Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μεταμόρφωση Σωτῆρος

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ

Μεταμόρφωση το Κυρίου

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

 ΓΕΝΙΚΑ: Στὶς 6 Αὐγούστου ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἀνάμνηση τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Μεταμόρφωση ἔλαβε χώρα σὲ ὄρος ὑψηλὸν σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς τρεῖς λεγόμενους Συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστές, Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν Ἱερὰ Παράδοση στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει «ἔλευση φωτός». Ἔγινε, κατὰ τοὺς περισσότερους Πατέρες, 40 ἡμέρες περίπου πρὸ τῆς Σταυρώσεως, δηλαδὴ κατὰ τὸν μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ὅτι ἡ Σταύρωση ἔγινε τὴν 14η Νισάν (Μαρτίου). Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς θὰ συνέπιπτε μέσα στὴν πένθιμη Μεγάλη καὶ Ἁγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στὶς 6 Αὐγούστου ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὶς 14 Σεπτεμβρίου, ποὺ γιορτάζεται ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ λογαριάζεται σὰν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ἡμέρες. Ἡ γιορτὴ καθιερώθηκε ἐπίσημα νὰ γιορτάζεται γύρω στὸ 600-630 μ.Χ., σὲ ἀντικατάσταση τῆς ἑβραϊκῆς γιορτῆς τοῦ ἐξιλασμοῦ.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ὁ Κύριος σαράντα ἡμέρες περίπου πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεῖς ἀπὸ τοὺς Μαθητές του, τὸν Πέτρο γιὰ τὴ μεγάλη πίστη καὶ ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστό, τὸν Ἰωάννη ἐπειδὴ τὸν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα ὁ Κύριος, γιὰ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη, γιὰ νὰ τοὺς ἀνεβάσει στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη ὀκτὼ μέρες μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Κύριος διδάσκοντας τοὺς μαθητές του, ἔλεγε ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του. Γι᾽ αὐτὴ τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ ὁ Κύριος ἀνέβασε τοὺς μαθητές του στὸ Θαβώρ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Τὸ μέγα θέαμα τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, δηλαδὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ποὺ ἀναφαίνεται μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ κόσμου». Ἕνας λόγος, κατὰ τοὺς Πατέρες, ποὺ δὲν παρέλαβε ὅλους τοὺς μαθητές Του, ἦταν ὅτι θὰ ἀναγκαζόταν νὰ παραλάβει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἰούδα, ποὺ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ «γευθεῖ» τοῦ μυστηρίου τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐκεῖ, στὸ ὄρος Θαβώρ, ξαφνικά, ἐνῶ προσευχόταν ὁ Κύριος, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. «Ἄνοιξε», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «λίγο ἀπὸ τὴ Θεότητά του, ἐνῶ προσευχόταν καὶ ἔλαμψε σὰν ἥλιος». Σὰν ἥλιος, εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς γιὰ νὰ μὴ νομίσουμε αἰσθητὸ αὐτὸ τὸ φῶς. Γιατί αὐτὸ τὸ φῶς εἶναι τῆς Θεότητος καὶ εἶναι ἄκτιστο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε, ὄχι προσλαμβάνοντας ὅ,τι δὲν ἦταν, ἀλλὰ φανερώνοντας στοὺς μαθητές του ὅ,τι ἦταν, ἀφοῦ τοὺς ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀπὸ τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι αἰσθητό, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τὰ μάτια τους, μεταμορφώθηκαν ἐκεῖνοι». Τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου ἔγιναν λευκὰ «ὡς χιών», γιὰ νὰ μᾶς δείξει, μέσῳ τῶν μαθητῶν Του, ποιὲς εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξης ποὺ θὰ φορέσουν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα ὅσοι προσεγγίσουν τὸ Θεό. Ταυτόχρονα ἐμφανίστηκαν, ὁ Προφήτης Μωυσῆς σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας σὰν ἐκπρόσωπος τῶν προφητῶν καὶ τῶν ζωντανῶν (διότι ὁ Προφήτης αὐτὸς δὲν πέθανε ἀλλὰ ἀναλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωντανὸς «ἐν πυρίνῳ ἅρματι» στοὺς οὐρανοὺς) καὶ ἄρχισαν νὰ συνομιλοῦν μαζί Του γιὰ τὶς προφητεῖες ποὺ ἀναφέρονταν στὸ σωτήριο Πάθος Του. Αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ δείξει στοὺς μαθητὲς πὼς ὁ ἴδιος εἶναι ὁ Κύριος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Πέτρος ἀπὸ τὴν ταραχή του μὴ γνωρίζοντας τί ἔλεγε, εἶπε στὸν Κύριο ὅτι καλὸ θὰ ἦταν νὰ μείνουν στὸ ὅρος Θαβὼρ καὶ νὰ φτιάξουν τρεῖς σκηνές, φοβούμενος ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Κύριος θὰ ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν Του. Ἐνῶ ἀκόμα μιλοῦσε ὁ Πέτρος, ἐμφανίστηκε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς μέσα ἀπὸ αὐτό, ποὺ βεβαίωνε πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο ἀναπαύεται ὅλη ἡ Πατρικὴ εὔνοιά Του καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, σὲ αὐτὸν πρέπει νὰ ὑπακοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς σωτήριες ἐντολές Του. Οἱ μαθητὲς τότε ἔπεσαν κατὰ πρόσωπο, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἀλλὰ «γιὰ τὴ μετατροπὴ καὶ τὸ ὑπερφυὲς τοῦ φωτὸς» (Γρ. Παλαμᾶς). Αὐτοῦ τοῦ φωτὸς μετέχουν καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι. Ἀλλὰ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἔχουν αὐτὴ τὴ δόξα καὶ τὴ βασιλεία φυσικῶς, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἔλλαμψη. Ὅμως ὁ Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δὲν ἀφήνει ἄλλο τοὺς μαθητές Του, μέσα στὴν ἀγωνία καὶ τὸν φόβο καὶ ἀφοῦ τοὺς ἄγγιξε, τοὺς εἶπε νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ μὴν φοβοῦνται, γιατί θὰ εἶναι μαζί τους, μέχρι τὸ Θεῖο Πάθος Του, ὅπως καὶ πρῶτα, δηλαδὴ μὲ τὸ ταπεινὸ σχῆμα ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὁ Κύριος ἦταν «ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον ἀλλὰ Θεὸς τὸ κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμᾶς). Ἀκόμη τοὺς εἶπε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανένα τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονὸς ποὺ ἔζησαν, μέχρι τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του.
.           Γιατί ὅμως ὁ Κύριος διάλεξε, αὐτὴ τὴ χρονικὴ στιγμή, δηλαδὴ λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Ἅγια Πάθη Του γιὰ νὰ δείξει στοὺς Μαθητές Του, μία ἀμυδρὴ ἀκτίνα τῆς Θείας μεγαλειότητος καὶ δόξης Του; Τὴν ἀπάντηση δίνει πολὺ εὔστοχα τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης Χριστὲ ὁ Θεός, ὅνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα». Δηλαδή, ὅταν σὲ δοῦν οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ Σταυρό, γυμνὸ καὶ καταματωμένο μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο νὰ ὑποφέρεις καὶ νὰ πεθαίνεις γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, νὰ μὴ φοβηθοῦν, ἀλλὰ νὰ καταλάβουν πὼς τὸ Πάθος Σου τὸ ὑπέμεινες, ἐπειδὴ τὸ ἤθελες, ἑκούσια καὶ ὄχι ἀπὸ ἀδυναμία, ἀφοῦ εἶσαι ὁ παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ γεμάτος ἀγάπη γιὰ τὸ ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὸ ἐλευθερώσεις ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ὅταν σὲ δοῦν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔνδοξο Νικητὴ τοῦ θανάτου, νὰ κηρύξουν σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ὁμοούσιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτός, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἦταν ὁ σκοπὸς ποὺ ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. Κι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἐμφάνιση στὸ Θαβὼρ τῶν δύο πιὸ μεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του, νὰ κλείσει γιὰ πάντα τὰ βδελυρὰ χείλη τῶν γραμματέων καὶ τῶν φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μισοῦσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ τὸν θεωροῦσαν παραβάτη τοῦ νόμου τοῦ Μωυσῆ, συνέβη τὸ ἀντίθετο. Μάλιστα ἀκόμη καὶ σήμερα βλέπουμε πὼς οἱ Ἑβραῖοι, ὁ πάλαι ποτὲ περιούσιος λαός, δὲν πιστεύουν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Καὶ ὄχι μόνο οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸν πιστεύουν, ἀλλὰ ὅπως προσθέτει ὁ ἅγιοςς Λουκᾶς ὁ Ἀρχιεπ. Κριμαίας, «καὶ γιὰ πολλοὺς χριστιανοὺς ὅλο καὶ περισσότερο θαμπώνει τὸ θεῖο φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμα μικρότερο γίνεται τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸ θεῖο φῶς τοῦ Χριστοῦ λάμπει μὲ τὴν ἴδια δύναμη, μὲ τὴν ὁποίαν ἔλαμψε στοὺς ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη τότε στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὅμως νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον. ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν” (Λουκ. ιβ´ 32). Ἡ ἀπιστία μεταξὺ τῶν λαῶν ἔλαβε ἀνησυχητικὲς διαστάσεις καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ νέφος τῆς ἀθεΐας. Σήμερα πιὸ συχνὰ ἀπὸ ποτὲ ἐνθυμούμαστε τὸ φοβερὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. ιη´ 8). Νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅμως, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, λέγοντας γιὰ τὰ σημεῖα τῆς δευτέρας παρουσίας του, εἶπε: «Ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν» (Λκ. κα´ 28). Νὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ ζωή σας τέτοια ὥστε τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ μπορέσουμε νὰ σηκώσουμε τὸ κεφάλι μας καὶ ὄχι νὰ τὸ σκύψουμε βαθειὰ ἀπελπισμένοι..» (ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Ἁγίου τὸ 1956).

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ λαμπρὴ ἀκτινοβολία τοῦ Θείου ἀκτίστου φωτός, ποὺ παρουσίασε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν Μεταμόρφωση καὶ εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ διανοίχτηκαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ψυχικὰ μάτια τους, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι ἡ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἐπίσης ἄκτιστη Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα, ἀκόμα καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους εἶναι παντελῶς ἀκατάληπτη (ἀκατανόητη) καὶ ἀόρατη. Ἡ Θεία αὐτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ποὺ χαριτώνει καὶ ἁγιάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ μποροῦμε νὰ τὴ δοῦμε μὲ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμούς μας. Φυσικὰ γιὰ νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὸ τὸ ὕψος τῆς Θεώσεως, πρέπει νὰ κάνουμε σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ἀφοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας εἶπε στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8 ). Αὐτὴν τὴν κάθαρση καὶ τὸν ἀγώνα τῶν πιστῶν ἐξ ἄλλου συμβολίζει καὶ ἡ ἀνάβαση στὸ ὄρος Θαβὼρ ποὺ ἔκαναν οἱ μαθητές, γιὰ νὰ δοῦν τὴ Θεία δόξα τοῦ Ἰησοῦ. Ἐμεῖς ἂν τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος καὶ τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγώνα, θὰ μπορέσουμε, ἂν ὄχι στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε στὴν ἄλλη, τὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή, τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ δὲν θὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12), δηλαδὴ σὰν μέσα ἀπὸ μεταλλικὸ καθρέπτη θαμπὰ καὶ ἀτελῶς, ὥστε νὰ μᾶς μένουν πολλὰ αἰνίγματα, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε, ἀλλὰ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) καὶ «καθώς ἔστι» (Α´ Ἰωάν. γ´ 2). Αὐτὸ βέβαια θὰ γίνει, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ φθαρτὸ περικάλυμμα τῆς σαρκός, καὶ θὰ ἔχουμε ἐνδυθεῖ τὰ νέα ἀφθαρτοποιημένα σώματά μας, ὥστε νὰ μποροῦμε εὔκολα, ὅσο φυσικὰ ἀντέχει ἡ πεπερασμένη φύση μας, νὰ βλέπουμε τὸ Θεῖο μεγαλεῖο καὶ νὰ κοινωνοῦμε ὡς θεωμένοι, πιά, πιστοὶ στὴ γνώση τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερτέλειου Θεοῦ. Ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὰ γραφόμενα στὸν μεγάλο Νηπτικὸ Πατέρα ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ: «Ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σὲ αὐτὴ τὴ δόξα, ἂς μιμῆται κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ ἂς βαδίζει τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία ποὺ ὑπέδειξε ὁ Κύριος πάνω στὴ γῆ. Ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ποὺ λόγῳ τῆς παραβάσεως ἔχουμε ἐνδυθεῖ, τὰ γαιώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ ἁγία γῆ, ἀποδεικνύοντας ὁ καθένας ἁγία τὴ γῆ του διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀνατάσεως, ἔτσι ὥστε νὰ λάβωμε παρρησία νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ συμβιώσουμε αἰώνια πρὸς δόξα τῆς τρισηλίου καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο1».

Ἀπολυτίκιον.

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ Ὄρει, Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι».

