Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ´

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΥΨΩΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.               Ἡ ἑορτή τῆς Παγκοσμίου Ὑψωσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μᾶς ὑπενθυμίζει τήν κορυφαία πράξη τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης, αὐτήν τήν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ γιά τήν λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν εἴσοδο μας πάλιν στόν Παράδεισο. Ὁ Σταυρός εἶναι τό ἱερότατο σύμβολο τῆς πίστεώς μας, τό στήριγμα τῶν πιστῶν, τό ἀήττητο τρόπαιο τῆς νίκης κατά τοῦ διαβόλου, ὁ Δοτήρ τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος.
.               Τό σύμβολο καί γενικῶς τά σύμβολα, τά ἐξωτερικά αὐτά σημεῖα συνδέονται μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τήν ἱστορία καί τόν πολιτισμό. Ἀποτελοῦν ἀναφορές σέ ἔννοιες καί ἀντιλήψεις γιά τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο, τόν κόσμο. Τό σύμβολο εἶναι τύπος καί οὐσία. Τύπος, ὡς ἐξωτερική ἔνδειξη, ὡς παράσταση, ὡς ἀντικείμενο, οὐσία ὡς πρός τό περιεχόμενο καί τό βαθύτατο νόημα πού ἐμπεριέχει.
.               Ἔτσι ὁ Σταυρός ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους καθιερώθηκε ὡς τό ἱερό σύμβολο τοῦ Χριστιανισμοῦ.
.               Γι᾽ αὐτό καί σεβόμαστε τόν Σταυρό, τόν τιμᾶμε καί τόν προσκυνοῦμε. Δέν εἶναι ἕνα ἁπλό στολίδι. Εἶναι ὁ ἔνδοξος θρόνος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς τούς χοϊκούς ἀνθρώπους. Εἶναι τό πανσεβάσμιον ξύλον, «ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, Βασιλέων τὸ κραταίωμα, ἀγγέλων ἡ δόξα καί τῶν δαιμόνων τό τραῦμα», εἶναι ὁ ζωηφόρος Σταυρός.
.               Ὁ Σταυρός δεσπόζει καί μέσα καί ἔξω στούς ναούς μας. Εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία παντοῦ. Ὁ Σταυρός τό σύμβολό μας εἶναι στήν Ἑλληνική Σημαία μας, εἶναι στά σπίτια μας, εἶναι στολισμένος καί τόν βλέπουμε πάνω στό ξύλο, στό μάρμαρο, πάνω στό μέταλλο, στό χρυσό, πάνω σέ ἄργυρο, πάνω σ᾽ ὅλες τίς ἐπιφάνειες. Σέ βιβλία, σέ ἐπιστολές, σέ διαθῆκες, σέ ἄλλα ἔγγραφα. Ἀλλὰ καί προπαντός τόν φορᾶμε ἐπάνω μας, σχηματίζουμε τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ σ᾽ ὅλες τίς λατρευτικές εὐκαιρίες καί προσευχές μας καί ὅταν ἀκόμη περνᾶμε ἔξω ἀπό τό ναό ἥ ὅταν ἐξερχόμεθα ἀπό τό σπίτι μας.
.               Σταυρός, λοιπόν, πιστῶν τό στήριγμα καί ἡ βοήθεια καί ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά καί ἡ νίκη.
.                 Σ᾽ αὐτόν τόν Τίμιον Σταυρόν πάντοτε νά ἀτενίζουμε καί νά διακηρύττουμε μαζί μέ τόν Ἀπ. Παῦλο «ἐμοί μή γένοιτο καυχᾶσθε εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. ϛ´14). Μή ξεχνᾶμε ποτέ νά κάνουμε τόν Σταυρό μας.

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ (καὶ ἡ ἀπαξία τῆς Παιδείας)

Η ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ

Tοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ΄

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ»: Καὶ ἡ ἀπαξία τῆς Παιδείας. Filioque!
Οἱ ἀνθρωπιστικὲς σπουδὲς καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν κλασικὴ παιδεία μειώνεται, ὅσο μειώνεται τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὰ βασικὰ θέματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Σήμερα ἀρκεῖ ἡ τεχνολογία, ἡ «καινοτομία» καὶ ἡ οἱκονομικὴ ἀνάπτυξη. Ἄνθρωπος σχεδὸν πουθενά. Μόνον ὡς χρήσιμο ἀνταλλακτικό.  

.                   Σχετικά μέ τήν ἀντικατάσταση τῶν Λατινικῶν ἁπὀ τήν Κοινωνιολογία στό σύστημα εἰσαγωγῆς στήν Τριτοβάθμια Ἐκπαίδευση, θεωροῦμε, ἐξ ἀντιθέτου, ὅτι ἡ πρόταση αὐτή φέρει ἐνώπιον μας τήν κρυμμένη ἀξία τοῦ μαθήματος τῆς Λατινικῆς γλώσσας.
.                   Τά Λατινικά ἔχουν μεγάλη ἀξία καί σημασία. Δέν εἶναι ἀνούσια. Δέν εἶναι ἄχρηστα. Βοηθοῦν τά μέγιστα στήν κατανόηση τῶν συγχρόνων εὐρωπαϊκῶν λέξεων καί φράσεων ἔχουν δέ ἐξαιρετική συμβολή στήν ἀνάπτυξη τῆς σκέψης, τῆς φιλοσοφίας καί τῆς διανόησης. Εἶναι ὑλικό πολιτισμοῦ.
.               Τά Λατινικά δημιουργοῦν σέ βάθος χρόνου ποιοτική ἐκπαιδευτική ἀνύψωση. Ἐξαιρετικῶς χρήσιμα εἶναι ἰδίως στή φιλολογική, θεολογική καί νομική ἑπιστήμη.
.                Γιά παράδειγμα, εἶναι δυνατόν ἕνας νομικός νά μή γνωρίζει τί σημαίνουν οἱ βασικές ἁρχές꞉ ln dubio pro reo, nullum crimen nulla poena, pacta sum servanda ἤ ἄσκηση ποινικῆς δίωξης in rem, ἕνας θεολόγος τίς φράσεις꞉ extra Ecclesiam nulla salus, totus Christus, communio sanctorum ἢ consensus patrum;
.              Κατ’ ἐξοχήν δέ, ἕνας φιλόλογος συναντᾶ πλεῖστες λατινικές ἑκφράσεις στήν ὃλη φιλολογική του σταδιοδρομία, ἀπό τό curriculum vitae καί de facto μέχρι τό a priori καί sui generis. Μάλιστα ὁ Χριστιανισμός διηύρυνε τόν ὁρίζοντα τῆς γλώσσας τῶν Λατίνων καί ὑπήρξαν ἀξιόλογοι καρποί τῆς λατινικῆς γραμματείας.
.                Ἄλλο βέβαια εἶναι τό ζήτημα τῆς μεθόδου διδασκαλίας, τῆς ἀποστήθισης καί τῆς τεχνικῆς αὒξησης τῶν βάσεων τοῦ Α΄ Ἐπιστημονικού πεδίου τῶν Πανελληνίων ἐξετάσεων, τό ὁποίο βάσιμα προβάλλεται καί φυσικά δέν ὑπεισερχόμεθα σ’ αὑτό ὡς ἀναρμόδιοι.
.             Ἑκεῖνο όμως, τὁ ὁποῖο θεωρούμε ἐπάναγκες νἀ ὑπογραμμίσουμε καί νά σκεφθοῦμε εἶναι τό γεγομός ὃτι σέ σχολεῖα στόν εὐρωπαϊκό καί ἀμερικανικό χῶρο ἀναζητοῦν τίς ἀρχαῖες γλῶσσες καί τίς μελετοῦν σέ βάθος, τόσο τά ἁρχαῖα ἑλληνικά ὅσο καί τά λατινικά.
.               Ὅ
ταν βέβαια ἡ παιδεία τυγχάνει ἁπό τούς πρώτιστους παράγοντες ἐξύψωσης ἑνός λαοῦ, ἐμεῖς, κυρίως ἐμεῖς, ὡς Ἕλληνες, μέ τόση κλασική κληρονομιά, πού σ’ αὑτή στηρίχθηκε καί ἡ λατινική γλῶσσα ἀσφαλῶς καί δέν ἑπιτρέπεται νά θέτουμε σέ περιφρόνηση μία γλῶσσα τόσο ἁπαραίτητη γιά τήν κατανόηση τῆς ἱστορίας καί τῆς πολιτιστικῆς ἐξέλιξης τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν ἀλλά καί τῆς ὁλοκληρωμένης ἁνθρωπιστικῆς παιδείας.
.             Πάντα δέ, θά ἰσχύει τό꞉ “Κρείσσων γάρ σοφία, λίθων πολυτελῶν„ (Παροιμ. η´ 11) 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

