Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ καὶ ΔΙΑΔΟΧΗ στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἀποστολική Παράδοση
καί Ἀποστολική Διαδοχή
στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ὅσοι ὁμιλοῦν (Προκαθήμενοι καί Σύνοδοι) γιά ἀπώλεια τῆς  Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στούς σχισματικούς Κληρικούς τῆς Οὐκρανίας, πρέπει νά ἀπαν­τήσουν εὐθαρ­σῶς ἄν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί γενικά οἱ αἱρετικοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Δέν μποροῦν νά κρίνουν μέ δύο μέτρα καί δύο σταθμά, δηλαδή νά πιστεύουν ὅτι οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας δέν ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, ἐνῶ συγχρόνως νά διδάσκουν ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί ἄλλοι Χριστιανοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ἑπομένως ἔχουν μυστήρια.

Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Διαφημίσεις

Σχολιάστε

ΑΣΚΗΣΗ καὶ ΙΕΡΑΡΧΙΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἄσκηση καὶ ἱεραρχία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Συγχωρήσεως,
στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου,
10 Μαρτίου 2019

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

[…]

.             Ἐφέτος ἔχουμε καθιερώσει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τῆς ἀσκήσεως, γιά τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ καθένας θά ἀναπτύσση μέ τόν δικό του τρόπο μιά ἰδιαίτερη πλευρά τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.             Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά λέγεται, διότι τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως καί γενικότερα ὅ,τι κάνει κανείς στήν ζωή του χρειάζεται νά ὑπάρχη προϋπόθεση. Γιά νά ἀποκτήση κανείς τήν ἀνθρώπινη γνώση καί σπουδή προϋπόθεση εἶναι ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση, ἡ προσπάθεια τήν ὁποία θά καταβάλη, προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση. Αὐτό ἀκριβῶς γίνεται καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως. Εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτό νά λέγεται σήμερα γιατί, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός τόσο καί περισσότερο ἀκούγονται διάφοροι πού ὁμιλοῦν καί κηρύττουν μέσα στήν Ἐκκλησία ἐν ὀνόματι τῶν Ἐπισκόπων, ἐν ὀνόματι γενικότερα τοῦ Χριστοῦ, καί ἰσχυρίζονται ἀπόψεις πού εἶναι ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Ὁμιλοῦν, γιά παράδειγμα, γιά τήν χαρά, ὁμιλοῦν γιά τόν γάμο, ὁμιλοῦν γιά τήν χριστιανική ζωή, ὁμιλοῦν γιά τήν θεία Λειτουργία, γιά τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά αὐτό τό κάνουν ἐντελῶς συναισθηματικά καί ἀνθρώπινα, ἐντελῶς ἐξωτερικά. Ὅμως δέν μπορεῖ νά ὁμιλῆ κανείς γιά τά θέματα αὐτά παραθεωρώντας τήν ἄσκηση. Ἄρα ἡ ἄσκηση εἶναι ἀπαραίτητη μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.Τό θέμα, τό ὁποῖο μέ μεγάλη συντομία θά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας σήμερα, ἔχει ἀνακοινωθῆ, εἶναι: «Ἄσκηση καί ἱεραρχία».

1.Τί εἶναι ἡ ἄσκηση

.             Ὁμιλώντας γιά ἄσκηση ἐννοοῦμε τήν γυμναστική, τήν ἐκγύμναση τῆς λογικῆς καί τοῦ σώματος καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά ὅλους. Γιά παράδειγμα, ὁ ἀθλητής γιά νά ἐπιτύχη τά μεγάλα ρεκόρ, πρέπει νά κάνη πολύ μεγάλη ἄσκηση καί γυμναστική, νά ἀσκῆται ἐπί πολλές ὧρες τήν ἡμέρα. Καί ἄν θέλη νά συμμετάσχη στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες, τότε χρειάζεται ὁπωσδήποτε ὀκτώ ὧρες τήν ἡμέρα νά γυμνάζεται κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός ἱκανοῦ καί πεπειραμένου προπονητοῦ.
.             Ὁ στρατιώτης προκειμένου νά ἐπιτύχη στόν ἀγώνα τόν ὁποῖο κάνει καί νά ἐπιφέρη καρπούς καί ἀποτελέσματα, γιά νά διατηρήση τήν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδας μας, πρέπει καί ἐκεῖνος νά ἀσκῆται καθημερινῶς μέ τά γυμνάσια, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἱκανότητα νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματα πού θά ἀνακύψουν.
.             Ὁ ἐπιστήμονας προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση, καί κυρίως ὁ ἐρευνητής, πρέπει νά παραμείνη πολλές ὧρες στά ἐργαστήρια, γιά νά κάνη ἔρευνα πού θά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἀπαλλάξη ἀπό κάποιες ἀσθένειες, πού ἔρχονται στήν ζωή μας.
.             Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἀσκῆται. Τό βλέπουμε αὐτό διάχυτα μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί σέ ὅλη τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β΄ Τιμ. β΄, 5). Ἐδῶ πρόκειται περί πνευματικῆς ἀθλήσεως. Καί ἀναφέρει παραδείγματα ἀπό τόν ἀθλητή, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀγωνιστῆ νομίμως γιά νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἀποστόλους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. ι΄, 16). Ἐκεῖνος πού ἀκούει ἐσᾶς, δηλαδή αὐτά πού θά διδάσκετε, ἐκεῖνος ἀκούει ἐμένα, καί ἐκεῖνος πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, θά ἀθετήση ἐμένα. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ΄, 15). Αὐτή εἶναι μία καθημερινή ἄσκηση τήν ὁποία κάνουμε, γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας.
.             Ὁπότε, ὅταν μιλᾶμε γιά ἄσκηση, ἐννοοῦμε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε μπροστά μας τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς φανέρωσε τήν ἀλήθεια, εἶναι τό πρότυπό μας, εἶναι τό ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας μας, εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς ἀναδημιούργησε, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, μᾶς ἔδωσε ἐντολές τί πρέπει νά κάνουμε καί πῶς πρέπει νά ἐφαρμόσουμε αὐτές τίς ἐντολές. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ἐκκλησία μας.

2. Τί εἶναι ἡ ἱεραρχία

.             Ἡ λέξη ἡ ἱεραρχία σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία διαβάθμιση, μία ἱεράρχηση τῶν ἔργων τά ὁποῖα ἐπιτελοῦμε, μία ἱεράρχηση τῶν διαφόρων ἀξιῶν καί κατηγοριῶν. Παντοῦ σέ ὅλα τά στρώματα της κοινωνίας ὑπάρχει μία ἱεράρχηση, ὅπως καί στόν στρατό ὑπάρχουν οἱ ἀξιωματικοί μέ διάφορους βαθμούς, καί οἱ στρατιῶτες. Ἄρα λέμε ὅτι στόν στρατό ὑπάρχει μία ἱεραρχία, δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη ὅ,τι θέλει. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, λοιπόν, ἡ ἱεραρχία εἶναι μία διαβαθμισμένη ὀργάνωση, ἡ ὁποία δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους στρατιωτικούς. Αὐτό σημαίνει ἱεραρχία.
.             Συνήθως σήμερα ὅταν μιλᾶμε γιά ἱεραρχία στήν Ἐκκλησία, ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν συνάντηση ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν πού γίνεται, γιά νά λύσουν διάφορα θέματα, ἡ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό ἱεραρχία, εἶναι αὐτό πού εἶπα προηγουμένως, ἡ διαβάθμιση τῆς κλίμακος πού δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους.
Φυσικά θά ὁμιλήσω στήν συνέχεια γιά τήν ἱεραρχία, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μου αὐτά πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων ἔργων, ἔχει γράψει καί δύο κείμενα πού τά τιτλοφορεῖ τό ἕνα «περί οὐρανίου ἱεραρχίας», πού παρουσιάζει τήν ἱεραρχία πού ὑπάρχει στόν οὐράνιο κόσμο, τούς ἀγγέλους, καί τό ἄλλο «περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ὅτι δηλαδή καί μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει μία ἱεραρχία.
.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅταν μιλᾶ γιά τήν ἱεραρχία, λέγει ὅτι ἱεραρχία εἶναι μία ἱερή πολιτεία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Πρῶτα-πρῶτα λετουργεῖ ἱεραρχικῶς, δηλαδή ὑπάρχει μία διαβάθμιση, αὐτό πού εἶπα προηγουμένως. Στήν οὐράνια ἱεραρχία ὑπάγονται οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἀρχάγγελοι, καί στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τῶν πιστῶν καί τῶν Κληρικῶν. Κάτω ἀπό τούς κληρικούς εἶναι οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορες κατηγορίες, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαίρονται, φωτίζονται καί τελειοῦνται. Καί κάτω ἀπό τούς πιστούς ὑπάρχουν οἱ τάξεις τῶν κατηχουμένων.
.             Ὑπάρχει, δηλαδή, μία ἱεραρχία, εἶναι ἡ ἱερά πολιτεία, τό «θεῖο κάστρο», τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς, ἀλλά ταυτόχρονα λειτουργεῖ καί θεαρχικῶς. Θεαρχικῶς σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ἔβαλε αὐτήν τήν τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, φυσικά ἀνάλογα μέ τό πῶς ἀνταποκρίνονται καί οἱ ἄνθρωποι στήν ἐνέργειά Του.
.             Ἄρα ὁ Θεός ὁ ἴδιος εἶναι ἡ θεαρχία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως ὅλων ἐκείνων πού εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀνταποκρίνονται σέ αὐτό τό ἔργο. Ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», εἶναι ἡ θεοπρέπεια, εἶναι ἡ ὀμορφιά αὐτή πού «μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του».
.             Νά σκεφθῆτε τόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν λάμψη, τήν ὀμορφιά του καί στέλνει τίς ἀκτίνες του καί ὁ καθένας κατά ἀναλογία παίρνει τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο. Στήν ἐκκλησιαστική, ὅμως, ἱεραρχία ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί ἔχει τό «θεοπρεπές κάλλος».

3. Τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ἀπό τά προηγούμενα φαίνεται ὅτι ἱεραρχία εἶναι «μιά εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος, ἡ ὁποία (θεαρχική ὡραιότητα) τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της καί τά τελεῖ μέ ἱεραρχικές τάξεις καί μέ ἐπιστῆμες».
.             Ἐδῶ ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αὐτή ἡ φράση τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὅτι ἡ ἱεραρχία εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος ἡ ὁποία τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της.
.             Σήμερα ἐμεῖς μιλοῦμε γιά μυστήρια καί ἐννοοῦμε τήν Βάπτιση, τό Χρίσμα, τήν θεία Εὐχαριστία, τόν γάμο, τήν ἱερωσύνη κλπ. Βεβαίως, αὐτά εἶναι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὁποῖα μεταδίδεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὅμως, ὁ ἅγιος Διονύσιος προχωρεῖ βαθύτερα καί λέγει ὅτι μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία ὑπάρχουν «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται τά ἄλλα μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», δηλαδή τά μυστήρια τοῦ φωτός, αὐτά γίνονται μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις καί τίς ἐπιστῆμες.
.             Τί εἶναι αὐτή ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία; Εἶναι φυσική καταγωγή; Φυσικά ὄχι. Ποιές εἶναι οἱ τάξεις μέσα στήν Ἐκκλησία;
.             Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅτι «τάξη ἱεραρχίας εἶναι ἄλλοι νά καθαίρωνται καί ἄλλοι νά καθαίρουν», εἶναι ἐκεῖνοι πού καθαρίζονται καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι στό νά καθαρίζουν. «Ἄλλοι νά φωτίζωνται καί ἄλλοι νά φωτίζουν, ἄλλοι νά τελειώνωνται καί ἄλλοι νά τελειώνουν» αὐτούς πού ἐπιδέχονται τήν τελείωση.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι τά μυστήρια γιά τά ὁποῖα κάνει λόγο ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», τά μυστήρια τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δημιουργεῖ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Ἔτσι, αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» μέσα στήν Ἐκκλησία γίνονται ὄχι μόνον μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις, ἀλλά καί μέ τήν ἐπιστήμη. Ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος κάνει λόγο γιά «ἐπιστήμη», ἐννοεῖ τήν γνώση καί ὄχι τήν γνώση τήν διανοητική, ἀλλά ἐννοεῖ τήν πνευματική γνώση, ἀλλά συγχρόνως ἐννοεῖ καί τήν ἄσκηση. Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστήμη εἶναι καί ἡ γνώση καί ἡ ἄσκηση, προκειμένου νά ἐπιτύχη κανείς τήν ἐπιστήμη.
.             Συνεπῶς, αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχία. Ὁ Θεός εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», ἡ ὀμορφιά, ὁ ἄκτιστος ἥλιος πού στέλλει τίς ἀκτίνες του καί ἐμεῖς φωτιζόμαστε καί λαμβάνουμε αὐτήν τήν Χάρη καί τόν φωτισμό.

4. Ἱεραρχία καί ἐνανθρώπηση

.             Αὐτή ἡ ἱεραρχία συνδέεται καί μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τόν ἥλιο πού φωτίζει τούς πλανῆτες ἀνάλογα μέ τήν δυνατότητα πού ἔχει κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς καί ἔχουμε καί τόν ἄκτιστο ἥλιο, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος.
.             Φαντάζεστε κάποτε ὁ αἰσθητός ἥλιος πού φωτίζει ὅλο τό πλανητικό μας σύστημα νά μετακινηθῆ καί νά ἔλθη μέσα στήν γῆ, νά ἔλθη μέσα στό σπίτι μας; Φοβερό! Καί ὅμως ὁ ἄκτιστος ἥλιος, δηλαδή ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος. Αὐτήν τήν ἐνανθρώπηση ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τήν ὀνομάζει «θεοπλαστία». Δηλαδή, «θεοπλαστία», εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα καί ἐκεῖνος νά θεωθῆ, νά ἁγιασθῆ. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὑπέρ τούς ἀνθρώπους καί κατά τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή ἔχει τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν φιλάνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά φιλάνθρωπος.
.             Καί ὁ Χριστός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀσκεῖ στήν ἱεραρχία μία καινούργια ἐνέργεια. Πρίν τήν ἐνανθρώπηση ὁ Θεός φώτιζε ὅλον τόν κόσμο, τώρα ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπηση ἀσκεῖ μία καινούργια ἐνέργεια καί αὐτήν τήν ἐνεργεια τήν ὀνομάζει «θεανδρική ἐνέργεια», ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνο μία ἐνέργεια, ἐνῶ ἔχει δύο φύσεις.
.             Ἄν διαβάση κανείς τά συμφραζόμενα, θά δῆ ὅτι ἡ «θεανδρική ἐνέργεια» εἶναι μία καινούργια ἐνέργεια μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν θεαρχία. Δηλαδή, τώρα ἡ θεαρχία δέν εἶναι ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στόν κόσμο, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσφέρει αὐτήν τήν ἐνέργεια καί τόν φωτισμό σέ ὅλη τήν κτίση, ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους.
Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.

5. Τί κάνει ἡ ἱεραρχία μέ τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι ἡ ἱεραρχία «καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά ἀγάλματα, ἐννοοῦμε κάτι τό ὁποῖο μᾶς προκαλεῖ ἀγαλλίαση, χαρά, τό βλέπουμε καί χαιρόμαστε, ἀγαλλόμαστε, ὁπότε αὐτό πού μᾶς προξενεῖ τήν ἀγαλλίαση λέγεται ἄγαλμα. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος: «Καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα», δηλαδή τούς φωτίζει καί γίνονται καί ἐκεῖνοι ἀντικείμενα ἀγαλλιάσεως, τούς καθιστᾶ «πεντακάθαρους καί ἀκηλίδωτους καθρέπτες», γίνονται καθρέπτες πεντακάθαροι καί ἀκηλίδωτοι, ὁπότε ὅταν φωτίζονται, γίνονται ὁλόλαμπροι. Ἔτσι, καθιστᾶ τούς θια-σῶστες του πεντακάθαρους καθρέπτες «δεκτικούς τῆς ἀρχίφωτης καί θεαρχικῆς ἀκτίνας πού γεμίζουν οἱ ἴδιοι ἀπό τήν ἱερά αἴγλη πού τούς δίνεται καί τήν ἀντανακλοῦν ἀφθόνως στούς ἑπομένους σύμφωνα μέ τούς ἱερούς θεσμούς».
.             Ὑπάρχει τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁπότε ἕνας δέχεται τίς ἀκτίνες τῆς θεαρχίας, τίς ἀκτίνες τοῦ Θεοῦ, εἶναι λαμπρότατος καθρέπτης, ἄγαλμα θεῖο, καί ἐφ’ ὅσον εἶναι καθρέπτης ἱερότατος, στήν συνέχεια μεταδίδει αὐτήν τήν αἴγλη καί τήν ὀμορφιά καί στήν ἑπόμενη τάξη. Ἔτσι, θεώνει τούς μέν, ἐκεῖνοι μεταδίδουν σέ αὐτούς πού εἶναι στόν φωτισμό καί αὐτοί πού εἶναι στόν φωτισμό μεταδίδουν αὐτήν τήν χάρη, ἐνέργεια καί ἀγλαΐα, σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καθαρίζονται καί εἶναι στήν τάξη τῶν καθαιρομένων.
.             Βλέπετε, λοιπόν ποιά εἶναι τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Τά πραγματικά μυστήρια εἶναι αὐτά πού προκαλεῖ ἡ Θεαρχία, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως καί ἐκπέμπει αὐτές τίς ἀκτίνες καί ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ἐλλάμπεται καί μετά ἀκτινοβολεῖ αὐτήν τήν ἔλλαμψη καί στούς ἄλλους.

6. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας

.             Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά συνδέσω τήν ἱεραρχία μέ τήν ἄσκηση. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεραρχία;
Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «Οὗτος ἐστίν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας σκοπός», δηλαδή αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας. Ποιός; «Ἡ πρός Θεόν ἡμῶν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις». Ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας εἶναι, κατά τό ἐφικτόν, ὅπως εἶναι δυνατόν, ἡ ἀφομοίωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας.
.             Καί πῶς ἐπιτυγχάνεται καί πραγματοποιεῖται αὐτός ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; «Ταύτης δέ ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια», πού εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσι καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Πρέπει νά γίνη μιά μικρή ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ χωρίου πού εἶναι καταπληκτικό.
.             Ὅποιος διαβάζει τά ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί μάλιστα τό πῶς ἀντικρούει τόν Βαρλαάμ, θά δῆ ὅτι χρησιμοποιεῖ πολλές φορές αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, γιατί ἤθελε νά πῆ στόν Βαρλαάμ ὅτι δέν εἶναι ἡ φιλοσοφία ἐκείνη πού ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαάμ ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ φιλόσοφοι ἔχουν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκτοῦν μέ τήν φιλοσοφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι δέν εἶναι οἱ φιλόσοφοι πού ἀποκτοῦν τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτοί πού μετέχουν τῶν θείων, αὐτοί πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Μάλιστα, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὅταν ἀναφέρεται σέ αὐτό τό χωρίο, χρησιμοποιεῖ μία παραπομπή ἀπό τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, «καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄, 23). Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, καί τηρεῖ τίς ἐντολές μου, ἐκεῖνος θά ἀγαπηθῆ ἀπό τόν Πατέρα μου καί θά ἔλθουμε μαζί μέ τόν Πατέρα μου καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά μείνουμε μέσα του.
.             Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ φαίνεται ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκκλησία ζῆ καί βιώνει τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Ποιός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας; Τό ἐπαναλαμβάνω: «Ταύτης (τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό) ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια, ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Ἐδῶ κάνει λόγο γιά τό πῶς κανείς ἁγιάζεται. Καί πρῶτα ἀναφέρει τό «μόνως», πού εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος, ἡ ἀποκλειστικότητα, ἀποκλειστικά καί μόνο. Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ τρόπος; Ἡ τήρηση τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τίς «σεβασμιώτατες ἐντολές», πού σημαίνει ἔχει ἀπόλυτο σεβασμό στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἀλλά πῶς θά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ; Λέγει «ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις», μέ τό νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὄχι νά τό κάνουμε βαρετά, ἀλλά νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά ἱερουργοῦμε, μέ μία ἔννοια νά ἀφήνουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ νά ἱερουργοῦν μέσα μας. Γιατί οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἐνέργεια καί ὅταν κανείς τηρῆ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε λαμβάνει τήν ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ καί αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται μέσα μας καί μᾶς ἁγιάζει, ὅταν κάνουμε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Τό θέλει ὁ Θεός νά τό κάνω ἔτσι;», «ὅ,τι πεῖ ὁ Θεός».
.             Ὅταν τό κάνουμε αὐτό, δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἐφαρμόζουμε κάτι ἐξωτερικό, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στήν ὕπαρξή μας ἡ ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἄσκηση. Αὐτή εἶναι ἡ χριστιανική ἐπιστήμη, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.
.             Ὅταν λέμε ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τί ἐννοοῦμε; Μᾶς λέγει ὁ Χριστός τί πρέπει νά κάνουμε στήν καθημερινή μας ζωή, τί ἀγώνα πρέπει νά κάνουμε. Διαβάζουμε τίς ἐντολές Του καί μᾶς λένε: «μήν κάνεις ἐκεῖνο ἤ νά κάνης τό ἄλλο». «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Μέσα σέ αὐτά τά δύο εἶναι ὅλες οἱ ἐντολές, ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί ἡ ἀγάπη στόν ἀδελφό, ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου.
.             Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ὅταν βαπτίζεται κανείς, τότε κάνει ὑπακοή στόν Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: «Μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. κη΄, 19-20). Βλέπετε, χρησιμοποιεῖ δύο λέξεις: «Βαπτίζοντες καί διδάσκοντες». Εἶναι τό Βάπτισμα καί ἡ διδασκαλία. Ὅταν, λοιπόν, οἱ γονεῖς φέρνουν τό παιδί τους στήν Ἐκκλησία νά τό βαπτίσουν, τότε ὑπακούουν στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἠθικά παραγγέλματα, ἀλλά ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ Χριστός τέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο εἶπε στούς Μαθητές Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίετε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν ἐμόν θάνατον καταγγέλλετε καί τήν ἐμήν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε». Εἶπε, λοιπόν, στούς Μαθητές Του νά τελοῦν συνεχῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
.             Ἔτσι, ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ἄλλο οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλο τά Μυστήρια. Καί κάθε φορά πού τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐμεῖς οἱ Κληρικοί, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί κάθε φορά πού ἔρχεστε ἐσεῖς στήν θεία Εὐχαριστία, κάνετε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, κατόπιν προετοιμασίας, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί εἰσέρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ μέσα μας.
.             Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σημαίνουν ὅτι τό μεγάλο μυστήριο μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ὡς ἱεραρχία καί δέχεται τήν Θεαρχία, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο. Τό μεγάλο μυστήριο εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τόν ἄνθρωπο, πού τόν φωτίζει καί τόν θεώνει. Αὐτά εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως». Καί αὐτό γίνεται καί μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινή ζωή μας, καί μέ τήν προσευχή, γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά προσευχόμαστε, ἀλλά καί νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία.
.             Ἑπομένως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά ὁλοκληρώσω τό σύντομο αὐτό κήρυγμα, θέλω νά πῶ ὅτι ἄσκηση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἄσκηση αὐτή γίνεται ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία ἱεραρχικῶς, φωτιζόμενοι μέ τήν θεία ἐνέργεια καί μέ τήν δική μας συνέργεια, ἀλλά καί θεαρχικῶς. Καί βασικά, ὅταν τηρῆ κανείς μέ ἀγάπη -«ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις»- τίς σεβασμιώτατες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε ἁγιάζεται, μετέχει τοῦ Θεοῦ καί σώζεται μεσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μακάρι αὐτή τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νά μᾶς δώση ὁ Θεός νά καταλάβουμε τό φῶς πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία, νά καταλάβουμε αὐτά τά μεγάλα «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» καί νά μετέχουμε σέ αὐτά καί κυρίως νά ἐπιτυγχάνουμε τήν σωτηρία μας «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις». Αὐτός εἶναι ὁ συνδυασμός ἀσκήσεως καί ἱεραρχίας. Εὔχομαι καλή καί εὐλογημένη Σαρακοστή.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τελική ἀπάντηση στόν κ. Ἀναστάσιο Βαβοῦσκο