 

  1. Πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγ. Παλαμᾶς» τ.10

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΗΜΑ τοῦ γεγονότος τῆς ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ Σωτῆρος

 

Θεολογική ἀνάλυση
τοῦ καθ’ αὑτοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως
ἀπὸ τὸ μελέτημα:
«Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ»
Πρωτοπρ. Κωνσταντῖνος Καραϊσαρίδης,
περιοδ. «ΚΟΣΜΟΣ/COSMOS», ἀρ. τ. 1/2012

.           Ἡ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς δέν περιγράφει μόνο ἱστορικά τή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρα, ἀλλά τήν ἀναλύει θεολογικά. Ἔτσι, μέ τό νά διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός ὁ ἀγαπητός, τόν φανερώνει καί ὡς «ὁμοούσιον καί ὁμόθρονον» μέ τόν Πατέρα. Βλέπουμε στό τρίτο κάθισμα τοῦ Ὄρθρου νά γίνεται ἀναφορά στόν Υἱό ὡς Θεό τόν ὁποῖο «ἐκάλεσε Υἱόν ὁ Γεννήτωρ ὁμολογῶν τήν Υἱότητα τήν φυσικήν» καί καλοῦνται οἱ πιστοί νά ἀνυμνήσουν μαζί μέ τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Στό ἐξαποστειλάριο τῆς ἡμέρας ὁ Υἱός καλεῖται «φῶς ἀναλλοίωτον» καί ὁμολογεῖται ἡ παρουσία τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος, πού ἔχουν τήν ἴδια ἰδιότητα τοῦ θείου φωτός, τό ὁποῖο μάλιστα φῶς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ φωτίζει ὁλόκληρη τήν κτίση. Γι’ αὐτό καί στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τοῦ μεγάλου Ἑσπερινοῦ ἡ προτροπή γιά ἀνύμνηση τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι σαφέστατη. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικά: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου, καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καί θεασώμεθα τήν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός· φωτί προσλάβωμεν φῶς· καί μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι, Τριάδα ὁμοούσιον ὑμνήσωμεν εἰς τούς αἰῶνας».
.           Πέραν ὅμως τῶν τριαδικῶν ἀναφορῶν στήν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας, εἶναι παραπάνω ἀπό ἐμφανής ἡ θεολογική στόχευση ἐμβάθυνσης στήν ἑρμηνεία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως ὑμνολογικά προσφέρεται γιά θεολογική ἀνάπτυξη ὅλων τῶν πτυχῶν τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας.
.           Ὁ Χριστός εἶναι αὐτός γιά τόν ὁποῖο ὁ ὑμνογράφος λέγει: «ὅλον τόν Ἀδάμ φορέσας Χριστέ, τήν ἀμαυρωθεῖσαν ἀμείψας ἐλάμπρυνας πάλαι φύσιν». Ἐνῶ σέ ἀλλο τροπάριο γίνεται ἀκόμη πιό σαφής ἀναφορά στήν ὑποστατική ἐν Χριστῷ ἕνωση τῆς θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως, ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀναλλοίωτος φύσις (θεότητα) τῇ βροτείᾳ (ἀνθρωπότητα) μιχθεῖσα».
.           Καί φυσικά ἡ ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἔφερε τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, πού μία ἀπό τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἑνώσεως εἶναι καί ἡ ἀποτύπωση τοῦ φωτός τῆς θείας φύσεως στό ἀνθρώπινο στή θέα, πλήν γεμᾶτο θεϊκό φῶς, πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν τέτοιο καί τόσο τό φῶς τῆς ἀπαστράπτουσας θείας φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πού οἱ πρόκριτοι μαθητές καί μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως ἀδυνατοῦσαν νά ἀτενίσουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶδαν τόσο μόνο, «καθώς ἠδύναντο», ὅσο ἄντεχαν, ὅσο τούς ἐπέτρεπε ἡ πνευματική τους κατάσταση. Ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καταδεικνύει ἐναργέστατα τίς ἀνθρωπολογικές καί σωτηριολογικές συνέπειες τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀλλά περί αὐτοῦ θά γίνει λόγος στήν ἑπόμενη παράγραφο.
.           Τέλος, ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔχει καί μία ἐσχατολογική διάσταση, μέ τήν ἔννοια ὅτι φανερώνει τό κάλλος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ὅπως αὐτό πραγματοποιήθηκε ἐν Χριστῷ, καί ταυτόχρονα τό στόχο καί τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης πνευματικῆς προσπάθειας. Ἔτσι, στό πρῶτο κάθισμα τοῦ ὄρθρου μέ βάση τό γεγονός τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου προμηνύεται ἡ μεταμόρφωση τῶν δικαίων καί θεωμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θά παρασταθοῦν δεδοξασμένοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου κατά τή Δευτέρα Παρουσία Του. Ἀναφέρει τό τροπάριο: «τήν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν, τήν μετά δόξης σου Σωτήρ, ἐν τῇ δευτέρᾳ καί φρικτῇ τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπί τοῦ ὄρους Θαβώρ μετεμορφώθης».

Τό κάλεσμα γιά μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου

.           Ἄν ὁ ἕνας θεολογικός ἄξονας τῆς ἑορτῆς εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄλλος εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ, τοῦ κάθε ἀνθρώπου προσωπικά. Αὐτό βέβαια ἰσχύει γιά κάθε ἑορτή καί πολύ περισσότερο γιά τίς λεγόμενες δεσποτικές ἑορτές, τίς ἑορτές πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κάθε δεσποτική ἑορτή ἐμπεριέχει ἕνα θεολογικό νόημα, κάτι τό ὁποῖο ἐνήργησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐν ἑαυτῷ ἀλλά πάντα χάριν τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ταυτόχρονα προκύπτει ἀπό τήν ἑορτή καί ἕνα πνευματικό νόημα, δηλαδή αὐτό πού θά πρέπει νά κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, προκειμένου νά προσεγγίσει καί νά προσοικειωθεῖ τό θεολογικό νόημα τῆς ἑορτῆς. Ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἕνα κάλεσμα πρός κάθε πιστό νά ἀκολουθήσει τό δρόμο, τά «ἴχνη τοῦ Χριστοῦ».
.           Μέσα σ’ αὐτή τή θεολογική καί πνευματική λογική κινεῖται ἀσφαλῶς καί ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ δέ ὑμνολογία, μέ τήν πλαστικότητα καί ἐκφραστικότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας, μετά ἤ ταυτόχρονα μέ τήν προβολή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, προσκαλεῖ καί στή μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ.
.           Τό κάλεσμα αὐτό ἐκφράζεται φανερά, εἴτε στήν ἀρχή τῶν τροπαρίων, καί ἔτσι εὐθύς ἐξ ἀρχῆς δηλώνεται ὁ στόχος τοῦ περιεχομένου τοῦ ὕμνου, εἴτε στό τέλος, ἐν εἴδει συμπεράσματος, θέλοντας νά καταδείξει ὅτι ὅλα ὅσα προηγοῦνται νοηματοδοτοῦνται ὑπό τόν ὅρο ὅτι θά ἀκολουθήσει ἡ μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ.
.           Ἀπό αὐτόν ἀκόμη τό μικρό ἑσπερινό στά δύο πρῶτα στιχηρά ἐπισημαίνουμε: «Δεῦτε νῦν τήν κρείττονα ἀλλοιωθέντες ἀλλοίωσιν…», «Ὦ φιλοθεάμονες, τῶν ὑπέρ νοῦν καί φιλήκοοι, μυστικῶς ἐποπτεύσωμεν…». Στό δοξαστικό τῆς λιτῆς ὑπάρχει ἡ εὐθεία πρόσκληση: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου, καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καί θεασώμεθα τήν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως αὐτοῦ…». Στό προτελευταῖο τροπάριο τοῦ δεύτερου κανόνα τῆς ἐνάτης ὠδῆς ὑπάρχει ἡ προτροπή τοῦ ποιητῆ: «Δεῦτε μοι πείθεσθε λαοί, ἀναβάντες εἰς τό ὄρος τό Ἅγιον, τό ἐπουράνιον, ἀΰλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος θεοῦ, καί ἐποπτεύσωμεν νοΐ θεότητα ἄϋλον, πατρός καί πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν».
.           Στό τελευταῖο αὐτό τροπάριο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ βλέπουμε καθαρά ὅτι ὁ ποιητής μᾶς καλεῖ νά τόν ὑπακούσουμε καί νά ἀνεβοῦμε πνευματικά στό «ὄρος τό Ἅγιον, τό ἐπουράνιον», δηλαδή ἀπό τό Θαβώρ νοερά νά στραφοῦμε στόν οὐρανό, στήν οὐράνια κατάσταση. Πιό συγκεκριμένα «ἀῢλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος Θεοῦ» καί ἀκόμη μέ μεγαλύτερη σαφήνεια: «καί ἐποπτεύσωμεν νοΐ θεότητα ἄυλον». Δηλαδή δέ γίνεται λόγος γιά μία πνευματική ἀνάβαση γενικά, ἀλλά πολύ καθαρά ὁ λόγος εἶναι γιά τό τρίτο στάδιο τῆς πνευματικῆς διαδικασίας πού ἕπεται τῆς κάθαρσης καί τοῦ φωτισμοῦ, δηλαδή τή θέωση. Τό λέγει καθαρά ἡ κατακλείδα τοῦ ὕμνου, πού μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τή «θεότητα ἄυλον, πατρός καί πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν».
.           Ἀσφαλῶς καί τά λόγια τοῦ ὕμνου δέ λέγονται «ποιητικῇ ἀδείᾳ», δέν πρόκειται ἐπ’ οὐδενί γιά συναισθηματική ἔξαρση, ἀφοῦ σέ ἄλλους ὕμνους περιγράφεται καί τό «πῶς» αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀνόδου, τῆς θεοπτείας. Γίνεται δηλαδή λόγος καί γιά τήν κάθαρση καί τό φωτισμό ὡς ἀπαραίτητων προϋποθέσεων γι’ αὐτήν τήν πνευματική ἄνοδο.
.           Στό πρῶτο στιχηρό τροπάριο καί στό δεύτερο ἀπόστιχο τοῦ μικροῦ ἑσπερινοῦ ὁ δρόμος γιά τήν πνευματική ἄνοδο ταυτίζεται μέ τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν: «…εὐσεβῶς καί γῆθεν, ἐφ’ ὑψηλοτάτην, τῶν ἀρετῶν περιωπήν, ἀνενεχθέντες…» καί «φέγγει τῶν ἀρετῶν, ἐκλάμποντες προσβῶμεν, ἐν ὄρει τῷ ἁγίῳ». Ὁ ἀγώνας γιά τίς ἀρετές, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, εἶναι ἡ σταθερή καί σίγουρη βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀποτελεῖ κεντρικό πυρήνα στό στάδιο τῆς πνευματικῆς κάθαρσης. Ἀλλά καί ἀκόμη βαθύτερα, ἐπειδή ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τούς λογισμούς, στήν πορεία πρός τήν κάθαρση πρέπει νά ἀντιμετωπισθοῦν σωστά πνευματικά καί οἱ λογισμοί. Ὁ «οἶκος» τῆς ἡμέρας ἀναφέρει: «Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μή πάντοτε χαμερπεῖς· οἱ συγκάμπτοντες εἰς τήν ψυχήν μου λογισμοί, ἐπάρθητε καί ἄρθητε εἰς τό ὕψος τῆς θείας ἀναβάσεως».
.           Βέβαια ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος ἔχει νοῦ ἐσκοτισμένο καί χρειάζεται τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τή χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο στό δεύτερο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού εἶναι ὁ φωτισμός, ἀλλά γιά νά ἀποφασίσει νά μπεῖ στό στάδιο τῆς καθάρσεως καί νά ἔχει μία σχετική πρόοδο. Γι’ αὐτό καί ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας, μέσα στή θεολογική καί πνευματική πληρότητα πού τή διακρίνει, στρέφεται καί στήν ἐκζήτηση τοῦ θείου φωτισμοῦ γιά τήν πραγμάτωση τοῦ πνευματικοῦ στόχου. Στό δεύτερο τροπάριο τῆς λιτῆς ἀναφέρεται τό αἴτημα πρός τό Χριστό: «καταύγασον καί ἡμᾶς τῷ φωτί τῆς σῆς ἐπιγνώσεως, καί ὁδήγησον ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου». Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ζητεῖται τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο γιά τήν εἴσοδο στήν ὁδό τῆς θεογνωσίας, ἀλλά καί γιά τήν ἔμπρακτη ἀπόδειξή της, πού εἶναι ἡ ὁδός τῶν ἀρετῶν. Στό δοξαστικό τῆς λιτῆς λέγεται: «φωτί προσλάβωμεν φῶς· ὑμνήσωμεν εἰς τούς αἰῶνας». Δηλαδή, μόνο μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ θά προσεγγίσουμε τό ἄκτιστο φῶς καί ἔτσι εὑρισκόμενοι σ’ αὐτό τό πνευματικό ὕψος θά μπορέσουμε νά προσκυνήσουμε τόν Τριαδικό Θεό αἰώνια.
.           Στό ὅλο νόημα, θεολογικό καί πνευματικό, τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τό κυρίαρχο πρόσωπο, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι πού μεταμορφώνεται ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του καί δι’ αὐτῶν ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἐπίσης, μέσα στή θεία Λειτουργία, που ἀπεικονίζει ὅλες τίς φάσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου ἀλλά πού ταυτόχρονα προϊδεάζει καί δίνει τή δυνατότητα πρόγευσης τῆς αἰώνιας ζωῆς, πάλι ὁ Κύριος μεταμορφώνεται διά τῆς ἱερουργικῆς διαδικασίας πού λαμβάνει χώρα μέσα στή λειτουργική σύναξη μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα καί φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νά προσφέρεται σέ μέθεξη καί κοινωνία ἀπό τούς πιστούς, προκειμένου νά ὁδηγηθοῦν καί αὐτοί στήν προσωπική τους μεταμόρφωση.

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´) «Ἡ Μεταμόρφωσις καταδεικνύει τόσο τὴν προέλευσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τὸν λαμπρὸν προορισμόν του».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ Κυρίου

Τοῦ Μητροπ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

1. Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες Δεσποτικὲς ἑορτὲς πανηγυρίζομεν σήμερον. Σύμφωνα μὲ τὴν διήγησιν τῶν Εὐαγγελίων (Λκ. θ´ 28-36), ὁ Κύριος παρέλαβεν τρεῖς ἐκ τῶν Μαθητῶν Του (τὸν Πέτρον, τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην) καὶ ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ διὰ νὰ προσευχηθῇ. Ἐκεῖ ὁ Κύριος μετεμορφώθη ἔμπροσθεν τῶν μαθητῶν Του: τὸ Πρόσωπόν Του ἤστραψεν ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς.Ἐνεφανίσθησαν δὲ μαζί Του (ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν Του) δύο μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ὁποῖοι συνομιλοῦσαν μαζί Του.
.             Ἔμπροσθεν αὐτοῦ τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, ὁ ἀπόστολος Πέτρος προέτεινεν εἰς τὸν Κύριον νὰ κατασκευάσουν τρεῖς σκηνές (μία διὰ τὸν Κύριον καὶ ἀπὸ μίαν διὰ τοὺς Μωϋσῆ καὶ Ἠλίαν), ὥστε νὰ συνεχισθῇ τὸ θαυμαστὸν γεγονός. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην (συμφώνως πρὸς τὴν εὐαγγελικὴν διήγησιν), ὁ Κύριος καὶ οἱ δύο ἄνδρες ἐκαλύφθησαν ἀπὸ σύννεφον, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε.