Σχολιάστε

ΤΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΝΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

.                 Σήμερα 15 Αὐγούστου, ὅπως κάθε χρόνο, ἑορτάζουμε τήν μεγάλη θεομητορική ἑορτή τῆς Κοιμήσεως ἤ Μεταστάσεως στούς οὐρανούς τῆς Παναγίας μας.

   Τρία σημεῖα ἀξίζει νά προσέξουμε, νά στοχαστοῦμε καί νά μελετήσουμε:

 .               Τό πρῶτο σημεῖο εἶναι ἡ γνώση μας γι’ αὐτό τό γεγονός τῆς Κοιμήσεως. Ὁ φυσικός θάνατος τῆς Θεοτόκου ὀνομάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία «κοίμηση», σάν δηλαδή ἕνας μακρύς ὕπνος, ὄπως καί γιά ὅλους τούς ἁγίους καί τούς πιστούς. Πολύ ὡραῖα τό διατυπώνει ὁ ἃγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὃταν γράφει: «Ὁ τόκος παράδοξος, ἡ γέννησις ὑπέρ φύσιν καί ἔννοιαν καί τῷ κόσμῳ σωτήριος, ἡ δέ κοίμησις ἔνδοξος καί ὄντως ἱερά καί πανεύφημος». Ἡ Θεοτόκος ὑπέστη φυσικόν θάνατον καί ἡ μέν ψυχή της παρεδόθη στά χέρια τοῦ Υἱοῦ της (ὅπως βλέπουμε καί στήν εἰκόνα νὰ κρατᾶ ὁ Χριστός ἕνα βρέφος πού συμβολίζει τήν ψυχή τῆς Παναγίας), τό δέ θεοδόχο σῶμα της, οἱ Ἀπόστολοι κήδευσαν μέ ἐπιτάφιος ὕμνους καί μέ μεγάλη εὐλάβεια ἔθεσαν σέ μνῆμα στή Γεθσημανῆ. Ἀλλά στή συνέχεια, τό συγκλονιστικό καί ὅλως ἐξαιρετικό γεγονός εἶναι ὅτι τό σῶμα τῆς Παναγίας πού κηδεύτηκε καί τάφηκε δέν ὑπέστη διαφθορά. Τό σῶμα της «ἐπήρθη» στά οὐράνια. Ὁ τάφος της μετά τρεῖς ἡμέρες βρέθηκε κενός. Αὐτό τό γεγονός ὀνομάζεται «μετάστασις». Εἶναι τό μεγάλο δῶρο πού χάρισε ὁ Υἱός Της, ὁ Χριστός, στήν Παναγία Μητέρα Του.

* * *

.             Ἡ τιμητική αὐτή ὕψωση τῆς Παναγίας στόν οὐρανό καί ὁ δοξασμός της νά καθήσει «ἐκ δεξιῶν τοῦ Υἱοῦ της», κατά τήν προφητική προτύπωση «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ιματισμῷ, διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. ΜΔ´[44] 10) φέρει ἐνώπιόν μας καί τό δεύτερο σημεῖο. Πρόκειται γιά τήν ἁγιότητα τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ἀειπάρθενος Μαρία, ἡ Μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ Παναγία. Ἡ Παναγία εἶχε ὅλες τίς ἀρετές, εἶναι Κεχαριτωμένη, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Γι᾽ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις, οἱ ἄγγελοι δέν κάμουν τίποτε ἄλλο κατά τήν ἔνδοξη κοίμηση της παρά νά ὑμνοῦν, δοξολογοῦν καί νά χαίρονται ἀπαύστως. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στούς λόγους τους γιά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐξαίρουν μέ θαυμαστό τρόπο καί μέ ὑπέροχα λόγια τήν ἁγιότητά της. Ἐγκωμιάζουν τήν ὄντως «κιβωτόν τοῦ ἁγιάσματος» καί καθίσταται ἔτσι τό αἰώνιο πρότυπο τῆς ἁγιότητος γιά κάθε ἄνθρωπο.

* * *

.             Τό τρίτο τέλος σημεῖο εἶναι ἡ ἐξαιρετική τιμή πού ἀποδίδει ὁ πιστός λαός στήν Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καί συγχρόνως καί δική μας μητέρα. Σέ κάθε ἱερά Ἀκολουθία ἀναφέρεται τό ὄνομα της καί δεσπόζει στήν λατρεία μας. Ὁ κάθε ὀρθόδοξος ναός εἶναι πεπληρωμένος ἀπό τήν παρουσία της. Ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ καί ἡ Παναγία. Κύριες θέσεις της στό Τέμπλο καί στή Κόγχη τοῦ ἱεροῦ Βήματος (ἡ Πλατυτέρα). Καί εἶναι γεγονός αἰῶνες τώρα, ἡ Παναγία εἶναι δεμένη μέ τόν λαό μας. Γι᾽ αὐτό καί σέ ὅλες τίς μεγάλες ἱστορικές στιγμές ἡ καταφυγή στίς πρεσβεῖες της ὑπῆρξε σταθερά καί ἀδιάκοπη. Ἔτσι ὀφείλουμε πάντοτε νά προσευχώμεθα στήν Παναγία καί νά τήν ἱκετεύουμε γιά ὅσα τυχόν θέματα ἔχουμε καί προβλήματά μας, καί Ἐκείνη ξέρει καί ἀκούει καί δέχεται τίς δεήσεις μας.
.              Κλείνοντας, τήν Ἐγκύκλιό μου αὐτή, παρακαλῶ, ὡς Ποιμενάρχης σας, ὅλοι νά φροντίσετε νά ἔχετε στό σπίτι σας Εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἕνα ἐπιπλέον στόλισμα,  ἀλλ᾽ ὡς ἱερή αἴσθηση τῆς ζωντανῆς παρουσίας της.