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.               Διάβασα τό νέο κείμενο πού ἀνήρτησε στό διαδίκτυο ὁ κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος, διδάκτωρ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, μέ τίτλο «Ἀπάντηση στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου» (Ρομφαία 7-4-2019) καί νομίζω δέν χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση πάνω στό θέμα αὐτό, γιατί δέν θά βοηθήση οὐσιαστικά, ἐπειδή ἐνδεχομένως θά φανῆ ὅτι εἶναι διένεξη δύο ἀνθρώπων, ἐνῶ τό θέμα εἶναι βαθύτατα ἐκκλησιολογικό καί ἀπαιτοῦνται προσεκτικοί χειρισμοί.
.               Οἱ ἀναγνῶστες πού διάβασαν τά κείμενα πού ἀντηλλάγησαν μεταξύ μας θά κρίνουν. Μόνον θά τονίσω δύο σημεῖα.
.               Τό πρῶτον, σημεῖο εἶναι ὅτι κατά τήν ἄποψή μου τέτοια ἐπιχειρήματα καί ὁ τρόπος ἐκφορᾶς τους ὑποβιβάζουν πολύ τήν συζήτηση γιά τό θέμα πού ἔχει ἀνακύψει μέ τήν Αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία, τό ὁποῖο εἶναι πολύπλευρο καί πολυποίκιλο.
.               Ὅπως εἶχα γράψει στήν ἀπό 30-3-2019 ἐπιστολή μου πρός τήν Ἱερά Σύνοδο, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος ἀπέστειλε ἐπιστολή πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας μέ τήν ὁποία ἀνακοίνωνε τήν ἀνύψωσή της σέ Πατριαρχεῖο (ἀρ. πρωτ. 1579/30-7-1925) καί μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραψε: «Ἄσμενοι προσφωνοῦμεν τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα διά τοῦ νέου Αὐτῆς σεπτοῦ Πατριαρχικοῦ τίτλου, προφρόνως ἄρτι δι’ ἀποφάσεως ὁμοθύμου τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱ. Συνόδου ἀναγνωρισθέντος. Ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ὡς μήτηρ φιλόστοργος, τήν ἔφεσιν καί τήν ἀπόφασιν κρίνασα καί ἐννοήσασα τῆς πεφιλημένης καί τετιμημένης αὐτῆς θυγατρός τε καί ἀδελφῆς ἐν Χριστῷ Ἁγίας Ρουμαν. Ἐκκλησίας, οὐχ εὗρεν ἀνυπέρβλητον κώλυμα τῷ καλῷ τῆς οἰκονομίας χρήσασθαι τρόπῳ καί προφρόνως καί ἀπό τοῦδε τήν ἑαυτῆς δοῦναι ἀδελφικήν συγκατάθεσιν καί ἀναγνώρισιν εἰς τά ἀπό κοινῆς ἀποφάσεως Ἐκκλησίας τε καί Πολιτείας ἐν τῇ ἀδελφῇ Ἐκκλησίᾳ γενόμενα, ἐν πεποιθήσει καί ἐπί τῇ προσδοκίᾳ βεβαίως ὅτι καί ὑπό ὅλης τῆς Ἁγίας Ὀρθοδ. Ἐκκλησίας, ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλη Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένης καί τελειωτικῶς περί τῶν τοιούτων κατά τήν κανονικήν ἀκρίβειαν ἀποφασιζούσης, οὐκ ἄλλως τά ἀπό χρηστῆς προθέσεως ὑπέρ τῆς ὠφελείας καί τῆς δόξης τῆς Ἐκκλησίας προτελεσθέντα κριθήσονται. Ἔχομεν δέ βεβαίαν ὡσαύτως τήν πεποίθησιν, ὅτι ἐν τῇ ἀπόψει ἡμῶν ταύτη, καί ἄλλα ἐχούσῃ ἤδη τά πραγματικά παραδείγματα, ὁμογνώμονας καί συμψήφους ἔξομεν καί τούς λοιπούς Ἁγιωτάτους καί Σεβασμιωτάτους Πατριάρχας καί Προέδρους πασῶν τῶν Ἁγίων ἀδελφῶν ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί κοινή καί ἀπό τοῦδε ἔσται πάντων ἡ συναίνεσις περί τῆς εἰς τήν Πατριαρ­χικήν ἀξίαν ἀνυψώσεως τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ὡς τιμῆς καί ἐπιβραβεύσεως λόγῳ τε τῆς εὐλογίᾳ Θεοῦ ἐπελθούσης ἄρτι διά τῆς πολιτικῆς τοῦ ὅλου εὐσεβοῦς Ρουμανικοῦ Ἔθνους συνενώσεως μεγαλύνσεως τῶν κατ’ αὐτήν εὐκαίρου καί δεδικαιολογημένης, λόγῳ τε τῆς ἐλπιζομένης μείζονος ἐν τῇ πίστει καί τῇ εὐσεβείᾳ προκοπῆς καί ἐπανθήσεως τῶν κατ’ αὐτήν προσφόρου καί λυσιτελοῦς» (Ἀναστασίου Βα­βούσκου καί Γρηγορίου Λιάντα, Οἱ θεσμοί τοῦ αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτο­νόμου καθεστῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σελ. 149-150).
.               Τό ἴδιο παρατηρεῖ κανείς καί στήν ἐπιστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου στήν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας (ἀρ. πρωτ. 552/27-7-1961) μέ τήν ὁποία ἀνακοίνωνε τήν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν ἀνύψωσή της σέ Πατριαρχεῖο.
.               Αὐτά τά Πατριαρχικά καί Συνοδικά κείμενα, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τήν χορήγηση τῆς Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας μέ χρήση οἰκονομίας καί γιά τήν τελείωσή της σέ Οἰκουμενική καί Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία «τελειωτικῶς κατά τήν κανονικήν ἀκρίβειαν» θά ἀποφασίση καί θά κρίνη γιά τά «προτελεσθέντα», δέν μπορεῖ κανείς νά τά παρακάμψη οὔτε νά τά ὑποτιμήση οὔτε καί νά τά θεωρήση ὅτι «δέν παράγουν νομοκανονικά ἀποτελέσματα καί δέν δεσμεύουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» καί ὅτι «συνιστοῦν προτάσεις καί ἔκθεση ἀπόψεων» καί «ἔκφραση προθέσεων».
.               Ἴσως μέ αὐτόν τόν τελευταῖο χαρακτηρισμό ὁ κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος νά ἐννοῆ ἄλλο Πατριαρχικό κείμενο πού ἐγράφη ἐν ὄψει τῶν συζητήσεων σέ Προσυνοδικές Διασκέψεις, ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακάμπτει καί ὑποτιμᾶ αὐτά τά ὑπεύθυνα Πατριαρχικά καί Συνοδικά ἔγγραφα, πού ἐστάλησαν στίς Ἐκκλησίες γιά νά ἀνακοινωθῆ ἡ χορήγηση Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας, στά ὁποῖα γίνεται ἀναφορά στό κατ’ οἰκονομίαν καί τό κατ’ ἀκρίβειαν. Ἀκόμη, δέν γίνεται διάκριση μεταξύ χορηγήσεως Αὐτοκεφαλίας καί Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας.
.              Νομίζω ὅτι τέτοιες ἀπόψεις δέν ἐκφράζουν σεβασμό στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γιατί τό παρουσιάζουν ἄλλα νά γράφη στόν Τόμο μέ τόν ὁποῖο χορηγεῖ τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία καί ἄλλα νά γράφη στά Πατριαρχικά καί Συνοδικά ἔγγραφα πού ἀποστέλλει στίς Ἐκκλησίες. Ἀντίθετα ἐγώ τά θεωρῶ ἑνιαῖα, γιατί τό ἴδιο Συνοδικό ὄργανο πού ἐξέδωσε τούς Τόμους, τό ἴδιο τούς ἑρμηνεύει στίς Ἐπιστολές του.
.               Ἐπίσης, ἡ ἄποψη ὅτι δέν χρειάζεται ἡ συναίνεση τῶν Πατριαρχῶν τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων γιά τήν χορήγηση σέ μιά Ἐκκλησία Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας καί τήν ἀλλαγή σειρᾶς τῶν Διπτύχων εἶναι παράδοξη καί λειτουργεῖ σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία λειτουργεῖ συνοδικῶς.
.               Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι αὐτόν τόν καιρό ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διακυβεύεται σοβαρά μέ συνταρακτικές συνέπειες, πού προκαλοῦν βαθύτατο πόνο, γι’ αὐτό κάθε ὑπεύθυνος ἄνθρωπος εἴτε Ἐπίσκοπος εἴτε ἐπιστήμονας πρέπει νά διαθέτη ψυχραιμία, νηφαλιότητα καί προσευχή, ὥστε νά μήν διαιωνισθοῦν σχισματικές καταστάσεις στήν Ἐκκλησία πού δύσκολα θά θεραπευθοῦν.
.               Ἔτσι, ἡ πρόταση πού γίνεται ἀπό ἕναν διδάκτορα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου πρός τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «ex cathedra», δέν βοηθάει καθόλου στήν ἐπίλυση τοῦ θέματος. Ποιά εἶναι ἡ πρότασή του πού διατυπώνεται μέ ἀπόλυτο καί αὐθεντικό τρόπο; «Ἐγώ, αὐτό πού ἔχω νά  πῶ, εἶναι τό ἑξῆς. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει ἄμεσα καί χωρίς καθυστέρηση νά ἀνακαλέσει τήν ἐντολή πρός τίς δύο Συνοδικές Ἐπιτροπές γιά διερεύνηση τοῦ θέματος τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας καί νά προχωρήσει στήν ἀπεύθυνση ἐπιστολῆς πρός τόν Προκαθήμενο τῆς νέας Ἐκκλησίας, μέ τήν ὁποία νά τόν συγχαίρει γιά τήν ἐκλογή του καί νά τόν καλεῖ νά ἐπισκεφθεῖ τήν Ἀθήνα. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπόφαση ἤ ἐνέργεια εἶναι ἀντικανονική».
.               Τέτοια πρόταση καί μέ τόν ἰδιαίτερο αὐτόν τρόπο πού διατυπώνεται δέν προσφέρει καλές ὑπηρεσίες καί στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ὑποτίθεται ὅτι θέλει νά τό ὑποστηρίξη.
.               Κατά τόν ἴδιο τρόπο, δέν βοηθοῦν στήν διασφάλιση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό διαφόρους πού ἀσχολοῦνται μέ τό θέμα, οἱ ἀδιάκριτες φωνές, οἱ ὕβρεις δίκην ποδοσφαιρικῶν σωματείων καί οἱ χαρακτηρισμοί ἐναντίον Πατριαρχῶν καί Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι αὐτό τόν καιρό διακατέχονται ἀπό μεγάλη ἀγωνία καί ἀγρυπνία γιά τήν ἐπίλυση τῶν σοβαρῶν προβλημάτων πού προέκυψαν.
.               Ἐπιτέλους, δέν μπορεῖ κανείς νά ἀμφισβητήση τήν ἀγάπη μας πρός τήν Ἐκκλησία, ὅταν γιά πενήντα χρόνια (μισόν αἰώνα) περιβαλλόμαστε τό τίμιο ράσο καί ἀγωνιζόμαστε στήν χώρα μας καί σέ ὅλο τόν κόσμο, προφορικῶς καί γραπτῶς, νύκτα καί ἡμέρα, μέ θυσίες καί στερήσεις, παρά τά λάθη μας, γιά τόν ἔπαινο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν προβολή τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδή παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος ἀπαντᾶ μέ πολύ σπουδή στίς ἀπόψεις ἑνός Ἐπισκόπου, πού εἶναι μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀγαπᾶ τόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο ζῆ στόν σταυρό, καί αἰσθάνεται πόνο γιά τήν διακύβευση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, θά τόν προέτρεπα, ὡς κανονολόγος πού εἶναι, νά ἀπαντήση καί στά ἐρωτήματα πού τοῦ ἔχει θέσει πρό καιροῦ προσωπικά καί δημοσίως σέ κείμενό του ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος.
.               Τελικά νομίζω, πάνω ἀπό ὅλα αὐτόν τόν καιρό χρειάζεται ἀπ’ ὅλους μας σύννοια, προσευχή, φόβος Θεοῦ καί σοβαρές προτάσεις πρός τούς ὑπευθύνους, ὥστε νά βοηθήσουν στήν ἐπίλυση τοῦ θέματος, καί ὄχι νά τορπιλίσουν ἔτι περαιτέρω τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.–

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΧΟΡΗΓΗΣΗ τοῦ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΤ᾽ ΑΚΡΙΒΕΙΑΝ καὶ ΚΑΤ᾽ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἐκκλησία
κατ᾽ ἀκρίβειαν καί κατ᾽ οἰκονομίαν