2. Τόσον τὸ Ἀπολυτίκιον, ὅσον καὶ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τονίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ὑπῆρξεν ἡ διαδήλωσις τῆς δόξης Του. Τὸ Κοντάκιον, μάλιστα, ἀναφέρεται εἰς τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου ὡς ἀπόδειξιν τῆς Θεότητός Του· διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ (συνεχίζει τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς) οἱ Μαθηταὶ ἠδυνήθησαν νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Κύριος ἐσταυρώθη ἑκουσίως, ἐφ᾽ ὅσον ὡς Θεὸς ἠδύνατο νὰ ἀποτρέψῃ τὸν σταυρικὸν θάνατόν Του: Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί Σου τὴν δόξαν Σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο· ἵνα ὅταν Σὲ ἴδωσιν σταυρούμενον, τὸ μὲν Πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον…
.        Εἶναι, ἑπομένως, σαφὲς ὅτι ἡ φανέρωσις τῆς δόξης τοῦ Κυρίου κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεώς Του ἀποτελεῖ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σωτηρίου Πάθους Του: ὁ Κύριος προσεφέρθη ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας, ἂν καὶ ὡς Θεὸς διαδηλώνῃ τὴν δόξαν καὶ τὴν ἄπειρον δύναμίν Του. Διὰ τοῦτο ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου εἰσάγει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Πάθους Του, ἡ δὲ παράδοσις τονίζει ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως προηγεῖται χρονικῶς τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου ὡς προετοιμασία τοῦ γεγονότος τῆς θυσίας Του (διὰ τοῦτο ψάλλομεν εἰς τὸν Ἑσπερινὸν τῆς ἑορτῆς: Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου καὶ τοῦ Πάθους, λαβὼν οὓς προέκρινας τῶν ἱερῶν Μαθητῶν…). Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἑορτολογικὴ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καθόρισεν τὴν πανήγυριν τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου τὴν 6ην Αὐγούστου, τεσσαράκοντα ἡμέρας πρὸ τοῦ Πάθους Του (πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴν 14ην Σεπτεμβρίου).

3.Ἡ παροῦσα ἑορτή, ὅμως, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀπευθύνεται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας καθημερινὴν ζωὴν καὶ τοὺς ἀγῶνας μας. Ἀποτελεῖ (ὁ σημερινὸς ἑορτασμός) πρόσκλησιν πρὸς ἐμᾶς, ὥστε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν Κύριον εἰς τὴν ἀνοδικὴν πορείαν εἰς τὸ ὄρος Θαβώρ, δηλαδὴ εἰς μίαν πνευματικὴν ἀνάβασιν ἐσωτερικῆς καθαρότητος καὶ πολέμου ἐναντίον τῶν παθῶν μας. Ὅπως τονίζει ὡραιότατα ὁ Οἶκος εἰς τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, καλούμεθα «νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς μας, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ὑποδουλωνώμεθα εἰς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ μὲ τοὺς Μαθητάς, ὥστε νὰ μετάσχωμεν τοῦ γεγονότος τῆς θεοφανείας: νὰ δοῦμε κι ἐμεῖς τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ἀκούσωμεν τὴν φωνὴν τῆς διακηρύξεως τῆς Θεότητός Του» (Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μὴ πάντοτε χαμερπεῖς, οἱ συγκάμπτοντες εἰς γῆν τὴν ψυχήν μου λογισμοί,ἐπάρθητε καὶ ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως· προσδράμωμεν Πέτρῳ καὶ τοῖς Ζεβεδαίου, καὶ ἅμα σὺν ἐκείνοις τὸ Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σὺν αὐτοῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φωνῆς δὲ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, καὶ ἐκήρυξαν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγμασμα).
.           Ἡ σημερινὴ ἑορτή, ἑπομένως, ἀποτελεῖ μία «δωρεά» τοῦ Μεταμορφωθέντος Κυρίου πρὸς ὅλους ἐμᾶς· δωρεά, τὴν ὁποίαν ἀποδεχόμεθα ἀναλόγως τῶν πνευματικῶν δυνάμεων καὶ τῶν αἰσθητηρίων μας. Οἱ Μαθηταί, οἱ παρόντες εἰς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ἔλαβον τὴν ἐμπειρίαν του ἀναλόγως τῶν πνευματικῶν δυνατοτήτων τους (καθὼς ἠδύναντο). Μέσα ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς ἀπεκαλύφθη τὸ Μυστήριον του Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον μόνον ὅταν αἱ αἰσθήσεις του καταστοῦν πνευματικές (ἀπὸ σαρκικές), ὅπως σχολιάζει περὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Ὁ Μεταμορφωθεὶς Κύριος προσφέρει, ἔτσι, τὴν δυνατότητα πραγματοποιήσεως τῆς ὑποσχέσεώς Του: εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι ὁρισμένοι ἐκ τῶν Μαθητῶν Του «θὰ ἔβλεπαν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιϛ´ 28). Αὐτὸ συνέβη κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν: οἱ Μαθηταὶ ἔλαβον πείραν τοῦ ἀκτίστου φωτός, δηλαδὴ μιᾶς ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Τρισυποστάτου Θεότητος.

4.Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδειξεν, εἰς τὸ ὄρος Θαβώρ, εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπον τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπεκαλύφθη ἡ δόξα τῆς εἰκόνος, δηλαδὴ ἀπεκαλύφθη ἡ ὑψίστη τιμή μας, ὡς ἀνθρώπων, νὰ εἴμεθα εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως κατεδείχθη ἡ μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι ἡ καταγωγὴ ἡμῶν, τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ὑψηλότατη, ἐφ᾽ ὅσον ὁ δεδοξασμένος Κύριος ἀποτελεῖ τὸ πρότυπον τῆς δημιουργίας μας καὶ εἶναι ὁ Δημιουργός μας.
.            Εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ὁ Χριστὸς φέρεται, ἐπανειλημμένως, ὡς ὁ «νέος Ἀδάμ», Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, ὥστε ὁ παλαιὸς Ἀδὰμ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν προηγουμένην δόξαν του. Διὰ τῆς Μεταμορφώσεώς Του ὁ Κύριος κατέδειξεν τὸ πρότυπον τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν λαμπρότητα μὲ τὴν ὁποίαν εἶχεν δημιουργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι, ἡ Μεταμόρφωσις καταδεικνύει τόσο τὴν προέλευσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τὸν λαμπρὸν προορισμόν του, προσκαλώντας τον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑποτιμητικὴν μεταπτωτικὴν εἰκόνα του καὶ νὰ ἐνστερνισθῇ τὴν θεϊκὴν προοπτικήν του.

5. Τέλος, κατὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην Δεσποτικὴν ἑορτὴν προσφέρονται (ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς) οἱ ἀπαρχὲς τῶν σταφυλιῶν, οἱ ὁποῖες συμπίπτουν χρονικῶς μὲ τὴν ἑορτήν, ὥστε νὰ εὐλογηθοῦν τὰ πρῶτα αὐτὰ «γεννήματα τῆς ἀμπέλου» καὶ νὰ παραμείνῃ ἕως τέλους ἡ παραγωγή τους πλουσία καὶ εὐλογημένη. Πρόκειται περὶ παλαιοῦ ἐθίμου τῆς λαϊκῆς εὐλαβείας, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς προσφορᾶς τῶν ἀπαρχῶν τῆς ἀμπέλου οἱ πιστοὶ ἀναθέτουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπιβιώσεώς των εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐκζητοῦν τὴν εὐλογίαν Του δι᾽ ὁλόκληρον τὸν βίον των. Ἡ εὐλογία, ὅμως, τῶν γεννημάτων τῆς ἀμπέλου παραπέμπει καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σημασίαν τοῦ φυτοῦ τούτου, ἐπειδὴ ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ὁ οἶνος διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς Θ. Εὐχαριστίας (ἑρμηνεία τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος εἰς τὸν Δ´ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε

ΣΤΟ ΘΑΒΩΡ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία-

σελ. 164-166,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

.               Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ Θαβὼρ ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνος τους. Δηλαδή, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ αὐτὸ φαίνεται ἡ δόξα τῆς εἰκόνος καὶ ἡ μεγάλη τιμὴ νὰ εἴμαστε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καταγωγή μας δὲν εἶναι χαμηλή, ἀλλὰ ὑψηλή, ἀφοῦ ὁ δεδοξασμένος Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ τεχνίτης καὶ δημιουργός μας.
.                 Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα λέγεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ποὺ ἐνηνθρώπησε, γιὰ νὰ διορθώση τὸ σφάλμα τοῦ προπάτορος Ἀδάμ. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, καίτοι ἦταν ἄπειρος ἀκόμη, βρισκόταν στὸν φωτισμὸ τοῦ νοός, γιατί τὸ κατ᾽ εἰκόνα του ἦταν καθαρὸ καὶ δεχόταν τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου φωτός. Μετὰ τὴν ἁμαρτία ὅμως σκοτίσθηκε, ἔχασε τὸ καθ᾽ ὁμοίωση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέση καθ᾽ ὁλοκληρία τὸ κατ᾽ εἰκόνα. Στὴν πατερικὴ παράδοση λέγεται ὅτι τὸ κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ ἀμαυρώθηκε, δηλαδὴ σκοτίστηκε, χωρὶς νὰ χαθῆ τελείως. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπανέρχεται ὁ Ἀδὰμ στὴν προηγούμενη δόξα, καὶ μάλιστα ἀνέρχεται ἀκόμη ὑψηλότερα.
.                 Ἔτσι, ὁ Χριστὸς στὸ Θαβὼρ ἔδειξε ποιὸ ἦταν τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόταν ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση.
.                 Βέβαια, αὐτὸ λέγεται μὲ συγκατάβαση, γιατί ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ἡ ἔλλαμψη τοῦ Μεταμορφωθέντος Χριστοῦ ἦταν θειοτέρα καὶ λαμπροτέρα ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Καὶ αὐτὸ γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸν Ἀδὰμ ἦταν Θεὸς κατ᾽ οὐσίαν, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μέθεξη καὶ μετοχὴ θεός. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ φύση, ἐνῶ τὸ φῶς ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μετοχὴ καὶ Χάρη. Δεύτερον, γιατί ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν θέωσε καθ᾽ ὑπόσταση, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε κοινωνία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατ᾽ ἐνέργειαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἐνῶ στὸν Χριστὸ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν ὑποστατικά, καθ᾽ ὑπόσταση, στὸν Ἀδὰμ καὶ στὸν κάθε θεούμενο ἡ φύση του ἑνώνεται κατὰ Χάρη μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι καθ᾽ ὑπόσταση. Γιατί ἡ καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε μόνο στὸν Χριστό.
.                 Γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ἀντιληπτὸ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι ἑνώσεως. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κατ᾽ οὐσίαν, ποὺ συμβαίνει μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ δεύτερος τρόπος ἑνώσεως συνέβη στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ εἶναι ὁ καθ᾽ ὑπόστασιν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεάνθρωπος, καὶ ὁ τρίτος τρόπος ἑνώσεως εἶναι ὁ κατὰ Χάριν, καὶ συμβαίνει μὲ τοὺς θεουμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ οὐσίαν, γιατί αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ καθ᾽ ὑπόστασιν, γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλὰ ἑνώνονται κατὰ μετοχὴν τῆς Χάριτος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἅγιοι δὲν λέγονται, ἔστω καὶ κατὰ Χάριν, Θεάνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί, θεούμενοι.
.                 Πάντως, ὁ μεταμορφωθεὶς Χριστὸς ἔδειξε τὴν δόξα τοῦ ἀρχετύπου τῆς δημιουργίας μας. Καὶ ὅπως στοὺς γλύπτες μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρόπλασμα καὶ ἔπειτα τὸ ἀντίγραφό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ὁ καθένας, ἔτσι καὶ ἐδῶ μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρωτότυπο. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ δείχνει, κατὰ συγκατάβαση, καὶ τὴν προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπό, τὸ τέλος, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κατατείνη.

, ,

Σχολιάστε

Η «ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ» ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ «Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀρνεῖται νὰ παρακολουθήσει τὴν τάση ἀρκετῶν χριστιανῶν νὰ ἀναλίσκονται σὲ αὐτάρεσκες περιγραφὲς ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων τοῦ ἐνδόξου Κυρίου, ἐνῶ ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξάρει τὴν σημασία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ γιὰ συσταύρωση καὶ συμπόρευση μαζί Του προκειμένου νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος».

Η ΑΦΗΓΗΣΗ
ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(θ´1-13)

Σωτηρίου Δεσπότη,
Καθηγ. Τμήμ. Κοινωνικῆς Θεολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

[Ἡ Μεταμόρφωση στὸ κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιο
καὶ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου, Wiesbaden 2000]

image001(3398).          Τὸ παράδοξο γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τὸ ἀφηγοῦνται καὶ οἱ τρεῖς Συνοπτικοὶ Εὐαγγελιστὲς (Μάρκ. 9, 2-8. Ματθ. 17,1-9. Λουκ. 9, 28-36). Καὶ οἱ τρεῖς συμφωνοῦν στὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο πραγματοποίησής του. Χρονικὰ τοποθετοῦν τὴ Μεταμόρφωση στὸ τέλος τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία ἐγκαινιάστηκε μὲ τὴ Βάπτιση, ὅταν μετὰ τὴν κατάδυση στὴν ἄβυσσο, κατὰ τὴν ἀνάβαση ταυτόχρονα μὲ τὴν διάνοιξη τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τὴν κατάβαση τοῦ Πνεύματος ὡς περιστερᾶς (γιὰ νὰ ὑποδηλωθεῖ ἡ ἀπαρχὴ τῆς καινῆς ἀναδημιουργίας) ἀκούστηκε ἡ θεϊκὴ φωνή: Σὺ εἶ ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν Σοὶ εὐδόκησα (1,11). Ἰδίως γιὰ τὸν Μάρκο, ὅπου ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐμφανίζεται ἀναστημένος στοὺς μαθητὲς καὶ τὶς μαθήτριες, οἱ ὁποῖες ἔκπληκτες καὶ ἔμφοβες θεωροῦν μόνον τὸν τάφο κενὸ καὶ ἀκοῦνε τὸ μήνυμα τῆς ἐλπίδας ἀπὸ τὸν Ἄγγελο, ἡ Μεταμόρφωση ἀποτελεῖ ἕνα κατ᾽ ἐξοχὴν σημαντικὸ γεγονός. Στὸ κέντρο ἀκριβῶς τοῦ Εὐαγγελίου κατακλείει μιὰ ἐποχὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ γεμάτη κήρυγμα καὶ θεραπευτικὴ δράση κατ᾽ ἐξοχὴν στὴν γύρω ἀπὸ τὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας παραγκωνισμένη καὶ ὑποτιμημένη ἀπὸ τὸν ἐπίσημο Ἰουδαϊσμὸ περιοχή. Τὸ ἴδιο κορυφαῖο γεγονὸς εἰσάγει τὴν τελικὴ πορεία/ἀνάβαση τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸ ἱερὸ κέντρο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ: ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα (10,33). Καὶ οἱ τρεῖς Εὐαγγελιστὲς ἐπισημαίνουν, ὅτι ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο διαδραματίστηκε ἡ Μεταμόρφωση, εἶναι κάποιο ὑψηλὸ ὄρος στὸ βορειότερο σημεῖο τῆς δράσης τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ ὅπου ἀποσύρθηκε μόνος μὲ τοὺς μαθητές Του. Σὲ αὐτὸν (τὸ χῶρο) δεσπόζει μιὰ πόλη ἀφιερωμένη ἀπὸ τοὺς ὑποτελεῖς Ἡρωδιανοὺς στὸν ἐπίγειο «Μεσσία»-πλανητάρχη, ἡ Καισάρεια τοῦ Φιλίππου. Ἀπὸ αὐτὴν ξεκίνησε τὴν τελική του κάθοδο τὸ 67 μ.Χ. ὁ Βεσπασιανὸς γιὰ νὰ ἁλώσει τὴν Πόλη (Ἰωσ., Πολ. 3.433-4.502). Ἐκεῖ ὑψώνεται μεγαλόπρεπο τὸ ὄρος Ἐρμών, ὅπου λατρευόταν ὁ θεὸς τῆς ἔκστασης Διόνυσος (Πανεᾶς) ἐνῶ ταυτόχρονα ἐντοπίζονται οἱ πηγὲς τοῦ Ἰορδάνη. Οἱ Εὐαγγελιστὲς ἀποφεύγουν ἐπιμελῶς νὰ προσδιορίσουν τὸ ὄρος τῆς Mεταμορφώσεως. Ἀρκοῦνται στὸ νὰ ἐπισημάνουν ἁπλῶς τὸ ὕψος του, τὸ ὁποῖο (ὕψος) προφανῶς ἀνακαλεῖ τὰ ὄρη τῆς θεοφάνειας καὶ τῆς νομοδοσίας (Σινᾶ, Χωρήβ). Συνεπῶς τὸ ὄρος ἐνδιαφέρει τοὺς Εὐαγγελιστὲς ὡς σύμβολο τῆς συνάντησης τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ μὲ τὸν φθαρτὸ ἄνθρωπο καὶ τῆς ἀποκάλυψης τῶν μυστηρίων καὶ κατεξοχὴν τοῦ θελήματός Του καὶ ὄχι ὡς τόπος προσκυνηματικός. Αὐτὴ ἡ κρίσιμη συνάντηση συνιστᾶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀνάβασης ἀλλὰ καὶ ἑπταήμερης σιωπῆς-ἡσυχίας.
.               Ὁλόκληρη ἡ εὐρύτερη συνάφεια τῆς Μεταμορφώσεως (8, 22-10, 52) ποὺ πλαισιώνεται ἀπὸ τὸ «φῶς» ποὺ προσφέρεται σὲ δύο περιθωριακοὺς τυφλούς, συνιστᾶ ταυτόχρονα μιὰ πρόσκληση γιὰ ὑπαρξιακὴ μετοχὴ/ἀκολουθία ὅσων θέλουν νὰ ὀνομάζονται «μαθητές» Του στὴν «ἀνηφορικὴ» ὁδὸ πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει, ὅμως, κάποιος τὸν Χριστό, πρέπει νὰ συνειδητοποιήσει «ποιὸς πραγματικὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς». Καὶ αὐτὸ τὸ γνωστὸ ὡς μεσσιανικὸ μυστικὸ συνιστᾶ τὸ βασικὸ μοτίβο τοῦ Κατὰ Μάρκον ποὺ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας του ὀνομάζει Εὐαγγέλιο Ἰησοῦ Χριστοῦ Υἱοῦ Θεοῦ (1, 1). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κρίσιμο διαχρονικὰ ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς Δώδεκα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τους ὑποψήφιους μαθητές Του στὰ χωριὰ τῆς Καισάρειας μακριὰ ἀπὸ τὰ «φῶτα τῆς δημοσιότητας» εἶναι τὸ ἑξῆς: τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι; (8,27). Οἱ πολλοὶ ἀντικρίζουν στὸ πρόσωπό Του ἁπλῶς ἕνα ἀπεσταλμένο Προφήτη: ἴσως τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστὴ ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ ξανακηρύξει μετάνοια ἢ τὸν ἀναληφθέντα Ἠλία, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μὲ τὸ Μαλ. 3 ἀναμενόταν νὰ ἐπανέλθει πρὶν τὴ θριαμβευτικὴ τελικὴ ἔλευση τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει σχέσεις διασπασμένες. Ὁ Πέτρος ὁμολογεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας (Maschiach), ὁ Χριστός, ὑπονοώντας ὅμως μᾶλλον τὸν «μαρμαρωμένο βασιλιὰ» ποὺ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ χαμένη «ἐθνικὴ» ἀξιοπρέπεια καὶ θὰ φέρει δόξα καὶ εὐμάρεια κατεξοχὴν στοὺς «δικούς» Του. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ Ὁμολογητὴς πολὺ γρήγορα μεταλλάσσεται σὲ Σατανᾶ (8,33): Ἐπιτιμᾶ τὸν Δάσκαλό Του, ὅταν ἐκεῖνος ταυτίζει τὸν ἑαυτό Του μὲ τὴν παράδοξη μορφὴ τοῦ Δανιὴλ (κεφ. 7), τὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὅμως πρὶν δοξαστεῖ καὶ ἐνθρονιστεῖ, θὰ ἐξευτελιστεῖ καὶ θὰ πονέσει ἀφόρητα, σταυρωμένος ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς «θεολόγους» τῆς ἁγίας Σιών. Στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀπίστευτης ἐναλλαγῆς συναισθημάτων, τὴν ἀγωνία ποὺ προκαλεῖ ἡ σκέψη καὶ μόνον στοὺς μαθητὲς ὅτι ὁ Διδάσκαλος ποὺ ὑπηρέτησαν τόσα χρόνια, πρόκειται νὰ προδώσει τὰ ἐθνικιστικὰ ὁράματά τους καὶ νὰ πεθάνει ἄτιμα καὶ ἐπώδυνα, διαδέχεται ἡ προφητεία περὶ τοῦ ἐνδόξου ἐρχομοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς δικαίωσης ἐκείνου ποὺ δὲν θὰ ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ θυσιάζοντας τὴν ὕπαρξή του γιὰ χάρη Του ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος, ἡ διαβεβαίωσή Του, ὅτι ἤδη κάποιοι ἀπὸ τοὺς παρεστηκότες δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο προτοῦ ἀντικρίσουν νὰ ἔρχεται μὲ δύναμη ἡ βασιλεία Του (9,1).
.             Καὶ ὄντως μετὰ ἀπὸ ἑξαήμερο σιωπὴ (τὴν «ὄγδοη» ἡμέρα κατὰ τὸν Λουκᾶ 9,28. πρβλ. Ἔξ. 24,15-16) ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάβαση τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐκείνων τῶν τριῶν πρωτόκλητων ποὺ ἤδη ἔζησαν τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (5,21-43), θὰ ἀκούσουν στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν τὴν «ἀποκάλυψη» τῶν ἐσχάτων (κεφ. 13) καὶ θὰ βιώσουν τὴν ἀπόλυτη «παραμόρφωση» τῆς Γεθσημανῆ (14, 43 κἑ.). Τελικὰ θὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ὑψωμένο σὲ ἕνα Σταυρὸ ἀνάμεσα σὲ ληστὲς καὶ ἕναν ἑκατόνταρχο, ὁ ὁποῖος ἀντικρίζοντας νὰ σκίζεται τὸ καταπέτασμα καὶ νὰ ἀποκαλύπτεται τὸ Ἄβατον (τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων), θὰ εἶναι ὁ μόνος βροτὸς ποὺ θὰ Τὸν ὁμολογήσει ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
.             Στὸ ὑψηλὸ ὄρος καὶ ἐνῶ, ὅπως μόνον ὁ Λουκᾶς ἐπισημαίνει, ὁ Ἰησοῦς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Πατέρα Του (9, 29), τελικὰ ἀποκαλύπτεται ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τὸ γνωστὸ ἀπὸ τὴν Ἔξοδο τῶν αἰχμαλώτων, σύμβολο τῆς παρακλητικῆς θεϊκῆς παρουσίας, σύννεφο σκεπάζει ὅλους τοὺς παρισταμένους καὶ ἡ Φωνὴ διακηρύσσει: Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός. Ἀκοῦτε Αὐτόν! Ὁ ἀκροατὴς τοῦ Μκ. συνειδητοποιεῖ ὅτι Αὐτὸν (τὸν Υἱὸ) ποὺ προτυπώνει ὁ μονάκριβος Ἰσαὰκ (Γέν. 22) ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκλεκτὸς Παῖς τοῦ Ἠσαΐα (42,1), εἶδαν, προσκύνησαν καὶ ἄκουσαν, ὅταν ἀνέβηκαν στὰ ὄρη οἱ κορυφαῖοι «μύστες» τῆς Π.Δ. Ἠλίας καὶ Μωυσῆς. Τώρα τὸν συναντοῦν πρόσωπο πρὸς πρόσωπο (Εἰρηναῖος, Κατὰ Αἱρέσεων 4.20.9). Σημειωτέον ὅτι ὁ Μάρκος ἀναφέρει πρῶτα τὸν Ζηλωτή, ἀφοῦ ἡ ἔλευσή του τὸν ἀπασχολεῖ καὶ κατὰ τὴν κατάβαση (9,9-13). Αὐτοὶ διακρινόμενοι ἀπὸ Αὐτόν, Τὸν δορυφοροῦν ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν ἀλλὰ καὶ «ἄγγελοι» τῆς ἔλευσης τῶν Ἐσχάτων. Σύμφωνα μὲ τὸν Λουκᾶ (9,31), συζητοῦν ἐν δόξῃ μαζί Του τὴν καινὴ Ἔξοδο (τὸ Πάθος, τὴν Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάληψη) ποὺ ἤδη εἶχαν προαναγγείλει μὲ τὶς Γραφὲς καὶ τὸ Κήρυγμα.
.             Τοῦ ἀκροάματος τῆς φωνῆς ποὺ «μεταδίδεται» ἀπὸ τὸ γνόφο (καὶ μάλιστα κατὰ τὸ Ματθ. 17, 5 φωτεινό!) καὶ συνιστᾶ καὶ τὴν κορύφωση τῆς Μεταμόρφωση, προηγεῖται ἡ καταπληκτικὴ θέα τῆς δόξας τοῦ φωτός. Ὁ Ἰησοῦς (νύκτα, ὅπως ὑπονοεῖ ὁ Λουκᾶς) ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν μαθητῶν τῆς Καινῆς καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴ θεϊκή Του μορφή, ὅπως θὰ παρουσιαστεῖ δημόσια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία. Ὁ Μάρκος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς ἄλλους Εὐαγγελιστές, ἐπικεντρώνει τὴν περιγραφὴ στὸ ἐκπληκτικὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο ἐξακτινώνεται ἀπὸ τὰ ἱμάτια τοῦ Ἰησοῦ ποὺ «ζωγραφίζονται» μὲ κλιμακωτὸ τρόπο: στίλβοντα (ἀστραφτερά), κατάλευκα σὰν τὸ χιόνι, τόσο ποὺ κανένας βαφέας δὲν μπορεῖ τόσο νὰ λευκάνει. Ἔτσι ἀφήνει τοὺς ἀκροατές, ἀκολουθώντας τὸ σχῆμα κατὰ τὸ νοούμενο, νὰ ἐννοήσουν μόνοι τους τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος τοῦ προσώπου. Παράλληλα, μὲ τὴν ἀποσιώπηση τῆς λαμπρότητας τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ, καταδεικνύει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου τοῦ βραδύγλωσσου «θείου ἄνδρα» Μωυσῆ στὸ Σινὰ (Ἔξ. 34), μετὰ τὴν εἴσοδό του στὴ νεφέλη καὶ τὴ δόξα τοῦ Γιαχβέ. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, ὁ Χριστὸς μεταμορφούμενος πρὸ τῆς παρουσίας τῆς νεφέλης, δὲν ἔλαβε μιὰ μορφὴ ξένη πρὸς Αὐτόν, ἀλλὰ ἄνοιξε γιὰ λίγο τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν μαθητῶν Του γιὰ νὰ ἀντικρίσουν καθὼς ἠδύναντο, τὸν ἐνοικοῦντα Θεὸν ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς ἡ ἀνθρώπινη σάρκα παρὰ τοὺς ὀνειδισμοὺς δοξάζεται καὶ ἀκτινοβολεῖ τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος (Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, PG 96,564). Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, αὐτὴ ἡ Mεταμόρφωση τοῦ Ἰησοῦ στὸ ὑψηλὸ ὄρος ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη κατὰ σειρὰ μεταμόρφωσή Του, ἀφοῦ καταρχὰς «ἔλαβε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου»: «Νῦν δὲ τὴν μορφήν τοῦ δούλου πρὸς τὴν φυσικὴν ἀποκαθίστησιν, οὐκ ἀποθέμενος τὴν οὐσίαν τὴν δουλικήν, φαιδρύνας δὲ αὐτὴν τοῖς θεϊκοῖς ἰδιώμασι […] δεικνύς, ὅτι οὕτω μετασχηματίσει ποτε τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξεως αὐτοῦ» (Ἀναστάσιος, PG 89,1368). Ἔτσι γευόμαστε τὸν ἔνδοξο μετασχηματισμὸ ποὺ θὰ βιώσουμε ἐν σώματι κατὰ τὴν τελικὴ ἐξανάσταση.
.               Περαιτέρω περιγραφὴ τοῦ μεταμορφωθέντος Υἱοῦ δὲν δίνει ὁ Μάρκος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν δομὴ τοῦ ἔργου του, δὲν δίνει τόσο ἔμφαση στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ ὅσο στὴ φωνὴ τῆς νεφέλης καὶ κατεξοχὴν στὸ κέλευσμα: Ἀκούετε αὐτοῦ (9, 7). Πλέον οἱ μαθητές, ποὺ μετὰ τὸ ἀκρόαμα ἀντικρίζουν μόνον τὸν Ἰησοῦ στὸ ὄρος, καλοῦνται ἀντὶ τοῦ Νόμου (τῆς Τορὰ) νὰ ἀκοῦνε καὶ νὰ ἀφουγκράζονται τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἐξοχὴν προσκαλεῖ σὲ συσταύρωση καὶ συνανάσταση χάριν τῶν ἄλλων, τῶν «πολλῶν» (10,45. πρβλ. Δευτ. 18,15). Αὐτὸς εἶναι ἡ Βασιλεία.
.                   Ὁ Μάρκος συνδέει ἐπίσης ἄρρηκτα τὴ Μεταμόρφωση μὲ τὴν κάθοδό Του στὴν Κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος. Ἐνῶ ὁ Πέτρος ἐπιθυμεῖ τὴν παραμονὴ/κατασκήνωσή τους σὲ «ὕψη/πελάγη εὐτυχίας καὶ μακαριότητας», ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ σπεύδει νὰ κατέλθει στὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καὶ ἀπόγνωσης. Τὸ δοξασμένο πρόσωπό Του ἐκθαμβώνει τὸ πλῆθος ποὺ τρέχει πρὸς Αὐτὸν γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει (9, 16). Ὁ Μεταμορφωμένος Υἱὸς ἔρχεται, ὅμως, γιὰ νὰ βρεθεῖ ἐνώπιος ἐνωπίῳ μὲ ἕναν «ἄλλο» υἱὸ ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴ νέα γενιά. Βρισκόμενος ὑπὸ τὴν κατοχὴ ἑνὸς δολοφονικοῦ ἄλαλου καὶ κωφοῦ πνεύματος, ἔχει ὑποστεῖ ἐντελῆ παραμόρφωση τοῦ προσώπου του καὶ τέλεια ἐξουθένωση τοῦ ἐαυτοῦ του: πέφτει καταγῆς, κυλιέται βγάζοντας ἀφροὺς καὶ ὁδηγεῖται στὸ θάνατο ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Στὴν περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Πατέρας Του διακηρύττει τὴν πιστότητα καὶ τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ Του. Στὴν περίπτωση τοῦ δαιμονισμένου, καταλυτικὸς γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ νέου εἶναι ὁ ρόλος τῆς ἀπιστίας τοῦ πατέρα πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόμη καὶ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐκεῖνος (ὁ πατέρας) διακηρύσσει τὴν πίστη του (στ. 24).
.           Ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω σύντομο σχολιασμὸ τῆς περιγραφῆς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπὸ τὸν ἀρχαιότερο Εὐαγγελιστὴ ἐξάγονται τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: Ἡ Μεταμόρφωση συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴ Βάπτιση καὶ τὸ Τέλος τοῦ Ἰησοῦ (Σταύρωση-Ἀνάσταση) ἐνῶ ἀνακαλεῖ καὶ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στοὺς θεόπτες Ἠλία καὶ Μωυσῆ. Τοποθετώντας ὁ Μάρκος τὴ διήγηση τῆς Μεταμόρφωσης στὸ κέντρο τοῦ Εὐαγγελίου του, ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπέκτησε τὴν υἱότητα/θεϊκότητα διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του, ἀλλὰ ὅτι ἦταν φυσικὸς κάτοχός της πρὶν καὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας δράσης Του. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔδρασε στὴν Γαλιλαία καὶ σταυρώθηκε στὴν Ἰουδαία δὲν ἦταν ἕνας νέος προφήτης, ἕνας νέος Μωυσῆς ἢ ἔστω κάποιος ποὺ ἔγινε θεὸς (ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς Καίσαρες καὶ τὰ προπαγανδιστικὰ εὐαγγέλια), ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁ δημιουργός του Σύμπαντος καὶ τῆς Ἱστορίας, ὁ ὁποῖος ἑκούσια «ἀνέβηκε» στὴν Ἱερουσαλὴμ τοῦ πάθους καὶ τῆς δόξας. Ἡ Μεταμόρφωση ἀποτέλεσε τὸ τελευταῖο φανερὸ στάδιο τῆς μέχρι τότε κρυμμένης καὶ μυστικῆς φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ στὸν κόσμο ὡς Θεοῦ καὶ σωτήρα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Ἰησοῦς στὸ Κατὰ Μάρκον δὲν περιγράφεται ἀναστημένος, ἀλλὰ μόνον μεταμορφωμένος. Σκοπίμως ὁ Μάρκος συνδέει τὴν ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως μὲ αὐτὴν τῆς Βασιλείας, προκειμένου νὰ τονίσει στοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι ἡ τελευταία δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀντικείμενο προσμονῆς, οὔτε ταυτίζεται μὲ ἕνα χριστιανικὸ Imperium, ἀλλὰ πραγματικότητα ἡ ὁποία κυοφορεῖται καὶ βλαστάνει μυστικὰ σὲ αὐτὸν τὸν αἰώνα. Δὲν φανερώνεται σὲ ὅλους οὔτε σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται μὲ διάφορες «ἐσωτερικὲς μυστηριακὲς» τεχνικὲς νὰ τὴν κατακτήσουν (πρβλ. τὶς Μεταμορφώσεις τοῦ Ἀπουλήιου στὶς Κεγχρεὲς τῆς Κορίνθου 2ος αἰ. μ.Χ.), ἀλλὰ σὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς καὶ κυρίως σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰ ὑπακούουν στὸν Ἰησοῦ σηκώνοντας καθημερινὰ τὸν Σταυρό. Ἡ ἴδια ἡ θέα τῆς Βασιλείας, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ καύχηση. Καὶ οἱ τρεῖς μαθητές, οἱ ὁποῖοι εἶδαν τὸν μεταμορφωθέντα Κύριο, παρὰ τὸ μεγαλειῶδες ὅραμα στὸ ὄρος, ἐπίμονα ἀρνοῦνται πρὶν βιώσουν τὴν Ἀνάσταση, νὰ καταλάβουν τὴν θυσιαστικὴ χροιὰ τῆς Βασιλείας Του καὶ ζητοῦν θρόνους καὶ πρωτεῖα, ἐνῶ στὴ Γεθσημανὴ ἐγκαταλείπουν τὸν διδάσκαλό τους. Τὸ κριτήριο τῆς μετοχῆς στὴν ἤδη ἐγκαινιασθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Βασιλεία, συνδέεται ὅμως ἀπόλυτα μὲ τὴν μετοχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ ὄχι στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἀλλὰ σὲ αὐτὸ τοῦ Γολγοθά. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πορεία πρὸς τὸ Πάθος προσπαθεῖ νὰ ἀποτρέψει ὁ Πέτρος μὲ τὴν πρότασή του γιὰ μόνιμη ἐγκατάσταση στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, τὴν ὁποία ὁ Μάρκος σκοπίμως χαρακτηρίζει ὡς ἀνόητη (9, 6).
.             Μὲ τὴν μὴ πολυπραγμοσύνη τοῦ Εὐαγγελιστῆ στὴν περιγραφὴ τοῦ ἐνδόξως μεταμορφωθέντος Κυρίου καὶ μὲ τὴν ἔμφαση ποὺ δίνει στὸ δεύτερο σκέλος τῆς φωνῆς, τὸ «ἀκούετε αὐτοῦ», γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ Μάρκος ἀρνεῖται νὰ παρακολουθήσει τὴν ἐνθουσιαστικὴ τάση ἀρκετῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναλίσκονται σὲ αὐτάρεσκες περιγραφὲς ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων τοῦ ἐνδόξου Κυρίου, ἐνῶ ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξάρει τὴν σημασία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ γιὰ συσταύρωση καὶ συμπόρευση μαζί Του προκειμένου νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος.

.           Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀτομιστικῆς θεώρησης τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς σωτηρίας, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐπίκαιρο. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βιώνει τὴν ἀπόλυτη κρίση τῶν ἀξιῶν του καὶ καθίζηση τῶν «μετοχῶν» του, κάποιοι ἀναμασοῦν φιλοσοφικές, ἰδεολογικὲς ἀλλὰ καὶ «θεολογικὲς» θεωρίες, φιλοσοφίες καὶ φλυαρίες («σεσοφισμένους μύθους» Β´ Πέτρ. 1, 16). Ἄλλοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ αὐτόν, γιὰ νὰ ἀνέβουν σὲ ὄρη φωτισμοῦ καὶ ἀτομικῆς θέωσης, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀκολουθήσουν καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴν κάθοδό του στὸν κόσμο, στὴν συνάντησή του καὶ στὴν πάλη του μὲ τὸ ὑπαρκτὸ κακό, τὸ ὁποῖο κατασπαράσσει τὴ νεότητα. Ἀφήνουν τὸν παραμορφωμένο ἀπὸ τὸ Πάθος τοῦ Ἰησοῦ μόνον νὰ ἀνηφορίζει μαρτυρικὰ τὸν Γολγοθὰ γιὰ χάρη τοῦ Κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας. Θεωροῦν σὰν τὸν Πέτρο ὅτι εἶναι «καλὸ» καὶ ὠφέλιμο νὰ βρίσκονται μακριὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, κλεισμένοι στὸν πνευματικὸ κύκλο τους καὶ ἀπολαμβάνοντας τὶς θεῖες ἐμπειρίες τους. Μόνον ὅμως ὅταν ὑπακούσουν πραγματικὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν πρόσκληση τοῦ Σταυροῦ θὰ μπορέσουν καὶ νὰ μεταμορφωθοῦν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ νὰ μεταμορφώσουν τὸν Κόσμο.

, , ,

Σχολιάστε

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ: ΔΟΞΑ καὶ ΘΥΣΙΑ

Μεταμόρφωση: ἡ δόξα, ἡ θυσία

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

   .               Γεμάτη λαμπρότητα καὶ δόξα προβάλλει καὶ φέτος μπροστά μας ἡ Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Γεμάτοι χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ἀντικρίζουμε οἱ πιστοὶ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ θαυμάζουμε πῶς, ἐνῶ φαινόταν καὶ συναναστρεφόταν ὡς ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἦταν συγχρόνως καὶ Θεός, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ.
.                  Λίγες μέρες πρὶν τὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ὁ Κύριος παραλαμβάνει τοὺς «προκρίτους τῶν μαθητῶν», τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ ἀνεβαίνουν στὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». Ἄλλαξε ξα­φνικὰ ἡ ὄψη Του, ἄλλαξε ἡ μορφή Του. Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἐνδύματά του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Θὰ σχολιάσουν οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευτὲς ὅτι ἔλαμψε «ὑπὲρ ἥλιον» (πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο), γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ μαθητὲς ἔπεσαν κάτω, τὰ μάτια τους θαμπώθηκαν ἀπὸ τὸ θεϊκὸ φῶς. Καὶ εἶδαν μόνο μία ἀκτίνα ἀπὸ τὴ δόξα τῆς θεότητός Του, κι αὐτὴ στὸ βαθμὸ ποὺ μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν.
.                  Μέσα στὴ νεφέλη μαζὶ μὲ τὸν μεταμορφωθέντα Κύριο, οἱ μαθητὲς διακρίνουν καὶ δύο ἄλλες μορφές: δύο μεγάλους ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἔζησαν πολλοὺς αἰῶνες πρὶν καὶ ποὺ ἡ ἐποχὴ τοῦ ἑνὸς ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἄλλου. Εἶναι ὁ θεόπνευστος νομοθέτης Μωυσῆς καὶ ὁ πύρινος προφήτης Ἠλίας περιβεβλημένοι καὶ αὐτοὶ μὲ δόξα, μὲ τὸ ὑπερκόσμιο φῶς τοῦ Κυρίου.
.                   Ἡ παρουσία τους ἀποδεικνύει πὼς ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὑπὸ τῶν προφητῶν προφητευθεὶς Μεσσίας καὶ ὁ Κύριος τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν, ἀφοῦ ὁ Μωυσῆς πέθανε καὶ ὁ Ἠλίας δὲν γνώρισε θάνατο. Γιατὶ ἐμφανίζονται οἱ δύο προφῆτες κατὰ τὴ Μεταμόρφωση; ρωτάει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος καὶ ἀπαντᾶ: γιὰ νὰ μάθουν οἱ μαθητὲς ὅτι ὁ Κύριος ἐξουσιάζει καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο.
.                  Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἶναι ὁ μόνος ποὺ διασώζει καὶ τὸ θέμα τῆς μεταξύ τους ἐπικοινωνίας: «ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. θ´ 31)· συζητοῦσαν γιὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν κόσμο, τὴν ὁποία διὰ τῆς σταυρικῆς θυσίας καὶ τῆς Ἀναλήψεώς Του ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσει στὴν Ἱερουσαλήμ.
.                   Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀναφέρει πὼς τὸ θέμα τῆς συζητήσεώς τους ἦταν «τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας τὸ μυστήριον καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ σωτήριον πάθος» (PG 72, 653). Τὸ ἱερὸ καὶ κοσμοσωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου. Τὸ ἄχραντο Πάθος, ὁ σταυρικὸς θάνατος, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη, ἡ ἔξοδος τοῦ Κυρίου ἐκ τοῦ κόσμου, αὐτὰ ἀπασχολοῦσαν τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία ἐκείνη τὴν ὥρα. Αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας οἱ προφῆτες εἶχαν προαναγγείλει, αὐτὸ καὶ ὁ Νόμος τοῦ Μωυσέως φανέρωνε: τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου διὰ τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλη ἀλήθεια πάνω στὴν ὁποία θεμελιώθηκε ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς Πίστεώς μας.
.                  Τὸ γεγονὸς εἶναι θαυμαστὸ καὶ ἄξιο προβληματισμοῦ.
.                  Ὁ Κύριος στὸ Θαβώρ! Ὁ Κύριος ἐν δόξῃ! Καὶ ὅμως, καὶ ἐκείνη τὴ μεγάλη ὥρα ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ εἶναι συνεχῶς ἐνώπιόν Του. Αὐτὴ ἡ θυσία ἀποτελεῖ τὴν αἰώνια δόξα Του, τὴ θριαμβευτική Του νίκη, τὴν ὑποταγή Του στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Του Πατρός.
.                  Ὑπάρχουν στὴ ζωή μας ὧρες ἐπιτυχιῶν, στιγμὲς χαρᾶς, καταξιώσεως. Μὴ λησμονοῦμε τότε τὸν ἱερότατο σκοπὸ τῆς ζωῆς μας ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια σωτηρία μας. Μὴ φοβόμαστε καὶ στὶς εὐτυχέστερες περιόδους τῆς ζωῆς μας νὰ θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε γήινοι, θνητοί, ὅτι δὲν θὰ μείνουμε αἰώνια στὸν κόσμο αὐτό, θὰ ἔλθει ἡ ὥρα καὶ τῆς δικῆς μας ἐξόδου, κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν μάταιο, φθαρτὸ τοῦτο κόσμο καὶ θὰ πορευθοῦμε στὸν ἀληθινὸ κόσμο τῆς αἰωνιότητος. Δὲν εἶναι μόνιμη αὐτὴ ἡ πατρίδα, «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν» (Ἑβρ. ιγ´ [13] 14), ἀλλὰ μᾶς περιμένει ἡ ἀληθινὴ πατρίδα.
Ἐκεῖ θὰ ζήσουμε τὴ «μεταμόρφωση» καὶ μεῖς, ἐφ᾽ ὅσον μείνουμε πιστοὶ στὸ ἅγιο θέλημά Του. Ἐκεῖ θὰ ζήσουμε ἔνδοξοι, ἀθάνατοι, λαμπροί, ἀπολαμβάνοντες τὸ φῶς τῆς θεότητος καὶ δοξάζοντες τὸ πανάγιο ὄνομά Του.

,

Σχολιάστε

ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ

 

Προσκύνημα στν κορυφ το Ἄθω

.             Στὸ ψηλότερο σημεῖο τοῦ Ἁγίου Ὄρους βρίσκεται τὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὸ ὁποῖο κάθε Αὔγουστο οἱ πιστοὶ κάνουν λειτουργία.
.           Ἕνα ἀνθρώπινο καραβάνι ποὺ σκαρφαλώνει στὶς ἀπότομες πλαγιὲς ἀγκομαχώντας. Μπροστὰ πηγαίνουν τὰ σύμβολα, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἱερὰ σκεύη, ἕνας μεγάλος ξύλινος σταυρός, καὶ πίσω κουβάδες μὲ ἀσβέστη, φτυάρια καὶ τσάπες.
.           Ὀκτὼ ὧρες ἀνάβασης στὸν Ἄθω, τὸ βουνὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὣς τὴν κορυφή, στὰ 2.033 μέτρα, ἐκεῖ ὅπου κρέμεται τὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, μὲ θέα τὸ ἀπέραντο γαλάζιο τοῦ Αἰγαίου, μέχρι τὴ Μυτιλήνη καὶ τὸν κόλπο τῆς Θεσσαλονίκης.
newego_LARGE_t_420_54551572_type12713.           Ἡ εἰκόνα ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ποὺ γιορτάζεται (6 Αὐγούστου μὲ τὸ νέο/19 Αὐγούστου μὲ τὸ παλιὸ ἡμερολόγιο) ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος μὲ πανηγύρεις στὶς μονὲς Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος καὶ στὸ ἐκκλησάκι στὴν κορυφὴ τοῦ Ἀθω.
.               Φέτος, γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια, δὲν τελέστηκε λειτουργία στὰ 2.033 μέτρα. Ἀνεμοδαρμένο ἐπὶ αἰῶνες, τὸ μικρὸ ἐκκλησάκι, ποὺ ἀνήκει στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας, τσακισμένο ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὰ χιόνια ποὺ γιὰ 6 μῆνες τὸν χρόνο καλύπτουν τὴν κορυφή, ἔχρηζε ἄμεσης καὶ ριζικῆς ἀνακαίνισης. Ἔτσι φέτος ἀποφασίστηκε νὰ γίνουν οἱ ἀπαραίτητες ἐργασίες. Τὰ οἰκοδομικὰ ὑλικὰ μεταφέρθηκαν μὲ ἰδιωτικὸ ἑλικόπτερο, τὰ ὑπόλοιπα ἀνεβαίνουν καθημερινὰ μὲ μουλάρια, ὅπως καὶ ὁ μοναχοὶ καὶ οἱ ἐργάτες.
.             Χρειάζονται δύο ὧρες ἀπὸ τὸν τελευταῖο… σταθμό, τὴ μικρὴ μονὴ τῆς Παναγίας, γνωστὴ καὶ ὡς Κάθισμα τῆς Παναγίας, στὰ 1.500 μέτρα τοῦ Ἀθω. Ἐκεῖ τελέστηκε φέτος ἡ ἀγρυπνία γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τὴν Τετάρτη μιὰ ὁμάδα προσκυνητῶν πῆραν τὴν πρωτοβουλία καὶ ἀνέβηκαν ὢς τὴν κορυφή.
.             Περίπου 300 ἄτομα ξεκίνησαν ἀπὸ τὴ Μεγίστη Λαύρα τὸ πρωὶ τῆς Τρίτης καὶ στὶς 6 τὸ ἀπόγευμα ἔφτασαν στὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ παράδοση λέει ὅτι ἐκεῖ κάθισε καὶ ξεκουράστηκε ἡ Παναγία, ὅταν ἔφτασε στὸν Ἄθω. Στὴν τράπεζα ξεκουράστηκαν γιὰ λίγη ὥρα, δείπνησαν μὲ ψάρι καὶ ζυμαρικὰ καὶ στὴ συνέχεια τελέστηκε ἡ ἀγρυπνία ποὺ κράτησε ὅλο τὸ βράδυ.
.             Τὴν Τετάρτη τὸ πρωὶ κάποιοι προσκυνητές, Ἕλληνες, Βούλγαροι καὶ Ρῶσοι, μαζὶ μὲ μία ὁμάδα μοναχῶν, ἀνέβηκαν στὴν κορυφή. Ἀψήφησαν τὸ κρύο (τὴ νύχτα αὐτὸν τὸν καιρὸ τὸ θερμόμετρο δείχνει 5 βαθμοὺς Κελσίου -φέτος ἔφτασε τοὺς δεκαπέντε!), τὸν ἀέρα, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου λόγῳ τοῦ ὑψόμετρου. Γιὰ δύο ὧρες ἔψελναν ὕμνους πρὸς τὴν Παναγία. Ὅταν ἔφτασαν ψηλά, στὰ 2.033 μέτρα, κάθισαν στὰ κοφτερὰ βράχια, ἤπιαν ρακὶ καὶ προσκύνησαν τὶς εἰκόνες τοῦ ξυλόγλυπτου τέμπλου.
.             Τὸ ἐκκλησάκι χτίστηκε ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ καὶ ἐγκαινιάστηκε τὸν Αὔγουστο τοῦ 1895. Γιὰ τοὺς πιστοὺς ἡ ἀνάβαση ἀποτελεῖ κρυφὸ τάμα: ἀνεβαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεθοῦν πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ προσευχηθοῦν. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς εἶναι ἡ «Ἁγία Κορυφή», ὁ «Ἄξονας τοῦ κόσμου», ὁ «στύλος διὰ τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό».
.           Ὅσο οἱ προσκυνητὲς ἀνεβαίνουν μὲ ἀργὸ βῆμα τὸ φιδίσιο μονοπάτι, οἱ μοναχοὶ ψάλλουν ὕμνους στὴν Παναγία. Τοὺς συνοδεύουν τὰ κουδούνια τῶν μουλαριῶν ποὺ μεταφέρουν κάθε χρόνο τὰ ἱερὰ σκεύη, τρόφιμα καὶ ἐργαλεῖα γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἐκκλησίας. Πρόκειται γιὰ πραγματικὴ δοκιμασία, ἀλλὰ ὑπάρχουν πιστοὶ ποὺ κάθε χρόνο ὑποβάλλονται σὲ αὐτήν.
.             Κι ἐνῶ κάθε χρόνο περίπου 300-400 ἄτομα ἀνεβαίνουν στὴν κορυφὴ τοῦ Ἀθω, κυρίως νέοι καὶ παιδιά, φέτος δὲν ἦταν παρὰ 50 προσκυνητὲς καὶ 10 μοναχοί. Μάλιστα γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια δὲν μετέφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, οὔτε τὸν μεγάλο ξύλινο σταυρό, οὔτε ἱερὰ σκεύη, καθὼς δὲν τελέστηκε λειτουργία. Ἀντίθετα, συνάντησαν ἐκεῖ ἐργάτες καὶ μοναχούς, κατάκοπους ἀπὸ τὴν πολύωρη ἐργασία σὲ ὑψηλὸ ὑψόμετρο. Οἱ ἐργασίες πρέπει νὰ ὁλοκληρωθοῦν τὸ συντομότερο δυνατόν, πρὶν μπεῖ τὸ φθινόπωρο, ὁπότε καὶ θὰ πέσει κι ἄλλο ἡ θερμοκρασία, ἐνῶ ἀρχὲς Ὀκτωβρίου πέφτουν τὰ πρῶτα χιόνια καὶ καλύπτουν τὴν κορυφή, ἀλλὰ καὶ μεγάλο μέρος τοῦ δρόμου.

Ἐργασίες

.           Σύμφωνα μὲ τὸν προγραμματισμό, οἱ ἐργασίες ἀνακαίνισης τῆς ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἔχουν τελειώσει ὣς τὰ μέσα Σεπτεμβρίου. Τότε οἱ μοναχοὶ θὰ κλειδώσουν τὸν μικρὸ ναό, θὰ κατέβουν στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας καὶ θὰ ἐπιστρέψουν τὸν ἑπόμενο Αὔγουστο γιὰ τὸν λαμπρὸ ἑορτασμὸ τῆς γιορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.
.             Τὰ μουλάρια θὰ ξεχειμωνιάσουν στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἐνῶ κατὰ μῆκος τῆς διαδρομῆς πρὸς τὴν κορυφὴ ὑπάρχουν 12 ἐρημίτες ποὺ μένουν σὲ σπηλιὲς καὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Ὅσοι ἀνεβαίνουν στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος δὲν τοὺς ἐνοχλοῦν, κάποιοι μοναχοὶ ὡστόσο ἀφήνουν ἔξω ἀπὸ τὶς σπηλιὲς ἢ κοντὰ σὲ αὐτὲς τρόφιμα καὶ εἴδη πρώτης ἀνάγκης γιὰ τὸν δύσκολο χειμώνα ποὺ ἔρχεται.

 

ΠΗΓΗ: ethnos.gr

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΑΒΩΡΙΟ ΦΩΣ “ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ” ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία
«Ὁ μοναχὸς καὶ τὸ θαβώριον φῶς»
τοῦ Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου
ἐν «Λόγοι Ἑόρτιοι Μυσταγωγικοί»,
β´ ἔκδ., σελ. 194-198,
ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2014

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως θέτει ἐνώπιόν μας τὸ φῶς καὶ τὸν πόθο τῆς ἐλλάμψεως. Ἀναζητώντας ἢ ἀγαπώντας τὸ φῶς, δὲν ἀγαπᾶμε τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν Ἴδιον τὸν Θεὸν – διότι, ὅπως μᾶς παρέδωσε ἡ Ἐκκλησία μας, μόνον ὡς φῶς μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε, νὰ μετάσχωμε στὴν ζωή του καὶ νὰ τὴν ἀπολαύσωμε. Αὐτὸ γινόταν καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀκόμη καὶ στὶς σκηνὲς καὶ στὰ στρατόπεδα τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ζοῦσαν στὴν ἔρημο, ἀλλὰ καὶ στοὺς προφῆτες καὶ σὲ ὅλους τοὺς θεόπτες, πολὺ δὲ περισσότερο στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία.
.           Προφανῶς, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι φῶς, διότι, ἐὰν ἦταν, ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἦταν ὁ Θεός μας. Ὁ Θεός, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ κάθε νοητὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο οὐσία, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε καὶ φῶς. Ἐνεργεῖ ὅμως ὡς πρὸς ἐμᾶς ὡς φῶς, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἰδιότητά του. Στὴν πραγματικότητα βέβαια δὲν θὰ μπορούσαμε κἂν νὰ μιλήσωμε γιὰ ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, διότι ἔτσι πλάθομε ἕναν ἀνθρωπόμορφον Θεόν· τοῦ δίνομε τὰ χαρακτηριστικά τῆς δικῆς μας σκέψεως, κινήσεως καὶ ζωῆς, ἀκόμη καὶ τὰ δικά μας βιώματα. Ὁ Θεὸς βεβαίως εἶναι πέραν καὶ τῶν ἰδιοτήτων, ἀλλ᾽ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ποῦμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ὡς φῶς. Ἔτσι, ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸ φῶς, ἀγαπᾶ τὸν Θεόν.
.           Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ὁρᾶ τὸν Θεὸν ὡς φῶς, τὸν λαμβάνει ὡς φῶς καὶ ὡς φῶς τὸν κατέχει. Μὴ ἔχοντας τὸ φῶς ἢ μὴ λαμβάνοντας ἢ μὴ ὁρώντας φῶς, σημαίνει ὅτι δὲν μετέχει τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι στὰ χέρια του, ὅπως «οἱ κλῆροι του» (Ψαλμ. Λ´16), καὶ ἑπομένως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀκόμη κλῆρος του. Ἐδῶ ἰσχύει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ» (Ματθ. ε´ 37). Ὄντως, ἢ ἔχομε τὸν Θεὸν ὡς φῶς ἢ δὲν τὸν ἔχομε· δὲν χωρεῖ καὶ “ναὶ” καὶ “ὄχι”.
.           Ὁμιλῶντας περὶ φωτός, δὲν ἐννοοῦμε οὔτε τὸ αἰσθητὸ οὔτε τὸ νοητὸ φῶς, διότι αὐτὰ εἶναι συλλήψεις, ἁρπάγματα, ἐγχειρήματα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ ὁρᾶ, αἰσθάνεται, νοεῖ, ἀλλὰ δὲν μιλᾶμε γι᾽ αὐτό. Ὁ Θεὸς δὲν κατανοεῖται ἔτσι. Ἑπομένως, τὸ θέμα μας δὲν εἶναι δoγματικό, εἶναι καθαρῶς βιωματικό. Ὁμιλῶντας περὶ τοῦ φωτός, ὁμιλοῦμε σαφῶς περὶ τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὅπως τὸ διδάσκουν οἱ Πατέρες μας· αὐτὸ δὲν εἶναι ὑλικό, νοητικὸ ἢ διανοητικὸ φῶς.
.           Τὸ ἄκτιστο φῶς ἔχει ἀρχικῶς σχέσι μὲ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖο, ἀναγνωρίζοντας τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἀφετηρία του, συνάπτει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ μὲ τὴν θεία ζωὴ κατὰ μονιμώτερο καὶ αἰσθαντικώτερο τρόπο. Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, γιὰ μᾶς σημαίνει ὅτι μποροῦμε μέσα στὴν βαθυτάτη ὕπαρξί μας, στὴν θεοειδῆ μας ὑπόστασι, νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεόν, ἀφοῦ μέσα μας ἔχομε τὸ θεῖο ἐμφύσημα ποὺ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ «τραπῶμεν εἰς Θεόν», τουτέστι νὰ «μηκυνθῶμεν εἰς Θεὸν» (Βλ. σχετ. Μ. Βασιλείου Ὁμ. ἐν Λαζικοῖς 9, PG 31,1456C), νὰ καλλιεργήσωμε τὸ ἐν ἡμῖν θεῖον σπέρμα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος φέροντας τὸ θεῖον σπέρμα γίνεται θεο-τόκος, γεννᾶ Θεόν, ἔσωθεν ἐκπέμπει φῶς. Αὐτὸ τὸ φῶς ἑνώνεται μὲ ὅλον τὸν ἄνθρωπο, διότι δὲν ὑπάρχει κάτι κεχωρισμένο στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀχώριστο ἀπ᾽ ὅ,τι καθαρώτερο καὶ αἰώνιο ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, καὶ ἑπομένως ὁ Θεός, ἀναγνωρίζοντας τὴν εἰκόνα του στὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ θεὸν ὁλόκληρον καὶ ὄχι µόνον ἕνα µέρος του. Δὲν µένει τίποτε ἀπρόσληπτο. Ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου προσλαµβάνεται ἀπὸ τὸ φῶς, πληροῦται ὑπὸ τοῦ φωτός, ὅπως δὲν ἐµεινε τίποτε ἀπρόσληπτο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύσι κατὰ τὴν κένωσι τοῦ Λόγου, κατὰ τὴν ἐνσάρκωσί του ἐπὶ τῆς γῆς.
.               Λέγοντας ἐποµένως ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, ἐννοοῦµε κάτι µεγαλειῶδες καὶ φοβερὰ ἐνθαρρυντικὸ καὶ αἰσιόδοξο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς προαιωνίως καὶ οἰκονοµικῶς, ὡς πρὸς τὴν πρόγνωσι καὶ τὴν φιλανθρωπία του, εἶναι φτιαγµένος στὰ µέτρα µας, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τίποτε δὲν καταλαβαίνει τόσο, ὅσο αὐτὸ ποὺ βλέπει. Οἱ ὀφθαλµοί, ὡς πιστότεροι τῶν ὤτων, µᾶς κάνουν νὰ συνάπτωµε δυνατώτερη σχέσι µἐ τὸ κάθε τι.
.             Ἔτσι, ὁ Θεὸς κατ᾽ οἰκονοµίαν πρέβλεψε καὶ κατέστησε τὸν ἑαυτό του φωτεινὸ ἐνέργηµα, γιὰ νὰ µπορῆ νὰ προσλαµβάνεται ἀπὸ ἐµᾶς. Ὁ Θεὸς ἔρχεται στὰ µέτρα µας. Σύµφωνα µἐ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη του ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ δικό του πρότυπο, δηλαδὴ ἱκανὸν νὰ δέχεται τὸ φῶς, νὰ συλλαμβάνη τὴν φωτεινότητά Του, τὸν ἴδιον τὸν Θεόν. Βεβαίως, τὸ φῶς δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκτινοβόληµά Του· ὁπότε, ἐνεργώντας ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ὡς φῶς, δὲν χάνεται κάτι ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ.
.               Εἴµαστε λοιπὸν ἔτσι πλασµένοι, ὥστε νὰ µποροῦµε ἀδιαλείπτως νὰ ἔχωµε τὸν Θεόν. Καὶ µόνον στὴν σκέψι αὐτοῦ, καταλαµβάνεται κανεὶς ἀπὸ τέτοιον ἐνθουσιασµὸ καὶ ἀπὸ τέτοιο παραλήρηµα χαρᾶς, ὥστε οἱ µὴ ἔχοντες αὐτὴ τὴν ἐµπειρία νὰ λένε γιὰ ἐκείνους ποὺ τὴν ἔχουν, «αὐτοὶ ἤπιαν καὶ µέθυσαν» (Βλ. Πράξ. β´ 13), καὶ δίκαιο ἔχουν.
.                   Μετὰ ἀπὸ ἀγῶνες αἰώνων, τώρα ὑπάρχει µεγάλος ἐνθουσιασµὸς στὴν Ἐκκλησία µας, διότι εἶναι ἡ µόνη ποὺ διέσωσε τὴν ἔννοια τοῦ ἀκτίστου ἐνεργήµατος ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἡ µόνη ποὺ µπορεῖ νὰ προσλάβη Θεόν. Στὶς ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πίστις, ἡ δὲ ἔλλειψίς της εἶναι οὐσιῶδες κριτήριο ὅτι δὲν µπορεῖ νὰ ὑπάρχη ἄλλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ Ἐκκλησία εἶναι µόνον τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχουν πρόσωπα ποὺ πιστεύουν στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες, ἀλλὰ εἶναι σὰν νὰ µπαίνουν καὶ νὰ εὐφραίνωνται στὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σὲ ὅ,τι ὡς θησαύρισµα διέσωσε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία· εἶναι ὅµως κάτι ποὺ δὲν µποροῦν νὰ τὸ κατέχουν καὶ νὰ τὸ ἀπολαύσουν, διότι δὲν γίνεται κτῆµα τους, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι µέσα στὸν χῶρο, µέσα στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ὅπου τὸ ἄκτιστο ἐνέργηµα εἶναι περιουσία της. Γι᾽ αὐτό, ὁ πιστὸς ἐνθουσιάζεται πολύ, ὅταν γνωρίζη ὅτι εἶναι τόσον εὐχερὲς νὰ κοινωνῆ μὲ τὸν Θεὸν καὶ νὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος Θεός.
.             Βεβαίως, ὁ Θεὸς ἀκτινοβολῶντας διὰ τῶν φωτεινῶν ἀκτίνων Του δὲν πάσχει καµίαν ἀλλοίωσι, διότι οἱ ἀκτῖνες δὲν κενώνουν τὴν οὐσία του, καθ᾽ ὅτι δὲν εἶναι στοιχεῖο τῆς οὐσίας του. Ἂς µὴ χρησιµοποιοῦµε ὅµως τόσο τὸν ὅρο «ἀκτῖνες», γιατί µᾶς θυµίζει ἀνθρώπινη πραγµατικότητα, ὅσο τὸν ὅρο «λαµπηδόνες», ποὺ τὸν συναντᾶµε στοὺς Πατέρες καὶ σηµαίνει κυρίως κάτι ποὺ λάµπει καθ᾽ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς λάµπει ἀληθῶς, καὶ µέσα σὲ αὐτὴ τὴν λάµψι του γίνοµαι καὶ ἐγὼ φωτεινός. Γιὰ νὰ µπορέσω λοιπὸν νὰ δῶ τὸ φῶς, πρέπει νὰ εἰσέλθω στὸν χῶρο τοῦ φωτὸς ἤ, καλύτερα, αὐτὸ νὰ εἰσέλθη ἐντός µου. Τὸ φῶς δὲν κινεῖται· ἐγὼ εὑρίσκοµαι αἰφνιδίως ἐν τῷ φωτί, καταλαµβάνοµαι ὑπὸ τοῦ φωτός. Ὅταν ἀνατείλη ὁ ἥλιος καὶ µὲ βρῆ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, µἐ γεµίζει µὲ τὸ φῶς του. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συµβαίνει καὶ µὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ· καὶ τότε ἀνακαλύπτω µέσα µου τὸν Θεὸν καὶ ὅτι ἐγὼ εἶµαι ἐντὸς τοῦ Θεοῦ, ὅτι γίνοµαι θεός, ὅτι λόγῳ τῆς πληρότητος τῆς προσωπικότητός μου, ἐκ τοῦ εἶναι μου, ἐκ τῶν ἐγκάτων μου, ἐκ τῶν θησαυρῶν μου, ἐκ τῆς καρδίας μου ἀκτινοβολῶ καὶ ἐγὼ τὸν Θεόν. Τὸ φῶς πληροῖ τὸν νοῦν, τὶς αἰσθήσεις, τὸ σῶμα, ἀφοῦ προηγουμένως ὅλα αὐτὰ ὑποστοῦν μίαν ἀλλοίωσιν διὰ τῆς θείας ἐνεργείας, διότι ἀπὸ μόνα τους δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ γίνουν συμμέτοχα τοῦ φωτός, νὰ συλλάβουν τὸν Θεόν. Μόνον τὸ ὅμοιο συλλαμβάνει τὸ ὅμοιον.
.             Ἑπομένως ἡ ὅρασις τοῦ φωτός, ὅπως εἴθισται νὰ λέγεται, εἶναι δική μας μεταμόρφωσις καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔπαθε κάτι τὴν ὥρα τῆς μεταμορφώσεως. Ὁ Χριστὸς παρέμεινε ὅπως καὶ κατὰ τὴν σύλληψί Του στὴν κοιλία τῆς Ἀειπαρθένου. Ἐφ᾽ ὅσον συνελήφθη ὡς Θεάνθρωπος, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἦταν ὅ,τι εἶδαν οἱ μαθηταὶ ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ εἶδαν ἦταν ἐλάχιστο ἐκείνου ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα ὁ Χριστός.
.         Τὸ θεῖο φῶς λοιπὸν μεταποιεῖ καὶ πληροῖ τὴν ὕπαρξί μας, γίνεται ἕνα μὲ αὐτὴ καὶ ταυτοχρόνως ὑπέρκειται αὐτῆς. Ἔτσι πραγματοποιεῖται καὶ ἡ θέωσίς μας, ἀλλὰ καὶ διασώζεται ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ.

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΘΑΒΩΡΙΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΙΣΑΡΙΘΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

«Καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν» (Ματθ. ιζ´ 2)

.               Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶνε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτρες ἑορτὲς τῆς χριστιανοσύνης. Ἀλλ᾿ ἆραγε ποιά εἶνε ἡ σημασία της; Τί ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας;
.               Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅταν ἀκοῦνε Μεταμόρφωσι, εἶνε ὅτι σήμερα τρῶνε ψάρι. Γνωρίζουν δηλαδὴ τὴν ἑορτὴ ἀπὸ τὸ φαγητό, ἀπὸ τὸν …τέντζερη. Ἀλλ᾿, ἀγαπητοί μου, ἑορτὴ δὲν θὰ πῇ φαγοπότι καὶ διασκέδασι, νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε. Τέτοιες ἑορτές, λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας, τὶς «μισεῖ» ὁ Θεός (Ἠσ. α´ 14). Ἑορτὴ εἶνε μνήμη Θεοῦ, μίμησις τῶν ἁγίων, ἀνέβασμα τῆς ψυχῆς.
Σήμερα λοιπὸν νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀποστόλους Πέτρο Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη. Νὰ πάρουμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ πνευματικό μας ῥαβδὶ καὶ μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ ν᾿ ἀνεβοῦμε στὸ Θαβώρ. Ν᾿ ἀφήσουμε τὴν πεζότητα μὲ τὶς καθημερινὲς μέριμνες, νὰ ὑψωθοῦμε στὴν κορυφὴ καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε τὸ μεγαλεῖο τῆς ἑορτῆς.

* * *

.               Ἡ ἡμέρα αὐτή, ἀγαπητοί μου, διδάσκει μεγάλες ἀλήθειες, ποὺ ἀποτελοῦν θεμέλια τῆς πίστεώς μας. Ἀπαντᾷ σὲ βαθειὰ ἐρωτήματα. Ἀπαντᾷ σὲ τέσσερα ἐρωτήματα·

1. Τὸ πρῶτο ἐρώτημα εἶνε· τί εἶνε ὁ Χριστός; Εἶνε γεγονὸς ὅτι, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὁ Χριστὸς ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς ἐκτὸς μόνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶχε τὶς φυσικὲς καὶ ἀδιάβλητες ἀνάγκες τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὅταν λοιπὸν τὸν ἔβλεπαν νὰ κουράζεται, νὰ ἱδρώνῃ, νὰ ζῇ μὲ φτώχεια, μὲ ταπείνωσι καὶ ἀσημότητα, ποιός μποροῦσε νὰ φανταστῇ ὅτι μέσα του κρύβει τὸν ἀδάμαντα τῆς θεότητος; Ὁ Χριστὸς ἔμοιαζε μὲ κάποιο βασιλιᾶ, ποὺ θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τοὺς ὑπηκόους του ἔβγαλε τὴ βασιλικὴ στολὴ καὶ τὸ στέμμα, φόρεσε ροῦχα ζητιάνου, καὶ ἔτσι περιώδευσε ὅλο τὸ βασίλειό του χωρὶς κανένας νὰ τὸν γνωρίσῃ. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. Αὐτός, ποὺ μπροστά του οἱ βασιλιᾶδες τοῦ κόσμου εἶνε πελώρια μηδενικά, παρουσιάστηκε στὴ γῆ σὰν ὁ πιὸ φτωχὸς ἄνθρωπος. Ποιός μποροῦσε νὰ φανταστῇ τί ἦταν; Ἀλλὰ σ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς δίνει τώρα ἀπάντησι τὸ Θαβώρ. Ἐκεῖ ἔγινε κάτι καταπληκτικό. Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο. Τὰ φτωχικά του ροῦχα ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Ἡ κορυφὴ φωτίστηκε ἀπὸ φῶς οὐράνιο. Ἕνα σύννεφο φωτεινὸ ἦρθε καὶ τὴν ἐκάλυψε. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ σύννεφο ἀκούστηκε φωνὴ δυνατή, ἡ δια φωνὴ ποὺ ἀκούστηκε ἄλλοτε στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Καὶ ἡ φωνὴ ἔλεγε· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. ιζ´ 5). Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός! «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ».

2. Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἀπαντᾷ καὶ στὸ ἄλλο μεγάλο ἐρώτημα· Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Ἄλλοι λένε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἐξελιγμένο κτῆνος, καὶ ἄλλοι ἄλλα. Ἀλλὰ τὸ ὄρος Θαβὼρ ἀπαντᾷ· ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀθάνατος. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε· ἐμεῖς ξέρουμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει· πῶς εἶνε ἀθάνατος;… Ναί, τὸ σῶμα του πεθαίνει καὶ ἀποσυντίθεται. Ἀλλὰ ὁ κυρίως ἄνθρωπος εἶνε ἡ ψυχή, τὸ πνεῦμα ποὺ μένει ἀθάνατο. Τί εἶνε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος; Ἡ Μεταμόρφωσις ἀπαντᾷ. Γιὰ δέστε, πόσοι εἶνε πάνω στὸ Θαβώρ; Εἶνε ὁ Χριστός, μετὰ εἶνε ὁ Πέτρος, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος. Τέσσερις εἶνε; Λάθος κάνετε, δὲν εἶνε τέσσερις. Σὲ μιὰ στιγμὴ οἱ τέσσερις γίνονται ἕξι. Ποιοί εἶνε οἱ ἄλλοι δύο; Ὁ ἕνας εἶνε ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ ἄλλος ὁ Ἠλίας. Μὰ ὁ Μωϋσῆς εἶχε πεθάνει πρὶν 1.500 χρόνια, κι ὁ Ἠλίας εἶχε ἀνεβῆ μὲ τὸ ἅρμα του στὸν οὐρανὸ πρὶν 1.000 περίπου χρόνια. Κι ὅμως παρουσιάζονται τώρα μπροστὰ στὸ Χριστὸ ὁλοζώντανοι. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι καὶ ὁ Μωϋσῆς ζῇ, καὶ ὁ Ἠλίας ζῇ. Ὅλοι ζοῦν. Δὲν ὑπάρχει θάνατος πραγματικός. Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ζώντων. Καὶ οἱ νεκροί μας ζοῦν. Ποῦ; Στὸν παράδεισο. Κ᾿ ἔτσι ἐρχόμεθα στὸ τρίτο ἐρώτημα·

3.     Τί εἶνε ὁ παράδεισος; Ἂν ρωτήσουμε τὰ ἄλλα θρησκεύματα καὶ τὶς διάφορες φιλοσοφίες, θὰ μᾶς ποῦν· Παράδεισος εἶνε ἕνα ὡραῖο τοπίο μὲ λουλούδια, δέντρα, νερά, πουλιά…, τέτοια πράγματα εἶνε ὁ παράδεισος. Ἡ Μεταμόρφωσις ὅμως λέει· Ὄχι, ὁ παράδεισος εἶνε κάτι ἀνώτερο. Παραπάνω ἀπὸ κάθε ὑλικὸ καὶ εὐχάριστο, ὁ παράδεισος τί ἄλλο εἶνε; Μιὰ στιγμή! Ὅσο ἀξίζει αὐτὴ ἡ στιγμὴ δὲν ἀξίζουν χίλια χρόνια. Ὦ ἀδελφοί μου, νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς κ᾿ ἐμᾶς νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴ στιγμή! Τόσο βάσταξε τὸ ὅραμα τῆς Μεταμορφώσεως. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀντίκρυσε ἐκεῖνο τὸ οὐράνιο φῶς καὶ ἄκουσε τὴν γλυκυτάτη φωνὴ τοῦ Πατρός, τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε ξέχασε καὶ τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτό, καὶ λέει· Χριστέ, ἐδῶ νὰ μείνουμε γιὰ πάντα· νὰ στήσουμε μιὰ καλύβα καὶ νὰ καθήσουμε, κι ἂς μᾶς δέρνῃ ὁ ἄνεμος, ὁ ἥλιος, τὸ χιόνι. Μιὰ στιγμὴ ἔζησε τὴ θέα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ. Πόσο ἀξίζει νὰ ζῇς μὲ τὸ Χριστό· νὰ τὸν βλέπῃς, νὰ τὸν αἰσθάνεσαι, νὰ τὸν ἀγαπᾷς! Αὐτὸς λοιπὸν εἶνε ὁ παράδεισος. Δὲν εἶνε αὐτὰ λόγια, ἀδελφοί μου· εἶνε ζωή. Γεμάτη θαύματα καὶ ὁράματα εἶνε ἡ ἁγία μας θρησκεία.

4. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ πᾶμε κ᾿ ἐμεῖς στὸν παράδεισο καὶ ν᾿ ἀπολαύσουμε τὴ θέα τοῦ Χριστοῦ, ἂς καθαρίσουμε τὰ αὐτιά μας ν᾿ ἀκούσουμε μιὰ φωνή. Ποιά φωνή; Εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανίου Πατρός, καὶ λέει· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (ἔ.ἀ.). Ἐδῶ εἶνε ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς. Πρέπει ὅλοι νὰ δώσουμε μεγάλη προσοχὴ σ᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς λέει ὁ Χριστός. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Ἐμεῖς ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ὅσοι εἴμεθα βαπτισμένοι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀκοῦμε τὸν Χριστό; Εἶσαι μάνα ἢ πατέρας καὶ παραπονεῖσαι καὶ λές: Δὲν μ᾿ ἀκούει τὸ παιδί μου. Ἐσένα δὲν σ᾿ ἀκούει τὸ παιδί σου, ἀλλὰ κ᾿ ἐσὺ δὲν ἀκοῦς τὸν Χριστό· ποιά εἶνε πιὸ μεγάλη ἁμαρτία; «Αὐτοῦ ἀκούετε». Οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ ἀκοῦμε τὸ Χριστό; Τί μᾶς λέει; Τέσσερα – πέντε ἁπλᾶ πράγματα, ποὺ τὰ καταλαβαίνουν ὅλοι.

.             Μᾶς λέει πρῶτα – πρῶτα νὰ μὴ λέμε ψέματα. Κ᾿ ἐμεῖς ὄχι μόνο ψέματα λέμε, ἀλλὰ καὶ ψεύτικους ὅρκους στὰ δικαστήρια δίνουμε. Θὰ μᾶς κάψῃ ὁ Θεός. Μοῦ ᾿λεγε κάποιος δικαστικός, ὅτι ἀπὸ τοὺς 100 ποὺ ὁρκίζονται ζήτημα ἂν οἱ 10 λένε τὴν ἀλήθεια. Εἶνε Χριστιανοὶ αὐτοί;
.                   «Αὐτοῦ ἀκούετε». Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει, τὰ χέρια μας νὰ μὴν ἀγγίζουν ξένο πρᾶγμα. Καὶ οἱ «Χριστιανοὶ» τί κάνουν; Ἅμα τοὺς ζητήσῃ ἐλεημοσύνη ἕνας φτωχός, δὲν ἔχουν χέρι νὰ δώσουν· ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ κλέψουν, τότε ὄχι ἕνα ἀλλὰ ἑκατὸ χέρια ἔχουν.
.             Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει· «Τίμιος ὁ γάμος» (Ἑβρ. ιγ´ 4), μακριὰ ἀπὸ τὴν πορνεία καὶ τὴ μοιχεία! ἕνας ἄντρας μιὰ γυναῖκα! Πόσοι τὸ τηροῦν;
.              Τί ἄλλο λέει ὁ Χριστός· Ἑνώθηκε τὸ ἀντρόγυνο, στεφανώθηκαν; δὲν χωρίζουν πλέον. Κι ὅμως τώρα χιλιάδες τὰ διαζύγια! Νά τ᾽ ἀποτελέσματα τῶν πορνικῶν ἐντύπων καὶ θεαμάτων.
.           «Αὐτοῦ ἀκούετε». Μᾶς λέει ἀκόμα ὁ Χριστός· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά! σὰν τὸ μυρμήγκι. Ἀλλὰ τὴν Κυριακὴ πρωΐ, χτύπησε ἡ καμπάνα; φτερὰ στὰ πόδια γιὰ τὴν ἐκκλησία! Σήμερα ὅμως πόσοι ἐκκλησιάζονται; Ποῦ εἶνε οἱ Χριστιανοί;

* * *

.               Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Στὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε εἶνε ζήτημα, ἀπὸ τοὺς χίλιους Χριστιανοὺς ἕνας ν᾿ ἀκούῃ καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ ὅ,τι λέει ὁ Χριστός. Οἱ ἄλλοι; Ὤ οἱ ἄλλοι! Πραγματοποιεῖται μιὰ προφητεία ποὺ εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Θά ᾿ρθουν, λέει, χρόνια κατηραμένα· οἱ ἄνθρωποι τ᾿ αὐτιά τους θὰ τά ᾿χουν βουλώσει μὲ βουλοκέρι, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦνε τὴν ἀλήθεια, καὶ θὰ τά ᾿χουν ἀνοίξει γιὰ ν᾿ ἀκοῦνε ὅλα τὰ παραμύθια (βλ. Β´ Τιμ. δ´ 4). Σήμερα πόσοι ἀκοῦμε πιὰ τὸ Χριστό; Λίγοι μένουν πιστοί.
Εὔχομαι, ἀδελφοί μου, νὰ εἴμεθα ὄχι μὲ τοὺς πολλοὺς ἀλλὰ μὲ τοὺς λίγους. Κι ἂν ἀκόμη ἔρθῃ μέρα, ποὺ μέσα στὸ σπίτι σου δὲν πιστεύει οὔτε ὁ πατέρας οὔτε ἡ μάνα οὔτε ἄλλος κανεὶς καὶ μείνῃς μόνος, ἐσὺ νὰ λές· Πιστεύω, Κύριε. Κι ἂν ἔρθῃ μέρα ποὺ μέσα στὴν πόλι ἢ τὸ χωριό σου μείνῃς ἕνας, νὰ μὴ λυγίσῃς. Κι ἂν ἔρθῃ μέρα κατηραμένη ποὺ ὅλη ἡ Ἑλλάδα γονατίσῃ στὸ διάβολο καὶ μείνῃς ἕνας, ἐσὺ νὰ μὴ γονατίσῃς, ἀλλὰ νὰ λές· Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, σὺ εἶσαι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Νικολάου Χαλανδρίου -Ἀθηνῶν τὴν 6-8-1961

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Ἡ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Πατρώνου 
«Θεολογία καὶ Κήρυγμα» τ. Β´ ,
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»

.             Στὸ γεγονὸς τῆς μεταμόρφωσης ἔχουμε τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα γιὰ μία οὐσιαστικὴ θεολογικὴ προσέγγιση. Κατ᾽ ἀρχὴν ἔχουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία, δύο προσώπων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευση καὶ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσία. Ὁ χαρακτήρας τοῦ γεγονότος, ἑπομένως, εἶναι σαφῶς μεσσιανολογικὸς καὶ ἄρα ἡ ὅλη εὐαγγελικὴ διήγηση εἶναι καθαρὰ χριστοκεντρική. Μὲ ἄλλα λόγια ἔρχεται νὰ φωτίσει τὸ μυστήριο τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ δώσει σαφῆ ἀπάντηση στὸ ἱστορικὸ ἐρώτημα «τίς γὰρ οὗτος ἔστιν;».
.             Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μόνο ἱστορικὸ πρόσωπο, ποὺ γεννᾶται σὲ κάποιο συγκεκριμένο χῶρο καὶ χρόνο, «ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τὸν Μεγάλου», ποὺ γενεαλογεῖται ὡς μέλος κάποιας συγκεκριμένης οἰκογένειας τῆς φυλῆς καὶ τοῦ γένους Δαβίδ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ ἀναμενόμενος διὰ μέσου τῶν αἰώνων Χριστὸς τοῦ Κυρίου ποὺ θὰ ἔρθει γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ δὲ ἡ ἔλευσή του θὰ ἐπιβεβαιωθεῖ, κατὰ τὴν παράδοση, ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἀποκαλυπτικῶν προσώπων τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία.
.             Ἡ παρουσία δὲ αὐτὴ τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία ἔχει μία βαθιὰ παράδοση στὴν ἐσχατολογία καὶ τὴ μεσσιανολογία τοῦ Ἰσραήλ. Ὅπως καὶ ἡ ἐμφάνιση, κατὰ μία ἄλλη παράλληλη παράδοση, τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἐνώχ. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν ἐγγύηση καὶ τὴν ἐπιβεβαίωση μιᾶς ἀληθινῆς μεσσιανικῆς παρουσίας ἀλλὰ καὶ θεοφάνειας. Καὶ δὲν ἐπιβεβαιώνουν μόνο τὴν παρουσία τοῦ Μεσσία -Χριστοῦ στὸ ἱστορικὸ παρόν, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ πρόσωπα αὐτά, ὑπάρχει παράδοση, ὅτι θὰ συνοδεύσουν τὸν Χριστὸ καὶ κατὰ τὴ δευτέρα καὶ ἔνδοξη ἐσχατολογικὴ παρουσία. Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀποτελεῖ πρόγευση καὶ προμήνυμα καὶ τῆς ἐνδόξου Δευτέρας Παρουσίας. Ἔτσι στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχουμε τὴν ἱστορία τῆς Μεταμορφώσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς ἐσχατολογικῆς ἐξέλιξης καὶ πλήρωσης.
.             Τὸ δεύτερο ἐνδιαφέρον στοιχεῖο τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ἡ ἐμφάνιση καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἀκτίστου φωτός. Τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως περιβάλλει κατὰ κύριο λόγο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν τοὺς μαθητές, τὸν κόσμο ὅλο καὶ ὅλη τὴν κτίση. Διερωτᾶται βέβαια κανεὶς τί εἴδους φῶς εἶναι αὐτὸ καὶ ποιὰ ἡ σημασία του. Μήπως πρόκειται γιὰ μία ἁπλὴ ἀνταύγεια ἀκτίνων τοῦ ἡλίου ποὺ φωτίζουν τὰ πράγματα καὶ λαμπρύνουν τὰ ἀντικείμενα, ἢ πρόκειται γιὰ κάποιο ἄλλο «φῶς», ἄλλης φύσεως καὶ ἄλλης ποιότητας; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ποὺ τίθεται ἀπὸ πολλοὺς ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο ἱστορικὴ προσέγγιση ἀλλὰ καὶ θεολογικὴ διερεύνηση.
.             Ἡ πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ θεολογία κάνει ἐνδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Εἰδικότερα ὁ Μέγας Βασίλειος στὸ ἔργο του «Ἑξαήμερος», σχολιάζοντας τὰ γεγονότα τῆς ἀρχικῆς δημιουργίας, ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα πρωταρχικὸ «φῶς» τῆς πρώτης ἡμέρας. Αὐτὸ τὸ «φῶς» τὸ ἀποκαλεῖ «φῶς καθαρότατον», «εἰλικρινὲς» καὶ «ἄϋλον». Τὸ διακρίνει δὲ μὲ κάθε σαφήνεια ἀπὸ τὸ γνωστό μας φῶς τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης καὶ ἀφήνει νὰ νοηθεῖ ὅτι μᾶλλον πρόκειται γιὰ κάποιο «ἄκτιστο» φῶς ποὺ νὰ δηλώνει τὴν παρουσία τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Πολὺ ἀργότερα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θὰ μιλήσει καὶ αὐτὸς πάλι μὲ μεγάλη σαφήνεια γιὰ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς «ἀκτίστου φωτὸς» καὶ θὰ τὸ διακρίνει ἀπὸ κάθε κτιστὸ καὶ ὑλικῆς φύσεως φῶς. Τὸ κτιστὸ ἀνήκει στὴ δημιουργία καὶ στὸν κόσμο μας, τὸ ἄκτιστο ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ στὴν παρουσία Του. Τὸ ἕνα εἶναι ὑλικὸ καὶ θαμπό, τὸ ἄλλο εἶναι «ἄϋλο» καὶ «καθαρότατο».

Σχολιάστε