Εὔχομαι, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νά σᾶς σκέπει, βοηθᾶ, χαρίζει ὑγεία καί πᾶν ἀγαθόν.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ´

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´) «Ἡ Μεταμόρφωσις καταδεικνύει τόσο τὴν προέλευσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τὸν λαμπρὸν προορισμόν του».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ Κυρίου

Τοῦ Μητροπ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

1. Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες Δεσποτικὲς ἑορτὲς πανηγυρίζομεν σήμερον. Σύμφωνα μὲ τὴν διήγησιν τῶν Εὐαγγελίων (Λκ. θ´ 28-36), ὁ Κύριος παρέλαβεν τρεῖς ἐκ τῶν Μαθητῶν Του (τὸν Πέτρον, τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην) καὶ ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ διὰ νὰ προσευχηθῇ. Ἐκεῖ ὁ Κύριος μετεμορφώθη ἔμπροσθεν τῶν μαθητῶν Του: τὸ Πρόσωπόν Του ἤστραψεν ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς.Ἐνεφανίσθησαν δὲ μαζί Του (ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν Του) δύο μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ὁποῖοι συνομιλοῦσαν μαζί Του.
.             Ἔμπροσθεν αὐτοῦ τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, ὁ ἀπόστολος Πέτρος προέτεινεν εἰς τὸν Κύριον νὰ κατασκευάσουν τρεῖς σκηνές (μία διὰ τὸν Κύριον καὶ ἀπὸ μίαν διὰ τοὺς Μωϋσῆ καὶ Ἠλίαν), ὥστε νὰ συνεχισθῇ τὸ θαυμαστὸν γεγονός. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην (συμφώνως πρὸς τὴν εὐαγγελικὴν διήγησιν), ὁ Κύριος καὶ οἱ δύο ἄνδρες ἐκαλύφθησαν ἀπὸ σύννεφον, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε.

2. Τόσον τὸ Ἀπολυτίκιον, ὅσον καὶ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τονίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ὑπῆρξεν ἡ διαδήλωσις τῆς δόξης Του. Τὸ Κοντάκιον, μάλιστα, ἀναφέρεται εἰς τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου ὡς ἀπόδειξιν τῆς Θεότητός Του· διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ (συνεχίζει τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς) οἱ Μαθηταὶ ἠδυνήθησαν νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Κύριος ἐσταυρώθη ἑκουσίως, ἐφ᾽ ὅσον ὡς Θεὸς ἠδύνατο νὰ ἀποτρέψῃ τὸν σταυρικὸν θάνατόν Του: Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί Σου τὴν δόξαν Σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο· ἵνα ὅταν Σὲ ἴδωσιν σταυρούμενον, τὸ μὲν Πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον…
.        Εἶναι, ἑπομένως, σαφὲς ὅτι ἡ φανέρωσις τῆς δόξης τοῦ Κυρίου κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεώς Του ἀποτελεῖ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σωτηρίου Πάθους Του: ὁ Κύριος προσεφέρθη ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας, ἂν καὶ ὡς Θεὸς διαδηλώνῃ τὴν δόξαν καὶ τὴν ἄπειρον δύναμίν Του. Διὰ τοῦτο ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου εἰσάγει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Πάθους Του, ἡ δὲ παράδοσις τονίζει ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως προηγεῖται χρονικῶς τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου ὡς προετοιμασία τοῦ γεγονότος τῆς θυσίας Του (διὰ τοῦτο ψάλλομεν εἰς τὸν Ἑσπερινὸν τῆς ἑορτῆς: Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου καὶ τοῦ Πάθους, λαβὼν οὓς προέκρινας τῶν ἱερῶν Μαθητῶν…). Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἑορτολογικὴ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καθόρισεν τὴν πανήγυριν τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου τὴν 6ην Αὐγούστου, τεσσαράκοντα ἡμέρας πρὸ τοῦ Πάθους Του (πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴν 14ην Σεπτεμβρίου).

3.Ἡ παροῦσα ἑορτή, ὅμως, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀπευθύνεται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας καθημερινὴν ζωὴν καὶ τοὺς ἀγῶνας μας. Ἀποτελεῖ (ὁ σημερινὸς ἑορτασμός) πρόσκλησιν πρὸς ἐμᾶς, ὥστε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν Κύριον εἰς τὴν ἀνοδικὴν πορείαν εἰς τὸ ὄρος Θαβώρ, δηλαδὴ εἰς μίαν πνευματικὴν ἀνάβασιν ἐσωτερικῆς καθαρότητος καὶ πολέμου ἐναντίον τῶν παθῶν μας. Ὅπως τονίζει ὡραιότατα ὁ Οἶκος εἰς τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, καλούμεθα «νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς μας, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ὑποδουλωνώμεθα εἰς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ μὲ τοὺς Μαθητάς, ὥστε νὰ μετάσχωμεν τοῦ γεγονότος τῆς θεοφανείας: νὰ δοῦμε κι ἐμεῖς τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ἀκούσωμεν τὴν φωνὴν τῆς διακηρύξεως τῆς Θεότητός Του» (Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μὴ πάντοτε χαμερπεῖς, οἱ συγκάμπτοντες εἰς γῆν τὴν ψυχήν μου λογισμοί,ἐπάρθητε καὶ ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως· προσδράμωμεν Πέτρῳ καὶ τοῖς Ζεβεδαίου, καὶ ἅμα σὺν ἐκείνοις τὸ Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σὺν αὐτοῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φωνῆς δὲ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, καὶ ἐκήρυξαν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγμασμα).
.           Ἡ σημερινὴ ἑορτή, ἑπομένως, ἀποτελεῖ μία «δωρεά» τοῦ Μεταμορφωθέντος Κυρίου πρὸς ὅλους ἐμᾶς· δωρεά, τὴν ὁποίαν ἀποδεχόμεθα ἀναλόγως τῶν πνευματικῶν δυνάμεων καὶ τῶν αἰσθητηρίων μας. Οἱ Μαθηταί, οἱ παρόντες εἰς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ἔλαβον τὴν ἐμπειρίαν του ἀναλόγως τῶν πνευματικῶν δυνατοτήτων τους (καθὼς ἠδύναντο). Μέσα ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς ἀπεκαλύφθη τὸ Μυστήριον του Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον μόνον ὅταν αἱ αἰσθήσεις του καταστοῦν πνευματικές (ἀπὸ σαρκικές), ὅπως σχολιάζει περὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Ὁ Μεταμορφωθεὶς Κύριος προσφέρει, ἔτσι, τὴν δυνατότητα πραγματοποιήσεως τῆς ὑποσχέσεώς Του: εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι ὁρισμένοι ἐκ τῶν Μαθητῶν Του «θὰ ἔβλεπαν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιϛ´ 28). Αὐτὸ συνέβη κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν: οἱ Μαθηταὶ ἔλαβον πείραν τοῦ ἀκτίστου φωτός, δηλαδὴ μιᾶς ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Τρισυποστάτου Θεότητος.

4.Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδειξεν, εἰς τὸ ὄρος Θαβώρ, εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπον τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπεκαλύφθη ἡ δόξα τῆς εἰκόνος, δηλαδὴ ἀπεκαλύφθη ἡ ὑψίστη τιμή μας, ὡς ἀνθρώπων, νὰ εἴμεθα εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως κατεδείχθη ἡ μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι ἡ καταγωγὴ ἡμῶν, τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ὑψηλότατη, ἐφ᾽ ὅσον ὁ δεδοξασμένος Κύριος ἀποτελεῖ τὸ πρότυπον τῆς δημιουργίας μας καὶ εἶναι ὁ Δημιουργός μας.
.            Εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ὁ Χριστὸς φέρεται, ἐπανειλημμένως, ὡς ὁ «νέος Ἀδάμ», Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, ὥστε ὁ παλαιὸς Ἀδὰμ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν προηγουμένην δόξαν του. Διὰ τῆς Μεταμορφώσεώς Του ὁ Κύριος κατέδειξεν τὸ πρότυπον τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν λαμπρότητα μὲ τὴν ὁποίαν εἶχεν δημιουργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι, ἡ Μεταμόρφωσις καταδεικνύει τόσο τὴν προέλευσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τὸν λαμπρὸν προορισμόν του, προσκαλώντας τον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑποτιμητικὴν μεταπτωτικὴν εἰκόνα του καὶ νὰ ἐνστερνισθῇ τὴν θεϊκὴν προοπτικήν του.

5. Τέλος, κατὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην Δεσποτικὴν ἑορτὴν προσφέρονται (ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς) οἱ ἀπαρχὲς τῶν σταφυλιῶν, οἱ ὁποῖες συμπίπτουν χρονικῶς μὲ τὴν ἑορτήν, ὥστε νὰ εὐλογηθοῦν τὰ πρῶτα αὐτὰ «γεννήματα τῆς ἀμπέλου» καὶ νὰ παραμείνῃ ἕως τέλους ἡ παραγωγή τους πλουσία καὶ εὐλογημένη. Πρόκειται περὶ παλαιοῦ ἐθίμου τῆς λαϊκῆς εὐλαβείας, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς προσφορᾶς τῶν ἀπαρχῶν τῆς ἀμπέλου οἱ πιστοὶ ἀναθέτουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπιβιώσεώς των εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐκζητοῦν τὴν εὐλογίαν Του δι᾽ ὁλόκληρον τὸν βίον των. Ἡ εὐλογία, ὅμως, τῶν γεννημάτων τῆς ἀμπέλου παραπέμπει καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σημασίαν τοῦ φυτοῦ τούτου, ἐπειδὴ ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ὁ οἶνος διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς Θ. Εὐχαριστίας (ἑρμηνεία τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος εἰς τὸν Δ´ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

Ὁ θεολογικός σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης καθηγητής τῆς Λειτουργικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Γ. Φίλιας, στόν ὁποῖο θέσαμε τό παραπάνω ἐρώτημα, ἔδωκε τήν παρακάτω ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν καί προσυπογράφουμε.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ´

 

Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

.             §1 Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀπότοκος τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταγράφει τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν Προσώπων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Εἰκονολογίαν ἐπιτρεπτὴ εἶναι ἡ ἀπεικόνισις μόνον ὅσων εἴδαμεν καὶ συνέβησαν ἱστορικῶς, τῶν προφητικῶν ὁράσεων καὶ συμβόλων τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων.
.             Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπαγορευμένες, ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπαγορεύει σὲ πολλὰ ἐδάφια τὶς ἀπεικονίσεις τῆς ἀόρατης Θεότητας1. Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐνσάρκωσις τοῦ Λόγου δίδει τὴν δυνατότητα ἀπεικονίσεως μόνον τοῦ Υἱοῦ, καὶ μόνον κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν Του. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν τελευταίαν βυζαντινὴν περίοδον καὶ ἑξῆς, ἤρχισε νὰ ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψις ὅτι καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς «Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν».
.             Ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς περιστεριοῦ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν εἰκόνα τῶν Θεοφανείων, ὅπου τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐμφανίστηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Ἐπιτρέπεται, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν Πεντηκοστήν, ὅταν «διεμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός» ἦλθον καὶ ἐστάθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς τῶν Ἀποστόλων (Πράξεις 2, 3).

.             §2 Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὑπάρχουν δύο ἀπεικονίσεις τοῦ συνόλου τῆς Ἁγίας Τριάδος: ἡ πρώτη εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Ἀγγέλων καὶ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «Ἡ Ἁγία Τριάς» ἤ «Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ». Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ παραδοσιακὴ καὶ γενικῶς ἡ πλέον ἀποδεκτή.
.             Ἡ δευτέρα ἀπεικόνισις εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος μὲ λευκὰ μαλλιὰ καὶ γένια, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται καθισμένος εἰς τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς νὰ ἵπταται ἀνάμεσά τους. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μαρτυρεῖται (ὅπως προανεφέρθη) εἰς τοὺς ἔσχατους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξ αἰτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Ὑπάρχει καὶ μία τρίτη ἀπεικόνισις, εἰς τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, ποὺ ἴσως νὰ εἶναι καὶ ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

.             §3 Νὰ ἐπιμείνομεν εἰδικότερον περὶ τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μέσῳ τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Διὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ρητὲς μαρτυρίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, μαρτυροῦνται καὶ ὑπαινιγμοὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ἡ εμφάνισις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὑπὸ τὴν μορφὴν τριῶν ἀνδρῶν.
Εἰς τὴν Γένεσιν (18,1)  ἀναφέρεται ὅτι ἐνῶ ὁ Ἀβραὰμ ἐκάθητο πλησίον τῆς δρυὸς τοῦ Μαμβρῆ, ὅπου εἶχε κατασκηνώσει, τὸν ἐπεσκέφθηκαν τρεῖς ἄγνωστοι ἄνδρες. Ὁ Ἀβραὰμ τοὺς ὑπεδέχθη μὲ ἐγκαρδιότητα καὶ ἀγάπη, ἐν συνεχείᾳ δὲ τοὺς παρέθεσε πλούσιον γεῦμα. Κατὰ τὴν συζήτησιν οἱ ἄγνωστοι ἐπισκέπται ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὅτι ἡ γυναίκα του, Σάρρα, θὰ ἀποκτήσει συντόμως παιδί, ὅπως καὶ ἔγινε.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ βιβλικὸν αὐτὸ γεγονὸς εἶδον μίαν προτύπωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη πλήρως εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην. Ἐπειδὴ- εἰς τὴν συνέχειαν τῆς βιβλικῆς διηγήσεως- οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἄνδρας ἐμφανίζονται ὡς Ἄγγελοι, ἐπεκράτησε νὰ εἰκονίζονται καὶ οἱ τρεῖς μὲ τὴν ἀγγελικὴν μορφήν. Παρόμοια εἰκόνα ὑπῆρχε καὶ ἐτιμᾶτο εἰς τοὺς ἀρχαίους καιροὺς εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἔγινε ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας. 

Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ μέσου Ἀγγέλου ἐπεκράτησε εἰς πολλὰς εἰκόνας τῆς φιλοξενίας. Αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν ὁρισμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός) εἰς τὸ γεγονός.
.             Οἱ Πατέρες εἶδαν (εἰς τὸ γεγονὸς τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ) τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνοδευομένου ὑπὸ δύο Ἀγγέλων, ἐνῶ ἄλλοι Πατέρες (Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας, Ἀμβρόσιος ὁ Μεδιολάνων) ἑρμήνευσαν τὴν ἐπίσκεψιν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ὡς προτύπωσιν ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ μέσος Ἄγγελος ὄχι μόνον ὑπερέχει εἰς μέγεθος τῶν δύο ἄλλων, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ μόνος ποὺ κρατᾶ εἰλητάριον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν στοιχεῖον τῆς εἰκονογραφίας τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους· διὰ τοῦτο καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι, ἐπειδὴ μάλιστα ἔχει καὶ ἔνσταυρον φωτοστέφανον, συμβολίζει τὸν Χριστὸν ἤ κατ᾿ ἄλλους τὸν Θεὸν Πατέρα.
Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν (κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγελοι εἰκονίζονται ὡς ἰσοκέφαλοι, χωρὶς δηλαδὴ διάκρισιν μεγέθους καὶ ἄλλων χαρακτηριστικῶν), ἡ εἰκόνα θέλει νὰ δηλώσει τὴν ἰσοτιμίαν τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ἡ πατερικὴ ἑρμηνεία τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς συμβολισμοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπηρέασε καὶ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, ἕνα τροπάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου παρουσιάζει ὡραιότατα τὸν συμβολισμόν: «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ Ἀβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δέ μορφώσεσιν» (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´).

