Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

«ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

«Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.             Ἐξεδόθη πρόσφατα ἕνα σημαντικό βιβλίο ἀπό τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο μέ τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί μέ ὑπότιτλο «Κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο «Ostracon Publishing (Θεσσαλονίκη 2017).
.             Μέχρι τώρα ὁ καθηγητής, μέ τήν ἐπιμέλεια πού τόν χαρακτηρίζει, ἐξέδωσε ἄλλα αὐτοτελῆ ἔργα του, ὅπως «Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Αὐθεντία καί πρωτεῖο», «Ὁ ἀνακαινισμός τοῦ ἀνθρώπου κατά τή δογματική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου», «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα Α’», «Προλεγόμενα στή θεολογική γνωσιολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», «Θέματα Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Περιχώρησις. Θεολογικό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καί οἱ ἐφαρμογές του κατά τή Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Χάρισμα καί θεσμός στήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
.             Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὕστερα ἀπό μιά μεγάλη ἐμπειρία στήν μελέτη καί πραγμάτευση δογματικῶν θεμάτων, μέσα ἀπό τήν ὅλη ἐκκλησιαστική διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν θεολόγων, προῆλθε ὡς ἀποκορύφωμα ὁ νέος εὔχυμος καρπός μέ τόν τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἑπομένως, τό νέο αὐτό ἔργο εἶναι ἕνας ὥριμος καρπός πολυετοῦς μελέτης πάνω σέ δογματικά ζητήματα.
.          Θά ἤθελα στήν συνέχεια νά καταγράψω μερικές σκέψεις πού μοῦ δημιουργήθηκαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου.

1.Ὁ συγγραφεύς καί τά ἐπιστημονικά του ἐνδιαφέροντα

.             Ὅταν διαβάζη κανείς ἕνα κείμενο ἤ ἕνα βιβλίο ἐξετάζει κατ’ ἀρχάς τό ὄνομα τοῦ συγγραφέως γιά νά διαπιστώση τήν ἐγκυρότητά του. Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βιβλίου Βασίλειος Τσίγκος εἶναι καθηγητής στό Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διδάσκει τήν Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἦταν μαθητής καί εἶναι διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου καί κατά βάση ἐκφράζει τήν θεολογία του.

.             Στό ἐσώφυλλο τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ βιβλίου γράφεται ὅτι τά διερευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ Βασιλείου Τσίγκου εἶναι στραμμένα:

«-Στήν μελέτη τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς μέσα ἀπό τά μνημεῖα ἑνός πολιτισμοῦ λόγου καί τέχνης πού δημιουργεῖ ἐν παντί τόπῳ καί χρόνῳ ἡ Ἐκκλησία.
-Στήν ἀκριβῆ ἔκθεση καί αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων τῆς πίστεως, μέ διαχρονία καί συγχρονία μέ τόν τρόπο ζωῆς τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.
-Στήν ἁρμονική συνύφανση, τήν ἄρρηκτη ἑνότητα καί σύνδεση τῆς δογματικῆς θεολογίας μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
-Στήν ἀναγκαιότητα μιᾶς σύγχρονης ἐκφορᾶς τῆς θεολογικῆς μαρτυρίας σέ διάλογο μέ τά θεμελιώδη προβλήματα, τίς ἀπορίες καί τίς ἀναζητήσεις τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου».

Ὅλα αὐτά τά σημαντικά ἐρευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ καθηγητοῦ ἀντικατοπτρίζονται στό βιβλίο τῆς «Δογματικῆς» του.

2. Ἡ σχολαστικοποίηση τῆς Δογματικῆς

.             Πρίν ἀναφερθῶ στήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου, θά κάνω μιά μικρή ἀνασκόπηση σέ «Δογματικές» πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικισμό, γιά νά φανῆ ἡ ἀξία τῆς παρούσης «Δογματικῆς».
Τήν δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισμοῦ κατά τήν ὁποία γίνονταν πολλές ἀνακατατάξεις στόν δυτικό Χριστιανισμό, ἐπηρεάσθηκε καί ἡ «Δογματική» τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἀρχή τῆς δεύτερης χιλιετίας ἡ διατύπωση καί ἡ ἔκφραση τῶν δογματικῶν θεμάτων ἔγινε μέ σχολαστικό τρόπο μέ τήν ἐμφάνιση τῆς λεγομένης σχολαστικῆς θεολογίας καί στήν ὁποία πρωτεύοντα ρόλο διεδραμάτισε ὁ ὀρθολογισμός-λογικοκρατία.
.            Στήν συνέχεια ὑπῆρξε ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ σχολαστικισμοῦ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὅμως, ὁ σχολαστικός τρόπος ἐκφράσεως τῶν δογμάτων ἐπηρέασε καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἔτσι, σχεδόν ὅλες οἱ «Δογματικές» πού ἐγράφησαν μέχρι τόν 20ό αἰώνα ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικό τρόπο καταγραφῆς τῶν δογματικῶν θεμάτων. Αὐτό φαίνεται στήν διάρθρωση τῶν θεμάτων τῶν κατά καιρούς «Δογματικῶν».
.              Συνήθως, ἐκεῖνο πού ἐπικράτησε στίς σύγχρονες «Δογματικές» ὡς ἐπηρεασμός ἀπό τίς παλαιότερες σχολαστικές «Δογματικές» εἶναι ἡ διάρθρωσή τους σέ ἰδιαίτερα κεφάλαια, ὅπως Τριαδολογία, Χριστολογία, Ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία.
.              Γιά παράδειγμα, στήν εἰσαγωγή τῆς «Δογματικῆς» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἡ ὁποία ἐπηρέασε ἐν πολλοῖς καί ἄλλες «Δογματικές», γίνεται λόγος γιά τόν ὁρισμό τῆς «Δογματικῆς», τό δόγμα καί τήν ἀποκάλυψη, τό δόγμα καί τόν ὀρθό λόγο, τίς πηγές καί τόν γνώμονα τῆς Δογματικῆς, τήν σχέση τῆς Δογματικῆς πρός τά ἄλλα θεολογικά θέματα, τήν μέθοδο τῆς Δογματικῆς, τήν διαίρεση τῆς δογματικῆς καί τήν ἱστορία τῆς Δογματικῆς. Ἀμέσως μετά τό βιβλίο διαιρεῖται σέ δύο μέρη.
.             Τό πρῶτο μέρος τιτλοφορεῖται «προϋποθέσεις τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως» καί ὑποδιαιρεῖται σέ κεφάλαια, ὅπως ἡ θεολογία (γιά τόν Θεό), ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ θεία Πρόνοια, ὁ κόσμος.
.             Τό δεύτερο μέρος τιτλοφορεῖται «ἡ ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσις» καί ὑποδιαιρεῖται σέ τρία τμήματα καί κάθε τμῆμα σέ ἐπιμέρους κεφάλαια. Τό πρῶτο τμῆμα φέρει τόν τίτλο «Χριστολογία» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια γιά «τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», «τό κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου», τό «Βασιλικόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου». Τό δεύτερο τμῆμα ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ θεία Χάρις», «ἡ Ἐκκλησία», «τά μυστήρια». Καί τό τρίτο τμῆμα φέρει τίτλο «ἡ τελείωσις τῆς ἀπολυτρώσεως (Ἐσχατολογία)» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ μερική κρίσις» καί «ἡ τελείωσις τῶν πάντων».
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος στήν εἰσαγωγή του γράφει ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διαιρεῖται σέ περιόδους, ἤτοι τήν πρώτη περίοδο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τό 8ο αἰώνα, καί τήν δεύτερη περίοδο ἀπό τόν ἱερό Δαμασκηνό μέχρι σήμερα.
.              Ἀναφερόμενος σέ αὐτήν τήν δεύτερη περίοδο γράφει ὅτι ἡ «Δογματική» ἀπέβαλε τήν παραγωγική δύναμή της καί περιορίζεται στήν ἐπεξεργασία τῶν παραδεδομένων δογμάτων «ἄνευ αὐτοτελείας καί ζωῆς». Μέ τόν τρόπο αὐτόν παραγνωρίζει καί ὑποτιμᾶ τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν-νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, γράφει ὅτι τά δογματικά ἐγχειρίδια τά ὁποῖα ἐμφανίσθηκαν ἀπό τόν 18ο αἰώνα καί στήν συνέχεια «εἶνε μᾶλλον συνόψεις τῶν δογμάτων κατά τήν Σχολαστικήν μέθοδον, ἥτις ἀπό τοῦ 13ου αἰῶνος σπουδαίαν ῥοπήν ἤρξατο ἀσκοῦσα ἐπί τήν ἡμετέραν Θεολογίαν».
.             Αὐτή ἡ ἐπίδραση ἀπό τήν σχολαστική θεολογία καί τόν μετέπειτα γερμανικό ἰδεαλισμό ἤδη φαίνεται καί στήν «Δογματική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἀφ’ ἑνός μέν στήν διάρθρωσή της, ἀφ’ ἑτέρου στό περιεχόμενό της. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τό ἀντικείμενο τοῦ παρόντος κειμένου.