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.             Μέ τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἐκκλησία ἀσχολήθηκα πρίν πολλά χρόνια, ὅταν συνέγραφα δύο βιβλία μέ τίτλους «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» (2002) καί «Τά Συνοδικά καί Πατριαρχικά κείμενα, Συνοδικός Τόμος 1850 καί Πατριαρχική Πράξη 1928» (2004).
.             Προσφάτως συνέγραψα κείμενο πού ἀπέστειλα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ ἀφορμή τήν συζήτηση γιά τό τί πρέπει νά πράξη, κατά τήν γνώμη μου, ὡς πρός τό θέμα τῆς Αὐτοκεφαλίας, πού δόθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν Οὐκρανία, ὅπως εἶχα καθῆκον νά πράξω, ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καί τό ἀνήρτησα στό διαδίκτυο γιά ἐνημέρωση ὅσων ἐνδιαφέρονται γιά τό θέμα. Ἡ κίνησή μου αὐτή ἦταν προσωπική καί αὐτόβουλη, χωρίς κάποια σκοπιμότητα. (ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ: Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ τῆς ΕΚΚΛ. ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΘΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΕΣ! )
.             Στό κείμενο αὐτό ἐκθέτω μέ πολύ μεγάλη συντομία τέσσερα σημεῖα, ἤτοι: 1. Σύντομο ἱστορικό τῶν Αὐτοκεφαλιῶν καί τῶν Πατριαρχικῶν ἀξιῶν. 2. Οἱ Πατριαρχικοί καί Συνοδικοί Τόμοι γιά τήν χορηγία Αὐτοκεφαλίας καί Πατριαρχικῆς ἀξίας. 3. Ἡ συζήτηση γιά τόν τρόπο ἀνακηρύξεως μιᾶς Ἐκκλησίας σέ Αὐτοκέφαλη. Καί 4. Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος τῆς Οὐκρανίας.
.             Γιά τήν σύνταξη τοῦ κειμένου αὐτοῦ χρησιμοποίησα τίς πηγές τίς ὁποῖες παραθέτουν ὁ κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος δρ. Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου Νομικῆς Σχολῆς ΑΠΘ δικηγόρος, καί ὁ κ. Γρηγόριος Λιάντας ἐπίκουρος καθηγητής Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης, στό βιβλίο  τους μέ τίτλο: «Οἱ θεσμοί τοῦ αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτονόμου καθεστῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Μελέτες-Πηγές)», (Θεσσαλονίκη 2014).
.             Στό βιβλίο αὐτό προτάσσονται δύο μελέτες τῶν προαναφερθέντων ἐπιστημόνων καί ἀκολουθεῖ ἡ παράθεση τῶν πηγῶν, δηλαδή τόσο οἱ Πατριαρχικοί Τόμοι, πού ἐκδόθηκαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τίς Αὐτοκεφαλίες καί τίς Αὐτονομίες τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅσο καί οἱ ἐπιστολές πού ἐστάλησαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τίς ὁποῖες ἀνακοινώνεται ἡ χορήγηση τῶν συγκεκριμένων Πατριαρχικῶν καί Συνοδικῶν Τόμων.
.             Μετά τήν ἀνάρτηση τοῦ κειμένου μου ἕνας ἐκ τῶν συγγραφέων τοῦ βιβλίου πού προανέφερα, ἀπό τό ὁποῖο ἄντλησα τό ὑλικό, ὁ κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος ἀνήρτησε στό διαδίκτυο ἄρθρο του μέ τίτλο «Ἕνα θεμελιῶδες κανονικό λάθος», ὅπου γράφει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός «ὅτι τά Αὐτοκέφαλα καθεστῶτα, τά ὁποῖα παραχωρήθηκαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι ἀτελῆ καί ὅτι τελοῦν ὑπό τήν αἵρεση τῆς ἐγκρίσεώς τους  ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο» «εἶναι ἐσφαλμένος».
.             Καί ἀφοῦ ἀναπτύσσει τήν σκέψη του, στήν συνέχεια γράφει: «Ὑπό αὐτά τά δεδομένα, μέ ἐξέπληξαν οἱ προσφάτως διατυπωθεῖσες ἀπόψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου περί τοῦ ἀτελοῦς χαρακτήρα τῶν παραχωρηθέντων αὐτοκεφάλων καθεστώτων». Ὑποστηρίζει δέ ὁ κ. Βαβοῦσκος ὅτι «οἱ ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι πλήρεις καί τέλειες, ὁποιαδήποτε δέ ἄποψη περί τοῦ ἀντιθέτου, θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν πλήρη ἰσχύ αὐτῶν καί κατ’ ἐπέκτασιν θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τό ἴδιο τό κῦρος τοῦ θεσμοῦ, πού τίς ἐκδίδει, δηλαδή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».
.             Ἡ καταληκτική δέ πρότασή του εἶναι: «Ἐγώ, αὐτό πού ἔχω νά  πῶ, εἶναι τό ἑξῆς. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει ἄμεσα καί χωρίς καθυστέρηση νά ἀνακαλέσει τήν ἐντολή πρός τίς δύο Συνοδικές Ἐπιτροπές γιά διερεύνηση τοῦ θέματος τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας καί νά προχωρήσει στήν ἀπεύθυνση ἐπιστολῆς πρός τόν Προκαθήμενο τῆς νέας Ἐκκλησίας, μέ τήν ὁποία νά τόν συγχαίρει γιά τήν ἐκλογή του καί νά τόν καλεῖ νά ἐπισκεφθεῖ τήν Ἀθήνα. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπόφαση ἤ ἐνέργεια εἶναι ἀντικανονική».
.             Ἡ καταληκτική αὐτή πρόταση εἶναι παράδοξη, διότι ἡ Ἐκκλησία ἐργάζεται πάντοτε συνοδικά καί δέν μπορεῖ τό θέμα αὐτό, μέ ὅλες τίς παραμέτρους του, νά μήν συζητηθῆ στίς Συνοδικές Ἐπιτροπές, στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί στήν Ἱεραρχία, μέ ἀπόλυτο βέβαια σεβασμό στούς θεσμούς καί στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.             Πάντως, θά ἤθελα νά δώσω μερικές διευκρινήσεις γιά τό προηγούμενο κείμενό μου, χωρίς νά φανῆ ὅτι ἀντιδικῶ μέ τόν κ. Ἀναστάσιο Βαβοῦσκο, μέ τόν ὁποῖο διατηρῶ προσωπική ἐπικοινωνία, τόν ἐκτιμῶ γιά τίς γνώσεις του στό ἐκκλησιαστικό δίκαιο καί ἔχουμε συνεργασθῆ γιά πολλά θέματα.

1.Τό κείμενο πού ἀπέστειλα στήν Ἱερά Σύνοδο καί ἀναρτήθηκε στό διαδίκτυο δέν εἶχε σκοπό νά ἀμφισβητήση τό κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀντίθετα μάλιστα, ἦταν ἐπιστηρικτικό, ὅταν κατανοήση κανείς προσεκτικά τό νόημά του.
.               Μέ ἀπασχολεῖ τό θέμα, ὅπως καί ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς, πού εἶναι μέλη τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τό πῶς θά ἀντιμετωπισθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ἡ χορήγηση Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὥστε νά μήν ἀνακύψουν νέα προβλήματα στίς σχέσεις μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού θά εἶναι σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας.

2. Στό κείμενό μου ἔκανα τήν διάκριση μεταξύ τῆς κατ᾽ ἀκρίβειαν χορηγήσεως τῆς αὐτοκεφαλίας ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπως ἔγινε γιά τά Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, καί τῆς κατ᾽ οἰκονομίαν χορηγήσεως ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τῆς Αὐτοκεφαλίας τῶν νεωτέρων Ἐκκλησιῶν, μέχρι νά συγκληθῆ ἡ Οἰκουμενική ἤ Μεγάλη Σύνοδος γιά νά ἐπιβεβαιώση τήν χορήγηση πού τούς δόθηκε. Εἰδικότερα γιά τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας δόθηκε μέν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀλλά στήν συνέχεια ἐπῆλθε συναίνεση ἀπό τά ἄλλα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, ὥστε νά ἰσχύη ἀπό τήν ἡμέρα πού δόθηκε ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.
.             Ἔτσι δέν ἔκανα λόγο γιά ἀτελῆ Αὐτοκέφαλα, ἀλλά μελετώντας τά ἴδια τά Πατριαρχικά κείμενα πού παρατίθενται στό βιβλίο τῶν κ.κ. Ἀναστασίου Βαβούσκου καί Γρηγορίου Λιάντα, ἔκανα λόγο γιά χορήγηση αὐτοκεφαλίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο: «ἀπεφηνάμεθα» καί «ἀποφαίνεται»∙ καί «τελειωτικῶς», «ἐπί τῇ προσδοκίᾳ», «τελοῦν σέ ἀναφορά» ἀπό τήν Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξη Σύνοδο, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μαζί μέ τούς Τόμους μέ τούς ὁποίους χορηγήθηκε ἡ Αὐτοκεφαλία. Ἐκεῖ ἐκφράζεται καί διατυπώνεται ὅτι θά ὑπάρξη συναίνεση ἀπό τά ἄλλα Πατριαρχεῖα, σύμφωνα μέ τήν συνοδική δομή τῆς λειτουργίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.             Ἤδη στό προηγούμενο κείμενό μου εἶχα ἀναφέρει τήν ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας περί ἀνακοινώσεως πρός αὐτήν τῆς ἀποφάσεώς του γιά τήν ἀνύψωσή της σέ Πατριαρχεῖο, στήν ὁποία κάνει λόγο γιά τήν κατ᾽ οἰκονομίαν χορήγηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί τήν «κανονική ἀκρίβεια» καί «τελειωτική» ἀπό Οἰκουμενική ἤ Μεγάλη Σύνοδο, κατά τήν ὁποία ἔχει βεβαία πεποίθηση ὅτι «καί ἄλλα ἐχούσῃ ἤδη τά πραγματικά παραδείγματα, ὁμογνώμονας καί συμψήφους ἕξομεν καί τούς λοιπούς Ἁγιωτάτους καί Σεβασμιωτάτους Πατριάρχας καί Προέδρους πασῶν τῶν Ἁγίων ἀδελφῶν ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί κοινή καί ἀπό τοῦδε ἔσται πάντων ἡ συναίνεσις περί τῆς εἰς τήν Πατριαρ­χικήν ἀξίαν ἀνυψώσεως τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας…».
.             Προσθέτω ἐδῶ ὅτι τό ἴδιο παρατηρεῖται καί στήν Πατριαρχική ἐπιστολή πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας, μέ τήν ὁποία ἀνακοινώνει τήν ἀπόφασή του γιά τήν ἀνύψωσή της σέ Πατριαρχεῖο. Καί ἐκεῖ γράφεται: «Ἔγνωμεν, τῇ οἰκονομίᾳ χρώμενοι, δοῦναι ἀπό τοῦδε τήν ἀδελφικήν συγκατάθεσιν καί ἀναγνώρισιν καί εὐλογίαν τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εἰς τά ὅπως ποτέ, κατά παρέκκλισιν πάντως ἀπό τῆς κανονικῆς ἀκριβείας καί τάξεως, ἐν τῇ αὐτόθι Ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ συντελεσθέντα, ἐν τῇ πεποιθήσει, βεβαίως, καί προσδοκίᾳ ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει ἡμῶν ταύτῃ ἕξωμεν, κατά τά πρόσθεν γενόμενα, ὁμογνώμονας καί συμψήφους καί τούς λοιπούς Μακαριωτάτους καί τιμιωτάτους Πατριάρχας καί Προέδρους τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἕως οὗ καί τό ζήτημα τοῦτο τελειωτικῶς καθορισθῇ ὑπό Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μόνης ἐχούσης τό δικαίωμα τοῦ προσάγειν τινά τῶν ἐπί μέρους ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν εἰς Πατριαρχικήν ἀξίαν καί περιωπήν» (Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος, Γρηγόριος Λιάντας, Οἱ θεσμοί τοῦ αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτονόμου καθεστῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 162-163).
.             Ἑπομένως, ἀναγνωρίζω τό σκεπτικό τοῦ κ. Ἀναστασίου Βαβούσκου ὅτι δέν πρέπει νά φανῆ ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν χορηγεῖ ἀτελῆ Αὐτοκέφαλα καί ὅτι στούς Τόμους πού ἐξέδωσε φαίνεται ὅτι χορηγεῖ τήν Αὐτοκεφαλία μέ κυριαρχικό δικαίωμα, ἀλλά τό ἴδιο τό Πατριαρχεῖο στίς Ἐπιστολές πού ἀπέστειλε στίς Ἐκκλησίες μαζί μέ τούς Τόμους τῆς Αὐτοκεφαλίας τους κάνει τήν διάκριση μεταξύ τῆς κατ᾽ οἰκονομίαν χορηγήσεως Αὐτοκεφαλίας καί τῆς κατά ἀκρίβειαν καί ἐν ἀναφορᾷ πρός τήν Οἰκουμενική Σύνοδο ἤ Μεγάλη ἄλλη Σύνοδο τελειώσεως τῆς Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας. Αὐτά τά διαβάζει κανείς στίς πηγές πού παραθέτουν οἱ κ.κ. Ἀναστάσιος Βαβοῦσκος καί Γρηγόριος Λιάντας στό βιβλίο πού προαναφέραμε.

3. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περίπτωση χορηγήσεως τῆς Πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας στήν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, ὅπου φαίνεται πῶς λειτουργεῖ τό Συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β´ ὁ Τρανός χορήγησε τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Μητροπολίτη Μόσχας «ἐπιτοπίως» τό 1589, ἀλλά χρειάσθηκε καί ἡ συναίνεση τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, πράγμα πού ἔγινε στίς ἐνδημοῦσες Συνόδους τοῦ 1590 καί 1593.
.             Ὁ ὁμότιμος καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς ἀνέλυσε διεξοδικῶς τό πῶς ἱδρύθηκε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, στό βιβλίο του μέ τίτλο «Ὁ Θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν ἀπό τήν Ε’ Οἰκουμενικήν Σύνοδον μέχρι σήμερον (553-2012)» (Ἀθῆναι 2012).
.             Ἐκεῖ φαίνεται ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἱερεμίας Β´ χορήγησε «ἐπιτοπίως» τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Μητροπολίτη Μόσχας τήν 23η Ἰανουαρίου 1589 μέ τήν πίεση τοῦ μεγάλου Βασιλέως τῆς Μεγάλης Ρωσίας Θεοδώρου καί τοῦ πανίσχυρου ἀδελφοῦ τῆς Βασιλίσσης Εἰρήνης Βόριδος Γκοντούνωφ. Ἡ ἀνύψωση αὐτή «ἀπετέλει μίαν ἀθέτησιν ἤ καί ὑπέρβασιν τῆς καθιερωμένης σχετικῆς κανονικῆς παραδόσεως περί τοῦ ἀμεταβλήτου τοῦ θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν». Ἐνθρόνισε δέ τόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰώβ  τήν 26η Ἰανουαρίου 1589.
.             Ὅταν, ὅμως, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, συνεκάλεσε Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τό 1590 μέ τήν συμμετοχή τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας Ἰωακείμ Ε´ καί Ἱεροσολύμων Σωφρονίου Δ´ γιά τήν συναίνεσή τους στήν ἀνακήρυξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὑπ᾽ αὐτοῦ σέ Πατριαρχεῖο. Δέν παρευρέθη ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, διότι τότε ὁ Πατριαρχικός θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας τελοῦσε σέ χηρεία.
.             Ἡ Ἐνδημοῦσα αὐτή Σύνοδος τοῦ 1590 ἀπεκάλεσε τόν ἑαυτό της «Οἰκουμενική Σύνοδο» καί συναίνεσε στήν χορήγηση τῆς πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας. Στό Συνοδικό Χρυσόβουλλο ἤ Τόμο μέ τόν ὁποῖον ἀνυψώθηκε ὁ Μητροπολίτης Μόσχας σέ Πατριάρχη καί ἀπεστάλη στόν Πατριάρχη Μόσχας γράφεται μεταξύ ἄλλων: «Οὕτως ἀπεφασίσαμεν ἐπιτοπίως. Ὅτε δέ ἡ μετριότης ἡμῶν ἐπανήλθομεν πρός τόν θρόνον ἐν τῇ τοῦ Κωνσταντίνου πόλει καί ἐδηλώσαμεν τό προκείμενον, τόν σκοπόν καί τήν αἴτησιν τοῦ εὐσεβεστάτου Ἄνακτος πρός τούς λοιπούς ἀξιοσεβεστάτους καί ἁγιωτάτους πατριάρχας, ἐφάνη τοῦτο αὐτοῖς εὐάρεστόν τε καί ηὐλογημένον. Καί αὖθις ἡ μετριότης ἡμῶν, μετ᾽ αὐτῶν τῶν πατριαρχῶν καί μεθ᾽ ὅλης τῆς Οἰκουμενικῆς συνόδου ὁμογνωμόνως καί, ἑνούμενοι ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, γράφομεν καί διαδηλοῦμεν διά τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ Γράμματος ὅτι, Πρῶτον, ὁμολογοῦμεν καί τελοῦμεν ἐν τῇ βασιλευούσῃ πόλει Μόσχᾳ τήν ἐγκαθίδρυσιν καί τόν διορισμόν τοῦ κυρίου Ἰώβ πατριάρχου, ἵνα καί εἰς τό μέλλον τιμᾶται καί ὀνομάζηται μεθ’ ἡμῶν τῶν Πατριαρχῶν καί ἔχῃ τήν τάξιν εἰς τάς εὐχάς μετά τόν τῶν Ἱεροσολύμων, καί ἵνα ὡς κεφαλήν ἔχῃ αὐτός τόν ἀποστολικόν θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου πόλεως, ὡς καί οἱ ἄλλοι πατριάρχαι. Δεύτερον, τό σήμερον δοθέν ὄνομα καί ἡ πατριαρχική τιμή ἐδόθησαν καί ἐπεκυρώθησαν σταθερῶς οὐ μόνον εἰς τόν κύριον Ἰώβ, ἀλλά καί εἰς τούς μετ’ αὐτόν, ἵνα ἐγκαθιδρύωνται ὑπό τῆς μοσχοβικῆς Συνόδου πατριάρχαι οἱ τάς πρώτας τοῦ κλήρου ἀρχάς κατέχοντες, κατά τούς κανόνας, ὡς ἤσχισεν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ συλλειτουργοῦ τῆς ἡμῶν μετριότητος, τοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητοῦ ἡμῶν ἀδελφοῦ Ἰώβ, καί διά τοῦτο τό κανονισθέν τοῦτο Γράμμα ἐπεκυρώθη εἰς μνήμην αἰώνιον τῷ ζςη’ ἔτει (7098=1590) μηνός Μαΐου» (Κ. Δελικάνη, Πατρ. Ἔγγραφα, ΙΙΙ, 24-26)» (βλ. Βλασίου Φειδᾶ, Ὁ Θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν ἀπό τήν Ε’ Οἰκουμενικήν Σύνοδον μέχρι σήμερον (553-2012)», Ἀθῆναι 2012, σελ. 345-346).
.             Μετά ἀπό τρία χρόνια καί συγκεκριμένα τό 1593 συνῆλθε πάλι ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη, στήν ὁποία συμμετεῖχε καί ὁ νέος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, γι’ αὐτό καί πάλι ἐτέθη τό θέμα τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας σέ ἰσότιμο Πατριαρχεῖο μέ τά ἄλλα πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα. Καί αὐτό ἔγινε γιατί ὁ Μελέτιος Πηγᾶς κατέκρινε τήν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Τσάρου τῆς Ρωσίας μέ τό σκεπτικό ὅτι εἰσήγαγαν ἕναν ἀπαράδεκτον «νεωτερισμόν» στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι, ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως «ἦτο κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον διαδικασία τρόπον τινα ἀπολογίας τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μελετίου Πηγᾶ» γιά τίς κανονικές ἐπιφυλάξεις του ὡς πρός τήν «ὁμογνωμόνως» ἐκφρασθεῖσα συναίνεση καί τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν στήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 1590. Τελικά, καί στήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 1593, ὅπως καί στήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 1590 ἐκφράσθηκε ἡ συναίνεση τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν στήν ἔκδοση τοῦ «Πατριαρχικοῦ Χρυσοβούλλου» ἤ «Τόμου», «ἐπιτοπίως» ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη «διά τήν κατ’ ἀρχήν ἀνακήρυξιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (1589)». Περισσότερα μπορεῖ νά δῆ ὁ ἀναγνώστης στό βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ Βλασίου Φειδᾶ (βλ. Βλασίου Φειδᾶ, Ὁ Θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν ἀπό τήν Ε’ Οἰκουμενικήν Σύνοδον μέχρι σήμερον (553-2012)», Ἀθῆναι 2012, σελ. 342-356).
.             Τό παράδειγμα τῆς ἀνυψώσεως τοῦ Μητροπολίτη Μόσχας σέ Πατριάρχη καί μάλιστα πέμπτον στήν σειρά μετά τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων εἶναι πολύ χαρακτηριστικό. Δόθηκε ἡ πατριαρχική τιμή καί ἀξία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ὑπῆρξε καί ἡ συναίνεση καί τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν. Αὐτό ἐπιβάλλει τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας.

4.Τό σκεπτικό πού διατυπώθηκε στό ἔγγραφό μου πού ἀπέστειλα στήν Ἱερά Σύνοδο καί ἀναρτήθηκε στό διαδίκτυο δέν εἶναι προσωπικές μου ἀπόψεις, οὔτε «προσφάτως διατυπωθεῖσες», ἀλλά ἔχουν διατυπωθῆ στό παρελθόν καί μάλιστα μέ ἐπίσημο χαρακτήρα ἀπό τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.             Αὐτό φαίνεται στό κείμενο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό 1990 μέ τίτλο «Τό Αὐτοκέφαλον καί τό Αὐτόνομον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτῶν», πού χρησιμοποιήθηκε στόν διάλογο μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τήν χορήγηση τοῦ αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτονόμου σέ Ἐκκλησίες, ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
.             Τό Πατριαρχικό αὐτό κείμενο, τό ὁποῖο παρατίθεται στό προαναφερθέν βιβλίο τῶν κ.κ. Ἀναστασίου Βαβούσκου καί Γρηγορίου Λιάντα, στό στοιχεῖο 47 γράφει: «Τό αὐτοκέφαλον τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, κρινόμενον ἀείποτε ὡς θέμα οὐχί ἁπλῶς ἀναγόμενον εἰς τόν χῶρον τῆς διοικητικῆς διοργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὡς ἀποτελοῦν θεμελιῶδες γνώρισμα τῆς ἐν τῇ πολλαπλότητι διασωζομένης ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀντικατοπτρίζον τήν ἐν τῇ διοικήσει αὐτοτέλειαν καί αὐτοανάπτυξιν τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ἀνήκει καί τοῦτο, ἐπί ἐξοικονομήσει τῶν πραγμάτων, εἰς τήν οὑτωσί ἐπί αἰῶνας ἀσκήσασαν τήν δικαιοδοσίαν ταύτην πρώτην ἐν τῷ συστήματι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἐκκλησίαν, ὡς τοῦτο δέ καί ἀντιμετωπίζεται νῦν καί ἐφεξῆς, ἄχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὕτη, ἑπομένως, ἤτοι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, κατά τά προειρημένα, μέλλει τοῦτο μέν καί τά ὑπό τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως οὑτωσί ἐκχωρηθέντα αὐτοκέφαλα κρῖναι, ἐπευλογῆσαι καί τελειῶσαι, τοῦτο δέ κατά τήν τηρηθεῖσαν ἄχρι τοῦ νῦν σχετικήν πρᾶξιν καί τό ἐκ τῆς χρήσεως δημιουργηθέν ἐθιμικόν δίκαιον ἀναγνωρῖσαι καί ἐπιφραγῖσαι διά πᾶσαν καί ἐφεξῆς ἀνάλογον περίπτωσιν, ἵνα μή δημιουργῶνται παρόμοιαι ἐν τῷ μέλλοντι ἐμπλοκαί» (Ἀναστασίου Βαβούσκου καί Γρηγορίου Λιάντα, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 104).
.             Ἑπομένως, τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποδεχόταν στίς συζητήσεις νά κριθοῦν, νά ἐπευλογηθοῦν, νά τελειωθοῦν, νά ἀναγνωρισθοῦν καί νά ἐπισφραγισθοῦν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τά ἤδη ἐκχωρηθέντα Αὐτοκέφαλα στίς νεώτερες Ἐκκλησίες, πράγμα πού θά συμβαίνη ἐφεξῆς σέ ἀνάλογες περιπτώσεις.
.             Δυστυχῶς, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας καί οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες πού τήν ἀκολούθησαν συνετέλεσαν στό νά μή παραπεμφθῆ αὐτό τό θέμα στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία καί θά ἔκρινε, θά ἐπευλογοῦσε, θά τελείωνε, θά ἀνεγνώριζε καί θά ἐπισφράγιζε τά «ἐκχωρηθέντα αὐτοκέφαλα» ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, καί θά καθόριζε τί θά γινόταν σέ παρόμοιες περιπτώσεις στό μέλλον.

5. Τό ὅτι ἔτσι τό ἀντιλαμβάνονταν οἱ Ἐκκλησίες, πού ἔλαβαν τά Αὐτοκέφαλα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, φαίνεται ἀπό τόν διάλογο πού ἔγινε πρίν τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
.             Ἐπειδή στήν Συνοδική Περίοδο 2015-2016 ἤμουν μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, παρακολούθησα ὅλον τόν διάλογο πού ἔγινε πρίν τήν σύγκλησή της. Διεπίστωσα, γιά παράδειγμα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἐτόνιζε, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή θά ἔπρεπε νά ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας πού δόθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
.             Πρός ἐπιβεβαίωση τοῦ λόγου αὐτοῦ ὑπενθυμίζω τό μήνυμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τούς Πρωθιεράρχας καί τάς Ἱεράς Συνόδους τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (ἀρ. πρωτ. 62/164/25-5-2016).
.             Τό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας στό κείμενο αὐτό θέτει διαφόρους προβληματισμούς γιά τήν προγραμματισθεῖσα Σύνοδο καί μεταξύ τῶν ἄλλων ζητοῦσε ἡ Σύνοδος αὐτή νά προβῆ στήν διαπίστωση ὅτι ὑφίστανται 14 Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί ὅτι αὐτό ἀρκεῖ γιά τήν διαπίστωση καί τοῦ Αὐτοκεφάλου Καθεστῶτος τους. Συγκεκριμένα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἔγραφε:
.             «Δεδομένου ὅτι τό ζήτημα τῆς ἀνά μέσον τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκλησιῶν κοινωνίας ἔχει καθοριστικήν σημασίαν διά τήν ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστολήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπαραίτητον θεωροῦμεν τήν διαφώτισιν τοῦ θέματος τοῦ αὐτοκεφάλου, ἐπί τοῦ ὁποίου θέματος ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἐπέμενεν ἀδιαλείπτως. Ἡ προκειμένη Σύνοδος ἔχει ἐπαρκῆ θεολογικά καί ποιμαντικά κίνητρα, ὅπως προβῇ εἰς διαπίστωσιν, ὅτι σήμερον ὑφίστανται δεκατέσσαρες αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι καί ὅτι τό γεγονός τοῦτο ἀρκεῖ πρός ἐπικύρωσιν τοῦ αὐτοκεφάλου καθεστῶτος (status) αὐτῶν. Πλήν τούτου, τό θέμα τῆς αὐτοκεφαλίας καί τοῦ τρόπου τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῆς, πάρεξ τοῦ τρόπου τοῦ ὑπογράφειν τόν σχετικόν Τόμον, ἔτυχε τῆς μέχρι λεπτομερειῶν ἐπεξεργασίας κατά τήν διάρκειαν τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου. Διό δικαιολογεῖται καί εἶναι πάντῃ λυσιτελής ἡ ὑπό τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἀποδοχή καί διακήρυξις τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προεργασίας δεκαετιῶν».
.             Ἄρα, τό Πατριαρχεῖο Σερβίας ζητοῦσε τήν συναίνεση καί τῶν ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, γιά τήν διαπίστωση καί ἐπικύρωση «αὐτοκεφάλου καθεστῶτος», ἐπειδή γνώριζε τό πρόβλημα.
.             Ἐπειδή, ὅμως, δέν εἶχε συμφωνηθῆ ἀπό τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά συζητηθῆ τελικῶς τό κείμενο περί τῆς χορηγήσεως Αὐτοκεφάλου στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, γι’ αὐτό καί δέν ἐτέθη στό θεματολόγιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τό θέμα τῆς ἐπευλογήσεως, τελειώσεως καί ἐπισφραγίσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐκείνων πού ἔλαβαν τήν Αὐτοκεφαλία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

6. Τήν ἄποψη ὅτι γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπαιτεῖται ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤ ἄλλης Μεγάλης Συνόδου, τήν διετύπωσε ἐδῶ καί πολλά χρόνια ὁ διακεκριμένος καθηγητής τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου Σπύρος Τρωϊάνος, καί, ἑπομένως, δέν διατυπώθηκε προσφάτως ἀπό ἐμένα.
.             Στό βιβλίο του Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, (ἔκδ. Ἀντ. Σάκκουλα, Ἀθήνα-Κομοτηνή 1984) καί ἰδιαίτερα στό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἁρμόδιο ὄργανο γιά τή χορήγηση ἐκκλησιαστικῆς ἀνεξαρτησίας», ἀναφέρεται στό ζήτημα αὐτό.
.             Στήν ἀρχή γράφει γιά τά παλαίφατα Πατριαρχεῖα ὅτι «ὅλα τά θέματα τά σχετικά μέ τό αὐτοκέφαλο τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως ἡ ἀνακήρυξή τους, ἡ τάξη τους, τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους κλπ., ρυθμίζονταν μέ ἀποφάσεις λαμβανόμενες ἀπό συνόδους αὐτῆς τῆς μορφῆς, δηλαδή οἰκουμενικές» (σελ. 134).
.             Ἔπειτα ἀναφέρεται στήν νεώτερη πράξη χορηγήσεως τῶν Αὐτοκεφάλων καί γράφει: «Ἀπό τόν 9ο αἰώνα ἔπαψε ἡ σύγκληση τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καί τή θέση τους στήν κορυφή τῶν ὀργάνων ἀσκήσεως τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας σέ εὐρεία ἔννοια μέσα στήν Ἐκκλησία κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως (…). Μολονότι ὑπάρχουν πολλά κενά στίς πηγές, πού ἀναφέρονται στήν ἀνακήρυξη ὡς αὐτοκεφάλων τῶν ἀρχιεπισκοπῶν Ἀχρίδας καί Τυρνόβου καί τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μήν εἶναι στό σύνολό της γνωστή ἡ διαδικασία πού τηρήθηκε στίς περιπτώσεις αὐτές (11ος-14ος αἰώνας), πάντως ἡ σύμπραξη τῆς πατριαρχικῆς συνόδου γίνεται πολύ αἰσθητή. Στήν ἀνακήρυξη τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαίτερα στήν ἀνύψωσή της σέ πατριαρχεῖο (ἔτ. 1593) ἡ παρουσία ἤ ἡ ἐκπροσώπηση ὅλων τῶν πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς προσδίνει στή σύνοδο πανορθόδοξο χαρακτήρα. Ἀλλά στήν ἄρση τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἀρχιεπισκοπῆς τῆς Ἀχρίδας (ἔτ. 1767) ἐμφανίζεται πάλι ἡ σύνοδος μέ τή συνηθισμένη της μορφή» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 134).
.             Ἀκόμη ἀναφέρεται στίς Αὐτοκεφαλίες πού δόθηκαν στίς Ἐκκλησίες μετά τό 1900 ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί ἐπισημαίνει: «Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀδυναμία συγκλήσεως οἰκουμενικῆς συνόδου, ἡ σύσταση πρέπει νά γίνει ἀπό ἕνα ὄργανο, πού οἱ ἀποφάσεις του ἀπό ἄποψη τυπικῆς δυνάμεως νά εἶναι ἰσοδύναμες μέ ἀποφάσεις οἰκουμενικῆς συνόδου. Τέτοιο ὄργανο κάτω ἀπό τίς σημερινές συνθῆκες στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι μόνο μία πανορθόδοξη σύνοδος. Εἶναι πολύ ἀμφίβολο, ἄν στό προκείμενο θέμα εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ ἄσκηση οἰκονομίας, γιατί δέν εἶναι μέν ζήτημα δογματικό, ἀλλά πάντως ἀποτελεῖ θέμα ἰδιάζουσας βαρύτητας στήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό πιστεύω ὅτι τή θέση τῆς πανορθόδοξης συνόδου δέν μπορεῖ νά πάρει ἄλλο ὄργανο, οὔτε καί αὐτή ἡ πατριαρχική σύνοδος» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ 136).
.             Βέβαια, ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐξέδωσε Πατριαρχικό Τόμο, ἀλλά ἀναφέρεται ἡ τελείωσή τους στήν Οἰκουμενική ἤ Μεγάλη Σύνοδο. Καί μετά ἀπό τά προηγούμενα καταλήγει ὁ καθηγητής Σπῦρος Τρωϊάνος: «Ὅπως προκύπτει ἀπό ὅλους τούς σχετικούς συνοδικούς τόμους, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο –ἀνανωρίζοντας προφανῶς τήν ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα οἰκουμενικῆς ἤ τοὐλάχιστον πανορθόδοξης συνόδου– δέν προχώρησε στήν ἀνακήρυξη τῶν αὐτοκεφάλων αὐτῶν ἐκκλησιῶν σέ πατριαρχεῖα, ἀλλά ἁπλῶς αὐτοδεσμεύτηκε δίνοντας ἀπό πρίν τή συναίνεσή του γιά τήν ἀνακήρυξη “ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλῃ Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένῃ”, πού, ὅπως ρητά τονίζεται στό κείμενο τῶν τόμων, εἶναι ἁρμόδια σύμφωνα μέ τήν κανονική ἀκρίβεια νά ἀποφαζίζει γιά τέτοια θέματα. Ἑπομένως, ἡ διαδικασία γιά τήν ἀνύψωση τῶν ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας σέ πατριαρχεῖα ἀπό αὐστηρά νομική ἄποψη δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 136).
.             Ἐξ ἄλλου ὁ καθηγητής Γρηγόριος Λιάντας στό βιβλίο πού προαναφέρθηκε, τό ὁποῖο ἐξέδωσε μαζί μέ τόν κ. Ἀναστάσιο Βαβοῦσκο, παραπέμπει  σέ κείμενο τοῦ Σπύρου Τρωϊάνου, ὅπου γράφεται ὅτι ἡ χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς στήν ἁρμοδιότητα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί στήν συνέχεια τήν θέση τους κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος τῆς Κωσταντινουπόλεως, καί αὐτό κατ’ οἰκονομίαν (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 71).

Ἀπό ὅλα τά ἀνωτέρω συνάγονται τά ἑξῆς:

Πρῶτον. Τό σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά ἐπίπεδα (ἐπισκοπικό, μητροπολιτικό, πατριαρχικό, διορθόδοξο) εἶναι «συνοδικόν ἱεραρχικῶς» καί «ἱεραρχικόν συνοδικῶς» (βλ. Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνας, ἐκδ. Ἄθως, Πειραιεύς, σελ. 113-129).

Δεύτερον. Στούς πρώτους αἰώνας τά Αὐτοκέφαλα χορηγήθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους. Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀπέκτησε τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀργότερα συναίνεσαν καί τά ἄλλα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα. Τά νεώτερα Πατριαρχεῖα ἔλαβαν τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία τους, ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τελοῦν σέ ἀναφορά πρός τήν Οἰκουμενική Σύνοδο ἤ τήν Μεγάλη Σύνοδο γιά τήν κανονική συναίνεσή τους.

Τρίτον. Στίς ἡμέρες μας ὑφίσταται αὐτό τό πρόβλημα μέ τήν Οὐκρανία, πράγμα πού προκαλεῖ προβλήματα στήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διότι εὐθύνονται ἐκεῖνοι πού ὑπονόμευσαν τό κείμενο πού εἶχε ἑτοιμασθῆ γιά τήν χορήγηση τῆς Αὐτοκεφαλίας καί γι’ αὐτό δέν παραπέμφθηκε στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης (βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή») Ὀκτώβριος 2018)
.             Δέν εὐθύνεται, ὅμως, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ἔπραξε τά πάντα καί μάλιστα ὑπεχώρησε σέ πολλά χάριν τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας γιά νά παραπεμφθῆ αὐτό τό κείμενο στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί νά λυθῆ τό ὅλο πρόβλημα. Ἄν γινόταν αὐτό, δέν θά εἴχαμε τό σύγχρονο πρόβλημα πού ταλανίζει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Μέ ὅσα ἔγραψα καί στό προηγούμενο κείμενό μου καί στό τωρινό ἐξέφρασα τήν γνώμη μου στό θέμα αὐτό, ὅπως εἶχα ὑποχρέωση καί καθῆκον ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν εὕρεση μιᾶς λύσεως, δεδομένου ὅτι τό πολίτευμά μας εἶναι συνοδικό καί ὄχι ἀπολυταρχικό. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα τόν λόγο ἔχουν τά συνοδικά ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας καί τελικῶς ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού θά ἀποφασίσουν σχετικῶς.
.             Βεβαίως, ὑπάρχουν καί ἄλλες παράμετροι τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅπως γιά παράδειγμα τί σημαίνει Ἀποστολική παράδοση καί Ἀποστολική διαδοχή, τό ὁποῖο θά θίξω σέ ἄλλο κείμενό μου.

Ἀπρίλιος 2019

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ: Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ τῆς ΕΚΚΛ. ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΘΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΕΣ!

.               «Ἡ μὴ ἀποδοχὴ τοῦ τρόπου ἐκδόσεως τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου γιὰ τὴν Αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανίας, θὰ θέση σὲ ἀμφισβήτηση τὶς Αὐτοκεφαλίες τῶν ὀκτὼ ἄλλων ὑφισταμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διότι αὐτὲς οἱ Αὐτοκεφαλίες χορηγήθηκαν μόνον ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο».

Ὁ Μητροπολίτης  Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος ἀπέστειλε στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο ἔγγραφο μέ τό ὁποῖο διατυπώνει τίς ἀπόψεις του γιά τό πῶς νομίζει ὅτι πρέπει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά ἀποφασίση γιά τό θέμα τῆς Αὐτοκεφαλίας πού ἔδωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν Οὐκρανία. Στό ἔγγραφο αὐτό δίνει ἕνα σύντομο ἱστορικό τῶν Αὐτοκεφαλιῶν καί Πατριαρχικῶν ἀξιῶν, παρουσιάζει τό πῶς χορηγήθηκαν στίς Ἐκκλησίες οἱ Πατριαρχικοί καί Συνοδικοί Τόμοι, ἀναφέρεται σέ συζήτηση πού ἔγινε γιά τόν τρόπο ἀνακήρυξης μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς αὐτοκέφαλης καί τέλος προσδιορίζει πῶς, κατά τήν γνώμη του, θά ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίση ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τό θέμα αὐτό. 

Ἱεροθέου Ναυπάκτου Περὶ τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Οὐκραν. Ἐκκλ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΘΕΞΗ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου,
«Ἐμπειρικὴ Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις
τοῦ καθηγητοῦ Ἰωάννου Ρωμανίδη»
, τόμ. Β´,
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2011, σελ. 244

.     Ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γίνεται μὲ τὸν συνδυασμὸ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως.

«Κάθε πιστὸς πρέπει νὰ σταυρωθεῖ ἑκουσίως, ὅπως σταυρώθηκε ὁ Χριστός, διότι μόνο δι᾽ αὐτῆς τῆς ἑκούσιας σταυρώσεως ἐπιτελεῖται ἡ μέθεξη στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν φίλαυτο ἄνθρωπο σὲ φίλο του Θεοῦ καὶ κατὰ Χάρη Θεό». Βασικὸς σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ αὐτὸ γίνεται κατὰ διαφόρους βαθμούς, κατὰ διάφορα στάδια, ἀφοῦ μὲ τὴν κάθαρση ὁ ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν φωτισμὸ φεύγει ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ τὴν θεωρία ὁ νοῦς γίνεται κατοικητήριο τοῦ Χριστοῦ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον. Ἑπομένως, τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ «ἄϋλου Σταυροῦ» καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ προαιώνια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος καταλλάσσεται μὲ τὸν Θεό, ἀσάρκως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐν σαρκὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ στὸν Γολγοθὰ καὶ ἡ Ἀνάστασή Του ἐξέφρασε αὐτὴ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός, διὰ τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, νίκησε τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ τὸν νικήση καὶ ἐκεῖνος, ὅταν ἑνωθεῖ μαζί Του, στὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετέχει στὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση, ὁπότε γίνεται φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀποβάλλει τὴν φιλαυτία καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη».

 

, , , ,

Σχολιάστε

Β´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

,

Σχολιάστε