.             §4 Ἄς ἐπιμείνομεν περισσότερον εἰς τὴν θεολογικὴν ἑρμηνείαν τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ποῖα τὰ σημάδια ὅτι οἱ τρεῖς ξένοι εἶναι ὁ Θεός; Ὁ Ἀβραὰμ τρέχει καὶ τοὺς προσκυνᾶ ὡς τὸ ἔδαφος. Προσκύνησις καὶ μάλιστα ἐδαφιέα, οἱ Ἑβραῖοι ἐπεφύλασσαν μόνον εἰς τὸν Θεόν. Ἄς θυμηθοῦμε τοὺς τρεῖς παίδας ἐν καμίνῳ, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν διότι δὲν προσεκύνησαν τὸν Ναβουχοδονόσωρα καὶ τὴν εἰκόνα του. Συνεπῶς, ἡ ἐδαφιέα προσκύνησις μαρτυρεῖ ὅτι τὸ πρόσωπον ποὺ προσκυνεῖται εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Ἀβραὰμ ἀποκαλεῖ τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὡς «Κύριο». Εἰς τὴν Π. Διαθήκην, «Κύριος» εἶναι μόνον ὁ Γιαχβέ, ὁ Θεός. Συνεπῶς, ὁ Ἀβραὰμ ἔχει θεοφάνειαν καὶ ἀναγνωρίζει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑνὸς Ἀγγέλου τὸν Θεόν.
.             Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὴν διήγησιν εἶναι τὸ ἀκόλουθον: οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἄνδρες εἶναι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Σαφῶς καὶ ὄχι. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι μόνον ὁ ἕνας (ὁ μεσαῖος ἄνδρας). Γιατὶ αὐτὸν ἀπεκάλεσεν ὡς «Κύριον» ὁ Ἀβραάμ. Εἰς τὸ κείμενον ὑπάρχουν τρεῖς ἄνδρες, ὁ Ἀβραὰμ ὅμως ἀπευθύνεται μόνον πρὸς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἀποκαλεῖ ὡς «Κύριον». Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες; Ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ εἰς τὸ κείμενον ἀπὸ τὴν διήγησιν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρων (τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν διήγησιν περὶ τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ), οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς εἶναι Ἄγγελοι. Ὁ τρίτος εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος, τὸ δεύτερον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, οἱ προφῆται καὶ οἱ θεούμενοι (εἰς τὴν Π. Διαθήκην), καθὼς καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, βλέπουν μόνον τὸν Λόγον· ἄσαρκον εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ σαρκωμένον εἰς τὴν Καινήν. Ὁ «μελέκ-Γιαχβέ» («Ἄγγελος Κυρίου»), ὁ «Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος» εἰς τὴν Π. Διαθήκην, εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος.
.             Ἔτσι, ὁ θεόπτης Μωυσῆς, μέσα εἰς τὴν φλεγομένην καὶ μὴ καιομένην βάτον, συνομιλεῖ μὲ τὸν «μελέκ-Γιαχβέ», τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραὰμ βλέπει καὶ προσκυνεῖ τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ὅμως, ὅπως γνωρίζομεν ἀποκαλυπτικῶς πλέον ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην, μέσα εἰς τὸν Υἱὸν εὑρίσκεται καὶ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὅταν ὁ Φίλιππος λέγει εἰς τὸν Χριστόν: «Δεῖξε μας τὸν Πατέρα», ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τόσον καιρὸ εὑρίσκεσαι μαζί μου Φίλιππε καὶ δὲν βλέπεις τὸν Πατέρα; Ὁ ἐμὲ ἑωρακώς, ἑώρακε καὶ τὸν Πατέρα» (Ἰω. ιδ´: 8-9). «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί εστι» (Ἰω. ιδ´: 10). Δηλαδή, λέγει ὁ Χριστὸς: «Αὐτὸς ποὺ βλέπει ἐμένα, βλέπει καὶ τὸν Πατέρα. Γιατὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι μέσα εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ ἐμένα». Καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κολασσαεῖς: «Μέσα στον Χριστὸ κατοικεῖ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (β´: 9). Δηλαδή, μέσα εἰς τὸν Χριστὸν κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς. Ἔτσι, οἱ θεούμενοι καὶ οἱ προφῆται τῆς Π. Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα εἰς τὸν ἄσαρκον Λόγον. Βλέποντας τὸν ἄσαρκον Λόγον, ἀντιλαμβάνονταν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων δύο Προσώπων. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀξιώθηκε νὰ φιλοξενήσῃ τὴν Ἁγίαν Τριάδα εἰς τὸ Πρόσωπον τοῦ ἄσαρκου Λόγου.

.             §5 Εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου παρουσιάζεται ὁλόκληρος ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἰς τὸ ἄνω τμῆμα τῆς εἰκόνος ὑπάρχει ἕνα ἡμικύκλιον, τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὸ ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν. Ἀπὸ αὐτὸ ἐξέρχονται ἀκτίνες καὶ κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Χριστοῦ «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Οἱ οὐρανοὶ εἶναι ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἰς ὁρισμένας εἰκόνας τῆς Βαπτίσεως (ὅπως π.χ. εἰς τὴν Βάπτισιν τῆς Μονῆς τοῦ Δαφνίου καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἰς τὴν Φωκίδα) σημαίνεται μὲ ἕνα χέρι ποὺ εὐλογεῖ. Ἡ φανέρωσις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τὸ σημαντικότερο σὲ σημασία στοιχεῖο εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως.
.             Ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως ἀποτελεῖ μίαν ὀρθὴν ἀπεικόνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἄν καὶ ὄχι τὴν πλέον ἐνδεδειγμένην), διότι εἰς τὴν εἰκόνα ἀπεικονίζεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς καὶ ὁ Πατέρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἴτε εὐλογῶν διὰ τῆς χειρός, εἴτε ὄχι. Ἄλλωστε, ἡ μορφὴ τοῦ Πατρὸς δὲν μαρτυρεῖται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, παρὰ μόνον ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν», εἰς τὸ προφητικὸν βιβλίον τοῦ Δανιήλ (7,9).