3. Ἡ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»

.             Ἐπειδή ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς σχολαστικός θεολόγος. Ἄλλωστε, ἡ κυρίως σχολαστική θεολογία ἐμφανίσθηκε στήν Δύση μεταξύ τοῦ 11ου – 13ου αἰῶνος. Ἔπειτα, τό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» συνοψίζει ὅλη τήν πατερική διδασκαλία τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, ἀλλά δέ ὁμοιάζει καθόλου μέ τήν μέθοδο καί τόν τρόπο τῶν σχολαστικῶν θεολόγων. Ἔτσι, τό δογματικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ δέν ὑπενθυμίζει καθόλου τήν σχολαστική θεολογία, ὅπως δυστυχῶς ἰσχυρίζονταν οἱ παλαιότεροι ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι.
.             Ἡ διάρθρωση τοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» διακρίνεται σέ τέσσερα μέρη. Στό πρῶτο μέρος γίνεται λόγος γιά τόν Θεό, τό ἀκατάληπτο τοῦ Θεοῦ, τά ρητά καί ἄρρητα, τά γνωστά καί ἄγνωστα τοῦ Θεοῦ καί γενικά γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τόν τρόπο ἑνώσεως καί διακρίσεως κλπ. Στό δεύτερο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἤτοι τήν δημιουργία τῶν ἀγγέλων τῆς κτίσεως καί τοῦ ἀνθρώπου. Στό τρίτο μέρος γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί στό τέταρτο μέρος γίνεται λόγος γιά τά μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν Ἐκκλησία, τά μυστήρια, τούς ἁγίους καί τά λείψανα τους, τήν Θεοτόκο, τίς εἰκόνες, τήν Ἁγία Γραφή, τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τήν παρθενία, τόν ἀντίχριστο καί τά τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέν χωρίζει τήν «Δογματική» του σέ Τριαδολογία, Ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία, γιατί γνωρίζει καλά ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν μιά ἑνότητα μεταξύ τους. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι δέν χωρίζει τήν Τριαδολογία ἀπό τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Πράγματι, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τριαδολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρξη Χριστολογία χωρίς τήν Τριαδολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία, οὔτε μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἐκκλησιολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά ἐσχατολογία χωρίς τήν Τριαδολογία, τήν ἀνθρωπολογία, τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Στήν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν τήν Χριστολογία μέσα ἀπό τήν Τριαδολογία, καί μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως φαίνεται στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης βλέπουν τήν Ἐκκλησιολογία, τήν ἀνθρωπολογία καί τήν ἐσχατολογία μέσα ἀπό τήν Χριστολογία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

4.  Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματική

.             Ὅλα αὐτά ἦταν ἀπαραίτητα νά λεχθοῦν γιά νά δοῦμε τήν ἀξία τῆς «Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου.
.             Στόν πρόλογο ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ ἐπίτομη αὐτή Δογματική ἐπιχειρεῖ νά ἐκθέσει μέ ἀκρίβεια καί νά ἑρμηνεύσει, κατά τό δυνατόν πληρέστερα, τό περιεχόμενο τῆς πίστεως καί τῆς καταγεγραμμένης ἐμπειρίας τοῦ “εὐσεβοῦς φρονήματος” καί τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Στήν προσπάθεια αὐτή «συνεισφέρουν οὐσιαστικά καί δημιουργικά ἡ λειτουργική συνύπαρξη, ἡ ἄρρηκτη σύνδεση καί συσχέτιση τῆς Δογματικῆς μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τήν θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπίσης, ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ θεολογική καί ἱστορική τεκμηρίωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἀκολουθεῖ “τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα” (Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας)».
.             Εἰσαγωγικά πρίν ἀρχίση ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἀναπτύσσεται τό θέμα «θεολογικά πρότερα στό δόγμα καί τήν Δογματική». Σέ αὐτό τό κεφάλαιο κατ’ ἀρχάς γίνεται λόγος «περί δογμάτων καί πραγμάτων», ἤτοι γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα στήν Ἐκκλησία, τίς πηγές καί τά θεμέλια τοῦ δόγματος, τήν σύγχρονη μαρτυρία τῆς πίστεως, καί στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά τήν Θεολογία καί τήν Οἰκονομία, τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν σύγχρονη θεολογική ἔρευνα, καί τήν μέθοδο καί τό περιεχόμενο τῆς Δογματικῆς. Ἑπομένως, στό εἰσαγωγικό αὐτό κείμενο ἐκτίθενται «τά ἑρμηνευτικά κλειδιά» τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
.             Στήν συνέχεια ἀκολουθοῦν τά βασικά ἕξι κεφάλαια ἤτοι: «Οἱ θεοφάνειες ὡς πηγή θεογνωσίας», «Περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», «Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ», «Ἄνθρωπος, ὁ ἐν μικρῷ μέγας», «Περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», «…καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Στό τέλος παρατίθενται ἡ βιβλιογραφία (πηγές καί βοηθήματα) καί οἱ πίνακες.
.             Μέ τήν ἀπαρίθμηση καί μόνον τῶν κεφαλαίων γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος στηρίζεται πάνω σέ ὀρθόδοξες θεολογικές βάσεις, ἀπηλλαγμένες ἀπό τήν σχολαστική θεώρηση τῶν δογμάτων καί τῶν πραγμάτων, ἀποφεύγει τήν διαίρεση τῆς «Δογματικῆς» σέ Τριαδολογία, Χριστολογία, Κοσμολογία-ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία. Κάνει δέ λόγο γιά τίς Θεοφάνειες πού εἶχαν οἱ θεόπτες ἅγιοι καί ὅτι ἡ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεογνωσίας, γιά τόν Θεό, γιά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν ἄνθρωπο, ἤτοι τήν δημιουργία του, τήν πτώση του, τήν ἀνακαίνισή του καί τήν κοινωνία τῆς θεώσεως, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία χαρισμάτων καί μυστηρίων καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, γιά τήν ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πού ἀρχίζει μέ τόν ἀνακαινισμό τῆς κτίσεως, τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρός τά ἔσχατα διά τῆς ἱστορίας, τόν ἀρραβώνα τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ζωή αὐτή, τήν κοινωνία τῶν ἐσχάτων καί τήν ἐσχατολογική τελείωση, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
.             Ἔτσι, ὑπάρχει μιά ὀργανική σύνδεση μεταξύ τῶν κεφαλαίων τοῦ βιβλίου μέ τέτοιο τρόπο πού νά μή φαίνωνται ὅτι εἶναι ξεχωριστά, παρά τήν ἀνάγκη τῆς διακρίσεώς τους γιά τήν μελέτη τῶν ἐπί μέρους θέματων. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί ἡ θεολογία εἶναι ἑνιαία.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικό χαρακτήρα. Εἶναι σάν ἕνας κύκλος. Ὅπου καί ἄν ἀκουμπήσης πάνω στόν κύκλο, ξέρεις ὅλο τόν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στήν Πεντηκοστή. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τό βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τό κλειδί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτό, καί ἐκεῖνος πού φθάνει στήν θέωση μετά τήν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”.
.             Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ “πᾶσα ἀλήθεια”; Εἶναι κάτι, πού ὑπερβαίνει τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου. Συμπεριλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί κατοικεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο πού ἔχει φθάσει στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί θείας Χάριτος, περί θεραπείας τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, περί τοῦ παρελθόντος τῆς σωτηρίας στήν Παλαιά Διαθήκη, περί τοῦ μέλλοντος καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅλα εἶναι μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική Τόμος Β´, σελ. 269).
.             Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πού δείχνει αὐτήν τήν ἑνότητα: «Ἡ δέ χάρις, αὐτήν τελεσιουργεῖ τήν ἀπόρρητον ἕνωσιν· δι’ αὐτῆς γάρ ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ· ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ· ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν· καί τῆς πρός αὐτόν ἀναβάσεως, οἷον ἔπαθλον αὐτόν μόνον κτησάμενοι τόν Θεόν· ψυχῆς πρός σῶμα περιφῦντα τρόπον, ὡς οἰκείοις μέλεσι, καί ἐν αὐτῷ εἶναι καταξιώσαντα».
Ἐδῶ παρατηρεῖ κανείς ὅτι γίνεται λόγος γιά τό «ὅλον» καί τό «ὁλικῶς». Αὐτό δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό «ὅλον» τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τό ἔχει καταλάβει πολύ καλά ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος, ὅπως φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τῆς «Δογματικῆς» του. Θά ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό σημεῖο.
.             Σέ κάποιο κεφάλαιό του ἀναφέρεται στήν «χριστοκεντρική Ἐκκλησιολογία» καί ὑπογραμμίζει ὅτι «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὀρθόδοξη διδασκαλία περί Ἐκκλησίας χωρίς τήν Χριστολογία, ἀλλά καί αὐτή κατανοεῖται εὐχερέστερα διά τῆς Ἐκκλησιολογίας». Ἐπίσης, τονίζει ὅτι «τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἀρρήκτως καί ἀχωρίστως μέ τό μυστήριο τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ἔχοντας ὡς στέρεο ὑπόβαθρο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Χριστολογία θεμελιώνεται στήν Τριαδολογία καί συνεπῶς στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέν χωρίζεται ἀπό τήν Τριαδολογία.
.             Σέ ὑποσημείωση γράφει: «Τά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς τοῦ περασμένου αἰώνα τῶν Ἑλλήνων θεολόγων (Ζ. Ρώση, Χ. Ἀνδρούτσου, Π. Τρεμπέλα, Ἰ. Καρμίρη, Ν. Μητροπούλου, Ν. Ξεξάκη), σχολαστικῶν ἐν πολλοῖς ἐπιδράσεων, αὐτονομοῦν τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν παρουσιάζουν ὡς ἕνα ἰδιαίτερο, ἀπομονωμένο, ἀνεξάρτητο καί αὐτοτελές τμῆμα (κεφάλαιο) τῆς Δογματικῆς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ ὀγκωδέστατη μελέτη τοῦ Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ (831 σελίδων). Πρῶτος ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ, στή συνέχεια ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ Ν. Ματσούκας καί ἄλλοι θεολόγοι ἀνέτρεψαν πλήρως τό σχολαστικό καί ἄκρως συστηματικό αὐτόν τρόπο ἐκθέσεως καί ἑρμηνείας τῆς πίστεως καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
.             Καταλήγει δέ στό συμπέρασμα «ὅτι εἶναι ἀδιανόητο νά ὁμιλοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία χωρίς τήν πλήρη καί αὐθεντική Χριστολογία, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαιρέτως συνδεδεμένη μέ τήν Τριαδολογία καί ἰδιαιτέρως μέ τήν Πνευματολογία. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, οἰκοδομεῖται μέ τήν κοινή ἐνέργεια ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἡ ζωή της ἀντανακλᾶ τήν τριαδική κοινωνία. Αὐτό ὑπονοεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά διαμορφωθεῖ θεολογία περί τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς στερεά χριστολογική καί ἐν ταυτῷ πνευματολογική βάση».
.                Πρόκειται, λοιπόν, γιά μιά Δογματική πού διαφέρει σαφῶς ἀπό παλαιότερες «Δογματικές» καί στηρίζεται πάνω σέ αὐθεντικές πατερικές βάσεις.

5. Θησαυρός βιβλικῶν, πατερικῶν, συνοδικῶν καί λατρευτικῶν ἐκφράσεων

.             Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος κάποτε μοῦ εἶπε ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος εἶναι «μιά ἐργατική μέλισσα»», ἐννοώντας ὄχι μόνον ὅτι ἐργάζεται καί διαβάζει τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τῶν ἁγίων, καί γενικά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά ὅτι συγκεντρώνει ὅ,τι καλύτερο ἀνευρίσκει σέ αὐτά καί ἔτσι καταρτίζει ἕνα γλυκύτατο θεολογικό μέλι.
.             Αὐτό παρατηρεῖ κανείς ὅταν διαβάζη τά κείμενα τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου καί ἰδιαιτέρως τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», στήν ὁποία ἀναφέρομαι ἐδῶ. Αὐτό τό παρατήρησα καί σέ ἕνα παλαιότερο κείμενό μου γιά ἕνα ἄλλο βιβλίο μέ τίτλο «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα».
.               Ὁ καθηγητής ἔχει διαβάσει ἐπισταμένως τήν Ἁγία Γραφή, τά κείμενα τῶν Πατέρων, τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τά τροπάρια τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί τίς εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, τά Φιλοκαλικά κείμενα, τά Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ὅλα αὐτά ἔχει κρατήσει ὄχι μόνον τήν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ἀλλά συνέλεξε ὡς μιά καλή «θεολογική μέλισσα», καί τίς καλύτερες φράσεις, μέ τίς ὁποῖες διανθίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν δογματικῶν θεμάτων. Καί αὐτό πράγματι συνιστᾶ τό πρωτότυπο τῆς «Δογματικῆς» του.
.             Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου θά πῆ χαρακτηριστικά: «Δόξα γάρ Θεοῦ ζῶν ἄνθρωπος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Στήν φράση αὐτή φαίνεται ὅτι συνδέεται στενώτατα ὁ ζῶν κατά Χριστόν ἄνθρωπος μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ζῶν ἄνθρωπος μετέχει τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ἀληθινός ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἁπλῶς ψυχή καί σῶμα, ἀλλά ἐκεῖνος πού βλέπει τόν Θεό μέσα στό Φῶς Του. Αὐτό συνιστᾶ τόν «ζωντανό ὀργανισμό» καί ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί αὐτό εἶναι ἡ βάση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει: «Οἱ “Πατέρες” ἦσαν ἐν πρώτοις διδάσκαλοι (doctores). Ἦσαν δέ διδάσκαλοι ἐν ᾧ μέτρῳ ἦσαν μάρτυρες (testes). Πρέπει νά γίνεται διάκρισις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν λειτουργημάτων, πού ἐν τούτοις εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένα». Γι’ αὐτό καί «οἱ Πατέρες ἦταν πραγματικοί ἐμπνευσταί τῶν Συνόδων, παρόντες καί in absentia, καί συχνά μετά τήν κοιμησίν των. Διά τόν λόγον αὐτόν κατ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν αἱ Σύνοδοι ἐσυνήθιζον νά τονίζουν ὅτι ἠκολούθουν τούς ἁγίους Πατέρας, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν”, κατά τήν διατύπωσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος». Οἱ Πατέρες ἦσαν ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, σχολιασταί τῆς πίστεώς της, τηρηταί τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί τῆς πίστεως». Τελικά, «ἡ διδακτική αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βασίζεται εἰς τό ἀλάνθαστον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑπέρτατη “αὐθεντία” εὑρίσκεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι εἰς τόν αἰῶνα τό θεμέλιον της Ἀληθείας» (Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις).
.             Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἴδιος παρατηρεῖ: «Ἦταν σύνηθες νά χαρακτηρίζεται ἡ θεολογία τοῦ Εἰρηναίου ὡς “θεολογία γεγονότων”. Ἐξ ἴσου δικαιολογημένος θά ἦταν ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τῆς θεολογίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς “θεολογίας γεγονότων”. Εἰς τήν ἰδικήν μας ἐποχήν ὁλονέν κλίνομεν πρός τήν πεποίθησιν ὅτι “ἡ θεολογία γεγονότων” εἶναι ἡ μόνη ὑγιής ὀρθόδοξος θεολογία. Εἶναι βιβλική. Εἶναι πατερική. Εὑρίσκεται εἰς πλήρη συμμόρφωσιν εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας».
.             Μπορεῖ κανείς νά χαρακτηρίση τήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου ὡς «θεολογία γεγονότων».
.             Συγχρόνως, ὅμως, ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος παραθέτοντας τήν «δογματική συνείδηση» τῆς Ἐκκλησίας, γνωρίζει καί τήν ὅλη συζήτηση πού ἔγινε καί γίνεται ἀπό τούς συγχρόνους θεολόγους πάνω σέ δογματικά θέματα, καί γι’ αὐτό καταθέτει μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα ὡς ἀπάντηση τήν ζωή καί τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων καί γενικά τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται καθαρά, ὅταν δαβάζη κανείς προσεκτικά τό βιβλίο αὐτό, ὅτι ὁ συγγραφεύς του παρεμβαίνει δημιουργικά στήν συζήτηση πού γίνεται στίς ἡμέρες μας πάνω σέ θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ἔχοντας ὅμως ὡς ἐφόδιο τήν πνευματική ἐμπειρία ὅλων τῶν θεουμένων ἁγίων καί τις ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ἔτσι, ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία» πού μελετᾶμε ἀνταποκρίνεται στήν ἑνότητα πού πρέπει νά ὑπάρχη μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi, ἀφοῦ δόγμα καί προσευχή, πίστη καί λατρεία συνδέονται ἄρρηκτα μεταξύ τους καί δέν μπορεῖ τό ἕνα νά νοηθῆ χωρίς τό ἄλλο.
.             Χάρηκα διαβάζοντας αὐτήν τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ὄχι μόνον γιατί γενικά ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «τήν θεολογία τῶν γεγονότων», ἀλλά καί γιατί συνάντησα καταπληκτικές φράσεις ἀπό τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀφοῦ ἔχει περισυλλεγῆ ὅ,τι καλύτερο ἔχει διατυπωθῆ ἀπό ἐκείνους πού ἔζησαν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐπίσης, ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ὅτι, χρησιμοποιώντας ὁ καθηγητής διάφορες μικρές καί σημαντικές φράσεις, οἱ ὁποῖες ἀποδίδουν αὐτό πού λέγεται στά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Πατέρων –«βραχύ ρήματι καί πολλῇ συνέσει» καί χαρακτηρίζονται μέ «τό κάλλος τοῦ φθέγματος»–, παραπέμπει μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο στά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα ἀποσπῶνται. Δηλαδή, ἡ παραπομπή ἀναφέρεται στόν ἅγιο στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ συγκεκριμένη φράση, καί στό κείμενο ἀπό τό ὁποῖο ἀποσπάσθηκε, χωρίς νά δίνονται περαιτέρω λεπτομερειακές πληροφορίες.
.               Γιά παράδειγμα, ἡ παραπομπή μιᾶς φράσεως γίνεται ὡς ἑξῆς: Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν 4∙ Γρηγορίου Θεολόγου, Θεολογικός Γ’ περί Υἱοῦ∙ Μεγάλου Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τοῦ κακοῦ ὁ Θεός, Εἰς τόν προφήτην Ἡσαΐαν∙ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εὐχή Μεταλήψεως∙ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία∙ Συμεών Νέου Θεολόγου, Κατήχησις 5∙ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 3∙ Τροπάριον κανόνος Μεγάλης Πέμπτης∙ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περί θείων ἐνεργειῶν, κατά Γρηγορᾶ κλπ.
.             Νομίζω ὅτι αὐτό τό κάνει ὥστε νά ἱκανοποιοῦνται καί οἱ ἐπιστημονικοί λόγοι πού δείχνουν τήν προέλευση τῶν κειμένων, ἀλλά καί νά παρακινηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ ἐνδιαφερόμενοι νά ἀνατρέχουν στά ἴδια τά κείμενα γιά νά διαβάσουν ὅλο τό περιεχόμενό τους καί ὄχι νά τά ἀντιγράφουν ἐπιπολαίως.
.             Τό ὅλο ἔργο ἀφιερώνεται ἀπό τόν συγγραφέα «στούς ἐραστές τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων» καί «στούς ἐξηγητές τοῦ ἐναπόθετου πλούτου, τοῦ κεκρυμμένου κάλλους τῶν δογμάτων». Προσφέρεται σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν τά ὀρθά τῆς πίστεως δόγματα, καί σέ αὐτούς πού ἐξηγοῦν τόν ἐσωτερικό πλοῦτο καί τό κεκρυμμένο κάλλος τῶν δογμάτων. Αὐτοί εἶναι οἱ θεούμενοι, ὅσοι δηλαδή μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.             Θέλω νά συγχαρῶ τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο γι᾽ αὐτήν τήν ἐνδιαφέρουσα «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πού μᾶς προσφέρεται γιά ἀνάγνωση, ἀλλά καί γιά τήν καθόλου προσφορά του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μακάρι νά τήν διαβάσουν ὅσοι ἐνδιαφέρονται γιά δογματικά θέματα, ἀφοῦ μάλιστα ζοῦμε σέ μιά ἐποχή, πού γιά ὅλα τά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα πρέπει νά ὑπάρχη σταθερή καί νηφάλια γνώση, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς ὑπερβολές πού προέρχονται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων.
.              Ἐπειδή στήν ἐποχή μας δεχόμαστε ποικίλες ἐπιδράσεις ἀπό διάφορα ὄθνεια θεολογικά ρεύματα, γι’ αὐτό χρειαζόμαστε μιά αὐθεντική πυξίδα πλεύσεως. Αὐτήν τήν ἀνάγκη ἱκανοποιεῖ καί ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου (ἐκδόσεις Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη).

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ «ΣΕΙΡΑ»

Ἀπόσπασμα ἄρθρου
τοῦ Ν. Ι.
ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
τῆς Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου
ἀρ. τ. 256, Νοέμβρ. 2017

[…]                Εἶναι μεγάλη εὐλογία καί θά ἔλεγα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ νά παραμένη κανείς πολλές ὧρες στήν «σειρά», γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα, ἕνα ἐκκλησιαστικό «θησαύρισμα». Αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξάσκηση στήν ὑπομονή, συγχρόνως γίνεται ἀφορμή γιά ἔκφραση τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης στόν Θεό, τῆς ἀγάπης στούς ἁγίους καί τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀφορμή προσευχῆς.
.           Αὐτό τό βλέπει κανείς στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας στόν Βορρᾶ, γιά παράδειγμα στήν Ρωσία, πού οἱ ἄνθρωποι πέρασαν ἀπό ἕναν σύγχρονο μεγάλο διωγμό, γιά 70 περίπου χρόνια, ὅταν οἱ τότε ἄρχοντες προσπάθησαν νά σβήσουν τήν πίστη τοῦ λαοῦ. Ὅμως, αὐτή ἡ πίστη εἶναι ἀκατάβλητη καί βλέπουμε σήμερα πῶς ἔχει φουντώσει.
.           Ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι πολύ βαθειά καί ὅσο τήν κτυποῦν, τόσο καί καρφώνεται βαθύτερα, στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Δέν μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς Θεό, πού εἶναι ὁ δημιουργός του, ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά του. Μπορεῖ κανείς νά ζήση χωρίς ὑλικά ἀγαθά, ὄχι ὅμως χωρίς πίστη στόν Θεό.
.         Ἄν μποροῦσε κανείς νά συλλάβη τήν κατάσταση τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων πού παραμένουν στήν «σειρά», γιά νά κοινωνήσουν, γιά νά ἀσπασθοῦν ἕνα ἱερό λείψανο, μιά ἱερά εἰκόνα, θά ἔβλεπε ἕναν ἀστείρευτο πνευματικό κόσμο! Τί προσευχές δέν θά κάνη στόν Θεό! Πόσα αἰσθήματα βαθύτατα κατακλύζουν τήν καρδιά! Ἡ πολύωρη παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν «σειρά» γιά νά ἀσπασθῆ ἕνα λείψανο, μιά εἰκόνα ἐμφανίζει ὅλο τόν πλοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. […]

 

,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΗΣΥΧΑΣΜΟΥκαὶ ΔΡΑΣΕΩΣ (μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς 2018
Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

.                 Ἡ πρώτη Ἰανουαρίου εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία στό γεγονός τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ Χριστός ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τήν γέννησή Του δέχθηκε ἀπό ἄκρα ταπείνωση τήν περιτομή τήν ὁποία Αὐτός ὁ Ἴδιος θέσπισε στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅμως, ἡ ἡμέρα αὐτή, πού εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ πολιτικοῦ ἔτους, εἶναι ἀφιερωμένη καί στόν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε αὐτήν τήν ἡμέρα τό ἔτος 379 μ.Χ. Ἔτσι, θά γίνη μιά μικρή ἀναφορά στόν μεγάλο αὐτόν Οἰκουμενικό διδάσκαλο καί Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Οἱ περισσότεροι ἔχουν ἀκούσει ἀπό τό Σχολεῖο τίς σημαντικές σπουδές πού ἔκανε ὁ Μέγας Βασίλειος στήν Ἀθήνα, κατά τίς ὁποῖες ἀπέκτησε ὅλη τήν γνώση καί τήν σοφία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅμως, πρέπει νά μή μένουμε μόνον σέ αὐτές τίς γνώσεις, ἀλλά νά τόν παρακολουθήσουμε στήν μετέπειτα ἐκκλησιαστική του πορεία.
.                 Κατ’ ἀρχάς, ὁ Μέγας Βασίλειος μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Καισάρεια βαπτίσθηκε Χριστιανός, γιατί μέχρι τότε ἦταν κατηχούμενος, καί ἀμέσως ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση ἀληθινῶν μοναχῶν πού νά ἐφαρμόζουν τίς εὐαγγελικές ἐντολές. Ἔκανε ἕνα κοπιαστικό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικοῦ βίου, μέ τά μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιά νά γνωρίση μοναχούς πού νά ἔχουν πνευματικές ἐμπειρίες. Πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Αἰγύπτου, στήν Παλαιστίνη, στήν Κοίλη Συρία καί ἔφθασε μέχρι τήν Μεσοποταμία. Σέ ὅλα αὐτά τά μέρη ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε ὁ ἀσκητικός καί ἀναχωρητικός βίος, καί ἐκεῖ συνάντησε πολλούς πνευματικούς ἀδελφούς πού ζοῦσαν ἀσκητικά. Αὐτό τό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικῆς ζωῆς πρέπει νά κράτησε πολλούς μῆνες.
.                 Στήν συνέχεια ἐπανῆλθε στήν Καισάρεια καί ἀποσύρθηκε στόν Πόντο, κοντά στόν Ἴρι ποταμό, ὅπου στήν ἀρχή μόνος του καί ἔπειτα μαζί μέ τόν φίλο του ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἔζησε τήν ἐρημική ζωή, τήν ἀπόλυτη ἡσυχία, καί γεύθηκε τούς γλυκεῖς καρπούς τῆς ἐρήμου.
.                 Ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἔστειλε στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί ἀπό ἄλλα κείμενά του φαίνεται ὅτι στήν ἔρημο ἀπέκτησε μεγάλες ἐμπειρίες τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀληθινός ἐμπειρικός θεολόγος.
.                 Μετά ἀπό ἱκανή πνευματική πείρα κλήθηκε νά ὑπηρετήση τήν Ἐκκλησία ὡς Πρεσβύτερος καί ἀργότερα ὡς Μητροπολίτης Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Ἡ ἀσκητική του ζωή τόν ἔκανε νά εἶναι σοβαρός, πράγμα πού μερικοί τό θεώρησαν ὡς ὑπεροψία. Πάντως, ἡ ποιμαντική του δραστηριότητα μέ τίς ὁμιλίες του, τίς Λειτουργίες, τήν φιλανθρωπική δράση του, τόν ἀνέδειξαν ὡς ἕναν πραγματικό ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρά τό εὔθραυστον τῆς σωματικῆς του ὑγείας. Ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τήν κατάρτιση ἀξίων συνεργατῶν του σέ ὅλη αὐτήν τήν ποιμαντική δραστηριότητα.
.                 Ἀποδείχθηκε ἕνας λαμπρός πνευματικός πατέρας καί ἀληθινός ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καισαρείας, καταβάλλοντας σημαντικές προσπάθειες γιά τήν ἀνάδειξη καλῶν Ἐπισκόπων, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ φίλος του ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἀδελφός του ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.
.                 Ἡ σοβαρή αὐτή προετοιμασία του τόν κατέστησε καί μεγάλο θεολόγο στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τήν περίοδο ἐκείνη στήν ὁποία ἦταν Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας γινόταν μεγάλη θεολογική συζήτηση γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, εἶχε δέ προηγηθῆ ἡ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὑπῆρξαν διάφοροι Ἐπίσκοποι πού ἀντιτάχθηκαν στίς ἀποφάσεις της. Ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν ἐμπειρική γνώση πού ἀπέκτησε, μέ τά χαρίσματα πού τόν διέκριναν, μέ τά ἡγετικά προσόντα πού διέθετε ἦταν ὁ πνευματικός ἡγέτης, πού ἀναγνωρίσθηκε ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐχθρούς του, καί κατόρθωσε νά ἐπιβάλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποφεύγοντας διάφορες ἀκρότητες καί φανατισμούς. Ἔτσι, ἐπιτέλεσε ἕνα μεγάλο οἰκουμενικό ἔργο καί συντόνιζε τόν ἀγώνα γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ὀρθοδόξων ἀπόψεων. Ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού συνεκλήθη δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τό ἔτος 381 μ.Χ. βασίσθηκε στήν δική του θεολογική διδασκαλία, ὅπως καί στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
.                 Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπῆρξε ἕνας ἀληθινός Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι εἶχε ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, τίς ὁποῖες ἀπέκτησε μέσα ἀπό τήν ἀσκητική καί ἡσυχαστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή δέν ἦταν ἕνας Ἐπίσκοπος πού παρέμεινε μόνο στήν ἐξωτερική λάμψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ. Ἔπειτα, ἦταν ἕνας ἐμπνευσμένος πνευματικός καθοδηγός, ἕνας ὁλοκληρωμένος ποιμήν στήν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, τρέφοντας τό ποίμνιό του μέ τόν προφητικό, εὐαγγελικό, ἀποστολικό καί πατερικό λόγο.
.                 Ἑπομένως, στόν Μέγα Βασίλειο συνδυάζονται στενά καί ἄρρηκτα ἡ ἡσυχαστική παράδοση μέ τήν ποιμαντική δράση καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Τά τρία αὐτά γνωρίσματα (ἡσυχαστής, ἐπίσκοπος καί θεολόγος) τόν κατέστησαν μεγάλο Οἰκουμενικό Πατέρα, πού δείχνει ποιός εἶναι ἀληθινός ἡσυχαστής, ἐμπνευσμένος ποιμένας καί ἐμπει¬ρικός θεολόγος. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔγραψε γι’ αὐτόν: «Βροντή σεῖο λόγος, ἀστραπή δέ βίος», δηλαδή «ὁ λόγος σου ἦταν βροντή καί ἀστραπή ὁ βίος».
.                 Τέτοιους πνευματικούς πατέρας χρειαζόμαστε σήμερα, σέ αὐτήν τήν συγκεχυμένη ἐποχή τοῦ συγκρητισμοῦ, τοῦ μεταμοντερνισμοῦ, τῆς μεταπατερικότητας, πού γίνεται διάσπαση μεταξύ θεσμοῦ καί χαρίσματος, καί ἀκούγονται διάφοροι λόγοι ξένοι καί ἀλλότριοι πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση, κατά τήν ὁποία ἐποχή ἡ ἐκκοσμίκευση ὑπονομεύει τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. Ὅλοι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά εἴμαστε μιμητές τέτοιων ἁγίων ἀνθρώπων, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν εὔκλεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Νά ἔχουμε τίς πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΜΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 62-63,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             […] Ἀφοῦ προσκυνοῦμε τὸ μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ κυρίως ἀφοῦ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸν Ἡρώδη, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάγοι. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι οἱ μάγοι «χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 12).
.             Ἡ λέξη Ἡρώδης στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα σημαίνει τὸν δερμάτινο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸ φρόνημα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἀκόμη, πρέπει νὰ περιπαίξουμε τὸν νοητὸ διάβολο, ὁποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ ἄλλη ὁδό, διὰ τῶν ἀρετῶν, στὴν χώρα μας, ποὺ εἶναι ὁ παράδεισος.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀπαιτεῖται μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Ὅσοι ζοῦν ἀσκητικά, ἀξιώνονται νὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, στὰ μυστήρια. Ὅταν ζῆ κανεὶς μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τότε ζῆ πνευματικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μέσα στὴν καρδιὰ καὶ γενικότερα σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του. Τότε, δὲν αἰσθάνεται τὰ γεγονότα ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικά. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος θὰ πῆ ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίση τὴν καρδιὰ καὶ φωτισθῆ, τότε μέσα του δέχεται τὸν Χριστὸ καὶ καταλαβαίνει τὰ βρεφοπρεπῆ σκιρτήματά του. Ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται ὡς βρέφος μέσα του, γεννᾶται μὲ τὶς ἀρετές, καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ζῆ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα στὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, μόνο στὸν Χριστὸ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑποστατικά. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεούμενος δέχεται στὴν φύση του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνει πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη μέσα στὴν φύση του, τί εἶναι κένωση, τί εἶναι θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπέβλεπε στὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρέπει ὅμως νὰ θεωθῆ καὶ ἡ ὑπόσταση καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἂν ἐμεῖς δὲν βρισκόμαστε στὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, τότε γιὰ μᾶς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστός.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ καὶ ὄχι τὸ ΠΡΩΤΟ (Πατήρ) ἢ τὸ ΤΡΙΤΟ (Ἅγ. Πνεῦμα);

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία

σελ. 49-50,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα σχετικὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τγιατί ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὄχι τὸ Πρῶτο (ὁ Πατὴρ) ἢ τὸ Τρίτο (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Βέβαια, ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐνήργησε στὴν ἐνανθρώπηση, ἀφοῦ ὁ Λόγος ἔλαβε ἀνθρώπινη φύση, ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνήργησε, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὑπάρχουν τρεῖς βασικοὶ λόγοι.
.             Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α´ 15), Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἑνὸς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδὴ κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη νοερὸ καὶ αὐτεξούσιο, καὶ καθ’ ὁμοίωση, δηλαδὴ τέλειος στὶς ἀρετὲς ὅσο εἶναι δυνατὸν στὴν φύση του. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, φυσικὸ δὲ ἐπακόλουθο ἦταν ἡ εἴσδυση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ ἐνηνθρώπησε ὁ Λόγος, γιὰ νὰ ξαναπλάση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔφθανε μὲ τὴν Χάρη του καὶ τὸν δικό του προσωπικὸ ἀγώνα.
.             Ὁ Θεὸς μὲ τὴν δημιουργία μᾶς ἔδωσε τὸ ἀνώτερο, δηλαδὴ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ φυλάξαμε, τὸ χάσαμε. Τώρα ἔρχεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας καὶ παραλαμβάνει τὸ κατώτερο, δηλαδὴ τὴν δική μας φύση, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν φθορά, καὶ γιὰ νὰ ἀνακαινίση τὸ σκεῦος ποὺ ἀχρειώθηκε καὶ συντρίφθηκε, καθὼς ἐπίσης νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μᾶς παιδαγωγήση στὴν νέα ζωή.
.             Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ δὲν ἦταν ὑπόθεση μίας ἁπλῆς μετάνοιας, ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἁμαρτία εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ νικηθῆ ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε σάρκα καθαροτάτη ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀλλὰ πάντως θνητὴ καὶ παθητή, γιὰ νὰ νικήση τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο καὶ νὰ γίνει τὸ πρωτότυπο τῆς νέας δημιουργίας.
.             Ὁ δεύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι γιὰ νὰ μείνη ἡ ἰδιότητά του ἀκίνητη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει μία ἀκίνητη ἰδιότητα. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ καὶ ὄχι Υἱός. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι Πατήρ, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὄχι Πατὴρ ἢ Υἱός. Ἡ ἰδιότητα αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξη, νὰ κινηθῆ καὶ νὰ μεταβληθῆ. Δὲν μποροῦσε ὁ Πατὴρ νὰ γίνη Υἱός, οὔτε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννηθῆ, ἀφοῦ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ Πατέρα προαιωνίως, ἔπρεπε νὰ γεννηθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία ἐν χρόνῳ, κατὰ τὴν σάρκωσή Του. Ἔτσι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ παραμείνη ἡ ἰδιότητα ἀκίνητη.
.             Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐξαγγέλλει σὲ ἐμᾶς τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Αὐτός, ἄλλωστε, ἐμφανιζόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀπεκάλυπτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός.
.             Ἔτσι, διὰ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου ἀποκτοῦμε τὴν σωτηρία. Δι’ Αὐτοῦ ἔχουμε τὴν προσαγωγή μας πρὸς τὸν Πατέρα. Αὐτὸς εἶναι ἡ θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμαστε στὴν οἰκία τοῦ Πατέρα, καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ θύρα τῶν προβάτων, τὸ κλειδὶ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα (ἅγιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος).

, , ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ ΥΙΟΘΕΣΙΑ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

 

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ κατά Χάριν υἱοθεσία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
(Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 2016)

.           Τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καθορίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό ζωντανό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὄχι ἀπό τήν κοσμική νοοτροπία καί ἀπό διδασκαλίες ἀνθρώπινες. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ὑμνογραφία της, τήν ἁγιογραφία της καί τήν διδασκαλία της μᾶς ἀναλύει ποιό εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο μᾶς καθοδηγεῖ γιά νά εἴμαστε καί ἐμεῖς ζωντανά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νά ἀναγινώσκεται τό κατάλληλο ἀποστολικό καί εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, κατά τήν θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων.
.           Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ υἱοθεσία μας, δηλαδή νά γίνουμε κατά Χάρη υἱοί τοῦ Θεοῦ. Καί τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στήν προσκύνηση τῶν Μάγων, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν ἀπό τήν Ἀνατολή, ὁδηγούμενοι ἀπό τό ἀστέρι, καί παρά τίς δυσκολίες, ἔφθασαν στήν Βηθλεέμ καί προσέφεραν στόν Χριστό τά πολύτιμα δῶρα τῆς εὐλάβειάς τους, ἤτοι χρυσό, λίβανο καί σμύρνα.
.           Θά κάνω λίγα θεολογικά σχόλια πάνω στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, πού δείχνει πῶς καί ἐμεῖς θά γευθοῦμε τούς καρπούς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, πῶς θά ἀποκτήσουμε τήν κατά Χάρη υἱοθεσία.
.           Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του προσδιορίζει μέ ἀπόλυτη θεολογική καθαρότητα τόν σκοπό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο τόν κατάλληλο καιρό. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅταν κορυφώθηκε ἡ κακία καί ἡ ἁμαρτία στό ἀνθρώπινο γένος, ἀλλά καί ὁλοκληρώθηκε ὁ πόθος καί ἡ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς Προφήτας καί Δικαίους, τότε ἐνηνθρώπησε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή μέ τήν θέληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.           Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού ἀκούσαμε στήν θεία Λειτουργία ἀναφέρεται δύο φορές στό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» ὁ Θεός. Αὐτό δείχνει τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό μυστήριο τῆς ἐλεύσεώς Του μέσα στήν καρδιά μας, διά τῆς ὁποίας ἐλεύσεως γίνεται ἡ θέωσή μας.
.           Τήν πρώτη φορά χρησιμοποιεῖται τό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν», γιά νά δηλώση τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τήν θεία φύση καί ἕνωση μαζί της στό Πρόσωπό Του, μέ σκοπό νά μᾶς ἐξαγοράση ἀπό τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί νά ἀπολαύσουμε τήν υἱοθεσία. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ὅτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. δ΄, 4-5).
.           Τήν δεύτερη φορά χρησιμοποιεῖται τό ἴδιο ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» γιά νά δηλώση τό πῶς ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν υἱοθεσία, πῶς ἀπό δοῦλος τῆς ἁμαρτίας γίνεται κατά Χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ, πῶς γίνεται μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεός Πατήρ ἐξαπέστειλε τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, πού εἶναι καί δικό Του Πνεῦμα, ἀφοῦ τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί ἀποστέλλεται διά τοῦ Υἱοῦ, στίς καρδιές μας καί μᾶς προσφέρει ὡς δῶρο τήν υἱοθεσία. Γράφει: «Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾿ υἱός· εἶ δέ υἱός, καί κληρονόμος Θεοῦ διά Χριστοῦ» (Γαλ. δ΄, 6-7).
.           Ἑπομένως, τό πρῶτο «ἐξαπέστειλεν» ἀναφέρεται στόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἔδωσε σέ ὅλους τήν δυνατότητα τῆς κατά Χάριν υἱοθεσίας του. Τό δέ δεύτερον «ἐξαπέστειλεν» ἀναφέρεται στό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον ἔρχεται στήν καρδιά καί ἀπεργάζεται τήν υἱοθεσία στούς ἀνθρώπους. Ὅσο σημαντική εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἄλλο τόσο σημαντική εἶναι καί ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά, γιατί καί μέ τά δύο αὐτά γεγονότα ἀπολαμβάνουμε τήν υἱοθεσία.
.           Αὐτό σημαίνει ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τό Ἅγιον Βάπτισμα καί τό Ἅγιον Χρίσμα ἐντασσόμαστε στό ζωντανό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γινόμαστε μέλη αὐτοῦ τοῦ ἐνδόξου Σώματος, δηλαδή μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί τρεφόμαστε μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ ἔνταξη δέν εἶναι μηχανική καί συναισθηματική. Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά διά τῶν Μυστηρίων ἀναπτύσσει τήν καρδιακή προσευχή. Ἔτσι, ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος φωνάζει, καί μάλιστα κράζει τόν Θεό ὡς Πατέρα μέ τήν καρδιά του.
.           Ἡ προσευχή στόν Πατέρα μέσα στήν καρδιά, πού γίνεται μέ ἰσχυρή φωνή, προσδιορίζει σαφέστατα ὅτι τότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τήν κατά Χάρη υἱοθεσία, παύει νά εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, καί ἔχει τήν βεβαιότητα ὅτι εἶναι κληρονόμος τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
.           Τό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δύο φορές στό ἀποστολικό αὐτό ἀνάγνωσμα δηλώνει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Καί τά δύο αὐτά ἔχουν μεγάλη ἀξία καί σπουδαιότητα καί εἶναι ἑνωμένα μεταξύ τους. Αὐτό δείχνει τί εἶναι Χριστούγεννα καί τί εἶναι Πεντηκοστή, τί εἶναι ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τί εἶναι θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό δείχνει ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, πῶς διά τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, γινόμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτοῦμε τήν υἱοθεσία καί ὅτι αὐτό τό αἰσθανόμαστε μέ τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά.
.           Σέ μιά ἐποχή πού ὑπάρχει ἀπογοήτευση καί ἀπελπισία, ἡ βεβαιότητα τῆς υἱοθεσίας ἐν Χριστῷ μέ τά Μυστήρια καί τήν προσευχή εἶναι ἐλπίδα ζωῆς.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε