορίας ὑπαρξιακό θέμα τῶν Μακεδόνων ἤ τῶν Σκοπιανῶν; Ποιοί τέλος πάντων ἔχουν πρόβλημα ἐθνικό καί πρέπει νά τό ἐπιβεβαιώσουν ἤ νά τό ἀπορρίψουν;
.               Τό ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν Σκοπιανῶν πανηγύρισε ὅτι ἡ Ἑλλάδα τούς ἔδωσε τήν «μακεδονική γλώσσα» καί τήν «μακεδονική ἐθνότητα», καί οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας ἔλεγαν ὅτι δέν δώσαμε ἐθνικότητα, ἀλλά ἰθαγένεια, δείχνει ὅτι εἶναι θέμα ὑπαρξιακό. Φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σύγχυση μεταξύ ἐθνικότητας καί ἰθαγένειας-ὑπηκοότητας. Ὅπως ἔχει παρατηρήσει ὁ Δημήτριος Γάτης, ἐνῶ στήν ἀγγλική ἔκδοση τοῦ κειμένου τῆς συμφωνίας τό «Nationality Macedonia», πού ἀντιστοιχεῖ μέ τό «Ἐθνικότητα Μακεδονική», ἐν τούτοις στήν ἑλληνική γλώσσα μεταφράσθηκε σέ «ἰθαγένεια Μακεδονική», πού ἀντιστοιχεῖ στόν ἀγγλικό ὅρο «Citizen/Citizenship». Ἔτσι στό ἀγγλικό κείμενο στό σημεῖο αὐτό γράφεται: «Nationality Macedonia/Citizen of Republic of North Macedonia», ἐνῶ στήν ἑλληνική μετάφραση γράφεται: «Ἰθαγένεια Μακεδονική/ Πολίτης τῆς Δημοκρατίας τῆς Βόρειας Μακεδονίας». Ἔτσι, στήν συμφωνία αὐτή, πού ὑπεγράφη μεταξύ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν δύο Κρατῶν, ὑπάρχει μιά πρωτοτυπία, ὡς πρός τό ὄνομα τοῦ Κράτους καί τό ὄνομα τῶν πολιτῶν του.
.               Γιά τό θέμα αὐτό κάνει εὔστοχες παρατηρήσεις ὁ Ἄγγελος Συρίγος, ἀναπληρωτής καθηγητής Διεθνοῦς Δικαίου καί Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς στό Πάντειο Πανεπιστήμιο, σέ πρόσφατο ἄρθρο του (Καθημερινή 24 Ἰουνίου 2018) μέ τίτλο «Νοτιοαφρικανοί, Νοτιοσουδανοί, Μακεδόνες». Γράφει ὅτι ἡ ΠΓΔΜ θά εἶναι «τό πέμπτο Κράτος τοῦ ΟΗΕ μέ γεωγραφικό προσδιορισμό στό ὄνομά του». Τά ἄλλα τέσσερα Κράτη εἶναι ἡ Νότιος Ἀφρική, ἡ Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, τό Ἀνατολικό Τιμόρ καί τό Νότιο Σουδάν.
.               Στά τέσσερα αὐτά Κράτη «τό ὄνομα τοῦ Κράτους ταυτίζεται μέ τό ὄνομα τῶν πολιτῶν τῆς Χώρας», δηλαδή γράφεται: «ὁ λαός τῆς Νότιας Ἀφρικῆς», «ὁ Κεντροαφρικανικός λαός», «ὁ λαός τοῦ Νοτίου Σουδάν», «ὁ λαός τοῦ Ἀνατολικοῦ Τιμόρ». Ἀντίθετα, μέ τήν συμφωνία τῶν δύο Ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῶ ἡ ΠΓΔΜ «θά ὀνομάζεται Βόρεια Μακεδονία», «οἱ κάτοικοί της δέν θά λέγονται “Βορειομακεδόνες”, ἀλλά “Μακεδόνες” μέ παῦλα “πολίτες τῆς Βόρειας Μακεδονίας”». Καί φυσικά θά ἐπικρατήση τό πρῶτο. Ἔτσι, θά εἶναι τό μόνο Κράτος στόν ΟΗΕ μέ αὐτήν τήν διαφοροποίηση μεταξύ ὀνόματος τοῦ Κράτους καί ὀνόματος τῶν πολιτῶν του.
.               Στό ἐπιχείρημα μερικῶν ὅτι ὑπάρχει τό δικαίωμα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ κάθε λαοῦ, στό ὁποῖο δέν μποροῦμε νά παρέμβουμε, ὁ καθηγητής παρατηρεῖ ὅτι «τό ὄνομα τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους, –ἡ ἰθαγένεια/ὑπηκοότητα– δέν ἀποτελεῖ δικαίωμα αὐτοπροσδιορισμοῦ. Εἶναι ὁ νομικός δεσμός μέ τό Κράτος». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀφοῦ ἐπελέγη νά ὀνομασθῆ τό γειτονικό Κράτος «Βόρεια Μακεδονία», ἡ ἰθαγένεια-ὑπηκοότητα θά ἔπρεπε νά χαρακτηρίζεται ὡς «Βορειομακεδονική», πού δείχνει τήν σχέση τοῦ πολίτη μέ τό Κράτος καί ὄχι νά ἔχη ἕνα ὄνομα πού προσδιορίζεται «βάσει τῆς εὐρύτερης γεωγραφικῆς περιφέρειας, στήν ὁποία κατοικεῖ».
.               Μάλιστα χρησιμοποιεῖ καί ἕνα ἐπιχείρημα. «Οἱ ἐναπομείναντες Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤ τῆς Ἴμβρου, ὅσο καί νά θέλουν νά αὐτοπροσδιορισθοῦν, Τοῦρκοι πολίτες θά εἶναι. Ἐκεῖ πού ὑπάρχει δικαίωμα αὐτοπροσδιορισμοῦ εἶναι ὡς πρός τήν ἐθνοτική τους ταυτότητα. Εἶναι Τοῦρκοι πολίτες ἑλληνικῆς καταγωγῆς (ἤ Ἕλληνες ὡς πρός τήν ἐθνότητα)».

5. Διαφωτισμός καί Ἀριστερά

.               Κατά τήν πρόσφατη συζήτηση πού ἔγινε γιά τό θέμα αὐτό, διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ἀριστεροί πολιτικοί εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπό τόν ἐθνικισμό, τόν ὁποῖο φορτώνουν στούς ἀντιπάλους τους, καί γι’ αὐτό εἶναι ἐλεύθεροι, ἐπηρεασμένοι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ διαφωτισμοῦ καί τοῦ ὑπερεθνικισμοῦ.
.               Τό θέμα εἶναι ὅτι ὁ διαφωτισμός συνδέεται μέ τόν ἐθνικισμό. Μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ διαφωτισμοῦ στήν Εὐρώπη ἀφυπνίσθηκαν οἱ ἐθνικισμοί καί πραγματοποιήθηκε ἡ δημιουργία μικρῶν Κρατῶν γιά νά ἐλέγχονται οἱ καταστάσεις καί νά κυριαρχοῦν οἱ τοπικές παραδόσεις. Ἡ διάσπαση τῶν Βαλκανίων σέ πολλές ἐθνικότητες καί σέ πολλά μικρά Κράτη ἦταν ἀπόρροια τῶν ἰδεῶν τοῦ διαφωτισμοῦ.
.               Ὁ Μέγας Ναπολέων μέ τό ἐπιτελεῖο του, καί οἱ τότε Εὐρωπαϊκές δυνάμεις, ἐπηρεασμένες ἀπό τόν διαφωτισμό καί τόν ρομαντισμό θέλησαν νά διασπάσουν τήν πολυεθνική Ρωμανία, τήν δυναμική Ρωμηοσύνη, καθώς ἐπίσης ἔκαναν τά πάντα γιά νά ἀποτρέψουν στό μέλλον τήν ἀνασύσταση τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Βυζάντιο) μέ τήν ἑνότητα ὅλων τῶν λαοτήτων σέ μιά ἑνιαία Αὐτοκρατορία. Ἡ Χριστιανική Ρωμανία ἦταν διαιρεμένη σέ «θέματα» μέ ἑνότητα πολιτιστική, ἐκκλησιαστική, παρά τήν διαφορά τῶν γλωσσῶν, ἐνῶ οἱ ἀρχές τοῦ διαφωτισμοῦ τήν διέσπασαν.
.               Ὅμως, σπάνια ἀκούγονται τά σχετικά μέ τήν πολιτιστική ἑνότητα τῆς Χριστιανικῆς Ρωμανίας (Βυζάντιο), παρά τήν γλωσσική διαφορετικότητα, καθώς ἐπίσης σπάνια ἀκούγεται ὅτι ὁ διαφωτισμός χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἐθνικισμό καί δυστυχῶς οἱ ἀριστεροί θεωροῦνται δῆθεν τέκνα τοῦ διαφωτισμοῦ, καί παράλληλα εἶναι διεθνιστές.
.               Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω διερωτῶμαι: Τό θέμα αὐτό εἶναι «Μακεδονικό» ἤ «Σκοπιανό»; Ὑπάρχει «Βόρεια Μακεδονία» χωρίς «Νότια Μακεδονία»; Ὑπάρχει «Βόρεια ἐλεύθερη Μακεδονία» καί «Νότια ὑπόδουλη Μακεδονία»; Συνδέεται ὁ διαφωτισμός μέ τόν διεθνισμό ἤ συνδέεται ὁ διαφωτισμός μέ τόν νεοφιλελεύθερο ἐθνικισμό;
.               Μέσα στήν θλίψη τῶν ἡμερῶν αὐτῶν καί τήν ἀδράνεια πολλῶν ἤ τήν πενία ἑνός συγκροτημένου λόγου, παρέδωσα ὅλη τήν μέριμνά μου καί τήν ἐλπίδα μου στόν Θεό, τόν «ὑπερασπιστή» τῆς ζωῆς μας, τόν ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, τόν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

,

Σχολιάστε

«ΘΕΗΛΑΤΟΙ» ΜΕ ΕΝΔΥΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Μάϊος 2018

.             Τόν 3ο καί 4ο αἰώνα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε ἕνα μεγάλο πρόβλημα μέ τήν συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό, δηλαδή τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεολογίας μέ τίς θεωρίες τῶν Φιλοσόφων, τῶν Προσωκρατικῶν, τῆς Κλασσικῆς μεταφυσικῆς (Πλάτωνας, Ἀριστοτέλης) καί τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ.
.             Οἱ θεολόγοι πού ζοῦσαν στά μέρη τῆς Ἀνατολῆς συζητοῦσαν μέ τούς φιλοσόφους γιά θεολογικά-ὀντολογικά καί κοσμολογικά προβλήματα καί προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν σέ αὐτά μέσα ἀπό τήν ἀποκαλυπτική θεολογία. Ἐπειδή δέν εἶχαν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό κατέληξαν σέ διάφορες αἱρέσεις, ὅπως εἶναι οἱ Ἀρειανοί καί οἱ μετέπειτα αἱρετικοί.
.             Οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι προσπαθοῦσαν νά ἀπαντήσουν στούς Ἀριστοτελικούς φιλοσόφους γιά τό εἶναι τοῦ Θεοῦ σέ σχέση μέ τόν κόσμο, εἰσήγαγαν τά περί τῆς οὐσίας καί τῆς ἐνεργείας στόν Θεό, γιά νά ἀπαντήσουν στό ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἀΐδιος καί ἀπό ἐκεῖ κατέληξαν σέ αἱρετικές ἀπόψεις στήν Τριαδολογία καί τήν Χριστολογία. Ἔτσι, δημιούργησαν καινούργιες ἀπόψεις πού σαφέστατα ἀπόκλιναν ἀπό τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι παρέλαβαν τήν ἀλήθεια ἀπό τόν Ἄσαρκο Λόγο στήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν Σεσαρκωμένο Λόγο στήν Καινή Διαθήκη.
.             Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα ἀπό τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν μέ τόν στοχασμό καί τήν λογική, καί γι’ αὐτό συγκλήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι γιά νά ἀντιμετωπίσουν τίς αἱρετικές κακοδοξίες. Ὅσοι ὑποστήριξαν τέτοιες ἀπόψεις εἰλημμένες ἀπό τήν φιλοσοφία καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (692 μ.Χ.) στόν πρῶτο κανόνα της μέ τίτλο «περί τηρήσεως τῶν ἱερῶν κανόνων τῶν προτέρων συνόδων» ὁρίζει «ἀκαινοτόμητόν τε καί ἀπαράτρωτον φυλάττειν τήν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τε τῶν αὐτοπτῶν καί ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων» καί στήν συνέχεια μνημονεύει καί τῶν Πατέρων τῶν ἕως τότε Συνόδων.
.             Ἀναφερόμενος ὁ κανόνας αὐτός στούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συγχρόνως καταγράφει καί τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Δηλαδή, δέν καταδικάζονται ἁπλῶς καί γενικῶς οἱ αἱρέσεις ὡς πρός τόν Χριστό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά οἱ ἐκφραστές αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν. Ἔτσι, μνημονεύει τόν «Ἄρειον τόν δυσσεβῆ», «τόν βέβηλον Μακεδόνιον», τόν «Ἀπολλινάριον, τόν τῆς κακίας μύστην», «τήν ληρώδη τοῦ Νεστορίου διαίρεσιν», τόν «Εὐτυχέα τόν ματαιόφρονα», καί ἄλλους αἱρετικούς καί κακοδόξους. Κάνουν ἐντύπωση τά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά προσδιορίσουν τόν φιλοσοφικό καί κακόδοξο τρόπο θεολογήσεώς τους.
.             Τά ἴδια διαβάζουμε στό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ μέ τίτλο: «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως». Ἀναφερόμενος ὁ κορυφαῖος αὐτός Δογματικός Πατέρας τοῦ 8ου αἰῶνος στά θέματα τῆς Χριστολογίας, ὅτι ἡ ἕνωση στόν Χριστό ἔγινε ἀπό δύο τέλειες φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρωπίνη, μνημονεύει τόν Διόσκορο καί τόν Σεβῆρο πού ὑποστήριζαν ὅτι ἔγινε φυρμός ἤ σύγχυση ἤ ἀνάκραση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό.
.             Γράφει ὅτι δέν ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στόν Χριστό «κατά φυρμόν ἤ σύγχυσιν ἤ ἀνάκρασιν, ὡς ὁ θεήλατος (κυνηγημένος ἀπό τόν Θεό) ἔφη Διόσκορος, Σεβῆρος τε καί ἡ τούτων ἐναγής (μιασμένη) συμμορία». Ἐπίσης, γράφει ὅτι ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό δέν εἶναι προσωπική ἤ σχετική ἤ κατ’ ἀξία ἤ κατά τήν ταυτότητα τῆς βουλήσεως ἤ τήν ὁμοτιμία ἤ τήν ἀνωνυμία ἤ τήν εὐδοκία, «ὡς ὁ θεοστυγής (βλάσφημος) ἔφη Νεστόριος, Διόδωρός τε καί ὁ Μομψουεστίας Θεόδωρος καί ἡ τούτων δαιμονιώδης (δαιμονισμένη) ὁμήγυρις».
.             Παρατηροῦμε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦσαν δυνατά ἐπίθετα γιά νά χαρακτηρίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι μετέδιδαν κακοδοξίες καί αἱρέσεις πού στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἀληθινῆς πίστεως, ἐνῶ ἦταν ἅγιοι καί μετεῖχαν τῆς Θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Στά θέματα τῆς πίστεως δέν ἐπιτρέπονται εὐγενεῖς λόγοι, διπλωματικές ἐνέργειες καί συμβιβασμοί.
.             Παρατηρώντας τήν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων διαπιστώνουμε ὅτι αὐτός ὁ στοχαστικός καί φιλοσοφικός τρόπος θεολογήσεως, πού καταδικάστηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, πέρασε μέ διαφόρους τρόπους στήν Δύση καί ἐκφράσθηκε ἀπό τήν λεγομένη Σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία θεωρήθηκε ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία. Μετά τήν Σχολαστική θεολογία, κυρίως τόν 13ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκαν ἄλλα φιλοσοφικά καί θεολογικά ρεύματα πού ἀπομακρύνθηκαν τόσο ἀπό τήν Σχολαστική θεολογία ὅσο καί ἀπό τήν Πατερική θεολογία, καί ὡς κέντρο τῆς θεολογήσεως τέθηκαν οἱ φιλόσοφοι καί οἱ φιλοσοφοῦντες. Εἶναι φανερό, ὅταν μελετᾶ κανείς τά θεολογικά ρεύματα στόν δυτικό χῶρο, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ Σχολαστική θεολογία ἐπηρεάσθηκε κυρίως ἀπό τόν Πλάτωνα, ἀλλά καί τόν Ἀριστοτέλη, ἡ μετέπειτα ἐξέλιξη στήν Εὐρώπη ἐπηρεάσθηκε ἀπό τήν προσωκρατική φιλοσοφία.
.             Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική οἱ δυτικοί θεολόγοι μέ διαφόρους τρόπους μελετοῦν τά ἔργα καί τήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν καί κατά κάποιον τρόπο τούς συμπαθοῦν. Ἔτσι καλλιεργοῦνται θεολογικές ἀπόψεις πού προσεγγίζουν περισσότερο στήν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν. Γιά παράδειγμα, ὅλη ἡ σύγχρονη φιλοσοφία καί θεολογία εἶναι βολονταριστική, κάνει λόγο γιά ὑποστατική θέληση, ἡ ὁποία καταδικάστηκε ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο.
.             Ἔτσι, σύγχρονοι θεολόγοι μελετοῦν τά ἔργα τους, ἐκτιμοῦν τόν τρόπο θεολογήσεώς τους, τούς συμπαθοῦν καί φθάνουν μέχρι τό σημεῖο νά γράφουν ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους δέν κατάλαβαν τούς αἱρετικούς, ἀλλά τούς παρερμήνευσαν καί τούς ἀδίκησαν μέ τό νά τούς καταδικάσουν. Ἔτσι, ἔγιναν διατριβές γιά τόν αἱρετικό Διόσκορο, Εὐτυχῆ, Ἀπολλινάριο κλπ., μέ τίς ὁποῖες οἱ συντάκτες τους κατέλαβαν Πανεπιστημιακές θέσεις καί μέ αὐτόν τόν τρόπο διδάσκουν αὐτές τίς ἀπόψεις στούς φοιτητές τους, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι διδάσκει, ἑορτάζει καί ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεση καί οἱ αἱρετικοί περνοῦν στίς Ὀρθόδοξες Θεολογικές Σχολές μέσα ἀπό τήν λεγόμενη ἐπιστήμη. Ὁπότε σήμερα, μερικές φορές ἡ αἵρεση κυκλοφορεῖ μέ τόν μανδύα τῆς ἐπιστήμης καί οἱ αἱρετικοί μέ τό ἔνδυμα τῶν ἐπιστημόνων. Φυσικά, ἄλλο εἶναι νά μελετῶνται οἱ ἀπόψεις καί τῶν αἱρετικῶν σέ ἀντιπαραβολή μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, πού εἶναι ἐπιστήμη, καί ἄλλο νά παρουσιάζωνται μέσα ἀπό τήν διαδικασία τῆς ἐπιστήμης οἱ αἱρετικοί «θεήλατοι», «θεοστυγεῖς», «δαιμονιώδης ὁμήγυρις», ὡς ἀδικηθέντες ἀπό τούς Πατέρες καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν λατρεία της ψάλλει θριαμβευτικά γιά τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, καί ὁμολογεῖ τήν ἀλήθεια καί τιμᾶ τούς Πατέρας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, καί μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι στίς Θεολογικές Σχολές κάνουν ἐπιστήμη πάνω στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς, μέ τό νά τούς παρουσιάζουν ὡς ἀδικηθέντας ἀπό τήν ἴδια τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι πράγματι τραγελαφικό αὐτό.
.             Ὅσο ἐξετάζει κανείς τά σύγχρονα θεολογικά πράγματα μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόσο καί ἀπογοητεύεται.
.             Κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρχε μεγάλη ἄγνοια καί ἀμάθεια, ἀλλά ὑπῆρχε ἡ λατρεία πού βασίζεται στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, σέ μερικά σημεῖα, μεταφέρθηκε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ αἵρεση ὡς ἐπιστήμη, τήν ὁποία καλλιεργοῦν ὅσοι θέλουν νά καταλάβουν πανεπιστημιακές θέσεις, καί συγχρόνως παραθεωρεῖται ὁ πλοῦτος τῆς λατρείας.
.             Ἀλλά ὑπάρχει Θεός. «Μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (Α´ Ἔσδρ. δ´, 41).

ΠΗΓΗ: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

 

, ,

Σχολιάστε