.             §6 Ὁ δεύτερος τύπος τῆς εἰκόνος εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται ἀπὸ τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναφέρεται (ὅπως προαναφέρθηκε) εἰς τοὺς ἐσχάτους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξαιτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Εἰς τὴν βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν ὁ Πατὴρ δὲν εἰκονίζεται, ἀλλ᾿ ἀντιπροσωπεύεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὸν Υἱὸν γιὰ δύο λόγους: πρῶτον, διότι ὁ Πατὴρ δὲν σαρκώθηκε, ὅπως ὁ Υἱὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησίν Του καὶ συνεπῶς οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Θεὸν Πατέρα. Δεύτερον, διότι ἕκαστον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁλόκληρος ὁ Θεός. Ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὸν κανόνα αὐτὸν ἀποτελεῖ (ὅπως προανεφέρθη) ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν (Δανιήλ, ζ´: 9).
.             §7 Εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας Κουμπελίδικης εἰς τὴν Καστο-ριά (περίπου 1260-1280) ὑπάρχει μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα καὶ σπάνια ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδoς. Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ καταλαμβάνει τὸν θόλον τοῦ ἐσωνάρθηκος τοῦ ναοῦ καὶ ὁ εἰκονογραφικός της τύπος εἶναι αὐτός «τῆς Πατρότητος». Ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁλόσωμος, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν», κάθεται ἐπὶ ἑνὸς οὐρανίου τόξου κρατώντας εἰς τὴν ἀγκαλιάν του ἕνα γενειοφόρον Χριστὸν εἰς ὥριμον ἡλικίαν. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς ἔχει τοποθετηθεῖ εἰς τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ μέσα σὲ ἕνα «μετάλλιο» φωτός. Ὁ Θεὸς Πατέρας φέρει φωτοστέφανον σὲ σχῆμα σταυροῦ.
.             Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀπεικονίσεως, ὅπου τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναπαριστῶνται σὲ κάθετον ἄξονα, εἶναι σπάνιον εἰς τὴν Δυτικὴν καὶ Ἀνατολικὴν χριστιανικὴν τέχνην πρὶν ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα.

.             §8 Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ «Πηδαλίου» (σσ. 320-321), «καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιός ἡμερῶν» καὶ «τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πρέπει νὰ ζωγραφίζεται ἐν εἴδει περιστερᾶς».

.             Συμπερασματικῶς

1. Εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ ἁγιογραφία δὲν εἶναι ζωγραφική, ἀλλὰ εἶναι θεολογία. Ὁ ἁγιογράφος θεολογεῖ μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα.
.             Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος διὰ τοῦ γέροντος Πατρός, τοῦ νεώτερου Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡσεὶ περιστερᾶς εἶναι εἰκόνα ξένη πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων, μεταφερθεῖσα εἰς τὸν ὀρθόδοξον χῶρον ἀπὸ τὴν Δύσιν, μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντι-νουπόλεως καὶ ἐμπερικλείει σοβαρὲς ἀνακολουθίες θεολογίας καὶ πίστεως.
Πρῶτον λάθος, ὅτι τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ὅμοια, ἐφόσον οἱ δύο εἶναι ἄνθρωποι καὶ τὸ τρίτον εἶναι πτηνόν. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει ὁμοουσιότητα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ εἰκονίζεται μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ ὁ Υἱὸς μὲ μαῦρα. Συνεπῶς, ὁ ἕνας εἶναι γεροντότερος καὶ ὁ ἄλλος νεώτερος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι τοποθετοῦμε κτιστὸν χρόνον εἰς τὴν ἄκτιστον Ἁγίαν Τριάδα (ὅπως ἔπραξεν ὁ Ἄρειος καὶ διακηρύσσουν οἱ νεο-Ἀρειανοὶ Μάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ). Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι εἰκονίζονται ὁ Πατέρας καὶ τὸ Πνεῦμα μὲ σάρκα. Ἐμεῖς γνωρίζομεν, ὅμως, ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅτι μόνον ὁ Υἱὸς σαρκώθηκε. Ἐὰν ἐσαρκοῦντο καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε θὰ εἴχομεν πρόβλημα εἰς τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, δηλαδὴ εἰς τὰ προσωπικὰ γνωρίσματα τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐὰν σαρκώνονται, δηλαδὴ γεννῶνται καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε ἔχομεν σύγχυσιν Προσώπων μέσα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, μὲ πολυθεϊστικὲς προεκτάσεις.
.             Ἀλλά, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ ἀποτελεῖ συγκεκαλυμμένην εἰδωλολατρίαν, καθὼς μέσα ἀπὸ ὀρθολογιστικὲς διαδικασίες περιθέτει σωματικὰ σχήματα εἰς τὴν θεότητα. Ἡ ἀποτύπωσις τῶν ἐνδοτριαδικῶν σχέσεων εὐνοεῖ τὴν παπικὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ ἐκπορευομένου ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν (ἡ γνωστὴ πλάνη του filioque).

2. Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀσχολήθηκε, ὡς γνωστόν, ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων. Τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν» ὑπῆρξε ἀντικείμενον ἐξετάσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐρωτοῦν: «Διὰ τὶ τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καὶ ζωγραφοῦμεν;»· διὰ νὰ δώσουν ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν: «Ἐπειδὴ οὐκ οἴδαμεν τὶς εστιν (…) καὶ εἰ ἐθεασάμεθα καὶ ἐγνωρίσαμεν καθὼς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ, κακεῖνον ἄν εἴχομεν ἱστορῆσαι καὶ ζωγραφῆσαι».
.             Ἐπίσης, διὰ τὴν ἀπεικόνισιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος ἀναφέρει: «… καίτοι τῶν εὐαγγελικῶν οὐδαμῶς παραδεδοκότων γραμμάτων, ὅτι γέγονε περιστερὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐν εἴδει περιστερᾶς ὤφθη ποτέ».
.             Πρέπει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ δύο στάσεις συμπληρωματικὲς τῶν ἀνωτέρω κειμένων τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου, δύο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἁγίου Μακαρίου Καλογερᾶ ἐκ Πάτμου καὶ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου. Ὁ πρῶτος, ἐπικρίνοντας τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἐρωτᾶ: «Εἶναι χριστιανοὶ αὐτοί, ποὺ ἀντίθετα πρὸς τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἀναπαριστάνουν τὸν ἀόρατον Πατέρα;». Ἀπὸ τὴν πλευράν του, ὁ ἅγιος Νικόδημος παρατηρεῖ: «Συμπεραίνεται ὅτι ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιὸς τῶν ἡμερῶν. Εἰ δὲ καὶ Πάπας Γρηγόριος ἐν τῇ πρὸς τὸν Ἴσαυρον Λέοντα ἐπιστολὴν λέγει, ὅτι δὲν ἱστοροῦμεν τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τοῦτο λέγει ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐζωγραφοῦμεν αὐτὸν κατὰ τὴν θείαν φύσιν» (Πηδάλιον, σελ. 320).
.             Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως  τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει λήξει τελεσιδίκως εἰς τὴν Μεγάλην Σύνοδον τῆς Μόσχας τὸ 1666, τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον 43 εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ἔχει τὸν τίτλον: «Περὶ τῶν εἰκονογράφων καὶ τοῦ Σαβαώθ».
.           Εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου περὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «Ἐντελλόμεθα νὰ μὴν ζωγραφίζεται στὸ ἑξῆς ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου Σαβαὼθ σύμφωνα μὲ μὴ λογοκριμένες ὁράσεις καὶ ἀνάρμοστες, διότι οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Θεὸ Πατέρα) μὲ σάρκα. Μόνος ὁ Χριστὸς ἔχει εἰκονιστεῖ, ὅπως τὸν εἶδαν σαρκωμένο, δηλαδὴ ἀναπαριστανόμενο μὲ τὸ σῶμα Του καὶ ὄχι κατὰ τὴν θεότητά Του… Εἶναι ἐντελῶς παράλογο νὰ εἰκονογραφοῦν τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Πατέρα), μὲ ἄσπρα γένια, μὲ τὸν μονογενὴ Υἱὸ στὸ στῆθος Του καὶ ἕνα περιστέρι ἀνάμεσά Τους, διότι οὐδεὶς εἶδε τὸν Πατέρα μέσα εἰς τὴν Θεότητά Του. Ὁ Πατέρας, πράγματι, δὲν ἔχει σάρκα καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἐγεννήθη κατὰ σάρκα ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὸ τῶν αἰώνων. Κι’ ἄν ὁ προφήτης Δαβίδ λέει: «ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε» (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αὐτὴ ἡ γέννηση, σίγουρα, δὲν εἶναι σωματική· αὐτὴ ἦταν ἀνέκφραστη καὶ ἀπερινόητη. Διότι, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέγει εἰς τὸ Εὐαγγέλιο: «οὐδεὶς γινώσκει τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱός». Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας ζητᾶ εἰς τὸ 40ο κεφάλαιο: «τίνι ὡμοιώσατε κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν; μὴ εἰκόνα ἐποίησεν τέκτων ἤ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτὸν ὁμοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)». Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος λέγει εἰς τὸ κεφάλαιο 17 τῶν Πράξεων: «γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον».

.             3. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ἐπίσης (Περὶ οὐρανοῦ, κεφ. 20): «Μόνον δὲ τὸ Θεῖον ἀπερίγραπτόν ἐστι πάντα πληροῦν καὶ πάντα περιέχον καὶ πάντα περιορίζον ὡς ὑπὲρ πάντα ὄν καὶ πάντα δημιουργήσαν». Ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ εὐχή, στὴν ὁποία ὑποδηλώνεται τὸ ἀδύνατον τῆς ἀναπαραστάσεως τοῦ Κυρίου Σαβαώθ: «Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος…..«.
.             Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση Του ἕνα περιστέρι, ἀλλὰ Θεός. Οὐδείς, λοιπόν, εἶδε τὸν Θεόν, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς καὶ θεολόγος Ἰωάννης. Ὡστόσο, εἰς τὴν ἁγίαν Βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐφάνη μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἀναπαριστάνουμε μὲ τὴν μορφὴν αυτὴν εἰς τὴν ἀπεικόνισιν τῆς Βαπτίσεως.
.             Συνεπῶς, ἡ μόνη ὀρθὴ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ ἀπεικόνισις τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἀποφαινόμεθα ὅτι μπορεῖ νὰ λιτανευθῇ ἡ εἰκὼν τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ἐφόσον τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ λαοῦ μας ἔχει συνδέσει τὴν λιτάνευσιν μὲ τοὺς πανηγυρίζοντας ἱεροὺς Ναούς, τοὺς ἀφιερωμένους εἰς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος.

 

1 Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρομεν τὰ ἀκόλουθα:

«οὐκ εἴδετε ὁμοίωμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρός» (Δευτ. δ΄: 15-17). «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ, οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον» (Πράξεις ιζ΄: 29.) «Τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;” (Ἠσαΐα μ΄: 18). «Οὐχ ὅτι τὸν Πατέρα τις ἑώρακεν» (Ἰω. ϛ΄: 46). «Τὶς ἑώρακεν αὐτὸν καὶ ἐκδιηγήσεται;» (Σοφία Σειράχ μγ΄: 31). «Ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται”. (Α΄ Τιμ., ϛ΄: 16). «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πόποτε» (Ἰω. α΄: 18).

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΔΙΔΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Λόγος περὶ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.           Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ μία μεγάλη προσωπικότητα, ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες καὶ Διδασκάλους τοῦ Γένους, τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Εἶναι ὁ ὅσιος τῶν χρόνων τῆς δεινῆς τουρκοκρατίας ποὺ στερέωσε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐξύψωσε τὸ φρόνημα τοῦ ὑποδούλου τότε ἔθνους. Στὸ πρόσωπό του συνδυάστηκαν σπουδαιότατα νοητικὰ χαρίσματα, βαθυτάτη θεολογικὴ σοφία καὶ πλούσια χριστιανικὴ βιοτή.
.             Ὁ ἅγιος, κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλιβούρτζης, γεννήθηκε στὴν ὡραία νῆσο Νάξο, ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς Ἀντώνιο καὶ Ἀναστασία καὶ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Τὰ ἐγκύκλια γράμματα τὰ ἔμαθε στὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, στὴ γενέτειρά του, κοντὰ στὸ διακεκριμένο διδάσκαλο τοῦ Γένους ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ἀδελφὸ τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἐκεῖ συμμαθήτευσε μὲ τοὺς μετέπειτα Πατριάρχες Κων/πόλεως Νεόφυτο Ζ´ καὶ Γρηγόριο Ε´. Τὶς γνώσεις του τὶς συμπλήρωσε στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης ὅπου φοίτησε μία πενταετία, ἔχοντας διευθυντὴ τῆς περιωνύμου ἐκείνης Σχολῆς, τὸν λόγιο ἄνδρα Ἱερόθεο Βουλισμᾶ, τὸν Ἰθακήσιο. Ἐκεῖ ἔλαβε πράγματι πολύπλευρη ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη περιελάμβανε καὶ γνώσεις φιλοσοφικές, ἰατρικές, οἰκονομικές, γεωπονικές, ἀστρονομικὲς μαθαίνοντας ἀκόμη καὶ ξένες γλῶσσες. Τοῦ ἔγινε πρόταση μάλιστα νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε ἔχοντας κατὰ νοῦ ἄλλα ἀνώτερα ἰδανικά.
.           Ἀργότερα ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκατεστάθη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος.
.               Ὡς μοναχός, διεκρίθη γιὰ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ τὴν πνευματικότητά του, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσή του στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸν ἡ ἀφιέρωση δὲν ἦταν ἄρνηση ζωῆς. Ἦταν πράγματι, ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς, «ζωῆς ἐν Κυρίῳ», ὡς γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὡς μοναχὸς εἶχε πάντοτε ἄγρυπνη τὴν καρδία του, καὶ μέριμνά του πῶς δηλαδὴ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστόν. Ἦταν μία μαρτυρία τῆς «καινῆς κτίσεως», ὡς ἄλλη γρηγοροῦσα προφητικὴ συνείδηση ζῶντας τὸ ἀδιάκοπο παρὼν τοῦ Θεοῦ στὴν καθημερινὴ βιοτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔβλεπε καὶ τὰ συμβαίνοντα στὸ περίγυρό του, δὲν ἀδιαφοροῦσε ἀλλὰ μελετοῦσε τὰ θέματα, προσευχόταν γι᾿ αὐτά, καὶ λάμβανε θέση στηριζόμενος πάντοτε στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.
.             Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀπησχόλησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν Ὅσιο Νικόδημο ἦταν καὶ τὸ περίφημο «Κολλυβαδικό», ὡς ἀπεκλήθη θέμα, ὅπου καὶ πρωτοστάτησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους πατέρες, τοὺς ἁγίους Μακάριο Κορίνθου καὶ Ἀθανάσιο Πάριο. Δηλαδή, μετὰ τὸ «Ἡσυχαστικὸ» ζήτημα τοῦ 14ου αἰώνα, τὸ σπουδαιότερο πνευματικὸ κίνημα στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία καὶ στὸν εὑρύτερο ἑλλαδικὸ χῶρο ἦταν τὸ λεγόμενο «Κολλυβαδικὸ κίνημα», κυρίως τὸν 18ο αἰώνα. Τὸ κίνημα αὐτὸ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ἔριδα περὶ τῆς ἡμέρας τελέσεως τῶν ἱερῶν μνημοσύνων, ὅπως ἐξωτερικὰ φαινόταν, οὔτε σὲ μία ρομαντικοῦ τύπου πολιτιστικὴ φιλολογία. Ἦταν ἕνα «ἀναμορφωτικὸ» κίνημα, ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Σηματοδότησε τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ σπουδαιότερο ἔργο ποὺ ἔδωσε αὐτὴ ἡ Κολλυβαδικὴ κίνηση, εἶναι τὸ συνθετικὸ σύγγραμμα ὑπὸ τὸν τίτλο «Φιλοκαλία», (σήμερα ἔχει μεταφραστεῖ σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες), τὸ ὁποῖο πραγματικὰ ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἁγιοπνευματικὸ πλοῦτο τὸν ὁποῖο προσέφεραν οἱ πρωτεργάτες τοῦ κινήματος.
.           Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ οἱ ἄλλοι «Κολλυβάδες» μοναχοί, ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῶν ὅρων καὶ κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν τὴν Κυριακή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς χαρᾶς, ὡς τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Διετύπωσαν καὶ τὴν διδασκαλία γιὰ τὴ συνεχῆ καὶ ὄχι κατ᾿ ἀραιὰ διαστήματα Θεία μετάληψη, θέμα σπουδαιότατο γιὰ ἕνα πιστὸ καὶ συνειδητὸ χριστιανό, τὸ ὁποῖο ὑποστήριξε ὁ ἅγιος καὶ ἔγραψε καὶ εἰδικὴ μελέτη γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα ὑπὸ τὸν χαρακτηριστικὸν τίτλον «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Ἡ λύση βέβαια καὶ στὰ δύο θέματα δόθηκε ἀπὸ τὸ σεπτὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.           Ὡστόσο μὲ ἀφορμὴ τὸ «κολλυβαδικὸ» ζήτημα, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, μὲ τὴν εὑρυτάτη παιδεία του καὶ τὸν ὁσιακὸ βίο του ἀγωνίστηκε ὄχι μόνο γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλὰ συνετέλεσε τὰ μέγιστα καὶ γιὰ τὴν ἀνανέωση -ὑπὸ τὴν ὀρθὴ ἔννοια τοῦ ὅρου- τῶν ἀρχαίων ἱερῶν θεσμῶν καὶ ἁγίων παραδόσεων. Πνευματικὰ καὶ λατρευτικὰ θέματα ποὺ εἶχαν ξεχασθεῖ, ἦλθαν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ προσκήνιο καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Οἱ Κολλυβάδες, γνήσιοι Φιλοκαλικοὶ Πατέρες, μίλησαν γιὰ τὸ βάθος ποὺ κρύβεται στὴν ὀρθόδοξη λειτουργικὴ ζωή, καὶ καθοδήγησαν οὐσιαστικὰ καὶ δυναμικὰ τὸν εὐσεβῆ λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς ἀγρυπνίες, μὲ τὶς νηστεῖες, μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁγίους, μὲ τὴ μελέτη τῶν ὠφελίμων βιβλίων. Εἶναι πασίδηλο ὅτι ἡ ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἀναδύεται ζωηρῶς ἀπὸ τὸ πλουσιότατο συγγραφικό του ἔργο. Γενεὲς  καὶ γενεὲς ὀρθοδόξων ἐτράφησαν ἐκ τῶν μελιρρύτων συγγραμμάτων του καὶ εὑρῆκαν στὶς σελίδες αὐτὲς μοναδικὸ ὁδηγὸ ὀρθοδόξου πίστεως καὶ βιοτῆς. Ὑπῆρξε καὶ ἀνεδείχθη ἄριστος ἑρμηνευτικὸς συγγραφεύς, πατρολόγος, ἁγιολόγος καὶ ὑμνογράφος. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε μερικοὺς τίτλους ἔργων του: «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν» (1782), «Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» (1783), ὁ «Εὐεργετινὸς» (1784), «Ἐξομολογητάριον» (1794), «Βιβλίον καλούμενον Ἀόρατος πόλεμος» (1796), «Νέον Μαρτυρολόγιον» (1799), «Πηδάλιον» (1800), «Συμβουλευτικὸν ἐγχειρίδιον περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (1801), «Νέον ἐκλόγιον» (1803).
.           Πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν ζῶντος τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ἄλλα πονήματά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων «Συναξαριστὴς τῶν Δώδεκα μηνῶν» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τὰς ιδ´ ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ψαλμοὺς» κ.ἄ.
.           Τὰ συγγράμματα τοῦ Νικοδήμου ὑπερβαίνουν τὰ ἑκατὸν καὶ αὐτὸ δηλώνει τὴν ὅλη δυναμικὴ τῆς γραφίδος τοῦ ἁγίου. Θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὰ τὰ ἔργα του ἀποτελοῦν μιὰ ὁλόκληρη βιβλιοθήκη.
.           Τυγχάνει ἐξόχως σπουδαία ἡ γνώμη τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοκλήτου τοῦ Διονυσιάτου ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «… ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ἐκτὸς τῆς πολυμεροῦς συγγραφικῆς του ἀποδόσεως, ὑπῆρξε κατ᾿ ἐξοχὴν φορεὺς τῆς Ἀνατολικῆς μυστικῆς Θεολογίας, συνδυάσας ἐν ἐκπληκτικῇ ἑνότητι, τὸν Διδάσκαλον τοῦ γένους μὲ τὸν Ἀθωνίτην Ἡσυχαστήν, τὸν γονιμώτατον ἐκκλησιαστικὸν συγγραφέα, μὲ τὸν βιοῦντα τὴν “θεωρίαν τοῦ Ἀκτίστου φωτὸς” τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν Ἡσυχαστῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ τὴν πλησμονὴν τοῦ θείου ἔρωτος καὶ τὰς “μυστικὰς” ἀκτινοβολίας του».
.           Στὶς 14 Ἰουλίου 1809 παρέδωσε τὸ πνεῦμα του σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τάφηκε ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια τὸ 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της καὶ ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 14 Ἰουλίου, ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του μάλιστα δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως, πανδήμως στὴν γενέτειρά του, τὴν νῆσο Νάξο, ὅπου καὶ ὁ ὁμώνυμος ὡραῖος ναός.
.           Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπῆρξε πράγματι κορυφαῖος διδάχος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε. Αὐτὸ χρειαζόμεθα σήμερα στοὺς τόσο ὑλόφρονες καιρούς μας. Νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Νὰ φέρουμε τοὺς καρποὺς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα, μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς στὴν ζωή μας.
.           Ὀρθόδοξη πνευματικότητα σημαίνει σύνθεση δόγματος καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως. Θεμελιώνεται στὴ βιβλικὴ  καὶ πατερικὴ θεολογία καὶ βιώνεται στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Σ᾿ ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἡ Ὀρθόδοξος πνευματικότης ὁρίζεται ὡς ἡ ἀληθινή, βαθειὰ καὶ γνήσια «ἐν Χριστῷ ζωή». Μιὰ ζωὴ ποὺ γίνεται διαρκῶς πλουσιότερη σὲ ἁγιότητα καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μιὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο ἀγῶνα γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίστηκε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὡς δῶρο τῆς ἁγίας του βιοτῆς εἶχε τελικὰ τὴν θεογνωσία, τὴν ὁποία μακάρι ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅλοι μας.

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε